Ακατάσχετο μισθοδοτικού λογαριασμού — εφαρμογή ορίου προστασίας σε μικτό λογαριασμό

Δημιουργία έρευνας:

Κύρια Νομική Θέση

Με βάση το διαθέσιμο υλικό, το ακατάσχετο του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ και παρ. 3 προστατεύει την απαίτηση από μισθούς και διατηρείται και όταν αυτή κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μόνο στην έκταση που το υπόλοιπο του λογαριασμού, από την επιβολή της κατάσχεσης έως και έναν μήνα μετά την καταβολή, δεν υπερβαίνει το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.
Το υλικό δεν περιέχει απόφαση που να κρίνει ευθέως το ειδικό ερώτημα του «μικτού» μισθοδοτικού λογαριασμού υπό το ΚΠολΔ. Περιέχει όμως ισχυρές κατευθύνσεις: α) η προστασία συνδέεται με την πηγή της απαίτησης και β) η δήλωση της τράπεζας πρέπει να είναι συγκεκριμένη και ακριβής ως προς το ακατάσχετο.

Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΠολΔ Άρθρο 982
Ορίζει ότι εξαιρούνται από την κατάσχεση οι απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός από την ειδική εξαίρεση για διατροφή ή συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται κατάσχεση έως το μισό.
Η παρ. 3 ορίζει ότι η εξαίρεση της περ. δ’ ισχύει και όταν η καταβολή γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη, μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο, από την επιβολή της κατάσχεσης έως και έναν μήνα μετά την καταβολή, που δεν υπερβαίνει το ποσό της εξαιρούμενης απαίτησης.

ΚΠολΔ Άρθρο 985
Ο τρίτος οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες να δηλώσει αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση. Όταν η κατάσχεση επιβάλλεται στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, αυτό πρέπει να δηλώσει αν υφίσταται ακατάσχετη απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 982 παρ. 2 στοιχ. γ’ και δ’.
Αν η δήλωση παραλειφθεί ή είναι ανακριβής, ο τρίτος ευθύνεται να αποζημιώσει αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση.

ΚΠολΔ Άρθρο 983
Ρυθμίζει τη διαδικασία της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και την επίδοση του κατασχετηρίου σε τρίτο και οφειλέτη.
Η παρ. 5 ορίζει ότι το απόρρητο των καταθέσεων δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 986
Παρέχει στον κατασχόντα δικαίωμα ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δήλωση.

ΚΠολΔ Άρθρο 990
Αν η ανακοπή του άρθρου 986 γίνει δεκτή, το δικαστήριο υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 988.

ΚΠολΔ Άρθρο 995
Αφορά επιδόσεις της κατασχετήριας έκθεσης σε κατάσχεση ακινήτων. Από το παρεχόμενο υλικό δεν προκύπτει ειδική χρησιμότητα για το ερώτημα του ακατασχέτου μισθοδοτικού λογαριασμού εις χείρας τράπεζας.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Οι διαθέσιμες αποφάσεις αφορούν κυρίως:

  • το ακατάσχετο μισθών/συντάξεων,
  • τη δήλωση τρίτου από τράπεζα,
  • το ακατάσχετο σε κοινό λογαριασμό και κυρίως στο πλαίσιο ΚΕΔΕ,

ενώ το ερώτημά σας αφορά ειδικότερα μικτό μισθοδοτικό λογαριασμό υπό ΚΠολΔ.

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

1424/2023 Άρειος Πάγος

  • Σχετικότητα: Αφορά κατάσχεση εις χείρας εργοδότριας εταιρίας για απαιτήσεις από μισθό σε ιδιωτική διαφορά και το περιεχόμενο της δήλωσης τρίτου ως προς το ακατάσχετο του μισθού.
  • Κρίση: Η απαίτηση της πιστώτριας ήταν 132.388,40 ευρώ, προσωρινά εκτελεστή για 60.000 ευρώ, και η κατάσχεση επιβλήθηκε μέχρι 77.307,38 ευρώ. Αναιρέθηκε η 2646/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
  • Εφαρμογή: Ισχυρό επιχείρημα ότι σε ιδιωτικές διαφορές εφαρμόζεται το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ και όχι τα όρια του ΚΕΔΕ Άρθρο 33 ή ΚΕΔΕ Άρθρο 31. Επίσης, η τράπεζα ή άλλος τρίτος δεν αρκεί να επικαλεστεί γενικά «ακατάσχετο μισθού», αλλά πρέπει να προσδιορίζει συγκεκριμένα στοιχεία της απαίτησης, κατ’ εφαρμογή του ΚΠολΔ Άρθρο 985.

1022/2011 Άρειος Πάγος

  • Σχετικότητα: Αφορά τράπεζα ως τρίτο που αρνήθηκε δήλωση επικαλούμενη τραπεζικό απόρρητο.
  • Κρίση: Η απαίτηση της εργαζόμενης ήταν 23.477,62 ευρώ. Αναιρέθηκε η 445/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
  • Εφαρμογή: Ενισχύει ότι η τράπεζα οφείλει πλήρη δήλωση κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 985 και δεν μπορεί να αποκρύψει στοιχεία λογαριασμού. Άρα, σε μικτό λογαριασμό, κρίσιμο είναι να αποτυπωθούν οι πιστώσεις μισθού και τα λοιπά ποσά, ώστε να ελεγχθεί ποιο μέρος καλύπτεται από το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

1757/2024 Άρειος Πάγος

  • Σχετικότητα: Αφορά το κριτήριο ειλικρίνειας της δήλωσης τράπεζας σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου επί τραπεζικού λογαριασμού.
  • Κρίση: Η κατάσχεση έγινε στις 7.1.2019. Προγενέστερες καταθέσεις που αναφέρθηκαν ήταν 13.434 €, 13.605 €/136.053,04 €, 182.569,44 €, 186.027 €. Απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης κατά της 65/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
  • Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη για το αποδεικτικό σκέλος: η ειλικρίνεια της δήλωσης της τράπεζας κρίνεται από το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά τον χρόνο της κατάσχεσης. Σε μικτό λογαριασμό, ο δικηγόρος πρέπει να αποδείξει όχι απλώς ότι υπήρξαν μισθολογικές πιστώσεις, αλλά ποιο μέρος του υπολοίπου κατά τον κρίσιμο χρόνο αντιστοιχεί σε προστατευόμενη απαίτηση εντός του πλαισίου του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

1570/2021 Άρειος Πάγος

  • Σχετικότητα: Αφορά κοινό τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο κατατίθενται αποκλειστικά συντάξεις και κρίθηκε ότι το ακατάσχετο προηγείται της εφαρμογής του τεκμηρίου ιδανικών μεριδίων.
  • Κρίση: Υπόλοιπο 1.051,80 ευρώ, δέσμευση 525,89 ευρώ. Αναιρέθηκε η 3083/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
  • Εφαρμογή: Αν και αφορά ΚΕΔΕ και κοινό λογαριασμό, υποστηρίζει αναλογικά ότι η προστασία ακολουθεί την προέλευση του ποσού από σύνταξη/μισθό και δεν χάνεται αυτομάτως με την κατάθεση. Μπορεί να αξιοποιηθεί αναλογικά υπέρ της θέσης ότι και σε μικτό λογαριασμό πρέπει πρώτα να εντοπίζεται το προστατευόμενο μισθολογικό ποσό.

1571/2021 Άρειος Πάγος

  • Σχετικότητα: Ομοίως αφορά κοινό λογαριασμό με αποκλειστική πίστωση συντάξεων.
  • Κρίση: Υπόλοιπο 269,32 ευρώ, δεσμεύθηκε το 50% και αποδόθηκε συνολικά 269,32 ευρώ ως επίδικο ποσό. Αναιρέθηκε η 3081/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
  • Εφαρμογή: Αναλογικά ενισχύει ότι το ακατάσχετο εξετάζεται πριν από άλλους μηχανισμούς επιμερισμού. Για μικτό λογαριασμό, το επιχείρημα θα είναι ότι πρέπει να προηγηθεί ο διαχωρισμός του μισθολογικού μέρους που προστατεύεται από το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

1757/2024 Άρειος Πάγος

  • Ο αντίδικος θα την επικαλεστεί για να υποστηρίξει ότι δεν αρκεί επίκληση παλαιών μισθολογικών πιστώσεων, αλλά απαιτείται απόδειξη του διαθέσιμου υπολοίπου κατά την ημέρα της κατάσχεσης.
  • Αντίκρουση: Να προσκομιστεί αναλυτική κίνηση λογαριασμού για το κρίσιμο διάστημα και να συνδεθούν οι συγκεκριμένες μισθολογικές πιστώσεις με το προστατευόμενο υπόλοιπο εντός του ενός μηνός του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

1424/2023 Άρειος Πάγος

  • Ο αντίδικος μπορεί να την επικαλεστεί για να υποστηρίξει ότι η γενική επίκληση «μισθοδοτικός λογαριασμός» δεν αρκεί.
  • Αντίκρουση: Η ίδια απόφαση τελικά ενισχύει τη δική σας θέση, εφόσον ζητεί συγκεκριμενοποίηση. Άρα η στρατηγική δεν είναι αφηρημένη επίκληση του χαρακτηρισμού του λογαριασμού, αλλά ακριβής ποσοτική τεκμηρίωση των μισθολογικών πιστώσεων και του υπολοίπου.

Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Η προστασία του ΚΠολΔ συνδέεται με την απαίτηση από μισθό, όχι με την ονομασία του λογαριασμού.
Το βασικό έρεισμα είναι το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ και κυρίως η παρ. 3, που επεκτείνει το ακατάσχετο και όταν η καταβολή γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό. Επομένως, το κρίσιμο δεν είναι αν ο λογαριασμός είναι «καθαρά μισθοδοτικός» ή «μικτός», αλλά αν και σε ποια έκταση το υπόλοιπο αντιστοιχεί σε εξαιρούμενη απαίτηση.

2. Σε μικτό λογαριασμό δεν προκύπτει από το υλικό αυτοδίκαιη απώλεια της προστασίας λόγω συνύπαρξης μη μισθολογικών πιστώσεων.
Δεν υπάρχει διαθέσιμη απόφαση που να λέει ότι η ύπαρξη και άλλων πιστώσεων καταργεί αυτομάτως το ακατάσχετο του μισθολογικού μέρους. Αντιθέτως, από το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3 προκύπτει ποσοτικό κριτήριο: προστατεύεται το υπόλοιπο μέχρι το ποσό της εξαιρούμενης απαίτησης και εντός του οριζόμενου χρονικού διαστήματος.

3. Η τράπεζα οφείλει ειδική και ακριβή δήλωση.
Κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 985 και σύμφωνα με τις 1424/2023 Άρειος Πάγος και 1022/2011 Άρειος Πάγος, η τράπεζα δεν μπορεί να αρκεστεί σε αόριστη αναφορά ούτε να επικαλεστεί απόρρητο. Πρέπει να δηλώσει τα στοιχεία που επιτρέπουν να κριθεί αν υπάρχει ακατάσχετη απαίτηση.

4. Αποδεικτικό κέντρο βάρους: το υπόλοιπο κατά τον χρόνο της κατάσχεσης.
Η 1757/2024 Άρειος Πάγος δείχνει ότι το δικαστήριο θα εστιάσει στο διαθέσιμο υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατάσχεσης. Άρα απαιτείται:

  • αναλυτική κίνηση λογαριασμού,
  • εντοπισμός μισθολογικών πιστώσεων,
  • διαχωρισμός από λοιπές πιστώσεις,
  • απόδειξη ότι το προστατευόμενο ποσό παρέμενε στο υπόλοιπο εντός του χρονικού πλαισίου του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

5. Αναλογική αξιοποίηση της νομολογίας ΚΕΔΕ.
Οι 1570/2021 Άρειος Πάγος και 1571/2021 Άρειος Πάγος δεν αφορούν άμεσα ΚΠολΔ, αλλά είναι χρήσιμες αναλογικά ως προς την αρχή ότι η κατάθεση μισθού/σύνταξης δεν απογυμνώνει αυτομάτως το ποσό από τον προστατευτικό του χαρακτήρα. Τα όρια εφαρμογής είναι σαφή: δεν πρέπει να μεταφερθούν αυτούσια τα ποσοτικά όρια του ΚΕΔΕ σε ιδιωτική διαφορά, διότι αυτό αποκλείεται από την 1424/2023 Άρειος Πάγος.

Νομολογιακή Ισχύς

Περιορισμένη.

Υπάρχει σαφής νομοθετική βάση στο ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ και παρ. 3 και υποστηρικτική νομολογία για:

  • τη διατήρηση της προστασίας μετά την κατάθεση,
  • την υποχρέωση ακριβούς δήλωσης του τρίτου,
  • την εστίαση στο υπόλοιπο κατά τον χρόνο της κατάσχεσης.

Όμως δεν εντοπίστηκε στις διαθέσιμες αποφάσεις άμεση κρίση για το ειδικό ερώτημα αν η πίστωση και με μη μισθολογικά ποσά σε ίδιο λογαριασμό αποκλείει ή περιορίζει αυτοτελώς το ακατάσχετο υπό ΚΠολΔ.

Πρακτικές Συστάσεις

1. Να στηρίξετε τον κύριο ισχυρισμό πρωτίστως στο ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.
Η διάταξη είναι η πιο άμεση βάση για να υποστηριχθεί ότι το ακατάσχετο ισχύει και σε τραπεζικό λογαριασμό.

2. Να μην προβάλετε απλώς ότι πρόκειται για “μισθοδοτικό λογαριασμό”.
Με βάση τις 1424/2023 Άρειος Πάγος και 1757/2024 Άρειος Πάγος, αυτό δεν αρκεί. Χρειάζεται:

  • αναλυτικό statement,
  • ταυτοποίηση εργοδότη,
  • ημερομηνίες και ποσά μισθοδοσίας,
  • διάκριση λοιπών καταθέσεων.

3. Να ζητήσετε έλεγχο της δήλωσης της τράπεζας κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 985 και, αν χρειάζεται, ανακοπή κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 986.
Αν η τράπεζα δεν εξειδίκευσε ποια ποσά είναι μισθολογικά και ποια όχι, υπάρχει πεδίο αμφισβήτησης της ακρίβειας της δήλωσης.

4. Να χρησιμοποιήσετε την 1424/2023 Άρειος Πάγος για να αποκρούσετε επίκληση των ορίων του ΚΕΔΕ σε ιδιωτική εκτέλεση.
Αυτό είναι κρίσιμο, διότι ο αντίδικος ή και η τράπεζα συχνά συγχέουν το καθεστώς ΚΕΔΕ με το καθεστώς ΚΠολΔ.

5. Να επικαλεστείτε αναλογικά τις 1570/2021 Άρειος Πάγος και 1571/2021 Άρειος Πάγος μόνο ως προς την αρχή της διατήρησης του προστατευτικού χαρακτήρα του ποσού.
Όχι ως προς τα αριθμητικά όρια του ΚΕΔΕ.

6. Αν απαιτείται περαιτέρω έρευνα, προτείνεται αναζήτηση με όρους:

  • «ΚΠολΔ 982 παρ. 3 μικτός λογαριασμός»
  • «μισθοδοτικός λογαριασμός μη μισθολογικές πιστώσεις κατάσχεση εις χείρας τρίτου»
  • «δήλωση τρίτου τράπεζας ακατάσχετο μισθού ΚΠολΔ 985»
  • «υπόλοιπο λογαριασμού ένα μήνα μετά την καταβολή άρθρο 982 παρ. 3 ΚΠολΔ»

Συμπέρασμα:
Με βάση το παρόν υλικό, η ασφαλέστερη θέση είναι ότι η προστασία του ΚΠολΔ Άρθρο 982 δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν επειδή ο λογαριασμός είναι μικτός, αλλά εφαρμόζεται μόνο στο μέρος του υπολοίπου που αποδεικνύεται ότι αντιστοιχεί σε μισθολογική απαίτηση και παραμένει εντός των ορίων του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αποδεικτικό και συνδέεται άμεσα με την ακρίβεια της δήλωσης της τράπεζας κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 985.

Οι απαντήσεις παράγονται με τεχνητή νοημοσύνη και ενδέχεται να περιέχουν σφάλματα. Επαληθεύστε τις παραπομπές πριν από κάθε χρήση.

ΚΠολΔ Άρθρο 982

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 12/11/2021
Σχετικότητα 94.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 982: 1. Μπορούν να κατασχεθούν α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή, β) κινητά πράγματά του που βρίσκονται στα χέρια τρίτου. «2. Εξαιρούνται από την κατάσχεση α) πράγματα που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά, β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες, γ) απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, καθώς και απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. ε) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως τρίτου, μέχρι την κατάθεση τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. στ) απαιτήσεις που επιδικάζονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω διαπίστωσης παραβιάσεων της Σύμβασης αυτής ή των Πρωτοκόλλων της, εξαιρουμένων των απαιτήσεων που επιδικάζονται για την παραπάνω αιτία προς αποκατάσταση υλικής ζημίας. Το εν λόγω ακατάσχετο ισχύει όταν η κατάσχεση επισπεύδεται για την ικανοποίηση απαίτησης δανειστή, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α' 143). ζ) απαιτήσεις που προβλέπονται σε ειδικότερους νόμους ως ακατάσχετες.» «3. Η εξαίρεση των περ. δ' και ζ' της παρ. 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως και έναν (1) μήνα μετά την καταβολή, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.».

ΚΠολΔ Άρθρο 985

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 88.4%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 985: 1. Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό. Όταν η κατάσχεση επιβάλλεται στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, αυτό θα πρέπει να δηλώσει, αν υφίσταται στα χέρια του ακατάσχετη απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 982 παρ. 2 στοιχ. γ’ και δ’. 2. Η δήλωση της παρ. 1 συντάσσεται, υπογράφεται και υποβάλλεται ηλεκτρονικά από πληρεξούσιο δικηγόρο ή συμβολαιογράφο στις κατασχέσεις εις χείρας τρίτου στις οποίες, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, φέρει την ιδιότητα του τρίτου, στον δικαστικό επιμελητή που επέβαλε την κατάσχεση, με Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών μέσω της εγκεκριμένης ψηφιακής πλατφόρμας που διατηρεί η Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr), με χρήση του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης που αναφέρεται στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 983. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζεται κάθε τεχνική λεπτομέρεια σχετικά με την υποβολή της δήλωσης. Η καταφατική δήλωση του άρθρου 988 αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά του τρίτου. Τον εκτελεστήριο τύπο δίνει Πρωτοδίκης του κεντρικού Πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει, κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης, την κατοικία, τη διαμονή ή την έδρα του. 3. Η παράλειψη της δήλωσης εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Αν η δήλωση παραλειφθεί ή είναι ανακριβής, ο τρίτος ευθύνεται να αποζημιώσει αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση.

ΚΠολΔ Άρθρο 995

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 76.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 995: Επιδόσεις αντιγράφου ή περίληψης έκθεσης κατάσχεσης 1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο, περί επιδόσεων. Η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016 (Α’ 95). 2. Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Αν πρόκειται για πλοία νηολογημένα στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που τηρεί το νηολόγιο, όπου είναι γραμμένο το πλοίο, και αν πρόκειται για αεροσκάφη γραμμένα σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. Ο υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να ε γγράφει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ’ ων η κατάσχεση. 3. Αν πρόκειται για κατάσχεση ενυπόθηκου κτήματος και η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου, κυρίου ή νομέα, πρέπει να επιδοθεί σ ’ αυτόν και στον οφειλέτη αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη, πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. « 4. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/ 2016. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ). Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού. Ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε ηλεκτρονική μορφή, φωτογραφίες του κατασχεθέντος ακινήτου, τις οποίες λαμβάνει κατά την επιτόπια μετάβασή του σε αυτό. Η λήψη τους από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και η έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή και οι φωτογραφίες αναρτώνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού. Εκτός των ανωτέρω πληροφοριακών στοιχείων, ο δικαστικός επιμελητής συγκεντρώνει και όποια άλλα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα ενδεικτικά της αξίας του κατασχεμένου ακινήτου, όπως οικοδομικές άδειες, τοπογραφικά διαγράμματα και κατόψεις, και τα παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ο οποίος τα αναρτά στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα το αργότερο τριάντα (30) ημέρες προ του πλειστηριασμού. Όλες οι αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και οι συμβολαιογράφοι υποχρεούν ται να χορηγούν στον δικαστικό επιμελητή τα έγγραφα αυτά.» 5. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ..

ΚΕΔΕ Άρθρο 33

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα 93.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 33: Ακατάσχετα στα χέρια τρίτων 1. Εξαιρούνται της κατάσχεσης στα χέρια τρίτων: α) τα κινητά πράγματα που αναφέρονται στο άρθρο 17, β) τα ακατάσχετα που προβλέπονται από ειδικούς νόμους και έχουν διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 52 του Εισαγωγικού Νόμου του Κ.Πολ.Δ., γ) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρείες, δ) οι απαιτήσεις διατροφής από τον νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, ε) οι απαιτήσεις από μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαία είναι μικρότερο από χίλια (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση για τα χρέη προς το Δημόσιο επί του 1/2 του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, καθώς και επί του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, στ) τα 4/5 των ημερομισθίων, ενώ επιτρέπεται κατάσχεση επί του 1/5 αυτών για χρέη προς το Δημόσιο των δικαιούχων αυτών, ζ) το 1/2 των εφάπαξ καταβαλλόμενων από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα βοηθημάτων κατά την αποχώρηση από την υπηρεσία ή το επάγγελμα, ενώ επιτρέπεται κατάσχεση επί του 1/2 αυτών για τα χρέη προς το Δημόσιο των δικαιούχων αυτών. 2. Καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό ή τοποθετήσεις σε λογαριασμό πληρωμών στα εγκαταστημένα στη χώρα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο ίδρυμα. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται γνωστοποίηση από το φυσικό πρόσωπο ενός μοναδικού λογαριασμού, με υποβολή ηλεκτρονικής δήλωσης στο πληροφοριακό σύστημα της ΑΑΔΕ. Εφόσον υπάρχει λογαριασμός περιοδικής πίστωσης μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων, γνωστοποιείται, αποκλειστικά και μόνο, ο λογαριασμός αυτός. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ ορίζονται ο τρόπος υποβολής και πιστοποίησης του χρόνου της παραλαβής και τα στοιχεία της υποβαλλόμενης δήλωσης, ο τρόπος ενημέρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων από την ΑΑΔΕ για την υποβαλλόμενη δήλωση και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Κάθε άλλη διάταξη, που ρυθμίζει αντίθετα προς τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, δεν εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τον παρόντα Κώδικα.

ΚΠολΔ Άρθρο 983

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 86.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 983: 1. Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος χορηγεί, επί του εκτελεστού τίτλου ή της απόφασης, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή, ορίζοντας ταυτόχρονα τον τρίτο εις χείρας του οποίου θα γίνει η εκτέλεση. Η εντολή χορηγείται από πληρεξούσιο δικηγόρο και περιγράφει το αντικείμενο της κατάσχεσης. Η κατάσχεση διενεργείται με τη σύνταξη έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης από δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης την κατοικία, τη διαμονή ή την έδρα του, χωρίς σύμπραξη μάρτυρα. Ακριβές αντίγραφο της έκθεσης επιδίδεται στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. Η έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 117 και της παρ. 3 του άρθρου 118, τα ακόλουθα: α) αναφορά του εκτελεστού τίτλου βάσει του οποίου γίνεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη, του αντικειμένου της κατάσχεσης με βάση την εντολή και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, β) το ακριβές ποσό των εξόδων αυτής, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη, E Τεύχος A’ 30/27.02.2026788 ε) αναφορά του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης που εξάγεται αυτοματοποιημένα από την πλατφόρμα ιδιοκτησίας της Ομοσπονδίας Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr), στ) μνεία της προθεσμίας και του τρόπου ηλεκτρονικής υποβολής της δήλωσης τρίτου στην πλατφόρμα portal.odee.gr. 2. Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. 3. Όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο εις διαταγήν, η κατάσχεση της παρ. 1 μπορεί να γίνει μόνο αφού ο τίτλος αφαιρεθεί κατά το άρθρο 954 παρ. 1 από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται. 4. Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημά του. 5. Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή. 6. Η επίδοση ακριβούς αντιγράφου της έκθεσης στον τρίτο και στον οφειλέτη δύναται να διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα, κατά το άρθρο 122Α.

ΚΕΔΕ Άρθρο 31

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα 83.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 31: Κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων 1. Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημά τους και μπορεί να περιέχει περισσότερους οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο επισυνάπτεται για κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρονται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, καθώς και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσης ή τα στοιχεία της καταχώρισης του νόμιμου - εκτελεστού τίτλου στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ. Ο πίνακας χρεών μπορεί να αντικαθίσταται από την ταυτότητα οφειλής του κατασχετηρίου, η οποία συνιστά τον μοναδικό κωδικό αριθμό ανά κατασχετήριο αίτημα και συνδέεται μονοσήμαντα με τον πίνακα. 2. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 34, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν από την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, διαφορετικά θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση. 3. Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Για την ανωτέρω διαδικασία δεν καταβάλλονται έξοδα. 4. Δεν επιβάλλεται, με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, κατάσχεση για απαιτήσεις που υπολείπονται του συνολικού ποσού ύψους πενήντα (50) ευρώ, και, εφόσον επιβληθεί, δεν υποβάλλεται η δήλωση του άρθρου 34 και τυχόν υφιστάμενο ποσό δεν αποδίδεται. Σε περίπτωση κατά την οποία επιβλήθηκε κατάσχεση για συνολικό ποσό που υπερβαίνει αυτό του προηγούμενου εδαφίου και το προς απόδοση ποσό υπολείπεται των πενήντα (50) ευρώ, αυτό δεν αποδίδεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, αλλά σε χρόνο κατά τον οποίο θα υπερβεί το παραπάνω όριο.

ΚΠολΔ Άρθρο 986

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 82.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 986: Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δήλωση του άρθρου 985 όποιος επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα να την ανακόψει ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 23 επ. δικαστηρίου. Με την ανακοπή μπορεί να ζητηθεί και αποζημίωση κατά το άρθρο 985 παρ. 3. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατάθεση της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την προσβαλλόμενη δήλωση. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.

ΚΠολΔ Άρθρο 990

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα 78.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 990: Αν η ανακοπή του άρθρου 986 γίνει δεκτή, το δικαστήριο με την απόφασή του υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, τηρούνται όμως οι διατάξεις του άρθρου 988.

ΑΠ 1424/2023

Δικονομικό Δίκαιο · Εργατικό Δίκαιο2023Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 92.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πιστώτρια εταιρία διατηρούσε απαίτηση ύψους 132.388,40 ευρώ κατά οφειλέτη, που της είχε επιδικασθεί με απόφαση κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 60.000 ευρώ. Ο οφειλέτης απασχολούνταν ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή (General Manager) σε τουριστική εταιρία. Η πιστώτρια επέβαλε κατάσχεση εις χείρας της εργοδότριας εταιρίας επί των πάσης φύσεως απαιτήσεων του οφειλέτη, υφιστάμενων ή μελλοντικών, μέχρι του ποσού των 77.307,38 ευρώ. Η εργοδότρια εταιρία δήλωσε ότι καταβάλλει μηνιαίο μισθό στον οφειλέτη, χωρίς να προσδιορίσει το ακριβές ποσό του μισθού, τις τακτικές και έκτακτες αποδοχές, επιδόματα, δώρα εορτών και επίδομα αδείας, επικαλούμενη το ακατάσχετο του μισθού κατά το άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ ορίζει ότι ο τρίτος οφείλει να δηλώσει εντός οκταημέρου αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση, και η δήλωσή του πρέπει να είναι ακριβής. Ανακριβής είναι η δήλωση όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ως προς την κατασχεθείσα απαίτηση. Το άρθρο 31 παρ. 1 περ. ε' του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) εφαρμόζεται μόνο για χρέη προς το Δημόσιο, ενώ το άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ ρυθμίζει το ακατάσχετο μισθών σε ιδιωτικές διαφορές. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η εργοδότρια εταιρία δήλωσε ότι απασχολεί τον οφειλέτη ως υπάλληλο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και καταβάλλει μηνιαίο μισθό, αλλά παρέλειψε να αναφέρει την ιδιότητά του, τον κατά μήνα μισθό και το σύνολο των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων τακτικών και έκτακτων παροχών, επιδομάτων, δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Εφαρμόζοντας το άρθρο 31 παρ. 1 περ. ε' του ΚΕΔΕ σε ιδιωτική διαφορά, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. δ, 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αφού η διάταξη του ΚΕΔΕ εφαρμόζεται μόνο σε διαφορές που υπόκεινται στο ΚΕΔΕ και όχι σε ιδιωτικές διαφορές όπου ισχύει ο ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ε' του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) σε ιδιωτική διαφορά, ενώ η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο για χρέη προς το Δημόσιο. Στις ιδιωτικές διαφορές εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠολΔ, ιδίως το άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ για το ακατάσχετο των μισθών. Το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. δ, 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, υπέπεσε σε υπαγωγικό σφάλμα και παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεχόμενο ότι το ακατάσχετο του μισθού περιορίζεται από την εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ε' ΚΕΔΕ, με αποτέλεσμα η δήλωση του τρίτου να θεωρηθεί ανειλικρινής επειδή δεν περιείχε τα ποσοτικά κριτήρια του ΚΕΔΕ, που όμως δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί τη 2646/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΑΠ 1570/2021

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2021Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 86.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Συνταξιούχος διατηρούσε δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχο τον υιό της. Στους λογαριασμούς αυτούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της. Επιβλήθηκε κατάσχεση σε βάρος του υιού για οφειλές προς το Δημόσιο ύψους 12.753.068,84 ευρώ την 23-10-2014. Το διαθέσιμο υπόλοιπο του πρώτου λογαριασμού κατά την επιβολή της κατασχέσεως ανερχόταν σε 678,79 ευρώ και του δευτέρου σε 373,01 ευρώ, συνολικά 1.051,80 ευρώ. Η τράπεζα δέσμευσε την 03-11-2014 και απέδωσε την 10-11-2014 το 50% του υπολοίπου κάθε λογαριασμού (339,39 ευρώ και 186,50 ευρώ, συνολικά 525,89 ευρώ). Η συνταξιούχος υπέβαλε την 04-11-2014 ηλεκτρονική δήλωση περί μοναδικού ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη, επιτρέποντας κατάσχεση μόνο του μεριδίου του οφειλέτη. Το άρθρο 31 παρ. 1 ΚΕΔΕ εξαιρεί από κατάσχεση συντάξεις μέχρι 1.500 ευρώ μηνιαίως, ακόμη και όταν κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό, αφού δεν αποβάλλουν τον ακατάσχετο χαρακτήρα τους. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στους κοινούς λογαριασμούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της συνδικαιούχου και το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατασχέσεως ανερχόταν συνολικά σε 1.051,80 ευρώ, ποσό μικρότερο των 1.500 ευρώ. Η τράπεζα δέσμευσε το 50% των λογαριασμών (525,89 ευρώ) εφαρμόζοντας το τεκμήριο του άρθρου 4 του ν. 5638/1932. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι το ακατάσχετο των συντάξεων προστατεύεται εξ ολοκλήρου ακόμη και σε κοινό λογαριασμό, και η αφαίρεση του ακατασχέτου ποσού πρέπει να προηγείται της εφαρμογής του τεκμηρίου περί ιδανικών μεριδίων, όχι να εφαρμόζεται μόνο στο μερίδιο του μη οφειλέτη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 και δεν εφάρμοσε το άρθρο 31 παρ. 1 του ΚΕΔΕ. Ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές στους επίδικους λογαριασμούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της συνταξιούχου και το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατασχέσεως ανερχόταν σε 1.051,80 ευρώ (μικρότερο των 1.500 ευρώ), το Εφετείο έκρινε ότι νομίμως η τράπεζα δέσμευσε το 50% των λογαριασμών ως ανήκον στον οφειλέτη συνδικαιούχο. Όμως, η σύνταξη με την κατάθεσή της δεν απώλεσε τον ακατάσχετο χαρακτήρα της και η αφαίρεση του ακατασχέτου ποσού των 1.051,80 ευρώ έπρεπε να προηγηθεί της εφαρμογής του τεκμηρίου του άρθρου 4 του ν. 5638/1932.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την 3083/2019 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2000) ευρώ.

ΑΠ 1571/2021

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2021Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 85.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Συνταξιούχος διατηρούσε δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχο τον υιό της. Στους λογαριασμούς αυτούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της. Επιβλήθηκε κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας για οφειλές του υιού προς το ΙΚΑ ύψους 425.255,82 ευρώ. Κατά την ημερομηνία επιβολής της κατασχέσεως (02.06.2016), το διαθέσιμο υπόλοιπο στους δύο λογαριασμούς ήταν 174,48 ευρώ και 364,16 ευρώ αντίστοιχα. Η τράπεζα δέσμευσε και απέδωσε στο ΙΚΑ το 50% του υπολοίπου κάθε λογαριασμού (87,24 ευρώ και 182,08 ευρώ), συνολικά 269,32 ευρώ. Η συνταξιούχος είχε υποβάλει στις 04.11.2014 ηλεκτρονική δήλωση στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων για τους λογαριασμούς αυτούς ως μοναδικούς ακατάσχετους.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 31 παρ. 1 περ. ε' του ΚΕΔΕ εξαιρεί από την κατάσχεση τις απαιτήσεις από συντάξεις μέχρι του ποσού των 1.000 ευρώ και κατά το 1/2 από το ποσό των 1.001 έως 1.500 ευρώ. Το ακατάσχετο αυτό ισχύει ακόμη και όταν οι συντάξεις καταβάλλονται με περιοδική πίστωση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, αφού με την κατάθεση δεν αποβάλλουν τον ακατάσχετο χαρακτήρα τους. Το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στους επίδικους κοινούς λογαριασμούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της συνταξιούχου και το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά το χρόνο της κατασχέσεως ήταν συνολικά 269,32 ευρώ, ποσό μικρότερο των 1.000 ευρώ. Η τράπεζα δέσμευσε το 50% του υπολοίπου κάθε λογαριασμού εφαρμόζοντας το τεκμήριο του άρθρου 4 του ν. 5638/1932. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι προηγείται η αφαίρεση του ακατασχέτου ποσού της σύνταξης και στη συνέχεια εφαρμόζεται το τεκμήριο των ιδανικών μεριδίων. Εφόσον το διαθέσιμο ποσό ήταν μικρότερο των 1.000 ευρώ, δεν έπρεπε να δεσμευθεί κανένα ποσό.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 και το άρθρο 31 παρ. 1 του ΚΕΔΕ. Ενώ κατά τις παραδοχές του στους επίδικους λογαριασμούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της συνταξιούχου και το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά το χρόνο της κατασχέσεως ήταν 269,32 ευρώ (μικρότερο των 1.000 ευρώ), παρ' όλα αυτά έκρινε ότι νομίμως η τράπεζα δέσμευσε το 1/2 των λογαριασμών εφαρμόζοντας το τεκμήριο του άρθρου 4 του ν. 5638/1932. Η σύνταξη με την κατάθεσή της δεν απώλεσε τον ακατάσχετο χαρακτήρα της και η αφαίρεση του ακατασχέτου ποσού προηγείτο της εφαρμογής του τεκμηρίου των ιδανικών μεριδίων.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την 3081/2019 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2000) ευρώ.

ΑΠ 1757/2024

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 85.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ο δανειστής επιδίωξε ικανοποίηση απαίτησης μέσω κατάσχεσης εις χείρας τράπεζας επί λογαριασμών του οφειλέτη την 7.1.2019. Σε αυτούς τους λογαριασμούς είχαν προηγουμένως κατατεθεί ποσά: τον Φεβρουάριο 2017 ποσά 13.434 € και 13.605 € (και σε άλλο σημείο 136.053,04 €), τον Μάρτιο 2017 ποσό 182.569,44 € και τον Απρίλιο 2017 ποσό 186.027 €. Κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάσχεσης η τράπεζα ανέφερε ότι δεν υπήρχε ελεύθερο ποσό προς απόδοση από τους λογαριασμούς του οφειλέτη.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ προβλέπει αναιρετικό λόγο όταν δεν ληφθούν υπόψη έγκυρα αποδεικτικά μέσα ή δικαστική ομολογία. Τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ ορίζουν ότι δικαστική ομολογία υπάρχει μόνο όταν το επιζήμιο γεγονός αναγνωρίζεται σαφώς με πρόθεση ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Τα άρθρα 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ επιβάλλουν τη συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας. Ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προϋποθέτει ευθεία παραβίαση ουσιαστικού δικαίου, ενώ το άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ αποκλείει τον αναιρετικό έλεγχο της κρίσης επί των πραγματικών περιστατικών. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι αναφέρθηκαν καταθέσεις στους λογαριασμούς του οφειλέτη το 2017 (13.434 €, 13.605 €/136.053,04 €, 182.569,44 €, 186.027 €), ενώ η κατάσχεση έγινε στις 7.1.2019. Η αναφορά των ποσών στις προτάσεις της αντιδίκου έγινε προς αντίκρουση, ως προγενέστερες της κατάσχεσης, χωρίς πρόθεση ομολογίας. Επιπλέον, έγγραφο που επικαλέστηκε ο αντίδικος για εξώδικη ομολογία συνεκτιμήθηκε, κατά τη γενική ρητή βεβαίωση της απόφασης. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε δικαστική ομολογία, η εξώδικη ομολογία (ως αποδεικτικό μέσο) λήφθηκε υπόψη, και ότι οι προγενέστερες καταθέσεις δεν τεκμηριώνουν ύπαρξη υπολοίπου στις 7.1.2019. Ο δεύτερος λόγος, περί εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 985-986 ΚΠολΔ, ήταν απαράδεκτος λόγω αοριστίας και διότι βάλλει κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο ισχυρισμός περί δικαστικής ομολογίας απορρίφθηκε διότι οι αναφορές στις προτάσεις του αντιδίκου δεν έγιναν με πρόθεση αναγνώρισης επιζήμιου γεγονότος και αφορούσαν προγενέστερες της κατάσχεσης κινήσεις λογαριασμού. Ο ισχυρισμός περί μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας απορρίφθηκε, καθώς από τη γενική ρητή βεβαίωση της απόφασης προέκυψε ότι όλα τα έγγραφα συνεκτιμήθηκαν. Ο λόγος περί παραβίασης των άρθρων 985-986 ΚΠολΔ κρίθηκε απαράδεκτος: α) λόγω αοριστίας, αφού δεν εξειδικεύθηκε το νομικό σφάλμα, και β) διότι πλήττει την περί των πραγμάτων κρίση (άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, με επιβολή δικαστικών εξόδων.
Τελική Απόφαση
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.7.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 65/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον καθένα εξ αυτών.

ΑΠ 1022/2011

Δικονομικό Δίκαιο · Εργατικό Δίκαιο2011Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 84.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργαζόμενη είχε απαίτηση από δεδουλευμένους μισθούς ύψους 23.477,62 ευρώ λόγω σύμβασης εργασίας με ανώνυμη εταιρεία. Ο οφειλέτης τηρούσε χρηματική κατάθεση σε πιστωτικό ίδρυμα. Το πιστωτικό ίδρυμα επικαλέστηκε το τραπεζικό απόρρητο και αρνήθηκε να γνωστοποιήσει πληροφορίες για την ύπαρξη της κατάθεσης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 ν.δ.1059/1971 καθιερώνει το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων, ενώ τα άρθρα 2 §1 και 3 του ίδιου ν.δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 985 §§1-2 ΚΠολΔ και το άρθρο 986 ΚΠολΔ, ρυθμίζουν την υποχρέωση δήλωσης του τρίτου και την ανακοπή κατά αρνητικής δήλωσης. Το άρθρο 20 §1 Συντάγματος κατοχυρώνει την παροχή έννομης προστασίας και την αναγκαστική εκτέλεση. Το άρθρο 24 ν.2915/2001 διευκρίνισε ότι το απόρρητο δεν ισχύει έναντι δανειστή με δικαίωμα κατάσχεσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχε απαίτηση από δεδουλευμένους μισθούς ύψους 23.477,62 ευρώ κατά ανώνυμης εταιρείας, η οποία τηρούσε χρηματική κατάθεση σε τράπεζα. Το πιστωτικό ίδρυμα, ως τρίτος, επικαλέστηκε το ν.δ.1059/1971 και αρνήθηκε να προβεί στη δήλωση ύπαρξης κατάθεσης. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι το τραπεζικό απόρρητο δεν συνεπάγεται ακατάσχετο ούτε απαλλάσσει την τράπεζα από τη δικονομική υποχρέωση δήλωσης κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ· η ανάγκη ικανοποίησης του δανειστή και η συνταγματική προστασία υπερισχύουν. Η άρνηση ή παράλειψη δήλωσης ισοδυναμεί με αρνητική δήλωση δεκτική ανακοπής κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα τα άρθρα 1, 2 και 3 ν.δ.1059/1971, θεωρώντας ότι το τραπεζικό απόρρητο αποκλείει τη δήλωση του τρίτου κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ. Το απόρρητο δεν θεσπίζει ακατάσχετο ούτε αίρει τη δικονομική υποχρέωση της τράπεζας να δηλώσει την ύπαρξη κατάθεσης· διαφορετικά ματαιώνεται η έννομη προστασία του δανειστή (άρθρο 20 §1 Συντάγματος). Η ερμηνεία αυτή αντίκειται και στη μεταγενέστερη ρητή ρύθμιση του άρθρου 24 ν.2915/2001. Ως εκ τούτου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την 445/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

124.000+ αποφάσεις · 24.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →