Παραγραφή φορολογικής αξίωσης Δημοσίου — εκπρόθεσμη δήλωση εισοδήματος, δεκαπενταετής παραγραφή

Δημιουργία έρευνας:

Κύρια νομική θέση

Σε υπόθεση εκπρόθεσμης δήλωσης φόρου εισοδήματος, η δεκαπενταετής παραγραφή δεν εφαρμόζεται αυτομάτως. Με βάση τη διαθέσιμη νομολογία, όταν η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί εντός της κανονικής πενταετίας, ισχύει κατ’ αρχήν η πενταετής παραγραφή, και μόνο αν η δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της πενταετίας χωρεί ειδική τριετής παρέκταση· η δε δεκαπενταετής αφορά τη μη υποβολή δήλωσης, όχι απλώς την εκπρόθεσμη υποβολή. Κρίσιμη είναι ιδίως η ΣτΕ Α732/2019.

Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΦΔ Άρθρο 37
Ορίζει τον γενικό κανόνα παραγραφής του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης να κοινοποιήσει πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου: πέντε (5) έτη από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.
Προβλέπει επίσης ειδικές παρατάσεις και, στην παρ. 3, δεκαετή προθεσμία ιδίως όταν δεν έχει υποβληθεί δήλωση ή όταν μετά την πενταετία περιέλθουν νέα στοιχεία.
Εφαρμόζεται αναλογικά στο ερώτημά σας ως το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο παραγραφής στον ΚΦΔ.

ΚΦΔ Άρθρο 36
Ρυθμίζει τα είδη προσδιορισμού φόρου. Ιδίως:

  • παρ. 3: διοικητικός προσδιορισμός φόρου με βάση δήλωση ή άλλα στοιχεία,
  • παρ. 4: εκτιμώμενος προσδιορισμός όταν δεν υποβάλλεται εμπροθέσμως δήλωση,
  • παρ. 6: διορθωτικός προσδιορισμός μετά από έλεγχο.

Χρήσιμο για να διακριθεί η περίπτωση μη υποβολής από την περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής.

ΚΦΔ Άρθρο 22
Ορίζει ότι η εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση υποβάλλεται μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού του φόρου.
Η διάταξη επιβεβαιώνει ότι η εκπρόθεσμη δήλωση λειτουργεί εντός του πλαισίου της παραγραφής και δεν ταυτίζεται με μόνιμη κατάσταση «μη υποβολής».

ΚΦΔ Άρθρο 23
Αντίστοιχα για την τροποποιητική δήλωση: υποβάλλεται μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού του φόρου.

Σ Άρθρο 78
Θέτει τα συνταγματικά όρια στη φορολογία και, κατά τη νομολογία, αποκλείει αναδρομικές επεκτάσεις της παραγραφής πέραν των επιτρεπτών ορίων.
Εφαρμόζεται ρητά στις ΣτΕ Α732/2019, ΣτΕ Α2088/2019, ΣτΕ Α2087/2019, ΣτΕ Α20/2021, ΣτΕ Α166/2024.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

ΣτΕ Α732/2019

  • Σχετικότητα: Αφορά ακριβώς το ερώτημα της παραγραφής σε περίπτωση εκπρόθεσμης αρχικής δήλωσης φόρου εισοδήματος και τη διάκριση μεταξύ πενταετούς και δεκαπενταετούς παραγραφής.
  • Κρίση: Ο φορολογούμενος υπέβαλε εκπρόθεσμες αρχικές δηλώσεις για τα οικ. έτη 2007 στις 05.12.2012 και 2008 στις 05.10.2012. Οι οριστικές πράξεις εκδόθηκαν στις 29.12.2017. Για το οικ. έτος 2007 η παραγραφή έληξε στις 31.12.2015 λόγω τριετούς παρέκτασης, ενώ για το οικ. έτος 2008 στις 31.12.2013. Οι πράξεις ακυρώθηκαν ως εκπρόθεσμες.
  • Εφαρμογή: Είναι η ισχυρότερη απόφαση για τη θέση ότι η δεκαπενταετής παραγραφή δεν καταλαμβάνει την εκπρόθεσμη δήλωση που υποβλήθηκε εντός της πενταετίας. Η απόφαση δέχεται ρητά ότι η δεκαπενταετής αφορά τη μη υποβολή δήλωσης, ενώ στην εκπρόθεσμη υποβολή εντός πενταετίας ισχύει ο κανόνας του άρθρου 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994, με ειδική τριετή παρέκταση μόνο αν η δήλωση υποβληθεί στο τελευταίο έτος. Αναλογικά, στο ισχύον καθεστώς του ΚΦΔ Άρθρο 37, η διάκριση μεταξύ μη υποβολής και εκπρόθεσμης υποβολής παραμένει κρίσιμη.

ΣτΕ Α281/2022

  • Σχετικότητα: Αφορά τη διάκριση μεταξύ πενταετούς και δεκαπενταετούς παραγραφής, με έμφαση στο ότι η δεκαπενταετής εφαρμόζεται μόνο σε μη υποβολή δήλωσης.
  • Κρίση: Η πενταετής παραγραφή έληξε στις 31.12.2011 και η πράξη της 16.10.2014 κρίθηκε εκπρόθεσμη.
  • Εφαρμογή: Αν και αφορά ειδική υποχρέωση συμπληρωματικής δήλωσης, ενισχύει ευθέως το επιχείρημα ότι η δεκαπενταετής παραγραφή ερμηνεύεται στενά και δεν επεκτείνεται σε περιπτώσεις που δεν συνιστούν γνήσια μη υποβολή. Χρήσιμη για να αποκρουστεί κάθε διοικητική τάση εξομοίωσης της εκπρόθεσμης δήλωσης με μη δήλωση.

ΣτΕ Α20/2021

  • Σχετικότητα: Δεν αφορά εκπρόθεσμη δήλωση εισοδήματος, αλλά τη γενική αρχή ότι ο κανόνας είναι η πενταετής παραγραφή και ότι οι αναδρομικές παρατάσεις παραγραφής αντίκεινται στο Σ Άρθρο 78.
  • Κρίση: Για χρήση 2002, η πενταετής παραγραφή έληξε στις 31.12.2008. Πράξη καταλογισμού εκδοθείσα στις 21.12.2009 και κοινοποιηθείσα στις 25.1.2010 ακυρώθηκε.
  • Εφαρμογή: Ενισχύει το συνταγματικό σκέλος της επιχειρηματολογίας: ακόμη και αν η Διοίκηση επικαλεστεί μεταγενέστερες νομοθετικές παρατάσεις, η νομολογία δέχεται ότι αυτές δεν μπορούν να αναβιώσουν ή να επεκτείνουν αναδρομικά παραγεγραμμένες ή σχεδόν παραγεγραμμένες αξιώσεις κατά παράβαση του Σ Άρθρο 78.

ΣτΕ Α2088/2019

  • Σχετικότητα: Αφορά την πενταετή παραγραφή ως κανόνα και τη στενή ερμηνεία των εξαιρέσεων.
  • Κρίση: Στοιχεία αλλοδαπών λογαριασμών περιήλθαν στη Διοίκηση στις 4.10.2012, εντός της πενταετίας που έληγε στις 31.12.2012· πράξη της 19.1.2016 δεν στηριζόταν νόμιμα σε δεκαετή παραγραφή.
  • Εφαρμογή: Χρήσιμη για το γενικό επιχείρημα ότι οι εξαιρέσεις από την πενταετία ερμηνεύονται στενά και δεν αρκεί γενική επίκληση «νέων στοιχείων» ή παρατάσεων.

ΣτΕ Α2087/2019

  • Σχετικότητα: Ομοίως ενισχύει τη στενή ερμηνεία της δεκαετούς παραγραφής και την αντισυνταγματικότητα αναδρομικών παρατάσεων.
  • Κρίση: Στοιχεία λογαριασμών περιήλθαν στις 4.10.2012, εντός πενταετίας, και πράξη της 15.4.2016 κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να στηριχθεί σε δεκαετή παραγραφή.
  • Εφαρμογή: Υποστηρίζει τη γενική αρχή ότι η Διοίκηση δεν μπορεί να μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

ΣτΕ Α1890/2018

  • Στηρίζει τη θέση ότι μπορεί να εφαρμοστεί δεκαετής παραγραφή χωρίς προηγούμενο αρχικό φύλλο ελέγχου, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 84 § 4 περ. β ΚΦΕ και υπάρχουν συμπληρωματικά στοιχεία.
  • Αντίκρουση: Η απόφαση αυτή δεν αφορά το ειδικό ζήτημα της εκπρόθεσμης δήλωσης και της δεκαπενταετούς παραγραφής, αλλά διαφορετική εξαίρεση, δηλαδή τη δεκαετία λόγω συμπληρωματικών στοιχείων. Άρα δεν αναιρεί τη ΣτΕ Α732/2019, η οποία ρυθμίζει ακριβώς τη διάκριση μεταξύ εκπρόθεσμης δήλωσης και μη υποβολής.

ΣτΕ Α2607/2018

  • Στηρίζει επίσης τη δυνατότητα δεκαετούς παραγραφής όταν η φορολογική αρχή έλαβε μετά την πενταετία συμπληρωματικά στοιχεία.
  • Αντίκρουση: Και αυτή αφορά διαφορετικό νομικό θεμέλιο: όχι τη δεκαπενταετή λόγω μη υποβολής, αλλά τη δεκαετή λόγω συμπληρωματικών στοιχείων. Επομένως, ο αντίδικος μπορεί να την επικαλεστεί μόνο αν αποδείξει πραγματικά νέα στοιχεία κατά το αντίστοιχο καθεστώς παραγραφής, όχι απλώς επειδή η δήλωση ήταν εκπρόθεσμη.

Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Πρώτο και κύριο επιχείρημα:
Η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης δεν εξομοιώνεται με μη υποβολή δήλωσης. Η διάκριση αυτή αναγνωρίζεται ρητά στη ΣτΕ Α732/2019, η οποία δέχεται ότι η δεκαπενταετής παραγραφή αφορά αποκλειστικά τη μη υποβολή, ενώ στην εκπρόθεσμη δήλωση εντός της πενταετίας ισχύει κατ’ αρχήν η πενταετής παραγραφή, με ειδική τριετή παρέκταση μόνο αν η δήλωση υποβληθεί στο τελευταίο έτος.

2. Δεύτερο επιχείρημα:
Το ισχύον καθεστώς του ΚΦΔ Άρθρο 37 διατηρεί την ίδια βασική λογική:

  • πενταετία ως κανόνα,
  • δεκαετία σε ειδικές εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως όταν δεν έχει υποβληθεί δήλωση ή όταν υπάρχουν νέα στοιχεία.

Άρα, και υπό το ισχύον δίκαιο, η Διοίκηση οφείλει να αποδείξει ότι πρόκειται πράγματι για μη υποβολή ή για νόμιμη περίπτωση νέων στοιχείων, όχι απλώς για εκπρόθεσμη δήλωση.

3. Τρίτο επιχείρημα:
Τυχόν επίκληση μεταγενέστερων νομοθετικών παρατάσεων της παραγραφής πρέπει να αποκρουστεί με βάση το Σ Άρθρο 78 και τη νομολογία ΣτΕ Α732/2019, ΣτΕ Α20/2021, ΣτΕ Α2088/2019, ΣτΕ Α2087/2019, που δέχονται ότι οι αναδρομικές επεκτάσεις της παραγραφής προσκρούουν στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.

4. Τέταρτο επιχείρημα, εφόσον η Διοίκηση επικαλείται “νέα στοιχεία”:
Να ελεγχθεί αν τα στοιχεία είναι πράγματι νέα κατά την έννοια του ΚΦΔ Άρθρο 37 παρ. 3. Η διαθέσιμη νομολογία είναι ιδιαίτερα αυστηρή: κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών ή στοιχεία που η Διοίκηση μπορούσε να αντλήσει με επιμέλεια εντός πενταετίας δεν θεωρούνται τέτοια στοιχεία, βλ. ΣτΕ Α2934/2017, ΣτΕ Α2327/2022, ΣτΕ Α2472/2022, ΣτΕ Α713/2021, ΣτΕ Α166/2024, ΣτΕ Α1158/2025.

Νομολογιακή Ισχύς

Παγία ως προς τα εξής σημεία:

  • η πενταετής παραγραφή είναι ο κανόνας,
  • οι εξαιρέσεις ερμηνεύονται στενά,
  • οι αναδρομικές παρατάσεις παραγραφής προσκρούουν στο Σ Άρθρο 78,
  • στοιχεία που ήταν προσιτά στη Διοίκηση εντός πενταετίας δεν θεμελιώνουν ευχερώς επιμήκυνση.

Περιορισμένη αλλά σαφής ως προς το ειδικότερο ερώτημα της εκπρόθεσμης δήλωσης και δεκαπενταετούς παραγραφής, με κεντρική και άμεσα σχετική τη ΣτΕ Α732/2019 και ενισχυτικά τη ΣτΕ Α281/2022.

Πρακτικές Συστάσεις

1. Επικαλεστείτε πρώτη τη ΣτΕ Α732/2019. Είναι η πιο άμεση και καθοριστική απόφαση για το ερώτημα.
2. Δομήστε τον ισχυρισμό σε τρία στάδια:

  • εκπρόθεσμη δήλωση ≠ μη υποβολή δήλωσης,
  • άρα δεν εφαρμόζεται αυτομάτως δεκαπενταετής παραγραφή,
  • τυχόν παράταση πρέπει να ελεγχθεί αυστηρά υπό το ΚΦΔ Άρθρο 37 και το Σ Άρθρο 78.

3. Αν η υπόθεση αφορά παλαιές χρήσεις και η Διοίκηση επικαλείται παρατάσεις, προσθέστε υποχρεωτικά τις ΣτΕ Α20/2021, ΣτΕ Α2088/2019, ΣτΕ Α2087/2019.
4. Αν η Διοίκηση επικαλείται τραπεζικά δεδομένα ή άλλα “νέα στοιχεία”, ελέγξτε αν πρόκειται για στοιχεία που μπορούσαν να αντληθούν εντός πενταετίας και αντιτάξτε ΣτΕ Α2934/2017, ΣτΕ Α2327/2022, ΣτΕ Α2472/2022, ΣτΕ Α713/2021, ΣτΕ Α166/2024, ΣτΕ Α1158/2025.
5. Σε δικόγραφο ή υπόμνημα, ζητήστε από το δικαστήριο να προσδιορίσει με ακρίβεια:

  • την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης,
  • την ημερομηνία της εκπρόθεσμης υποβολής,
  • αν η υποβολή έγινε εντός ή εκτός της πενταετίας,
  • αν έγινε στο τελευταίο έτος της πενταετίας,
  • ποιο ακριβώς νομικό θεμέλιο επικαλείται η Διοίκηση για τυχόν επιμήκυνση.

Οι απαντήσεις παράγονται με τεχνητή νοημοσύνη και ενδέχεται να περιέχουν σφάλματα. Επαληθεύστε τις παραπομπές πριν από κάθε χρήση.

ΚΦΔ Άρθρο 36

Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα 94.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΦΔ Άρθρο 36: Είδη προσδιορισμού φόρου 1. Πράξη προσδιορισμού φόρου είναι η πράξη με την οποία καθορίζεται το ποσό της φορολογικής οφειλής ή απαίτησης του φορολογούμενου για μια (1) ή περισσότερες φορολογικές περιόδους ή για ένα (1) ή περισσότερα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές περιόδους ή για μια (1) ή περισσότερες φορολογικές υποθέσεις. Με την πράξη προσδιορισμού φόρου συνιστάται και βεβαιώνεται η φορολογική οφειλή ή απαίτηση του φορολογούμενου. Η πράξη αυτή καταχωρίζεται ως εισπρακτέο ή επιστρεπτέο ποσό στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης. Η Φορολογική Διοίκηση είναι αρμόδια να εκδίδει τις ακόλουθες πράξεις προσδιορισμού φόρου: α) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, β) πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, γ) πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και δ) πράξη ενδιάμεσου προσδιορισμού φόρου. 2. Άμεσος προσδιορισμός φόρου είναι ο προσδιορισμός φόρου που προκύπτει χωρίς περαιτέρω ενέργεια, ταυτόχρονα με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης. Άμεσος είναι και ο προσδιορισμός που γίνεται ταυτόχρονα με την ενημέρωση της Φορολογικής Διοίκησης για τις πληροφορίες της δήλωσης Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που υποβάλλεται σε άλλο κράτος μέλος, στο πλαίσιο ειδικών καθεστώτων αντίστοιχων των άρθρων 47β, 47γ και 47δ του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248), κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 47δ του Κανονισμού (ΕΕ) 904/2010 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2010, «για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας» (L 268). Ο φορολογούμενος δύναται να τροποποιεί τη φορολογική δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 23, και να καταβάλλει την επιπλέον διαφορά φόρου ή να αιτηθεί την επιστροφή του υπερβάλλοντος φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 42. Ο άμεσος προσδιορισμός φόρου, που προκύπτει από την τροποποιητική δήλωση, υποκαθιστά τον αρχικό άμεσο προσδιορισμό φόρου. 3. Ο προσδιορισμός φόρου κατόπιν της δήλωσης του φορολογούμενου που δεν γίνεται ταυτόχρονα με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, σύμφωνα με την παρ. 2, γίνεται με έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου από τη Φορολογική Διοίκηση (διοικητικός προσδιορισμός φόρου). Η πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εκδίδεται με βάση στοιχεία που έχουν τυχόν παρασχεθεί από τον φορολογούμενο σε φορολογική δήλωση ή κάθε άλλο στοιχείο που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση. Εάν η Φορολογική Διοίκηση προσδιορίσει τον φόρο ολικά ή μερικά με βάση στοιχεία διαφορετικά από αυτά που περιέχονται σε φορολογική δήλωση του φορολογούμενου, αναφέρει ειδικά τα στοιχεία αυτά, στα οποία βασίστηκε ο προσδιορισμός του φόρου. 4. Αν ο φορολογούμενος δεν υποβάλλει εμπροθέσμως φορολογική δήλωση, ο προσδιορισμός του φόρου δύναται να γίνεται με έκδοση πράξης εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου με βάση κάθε στοιχείο που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση (εκτιμώμενος προσδιορισμός φόρου), και αφορά ιδίως στο επίπεδο διαβίωσης του φορολογούμενου, την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του ή ομοειδείς επιχειρηματικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες. Εάν, μετά την έκδοση της πράξης αυτής, ο φορολογούμενος υποβάλει φορολογική δήλωση, η πράξη αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Ο προσδιορισμός του φόρου γίνεται και με φορολογική δήλωση που έχει προσυμπληρωθεί αυτοματοποιημένα με βάση όλα τα στοιχεία που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση και έχει κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον ο φορολογούμενος δεν αντιταχθεί στο περιεχόμενο της δήλωσης μέχρι την προθεσμία υποβολής της, αυτή οριστικοποιείται αυτόματα (οίκοθεν προσδιορισμός φόρου). 5. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, ο προσδιορισμός του φόρου μπορεί να γίνει από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση όλα τα στοιχεία που διαθέτει και πριν από την προθεσμία υποβολής της φορολογικής δήλωσης (ενδιάμεσος προσδιορισμός φόρου). Εξαιρετικές περιστάσεις του πρώτου εδαφίου συντρέχουν αν: α) η δραστηριότητα του φορολογούμενου είναι εποχική, ασκείται από επιχείρηση που έχει συσταθεί την τελευταία τριετία και υπάρχουν ενδείξεις φοροδιαφυγής όπως ενδεικτικά η μη υποβολή δηλώσεων, ή β) υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι ο φορολογούμενος σκοπεύει να εγκαταλείψει τη χώρα. Η πράξη προσδιορισμού φόρου συνοδεύεται από εντολή ελέγχου, με βάση την οποία εκδίδεται διορθωτικός προσδιορισμός φόρου εντός ενός (1) έτους από την έκδοση της πράξης ενδιάμεσου προσδιορισμού φόρου. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 72, ο φορολογούμενος δύναται να προσφύγει κατά πράξης ενδιάμεσου προσδιορισμού φόρου απευθείας ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής. Ο φορολογούμενος είτε καταβάλλει εφάπαξ τη φορολογική οφειλή που ορίζεται από τον ενδιάμεσο προσδιορισμό φόρου, είτε εξασφαλίζει την καταβολή αυτής, παρέχοντας εγγύηση ή αποδεχόμενος την εγγραφή βάρους επί της περιουσίας του υπέρ της Φορολογικής Διοίκησης για το συνολικό ποσό της φορολογικής οφειλής. Η εγγύηση και η εγγραφή βάρους διατηρούνται μέχρι την πλήρη εξόφληση της φορολογικής οφειλής. 6. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να προβεί, μετά από έλεγχο, σε έκδοση πράξης διόρθωσης οποιουδήποτε προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή ενδιάμεσου προσδιορισμού φόρου, εφόσον από τον έλεγχο διαπιστωθεί αιτιολογημένα ότι ο προηγούμενος προσδιορισμός φόρου ήταν ανακριβής ή εσφαλμένος (διορθωτικός προσδιορισμός φόρου). Ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου που εκδίδεται κατόπιν πλήρους φορολογικού ελέγχου υπόκειται σε μεταγενέστερη διόρθωση, μόνο εάν προκύψουν νέα στοιχεία. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητά την έκδοση πράξης διόρθωσης διοικητικού προσδιορισμού φόρου, σε περίπτωση υποβολής δήλωσης σχετικά με την οποία έχει εκδοθεί πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου. Η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μόνο εφόσον κάνει αποδεκτή τη δήλωση. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να προβεί σε έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και αν δεν υποβλήθηκε δήλωση από τον φορολογούμενο και δεν έχει εκδοθεί πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου.

ΚΦΔ Άρθρο 37

Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα 95.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΦΔ Άρθρο 37: Παραγραφή 1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Αν για κάποια φορολογία προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων, η κοινοποίηση της πράξης του πρώτου εδαφίου μπορεί να γίνει εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης της τελευταίας φορολογικής περιόδου εκάστου έτους. 2. Η περίοδος που αναφέρεται στην παρ. 1 παρατείνεται στις εξής περιπτώσεις: α) εάν, εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, υποβάλλεται αρχική ή τροποποιητική δήλωση ή περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία σε υπόθεση που έχει διενεργηθεί πλήρης έλεγχος ή σε κάθε άλλη περίπτωση περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή εκτός της Φορολογικής Διοίκησης, από τις οποίες προκύπτει φορολογική οφειλή και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν, για περίοδο ενός (1) έτους από τη λήξη της πενταετίας, β) εάν ζητηθούν πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής, μέχρι την παραλαβή τους και για ένα (1) έτος από αυτήν και μόνο για το ζήτημα, στο οποίο αφορά το αίτημα παροχής πληροφοριών, γ) εάν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, ένδικο βοήθημα ή μέσο, για περίοδο ενός (1) έτους μετά την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την κοινοποίηση στη Φορολογική Διοίκηση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά, δ) για όσο διάστημα διαρκεί η προθεσμία υποβολής αιτήματος Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού (Δ.Α.Δ.) του άρθρου 73, όπως αυτή ορίζεται στις ειδικότερες διατάξεις που προβλέπουν τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος Δ.Α.Δ., και μόνο για την υποβολή και αποδοχή του σχετικού αιτήματος, καθώς επίσης και εφόσον υποβληθεί τέτοιο αίτημα, για όσο χρόνο διαρκεί η Δ.Α.Δ. και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορά ή σχετίζεται με αυτή. Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης Αμοιβαίου Διακανονισμού, παρατείνεται για ένα (1) έτος μετά την έκδοση της απόφασης η περίοδος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου με έρεισμα την απόφαση αυτή και αποκλειστικά με σκοπό τη συμμόρφωση με αυτήν, ε) εάν υποβληθεί αίτηση για ακύρωση ή τροποποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 74 ή ακυρωθεί ή τροποποιηθεί άμεσος προσδιορισμός φόρου, πράξη προσδιορισμού φόρου ή πράξη επιβολής προστίμου χωρίς αίτηση του φορολογούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 74, για περίοδο ενός (1) έτους μετά την έκδοση της πράξης ακύρωσης ή τροποποίησης του άρθρου 74, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά, στ) για όσο διάστημα απαιτηθεί για την εξέταση καταγγελίας ή αναφοράς που αφορά σε φορολογική υπόθεση, προσαυξημένο κατά ένα (1) έτος από την περιέλευση στην αρμόδια ελεγκτική Υπηρεσία της σχετικής πορισματικής έκθεσης και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορά, εφόσον διαπιστωθεί ότι η μη ενάσκηση του δικαιώματος για διενέργεια ελέγχου ή για έκδοση καταλογιστικής πράξης, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται σε σύμπραξη του φορολογουμένου με υπάλληλο της ελεγκτικής αρχής. 3.α) Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ή της δήλωσης της τελευταίας περιόδου, σε περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων: αα) Αν ο φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει δήλωση εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 1. Αν η δήλωση υποβληθεί στο τελευταίο έτος της περιόδου της περ. α), η πράξη διοικητικού ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός ενός (1) έτους από τη λήξη του έτους υποβολής της ως άνω δήλωσης. αβ) Αν μετά την πενταετία περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση αυτής εντός της πενταετίας και προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί βάσει προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορούν. β) Αν μετά από την περαίωση ανέλεγκτων χρήσεων βάσει ειδικών διατάξεων νόμου ή μετά από την έκδοση της αρχικής πράξης προσδιορισμού φόρου και εντός πενταετίας, από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής αρχικής δήλωσης, περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία, οι σχετικές πράξεις προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμου, βάσει περαίωσης ή βάσει ελέγχου που έχει διενεργηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014 ή βάσει πλήρους ελέγχου που έχει διενεργηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, κοινοποιούνται κατά περίπτωση εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 37 ή την παρ. 1 του άρθρου 84 του ν. 2238/1994 (Α’ 151) ή την παρ. 1 του άρθρου 57 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 2859/2000, Α’ 248). Εφόσον περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία κατά το τελευταίο έτος της αρχικής (πενταετούς) παραγραφής, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παρατείνεται κατά ένα (1) έτος. 4. Εάν ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου συνεπάγεται τροποποίηση πράξης προσδιορισμού φόρου για φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου έχει παραγραφεί, η αντίστοιχη προσαρμογή φόρου διενεργείται στο παλαιότερο φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου δεν έχει ακόμη παραγραφεί και στο οποίο αφορά ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου.

ΚΦΔ Άρθρο 22

Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα 92.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΦΔ Άρθρο 22: Υποβολή φορολογικής δήλωσης 1. α) Ο υπόχρεος σε υποβολή φορολογικών δηλώσεων υποβάλλει τις φορολογικές δηλώσεις στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον χρόνο που προβλέπεται από την οικεία φορολογική νομοθεσία. β) Εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση υποβάλλεται έως και τη δέκατη (10η) ημέρα από την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου από τη Φορολογική Διοίκηση ή μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού του φόρου. γ) Εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση που υποβάλλεται μέχρι την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, έχει όλες τις συνέπειες της εκπρόθεσμης δήλωσης. δ) Εάν η εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση υποβληθεί μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 και έως και τη δέκατη (10η) ημέρα από την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, εφόσον προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή, επιβάλλεται επί του ποσού αυτού, αντί του προστίμου των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 53, πρόστιμο που ισούται με το ποσό του προστίμου της παρ. 6 του άρθρου 53. Δεν είναι δυνατή η υποβολή δήλωσης, σύμφωνα με την παρούσα περίπτωση με επιφύλαξη. ε) Για την εξόφληση της προκύπτουσας οφειλής εφαρμόζονται η περ. α) της παρ. 1 και οι παρ. 3 έως 5 του άρθρου 75. στ) Φόροι, πρόστιμα, τέλη, εισφορές και λοιπά ποσά, που έχουν προσδιορισθεί κατά την περ. δ) δεν διαγράφονται ούτε συμψηφίζονται ή επιστρέφονται. 2. Ο φορολογούμενος ή, σε περίπτωση δικαιοπρακτικά ανίκανου, ο νόμιμος εκπρόσωπός του, και, σε περίπτωση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ο νόμιμος εκπρόσωπος ή ο φορολογικός εκπρόσωπός τους, βεβαιώνει την ακρίβεια και πληρότητα της φορολογικής δήλωσης με την υποβολή της. 3. Εάν μία φορολογική δήλωση ή μέρος αυτής συντάχθηκε από τρίτο πρόσωπο έναντι αμοιβής, η φορολογική δήλωση υποβάλλεται και από το πρόσωπο αυτό.

ΚΦΔ Άρθρο 23

Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα 91.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΦΔ Άρθρο 23: Υποβολή τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης 1. Αν ο φορολογούμενος διαπιστώσει ότι η φορολογική δήλωση που υπέβαλε στη Φορολογική Διοίκηση περιέχει λάθος ή παράλειψη, υποχρεούται να υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση. 2. Αν ο φορολογούμενος υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση μέσα στην προθεσμία υποβολής της αρχικής φορολογικής δήλωσης, τότε και η τροποποιητική φορολογική δήλωση επέχει θέση αρχικής δήλωσης και θεωρείται ότι και οι δύ ο, αρχική και τροποποιητική, έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα. 3.α) Τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβάλλεται έως και τη δέκατη (10η) ημέρα από την κοινοποίηση προσωρινού προσδιορισμού του φόρου από τη Φορολογική Διοίκηση ή μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού του φόρου. β) Τροποποιητική φορολογική δήλωση που υποβάλλεται μέχρι την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, έχει όλες τις συνέπειες της εκπρόθεσμης δήλωσης. γ) Εάν η τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβληθεί μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 και έως και τη δέκατη (10η) ημέρα από την κοινοποίηση προσωρινού προσδιορισμού του φόρου, εφόσον προκύπτει ποσό φόρου προς καταβολή, επιβάλλεται επί του ποσού αυτού, αντί του προστίμου των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 53, πρόστιμο που ισούται με το ποσό του προστίμου της παρ. 1 του άρθρου 54 ή της παρ. 2 του άρθρου 54, κατά περίπτωση. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω προστίμου λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού το ποσό της διαφοράς μεταξύ του φόρου που προκύπτει με βάση την τελευταία υπ οβαλλόμενη τροποποιητική φορολογική δήλωση και εκείνου που προκύπτει με βάση την αρχικώς υποβληθείσα δήλωση και τις τυχόν τροποποιητικές δηλώσεις που έχουν εν τω μεταξύ υποβληθεί μέχρι την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, και συνυπολογίζεται το σύνολο των προστίμων που έχουν επιβληθεί για τις ήδη υποβλ ηθείσες τροποποιητικές δηλώσεις μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14. Δεν είναι δυνατή η υποβολή δήλωσης σύμφωνα με την παρούσα περίπτωση με επιφύλαξη. δ) Για την εξόφληση της προκύπτουσας οφειλής εφαρμόζονται η περ. α) της παρ. 1 και οι παρ. 3 έως 5 του άρθρου 75. ε) Φόροι, πρόστιμα, τέλη, εισφορές και λοιπά ποσά που προσδιορίζονται κατά την περ. γ) δεν διαγράφονται ούτε συμψηφίζονται ή επιστρέφονται. 4. Για την εφαρμογή της παρ. 1Α του άρθρου 50 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος η τροποποιητική φορολογική δήλωση και η συνοδευτική έκθεση ελέγχου υποβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την κοινοποίηση της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου στον πρώτο υπαγόμενο στον φόρο, κατά παρέκκλιση των παρ. 1 έως και 3. Αν η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου εκδίδεται εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής του σχετικού δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης βάσει του άρθρου 37, η προθεσμία έκδοσης προσδιορισμού φόρου ως προς τον δεύτερο υπαγόμενο στον φόρο, κατόπιν υποβολής της τροποποιητικής δήλωσης του πρώτου εδαφίου, παρατείνεται έως και έναν (1) μήνα από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της τροποποιητικής δήλωσης και της συνοδευτικής έκθεσης ελέγχου, κατά παρέκκλιση του άρθρου 37. Η αξίωση για επιστροφή φόρου, που προκύπτει, προς τον δεύτερο υπαγόμενο στον φόρο δεν παραγράφεται, κατά παρέκκλιση του άρθρου 42, πριν από την παρέλευση πέντε (5) ετών από την ημερομηνία υποβολής της τροποποιητικής δήλωσης της παρούσας. Προϋπόθεση για την επιστροφή ή τον συμψηφισμό φόρου στον δεύτερο υπαγόμενο στον φόρο είναι η εξόφληση από τον πρώτο υπαγόμενο στον φόρο, του φόρου που προέκυψε από τη διόρθωση των κερδών των μεταξύ τους ενδοομιλικών συναλλαγών. Αν μετά από αμφισβήτηση της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού από τον πρώτο υπαγόμενο στον φόρο εκδοθεί απόφαση του άρθρου 72 ή του άρθρου 74 ή πρακτικό της Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών του άρθρου 16 του ν. 4714/2020 (Α’ 148) ή δικαστική απόφαση, διενεργείται, με πρωτοβουλία της Φορολογικής Διοίκησης, η ανάλογη κάθε φορά διόρθωση και στα κέρδη του δεύτερου υπαγόμενου στον φόρο συνδεδεμένου προσώπου, η προθεσμία για την έκδοση της σχετικής πράξης προσδιορισμού φόρου παρατείνεται για τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση της σχετικής, σύμφωνα με τα παραπάνω, απόφασης και για τα δύο υπαγόμενα στον φόρο πρόσωπα και αναζητούνται αμελλητί τυχόν επιστροφές φόρου κατά τα οριζόμενα στα εδάφια πρώτο έως και τέταρτο.

Σ Άρθρο 78

Σύνταγμα της Ελλάδας
Σχετικότητα 88.7%
Κείμενο Άρθρου
Σ Άρθρο 78: Νόμοι φορολογικού περιεχομένου 1. Kανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε. 3. Kατ’ εξαίρεση, όταν επιβάλλεται ή αυξάνεται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Bουλή το σχετικό νομοσχέδιο, υπό τον όρο ότι ο νόμος θα δημοσιευθεί μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 42 παράγραφος 1 και πάντως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήξη της συνόδου. 4. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης. Δεν είναι αντίθετος προς την απαγόρευση αυτή ο καθορισμός με νόμο του τρόπου που βεβαιώνεται η συμμετοχή του Kράτους και των δημόσιων γενικά οργανισμών στην αυτόματη υπερτίμηση, που προκαλείται αποκλειστικά από την εκτέλεση δημόσιων έργων στην παρακείμενη ιδιωτική ακίνητη περιουσία. 5. Kατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να επιβληθούν με εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων εξισωτικές ή αντισταθμιστικές εισφορές ή δασμοί, καθώς και να ληφθούν οικονομικά μέτρα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της Xώρας με οικονομικούς οργανισμούς ή μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συναλλαγματικής θέσης της Xώρας.

ΣτΕ 732/2019

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2019Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 97.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Διενεργήθηκε μερικός φορολογικός έλεγχος από αρμόδιο κέντρο, βάσει δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 2001-2013 και κινήσεων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, που παραδόθηκαν σε ψηφιακό δίσκο κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Δεν περιήλθαν στη διάθεση του ελέγχου «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 68 §2 ΚΦΕ. Ο ελεγχόμενος υπέβαλε εκπρόθεσμες αρχικές δηλώσεις για το οικ. έτος 2007 στις 05.12.2012 και για το οικ. έτος 2008 στις 05.10.2012, καθώς και δηλώσεις βάσει του ν. 4446/2016 στις 29.09.2017. Η φορολογική αρχή εφάρμοσε τη δεκαπενταετή παραγραφή του άρθρου 84 §5 λόγω εκπρόθεσμης υποβολής και εξέδωσε στις 29.12.2017 οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού για φόρο εισοδήματος (οικ. έτη 2007, 2008, 2012), έκτακτη οικονομική εισφορά (οικ. έτος 2008) και ειδική εισφορά αλληλεγγύης (οικ. έτος 2012).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 84 § 1 του ν. 2238/1994 προβλέπει πενταετή παραγραφή από το τέλος του έτους στο οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, ενώ το άρθρο 84 § 5 εδ. α΄ καθιερώνει δεκαπενταετή παραγραφή αποκλειστικά για μη υποβολή δήλωσης και το εδ. β΄ τριετή παρέκταση όταν η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί στο τελευταίο έτος της πενταετίας. Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται στενά υπό τις αρχές ασφάλειας δικαίου και αναλογικότητας (άρθρα 2 §1, 25 §1, 78 §1-2 Συντ.), με εφαρμογή των μεταβατικών του άρθρου 72 §11 ν. 4174/2013. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών υπέβαλε εκπρόθεσμες αρχικές δηλώσεις για τα οικ. έτη 2007 (05.12.2012) και 2008 (05.10.2012), εντός της πενταετίας (λήξη 31.12.2012 και 31.12.2013 αντίστοιχα). Η φορολογική αρχή εφάρμοσε τη δεκαπενταετή παραγραφή του άρθρου 84 §5, χωρίς να έχουν περιέλθει «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 68 §2 ΚΦΕ, και εξέδωσε οριστικές πράξεις στις 29.12.2017. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 84 §1 και §5 ΚΦΕ, το Δικαστήριο έλαβε ότι για το 2007 ισχύει η πενταετία με τριετή παρέκταση λόγω υποβολής το 2012 (παραγραφή 31.12.2015), ενώ για το 2008 η πενταετής παραγραφή έληξε 31.12.2013. Οι πράξεις του 2017 εκδόθηκαν εκπρόθεσμα. Οι νομοθετικές παρατάσεις (ν. 4141/2013, ν. 4174/2013, ν. 4203/2013 κ.ά.) δεν θεμελιώνουν καταλογισμό, ως αντισυνταγματικές ως προς παλαιές χρήσεις. Συνεπώς, οι πράξεις για τα έτη 2007 και 2008 ακυρώνονται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Οι οριστικές πράξεις εκδόθηκαν στις 29.12.2017 μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής: για το οικ. έτος 2007 η πενταετής προθεσμία παρατάθηκε τριετώς (άρθρο 84 §5 εδ. β΄ ΚΦΕ) λόγω εκπρόθεσμης δήλωσης εντός του τελευταίου έτους και έληξε 31.12.2015· για το οικ. έτος 2008 η πενταετής παραγραφή έληξε 31.12.2013. Η δεκαπενταετής προθεσμία του άρθρου 84 §5 εδ. α΄ δεν καταλαμβάνει την περίπτωση εκπρόθεσμης δήλωσης εντός της πενταετίας. Επιπλέον, οι μεταγενέστερες νομοθετικές παρατάσεις του χρόνου παραγραφής δεν δύνανται να εφαρμοστούν στις επίμαχες χρήσεις, διότι αντιβαίνουν στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και στα άρθρα 78 §1-2 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, οι πράξεις για τα έτη 2007 και 2008 και η συναφής πράξη έκτακτης εισφοράς είναι ακυρωτέες.
Τελική Απόφαση
Επιλύει τα ζητήματα που ετέθησαν ενώπιόν του ως εξής: -Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως εντός της κατ' άρθρον 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994 προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον οικείο φόρο ισχύει κατ' αρχήν η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή (84 παρ. 1) πενταετής προθεσμία παραγραφής από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Σε περίπτωση, όμως, που η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της ως άνω πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, τότε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 5 εδάφιο β΄ του ν. 2238/1994, το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει το φύλλο ελέγχου παραγράφεται μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης. -Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως μετά την πάροδο της προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του άρθρου 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994, το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλου ελέγχου παραγράφεται κατ’ αρχήν μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 5 εδάφιο β΄ του ν. 2238/1994, με ανώτατο, ωστόσο, χρονικό όριο παραγραφής την οριζόμενη στο άρθρο 84 παρ. 5 εδάφιο α΄ του ν. 2238/1994 προθεσμία των δεκαπέντε ετών από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της δήλωσης. Δικάζει την προσφυγή κατά το μέρος που αφορά στα οικονομικά έτη 2007 και 2008. Δέχεται αυτή κατά το μέρος αυτό και ακυρώνει τη σιωπηρή απόρριψη της 2258/25.01.2018 ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών κατά των 6633/29.12.2017 και 6634/29.12.2017 οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π., οικονομικών ετών 2007 και 2008 αντίστοιχα, και κατά της 6639/29.12.2017 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού έκτακτης οικονομικής εισφοράς του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 οικονομικού έτους 2008 του ίδιου Προϊσταμένου, καθώς και τις εν λόγω πράξεις. Δέχεται την παρέμβαση του Κ...Δ. και της Φ. Δ. Απορρίπτει τις παρεμβάσεις του Χ. Δ. και της Β. Δ.. Παραπέμπει την υπό κρίση προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά στο οικονομικό έτος 2012, σύμφωνα με το σκεπτικό.

ΣτΕ 2088/2019

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2019Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 97.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος για φόρο εισοδήματος οικ. έτους 2007 (χρήση 2006). Η φορολογική διοίκηση έλαβε στις 4.10.2012, μέσω ηλεκτρονικών μέσων, στοιχεία σχετικά με αλλοδαπούς τραπεζικούς λογαριασμούς, βάσει εισαγγελικής παραγγελίας. Δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός της πενταετίας. Ο έλεγχος κατέληξε ότι δεν είχε δηλωθεί φορολογητέο εισόδημα και θεώρησε το υπόλοιπο αλλοδαπών λογαριασμών ως προσαύξηση περιουσίας κατά το άρθρο 48 § 3 ν. 2238/1994, επειδή δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για την προέλευση. Εκδόθηκε οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου στις 19.1.2016 από την αρμόδια ελεγκτική αρχή, στηριζόμενη στα στοιχεία που είχαν περιέλθει στη διοίκηση εντός της πενταετίας.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 και § 4 (περ. β) του ΚΦΕ (ν. 2238/1994), το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος παραγράφεται κατ’ αρχήν σε πενταετία από το τέλος του έτους υποβολής της δήλωσης, και κατ’ εξαίρεση σε δεκαετία όταν η ανακρίβεια αποδεικνύεται από «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν στη Διοίκηση μετά την πενταετία (άρθρο 68 § 2 περ. α-β ΚΦΕ). Το άρθρο 78 §§ 1-2 του Συντάγματος απαγορεύει παρατάσεις παραγραφής για χρήσεις προγενέστερες του προηγούμενου της δημοσίευσης έτους. Η ρύθμιση του άρθρου 13 § 6 ν. 3522/2006, ισχύουσα από 22.12.2006 (άρθρο 39 περ. ιγ), δεν εφαρμόζεται αναδρομικά σε εκκρεμείς φορολογικές υποχρεώσεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα στοιχεία αλλοδαπών τραπεζικών λογαριασμών περιήλθαν στη φορολογική διοίκηση στις 4.10.2012 μέσω ηλεκτρονικών μέσων (USB, CD), εντός της πενταετίας που έληγε στις 31.12.2012, ότι δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου για τη χρήση 2006, και ότι η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εκδόθηκε στις 19.1.2016. Η φορολογητέα ύλη προσδιορίστηκε βάσει εξέτασης των λογαριασμών και εφαρμόστηκε η τεκμηρίωση προσαύξησης περιουσίας του άρθρου 48 § 3 ν. 2238/1994 λόγω μη αιτιολόγησης προέλευσης. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, η παραγραφή ήταν πενταετής και συμπληρώθηκε στις 31.12.2012, οι νομοθετικές παρατάσεις είναι ανίσχυρες κατ’ άρθρο 78 Συντ., η δεκαετής προθεσμία δεν ενεργοποιείται επειδή τα στοιχεία δεν ήταν «συμπληρωματικά» κατά την έννοια του άρθρου 68 § 2 ΚΦΕ (είχαν περιέλθει εντός πενταετίας), και η διάταξη του άρθρου 13 § 6 ν. 3522/2006 δεν είχε αναδρομική εφαρμογή. Συνεπώς, ο μεταγενέστερος καταλογισμός στερείται νόμιμης θεμελίωσης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι οι λόγοι αναιρέσεως δεν θεμελίωσαν παραδεκτό κατά το άρθρο 53 § 3 π.δ. 18/1989: δεν προβάλλονται με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς κρίσιμα νομικά ζητήματα για την επίλυση της διαφοράς. Ορισμένοι ισχυρισμοί στηρίζονταν σε διαφορετικό πραγματικό, άλλοι ήταν αόριστοι ως προς το ζήτημα ερμηνείας κανόνα δικαίου, και όλοι ήταν αλυσιτελείς, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται αυτοτελώς στην παραδοχή ότι στοιχεία περιελθόντα εντός της πενταετίας δεν αποτελούν «συμπληρωματικά» και δεν θεμελιώνουν δεκαετή παραγραφή. Κατ’ αποτέλεσμα, οι προβαλλόμενοι λόγοι απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι και η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

ΣτΕ 2087/2019

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2019Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Για το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006) ο φορολογούμενος δήλωσε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 36.057,36 ευρώ. Στις 4.10.2012 παραδόθηκαν στη φορολογική διοίκηση (μέσω εισαγγελικής παραγγελίας) ηλεκτρονικά μέσα (USB, CD) με στοιχεία της «Λίστας Λαγκάρντ» για λογαριασμούς στην HSBC Γενεύης (2005–2007), συνδεδεμένους με εταιρία που είχε προφίλ πελάτη ανοικτό από 9.6.2005. Η ιδιότητα «beneficial owner» αποδόθηκε στους συνδεόμενους την 7.7.2005. Το υπόλοιπο των λογαριασμών στις 31.12.2006 ανερχόταν σε 3.507.210,03 ευρώ, επιμεριζόμενο σε 1.169.070,01 ευρώ ανά δικαιούχο. Η φορολογική αρχή θεώρησε το αναλογούν ποσό ως προσαύξηση περιουσίας (άρθρο 48 §3 ΚΦΕ) και εξέδωσε οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού στις 15.4.2016, μετά από εντολή μερικού ελέγχου γραφείου στις 18.12.2015. Οι κληρονόμοι δεν προσκόμισαν στοιχεία για την προέλευση των καταθέσεων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 84 §1 του ΚΦΕ, το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος παραγράφεται κατ’ αρχήν σε πενταετία από το τέλος του έτους υποβολής της δήλωσης. Κατά το άρθρο 84 §4 περ. β σε συνδυασμό με το άρθρο 68 §2 ΚΦΕ, η παραγραφή γίνεται δεκαετής όταν η φορολογική αρχή στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν σε γνώση της μετά την πενταετία. Οι γενικές παρατάσεις παραγραφής για παλαιές χρήσεις αντίκεινται στο άρθρο 78 §§1–2 του Συντάγματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα στοιχεία λογαριασμών HSBC (USB/CD) περιήλθαν στη φορολογική διοίκηση στις 4.10.2012, εντός της αρχικής πενταετίας για τη χρήση 2006 (λήξη 31.12.2012). Δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός της πενταετίας. Η οριστική πράξη καταλογισμού εκδόθηκε στις 15.4.2016. Η ανακρίβεια της δήλωσης στηρίχθηκε στα ανωτέρω στοιχεία και στην ιδιότητα «beneficial owner». Εφαρμόζοντας τα άρθρα 84 §1 και §4 περ. β και 68 §2 ΚΦΕ, κρίθηκε ότι στοιχεία γνωστά εντός πενταετίας δεν είναι «συμπληρωματικά» και δεν θεμελιώνουν δεκαετή παραγραφή. Οι νομοθετικές παρατάσεις για χρήσεις προγενέστερες του προηγούμενου της δημοσίευσης έτους είναι ανίσχυρες. Επομένως, ο καταλογισμός μετά την 31.12.2012 ερείδεται σε παραγεγραμμένο δικαίωμα.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Οι λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι κατά το άρθρο 53 παρ. 3 π.δ. 18/1989, διότι δεν τεκμηριώθηκε με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι τίθενται κρίσιμα νομικά ζητήματα χωρίς νομολογία ή αντίθετα προς πάγια νομολογία. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί «συμπληρωματικών στοιχείων» ήταν αλυσιτελείς, αφού το Διοικητικό Εφετείο θεμελίωσε αυτοτελώς το συμπέρασμα μη εφαρμογής της δεκαετούς παραγραφής στην παραδοχή ότι τα στοιχεία περιήλθαν στη διοίκηση εντός της πενταετίας. Μη θιγόμενης της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας των παρατάσεων παραγραφής, το αναιρετήριο δεν ανέδειξε κρίσιμο ερμηνευτικό ζήτημα· συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

ΣτΕ 166/2024

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτών φορολογούμενος ήταν πολιτικός μηχανικός με δραστηριότητα κατασκευής οικοδομών. Για τη χρήση 2008 πώλησε αγροτεμάχιο 4.020 τ.μ. με δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες ως ενιαία κατοικία σε θέση παραθαλάσσια, με συμβολαιογραφικό τίμημα 364.000 ευρώ και αντικειμενική αξία 363.467,95 ευρώ· υποβλήθηκε δήλωση Φόρου Μεταβίβασης Ακινήτου και καταβλήθηκε φόρος. Η αγοράστρια έλαβε στις 17.7.2008 στεγαστικό δάνειο 1.500.000 ευρώ· εκταμιεύθηκαν 886.740 ευρώ (22.7.2008) και εκδόθηκε επιταγή 364.000 ευρώ (25.8.2008), που κατατέθηκαν σε λογαριασμό του φορολογούμενου. Προηγήθηκαν επιταγές 100.000 ευρώ (20.6.2008 και 23.6.2008) μέσω μεσιτών, κατατεθείσες στον ίδιο λογαριασμό. Κατά τον αρχικό τακτικό έλεγχο, βιβλία κρίθηκαν ανακριβή λόγω μη τήρησης βιβλίων υποκαταστήματος. Το 2016, βάσει πληροφοριακού δελτίου ΣΔΟΕ, διενεργήθηκε μερικός επανέλεγχος, θεωρώντας τα τραπεζικά στοιχεία «νέα» και προσδιορίστηκαν εξωλογιστικά έσοδα-κέρδη και επιβλήθηκαν πρόστιμα ΚΒΣ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 ΚΦΕ, η παραγραφή για καταλογισμό φόρου εισοδήματος είναι, κατ’ αρχήν, πενταετής από το τέλος του έτους υποβολής της δήλωσης. Κατά το άρθρο 84 § 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 περ. α ΚΦΕ, η παραγραφή γίνεται δεκαετής μόνο αν η ανακρίβεια προκύπτει από «συμπληρωματικά στοιχεία» που νόμιμα δεν ήταν ή δεν όφειλαν να είναι γνωστά εντός πενταετίας. Κατά τα άρθρα 7, 13, 14 ν. 1587/1950, στοιχεία αγοραπωλησίας ακινήτων τίθενται υπόψη της Διοίκησης πριν και αμέσως μετά τη μεταβίβαση. Κατά το άρθρο 9 § 5 ν. 2523/1997, αντίστοιχα ισχύει για ΚΒΣ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίμαχη πώληση ακινήτου και η δήλωση ΦΜΑ είχαν περιέλθει στη Φορολογική Διοίκηση εντός του κρίσιμου χρόνου, ενώ οι κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου μπορούσαν να ελεγχθούν εντός της πενταετίας με αιτήματα προς τα πιστωτικά ιδρύματα. Τα στοιχεία από το πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ (δανειακή σύμβαση, εκταμιεύσεις, επιταγές τρίτων) συνδέονταν άμεσα με τις καταθέσεις και ήταν ευχερώς ανιχνεύσιμα. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι οι κινήσεις ημεδαπών λογαριασμών και τα έγγραφα της αγοραπωλησίας δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία», άρα δεν επιμηκύνουν την παραγραφή σε δεκαετία. Οι αιτιάσεις περί δυσχέρειας εντοπισμού και οψιγένειας των στοιχείων απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες/ουσιαστικές. Περαιτέρω, τα άρθρα 36 και 72 ΚΦΔ περί εικοσαετούς παραγραφής για φοροδιαφυγή δεν εφαρμόζονται στη χρήση 2008 λόγω των ορίων του άρθρου 78 § 2 Σ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) τα στοιχεία της αγοραπωλησίας ακινήτου και οι κινήσεις των ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά τα άρθρα 68 § 2 και 84 § 4 ΚΦΕ, αφού η Φορολογική Διοίκηση μπορούσε με δέουσα επιμέλεια να τα συλλέξει εντός της πενταετίας, (β) οι ισχυρισμοί περί οψιγένειας/δυσχέρειας ανεύρεσης πλήττουν την ουσιαστική κρίση του εφετείου και είναι απαράδεκτοι, (γ) δεν υφίσταται αντίθεση προς την επικαλούμενη νομολογία, και (δ) οι διατάξεις του ΚΦΔ για εικοσαετή παραγραφή σε φοροδιαφυγή δεν εφαρμόζονται στην επίδικη χρήση 2008 λόγω των συνταγματικών ορίων αναδρομής (άρθρο 78 § 2 Σ).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

ΣτΕ 20/2021

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2021Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτών προέβη σε αγορά μετοχών εταιρείας με συμβολαιογραφικό έγγραφο στις 28.11.2002. Για την κάλυψη τεκμαρτής δαπάνης από την αγορά, υπέβαλε στις 2.5.2003 δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δηλώνοντας μεταξύ άλλων λήψη δανείου. Η φορολογική αρχή, μετά από πληροφορίες το 2009, διενήργησε έλεγχο για τη δανειακή σύμβαση και θεώρησε ότι υπάγεται σε χαρτόσημο με συντελεστή 3%, επιβάλλοντας πράξη καταλογισμού τελών χαρτοσήμου για τη χρήση 2002, εκδοθείσα στις 21.12.2009 και κοινοποιηθείσα στις 25.1.2010. Η βασική χρονική αφετηρία παραγραφής ήταν το τέλος του 2002, με πενταετή προθεσμία έως 31.12.2008. Η Διοίκηση στήριξε την εμπρόθεσμη επιβολή στις νομοθετικές παρατάσεις του ν. 3697/2008 και του ν. 3790/2009, χωρίς επίκληση της δεκαετούς παραγραφής του άρθρου 84 §4 ΚΦΕ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 84 §1 του ν. 2238/1994 (ΚΦΕ), κατ’ ανάλογη εφαρμογή στα τέλη χαρτοσήμου, η αξίωση του Δημοσίου παραγράφεται σε πέντε έτη από τη λήξη του έτους γένεσης της υποχρέωσης, και κατ’ εξαίρεση σε δέκα έτη κατά το άρθρο 84 §4 εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Τα άρθρα 78 §§1-2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και αναλογικότητας, δεν επιτρέπουν νομοθετικές αναδρομικές παρατάσεις παραγραφής για προγενέστερα έτη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίδικη αξίωση αφορά διαχειριστική χρήση 2002, με πράξη καταλογισμού εκδοθείσα στις 21.12.2009 και κοινοποιηθείσα στις 25.1.2010. Η Διοίκηση θεμελίωσε την εμπρόθεσμη επιβολή στις παρατάσεις των άρθρων 29 ν. 3697/2008 και 10 ν. 3790/2009, χωρίς να επικαλεστεί ή αποδείξει προϋποθέσεις εφαρμογής της δεκαετούς παραγραφής του άρθρου 84 §4 ΚΦΕ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία που έκρινε αντισυνταγματικές τις αναδρομικές παρατάσεις της παραγραφής, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η πενταετής παραγραφή έληξε στις 31.12.2008. Οι επίμαχες παρατάσεις δεν ήταν έγκυρες κατά το άρθρο 78 Συντ., και ελλείψει επίκλησης της εξαιρετικής δεκαετίας, η πράξη καταλογισμού μετά την εκπνοή της πενταετίας ήταν εκπρόθεσμη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η πράξη καταλογισμού τελών χαρτοσήμου για τη χρήση 2002 εκδόθηκε μετά την εκπνοή της πενταετούς παραγραφής, η οποία, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 84 §1 ΚΦΕ, έληξε στις 31.12.2008. Οι νομοθετικές παρατάσεις της παραγραφής που επικαλέστηκε η Διοίκηση (άρθρα 29 ν. 3697/2008 και 10 ν. 3790/2009) κρίθηκαν αντισυνταγματικές ως αναδρομικές κατά τα άρθρα 78 §§1-2 Συντ., ενώ δεν επικαλέστηκαν οι προϋποθέσεις της δεκαετούς παραγραφής του άρθρου 84 §4 ΚΦΕ. Συνεπώς, η αξίωση ήταν παραγεγραμμένη και η καταλογιστική πράξη έπρεπε να ακυρωθεί.
Τελική Απόφαση
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 4656/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το σκεπτικό. Δικάζει και δέχεται την προσφυγή. Ακυρώνει την 1/13.1.2010 (21.12.2009) πράξη καταλογισμού τελών χαρτοσήμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Αμαρουσίου, για τη διαχειριστική χρήση 2002.

ΣτΕ 2327/2022

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2022Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Φορολογούμενη ασκούσε ατομικά επάγγελμα, τηρούσε βιβλία Β΄ κατηγορίας και είχε υπαχθεί σε ρυθμίσεις περαίωσης παλαιών χρήσεων. Κατόπιν ελέγχου ζητήθηκε άρση τραπεζικού απορρήτου και, με έγγραφο προς την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών (13.5.2011), συλλέχθηκαν στοιχεία για λογαριασμούς στην ημεδαπή. Οι τράπεζες απέστειλαν κινήσεις και υπόλοιπα, ο έλεγχος συνέταξε πίνακες «πρωτογενών καταθέσεων» ανά χρήση και τα αντιπαρέβαλε με βιβλία και δηλωθέντα έσοδα, θεωρώντας τα βιβλία ανακριβή. Με εντολή επανελέγχου προσδιορίστηκαν εξωλογιστικά ακαθάριστα έσοδα και καθαρά κέρδη για χρήσεις 2000–2010, καθώς και φορολογητέες εκροές ΦΠΑ για το 2010. Εκδόθηκαν οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού στις 25.9.2015 για παλαιές χρήσεις.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 ΚΦΕ (ν. 2238/1994), το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου παραγράφεται κατ’ αρχήν σε πενταετία· κατά το άρθρο 84 § 4 περ. β΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ, η παραγραφή γίνεται δεκαετής μόνο αν περιέλθουν μετά την πενταετία «συμπληρωματικά στοιχεία» που δικαιολογημένα δεν γνώριζε η φορολογική αρχή. Η διάταξη ερμηνεύεται στενά και οι κινήσεις/υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή αποτελούν βασικό μέσο ελέγχου, όχι συμπληρωματικά στοιχεία. Εφαρμόζονται μεταβατικά το άρθρο 72 § 11 ΚΦΔ και το άρθρο 13 § 6 ν. 3522/2006. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η φορολογική αρχή, κατόπιν αιτήματος προς την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών (13.5.2011), έλαβε στοιχεία κινήσεων πολλών τραπεζικών λογαριασμών, συνέταξε λίστες «πρωτογενών καταθέσεων», τις αντιπαρέβαλε με βιβλία και δηλώσεις, έκρινε τα βιβλία ανακριβή και επανυπολόγισε εξωλογιστικά έσοδα/κέρδη για χρήσεις 2000–2010. Βάσει αυτών εκδόθηκαν οριστικές πράξεις στις 25.9.2015 για παλαιές χρήσεις. Εφαρμόζοντας το ως άνω πλαίσιο, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα τραπεζικά δεδομένα ημεδαπής δεν συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία ικανά να επιμηκύνουν την παραγραφή σε δεκαετία, άρα ισχύει η πενταετής παραγραφή και οι καταλογισμοί του 2015 για τις επίμαχες χρήσεις εκδόθηκαν μετά τη λήξη της. Για παλαιότερη χρήση είχε συμπληρωθεί ακόμη και δεκαετία.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) για ορισμένες πράξεις το ποσό της διαφοράς δεν υπερέβαινε το όριο των 40.000 ευρώ του άρθρου 53 § 4 π.δ. 18/1989, καθιστώντας την αίτηση απαράδεκτη κατ’ αυτό το μέρος· και (β) για τις λοιπές πράξεις οι προβληθέντες λόγοι ήταν αλυσιτελείς/αβάσιμοι, αφού κατά πάγια νομολογία οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών ημεδαπής δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 84 § 4 περ. β ΚΦΕ για επιμήκυνση παραγραφής, ενώ για μία χρήση είχε ήδη συμπληρωθεί και η δεκαετία πριν την έκδοση των πράξεων.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

ΣτΕ 713/2021

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2021Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτούντες είχαν υποβάλει κοινή δήλωση φόρου εισοδήματος για τη χρήση 2007, χωρίς δήλωση φορολογητέου εισοδήματος. Κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών το 2013, η ελεγκτική αρχή επεξεργάστηκε στοιχεία από CD και ζήτησε πληροφορίες για πιστώσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην ημεδαπή που δεν συνδέονταν με δηλωθέντα εισοδήματα. Διαπιστώθηκε εισφορά κεφαλαίου 4.500.000 ευρώ σε ναυτιλιακή εταιρεία πλοίων αναψυχής, καταχωρημένη σε δημοσιευμένο καταστατικό του 2007, και αγορά σκάφους το 2007. Η αρχή εφάρμοσε έμμεσες τεχνικές ελέγχου (τεχνική ανάλυσης ρευστότητας) για τη χρήση 2007, καταρτίζοντας πίνακες πηγών και αναλώσεων κεφαλαίων και εξήγαγε αρνητική διαφορά 4.579.553,95. Εκδόθηκαν το 2017 οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και έκτακτης εισφοράς για το οικονομικό έτος 2008, στηριζόμενες σε κινήσεις ημεδαπών λογαριασμών και στη δημοσιευμένη εισφορά κεφαλαίου, χωρίς αξιοποίηση στοιχείων από αλλοδαπούς λογαριασμούς.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 και § 4 περ. β του ΚΦΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 περ. α ΚΦΕ και τη μεταβατική ρήτρα του άρθρου 72 § 11 εδ. α του ΚΦΔ, ο κανόνας είναι πενταετής παραγραφή για τον καταλογισμό φόρου, η οποία γίνεται δεκαετής μόνο όταν η ανακρίβεια της δήλωσης στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν δικαιολογημένα στη Διοίκηση μετά την πενταετία. Ως συμπληρωματικά νοούνται στοιχεία αποδεικτικά μη δηλωθέντος εισοδήματος που δεν ήταν προσιτά με τη δέουσα επιμέλεια εντός της πενταετίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ελεγκτική αρχή θεμελίωσε τους καταλογισμούς σε κινήσεις και υπόλοιπα ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών και στη δημοσιευμένη εισφορά κεφαλαίου σε ναυτιλιακή εταιρεία, καταχωρημένη στο Μητρώο Ν.Ε.Π.Α. από το 2007. Δεν αξιοποιήθηκαν στοιχεία αλλοδαπών λογαριασμών ούτε προέκυψε νεότερο στοιχείο εκτός των τακτικών μέσων ελέγχου. Οι πράξεις εκδόθηκαν το 2017 για οικονομικό έτος 2008. Εφαρμόζοντας το άρθρο 84 § 4 περ. β ΚΦΕ, κρίθηκε ότι οι κινήσεις ημεδαπών λογαριασμών, ως βασικό και τακτικό μέσο ελέγχου διαθέσιμο εντός πενταετίας, δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία». Ομοίως, η εισφορά κεφαλαίου που προκύπτει από δημοσιευμένο καταστατικό ήταν προσιτή στον έλεγχο από το 2007 και δεν δικαιολογεί επιμήκυνση παραγραφής. Κατά συνέπεια, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις δεκαετούς παραγραφής.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως δεν πληρούσαν την προϋπόθεση του άρθρου 53 § 3 π.δ. 18/1989, καθόσον το κρίσιμο νομικό ζήτημα περί «συμπληρωματικών στοιχείων» είχε ήδη επιλυθεί από πάγια νομολογία και οι επικλήσεις περί δειγματοληπτικού ελέγχου και προϋποθέσεων πρόσβασης ήταν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα. Επιπλέον, τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκαν οι καταλογισμοί (κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή και δημοσιευμένη εισφορά κεφαλαίου σε εταιρεία) δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά το άρθρο 84 § 4 περ. β ΚΦΕ, αφού ήταν προσιτά στη Διοίκηση εντός της πενταετίας. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, δεν χωρεί επιμήκυνση της παραγραφής σε δεκαετία.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

ΣτΕ 2472/2022

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2022Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας διαβιβάστηκε στη φορολογική αρχή ψηφιακός δίσκος με δεδομένα κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών της αιτούσας για τις χρήσεις 2000-2012, όπου συνδικαιούχος σε ορισμένους λογαριασμούς ήταν ο σύζυγος. Εκδόθηκαν εντολές ελέγχου από το Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου και διενεργήθηκε έλεγχος για τυχόν περιουσιακή προσαύξηση του άρθρου 48 § 3 ΚΦΕ. Από την επεξεργασία των λογαριασμών προέκυψαν πιστώσεις μη δικαιολογούμενες από τα δηλωθέντα εισοδήματα, και καταλογίστηκαν, με πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού (12.10.2015), φόρος εισοδήματος για οικονομικά έτη 2001-2004 και 2006-2013, έκτακτη εισφορά για 2008 και 2010, και ειδική εισφορά αλληλεγγύης για 2011-2013. Οι ελεγκτές απέδωσαν στην αιτούσα περιουσιακή προσαύξηση 31.068.652€ και στον συνδικαιούχο 6.009.295€, τα ποσά δε αναπροσαρμόστηκαν με νεότερο πόρισμα και απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Οι πηγές πιστώσεων εντοπίστηκαν σε κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών καταθέσεων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 84 § 1 ΚΦΕ προβλέπει πενταετή παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος, ενώ κατά το άρθρο 84 § 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ, η παραγραφή γίνεται δεκαετής όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία», δηλαδή πληροφορίες που περιήλθαν νόμιμα στη φορολογική αρχή μετά την πενταετία και αποδεικνύουν μη δηλωθέν εισόδημα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διαπιστώσεις περί άγνωστης προέλευσης εισοδήματος στηρίχθηκαν σε κινήσεις και υπόλοιπα τραπεζικών καταθέσεων στην ημεδαπή, οι οποίες συλλέχθηκαν στο πλαίσιο ελέγχου του ΚΕΦΟΜΕΠ κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας και επεξεργάστηκαν από την υπηρεσία. Τα στοιχεία αυτά ήταν προσβάσιμα στη φορολογική αρχή και δεν συνιστούν νέα συμπληρωματικά στοιχεία με την έννοια των άρθρων 84 § 4 και 68 § 2 ΚΦΕ. Εφαρμόζοντας το προαναφερθέν πλαίσιο και την πάγια νομολογία, το δικαστήριο έκρινε ότι οι κινήσεις ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν παρεκτείνουν την πενταετή παραγραφή σε δεκαετή. Συνεπώς, για τα οικονομικά έτη 2001-2004 και 2006-2009 ίσχυσε η πενταετής παραγραφή, ενώ οι ισχυρισμοί περί δεκαετούς παραγραφής με βάση τα εν λόγω στοιχεία δεν ευδοκιμούν.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η δίκη καταργήθηκε εν μέρει ως προς το κεφάλαιο που αφορά το οικονομικό έτος 2011, λόγω της μεταγενέστερης ΣτΕ 2471/2022 που εξαφάνισε την εφετειακή κρίση και αναπέμπει για νέα εκτίμηση του πραγματικού. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο κύριος λόγος περί εφαρμογής δεκαετούς παραγραφής βασίστηκε σε στοιχεία κινήσεων ημεδαπών τραπεζικών καταθέσεων που, σύμφωνα με πάγια νομολογία (ΣτΕ 7μ. 2934-2935/2017, 172-173/2018), δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» του άρθρου 84 § 4 ΚΦΕ. Επομένως, οι οικείες φορολογικές αξιώσεις είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 53 § 3 π.δ. 18/1989 για παραδεκτό, αφού το νομικό ζήτημα είχε ήδη επιλυθεί νομολογιακά, ενώ τα επίκλητα επιχειρήματα περί «δειγματοληπτικού ελέγχου» και «εναύσματος» δεν αφορούσαν ρητή κρίση της εφετειακής αλλά αποτελούν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα.
Τελική Απόφαση
Καταργεί εν μέρει τη δίκη. Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά. Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

ΣτΕ 2934/2017

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2017Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκδόθηκαν οκτώ οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για οικονομικά έτη 2001–2008 και μία πράξη έκτακτης εισφοράς (άρθρο 18 ν. 3758/2009) στις 11.5.2015 από Δ.Ο.Υ. για φορολογούμενο που είχε αποβιώσει, με βάση έλεγχο προσαύξησης περιουσίας. Στοιχεία προέκυψαν από αλλοδαπό τραπεζικό λογαριασμό (HSBC Γενεύη) που διαβιβάστηκαν στην υπηρεσία στις 5.2.2014, και από ημεδαπούς τραπεζικούς λογαριασμούς με κινήσεις 1997–2011. Εκδόθηκε εντολή ελέγχου στις 10.4.2014, απεστάλη σημείωμα διαπιστώσεων στις 21.10.2014 και πρόσκληση προηγούμενης ακρόασης. Για το έτος 2007 η διαφορά βασίστηκε σε πρωτογενείς καταθέσεις σε ημεδαπές τράπεζες. Για τις χρήσεις 2000–2006 δεν είχε διενεργηθεί αρχικός έλεγχος ούτε εκδοθεί φύλλο ελέγχου εντός της πενταετίας και των νόμιμων παρατάσεων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 84 § 1 και § 4 περ. β του ΚΦΕ (ν. 2238/1994), σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2, καθιερώνει βασική πενταετή παραγραφή του δικαιώματος καταλογισμού φόρου και κατ’ εξαίρεση δεκαετή όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν μετά την πενταετία. Κατά την αρχή της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, οι διατάξεις περί παραγραφής ερμηνεύονται στενά· η εξέταση τραπεζικών λογαριασμών αποτελεί βασικό μέσο ελέγχου εντός πενταετίας (άρθρο 66 ΚΦΕ, άρθρα 14 και 15 ΚΦΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι οριστικές πράξεις εκδόθηκαν στις 11.5.2015 για χρήσεις 2000–2007, χωρίς να έχει προηγηθεί αρχικός έλεγχος εντός πενταετίας για 2000–2006. Για το 2007, η διαφορά στηρίχθηκε σε πρωτογενείς καταθέσεις σε ημεδαπές τράπεζες, ενώ στοιχεία από αλλοδαπό λογαριασμό παρασχέθηκαν στην υπηρεσία στις 5.2.2014 και εκδόθηκε εντολή ελέγχου στις 10.4.2014. Η πρόσβαση στα ημεδαπά τραπεζικά στοιχεία ήταν δυνατή εντός πενταετίας. Εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία υπολοίπου/κινήσεων ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» ικανά να επιμηκύνουν την παραγραφή στη δεκαετία. Επομένως, το δικαίωμα καταλογισμού για τις επίδικες χρήσεις είχε παραγραφεί, ανεξάρτητα από τις αντισυνταγματικές διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις, και δεν μπορούσε να θεμελιωθεί δεκαετής παραγραφή ούτε λόγω ανακρίβειας της δήλωσης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) κατά το μέρος που αφορά πράξεις με ποσό διαφοράς κατώτερο του ορίου του άρθρου 53 § 4 π.δ. 18/1989 είναι απαράδεκτη, και (β) κατά τα λοιπά είναι αβάσιμη, επειδή οι διαδοχικές παρατάσεις της παραγραφής είναι αντισυνταγματικές (άρθρο 78 Συντ.), ενώ τα στοιχεία κινήσεων/υπολοίπων ημεδαπών τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» των άρθρων 84 § 4 περ. β και 68 § 2 ΚΦΕ ώστε να ισχύσει δεκαετής παραγραφή· για ορισμένες χρήσεις, ακόμη και υπό δεκαετή παραγραφή, ο χρόνος είχε ήδη συμπληρωθεί κατά την έκδοση των πράξεων (2015).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

ΣτΕ 2607/2018

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2018Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτών απέκτησε στις 13.12.2005 δεκαεπτά οριζόντιες ιδιοκτησίες (γραφεία, καταστήματα, υπόγειοι χώροι, αποθήκες, θέσεις στάθμευσης) σε ακίνητο επί της οδού Αρκαδίας 26 στους Αμπελοκήπους, με αντικειμενική αξία 2.670.485,37 ευρώ, από εταιρεία στην οποία ήταν διοικητικό στέλεχος και βασικός μέτοχος. Ακολούθησαν συμβόλαια τροποποίησης στις 27.12.2005 και 29.12.2005. Στις 19.1.2006 πώλησε τρεις ιδιοκτησίες και δύο θέσεις στάθμευσης (αντικειμενική αξία 953.067,09 ευρώ, τίμημα 3.578.000 ευρώ, εξόφληση 2.5.2006) και στις 21.8.2006 μία ιδιοκτησία και μία θέση στάθμευσης (αντικειμενική αξία 285.844,05 ευρώ, τίμημα 950.000 ευρώ, εξόφληση 21.9.2006) σε δύο συνεταιριστικές συνομοσπονδίες. Δήλωσε τα ποσά ως διάθεση περιουσιακών στοιχείων (κωδ. 781) στο οικ. έτος 2007, χωρίς δήλωση εισοδήματος από εμπορική επιχείρηση. Μετά από πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ (27.2.2015) και σημείωμα διαπιστώσεων (7.12.2015), εκδόθηκε στις 25.2.2016 πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου. Στις 5.1.2016 συντάχθηκε διορθωτικό συμβόλαιο που αύξησε το τίμημα αγοράς και υποβλήθηκε δήλωση ΦΜΑ με φόρο 101.632,84 ευρώ, χωρίς προσκόμιση αποδεικτικών καταβολής του νέου τιμήματος.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 και § 4 περ. β του ΚΦΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2 ΚΦΕ και την μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 72 § 11 ΚΦΔ, η παραγραφή είναι κατ’ αρχήν πενταετής αλλά καθίσταται δεκαετής όταν η φορολογική αρχή λαμβάνει μετά την πενταετία «συμπληρωματικά στοιχεία» που τεκμηριώνουν μη δηλωθέν εισόδημα, ακόμη και για αρχικό έλεγχο. Επιπλέον, το άρθρο 28 § 3 ΚΦΕ απαιτεί προσδιορισμό κέρδους από αγοραπωλησίες ακινήτων με βάση την πραγματική αξία· τυχόν διόρθωση τιμήματος γίνεται δεκτή μόνο αν αποδεικνύεται η αληθής καταβολή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών δεν είχε δηλώσει εισόδημα από επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτων στη δήλωση οικ. έτους 2007, ενώ το ΣΔΟΕ απέστειλε το 2015 πληροφοριακό δελτίο με στοιχεία για την αγορά (τέλη 2005), τροποποιήσεις σύστασης, μεταπώληση το 2006 σε δύο συνεταιριστικές οργανώσεις και προγενέστερες συμφωνίες, τα οποία δεν προέκυπταν από τη δήλωση ή τη δήλωση ΦΜΑ. Επίσης, το διορθωτικό συμβόλαιο της 5.1.2016 συντάχθηκε μετά την κοινοποίηση του σημειώματος διαπιστώσεων και δεν συνοδεύθηκε από παραστατικά πληρωμής του αυξημένου τιμήματος. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία του ΣΔΟΕ συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία που δικαιολογούν δεκαετή παραγραφή για τη χρήση 2006 και επιτρέπουν αρχικό καταλογισμό. Περαιτέρω, η μεταγενέστερη διόρθωση του τιμήματος, χωρίς αποδείξεις πραγματικής καταβολής, δεν ανατρέπει το τεκμήριο κέρδους και δύναται να αγνοηθεί στον προσδιορισμό φόρου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (i) για τη χρήση 2006 συνέτρεχε η δεκαετής παραγραφή του άρθρου 84 § 4 ΚΦΕ, καθώς η φορολογική αρχή στηρίχθηκε σε συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν μετά την πενταετία, επιτρέποντας αρχικό καταλογισμό φόρου και πρόσθετου φόρου, (ii) το διορθωτικό συμβόλαιο που αύξησε εκ των υστέρων το τίμημα αγοράς, συνταχθέν μετά την έναρξη του ελέγχου, δεν συνοδεύθηκε από παραστατικά καταβολής και δεν απέδειξε αληθές τίμημα, άρα νομίμως δεν ελήφθη υπόψη κατά τον προσδιορισμό κέρδους από αγοραπωλησία ακινήτων, (iii) οι λοιποί λόγοι (περί non reformatio in pejus, αναδρομικότητας άρθρου 38 ΚΦΔ και προστασίας δικαιολογημένης εμπιστοσύνης) ήταν απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά το άρθρο 53 § 3 π.δ. 18/1989 και τις εφαρμοστέες διατάξεις του ΚΦΔ και ΚΔΔ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση.

ΣτΕ 1890/2018

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2018Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Για τη χρήση 2006, η φορολογική δήλωση περιείχε ανακρίβειες ως προς τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης και απόκτησης, καθώς και ως προς το ποσό μερισμάτων που δηλώθηκε ως μειωτικό της τεκμαρτής δαπάνης. Η αρμόδια υπηρεσία εξέδωσε πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος (οικονομικό έτος 2007) με αριθμό 702 στις 14.5.2015. Η ισχύουσα ρύθμιση προέβλεπε πενταετή παραγραφή από το τέλος του 2007 και δεκαετή όταν ο καταλογισμός βασίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία. Στις 22.12.2006 η παραγραφή δεν είχε αρχίσει και η αξίωση δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή. Το ποσό της διαφοράς ήταν άνω των 40.000 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 84 § 4 περ. β του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) προβλέπει δεκαετή παραγραφή για αρχικές ή συμπληρωματικές εγγραφές όταν ο καταλογισμός στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» του άρθρου 68 § 2, ενώ κατά το άρθρο 84 § 1 ισχύει κατά κανόνα πενταετία. Με το άρθρο 13 § 6 ν. 3522/2006 ορίστηκε ότι η δεκαετής παραγραφή ισχύει ανεξάρτητα από την έκδοση αρχικού φύλλου ελέγχου. Η προθεσμία υποβολής δήλωσης καθορίζεται στο άρθρο 62 ΚΦΕ και οι μεταβατικές ρυθμίσεις στο άρθρο 72 § 11 εδ. α του ν. 4174/2013. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι για τη χρήση 2006 ο φορολογούμενος απέκρυψε εισόδημα δηλώνοντας ανακριβώς τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης/απόκτησης και ποσά μερισμάτων ως μειωτικά. Εκδόθηκε πράξη διορθωτικού προσδιορισμού στις 14.5.2015 για το οικονομικό έτος 2007 από την αρμόδια υπηρεσία. Η πενταετία θα έληγε στις 31.12.2012 και η δεκαετία στις 31.12.2017. Κατά την 22.12.2006 η πενταετής παραγραφή δεν είχε καν αρχίσει. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη του 2015 εκδόθηκε εντός της δεκαετούς προθεσμίας του άρθρου 84 § 4 περ. β και δεν απαιτείτο προηγούμενο αρχικό φύλλο ελέγχου. Η ανακρίβεια της δήλωσης δικαιολογεί συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου κατά το άρθρο 68 § 2. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί περί παραγραφής και ανάγκης προέκδοσης αρχικού φύλλου ελέγχου δεν ευδοκούν.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι, για τη χρήση 2006, ο καταλογισμός φόρου και πρόσθετου φόρου μπορούσε νομίμως να γίνει εντός δεκαετίας κατ’ άρθρο 84 § 4 περ. β ΚΦΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 § 2, χωρίς να απαιτείται προηγούμενο αρχικό φύλλο ελέγχου βάσει του άρθρου 13 § 6 ν. 3522/2006. Η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού της 14.5.2015 εκδόθηκε πριν από την 31.12.2017. Η δήλωση εισοδήματος ήταν ανακριβής ως προς τεκμαρτές δαπάνες και μερίσματα, στοιχείο που θεμελιώνει συμπληρωματικό φύλλο. Επομένως, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί παραγραφής και μη συνδρομής προϋποθέσεων απορρίπτονται.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση.

ΣτΕ 1158/2025

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτών ήταν πολιτικός μηχανικός στην Ελλάδα κατά 16.12.1998-31.12.2002 και από 1.1.2003 υπέβαλε δηλώσεις ως κάτοικος εξωτερικού. Διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος από το Σ.Δ.Ο.Ε. μετά από άρση τραπεζικού απορρήτου (έγγραφα ΕΜΠ 1037/20.3.2008 και 3391/20.9.2010). Ο έλεγχος αφορούσε πρωτογενείς τραπεζικές καταθέσεις, μερίδες και λογαριασμούς αξιών σε χρηματιστηριακές εταιρείες ημεδαπής. Στοιχεία περιήλθαν στο Σ.Δ.Ο.Ε. τμηματικά εντός ετών 2008, 2010, 2012 και 2013. Κατόπιν πρόσκλησης (23.12.2013), αιτών υπέβαλε υπομνήματα (2013/24.4.2014 και 3167/14.7.2014). Διενεργήθηκε συμπληρωματικός έλεγχος με πρόσθετα στοιχεία από Τράπεζα Πειραιώς ως διάδοχο Τράπεζας Κύπρου (έγγραφα 3540/25.8.2014, 4755/4.11.2014, 5150/2.12.2014) για λογαριασμούς οικονομικών ετών 2005 και 2007. Εντοπίσθηκε απόκρυψη φορολογητέας ύλης από διαχείριση δικαιωμάτων αθλητών και αγοραπωλησίες τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Για οικονομικά έτη 2005 και 2007 αποκρυβέντα εισοδήματα ανήλθαν σε 378.040€ και 232.950,24€, εκ των οποίων 7.296€ και 4.187€ εντοπίσθηκαν από στοιχεία μέχρι 23.12.2013, ενώ τα υπόλοιπα (370.744€ και 228.763,24€) από στοιχεία συμπληρωματικού ελέγχου. Εκδόθηκαν πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού στις 12.8.2015 και επιδόθηκαν στις 13.8.2015.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 84 παρ. 1 και 4 του Κ.Φ.Ε. ορίζει πενταετή παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων από το τέλος του έτους λήξης της προθεσμίας υποβολής δήλωσης, με δεκαετή παρέκταση όταν η διαπίστωση ανακρίβειας στηρίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν μετά την πενταετία. Κατά τις αποφάσεις ΣτΕ 2934-2935/2017 και 172-173/2018, συμπληρωματικά στοιχεία είναι εκείνα που αποδεικνύουν κατ' αρχήν μη δηλωθέν εισόδημα και η φορολογική αρχή δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της εντός πενταετίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι κινήσεις και υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών ημεδαπής και οι διαπιστώσεις φορολογικού ελέγχου δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια των άρθρων 84 παρ. 4 περ. β΄ και 68 παρ. 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Ε. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι υπό την αντίθετη εκδοχή ο κανόνας πενταετούς παραγραφής δεν θα είχε πεδίο εφαρμογής και η δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο κανόνας, αντιβαίνοντας στην αρχή αναλογικότητας. Εφαρμόζοντας την παγία νομολογία του ΣτΕ, το δικαστήριο έκρινε ότι εν προκειμένω το δικαίωμο καταλογισμού είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που συμπληρώθηκε για το οικονομικό έτος 2005 στις 31.12.2010 και για το 2007 στις 31.12.2012, προ της επίδοσης των πράξεων (13.8.2015). Οι νομοθετικές παρατάσεις παραγραφής δεν εφαρμόστηκαν λόγω αντίθεσης στις αρχές ασφάλειας δικαίου και αναλογικότητας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο προβαλλόμενος λόγος κρίθηκε απαράδεκτος κατ' άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989. Το κύριο νομικό ζήτημα περί χαρακτηρισμού των κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών ημεδαπής ως συμπληρωματικών στοιχείων είχε ήδη επιλυθεί με τις αποφάσεις ΣτΕ 7μ. 2934-2935/2017 και 172-173/2018 πριν από την άσκηση της αιτήσεως (3.12.2018), στις οποίες το δικάσαν δικαστήριο παρέπεμψε υιοθετώντας τις κρίσεις τους. Οι ισχυρισμοί περί δειγματοληπτικού ελέγχου, ανάγκης εναύσματος για έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών και περί συμπληρωματικού χαρακτήρα των πορισμάτων ελέγχου αποτελούν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα που είχαν απορριφθεί εμμέσως πλην σαφώς από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του ΣτΕ και επαναλήφθηκαν σε μεταγενέστερη νομολογία (ΣτΕ 1237-1240/2024, 2472-2475/2022, 713/2021, 658/2020, 1348/2020). Οι ισχυρισμοί περί ελλιπών στοιχείων και συμπληρωματικού ελέγχου δεν στηρίζουν παραδεκτό αιτήσεως, καθώς η Διοίκηση είχε υποχρέωση επίκαιρης λήψης και επεξεργασίας των στοιχείων εντός πενταετίας στο πλαίσιο επιμελούς άσκησης ελεγκτικών αρμοδιοτήτων.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

ΣτΕ 281/2022

Φορολογικό Διοικητικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2022Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 96.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Επιχείρηση με αντικείμενο επεξεργασία και εμπόριο ξυλείας σχημάτισε το 2004 ειδικό αφορολόγητο αποθεματικό επενδύσεων και το εμφάνισε στην εμπρόθεσμη δήλωση οικονομικού έτους 2005. Κατά τον έλεγχο, για τη χρήση 2005 αναγνωρίστηκαν επενδυτικές δαπάνες κατώτερες του 1/3 του αποθεματικού, καθώς ποσό που καταχωρίστηκε ως προκαταβολές για εργασίες δεν στηρίχθηκε σε προβλεπόμενα παραστατικά. Η φορολογική αρχή έκρινε ότι δεν τηρήθηκε η προϋπόθεση της παρ. 3 του άρθρου 2 ν. 3220/2004 και προσέθεσε το αποθεματικό στα κέρδη της χρήσης 2004, εκδίδοντας οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου στις 16.10.2014 με πρόσθετο φόρο λόγω ανακρίβειας. Προηγήθηκε συμπληρωματική δήλωση στις 14.12.2007 κατ’ άρθρο 47 ν. 3614/2007, την οποία η διοίκηση δεν έλαβε υπόψη για την παρ. 8 του άρθρου 2 ν. 3220/2004.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 ΚΦΕ ισχύει πενταετής παραγραφή για κοινοποίηση φύλλου ελέγχου από το τέλος του έτους της προθεσμίας υποβολής δήλωσης, ενώ το άρθρο 84 § 5 ΚΦΕ θεσπίζει δεκαπενταετή μόνο σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης. Το άρθρο 2 § 8 ν. 3220/2004 προβλέπει υποχρέωση εκπρόθεσμης συμπληρωματικής δήλωσης όταν δεν καλύπτεται το 1/3 του αποθεματικού. Η ειδική ρύθμιση του άρθρου 169 § 1 ν. 4099/2012 αφορά αποκλειστικά την ανάκτηση μη συμβατών ενισχύσεων και δεν υποκαθιστά τους κανόνες παραγραφής για ελέγχους τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 2 ν. 3220/2004. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι σχηματίστηκε αποθεματικό το 2004 και στη χρήση 2005 δεν δαπανήθηκε το απαιτούμενο 1/3, καθώς μέρος των κονδυλίων χαρακτηρίστηκε ως προκαταβολές χωρίς νόμιμα παραστατικά. Η οριστική πράξη φόρου εκδόθηκε στις 16.10.2014. Η διοίκηση εφάρμοσε τη δεκαπενταετή παραγραφή, θεωρώντας ότι δεν είχε υποβληθεί η συμπληρωματική δήλωση της § 8 του άρθρου 2, και δεν αναγνώρισε τη δήλωση του άρθρου 47 ν. 3614/2007. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 84 ΚΦΕ και 2 § 8 ν. 3220/2004, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση για συμπληρωματική δήλωση εξομοιώνεται με εκπρόθεσμη και δεν ενεργοποιεί τη δεκαπενταετή του άρθρου 84 § 5. Η πενταετία άρχισε στο τέλος του 2006 και έληξε 31.12.2011· η πράξη του 2014 ήταν εκπρόθεσμη. Οι μεταγενέστερες παρατάσεις παραγραφής δεν καταλαμβάνουν την υπόθεση λόγω αρχής ασφάλειας δικαίου και άρθρου 78 Συντ., ενώ η ρύθμιση ανάκτησης ενισχύσεων δεν εφαρμόζεται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Έγινε δεκτή διότι η αξίωση του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου από τη μη κάλυψη του 1/3 του αποθεματικού υπαγόταν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 84 § 1 ΚΦΕ, η οποία έληξε 31.12.2011. Η δεκαπενταετής του άρθρου 84 § 5 δεν ίσχυε, καθώς δεν πρόκειται για περίπτωση μη υποβολής κύριας δήλωσης και η συμπληρωματική της § 8 του άρθρου 2 ν. 3220/2004 εξομοιώνεται με εκπρόθεσμη. Οι νομοθετικές παρατάσεις παραγραφής ήταν αντισυνταγματικές ως προς παλαιότερες χρήσεις και δεν μπορούσαν να στηρίξουν πράξη του 2014. Η ειδική διαδικασία ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων του άρθρου 169 § 1 ν. 4099/2012 δεν καταλάμβανε τον παρόντα έλεγχο τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 2 ν. 3220/2004.
Τελική Απόφαση
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί την 1785/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

124.000+ αποφάσεις · 24.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →