Όροι λειτουργίας φορέων κοινωνικής προστασίας και σχετικές κυρώσεις - Τροποποίηση παρ. 1-4 και 7 άρθρου 1 και τροποποίηση παρ. 1-4 και προσθήκη παρ. 5-7 στο άρθρο 2 του ν. 2345/1995
1. Στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2345/1995 (Α΄ 213), περί της λειτουργίας δομών που παρέχουν οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες και έχουν σχέση με την προστασία του παιδιού ή ατόμων με αναπηρία (παιδιών και ενηλίκων) ή ηλικιωμένων ή ανιάτων ή χρονίως πασχόντων ατόμων ή ασκούν παρεμφερείς δραστηριότητες και περί των επιβαλλόμενων κυρώσεων σε περίπτωση λειτουργίας των εν λόγω δομών χωρίς την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας, καταργούνται τα εδάφια δεύτερο έως πέμπτο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, σωματεία, οργανισμοί, ιδρύματα, ενώσεις προσώπων και φορείς Κοινωνικής Αλληλεγγύης υπαγόμενοι στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και ιδιώτες, δεν επιτρέπεται να παρέχουν οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες, που έχουν σχέση με την προστασία του παιδιού ή ατόμων με αναπηρία (παιδιών και ενηλίκων) ή ηλικιωμένων ή ανιάτων ή χρονίως πασχόντων ατόμων ή να ασκούν παρεμφερείς δραστηριότητες, πριν από την έκδοση σχετικής άδειας λειτουργίας από την οικεία Περιφέρεια. Η περ. 22 της παρ. 3 του άρθρου 94 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) διατηρείται σε ισχύ.». 2. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2345/1995, περί των προϋποθέσεων για την ίδρυση και λειτουργία φορέων κοινωνικής πρόνοιας ιδιωτικού δικαίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας ως συμπράττων υπουργός στην κοινή υπουργική απόφαση, β) οι λέξεις «με την επιφύλαξη των διατάξεων του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού και των Ειδικών Οικοδομικών Κανονισμών, που ισχύουν στην περιφέρεια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων», γ) διευρύνεται το αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης με τον καθορισμό τυχόν ειδικότερων απαιτήσεων ως προς τα οικόπεδα ή τα γήπεδα εγκατάστασής τους και του επιτρεπτού ή μη της λειτουργίας των φορέων κοινωνικής πρόνοιας εκτός αστικού ιστού, και δ) οι λέξεις «νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις» αντικαθίστανται από τη λέξη «Περιφέρειες», και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, οι προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία φορέων κοινωνικής πρόνοιας ιδιωτικού δικαίου, κατά κατηγορία φορέων, ως προς τα εξυπηρετούμενα πρόσωπα και το περιεχόμενο των παρεχόμενων προς αυτά υπηρεσιών και ευκολιών, τους απαιτούμενους γενικά χώρους και τα θέματα της κατάλληλης διαρρύθμισης των κτιρίων, ως και ειδικότερα τα της επιφανείας των χώρων εγκαταστάσεων υγιεινής, μηχανολογικών, ηλεκτρολογικών, ψυχαγωγίας, απασχόλησης και λοιπών βοηθητικών (εστιάσεως, μαγειρείων, πλυντηρίων κ.λπ.) κοινόχρηστων και ακάλυπτων χώρων, το επιτρεπτό ή μη της λειτουργίας τους εκτός αστικού ιστού και οι τυχόν ειδικότερες απαιτήσεις ως προς τα οικόπεδα ή τα γήπεδα εγκατάστασής τους, τον εξοπλισμό και τη στελέχωσή τους τόσο καθόσον αφορά τον αναγκαίο αριθμό προσώπων όσο και τα απαιτούμενα ειδικότερα προσόντα (τίτλους σπουδών, ειδικότητας, εμπειρίας κ.λπ.). Με τις ίδιες αποφάσεις ορίζονται οι υπεύθυνοι για τη σύμφωνα με τον νόμο λειτουργία, ο τρόπος άσκησης της εποπτείας και της επιστημονικής αξιολόγησης του έργου τους από τις υπηρεσίες του Υπουργείου και τις οικείες Περιφέρειες, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Μέχρι την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις που ίσχυαν πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.». 3. Στο πρώτο και στο τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2345/1995, περί της σύστασης και λειτουργίας πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων επιτροπών που αποφαίνονται για την καταλληλότητα των χώρων και τις άλλες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη λήψη άδειας λειτουργίας, επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις και επικαιροποιούνται οι αναφορές των αρμοδίων οργάνων, και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται τα της συστάσεως και λειτουργίας πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων επιτροπών που αποφαίνονται για την καταλληλότητα των χώρων και τις άλλες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη λήψη άδειας λειτουργίας κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Μέχρι την έκδοση των ως άνω αποφάσεων ισχύουν οι υπάρχουσες διατάξεις. Όπου στις ισχύουσες κατά την έκδοση του παρόντος νόμου διατάξεις προβλέπεται κρίση ή γνωμοδότηση επιτροπής, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν εφεξής να προσφεύγουν σε δευτεροβάθμια επιτροπή που συστήνεται σε κάθε περιφερειακή ενότητα με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη και αποτελείται από τους προϊσταμένους των τεχνικών υπηρεσιών, των υπηρεσιών υγιεινής και των υπηρεσιών πρόνοιας της περιφέρειας και ανά έναν εκπρόσωπο του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τεχνικού επιμελητηρίου. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση ή με άλλον τρόπο γνώση της προσβαλλόμενης πράξης. Με την ίδια απόφαση ορίζονται ο πρόεδρος της επιτροπής και τα αναπληρωματικά της μέλη και καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια αναγκαία για τη λειτουργία των επιτροπών αυτών.». 4. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2345/1995, περί του ορισμού σε κάθε περιφερειακή ενότητα, με απόφαση του Περιφερειάρχη, ενός τουλάχιστον κοινωνικού λειτουργού ή κοινωνικού επιστήμονα ως κοινωνικού συμβούλου, πριν από τη λέξη «Περιφερειάρχη» προστίθεται η λέξη «οικείου», και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη ορίζεται σε κάθε περιφερειακή ενότητα ένας (1) τουλάχιστον κοινωνικός λειτουργός ή άλλος κοινωνικός επιστήμονας που υπηρετεί σε αυτή, ως κοινωνικός σύμβουλος. Σε περίπτωση υποστελέχωσης της περιφέρειας από υπαλλήλους σχετικών ειδικοτήτων και για την αποτελεσματική λειτουργία του θεσμού, δύναται να ορίζεται ως κοινωνικός σύμβουλος και υπάλληλος των ανωτέρω ειδικοτήτων που υπηρετεί σε δήμους ή νομικά πρόσωπα αυτών, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε αποκεντρωμένες υπηρεσίες του Δημοσίου, που εδρεύουν στην οικεία περιφερειακή ενότητα. Ο κοινωνικός σύμβουλος ασκεί επίβλεψη και συνεχή παρακολούθηση των υπηρεσιών που παρέχονται από τους φορείς της παρ. 1 του παρόντος και του άρθρου 3 ως προς την ποιότητα και την επάρκεια αυτών, καθώς και ως προς την τήρηση των ειδικότερων υποχρεώσεων των ως άνω φορέων που πηγάζουν από την κείμενη νομοθεσία. Ο κοινωνικός σύμβουλος πραγματοποιεί αυτοψίες στους χώρους των φορέων που υπάγονται στον έλεγχό του, ανεξάρτητα από το εάν οι εν λόγω φορείς εποπτεύονται από τις οικείες περιφερειακές ενότητες ή υπάγονται στον έλεγχό του βάσει του π.δ. 99/2017 (Α΄ 141), κατ’ ελάχιστο μία φορά το εξάμηνο, συντάσσοντας ακολούθως σχετική έκθεση αξιολόγησης για την οργάνωση και λειτουργία κάθε φορέα και για την εν γένει ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, προβαίνοντας σε συστάσεις και υποδεικνύοντας συγκεκριμένες ενέργειες και λήψη μέτρων, όπου απαιτείται. Αν κρίνεται σκόπιμο, οι αυτοψίες γίνονται συχνότερα και όσες φορές απαιτείται για την άμεση επαφή και παρακολούθηση των υπηρεσιών που παρέχονται από τον φορέα. Αυτοψίες πραγματοποιούνται και μετά από αίτημα του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και συντάσσεται σχετική έκθεση. Οι εκθέσεις υποβάλλονται, κατά περίπτωση στην αρμόδια υπηρεσία της οικείας περιφερειακής ενότητας, με ταυτόχρονη κοινοποίηση στον φορέα, στην αδειοδοτούσα αρχή, στην αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και στην υπηρεσία που ασκεί την εποπτεία στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) για την περίπτωση των φορέων που συστήνονται και λειτουργούν από δήμους ή νομικά πρόσωπα αυτών. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, ο κοινωνικός σύμβουλος έχει δικαίωμα πρόσβασης στα αρχεία των φορέων, τους οποίους επιβλέπει σύμφωνα με την παρ. 2, καθώς και στους φακέλους των ωφελούμενων φυσικών προσώπων. Οι ελεγχόμενοι φορείς υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις συστάσεις του κοινωνικού συμβούλου και να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα συμμόρφωσης προς τις υποδείξεις των εκθέσεων αξιολόγησης. Η συμμόρφωση ή μη των φορέων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο λαμβάνεται υπόψη κατά τις διαδικασίες αδειοδότησης, πιστοποίησης, καθώς και επιχορήγησής τους από πιστώσεις του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Για την αποτελεσματικότερη άσκηση των αρμοδιοτήτων του κοινωνικού συμβούλου, προβλέπεται η παροχή ειδικής ενιαίας επιμόρφωσης στους επαγγελματίες που αναλαμβάνουν τον ρόλο αυτόν, υπό τον συντονισμό του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Κάθε ειδικό, τεχνικό ή λεπτομερειακό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Εσωτερικών.». 5. Στην παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 2345/1995, περί της μεταβατικής ρύθμισης για τις τροποποιήσεις των αδειών λειτουργίας ή των επεκτάσεων των κτιριακών υποδομών, επικαιροποιούνται τα αρμόδια όργανα, και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής: «7. Για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 1 που λειτουργούν κατά την ψήφιση του παρόντος νόμου, μέχρι την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων της παρ. 2, οι τροποποιήσεις των αδειών λειτουργίας τους ή οι επεκτάσεις των κτιριακών τους υποδομών γίνονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ίσχυαν όταν εκδόθηκε η αρχική άδεια λειτουργίας τους ή σε κάθε άλλη περίπτωση ύστερα από έγκριση σκοπιμότητας του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.». 6. Στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2345/1995, περί της μεταβατικής ρύθμισης για τη λήψη άδειας λειτουργίας από τους φορείς που παρέχουν οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες και στερούνται της απαιτούμενης άδειας, καταργούνται τα εδάφια τρίτο έως έκτο, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Στους φορείς και τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος, που παρέχουν οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες κατά τη δημοσίευση του νόμου τούτου χωρίς την προβλεπόμενη άδεια λειτουργίας, τάσσεται προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευσή του για να προβούν σε όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για τη λήψη της άδειας αυτής. Η ανωτέρω προθεσμία δύναται να παρατείνεται, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, μέχρι ένα (1) έτος συνολικά, εάν υπάρχει ανάγκη προσαρμογής της κτιριακής υποδομής στις απαιτούμενες προδιαγραφές και μόνο για το λόγο αυτόν.». 7. Στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 2345/1995, περί της οικονομικής ενίσχυσης των οργανωμένων κοινωνικών υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται από φορέα που δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα, προκειμένου να αντεπεξέλθει στις δαπάνες προσαρμογής της κτιριακής υποδομής και εξοπλισμού του, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «ατόμων με ειδικές ανάγκες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ατόμων με αναπηρία», όπως και οι λέξεις «οικεία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «οικεία Περιφέρεια», β) στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «νομαρχιακό συμβούλιο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «περιφερειακό συμβούλιο» και γ) στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «νομαρχιακής αυτοδιοίκησης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Περιφέρειας», και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Αν οι οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες παρέχονται από φορέα που δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα, (αναγνωρισμένα φιλανθρωπικά σωματεία, εκκλησιαστικά ιδρύματα, σύλλογοι γονέων ή ατόμων με αναπηρία και γενικότερα φορείς κοινωνικού χαρακτήρα), εφόσον ο φορέας αυτός δεν έχει τις δυνατότητες να ανταπεξέλθει στις δαπάνες προσαρμογής της κτιριακής υποδομής και εξοπλισμού στις προϋποθέσεις που ορίζονται με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις ή θα ορισθούν με τις υπουργικές αποφάσεις του άρθρου 1 παρ. 2 του παρόντος νόμου, οφείλει να το γνωστοποιήσει μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του νόμου τούτου ή την έκδοση των ως άνω αποφάσεων στην οικεία Περιφέρεια και να θέσει υπόψη της τα περιουσιακά στοιχεία του, καθώς και τις δαπάνες που απαιτούνται για την προσαρμογή του σε όσα ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία ή την προαναφερόμενη απόφαση. Το οικείο περιφερειακό συμβούλιο αποφασίζει αιτιολογημένα, κρίνοντας το μέγεθος των ελλείψεων, το είδος και το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών και την αναγκαιότητά τους για την κάλυψη των ευρύτερων αναγκών του νομού, είτε για την οικονομική ενίσχυση του φορέα είτε για την άμεση ή τη σταδιακή απαγόρευση της παροχής των υπηρεσιών, αφού ληφθεί υπόψη και η δυνατότητα τοποθέτησης των εξυπηρετούμενων ατόμων σε άλλους φορείς. Η ανωτέρω οικονομική ενίσχυση του φορέα μπορεί να παρασχεθεί είτε από τον προϋπολογισμό, τακτικό και δημοσίων επενδύσεων, της Περιφέρειας είτε, σε περίπτωση αδυναμίας της, από τον αντίστοιχο προϋπολογισμό του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, με κοινή, στην περίπτωση αυτή, απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.». 8. Η παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2345/1995, περί της λειτουργίας των δομών που παρέχουν οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες κατά παράβαση των προϋποθέσεων, με βάση τις οποίες τους έχει χορηγηθεί η σχετική άδεια λειτουργίας, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Εάν διαπιστωθεί λειτουργία των φορέων της παρ. 1 του άρθρου 1, χωρίς την προβλεπόμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας, εκδίδεται απόφαση διακοπής της λειτουργίας τους από τον αρμόδιο Περιφερειάρχη, που εκτελείται αμελλητί από την οικεία αστυνομική αρχή. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την απόφαση διακοπής της λειτουργίας, οι υπεύθυνοι τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. Στον φορέα ή ιδιώτη που ασκεί τις δραστηριότητες της παρ. 1 του άρθρου 1 χωρίς άδεια, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ από τον αρμόδιο Περιφερειάρχη, που εισπράττεται κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων.». 9. Η παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2345/1995, περί της επιβολής πρόσθετης κύρωσης διοικητικού προστίμου στους φορείς ή στους ιδιώτες που παρέχουν οργανωμένη περίθαλψη κατά παράβαση των προϋποθέσεων και χωρίς να εξασφαλίζουν ανεκτό επίπεδο περίθαλψης και μεταχείρισης των περιθαλπόμενων προσώπων, αντικαθίσταται ως εξής: «4. Εάν διαπιστωθεί λειτουργία των φορέων της παρ. 1 του άρθρου 1 κατά παράβαση των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία τους και των προϋποθέσεων, με βάση τις οποίες τους έχει χορηγηθεί η σχετική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας, τάσσεται από τον αρμόδιο Περιφερειάρχη προθεσμία για συμμόρφωση εντός τριών (3) μηνών από τη διαπίστωση της παράβασης και παράλληλα επιβάλλεται, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, πρόστιμο ύψους πεντακοσίων (500) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, εισπραττόμενο κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Αν η ανωτέρω προθεσμία συμμόρφωσης παρέλθει άπρακτη ή αν, μετά τη συμμόρφωση, διαπιστωθεί η ίδια παράβαση εντός τριών (3) ετών από την αρχικώς διαπιστωθείσα, επιβάλλεται νέο πρόστιμο, διπλάσιο του αρχικώς επιβληθέντος, εισπραττόμενο κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων.». 10. Μετά την παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2345/1995, προστίθενται παρ. 5, 6 και 7 ως εξής: «5. Αν από τις διαπιστούμενες σύμφωνα με την παρ. 4 παραβάσεις προκύπτει ότι από υπαιτιότητα των υπευθύνων ιδιωτικού φορέα της παρ. 1 του άρθρου 1 δεν εξασφαλίζεται ανεκτό επίπεδο περίθαλψης και μεταχείρισης των ωφελουμένων είναι δυνατόν, πλέον της επιβολής προστίμου, να αποφασίζεται η διακοπή της λειτουργίας του φορέα με την ανάκληση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του και παράλληλα παραπέμπονται τα σχετικά στοιχεία στον αρμόδιο εισαγγελέα για την εξέταση των ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών των υπευθύνων. Την ανακλητική απόφαση του προηγούμενου εδαφίου δύναται να εκδίδει και το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. 6. Όταν οι διαπιστώσεις της παρ. 5 αφορούν σε προνοιακές δομές μη κερδοσκοπι κού χαρακτήρα που υπάγονται στον ιδιωτικό τομέα, ή όταν διαπιστώνεται σοβαρή παραβίαση των διατάξεων του καταστατικού τους, η οποία υποβαθμίζει σημαντικά την εύρυθμη λειτουργία τους, το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύναται με απόφασή του να αντικαθιστά προσωρινά τα όργανα της Διοίκησής τους, τάσσοντας στην προσωρινή Διοίκηση συγκεκριμένα καθήκοντα και προθεσμία για την εκλογή νέας Διοίκησης. Η προθεσμία για την εκλογή της νέας Διοίκησης δεν δύναται να υπερβαίνει το ένα (1) έτος από τον ορισμό της προσωρινής Διοίκησης. 7. Με τις αποφάσεις της παρ. 2 του άρθρου 1, δύναται επιπλέον να καθορίζονται, ανά κατηγορία φορέων και για κάθε ειδικότερη παράβαση, το ακριβές ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου, εντός του πλαισίου επιμέτρησης της παρ. 4, με κριτήριο τη βαρύτητα και τη συχνότητα κάθε παράβασης, η αρμόδια υπηρεσία για τη βεβαίωσή του, η προθεσμία καταβολής του και ο δικαιούχος, στον οποίο αποδίδεται μετά από την είσπραξή του. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 και του παρόντος άρθρου εξαιρούνται τα Κέντρα Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων (ΚΦΑΑ) της παρ. 3 του άρθρου 60 του ν. 4636/2019 (Α΄ 169), τα οποία εποπτεύονται από το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.». 11. Ειδικά ως προς τις μονάδες παιδικής προστασίας ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στην υπουργική απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2345/1995 δύναται να προβλέπονται μεταβατικές διατάξεις για τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, αιτήσεις αδειοδότησης, καθώς και για τη συνέχιση της λειτουργίας των υφιστάμενων, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, μονάδων παιδικής προστασίας. Ως υφιστάμενες νοούνται οι μονάδες παιδικής προστασίας, για τις οποίες προκύπτει ότι έχουν προβεί, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, στην εγγραφή ανηλίκων ωφελουμένων τους στο Πληροφοριακό Σύστημα Αναδοχής και Υιοθεσίας της υπό στοιχεία Δ11 οικ. 13734/538/26.3.2019 απόφασης της Αναπληρώτριας Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 1163).