Παραγραφή φορολογικής αξίωσης Δημοσίου — εκπρόθεσμη δήλωση εισοδήματος, δεκαπενταετής παραγραφή

Κύρια νομική θέση

Σε υπόθεση εκπρόθεσμης δήλωσης φόρου εισοδήματος, η δεκαπενταετής παραγραφή δεν εφαρμόζεται αυτομάτως. Με βάση τη διαθέσιμη νομολογία, όταν η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί εντός της κανονικής πενταετίας, ισχύει κατ’ αρχήν η πενταετής παραγραφή, και μόνο αν η δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της πενταετίας χωρεί ειδική τριετής παρέκταση· η δε δεκαπενταετής αφορά τη μη υποβολή δήλωσης, όχι απλώς την εκπρόθεσμη υποβολή. Κρίσιμη είναι ιδίως η ΣτΕ Α732/2019.

Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΦΔ Άρθρο 37
Ορίζει τον γενικό κανόνα παραγραφής του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης να κοινοποιήσει πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου: πέντε (5) έτη από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.
Προβλέπει επίσης ειδικές παρατάσεις και, στην παρ. 3, δεκαετή προθεσμία ιδίως όταν δεν έχει υποβληθεί δήλωση ή όταν μετά την πενταετία περιέλθουν νέα στοιχεία.
Εφαρμόζεται αναλογικά στο ερώτημά σας ως το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο παραγραφής στον ΚΦΔ.

ΚΦΔ Άρθρο 36
Ρυθμίζει τα είδη προσδιορισμού φόρου. Ιδίως:
- παρ. 3: διοικητικός προσδιορισμός φόρου με βάση δήλωση ή άλλα στοιχεία,
- παρ. 4: εκτιμώμενος προσδιορισμός όταν δεν υποβάλλεται εμπροθέσμως δήλωση,
- παρ. 6: διορθωτικός προσδιορισμός μετά από έλεγχο.
Χρήσιμο για να διακριθεί η περίπτωση μη υποβολής από την περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής.

ΚΦΔ Άρθρο 22
Ορίζει ότι η εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση υποβάλλεται μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού του φόρου.
Η διάταξη επιβεβαιώνει ότι η εκπρόθεσμη δήλωση λειτουργεί εντός του πλαισίου της παραγραφής και δεν ταυτίζεται με μόνιμη κατάσταση «μη υποβολής».

ΚΦΔ Άρθρο 23
Αντίστοιχα για την τροποποιητική δήλωση: υποβάλλεται μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού του φόρου.

Σ Άρθρο 78
Θέτει τα συνταγματικά όρια στη φορολογία και, κατά τη νομολογία, αποκλείει αναδρομικές επεκτάσεις της παραγραφής πέραν των επιτρεπτών ορίων.
Εφαρμόζεται ρητά στις ΣτΕ Α732/2019, ΣτΕ Α2088/2019, ΣτΕ Α2087/2019, ΣτΕ Α20/2021, ΣτΕ Α166/2024.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

ΣτΕ Α732/2019
- Σχετικότητα: Αφορά ακριβώς το ερώτημα της παραγραφής σε περίπτωση εκπρόθεσμης αρχικής δήλωσης φόρου εισοδήματος και τη διάκριση μεταξύ πενταετούς και δεκαπενταετούς παραγραφής.
- Κρίση: Ο φορολογούμενος υπέβαλε εκπρόθεσμες αρχικές δηλώσεις για τα οικ. έτη 2007 στις 05.12.2012 και 2008 στις 05.10.2012. Οι οριστικές πράξεις εκδόθηκαν στις 29.12.2017. Για το οικ. έτος 2007 η παραγραφή έληξε στις 31.12.2015 λόγω τριετούς παρέκτασης, ενώ για το οικ. έτος 2008 στις 31.12.2013. Οι πράξεις ακυρώθηκαν ως εκπρόθεσμες.
- Εφαρμογή: Είναι η ισχυρότερη απόφαση για τη θέση ότι η δεκαπενταετής παραγραφή δεν καταλαμβάνει την εκπρόθεσμη δήλωση που υποβλήθηκε εντός της πενταετίας. Η απόφαση δέχεται ρητά ότι η δεκαπενταετής αφορά τη μη υποβολή δήλωσης, ενώ στην εκπρόθεσμη υποβολή εντός πενταετίας ισχύει ο κανόνας του άρθρου 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994, με ειδική τριετή παρέκταση μόνο αν η δήλωση υποβληθεί στο τελευταίο έτος. Αναλογικά, στο ισχύον καθεστώς του ΚΦΔ Άρθρο 37, η διάκριση μεταξύ μη υποβολής και εκπρόθεσμης υποβολής παραμένει κρίσιμη.

ΣτΕ Α281/2022
- Σχετικότητα: Αφορά τη διάκριση μεταξύ πενταετούς και δεκαπενταετούς παραγραφής, με έμφαση στο ότι η δεκαπενταετής εφαρμόζεται μόνο σε μη υποβολή δήλωσης.
- Κρίση: Η πενταετής παραγραφή έληξε στις 31.12.2011 και η πράξη της 16.10.2014 κρίθηκε εκπρόθεσμη.
- Εφαρμογή: Αν και αφορά ειδική υποχρέωση συμπληρωματικής δήλωσης, ενισχύει ευθέως το επιχείρημα ότι η δεκαπενταετής παραγραφή ερμηνεύεται στενά και δεν επεκτείνεται σε περιπτώσεις που δεν συνιστούν γνήσια μη υποβολή. Χρήσιμη για να αποκρουστεί κάθε διοικητική τάση εξομοίωσης της εκπρόθεσμης δήλωσης με μη δήλωση.

ΣτΕ Α20/2021
- Σχετικότητα: Δεν αφορά εκπρόθεσμη δήλωση εισοδήματος, αλλά τη γενική αρχή ότι ο κανόνας είναι η πενταετής παραγραφή και ότι οι αναδρομικές παρατάσεις παραγραφής αντίκεινται στο Σ Άρθρο 78.
- Κρίση: Για χρήση 2002, η πενταετής παραγραφή έληξε στις 31.12.2008. Πράξη καταλογισμού εκδοθείσα στις 21.12.2009 και κοινοποιηθείσα στις 25.1.2010 ακυρώθηκε.
- Εφαρμογή: Ενισχύει το συνταγματικό σκέλος της επιχειρηματολογίας: ακόμη και αν η Διοίκηση επικαλεστεί μεταγενέστερες νομοθετικές παρατάσεις, η νομολογία δέχεται ότι αυτές δεν μπορούν να αναβιώσουν ή να επεκτείνουν αναδρομικά παραγεγραμμένες ή σχεδόν παραγεγραμμένες αξιώσεις κατά παράβαση του Σ Άρθρο 78.

ΣτΕ Α2088/2019
- Σχετικότητα: Αφορά την πενταετή παραγραφή ως κανόνα και τη στενή ερμηνεία των εξαιρέσεων.
- Κρίση: Στοιχεία αλλοδαπών λογαριασμών περιήλθαν στη Διοίκηση στις 4.10.2012, εντός της πενταετίας που έληγε στις 31.12.2012· πράξη της 19.1.2016 δεν στηριζόταν νόμιμα σε δεκαετή παραγραφή.
- Εφαρμογή: Χρήσιμη για το γενικό επιχείρημα ότι οι εξαιρέσεις από την πενταετία ερμηνεύονται στενά και δεν αρκεί γενική επίκληση «νέων στοιχείων» ή παρατάσεων.

ΣτΕ Α2087/2019
- Σχετικότητα: Ομοίως ενισχύει τη στενή ερμηνεία της δεκαετούς παραγραφής και την αντισυνταγματικότητα αναδρομικών παρατάσεων.
- Κρίση: Στοιχεία λογαριασμών περιήλθαν στις 4.10.2012, εντός πενταετίας, και πράξη της 15.4.2016 κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να στηριχθεί σε δεκαετή παραγραφή.
- Εφαρμογή: Υποστηρίζει τη γενική αρχή ότι η Διοίκηση δεν μπορεί να μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

ΣτΕ Α1890/2018
- Στηρίζει τη θέση ότι μπορεί να εφαρμοστεί δεκαετής παραγραφή χωρίς προηγούμενο αρχικό φύλλο ελέγχου, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 84 § 4 περ. β ΚΦΕ και υπάρχουν συμπληρωματικά στοιχεία.
- Αντίκρουση: Η απόφαση αυτή δεν αφορά το ειδικό ζήτημα της εκπρόθεσμης δήλωσης και της δεκαπενταετούς παραγραφής, αλλά διαφορετική εξαίρεση, δηλαδή τη δεκαετία λόγω συμπληρωματικών στοιχείων. Άρα δεν αναιρεί τη ΣτΕ Α732/2019, η οποία ρυθμίζει ακριβώς τη διάκριση μεταξύ εκπρόθεσμης δήλωσης και μη υποβολής.

ΣτΕ Α2607/2018
- Στηρίζει επίσης τη δυνατότητα δεκαετούς παραγραφής όταν η φορολογική αρχή έλαβε μετά την πενταετία συμπληρωματικά στοιχεία.
- Αντίκρουση: Και αυτή αφορά διαφορετικό νομικό θεμέλιο: όχι τη δεκαπενταετή λόγω μη υποβολής, αλλά τη δεκαετή λόγω συμπληρωματικών στοιχείων. Επομένως, ο αντίδικος μπορεί να την επικαλεστεί μόνο αν αποδείξει πραγματικά νέα στοιχεία κατά το αντίστοιχο καθεστώς παραγραφής, όχι απλώς επειδή η δήλωση ήταν εκπρόθεσμη.

Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Πρώτο και κύριο επιχείρημα:
Η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης δεν εξομοιώνεται με μη υποβολή δήλωσης. Η διάκριση αυτή αναγνωρίζεται ρητά στη ΣτΕ Α732/2019, η οποία δέχεται ότι η δεκαπενταετής παραγραφή αφορά αποκλειστικά τη μη υποβολή, ενώ στην εκπρόθεσμη δήλωση εντός της πενταετίας ισχύει κατ’ αρχήν η πενταετής παραγραφή, με ειδική τριετή παρέκταση μόνο αν η δήλωση υποβληθεί στο τελευταίο έτος.

2. Δεύτερο επιχείρημα:
Το ισχύον καθεστώς του ΚΦΔ Άρθρο 37 διατηρεί την ίδια βασική λογική:
- πενταετία ως κανόνα,
- δεκαετία σε ειδικές εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως όταν δεν έχει υποβληθεί δήλωση ή όταν υπάρχουν νέα στοιχεία.
Άρα, και υπό το ισχύον δίκαιο, η Διοίκηση οφείλει να αποδείξει ότι πρόκειται πράγματι για μη υποβολή ή για νόμιμη περίπτωση νέων στοιχείων, όχι απλώς για εκπρόθεσμη δήλωση.

3. Τρίτο επιχείρημα:
Τυχόν επίκληση μεταγενέστερων νομοθετικών παρατάσεων της παραγραφής πρέπει να αποκρουστεί με βάση το Σ Άρθρο 78 και τη νομολογία ΣτΕ Α732/2019, ΣτΕ Α20/2021, ΣτΕ Α2088/2019, ΣτΕ Α2087/2019, που δέχονται ότι οι αναδρομικές επεκτάσεις της παραγραφής προσκρούουν στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.

4. Τέταρτο επιχείρημα, εφόσον η Διοίκηση επικαλείται “νέα στοιχεία”:
Να ελεγχθεί αν τα στοιχεία είναι πράγματι νέα κατά την έννοια του ΚΦΔ Άρθρο 37 παρ. 3. Η διαθέσιμη νομολογία είναι ιδιαίτερα αυστηρή: κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών ή στοιχεία που η Διοίκηση μπορούσε να αντλήσει με επιμέλεια εντός πενταετίας δεν θεωρούνται τέτοια στοιχεία, βλ. ΣτΕ Α2934/2017, ΣτΕ Α2327/2022, ΣτΕ Α2472/2022, ΣτΕ Α713/2021, ΣτΕ Α166/2024, ΣτΕ Α1158/2025.

Νομολογιακή Ισχύς

Παγία ως προς τα εξής σημεία:
- η πενταετής παραγραφή είναι ο κανόνας,
- οι εξαιρέσεις ερμηνεύονται στενά,
- οι αναδρομικές παρατάσεις παραγραφής προσκρούουν στο Σ Άρθρο 78,
- στοιχεία που ήταν προσιτά στη Διοίκηση εντός πενταετίας δεν θεμελιώνουν ευχερώς επιμήκυνση.

Περιορισμένη αλλά σαφής ως προς το ειδικότερο ερώτημα της εκπρόθεσμης δήλωσης και δεκαπενταετούς παραγραφής, με κεντρική και άμεσα σχετική τη ΣτΕ Α732/2019 και ενισχυτικά τη ΣτΕ Α281/2022.

Πρακτικές Συστάσεις

1. Επικαλεστείτε πρώτη τη ΣτΕ Α732/2019. Είναι η πιο άμεση και καθοριστική απόφαση για το ερώτημα.
2. Δομήστε τον ισχυρισμό σε τρία στάδια:
- εκπρόθεσμη δήλωση ≠ μη υποβολή δήλωσης,
- άρα δεν εφαρμόζεται αυτομάτως δεκαπενταετής παραγραφή,
- τυχόν παράταση πρέπει να ελεγχθεί αυστηρά υπό το ΚΦΔ Άρθρο 37 και το Σ Άρθρο 78.
3. Αν η υπόθεση αφορά παλαιές χρήσεις και η Διοίκηση επικαλείται παρατάσεις, προσθέστε υποχρεωτικά τις ΣτΕ Α20/2021, ΣτΕ Α2088/2019, ΣτΕ Α2087/2019.
4. Αν η Διοίκηση επικαλείται τραπεζικά δεδομένα ή άλλα “νέα στοιχεία”, ελέγξτε αν πρόκειται για στοιχεία που μπορούσαν να αντληθούν εντός πενταετίας και αντιτάξτε ΣτΕ Α2934/2017, ΣτΕ Α2327/2022, ΣτΕ Α2472/2022, ΣτΕ Α713/2021, ΣτΕ Α166/2024, ΣτΕ Α1158/2025.
5. Σε δικόγραφο ή υπόμνημα, ζητήστε από το δικαστήριο να προσδιορίσει με ακρίβεια:
- την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης,
- την ημερομηνία της εκπρόθεσμης υποβολής,
- αν η υποβολή έγινε εντός ή εκτός της πενταετίας,
- αν έγινε στο τελευταίο έτος της πενταετίας,
- ποιο ακριβώς νομικό θεμέλιο επικαλείται η Διοίκηση για τυχόν επιμήκυνση.

Αν θέλετε, μπορώ να σας δώσω και έτοιμο σχέδιο νομικού ισχυρισμού/παραγράφου υπομνήματος ειδικά για ένσταση παραγραφής σε υπόθεση εκπρόθεσμης δήλωσης εισοδήματος.

ΚΦΔ Άρθρο 36
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 94.0%
ΚΦΔ Άρθρο 36: Είδη προσδιορισμού φόρου 1. Πράξη προσδιορισμού φόρου είναι η πράξη με την οποία καθορίζεται το ποσό της φορολογικής οφειλής ή απαίτησης του φορολογούμενου για μια (1) ή περισσότερες φορολογικές περιόδους ή για ένα (1) ή περισσότερα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές περιόδους ή για μια (1) ή περισσότερες φορολογικές υποθέσεις. Με την πράξη προσδιορισμού φόρου συνιστάται και βεβαιώνεται η φορολογική οφειλή ή απαίτηση του φορολογούμενου. Η πράξη αυτή καταχωρίζεται ως εισπρακτέο ή επιστρεπτέο ποσό στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης. Η Φορολογική Διοίκηση είναι αρμόδια να εκδίδει τις ακόλουθες πράξεις προσδιορισμού φόρου: α) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, β) πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, γ) πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και δ) πράξη ενδιάμεσου προσδιορισμού φόρου. 2. Άμεσος προσδιορισμός φόρου είναι ο προσδιορισμός φόρου που προκύπτει χωρίς περαιτέρω ενέργεια, ταυτόχρονα με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης. Άμεσος είναι και ο προσδιορισμός που γίνεται ταυτόχρονα με την ενημέρωση της Φορολογικής Διοίκησης για τις πληροφορίες της δήλωσης Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που υποβάλλεται σε άλλο κράτος μέλος, στο πλαίσιο ειδικών καθεστώτων αντίστοιχων των άρθρων 47β, 47γ και 47δ του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248), κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 47δ του Κανονισμού (ΕΕ) 904/2010 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2010, «για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας» (L 268). Ο φορολογούμενος δύναται να τροποποιεί τη φορολογική δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 23, και να καταβάλλει την επιπλέον διαφορά φόρου ή να αιτηθεί την επιστροφή του υπερβάλλοντος φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 42. Ο άμεσος προσδιορισμός φόρου, που προκύπτει από την τροποποιητική δήλωση, υποκαθιστά τον αρχικό άμεσο προσδιορισμό φόρου. 3. Ο προσδιορισμός φόρου κατόπιν της δήλωσης του φορολογούμενου που δεν γίνεται ταυτόχρονα με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, σύμφωνα με την παρ. 2, γίνεται με έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου από τη Φορολογική Διοίκηση (διοικητικός προσδιορισμός φόρου). Η πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εκδίδεται με βάση στοιχεία που έχουν τυχόν παρασχεθεί από τον φορολογούμενο σε φορολογική δήλωση ή κάθε άλλο στοιχείο που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση. Εάν η Φορολογική Διοίκηση προσδιορίσει τον φόρο ολικά ή μερικά με βάση στοιχεία διαφορετικά από αυτά που περιέχονται σε φορολογική δήλωση του φορολογούμενου, αναφέρει ειδικά τα στοιχεία αυτά, στα οποία βασίστηκε ο προσδιορισμός του φόρου. 4. Αν ο φορολογούμενος δεν υποβάλλει εμπροθέσμως φορολογική δήλωση, ο προσδιορισμός του φόρου δύναται να γίνεται με έκδοση πράξης εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου με βάση κάθε στοιχείο που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση (εκτιμώμενος προσδιορισμός φόρου), και αφορά ιδίως στο επίπεδο διαβίωσης του φορολογούμενου, την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του ή ομοειδείς επιχειρηματικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες. Εάν, μετά την έκδοση της πράξης αυτής, ο φορολογούμενος υποβάλει φορολογική δήλωση, η πράξη αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Ο προσδιορισμός του φόρου γίνεται και με φορολογική δήλωση που έχει προσυμπληρωθεί αυτοματοποιημένα με βάση όλα τα στοιχεία που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση και έχει κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον ο φορολογούμενος δεν αντιταχθεί στο περιεχόμενο της δήλωσης μέχρι την προθεσμία υποβολής της, αυτή οριστικοποιείται αυτόματα (οίκοθεν προσδιορισμός φόρου). 5. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, ο προσδιορισμός του φόρου μπορεί να γίνει από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση όλα τα στοιχεία που διαθέτει και πριν από την προθεσμία υποβολής της φορολογικής δήλωσης (ενδιάμεσος προσδιορισμός φόρου). Εξαιρετικές περιστάσεις του πρώτου εδαφίου συντρέχουν αν: α) η δραστηριότητα του φορολογούμενου είναι εποχική, ασκείται από επιχείρηση που έχει συσταθεί την τελευταία τριετία και υπάρχουν ενδείξεις φοροδιαφυγής όπως ενδεικτικά η μη υποβολή δηλώσεων, ή β) υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι ο φορολογούμενος σκοπεύει να εγκαταλείψει τη χώρα. Η πράξη προσδιορισμού φόρου συνοδεύεται από εντολή ελέγχου, με βάση την οποία εκδίδεται διορθωτικός προσδιορισμός φόρου εντός ενός (1) έτους από την έκδοση της πράξης ενδιάμεσου προσδιορισμού φόρου. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 72, ο φορολογούμενος δύναται να προσφύγει κατά πράξης ενδιάμεσου προσδιορισμού φόρου απευθείας ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής. Ο φορολογούμενος είτε καταβάλλει εφάπαξ τη φορολογική οφειλή που ορίζεται από τον ενδιάμεσο προσδιορισμό φόρου, είτε εξασφαλίζει την καταβολή αυτής, παρέχοντας εγγύηση ή αποδεχόμενος την εγγραφή βάρους επί της περιουσίας του υπέρ της Φορολογικής Διοίκησης για το συνολικό ποσό της φορολογικής οφειλής. Η εγγύηση και η εγγραφή βάρους διατηρούνται μέχρι την πλήρη εξόφληση της φορολογικής οφειλής. 6. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να προβεί, μετά από έλεγχο, σε έκδοση πράξης διόρθωσης οποιουδήποτε προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή ενδιάμεσου προσδιορισμού φόρου, εφόσον από τον έλεγχο διαπιστωθεί αιτιολογημένα ότι ο προηγούμενος προσδιορισμός φόρου ήταν ανακριβής ή εσφαλμένος (διορθωτικός προσδιορισμός φόρου). Ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου που εκδίδεται κατόπιν πλήρους φορολογικού ελέγχου υπόκειται σε μεταγενέστερη διόρθωση, μόνο εάν προκύψουν νέα στοιχεία. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητά την έκδοση πράξης διόρθωσης διοικητικού προσδιορισμού φόρου, σε περίπτωση υποβολής δήλωσης σχετικά με την οποία έχει εκδοθεί πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου. Η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μόνο εφόσον κάνει αποδεκτή τη δήλωση. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να προβεί σε έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και αν δεν υποβλήθηκε δήλωση από τον φορολογούμενο και δεν έχει εκδοθεί πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου.
Ν4270 Άρθρο 140
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 96.0%
Ν4270 Άρθρο 140: Παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου 1.Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170), παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2.Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία (3) έτη, από την καταβολή. Για τα τελωνειακά έσοδα ισχύουν οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 32 του Τελωνειακού Κώδικα (ν.2960/2001, Α' 265). Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και επί ποσών που εισπράττονται από το Δημόσιο για λογαριασμό τρίτων. 3.Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της. 4.Η παραγραφή του δικαιώματος των περιπτώσεων της παραγράφου 3 είναι δέκα (10) ετών. 5.Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων αυτών από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο (2)ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα. Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα κατά την εκτέλεση πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως ή βοηθήματος παραγράφονται σε δύο (2) χρόνια, που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. 6.Χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, που έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή για την οποία έχει εκδοθεί τίτλος πληρωμής, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την αναγνώριση ή την τελεσιδικία ή την έκδοση του τίτλου πληρωμής, αντίστοιχα.
ΚΦΔ Άρθρο 37
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 95.6%
ΚΦΔ Άρθρο 37: Παραγραφή 1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Αν για κάποια φορολογία προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων, η κοινοποίηση της πράξης του πρώτου εδαφίου μπορεί να γίνει εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης της τελευταίας φορολογικής περιόδου εκάστου έτους. 2. Η περίοδος που αναφέρεται στην παρ. 1 παρατείνεται στις εξής περιπτώσεις: α) εάν, εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, υποβάλλεται αρχική ή τροποποιητική δήλωση ή περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία σε υπόθεση που έχει διενεργηθεί πλήρης έλεγχος ή σε κάθε άλλη περίπτωση περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή εκτός της Φορολογικής Διοίκησης, από τις οποίες προκύπτει φορολογική οφειλή και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν, για περίοδο ενός (1) έτους από τη λήξη της πενταετίας, β) εάν ζητηθούν πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής, μέχρι την παραλαβή τους και για ένα (1) έτος από αυτήν και μόνο για το ζήτημα, στο οποίο αφορά το αίτημα παροχής πληροφοριών, γ) εάν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, ένδικο βοήθημα ή μέσο, για περίοδο ενός (1) έτους μετά την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την κοινοποίηση στη Φορολογική Διοίκηση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά, δ) για όσο διάστημα διαρκεί η προθεσμία υποβολής αιτήματος Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού (Δ.Α.Δ.) του άρθρου 73, όπως αυτή ορίζεται στις ειδικότερες διατάξεις που προβλέπουν τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος Δ.Α.Δ., και μόνο για την υποβολή και αποδοχή του σχετικού αιτήματος, καθώς επίσης και εφόσον υποβληθεί τέτοιο αίτημα, για όσο χρόνο διαρκεί η Δ.Α.Δ. και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορά ή σχετίζεται με αυτή. Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης Αμοιβαίου Διακανονισμού, παρατείνεται για ένα (1) έτος μετά την έκδοση της απόφασης η περίοδος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου με έρεισμα την απόφαση αυτή και αποκλειστικά με σκοπό τη συμμόρφωση με αυτήν, ε) εάν υποβληθεί αίτηση για ακύρωση ή τροποποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 74 ή ακυρωθεί ή τροποποιηθεί άμεσος προσδιορισμός φόρου, πράξη προσδιορισμού φόρου ή πράξη επιβολής προστίμου χωρίς αίτηση του φορολογούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 74, για περίοδο ενός (1) έτους μετά την έκδοση της πράξης ακύρωσης ή τροποποίησης του άρθρου 74, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά, στ) για όσο διάστημα απαιτηθεί για την εξέταση καταγγελίας ή αναφοράς που αφορά σε φορολογική υπόθεση, προσαυξημένο κατά ένα (1) έτος από την περιέλευση στην αρμόδια ελεγκτική Υπηρεσία της σχετικής πορισματικής έκθεσης και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορά, εφόσον διαπιστωθεί ότι η μη ενάσκηση του δικαιώματος για διενέργεια ελέγχου ή για έκδοση καταλογιστικής πράξης, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται σε σύμπραξη του φορολογουμένου με υπάλληλο της ελεγκτικής αρχής. 3.α) Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ή της δήλωσης της τελευταίας περιόδου, σε περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων: αα) Αν ο φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει δήλωση εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 1. Αν η δήλωση υποβληθεί στο τελευταίο έτος της περιόδου της περ. α), η πράξη διοικητικού ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός ενός (1) έτους από τη λήξη του έτους υποβολής της ως άνω δήλωσης. αβ) Αν μετά την πενταετία περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση αυτής εντός της πενταετίας και προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί βάσει προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορούν. β) Αν μετά από την περαίωση ανέλεγκτων χρήσεων βάσει ειδικών διατάξεων νόμου ή μετά από την έκδοση της αρχικής πράξης προσδιορισμού φόρου και εντός πενταετίας, από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής αρχικής δήλωσης, περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία, οι σχετικές πράξεις προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμου, βάσει περαίωσης ή βάσει ελέγχου που έχει διενεργηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014 ή βάσει πλήρους ελέγχου που έχει διενεργηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, κοινοποιούνται κατά περίπτωση εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 37 ή την παρ. 1 του άρθρου 84 του ν. 2238/1994 (Α’ 151) ή την παρ. 1 του άρθρου 57 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 2859/2000, Α’ 248). Εφόσον περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία κατά το τελευταίο έτος της αρχικής (πενταετούς) παραγραφής, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παρατείνεται κατά ένα (1) έτος. 4. Εάν ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου συνεπάγεται τροποποίηση πράξης προσδιορισμού φόρου για φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου έχει παραγραφεί, η αντίστοιχη προσαρμογή φόρου διενεργείται στο παλαιότερο φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου δεν έχει ακόμη παραγραφεί και στο οποίο αφορά ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου.
Ν4270 Άρθρο 136
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 95.5%
Ν4270 Άρθρο 136: Παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου 1.Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν παραγράφεται πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση με στενή έννοια), με την επιφύλαξη των διατάξεων περί επιβολής φόρων και λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170). Η ρύθμιση αυτή παραμένει σε ισχύ και στην περίπτωση που καθυστερεί η βεβαίωση με στενή έννοια. 2.Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μαζί με τα πρόστιμα, τους τόκους και τις προσαυξήσεις που έχουν βεβαιωθεί παραγράφονται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε με στενή έννοια και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3.Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που: α. απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, στην οποία περιλαμβάνεται και η σύμβαση εκείνη που βασίζεται σε πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί εξωπτωχευτικής ρύθμισης του τρόπου καταβολής πτωχευτικών προς το Δημόσιο χρεών και η οποία εξομοιώνεται πλήρως με την μεταπτωχευτική έννομη σχέση του πτωχού, β. απορρέει από τελεσίδικη απόφαση (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) οποιουδήποτε δικαστηρίου, γ. γεννήθηκε συνεπεία άπιστης διαχείρισης, δ. απορρέει από διάταξη τελευταίας βούλησης, ε. αφορά σε περιοδικές παροχές, στ. γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, ζ. γεννήθηκε από αυτοτελή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από διοικητικές αρχές, η. αφορά σε απόδοση παρακρατηθέντων ή για λογαριασμό αυτού εισπραχθέντων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, θ. απορρέει από κατάπτωση εγγυήσεων τρίτων, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η με στενή έννοια βεβαίωση αυτής. 4.Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του Δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η με στενή έννοια βεβαίωση αυτής. 5.Απαιτήσεις του Δημοσίου εκ δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων η είσπραξη των οποίων έχει ανατεθεί στα Τελωνεία, εφόσον δεν έχουν βεβαιωθεί ή βεβαιώθηκαν ελλιπώς, παραγράφονται μετά την παρέλευση τριετίας από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη απαιτητή η οφειλή. Απαιτήσεις του Δημοσίου από δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που βεβαιώθηκαν στα τελωνεία παραγράφονται μετά παρέλευση δεκαετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου αυτές βεβαιώθηκαν κατά τις ειδικότερες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας. Ως χρόνος γένεσης αξίωσης για είσπραξη δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων επί εμπορευμάτων που βρίσκονται υπό τελωνειακή παρακολούθηση την οποία επιβάλλει η προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων αυτών ή η υπαγωγή τους σε τελωνειακό καθεστώς, το οποίο συνεπάγεται τελωνειακή παρακολούθηση, θεωρείται για την παραγραφή το χρονικό σημείο, κατά το οποίο πραγματοποιείται η διαφυγή του εμπορεύματος από την τελωνειακή παρακολούθηση και όπου αυτό δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, το χρονικό σημείο διαπίστωσης της διαφυγής.
ΚΦΔ Άρθρο 50
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 94.8%
ΚΦΔ Άρθρο 50: Παραγραφή είσπραξης φόρων 1. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα παραγράφεται μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου αποκτήθηκε νόμιμος τίτλος εκτέλεσης (εκτελεστός τίτλος). Η κοινοποίηση στον φορολογούμενο ατομικής ειδοποίησης και οποιασδήποτε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης διακόπτει την παραγραφή. Επιπροσθέτως, την παραγραφή διακόπτουν η αναγγελία προς επαλήθευση στην πτώχευση, προς κατάταξη στον υπάλληλο πλειστηριασμού, καθώς και στον εκκαθαριστή κληρονομιάς ή διαλυθέντος νομικού προσώπου ή στον ειδικό εκκαθαριστή επιχείρησης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, καθώς και η εγγραφή προσημείωσης ή υποθήκης επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του φορολογούμενου. Επί αλληλεγγύως ευθυνόμενων, η διακοπή της παραγραφής ως προς έναν από αυτούς ενεργεί και κατά των λοιπών. Η παραγραφή του παρόντος αναστέλλεται: α) για όσο χρονικό διάστημα είχε χορηγηθεί ρύθμιση τμηματικής καταβολής ή η Φορολογική Διοίκηση δεν μπορούσε να εισπράξει το χρέος λόγω αναστολής εκτέλεσης από οποιαδήποτε αιτία. Στην περίπτωση αυτή η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν περάσει ένα (1) έτος από τη λήξη της αναστολής, β) κατά τη διάρκεια ανηλικότητας του φορολογούμενου, γ) κατά τη διάρκεια της δικαστικής αμφισβήτησης του εκτελεστού τίτλου της απαίτησης ή της νομιμότητας της είσπραξης ή του κύρους πράξης της εκτέλεσης και μέχρι τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από την επίδοση στη Φορολογική Διοίκηση με δικαστικό επιμελητή αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Η μη εκκίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη των φόρων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα μέσα σε πέντε (5) έτη από τη λήξη του έτους εντός του οποίου ο φορολογούμενος κατέστη υπερήμερος, συνεπάγεται την πειθαρχική ευθύνη του αρμόδιου οργάνου της Φορολογικής Διοίκησης, εκτός εάν αιτιολογημένα κρίνεται από τον Διοικητή ότι η μη εκκίνηση της διαδικασίας αυτής είναι δικαιολογημένη. 2. Με την επιφύλαξη της παρ. 1, καμία διάταξη περί παραγραφής δεν αποκλείει το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη από το Δημόσιο των μη καταβληθέντων φόρων ή άλλων εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα.
Ν4270 Άρθρο 122
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 94.3%
Ν4270 Άρθρο 122: Παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου Η αναζήτηση των χρηματικών ποσών του προηγούμενου άρθρου υπόκειται σε παραγραφή εντός πενταετίας από την ημερομηνία διαπίστωσης της αχρεώστητης ή παράνομης είσπραξης, εκτός αν προβλέπεται μεγαλύτερη παραγραφή από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παραγραφή για την είσπραξη των καταλογισθέντων ποσών του προηγούμενου εδαφίου είναι εικοσαετής, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διατάξεις περί αναστολής, διακοπής και συνεπειών της παραγραφής του παρόντος νόμου, που ισχύουν για τις απαιτήσεις του Δημοσίου, εφαρμόζονται ανάλογα και για τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΠΔ34 Άρθρο 47
ΠΔ 34/1995 - Εμπορικές Μισθώσεις
Σχετικότητα: 93.0%
ΠΔ34 Άρθρο 47: Παραγραφή 1. Οι αξιώσεις για αποζημίωση από το παρόν διάταγμα υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή που αρχίζει από το τέλος του έτους που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. 2. Η κατά το άρθρο 33 παρ. 1 αξίωση για επανεγκατάσταση υπόκειται σε ετήσια παραγραφή, που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. 3. Το άρθρο 27 του ν. 813/1978, όπως ίσχυε την 1 η Σεπτεμβρίου 1978 εφαρμόζεται και στις αξιώσεις που είχαν γεννηθεί και δεν είχαν παραγραφεί μέχρι τότε.
ΚΦΔ Άρθρο 22
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 92.6%
ΚΦΔ Άρθρο 22: Υποβολή φορολογικής δήλωσης 1. α) Ο υπόχρεος σε υποβολή φορολογικών δηλώσεων υποβάλλει τις φορολογικές δηλώσεις στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον χρόνο που προβλέπεται από την οικεία φορολογική νομοθεσία. β) Εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση υποβάλλεται έως και τη δέκατη (10η) ημέρα από την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου από τη Φορολογική Διοίκηση ή μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού του φόρου. γ) Εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση που υποβάλλεται μέχρι την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, έχει όλες τις συνέπειες της εκπρόθεσμης δήλωσης. δ) Εάν η εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση υποβληθεί μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 και έως και τη δέκατη (10η) ημέρα από την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, εφόσον προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή, επιβάλλεται επί του ποσού αυτού, αντί του προστίμου των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 53, πρόστιμο που ισούται με το ποσό του προστίμου της παρ. 6 του άρθρου 53. Δεν είναι δυνατή η υποβολή δήλωσης, σύμφωνα με την παρούσα περίπτωση με επιφύλαξη. ε) Για την εξόφληση της προκύπτουσας οφειλής εφαρμόζονται η περ. α) της παρ. 1 και οι παρ. 3 έως 5 του άρθρου 75. στ) Φόροι, πρόστιμα, τέλη, εισφορές και λοιπά ποσά, που έχουν προσδιορισθεί κατά την περ. δ) δεν διαγράφονται ούτε συμψηφίζονται ή επιστρέφονται. 2. Ο φορολογούμενος ή, σε περίπτωση δικαιοπρακτικά ανίκανου, ο νόμιμος εκπρόσωπός του, και, σε περίπτωση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ο νόμιμος εκπρόσωπος ή ο φορολογικός εκπρόσωπός τους, βεβαιώνει την ακρίβεια και πληρότητα της φορολογικής δήλωσης με την υποβολή της. 3. Εάν μία φορολογική δήλωση ή μέρος αυτής συντάχθηκε από τρίτο πρόσωπο έναντι αμοιβής, η φορολογική δήλωση υποβάλλεται και από το πρόσωπο αυτό.
Ν4270 Άρθρο 141
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 92.0%
Ν4270 Άρθρο 141: Έναρξη παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου Η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού. Προκειμένου όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από τη βεβαίωση αυτών.
Ν4270 Άρθρο 139
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 91.3%
Ν4270 Άρθρο 139: Συνέπειες παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου Η απαίτηση του Δημοσίου που έχει παραγραφεί αντιτάσσεται σε συμψηφισμό και για τρία (3) έτη μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής. Κατά τα λοιπά η παραγραφή και επί της απαίτησης του Δημοσίου έχει τις από την κείμενη νομοθεσία προβλεπόμενες συνέπειες, με την επιφύλαξη της ισχύος των διατάξεων του ν.δ. 356/1974.
ΚΦΔ Άρθρο 23
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 91.1%
ΚΦΔ Άρθρο 23: Υποβολή τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης 1. Αν ο φορολογούμενος διαπιστώσει ότι η φορολογική δήλωση που υπέβαλε στη Φορολογική Διοίκηση περιέχει λάθος ή παράλειψη, υποχρεούται να υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση. 2. Αν ο φορολογούμενος υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση μέσα στην προθεσμία υποβολής της αρχικής φορολογικής δήλωσης, τότε και η τροποποιητική φορολογική δήλωση επέχει θέση αρχικής δήλωσης και θεωρείται ότι και οι δύ ο, αρχική και τροποποιητική, έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα. 3.α) Τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβάλλεται έως και τη δέκατη (10η) ημέρα από την κοινοποίηση προσωρινού προσδιορισμού του φόρου από τη Φορολογική Διοίκηση ή μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού του φόρου. β) Τροποποιητική φορολογική δήλωση που υποβάλλεται μέχρι την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, έχει όλες τις συνέπειες της εκπρόθεσμης δήλωσης. γ) Εάν η τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβληθεί μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 και έως και τη δέκατη (10η) ημέρα από την κοινοποίηση προσωρινού προσδιορισμού του φόρου, εφόσον προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή, επιβάλλεται επί του ποσού αυτού, αντί του προστίμου των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 53, πρόστιμο που ισούται με το ποσό του προστίμου της παρ. 1 του άρθρου 54 ή της παρ. 2 του άρθρου 54, κατά περίπτωση. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω προστίμου λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού το ποσό της διαφοράς μεταξύ του φόρου που προκύπτει με βάση την τελευταία υπ οβαλλόμενη τροποποιητική φορολογική δήλωση και εκείνου που προκύπτει με βάση την αρχικώς υποβληθείσα δήλωση και τις τυχόν τροποποιητικές δηλώσεις που έχουν εν τω μεταξύ υποβληθεί μέχρι την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, και συνυπολογίζεται το σύνολο των προστίμων που έχουν επιβληθεί για τις ήδη υποβλ ηθείσες τροποποιητικές δηλώσεις μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14. Δεν είναι δυνατή η υποβολή δήλωσης σύμφωνα με την παρούσα περίπτωση με επιφύλαξη. δ) Για την εξόφληση της προκύπτουσας οφειλής εφαρμόζονται η περ. α) της παρ. 1 και οι παρ. 3 έως 5 του άρθρου 75. ε) Φόροι, πρόστιμα, τέλη, εισφορές και λοιπά ποσά που προσδιορίζονται κατά την περ. γ) δεν διαγράφονται ούτε συμψηφίζονται ή επιστρέφονται. 4. Για την εφαρμογή της παρ. 1Α του άρθρου 50 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος η τροποποιητική φορολογική δήλωση και η συνοδευτική έκθεση ελέγχου υποβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την κοινοποίηση της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου στον πρώτο υπαγόμενο στον φόρο, κατά παρέκκλιση των παρ. 1 έως και 3. Αν η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου εκδίδεται εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής του σχετικού δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης βάσει του άρθρου 37, η προθεσμία έκδοσης προσδιορισμού φόρου ως προς τον δεύτερο υπαγόμενο στον φόρο, κατόπιν υποβολής της τροποποιητικής δήλωσης του πρώτου εδαφίου, παρατείνεται έως και έναν (1) μήνα από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της τροποποιητικής δήλωσης και της συνοδευτικής έκθεσης ελέγχου, κατά παρέκκλιση του άρθρου 37. Η αξίωση για επιστροφή φόρου, που προκύπτει, προς τον δεύτερο υπαγόμενο στον φόρο δεν παραγράφεται, κατά παρέκκλιση του άρθρου 42, πριν από την παρέλευση πέντε (5) ετών από την ημερομηνία υποβολής της τροποποιητικής δήλωσης της παρούσας. Προϋπόθεση για την επιστροφή ή τον συμψηφισμό φόρου στον δεύτερο υπαγόμενο στον φόρο είναι η εξόφληση από τον πρώτο υπαγόμενο στον φόρο, του φόρου που προέκυψε από τη διόρθωση των κερδών των μεταξύ τους ενδοομιλικών συναλλαγών. Αν μετά από αμφισβήτηση της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού από τον πρώτο υπαγόμενο στον φόρο εκδοθεί απόφαση του άρθρου 72 ή του άρθρου 74 ή πρακτικό της Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών του άρθρου 16 του ν. 4714/2020 (Α’ 148) ή δικαστική απόφαση, διενεργείται, με πρωτοβουλία της Φορολογικής Διοίκησης, η ανάλογη κάθε φορά διόρθωση και στα κέρδη του δεύτερου υπαγόμενου στον φόρο συνδεδεμένου προσώπου, η προθεσμία για την έκδοση της σχετικής πράξης προσδιορισμού φόρου παρατείνεται για τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση της σχετικής, σύμφωνα με τα παραπάνω, απόφασης και για τα δύο υπαγόμενα στον φόρο πρόσωπα και αναζητούνται αμελλητί τυχόν επιστροφές φόρου κατά τα οριζόμενα στα εδάφια πρώτο έως και τέταρτο.
ΚΦΕ Άρθρο 67
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 90.8%
ΚΦΕ Άρθρο 67: Υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ ΥΠΟΒΟΛΗ ΔΗΛΩΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ 1. Ο φορολογούμενος που έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του υποχρεούται να δηλώνει όλα τα εισοδήματά του, τα φορολογούμενα με οποιοδήποτε τρόπο ή απαλλασσόμενα, στη Φορολογική Διοίκηση ηλεκτρονικά. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η δήλωση αυτή μπορεί να υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση σε έγχαρτη μορφή. «Δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης οι κεκαρμένοι μοναχοί για το καθαρό ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται σε αυτούς κατά το χρονικό διάστημα που διατηρούν την ανωτέρω ιδιότητα εφόσον αυτό δεν υπερβαίνει το ποσό των εννέα χιλιάδων πεντακοσίων (9.500) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 24 του άρθρου 72 του ανωτέρω νόμου.» Φορολογούμενοι που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 5Β υποχρεούνται να δηλώνουν όλα τα εισοδήματά τους που προκύπτουν στην ημεδαπή, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 5, και τα εισοδήματα που προκύπτουν στην αλλοδαπή, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5, και τα οποία υπόκεινται στην εναλλακτική φορολόγηση. 2. Για όλα τα «αυτοτελώς φορολογούμενα» εισοδήματα της παραγράφου 1 δηλώνεται και ο παρακρατηθείς ή αποδοθείς, κατά περίπτωση, φόρος. 3. 3. Η δήλωση υποβάλλεται κατά το χρονικό διάστημα από τη 15η Μαρτίου μέχρι και τη 15η Ιουλίου του αμέσως επόμενου φορολογικού έτους. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος αποβιώσει ή μεταφέρει την κατοικία του στο εξωτερικό, η δήλωση υποβάλλεται από τους κατά περίπτωση υπόχρεους, καθ' όλη τη διάρκεια του φορολογικού έτους και συνοδεύεται από δικαιολογητικά και στοιχεία που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Εξαιρετικά, τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που τηρούν απλογραφικά βιβλία, μπορούν να υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου. «4.α) Οι σύζυγοι, κατά τη διάρκεια του γάμου, υποβάλλουν κοινή δήλωση, αρχής γενομένης από το φορολογικό έτος σύναψης του γάμου και για τα εισοδήματα του έτους αυτού. Υπόχρεος για την υποβολή της κοινής δήλωσης είναι ο ένας εκ των δύο συζύγων που δηλώνεται ως υπόχρεος και για τα εισοδήματα του άλλου συζύγου. Ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν στα εισοδήματα εκάστου συζύγου βεβαιώνεται χωριστά και η ευθύνη της καταβολής βαρύνει κάθε σύζυγο. β) Η δήλωση δύναται να υποβάλλεται χωριστά, εφόσον ένας τουλάχιστον εκ των συζύγων το επιλέξει, με ανέκκλητη δήλωσή του για κάθε φορολογικό έτος μέχρι την 28η Φεβρουαρίου του έτους υποβολής της δήλωσης. Η επιλογή αυτή είναι δεσμευτική ως προς το φορολογικό έτος που αφορά και για τον άλλο σύζυγο. γ) Στις χωριστές δηλώσεις συζύγων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 για τα εξαρτώμενα μέλη του φορολογούμενου. δ) Κοινή δήλωση δύνανται να υποβάλλουν και τα πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Στην περίπτωση αυτή έχουν την ίδια φορολογική αντιμετώπιση με τους έγγαμους που υποβάλλουν κοινή δήλωση. Υπόχρεος της υποβολής φορολογικής δήλωσης είναι το μέρος του συμφώνου συμβίωσης, το οποίο δηλώνεται ως υπόχρεος και για τα εισοδήματα του άλλου μέρους. ε) Στις κοινές δηλώσεις της παραγράφου αυτής οι τυχόν ζημίες του εισοδήματος του ενός συζύγου ή μέρους συμφώνου συμβίωσης, δεν συμψηφίζονται με τα εισοδήματα του άλλου συζύγου ή του άλλου μέρους συμφώνου συμβίωσης. στ) Οι σύζυγοι ή τα μέρη συμφώνου συμβίωσης, υποβάλλουν χωριστή φορολογική δήλωση, ο καθένας για τα εισοδήματά του, εφόσον: αα) Έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση ή έχει λυθεί το σύμφωνο συμβίωσης κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης φέρει ο φορολογούμενος. ββ) Ο ένας από τους δύο συζύγους ή ένα από τα δύο μέρη συμφώνου συμβίωσης είναι σε κατάσταση πτώχευσης ή έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση. Για τα εισοδήματα των ανήλικων τέκνων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11.». 5. Υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης είναι: α) στις περιπτώσεις πτώχευσης ή σχολάζουσας κληρονομίας ή επιδικίας ή μεσεγγύησης, κατά περίπτωση, ο σύνδικος πτώχευσης ή ο κηδεμόνας ή ο προσωρινός διαχειριστής ή ο μεσεγγυούχος, β) για τους ανήλικους ή αυτούς που έχουν υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση, κατά περίπτωση, ο επίτροπος ή ο κηδεμόνας ή ο δικαστικός συμπαραστάτης, γ) σε περίπτωση θανάτου του φορολογούμενου, οι κληρονόμοι του για τα εισοδήματά του μέχρι τη χρονολογία του θανάτου του. «6. Ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων υπολογίζεται με βάση την ετήσια φορολογική δήλωση του φορολογούμενου και το ποσό της φορολογικής οφειλής καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α΄ 58), κατόπιν έκπτωσης: α) του φόρου που παρακρατήθηκε, β) του φόρου που προκαταβλήθηκε, γ) του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή σύμφωνα με το άρθρο 9. Αν το ποσό του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναι μεγαλύτερο από τον οφειλόμενο φόρο, η επιπλέον διαφορά επιστρέφεται. Η καταβολή του φόρου γίνεται σε οκτώ (8) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου και οι υπόλοιπες επτά (7) μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων επτά (7) μηνών. Ειδικά η καταβολή του φόρου που προσδιορίζεται από δηλώσεις με καταληκτική ημερομηνία υποβολής την 31η Δεκεμβρίου εκάστου φορολογικού έτους, γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου μήνα του επόμενου έτους, ενώ για τις δηλώσεις αυτής της περίπτωσης που υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία εμπρόθεσμα και η πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εκδίδεται μετά την 31η Δεκεμβρίου, η καταβολή γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου. Όταν ο φόρος που οφείλεται με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση καταβάλλεται μέχρι την καταληκτική ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης, παρέχεται στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών έκπτωση τέσσερα τοις εκατό (4%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι την 30ή Απριλίου, τρία τοις εκατό (3%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι τη 15η Ιουνίου και δύο τοις εκατό (2%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι τη 15η Ιουλίου. Στα πρόσωπα του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3, παρέχεται έκπτωση τέσσερα τοις εκατό (4%) στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών, εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι την 30ή Απριλίου τρία τοις εκατό (3%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι τη 15η Ιουνίου και δύο τοις εκατό (2%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου και ο φόρος που οφείλεται καταβληθεί μέχρι την καταληκτική ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης.». "7". (6). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ειδικότερα ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, οι εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η μη ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης, καθώς
ΚΦΔ Άρθρο 44
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 90.3%
ΚΦΔ Άρθρο 44: Απαρίθμηση εκτελεστών τίτλων 1. Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, πραγματοποιείται δυνάμει εκτελεστού τίτλου. 2. Εκτελεστοί τίτλοι από τον νόμο είναι: α) στην περίπτωση άμεσου προσδιορισμού φόρου, ο προσδιορισμός του φόρου, όπως προκύπτει ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης ή με την ενημέρωση της Φορολογικής Διοίκησης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 36 του παρόντος, εφόσον έχει προηγηθεί η υπενθύμιση του άρθρου 63α του Εκτελεστικού Κανονισμού 282/2011 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της Οδηγίας 2006/112/ ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (L 77), β) στην περίπτωση διοικητικού προσδιορισμού φόρου, η πράξη προσδιορισμού του φόρου, γ) στην περίπτωση εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, η πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού του φόρου, δ) στην περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, ε) στην περίπτωση ενδιάμεσου προσδιορισμού φόρου, η πράξη ενδιάμεσου προσδιορισμού του φόρου, στ) σε περίπτωση έκδοσης οριστικής δικαστικής απόφασης, η απόφαση αυτή, ζ) σε περίπτωση επιβολής προστίμων, οι αντίστοιχες πράξεις, η) σε περίπτωση ενδικοφανούς προσφυγής, η απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, θ) σε περίπτωση Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού, η απόφαση Αμοιβαίου Διακανονισμού, ι) στην περίπτωση του άρθρου 74, η πράξη ακύρωσης ή τροποποίησης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ια) το πρακτικό εξώδικης επίλυσης φορολογικής διαφοράς που εκδίδεται από την Επιτροπή του άρθρου 16 του ν. 4714/2020 (Α’ 148).
ΚΦΔ Άρθρο 53
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 89.9%
ΚΦΔ Άρθρο 53: Κυρώσεις για παράλειψη υποβολής ή εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικών δηλώσεων και δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα και παράλειψη χορήγησης στοιχείων που ζητούνται από τη Φορολογική Διοίκηση 1. Με την επιφύλαξη του οίκοθεν προσδιορισμού της παρ. 4 του άρθρου 36, σε φορολογούμενους που παραλείπουν να υποβάλουν ή υποβάλλουν εκπρόθεσμα φορολογικές δηλώσεις και δηλώσεις πληροφοριακού χαρακτήρα από τις οποίες δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής φόρου ή δεν ανταποκρίνονται σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ για κάθε παράβαση. Παράβαση του πρώτου εδαφίου συνιστούν ιδίως: α) η μη υποβολή ή η ελλιπής υποβολή ή η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογικής δήλωσης, συμπεριλαμβανομένων των δηλώσεων που υποβάλλονται στη φορολογία κεφαλαίου, από την οποία δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής φόρου, και των δηλώσεων παρακράτησης φόρου, β) η παράλειψη υποβολής ή η ελλιπής υποβολή ή η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος, γ) η παράλειψη υποβολής ή η ελλιπής υποβολή ή η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) του άρθρου 38 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248), δ) η παράλειψη υποβολής ή η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9). Σε περίπτωση υποβολής δηλώσεων στοιχείων ακινήτων για περισσότερα του ενός (1) έτη, επιβάλλεται ένα μόνο πρόστιμο, εφόσον στις δηλώσεις αυτές επαναλαμβάνονται οι ίδιες μεταβολές. Δεν επιβάλλεται πρόστιμο στις δηλώσεις Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων - πράξεις προσδιορισμού φόρου, οι οποίες συντίθενται μηχανογραφικά από τη Φορολογική Διοίκηση. 2. Ειδικά σε φορολογούμενους που δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση, με εξαίρεση τις δηλώσεις που υποβάλλονται στη φορολογία κεφαλαίου και τις δηλώσεις πληροφοριακού χαρακτήρα, δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου ή δεν ανταποκρίνονται σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων, επιβάλλεται πρόστιμο διακοσίων πενήντα (250) ευρώ ανά παράβαση αν είναι υπόχρεοι τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και πεντακοσίων 3574 Τεύχος A’ 134/28.07.2025 (500) ευρώ ανά παράβαση αν είναι υπόχρεοι τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. 3. Για παραβάσεις που αφορούν δήλωση Φ.Π.Α. του άρθρου 47α του Κώδικα Φ.Π.Α., καθώς και για παραβάσεις που αφορούν ενιαία δήλωση Φ.Π.Α. υποβλητέα σε άλλο κράτος μέλος, στο πλαίσιο ειδικών καθεστώτων αντίστοιχων των άρθρων 47β, 47γ και 47δ του Κώδικα Φ.Π.Α., εφόσον η Ελλάδα είναι κράτος μέλος κατανάλωσης, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ στον υποκείμενο ή στον μεσάζοντα που ενεργεί για λογαριασμό του σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής ενιαίας δήλωσης Φ.Π.Α.. 4. Σε φορολογούμενους που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που αφορούν στην υποβολή δήλωσης ή την αποστολή πληροφοριών σχετικών με υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών (Φ.Η.Μ.) ή εμπορικού/λογιστικού προγράμματος διαχείρισης, που ζητούνται βάσει απόφασης του Διοικητή, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) ευρώ ανά μη δηλωθείσα, εκπροθέσμως δηλωθείσα ή ανακριβώς δηλωθείσα οντότητα του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 (Α’ 251), στην οποία παρέχονται ή η οποία αποδέχεται υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης Φ.Η.Μ. ή υπηρεσίες εμπορικού/λογιστικού προγράμματος διαχείρισης (Enterprise Resource Planning, «ERP»), εφόσον: α) αυτές υπερβαίνουν το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του συνολικού αριθμού των εμπροθέσμων δηλωθεισών σχετικών οντοτήτων ή β) υπερβαίνουν αθροιστικά τις δέκα (10) ανά οντότητα που παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες. 5. Σε φορολογούμενους που παραλείπουν να υποβάλουν ή υποβάλουν εκπρόθεσμη δήλωση κατοχής, απόκτησης, μεταβολής και διακοπής λειτουργίας τερματικών Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης («Electronic Funds Transfer at the point of sale, EFT/POS») επιβάλλεται πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ. 6. Εάν δεν υποβληθεί δήλωση από την οποία θα προέκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου, περιλαμβανομένων των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α. με βάση το κανονικό ή τα ειδικά καθεστώτα του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248) υποβλητέας στην Ελλάδα ή, εφόσον η Ελλάδα είναι κράτος μέλος κατανάλωσης, σε άλλο κράτος μέλος, φορολογίας κεφαλαίου και παρακρατούμενων φόρων, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση. 7. Τα πρόστιμα των παρ. 1 και 2 δεν επιβάλλονται, σε περίπτωση υποβολής: α) εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης Φ.Π.Α. ή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου, εφόσον η σχετική αρχική δήλωση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα, β) εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικού προσώπου ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, από την οποία το επιπλέον ποσό φόρου που προκύπτει προς καταβολή, σε σχέση με την αρχική δήλωση, είναι έως εκατό (100) ευρώ, γ) εκπρόθεσμης αρχικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικού προσώπου ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, από την οποία το ποσό φόρου που προκύπτει προς καταβολή είναι έως εκατό (100) ευρώ. 8. Δεν επιβάλλεται πρόστιμο σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης εφόσον αφορά διόρθωση στοιχείων πληροφοριακού χαρακτήρα, τα οποία δεν σχετίζονται με τον προσδιορισμό του φόρου που προκύπτει από τη δήλωση. 9. Σε φορολογούμενους που δεν συνεργάζονται κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου ή δεν εγγράφονται στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφονται περισσότερες φορές, επιβάλλεται πρόστιμο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ. 10. Σε περίπτωση άσκησης οικονομικής δραστηριότητας για την οποία δεν έχει υποβληθεί δήλωση έναρξης εργασιών, παρά την ύπαρξη σχετικής υποχρέωσης, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του Φ.Π.Α. που θα έπρεπε να είχε αποδοθεί για όλη τη διάρκεια λειτουργίας της οικονομικής δραστηριότητας. 11. Σε φορολογούμενους που, μετά από πρόσκληση του άρθρου 14, δεν επιδεικνύουν τα λογιστικά αρχεία (βιβλία), επιβάλλεται η κύρωση της παρ. 2 του άρθρου 57, εκτός αν η μη τήρηση ή ενημέρωση δεν επηρεάζει τη συμμόρφωση με τις φορολογικές υποχρεώσεις και την υποβολή φορολογικών δηλώσεων ή εφόσον με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο είναι δυνατός ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης και των αντίστοιχων φορολογικών υποχρεώσεων.
ΚΦΔ Άρθρο 41
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 89.9%
ΚΦΔ Άρθρο 41: Καταβολή φόρου 1. Ο φόρος καταβάλλεται κατά τον χρόνο που προβλέπεται από τον νόμο που επιβάλλει την αντίστοιχη φορολογία, στην οποία εφαρμόζεται ο Κώδικας. 2. Σε περίπτωση διορθωτικού ή εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης προσδιορισμού του φόρου στον φορολογούμενο. Στην περίπτωση οίκοθεν προσδιορισμού του φόρου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 36, δεν εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο και ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος. Σε περίπτωση ενδιάμεσου προσδιορισμού του φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την κοινοποίηση της αντίστοιχης πράξης προσδιορισμού του φόρου. 3. Σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται σε δύο (2) ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από την κοινοποίηση στον φορολογούμενο της πράξης εκκαθάρισης του φόρου που προκύπτει με βάση το διατακτικό της απόφασης και η δεύτερη δόση μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα που ακολουθεί. Η παρούσα εφαρμόζεται και για την καταβολή του φόρου βάσει απόφασης Αμοιβαίου Διακανονισμού.
ΚΕΦ Άρθρο 38
Ν. 5177/2025 - Κώδικας Εμμέσων Φόρων
Σχετικότητα: 89.6%
ΚΕΦ Άρθρο 38: Δήλωση 1. Τα πρόσωπα, που υπάγονται στον φόρο σύμφωνα με το παρόν Βιβλίο, υποβάλλουν δήλωση στην υπηρεσία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων όπου υποβάλλεται η δήλωση φορολογίας εισοδήματος, στην οποία επισυνάπτουν αντίγραφο της πράξης η οποία υπάγεται στον φόρο. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για τα υποκαταστήματα της περ. γ) του άρθρου 32. 2. Η δήλωση υποβάλλεται: α) Στη μετατροπή και συγχώνευση των προσώπων του άρθρου 32 μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη σύνταξη του κατά νόμο εγγράφου. Όπου από τον νόμο προβλέπεται δημοσίευση των πράξεων αυτών, η δή - λωση υποβάλλεται πριν από τη δημοσίευση. Ειδικά επί ανωνύμων εταιρειών, η δήλωση υποβάλλεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την καταχώριση των ανωτέρω πράξεων στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο. Στην αύξηση του κεφαλαίου των προσώπων του άρθρου 32, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημερομηνία σύνταξης του, κατά τον νόμο, διαπιστωτικού της αύξησης του κεφαλαίου οικείου εγγράφου ή από τη σχετική εγγραφή στα λογιστικά αρχεία (βιβλία) των προσώπων αυτών, σε περίπτωση που δεν συντάσσεται έγγραφο. Όπου από τον νόμο προβλέπεται δημοσίευση της πράξης αυτής, η δήλωση υποβάλλεται πριν από τη δημοσίευση, β) στα δάνεια των περ. ε) και στ) της παρ. 1 του άρθρου 33, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τότε που καταρτίστηκε το οικείο έγγραφο ή εάν δεν υπάρχει έγγραφο, από τότε που γίνεται εγγραφή στα οικεία λογιστικά αρχεία (βιβλία), γ) στη διάθεση κεφαλαίων σε υποκατάστημα εταιρείας, της οποίας η πραγματική και η καταστατική έδρα βρίσκονται σε τρίτο κράτος το οποίο δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την εγγραφή στα οικεία λογιστικά αρχεία (βιβλία) των διατιθέμενων κεφαλαίων. 3. Για τις πράξεις του άρθρου 33 που καταρτίζονται στην αλλοδαπή, η δήλωση, στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της οικείας πράξης, υποβάλλεται από τον υπόχρεο μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία κατάρτισης της πράξης. Εάν για την πράξη αυτή έγινε στην ημεδαπή σχετική εγγραφή στα οικεία λογιστικά αρχεία (βιβλία) πριν από την πάροδο της τρίμηνης ως άνω προθεσμίας, η δήλωση υποβάλλεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την εγγραφή αυτή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα αναφερόμενα στις προηγούμενες παραγράφους.
Ν4270 Άρθρο 144
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 89.3%
Ν4270 Άρθρο 144: Συνέπειες παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου Η παραγραφείσα απαίτηση κατά του Δημοσίου δεν αντιτάσσεται για συμψηφισμό. Κάθε ποσό που κατέβαλε το Δημόσιο μετά την παραγραφή της απαιτήσεως κατ’ αυτού, έστω και αν γνώριζε την παραγραφή, δικαιούται να το αναζητήσει. Παραίτηση του Δημοσίου από τη συμπληρωμένη παραγραφή ή η με οποιονδήποτε τρόπο αναγνώριση από αυτό της παραγεγραμμένης απαίτησης είναι άκυρη. Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια.
ΚΦΔ Άρθρο 15Α
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 89.0%
ΚΦΔ Άρθρο 15Α: Υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων εκ μέρους του δημόσιου τομέα για την προσυμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων - Κυρώσεις μη εγγραφής στο Μητρώο, εκπρόθεσμης διαβίβασης ή διαβίβασης ανακριβών δεδομένων 1. Η διαβίβαση προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) των στοιχείων αποδοχών από μισθωτή εργασία και συντάξεις, επιδομάτων και λοιπών παροχών, αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα, εισοδημάτων από μερίσματα, τόκους και δικαιώματα, καθώς και λοιπών καταβαλλόμενων ποσών που δεν αποτελούν εισόδημα, για τη διασταύρωση και προσυμπλήρωση στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, όπως ορίζονται με τις αποφάσεις που εκδίδονται ή έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 12 του άρθρου 83 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α΄ 58) ή της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 4987/2022 (Α΄ 206) ή της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), όταν αυτή γίνεται από φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) διενεργείται μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας (myAADE), με τη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου, υπό τους όρους και με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. 2. Συστήνεται στην Α.Α.Δ.Ε. Ηλεκτρονικό Μητρώο Υπόχρεων Υποβολής Ετήσιου Αρχείου Εισοδημάτων για την Προσυμπλήρωση και Υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων (Μητρώο). Στο Μητρώο εγγράφονται υποχρεωτικά οι φορείς της παρ. 1, καθώς και τα πρόσωπα που φέρουν την ευθύνη της έγκαιρης και έγκυρης διαβίβασης των ηλεκτρονικών αρχείων. Ως ευθυνόμενα πρόσωπα, για τις ανάγκες εφαρμογής του παρόντος ορίζονται τα εξής: α) Τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση των φορέων, δηλαδή: αα) για την Προεδρία της Δημοκρατίας ο Ειδικός Γ ραμματέας, αβ) για τη Βουλή των Ελλήνων ο Γενικός Γ ραμματέας, αγ) για την Προεδρία της Κυβέρνησης ο Προϊστάμενος της Μονάδας Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήριξης, αδ) για τα Υπουργεία οι υπηρεσιακοί γραμματείς, αε) για τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις οι Συντονιστές, αστ) για τους δήμους οι γενικοί γραμματείς ή, ελλείψει αυτών, οι Δήμαρχοι, αζ) για τις περιφέρειες οι εκτελεστικοί γραμματείς ή, ελλείψει αυτών, οι Περιφερειάρχες, αη) για τους λοιπούς φορείς το όργανο διοίκησης που κατέχει την υψηλότερα αμειβόμενη έμμισθη θέση σε κάθε φορέα. Ειδικώς σε δημόσιες υπηρεσίες με διοικητική αυτοτέλεια, όπως ενδεικτικά σχολικές μονάδες, αστυνομικά τμήματα, μονάδες των ενόπλων δυνάμεων, ως ευθυνόμενα πρόσωπα λογίζονται οι επικεφαλής των υπηρεσιών αυτών και β) οι προϊστάμενοι των μονάδων του κάθε δημόσιου φορέα, οι οποίες είναι αρμόδιες για την εκκαθάριση των καταβαλλόμενων ποσών και την αποστολή των στοιχείων της παρ. 1 στην Α.Α.Δ.Ε.. 3. Η προθεσμία για την αρχική εγγραφή στο Μητρώο των φορέων της παρ. 1 και των ευθυνόμενων προσώπων της παρ. 2 ορίζεται από τη 16η Δεκεμβρίου 2024 έως και τη 15η Ιανουαρίου 2025. Για κάθε επόμενο φορολογικό έτος ορίζεται προθεσμία από την 1η Ιανουαρίου έως και 10013 Τεύχος A’ 198/05.12.2024 τη 15η Ιανουαρίου για την εγγραφή κάθε νέου υπόχρεου φορέα, την τροποποίηση των στοιχείων των ήδη υφιστάμενων υπόχρεων φορέων, καθώς και τη γνωστοποίηση αλλαγής των ευθυνόμενων προσώπων της παρ. 2. Δεν είναι δυνατή η διαβίβαση των ηλεκτρονικών αρχείων της παρ. 1 χωρίς την προηγούμενη εγγραφή του υπόχρεου φορέα στο Μητρώο. Η αποστολή ή διαβίβασή τους με διαφορετικό τρόπο δεν λαμβάνεται υπόψη. Οι φορείς της παρ. 1 διατηρούν την υποχρέωση χορήγησης στους φορολογούμενους βεβαιώσεων σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή για φορολογική χρήση. 4. Kάθε φορέας διαβιβάζει στην Α.Α.Δ.Ε. τα στοιχεία της παρ. 1 από τη 16η Ιανουαρίου έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου εκάστου έτους. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα είναι δυνατή γνωστοποίηση της αλλαγής των ευθυνόμενων προσώπων. Η μη εγγραφή του φορέα και των ευθυνόμενων προσώπων στο Μητρώο εντός της προθεσμίας της παρ. 3, η μη διαβίβαση, η εκπρόθεσμη αρχική διαβίβαση των ηλεκτρονικών αρχείων στην Α.Α.Δ.Ε., καθώς και η εκπρόθεσμη διαβίβαση διορθωτικών ή συμπληρωματικών ηλεκτρονικών αρχείων, αποτελούν παραβάσεις, για τις οποίες επιβάλλεται από την Α.Α.Δ.Ε. το πρόστιμο της παρ. 5. Οι παραβάσεις του προηγούμενου εδαφίου είναι αυτοτελείς και τα σχετικά πρόστιμα επιβάλλονται αθροιστικά, όταν συντρέχουν περισσότερες της μίας παραβάσεις. 5. Eπιβάλλεται στα ευθυνόμενα πρόσωπα πρόστιμο ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ για κάθε μία από τις παραβάσεις της παρ. 4, για την καταβολή του οποίου υπέχουν ατομική ευθύνη. Το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου δεν δύναται να επιβληθεί μέσα στο ίδιο έτος παραπάνω από μια φορά στο ίδιο ευθυνόμενο πρόσωπο για κάθε μία από τις αυτοτελείς παραβάσεις της παρ. 4. Σε περίπτωση: α) εκπρόθεσμης αρχικής διαβίβασης ηλεκτρονικών αρχείων στην Α.Α.Δ.Ε., το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου προσαυξάνεται κατά πενήντα (50) ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης, με ανώτατο όριο προσαύξησης το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ και β) εκπρόθεσμης διαβίβασης διορθωτικών ή συμπληρωματικών ηλεκτρονικών αρχείων, το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου δύναται να μην επιβάλλεται ή να μειώνεται σε συνάρτηση με τον αριθμό των εσφαλμένων εγγραφών ή με το ποσοστό αυτών επί του συνόλου των αρχείων που διαβιβάσθηκαν σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 56 του άρθρου 83. Η πράξη επιβολής προστίμου εκδίδεται στο όνομα του κάθε ευθυνόμενου προσώπου που έχει δηλωθεί στο Μητρώο της παρ. 2. Το πρόστιμο καταβάλλεται εφάπαξέως και την τριακοστή ημέρα από την κοινοποίηση της πράξης επιβολής του. 6. Αν δεν είναι δυνατή η εγγραφή στο Μητρώο για λόγους που σχετίζονται με την καθυστερημένη ενεργοποίησή του από την Α.Α.Δ.Ε., η προθεσμία της παρ. 3 αναστέλλεται για όσο διαρκεί η καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή το πρόστιμο της παρ. 5 επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στον Διοικητή και στον Υποδιοικητή της Α.Α.Δ.Ε. με αρμοδιότητα τον ψηφιακό μετασχηματισμό, καθώς και στον προϊστάμενο της αντίστοιχης οργανικής μονάδας, οι οποίοι έχουν ατομική ευθύνη για την καταβολή του προστίμου. 7. Τα πρόστιμα των παρ. 5 και 6 προσβάλλονται με προσφυγή στο κατά τόπον αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο. 8. Εάν οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης προθεσμιών συμπίπτουν με επίσημη αργία, Σάββατο ή Κυριακή, μετατίθενται για την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.
Σ Άρθρο 78
Σύνταγμα της Ελλάδας
Σχετικότητα: 88.7%
Σ Άρθρο 78: Νόμοι φορολογικού περιεχομένου 1. Kανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε. 3. Kατ’ εξαίρεση, όταν επιβάλλεται ή αυξάνεται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Bουλή το σχετικό νομοσχέδιο, υπό τον όρο ότι ο νόμος θα δημοσιευθεί μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 42 παράγραφος 1 και πάντως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήξη της συνόδου. 4. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης. Δεν είναι αντίθετος προς την απαγόρευση αυτή ο καθορισμός με νόμο του τρόπου που βεβαιώνεται η συμμετοχή του Kράτους και των δημόσιων γενικά οργανισμών στην αυτόματη υπερτίμηση, που προκαλείται αποκλειστικά από την εκτέλεση δημόσιων έργων στην παρακείμενη ιδιωτική ακίνητη περιουσία. 5. Kατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να επιβληθούν με εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων εξισωτικές ή αντισταθμιστικές εισφορές ή δασμοί, καθώς και να ληφθούν οικονομικά μέτρα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της Xώρας με οικονομικούς οργανισμούς ή μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συναλλαγματικής θέσης της Xώρας.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 71
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.7%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 71: Ενεργητική νομιμοποίηση ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΑΓΩΓΗ 1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. 2. Σε άσκηση της κατά την προηγούμενη παράγραφο αγωγής νομιμοποιούνται και οι κάθε είδους καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι. 3. Αγωγή μπορούν να ασκήσουν και οι δανειστές των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, δικαιούχων, εφόσον οι τελευταίοι δεν την ασκούν, εκτός αν πρόκειται για προσωποπαγείς αξιώσεις (πλαγιαστική αγωγή). 4. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αγωγή είναι απαράδεκτη αν πρόκειται για αξίωση φορολογικού εν γένει περιεχομένου. [«5. κ α τ α ρ γ ή θ η κ ε με την περ. γ) του άρθρου 69 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213/17.12.2010) και σύμφωνα με το πρώτο εδ. του άρθρου 70 του ιδίου νόμου η κατάργηση ισχύει από 1.1.2011)].
ΚΦΔ Άρθρο 38
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 88.5%
ΚΦΔ Άρθρο 38: Έκδοση και κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού φόρου Η πράξη προσδιορισμού φόρου του άρθρου 36 υπογράφεται από τον Διοικητή ή άλλον ειδικά οριζόμενο υπάλληλο της Φορολογικής Διοίκησης. Η πράξη προσδιορισμού φόρου περιέχει τις εξής πληροφορίες: α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία του φορολογούμενου, β) τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου του φορολογούμενου, εφόσον έχει αποδοθεί στον φορολογούμενο, γ) την ημερομηνία έκδοσης της πράξης, δ) το είδος της πράξης προσδιορισμού του φόρου και το αντικείμενο στο οποίο αφορά η πράξη, ε) το ποσό της φορολογικής οφειλής, στ) την ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει να εξοφληθεί ο φόρος, ζ) τους λόγους για τους οποίους η Φορολογική Διοίκηση προέβη στον προσδιορισμό φόρου και τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το ποσό του φόρου, η) τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο αμφισβήτησης του προσδιορισμού φόρου, θ) τυχόν αλληλεγγύως υπεύθυνα πρόσωπα, ι) λοιπές πληροφορίες. Η πράξη προσδιορισμού φόρου κοινοποιείται στο πρόσωπο στο οποίο αφορά ο προσδιορισμός φόρου. Με την πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου κοινοποιείται ταυτόχρονα και η οικεία έκθεση ελέγχου, εκτός από την περίπτωση του τέταρτου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 36.
ΚΦΕ Άρθρο 68
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 88.3%
ΚΦΕ Άρθρο 68: [ *** βλ. σχόλια της παρ.3] 1. Τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες υποχρεούνται να δηλώνουν «ηλεκτρονικά» όλα τα εισοδήματά τους στη Φορολογική Διοίκηση. 2. 2. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, η δήλωση υποβάλλεται κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Μαρτίου μέχρι και την 15η Ιουλίου του αμέσως επόμενου φορολογικού έτους. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες των οποίων το φορολογικό έτος λήγει σε διαφορετική ημερομηνία από την 31η Δεκεμβρίου, η δήλωση υποβάλλεται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του έκτου μήνα από το τέλος του φορολογικού έτους. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση, η δήλωση υποβάλλεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη λήξη της εκκαθάρισης για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Σε περίπτωση παράτασης της εκκαθάρισης πέραν του έτους, υποβάλλεται προσωρινή δήλωση για τα εισοδήματα κάθε έτους μέσα σε έναν (1) μήνα από τη λήξη του, επιφυλασσομένης της υποβολής οριστικής δήλωσης συγχρόνως με τη λήξη της εκκαθάρισης. Για τα διαλυόμενα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, για τα οποία δεν επιβάλλεται από τον νόμο εκκαθάριση, η δήλωση υποβάλλεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη διάλυση και σε κάθε περίπτωση πριν από τη διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο των περιουσιακών στοιχείων τους. 3. 3. Ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων υπολογίζεται με βάση την ετήσια φορολογική δήλωση του φορολογούμενου και το ποσό της φορολογικής οφειλής καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α΄ 58), κατόπιν έκπτωσης: α) του φόρου που παρακρατήθηκε, β) του φόρου που προκαταβλήθηκε, γ) του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή σύμφωνα με το άρθρο 9. Ειδικά για τα μερίσματα που εισπράττει ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα από ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, όταν δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48, από το ποσό του φόρου εκπίπτει το ποσό του αναλογούντος φόρου εισοδήματος κατά το μέρος που αφορά στα διανεμόμενα κέρδη του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που προβαίνει στη διανομή, καθώς και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε ως φόρος επί του μερίσματος. Σε περίπτωση που το ποσό του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναι μεγαλύτερο από τον οφειλόμενο φόρο, η επιπλέον διαφορά επιστρέφεται. Η καταβολή του φόρου γίνεται σε οκτώ (8) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της δήλωσης και οι υπόλοιπες επτά (7) μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επτά (7) επόμενων μηνών. Ειδικά, για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες των οποίων το φορολογικό έτος λήγει την 31η Δεκεμβρίου, η καταβολή του φόρου γίνεται σε οκτώ (8) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου του αμέσως επόμενου φορολογικού έτους και οι υπόλοιπες επτά (7) μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επτά (7) επόμενων μηνών. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες που έχουν λυθεί ή έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση η καταβολή του φόρου γίνεται εφάπαξ και όχι αργότερα από την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την υποβολή της δήλωσης. 4. (3). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ειδικότερα ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, καθώς και τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία τα οποία συνυποβάλλονται με αυτήν. «5^^^ (βλ. σχόλια). Οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων που δεν αποκτούν έσοδα υποκείμενα σε φόρο εισοδήματος, αλλά αποκλειστικά και μόνο έσοδα που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους, δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Τα ανωτέρω ισχύουν ανάλογα και για τις άτυπες ενώσεις ιδιοκτητών και ενοίκων πολυκατοικίας, όταν δεν αποκτούν φορολογητέο εισόδημα.» 6. Συγχρόνως με την υποβολή της φορολογικής του δήλωσης το μέσο της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2328/1995 κοινοποιεί στη Φορολογική Διοίκηση όλα τα παραστατικά, τα σχετικά με τον υπολογισμό και την καταβολή της επιβράβευσης της παρ. 8 του άρθρου 12 του ν. 2328/1995. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας. 7. Αν η ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας υποβολής δηλώσεων, όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2, συμπίπτει με επίσημη αργία, Σάββατο ή Κυριακή, μετατίθεται για την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.
ΚΦΕ Άρθρο 28
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 88.3%
ΚΦΕ Άρθρο 28: Εισόδημα από Επιχειρηματική Δραστηριότητα 1. Το εισόδημα των φυσικών και νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων που ασκούν ή προκύπτει ότι ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή με έμμεσες μεθόδους ελέγχου κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 4987/2022, Α’ 206) ιδίως στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) όταν τα λογιστικά αρχεία δεν τηρούνται ή οι οικονομικές καταστάσεις δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον νόμο για τα λογιστικά πρότυπα, ή β) όταν τα φορολογικά στοιχεία ή τα λοιπά προβλεπόμενα σχετικά δικαιολογητικά δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον Κ.Φ.Δ., ή γ) όταν τα λογιστικά αρχεία ή φορολογικά στοιχεία δεν προσκομίζονται στη Φορολογική Διοίκηση εντός της προθεσμίας της παρ. 2 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Δ. μετά από δύο σχετικές προσκλήσεις, ή δ) όταν υπάρχει σημαντική αναντιστοιχία μεταξύ των δηλούμενων οικονομικών μεγεθών, ιδίως των αγορών, των πωλήσεων και των αποθεμάτων, ή ε) όταν δεν επαληθεύεται ο συντελεστής μικτού κέρδους που προκύπτει από τα δηλούμενα αποτελέσματα με αυτόν που προκύπτει βάσει των παραστατικών αγορών και πωλήσεων ή υπάρχει αδικαιολόγητη μεταβολή αυτού μεταξύ διαδοχικών ετών, ή στ) όταν δηλώνεται ζημία σε τρία (3) τουλάχιστον συνεχόμενα φορολογικά έτη και δεν προκύπτει ο τρόπος χρηματοδότησης της επιχείρησης, με τον οποίο καλύπτονται οι υποχρεώσεις της. «2. Το εισόδημα φυσικών προσώπων, ανεξαρτήτως αν προέρχεται από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, μπορεί επίσης να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή έμμεσες μεθόδους ελέγχου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή σε περίπτωση που υπάρχει προσαύξηση περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημα.»
Ν4270 Άρθρο 137
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 88.1%
Ν4270 Άρθρο 137: Αναστολή παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου 1.Η παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), αναστέλλεται για τους λόγους που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία. 2.Η παραγραφή αυτή αναστέλλεται επίσης: α. Για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο για τον οποίο είχε χορηγηθεί στον υπόχρεο ή σε συνυπόχρεο, κατά την τελευταία διετία της παραγραφής, αναστολή πληρωμής του χρέους του ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής είτε με νόμο είτε με δικαστική απόφαση είτε με πράξη της αρμόδιας αρχής, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, ανεξάρτητα αν έχει συμμορφωθεί ή όχι εν όλω ή εν μέρει ο υπόχρεος. β. Για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο κατά τον οποίο έχει εμποδιστεί το Δημόσιο να επιδιώξει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστικά μέτρα, λόγω αναστολής εκτέλεσης που έχει χορηγηθεί με διάταξη νόμου. Στις περιπτώσεις αυτές (α' και β'), η παραγραφή συνεχίζεται μετά τη λήξη της αναστολής της και σε καμία περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσει ένα (1) έτος από τη λήξη είτε της αναστολής πληρωμής ή της παραβιάσεως της υποχρέωσης τμηματικής καταβολής, είτε της αναστολής λήψης των αναγκαστικών μέτρων αντίστοιχα. γ. Κατά τη διάρκεια ανηλικότητας του οφειλέτη ή και δύο (2) έτη μετά την ενηλικίωση αυτού, αν η κληρονομία στερείται ενεργητικού, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη κηδεμόνα ή επιτρόπου του ανηλίκου. 3.Ο χρόνος της παραγραφής κάθε απαίτησης του Δημοσίου παρατείνεται για δύο (2) έτη, σε περίπτωση που ο οφειλέτης κατά την τελευταία διετία του χρόνου της παραγραφής διέμεινε στο εξωτερικό για χρόνο μεγαλύτερο του μηνός, συνεχόμενα ή μη. 4.Σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης από οποιονδήποτε είτε του νόμιμου τίτλου γενικά της απαίτησης του Δημοσίου είτε της νομιμότητας της βεβαίωσης αυτής με στενή έννοια είτε της για οποιονδήποτε λόγο εγκυρότητας πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη απαίτησης του Δημοσίου (διοικητικής εκτέλεσης), η προβλεπόμενη παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου προς βεβαίωση (με ευρεία έννοια) ή προς είσπραξη της βεβαιωμένης απαίτησής του αναστέλλεται μέχρι την έκδοση επί της δικαστικής αυτής διένεξης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και δεν συμπληρώνεται σε κάθε περίπτωση πριν από την πάροδο ενός (1) έτους από την, με επιμέλεια των αντιδίκων του Δημοσίου, κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου και τον Υπουργό Οικονομικών της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Σε περίπτωση ακύρωσης κατάσχεσης ή άλλης πράξης της διοικητικής εκτέλεσης, και, εντός της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, επανάληψης της ίδιας ή άλλης πράξης αναγκαστικής (διοικητικής) εκτέλεσης, επί του ιδίου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου, του ιδίου ή άλλου προσώπου κατά το νόμο ευθυνομένου, η, με την ακυρωθείσα πράξη, επελθούσα διακοπή της παραγραφής λογίζεται ως μηδέποτε εξαλειφθείσα.
ΚΦΔ Άρθρο 27
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 87.9%
ΚΦΔ Άρθρο 27: Φορολογικός έλεγχος 1. Η Φορολογική Διοίκηση έχει την εξουσία να επαληθεύει, να ελέγχει και να διασταυρώνει την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων εκ μέρους του φορολογούμενου, την ακρίβεια των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται σε αυτήν και να επιβεβαιώνει τον υπολογισμό και την καταβολή του οφειλόμενου φόρου, διενεργώντας έλεγχο σε έγγραφα, λογιστικά αρχεία (βιβλία και στοιχεία) και στοιχεία γνωστοποιήσεων και παρόμοιες πληροφορίες, θέτοντας ερωτήσεις στον φορολογούμενο και σε τρίτα πρόσωπα, ερευνώντας εγκαταστάσεις και μέσα μεταφοράς που χρησιμοποιούνται για τη διενέργεια επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τις διαδικασίες και χρησιμοποιώντας μεθόδους που προβλέπονται στον Κώδικα. 2. Ο φορολογικός έλεγχος διενεργείται από υπαλλήλους της Φορολογικής Διοίκησης μετά από την έκδοση εντολής ελέγχου από το αρμόδιο όργανο της Φορολογικής Διοίκησης. Ο έλεγχος ανατίθεται σε συγκεκριμένο υπάλληλο ή υπαλλήλους και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία: α) τον αριθμό και την ημερομηνία της εντολής, β) το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου ή των υπαλλήλων, στους οποίους ανατίθεται ο φορολογικός έλεγχος, γ) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση και τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) του φορολογούμενου, αν αυτός έχει αποδοθεί στον φορολογούμενο, δ) την φορολογική περίοδο ή υπόθεση και το είδος φορολογίας που αφορά ο φορολογικός έλεγχος, ε) τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου, στ) τη μορφή του ελέγχου. Για τον μερικό επιτόπιο έλεγχο σε φορολογούμενους ορισμένης περιοχής ή δραστηριότητας ή που διακινούν αγαθά, η εντολή διενέργειας του ελέγχου, που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 1, περιλαμβάνει, αντί των στοιχείων των περ. γ) και δ), την περιοχή του ελέγχου ή το είδος των δραστηριοτήτων των φορολογουμένων. Η εντολή διενέργειας φορολογικού ελέγχου δεν δημοσιεύεται. 3. Ο έλεγχος, όπως προσδιορίζεται από την εντολή ελέγχου, μπορεί να είναι πλήρης ή μερικός, ως εξής: α) Πλήρης είναι ο έλεγχος που διενεργείται για όλες τις φορολογίες και όλα τα φορολογικά αντικείμενα, τέλη ή εισφορές, για ένα ή περισσότερα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές περιόδους ή φορολογικές υποθέσεις. Ο πλήρης έλεγχος είναι οριστικός για όλα τα ελεγχθέντα φορολογικά αντικείμενα και φορολογικά έτη ή διαχειριστικές ή φορολογικές περιόδους που προβλέπονται στην οικεία εντολή ελέγχου. β) Μερικός είναι ο έλεγχος που δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία του πλήρους ελέγχου της περ. α) και διενεργείται ιδίως για συγκεκριμένα ζητήματα ή συναλλαγές μιας φορολογίας ή ενός φορολογικού αντικειμένου, τέλους ή εισφοράς ή για όλα τα φορολογικά αντικείμενα, τέλη ή εισφορές συγκεκριμένων συναλλαγών, για μια ή περισσότερες φορολογικές ή διαχειριστικές περιόδους ή ένα ή περισσότερα φορολογικά έτη στα οποία αναφέρεται το προς έλεγχο φορολογικό ζήτημα ή η συναλλαγή της οικείας εντολής. Ο μερικός έλεγχος είναι οριστικός ως προς τα ελεγχθέντα φορολογικά αντικείμενα ή ζητήματα ή συναλλαγές για τα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές ή φορολογικές περιόδους που προβλέπονται στην οικεία εντολή ελέγχου. 4. Δεν επιτρέπεται η έκδοση νέας εντολής μερικού ελέγχου για τον ίδιο φορολογούμενο που καλύπτει χρονικό διάστημα και φορολογία ή φορολογικό αντικείμενο που έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο μερικού ή πλήρους ελέγχου στο παρελθόν, εκτός αν προκύψουν νέα στοιχεία, με βάση τα οποία προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί κατόπιν του αρχικού ελέγχου ή διαπιστωθεί ότι με τη σύμπραξη του υπαλλήλου της ελεγκτικής αρχής και του φορολογουμένου περιορίσθηκε η φορολογική οφειλή. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όταν ο πρώτος έλεγχος γίνεται στο πλαίσιο επιστροφής φόρου. 5. Η Φορολογική Διοίκηση έχει δικαίωμα επανελέγχου φορολογικής περιόδου ή υπόθεσης, για την οποία έχει ήδη διενεργηθεί πλήρης έλεγχος, μόνον εάν προκύψουν νέα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτή, που είχε προσδιορισθεί κατόπιν του αρχικού ελέγχου ή διαπιστωθεί ότι με τη σύμπραξη του υπαλλήλου της ελεγκτικής αρχής και του φορολογουμένου περιορίσθηκε η φορολογική οφειλή. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει όταν ο πρώτος έλεγχος γίνεται στο πλαίσιο επιστροφής φόρου. 6. Ως «νέο στοιχείο» νοείται κάθε στοιχείο που δεν μπορούσε να είναι γνωστό στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον χρόνο του προγενέστερου ελέγχου. Νέα στοιχεία δεν αποτελούν ιδίως: α) οι κάθε είδους φορολογικές δηλώσεις του φορολογούμενου, β) στοιχεία για το υπόλοιπο ή τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή, γ) τα λογιστικά αρχεία (βιβλία και στοιχεία) του φορολογούμενου. 7. Ο φορολογικός έλεγχος διενεργείται στην εγκατάσταση του φορολογούμενου (επιτόπιος έλεγχος) ή σε άλλον τόπο, όπου προσκομίζονται, εφόσον απαιτείται, τα στοιχεία από τον φορολογούμενο (απομακρυσμένος έλεγχος). Ο φορολογούμενος παρέχει στη Φορολογική Διοίκηση κάθε στοιχείο που ζητείται στο πλαίσιο του ελέγχου. Ο χρόνος διενέργειας του επιτόπιου φορολογικού ελέγχου μπορεί να είναι και εκτός του επίσημου ωραρίου της Φορολογικής Διοίκησης. 8. Μετά το πέρας του φορολογικού ελέγχου συντάσσεται έκθεση ελέγχου. Η έκθεση ελέγχου περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του ελέγχου και συνοδεύεται από πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, εφόσον απαιτείται. Η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου είναι πλήρως αιτιολογημένη και περιέχει, εκτός από τον προσδιοριζόμενο φόρο, τα πρόστιμα που αντιστοιχούν σε παραβάσεις που έχουν διαπιστωθεί. Η έκθεση ελέγχου δεν περιέχει διαπιστώσεις ούτε προσδιορίζει φόρο που δεν εμπίπτουν στην έκταση που προσδιορίζει η αντίστοιχη εντολή ελέγχου. 9. Αν, κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου, ο ελεγκτής διαπιστώσει παράβαση που αφορά χρονικό διάστημα ή είδη φορολογίας τα οποία δεν καλύπτονται από την εντολή ελέγχου και οι σχετικές αξιώσεις της Φορολογικής Διοίκησης δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, ο ελεγκτής ζητά αμέσως από το αρμόδιο όργανο της Φορολογικής Διοίκησης την έκδοση εντολής για τον έλεγχο της διαπιστούμενης παράβασης. 10. Οι ελεγκτικές ενέργειες των οργάνων της Φορολογικής Διοίκησης εκτός των εγκαταστάσεων της υπηρεσίας τους, περιλαμβανομένων και των επιτόπιων ελέγχων, καθώς και οι συναλλαγές τους με φορολογούμενους εντός αυτών ή μέσω συστήματος τηλεπικοινωνίας, δύναται να καταγράφονται με τη χρήση συστημάτων λήψης ή καταγραφής ήχου και εικόνας. Υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων ορίζεται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία φυλάσσει το καταγραφέν οπτικοακουστικό υλικό για χρονική διάρκεια αντίστοιχη με αυτή του άρθρου 13. Το υλικό αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τη Φορολογική Διοίκηση και από τους φορολογούμενους, οι οποίοι αποκτούν πρόσβαση σε αυτό με αίτησή τους.
ΚΦΔ Άρθρο 28
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 87.3%
ΚΦΔ Άρθρο 28: Διάρκεια ελέγχου 1. Η διάρκεια του φορολογικού ελέγχου ορίζεται σε έως ένα (1) έτος και δύναται να παραταθεί άπαξ κατά έξι (6) μήνες. Προϋπόθεση χορήγησης της παράτασης είναι η έναρξη της ελεγκτικής διαδικασίας εντός της αρχικής διάρκειας του φορολογικού ελέγχου. Περαιτέρω παράταση μέχρι έξι (6) ακόμη μήνες είναι δυνατή σε εξαιρετικές περιπτώσεις που αιτιολογούνται ειδικώς. Η διάρκεια του ελέγχου δεν αναστέλλει ούτε επιμηκύνει τον χρόνο παραγραφής. Ως έναρξη της ελεγκτικής διαδικασίας για την εφαρμογή του παρόντος θεωρείται η κοινοποίηση της πρόσκλησης του άρθρου 14 ή η έναρξη των ελεγκτικών επαληθεύσεων. Οι προθεσμίες της παρούσας αναστέλλονται για όσο χρονικό διάστημα πραγματοποιούνται, στο πλαίσιο του ελέγχου, ενέργειες από αρχές πλην της Φορολογικής Διοίκησης και για το χρονικό διάστημα μεταξύ της υποβολής, από τη Φορολογική Διοίκηση, αιτήματος για τις ενέργειες αυτές, προς εισαγγελικές ή διωκτικές αρχές, ειδικούς επιστήμονες που διενεργούν πραγματογνωμοσύνη ή αλλοδαπές αρχές, στο πλαίσιο της διοικητικής συνεργασίας, και της απόκρισης σε αυτό. Σε κάθε περίπτωση η αναστολή των ως άνω προθεσμιών δεν παρατείνεται πέραν του ενός (1) έτους. 2. Μόνο αν από τον μέχρι τότε έλεγχο προκύψει πιθανότητα ποινικώς κολάσιμης φοροδιαφυγής, κατά τους ειδικότερους όρους του άρθρου 79, περί αδικήματος φοροδιαφυγής, επιτρέπεται, με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν εισήγησης του προϊσταμένου της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας, παράταση της διάρκειας του ελέγχου μέχρι οκτώ (8) ακόμη μήνες, από τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 1. 3. Αν δεν ολοκληρωθεί ο φορολογικός έλεγχος εντός των προθεσμιών των παρ. 1 και 2, δεν επιτρέπεται νέος έλεγχος που να καλύπτει το αντικείμενο της αρχικής εντολής, εκτός αν προκύψουν νέα στοιχεία των παρ. 4 και 5 του άρθρου 27. 4. Οι προθεσμίες του παρόντος δεν ισχύουν στις περιπτώσεις ελέγχων που διενεργούνται κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας ή από κοινού με διεθνή ή αλλοδαπή φορολογική ή διωκτική αρχή ή που αφορούν σε υποθέσεις φοροδιαφυγής ή απάτης Φ.Π.Α., στις οποίες εμπλέκονται περισσότεροι από πέντε ελεγχόμενοι, ή που διενεργούνται στο πλαίσιο Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού.
ΚΦΔ Άρθρο 24
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 87.2%
ΚΦΔ Άρθρο 24: Δήλωση με επιφύλαξη 1. Όταν ο φορολογούμενος αμφιβάλλει σχετικά με την υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης, έχει δικαίωμα να υποβάλει φορολογική δήλωση με επιφύλαξη, η οποία πρέπει να είναι ειδική και αιτιολογημένη. Κάθε γενική ή αόριστη επιφύλαξη θεωρείται άκυρη και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα. Ο Διοικητής δύναται να δεχθεί την επιφύλαξη και να διαγράψει το ποσό της φορολογητέας ύλης για την οποία διατυπώθηκε η επιφύλαξη μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την υποβολή της δήλωσης. Σε περίπτωση απόρριψης της επιφύλαξης ή παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας απάντησης, ο φορολογούμενος μπορεί να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 72. 2. Ομοίως, μπορεί να διατυπωθεί επιφύλαξη σε ό,τι αφορά τον χαρακτηρισμό της φορολογητέας ύλης και την υπαγωγή της σε άλλη φορολογία, σε άλλη κατηγορία, σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή ή σε σχέση με τυχόν εφαρμοστέες εκπτώσεις και απαλλαγές. Ειδικά προκειμένου για την υπαγωγή σε άλλη φορολογία ή κατηγορία, αν γίνει δεκτή η επιφύλαξη, η δήλωση θεωρείται ότι υποβλήθηκε εμπρόθεσμα για τη φορολογία ή κατηγορία αυτή. Η επιφύλαξη δεν συνεπάγεται την αναστολή της είσπραξης του φόρου. Σε περίπτωση αποδοχής της επιφύλαξης από τον Διοικητή, ο φόρος που τυχόν καταβλήθηκε αχρεωστήτως, επιστρέφεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 42.
ΚΦΕ Άρθρο 72
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 87.2%
ΚΦΕ Άρθρο 72: Μεταβατικές διατάξεις "ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ" 1. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 71 του νόμου αυτού ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων του άρθρου αυτού. 2. Οι διατάξεις των άρθρων 22 και 23 ισχύουν για δαπάνες που αφορούν φορολογικές περιόδους που «αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά». 3. Οι διατάξεις των άρθρων 24, 25, 28 ισχύουν για φορολογικές περιόδους που «αρχίζουν» από την 1η Ιανουαρίου 2014 και εξής. 4. Οι διατάξεις του άρθρου 26 ισχύουν για προβλέψεις που σχηματίζονται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά. Για τις προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων που έχουν σχηματισθεί στα φορολογικά έτη 2010, 2011, 2012 και 2013 θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περίπτωσης θ' της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994. 5. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 27 ισχύουν από την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012 (Α' 28). 6. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 11 του άρθρου 41 ισχύουν για υπεραξία από μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας που θα πραγματοποιηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά. 7. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 του άρθρου 42 ισχύουν για υπεραξία από μεταβιβάσεις μετοχών, μεριδίων, ομολόγων, παραγώγων και ολόκληρης επιχείρησης που θα πραγματοποιηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά. 8. Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 42 ισχύουν από την 29η Φεβρουαρίου 2012. «9. α. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 49 τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2017. Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο οι δαπάνες τόκων δεν αναγνωρίζονται ως εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες στο βαθμό που οι πλεονάζουσες δαπάνες τόκων υπερβαίνουν τα ακόλουθα ποσοστά των φορολογητέων κερδών προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων EBITDA): - το εξήντα τοις εκατό (60%) από την 1η Ιανουαρίου 2014, - το πενήντα τοις εκατό (50%) από την 1η Ιανουαρίου 2015, - το σαράντα τοις εκατό (40%) από την 1η Ιανουαρίου 2016. β. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 49 τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016. Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο οι δαπάνες τόκων αναγνωρίζονται πλήρως ως εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες εφόσον το ποσό των εγγεγραμμένων στα βιβλία καθαρών δαπανών τόκων δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ το χρόνο. γ. Οι διατάξεις του άρθρου 49 δεν εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις ειδικού σκοπού, μόνο κατά το μέρος που αφορά στην εκτέλεση δημοσίου έργου ή την παροχή δημόσιας υπηρεσίας μέσω σύμβασης παραχώρησης, κατά την έννοια των προεδρικών διαταγμάτων 59/2007 και 60/2007, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, ή μέσω σύμβασης Σύμπραξης Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.) κατά τις διατάξεις του ν. 3389/2005, οι οποίες συνάπτονται μέχρι και τις 31.12.2014.» "10". (9). Οι διατάξεις των άρθρων 52 έως και 56 ισχύουν για μετασχηματισμούς που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά. "11". (10). Οι διατάξεις των άρθρων 61 έως και 64 ισχύουν για πληρωμές που «των οποίων η διαδικασία αρχίζει» από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά. "12". (11). Τα μη διανεμηθέντα ή κεφαλαιοποιηθέντα αποθεματικά των νομικών προσώπων του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε., όπως αυτά «σχηματίστηκαν μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2013», και τα οποία προέρχονται από κέρδη που δεν φορολογήθηκαν κατά το χρόνο που προέκυψαν λόγω απαλλαγής αυτών κατ' εφαρμογή διατάξεων του ν. 2238/1994, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση του Κ.Φ.Ε. ή εγκυκλίων ή αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησής τους - μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013, φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νομικού προσώπου και των μετόχων ή εταίρων αυτού. Από την 1η Ιανουαρίου 2014 και εξής, τα μη διανεμηθέντα ή κεφαλαιοποιηθέντα αποθεματικά του «πρώτου» εδαφίου συμψηφίζονται υποχρεωτικά στο τέλος κάθε φορολογικού έτους με «δηλωθείσες φορολογικές ζημίες της επιχείρησης» από οποιαδήποτε αιτία που προέκυψαν κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη μέχρι εξαντλήσεώς τους, εκτός αν διανεμηθούν ή κεφαλαιοποιηθούν οπότε υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή δεκαεννέα τοις εκατό (19%). «Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδάφιου ως συμψηφισμός νοείται το αλγεβρικό άθροισμα και το οποίο αυξομειώνει το φορολογικό αποτέλεσμα (κέρδη ή ζημίες) της επιχείρησης.» Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νομικού προσώπου και των μετόχων ή εταίρων αυτού. «Η καταβολή του φόρου της παραγράφου αυτής γίνεται μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την απόφαση διανομής από τη γενική συνέλευση των μετόχων.» "13". (12). Για ισολογισμούς που κλείνουν με ημερομηνία 31.12.2014 και μετά δεν επιτρέπεται η τήρηση λογαριασμών αφορολόγητου αποθεματικού, πλην των επενδυτικών ή αναπτυξιακών νόμων «του αφορολόγητου αποθεματικού της περίπτωσης ζ' της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 2238/1994, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση του Κ.Φ.Ε.»., καθώς και ειδικών διατάξεων νόμων.» "14". (13). Οι διατάξεις που διέπουν τη φορολογία των ναυτιλιακών επιχειρήσεων και των συνδεομένων φυσικών προσώπων μόνο σε σχέση με το εισόδημα που απορρέει από τις επιχειρήσεις αυτές δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. "15". (14). Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 4 του παρόντος Κώδικα δεν εφαρμόζονται για τις εταιρείες «που έχουν συσταθεί και λειτουργούν» - [βλέπε σχόλια]*** σύμφωνα με το ν. 27/1975 και το ν.δ. 2687/1953. "16". (15). Συσσωρευθέντα κεφάλαια που αντιστοιχούν σε καταβαλλόμενα έως 31.12.2013 ασφάλιστρα του εργαζομένου εξαιρούνται από την οριζόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 15 φορολόγηση. "17". (16). Οι διατάξεις του ν. 2778/1999 (Α' 295) που διέπουν τη φορολογία των εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία και των θυγατρικών τους δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. "18". (17). Οι διατάξεις «του ν. 2367/1995» και του ν. 2992/ 2002 (Α' 54), που διέπουν τη φορολογία των Εταιρειών Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕΚΕΣ) και των Αμοιβαίων Κεφαλαίων Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΑΚΕΣ) αντίστοιχα, δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. «18. Για τις συμβάσεις χρηματοοικονομικής μίσθωσης που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 (Α'151), μέχρι τον χρόνο λήξης αυτών.». «19. Από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 καταργείται η παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 1905/1990 (Α' 147).» «20. Από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 παύουν να ισχύουν η παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 2682/1999 (Α' 16) και η παρ. 8 του άρθρου 26 του ν. 2789/2000 (Α' 21).» 21. Για τις παροχές σε είδος, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 του Κώδικα, η παράγραφος 1 του άρθρου 60 τίθεται σε ισχύ από την 1.1.2015.» "22" 21. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 67 τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015. Ειδικά για το φορολογικό έτος 2014 η δήλωση υποβάλλεται κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου μέχρι και την 30ή Ιουνίου.» «23. Οι διατάξεις του Κώδικα για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα των οικοδομικών επιχειρήσεων εφαρμόζονται για ακίνητα για τα οποία η άδεια κατασκευής έχει εκδοθεί [ή αναθεωρηθεί] (βλ. σχόλια) από την 1.1.2006 και μετά». «24. Κατά τον υπολογισμό του φόρου σύμφωνα με την πα
Ν4270 Άρθρο 143
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 87.0%
Ν4270 Άρθρο 143: Διακοπή παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α. Με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β. Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. γ. Με την υποβολή αίτησης προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία θεώρησης ή έγκρισης του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Αν δεν εκδοθεί πρακτικό, η παραγραφή αρχίζει μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. δ. Με την επίδοση επιταγής για εκτέλεση, όπου αυτή επιτρέπεται. ε. Με την έκδοση τίτλου πληρωμής. Η ολική ή μερική συμψηφιστική εξόφληση δεν διακόπτει την παραγραφή. στ. Με την αναγνώριση της απαίτησης από το Δημόσιο με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών. Αυτό ισχύει επί οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό.
ΚΦΕ Άρθρο 71
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 86.8%
ΚΦΕ Άρθρο 71: 1. Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας βεβαιώνεται ποσό ίσο με ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου που προκύπτει για τον φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους. Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας αποκλειστικά και μόνο για το φορολογικό έτος 2018, βεβαιώνεται ποσό ίσο με το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) του φόρου που προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα για τον φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του έτους αυτού. 2. Το ποσοστό του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 αυξάνεται σε εκατό τοις εκατό (100%) ειδικά για τις τραπεζικές ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα. 3. Τα ποσοστά των προηγούμενων παραγράφων μειώνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) για τα νέα νομικά πρόσωπα κατά τα τρία (3) πρώτα οικονομικά έτη από τη δήλωση έναρξης εργασιών τους. Η μείωση αυτή δεν εφαρμόζεται για τα νομικά πρόσωπα που προέρχονται από μετατροπή ή συγχώνευση άλλων επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. 4. Η βεβαίωση αυτή γίνεται έναντι του φόρου που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει δήλωση ή οριστικός τίτλος, ο καταβλητέος φόρος υπολογίζεται με βάση το φόρο που προκύπτει από στοιχεία του εγγύτερου φορολογικού έτους. 5. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των προσωρινών δηλώσεων που υποβάλλουν τα νομικά πρόσωπα ή οι νομικές οντότητες που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση. 6. Από το ποσό που βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού εκπίπτει ο φόρος που παρακρατείται από πηγή Ελλάδος, εφόσον συντρέχει περίπτωση. 7. Αν μειωθεί το φορολογητέο εισόδημα, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 70. Η εννεάμηνη προθεσμία για την υποβολή της αίτησης μείωσης του προκαταβλητέου ποσού φόρου αρχίζει από την ημέρα έναρξης του νέου φορολογικού έτους. 8. Οι διατάξεις των παραγράφων «4», 5 και 6 του άρθρου 69 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες. Αν το προκαταβλητέο ποσό φόρου εισοδήματος που υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι μικρότερο της προκαταβολής φόρου που οφείλεται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, η διαφορά που προκύπτει βεβαιώνεται στο όνομα του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας ως προκαταβολή φόρου. 9. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή: «α) για τις εταιρείες που μετασχηματίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 και 54 του παρόντος, του ν.δ. 1297/1972 και του ν. 2166/1993 κατά περίπτωση», β) (Παραλείπεται ως μη ισχύουσα) "β" (γ) για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες που συγχωνεύονται σε ανώνυμη εταιρεία ή διασπώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 80 και 81, κατά περίπτωση, του κ.ν. 2190/1920 (Α' 37), "γ" (δ) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που συγχωνεύονται σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με το άρθρο 54 του ν. 3190/1955 (Α' 91), ε) (Παραλείπεται ως μη ισχύουσα) "δ" (στ) για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που συγχωνεύονται σε νέα ή υφιστάμενη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, καθώς και τις δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που μετατρέπονται σε ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2810/2000 (Α' 61). "ε" (ζ) για τα νομικά πρόσωπα που μετασχηματίζονται, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις νόμου, σε άλλο νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στις διατάξεις της ίδιας παραγράφου, "στ" (η) για τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα κέρδη ανωνύμων εταιρειών, που απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, βάσει ειδικών διατάξεων νόμων. Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας αποκλειστικά και μόνο για το φορολογικό έτος 2018, βεβαιώνεται ποσό ίσο με το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) του φόρου που προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα για τον φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του έτους αυτού.
ΚΦΔ Άρθρο 3
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 86.6%
ΚΦΔ Άρθρο 3: Ορισμοί Για τους σκοπούς του Κώδικα ισχύουν οι ορισμοί της κείμενης νομοθεσίας, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον Κώδικα. Οι παρακάτω ορισμοί ισχύουν για τους σκοπούς του Κώδικα: α) Ως «φορολογούμενος» νοείται: αα) κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να καταβάλλει φόρο, τέλος, εισφορά ή χρηματική κύρωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα ή έχει οποιαδήποτε άλλη φορολογική υποχρέωση ή αβ) κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να παρακρατεί φόρους και να τους αποδίδει στη Φορολογική Διοίκηση, β) ως «πρόσωπο» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και κάθε είδους νομική οντότητα, γ) ως «νομικό πρόσωπο» νοείται κάθε επιχείρηση ή εταιρεία με νομική προσωπικότητα και κάθε ένωση επιχειρήσεων ή εταιρειών με νομική προσωπικότητα, δ) ως «νομική οντότητα» νοείται κάθε μόρφωμα εταιρικής ή μη οργάνωσης και κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα που δεν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όπως, ιδίως, συνεταιρισμός, οργανισμός, υπεράκτια ή εξωχώρια εταιρεία, κάθε μορφής εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων, κάθε μορφής καταπίστευμα ή εμπίστευμα ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφής ίδρυμα, σωματείο ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφή προσωπικής επιχείρησης ή οποιαδήποτε οντότητα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε μορφής κοινή επιχείρηση, κάθε μορφής εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίου ή περιουσίας ή διαθήκης ή κληρονομίας ή κληροδοσίας ή δωρεάς, κάθε φύσης κοινοπραξία, κάθε μορφής εταιρεία αστικού δικαίου, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες, κοινωνίες αστικού δικαίου, ε) ως «νόμιμη προθεσμία καταβολής» νοείται το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο καταβάλλονται οι φόροι και τα πρόστιμα, όπως προβλέπεται στον νόμο που επιβάλλει την αντίστοιχη φορολογία και στον Κώδικα, ενώ ως «ληξιπρόθεσμα» νοούνται οι φόροι και τα πρόστιμα μετά την παρέλευση του ανωτέρου χρονικού διαστήματος, στ) ως «Φορολογική Διοίκηση» νοείται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ζ) ως «Διοικητής» νοείται ο Διοικητής της Α.Α.Δ.Ε., η) ως «Υπουργός» νοείται ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, θ) ως «Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος» νοείται ο ν. 4172/2013 (Α’ 167), ι) ως «φορολογικός κάτοικος» νοείται οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρείται φορολογικός κάτοικος, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ια) ως «ψηφιοποιημένη ιδιόχειρη υπογραφή» νοείται η ιδιόχειρη υπογραφή που τίθεται με φυσική παρουσία του υπογράφοντος σε επιφάνεια καταγραφής (tablet) με χρήση γραφίδας, η οποία έχει την ίδια νομική και αποδεικτική ισχύ με την ιδιόχειρη υπογραφή φυσικού προσώπου επί χάρτου, ιβ) ως «υποτροπή» νοείται η διάπραξη της παράβασης εντός χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών από την κοινοποίηση της πράξης, με την οποία διαπιστώθηκε ίδια παράβαση και επιβλήθηκε κύρωση γι’ αυτήν. Νέα υποτροπή είναι η διάπραξη νέας ίδιας παράβασης μετά την υποτροπή, εντός πέντε (5) ετών από την κοινοποίηση της πράξης, με την οποία διαπιστώθηκε η αρχική παράβαση και επιβλήθηκε κύρωση γι’ αυτήν, ιγ) ως «παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές» νοούνται εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επιμέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλον φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου.
ΚΦΕ Άρθρο 69
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 86.6%
ΚΦΕ Άρθρο 69: 1. Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει ο φορολογούμενος και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας βεβαιώνεται ποσό ίσο με το πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) του φόρου που προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα για τον φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους. Αν στη δήλωση περιλαμβάνονται και εισοδήματα για τα οποία ο φόρος παρακρατείται ή καταβάλλεται κατά τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων, ο φόρος που παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε για τα εισοδήματα αυτά εκπίπτει από τον φόρο που πρέπει να βεβαιωθεί κατά το προηγούμενο εδάφιο. Αν το εισόδημα με βάση το οποίο ενεργείται η βεβαίωση του φόρου προσδιορίζεται κατά τρόπο τεκμαρτό, ο φόρος που αναλογεί στο τεκμαρτό αυτό εισόδημα λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού που πρέπει να βεβαιωθεί κατά το άρθρο αυτό. Όταν αποκτάται για πρώτη φορά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, το προς βεβαίωση ποσό της παραγράφου αυτής περιορίζεται στο μισό. 2. Το πρώτο και το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 δεν εφαρμόζονται όταν το ποσό που πρέπει να βεβαιωθεί δεν υπερβαίνει τα τριάντα (30) ευρώ. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται στο εισόδημα των πλανόδιων λαχειοπωλών για την προμήθεια που λαμβάνουν από την πώληση λαχείων και η οποία φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή ένα τοις εκατό (1%), με εξάντληση κάθε άλλης φορολογικής υποχρέωσης.
ΚΦΔ Άρθρο 13
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 86.0%
ΚΦΔ Άρθρο 13: Λογιστικά αρχεία - βιβλία και στοιχεία 1. Κάθε πρόσωπο με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα υποχρεούται να τηρεί αξιόπιστο λογιστικό σύστημα και κατάλληλα λογιστικά αρχεία (βιβλία και στοιχεία), για τη σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και άλλων πληροφοριών, σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία και για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της φορολογικής νομοθεσίας. Για την εφαρμογή του Κώδικα, το λογιστικό σύστημα και τα λογιστικά αρχεία εξετάζονται ως ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά τα επιμέρους συστατικά τους, σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία και την καταλληλότητά τους. 2. Τα λογιστικά αρχεία, οι φορολογικοί ηλεκτρονικοί μηχανισμοί, οι φορολογικές μνήμες και αρχεία που δημιουργούν οι φορολογικοί ηλεκτρονικοί μηχανισμοί διαφυλάσσονται κατ’ ελάχιστον: α) για διάστημα πέντε (5) ετών από τη λήξη του αντίστοιχου φορολογικού έτους, μέσα στο οποίο υπάρχει η υποχρέωση υποβολής δήλωσης, ή β) έως ότου, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 37, παραγραφεί το δικαίωμα έκδοσης πράξης προσδιορισμού του φόρου από τη Φορολογική Διοίκηση, ή γ) έως ότου τελεσιδικήσει η υπόθεση την οποία αφορά η απαίτηση της Φορολογικής Διοίκησης, σε συνέχεια διενέργειας φορολογικού ελέγχου, ή έως ότου αποσβεσθεί ολοσχερώς η απαίτηση λόγω εξόφλησης.
Ν4270 Άρθρο 138
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 85.9%
Ν4270 Άρθρο 138: Διακοπή παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου 1.Την παραγραφή χρηματικής απαίτησης του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), διακόπτει: α. Η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών, ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή εις χείρας τρίτου ή αν κοινοποιήθηκε στον καθ’ ου η κατάσχεση. β. Η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη αυτού στον καθ’ ου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα. γ. Η αναγγελία προς επαλήθευση στην πτώχευση είτε του οφειλέτη είτε φυσικού ή νομικού προσώπου συνυπόχρεου με αυτόν ή για τα χρέη του οποίου ευθύνεται το πρόσωπο αυτό. Η αναγγελία στην πτώχευση επάγεται τη διακοπή, εφόσον κοινοποιείται είτε στον γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου, είτε στο σύνδικο της πτώχευσης. Ειδικά, επί των μη προνομιακών απαιτήσεων του Δημοσίου, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την με επιμέλεια του οφειλέτη κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείου της τελεσίδικης απόφασης περί επικύρωσης του πτωχευτικού συμβιβασμού. Η ένωση των πιστωτών ή η αποκατάσταση του πτωχού, καθώς και η ανάκληση της περί κήρυξης της πτωχεύσεως δικαστικής απόφασης ή η ακύρωση ή διάρρηξη του πτωχευτικού συμβιβασμού δεν επάγονται έναρξη εκ νέου της διακοπείσας με την αναγγελία παραγραφής. δ. Η αναγγελία προς κατάταξη σε πλειστηριασμό περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή των λοιπών ανωτέρω στην περίπτωση γ' αναφερόμενων προσώπων. ε. Η αναγγελία στον εκκαθαριστή κληρονομίας ή στον εκκαθαριστή διαλυθέντος νομικού προσώπου. Εάν επί διάλυσης νομικού προσώπου δεν υπάρχει αμέσως γνωστός εκκαθαριστής βάσει του καταστατικού αυτού ή δικαστικής απόφασης, η παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου αναστέλλεται μέχρι ορισμού του εκκαθαριστή και έξι (6) μήνες μετά τον ορισμό αυτού. στ. Η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου οποιουδήποτε από τα αναφερόμενα ανωτέρω στην περίπτωση γ' πρόσωπα. Η εξάλειψη αυτών εντός του χρόνου της νέας παραγραφής, χωρίς τη γραπτή συναίνεση του Δημοσίου, δεν αναιρεί τη διακοπή για ένα (1) έτος μετά τη γραπτή γνωστοποίηση υπό του οφειλέτη προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. της γενομένης εξάλειψης. ζ. Κάθε πράξη της εκτέλεσης και κάθε διαδικαστική ως προς τον πίνακα κατάταξης πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την έναρξη της κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων διοικητικής (αναγκαστικής) εκτέλεσης μέχρι να καταστεί αμετάκλητος ο πίνακας κατατάξεως δανειστών. Η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες από τη με δικαστικό επιμελητή, με επιμέλεια των αντιδίκων, κοινοποίησης στο Δημόσιο της επί του πίνακα κατάταξης δανειστών αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. η. Η κοινοποίηση ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή εγγυητή. 2.Η άρση της κατάσχεσης ή εξάλειψη υποθήκης ή ανάκληση άλλης εκ των ανωτέρω πράξης διοικητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης, από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή από άλλη αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή, δεν εξαλείφει αναδρομικά τη διακοπή της παραγραφής, η οποία αρχίζει εκ νέου από την ημερομηνία της άρσης ή της εξάλειψης ή της ανάκλησης, αντίστοιχα. 3.Επί περισσότερων συνοφειλετών, που ευθύνονται διαιρετά ή εις ολόκληρον, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο εγγυητής, η διακοπή της παραγραφής της απαίτησης του Δημοσίου ως προς έναν από αυτούς ενεργεί και κατά των λοιπών. 4.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου οι κατά τις γενικές διατάξεις λόγοι διακοπής της παραγραφής ισχύουν και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου.
ΚΦΕ Άρθρο 66Α
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 85.9%
ΚΦΕ Άρθρο 66Α: Φορολόγηση κατά την έξοδο 1. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: α) «φορολογούμενος»: το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα που έχει τη φορολογική του κατοικία στην ημεδαπή και υπόκειται σε φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, καθώς και οι μόνιμες εγκαταστάσεις που είναι εγκατεστημένες στην ημεδαπή, β) «αγοραία αξία»: το ποσό έναντι του οποίου μπορεί να ανταλλαγεί ένα περιουσιακό στοιχείο ή να διακανονιστούν αμοιβαίες υποχρεώσεις μεταξύ εθελουσίως ενεργούντων μη συνδεδεμένων προσώπων σε απευθείας συναλλαγή, γ) «συνδεδεμένα πρόσωπα»: τα πρόσωπα ή οι οντότητες που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 66 του παρόντος Κώδικα, δ) «αξία για φορολογικούς σκοπούς»: η αξία του περιουσιακού στοιχείου, όπως αυτή προκύπτει με βάση τις αρχές και τους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας κατά τον χρόνο της εξόδου, ε) «περιουσιακά στοιχε ία»: οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων ο φορολογούμενος ασκεί έλεγχο και από τα οποία αναμένει μελλοντικά οικονομικά οφέλη. στ) «μεταφορά περιουσιακών στοιχείων»: η πράξη με την οποία ένα κράτος-μέλος χάνει το δικαίωμα φορολόγησης των μεταφερόμενων περιουσιακών στοιχείων, παρότι τα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν υπό τη νομική ή την οικονομική κυριότητα του ίδιου φορολογούμενου, ζ) «μεταφορά της φορολογικής κατοικίας από την Ελλάδα»: η πράξη με την οποία ένας φορολογούμενος παύει να είναι κάτοικος για φορολογικούς σκοπούς στην ημεδαπή και αποκτά φορολογική κατοικία σε άλλο κράτος - μέλος ή σε τρίτη χώρα, η) «μεταφορά της δραστηριότητας που ασκείται μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα»: η πράξη με την οποία ένας φορολογούμενος παύει να έχει φορολογητέα παρουσία στην ημεδαπή, και ταυτόχρονα αποκτά φορολογητέα παρουσία σε άλλο κράτοςμέλος ή σε τρίτη χώρα, χωρίς να καθίσταται κάτοικος για φορολογικούς σκοπούς στο εν λόγω κράτος-μέλος ή στην τρίτη χώρα, θ) «απώλεια του δικαιώματος φορολόγησης της Ελλάδας»: η μη απεικόνιση για λογιστικούς σκοπούς του μεταφερόμενου περιουσιακού στοιχείου μαζί με τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του φορολογούμενου στην ημεδαπή, γεγονός που συνεπάγεται ότι η Ελλάδα δεν έχει πλέον το δικαίωμα να φορολογήσει το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο. 2. Φορολογούμενος υπόκειται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα επί ποσού που ισούται με την αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταφέρει, κατά τη στιγμή της εξόδου αυτών, μείον την αξία τους για φορολογικούς σκοπούς, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από την έδρα του στην ημεδαπή στη μόνιμη εγκατάστασή του σε άλλο κράτος-μέλος, ή σε τρίτη χώρα, εφόσον η Ελλάδα παύει να έχει δικαίωμα φορολόγησης των μεταφερομένων περιουσιακών στοιχείων, εξαιτίας της μεταφοράς, β) μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από τη μόνιμη εγκατάστασή του στην ημεδαπή στην έδρα του ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος-μέλος, ή σε τρίτη χώρα, εφόσον η Ελλάδα παύει να έχει δικαίωμα φορολόγησης των μεταφερομένων περιουσιακών στοιχείων, εξαιτίας της μεταφοράς, γ) μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας του από την Ελλάδα σε άλλο κράτος-μέλος, ή σε τρίτη χώρα, εκτός από εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία παραμένουν ουσιωδώς συνδεδεμένα με μόνιμη εγκατάσταση στην ημεδαπή, δ) μεταφοράς της δραστηριότητας που ασκεί η μόνιμη εγκατάστασή του, από την Ελλάδα σε άλλο κράτος-μέλος, ή σε τρίτη χώρα, εφόσον η Ελλάδα παύει να έχει δικαίωμα φορολόγησης των μεταφερομένων περιουσιακών στοιχείων, εξαιτίας της μεταφοράς. Ο φόρος υπολογίζεται με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή του άρθρου 58 κατά το φορολογικό έτος της εξόδου. 3. Ο φόρος που οφείλεται αποδίδεται στο Δημόσιο με δήλωση, η οποία συνιστά άμεσο προσδιορισμό του φόρου. Η δήλωση υποβάλλεται τρείς (3) εργάσιμες ημέρες πριν από την επέλευση των γεγονότων της παρ. 2 και ο φόρος καταβάλλεται εφάπαξ, με την υποβολή της δήλωσης, με την επιφύλαξη της παρ. 4. Με την καταβολή του φόρου εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση από τον φόρο εισοδήματος του φορολογούμενου, των εταίρων, των μετόχων και των μελών για τα ποσά που προβλέπονται στην παρ. 2. 4. Αντί της εφάπαξ καταβολής, ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να καταβάλει τον φόρο σε πέντε (5) ισόποσες ετήσιες άτοκες δόσεις, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από την έδρα του στην ημεδαπή στη μόνιμη εγκατάστασή του σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) της 19ης.7.2016 (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 193/9), β) μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από τη μόνιμη εγκατάστασή του στην ημεδαπή στην έδρα του ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον ΕΟΧ, γ) μεταφοράς της φορολογικής του κατοικίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον ΕΟΧ, δ) μεταφοράς της δραστηριότητας που ασκεί η μόνιμη εγκατάστασή του από την ημεδαπή σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον ΕΟΧ. Η παρούσα παράγραφος ισχύει για τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, εφόσον έχουν συνάψει συμφωνία με την Ελλάδα ή με την Ένωση περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, ισοδύναμη με την αμοιβαία συνδρομή που προβλέπεται στην Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου. Η πρώτη δόση καταβάλλεται με την υποβολή της δήλωσης της παρ. 3 και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των τεσσάρων (4) επόμενων ετών από το έτος υποβολής της δήλωσης. Για την τμηματική καταβολή του φόρου του παρόντος ισχύουν αποκλειστικά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, μη εφαρμοζόμενης οποιασδήποτε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης για τη διευκόλυνση ή τη ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών ή τη χορήγηση διοικητικής αναστολής. Εάν υπάρχει αποδεδειγμένος και πραγματικός κίνδυνος απώλειας του φόρου που προσδιορίστηκε, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να απαιτήσει εγγύηση ως όρο για την καταβολή του φόρου σε δόσεις. 5. Η δυνατότητα καταβολής σε δόσεις της παρ. 4 αίρεται και το σύνολο του φόρου που δεν έχει καταβληθεί καταβάλλεται εφάπαξ κατά τα οριζόμενα στην παρ. 6, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) όταν τα μεταφερθέντα περιουσιακά στοιχεία ή η δραστηριότητα που ασκεί η μόνιμη εγκατάσταση του φορολογουμένου πωλούνται ή διατίθενται κατ’ άλλον τρόπο, β) όταν τα μεταφερθέντα περιουσιακά στοιχεία του φορολογούμενου μεταφέρονται ακολούθως σε τρίτη χώρα, γ) όταν η φορολογική κατοικία ή η δραστηριότητα που ασκεί η μόνιμη εγκατάσταση του φορολογουμένου μεταφέρεται ακολούθως σε τρίτη χώρα, δ) όταν ο φορολογούμενος πτωχεύει ή τίθεται υπό εκκαθάριση, ε) όταν ο φορολογούμενος δεν καταβάλλει μια δόση εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής δόσης εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της, υπολογίζονται τόκοι εκπρόθεσμ
ΚΦΕ Άρθρο 8
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 85.9%
ΚΦΕ Άρθρο 8: 1. Το φορολογικό έτος ταυτίζεται με το ημερολογιακό έτος. Για τα νομικά πρόσωπα ή τις νομικές οντότητες που τηρούν διπλογραφικά βιβλία το φορολογικό έτος μπορεί να λήγει στις 30 Ιουνίου. Σε καμία περίπτωση το φορολογικό έτος δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες. 2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 ένα νομικό πρόσωπο ή μια νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος στην ημεδαπή και ανήκει κατά ποσοστό που υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) σε αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα μπορεί να χρησιμοποιήσει ως φορολογικό έτος το φορολογικό έτος του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας. 3. Ο φόρος που επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος αφορά σε εισόδημα που αποκτήθηκε το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος. 4. Χρόνος κτήσης του εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος που ο δικαιούχος απέκτησε το δικαίωμα είσπραξής του. Κατ' εξαίρεση για τις αγροτικές ενισχύσεις και επιδοτήσεις χρόνος κτήσης του εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος της είσπραξής τους, εκτός από την περίπτωση που εισπράττονται αναδρομικά κατόπιν ένστασης ή δικαστικής απόφασης, όπου χρόνος κτήσης τους δύναται να θεωρείται και o χρόνος στον οποίο ανάγονται. Ειδικά για τις ανείσπρακτες δεδουλευμένες αποδοχές που εισπράττονται το έτος 2014 και μετά και εφόσον αναγράφονται διακεκριμένα στην ετήσια βεβαίωση αποδοχών που χορηγείται στον δικαιούχο ή προκύπτει με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο το έτος στο οποίο ανάγονται, υπάγονται σε φόρο με βάση τις διατάξεις του έτους που ανάγονται. 5. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος προβαίνει σε έναρξη ή παύση εργασιών ή δραστηριοτήτων στη διάρκεια του φορολογικού έτους, το πρώτο φορολογικό έτος λήγει στις 31 Δεκεμβρίου και το τελευταίο φορολογικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1.
ΚΦΔ Άρθρο 97
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 85.9%
ΚΦΔ Άρθρο 97: Αναστολή χρόνου παραγραφής 1. Από την υποβολή κάθε αιτήματος προς τη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για την κατάπτωση εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία έχει παρασχεθεί βάσει του ν. 2322/1995 (Α’ 143) ή του ν. 4549/2018 (Α’ 105), αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των εν γένει αξιώσεων, τόσο του αιτούντος, όσο και του ελληνικού δημοσίου, αν κατά την υποβολή η παραγραφή δεν έχει ήδη συμπληρωθεί. Η αναστολή του χρόνου της παραγραφής διαρκεί μέχρι η Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων να αποφανθεί οριστικά επί του υποβληθέντος αιτήματος κατάπτωσης. 2. Η παρ. 1 εφαρμόζεται από την αντίστοιχη υποβολή ή επανυποβολή των αιτημάτων κατάπτωσης, εφόσον η σχετική παραγραφή δεν έχει ήδη συμπληρωθεί κατά την παρ. 1, και για: α) αιτήματα κατάπτωσης, τα οποία έχουν υποβληθεί από πιστωτικά ιδρύματα ή φορείς διαχείρισης δανείων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος και εκκρεμούν στη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, β) αιτήματα κατάπτωσης, τα οποία επανυποβάλλονται κατ’ εφαρμογή της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 96 του παρόντος.
ΚΦΔ Άρθρο 54
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 85.7%
ΚΦΔ Άρθρο 54: Κυρώσεις για την υποβολή ανακριβούς δήλωσης 1. Όταν η φορολογική δήλωση είναι ανακριβής και το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο επί της διαφοράς φόρου που προκύπτει προς καταβολή ως εξής: α) δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από πέντε τοις εκατό (5%) έως είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση, β) είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει το ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και ανέρχεται σε ποσοστό έως πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση, γ) πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση. 2. Ειδικά για ανακριβείς δηλώσεις Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) του άρθρου 38 ή του άρθρου 47α του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 2859/2000, Α’ 248) ή δηλώσεις παρακρατούμενου φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί της διαφοράς. 3. Σε φορολογούμενους συστήματος που υποβάλλουν ανακριβή δήλωση κατοχής, απόκτησης, μεταβολής και διακοπής λειτουργίας τερματικών Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης («Electronic Funds Transfer at the point of sale, EFT/POS») επιβάλλεται πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ. 4. Σε φορολογούμενους που υποβάλλουν ανακριβή δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ, με την επιφύλαξη της παρ. 1. Σε περίπτωση υποβολής δηλώσεων στοιχείων ακινήτων για περισσότερα του ενός (1) έτους επιβάλλεται ένα μόνο πρόστιμο, εφόσον στις δηλώσεις αυτές επαναλαμβάνονται οι ίδιες μεταβολές.
ΚΦΔ Άρθρο 9
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 85.6%
ΚΦΔ Άρθρο 9: Ερμηνευτικές εγκύκλιοι και οδηγίες 1. Ο Διοικητής δύναται να εκδίδει ερμηνευτικές εγκυκλίους, καθώς και οδηγίες για την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι δημοσιεύονται στον ιστότοπο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και ισχύουν από τη δημοσίευσή τους. 2. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι είναι δεσμευτικές για τη Φορολογική Διοίκηση, έως ότου ανακληθούν ρητά ή έως ότου τροποποιηθεί η νομοθεσία την οποία ερμηνεύουν. Η τυχόν μεταβολή της ερμηνευτικής θέσης της Φορολογικής Διοίκησης δεν ισχύει αναδρομικά σε περίπτωση που συνεπάγεται τη χειροτέρευση της θέσης των φορολογουμένων. 3. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι δεν είναι δεσμευτικές για τους φορολογούμενους. 4. Απαντήσεις που παρέχονται ή απόψεις που διατυπώνονται από υπάλληλο της Φορολογικής Διοίκησης, σχετικά με την ερμηνεία της φορολογικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τη Φορολογική Διοίκηση. 5. Αν ο φορολογούμενος ακολούθησε τις εγκυκλίους της Φορολογικής Διοίκησης αναφορικά με τη φορολογική του υποχρέωση, η δήλωσή του δεν θεωρείται ανακριβής ή δεν θεωρείται ότι παρέλειψε να υποβάλει δήλωση, κατά περίπτωση.
ΚΦΕ Άρθρο 36
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 85.5%
ΚΦΕ Άρθρο 36: Μερίσματα 1. Ο όρος «μερίσματα» σημαίνει το εισόδημα που προκύπτει από μετοχές, ιδρυτικούς τίτλους, ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από οφειλές (χρέη), καθώς και το εισόδημα από άλλα εταιρικά δικαιώματα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μερίδια, οι μερίδες συμπεριλαμβανομένων των προμερισμάτων και μαθηματικών αποθεματικών, οι συμμετοχές σε κέρδη προσωπικών επιχειρήσεων, οι διανομές των κερδών από κάθε είδους νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, καθώς και κάθε άλλο συναφές διανεμόμενο ποσό. 2. Εάν η διανομή των μερισμάτων υπόκειται σε παρακράτηση φόρου, όπως ορίζεται στο Μέρος Τέταρτο του Κ.Φ.Ε., ο παρακρατούμενος φόρος εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση μόνο για τα φυσικά πρόσωπα και για το συγκεκριμένο είδος εισοδήματος του φορολογούμενου με βάση τον Κ.Φ.Ε..
ΚΦΔ Άρθρο 2
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 85.4%
ΚΦΔ Άρθρο 2: Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος είναι η συστηματοποίηση των φορολογικών διαδικασιών σε ενιαίο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας που καλύπτει τους παρακάτω φόρους και δημόσια έσοδα: α) Φόρο Εισοδήματος. β) Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. γ) Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων. δ) Φόρο Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια. ε) Φόρους, τέλη, εισφορές ή χρηματικές κυρώσεις που αναφέρονται στο Παράρτημα Α’ του Κώδικα και κάθε άλλο φόρο, τέλος, εισφορά ή χρηματική κύρωση για τον προσδιορισμό (βεβαίωση) ή την είσπραξη των οποίων, κατά την 1η Ιανουαρίου 2014, εφαρμόζονται ανάλογα οι αντίστοιχες διατάξεις των φορολογιών των περ. α) και β). στ) Χρηματικές κυρώσεις και τόκους, οι οποίοι προβλέπονται από τον Κώδικα.
ΚΦΕ Άρθρο 47
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 85.4%
ΚΦΕ Άρθρο 47: Φορολογική μεταχείριση ζημιών ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ 1. Το κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Γ', του Μέρους Δεύτερου («Φόρος Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων») του Κ.Φ.Ε., εκτός από τις περιπτώσεις όπου ορίζεται διαφορετικά στο παρόν κεφάλαιο. «Σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανομής κερδών για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, το ποσό που διανέμεται ή κεφαλαιοποιείται φορολογείται σε κάθε περίπτωση ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη φορολογικών ζημιών». 2. Όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις του άρθρου 45 θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα. «3. Τα έσοδα και τα έξοδα των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων που εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, που προκύπτουν κατά την αρχική αναγνώριση των χρηματοοικονομικών μέσων, κατανέμονται ανάλογα με τη χρονική διάρκεια των αντίστοιχων μέσων, σύμφωνα και με τα οριζόμενα από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Ως χρηματοοικονομικά μέσα νοούνται τα οριζόμενα από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, όπως αυτά υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατ' εφαρμογή του Κανονισμού 1606/2002, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.» «4. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες που τηρούν απλογραφικά βιβλία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 21 έως και 28 του Κεφαλαίου Γ΄του Μέρους Δεύτερου». 5. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 21, των παρ. 2, 3 και 6 του άρθρου 37 και της παρ. 6 του άρθρου 42 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες του άρθρου 45. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 37 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι αλλοδαπής και δεν διατηρούν στην Ελλάδα μόνιμη εγκατάσταση. 6. Ειδικά το εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κρατικών ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου που αποκτούν νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που δεν είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και δεν έχουν στην Ελλάδα μόνιμη εγκατάσταση απαλλάσσεται του φόρου.» «7. Το εισόδημα από ακίνητη περιουσία που αποκτούν οι Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού απαλλάσσεται του φόρου, εφόσον πρόκειται για: α) ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα των Ο.Τ.Α., καθώς και κοινής χρήσεως πράγματα που ανήκουν σε δήμο ή β) ακίνητα που παραχωρούνται κατά χρήση, χωρίς αντάλλαγμα, στο Ελληνικό Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, εφόσον προορίζονται για την εξυπηρέτηση αναγκών κάθε αναγνωρισμένης βαθμίδας δημόσιας εκπαίδευσης, δημόσιων ή δημοτικών νοσοκομειακών συγκροτημάτων προς όφελος της δημόσιας υγείας, δημόσιων ή δημοτικών μονάδων κοινωνικής φροντίδας, δημόσιων ή δημοτικών παιδικών σταθμών ή βρεφοκομείων ή ορφανοτροφείων, δημόσιων ή δημοτικών γηροκομείων, Κ.Α.Π.Η., κέντρων και δομών προσωρινής υποδοχής - φιλοξενίας και εν γένει χώρων που καλύπτουν έκτακτες ανάγκες στέγασης και προσωρινής φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών.» 8. Για τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων του άρθρου 45, εκπίπτουν ως δαπάνη και οι δωρεές σε χρήμα ή σε είδος προς το Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικά για τον προσδιορισμό του κέρδους από 8463 Τεύχος A’ 147/16.09.2024 επιχειρηματική δραστηριότητα των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων της περ. γ΄ του άρθρου 45, εκπίπτουν ως δαπάνη και οι κάθε είδους δαπάνες που αφορούν στα ακίνητά τους σε ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) και οι δωρεές σε χρήμα ή σε είδος προς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και οι λοιπές δαπάνες του άρθρου 22. Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται και για τα νομικά πρόσωπα της περ. γ΄ του άρθρου 45 που λειτουργούν ως Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών (Ο.Κοι.Π.), υπό την προϋπόθεση ότι είναι εγγεγραμμένες στο Ειδικό Μητρώο Ο.Κοι.Π. Ειδικά για το Άγιο Όρος και τις Ιερές Μονές αυτού, το ποσοστό της έκπτωσης για τις κάθε είδους δαπάνες, ανεξαρτήτως αν συνδέονται με την εκμετάλλευση συγκεκριμένου ακινήτου ή της εν γένει ακίνητης περιουσίας τους, ανέρχεται σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
ΚΦΔ Άρθρο 47
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 85.3%
ΚΦΔ Άρθρο 47: Αναγκαστική εκτέλεση 1. Με την επιφύλαξη των θεμάτων που ρυθμίζονται διαφορετικά από τον Κώδικα, η αναγκαστική είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του διενεργείται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν. 4978/2022, Α’ 190). 2. Η Φορολογική Διοίκηση συμψηφίζει απαιτήσεις από φόρους και λοιπά έσοδα του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα και σε όλη την εν γένει φορολογική και τελωνειακή νομοθεσία, σύμφωνα με το άρθρο 75 του Κ.Ε.Δ.Ε. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να συμψηφίζει κάθε άλλη απαίτηση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο. 3. Αναγκαστική εκτέλεση δεν διενεργείται για οφειλές, η πληρωμή των οποίων τελεί σε νόμιμη ή δικαστική ή διοικητική αναστολή των παρ. 3 και 4 του άρθρου 72 και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί. Αναγκαστική εκτέλεση δεν διενεργείται επίσης για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών, εφόσον ο φορολογούμενος συμμορφώνεται με το πρόγραμμα. 4. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να επιλέγει κατά προτεραιότητα τις, προς επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής, υποθέσεις με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου ή εξαιρετικά και με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Διοικητή και δεν δημοσιοποιούνται. Ο Υπουργός δύναται να ζητά, εκ των υστέρων, στοιχεία από τον Διοικητή σχετικά με τα κριτήρια του πρώτου εδαφίου. 5. Η Φορολογική Διοίκηση προβαίνει σε περιοδική διαγραφή των βεβαιωμένων ανείσπρακτων οφειλών στις Υπηρεσίες της υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων ή τρίτων, εφόσον το εισπρακτέο υπόλοιπο ανά βασική οφειλή δεν υπερβαίνει το ποσό του ενός (1) ευρώ.
ΚΦΔ Άρθρο 7
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 85.1%
ΚΦΔ Άρθρο 7: Προθεσμίες 1. Εάν η εκπνοή προθεσμίας για την άσκηση δικαιώματος ή την εκπλήρωση υποχρέωσης, όπως ορίζεται από τη φορολογική νομοθεσία, συμπίπτει με επίσημη αργία, Σάββατο ή Κυριακή, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την αμέσως επόμενη ημέρα κατά την οποία η Φορολογική Διοίκηση λειτουργεί για το κοινό. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για τις δηλώσεις του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που υποβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 47β, 47γ και 47δ του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248). 2. Δήλωση, προσφυγή ή άλλο έγγραφο που υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση λογίζεται ότι υποβλήθηκε την ημερομηνία που κατατίθεται και πρωτοκολλείται από τη Φορολογική Διοίκηση ή, εφόσον αποσταλεί ταχυδρομικώς, την ημερομηνία σήμανσης με ταχυδρομική σφραγίδα ή, στην περίπτωση ηλεκτρονικής υποβολής, την ημερομηνία ολοκλήρωσης της υποβολής στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης.
ΚΦΔ Άρθρο 72
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 85.1%
ΚΦΔ Άρθρο 72: Ενδικοφανής προσφυγή 1. Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση ή σε περίπτωση σιωπηρής άρνησης, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Φορολογικής Διοίκησης. Η ενδικοφανής προσφυγή υποβάλλεται στην Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης που εξέδωσε την πράξη ή παρέλειψε την έκδοσή της και αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημά του. Η ενδικοφανής προσφυγή υποβάλλεται από τον υπόχρεο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σε αυτόν ή από τη συντέλεση της παράλειψης. Η προθεσμία αυτή ορίζεται σε εξήντα (60) ημέρες για φορολογούμενους κατοίκους εξωτερικού. Οι ανωτέρω προθεσμίες αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου. Η υποχρέωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής δεν ισχύει στις περιπτώσεις των διαφορών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Προέδρου Πρωτοδικών του Διοικητικού Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97). 2. Η Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 αποστέλλει την ενδικοφανή προσφυγή του υπόχρεου, συνοδευόμενη από σχετικά έγγραφα και τις απόψεις της, μέσα σε επτά (7) ημέρες από την υποβολή της, στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Φορολογικής Διοίκησης, προκειμένου η τελευταία να αποφανθεί. 3. Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%). Η αναστολή, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, δεν ισχύει επί του άμεσου ή του οίκοθεν προσδιορισμού του φόρου, καθώς και επί πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου, που εκδίδεται με βάση στοιχεία που έχουν παρασχεθεί από τον φορολογούμενο σε φορολογική του δήλωση. 4. Ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή, και αίτημα αναστολής της καταβολής που προβλέπεται στην παρ. 3. Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δύναται να αναστείλει την εν λόγω πληρωμή, μέχρι την έκδοση της απόφασής της: α) αν η πληρωμή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο, β) αν πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ενδικοφανούς προσφυγής. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή της αίτησης στη Φορολογική Διοίκηση, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής των τόκων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου. 5. Μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στη Φορολογική Διοίκηση, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών εκδίδει απόφαση, την οποία κοινοποιεί στον υπόχρεο, λαμβάνοντας υπόψη την προσφυγή, τις πληροφορίες που έλαβε από τον υπόχρεο και τις απόψεις της αρμόδιας Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι σχετική με την υπόθεση. Η προθεσμία του πρώτου εδαφίου αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου. Εάν για το ζήτημα που έχει τεθεί με την ενδικοφανή προσφυγή, η εξέταση της οποίας εκκρεμεί ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, έχει δημοσιευθεί πράξη του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), ο υπόχρεος δύναται να υποβάλει αίτηση ενώπιον του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, για αναστολή της προθεσμίας των εκατόν είκοσι (120) ημερών, για όσο διάστημα εκκρεμεί η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, εφόσον διαπιστώσει την ταυτότητα του νομικού ζητήματος, εκδίδει απόφαση αναστολής της προθεσμίας, πριν από την πάροδο της προθεσμίας των εκατόν είκοσι (120) ημερών, η οποία κοινοποιείται στον υπόχρεο. Η αναστολή καταλαμβάνει το σύνολο της ενδικοφανούς προσφυγής και ανατρέχει στην ημερομηνία δημοσίευσης της πράξης του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 ή, σε περίπτωση που η ενδικοφανής προσφυγή υποβληθεί μεταγενέστερα της ημερομηνίας δημοσίευσης της πράξης του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην ημερομηνία υποβολής της ενδικοφανούς προσφυγής. Μετά την κοινοποίηση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών συνεχίζει η προθεσμία των εκατόν είκοσι (120) ημερών για έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής. Αν η προθεσμία που απομένει για έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής υπολείπεται των τριάντα (30) ημερών, η προθεσμία των εκατόν είκοσι (120) ημερών παρατείνεται αυτοδικαίως για επιπλέον τριάντα (30) ημέρες. Αν η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών το κρίνει απαραίτητο, δύναται να καλέσει τον υπόχρεο σε ακρόαση. Σε περίπτωση που προσκομισθούν νέα στοιχεία στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ή γίνει επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, ο υπόχρεος καλείται υποχρεωτικά σε ακρόαση. Με απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, που εκδίδεται πριν από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας των εκατόν είκοσι (120) ημερών και κοινοποιείται στον υπόχρεο, η εν λόγω προθεσμία δύναται να παρατείνεται άπαξ για τριάντα (30) ημέρες, σε περίπτωση που προσκομισθούν από τον υπόχρεο νέα στοιχεία ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή γίνει επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών κατά τις τελευταίες τριάντα (30) ημέρες πριν από την πάροδο της προθεσμίας των εκατόν είκοσι (120) ημερών για την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής. Αν, εντός της ανωτέρω προθεσμίας, δεν εκδοθεί απόφαση τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής. Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών μπορεί, με απόφασή του, να εξουσιοδοτεί άλλους υπαλλήλους της ίδιας υπηρεσίας να υπογράφουν, με εντολή του, αποφάσεις επί ενδικοφανών προσφυγών και αιτήσεων αναστολής. 6. Αν με την απόφαση ακυρώνεται, μερικά ή ολικά, ή τροποποιείται η πράξη της Φορολογικής Διοίκησης, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση αυτή επαρκώς με νομικούς ή και πραγματικούς ισχυρισμούς. Σε περίπτωση απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, η αιτιολογία μπορεί να συνίσταται στην αποδοχή των διαπιστώσεων της οικείας πράξης της Φορολογικής Διοίκησης. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση περιέχει τουλάχιστον την οριστική φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου, το καταλογιζόμενο ποσό και την προθεσμία καταβολής του. Η Φορολογική Διοίκηση της οποίας η πράξη ακυρώνεται για τυπικές πλημμέλειες, εκδίδει νέα πράξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. 7. Η Φορολογική Διοίκηση δεν έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. 8. Κατά της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της π
ΚΦΕ Άρθρο 27Α
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 85.0%
ΚΦΕ Άρθρο 27Α: Αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση 1. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 11 του παρόντος άρθρου αφορούν στην προαιρετική μετατροπή αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, επί προσωρινών διαφορών, σε οριστικές και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Προς το σκοπό της ένταξης στις διατάξεις των παραγράφων αυτών και για την ανάληψη των σχετικών εταιρικών ενεργειών, απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων ή συνεταίρων του νομικού προσώπου, κατόπιν ειδικής εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου. Η απόφαση αυτή αφορά στο σχηματισμό ειδικού αποθεματικού και στη δωρεάν έκδοση παραστατικών τίτλων δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις διατάξεις της παραγράφου 6, στην αύξηση του μετοχικού ή συνεταιριστικού κεφαλαίου του νομικού προσώπου με κεφαλαιοποίηση του ειδικού αποθεματικού και στην εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίηση των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης. Η ως άνω απόφαση γνωστοποιείται στη Φορολογική Διοίκηση και στην Εποπτική Αρχή. Η ένταξη στο ειδικό πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος άρθρου λήγει με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων ή συνεταίρων του νομικού προσώπου, κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους εκείνου στο οποίο αφορά. Οι αποφάσεις των προηγούμενων εδαφίων λαμβάνονται με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία που απαιτείται, κατά τις διατάξεις του ν. 2190/1920 ή του ν. 1667/1986, για την αύξηση του μετοχικού ή του συνεταιριστικού κεφαλαίου, αντίστοιχα. Ειδικά, όσον αφορά στη λήξη της ένταξης, το νομικό πρόσωπο υποβάλλει προς την Εποπτική Αρχή σχετική αίτηση προς έγκριση τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης, την οποία αυτή εγκρίνει ή απορρίπτει εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της. «2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, λαμβάνεται υπόψη ο φόρος εισοδήματος, όπως αυτός υπολογίζεται με βάση τον εκάστοτε φορολογικό συντελεστή και εφόσον ο συντελεστής αυτός δεν θα υπερβαίνει το φορολογικό συντελεστή που ίσχυε για το φορολογικό έτος 2015, ο οποίος αναλογεί: α) σε προσωρινές διαφορές που αφορούν στο υπολειπόμενο (αναπόσβεστο) ποσό της χρεωστικής διαφοράς της παραγράφου 2 του άρθρου 27 που έχει προκύψει σε βάρος των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος ή τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, νομικών προσώπων των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 26, β) σε προσωρινές διαφορές που αφορούν στο υπολειπόμενο (αναπόσβεστο) ποσό της χρεωστικής διαφοράς της περίπτωσης α' της παραγράφου 3 του άρθρου 27 και στις προσωρινές διαφορές που προβλέπονται στην περίπτωση β' της παραγράφου 3 του άρθρου 27 και γ) σε προσωρινές διαφορές που αφορούν στο ποσό των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου, οι οποίες έχουν λογισθεί αναφορικά με απαιτήσεις των προαναφερθέντων νομικών προσώπων, για το οποίο έχει ή θα λογισθεί «αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση», σύμφωνα με τις διατάξεις των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) και τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος ν. 2238/1994 (Α' 151) και εμφανίζεται στις τελευταίες εκάστοτε νομίμως ελεγμένες και εγκεκριμένες από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων, ετήσιες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις των ανωτέρω νομικών προσώπων, εφόσον έχουν συνταχθεί με βάση τα ΔΠΧΑ. Σε κάθε περίπτωση, το συνολικό ποσό του φόρου που υπολογίζεται στις ανωτέρω περιπτώσεις β' και γ' δεν μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να υπερβεί το συνολικό ποσό φόρου που αναλογεί στις προσωρινές διαφορές από συσσωρευμένες προβλέψεις και λοιπές εν γένει ζημίες λόγω πιστωτικού κινδύνου, που είχαν λογισθεί έως τις 30 Ιουνίου 2015, αφού αφαιρεθούν: αα) Τυχόν ποσό οριστικής και εκκαθαρισμένης απαίτησης, το οποίο προέκυψε σε περίπτωση λογιστικής ζημίας χρήσης κατά τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου και το οποίο αφορά στις ανωτέρω συσσωρευμένες προβλέψεις, ββ) το ποσό του φόρου που αναλογεί σε τυχόν μεταγενέστερες ειδικές φορολογικές προβλέψεις οι οποίες αφορούν στις ανωτέρω συσσωρευμένες προβλέψεις και γγ) το ποσό του φόρου που αναλογεί στις ετήσιες αποσβέσεις της χρεωστικής διαφοράς της περίπτωσης α' της παραγράφου 3 του άρθρου 27, εφόσον και κατά το μέρος που η χρεωστική διαφορά αντιστοιχίζεται με τις ανωτέρω προβλέψεις και λοιπές εν γένει ζημίες λόγω πιστωτικού κινδύνου. Η αντιστοίχιση της χρεωστικής διαφοράς με τις προβλέψεις και λοιπές ζημίες λόγω πιστωτικού κινδύνου πραγματοποιείται εξατομικευμένα, ανά οφειλέτη ή ανά χαρτοφυλάκιο δανείων ή πιστώσεων κατά την αναλογία των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου που είχαν λογισθεί έως τις 30 Ιουνίου 2015 προς το σύνολο: i) των ανωτέρω συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου και ii) των προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών που λογίσθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή. Προκειμένου για τον υπολογισμό της ανωτέρω αναλογίας κατ' έτος αφαιρούνται από τον αριθμητή και από τον παρονομαστή τα ποσά των χρεωστικών διαφορών που προέκυψαν και αντιστοιχίσθηκαν στα προηγούμενα φορολογικά έτη. Ο φόρος που υπολογίζεται στις περιπτώσεις α', β' και γ' κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, μετατρέπεται, στο σύνολό του ή μερικά με τον τρόπο που περιγράφεται κατωτέρω, κατά περίπτωση, σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση αυτού έναντι του Δημοσίου, σε περίπτωση κατά την οποία το λογιστικό, μετά από φόρους, αποτέλεσμα χρήσης του νομικού προσώπου είναι ζημία, σύμφωνα με τις, κατά τα παραπάνω, νομίμως ελεγμένες και εγκεκριμένες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων. Το ποσό της οριστικής και εκκαθαρισμένης απαίτησης προσδιορίζεται δια του πολλαπλασιασμού του συνολικού ποσού της, κατά τα παραπάνω, οριζόμενης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης με το ποσοστό που αντιπροσωπεύει η λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης στο σύνολο των ιδίων κεφαλαίων, όπως αυτά εμφανίζονται στις εκάστοτε ετήσιες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις του νομικού προσώπου, οι οποίες έχουν συνταχθεί για το οικείο φορολογικό έτος, μη συμπεριλαμβανομένης σε αυτά της λογιστικής ζημίας χρήσης [Φορολογική Απαίτηση = Ποσό Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης οικονομικών καταστάσεων X λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης/(ίδια κεφάλαια - Λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης)]. Η απαίτηση της παρούσας παραγράφου γεννάται κατά το χρόνο έγκρισης των εκάστοτε ετήσιων εταιρικών οικονομικών καταστάσεων από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων και συμψηφίζεται με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος του νομικού προσώπου ή και εταιρειών του ιδίου εταιρικού ομίλου («συνδεδεμένων επιχειρήσεων» κατά την έννοια του παρόντος νόμου) του φορολογικού έτους το οποίο αφορούν οι εγκριθείσες οικονομι
ΚΦΔ Άρθρο 42
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 85.0%
ΚΦΔ Άρθρο 42: Επιστροφή φόρου 1. Εάν ο φορολογούμενος δικαιούται επιστροφή φόρου, η Φορολογική Διοίκηση, αφού συμψηφίσει τους οφειλόμενους από τον φορολογούμενο φόρους με το προς επιστροφή ποσό, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 47, προβαίνει στην επιστροφή της τυχόν προκύπτουσας διαφοράς. 2. α) Σε περίπτωση άμεσου προσδιορισμού του φόρου, το επιστρεπτέο ποσό καταβάλλεται στον φορολογούμενο εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του φορολογούμενου. Ειδικά για τη δήλωση που υποβάλλεται με επιφύλαξη, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου εκκινεί από την αποδοχή της επιφύλαξης από τη Φορολογική Διοίκηση, με την επιφύλαξη περιπτώσεων επιστροφής που επιλέγονται για έλεγχο. β) Σε περίπτωση διοικητικού προσδιορισμού ή διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου κατόπιν υποβολής τροποποιητικής δήλωσης, το επιστρεπτέο ποσό καταβάλλεται στον φορολογούμενο εντός ενενήντα (90) ημερών από την έκδοση της πράξης προσδιορισμού του φόρου, με την επιφύλαξη περιπτώσεων επιστροφής που επιλέγονται για έλεγχο. γ) Εφόσον για την επιστροφή του φόρου διενεργείται έλεγχος, το επιστρεπτέο ποσό καταβάλλεται στον φορολογούμενο εντός τριάντα (30) ημερών από την ολοκλήρωση του ελέγχου. Ο έλεγχος του πρώτου εδαφίου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έκδοση της εντολής ελέγχου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η προθεσμία του δευτέρου εδαφίου μπορεί να παρατείνεται για οκτώ (8) ακόμη μήνες, με ειδική αιτιολογία. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, ως ολοκλήρωση του ελέγχου νοείται: γα) σε περίπτωση μερικής ή ολικής απόρριψης του αιτούμενου προς επιστροφή ποσού, η έκδοση των οικείων πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου και γβ) σε περίπτωση αποδοχής του αιτούμενου προς επιστροφή ποσού, η σύνταξη της οικείας έκθεσης ελέγχου. δ) Με την επιφύλαξη των περ. α) έως γ), το επιστρεπτέο ποσό καταβάλλεται στον φορολογούμενο εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή έγγραφου αιτήματός του για επιστροφή, με την επιφύλαξη περιπτώσεων επιστροφής που επιλέγονται για έλεγχο. ε) Ειδικά για αιτήματα επιστροφής Φόρου Προστιθέμενης Αξίας από υποκείμενους μη εγκατεστημένους στο εσωτερικό της χώρας, η Φορολογική Διοίκηση αποφαίνεται μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από τη λήψη του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν απαιτείται η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, οπότε η ως άνω προθεσμία παρατείνεται μέχρι οκτώ (8) μήνες. Το επιστρεπτέο ποσό καταβάλλεται το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της προθεσμίας έκδοσης απόφασης. στ) Η ενδικοφανής προσφυγή με αίτημα την ακύρωση ή την τροποποίηση της πράξης προσδιορισμού του φόρου ή επιβολής του προστίμου, συνιστά αίτημα επιστροφής και η προθεσμία της περ. δ) εκκινεί από την κοινοποίηση στην Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης που είναι αρμόδια για την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών που ακυρώνει ή τροποποιεί την πράξη προσδιορισμού του φόρου ή επιβολής του προστίμου. ζ) Η δικαστική προσφυγή με αίτημα την ακύρωση ή την τροποποίηση της πράξης προσδιορισμού του φόρου ή επιβολής του προστίμου ή της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, συνιστά αίτημα επιστροφής και η προθεσμία της περ. δ) εκκινεί από την κοινοποίηση στην Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης που είναι αρμόδια για την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, της απόφασης του δικαστηρίου που ακυρώνει ή τροποποιεί την πράξη προσδιορισμού του φόρου ή επιβολής του προστίμου ή την απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. 3. Μετά την πάροδο των προθεσμιών της παρ. 2 η αξίωση του φορολογούμενου για την επιστροφή του φόρου καθίσταται ληξιπρόθεσμη. 4. Με δήλωση του φορολογούμενου το επιστρεπτέο ποσό δύναται να παρακρατηθεί με σκοπό τον συμψηφισμό του με μελλοντικές οφειλές του φορολογούμενου. 5. Η αξίωση για επιστροφή φόρου, ο οποίος καταβλήθηκε αχρεωστήτως, παραγράφεται κατά τον χρόνο που παραγράφεται το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης για έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 αναφορικά με την αντίστοιχη φορολογική υποχρέωση από την οποία πηγάζει η αξίωση προς επιστροφή. Η παραγραφή της αξίωσης για επιστροφή φόρου που προκύπτει ότι καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως αποτέλεσμα έκδοσης πράξης για την ακύρωση ή την τροποποίηση άμεσου προσδιορισμού ή πράξης προσδιορισμού του φόρου ή πράξης επιβολής προστίμου, σύμφωνα με το άρθρο 74, παρατείνεται κατά ένα (1) έτος από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης ακύρωσης ή τροποποίησης, εφόσον η πράξη ακύρωσης ή τροποποίησης εκδίδεται εντός του τελευταίου έτους της προθεσμίας παραγραφής ή μετά από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37. Ειδικά στις φορολογίες δωρεών, γονικών παροχών και μεταβίβασης ακινήτων, η αξίωση για επιστροφή φόρου, ο οποίος καταβλήθηκε αχρεώστητα λόγω μη σύνταξης συμβολαίου ή μεταγραφής δικαστικής απόφασης, παραγράφεται εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου υποβλήθηκε η δήλωση.
ΚΕΦ Άρθρο 40
Ν. 5177/2025 - Κώδικας Εμμέσων Φόρων
Σχετικότητα: 84.9%
ΚΕΦ Άρθρο 40: Προσωρινός προσδιορισμός της αξίας 1. Μη θιγομένων των ισχυόντων στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 5104/2024, Α ’ 58), ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), εάν δεν αποδέχεται τη δήλωση που υποβλήθηκε ως ειλικρινή, μπορεί, μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τότε που υποβλήθηκε, να προβεί στον προσωρινό προσδιορισμό της αξίας των εισφορών που πρέπει να φορολογηθεί, καλώντας τον υπόχρεο, εντός προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τις σαράντα (40) ημέρες από τη σχετική επίδοση πρόσκλησης, να αποδεχθεί την αξία των εισφορών που προσδιόρισε και, εφόσον αυτός συμφωνεί, υποβάλλει μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τότε που έγινε η συμφωνία, τροποποιητική δήλωση και καταβάλλει ολόκληρη τη διαφορά του φόρου που αναλογεί μεταξύ της αρχικής και της τροποποιητικής δήλωσης, χωρίς τόκους εκπρόθεσμης καταβολής και πρόστιμα, οπότε η υπόθεση περατώνεται οριστικά ως ειλικρινής. Εάν η διαφορά του φόρου που προκύπτει υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών (293) ευρώ, ο φόρος βεβαιώνεται και καταβάλλεται σε τέσσερις (4) ίσες μηνιαίες άτοκες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέσα στον επόμενο από τον προσδιορισμό του φόρου μήνα και μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα αυτού. 2. Σε περίπτωση μη αποδοχής της προσδιορισθείσας αξίας, ο Διοικητής της Α.Α.Δ.Ε. εκδίδει εντολή φορολογικού ελέγχου σύμφωνα με τον Κ.Φ.Δ.. Ο φορολογικός έλεγχος δεν δεσμεύεται από την αξία που προσδιορίστηκε προσωρινά.
ΚΦΔ Άρθρο 45
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 84.7%
ΚΦΔ Άρθρο 45: Λήψη διασφαλιστικών μέτρων 1. Η Φορολογική Διοίκηση, προκειμένου να διασφαλίζει την είσπραξη φόρων, μπορεί σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος για την είσπραξη των φόρων, να προβαίνει με βάση τον εκτελεστό τίτλο του άρθρου 44 πριν από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της οφειλής και χωρίς δικαστική απόφαση στην επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης κινητών, ακινήτων, εμπράγματων δικαιωμάτων σε αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του Δημοσίου είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου. Η συντηρητική κατάσχεση τρέπεται αυτοδίκαια σε αναγκαστική με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας καταβολής της οφειλής και έχει τις συνέπειες της αναγκαστικής κατάσχεσης από τον χρόνο της εγγραφής της. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 707 έως και 723 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.), εξαιρουμένων της παρ. 5 του άρθρου 715 και του άρθρου 722 του Κ.Πολ.Δ. 2. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί, με τις προϋποθέσεις της παρ. 1, να προβαίνει στη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων του Κ.Πολ.Δ. με βάση τον εκτελεστό τίτλο, καθώς και πριν από την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 691Α του Κ.Πολ.Δ.. 3. Τα μέτρα της παρ. 2 διατάσσονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου της έδρας του οργάνου της Φορολογικής Διοίκησης χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κλήτευση του φορολογούμενου. 4. Με τις προϋποθέσεις της παρ. 1 μπορεί να εγγραφεί υποθήκη για κάθε φόρο και λοιπά έσοδα του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση, η παρ. 1 του άρθρου 1262 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164) εξακολουθεί να ισχύει. 5. Εφόσον η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει μη απόδοση, ανακριβή απόδοση, συμψηφισμό, έκπτωση ή διακράτηση Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Φόρου Κύκλου Εργασιών, φόρου ασφαλίστρων, παρακρατούμενων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών με σκοπό τη μη πληρωμή συνολικά στο Δημόσιο ποσού πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, καθώς και είσπραξη επιστροφής των παραπάνω φόρων κατόπιν παραπλάνησης της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, μπορεί, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, να επιβάλλει σε βάρος του υπόχρεου παραβάτη προληπτικά ή διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα. Ειδικότερα η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να μην παραλαμβάνει και να μη χορηγεί έγγραφα που απαιτούνται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) των καταθέσεων των πάσης φύσεως λογαριασμών και παρακαταθηκών και του περιεχομένου των θυρίδων του υπόχρεου παραβάτη και κατ’ ανώτατο μέχρι του διπλάσιου του ποσού για το οποίο διαπιστώνεται ο σκοπός μη πληρωμής ή η είσπραξη επιστροφής, κατά τα ανωτέρω. Το μη χρηματικό περιεχόμενο θυρίδων και οι μη χρηματικές παρακαταθήκες δεσμεύονται στο σύνολό τους. 6. Τα μέτρα της παρ. 5 επιβάλλονται σωρευτικά σε βάρος των ομόρρυθμων εταίρων προσωπικών εταιρειών, καθώς και σε βάρος των προσώπων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 49. Η προθεσμία και η άσκηση προσφυγής δεν αναστέλλουν την εφαρμογή των μέτρων. 7. Τα μέτρα της παρ. 5 δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα της Φορολογικής Διοίκησης να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της, από τα δεσμευθέντα περιουσιακά στοιχεία, με αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 8. Αντιρρήσεις κατά των μέτρων των παρ. 5 έως 7 εξετάζονται με τη διαδικασία που προβλέπεται στην περ. δ) της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97).
ΚΦΔ Άρθρο 65
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 84.4%
ΚΦΔ Άρθρο 65: Επιβολή, κοινοποίηση και πληρωμή προστίμων 1. Ο Διοικητής είναι αρμόδιος για την έκδοση πράξεων επιβολής προστίμων. Οι διατάξεις του Κώδικα, και ιδίως αυτές που αφορούν στον φορολογικό έλεγχο, τον προσδιορισμό φόρου, την παραγραφή και την είσπραξη, εφαρμόζονται αναλόγως και για τις πράξεις επιβολής προστίμων. 2. Η πράξη επιβολής προστίμων κοινοποιείται στον φορολογούμενο ή το ευθυνόμενο πρόσωπο: α) μαζί με την πράξη προσδιορισμού του φόρου ή β) αυτοτελώς, εάν η πράξη προσδιορισμού του φόρου δεν εκδίδεται ταυτόχρονα. 3. Η πράξη επιβολής προστίμων περιλαμβάνει αυτοτελή αιτιολογία. 4. Ο φορολογούμενος ή το ευθυνόμενο πρόσωπο καλείται εγγράφως από τον Διοικητή να υποβάλει ενδεχόμενες αντιρρήσεις του σχετικά με επικείμενη έκ- δοση πράξης επιβολής προστίμων τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από την έκδοσή της, με εξαίρεση τις υποχρεώσεις καταβολής προστίμων για παραβάσεις μη υποβολής ή ελλιπούς υποβολής φορολογικών δηλώσεων, καθώς και για πρόστιμα τα οποία προκύπτουν και επιβάλλονται κατά τον άμεσο, διοικητικό ή ενδιάμεσο προσδιορισμό του φόρου. 5. Πρόστιμα καταβάλλονται εφάπαξέως και την τριακοστή ημέρα μετά από την κοινοποίηση της πράξης επιβολής, με εξαίρεση τα πρόστιμα της παρ. 6 του άρθρου 53 και της παρ. 2 του άρθρου 54, όσον αφορά τους παρακρατούμενους φόρους. Για τις παραβάσεις των παρ. 1, 2, 4, 5 και 9 του άρθρου 53, των παρ. 3 και 4 του άρθρου 54 και των παρ. 1, 5, 9α, 9β, 10 και 13 του άρθρου 57, η απόσβεση του δικαιώματος του Δημοσίου για έκδοση πράξης επιβολής προστίμου υπολογίζεται από το τέλος του έτους διαπίστωσης της παράβασης. Η απόσβεση του δικαιώματος του Δημοσίου για την έκδοση πράξης επιβολής προστίμου της παρ. 3 και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 53 υπολογίζεται από το τέλος του έτους εντός του οποίου λήγει η νόμιμη προθεσμία καταβολής του φόρου και επέρχεται μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την ημερομηνία αυτή. Η κοινοποίηση της πράξης διενεργείται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5. 6. Τα πρόστιμα των παρ. 6 και 10 του άρθρου 53, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 54, της παρ. 6, όσον αφορά τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), και της παρ. 7 του άρθρου 57 επιβάλλονται μόνο εάν οι σχετικές παραβάσεις διαπιστωθούν κατόπιν ελέγχου. Το πρόστιμο για την παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 57 δεν επιβάλλεται όπου επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 2 του άρθρου 57. 7. Δεν επιβάλλονται πρόστιμα στον εκτιμώμενο προσδιορισμό φόρου.
ΚΦΕ Άρθρο 1
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 84.4%
ΚΦΕ Άρθρο 1: Πεδίο Εφαρμογής ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) ρυθμίζει τη φορολογία του εισοδήματος: α) των φυσικών προσώπων, β) των νομικών προσώπων και των κάθε είδους νομικών οντοτήτων. 2. Ο Κ.Φ.Ε. ρυθμίζει τον τρόπο φορολόγησης για τις κατηγορίες εισοδημάτων, όπως ορίζονται στον Κ.Φ.Ε., καθώς και τον τρόπο απόδοσης των φόρων με την υποβολή της δήλωσης, την προκαταβολή του φόρου και την παρακράτησή του.
ΚΦΔ Άρθρο 79
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 84.4%
ΚΦΔ Άρθρο 79: Εγκλήματα φοροδιαφυγής 1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) ή Ειδικού Φόρου Ακινήτων (Ε.Φ.Α.), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), του Φόρου Κύκλου Εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν. 2. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) Τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά Φ.Π.Α. ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 3. Επιβάλλεται κάθειρξη, αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της παρ. 2 υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά Φ.Π.Α., ή τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. 4. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρισθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του Κώδικα ως ανακριβή. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο. Δεν είναι εικονικό το φορολογικό στοιχείο που εξέδωσε ή έλαβε η κοινωνία κληρονόμων ή ο κληρονόμος ή σύζυγος ή τέκνο αποβιώσαντος ή συνταξιοδοτηθέντος συζύγου ή γονέα, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από τον αποβιώσαντα ή συνταξιοδοτηθέντα επιτηδευματία, εφόσον αφορά πραγματική συναλλαγή και πριν από κάθε είδους φορολογικό έλεγχο έχει καταχωρισθεί στα βιβλία τόσο του λαμβάνοντα όσο και του εκδώσαντα το στοιχείο, η αξία αυτού έχει συμπεριληφθεί στις οικείες δηλώσεις Φ.Π.Α. και φορολογίας εισοδήματος και έχει γίνει η απόδοση των φόρων που προκύπτουν από το στοιχείο αυτό. 5. Για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και η διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης. Η μεταχείριση από τον δράστη ιδιαιτέρων τεχνασμάτων συνιστά επιβαρυντική περίσταση.
ΚΕΔΕ Άρθρο 5
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 84.4%
ΚΕΔΕ Άρθρο 5: Ληξιπρόθεσμα χρέη Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται ή προκύπτουν από την καταχώριση στοιχείων νόμιμων τίτλων στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: α) τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση ή την καταχώριση μήνα, β) τα χρέη που με βάση τον νόμο καταβάλλονται σε δόσεις την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα, κατά τον οποίο πρέπει να καταβληθεί κάθε δόση, σύμφωνα με τις σχετικές φορολογικές ή άλλες διατάξεις. Αν γίνει βεβαίωση ή καταχώριση μετά την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής της πρώτης ή οποιασδήποτε επόμενης δόσης, την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα πληρωμής της δόσης, που λήγει μετά τη βεβαίωση ή την καταχώριση, γ) τα χρέη από συμβάσεις την ημέρα που σύμφωνα με τη σύμβαση πρέπει να καταβληθεί ολόκληρο ή μέρος του κεφαλαίου της οφειλής, δ) τα χρέη από εισαγωγικά τέλη, για εμπορεύματα που βρίσκονται σε αποταμίευση, την ημέρα που λήγει, σύμφωνα με τους τελωνειακούς νόμους, η διάρκεια της αποταμίευσης, προκειμένου δε για χρέη από εμπορεύματα, που έχουν εισαχθεί με σκοπό την επανεξαγωγή, την ημέρα που λήγει η προθεσμία για επανεξαγωγή, ε) τα χρέη δημόσιων υπόλογων από καταλογισμό, την ημέρα που ο υπόλογος είχε υποχρέωση για την εισαγωγή των εισπράξεων στο Δημόσιο, εφόσον ο καταλογισμός έγινε για παράλειψη εισαγωγής εισπράξεων, ενώ σε περίπτωση ελλείμματος, την ημέρα που εξακριβώθηκε ότι δημιουργήθηκε το έλλειμμα και αν η εξακρίβωση είναι αδύνατη, την ημέρα κατά την οποία έχει ανακαλυφθεί, κατά την επιθεώρηση ή την παράδοση της διαχείρισης, το έλλειμμα. Αν η εξακρίβωση του ελλείμματος στη διαχείριση γίνει μετά τη λήξη του οικονομικού έτους και είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της ημέρας που δημιουργήθηκε αυτό, την ημέρα λήξης του οικονομικού έτους της ελλειμματικής διαχείρισης.
ΚΦΔ Άρθρο 14
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 84.1%
ΚΦΔ Άρθρο 14: Πληροφορίες από τον φορολογούμενο 1. Οι πληροφορίες, τις οποίες ζητά εγγράφως η Φορολογική Διοίκηση από τον φορολογούμενο, παρέχονται μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος. Η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί με απόφαση του αρμοδίου Προϊσταμένου αν ο φορολογούμενος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις για πιθανές δυσχέρειες κατά την προετοιμασία και υποβολή των πληροφοριών που του ζητήθηκαν για λόγους που δεν οφείλονται σε δική του υπαιτιότητα. 2. Κατόπιν έγγραφου αιτήματος (πρόσκλησης) της Φορολογικής Διοίκησης, αντίγραφα μέρους των λογιστικών αρχείων (βιβλίων και στοιχείων) ή οποιουδήποτε συναφούς εγγράφου, παρέχονται στη Φορολογική Διοίκηση μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν ο φορολογούμενος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις για πιθανές δυσχέρειες κατά την προετοιμασία και παράδοση των πληροφοριών που του ζητήθηκαν, για λόγους που δεν οφείλονται σε δική του υπαιτιότητα. Όταν τα βιβλία τηρούνται ή τα στοιχεία εκδίδονται ηλεκτρονικά, παρέχονται αντίγραφα των ηλεκτρονικών αρχείων. 3. Φορολογούμενος που τηρεί βιβλία σύμφωνα με το απλογραφικό λογιστικό σύστημα δεν υποχρεούται να παράσχει αντίγραφο των βιβλίων του για τα φορολογικά έτη, για τα οποία δηλώνει ότι το σύνολο των σχετικών πληροφοριών εσόδων και εξόδων έχει διαβιβασθεί στην ψηφιακή πλατφόρμα «myDATA». 4. Η Φορολογική Διοίκηση παραδίδει στον φορολογούμενο αποδεικτικό παράδοσης, στο οποίο γίνεται μνεία όλων των παραδοθέντων εγγράφων ή αρχείων.
ΚΦΔ Άρθρο 75
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 84.0%
ΚΦΔ Άρθρο 75: Αποδοχή πράξεων στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου 1. Τα πρόστιμα που οφείλονται δυνάμει του παρόντος μειώνονται, αν ο φορολογούμενος αποδεχθεί την κύρια οφειλή του, κατά ποσοστά, τα οποία διαμορφώνονται σύμφωνα με τα παρακάτω στάδια: α) μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, και έως την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιη τικής δήλωσης από την κοινοποίηση προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, με βάση την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 22 ή την περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 23 του παρόντος, κατά περίπτωση, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), β) μετά την κοινοποίηση οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Δ.Ε.Δ., τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), γ) μετά την κοινοποίηση της απόφασης της Δ.Ε.Δ. ή την παρόδο της προθεσμίας για τη σιωπηρή απόρριψη και ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου πρώτου βαθμού, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), και δ) μετά την άσκηση δικαστικής προσφυγής και έως την προηγούμενη ημέρα της αρχικά ορισθείσας ημερομηνίας για την εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%). 2. Στην περ. β) της παρ. 1, εφόσον έχει ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, η αποδοχή της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου θεωρείται αυτοδίκαιη παραίτηση από την ασκηθείσα ενδικοφανή προσφυγή. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της περ. γ) της παρ. 1 είναι να μην έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της περ. δ) της παρ. 1 είναι η παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα προσφυγή. 3. Η καταβολή του ποσού της συνολικής προκύπτουσας οφειλής του φορολογουμένου μετά τη μείωση του προστίμου με βάση την παρ. 1 δύναται να ολοκληρωθεί σε έως δώδεκα (12) δόσεις. Ο αριθμός των δόσεων προσδιορίζεται με τη δήλωση της παρ. 4. Το ποσό της προκύπτουσας οφειλής μετά την αφαίρεση του ποσού αυτής που καταβάλλεται με βάση το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 επιβαρύνεται, μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της δήλωσης και έως την πλήρη εξόφληση με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά τον χρόνο υποβολής της, προσαυξημένο κατά πέντε (5) εκατοστιαίες μονάδες, ετησίως υπολογισμένο. 4. Το δικαίωμα της παρ. 1 ασκείται με δήλωση του φορολογούμενου προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων που υποβάλλεται ψηφιακά και παράγει αποτελέσματα αν ο φορολογούμενος καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) επί του κύριου φόρου εντός τριών (3) ημερών από την υποβολή της. Η δήλωση έχει ως συνέπεια την ανέκκλητη αποδοχή των αποτελεσμάτων του φορολογικού ελέγχου και της εξ αυτού προκύπτουσας οφειλής ή της απόφασης της Δ.Ε.Δ. 5. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης ή η μη εξόφληση στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής συνεπάγεται άρση της έκπτωσης με βάση τις διατάξεις του παρόντος και καθιστά τη συνολική οφειλή, ως είχε πριν τη μείωση του αναλογικού προστίμου, ληξιπρόθεσμη, αφαιρουμένου τυχόν ποσού που καταβλήθηκε προηγουμένως με βάση την παρ. 4 κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1. 6. Τα πρόστιμα που εμπίπτουν στο παρόν καταλαμβάνουν: α) τους πρόσθετους φόρους του άρθρου 1 του ν. 2523/1997 (Α’ 179), και β) τα πρόστιμα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 54 και της παρ. 6 του άρθρου 53.
Ν4270 Άρθρο 145
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 84.0%
Ν4270 Άρθρο 145: Κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου και εκχώρηση 1.Η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου, γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων, οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικά: α. στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, β. στις αρμόδιες, για τη φορολογία εισοδήματος τόσο του καθ’ ου η κατάσχεση, όσο και του κατάσχοντος, Δ.Ο.Υ.. 2.Στο κατασχετήριο εις χείρας του Δημοσίου, πρέπει αναγκαία να αναφέρεται σαφώς η ακριβής αιτία της οφειλής του Δημοσίου, το πρόσωπο του δικαιούχου της σχετικής απαίτησης με την ακριβή διεύθυνσή του και το ποσό αυτής, καθώς και ο αριθμός φορολογικού μητρώου τόσο του κατάσχοντος, όσο και του καθ’ ου η κατάσχεση. 3.α. Η κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ολοκληρώνεται μόνο από την ημερομηνία κοινοποίησης του κατασχετηρίου στην, κατά την παράγραφο 1, αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία, η οποία όμως, για να είναι έγκυρη, πρέπει αφενός μεν να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο λοιπές κοινοποιήσεις και αφετέρου να συνοδεύεται από νόμιμα από αρμόδιο δικαστικό επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις ανωτέρω Δ.Ο.Υ., χωρίς να απαιτείται πρόσθετη κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 «Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου»). β. Η προθεσμία υποβολής της, κατ’ άρθρο 985 παραγράφου 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δήλωσης του Δημοσίου, ως τρίτου, είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία, ο προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την υποβολή της ανωτέρω δηλώσεως στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου όπου εδρεύει η υπηρεσία. 4.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται ανάλογα και επί αναγγελίας εκχώρησης απαίτησης κατά του Δημοσίου. Η αναγγελία τέτοιας εκχώρησης πρέπει, επί ποινή ακυρότητας αυτής, να καταχωρίζεται στο κάτω μέρος του νόμιμα συντεταγμένου πρωτοτύπου ή επικυρωμένου αντιγράφου του εκχωρητηρίου εγγράφου. 5.Η μη τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου επάγεται την ακυρότητα της εις χείρας του Δημοσίου κατάσχεσης ή της προς αυτό αναγγελίας εκχώρησης απαίτησης, λαμβανομένων υπόψη υπό των δικαστηρίων και αυτεπάγγελτα. Επί άκυρης εις χείρας του κατάσχεσης, το Δημόσιο δεν υποχρεούται σε καμία δήλωση.
ΚΦΔ Άρθρο 31
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 83.9%
ΚΦΔ Άρθρο 31: Επιλογή υποθέσεων προς έλεγχο 1. Οι υποθέσεις που ελέγχονται, επιλέγονται με απόφαση του Διοικητή με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή, εξαιρετικά, με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Διοικητή και δεν δημοσιοποιούνται. 2. Ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) των ελέγχων της παρ. 1, αφορά καταρχήν σε ελέγχους των τελευταίων τριών (3) ετών για τα οποία έχει λήξει η προθεσμία υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Οι έλεγχοι του πρώτου εδαφίου μπορούν να επεκτείνονται στα δύο προηγούμενα, πέραν της τελευταίας τριετίας, φορολογικά έτη ή χρήσεις, με βάση τα κριτήρια της παρ. 1.
ΚΦΕ Άρθρο 2
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 83.9%
ΚΦΕ Άρθρο 2: Ορισμοί Οι όροι που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε. έχουν την έννοια που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, εκτός εάν ο Κ.Φ.Ε. ορίζει διαφορετικά. Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: α) «φορολογούμενος»: κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., β) «πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα, γ) «νομικό πρόσωπο»: κάθε επιχείρηση ή εταιρεία με νομική προσωπικότητα ή ένωση επιχειρήσεων ή εταιρειών με νομική προσωπικότητα, δ) «νομική οντότητα»: κάθε μόρφωμα εταιρικής ή μη οργάνωσης και κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα που δεν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όπως ιδίως συνεταιρισμός, οργανισμός, υπεράκτια ή εξωχώρια εταιρεία, κάθε μορφής εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων, κάθε μορφής καταπίστευμα ή εμπίστευμα ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφής ίδρυμα ή σωματείο ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφή προσωπικής επιχείρησης ή οποιαδήποτε οντότητα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε μορφής κοινή επιχείρηση, κάθε μορφής εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίου ή περιουσίας ή διαθήκης ή κληρονομίας ή κληροδοσίας ή δωρεάς, κάθε φύσης κοινοπραξία, κάθε μορφής εταιρεία αστικού δικαίου, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες, κοινωνίες αστικού δικαίου, ε) «υπόχρεος σε παρακράτηση»: κάθε πρόσωπο που υποχρεούται σε παρακράτηση φόρου στην πηγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Φ.Ε., στ) «συγγενικό πρόσωπο»: ο/η σύζυγος και οι ανιόντες ή κατιόντες σε ευθεία γραμμή, ζ) «συνδεδεμένο πρόσωπο»: κάθε πρόσωπο, το οποίο συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο άλλου προσώπου, το οποίο είναι συγγενικό πρόσωπο ή με το οποίο συνδέεται. Ειδικότερα, τα ακόλουθα πρόσωπα θεωρούνται συνδεδεμένα πρόσωπα: αα) κάθε πρόσωπο που κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια ή συμμετοχή στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου, ββ) δύο ή περισσότερα πρόσωπα, εάν κάποιο πρόσωπο κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου, γγ) κάθε πρόσωπο με το οποίο υπάρχει σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή ασκεί καθοριστική επιρροή ή έχει τη δυνατότητα άσκησης καθοριστικής επιρροής άλλου προσώπου ή σε περίπτωση που και τα δύο πρόσωπα έχουν σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή δυνατότητα άσκησης καθοριστικής επιρροής από τρίτο πρόσωπο.
ΚΦΔ Άρθρο 40
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 83.7%
ΚΦΔ Άρθρο 40: Αρμόδια όργανα 1. Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτέλεσης και της λήψης διασφαλιστικών μέτρων, ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητή. 2. Ο Διοικητής ή τα νομίμως εξουσιοδοτημένα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης δύνανται να προβαίνουν σε κάθε δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ενέργεια που αποσκοπεί, άμεσα ή έμμεσα, στην είσπραξη φόρων και λοιπών εσόδων, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης του οφειλέτη του Δημοσίου και της άσκησης αγωγής διάρρηξης. Κατά την εφαρμογή του παρόντος ισχύει αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 30.
Ν4820 Άρθρο 150
Ν. 4820/2021 - Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου
Σχετικότητα: 83.7%
Ν4820 Άρθρο 150: Μείωση του καταλογιζόμενου ποσού 1. Το καταλογίζον όργανο προβαίνει σε σταθμίσεις που επιβάλλονται από την αρχή της δίκαιης ισορροπίας και, αν συντρέχει λόγος, μειώνει ανάλογα το ποσό του καταλογισμού. Κατά τις σταθμίσεις συνεκτιμώνται ιδίως, η βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, ο βαθμός υπαιτιότητας, η σαφήνεια του νομικού πλαισίου και το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα. 2. Το καταλογίζον όργανο, όταν αποφασίζει για τη μείωση του καταλογιζόμενου ποσού, συνεκτιμά υποχρεωτικά τα τυχόν οργανωτικά σφάλματα ή αδυναμίες της υπηρεσίας εντός της οποίας ενήργησε ο καταλογιζόμενος. 3. Στις περιπτώσεις, όπου το έλλειμμα οφείλεται σε κακή φύλαξη, εσφαλμένη καταμέτρηση, εσφαλμένο αριθμητικό υπολογισμό ή ανακρίβεια στην εγγραφή ή μεταφορά αριθμών από λογαριασμό σε λογαριασμό, το ποσό του καταλογιζόμενου ελλείμματος μπορεί να μειωθεί από το καταλογίζον όργανο, αν αυτό δεχθεί ότι το σφάλμα είναι σύνηθες, λόγω πολυπλοκότητας των ενεργειών εντός των οποίων παρεισέφρησε. 4. Αν το έλλειμμα οφείλεται σε ενέργειες του δημοσιονομικώς υπευθύνου για τις οποίες καταδικάστηκε αμετάκλητα από την ποινική δικαιοσύνη, δεν διενεργείται καμία μείωση. 5. Επιτρέπεται σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις εξαιρετικώς η λελογισμένη μείωση του καταλογιζόμενου ποσού και από λόγους επιείκειας, όταν ο καταλογισμός του υπευθύνου θα επιφέρει συνέπειες στον ίδιο ή τους οικείους του που δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές σε μια δημοκρατική κοινωνία. 6. Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζονται αριθμητικά συντελεστές βαρύτητας και ποσοστώσεις για τη μείωση του καταλογιζόμενου ποσού, βάσει των αρχών και κριτηρίων των παρ. 1 έως 5. 7. Μείωση του ποσού μπορεί να γίνει και στις περιπτώσεις του άρθρου 148 με ανάλογη εφαρμογή των κριτηρίων της παρ. 1 για τους παρανόμως λαβόντες και με βάση την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή της χρηστής διοίκησης για τους αχρεωστήτως λαβόντες.
ΚΦΔ Άρθρο 57
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 83.7%
ΚΦΔ Άρθρο 57: Παραβάσεις σχετικές με την απεικόνιση των οικονομικών συναλλαγών 1. Σε πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, το οποίο, κατά παράβαση του άρθρου 13, δεν τηρεί αξιόπιστο λογιστικό σύστημα και κατάλληλα λογιστικά αρχεία (βιβλία και στοιχεία) σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία, επιβάλλεται πρόστιμο δυόμισι χιλιάδων (2.500) ευρώ. 2. Αν διαπιστωθεί στο πλαίσιο ελέγχου που διενεργείται, αφού παρέλθει η προθεσμία του ν. 4308/2014 (Α’ 251) για κατάρτιση χρηματοοικονομικών καταστάσεων, ότι η ελεγχόμενη οντότητα δεν τήρησε, δεν ενημέρωσε ή δεν διαφύλαξε τα λογιστικά της αρχεία (βιβλία), καθώς και τις φορολογικές μνήμες και τα αρχεία που δημιουργούν οι Φορολογικοί Ηλεκτρονικοί Μηχανισμοί (Φ.Η.Μ.), επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του μέσου όρου των εσόδων της από επιχειρηματική δραστηριότητα, για κάθε ελεγχόμενο έτος, για το οποίο διαπιστώνονται τα ανωτέρω, όπως αυτά προκύπτουν από τον μέσο όρο των δηλωθέντων εσόδων με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των τριών (3) τελευταίων φορολογικών ετών, μη συμπεριλαμβανομένου εκείνου για το οποίο δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Το πρόστιμο αυτό, εφόσον πρόκειται για υπόχρεο τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, ανέρχεται σε ποσό από δέκα χιλιάδες (10.000) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, ανά ελεγχόμενο έτος, και, εφόσον πρόκειται για υπόχρεο τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος, σε ποσό από τριάντα χιλιάδες (30.000) έως ενενήντα χιλιάδες (90.000) ευρώ, ανά ελεγχόμενο έτος. Σε περίπτωση μη υποβολής έστω και μιας από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των τριών (3) τελευταίων φορολογικών ετών παρά την ύπαρξη σχετικής υποχρέωσης, το πρόστιμο υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο των εσόδων των υποβληθεισών δηλώσεων και δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά ελεγχόμενο έτος, εφόσον πρόκειται για υπόχρεο τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ ανά ελεγχόμενο έτος, εφόσον πρόκειται για υπόχρεο τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος, ούτε μπορεί να είναι ανώτερο του τριπλάσιου του κατά περίπτωση κατώτερου προστίμου. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως μη τήρηση των λογιστικών αρχείων (βιβλίων) λογίζεται και η μη ενημέρωση των λογιστικών αρχείων (βιβλίων) μετά από το πέρας του χρόνου κατάρτισης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τον ν. 4308/2014. Δεν επιβάλλεται πρόστιμο για την παράβαση της μη διαφύλαξης Φ.Η.Μ. και φορολογικών μνημών και αρχείων που δημιουργούν οι Φ.Η.Μ., εάν πριν από την έκδοση της σχετικής εντολής ελέγχου έχει δηλωθεί απώλεια των Φ.Η.Μ., καθώς και για τις λοιπές παραβάσεις της παρούσας, εάν αυτές δεν επηρεάζουν τη συμμόρφωση με τις φορολογικές υποχρεώσεις και την υποβολή φορολογικών δηλώσεων ή εφόσον με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο είναι δυνατός ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης και των αντίστοιχων φορολογικών υποχρεώσεων. 3. Πριν από την έκδοση της πράξης επιβολής του προστίμου της παρ. 2, ο φορολογούμενος ή το ευθυνόμενο πρόσωπο καλείται εγγράφως από τον Διοικητή για να υποβάλει ενδεχόμενες αντιρρήσεις του, κατ’ εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 66. Η πράξη επιβολής προστίμου εκδίδεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 33. 4. Το πρόστιμο της παρ. 2 είναι αυτοτελές. Σε περίπτωση έκδοσης οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για το φορολογικό έτος (χρήση) στο οποίο έχουν διαπιστωθεί παραβάσεις της παρ. 2, το πρόστιμο της παρ. 2 μειώνεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%). Ειδικά εάν το ποσό του φόρου εισοδήματος και του προστίμου λόγω υποβολής ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού υπολείπεται του πενήντα τοις εκατό (50%) του προστίμου της παρ. 2, το πρόστιμο μειώνεται κατά ποσό που ισούται με το άθροισμα του φόρου εισοδήματος και του προστίμου για την υποβολή της ανακριβούς δήλωσης ή της μη υποβολής δήλωσης. 5. Σε πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν εκδίδει λογιστικά αρχεία ή εκδίδει ή λαμβάνει ανακριβή λογιστικά αρχεία (παραστατικά), για πράξεις που δεν επιβαρύνονται με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), επιβάλλεται πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, αν είναι υπόχρεο τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και χιλίων (1.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, αν είναι υπόχρεο τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Ειδικά σε πρόσωπο που δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή στοιχεία αναφορικά με τις υποχρεώσεις του κατά την παρ. 8 του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 (Α’ 163), επιβάλλεται πρόστιμο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ. 6. Σε πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν εκδίδει παραστατικά πώλησης (φορολογικά στοιχεία) ή εκδίδει ή λαμβάνει ανακριβή στοιχεία για πράξεις που επιβαρύνονται με Φ.Π.Α., επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Σε περίπτωση υποτροπής, επιβάλλεται πρόστιμο σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των πεντακοσίων (500) ευρώ, αν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Σε περίπτωση κάθε νέας υποτροπής, επιβάλλεται πρόστιμο σε ποσοστό διακόσια τοις εκατό (200%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. 7. Σε πρόσωπο μη υπόχρεο σε υποβολή δηλώσεων Φ.Π.Α. που εκδίδει παραστατικά πωλήσεων (φορολογικά στοιχεία) με Φ.Π.Α., χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του αναγραφόμενου φόρου που δεν αποδόθηκε. 8. Εάν επιβάλλονται τα πρόστιμα για παραβάσεις της παρ. 6 του άρθρου 57, της παρ. 10 του άρθρου 53 και της παρ. 7 του άρθρου 57, για τις οποίες συντρέχει και περίπτωση παράβασης της παρ. 6 του άρθρου 53 ή της παρ. 2 του άρθρου 54, περί μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, τα πρόστιμα αυτά αφαιρούνται από το πρόστιμο της παρ. 6 του άρθρου 53 ή της παρ. 2 του άρθρου 54, αντίστοιχα. Ειδικά στην περίπτωση επιβολής προστίμων για παραβάσεις της παρ. 6 του άρθρου 57, για τις οποίες συντρέχει και περίπτωση παράβασης
ΚΦΕ Άρθρο 44
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 83.7%
ΚΦΕ Άρθρο 44: Αντικείμενο της φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ «Φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων» είναι ο φόρος που επιβάλλεται ετησίως στα κέρδη που πραγματοποιούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες.
ΚΦΔ Άρθρο 10
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 83.6%
ΚΦΔ Άρθρο 10: Εγγραφή στο φορολογικό μητρώο και απόδοση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου 1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που πρόκειται να καταστεί υπόχρεο σε καταβολή ή παρακράτηση φόρου σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία ή σε υποβολή οποιασδήποτε δήλωσης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, υποβάλλει δήλωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο. 2. Προκειμένου για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, η δήλωση εγγραφής υποβάλλεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη νόμιμη σύστασή τους. 3. Με την εγγραφή, η Φορολογική Διοίκηση αποδίδει μοναδικό Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) σε κάθε φορολογούμενο. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για υποκείμενους στον φόρο και μεσάζοντες που εγγράφονται στα ειδικά καθεστώτα των άρθρων 47β και 47δ του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 2859/2000, Α’ 248). 4. Ο Α.Φ.Μ. χρησιμοποιείται σε κάθε μορφή επικοινωνίας της Φορολογικής Διοίκησης με τον φορολογούμενο, σε όλες τις φορολογίες, στις οποίες εφαρμόζεται ο Κώδικας, και όπου αλλού προβλέπεται. 5. Η Φορολογική Διοίκηση αποδίδει και χωρίς την υποβολή δήλωσης εγγραφής, Α.Φ.Μ. σε φορολογούμενο ή σε πρόσωπο που δεν τυγχάνει φορολογούμενος, εφόσον έχει στη διάθεσή της, αν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, τα προσωπικά στοιχεία του και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, την επωνυμία και την έδρα, ιδίως: α) για να βεβαιώσει ή να εισπράξει απαιτήσεις κατά αυτού, β) για να πραγματοποιήσει επιστροφές αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σε μη εγκαταστημένους υποκείμενους στον φόρο, στο πλαίσιο της διαχείρισης των συστημάτων «M.O.S.S.» και «O.S.S./I.O.S.S.», γ) για να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών της ημεδαπής. 6. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αναστέλλει τη χρήση Α.Φ.Μ. ή να προβαίνει σε απενεργοποίησή του: α) αν ο φορολογούμενος έχει πτωχεύσει ή έχει περιέλθει σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή β) αν υφίστανται αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος βα) έχει παύσει να ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ή ββ) διαπράττει φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία ή νοθεία προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, ή βγ) παραβιάζει ή παραποιεί ή επεμβαίνει κατά οποιονδήποτε τρόπο στη λειτουργία των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών, ή βδ) έχει δηλώσει ψευδή ή ανακριβή στοιχεία για την απόκτησή του, ή βε) έχει εγγραφεί στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές. Ο φορολογούμενος έχει σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου. 7. Η αναστολή χρήσης Α.Φ.Μ. στις περιπτώσεις της παρ. 6 διαρκεί: α) τρία (3) έτη μετά την κήρυξη του φορολογούμενου σε πτώχευση ή σε άλλη κατάσταση αφερεγγυότητας, β) πέντε (5) έτη από την ημερομηνία που διαπιστώνεται κάθε άλλη περίπτωση της παρ. 6. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα λαθρεμπορίας, η αναστολή διαρκεί μέχρι την παραπομπή στο ακροατήριο και, αν ο φορολογούμενος καταδικασθεί, η αναστολή διαρκεί όσο και η έκτιση της ποινής του. 8. Ο Α.Φ.Μ. φυσικού προσώπου που ασκεί δραστηριότητα επιχειρηματικού περιεχομένου δεν καταργείται με την οριστική παύση των εργασιών του. 9. Ο Α.Φ.Μ. των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων δεν καταργείται με την αλλαγή της νομικής μορφής τους. 10. Ο Α.Φ.Μ. φορολογούμενου φυσικού προσώπου που απεβίωσε, νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που λύθηκε ή ολοκλήρωσε τις εργασίες της εκκαθάρισης ή διαγράφηκε από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο, κατά περίπτωση, χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των προσώπων αυτών στη Φορολογική Διοίκηση, κατά την κείμενη νομοθεσία, καθώς και για την επιβολή και βεβαίωση οποιουδήποτε φόρου, τέλους, εισφοράς ή κυρώσεων και για την είσπραξη αυτών. 11. Ο Α.Φ.Μ. του υπό σύσταση νομικού προσώπου παραμένει ο ίδιος για την επιχείρηση και μετά το πέρας των εργασιών της σύστασης. 12. Στους υποκείμενους στον Φ.Π.Α., που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Α.Φ.Μ. χορηγείται με την υποβολή δήλωσης εγγραφής και παραμένει αμετάβλητος ανεξάρτητα από τον ορισμό, την αλλαγή ή την παύση φορολογικού αντιπροσώπου.
ΚΦΔ Άρθρο 87
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 83.6%
ΚΦΔ Άρθρο 87: Πίστωση και συμψηφισμός καταβολών, αποδόσεων και επιστροφών σε ανεξόφλητες δόσεις ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής και απώλεια ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής 1. Καταβολές έναντι δόσεων ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής που χορηγούνται βάσει νόμου ή απόφασης διοικητικού οργάνου, αποδόσεις από παρακράτηση των πιστοποιητικών του άρθρου 12 που έχουν διενεργηθεί ή διενεργούνται μέχρι την 29η Απριλίου 2024, καθώς και επιστροφές φόρων και αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που έχουν εκκαθαριστεί ή εκκαθαρίζονται από τη Φορολογική Διοίκηση έως και την ανωτέρω ημερομηνία, εφόσον εκκρεμεί η πίστωση ή ο συμψηφισμός τους, πιστώνονται κατά προτεραιότητα και κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, με την ακόλουθη σειρά: α) Σε ανεξόφλητες εκπρόθεσμες δόσεις ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής που χορηγούνται βάσει νόμου ή απόφασης διοικητικού οργάνου, στις οποίες έχουν υπαχθεί οφειλές των ιδίων προσώπων, κατά σειρά παλαιότητας αυτών. Στην περίπτωση αυτή, η βασική οφειλή εκάστης ανεξόφλητης εκπρόθεσμης δόσης προγενέστερης αυτών, για τις οποίες επιτρέπεται η καθυστέρηση καταβολής επιβαρύνεται, αντί των οριζόμενων επιβαρύνσεων της εκάστοτε ρύθμισης σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις αυτής, με τον τόκο εκπρόθεσμης καταβολής που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 52 του παρόντος και την παρ. 1 του άρθρου 6 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190), ο οποίος υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία η εκάστοτε δόση κατέστη ληξιπρόθεσμη και μέχρι την ημερομηνία καταβολής, απόδοσης, συνάντησης ανταπαιτήσεων κατά περίπτωση ή την ημερομηνία της τελευταίας δόσης του προγράμματος ρύθμισης εάν είναι προγενέστερη από την ημερομηνία καταβολής, απόδοσης, συνάντησης ανταπαιτήσεων. β) Σε ανεξόφλητες ληξιπρόθεσμες δόσεις βεβαιωμένων οφειλών εκτός ρύθμισης τμηματικής καταβολής των ανωτέρω προσώπων, κατά σειρά παλαιότητας αυτών. Η πίστωση ή ο συμψηφισμός, σύμφωνα με τα ανωτέρω, διενεργείται κεντρικά, μέσω των Πληροφοριακών Συστημάτων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.). 2. Αν, μετά την πίστωση ή τον συμψηφισμό των ποσών της παρ. 1, δεν έχει επέλθει εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων των ρυθμίσεων και δεν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις τήρησης αυτών, διενεργείται κεντρικά η απώλειά τους. 3. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η πίστωση ή ο συμψηφισμός καθώς και η απώλεια των ως άνω ρυθμίσεων δύναται να διενεργείται και από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Κέντρα Βεβαίωσης και Είσπραξης, το Κέντρο Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου και το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων. 4. Το παρόν δεν εφαρμόζεται στα άρθρα 5 έως 30 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί θεμάτων εξωδικαστικής ρύθμισης χρηματικών οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, στον ν. 4469/2017 (Α’ 62), περί του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, καθώς και στις ρυθμίσεις τμηματικής καταβολής, των οποίων οι όροι τηρούνται. 5. Από την κατάθεση του παρόντος παρέχεται πληροφόρηση για τις οφειλές της περίπτωσης α) της παρ. 1 στην ψηφιακή πύλη «myAADE» της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. 6. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος.
ΚΦΕ Άρθρο 5
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 83.4%
ΚΦΕ Άρθρο 5: Εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή 1. Εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή είναι κάθε εισόδημα πηγής Ελλάδας και ιδίως: (*&* ΒΛ. ΣΧΟΛΙΑ) «α) το εισόδημα από μισθωτή εργασία που ασκείται στην ημεδαπή, καθώς και το εισόδημα από μισθωτή εργασία που ασκείται στην αλλοδαπή και καταβάλλεται από το Ελληνικό Δημόσιο, β) το εισόδημα από συντάξεις που καταβάλλονται από το Ελληνικό Δημόσιο, από ημεδαπό κύριο και επικουρικό φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και από επαγγελματικά ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο στην Ελλάδα», γ) το εισόδημα από υπηρεσίες διοίκησης, συμβουλευτικές και τεχνικές που παρέχονται στην ημεδαπή, μέσω μόνιμης εγκατάστασης, δ) το εισόδημα από καλλιτεχνικές και αθλητικές δραστηριότητες που παρέχονται στην ημεδαπή, ε) το εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκείται στην ημεδαπή «μέσω μόνιμης εγκατάστασης», στ) το εισόδημα από τη μεταβίβαση παγίων περιουσιακών στοιχείων από αλλοδαπό που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην ημεδαπή, ζ) το εισόδημα από ακίνητη περιουσία και το εισόδημα από λοιπά δικαιώματα που προκύπτουν από την ακίνητη περιουσία, εφόσον τα ακίνητα βρίσκονται στην ημεδαπή, η) το εισόδημα από την πώληση ακίνητης περιουσίας, η οποία βρίσκεται στην ημεδαπή, θ) το εισόδημα από την πώληση ολόκληρης επιχείρησης, εταιρικών μεριδίων ή ποσοστών συμμετοχής, μετοχών, εισηγμένων ή μη ομολόγων και παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, εφόσον οι παραπάνω τίτλοι έχουν εκδοθεί από ημεδαπή επιχείρηση, ι) το εισόδημα από μερίσματα ή λοιπά διανεμόμενα ποσά από νομικό πρόσωπο που έχει τη φορολογική του κατοικία στην ημεδαπή, ια) το εισόδημα από μερίσματα ή λοιπά διανεμόμενα ποσά από τις νομικές οντότητες που έχουν τη φορολογική τους κατοικία στην ημεδαπή, ιβ) το εισόδημα από τόκους καταβληθέντες ή πιστωθέντες «που οφείλονται» από «φορολογικό» κάτοικο Ελλάδας ή αλλοδαπής μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην ημεδαπή, ιγ) το εισόδημα από δικαιώματα που πιστώνεται ή καταβάλλεται από «φορολογικό» κάτοικο ημεδαπής ή αλλοδαπής μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην ημεδαπή. 2. Ως εισόδημα, που προκύπτει στην αλλοδαπή, νοείται κάθε εισόδημα που δεν προκύπτει στην ημεδαπή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.
ΠΚ Άρθρο 111
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.3%
ΠΚ Άρθρο 111: Χρόνος παραγραφής 1. Το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή. 2. Τα κακουργήματα παραγράφονται μετά είκοσι έτη αν ο νόμος προβλέπει γι' αυτά την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και μετά δέκα πέντε έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός αν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. 3. Τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη. 4. Οι πιο πάνω προθεσμίες υπολογίζονται κατά το ισχύον ημερολόγιο. 5. Αν ο νόμος ορίζει διαζευκτικά περισσότερες από μία ποινές, οι πιο πάνω προθεσμίες υπολογίζονται σύμφωνα με τη βαρύτερη απ' αυτές.
ΚΦΔ Άρθρο 60
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 83.3%
ΚΦΔ Άρθρο 60: Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων 1. Απαγορεύεται κάθε υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται, από οποιαδήποτε αιτία, δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται από τον συμβολαιογράφο, στο συμβόλαιο που συντάσσει, πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης (Πιστοποιητικό Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων - ΕΝ.Φ.Ι.Α.) ως εξής: α) Σε περίπτωση εκποιητικής δικαιοπραξίας για τη μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία, με το Πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. βεβαιώνεται μόνο ότι το συγκεκριμένο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη. Εάν το πιστοποιητικό εκδίδεται μετά την πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. του τρέχοντος έτους, σε αυτό βεβαιώνεται ότι το συγκεκριμένο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. για έξι (6) έτη, συμπεριλαμβανομένου και του έτους μεταβίβασης. β) Στις υπόλοιπες δικαιοπραξίες της παρούσας παραγράφου, με το πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. βεβαιώνεται ότι το συγκεκριμένο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α., καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλλει ή νόμιμα απαλλαγεί από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο, περιλαμβανομένων των ληξιπρόθεσμων δόσεων ΕΝ.Φ.Ι.Α. του τρέχοντος έτους κατά τον χρόνο έκδοσης του πιστοποιητικού και έχει καταβάλλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη και, αν εκδίδεται πιστοποιητικό μετά την πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. του τρέχοντος έτους, για τα έξι (6) τελευταία έτη, ήτοι, συμπεριλαμβανομένου και του έτους μεταβίβασης. Τα παραπάνω ισχύουν και για τη σύνταξη περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης επί εκούσιου πλειστηριασμού. Στην περίπτωση αυτή το πιστοποιητικό προσκομίζεται μόνο από τον επισπεύδοντα τον εκούσιο πλειστηριασμό. Το Πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. που αφορά ακίνητο πτωχού, ακίνητο το οποίο ανήκει σε υπό εκκαθάριση νομικό πρόσωπο ή κληρονομιαίο ακίνητο για το οποίο έχει οριστεί εκτελεστής διαθήκης ή εκκαθαριστής κληρονομιάς, χορηγείται, αντίστοιχα, στον, κατά τον χρόνο χορήγησης αυτού, σύνδικο της πτώχευσης, στον εκκαθαριστή του νομικού προσώπου, στον εκτελεστή διαθήκης ή στον εκκαθαριστή κληρονομίας. Κατά τη σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς μνημονεύεται και επισυνάπτεται από τον συμβολαιογράφο το Πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. Για τα έτη, κατά τα οποία υπόχρεος ήταν ο κληρονομούμενος, το πιστοποιητικό χορηγείται, εφόσον έχει καταβληθεί ο φόρος που αναλογεί στο ποσοστό και στο δικαίωμα επί του ακινήτου που κληρ ονομείται ή εφόσον ο κληρονομούμενος έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον φόρο για αυτό. Δεν απαιτείται η μνημόνευση, επισύναψη ή προσκόμιση του Πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. στη μονομερή εξάλειψη υποθήκης ή στην άρση κατάσχεσης ή στην παραχώρηση υποθήκης ή προσημείωσης για εξασφάλιση δικαιωμάτων του ελληνικού δημοσίου. Σε κάθε περίπτωση θεωρείται έγκυρη η μνημόνευση, επισύναψη ή προσκόμιση του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., στο οποίο το κτίσμα αποτυπώνεται με απόκλιση της επιφάνειάς του μέχρι πέντε (5) τετραγωνικά μέτρα και το γήπεδο ή το οικόπεδο αποτυπώνονται με απόκλιση μέχρι δύο τοις εκατό (2%) της επιφάνειάς τους ή παραλείπονται ή αναγράφονται εσφαλμένα στοιχεία που δεν επηρεάζουν τη φορολογική ταυτότητα του ακινήτου και δεν συνεπάγονται την επιβολή μειωμένου φόρου. 2. Οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων υποχρεούνται να αρνηθούν τη μεταγραφή ή την καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία συμβολαιογραφικού εγγράφου, με το οποίο συστήνονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται από οποιαδήποτε αιτία δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται το πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. Το πρώτο εδάφιο ισχύει και για τη μεταγραφή ή καταχώριση της κατακυρωτικής έκθεσης επί εκούσιου πλειστηριασμού, καθώς και για τη μεταγραφή ή καταχώριση της αποδοχής κληρονομιάς. 3. Επιτρέπεται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και πριν από την εξόφληση του οφειλόμενου φόρου της παρ. 1, με την προϋπόθεση ότι επί των οικείων πιστοποιητικών αναγράφεται το συνολικά οφειλόμενο ποσό φόρων και τόκων, για το συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο υποχρεούται να αποδώσει, επί ποινή ακυρότητας του συμβολαίου, ο συμβολαιογράφος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη σύνταξή του. Ειδικά στις συμβολαιογραφικές πράξεις εγγραφής υποθήκης για διασφάλιση χορηγούμενου δανείου από πιστωτικό ίδρυμα, το Πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. χορηγείται με παρακράτηση και απόδοση του ποσού που καλύπτει τουλάχιστον το οφειλόμενο ποσό φόρων και τόκων για το συγκεκριμένο ακίνητο δίχως να απαιτείται να έχουν καταβληθεί οι ληξιπρόθεσμες δόσεις, να έχουν ρυθμιστεί ή να έχει προηγηθεί νόμιμη απαλλαγή από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα ακίνητα. Για την εφαρμογή της παρούσας, το καταβληθησόμενο ποσό δεν μπορεί να υπολείπεται του οφειλόμενου ποσού. Ο συμβολαιογράφος υποχρεούται, επί ποινή ακυρότητας του συμβολαίου, να αποδώσει τον αναλογούντα φόρο μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου και πάντως μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την εκταμίευση του δανείου. Κατά τη μεταγραφή ή την καταχώριση του συμβολαιογραφικού εγγράφου στα κτηματολογικά γραφεία οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων υποχρεούνται να αρνηθούν τη μεταγραφή ή την καταχώριση, αν δεν προσκομισθεί κυρωμένο αντίγραφο του αποδεικτικού εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. 4. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α. πιστοποιητικό ότι το ίδιο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη. Εάν το πιστοποιητικό εκδίδεται μετά την πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. του τρέχοντος έτους, σε αυτό βεβαιώνεται ότι το συγκεκριμένο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. για έξι (6) έτη. 5. Οι συμβολαιογράφοι, οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων, που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, υπόκεινται σε πρόστιμο ανά συμβολαιογραφική πράξη, ανεξάρτητα από τον αριθμό των συμβαλλομένων, των ακινήτων ή των δικαιωμάτων επ’ αυτών, το οποίο ορίζεται σε δύο τοις εκατό (2%) επί της διαφοράς της αξίας των ακινήτων ή δικαιωμάτων, για τα οποία επισυνάπτεται ανακριβές πιστοποιητικό, το οποίο πρόστιμο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από εκατό (100) και ανώτερο από χίλια (1.000) ευρώ. Σε περίπτωση που από τη χρήση ανακριβούς πιστοποιητικού δεν προκύπτει απώλεια φόρου, δεν επιβ
ΚΦΕ Άρθρο 34
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 83.1%
ΚΦΕ Άρθρο 34: Διαφορά εισοδήματος και υπολογισμός του φόρου αυτής 1. Η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του τεκμαρτού και του συνολικού εισοδήματος κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 30, η οποία προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα, προσδιορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση κατά το ίδιο φορολογικό έτος σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους και φορολογείται: α) σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 15 εφόσον ο φορολογούμενος έχει εισόδημα μόνο από μισθωτή εργασία ή/και συντάξεις ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του προκύπτει από μισθωτή εργασία και συντάξεις ή «δεν υπάρχει εισόδημα από καμία κατηγορία ή» «έχει εισόδημα μόνο από κεφάλαιο ή/και από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και το τεκμαρτό του εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των εννιά χιλιάδων πεντακοσίων (9.500) ευρώ ή». β) σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 29, εφόσον ο φορολογούμενος έχει εισόδημα μόνο από επιχειρηματική δραστηριότητα ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του δεν προκύπτει από μισθωτή εργασία και συντάξεις. «γ) σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 29, εφόσον ο φορολογούμενος έχει εισόδημα μόνο από ατομική αγροτική επιχείρηση ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του προκύπτει από ατομική αγροτική επιχείρηση». "δ)" «γ) σύμφωνα με την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15, εφόσον ο φορολογούμενος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ).» ε. (ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΩΣ ΜΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ: ΒΛ. ΣΧΟΛΙΑ). 2. Η Φορολογική Διοίκηση κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να λάβει υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία. Ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης για τα ποσά που ιδίως είναι: α) Πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον φορολογούμενο «,» «τη σύζυγό του» και τα εξαρτώμενα μέλη του και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Αν τα εισοδήματα αυτά αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή, αναγνωρίζονται, εφόσον υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα ή απαλλάσσονται νομίμως από αυτόν. β) Χρηματικά ποσά που δεν θεωρούνται εισόδημα κατά τις ισχύουσες διατάξεις. γ) Χρηματικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων. δ) Εισαγωγή συναλλάγματος που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δικαιολογείται η απόκτησή του στην αλλοδαπή. Δεν απαιτείται η δικαιολόγηση της απόκτησης αυτού του συναλλάγματος για τα πρόσωπα: αα) Που είναι φορολογικοί κάτοικοι άλλου κράτους. ββ) Που είχαν διαμείνει τρία (3) τουλάχιστον χρόνια στην αλλοδαπή και η εισαγωγή του συναλλάγματος γίνεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από τη μετοικεσία τους. γγ) Που είχαν διαμείνει πέντε (5) τουλάχιστον συνεχή χρόνια στην αλλοδαπή και το επικαλούμενο ποσό συναλλάγματος προέρχεται από καταθέσεις στο όνομά τους ή στο όνομα του άλλου συζύγου σε τραπεζικό λογαριασμό ανοιγμένο σε χώρα της Ε.Ε./ΕΟΧή σε υποκατάστημα ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό κατά το χρόνο που διέμεναν στην αλλοδαπή ή από καταθέσεις τους - μέσα σε έναν (1) χρόνο από τη μετοικεσία τους στην Ελλάδα χωρίς το συνάλλαγμα αυτό να έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή. Η προϋπόθεση της μη επανεξαγωγής του συναλλάγματος δεν απαιτείται για το ποσό εκείνο του συναλλάγματος που έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο "32", εφόσον η δαπάνη για την απόκτηση αυτού του στοιχείου έχει ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή του άρθρου 32, ή του άρθρου 34. ε) Δάνεια, τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία. Ειδικώς, όταν πρόκειται για την κάλυψη διαφοράς δαπάνης της προηγούμενης παραγράφου, κατά το ποσό που προέρχεται από δαπάνη του άρθρου 32 (ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΛΕΞΕΙΣ: ΒΛ. ΣΧΟΛΙΑ) το ποσό του δανείου λαμβάνεται υπόψη εφόσον από το οικείο έγγραφο αποδεικνύεται ότι έχει ληφθεί πριν από την πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης. στ) Δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για την οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη. ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο. Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β', γ', δ', ε' και στ' της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 31 και 32, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Αν δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 31 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ προκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσής τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα. «Σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων, το ποσό της δαπάνης του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε σύζυγο.». Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού. Για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2019/1992 (Α' 34) για τα ποσά των πραγματικών ή τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιούνται από 1.1.1994. Χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2019/1992, για την κάλυψη ή τον περιορισμό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται από το κεφάλαιο που σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση όσα ορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης. «Σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων, για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, λαμβάνονται υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά της παραγράφου αυτής, όπως αυτά δηλώνονται από τον κάθε σύζυγο χωριστά. Οι αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες του άρθρου 31, καθώς και οι δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 32 που αφορούν τον κάθε σύζυγο βαρύνουν αυτόν ατομικά, ενώ για τα ανήλικα εξαρτώμενα μέλη τους εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 11.». 3.
ΚΦΔ Άρθρο 11
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 83.1%
ΚΦΔ Άρθρο 11: Έναρξη και μεταβολές άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας 1. Κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, ή νομική οντότητα, που πρόκειται να ασκήσει δραστηριότητα επιχειρηματικού περιεχομένου υποβάλλει δήλωση έναρξης στο φορολογικό μητρώο. Εάν δεν έχει προηγηθεί δήλωση εγγραφής του άρθρου 10, αυτή γίνεται ταυτόχρονα με τη δήλωση έναρξης. Δεν μπορεί να γίνει δήλωση έναρξης ή μεταβολής εργασιών, κατά περίπτωση, από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, των οποίων ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) έχει ανασταλεί ή απενεργοποιηθεί, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 10, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή ή η απενεργοποίηση. 2. Η δήλωση έναρξης υποβάλλεται πριν από την πραγματοποίηση της πρώτης συναλλαγής στο πλαίσιο άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που πρόκειται να ασκήσουν δραστηριότητα επιχειρηματικού περιεχομένου, ως χρόνος έναρξης θεωρείται ο χρόνος της νόμιμης σύστασής τους. Η δήλωση έναρξης υποβάλλεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη νόμιμη σύσταση. 3. Στη δήλωση έναρξης περιλαμβάνονται τουλάχιστον ο τόπος άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας (έδρα και τυχόν υποκαταστήματα), το αντικείμενο των εργασιών, το τηρούμενο λογιστικό σύστημα, καθώς και το καθεστώς του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), στο οποίο υπάγεται ο φορολογούμενος. 4. Η Φορολογική Διοίκηση απαιτεί εγγύηση από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα πρόκειται να ασκήσει δραστηριότητα επιχειρηματικού περιεχομένου, ιδίως από: α) φυσικό πρόσωπο της περ. α) της παρ. 6 του άρθρου 10 που έχει πτωχεύσει ή έχει καταστεί αφερέγγυο με άλλον τρόπο, μετά την πάροδο της αναστολής χρήσης του Α.Φ.Μ. του, εφόσον κατά τον χρόνο που υποβάλλει δήλωση έναρξης έχει συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή από φόρο εισοδήματος, Φ.Π.Α., παρακρατούμενους φόρους από μισθωτή εργασία ή πρόστιμα, τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, β) πρόσωπα της περ. β) της παρ. 6 του άρθρου 10 μετά τη λήξη της αναστολής χρήσης του Α.Φ.Μ. τους, γ) φυσικό πρόσωπο που υπήρξε διευθυντής, εκτελεστικός πρόεδρος, διαχειριστής, εκτελεστικό μέλος διοικητικού συμβουλίου, διευθύνων σύμβουλος ή πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση νομικού προσώπου ή οντότητας ή συνδεδεμένο πρόσωπο κατά το άρθρο 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ή μέτοχος ή εταίρος με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%) νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, των οποίων ο Α.Φ.Μ. έχει ανασταλεί ή απενεργοποιηθεί για τους λόγους της περ. 6 του άρθρου 10, δ) νομικές οντότητες που έχουν, κατά τον χρόνο που υποβάλλουν δήλωση έναρξης, συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή από φόρο εισοδήματος, Φ.Π.Α., παρακρατούμενους φόρους από μισθωτή εργασία ή πρόστιμα, τουλάχιστον τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, ε) νομικά πρόσωπα, τα οποία συστήνουν ή στα οποία συμμετέχουν με ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%) ή τα οποία διοικούνται από φυσικά πρόσωπα που έχουν, κατά τον χρόνο που υποβάλλουν δήλωση έναρξης, συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή από φόρο εισοδήματος, Φ.Π.Α., παρακρατούμενους φόρους από μισθωτή εργασία ή πρόστιμα, τουλάχιστον τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ. Στις ληξιπρόθεσμες οφειλές της παρούσας δεν περιλαμβάνονται όσες έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία τηρείται και έχουν καταβληθεί τουλάχιστον τρεις (3) δόσεις αυτής. 5. Εγγύηση απαιτείται και από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ως φορολογικός αντιπρόσωπος υποβάλλει δήλωση έναρξης νομικής οντότητας, για την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 4. 6. Ως αφερέγγυο, για την εφαρμογή του παρόντος, πρόσωπο, πλέον αυτού που πτώχευσε, νοείται και κάθε πρόσωπο που έχει υπαχθε ί σε διαδικασίες πρόληψης αφερεγγυότητας του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου Βιβλίου του ν. 4738/2020 (Α’ 207). 7. Δεν εφαρμόζονται οι περιορισμοί στη δήλωση έναρξης εργασιών σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημόσιες επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αμιγείς ή μικτές επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των συνδέσμων δήμων, δημόσιους οργανισμούς, καθώς και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος. 8. Το ύψος της χρηματικής εγγύησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και μεγαλύτερο των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ. Ειδικά για όσους έχουν τελέσει λαθρεμπορία, το ύψος της χρηματικής εγγύησης δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. Η χρονική διάρκεια της εγγύησης δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δύο (2) ετών και μεγαλύτερη των έξι (6) ετών. 9. Με απόφαση της Φορολογικής Διοίκησης προσδιορίζεται η προϋπόθεση που συντρέχει κατά περίπτωση για την απαίτηση εγγύησης, καθώς και το ύψος αυτής, η οποία κοινοποιείται στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή στη νομική οντότητα που υποβάλλει τη δήλωση έναρξης. Στην περίπτωση αυτή η έναρξη στο φορολογικό μητρώο ολοκληρώνεται μόνο μετά την παροχή της αιτηθείσας εγγύησης. Εάν με την υποβολή της δήλωσης έναρξης υποβάλλεται ταυτόχρονα και δήλωση εγγραφής, η εγγραφή του φορολογούμενου στο φορολογικό μητρώο ολοκληρώνεται μόνο μετά την παροχή της αιτηθείσας εγγύησης. 10. Ο φορολογούμενος που είναι υποκείμενος στον Φ.Π.Α. δηλώνει: α) την πραγματοποίηση ενδοκοινοτικών αποκτήσεων αγαθών και την πραγματοποίηση απαλλασσόμενων, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248), ενδοκοινοτικών παραδόσεων αγαθών, και β) την έναρξη ή την παύση παροχής υπηρεσιών προς υποκείμενο στον φόρο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, για τις οποίες ο τόπος φορολόγησης δεν είναι το εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 14 του Κώδικα Φ.Π.Α. 11. Ο φορολογούμενος, που είναι υποκείμενος στον Φ.Π.Α., ή το μη υποκείμενο στον Φ.Π.Α. νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που διαθέτει Α.Φ.Μ./Φ.Π.Α. στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνει την έναρξη ή παύση λήψης υπηρεσιών από υποκείμενο στον φόρο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, για τις οποίες ο τόπος φορολόγησης είναι το εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 14 του Κώδικα Φ.Π.Α., και ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος στην καταβολή του φόρου. 12. Η δήλωση για την πραγματοποίηση ενδοκοινοτικών συναλλαγών υποβάλλεται πριν από την πραγματοποίηση της πρώτης συναλλαγής. 13. Ο φορολογούμενος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ενημερώνει τη Φορολογική Διοίκηση για μεταβολές στα στοιχεία εγγραφής ή έναρξής του με την υποβολή δήλωσης μεταβολών στο φορολογικό μητρώο. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την πραγματοποίηση της μεταβολής. Ειδικά ο φορολογούμενος που είναι υποκείμενος στον Φ.Π.Α., για τη μεταβολή καθεστώτος Φ.Π.Α. στο οποίο υπάγεται, υποβάλλει δήλωση μετάταξης μέσα στην ίδια ανωτέρω προθεσμία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από τον Κώδικα Φ.Π.Α. Η υποχρέωση ενημέρωσης για μεταβολές σ
ΚΦΔ Άρθρο 15
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 83.1%
ΚΦΔ Άρθρο 15: Πληροφορίες από τρίτους 1. Κατόπιν έγγραφου ή ηλεκτρονικού αιτήματος του Διοικητή, κάθε φορέας της Γενικής Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών και όλων των δημόσιων οργανισμών, φορέων και εταιρειών, όπου συμμετέχει ή έχει την εποπτεία το κράτος, καθώς και των ανεξάρτητων αρχών, παρέχει στη Φορολογική Διοίκηση κάθε διαθέσιμη πληροφορία και επιδεικνύει, χωρίς τη μεταφορά τους εκτός των εγκαταστάσεων, όλα τα πρωτότυπα έγγραφα, μητρώα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του. 2. Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, η Φορολογική Διοίκηση δεν μπορεί να λαμβάνει γνώση πληροφοριών ή εγγράφων που αφορούν σε ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών ή των ποινικών δικαστηρίων, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του αρμόδιου Εισαγγελέα. Πληροφορίες οι οποίες προέρχονται από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες χορηγούνται στη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 52 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου. 3. Ο Διοικητής δικαιούται να ζητά πληροφορίες ή έγγραφα από λοιπά τρίτα πρόσωπα, ιδίως από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, τα επιμελητήρια, τους συμβολαιογράφους, τους υποθηκοφύλακες, τους προϊσταμένους των κτηματολογικών γραφείων, τους οικονομικούς ή κοινωνικούς ή επαγγελματικούς φορείς ή οργανώσεις, για τον προσδιορισμό της φορολογικής υποχρέωσης, που προκύπτει με βάση τις διασταυρώσεις των στοιχείων και για την είσπραξη της φορολογικής οφειλής με τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στην παρ. 1. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αποστέλλει ερώτημα, έγγραφο ή ηλεκτρονικό, το οποίο απαντάται από το τρίτο πρόσωπο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την παραλαβή του. Σε εξαιρετικά σύνθετες υποθέσεις, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί για είκοσι (20) επιπλέον ημέρες. 4. Η Φορολογική Διοίκηση, ανεξαρτήτως των στοιχείων που υποβάλλονται στο πλαίσιο της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών του άρθρου 9ΑΓ του ν. 4170/2013 (Α’ 163), δύναται να ζητά, εγγράφως ή ηλεκτρονικά, από κάθε διαχειριστή ψηφιακής πλατφόρμας, η οποία δραστηριοποιείται στην οικονομία του διαμοιρασμού ή μέσω της οποίας διατίθενται αγαθά ή υπηρεσίες στην Ελλάδα ή από φορολογικούς κατοίκους Ελλάδας ή από μόνιμη εγκατάσταση αλλοδαπών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το εάν αυτή έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα κατά το άρθρο 6 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ή τις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας που έχει συνάψει η Ελλάδα, οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο σχετικά με πρόσωπα που χρησιμοποιούν την πλατφόρμα ως πωλητές, για τα οποία προκύπτουν φορολογικές υποχρεώσεις στην ημεδαπή. Οι κατά τα ως άνω αιτούμενες πληροφορίες ή στοιχεία παρέχονται ή διαβιβάζονται από τον διαχειριστή ψηφιακής πλατφόρμας στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων μέχρι την τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα, από τον μήνα παραλαβής του αιτήματος. Η προθεσμία του δεύτερου εδαφίου δύναται να παρατείνεται κατά έναν (1) μήνα, ανάλογα με τον όγκο των αιτούμενων πληροφοριών ή στοιχείων, κατόπιν υποβολής αιτήματος από τον διαχειριστή της ψηφιακής πλατφόρμας. Οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου (ISPs) και κάθε άλλο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, ή νομική οντότητα ή αρχή διαβιβάζουν στη Φορολογική Διοίκηση, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, με το οποίο ορίζονται ο χρόνος και ο τρόπος διαβίβασης, κάθε στοιχείο που έχουν στην κατοχή τους και αφορά στα πρόσωπα, τα οποία έχουν την ιδιοκτησία, τη χρήση ή την ευθύνη λειτουργίας ή διαχείρισης των ιστότοπων/ονομάτων χώρου των ανωτέρω ψηφιακών πλατφορμών. Για τις ανάγκες της παρούσας, νοούνται: α) Ως «ψηφιακή πλατφόρμα», κάθε λογισμικό, συμπεριλαμβανομένου ενός δικτυακού τόπου ή ενός μέρους του και εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμογών για κινητά, όπου δύο (2) ή περισσότεροι χρήστες ή ομάδες χρηστών επικοινωνούν μέσω διαδικτύου με τη μεσολάβηση του διαχειριστή της πλατφόρμας, προκειμένου να διευκολυνθεί μια συναλλαγή μεταξύ τους, επιτρέποντας στους πωλητές να συνδέονται με άλλα πρόσωπα για την παροχή σε αυτούς σχετικών υπηρεσιών και αγαθών, έναντι αντιτίμου. β) Ως «διαχειριστής ψηφιακής πλατφόρμας», κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατέχει ή καθιστά διαθέσιμη την πλατφόρμα ή μέρος αυτής στους χρήστες ή νόμιμο εκπρόσωπό της στην Ελλάδα. γ) Ως «πωλητής», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα, που χρησιμοποιεί την πλατφόρμα για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών και αγαθών και τη σύνδεσή του με αντισυμβαλλόμενα πρόσωπα μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας. 5. Ο Διοικητής δύναται να ζητά, με έγγραφο ή ηλεκτρονικό αίτημα, από κάθε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών οποιοδήποτε στοιχείο και πληροφορία σχετικά με τις ακόλουθες συναλλαγές, για τις οποίες προκύπτουν φορολογικές υποχρεώσεις στην Ελλάδα και, συγκεκριμένα: α) συναλλαγές που εκτελούνται μέσω τερματικών, ημεδαπής ή αλλοδαπής, «Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης (Electronic Funds Transfer at the point of sale, EFT/POS)» αποδοχής καρτών πληρωμών, β) συναλλαγές μέσω λογαριασμών και κάθε είδους χρεωστικών ή πιστωτικών καρτών. Οι πληροφορίες ή τα στοιχεία, που ζητούνται, παρέχονται ή διαβιβάζονται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στη Φορολογική Διοίκηση μέχρι την τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα παραλαβής του αιτήματος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η προθεσμία του δευτέρου εδαφίου δύναται να παρατείνεται κατά έναν (1) μήνα, ανάλογα με τον όγκο των πληροφοριών ή στοιχείων που ζητούνται, κατόπιν υποβολής αιτήματος από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. Για τις ανάγκες της παρούσας, ως «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών», νοείται κάθε φορέας αποδοχής και εκκαθάρισης συναλλαγών με τη χρήση καρτών πληρωμών (card acquirer), που εξυπηρετεί επιχειρήσεις στην ελληνική επικράτεια, ανεξάρτητα αν η καταστατική του έδρα ή ο τόπος πραγματικής διοίκησης ή η μόνιμη εγκατάστασή του βρίσκεται στην Ελλάδα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 6 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ή τις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας. 6. Τρίτα πρόσωπα που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο υποχρεούνται στη χορήγηση των πληροφοριών της παρ. 3, εφόσον αυτές αφορούν οικονομικές συναλλαγές τους με τον φορολογούμενο. Για τις λοιπές πληροφορίες που προστατεύονται από επαγγελματικό απόρρητο, απαιτείται έγγραφη άδεια από τον αρμόδιο Εισαγγελέα. Για τη χορήγηση της άδειας αυτής, ο Διοικητής υποβάλλει στον αρμόδιο Εισαγγελέα αίτημα, στο οποίο περιλαμβάνονται: α) το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και η δραστηριότητα του φορολογούμενου, β) το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και η δραστηριότητα του προσώπου που δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο, γ) οι σημαντικές ενδείξεις φοροδιαφυγής, που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση εναντίον του φορολογούμενου, δ) οι λόγοι για τους οποίους η Φορολογική Διοίκηση επιθυμεί να αποκτήσει πληροφορίες από το πρόσωπο που δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο. Αντίγραφο της άδειας επισυνάπτ
ΣτΕ Α732/2019
2019Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.3%
Διενεργήθηκε μερικός φορολογικός έλεγχος από αρμόδιο κέντρο, βάσει δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 2001-2013 και κινήσεων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, που παραδόθηκαν σε ψηφιακό δίσκο κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Δεν περιήλθαν στη διάθεση του ελέγχου «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 68 §2 ΚΦΕ. Ο ελεγχόμενος υπέβαλε εκπρόθεσμες αρχικές δηλώσεις για το οικ. έτος 2007 στις 05.12.2012 και για το οικ. έτος 2008 στις 05.10.2012, καθώς και δηλώσεις βάσει του ν. 4446/2016 στις 29.09.2017. Η φορολογική αρχή εφάρμοσε τη δεκαπενταετή παραγραφή του άρθρου 84 §5 λόγω εκπρόθεσμης υποβολής και εξέδωσε στις 29.12.2017 οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού για φόρο εισοδήματος (οικ. έτη 2007, 2008, 2012), έκτακτη οικονομική εισφορά (οικ. έτος 2008) και ειδική εισφορά αλληλεγγύης (οικ. έτος 2012).
Το άρθρο 84 § 1 του ν. 2238/1994 προβλέπει πενταετή παραγραφή από το τέλος του έτους στο οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, ενώ το άρθρο 84 § 5 εδ. α΄ καθιερώνει δεκαπενταετή παραγραφή αποκλειστικά για μη υποβολή δήλωσης και το εδ. β΄ τριετή παρέκταση όταν η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί στο τελευταίο έτος της πενταετίας. Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται στενά υπό τις αρχές ασφάλειας δικαίου και αναλογικότητας (άρθρα 2 §1, 25 §1, 78 §1-2 Συντ.), με εφαρμογή των μεταβατικών του άρθρου 72 §11 ν. 4174/2013. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών υπέβαλε εκπρόθεσμες αρχικές δηλώσεις για τα οικ. έτη 2007 (05.12.2012) και 2008 (05.10.2012), εντός της πενταετίας (λήξη 31.12.2012 και 31.12.2013 αντίστοιχα). Η φορολογική αρχή εφάρμοσε τη δεκαπενταετή παραγραφή του άρθρου 84 §5, χωρίς να έχουν περιέλθει «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 68 §2 ΚΦΕ, και εξέδωσε οριστικές πράξεις στις 29.12.2017. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 84 §1 και §5 ΚΦΕ, το Δικαστήριο έλαβε ότι για το 2007 ισχύει η πενταετία με τριετή παρέκταση λόγω υποβολής το 2012 (παραγραφή 31.12.2015), ενώ για το 2008 η πενταετής παραγραφή έληξε 31.12.2013. Οι πράξεις του 2017 εκδόθηκαν εκπρόθεσμα. Οι νομοθετικές παρατάσεις (ν. 4141/2013, ν. 4174/2013, ν. 4203/2013 κ.ά.) δεν θεμελιώνουν καταλογισμό, ως αντισυνταγματικές ως προς παλαιές χρήσεις. Συνεπώς, οι πράξεις για τα έτη 2007 και 2008 ακυρώνονται.
Οι οριστικές πράξεις εκδόθηκαν στις 29.12.2017 μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής: για το οικ. έτος 2007 η πενταετής προθεσμία παρατάθηκε τριετώς (άρθρο 84 §5 εδ. β΄ ΚΦΕ) λόγω εκπρόθεσμης δήλωσης εντός του τελευταίου έτους και έληξε 31.12.2015· για το οικ. έτος 2008 η πενταετής παραγραφή έληξε 31.12.2013. Η δεκαπενταετής προθεσμία του άρθρου 84 §5 εδ. α΄ δεν καταλαμβάνει την περίπτωση εκπρόθεσμης δήλωσης εντός της πενταετίας. Επιπλέον, οι μεταγενέστερες νομοθετικές παρατάσεις του χρόνου παραγραφής δεν δύνανται να εφαρμοστούν στις επίμαχες χρήσεις, διότι αντιβαίνουν στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και στα άρθρα 78 §1-2 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, οι πράξεις για τα έτη 2007 και 2008 και η συναφής πράξη έκτακτης εισφοράς είναι ακυρωτέες.
Επιλύει τα ζητήματα που ετέθησαν ενώπιόν του ως εξής: -Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως εντός της κατ' άρθρον 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994 προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον οικείο φόρο ισχύει κατ' αρχήν η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή (84 παρ. 1) πενταετής προθεσμία παραγραφής από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Σε περίπτωση, όμως, που η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της ως άνω πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, τότε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 5 εδάφιο β΄ του ν. 2238/1994, το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει το φύλλο ελέγχου παραγράφεται μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης. -Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως μετά την πάροδο της προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του άρθρου 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994, το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλου ελέγχου παραγράφεται κατ’ αρχήν μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 5 εδάφιο β΄ του ν. 2238/1994, με ανώτατο, ωστόσο, χρονικό όριο παραγραφής την οριζόμενη στο άρθρο 84 παρ. 5 εδάφιο α΄ του ν. 2238/1994 προθεσμία των δεκαπέντε ετών από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της δήλωσης. Δικάζει την προσφυγή κατά το μέρος που αφορά στα οικονομικά έτη 2007 και 2008. Δέχεται αυτή κατά το μέρος αυτό και ακυρώνει τη σιωπηρή απόρριψη της 2258/25.01.2018 ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών κατά των 6633/29.12.2017 και 6634/29.12.2017 οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π., οικονομικών ετών 2007 και 2008 αντίστοιχα, και κατά της 6639/29.12.2017 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού έκτακτης οικονομικής εισφοράς του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 οικονομικού έτους 2008 του ίδιου Προϊσταμένου, καθώς και τις εν λόγω πράξεις. Δέχεται την παρέμβαση του Κ...Δ. και της Φ. Δ. Απορρίπτει τις παρεμβάσεις του Χ. Δ. και της Β. Δ.. Παραπέμπει την υπό κρίση προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά στο οικονομικό έτος 2012, σύμφωνα με το σκεπτικό.
ΣτΕ Α2088/2019
2019Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.2%
Διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος για φόρο εισοδήματος οικ. έτους 2007 (χρήση 2006). Η φορολογική διοίκηση έλαβε στις 4.10.2012, μέσω ηλεκτρονικών μέσων, στοιχεία σχετικά με αλλοδαπούς τραπεζικούς λογαριασμούς, βάσει εισαγγελικής παραγγελίας. Δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός της πενταετίας. Ο έλεγχος κατέληξε ότι δεν είχε δηλωθεί φορολογητέο εισόδημα και θεώρησε το υπόλοιπο αλλοδαπών λογαριασμών ως προσαύξηση περιουσίας κατά το άρθρο 48 § 3 ν. 2238/1994, επειδή δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για την προέλευση. Εκδόθηκε οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου στις 19.1.2016 από την αρμόδια ελεγκτική αρχή, στηριζόμενη στα στοιχεία που είχαν περιέλθει στη διοίκηση εντός της πενταετίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 και § 4 (περ. β) του ΚΦΕ (ν. 2238/1994), το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος παραγράφεται κατ’ αρχήν σε πενταετία από το τέλος του έτους υποβολής της δήλωσης, και κατ’ εξαίρεση σε δεκαετία όταν η ανακρίβεια αποδεικνύεται από «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν στη Διοίκηση μετά την πενταετία (άρθρο 68 § 2 περ. α-β ΚΦΕ). Το άρθρο 78 §§ 1-2 του Συντάγματος απαγορεύει παρατάσεις παραγραφής για χρήσεις προγενέστερες του προηγούμενου της δημοσίευσης έτους. Η ρύθμιση του άρθρου 13 § 6 ν. 3522/2006, ισχύουσα από 22.12.2006 (άρθρο 39 περ. ιγ), δεν εφαρμόζεται αναδρομικά σε εκκρεμείς φορολογικές υποχρεώσεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα στοιχεία αλλοδαπών τραπεζικών λογαριασμών περιήλθαν στη φορολογική διοίκηση στις 4.10.2012 μέσω ηλεκτρονικών μέσων (USB, CD), εντός της πενταετίας που έληγε στις 31.12.2012, ότι δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου για τη χρήση 2006, και ότι η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εκδόθηκε στις 19.1.2016. Η φορολογητέα ύλη προσδιορίστηκε βάσει εξέτασης των λογαριασμών και εφαρμόστηκε η τεκμηρίωση προσαύξησης περιουσίας του άρθρου 48 § 3 ν. 2238/1994 λόγω μη αιτιολόγησης προέλευσης. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, η παραγραφή ήταν πενταετής και συμπληρώθηκε στις 31.12.2012, οι νομοθετικές παρατάσεις είναι ανίσχυρες κατ’ άρθρο 78 Συντ., η δεκαετής προθεσμία δεν ενεργοποιείται επειδή τα στοιχεία δεν ήταν «συμπληρωματικά» κατά την έννοια του άρθρου 68 § 2 ΚΦΕ (είχαν περιέλθει εντός πενταετίας), και η διάταξη του άρθρου 13 § 6 ν. 3522/2006 δεν είχε αναδρομική εφαρμογή. Συνεπώς, ο μεταγενέστερος καταλογισμός στερείται νόμιμης θεμελίωσης.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι οι λόγοι αναιρέσεως δεν θεμελίωσαν παραδεκτό κατά το άρθρο 53 § 3 π.δ. 18/1989: δεν προβάλλονται με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς κρίσιμα νομικά ζητήματα για την επίλυση της διαφοράς. Ορισμένοι ισχυρισμοί στηρίζονταν σε διαφορετικό πραγματικό, άλλοι ήταν αόριστοι ως προς το ζήτημα ερμηνείας κανόνα δικαίου, και όλοι ήταν αλυσιτελείς, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται αυτοτελώς στην παραδοχή ότι στοιχεία περιελθόντα εντός της πενταετίας δεν αποτελούν «συμπληρωματικά» και δεν θεμελιώνουν δεκαετή παραγραφή. Κατ’ αποτέλεσμα, οι προβαλλόμενοι λόγοι απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι και η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α2087/2019
2019Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.0%
Για το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006) ο φορολογούμενος δήλωσε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 36.057,36 ευρώ. Στις 4.10.2012 παραδόθηκαν στη φορολογική διοίκηση (μέσω εισαγγελικής παραγγελίας) ηλεκτρονικά μέσα (USB, CD) με στοιχεία της «Λίστας Λαγκάρντ» για λογαριασμούς στην HSBC Γενεύης (2005–2007), συνδεδεμένους με εταιρία που είχε προφίλ πελάτη ανοικτό από 9.6.2005. Η ιδιότητα «beneficial owner» αποδόθηκε στους συνδεόμενους την 7.7.2005. Το υπόλοιπο των λογαριασμών στις 31.12.2006 ανερχόταν σε 3.507.210,03 ευρώ, επιμεριζόμενο σε 1.169.070,01 ευρώ ανά δικαιούχο. Η φορολογική αρχή θεώρησε το αναλογούν ποσό ως προσαύξηση περιουσίας (άρθρο 48 §3 ΚΦΕ) και εξέδωσε οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού στις 15.4.2016, μετά από εντολή μερικού ελέγχου γραφείου στις 18.12.2015. Οι κληρονόμοι δεν προσκόμισαν στοιχεία για την προέλευση των καταθέσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 §1 του ΚΦΕ, το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος παραγράφεται κατ’ αρχήν σε πενταετία από το τέλος του έτους υποβολής της δήλωσης. Κατά το άρθρο 84 §4 περ. β σε συνδυασμό με το άρθρο 68 §2 ΚΦΕ, η παραγραφή γίνεται δεκαετής όταν η φορολογική αρχή στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν σε γνώση της μετά την πενταετία. Οι γενικές παρατάσεις παραγραφής για παλαιές χρήσεις αντίκεινται στο άρθρο 78 §§1–2 του Συντάγματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα στοιχεία λογαριασμών HSBC (USB/CD) περιήλθαν στη φορολογική διοίκηση στις 4.10.2012, εντός της αρχικής πενταετίας για τη χρήση 2006 (λήξη 31.12.2012). Δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός της πενταετίας. Η οριστική πράξη καταλογισμού εκδόθηκε στις 15.4.2016. Η ανακρίβεια της δήλωσης στηρίχθηκε στα ανωτέρω στοιχεία και στην ιδιότητα «beneficial owner». Εφαρμόζοντας τα άρθρα 84 §1 και §4 περ. β και 68 §2 ΚΦΕ, κρίθηκε ότι στοιχεία γνωστά εντός πενταετίας δεν είναι «συμπληρωματικά» και δεν θεμελιώνουν δεκαετή παραγραφή. Οι νομοθετικές παρατάσεις για χρήσεις προγενέστερες του προηγούμενου της δημοσίευσης έτους είναι ανίσχυρες. Επομένως, ο καταλογισμός μετά την 31.12.2012 ερείδεται σε παραγεγραμμένο δικαίωμα.
Οι λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι κατά το άρθρο 53 παρ. 3 π.δ. 18/1989, διότι δεν τεκμηριώθηκε με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι τίθενται κρίσιμα νομικά ζητήματα χωρίς νομολογία ή αντίθετα προς πάγια νομολογία. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί «συμπληρωματικών στοιχείων» ήταν αλυσιτελείς, αφού το Διοικητικό Εφετείο θεμελίωσε αυτοτελώς το συμπέρασμα μη εφαρμογής της δεκαετούς παραγραφής στην παραδοχή ότι τα στοιχεία περιήλθαν στη διοίκηση εντός της πενταετίας. Μη θιγόμενης της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας των παρατάσεων παραγραφής, το αναιρετήριο δεν ανέδειξε κρίσιμο ερμηνευτικό ζήτημα· συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α166/2024
2024Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.0%
Αιτών φορολογούμενος ήταν πολιτικός μηχανικός με δραστηριότητα κατασκευής οικοδομών. Για τη χρήση 2008 πώλησε αγροτεμάχιο 4.020 τ.μ. με δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες ως ενιαία κατοικία σε θέση παραθαλάσσια, με συμβολαιογραφικό τίμημα 364.000 ευρώ και αντικειμενική αξία 363.467,95 ευρώ· υποβλήθηκε δήλωση Φόρου Μεταβίβασης Ακινήτου και καταβλήθηκε φόρος. Η αγοράστρια έλαβε στις 17.7.2008 στεγαστικό δάνειο 1.500.000 ευρώ· εκταμιεύθηκαν 886.740 ευρώ (22.7.2008) και εκδόθηκε επιταγή 364.000 ευρώ (25.8.2008), που κατατέθηκαν σε λογαριασμό του φορολογούμενου. Προηγήθηκαν επιταγές 100.000 ευρώ (20.6.2008 και 23.6.2008) μέσω μεσιτών, κατατεθείσες στον ίδιο λογαριασμό. Κατά τον αρχικό τακτικό έλεγχο, βιβλία κρίθηκαν ανακριβή λόγω μη τήρησης βιβλίων υποκαταστήματος. Το 2016, βάσει πληροφοριακού δελτίου ΣΔΟΕ, διενεργήθηκε μερικός επανέλεγχος, θεωρώντας τα τραπεζικά στοιχεία «νέα» και προσδιορίστηκαν εξωλογιστικά έσοδα-κέρδη και επιβλήθηκαν πρόστιμα ΚΒΣ.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 ΚΦΕ, η παραγραφή για καταλογισμό φόρου εισοδήματος είναι, κατ’ αρχήν, πενταετής από το τέλος του έτους υποβολής της δήλωσης. Κατά το άρθρο 84 § 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 περ. α ΚΦΕ, η παραγραφή γίνεται δεκαετής μόνο αν η ανακρίβεια προκύπτει από «συμπληρωματικά στοιχεία» που νόμιμα δεν ήταν ή δεν όφειλαν να είναι γνωστά εντός πενταετίας. Κατά τα άρθρα 7, 13, 14 ν. 1587/1950, στοιχεία αγοραπωλησίας ακινήτων τίθενται υπόψη της Διοίκησης πριν και αμέσως μετά τη μεταβίβαση. Κατά το άρθρο 9 § 5 ν. 2523/1997, αντίστοιχα ισχύει για ΚΒΣ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίμαχη πώληση ακινήτου και η δήλωση ΦΜΑ είχαν περιέλθει στη Φορολογική Διοίκηση εντός του κρίσιμου χρόνου, ενώ οι κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου μπορούσαν να ελεγχθούν εντός της πενταετίας με αιτήματα προς τα πιστωτικά ιδρύματα. Τα στοιχεία από το πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ (δανειακή σύμβαση, εκταμιεύσεις, επιταγές τρίτων) συνδέονταν άμεσα με τις καταθέσεις και ήταν ευχερώς ανιχνεύσιμα. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι οι κινήσεις ημεδαπών λογαριασμών και τα έγγραφα της αγοραπωλησίας δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία», άρα δεν επιμηκύνουν την παραγραφή σε δεκαετία. Οι αιτιάσεις περί δυσχέρειας εντοπισμού και οψιγένειας των στοιχείων απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες/ουσιαστικές. Περαιτέρω, τα άρθρα 36 και 72 ΚΦΔ περί εικοσαετούς παραγραφής για φοροδιαφυγή δεν εφαρμόζονται στη χρήση 2008 λόγω των ορίων του άρθρου 78 § 2 Σ.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) τα στοιχεία της αγοραπωλησίας ακινήτου και οι κινήσεις των ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά τα άρθρα 68 § 2 και 84 § 4 ΚΦΕ, αφού η Φορολογική Διοίκηση μπορούσε με δέουσα επιμέλεια να τα συλλέξει εντός της πενταετίας, (β) οι ισχυρισμοί περί οψιγένειας/δυσχέρειας ανεύρεσης πλήττουν την ουσιαστική κρίση του εφετείου και είναι απαράδεκτοι, (γ) δεν υφίσταται αντίθεση προς την επικαλούμενη νομολογία, και (δ) οι διατάξεις του ΚΦΔ για εικοσαετή παραγραφή σε φοροδιαφυγή δεν εφαρμόζονται στην επίδικη χρήση 2008 λόγω των συνταγματικών ορίων αναδρομής (άρθρο 78 § 2 Σ).
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α20/2021
2021Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.9%
Αιτών προέβη σε αγορά μετοχών εταιρείας με συμβολαιογραφικό έγγραφο στις 28.11.2002. Για την κάλυψη τεκμαρτής δαπάνης από την αγορά, υπέβαλε στις 2.5.2003 δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δηλώνοντας μεταξύ άλλων λήψη δανείου. Η φορολογική αρχή, μετά από πληροφορίες το 2009, διενήργησε έλεγχο για τη δανειακή σύμβαση και θεώρησε ότι υπάγεται σε χαρτόσημο με συντελεστή 3%, επιβάλλοντας πράξη καταλογισμού τελών χαρτοσήμου για τη χρήση 2002, εκδοθείσα στις 21.12.2009 και κοινοποιηθείσα στις 25.1.2010. Η βασική χρονική αφετηρία παραγραφής ήταν το τέλος του 2002, με πενταετή προθεσμία έως 31.12.2008. Η Διοίκηση στήριξε την εμπρόθεσμη επιβολή στις νομοθετικές παρατάσεις του ν. 3697/2008 και του ν. 3790/2009, χωρίς επίκληση της δεκαετούς παραγραφής του άρθρου 84 §4 ΚΦΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 §1 του ν. 2238/1994 (ΚΦΕ), κατ’ ανάλογη εφαρμογή στα τέλη χαρτοσήμου, η αξίωση του Δημοσίου παραγράφεται σε πέντε έτη από τη λήξη του έτους γένεσης της υποχρέωσης, και κατ’ εξαίρεση σε δέκα έτη κατά το άρθρο 84 §4 εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Τα άρθρα 78 §§1-2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και αναλογικότητας, δεν επιτρέπουν νομοθετικές αναδρομικές παρατάσεις παραγραφής για προγενέστερα έτη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίδικη αξίωση αφορά διαχειριστική χρήση 2002, με πράξη καταλογισμού εκδοθείσα στις 21.12.2009 και κοινοποιηθείσα στις 25.1.2010. Η Διοίκηση θεμελίωσε την εμπρόθεσμη επιβολή στις παρατάσεις των άρθρων 29 ν. 3697/2008 και 10 ν. 3790/2009, χωρίς να επικαλεστεί ή αποδείξει προϋποθέσεις εφαρμογής της δεκαετούς παραγραφής του άρθρου 84 §4 ΚΦΕ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία που έκρινε αντισυνταγματικές τις αναδρομικές παρατάσεις της παραγραφής, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η πενταετής παραγραφή έληξε στις 31.12.2008. Οι επίμαχες παρατάσεις δεν ήταν έγκυρες κατά το άρθρο 78 Συντ., και ελλείψει επίκλησης της εξαιρετικής δεκαετίας, η πράξη καταλογισμού μετά την εκπνοή της πενταετίας ήταν εκπρόθεσμη.
Η πράξη καταλογισμού τελών χαρτοσήμου για τη χρήση 2002 εκδόθηκε μετά την εκπνοή της πενταετούς παραγραφής, η οποία, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 84 §1 ΚΦΕ, έληξε στις 31.12.2008. Οι νομοθετικές παρατάσεις της παραγραφής που επικαλέστηκε η Διοίκηση (άρθρα 29 ν. 3697/2008 και 10 ν. 3790/2009) κρίθηκαν αντισυνταγματικές ως αναδρομικές κατά τα άρθρα 78 §§1-2 Συντ., ενώ δεν επικαλέστηκαν οι προϋποθέσεις της δεκαετούς παραγραφής του άρθρου 84 §4 ΚΦΕ. Συνεπώς, η αξίωση ήταν παραγεγραμμένη και η καταλογιστική πράξη έπρεπε να ακυρωθεί.
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 4656/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το σκεπτικό. Δικάζει και δέχεται την προσφυγή. Ακυρώνει την 1/13.1.2010 (21.12.2009) πράξη καταλογισμού τελών χαρτοσήμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Αμαρουσίου, για τη διαχειριστική χρήση 2002.
ΣτΕ Α2053/2020
2020Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.9%
Αιτών ήταν επιτηδευματίας με έναρξη 4.10.2005 και δραστηριότητες τουριστικών καταλυμάτων και λιανικού εμπορίου, με συμμετοχές σε εταιρείες. Στις 16.5.2005 καταρτίστηκε συμβόλαιο πώλησης δύο οικοπέδων στον οικισμό Εξοχή Ιωαννίνων: α) οικόπεδο 4.116,62 τ.μ. αποκλειστικής κυριότητας του αιτούντος, κτηθέν κατά 50% από αγορά/διανομή (1998), 34,49% από αγορά (18.6.2004) και 15,51% από δωρεά (21.6.2004), β) όμορο οικόπεδο 2.058,32 τ.μ. που είχε αρχικά αγοραστεί στις 22.4.2003 από ετερόρρυθμη εταιρεία με αντικείμενο και την εκμετάλλευση ακινήτων, περιελθόν στους μετέπειτα πωλητές στις 28.6.2004 από διανομή λόγω λύσης της εταιρείας. Η Διοίκηση, κατόπιν εντολών ελέγχου το 2015 και χρήσης στοιχείων που προσκομίστηκαν (συμβόλαιο), θεώρησε ως εισόδημα από εμπορική επιχείρηση τη διαφορά μεταξύ τιμήματος πώλησης και δαπάνης απόκτησης για αμφότερα τα ακίνητα, αποδίδοντας στους πωλητές ιδιότητα μελών άτυπης εταιρείας για την δεύτερη πώληση.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 1 του ΚΦΕ, η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου και το δικαίωμα επιβολής φόρου παραγράφονται μετά την πάροδο πενταετίας. Κατά παρέκκλιση, το άρθρο 84 παρ. 4 περ. β’ σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περ. α’ ΚΦΕ προβλέπουν δεκαετή παραγραφή όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν μεταγενέστερα σε γνώση της Διοίκησης και δεν ήταν ευλόγως γνωστά εντός της πενταετίας, διάταξη που ερμηνεύεται στενά υπό την αρχή της αναλογικότητας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι για τις μεταβιβάσεις ακινήτων οι συμβαλλόμενοι υποβάλλουν προ της σύνταξης κοινή δήλωση φόρου μεταβίβασης και καταβάλλουν τον φόρο (α.ν. 1521/1950 άρθρα 7-8), ο συμβολαιογράφος μνημονεύει τα στοιχεία στο συμβόλαιο και αποστέλλει αντίγραφα στη Δ.Ο.Υ. του ακινήτου εντός μηνός (άρθρα 13-14). Επιπλέον, οι μεταβολές απεικονίζονται στη δήλωση Ε9 του οικείου οικονομικού έτους. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι τα συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων δεν συνιστούν καθ’ εαυτά «συμπληρωματικά στοιχεία» για επιμήκυνση της παραγραφής, διότι τα κρίσιμα δεδομένα έχουν τεθεί στην ώρα τους στη διάθεση της φορολογικής διοίκησης μέσω των προβλεπόμενων δηλώσεων και διαβιβάσεων, τις οποίες η επιμελώς δρώσα Διοίκηση όφειλε να αξιοποιήσει εντός της πενταετίας.
Η παραγραφή του δικαιώματος καταλογισμού φόρου εισοδήματος ήταν πενταετής, διότι τα στοιχεία της πώλησης ακινήτων (δήλωση φόρου μεταβίβασης και αντίγραφα συμβολαίων) ήταν διαθέσιμα στη φορολογική διοίκηση εντός της πενταετίας και δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά τα άρθρα 68 παρ. 2 και 84 παρ. 4 ΚΦΕ. Ως εκ τούτου, οι πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού του 2015 εκδόθηκαν μετά τη λήξη της προθεσμίας (31.12.2011) και είναι χρονικά απαράδεκτες, ενώ η επίκληση ανακρίβειας δήλωσης δεν θεμελιώνει διαφορετική δεκαετή παραγραφή στην συγκεκριμένη βάση.
Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και δέχεται αυτές. Αναιρεί τις 2741/2017 και 2729/2017 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Κρατεί τις υποθέσεις, δικάζει και δέχεται τις προσφυγές. Ακυρώνει τη σιωπηρή απόρριψη της 12709/24.7.2015 ενδικοφανούς προσφυγής του αναιρεσείοντος ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών κατά της 1169/24.6.2015 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π.) οικονομικού έτους 2006, καθώς και την εν λόγω πράξη. Ακυρώνει τη σιωπηρή απόρριψη της 12710/24.7.2015 ενδικοφανούς προσφυγής των αναιρεσειόντων ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών κατά της 1151/24.6.2015 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π.) οικονομικού έτους 2006, καθώς και την εν λόγω πράξη.
ΣτΕ Α2327/2022
2022Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.8%
Φορολογούμενη ασκούσε ατομικά επάγγελμα, τηρούσε βιβλία Β΄ κατηγορίας και είχε υπαχθεί σε ρυθμίσεις περαίωσης παλαιών χρήσεων. Κατόπιν ελέγχου ζητήθηκε άρση τραπεζικού απορρήτου και, με έγγραφο προς την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών (13.5.2011), συλλέχθηκαν στοιχεία για λογαριασμούς στην ημεδαπή. Οι τράπεζες απέστειλαν κινήσεις και υπόλοιπα, ο έλεγχος συνέταξε πίνακες «πρωτογενών καταθέσεων» ανά χρήση και τα αντιπαρέβαλε με βιβλία και δηλωθέντα έσοδα, θεωρώντας τα βιβλία ανακριβή. Με εντολή επανελέγχου προσδιορίστηκαν εξωλογιστικά ακαθάριστα έσοδα και καθαρά κέρδη για χρήσεις 2000–2010, καθώς και φορολογητέες εκροές ΦΠΑ για το 2010. Εκδόθηκαν οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού στις 25.9.2015 για παλαιές χρήσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 ΚΦΕ (ν. 2238/1994), το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου παραγράφεται κατ’ αρχήν σε πενταετία· κατά το άρθρο 84 § 4 περ. β΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ, η παραγραφή γίνεται δεκαετής μόνο αν περιέλθουν μετά την πενταετία «συμπληρωματικά στοιχεία» που δικαιολογημένα δεν γνώριζε η φορολογική αρχή. Η διάταξη ερμηνεύεται στενά και οι κινήσεις/υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή αποτελούν βασικό μέσο ελέγχου, όχι συμπληρωματικά στοιχεία. Εφαρμόζονται μεταβατικά το άρθρο 72 § 11 ΚΦΔ και το άρθρο 13 § 6 ν. 3522/2006. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η φορολογική αρχή, κατόπιν αιτήματος προς την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών (13.5.2011), έλαβε στοιχεία κινήσεων πολλών τραπεζικών λογαριασμών, συνέταξε λίστες «πρωτογενών καταθέσεων», τις αντιπαρέβαλε με βιβλία και δηλώσεις, έκρινε τα βιβλία ανακριβή και επανυπολόγισε εξωλογιστικά έσοδα/κέρδη για χρήσεις 2000–2010. Βάσει αυτών εκδόθηκαν οριστικές πράξεις στις 25.9.2015 για παλαιές χρήσεις. Εφαρμόζοντας το ως άνω πλαίσιο, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα τραπεζικά δεδομένα ημεδαπής δεν συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία ικανά να επιμηκύνουν την παραγραφή σε δεκαετία, άρα ισχύει η πενταετής παραγραφή και οι καταλογισμοί του 2015 για τις επίμαχες χρήσεις εκδόθηκαν μετά τη λήξη της. Για παλαιότερη χρήση είχε συμπληρωθεί ακόμη και δεκαετία.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) για ορισμένες πράξεις το ποσό της διαφοράς δεν υπερέβαινε το όριο των 40.000 ευρώ του άρθρου 53 § 4 π.δ. 18/1989, καθιστώντας την αίτηση απαράδεκτη κατ’ αυτό το μέρος· και (β) για τις λοιπές πράξεις οι προβληθέντες λόγοι ήταν αλυσιτελείς/αβάσιμοι, αφού κατά πάγια νομολογία οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών ημεδαπής δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 84 § 4 περ. β ΚΦΕ για επιμήκυνση παραγραφής, ενώ για μία χρήση είχε ήδη συμπληρωθεί και η δεκαετία πριν την έκδοση των πράξεων.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α713/2021
2021Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.8%
Αιτούντες είχαν υποβάλει κοινή δήλωση φόρου εισοδήματος για τη χρήση 2007, χωρίς δήλωση φορολογητέου εισοδήματος. Κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών το 2013, η ελεγκτική αρχή επεξεργάστηκε στοιχεία από CD και ζήτησε πληροφορίες για πιστώσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην ημεδαπή που δεν συνδέονταν με δηλωθέντα εισοδήματα. Διαπιστώθηκε εισφορά κεφαλαίου 4.500.000 ευρώ σε ναυτιλιακή εταιρεία πλοίων αναψυχής, καταχωρημένη σε δημοσιευμένο καταστατικό του 2007, και αγορά σκάφους το 2007. Η αρχή εφάρμοσε έμμεσες τεχνικές ελέγχου (τεχνική ανάλυσης ρευστότητας) για τη χρήση 2007, καταρτίζοντας πίνακες πηγών και αναλώσεων κεφαλαίων και εξήγαγε αρνητική διαφορά 4.579.553,95. Εκδόθηκαν το 2017 οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και έκτακτης εισφοράς για το οικονομικό έτος 2008, στηριζόμενες σε κινήσεις ημεδαπών λογαριασμών και στη δημοσιευμένη εισφορά κεφαλαίου, χωρίς αξιοποίηση στοιχείων από αλλοδαπούς λογαριασμούς.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 και § 4 περ. β του ΚΦΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 περ. α ΚΦΕ και τη μεταβατική ρήτρα του άρθρου 72 § 11 εδ. α του ΚΦΔ, ο κανόνας είναι πενταετής παραγραφή για τον καταλογισμό φόρου, η οποία γίνεται δεκαετής μόνο όταν η ανακρίβεια της δήλωσης στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν δικαιολογημένα στη Διοίκηση μετά την πενταετία. Ως συμπληρωματικά νοούνται στοιχεία αποδεικτικά μη δηλωθέντος εισοδήματος που δεν ήταν προσιτά με τη δέουσα επιμέλεια εντός της πενταετίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ελεγκτική αρχή θεμελίωσε τους καταλογισμούς σε κινήσεις και υπόλοιπα ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών και στη δημοσιευμένη εισφορά κεφαλαίου σε ναυτιλιακή εταιρεία, καταχωρημένη στο Μητρώο Ν.Ε.Π.Α. από το 2007. Δεν αξιοποιήθηκαν στοιχεία αλλοδαπών λογαριασμών ούτε προέκυψε νεότερο στοιχείο εκτός των τακτικών μέσων ελέγχου. Οι πράξεις εκδόθηκαν το 2017 για οικονομικό έτος 2008. Εφαρμόζοντας το άρθρο 84 § 4 περ. β ΚΦΕ, κρίθηκε ότι οι κινήσεις ημεδαπών λογαριασμών, ως βασικό και τακτικό μέσο ελέγχου διαθέσιμο εντός πενταετίας, δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία». Ομοίως, η εισφορά κεφαλαίου που προκύπτει από δημοσιευμένο καταστατικό ήταν προσιτή στον έλεγχο από το 2007 και δεν δικαιολογεί επιμήκυνση παραγραφής. Κατά συνέπεια, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις δεκαετούς παραγραφής.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως δεν πληρούσαν την προϋπόθεση του άρθρου 53 § 3 π.δ. 18/1989, καθόσον το κρίσιμο νομικό ζήτημα περί «συμπληρωματικών στοιχείων» είχε ήδη επιλυθεί από πάγια νομολογία και οι επικλήσεις περί δειγματοληπτικού ελέγχου και προϋποθέσεων πρόσβασης ήταν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα. Επιπλέον, τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκαν οι καταλογισμοί (κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή και δημοσιευμένη εισφορά κεφαλαίου σε εταιρεία) δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 84 § 4 περ. β ΚΦΕ, αφού ήταν προσιτά στη Διοίκηση εντός της πενταετίας. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, δεν χωρεί επιμήκυνση της παραγραφής σε δεκαετία.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α2472/2022
2022Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.8%
Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας διαβιβάστηκε στη φορολογική αρχή ψηφιακός δίσκος με δεδομένα κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών της αιτούσας για τις χρήσεις 2000-2012, όπου συνδικαιούχος σε ορισμένους λογαριασμούς ήταν ο σύζυγος. Εκδόθηκαν εντολές ελέγχου από το Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου και διενεργήθηκε έλεγχος για τυχόν περιουσιακή προσαύξηση του άρθρου 48 § 3 ΚΦΕ. Από την επεξεργασία των λογαριασμών προέκυψαν πιστώσεις μη δικαιολογούμενες από τα δηλωθέντα εισοδήματα, και καταλογίστηκαν, με πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού (12.10.2015), φόρος εισοδήματος για οικονομικά έτη 2001-2004 και 2006-2013, έκτακτη εισφορά για 2008 και 2010, και ειδική εισφορά αλληλεγγύης για 2011-2013. Οι ελεγκτές απέδωσαν στην αιτούσα περιουσιακή προσαύξηση 31.068.652€ και στον συνδικαιούχο 6.009.295€, τα ποσά δε αναπροσαρμόστηκαν με νεότερο πόρισμα και απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Οι πηγές πιστώσεων εντοπίστηκαν σε κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών καταθέσεων.
Το άρθρο 84 § 1 ΚΦΕ προβλέπει πενταετή παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος, ενώ κατά το άρθρο 84 § 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ, η παραγραφή γίνεται δεκαετής όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία», δηλαδή πληροφορίες που περιήλθαν νόμιμα στη φορολογική αρχή μετά την πενταετία και αποδεικνύουν μη δηλωθέν εισόδημα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διαπιστώσεις περί άγνωστης προέλευσης εισοδήματος στηρίχθηκαν σε κινήσεις και υπόλοιπα τραπεζικών καταθέσεων στην ημεδαπή, οι οποίες συλλέχθηκαν στο πλαίσιο ελέγχου του ΚΕΦΟΜΕΠ κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας και επεξεργάστηκαν από την υπηρεσία. Τα στοιχεία αυτά ήταν προσβάσιμα στη φορολογική αρχή και δεν συνιστούν νέα συμπληρωματικά στοιχεία με την έννοια των άρθρων 84 § 4 και 68 § 2 ΚΦΕ. Εφαρμόζοντας το προαναφερθέν πλαίσιο και την πάγια νομολογία, το δικαστήριο έκρινε ότι οι κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν παρεκτείνουν την πενταετή παραγραφή σε δεκαετή. Συνεπώς, για τα οικονομικά έτη 2001-2004 και 2006-2009 ίσχυσε η πενταετής παραγραφή, ενώ οι ισχυρισμοί περί δεκαετούς παραγραφής με βάση τα εν λόγω στοιχεία δεν ευδοκιμούν.
Η δίκη καταργήθηκε εν μέρει ως προς το κεφάλαιο που αφορά το οικονομικό έτος 2011, λόγω της μεταγενέστερης ΣτΕ 2471/2022 που εξαφάνισε την εφετειακή κρίση και αναπέμπει για νέα εκτίμηση του πραγματικού. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο κύριος λόγος περί εφαρμογής δεκαετούς παραγραφής βασίστηκε σε στοιχεία κινήσεων ημεδαπών τραπεζικών καταθέσεων που, σύμφωνα με πάγια νομολογία (ΣτΕ 7μ. 2934-2935/2017, 172-173/2018), δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» του άρθρου 84 § 4 ΚΦΕ. Επομένως, οι οικείες φορολογικές αξιώσεις είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 53 § 3 π.δ. 18/1989 για παραδεκτό, αφού το νομικό ζήτημα είχε ήδη επιλυθεί νομολογιακά, ενώ τα επίκλητα επιχειρήματα περί «δειγματοληπτικού ελέγχου» και «εναύσματος» δεν αφορούσαν ρητή κρίση της εφετειακής αλλά αποτελούν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα.
Καταργεί εν μέρει τη δίκη. Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά. Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α2934/2017
2017Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.7%
Εκδόθηκαν οκτώ οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για οικονομικά έτη 2001–2008 και μία πράξη έκτακτης εισφοράς (άρθρο 18 ν. 3758/2009) στις 11.5.2015 από Δ.Ο.Υ. για φορολογούμενο που είχε αποβιώσει, με βάση έλεγχο προσαύξησης περιουσίας. Στοιχεία προέκυψαν από αλλοδαπό τραπεζικό λογαριασμό (HSBC Γενεύη) που διαβιβάστηκαν στην υπηρεσία στις 5.2.2014, και από ημεδαπούς τραπεζικούς λογαριασμούς με κινήσεις 1997–2011. Εκδόθηκε εντολή ελέγχου στις 10.4.2014, απεστάλη σημείωμα διαπιστώσεων στις 21.10.2014 και πρόσκληση προηγούμενης ακρόασης. Για το έτος 2007 η διαφορά βασίστηκε σε πρωτογενείς καταθέσεις σε ημεδαπές τράπεζες. Για τις χρήσεις 2000–2006 δεν είχε διενεργηθεί αρχικός έλεγχος ούτε εκδοθεί φύλλο ελέγχου εντός της πενταετίας και των νόμιμων παρατάσεων.
Το άρθρο 84 § 1 και § 4 περ. β του ΚΦΕ (ν. 2238/1994), σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2, καθιερώνει βασική πενταετή παραγραφή του δικαιώματος καταλογισμού φόρου και κατ’ εξαίρεση δεκαετή όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν μετά την πενταετία. Κατά την αρχή της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, οι διατάξεις περί παραγραφής ερμηνεύονται στενά· η εξέταση τραπεζικών λογαριασμών αποτελεί βασικό μέσο ελέγχου εντός πενταετίας (άρθρο 66 ΚΦΕ, άρθρα 14 και 15 ΚΦΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι οριστικές πράξεις εκδόθηκαν στις 11.5.2015 για χρήσεις 2000–2007, χωρίς να έχει προηγηθεί αρχικός έλεγχος εντός πενταετίας για 2000–2006. Για το 2007, η διαφορά στηρίχθηκε σε πρωτογενείς καταθέσεις σε ημεδαπές τράπεζες, ενώ στοιχεία από αλλοδαπό λογαριασμό παρασχέθηκαν στην υπηρεσία στις 5.2.2014 και εκδόθηκε εντολή ελέγχου στις 10.4.2014. Η πρόσβαση στα ημεδαπά τραπεζικά στοιχεία ήταν δυνατή εντός πενταετίας. Εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία υπολοίπου/κινήσεων ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» ικανά να επιμηκύνουν την παραγραφή στη δεκαετία. Επομένως, το δικαίωμα καταλογισμού για τις επίδικες χρήσεις είχε παραγραφεί, ανεξάρτητα από τις αντισυνταγματικές διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις, και δεν μπορούσε να θεμελιωθεί δεκαετής παραγραφή ούτε λόγω ανακρίβειας της δήλωσης.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) κατά το μέρος που αφορά πράξεις με ποσό διαφοράς κατώτερο του ορίου του άρθρου 53 § 4 π.δ. 18/1989 είναι απαράδεκτη, και (β) κατά τα λοιπά είναι αβάσιμη, επειδή οι διαδοχικές παρατάσεις της παραγραφής είναι αντισυνταγματικές (άρθρο 78 Συντ.), ενώ τα στοιχεία κινήσεων/υπολοίπων ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» των άρθρων 84 § 4 περ. β και 68 § 2 ΚΦΕ ώστε να ισχύσει δεκαετής παραγραφή· για ορισμένες χρήσεις, ακόμη και υπό δεκαετή παραγραφή, ο χρόνος είχε ήδη συμπληρωθεί κατά την έκδοση των πράξεων (2015).
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α2607/2018
2018Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.7%
Αιτών απέκτησε στις 13.12.2005 δεκαεπτά οριζόντιες ιδιοκτησίες (γραφεία, καταστήματα, υπόγειοι χώροι, αποθήκες, θέσεις στάθμευσης) σε ακίνητο επί της οδού Αρκαδίας 26 στους Αμπελοκήπους, με αντικειμενική αξία 2.670.485,37 ευρώ, από εταιρεία στην οποία ήταν διοικητικό στέλεχος και βασικός μέτοχος. Ακολούθησαν συμβόλαια τροποποίησης στις 27.12.2005 και 29.12.2005. Στις 19.1.2006 πώλησε τρεις ιδιοκτησίες και δύο θέσεις στάθμευσης (αντικειμενική αξία 953.067,09 ευρώ, τίμημα 3.578.000 ευρώ, εξόφληση 2.5.2006) και στις 21.8.2006 μία ιδιοκτησία και μία θέση στάθμευσης (αντικειμενική αξία 285.844,05 ευρώ, τίμημα 950.000 ευρώ, εξόφληση 21.9.2006) σε δύο συνεταιριστικές συνομοσπονδίες. Δήλωσε τα ποσά ως διάθεση περιουσιακών στοιχείων (κωδ. 781) στο οικ. έτος 2007, χωρίς δήλωση εισοδήματος από εμπορική επιχείρηση. Μετά από πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ (27.2.2015) και σημείωμα διαπιστώσεων (7.12.2015), εκδόθηκε στις 25.2.2016 πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου. Στις 5.1.2016 συντάχθηκε διορθωτικό συμβόλαιο που αύξησε το τίμημα αγοράς και υποβλήθηκε δήλωση ΦΜΑ με φόρο 101.632,84 ευρώ, χωρίς προσκόμιση αποδεικτικών καταβολής του νέου τιμήματος.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 και § 4 περ. β του ΚΦΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ και την μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 72 § 11 ΚΦΔ, η παραγραφή είναι κατ’ αρχήν πενταετής αλλά καθίσταται δεκαετής όταν η φορολογική αρχή λαμβάνει μετά την πενταετία «συμπληρωματικά στοιχεία» που τεκμηριώνουν μη δηλωθέν εισόδημα, ακόμη και για αρχικό έλεγχο. Επιπλέον, το άρθρο 28 § 3 ΚΦΕ απαιτεί προσδιορισμό κέρδους από αγοραπωλησίες ακινήτων με βάση την πραγματική αξία· τυχόν διόρθωση τιμήματος γίνεται δεκτή μόνο αν αποδεικνύεται η αληθής καταβολή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών δεν είχε δηλώσει εισόδημα από επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτων στη δήλωση οικ. έτους 2007, ενώ το ΣΔΟΕ απέστειλε το 2015 πληροφοριακό δελτίο με στοιχεία για την αγορά (τέλη 2005), τροποποιήσεις σύστασης, μεταπώληση το 2006 σε δύο συνεταιριστικές οργανώσεις και προγενέστερες συμφωνίες, τα οποία δεν προέκυπταν από τη δήλωση ή τη δήλωση ΦΜΑ. Επίσης, το διορθωτικό συμβόλαιο της 5.1.2016 συντάχθηκε μετά την κοινοποίηση του σημειώματος διαπιστώσεων και δεν συνοδεύθηκε από παραστατικά πληρωμής του αυξημένου τιμήματος. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία του ΣΔΟΕ συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία που δικαιολογούν δεκαετή παραγραφή για τη χρήση 2006 και επιτρέπουν αρχικό καταλογισμό. Περαιτέρω, η μεταγενέστερη διόρθωση του τιμήματος, χωρίς αποδείξεις πραγματικής καταβολής, δεν ανατρέπει το τεκμήριο κέρδους και δύναται να αγνοηθεί στον προσδιορισμό φόρου.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (i) για τη χρήση 2006 συνέτρεχε η δεκαετής παραγραφή του άρθρου 84 § 4 ΚΦΕ, καθώς η φορολογική αρχή στηρίχθηκε σε συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν μετά την πενταετία, επιτρέποντας αρχικό καταλογισμό φόρου και πρόσθετου φόρου, (ii) το διορθωτικό συμβόλαιο που αύξησε εκ των υστέρων το τίμημα αγοράς, συνταχθέν μετά την έναρξη του ελέγχου, δεν συνοδεύθηκε από παραστατικά καταβολής και δεν απέδειξε αληθές τίμημα, άρα νομίμως δεν ελήφθη υπόψη κατά τον προσδιορισμό κέρδους από αγοραπωλησία ακινήτων, (iii) οι λοιποί λόγοι (περί non reformatio in pejus, αναδρομικότητας άρθρου 38 ΚΦΔ και προστασίας δικαιολογημένης εμπιστοσύνης) ήταν απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά το άρθρο 53 § 3 π.δ. 18/1989 και τις εφαρμοστέες διατάξεις του ΚΦΔ και ΚΔΔ.
Απορρίπτει την αίτηση.
ΣτΕ Α1440/2023
2023Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.7%
Εταιρεία με κύρια δραστηριότητα την κατασκευή και εκμετάλλευση αγωγού πετρελαιοειδών προέβη το 2004-2005 σε απόσχιση κλάδου και εισφορά σε θυγατρική, βάσει του ν. 2166/1993. Κατά τη χρήση 2005 δήλωσε ζημίες 1.947.177€ και κατέγραψε στα βιβλία της αύξηση της αξίας συμμετοχής σε θυγατρική κατά 35.100.634€, η οποία αποτυπώθηκε και στην απογραφή. Φορολογικός έλεγχος της αρμόδιας αρχής στις αρχές του 2014 θεώρησε την αύξηση ως αυτόματη υπερτίμηση πάγιου κεφαλαίου, φορολογητέα ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις (άρθρο 28 § 3 ζ’ ΚΦΕ), όχι ως υπεραξία απαλλασσόμενη λόγω εταιρικού μετασχηματισμού (άρθρο 3 ν. 2166/1993). Αναμορφώθηκαν τα αποτελέσματα: προσθήκη 35.100.634€ στα ακαθάριστα έσοδα και 367.832€ ως λογιστικές διαφορές, με καθαρά κέρδη 34.221.209€. Εκδόθηκε στις 16.1.2015 πράξη διορθωτικού προσδιορισμού για το οικ. έτος 2006 με κύριο φόρο 10.950.787€ και πρόσθετο φόρο 13.140.944€, στηριζόμενη αποκλειστικά σε εγγραφές των βιβλίων της επιχείρησης.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) η παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου για φόρο εισοδήματος είναι πενταετής από το τέλος του έτους λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης (άρθρο 62 ΚΦΕ). Κατά το άρθρο 84 § 4 ΚΦΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ, η παραγραφή παρατείνεται σε δεκαετία όταν η ανακρίβεια της δήλωσης διαπιστώνεται από συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν μεταγενέστερα ή δεν όφειλε να συνεκτιμήσει η αρχή εντός της πενταετίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η φερόμενη ανακρίβεια στηρίχθηκε αποκλειστικά σε εγγραφές των επίσημων βιβλίων της επιχείρησης, όπου είχε καταχωρηθεί η αύξηση της αξίας συμμετοχής. Ο έλεγχος διενεργήθηκε το 2014 και η πράξη εκδόθηκε στις 16.1.2015, ενώ η πενταετία για τη χρήση 2005 είχε συμπληρωθεί στις 31.12.2011. Δεν προέκυψαν άλλα στοιχεία με χαρακτήρα συμπληρωματικό. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 84 § 1 και § 4 και 68 § 2 ΚΦΕ, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχουν προϋποθέσεις δεκαετούς παραγραφής, διότι τα κρίσιμα δεδομένα ήταν ελέγξιμα από τα βιβλία εντός της πενταετίας. Οι μεταγενέστερες νομοθετικές παρατάσεις (ν. 4002/2011, ν. 4098/2012) δεν επέφεραν έγκυρη επιμήκυνση για την επίδικη χρήση, ούτε εφαρμόζεται η εικοσαετής του άρθρου 36 § 3 ΚΦΔ, επειδή οι αξιώσεις είχαν ήδη παραγραφεί προ της 1.1.2014.
Η αναιρετική αιτίαση περί εφαρμογής δεκαετούς παραγραφής απορρίφθηκε διότι η ανακρίβεια της δήλωσης προέκυπτε από τα βιβλία της ίδιας επιχείρησης και όχι από συμπληρωματικά στοιχεία κατά το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ. Κατά συνέπεια, ίσχυε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 84 § 1 ΚΦΕ, η οποία είχε συμπληρωθεί στις 31.12.2011. Οι νομοθετικές διατάξεις που προέβλεψαν παρατάσεις (άρθρο 18 § 2 ν. 4002/2011, άρθρο 2 § 1 ν. 4098/2012) δεν είχαν εφαρμογή ώστε να καλύψουν την κοινοποίηση της πράξης το 2015, ούτε μπορούσαν να αναβιώσουν παραγεγραμμένες αξιώσεις. Η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 36 § 3 ΚΦΔ δεν ίσχυσε, διότι κατά την έναρξη ισχύος του ΚΦΔ (1.1.2014) οι αξιώσεις είχαν ήδη παραγραφεί. Ως εκ τούτου, ο διορθωτικός προσδιορισμός ήταν εκπρόθεσμος και η αναιρετική αίτηση απορρίφθηκε.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α1890/2018
2018Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.6%
Για τη χρήση 2006, η φορολογική δήλωση περιείχε ανακρίβειες ως προς τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης και απόκτησης, καθώς και ως προς το ποσό μερισμάτων που δηλώθηκε ως μειωτικό της τεκμαρτής δαπάνης. Η αρμόδια υπηρεσία εξέδωσε πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος (οικονομικό έτος 2007) με αριθμό 702 στις 14.5.2015. Η ισχύουσα ρύθμιση προέβλεπε πενταετή παραγραφή από το τέλος του 2007 και δεκαετή όταν ο καταλογισμός βασίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία. Στις 22.12.2006 η παραγραφή δεν είχε αρχίσει και η αξίωση δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή. Το ποσό της διαφοράς ήταν άνω των 40.000 ευρώ.
Το άρθρο 84 § 4 περ. β του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) προβλέπει δεκαετή παραγραφή για αρχικές ή συμπληρωματικές εγγραφές όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» του άρθρου 68 § 2, ενώ κατά το άρθρο 84 § 1 ισχύει κατά κανόνα πενταετία. Με το άρθρο 13 § 6 ν. 3522/2006 ορίστηκε ότι η δεκαετής παραγραφή ισχύει ανεξάρτητα από την έκδοση αρχικού φύλλου ελέγχου. Η προθεσμία υποβολής δήλωσης καθορίζεται στο άρθρο 62 ΚΦΕ και οι μεταβατικές ρυθμίσεις στο άρθρο 72 § 11 εδ. α του ν. 4174/2013. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι για τη χρήση 2006 ο φορολογούμενος απέκρυψε εισόδημα δηλώνοντας ανακριβώς τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης/απόκτησης και ποσά μερισμάτων ως μειωτικά. Εκδόθηκε πράξη διορθωτικού προσδιορισμού στις 14.5.2015 για το οικονομικό έτος 2007 από την αρμόδια υπηρεσία. Η πενταετία θα έληγε στις 31.12.2012 και η δεκαετία στις 31.12.2017. Κατά την 22.12.2006 η πενταετής παραγραφή δεν είχε καν αρχίσει. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη του 2015 εκδόθηκε εντός της δεκαετούς προθεσμίας του άρθρου 84 § 4 περ. β και δεν απαιτείτο προηγούμενο αρχικό φύλλο ελέγχου. Η ανακρίβεια της δήλωσης δικαιολογεί συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου κατά το άρθρο 68 § 2. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί περί παραγραφής και ανάγκης προέκδοσης αρχικού φύλλου ελέγχου δεν ευδοκούν.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι, για τη χρήση 2006, ο καταλογισμός φόρου και πρόσθετου φόρου μπορούσε νομίμως να γίνει εντός δεκαετίας κατ’ άρθρο 84 § 4 περ. β ΚΦΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2, χωρίς να απαιτείται προηγούμενο αρχικό φύλλο ελέγχου βάσει του άρθρου 13 § 6 ν. 3522/2006. Η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού της 14.5.2015 εκδόθηκε πριν από την 31.12.2017. Η δήλωση εισοδήματος ήταν ανακριβής ως προς τεκμαρτές δαπάνες και μερίσματα, στοιχείο που θεμελιώνει συμπληρωματικό φύλλο. Επομένως, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί παραγραφής και μη συνδρομής προϋποθέσεων απορρίπτονται.
Απορρίπτει την αίτηση.
ΣτΕ Α1158/2025
2025Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.6%
Αιτών ήταν πολιτικός μηχανικός στην Ελλάδα κατά 16.12.1998-31.12.2002 και από 1.1.2003 υπέβαλε δηλώσεις ως κάτοικος εξωτερικού. Διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος από το Σ.Δ.Ο.Ε. μετά από άρση τραπεζικού απορρήτου (έγγραφα ΕΜΠ 1037/20.3.2008 και 3391/20.9.2010). Ο έλεγχος αφορούσε πρωτογενείς τραπεζικές καταθέσεις, μερίδες και λογαριασμούς αξιών σε χρηματιστηριακές εταιρείες ημεδαπής. Στοιχεία περιήλθαν στο Σ.Δ.Ο.Ε. τμηματικά εντός ετών 2008, 2010, 2012 και 2013. Κατόπιν πρόσκλησης (23.12.2013), αιτών υπέβαλε υπομνήματα (2013/24.4.2014 και 3167/14.7.2014). Διενεργήθηκε συμπληρωματικός έλεγχος με πρόσθετα στοιχεία από Τράπεζα Πειραιώς ως διάδοχο Τράπεζας Κύπρου (έγγραφα 3540/25.8.2014, 4755/4.11.2014, 5150/2.12.2014) για λογαριασμούς οικονομικών ετών 2005 και 2007. Εντοπίσθηκε απόκρυψη φορολογητέας ύλης από διαχείριση δικαιωμάτων αθλητών και αγοραπωλησίες τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Για οικονομικά έτη 2005 και 2007 αποκρυβέντα εισοδήματα ανήλθαν σε 378.040€ και 232.950,24€, εκ των οποίων 7.296€ και 4.187€ εντοπίσθηκαν από στοιχεία μέχρι 23.12.2013, ενώ τα υπόλοιπα (370.744€ και 228.763,24€) από στοιχεία συμπληρωματικού ελέγχου. Εκδόθηκαν πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού στις 12.8.2015 και επιδόθηκαν στις 13.8.2015.
Το άρθρο 84 παρ. 1 και 4 του Κ.Φ.Ε. ορίζει πενταετή παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων από το τέλος του έτους λήξης της προθεσμίας υποβολής δήλωσης, με δεκαετή παρέκταση όταν η διαπίστωση ανακρίβειας στηρίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν μετά την πενταετία. Κατά τις αποφάσεις ΣτΕ 2934-2935/2017 και 172-173/2018, συμπληρωματικά στοιχεία είναι εκείνα που αποδεικνύουν κατ' αρχήν μη δηλωθέν εισόδημα και η φορολογική αρχή δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της εντός πενταετίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι κινήσεις και υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών ημεδαπής και οι διαπιστώσεις φορολογικού ελέγχου δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια των άρθρων 84 παρ. 4 περ. β΄ και 68 παρ. 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Ε. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι υπό την αντίθετη εκδοχή ο κανόνας πενταετούς παραγραφής δεν θα είχε πεδίο εφαρμογής και η δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο κανόνας, αντιβαίνοντας στην αρχή αναλογικότητας. Εφαρμόζοντας την παγία νομολογία του ΣτΕ, το δικαστήριο έκρινε ότι εν προκειμένω το δικαίωμο καταλογισμού είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που συμπληρώθηκε για το οικονομικό έτος 2005 στις 31.12.2010 και για το 2007 στις 31.12.2012, προ της επίδοσης των πράξεων (13.8.2015). Οι νομοθετικές παρατάσεις παραγραφής δεν εφαρμόστηκαν λόγω αντίθεσης στις αρχές ασφάλειας δικαίου και αναλογικότητας.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο προβαλλόμενος λόγος κρίθηκε απαράδεκτος κατ' άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989. Το κύριο νομικό ζήτημα περί χαρακτηρισμού των κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών ημεδαπής ως συμπληρωματικών στοιχείων είχε ήδη επιλυθεί με τις αποφάσεις ΣτΕ 7μ. 2934-2935/2017 και 172-173/2018 πριν από την άσκηση της αιτήσεως (3.12.2018), στις οποίες το δικάσαν δικαστήριο παρέπεμψε υιοθετώντας τις κρίσεις τους. Οι ισχυρισμοί περί δειγματοληπτικού ελέγχου, ανάγκης εναύσματος για έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών και περί συμπληρωματικού χαρακτήρα των πορισμάτων ελέγχου αποτελούν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα που είχαν απορριφθεί εμμέσως πλην σαφώς από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του ΣτΕ και επαναλήφθηκαν σε μεταγενέστερη νομολογία (ΣτΕ 1237-1240/2024, 2472-2475/2022, 713/2021, 658/2020, 1348/2020). Οι ισχυρισμοί περί ελλιπών στοιχείων και συμπληρωματικού ελέγχου δεν στηρίζουν παραδεκτό αιτήσεως, καθώς η Διοίκηση είχε υποχρέωση επίκαιρης λήψης και επεξεργασίας των στοιχείων εντός πενταετίας στο πλαίσιο επιμελούς άσκησης ελεγκτικών αρμοδιοτήτων.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α281/2022
2022Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.5%
Επιχείρηση με αντικείμενο επεξεργασία και εμπόριο ξυλείας σχημάτισε το 2004 ειδικό αφορολόγητο αποθεματικό επενδύσεων και το εμφάνισε στην εμπρόθεσμη δήλωση οικονομικού έτους 2005. Κατά τον έλεγχο, για τη χρήση 2005 αναγνωρίστηκαν επενδυτικές δαπάνες κατώτερες του 1/3 του αποθεματικού, καθώς ποσό που καταχωρίστηκε ως προκαταβολές για εργασίες δεν στηρίχθηκε σε προβλεπόμενα παραστατικά. Η φορολογική αρχή έκρινε ότι δεν τηρήθηκε η προϋπόθεση της παρ. 3 του άρθρου 2 ν. 3220/2004 και προσέθεσε το αποθεματικό στα κέρδη της χρήσης 2004, εκδίδοντας οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου στις 16.10.2014 με πρόσθετο φόρο λόγω ανακρίβειας. Προηγήθηκε συμπληρωματική δήλωση στις 14.12.2007 κατ’ άρθρο 47 ν. 3614/2007, την οποία η διοίκηση δεν έλαβε υπόψη για την παρ. 8 του άρθρου 2 ν. 3220/2004.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 ΚΦΕ ισχύει πενταετής παραγραφή για κοινοποίηση φύλλου ελέγχου από το τέλος του έτους της προθεσμίας υποβολής δήλωσης, ενώ το άρθρο 84 § 5 ΚΦΕ θεσπίζει δεκαπενταετή μόνο σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης. Το άρθρο 2 § 8 ν. 3220/2004 προβλέπει υποχρέωση εκπρόθεσμης συμπληρωματικής δήλωσης όταν δεν καλύπτεται το 1/3 του αποθεματικού. Η ειδική ρύθμιση του άρθρου 169 § 1 ν. 4099/2012 αφορά αποκλειστικά την ανάκτηση μη συμβατών ενισχύσεων και δεν υποκαθιστά τους κανόνες παραγραφής για ελέγχους τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 2 ν. 3220/2004. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι σχηματίστηκε αποθεματικό το 2004 και στη χρήση 2005 δεν δαπανήθηκε το απαιτούμενο 1/3, καθώς μέρος των κονδυλίων χαρακτηρίστηκε ως προκαταβολές χωρίς νόμιμα παραστατικά. Η οριστική πράξη φόρου εκδόθηκε στις 16.10.2014. Η διοίκηση εφάρμοσε τη δεκαπενταετή παραγραφή, θεωρώντας ότι δεν είχε υποβληθεί η συμπληρωματική δήλωση της § 8 του άρθρου 2, και δεν αναγνώρισε τη δήλωση του άρθρου 47 ν. 3614/2007. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 84 ΚΦΕ και 2 § 8 ν. 3220/2004, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση για συμπληρωματική δήλωση εξομοιώνεται με εκπρόθεσμη και δεν ενεργοποιεί τη δεκαπενταετή του άρθρου 84 § 5. Η πενταετία άρχισε στο τέλος του 2006 και έληξε 31.12.2011· η πράξη του 2014 ήταν εκπρόθεσμη. Οι μεταγενέστερες παρατάσεις παραγραφής δεν καταλαμβάνουν την υπόθεση λόγω αρχής ασφάλειας δικαίου και άρθρου 78 Συντ., ενώ η ρύθμιση ανάκτησης ενισχύσεων δεν εφαρμόζεται.
Έγινε δεκτή διότι η αξίωση του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου από τη μη κάλυψη του 1/3 του αποθεματικού υπαγόταν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 84 § 1 ΚΦΕ, η οποία έληξε 31.12.2011. Η δεκαπενταετής του άρθρου 84 § 5 δεν ίσχυε, καθώς δεν πρόκειται για περίπτωση μη υποβολής κύριας δήλωσης και η συμπληρωματική της § 8 του άρθρου 2 ν. 3220/2004 εξομοιώνεται με εκπρόθεσμη. Οι νομοθετικές παρατάσεις παραγραφής ήταν αντισυνταγματικές ως προς παλαιότερες χρήσεις και δεν μπορούσαν να στηρίξουν πράξη του 2014. Η ειδική διαδικασία ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων του άρθρου 169 § 1 ν. 4099/2012 δεν καταλάμβανε τον παρόντα έλεγχο τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 2 ν. 3220/2004.
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί την 1785/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
ΣτΕ Α1240/2024
2024Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.4%
Κατόπιν εγγράφου του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος συνοδευόμενου από ψηφιακούς δίσκους με δεδομένα κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών, διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος σε φορολογούμενο που εμφανιζόταν ως συνδικαιούχος σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Εκδόθηκε πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2008 (χρήση 2007) με την οποία καταλογίστηκε ποσό 434.939 ευρώ ως προσαύξηση περιουσίας (κατ' άρθρο 48 παρ. 3 ν. 2238/1994), προερχόμενο από επιμερισμό συνολικού ποσού 1.769.755 ευρώ σε τέσσερις συνδικαιούχους, το οποίο είχε κατατεθεί σε λογαριασμούς της Τράπεζας Κύπρου και της Τράπεζας Πειραιώς χωρίς να αποδεικνύεται η αιτία προέλευσής του. Οι καταλογιστικές πράξεις κοινοποιήθηκαν στις 9-12-2016, ενώ η πενταετής προθεσμία παραγραφής είχε λήξει στις 31-12-2013.
Το άρθρο 84 παρ. 4 περ. β' ΚΦΕ προβλέπει δεκαετή παραγραφή όταν η διαπίστωση ανακρίβειας στηρίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν στη φορολογική αρχή μετά την πενταετία. Ως «συμπληρωματικά στοιχεία» νοούνται τα στοιχεία που αποδεικνύουν μη δηλωθέν εισόδημα και τα οποία η φορολογική αρχή δικαιολογημένα δεν είχε υπ' όψιν της εντός της πενταετίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΣτΕ (αποφάσεις 2934-2935/2017, 172-173/2018), οι κινήσεις και τα υπόλοιπα τραπεζικών καταθέσεων στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», καθώς η πρόσβαση του φορολογικού ελέγχου σε αυτά δεν προϋποθέτει στοιχειοθέτηση εύλογης υπόνοιας φοροδιαφυγής. Εφαρμόζοντας την πάγια νομολογία, το δικαστήριο έκρινε ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας περί δειγματοληπτικού ελέγχου και ανάγκης ύπαρξης κινήτρου αποτελούν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα επί ήδη κριθέντος νομικού ζητήματος, ανίκανα να θεμελιώσουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο μοναδικός προβαλλόμενος λόγος κρίθηκε απαράδεκτος κατ' άρθρο 53 παρ. 3 π.δ. 18/1989, καθώς το νομικό ζήτημα αν οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών ημεδαπής αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία είχε ήδη επιλυθεί με τις αποφάσεις ΣτΕ 2934-2935/2017 και 172-173/2018, οι δε ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί δειγματοληπτικού ελέγχου και ανάγκης ύπαρξης κινήτρου για τον έλεγχο τραπεζικών καταθέσεων αποτελούν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα που έχουν ήδη απορριφθεί με την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α2024/2023
2023Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.3%
Αιτών φορολογούμενος είχε δηλώσει κατοικία στην Ελλάδα έως το 2008 και στη συνέχεια δήλωσε μεταβολή σε αλλοδαπή. Είχε ψιλή κυριότητα κατοικίας σε περιοχή του Παλαιού Φαλήρου και κυριότητα σκάφους αναψυχής και δύο Ι.Χ. Για το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 2005) δήλωσε εισόδημα αλλοδαπής πηγής περιορισμένου ύψους. Κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, η φορολογική αρχή έλαβε στις 13.2.2014 ηλεκτρονικά στοιχεία τραπεζικών κινήσεων και διενήργησε μερικό έλεγχο. Διαπιστώθηκαν σημαντικές πιστώσεις σε λογαριασμούς σε εγχώριες τράπεζες και διαπιστωθέν υπόλοιπο σε λογαριασμούς συνδεόμενης αλλοδαπής εταιρείας σε τράπεζα της Ελβετίας, που αξιολογήθηκαν ως μη δηλωθέν εισόδημα. Εκδόθηκε οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού στις 2.7.2014 με προσδιορισμό πρόσθετου φορολογητέου εισοδήματος και επιβολή κύριου και πρόσθετου φόρου.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 και 4 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994), σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 περ. α του ίδιου Κώδικα, το δικαίωμα του Δημοσίου παραγράφεται κατ’ αρχήν σε πέντε έτη, αλλά καθίσταται δεκαετές όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν στη φορολογική αρχή μετά την πενταετία. Κατά το άρθρο 72 § 1 και 11 του ν. 4174/2013, οι προϊσχύουσες διατάξεις παραγραφής του ΚΦΕ εφαρμόζονται για χρήσεις προ της ισχύος του ΚΦΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίδικη χρήση είναι το 2005 (οικ. έτος 2006), ότι τα κρίσιμα συμπληρωματικά στοιχεία (ηλεκτρονικά αρχεία τραπεζών και πληροφορίες από την εισαγγελική αρχή) περιήλθαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 13.2.2014, και ότι βάσει αυτών διενεργήθηκε μερικός έλεγχος και εκδόθηκε οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού στις 2.7.2014. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον ο καταλογισμός στηρίχθηκε σε συμπληρωματικά στοιχεία μεταγενέστερα της πενταετίας, ισχύει η δεκαετής παραγραφή χωρίς προϋπόθεση έκδοσης και κοινοποίησης αρχικού φύλλου ελέγχου εντός πενταετίας. Συνεπώς, η αντίθετη ερμηνεία του δικάσαντος εφετείου ήταν εσφαλμένη και η υπόθεση έπρεπε να παραπεμφθεί για νέα κρίση.
Η αίτηση έγινε δεκτή διότι, για τη χρήση 2005, η δεκαετής προθεσμία παραγραφής του άρθρου 84 παρ. 4 ΚΦΕ ενεργοποιείται όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν στη φορολογική αρχή μετά την πενταετία, ανεξάρτητα από το αν είχε εκδοθεί και κοινοποιηθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός της βασικής πενταετίας. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε εσφαλμένα το δίκαιο απαιτώντας προϋπόθεση μη προβλεπόμενη από τις διατάξεις, γι’ αυτό αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε. Επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα στον αναιρεσίβλητο.
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί την 5160/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το σκεπτικό. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
ΣτΕ Α1062/2023
2023Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.3%
Η φορολογική αρχή διενήργησε μερικό έλεγχο φορολογίας εισοδήματος για οικονομικά έτη 2006–2007 βάσει στοιχείων από καταθέσεις στην ημεδαπή και σε τράπεζα του εξωτερικού. Σε λογαριασμούς στην αλλοδαπή εντοπίστηκαν μεταφορές επενδυτικών προϊόντων και χρηματικών ποσών, με συμμετοχή του ελεγχόμενου προσώπου ως συνδικαιούχου, καθώς και υπεραξίες από αποτίμηση επενδυτικών τίτλων. Στους λογαριασμούς ημεδαπής διαπιστώθηκαν καταθέσεις σημαντικού ύψους μη δικαιολογούμενες από τα δηλωθέντα εισοδήματα. Η διοίκηση χαρακτήρισε τα μη δικαιολογημένα ποσά ημεδαπής ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα και τα ποσά αλλοδαπής ως εισόδημα από κινητές αξίες, εκδίδοντας πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και πρόσθετου φόρου.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 ΚΦΕ προβλέπεται πενταετής παραγραφή, η οποία κατ’ άρθρο 84 § 4 και 68 § 2 ΚΦΕ γίνεται δεκαετής όταν η ανακρίβεια της δήλωσης στηρίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία. Το άρθρο 48 § 3 ΚΦΕ επιτρέπει φορολόγηση περιουσιακής προσαύξησης άγνωστης προέλευσης ως εισόδημα, ενώ οι λογαριασμοί και οι καταθέσεις μπορούν να αποτελέσουν έμμεσα αποδεικτικά μέσα. Η πρόσβαση σε τραπεζικά στοιχεία αλλοδαπής ρυθμίζεται από το άρθρο 25 της Σύμβασης Ελλάδας–Ελβετίας (ν. 1502/1984) και τα πρωτόκολλα (ν. 4034/2011, ν. 4105/2013). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα μη δικαιολογημένα ποσά ημεδαπής προέκυψαν από ελέγχους καταθέσεων σε ελληνικά ιδρύματα, ενώ τα ποσά αλλοδαπής συνδέθηκαν με εμβάσματα και υπεραξίες από επενδυτικούς λογαριασμούς σε ελβετική τράπεζα. Οι πράξεις εκδόθηκαν μετά την πενταετία, χωρίς αρχικό φύλλο ελέγχου εντός αυτής, και η διοίκηση στηρίχθηκε σε κινήσεις λογαριασμών ημεδαπής και αλλοδαπής. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι στοιχεία κινήσεων λογαριασμών ημεδαπής δεν είναι συμπληρωματικά και δεν παρατείνουν την παραγραφή, οπότε οι αξιώσεις για τα αντίστοιχα ποσά είχαν παραγραφεί. Αντιθέτως, για ελβετικούς λογαριασμούς, λόγω των περιορισμών διοικητικής συνδρομής και του άρθρου 25 ΣΑΔΦ, τα στοιχεία αποτελούν συμπληρωματικά, επιτρέποντας δεκαετή παραγραφή και νόμιμη φορολόγηση ως εισοδήματα από κινητές αξίες.
Η αίτηση έγινε εν μέρει δεκτή διότι: (α) οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ, άρα οι σχετικές φορολογικές αξιώσεις είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 84 § 1 ΚΦΕ και οι πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού, ως προς τα ποσά αυτά, ακυρώθηκαν, και (β) για τους λογαριασμούς στην Ελβετία, τα στοιχεία αποκτήθηκαν στο πλαίσιο περιορισμένης διοικητικής συνδρομής της ΣΑΔΦ και συνιστούν συμπληρωματικά κατά το άρθρο 84 § 4 ΚΦΕ, οπότε η δεκαετής παραγραφή ίσχυσε και τα ποσά χαρακτηρίστηκαν νομίμως ως εισόδημα από κινητές αξίες, με μεταρρύθμιση των πράξεων και αναπομπή για νέα εκκαθάριση.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση. Αναιρεί εν μέρει την 2932/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το σκεπτικό. Διακρατεί την υπόθεση, κατά το αντίστοιχο μέρος, δικάζει την προσφυγή και δέχεται εν μέρει αυτή, κατά το σκεπτικό. Ακυρώνει εν μέρει τη σιωπηρή απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής των αναιρεσειόντων, κατά το σκεπτικό. Ακυρώνει την 950/10.6.2015 πράξη του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π. περί διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα. Μεταρρυθμίζει τις 950 και 951/10.6.2015 πράξεις του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π. περί διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, κατά το μέρος που αφορά τα φορολογητέα εισοδήματα της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει σε 529.538 και 170.537€, αντιστοίχως, και αναπέμπει την υπόθεση στη φορολογική διοίκηση για νέα εκκαθάριση του οφειλόμενου από αυτήν φόρου.
ΣτΕ Α1916/2023
2023Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.2%
Φορολογούμενος διατηρούσε ατομική επιχείρηση διαφήμισης και εμπορίου ηχητικών κόρνων με έναρξη 15.1.1997, υποχρεωμένος σε τήρηση βιβλίων Γ΄ κατηγορίας ΚΒΣ. Για τη χρήση 1997 υπέβαλε δήλωση εισοδήματος στις 14.4.1998, δηλώνοντας ακαθάριστα έσοδα 151.107.930 δρχ. Δήλωσε διακοπή εργασιών στις 6.3.2002. Η Διοίκηση απηύθυνε πρόσκληση στις 15.11.2005 για προσκόμιση βιβλίων· μη συμμόρφωση οδήγησε σε κρίση ανακρίβειας και εξωλογιστικό προσδιορισμό, λαμβάνοντας υπ’ όψη έκθεση ΣΔΟΕ 3.12.2003 για 10 εικονικά τιμολόγια συνολικής αξίας 113.228.500 δρχ. πλέον ΦΠΑ 20.381.130 δρχ. Εκδόθηκε φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος στις 21.12.2005 με κύριο φόρο 192.757 ευρώ και πρόσθετο φόρο 537.791 ευρώ. Εκδόθηκε και απόφαση επιβολής προστίμου ΚΒΣ στις 16.11.2005. Ο πενταετής χρόνος παραγραφής κατά το άρθρο 84 ΚΦΕ, αρχόμενος 31.12.1998, συμπληρώθηκε 31.12.2003, με παράταση μόνο έως 27.2.2004 κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3212/2003.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994, η αξίωση του Δημοσίου για έκδοση και κοινοποίηση φύλλου ελέγχου παραγράφεται σε πέντε έτη από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία υποβολής της δήλωσης. Οι διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 18-19 του ν. 3091/2002, που προβλέπουν παράταση της παραγραφής, δεν εφαρμόζονται σε χρήσεις προγενέστερες του προηγούμενου της δημοσίευσης του νόμου, λόγω αντίθεσης προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου και τα άρθρα 78 παρ. 1-2 του Συντάγματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η δήλωση εισοδήματος για τη χρήση 1997 υποβλήθηκε στις 14.4.1998, η πενταετία άρχισε από 31.12.1998 και συμπληρώθηκε στις 31.12.2003. Η μόνη νόμιμη παράταση έως 27.2.2004 προκύπτει από το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3212/2003. Το φύλλο ελέγχου εκδόθηκε στις 21.12.2005, ενώ δεν προέκυπτε εφαρμογή του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΦΕ ούτε θεμέλιο για δεκαετή παραγραφή. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι οι προβλέψεις του ν. 3091/2002 δεν μπορούν να στηρίξουν παράταση της παραγραφής για τη χρήση 1997 και, συνεπώς, το δικαίωμα του Δημοσίου είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο έκδοσης του φύλλου ελέγχου. Ο ισχυρισμός περί συνδρομής παρατάσεων από πράξεις ΚΒΣ δεν ευδοκίμησε καθώς συναρτάται με αντισυνταγματικές διατάξεις.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) ο πρώτος λόγος ήταν απαράδεκτος, καθόσον δεν ανέδειξε γενικό ζήτημα ερμηνείας αλλά αμφισβήτησε την εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου από το δικάσαν δικαστήριο, μη συνιστώντας περίπτωση του άρθρου 53 παρ. 3 π.δ. 18/1989· (β) ο δεύτερος λόγος ήταν αβάσιμος, επειδή οι διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 18-19 ν. 3091/2002, στις οποίες στηρίχθηκε ο ισχυρισμός περί παράτασης, είναι μη εφαρμόσιμες για προγενέστερες χρήσεις λόγω αντίθεσης στα άρθρα 78 παρ. 1-2 Συντ. και, με δεδομένο ότι η πενταετής παραγραφή (με μοναδική παράταση έως 27.2.2004) είχε συμπληρωθεί, η καταλογιστική πράξη του 2005 εκδόθηκε μετά την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου.
Απορρίπτει την αίτηση
ΣτΕ Α1026/2022
2022Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.2%
Αιτών ενεργούσε ως πρώην νόμιμος εκπρόσωπος και εκκαθαριστής ναυτικής εταιρίας που είχε λυθεί και η εκκαθάριση καταχωρίστηκε στο Μητρώο στις 17.4.2013. Κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1–31.12.2004 ναυπηγήθηκε πλοίο (αποπεράτωση 18.3.2004), εκδόθηκε έγγραφο εθνικότητας (7.4.2004) και το πλοίο εκποιήθηκε (29.7.2004). Τα έσοδα δηλώθηκαν ως υπεραξία και απαλλασσόμενα βάσει ν. 27/1975, χωρίς έκδοση άδειας επαγγελματικού πλοίου. Η φορολογική αρχή θεώρησε τα έσοδα ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις κατά άρθρο 28 παρ. 3 περ. ζ ΚΦΕ και εξέδωσε την 48/11.7.2016 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για το οικονομικό έτος 2005, μετά από εντολές ελέγχου 21.11.2013 και 30.9.2015. Στην έκθεση ελέγχου παρατέθηκαν διατάξεις παράτασης παραγραφής, χωρίς επίκληση «συμπληρωματικών στοιχείων». Η δήλωση εισοδήματος είχε υποβληθεί στις 31.3.2005.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου παραγράφεται σε πέντε έτη από το τέλος του έτους υποβολής της δήλωσης, ενώ το άρθρο 84 § 4 περ. β προβλέπει δεκαετία μόνο με «συμπληρωματικά στοιχεία». Η Ολομ. ΣτΕ 1738/2017 έκρινε ότι γενικές παρατάσεις παραγραφής για παλαιότερα έτη αντίκεινται στα άρθρα 78 §1-2 Συντάγματος. Οι διατάξεις παράτασης ερμηνεύονται στενά και η μεταβατική 72 §11 ΚΦΔ δεν καταλαμβάνει προγενέστερα έτη αντισυνταγματικά. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίδικη χρήση είναι 2004, η δήλωση υποβλήθηκε 31.3.2005 και η οριστική πράξη εκδόθηκε στις 11.7.2016. Η έκθεση ελέγχου επικαλέστηκε αλληλοδιαδόχως ν. 3888/2010, 4002/2011, 4098/2012, 4141/2013 και 4337/2015 για παράταση, χωρίς να επικαλεστεί «συμπληρωματικά στοιχεία». Ο αιτών ενεργούσε ως εκκαθαριστής/διοικών, με δυνατότητα άσκησης δικαιωμάτων κατά το άρθρο 50 §7 ΚΦΔ. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 84 §1 και §4 ΚΦΕ και τη νομολογία περί αντισυνταγματικότητας των παρατάσεων, η πενταετία έληξε στις 31.12.2010. Ελλείψει συμπληρωματικών στοιχείων, δεν χωρεί δεκαετής παραγραφή. Οι επικληθείσες παρατάσεις είναι ανίσχυρες για την επίδικη χρήση, συνεπώς η πράξη του 2016 εκδόθηκε εκπρόθεσμα και η σχετική φορολογική αξίωση έχει παραγραφεί.
Η αναιρεσιβαλλόμενη κρίση περί έλλειψης νομιμοποίησης του εκκαθαριστή είναι μη νόμιμη, διότι τα πρόσωπα που ευθύνονται προσωπικά και αλληλεγγύως κατά το άρθρο 50 ΚΦΔ νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή μετά από ενδικοφανή διαδικασία. Επί της ουσίας, η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εκδόθηκε στις 11.7.2016 για χρήση 2004, μετά την πενταετή παραγραφή του άρθρου 84 §1 ΚΦΕ (λήξη 31.12.2010). Οι γενικές νομοθετικές παρατάσεις που επικαλείται η Διοίκηση είναι αντισυνταγματικές για προγενέστερα έτη και δεν προβλήθηκαν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 84 §4 περ. β ΚΦΕ. Ως εκ τούτου, η πράξη και η σιωπηρή απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής ακυρώθηκαν λόγω παραγραφής.
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί την 716/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, κατά τα εκτεθέντα στο σκεπτικό. Διακρατεί την υπόθεση, δικάζει και δέχεται την προσφυγή, κατά τα εκτεθέντα στο σκεπτικό. Ακυρώνει τη σιωπηρή απόρριψη της τεκμαιρομένης απορρίψεως, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, της 13051/8.9.2016 ενδικοφανούς προσφυγής που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 48/11.7.2016 Οριστικής Πράξεως Διορθωτικού Προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2005, του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πλοίων, καθώς και την τελευταία αυτή πράξη.
ΣτΕ Α1413/2025
2025Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.2%
Αιτών τηρούσε χαρτοφυλάκιο με κωδικό πελάτη ... στην τράπεζα ... της αλλοδαπής, το οποίο περιελάμβανε πολλαπλούς συνδεδεμένους λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων τους λογαριασμούς με αριθμούς ... και .......... Τα έτη 2012 και 2013 εξήλθαν από τον επενδυτικό λογαριασμό ημεδαπής ... της Eurobank Equities ΑΕΠΕΥ εμβάσματα ύψους 1.200.000 ευρώ και 5.389.720,21 ευρώ προς το εξωτερικό. Τα έτη 2013 και 2014 εισήλθαν αντίστροφα εμβάσματα στον ίδιο επενδυτικό λογαριασμό ημεδαπής, ύψους 4.645.642,65 ευρώ και 1.050.121,34 ευρώ αντίστοιχα. Στα παραστατικά των εξερχόμενων εμβασμάτων αναγραφόταν ο λογαριασμός με αριθμό ..., ενώ στα παραστατικά των εισερχόμενων εμβασμάτων δεν αναγραφόταν ο λογαριασμός εξωτερικού από τον οποίο προέρχονταν τα χρήματα. Η φορολογική αρχή με το .../2019 έγγραφό της προς τη Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων της ΑΑΔΕ (το οποίο έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου στις 10.01.2020) ζήτησε τις αναλυτικές κινήσεις του λογαριασμού με αριθμό .... Από την επεξεργασία των κινήσεων που παρασχέθηκαν διαπιστώθηκε ότι κανένα από τα εισερχόμενα ή εξερχόμενα εμβάσματα δεν συνδεόταν με τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Μετά από νέο αίτημα προς τη Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων της ΑΑΔΕ επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη τεσσάρων ακόμη λογαριασμών συνδεδεμένων με το χαρτοφυλάκιο, μεταξύ των οποίων ο λογαριασμός με αριθμό ........., από τον οποίο πραγματικά προέρχονταν τα επίμαχα εισερχόμενα εμβάσματα των ετών 2013 και 2014. Διαπιστώθηκαν πρωτογενείς πιστώσεις με αιτιολογία "transfer" ύψους 4.497.493,21 ευρώ για το έτος 2013 και 39.761,20 ευρώ για το έτος 2014, οι οποίες δεν αντιστοιχούσαν σε χρεώσεις στους λοιπούς λογαριασμούς του χαρτοφυλακίου ή σε λογαριασμούς ημεδαπής. Αιτών κλήθηκε με το .../21.01.2021 έγγραφο του ΚΕΦΟΜΕΠ να παράσχει πληροφορίες ως προς την πηγή και προέλευση των πιστώσεων, αλλά δεν απάντησε επί της ουσίας ούτε προσκόμισε παραστατικά.
Το άρθρο 68 παρ. 2 περ. α' και 84 παρ. 1 και 4 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) ορίζουν ότι το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος και πρόσθετου φόρου παραγράφεται με την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία υποβολής της δήλωσης. Κατά παρέκκλιση, η παραγραφή καθίσταται δεκαετής όταν η διαπίστωση της ανακρίβειας στηρίζεται σε «συμπληρωματικά» στοιχεία που περιήλθαν στη φορολογική αρχή μετά την πενταετία, ήτοι στοιχεία αποδεικτικά μη δηλωθέντος εισοδήματος τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η αρχή εντός της πενταετίας. Δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα που η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση εντός της πενταετίας εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η φορολογική αρχή εντόπισε εισερχόμενα εμβάσματα μεγάλης αξίας (4.645.642,65 ευρώ και 1.050.121,34 ευρώ) στον επενδυτικό λογαριασμό ημεδαπής, χωρίς όμως στα παραστατικά να αναγράφεται ο λογαριασμός εξωτερικού από τον οποίο προέρχονταν. Παρά την ύπαρξη εμβάσματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η φορολογική αρχή δεν ζήτησε εντός της πενταετίας από τα ημεδαπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τις πληροφορίες που τηρούνται υποχρεωτικά βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1781/2006 (όνομα, διεύθυνση και αριθμός λογαριασμού πληρωτή). Επίσης, η φορολογική αρχή υπέβαλε το αίτημα αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής με το .../2019 έγγραφό της, το οποίο έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου στις 10.01.2020, δηλαδή μετά την εκπνοή της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής (31.12.2019). Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 2 περ. α' και 84 του ΚΦΕ, όπως ερμηνεύθηκαν με τις ΣτΕ 734/2023 και 1676/2023, το δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο των λογαριασμών της αλλοδαπής που περιήλθαν μετά την πενταετία δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία», καθώς η φορολογική αρχή όφειλε να υποβάλει το αίτημα διοικητικής συνδρομής εντός της πενταετίας και δεν το έπραξε. Η παράλειψη αυτή δεν επιτρέπει την επιμήκυνση της παραγραφής σε δεκαετία, ανεξαρτήτως της δυσκολίας ή πολυπλοκότητας της υπόθεσης.
Η αίτηση αναιρέσεως έγινε δεκτή εν μέρει διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 2 περ. α' και 84 παρ. 1 και 4 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) περί παραγραφής, σε αντίθεση με τις αποφάσεις ΣτΕ 734/2023 και 1676/2023. Ειδικότερα, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε εσφαλμένα ότι τα στοιχεία που περιήλθαν στη φορολογική αρχή από την αλλοδαπή μέσω διοικητικής συνδρομής μετά την πενταετία αποτελούσαν «συμπληρωματικά στοιχεία» που δικαιολογούσαν την επιμήκυνση της παραγραφής σε δεκαετία, παρότι η φορολογική αρχή είχε υποβάλει το αίτημα διοικητικής συνδρομής μετά την εκπνοή της πενταετίας (10.01.2020, ενώ η πενταετία έληγε στις 31.12.2019). Η .../22.04.2021 πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2014 ακυρώνεται διότι εκδόθηκε μετά την παρέλευση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής. Τα στοιχεία που περιήλθαν μετά την πενταετία δεν μπορούν να θεωρηθούν συμπληρωματικά, καθώς η φορολογική αρχή όφειλε, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, να ζητήσει εντός της πενταετίας από τα ημεδαπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τις πληροφορίες του άρθρου 4 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1781/2006 σχετικά με την προέλευση των εμβασμάτων μεγάλης αξίας και να κινήσει τη διαδικασία διοικητικής συνδρομής εντός της ίδιας πενταετίας. Η παράλειψη αυτή δεν επιτρέπει την παράταση της παραγραφής, διότι άλλως η φορολογική αρχή θα καθόριζε με τις παραλείψεις της τη διάρκεια της παραγραφής, κατά παράβαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά, σύμφωνα με το σκεπτικό. Αναιρεί εν μέρει την 3475/2022 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το σκεπτικό. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την αίτηση αναιρέσεως παραβόλου. Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων για την αναιρετική δίκη. Κρατεί την υπόθεση, δικάζει και δέχεται κατά το αντίστοιχο μέρος την προσφυγή, σύμφωνα με το σκεπτικό. Ακυρώνει α) την τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων της ενδικοφανούς προσφυγής που άσκησε ο αναιρεσείων, κατά το μέρος που αφορά την .../22.04.2021 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2014 (έτους 2013), του Προϊσταμένου του ΚΕΦΟΜΕΠ, και β) την ως άνω .../22.04.2021 πράξη του Προϊσταμένου του ΚΕΦΟΜΕΠ. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα των αχρεωστήτως καταβληθέντων - βάσει της προαναφερόμενης πράξης – ποσών (κύριου και πρόσθετου φόρου και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης), νομιμοτόκως, από την κατάθεση της ενδικοφανούς προσφυγής, σύμφωνα με το σκεπτικό. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα μέρους του καταβληθέντος για την άσκηση της προσφυγής παραβόλου, ύψους 2.800 ευρώ. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της προσφυγής μεταξύ των διαδίκων.
ΣτΕ Α2349/2018
2018Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.2%
Αρμόδια φορολογική αρχή εξέδωσε οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για το οικονομικό έτος 1999 στις 15.6.2015, κατόπιν εκθέσεων Κ.Β.Σ. του Σ.Δ.Ο.Ε. της 6.6.2013, οι οποίες περιελάμβαναν πλήρη ανάλυση πρωτογενών τραπεζικών καταθέσεων (τράπεζα, λογαριασμός, ημερομηνία, ποσό, αιτιολογία) μετά από άρση τραπεζικού απορρήτου. Οι σχετικές φορολογικές υποθέσεις είχαν περατωθεί οριστικά μέσω περαίωσης (για έναν ενδιαφερόμενο με τις διατάξεις του ν. 3259/2004 το 2005 και για τον άλλον με την ΠΟΛ 1144/1998 το 2002). Η Διοίκηση θεμελίωσε την έκδοση της πράξης τόσο στην έννοια των «συμπληρωματικών στοιχείων» του άρθρου 68 §2 ΚΦΕ όσο και σε διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις παραγραφής (ν. 3790/2009, ν. 3842/2010, ν. 3888/2010, ν. 4002/2011, ν. 4098/2012, μεταξύ άλλων).
Σύμφωνα με το άρθρο 84 §1 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλου ελέγχου παραγράφεται σε πενταετία, ενώ κατ’ άρθρο 84 §4 σε δεκαετία, εφόσον συντρέχουν οι περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 68 (συμπληρωματικά στοιχεία). Το άρθρο 78 §1-2 του Συντάγματος, σε συνάφεια με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεν επιτρέπει αναδρομική επιβάρυνση ή επέκταση παραγραφών σε προγενέστερα έτη πέραν των ορίων που τίθενται. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού για το οικ. έτος 1999 εκδόθηκε στις 15.6.2015, στηριζόμενη σε εκθέσεις της 6.6.2013 με στοιχεία από άρση τραπεζικού απορρήτου και ανάλυση πρωτογενών καταθέσεων. Οι υποθέσεις είχαν ήδη περατωθεί οριστικά (περαίωση 2002 και 2005). Η Διοίκηση επικαλέστηκε διαδοχικές παρατάσεις παραγραφής των ετών 2009-2013 για να θεμελιώσει την έγκαιρη έκδοση. Εφαρμόζοντας το άρθρο 84 ΚΦΕ και το άρθρο 78 Συντ., το Δικαστήριο έκρινε ότι οι μνημονευθείσες νομοθετικές παρατάσεις που επεκτείνουν προθεσμίες σε προγενέστερα έτη αντίκεινται στο Σύνταγμα και δεν εφαρμόζονται. Περαιτέρω, στοιχεία για υπόλοιπα/κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» της παρ. 2 του άρθρου 68, ώστε να ενεργοποιηθεί δεκαετής παραγραφή. Επομένως, η πενταετία είχε συμπληρωθεί και, σε κάθε εκδοχή, η πράξη εκδόθηκε μετά την παραγραφή.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι οι νομοθετικές διατάξεις περί διαδοχικών παρατάσεων παραγραφής που επικαλέστηκε η Διοίκηση αντίκεινται στο άρθρο 78 §1-2 του Συντάγματος και δεν μπορούσαν να στηρίξουν την έκδοση της καταλογιστικής πράξης. Επιπλέον, τα στοιχεία για υπόλοιπα και κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» του άρθρου 68 §2 ΚΦΕ, ώστε να θεμελιωθεί δεκαετής παραγραφή. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα του Δημοσίου είχε παραγραφεί (τουλάχιστον εντός πενταετίας) πριν την έκδοση της πράξης του 2015 για το οικ. έτος 1999, και οι αντίθετοι ισχυρισμοί του Δημοσίου κρίθηκαν αβάσιμοι.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α2935/2017
2017Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.2%
Η φορολογούμενη ελέγχθηκε για τα οικ. έτη 2001–2008 με βάση δεδομένα τραπεζικών κινήσεων στην ημεδαπή και στοιχεία από αλλοδαπό λογαριασμό συνδικαιούχου στην HSBC Γενεύης (υπόλοιπα 2005–2007). Υπήρξε εισαγγελική παραγγελία τον 2/2014 και εκδόθηκε εντολή ελέγχου τον 4/2014. Εκδόθηκαν προσωρινές πράξεις και Σημείωμα Διαπιστώσεων τον 2/2015, δόθηκαν εξηγήσεις τον 3/2015 και εκδόθηκαν οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για τα οικ. έτη 2001–2008 και πράξη έκτακτης εισφοράς για το οικ. έτος 2008 στις 10.6.2015 (κοινοποίηση 25.6.2015). Για ορισμένα έτη, το ποσό κύριου φόρου ανά πράξη ήταν κάτω από 40.000 ευρώ. Δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός της πενταετίας για τις χρήσεις 2000–2006.
Το άρθρο 84 §1 ΚΦΕ καθιερώνει πενταετή παραγραφή του δικαιώματος καταλογισμού φόρου εισοδήματος, ενώ η §4 περ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 §2 ΚΦΕ, προβλέπει δεκαετή παραγραφή μόνο όταν περιέλθουν «συμπληρωματικά στοιχεία». Κατά το άρθρο 78 §§1–2 Συντ., η παραγραφή αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της φορολογικής ενοχής και δεν επιμηκύνεται αναδρομικά. Το άρθρο 53 §§3–4 π.δ. 18/1989 θέτει προϋποθέσεις παραδεκτού και κατώτατο όριο ποσού ανά πράξη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο έλεγχος στηρίχθηκε σε στοιχεία κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή και δεδομένα από αλλοδαπό λογαριασμό, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας (2/2014) και εντολής ελέγχου (4/2014). Οι οριστικές πράξεις εκδόθηκαν στις 10.6.2015 για οικ. έτη 2001–2008, χωρίς να έχει εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός πενταετίας για χρήσεις 2000–2006. Για επιμέρους πράξεις, το ποσό κύριου φόρου ήταν κάτω του ορίου των 40.000 ευρώ. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι οι διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις της παραγραφής είναι αντισυνταγματικές και μη εφαρμοστέες. Τα δεδομένα τραπεζικών καταθέσεων στην ημεδαπή δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» που να δικαιολογούν δεκαετή παραγραφή. Το όριο του άρθρου 53 §4 π.δ. 18/1989 υπολογίζεται ανά προσβληθείσα πράξη, καθιστώντας το ένδικο μέσο απαράδεκτο κατά το μέρος με ποσό κάτω από 40.000 ευρώ.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) κατά το μέρος που αφορά πράξεις με ποσό κύριου φόρου κάτω των 40.000 ευρώ, είναι απαράδεκτη βάσει του άρθρου 53 §4 π.δ. 18/1989 με υπολογισμό ανά πράξη· (β) οι διαδοχικές παρατάσεις της πενταετούς παραγραφής είναι αντισυνταγματικές κατά το άρθρο 78 Συντ., άρα το δικαίωμα καταλογισμού είχε παραγραφεί όταν εκδόθηκαν οι πράξεις το 2015· και (γ) τα στοιχεία τραπεζικών καταθέσεων στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά τα άρθρα 84 §4 περ. β και 68 §2 ΚΦΕ ώστε να επιμηκύνουν την παραγραφή στη δεκαετία.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α2563/2020
2020Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.1%
Ο φορολογούμενος ασκούσε ατομικά το επάγγελμα του δικηγόρου και τηρούσε βιβλία και στοιχεία Β΄ κατηγορίας. Κατά τη χρήση 1999, σύμφωνα με έκθεση του Σ.Δ.Ο.Ε. Αττικής, δεν εκδόθηκαν δύο αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για αμοιβές σε συνάλλαγμα, παραβάσεις για τις οποίες επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο. Η φορολογική αρχή θεώρησε τα βιβλία ανακριβή (άρθρο 30 § 7 ΚΒΣ) και προσδιόρισε εξωλογιστικά τα αποτελέσματα (άρθρα 30 και 32 ν. 2238/1994), καταλογίζοντας διαφορά κύριου φόρου και πρόσθετο φόρο λόγω ανακρίβειας. Εκδόθηκε προσωρινή πράξη στις 9.12.2014 και οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού στις 31.12.2014. Τα συμπληρωματικά στοιχεία (Πληροφοριακό Δελτίο Εισοδήματος Σ.Δ.Ο.Ε. Π.Δ. Αττικής) περιήλθαν στη Δ.Ο.Υ. στις 1.10.2013. Προϋπήρχε εκκαθαριστικό σημείωμα περαίωσης της ένδικης χρήσης βάσει ν. 3259/2004.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 ν. 2238/1994, η πενταετής παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικ. έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, ενώ κατά το άρθρο 84 § 4 περ. β και το άρθρο 68 § 2 περ. α ν. 2238/1994 ισχύει δεκαετής παραγραφή όταν περιέλθουν στη Δ.Ο.Υ. συμπληρωματικά στοιχεία αποδεικτικά μεγαλύτερου εισοδήματος. Κατά τα άρθρα 78 § 1-2 Συντάγματος, η παράταση παραγραφής δεν μπορεί να αφορά χρήσεις προγενέστερες του προηγούμενου έτους δημοσίευσης του νόμου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού κοινοποιήθηκε στις 31.12.2014, ενώ τα συμπληρωματικά στοιχεία του Σ.Δ.Ο.Ε. περιήλθαν στη Δ.Ο.Υ. στις 1.10.2013, δηλαδή μετά τη λήξη της αρχικής δεκαετίας (31.12.2010) της εξαιρετικής παραγραφής. Ελήφθη υπόψη ότι είχε προηγηθεί περαίωση βάσει ν. 3259/2004 και ότι η Διοίκηση επικαλέστηκε διατάξεις παράτασης παραγραφής των ν. 3888/2010, 4002/2011 και 4098/2012. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις και τη νομολογία της Ολομέλειας (ΣτΕ 1738/2017), κρίθηκε ότι οι νομοθετικές παρατάσεις είναι αντισυνταγματικές για χρήσεις όπως η 1999, άρα μη εφαρμοστέες. Εφόσον τα συμπληρωματικά στοιχεία δεν περιήλθαν εντός της αρχικής δεκαετίας, δεν ενεργοποιείται νόμιμα η δεκαετής παραγραφή ούτε μπορεί να παραταθεί. Συνεπώς, ο επίμαχος καταλογισμός δεν στηρίζεται σε ισχυρή προθεσμία παραγραφής.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι οι διατάξεις των ν. 3888/2010 (άρθρο 12 § 7), ν. 4002/2011 (άρθρο 18 § 2) και ν. 4098/2012 (άρθρο δεύτερο § 1), με τις οποίες επιχειρήθηκε παράταση της παραγραφής για τη χρήση 1999, κρίνονται αντισυνταγματικές κατά το άρθρο 78 § 1-2 Συντ. και είναι μη εφαρμοστέες. Επιπλέον, τα συμπληρωματικά στοιχεία περιήλθαν στη Δ.Ο.Υ. την 1.10.2013, μετά τη λήξη της αρχικής δεκαετούς προθεσμίας (31.12.2010) του άρθρου 84 § 4 ν. 2238/1994, οπότε δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν νόμιμη παράταση. Κατά ταύτα, η επίκληση παρατάσεων δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την έκδοση και κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης εντός του 2014, και οι αντίθετοι ισχυρισμοί του Δημοσίου απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2020 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Ο Πρόεδρος του Β΄ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Β´ Τμήματος Μ. ΠικραμένοςΑν. Ζυγουρίτσα ./.
ΣτΕ Α1509/2022
2022Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.1%
Αιτών φορολογούμενος διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο «καφενείο – εμπόριο scrap». Κατά τη χρήση 2005 εκδόθηκαν/λήφθηκαν πολλαπλά φορολογικά στοιχεία που κρίθηκαν εικονικά. Εκδόθηκαν αποφάσεις επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ.: 357/2006 (84 εικονικά τιμολόγια αγοράς), 186/2009 (385 εικονικά στοιχεία ως προς το πρόσωπο εκδότη) και 211/2015 (316 παραβάσεις έκδοσης εικονικών στοιχείων). Ο έλεγχος έκρινε ανεπαρκή τα βιβλία κατά το άρθρο 30 ΠΔ 186/1992 και προέβη σε εξωλογιστικό προσδιορισμό ακαθαρίστων εσόδων και καθαρών κερδών με εφαρμογή άρθρων 30 παρ. 2 περ. γ και 32 παρ. 2 ν. 2238/1994. Με βάση τον έλεγχο εκδόθηκε το 812/2015 οριστικό φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 2005). Οι δύο πρώτες πράξεις προστίμου ήταν γνωστές στη Διοίκηση τα έτη 2006 και 2009, ενώ η τρίτη στηρίχθηκε σε έλεγχο του 2014 και εκδόθηκε το 2015.
Σύμφωνα με το άρθρο 63 ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) η ενδικοφανής διαδικασία εξυπηρετεί την επανεξέταση των διαφορών, χωρίς να αποκλείει την προβολή ενώπιον των δικαστηρίων αμιγώς νομικών λόγων που δεν απαιτούν έρευνα νέου πραγματικού (άρθρα 63 παρ. 3 και 131 ΚΔΔ). Κατά τα άρθρα 84 παρ. 1 και 4 και 68 παρ. 2 περ. α’ ν. 2238/1994, η προθεσμία παραγραφής είναι πενταετής, επιμηκυνόμενη σε δεκαετία μόνο αν περιέλθουν «συμπληρωματικά στοιχεία» στη Διοίκηση μετά την πενταετία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αποφάσεις επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. του 2006 και 2009 ήταν γνωστές στη φορολογική αρχή εντός της πενταετίας (έως 31.12.2011), ενώ η απόφαση του 2015 στηρίχθηκε σε έλεγχο του 2014. Επίσης, ο εξωλογιστικός προσδιορισμός στηρίχθηκε σε παραβάσεις ήδη διαπιστωμένες προ της λήξης της πενταετίας. Εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο λόγος περί παραγραφής, ως αμιγώς νομικός, ήταν παραδεκτός παρότι δεν προβλήθηκε ενδικοφανώς. Περαιτέρω, οι γνωστές εντός πενταετίας παραβάσεις δεν συνιστούσαν «συμπληρωματικά στοιχεία» μετά την πενταετία ώστε να δικαιολογηθεί δεκαετής παραγραφή, ενώ η μεταγενέστερη απόφαση του 2015 δεν μπορούσε να παρατείνει την παραγραφή του δικαιώματος καταλογισμού.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου του λόγου παραγραφής ήταν αβάσιμος, αφού αμιγώς νομικοί λόγοι που δεν προβάλλονται ενδικοφανώς προβάλλονται παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου (άρθρα 63 ΚΦΔ, 63 παρ. 3 και 131 ΚΔΔ), και (β) ο ισχυρισμός περί δεκαετούς παραγραφής λόγω «συμπληρωματικών στοιχείων» απορρίφθηκε, καθώς οι αποφάσεις προστίμων του 2006 και 2009 ήταν γνωστές εντός της πενταετίας και δεν θεμελιώνουν επιμήκυνση, ενώ η απόφαση του 2015 εκδόθηκε κατόπιν ελέγχου του 2014, μετά τη λήξη της πενταετίας (άρθρα 84 και 68 ν. 2238/1994). Ο πρόσθετος ισχυρισμός περί δεδικασμένου κρίθηκε απαράδεκτος ως μη εγείρων ζήτημα ερμηνείας κανόνα δικαίου.
Απορρίπτει την αίτηση.
ΣτΕ Α1508/2022
2022Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.1%
Αιτών φορολογούμενος διατηρούσε ατομική επιχείρηση με δραστηριότητα στον τομέα ανακυκλώσιμων μετάλλων και έλαβε μεγάλο αριθμό τιμολογίων πώλησης–δελτίων αποστολής, τα οποία καταχωρίστηκαν στα βιβλία. Έλεγχοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων το 2008, με διασταυρώσεις από Δ.Ο.Υ., Γ.Γ.Π.Σ. και αρμόδια υπηρεσία μεταφορών, κατέληξαν ότι οι συναλλαγές ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο εκδοτών. Εκδόθηκαν αποφάσεις επιβολής προστίμων ΚΒΣ το 2009 για 941 και 293 παραβάσεις λήψης εικονικών στοιχείων και το 2015 για 371 παραβάσεις έκδοσης εικονικών στοιχείων. Τα βιβλία κρίθηκαν ανεπαρκή κατ’ άρθρο 30 π.δ. 186/1992 και εφαρμόστηκε εξωλογιστικός προσδιορισμός: ακαθάριστα έσοδα 29.350.453,55 με προσαύξηση 8% (άρθρο 30 παρ. 2 περ. γ ν. 2238/1994) και καθαρά κέρδη 4.522.317,87 με συντελεστές 15% και 8% προσαυξημένους κατά 80% (άρθρο 32 παρ. 2 ν. 2238/1994). Εκδόθηκε οριστικό φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2007, κοινοποιηθέν στις 7.9.2015.
Το άρθρο 63 ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) και το άρθρο 63 § 3 ΚΔΔ επιτρέπουν την προβολή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αμιγώς νομικών λόγων, που δεν προϋποθέτουν έρευνα πραγματικών περιστατικών, ακόμη και αν δεν προβλήθηκαν στην ενδικοφανή προσφυγή. Παράλληλα, κατά τα άρθρα 84 § 1 και § 4 περ. β και 68 § 2 περ. α του ν. 2238/1994, η πενταετής παραγραφή παρατείνεται σε δεκαετία μόνο αν «συμπληρωματικά στοιχεία» περιέλθουν στη φορολογική αρχή μετά την πάροδο της πενταετίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα πορίσματα των ελέγχων και οι αποφάσεις προστίμων του 2009 για εικονικά φορολογικά στοιχεία ήταν γνωστά στη αρμόδια φορολογική αρχή ήδη από το 2008–2009, πριν την 31.12.2012. Το πληροφοριακό έγγραφο του 2012 αφορούσε άλλη χρήση, ενώ ο έλεγχος που οδήγησε στην απόφαση προστίμου του 2015 διενεργήθηκε το 2014, ήτοι μετά τη λήξη της πενταετίας. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, κρίθηκε ότι ο νομικός λόγος περί παραγραφής προβάλλεται παραδεκτώς και ότι τα επικαλούμενα έγγραφα δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» μετά την πενταετία. Επομένως, το δικαίωμα καταλογισμού είχε παραγραφεί στις 31.12.2012 και η επίκληση δεκαετούς παραγραφής ήταν αβάσιμη.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι: (i) ο λόγος περί παραγραφής, μολονότι δεν προβλήθηκε στην ενδικοφανή διαδικασία, ήταν αμιγώς νομικός και προβαλλόταν παραδεκτώς ενώπιον των δικαστηρίων κατά το άρθρο 63 ΚΦΔ και το άρθρο 63 § 3 ΚΔΔ· (ii) οι αποφάσεις προστίμων και τα πληροφοριακά έγγραφα που επικαλέστηκε η Διοίκηση δεν αποτελούσαν «συμπληρωματικά στοιχεία» περιελθόντα μετά την πενταετία, αφού τα κρίσιμα δεδομένα ήταν γνωστά εντός αυτής και ο μεταγενέστερος έλεγχος του 2014 δεν μπορούσε να παρατείνει την παραγραφή· (iii) οι πρόσθετοι ισχυρισμοί περί δεδικασμένου και αντίθεσης με νομολογία ήταν απαράδεκτοι ή αόριστοι, καθόσον δεν ανέδειξαν γενικό ζήτημα ερμηνείας κανόνα δικαίου ούτε τελεσιδικία.
Απορρίπτει την αίτηση.
ΣτΕ Α2963/2020
2020Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.0%
Αιτών ήταν εταιρεία με δραστηριότητα εκκοκκιστηρίου βάμβακος, τηρούσε βιβλία Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. για τη διαχειριστική περίοδο 1.7.1990 – 30.6.1991. Από έλεγχο διαπιστώθηκε έκδοση και καταχώριση εικονικών τιμολογίων συνολικής αξίας 568.479.502 δρχ., με συνέπεια τα βιβλία να κριθούν ανακριβή και να προσδιοριστούν εξωλογιστικά τα αποτελέσματα. Εκδόθηκε φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος στις 20.12.2005, επιβλήθηκε κύριος φόρος 200.788.060 δρχ. και ισόποσος πρόσθετος φόρος λόγω ανακριβούς δήλωσης, το οποίο επιδόθηκε στις 23.12.2005. Η προθεσμία παραγραφής κατά το άρθρο 68 ν.δ. 3323/1955 άρχισε την 31.12.1992. Ελήφθησαν υπόψη οι παρατάσεις του άρθρου 5 παρ. 1 ν. 2892/2001, άρθρου 19 παρ. 19 ν. 3091/2002 και άρθρου 22 παρ. 1 ν. 3212/2003, με καταληκτική ημερομηνία 27.2.2004, μη καταλαμβανόμενη από την παράταση του άρθρου 5 παρ. 10 ν. 3296/2004.
Σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 3 και 4 του π.δ. 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016, για το παραδεκτό αίτησης αναιρέσεως απαιτείται, πέραν του ελαχίστου χρηματικού αντικειμένου, ο αναιρεσείων να προβάλλει αυτοτελώς, ειδικώς και συγκεκριμένως νομικό ζήτημα κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, αναφορικά με την ερμηνεία διατάξεων ή αρχών, και να τεκμηριώσει την κρισιμότητά του. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε γενικώς έλλειψη νομολογίας και προσέβαλε την αιτιολογία της απόφασης, χωρίς αυτοτελή και συγκεκριμένο προσδιορισμό των νομικών ζητημάτων για καθέναν λόγο. Περαιτέρω, προέβαλε ισχυρισμό περί δεκαπενταετούς παραγραφής λόγω συμπληρωματικών στοιχείων, ο οποίος δεν προέκυπτε από την αναιρεσιβαλλόμενη και δεν προσδιορίστηκε αν και πώς είχε τεθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ οι προηγούμενες υποβληθείσες εκθέσεις και υπομνήματα αναφέρονταν μόνο στη βασική προθεσμία και στις νομοθετικές παρατάσεις. Εφαρμόζοντας το άρθρο 53 του π.δ. 18/1989, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκαν τα απαιτούμενα αυτοτελή νομικά ζητήματα και ότι οι αιτιάσεις άπτονταν της αιτιολογίας ή πραγματικών ζητημάτων περιοριζόμενων στη συγκεκριμένη υπόθεση. Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.
Η αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι το Δημόσιο δεν προσδιόρισε με αυτοτελείς, ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς το κρίσιμο νομικό ζήτημα για κάθε προβαλλόμενο λόγο, όπως απαιτεί το άρθρο 53 παρ. 3 π.δ. 18/1989. Οι αιτιάσεις αφορούσαν σε ανεπάρκεια αιτιολογίας και σε πραγματικά ζητήματα χωρίς γενικότερη εφαρμογή. Επιπλέον, ο ισχυρισμός περί δεκαπενταετούς παραγραφής λόγω συμπληρωματικών στοιχείων δεν στηριζόταν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν είχε τεθεί προσηκόντως στο δικαστήριο της ουσίας, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις παραδεκτού.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2020 Η Πρόεδρος του Β´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Β´ Τμήματος Ε. ΣάρπΑ. Ζυγουρίτσα και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 31ης Δεκεμβρίου 2020. Ο Πρόεδρος του Β´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Β´ Τμήματος Μ. ΠικραμένοςΑ. Ζυγουρίτσα ./.
ΣτΕ Α2023/2025
2025Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.0%
Αιτών ήταν ανώνυμη εταιρεία που τέθηκε σε εκκαθάριση το 2001 και τηρούσε βιβλία Γ΄ κατηγορίας Κ.Β.Σ. Για τη χρήση 1.1.1999-31.12.1999, το «ΓΕΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ» εμφάνισε δανειακές κινήσεις με συνδεδεμένη ανώνυμη εταιρεία/μέτοχο: στις 19.1.1999 καταχώριση «δάνειο Α΄ υποκαταστήματος» (Λ.Σ. 20) και στις 1.3.1999 καταχώριση απόδοσης μέρους δανείου, καθώς και πίστωση σε λογαριασμό «δάνειο Β΄ υποκαταστήματος». Ο έλεγχος του Δ.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης (εντολή 212/25.11.2005) χαρακτήρισε τις κινήσεις ως δανειακούς δοσοληπτικούς λογαριασμούς, επί των οποίων οφείλεται τέλος χαρτοσήμου 2% και εισφορά υπέρ ΟΓΑ 20%. Δεν υποβλήθηκε δήλωση απόδοσης χαρτοσήμου και εκδόθηκε οριστική πράξη καταλογισμού στις 19.4.2007 για το οικονομικό έτος 2000 (διαχειριστική περίοδος 1999), με επιβολή τελών και προσαυξήσεων λόγω μη δήλωσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 1 και 4 του ν. 2238/1994 (ΚΦΕ) και το άρθρο 36 του ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), η παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων είναι, κατ’ αρχήν, πενταετής και, κατ’ εξαίρεση, δεκαετής με ειδικές προϋποθέσεις, με αφετηρία τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της σχετικής δήλωσης. Δεδομένου ότι ο ΚΝΤΧ (π.δ. 28.7.1931) και ο ν. 4169/1961 δεν περιέχουν ρυθμίσεις παραγραφής, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 249 ΑΚ, που αφορά αστικές σχέσεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι για τη χρήση 1999 καταχωρίστηκαν στα βιβλία δανειακές κινήσεις με συνδεδεμένη εταιρεία, επί των οποίων οφείλεται τέλος χαρτοσήμου 2% και εισφορά υπέρ ΟΓΑ 20%. Δεν υποβλήθηκε δήλωση απόδοσης και εκδόθηκε πράξη καταλογισμού στις 19.4.2007, κατόπιν ελέγχου που κινήθηκε με εντολή 212/25.11.2005. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, η αξίωση για επιβολή τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ ΟΓΑ για τη χρήση 1999 παραγράφεται, κατ’ αρχήν, εντός πενταετίας από τη λήξη του 1999 (ή της προθεσμίας δήλωσης εισοδήματος). Ελλείψει συνδρομής των προϋποθέσεων δεκαετίας, η έκδοση πράξης στις 19.4.2007 έγινε μετά την παραγραφή, ενώ η προσφυγή στο άρθρο 249 ΑΚ ήταν εσφαλμένη.
Η αναιρεσιβαλλόμενη εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 249 ΑΚ, το οποίο δεν διέπει φορολογικές διαφορές, αντί της πενταετούς (κατ’ εξαίρεση δεκαετούς) παραγραφής που προκύπτει από κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 84 ΚΦΕ και του άρθρου 36 ΚΦΔ για τέλη χαρτοσήμου και εισφορά υπέρ ΟΓΑ. Για τη χρήση 1999, η σχετική αξίωση του Δημοσίου είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή κατά τον χρόνο έκδοσης της πράξης (19.4.2007), με αφετηρία τη λήξη του έτους και χωρίς να συντρέχουν προϋποθέσεις δεκαετίας. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος έγινε δεκτός, αναιρέθηκε η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, διακρατήθηκε η υπόθεση και ακυρώθηκε η οριστική πράξη καταλογισμού τελών χαρτοσήμου.
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί την 1609/2019 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣτΕ Α1237/2024
2024Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.0%
Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας (224/5-9-2012) σχετικά με αποστολή εμβασμάτων στο εξωτερικό (2009-2012), περιήλθε στη φορολογική αρχή (22-5-2015) ψηφιακός δίσκος με κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου για τις χρήσεις 2003-2012. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκαν καταθέσεις συνολικού ποσού 1.769.755 ευρώ σε λογαριασμούς Τράπεζας Κύπρου και Τράπεζας Πειραιώς κατά τη χρήση 2007, εκ των οποίων επιμερίστηκε στον φορολογούμενο ποσό 434.939 ευρώ ως συνδικαιούχο (από τέσσερις συνολικά). Οι καταλογιστικές πράξεις φόρου εισοδήματος και έκτακτης εισφοράς οικονομικού έτους 2008 κοινοποιήθηκαν στις 9-12-2016, ενώ η πενταετής παραγραφή είχε λήξει στις 31-12-2013.
Το άρθρο 84 παρ. 4 περ. β' ΚΦΕ προβλέπει δεκαετή παραγραφή όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν στη φορολογική αρχή μετά την πενταετία. Κατά πάγια νομολογία (ΣτΕ 2934-2935/2017, 172-173/2018), συμπληρωματικά είναι τα στοιχεία που η φορολογική αρχή δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της εντός της πενταετίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, καθώς η πρόσβαση σε αυτά αποτελεί βασικό και τακτικό μέσο φορολογικού ελέγχου κατά τα άρθρα 66 επ. ΚΦΕ, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη υπόνοια φοροδιαφυγής. Εφαρμόζοντας την πάγια νομολογία, το δικαστήριο έκρινε ότι τα επιχειρήματα περί δειγματοληπτικού ελέγχου και ανάγκης ειδικού ερεθίσματος αποτελούν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα επί λυθέντος ζητήματος, μη ικανά να θεμελιώσουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 53 παρ. 3 π.δ. 18/1989, διότι κατά τον χρόνο ασκήσεώς της (15-2-2019) το τιθέμενο νομικό ζήτημα - αν οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών ημεδαπής αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία - είχε ήδη επιλυθεί με τις ΣτΕ 2934-2935/2017 και 172-173/2018, στις οποίες η αναιρεσιβαλλόμενη παρέπεμπε ρητώς. Τα προβαλλόμενα περί δειγματοληπτικού ελέγχου και ανάγκης ειδικού κινήτρου αποτελούν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα επί του αυτού νομικού ζητήματος, τα οποία έχουν ήδη απορριφθεί εμμέσως πλην σαφώς από τη νομολογία, άλλως η αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α1676/2023
2023Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.0%
Επιχείρηση που τηρούσε βιβλία Γ΄ κατηγορίας πραγματοποίησε ενδοκοινοτικές παραδόσεις προς επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη και υπέβαλε δηλώσεις εισοδήματος και ΦΠΑ. Υποβλήθηκαν αιτήσεις επιστροφής ΦΠΑ για περιόδους του 2008 συνολικού ύψους 1.632.471,96 ευρώ. Στο πλαίσιο διοικητικής συνδρομής, από το 2008-2009 περιήλθαν στη φορολογική αρχή πληροφορίες περί «εξαφανισμένων» αντισυμβαλλόμενων και ανακριβών δηλώσεων ενδοκοινοτικών αποκτήσεων. Τακτικός έλεγχος επεκτάθηκε στις χρήσεις 2006-2008 και ξεκίνησε στις 28.1.2010. Απαντήσεις αλλοδαπών αρχών για μεταφορικές εταιρείες ελήφθησαν 2010-2013. Η υπόθεση μεταφέρθηκε στη ΔΟΥ την 30.4.2014 και εκδόθηκε νέα εντολή ελέγχου την 29.7.2014. Νέο αίτημα διοικητικής συνδρομής υποβλήθηκε στις 10.12.2014, με απαντήσεις τον 5.8.2015 και 18.9.2015. Για το έτος 2007, κρίθηκαν εικονικά 35 τιμολόγια συνολικής αξίας 391.553,86 ευρώ, εφαρμόσθηκαν άρθρα 30 και 32 ΚΦΕ για εξωλογιστικό προσδιορισμό, και εκδόθηκε πράξη διορθωτικού προσδιορισμού στις 28.12.2015.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 και § 4 του ν. 2238/1994, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ και το άρθρο 72 § 11 του ΚΦΔ (ν. 4174/2013), το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος παραγράφεται κατ’ αρχήν σε πενταετία από το τέλος του έτους λήξης της προθεσμίας υποβολής δήλωσης. Δεκαετής προθεσμία ισχύει όταν, εντός της πενταετίας, ζητηθούν στοιχεία μέσω αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής και αυτά περιέλθουν στη φορολογική αρχή μετά την πενταετία και πριν τη δεκαετία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι για τη χρήση 2007 η αφετηρία της παραγραφής ήταν 31.12.2008. Πληροφορίες για εικονικότητα συναλλαγών και ανακριβείς αποκτήσεις είχαν περιέλθει στη φορολογική αρχή ήδη από το 2008-2009 και περαιτέρω απαντήσεις ελήφθησαν 2010-2013. Νέο αίτημα διοικητικής συνδρομής υποβλήθηκε στις 10.12.2014, δηλαδή μετά την 31.12.2013, και οι σχετικές απαντήσεις περιήλθαν το 2015. Εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία του 2015, προερχόμενα από αίτημα συνδρομής υποβληθέν μετά την πενταετία, δεν μπορούν να θεμελιώσουν επιμήκυνση της παραγραφής σε δεκαετία. Ελλείψει εμπρόθεσμου αιτήματος εντός της πενταετίας, το δικαίωμα καταλογισμού για το 2007 είχε παραγραφεί πριν από την έκδοση της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού.
Η επίκληση στοιχείων που ελήφθησαν το 2015 κατόπιν αιτήματος αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής υποβληθέντος στις 10.12.2014 (μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας στις 31.12.2013) δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 84 § 4 ΚΦΕ για επιμήκυνση της παραγραφής σε δεκαετία. Δεδομένου ότι υπήρχαν ήδη εντός της πενταετίας πληροφορίες περί εικονικότητας και ανακριβών δηλώσεων μέσω προηγούμενων συνδρομών, και δεν ζητήθηκαν εγκαίρως τα συμπληρωματικά στοιχεία, το δικαίωμα του Δημοσίου για έκδοση και κοινοποίηση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για το 2007 είχε παραγραφεί πριν από την έκδοσή της. Ως εκ τούτου, η πράξη είναι ακυρωτέα και οι συναφείς διοικητικές αποφάσεις ακυρώνονται.
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί την 1689/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →