Απάντηση σε δευτερόλεπτα · Με παραπομπές στα ακριβή άρθρα του κώδικα
Ctrl+K
Άρθρο 1
1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta jure imperii). 2. Εξαιρούνται από την εφαρμογή του: α) η κατάσταση ή η ικανότητα δικαίου φυσικών προσώπων, περιουσιακά δικαιώματα που προκύπτουν από την έγγαμη σχέση ή από σχέση της οποίας τα αποτελέσματα εξομοιώνονται προς εκείνα του γάμου σύμφωνα με το εφαρμοστέο σε αυτήν δίκαιο· β) οι πτωχεύσεις, οι διαδικασίες λύσης και εκκαθάρισης αφερέγγυων επιχειρήσεων ή άλλων νομικών προσώπων, οι δικαστικοί συμβιβασμοί, οι πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες· γ) η κοινωνική ασφάλιση· δ) η διαιτησία· ε) οι υποχρεώσεις διατροφής που απορρέουν από οικογενειακές σχέσεις, σχέσεις συγγένειας εξ αίματος, γάμου ή αγχιστείας· στ) οι κληρονομικές σχέσεις, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων διατροφής που προκύπτουν λόγω θανάτου.
Άρθρο 2
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού: α) ως «απόφαση» νοείται κάθε απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο του κράτους μέλους, όποια και αν είναι η ονομασία της, π.χ. διάταξη, εντολή, απόφαση ή διαταγή εκτελέσεως, καθώς και κάθε απόφαση για τον προσδιορισμό των δικαστικών εξόδων από το γραμματέα του δικαστηρίου. Για τους σκοπούς του κεφαλαίου III, ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα, που διατάσσονται από δικαστήριο το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία επί της ουσίας της υπόθεσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Δεν περιλαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται από τέτοιο δικαστήριο χωρίς κλήτευση του εναγομένου εκτός εάν η απόφαση που προβλέπει το μέτρο έχει επιδοθεί στον εναγόμενο πριν από την εκτέλεσή τους· β) ως «δικαστικός συμβιβασμός» νοείται ο συμβιβασμός που έχει εγκριθεί από δικαστήριο κράτους μέλους ή έχει συναφθεί στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους· γ) ως «δημόσιο έγγραφο» νοείται το έγγραφο που έχει συνταχθεί ή καταχωρισθεί επισήμως ως δημόσιο έγγραφο στο κράτος μέλος προέλευσης και του οποίου η γνησιότητα: i) συνδέεται με την υπογραφή και το περιεχόμενο του δημόσιου εγγράφου και ii) έχει πιστοποιηθεί από δημόσια αρχή ή οποιαδήποτε άλλη εξουσιοδοτημένη προς τούτο αρχή· δ) ως «κράτος μέλος προέλευσης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο, ανάλογα με την περίπτωση, εκδόθηκε η απόφαση, εγκρίθηκε ή συνήφθη ο δικαστικός συμβιβασμός ή καταρτίσθηκε επίσημα ή καταχωρήθηκε το δημόσιο έγγραφο· ε) ως «κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης» νοείται το κράτος μέλος όπου γίνεται επίκληση της αναγνώρισης της απόφασης, ή ζητείται η εκτέλεση της απόφασης, του δικαστικού συμβιβασμού ή του δημοσίου εγγράφου· στ) ως «δικαστήριο προέλευσης» νοείται το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση η αναγνώριση της οποίας αποτελεί αντικείμενο επίκλησης ή, η εκτέλεση της οποίας επιδιώκεται.
Άρθρο 3
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ο όρος «δικαστήριο» περιλαμβάνει τις ακόλουθες αρχές στο μέτρο που είναι αρμόδιες για ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού: α) στην Ουγγαρία, στις συνοπτικές διαδικασίες διαταγών πληρωμής (fizetési meghagyásos eljárás), τον συμβολαιογράφο (közjegyző)· β) στη Σουηδία, στις συνοπτικές διαδικασίες διαταγών πληρωμής (betalningsföreläggande) και αρωγής (handräckning), την Αρχή αναγκαστικής είσπραξης (Κronofogdemyndigheten).
Άρθρο 4
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους. 2. Τα πρόσωπα που δεν έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν, υπάγονται, στο κράτος αυτό, στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που ισχύουν για τους ημεδαπούς.
Άρθρο 5
1. Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου. 2. Ειδικότερα, δεν εφαρμόζονται σε βάρος των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι εθνικοί κανόνες περί δικαιοδοσίας που κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφος 1 στοιχείο α).
Άρθρο 6
1. Αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παράγραφος 1, του άρθρου 21 παράγραφος 2, και των άρθρων 24 και 25. 2. Κατά του εναγομένου αυτού, κάθε πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του, μπορεί να επικαλεσθεί στο κράτος μέλος αυτό, όπως και οι ημεδαποί, τους εκεί ισχύοντες κανόνες δικαιοδοσίας, και ιδίως εκείνους που κοινοποιήθηκαν από το κράτος μέλος στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 76 παράγραφος 1 στοιχείο α).
Άρθρο 7
Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1) α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: — εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, — εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών· γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β)· 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός· 3) σε περιπτώσεις αγωγής αποζημίωσης ή αγωγής αποκατάστασης της προτέρας κατάστασης που θεμελιώνεται σε αξιόποινη πράξη, ενώπιον του δικαστηρίου όπου ασκείται η ποινική δίωξη, κατά το μέτρο που σύμφωνα με το δίκαιό του το δικαστήριο αυτό μπορεί να επιληφθεί της πολιτικής αγωγής· 4) σε περιπτώσεις αστικής αγωγής για την ανάκτηση, βάσει δικαιώματος κυριότητας, πολιτιστικού αγαθού, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 σημείο 1 της οδηγίας 93/7/ΕΟΚ, που ασκείται από πρόσωπο που διεκδικεί το δικαίωμα ανάκτησης ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου ευρίσκεται το πολιτιστικό αγαθό κατά τη στιγμή της άσκησης της αγωγής· 5) ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης, ενώπιον του δικαστηρίου της τοποθεσίας τους· 6) για διαφορές κατά ιδρυτή, trustee ή δικαιούχου ενός trust που έχει συσταθεί είτε δυνάμει νόμου, είτε γραπτά ή προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου το trust έχει την έδρα του· 7) σε διαφορές σχετικές με πληρωμή της αμοιβής που απαιτείται για την αρωγή ή τη διάσωση φορτίου ή ναύλου, ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου το εν λόγω φορτίο ή ο αντίστοιχος ναύλος: α) έχει κατασχεθεί για να εξασφαλισθεί η πληρωμή αυτή· ή β) θα μπορούσε να είχε κατασχεθεί για το σκοπό αυτό, αλλά παρασχέθηκε εγγύηση ή άλλου είδους ασφάλεια· η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται μόνον εφόσον προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος έχει δικαίωμα επί του φορτίου ή του ναύλου, ή ότι είχε τέτοιο δικαίωμα κατά το χρόνο της εν λόγω αρωγής ή διάσωσης.
Άρθρο 8
Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: 1) εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους· 2) αν πρόκειται για προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή ή άλλη προσεπίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της κύριας δίκης, εκτός αν μόνος σκοπός της ήταν να απομακρύνει τον εγγυητή ή τον προσεπικαλούμενο από το δικαστήριο που θα είχε διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωσή τους· 3) αν πρόκειται για ανταγωγή που απορρέει από την ίδια σύμβαση ή τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή, ενώπιον του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η αγωγή αυτή· 4) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, εάν η αγωγή μπορεί να συνδυασθεί με αγωγή κατά του ιδίου εναγομένου σε διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.
Άρθρο 9
Όταν, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, δικαστήριο κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία για να κρίνει αγωγές αστικής ευθύνης που απορρέουν από χρησιμοποίηση ή εκμετάλλευση πλοίου, το δικαστήριο αυτό ή κάθε άλλο που το υποκαθιστά, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, εκδικάζει και τα αιτήματα σχετικά με τον περιορισμό αυτής της ευθύνης.
Άρθρο 10
Σε υποθέσεις ασφαλίσεων η διεθνής δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το παρόν τμήμα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6 και του άρθρου 7 σημείο 5.
Άρθρο 11
1. Ένας ασφαλιστής ο οποίος έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί: α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του· β) σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον την αγωγή έχει ασκήσει ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος ή δικαιούχος, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του ενάγοντος· ή γ) αν πρόκειται για συνασφαλιστή, ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο έχει εναχθεί ο κύριος ασφαλιστής. 2. Όταν ο ασφαλιστής δεν έχει κατοικία στο έδαφος κράτους μέλους, αλλά διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση σε κράτος μέλος, θεωρείται, για διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευσή τους, ότι έχει την κατοικία του στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους.
Άρθρο 12
Ο ασφαλιστής μπορεί επιπλέον να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, αν πρόκειται για ασφάλιση αστικής ευθύνης ή για ασφάλιση ακινήτων. Το ίδιο ισχύει αν η ασφάλιση αφορά από κοινού ακίνητα και κινητά που καλύπτονται από το ίδιο ασφαλιστήριο και η προσβολή τους οφείλεται στην ίδια αιτία.
Άρθρο 13
1. Σε υποθέσεις ασφάλισης αστικής ευθύνης, ο ασφαλιστής μπορεί επίσης να προσεπικληθεί ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλισμένου, αν το δίκαιο του δικαστηρίου το επιτρέπει. 2. Οι διατάξεις των άρθρων 10, 11 και 12 εφαρμόζονται σε περίπτωση ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, εφόσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται. 3. Αν το δίκαιο που διέπει την ευθεία αγωγή προβλέπει την προσεπίκληση του αντισυμβαλλομένου του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, το ίδιο δικαστήριο έχει δικαιοδοσία και ως προς αυτούς.
Άρθρο 14
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 13 παράγραφος 3, η αγωγή του ασφαλιστή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, ανεξάρτητα αν είναι ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος ή δικαιούχος. 2. Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος δεν θίγουν το δικαίωμα άσκησης ανταγωγής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, η κύρια αγωγή.
Άρθρο 15
Παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος είναι δυνατή μόνο με συμφωνία: 1) μεταγενέστερη της γένεσης της διαφοράς· 2) που επιτρέπει στον αντισυμβαλλόμενο, τον ασφαλισμένο ή σε δικαιούχο να προσφύγει και σε άλλα δικαστήρια εκτός από τα προβλεπόμενα στο παρόν τμήμα· 3) που έχει συναφθεί μεταξύ ασφαλιστή και αντισυμβαλλομένου με κατοικία ή συνήθη διαμονή, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, στο ίδιο κράτος μέλος, και έχει ως αποτέλεσμα την ανάθεση διεθνούς δικαιοδοσίας στα δικαστήρια αυτού του κράτους μέλους, ακόμα και αν το ζημιογόνο γεγονός συμβεί στην αλλοδαπή, εκτός αν το δίκαιό του απαγορεύει τέτοια συμφωνία· 4) έχει συναφθεί με αντισυμβαλλόμενο που δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, εκτός αν πρόκειται για υποχρεωτική ασφάλιση ή για ασφάλιση ακινήτου που βρίσκεται σε κράτος μέλος· ή 5) αφορά ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον αυτή καλύπτει έναν ή περισσότερους κινδύνους από τους αναφερόμενους στο άρθρο 16.
Άρθρο 16
Οι αναφερόμενοι κίνδυνοι στο άρθρο 15 σημείο 5 είναι οι ακόλουθοι: 1) κάθε απώλεια ή ζημία σε: α) πλοία, εγκαταστάσεις ανοικτά των ακτών και στην ανοικτή θάλασσα ή αεροσκάφη, η οποία συνδέεται με τη χρησιμοποίησή τους για εμπορικούς σκοπούς· β) εμπορεύματα, εκτός από τις αποσκευές επιβατών, κατά τη διάρκεια μεταφοράς που πραγματοποιείται με αυτά τα πλοία ή αεροσκάφη, είτε ολικά είτε σε συνδυασμό με άλλα μεταφορικά μέσα· 2) κάθε είδος ευθύνης, εκτός από την ευθύνη για σωματικές βλάβες των επιβατών ή για απώλεια ή ζημία των αποσκευών τους: α) από τη χρησιμοποίηση ή εκμετάλλευση πλοίων, εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών, σύμφωνα με το σημείο 1 στοιχείο α) ανωτέρω, στο μέτρο που, όσον αφορά τα τελευταία, το δίκαιο του κράτους μέλους εγγραφής του αεροσκάφους δεν απαγορεύει τις συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας ως προς την ασφάλιση των κινδύνων αυτών· β) για ζημίες που προκαλούνται από εμπορεύματα κατά τη διάρκεια μεταφοράς υπό την έννοια του σημείου 1 στοιχείο β) ανωτέρω· 3) κάθε χρηματική ζημία συνδεόμενη με τη χρησιμοποίηση ή εκμετάλλευση πλοίων, εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών, σύμφωνα με το σημείο 1 στοιχείο α) ανωτέρω, ιδίως ζημία σχετική με το ναύλο ή τη ναύλωση· 4) κάθε άλλος κίνδυνος που συνδέεται προς έναν από τους αναφερόμενους στα σημεία 1 έως 3· 5) υπό την επιφύλαξη των προαναφερόμενων σημείων 1 έως 4, όλοι οι «μεγάλοι κίνδυνοι» όπως ορίζονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ) (1).
Άρθρο 17
1. Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος με την επιφύλαξη του άρθρου 6 και του άρθρου 7 σημείο 5: α) όταν πρόκειται για σύμβαση πώλησης αγαθών με τμηματική καταβολή του τιμήματος· β) όταν πρόκειται για σύμβαση δανείου με σταδιακή εξόφληση ή παροχής πίστωσης με άλλη μορφή για τη χρηματοδότηση της αγοράς αγαθών· ή γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση έχει συναφθεί με πρόσωπο το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή κατευθύνει με οποιοδήποτε τρόπο τέτοιου είδους δραστηριότητες σε αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους, και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων. 2. Όταν ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος αλλά έχει υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση σε κράτος μέλος, θεωρείται, ως προς τις διαφορές τις σχετικές με την εκμετάλλευσή τους, ότι έχει την κατοικία του στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους. 3. Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μεταφοράς, πλην των συμβάσεων στο συνολικό τίμημα των οποίων περιλαμβάνεται ο συνδυασμός δαπανών ταξιδίου και καταλύματος.
Άρθρο 18
1. Αγωγή του καταναλωτή κατά του αντισυμβαλλομένου ασκείται είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο αντισυμβαλλόμενος είτε, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία του αντισυμβαλλομένου, ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του καταναλωτή. 2. Αγωγή του αντισυμβαλλομένου κατά του καταναλωτή ασκείται μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής. 3. Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα άσκησης ανταγωγής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, η κύρια αγωγή.
Άρθρο 19
Παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος είναι δυνατή μόνο με συμφωνία: 1) μεταγενέστερη της γένεσης της διαφοράς· ή 2) που επιτρέπει στον καταναλωτή να προσφύγει και σε άλλα δικαστήρια εκτός από αυτά που προβλέπονται στο παρόν τμήμα· ή 3) που έχει συναφθεί μεταξύ καταναλωτή και αντισυμβαλλομένου με κατοικία ή συνήθη διαμονή, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, στο ίδιο κράτος μέλος και απονέμει διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια αυτού του κράτους μέλους, εκτός αν το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους απαγορεύει τέτοια συμφωνία.
Άρθρο 20
1. Ως προς διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη του άρθρου 6, του άρθρου 7 σημείο 5 και, όταν η διαδικασία κινείται κατά εργοδότη, του άρθρου 8 σημείο 1. 2. Όταν εργαζόμενος συνάπτει ατομική σύμβαση εργασίας με εργοδότη ο οποίος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, αλλά διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση σε κράτος μέλος, τότε ο εργοδότης θεωρείται ότι για διαφορές σχετικές με τις εργασίες του υποκαταστήματος, πρακτορείου ή άλλης εγκατάστασης έχει την κατοικία του σ’ αυτό το κράτος μέλος
Άρθρο 21
1. Εργοδότης που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί: α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του· ή β) σε άλλο κράτος μέλος: i) ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο ή από τον οποίο ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του ή των δικαστηρίων του τελευταίου τόπου στον οποίο ή από τον οποίο συνήθως εκτελούσε την εργασία του· ή ii) εάν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί ή δεν εκτελούσε συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντοτε χώρα, ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε. 2. Ο εργοδότης ο οποίος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β).
Άρθρο 22
1. Ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος δεν θίγουν το δικαίωμα άσκησης ανταγωγής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, η κύρια αγωγή.
Άρθρο 23
Παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος είναι δυνατή μόνο με συμφωνία που: 1) είναι μεταγενέστερη της γένεσης της διαφοράς· ή 2) επιτρέπει στον εργαζόμενο να προσφύγει σε άλλα δικαστήρια εκτός από τα προβλεπόμενα στο παρόν τμήμα.
Άρθρο 24
Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων: 1) σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Πάντως, σε υποθέσεις μισθώσεων ακινήτων που συνάπτονται για προσωρινή ιδιωτική χρήση μέγιστης διάρκειας έξι συνεχών μηνών, έχουν επίσης διεθνή δικαιοδοσία τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, εφόσον ο μισθωτής είναι φυσικό πρόσωπο και ο ιδιοκτήτης και ο μισθωτής έχουν την κατοικία τους στο ίδιο κράτος μέλος· 2) σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο το κύρος της σύστασης, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή το κύρος αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. Προκειμένου να καθορισθεί η έδρα, το δικαστήριο εφαρμόζει τους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες του· 3) σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο το κύρος καταχωρίσεων σε δημόσια βιβλία, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου τηρούνται τα βιβλία αυτά· 4) σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο την καταχώριση ή το κύρος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων ή άλλων ανάλογων δικαιωμάτων τα οποία επιδέχονται κατάθεση ή καταχώριση, ανεξαρτήτως εάν το ζήτημα τίθεται στο πλαίσιο ασκήσεως αγωγής ή προβολής ένστασης, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ζητήθηκε, πραγματοποιήθηκε, ή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε η κατάθεση ή η καταχώριση σύμφωνα με πράξη της Ένωσης ή με διεθνή σύμβαση. Με την επιφύλαξη της δικαιοδοσίας του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, σύμφωνα με τη σύμβαση χορηγήσεως ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, που υπογράφηκε στο Μόναχο στις 5 Οκτωβρίου 1973, τα δικαστήρια κάθε κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σε υποθέσεις που αφορούν την καταχώριση ή το κύρος οποιουδήποτε ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που χορηγείται για το εν λόγω κράτος μέλος· 5) σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης της απόφασης.
Άρθρο 25
1. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας καταρτίζεται: α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση· β) είτε υπό μορφή ανταποκρινόμενη στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις· ή γ) είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό μορφή ανταποκρινόμενη στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ’ αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις του είδους για το οποίο πρόκειται στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα. 2. Κάθε διαβίβαση διά της ηλεκτρονικής οδού που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας λογίζεται ότι έχει καταρτισθεί «γραπτά». 3. Το δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους στα οποία απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός trust έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προςαγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός trust, αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το trust. 4. Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας, καθώς και οι ανάλογες ρήτρες της συστατικής πράξεως του trust δεν παράγουν αποτελέσματα, αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 15, 19 ή 23 ή αν τα δικαστήρια τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24. 5. Συμφωνία καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας που αποτελεί στοιχείο σύμβασης λογίζεται ως συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς όρους της σύμβασης. Η εγκυρότητα μιας συμφωνίας καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας δεν επιδέχεται προσβολής εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση δεν είναι έγκυρη.
Άρθρο 26
1. Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24. 2. Σε υποθέσεις που αναφέρονται στα τμήματα 3, 4 ή 5, όταν εναγόμενος είναι ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος, ένας δικαιούχος της ασφαλιστικής σύμβασης, ο ζημιωθείς, ο καταναλωτής ή ο εργαζόμενος, το δικαστήριο προτού κηρύξει εαυτό αρμόδιο βάσει της παραγράφου 1, εξασφαλίζει ότι ο εναγόμενος ενημερώθηκε για το δικαίωμά του να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου και για τις συνέπειες της εμφάνισης ή της μη εμφάνισής του στο δικαστήριο.
Άρθρο 27
Όταν δικαστήριο κράτους μέλους καλείται να κρίνει, ως κύριο ζήτημα, διαφορά επί της οποίας τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24, διαπιστώνει αυτεπάγγελτα ότι δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία.
Άρθρο 28
1. Όταν ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και δεν εμφανισθεί, το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, εκτός εάν η δικαιοδοσία του απορρέει από τον παρόντα κανονισμό. 2. Το δικαστήριο αναστέλλει τη διαδικασία εφόσον δεν διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο εντός της αναγκαίας για την άμυνά του προθεσμίας ή ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια για το σκοπό αυτό. 3. Το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) (1) εφαρμόζεται αντί της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, εάν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο έπρεπε να διαβιβασθεί από το ένα κράτος μέλος στο άλλο δυνάμει του εν λόγω κανονισμού. 4. Εφόσον δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007, εφαρμόζεται το άρθρο 15 της σύμβασης της Χάγης, της 15ης Νοεμβρίου 1965, σχετικά με την επίδοση και την κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, εάν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο έπρεπε να διαβιβασθεί στην αλλοδαπή δυνάμει της συμβάσεως αυτής.
Άρθρο 29
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 31 παράγραφος 2, αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός του πρώτου επιληφθέντος αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου. 2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, κατόπιν αιτήσεως δικαστηρίου που επελήφθη της διαφοράς, οιοδήποτε άλλο επιληφθέν δικαστήριο ενημερώνει αμελλητί το εν λόγω δικαστήριο σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε η διαφορά σύμφωνα με το άρθρο 32. 3. Εφόσον διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε άλλο δικαστήριο κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο υπέρ εκείνου.
Άρθρο 30
1. Όταν συναφείς αγωγές εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός του πρώτου επιληφθέντος μπορεί να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία. 2. Όταν οι αγωγές αυτές εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ενώπιον του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε άλλο δικαστήριο δύναται επίσης, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το πρώτο δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία και για τις δύο αγωγές και ότι το δίκαιό του επιτρέπει την ένωση συναφών υποθέσεων. 3. Είναι συναφείς, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων αν τυχόν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά.
Άρθρο 31
1. Όταν για μια αγωγή έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία περισσότερα δικαστήρια, η διαπίστωση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας γίνεται υπέρ του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου. 2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 26, όταν επιλαμβάνεται υπόθεσης δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει συμφωνίας αναφερόμενης στο άρθρο 25, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους αναστέλλει τη διαδικασία έως ότου το δικαστήριο το οποίο επελήφθη βάσει της συμφωνίας κηρύξει εαυτό αναρμόδιο. 3. Όταν το δικαστήριο που ορίζεται στη συμφωνία διαπιστώσει ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία βάσει της συμφωνίας, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο υπέρ του εν λόγω δικαστηρίου. 4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται σε ζητήματα που αναφέρονται στα τμήματα 3, 4 ή 5, όταν ενάγων είναι ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος, ένας δικαιούχος της ασφαλιστικής σύμβασης, ο ζημιωθείς, ο καταναλωτής ή ο εργαζόμενος και η συμφωνία δεν είναι έγκυρη βάσει διατάξεως περιλαμβανομένης στα τμήματα αυτά.
Άρθρο 32
1. Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν: α) από την κατάθεση στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο· ή β) εάν το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, μόλις παραληφθεί από την αρμόδια για την κοινοποίηση ή την επίδοση αρχή, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο. Η αρμόδια για την επίδοση ή την κοινοποίηση αρχή που αναφέρεται στο στοιχείο β) είναι η πρώτη η οποία παραλαμβάνει τα προς επίδοση ή κοινοποίηση έγγραφα. 2. Τα δικαστήρια ή οι αρμόδιες για την επίδοση ή την κοινοποίηση αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σημειώνουν αντιστοίχως την ημερομηνία κατάθεσης του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου ή του ισοδύναμου εγγράφου ή την ημερομηνία παραλαβής των προς επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων.
Άρθρο 33
1. Όταν η διεθνής δικαιοδοσία έχει βασισθεί στο άρθρο 4 ή στα άρθρα 7, 8 ή 9 ενώ εκκρεμεί διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου τρίτου κράτους κατά το χρόνο κατά τον οποίο δικαστήριο κράτους μέλους επιλαμβάνεται προσφυγής με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία και μεταξύ των ιδίων διαδίκων όπως και η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του τρίτου κράτους, το δικαστήριο του κράτους μέλους μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία εφόσον: α) εκτιμάται ότι το δικαστήριο του τρίτου κράτους θα εκδώσει απόφαση επιδεκτική αναγνώρισης και, αναλόγως της περιπτώσεως, εκτέλεσης στο εν λόγω κράτος μέλος και β) το δικαστήριο του κράτους μέλους έχει πεισθεί ότι μια αναστολή είναι επιβεβλημένη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. 2. Το δικαστήριο του κράτους μέλους μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή εφόσον: α) η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του τρίτου κράτους έχει η ίδια ανασταλεί ή διακοπεί· ή β) το δικαστήριο του κράτους μέλους συνάγει ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του τρίτου κράτους είναι απίθανο να ολοκληρωθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος· ή γ) η συνέχιση της διαδικασίας είναι επιβεβλημένη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. 3. Το δικαστήριο του κράτους μέλους περατώνει τη διαδικασία εφόσον η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου στο τρίτο κράτος ολοκληρωθεί και οδηγήσει στην έκδοση απόφασης επιδεκτικής αναγνώρισης και, κατά περίπτωση, εκτέλεσης στο ανωτέρω κράτος μέλος. 4. Το δικαστήριο του κράτους μέλους εφαρμόζει το παρόν άρθρο αιτήσει διαδίκου ή, όταν αυτό είναι εφικτό βάσει του εθνικού δικαίου, αυτεπαγγέλτως.
Άρθρο 34
1. Όταν η διεθνής δικαιοδοσία έχει βασισθεί στο άρθρο 4 ή στα άρθρα 7, 8 ή 9 ενώ εκκρεμεί διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου τρίτου κράτους κατά το χρόνο κατά τον οποίο δικαστήριο κράτους μέλους έχει επιληφθεί προσφυγής συναφούς με την προσφυγή που εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου στο τρίτο κράτος, το δικαστήριο του κράτους μέλους δύναται να αναστείλει τη διαδικασία, εφόσον: α) ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως οι συναφείς προσφυγές, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους· β) εκτιμάται ότι το δικαστήριο του τρίτου κράτους θα εκδώσει απόφαση επιδεκτική αναγνώρισης, και κατά περίπτωση, εκτέλεσης στο εν λόγω κράτος μέλος και γ) το δικαστήριο του κράτους μέλους έχει πεισθεί ότι η αναστολή είναι απαραίτητη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. 2. Το δικαστήριο του κράτους μέλους μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία ανά πάσα στιγμή, εφόσον: α) το δικαστήριο του κράτους μέλους εκτιμά ότι δεν υφίσταται πλέον κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων· β) η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του τρίτου κράτους έχει η ίδια ανασταλεί ή διακοπεί· ή γ) το δικαστήριο του κράτους μέλους συνάγει ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του τρίτου κράτους είναι απίθανο να ολοκληρωθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος· ή δ) η συνέχιση της διαδικασίας είναι επιβεβλημένη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. 3. Το δικαστήριο του κράτους μέλους δύναται να περατώσει τη διαδικασία σε περίπτωση που η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του τρίτου κράτους ολοκληρωθεί και οδηγήσει στην έκδοση απόφασης επιδεκτικής αναγνώρισης και, ανάλογα με την περίπτωση, εκτέλεσης στο ανωτέρω κράτος μέλος. 4. Το δικαστήριο του κράτους μέλους εφαρμόζει το παρόν άρθρο αιτήσει διαδίκου ή, όταν αυτό είναι εφικτό βάσει του εθνικού δικαίου, αυτεπαγγέλτως.
Άρθρο 35
Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους αυτού, έστω και εάν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης.
Άρθρο 36
1. Απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία. 2. Κάθε ενδιαφερόμενος δύναται, σύμφωνα με τη διαδικασία του τμήματος 3 υποτμήμα 2, να ζητήσει την έκδοση απόφασης που να ορίζει ότι δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 45 λόγοι άρνησης αναγνώρισης. 3. Αν η έκβαση δικαστικής διαδικασίας σε κράτος μέλος εξαρτάται από την κρίση επί παρεμπίπτοντος ζητήματος που αφορά άρνηση αναγνώρισης, το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί του θέματος αυτού.
Άρθρο 37
1. Ένας διάδικος που επιθυμεί να επικαλεστεί σε κράτος μέλος απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος προσκομίζει: α) αντίγραφο της απόφασης το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας και β) τη βεβαίωση που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 53. 2. Το δικαστήριο ή η αρχή ενώπιον της οποίας γίνεται επίκληση της απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δύναται, εάν το κρίνει απαραίτητο, να απαιτήσει από το διάδικο ο οποίος την επικαλείται να προσκομίσει, σύμφωνα με το άρθρο 57, μετάφραση ή μεταγραμματισμό του περιεχομένου της βεβαίωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β). Το δικαστήριο ή η αρχή δύναται να απαιτήσει από το διάδικο τη μετάφραση αυτή αντί της μετάφρασης του περιεχομένου της βεβαίωσης εάν δεν μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία χωρίς μετάφραση.
Άρθρο 38
Το δικαστήριο ή άλλη αρχή ενώπιον της οποίας γίνεται επίκληση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δύναται να αναστείλει τη διαδικασία, εν όλω ή εν μέρει: α) εάν η απόφαση έχει προσβληθεί στο κράτος μέλος προέλευσης· ή β) εάν έχει υποβληθεί αίτηση για την έκδοση απόφασης που να διαπιστώνει ότι δεν συντρέχουν προβλεπόμενοι στο άρθρο 45 λόγοι άρνησης αναγνώρισης ή απόφασης που να ορίζει ότι η αναγνώριση πρέπει να απορριφθεί βάσει ενός εξ αυτών των λόγων.
Άρθρο 39
Απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος και είναι εκτελεστή σε αυτό το κράτος μέλος είναι ομοίως εκτελεστή στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας.
Άρθρο 40
Κάθε εκτελεστή απόφαση παρέχει αυτοδικαίως την εξουσία λήψης οποιουδήποτε συντηρητικού μέτρου το οποίο προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης.
Άρθρο 41
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος τμήματος, η διαδικασία που εφαρμόζεται για την εκτέλεση αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης. Κάθε απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος και είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης εκτελείται σε αυτό υπό τους ίδιους όρους οι οποίοι ισχύουν και για την εκτέλεση των αποφάσεων που εκδίδονται στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης. 2. Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, οι λόγοι άρνησης ή αναστολής της εκτέλεσης με βάση το δίκαιο του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης ισχύουν, εφόσον δεν είναι ασύμβατοι προς τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 45. 3. Ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν υποχρεούται να έχει ταχυδρομική διεύθυνση στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης. Ούτε οφείλει αυτός ο διάδικος να έχει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης εκτός αν είναι υποχρεωτικό να έχει αντιπρόσωπο ανεξαρτήτως από την εθνικότητα ή την κατοικία των διαδίκων.
Άρθρο 42
1. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε ένα κράτος μέλος απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, ο αιτών υποβάλλει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή τα εξής: α) αντίγραφο της απόφασης το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας και β) τη βεβαίωση που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 53 η οποία πιστοποιεί ότι η απόφαση είναι εκτελεστή και περιέχει απόσπασμα της απόφασης καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε συναφή πληροφορία σχετικά με τα καταβλητέα δικαστικά έξοδα και τον υπολογισμό των τόκων. 2. Προκειμένου να εκτελεστεί σε κράτος μέλος απόφαση η οποία εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος και με την οποία διατάσσεται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών υποβάλλει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή τα εξής: α) αντίγραφο της απόφασης το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· β) τη βεβαίωση που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 53 η οποία περιέχει περιγραφή του μέτρου και πιστοποιεί: i) ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο να κρίνει την ουσία της υπόθεσης· ii) ότι η απόφαση είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος προέλευσης και γ) αν το μέτρο έχει διαταχθεί χωρίς κλήτευση του εναγόμενου να εμφανισθεί στο δικαστήριο, αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης. 3. Η αρμόδια αρχή εκτέλεσης δύναται, αν το κρίνει αναγκαίο, να ζητήσει από τον αιτούντα να προσκομίσει σύμφωνα με το άρθρο 57, μετάφραση ή μεταγραμματισμό του περιεχομένου της βεβαίωσης. 4. Η αρμόδια αρχή εκτέλεσης μπορεί να απαιτήσει από τον αιτούντα να προσκομίσει μετάφραση της απόφασης μόνον εφόσον δεν δύναται να συνεχίσει τη διαδικασία χωρίς μετάφραση.
Άρθρο 43
1. Εάν ζητείται η εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, η βεβαίωση που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 53 επιδίδεται και κοινοποιείται στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση πριν από το πρώτο μέτρο της εκτέλεσης. Η βεβαίωση συνοδεύεται από την απόφαση, εφόσον αυτή δεν επιδόθηκε και κοινοποιήθηκε ακόμα σε αυτό το πρόσωπο. 2. Όταν το άτομο κατά του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση της απόφασης κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό του κράτους μέλους προέλευσης, μπορεί να ζητήσει μετάφραση του κειμένου της απόφασης προκειμένου να αμφισβητήσει την εκτέλεση της απόφασης εφόσον η απόφαση δεν είναι διατυπωμένη ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε μία από τις εξής γλώσσες: α) γλώσσα που κατανοεί· ή β) την επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους κατοικίας ή, εάν αυτό το κράτος έχει περισσότερες επίσημες γλώσσες, στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου κατοικίας του. Στη περίπτωση που η μετάφραση του κειμένου της απόφασης ζητείται δυνάμει της πρώτης υποπαραγράφου, δεν μπορούν να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εκτός από ασφαλιστικά μέτρα έως ότου η μετάφραση επιδοθεί στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση. Η παράγραφος αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η απόφαση έχει ήδη επιδοθεί και κοινοποιηθεί στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση σε μία από τις γλώσσες που αναφέρονται στην πρώτη υποπαράγραφο ή συνοδεύεται από μετάφραση σε μία από αυτές τις γλώσσες. 3. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην εκτέλεση ασφαλιστικών μέτρων που περιλαμβάνονται σε απόφαση ή όταν ο επιδιώκων την εκτέλεση λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 40.
Άρθρο 44
1. Σε περίπτωση που υποβληθεί αίτηση άρνησης εκτέλεσης απόφασης σύμφωνα με το υποτμήμα 2 του τμήματος 3, το δικαστήριο στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης δύναται, κατόπιν αιτήσεως του προσώπου κατά του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση: α) να περιορίσει τη διαδικασία εκτέλεσης στη λήψη συντηρητικών μέτρων· β) να εξαρτήσει την εκτέλεση από τον όρο της παροχής εγγύησης, την οποία προσδιορίζει το ίδιο· ή γ) να αναστείλει, εν όλω ή εν μέρει, τη διαδικασία εκτέλεσης. 2. Η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος, κατόπιν αιτήσεως του προσώπου κατά του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση, αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης, εφόσον η εκτελεστότητα της απόφασης έχει ανασταλεί στο κράτος μέλος προέλευσης.
Άρθρο 45
1. Με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, η αναγνώριση μιας απόφασης απορρίπτεται: α) αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης· β) εάν η απόφαση εκδόθηκε ερήμην, εάν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν κοινοποιήθηκε ή δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο εγκαίρως και κατά τρόπο που να του επιτρέψει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, εκτός αν ο εναγόμενος δεν προσέβαλε την απόφαση, ενώ είχε σχετικό δικαίωμα· γ) εάν η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης· δ) εάν η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με προγενέστερη απόφαση που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος μεταξύ των ιδίων διαδίκων επί διαφοράς που είχε το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, εφόσον η προγενέστερη απόφαση πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης· ε) εάν η απόφαση έρχεται σε σύγκρουση με: i) το κεφάλαιο II τμήματα 3, 4 ή 5 όπου ο εναγόμενος ήταν ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος, ένας δικαιούχος της ασφαλιστικής σύμβασης, ο ζημιωθείς, ο καταναλωτής ή ο εργαζόμενος· ή ii) το κεφάλαιο II τμήμα 6. 2. Κατά τον έλεγχο των λόγων δικαιοδοσίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), το δικαστήριο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης έχει θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του. 3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 στοιχείο ε), δεν ερευνάται η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προέλευσης. Το κριτήριο της δημόσιας τάξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δεν αφορά τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας 4. Η αίτηση άρνησης αναγνώρισης υποβάλλεται σύμφωνα με τις διαδικασίες του υποτμήματος 2 και, κατά περίπτωση, του τμήματος 4. Υποτμήμα 2 Άρνηση εκτέλεσης
Άρθρο 46
Η εκτέλεση απόφασης απορρίπτεται κατόπιν αιτήσεως του καθ’ ου ζητείται η εκτέλεση όταν συντρέχει ένας εκ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 45.
Άρθρο 47
1. Η αίτηση άρνησης της εκτέλεσης υποβάλλεται στο δικαστήριο που κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 75 στοιχείο α) ως δικαστήριο στο οποίο πρέπει να υποβληθεί η αίτηση. 2. Η διαδικασία άρνησης της εκτέλεσης, εφόσον δεν καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό, διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. 3. Ο αιτών προσκομίζει στο δικαστήριο αντίγραφο της απόφασης και, κατά περίπτωση, μετάφραση ή μεταγραμματισμό της απόφασης. Το δικαστήριο δύναται να μη ζητήσει να προσκομισθούν τα έγγραφα που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφόσον τα έχει ήδη στην κατοχή του ή εφόσον εκτιμά ότι δεν είναι εύλογο να καλέσει τον αιτούντα να τα προσκομίσει. Στην τελευταία περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον άλλο διάδικο να προσκομίσει τα έγγραφα. 4. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει την άρνηση της εκτέλεσης απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δεν υποχρεούται να έχει ταχυδρομική διεύθυνση στο κράτος μέλος αναγνώρισης και εκτέλεσης. Ούτε οφείλει αυτός ο διάδικος να έχει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης εκτός αν είναι υποχρεωτικό να έχει αντιπρόσωπο ανεξαρτήτως από την εθνικότητα ή την κατοικία των διαδίκων.
Άρθρο 48
Το δικαστήριο αποφασίζει επί της αιτήσεως για άρνηση εκτέλεσης αμελλητί.
Άρθρο 49
1. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για άρνηση εκτέλεσης μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δύο διαδίκους. 2. Το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που κάθε κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 75 στοιχείο β) ως δικαστήριο αρμόδιο επί των συγκεκριμένων ενδίκων μέσων.
Άρθρο 50
Η απόφαση επί ενδίκου μέσου προσβάλλεται με ένδικο μέσο μόνο εφόσον το οικείο κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή το δικαστήριο που επιλαμβάνεται του περαιτέρω ενδίκου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 75 στοιχείο γ).
Άρθρο 51
1. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται αίτηση άρνησης εκτέλεσης ή ενώπιον του οποίου εκδικάζεται ένδικο μέσο που ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 49 ή το άρθρο 50 δύναται να αναστείλει τη διαδικασία εάν έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προέλευσης τακτικό ένδικο μέσο κατά της απόφασης ή εάν δεν έχει εκπνεύσει ακόμη η προθεσμία άσκησης του τακτικού ένδικου μέσου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να τάξει προθεσμία για την άσκησή του. 2. Εάν η απόφαση έχει εκδοθεί στην Ιρλανδία, στην Κύπρο ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάθε μορφή ένδικου μέσου διαθεσίμου στο κράτος μέλος προέλευσης θεωρείται ως τακτικό ένδικο μέσο για τους σκοπούς της παραγράφου 1.
Άρθρο 52
Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος σε καμία περίπτωση δεν ελέγχονται επί της ουσίας στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης.
Άρθρο 53
Κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, το δικαστήριο προέλευσης εκδίδει τη βεβαίωση χρησιμοποιώντας το έντυπο του παραρτήματος I.
Άρθρο 54
1. Σε περίπτωση που η απόφαση περιλαμβάνει μέτρο ή διαταγή που δεν προβλέπεται στο δίκαιο του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης, το μέτρο ή η διαταγή αυτή θα προσαρμοσθούν, στο μέτρο του δυνατού, σε μέτρο ή διαταγή που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους, έχει ισοδύναμα αποτελέσματα και επιδιώκει παρεμφερείς στόχους και συμφέροντα. Η προσαρμογή δεν μπορεί να οδηγεί σε αποτελέσματα που υπερβαίνουν όσα προβλέπονται στη νομοθεσία του κράτους μέλους προέλευσης. 2. Οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων δύναται να αμφισβητήσει την προσαρμογή του μέτρου ή της διαταγής ενώπιον δικαστηρίου. 3. Εφόσον είναι αναγκαίο, μπορεί να απαιτηθεί από το διάδικο που επικαλείται την απόφαση ή επιδιώκει την εκτέλεσή της, να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό της απόφασης.
Άρθρο 55
Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος και επιβάλλουν ποινή υπό μορφή πληρωμής είναι εκτελεστές στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης μόνο εφόσον το πληρωτέο ποσό έχει προσδιορισθεί κατά τρόπο οριστικό από το δικαστήριο προέλευσης.
Άρθρο 56
Καμιά εγγύηση ή κατάθεση χρηματικού ποσού, ανεξάρτητα από την ονομασία της, δεν μπορεί να επιβληθεί σε διάδικο που ζητεί σε κράτος μέλος την εκτέλεση αποφάσεως η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι είναι αλλοδαπός ή ότι δεν κατοικεί ή δεν διαμένει στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης.
Άρθρο 57
1. Όποτε απαιτείται μετάφραση ή μεταγραμματισμός δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η εν λόγω μετάφραση ή μεταγραμματισμός γίνεται στην επίσημη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους ή, αν στο εν λόγω κράτος μέλος υπάρχουν περισσότερες επίσημες γλώσσες, στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες που χρησιμοποιούν τα δικαστήρια του τόπου όπου γίνεται επίκληση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος ή υποβάλλεται αίτηση, σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους. 2. Σε σχέση με τα έντυπα για τα οποία γίνεται λόγος στα άρθρα 53 και 60, η μετάφραση ή ο μεταγραμματισμός μπορούν να γίνουν και προς οποιαδήποτε άλλη επίσημη γλώσσα ή γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης την οποία ή τις οποίες το οικείο κράτος μέλος έχει δηλώσει ότι αποδέχεται. 3. Κάθε μετάφραση βάσει του παρόντος κανονισμού πραγματοποιείται από επίσημο μεταφραστή κράτους μέλους.
Άρθρο 58
1. Τα δημόσια έγγραφα που είναι εκτελεστά σε ένα κράτος μέλος προέλευσης εκτελούνται στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς κήρυξη δυνατότητας εκτέλεσης. Η εκτέλεση του δημοσίου εγγράφου μπορεί να απορριφθεί μόνο εφόσον προδήλως αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης. Επί των δημοσίων εγγράφων εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του τμήματος 2, του τμήματος 3 υποτμήμα 2, και του τμήματος 4 του κεφαλαίου III. 2. Το προσκομιζόμενο δημόσιο έγγραφο πρέπει να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας στο κράτος μέλος προέλευσης.
Άρθρο 59
Οι δικαστικοί συμβιβασμοί που είναι εκτελεστοί στο κράτος μέλος προέλευσης εκτελούνται στα υπόλοιπα κράτη μέλη υπό τους ίδιους όρους με τα δημόσια έγγραφα.
Άρθρο 60
Η αρμόδια αρχή ή το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, τη βεβαίωση χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο του Παραρτήματος II, η οποία περιλαμβάνει περίληψη της εκτελεστής υποχρέωσης που έχει καταγραφεί στο δημόσιο έγγραφο ή της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που έχει καταγραφεί στο δικαστικό συμβιβασμό.
Άρθρο 61
Καμία επικύρωση ή άλλη ανάλογη διατύπωση δεν απαιτείται για έγγραφα τα οποία εκδίδονται σε κράτος μέλος κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 62
1. Για να καθορίσει αν διάδικος έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους μέλους του επιληφθέντος δικαστηρίου, το δικαστήριο εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο. 2. Αν διάδικος δεν έχει την κατοικία του στο κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου, το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει αν ο διάδικος έχει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος, εφαρμόζει το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού.
Άρθρο 63
1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο έχει την κατοικία της στον τόπο στον οποίο έχει: α) την καταστατική της έδρα· β) την κεντρική της διοίκηση· ή γ) την κύρια εγκατάστασή της. 2. Για τους σκοπούς της Ιρλανδίας, της Κύπρου και του Ηνωμένου Βασιλείου, με τον όρο «καταστατική έδρα» νοείται ο τόπος του «registered office», ελλείψει δε αυτού νοείται το «place of incorporation» (ο τόπος ιδρύσεως), ελλείψει δε και αυτού ο τόπος δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου πραγματοποιήθηκε η «formation» (σύσταση) του νομικού προσώπου. 3. Για να καθορίσει αν ένα trust έχει την έδρα του στο έδαφος του κράτους μέλους του επιληφθέντος δικαστηρίου, το δικαστήριο εφαρμόζει τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
Άρθρο 64
Με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων εθνικών διατάξεων, πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους και διώκονται για αδίκημα εξ αμελείας ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους, του οποίου δεν έχουν την ιθαγένεια, μπορούν να αναθέσουν την υπεράσπισή τους σε αρμόδια για το έργο αυτό πρόσωπα, ακόμη και αν δεν εμφανίζονται αυτοπροσώπως. Το επιληφθέν δικαστήριο μπορεί ωστόσο να διατάξει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση· σε περίπτωση μη εμφάνισης, η απόφαση που εκδίδεται επί της πολιτικής αγωγής, χωρίς το εν λόγω πρόσωπο να είχε τη δυνατότητα να αμυνθεί, μπορεί να μην αναγνωρισθεί ή να μην εκτελεστεί στα άλλα κράτη μέλη.
Άρθρο 65
1. Η διεθνής δικαιοδοσία που προβλέπεται στο άρθρο 8 σημείο 2 και στο άρθρο 13 για την προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή ή για άλλη προσεπίκληση/τριτοδιάδικο, μπορεί να ισχύσει στα κράτη μέλη που τίθενται στον κατάλογο που καταρτίζει η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 76 παράγραφος 1 στοιχείο β) και στο άρθρο 76 παράγραφος 2, μόνο αν αυτό επιτρέπεται βάσει του εθνικού δικαίου. Ένα πρόσωπο που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να προσεπικληθεί ενώπιον των δικαστηρίων των εν λόγω κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες σχετικά με την ανακοίνωση δίκης προς τρίτον / τριτοδιάδικο που αναφέρονται στον ανωτέρω κατάλογο. 2. Αποφάσεις που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 8 σημείο 2 και του άρθρου 13, αναγνωρίζονται και εκτελούνται σύμφωνα με το κεφάλαιο III σε κάθε άλλο κράτος μέλος. Τα αποτελέσματα που αυτές οι αποφάσεις οι εκδιδόμενες στα κράτη μέλη του καταλόγου της παραγράφου 1 μπορούν να παράγουν σύμφωνα με το δίκαιο των εν λόγω κρατών μελών έναντι τρίτων μερών κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 αναγνωρίζονται σε όλα τα κράτη μέλη. 3. Τα κράτη μέλη που περιλαμβάνονται στον κατάλογο της παραγράφου 1 παρέχουν, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, σύμφωνα με την απόφαση 2001/470/ΕΚ (1) (εφεξής «Ευρωπαϊκό Δικαστικό δίκτυο») πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, των αποτελεσμάτων των δικαστικών αποφάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο.
Άρθρο 66
1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται στα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται ή καταγράφονται και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίνονται ή συνάπτονται κατά ή μετά την 10η Ιανουαρίου 2015. 2. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 80, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, τα δημόσια έγγραφα που εκδόθηκαν ή καταγράφηκαν και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίθηκαν ή συνήφθησαν πριν από την 10η Ιανουαρίου 2015 και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
Άρθρο 67
Ο παρών κανονισμός δεν προδικάζει την εφαρμογή των διατάξεων οι οποίες διέπουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων σε ειδικά θέματα και οι οποίες περιλαμβάνονται στα νομοθετήματα της Ένωσης ή στις εθνικές νομοθεσίες οι οποίες εναρμονίσθηκαν κατ’ εφαρμογή των νομοθετημάτων αυτών.
Άρθρο 68
1. Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τη σύμβαση των Βρυξελλών του 1968 μεταξύ των κρατών μελών, εξαιρουμένων των εδαφών των κρατών μελών, τα οποία υπάγονται στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της εν λόγω συμβάσεως και τα οποία αποκλείονται από τον παρόντα κανονισμό κατ’ εφαρμογή του άρθρου 355 της ΣΛΕΕ. 2. Στο μέτρο που ο παρών κανονισμός αντικαθιστά μεταξύ των κρατών μελών τις διατάξεις της σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, κάθε παραπομπή στην εν λόγω σύμβαση νοείται ως παραπομπή στον παρόντα κανονισμό.
Άρθρο 69
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 70 και 71, ο παρών κανονισμός αντικαθιστά μεταξύ κρατών μελών τις συμβάσεις οι οποίες καλύπτουν τα ίδια θέματα τα οποία καλύπτει και ο παρών κανονισμός. Ειδικότερα, αντικαθίστανται οι συμβάσεις που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που καταρτίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και το άρθρο 76 παράγραφος 2.
Άρθρο 70
1. Οι συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 69 εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα επί θεμάτων στα οποία ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται. 2. Εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα ως προς τις αποφάσεις που εκδόθηκαν, τα δημόσια έγγραφα που εκδόθηκαν επισήμως ή καταγράφηκαν και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίθηκαν ή συνήφθησαν πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001.
Άρθρο 71
1. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες ρυθμίζουν, σε ειδικά θέματα, τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων. 2. Προς εξασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας της, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται με τον ακόλουθο τρόπο: α) ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός δικαστηρίου κράτους μέλους που είναι μέρος σύμβασης σχετικής με ειδικό θέμα να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του σε μια τέτοια σύμβαση, ακόμα και αν ο εναγόμενος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους που δεν είναι μέρος της συγκεκριμένης σύμβασης. Το δικαστήριο εφαρμόζει σε κάθε περίπτωση το άρθρο 28 του παρόντος κανονισμού· β) αποφάσεις που εκδίδονται από δικαστήριο κράτους μέλους κατά την άσκηση διεθνούς δικαιοδοσίας του βάσει σύμβασης σχετικής με ειδικό θέμα αναγνωρίζονται και εκτελούνται στα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Αν μια σύμβαση σχετική με ειδικό θέμα και της οποίας μέρη είναι το κράτος μέλος προέλευσης και το κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης, καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ή εκτέλεσης αποφάσεων, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις αυτές. Σε κάθε περίπτωση είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού επί της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αποφάσεων.
Άρθρο 71Α
1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ένα δικαστήριο κοινό σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 («κοινό δικαστήριο») θεωρείται δικαστήριο κράτους μέλους όταν, βάσει της ιδρυτικής πράξεως του, το εν λόγω κοινό δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία επί υποθέσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού τα ακόλουθα δικαστήρια είναι κοινά δικαστήρια: α) το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας που έχει συσταθεί με τη συμφωνία για το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, η οποία υπεγράφη στις 19 Φεβρουαρίου 2013 («συμφωνία για το ΕΔΔΕ»)· και β) το Δικαστήριο της Μπενελούξ που έχει συσταθεί με τη Συνθήκη της 31ης Μαρτίου 1965 σχετικά με τη σύσταση και τον οργανισμό του Δικαστηρίου της Μπενελούξ («Συνθήκη του Δικαστηρίου της Μπενελούξ»).
Άρθρο 71Β
Η δικαιοδοσία κοινού δικαστηρίου καθορίζεται ως εξής: 1) Το κοινό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία όπου, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους που αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της πράξεως για την ίδρυση κοινού δικαστηρίου θα είχαν διεθνή δικαιοδοσία σε υπόθεση που καλύπτεται από την εν λόγω πράξη. 2) Εάν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος και ο παρών κανονισμός δεν αναθέτει διεθνή δικαιοδοσία επ’ αυτού καθ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εφαρμόζεται κατά περίπτωση το κεφάλαιο II ασχέτως κατοικίας του εναγομένου. Επιτρέπεται η υποβολή αίτησης προσωρινών, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών, μέτρων ενώπιον του κοινού δικαστηρίου, ακόμα και αν τα δικαστήρια τρίτου κράτους είναι αρμόδια να κρίνουν την ουσία της υπόθεσης. 3) Όταν ένα κοινό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί εναγομένου σύμφωνα με το σημείο 2 σε διαφορά περί την προσβολή ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης εντός της Ένωσης, το εν λόγω δικαστήριο δύναται επίσης να ασκήσει δικαιοδοσία σχετικά με αξίωση αποζημίωσης εκτός της Ένωσης, η οποία απορρέει από τέτοια προσβολή. Τέτοια δικαιοδοσία μπορεί να θεμελιωθεί μόνο εάν περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου βρίσκονται σε οποιοδήποτε κράτος μέλος-συμβαλλόμενο μέρος της πράξεως για την ίδρυση κοινού δικαστηρίου και η διαφορά παρουσιάζει επαρκή σύνδεσμο με κάθε τέτοιο κράτος μέλος.
Άρθρο 71Γ
1. Τα άρθρα 29 έως 32 εφαρμόζονται όταν κινούνται διαδικασίες ενώπιον κοινού δικαστηρίου και ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην ιδρυτική πράξη του εν λόγω κοινού δικαστηρίου. 2. Τα άρθρα 29 έως 32 εφαρμόζονται όταν κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 83 της συμφωνίας για το ΕΔΔΕ, κινούνται διαδικασίες ενώπιον του Ενιαίου Δικαστηρίου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για το ΕΔΔΕ.
Άρθρο 71Δ
Ο παρών κανονισμός ισχύει για την αναγνώριση και εκτέλεση: α) αποφάσεων που εκδίδονται από κοινό δικαστήριο οι οποίες πρέπει να αναγνωριστούν και να εκτελεστούν σε κράτος μέλος που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της πράξεως για την ίδρυση του κοινού δικαστηρίου· και β) αποφάσεων που εκδίδονται από τα δικαστήρια κράτους μέλους που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της πράξεως για την ίδρυση του κοινού δικαστηρίου οι οποίες πρέπει να αναγνωριστούν και να εκτελεστούν σε κράτος μέλος-συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω πράξεως. Ωστόσο, όταν η αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, εκδιδομένων από κοινό δικαστήριο επιδιώκεται σε κράτος μέλος-συμβαλλόμενο μέρος της πράξης για την ίδρυση κοινού δικαστηρίου, αντί των κανόνων του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι κανόνες της εν λόγω πράξεως για την αναγνώριση και την εκτέλεση.
Άρθρο 72
Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις συμφωνίες με τις οποίες τα κράτη μέλη, πριν την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, δεσμεύθηκαν, δυνάμει του άρθρου 59 της σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, να μην αναγνωρίζουν απόφαση εκδοθείσα, κυρίως σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος της προαναφερόμενης σύμβασης, κατά εναγόμενου που έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε τρίτο κράτος, όταν στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 4 της σύμβασης αυτής, η απόφαση δεν θεμελιώθηκε παρά μόνο σε δικαιοδοσία προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της ίδιας σύμβασης.
Άρθρο 73
1. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή της σύμβασης του Λουγκάνο του 2007. 2. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή της σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958. 3. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή διμερών συμβάσεων και συμφωνιών μεταξύ ενός τρίτου κράτους και ενός κράτους μέλους που έχουν συναφθεί πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 και οι οποίες αφορούν θέματα διεπόμενα από τον παρόντα κανονισμό.
Άρθρο 74
Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου τα κράτη μέλη παρέχουν, ενόψει της διαθέσεως των πληροφοριών στο κοινό, περιγραφή των εθνικών κανόνων και διαδικασιών που αφορούν την εκτέλεση, περιλαμβανομένων των αρχών που είναι αρμόδιες για την εκτέλεση και πληροφοριών σχετικά με τυχόν περιορισμούς στους οποίους υπόκειται η εκτέλεση, ιδίως σχετικά με τους κανόνες προστασίας των οφειλετών και τις περιόδους παραγραφής ή λήξης αποσβεστικής προθεσμίας. Τα κράτη μέλη φροντίζουν για τη διαρκή ενημέρωση των πληροφοριών αυτών.
Άρθρο 75
Έως τις 10 Ιανουαρίου 2014 τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή: α) τα δικαστήρια στα οποία πρέπει να υποβάλλεται η αίτηση για άρνηση εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος1· β) τα δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης που εκδίδεται σχετικά με αίτηση για άρνηση εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 49 παράγραφος 2· γ) τα δικαστήρια στα οποία μπορεί να ασκηθεί οποιοδήποτε περαιτέρω ένδικο μέσο δυνάμει του άρθρου 50 και δ) τις γλώσσες που γίνονται δεκτές για τις μεταφράσεις των εντύπων όπως αναφέρονται στο άρθρο 57 παράγραφος 2. Η Επιτροπή διαθέτει τις πληροφορίες στο κοινό με κάθε κατάλληλο μέσο, ιδίως μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου.
Άρθρο 76
1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή: α) τους κανόνες περί δικαιοδοσίας των άρθρων 5 παράγραφος 2 και 6 παράγραφος 2· β) τους κανόνες σχετικά με την ανακοίνωση δίκης που προβλέπονται στο άρθρο 65 και γ) τις συμβάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 69. 2. Η Επιτροπή καταρτίζει τους αντίστοιχους καταλόγους με βάση τις κατά την παράγραφο 1 κοινοποιήσεις των κρατών μελών. 3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις που επιδιώκεται να επέλθουν σε αυτούς τους καταλόγους. Η Επιτροπή τροποποιεί τους καταλόγους αναλόγως. 4. Η Επιτροπή δημοσιεύει τους καταλόγους και τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 5. Η Επιτροπή καθιστά όλες τις πληροφορίες που κοινοποιούνται βάσει των παραγράφων 1 και 3 προσιτές στο κοινό με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, ειδικότερα μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου.
Άρθρο 77
Η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 78 αναφορικά με τις τροποποιήσεις των παραρτημάτων I και II.
Άρθρο 78
1. Η εξουσία θέσπισης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζονται στο παρόν άρθρο. 2. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 77 εξουσιοδότηση θέσπισης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστο από τις 9 Ιανουαρίου 2013. 3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 77 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία την οποία διευκρινίζει. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη. 4. Η Επιτροπή, μόλις θεσπίσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. 5. Μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 77 τίθεται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο ενημερώσουν την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντιρρήσεις. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες.
Άρθρο 79
Το αργότερο μέχρι τις 11 Ιανουαρίου 2022 η Επιτροπή υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει αξιολόγηση για την ενδεχόμενη ανάγκη περαιτέρω επέκτασης των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας σε εναγόμενους που δεν κατοικούν σε κράτος μέλος λαμβάνοντας υπόψη τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού και ενδεχόμενες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο. Εάν χρειάζεται, η έκθεση συνοδεύεται από προτάσεις τροποποιήσεων του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 80
Ο παρών κανονισμός καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001. Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιέχεται στο παράρτημα III.
Άρθρο 81
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφαρμόζεται από τις 10 Ιανουαρίου 2015, εκτός από τα άρθρα 75 και 76, που εφαρμόζονται από τις 10 Ιανουαρίου 2014.