Ακατάσχετο μισθοδοτικού λογαριασμού — εφαρμογή ορίου προστασίας σε μικτό λογαριασμό

Κύρια Νομική Θέση

Με βάση το διαθέσιμο υλικό, το ακατάσχετο του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ και παρ. 3 προστατεύει την απαίτηση από μισθούς και διατηρείται και όταν αυτή κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μόνο στην έκταση που το υπόλοιπο του λογαριασμού, από την επιβολή της κατάσχεσης έως και έναν μήνα μετά την καταβολή, δεν υπερβαίνει το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.
Το υλικό δεν περιέχει απόφαση που να κρίνει ευθέως το ειδικό ερώτημα του «μικτού» μισθοδοτικού λογαριασμού υπό το ΚΠολΔ. Περιέχει όμως ισχυρές κατευθύνσεις: α) η προστασία συνδέεται με την πηγή της απαίτησης και β) η δήλωση της τράπεζας πρέπει να είναι συγκεκριμένη και ακριβής ως προς το ακατάσχετο.

Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΠολΔ Άρθρο 982
Ορίζει ότι εξαιρούνται από την κατάσχεση οι απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός από την ειδική εξαίρεση για διατροφή ή συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται κατάσχεση έως το μισό.
Η παρ. 3 ορίζει ότι η εξαίρεση της περ. δ’ ισχύει και όταν η καταβολή γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη, μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο, από την επιβολή της κατάσχεσης έως και έναν μήνα μετά την καταβολή, που δεν υπερβαίνει το ποσό της εξαιρούμενης απαίτησης.

ΚΠολΔ Άρθρο 985
Ο τρίτος οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες να δηλώσει αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση. Όταν η κατάσχεση επιβάλλεται στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, αυτό πρέπει να δηλώσει αν υφίσταται ακατάσχετη απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 982 παρ. 2 στοιχ. γ’ και δ’.
Αν η δήλωση παραλειφθεί ή είναι ανακριβής, ο τρίτος ευθύνεται να αποζημιώσει αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση.

ΚΠολΔ Άρθρο 983
Ρυθμίζει τη διαδικασία της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και την επίδοση του κατασχετηρίου σε τρίτο και οφειλέτη.
Η παρ. 5 ορίζει ότι το απόρρητο των καταθέσεων δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 986
Παρέχει στον κατασχόντα δικαίωμα ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δήλωση.

ΚΠολΔ Άρθρο 990
Αν η ανακοπή του άρθρου 986 γίνει δεκτή, το δικαστήριο υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 988.

ΚΠολΔ Άρθρο 995
Αφορά επιδόσεις της κατασχετήριας έκθεσης σε κατάσχεση ακινήτων. Από το παρεχόμενο υλικό δεν προκύπτει ειδική χρησιμότητα για το ερώτημα του ακατασχέτου μισθοδοτικού λογαριασμού εις χείρας τράπεζας.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Οι διαθέσιμες αποφάσεις αφορούν κυρίως:
- το ακατάσχετο μισθών/συντάξεων,
- τη δήλωση τρίτου από τράπεζα,
- το ακατάσχετο σε κοινό λογαριασμό και κυρίως στο πλαίσιο ΚΕΔΕ,
ενώ το ερώτημά σας αφορά ειδικότερα μικτό μισθοδοτικό λογαριασμό υπό ΚΠολΔ.

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

1424/2023 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Αφορά κατάσχεση εις χείρας εργοδότριας εταιρίας για απαιτήσεις από μισθό σε ιδιωτική διαφορά και το περιεχόμενο της δήλωσης τρίτου ως προς το ακατάσχετο του μισθού.
- Κρίση: Η απαίτηση της πιστώτριας ήταν 132.388,40 ευρώ, προσωρινά εκτελεστή για 60.000 ευρώ, και η κατάσχεση επιβλήθηκε μέχρι 77.307,38 ευρώ. Αναιρέθηκε η 2646/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
- Εφαρμογή: Ισχυρό επιχείρημα ότι σε ιδιωτικές διαφορές εφαρμόζεται το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ και όχι τα όρια του ΚΕΔΕ Άρθρο 33 ή ΚΕΔΕ Άρθρο 31. Επίσης, η τράπεζα ή άλλος τρίτος δεν αρκεί να επικαλεστεί γενικά «ακατάσχετο μισθού», αλλά πρέπει να προσδιορίζει συγκεκριμένα στοιχεία της απαίτησης, κατ’ εφαρμογή του ΚΠολΔ Άρθρο 985.

1022/2011 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Αφορά τράπεζα ως τρίτο που αρνήθηκε δήλωση επικαλούμενη τραπεζικό απόρρητο.
- Κρίση: Η απαίτηση της εργαζόμενης ήταν 23.477,62 ευρώ. Αναιρέθηκε η 445/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
- Εφαρμογή: Ενισχύει ότι η τράπεζα οφείλει πλήρη δήλωση κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 985 και δεν μπορεί να αποκρύψει στοιχεία λογαριασμού. Άρα, σε μικτό λογαριασμό, κρίσιμο είναι να αποτυπωθούν οι πιστώσεις μισθού και τα λοιπά ποσά, ώστε να ελεγχθεί ποιο μέρος καλύπτεται από το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

1757/2024 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Αφορά το κριτήριο ειλικρίνειας της δήλωσης τράπεζας σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου επί τραπεζικού λογαριασμού.
- Κρίση: Η κατάσχεση έγινε στις 7.1.2019. Προγενέστερες καταθέσεις που αναφέρθηκαν ήταν 13.434 €, 13.605 €/136.053,04 €, 182.569,44 €, 186.027 €. Απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης κατά της 65/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
- Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη για το αποδεικτικό σκέλος: η ειλικρίνεια της δήλωσης της τράπεζας κρίνεται από το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά τον χρόνο της κατάσχεσης. Σε μικτό λογαριασμό, ο δικηγόρος πρέπει να αποδείξει όχι απλώς ότι υπήρξαν μισθολογικές πιστώσεις, αλλά ποιο μέρος του υπολοίπου κατά τον κρίσιμο χρόνο αντιστοιχεί σε προστατευόμενη απαίτηση εντός του πλαισίου του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

1570/2021 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Αφορά κοινό τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο κατατίθενται αποκλειστικά συντάξεις και κρίθηκε ότι το ακατάσχετο προηγείται της εφαρμογής του τεκμηρίου ιδανικών μεριδίων.
- Κρίση: Υπόλοιπο 1.051,80 ευρώ, δέσμευση 525,89 ευρώ. Αναιρέθηκε η 3083/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
- Εφαρμογή: Αν και αφορά ΚΕΔΕ και κοινό λογαριασμό, υποστηρίζει αναλογικά ότι η προστασία ακολουθεί την προέλευση του ποσού από σύνταξη/μισθό και δεν χάνεται αυτομάτως με την κατάθεση. Μπορεί να αξιοποιηθεί αναλογικά υπέρ της θέσης ότι και σε μικτό λογαριασμό πρέπει πρώτα να εντοπίζεται το προστατευόμενο μισθολογικό ποσό.

1571/2021 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Ομοίως αφορά κοινό λογαριασμό με αποκλειστική πίστωση συντάξεων.
- Κρίση: Υπόλοιπο 269,32 ευρώ, δεσμεύθηκε το 50% και αποδόθηκε συνολικά 269,32 ευρώ ως επίδικο ποσό. Αναιρέθηκε η 3081/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
- Εφαρμογή: Αναλογικά ενισχύει ότι το ακατάσχετο εξετάζεται πριν από άλλους μηχανισμούς επιμερισμού. Για μικτό λογαριασμό, το επιχείρημα θα είναι ότι πρέπει να προηγηθεί ο διαχωρισμός του μισθολογικού μέρους που προστατεύεται από το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

1757/2024 Άρειος Πάγος
- Ο αντίδικος θα την επικαλεστεί για να υποστηρίξει ότι δεν αρκεί επίκληση παλαιών μισθολογικών πιστώσεων, αλλά απαιτείται απόδειξη του διαθέσιμου υπολοίπου κατά την ημέρα της κατάσχεσης.
- Αντίκρουση: Να προσκομιστεί αναλυτική κίνηση λογαριασμού για το κρίσιμο διάστημα και να συνδεθούν οι συγκεκριμένες μισθολογικές πιστώσεις με το προστατευόμενο υπόλοιπο εντός του ενός μηνός του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

1424/2023 Άρειος Πάγος
- Ο αντίδικος μπορεί να την επικαλεστεί για να υποστηρίξει ότι η γενική επίκληση «μισθοδοτικός λογαριασμός» δεν αρκεί.
- Αντίκρουση: Η ίδια απόφαση τελικά ενισχύει τη δική σας θέση, εφόσον ζητεί συγκεκριμενοποίηση. Άρα η στρατηγική δεν είναι αφηρημένη επίκληση του χαρακτηρισμού του λογαριασμού, αλλά ακριβής ποσοτική τεκμηρίωση των μισθολογικών πιστώσεων και του υπολοίπου.

Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Η προστασία του ΚΠολΔ συνδέεται με την απαίτηση από μισθό, όχι με την ονομασία του λογαριασμού.
Το βασικό έρεισμα είναι το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ και κυρίως η παρ. 3, που επεκτείνει το ακατάσχετο και όταν η καταβολή γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό. Επομένως, το κρίσιμο δεν είναι αν ο λογαριασμός είναι «καθαρά μισθοδοτικός» ή «μικτός», αλλά αν και σε ποια έκταση το υπόλοιπο αντιστοιχεί σε εξαιρούμενη απαίτηση.

2. Σε μικτό λογαριασμό δεν προκύπτει από το υλικό αυτοδίκαιη απώλεια της προστασίας λόγω συνύπαρξης μη μισθολογικών πιστώσεων.
Δεν υπάρχει διαθέσιμη απόφαση που να λέει ότι η ύπαρξη και άλλων πιστώσεων καταργεί αυτομάτως το ακατάσχετο του μισθολογικού μέρους. Αντιθέτως, από το ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3 προκύπτει ποσοτικό κριτήριο: προστατεύεται το υπόλοιπο μέχρι το ποσό της εξαιρούμενης απαίτησης και εντός του οριζόμενου χρονικού διαστήματος.

3. Η τράπεζα οφείλει ειδική και ακριβή δήλωση.
Κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 985 και σύμφωνα με τις 1424/2023 Άρειος Πάγος και 1022/2011 Άρειος Πάγος, η τράπεζα δεν μπορεί να αρκεστεί σε αόριστη αναφορά ούτε να επικαλεστεί απόρρητο. Πρέπει να δηλώσει τα στοιχεία που επιτρέπουν να κριθεί αν υπάρχει ακατάσχετη απαίτηση.

4. Αποδεικτικό κέντρο βάρους: το υπόλοιπο κατά τον χρόνο της κατάσχεσης.
Η 1757/2024 Άρειος Πάγος δείχνει ότι το δικαστήριο θα εστιάσει στο διαθέσιμο υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατάσχεσης. Άρα απαιτείται:
- αναλυτική κίνηση λογαριασμού,
- εντοπισμός μισθολογικών πιστώσεων,
- διαχωρισμός από λοιπές πιστώσεις,
- απόδειξη ότι το προστατευόμενο ποσό παρέμενε στο υπόλοιπο εντός του χρονικού πλαισίου του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.

5. Αναλογική αξιοποίηση της νομολογίας ΚΕΔΕ.
Οι 1570/2021 Άρειος Πάγος και 1571/2021 Άρειος Πάγος δεν αφορούν άμεσα ΚΠολΔ, αλλά είναι χρήσιμες αναλογικά ως προς την αρχή ότι η κατάθεση μισθού/σύνταξης δεν απογυμνώνει αυτομάτως το ποσό από τον προστατευτικό του χαρακτήρα. Τα όρια εφαρμογής είναι σαφή: δεν πρέπει να μεταφερθούν αυτούσια τα ποσοτικά όρια του ΚΕΔΕ σε ιδιωτική διαφορά, διότι αυτό αποκλείεται από την 1424/2023 Άρειος Πάγος.

Νομολογιακή Ισχύς

Περιορισμένη.

Υπάρχει σαφής νομοθετική βάση στο ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ και παρ. 3 και υποστηρικτική νομολογία για:
- τη διατήρηση της προστασίας μετά την κατάθεση,
- την υποχρέωση ακριβούς δήλωσης του τρίτου,
- την εστίαση στο υπόλοιπο κατά τον χρόνο της κατάσχεσης.

Όμως δεν εντοπίστηκε στις διαθέσιμες αποφάσεις άμεση κρίση για το ειδικό ερώτημα αν η πίστωση και με μη μισθολογικά ποσά σε ίδιο λογαριασμό αποκλείει ή περιορίζει αυτοτελώς το ακατάσχετο υπό ΚΠολΔ.

Πρακτικές Συστάσεις

1. Να στηρίξετε τον κύριο ισχυρισμό πρωτίστως στο ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3.
Η διάταξη είναι η πιο άμεση βάση για να υποστηριχθεί ότι το ακατάσχετο ισχύει και σε τραπεζικό λογαριασμό.

2. Να μην προβάλετε απλώς ότι πρόκειται για “μισθοδοτικό λογαριασμό”.
Με βάση τις 1424/2023 Άρειος Πάγος και 1757/2024 Άρειος Πάγος, αυτό δεν αρκεί. Χρειάζεται:
- αναλυτικό statement,
- ταυτοποίηση εργοδότη,
- ημερομηνίες και ποσά μισθοδοσίας,
- διάκριση λοιπών καταθέσεων.

3. Να ζητήσετε έλεγχο της δήλωσης της τράπεζας κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 985 και, αν χρειάζεται, ανακοπή κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 986.
Αν η τράπεζα δεν εξειδίκευσε ποια ποσά είναι μισθολογικά και ποια όχι, υπάρχει πεδίο αμφισβήτησης της ακρίβειας της δήλωσης.

4. Να χρησιμοποιήσετε την 1424/2023 Άρειος Πάγος για να αποκρούσετε επίκληση των ορίων του ΚΕΔΕ σε ιδιωτική εκτέλεση.
Αυτό είναι κρίσιμο, διότι ο αντίδικος ή και η τράπεζα συχνά συγχέουν το καθεστώς ΚΕΔΕ με το καθεστώς ΚΠολΔ.

5. Να επικαλεστείτε αναλογικά τις 1570/2021 Άρειος Πάγος και 1571/2021 Άρειος Πάγος μόνο ως προς την αρχή της διατήρησης του προστατευτικού χαρακτήρα του ποσού.
Όχι ως προς τα αριθμητικά όρια του ΚΕΔΕ.

6. Αν απαιτείται περαιτέρω έρευνα, προτείνεται αναζήτηση με όρους:
- «ΚΠολΔ 982 παρ. 3 μικτός λογαριασμός»
- «μισθοδοτικός λογαριασμός μη μισθολογικές πιστώσεις κατάσχεση εις χείρας τρίτου»
- «δήλωση τρίτου τράπεζας ακατάσχετο μισθού ΚΠολΔ 985»
- «υπόλοιπο λογαριασμού ένα μήνα μετά την καταβολή άρθρο 982 παρ. 3 ΚΠολΔ»

Συμπέρασμα:
Με βάση το παρόν υλικό, η ασφαλέστερη θέση είναι ότι η προστασία του ΚΠολΔ Άρθρο 982 δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν επειδή ο λογαριασμός είναι μικτός, αλλά εφαρμόζεται μόνο στο μέρος του υπολοίπου που αποδεικνύεται ότι αντιστοιχεί σε μισθολογική απαίτηση και παραμένει εντός των ορίων του ΚΠολΔ Άρθρο 982 παρ. 3. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αποδεικτικό και συνδέεται άμεσα με την ακρίβεια της δήλωσης της τράπεζας κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 985.

ΚΠολΔ Άρθρο 982
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 94.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 982: 1. Μπορούν να κατασχεθούν α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή, β) κινητά πράγματά του που βρίσκονται στα χέρια τρίτου. «2. Εξαιρούνται από την κατάσχεση α) πράγματα που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά, β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες, γ) απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, καθώς και απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. ε) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως τρίτου, μέχρι την κατάθεση τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. στ) απαιτήσεις που επιδικάζονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω διαπίστωσης παραβιάσεων της Σύμβασης αυτής ή των Πρωτοκόλλων της, εξαιρουμένων των απαιτήσεων που επιδικάζονται για την παραπάνω αιτία προς αποκατάσταση υλικής ζημίας. Το εν λόγω ακατάσχετο ισχύει όταν η κατάσχεση επισπεύδεται για την ικανοποίηση απαίτησης δανειστή, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α' 143). ζ) απαιτήσεις που προβλέπονται σε ειδικότερους νόμους ως ακατάσχετες.» «3. Η εξαίρεση των περ. δ' και ζ' της παρ. 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως και έναν (1) μήνα μετά την καταβολή, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.».
ΚΠολΔ Άρθρο 985
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 985: 1. Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό. Όταν η κατάσχεση επιβάλλεται στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, αυτό θα πρέπει να δηλώσει, αν υφίσταται στα χέρια του ακατάσχετη απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 982 παρ. 2 στοιχ. γ’ και δ’. 2. Η δήλωση της παρ. 1 συντάσσεται, υπογράφεται και υποβάλλεται ηλεκτρονικά από πληρεξούσιο δικηγόρο ή συμβολαιογράφο στις κατασχέσεις εις χείρας τρίτου στις οποίες, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, φέρει την ιδιότητα του τρίτου, στον δικαστικό επιμελητή που επέβαλε την κατάσχεση, με Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών μέσω της εγκεκριμένης ψηφιακής πλατφόρμας που διατηρεί η Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr), με χρήση του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης που αναφέρεται στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 983. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζεται κάθε τεχνική λεπτομέρεια σχετικά με την υποβολή της δήλωσης. Η καταφατική δήλωση του άρθρου 988 αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά του τρίτου. Τον εκτελεστήριο τύπο δίνει Πρωτοδίκης του κεντρικού Πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει, κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης, την κατοικία, τη διαμονή ή την έδρα του. 3. Η παράλειψη της δήλωσης εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Αν η δήλωση παραλειφθεί ή είναι ανακριβής, ο τρίτος ευθύνεται να αποζημιώσει αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση.
ΚΠολΔ Άρθρο 995
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 76.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 995: Επιδόσεις αντιγράφου ή περίληψης έκθεσης κατάσχεσης 1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο, περί επιδόσεων. Η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016 (Α’ 95). 2. Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Αν πρόκειται για πλοία νηολογημένα στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που τηρεί το νηολόγιο, όπου είναι γραμμένο το πλοίο, και αν πρόκειται για αεροσκάφη γραμμένα σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. Ο υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να ε γγράφει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ’ ων η κατάσχεση. 3. Αν πρόκειται για κατάσχεση ενυπόθηκου κτήματος και η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου, κυρίου ή νομέα, πρέπει να επιδοθεί σ ’ αυτόν και στον οφειλέτη αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη, πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. « 4. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/ 2016. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ). Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού. Ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε ηλεκτρονική μορφή, φωτογραφίες του κατασχεθέντος ακινήτου, τις οποίες λαμβάνει κατά την επιτόπια μετάβασή του σε αυτό. Η λήψη τους από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και η έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή και οι φωτογραφίες αναρτώνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού. Εκτός των ανωτέρω πληροφοριακών στοιχείων, ο δικαστικός επιμελητής συγκεντρώνει και όποια άλλα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα ενδεικτικά της αξίας του κατασχεμένου ακινήτου, όπως οικοδομικές άδειες, τοπογραφικά διαγράμματα και κατόψεις, και τα παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ο οποίος τα αναρτά στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα το αργότερο τριάντα (30) ημέρες προ του πλειστηριασμού. Όλες οι αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και οι συμβολαιογράφοι υποχρεούν ται να χορηγούν στον δικαστικό επιμελητή τα έγγραφα αυτά.» 5. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ..
ΚΕΔΕ Άρθρο 33
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 93.0%
ΚΕΔΕ Άρθρο 33: Ακατάσχετα στα χέρια τρίτων 1. Εξαιρούνται της κατάσχεσης στα χέρια τρίτων: α) τα κινητά πράγματα που αναφέρονται στο άρθρο 17, β) τα ακατάσχετα που προβλέπονται από ειδικούς νόμους και έχουν διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 52 του Εισαγωγικού Νόμου του Κ.Πολ.Δ., γ) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρείες, δ) οι απαιτήσεις διατροφής από τον νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, ε) οι απαιτήσεις από μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαία είναι μικρότερο από χίλια (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση για τα χρέη προς το Δημόσιο επί του 1/2 του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, καθώς και επί του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, στ) τα 4/5 των ημερομισθίων, ενώ επιτρέπεται κατάσχεση επί του 1/5 αυτών για χρέη προς το Δημόσιο των δικαιούχων αυτών, ζ) το 1/2 των εφάπαξ καταβαλλόμενων από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα βοηθημάτων κατά την αποχώρηση από την υπηρεσία ή το επάγγελμα, ενώ επιτρέπεται κατάσχεση επί του 1/2 αυτών για τα χρέη προς το Δημόσιο των δικαιούχων αυτών. 2. Καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό ή τοποθετήσεις σε λογαριασμό πληρωμών στα εγκαταστημένα στη χώρα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο ίδρυμα. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται γνωστοποίηση από το φυσικό πρόσωπο ενός μοναδικού λογαριασμού, με υποβολή ηλεκτρονικής δήλωσης στο πληροφοριακό σύστημα της ΑΑΔΕ. Εφόσον υπάρχει λογαριασμός περιοδικής πίστωσης μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων, γνωστοποιείται, αποκλειστικά και μόνο, ο λογαριασμός αυτός. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ ορίζονται ο τρόπος υποβολής και πιστοποίησης του χρόνου της παραλαβής και τα στοιχεία της υποβαλλόμενης δήλωσης, ο τρόπος ενημέρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων από την ΑΑΔΕ για την υποβαλλόμενη δήλωση και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Κάθε άλλη διάταξη, που ρυθμίζει αντίθετα προς τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, δεν εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τον παρόντα Κώδικα.
ΚΠολΔ Άρθρο 1025
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 1025: 1. Η κατάσχεση γίνεται, αν πρόκειται για απαίτηση κατά τρίτου, με επίδοση της απόφασης που επέτρεψε την κατάσχεση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και στον τρίτο. Αν πρόκειται για δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, η κατάσχεση γίνεται με την επίδοση της απόφασης σ' αυτόν. Στις περιπτώσεις που για τη σύσταση ή τη μεταβίβαση του δικαιώματος προβλέπεται η τήρηση βιβλίων από δημόσιες αρχές, η κατάσχεση εγγράφεται στο περιθώριο της πράξης και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 995 παρ. 2 και 997. Οι αρχές αυτές έχουν θέση υποθηκοφύλακα. 2. Αφότου η απόφαση επιδοθεί σύμφωνα με την παρ. 1 σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση, η διάθεση του κατασχεμένου. Όταν προβλέπεται να γίνει εγγραφή σε βιβλίο, η ακυρότητα ισχύει για τους τρίτους μόνο αν η κατάσχεση είχε ήδη εγγραφεί στο βιβλίο, όταν έγινε η διάθεση. 3. Οι διατάξεις των άρθρων 984 παρ. 1 και 2, 985 έως 987 και 990 εφαρμόζονται και εδώ.
ΚΕΔΕ Άρθρο 17
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 87.2%
ΚΕΔΕ Άρθρο 17: Ακατάσχετα 1. Εξαιρούνται από την κατάσχεση: α) τα πράγματα που είναι απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, και β) προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγματα που είναι απαραίτητα για την εργασία τους. 2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και του κατασχόντος για το κατασχετό ή μη των πραγμάτων της παρ. 1, αυτά κατάσχονται και παραδίδονται στον οφειλέτη, ο οποίος φέρει όλες τις ευθύνες του μεσεγγυούχου και η διαφορά επιλύεται ενώπιον του Ειρηνοδικείου, στο οποίο μπορεί να απευθυνθεί με αίτησή του ο οφειλέτης εντός πέντε (5) ημερών, με ποινή απαραδέκτου, από την παράδοση ή επίδοση σε αυτόν αντιγράφου της έκθεσης κατάσχεσης. Επί της αίτησης, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 682 επ. του Κ.Πολ.Δ. και στην οποία κλητεύεται πάντοτε ο επισπεύδων, εκδίδεται απαραιτήτως απόφαση, εντός τριών (3) ημερών, η οποία είναι αμετάκλητη.
ΚΠολΔ Άρθρο 983
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 983: 1. Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος χορηγεί, επί του εκτελεστού τίτλου ή της απόφασης, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή, ορίζοντας ταυτόχρονα τον τρίτο εις χείρας του οποίου θα γίνει η εκτέλεση. Η εντολή χορηγείται από πληρεξούσιο δικηγόρο και περιγράφει το αντικείμενο της κατάσχεσης. Η κατάσχεση διενεργείται με τη σύνταξη έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης από δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης την κατοικία, τη διαμονή ή την έδρα του, χωρίς σύμπραξη μάρτυρα. Ακριβές αντίγραφο της έκθεσης επιδίδεται στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. Η έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 117 και της παρ. 3 του άρθρου 118, τα ακόλουθα: α) αναφορά του εκτελεστού τίτλου βάσει του οποίου γίνεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη, του αντικειμένου της κατάσχεσης με βάση την εντολή και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, β) το ακριβές ποσό των εξόδων αυτής, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη, E Τεύχος A’ 30/27.02.2026788 ε) αναφορά του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης που εξάγεται αυτοματοποιημένα από την πλατφόρμα ιδιοκτησίας της Ομοσπονδίας Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr), στ) μνεία της προθεσμίας και του τρόπου ηλεκτρονικής υποβολής της δήλωσης τρίτου στην πλατφόρμα portal.odee.gr. 2. Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. 3. Όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο εις διαταγήν, η κατάσχεση της παρ. 1 μπορεί να γίνει μόνο αφού ο τίτλος αφαιρεθεί κατά το άρθρο 954 παρ. 1 από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται. 4. Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημά του. 5. Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή. 6. Η επίδοση ακριβούς αντιγράφου της έκθεσης στον τρίτο και στον οφειλέτη δύναται να διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα, κατά το άρθρο 122Α.
ΚΠΔ Άρθρο 260
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.7%
ΚΠΔ Άρθρο 260: Κατάσχεση στις τράπεζες και σε άλλα ιδρύματα 1. Με την επιφύλαξη αντίθετων διατάξεων ειδικών νόμων, όσοι αναφέρονται στο άρθρο 251 μπορούν αυτοπροσώπως να κατάσχουν τίτλους αξιών, στις τράπεζες ή σε άλλα ιδρύματα δημόσια ή ιδιωτικά, σε ποσότητες που είναι κατατεθειμένες σε τρεχούμενο λογαριασμό και κάθε άλλο κατατεθειμένο πράγμα ή έγγραφο και όταν αυτά περιέχονται σε τραπεζικές θυρίδες, έστω και αν δεν ανήκουν στον κατηγορούμενο ή δεν είναι γραμμένα στο όνομά του, αρκεί να σχετίζονται με το έγκλημα. 2. Τα πρόσωπα αυτά έχουν το δικαίωμα να εξετάσουν την αλληλογραφία και όλες τις πράξεις της τράπεζας ή του ιδρύματος για να βρουν τα πράγματα που πρέπει να κατασχεθούν ή για να βεβαιώσουν άλλες περιστάσεις χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας. Σε περίπτωση άρνησης προβαίνουν σε έρευνα και κατάσχεση των χρήσιμων εγγράφων και πραγμάτων.
ΚΠολΔ Άρθρο 991Α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 991Α: Αν αντικείμενο της κατάσχεσης είναι κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που τηρούνται σε άυλη μορφή και εκποιούνται σε χρηματιστήριο ή άλλη ρυθμιζόμενη αγορά που λειτουργεί στην ημεδαπή, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 983 επόμενα. Η κατάσχεση θεωρείται ως κατάσχεση πράγματος που βρίσκεται στα χέρια τρίτου. Η εκποίηση των κινητών αξιών ή των χρηματοπιστωτικών μέσων που κατασχέθηκαν γίνεται στο πλαίσιο δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται σε αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Ν4270 Άρθρο 145
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 85.1%
Ν4270 Άρθρο 145: Κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου και εκχώρηση 1.Η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου, γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων, οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικά: α. στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, β. στις αρμόδιες, για τη φορολογία εισοδήματος τόσο του καθ’ ου η κατάσχεση, όσο και του κατάσχοντος, Δ.Ο.Υ.. 2.Στο κατασχετήριο εις χείρας του Δημοσίου, πρέπει αναγκαία να αναφέρεται σαφώς η ακριβής αιτία της οφειλής του Δημοσίου, το πρόσωπο του δικαιούχου της σχετικής απαίτησης με την ακριβή διεύθυνσή του και το ποσό αυτής, καθώς και ο αριθμός φορολογικού μητρώου τόσο του κατάσχοντος, όσο και του καθ’ ου η κατάσχεση. 3.α. Η κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ολοκληρώνεται μόνο από την ημερομηνία κοινοποίησης του κατασχετηρίου στην, κατά την παράγραφο 1, αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία, η οποία όμως, για να είναι έγκυρη, πρέπει αφενός μεν να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο λοιπές κοινοποιήσεις και αφετέρου να συνοδεύεται από νόμιμα από αρμόδιο δικαστικό επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις ανωτέρω Δ.Ο.Υ., χωρίς να απαιτείται πρόσθετη κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 «Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου»). β. Η προθεσμία υποβολής της, κατ’ άρθρο 985 παραγράφου 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δήλωσης του Δημοσίου, ως τρίτου, είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία, ο προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την υποβολή της ανωτέρω δηλώσεως στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου όπου εδρεύει η υπηρεσία. 4.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται ανάλογα και επί αναγγελίας εκχώρησης απαίτησης κατά του Δημοσίου. Η αναγγελία τέτοιας εκχώρησης πρέπει, επί ποινή ακυρότητας αυτής, να καταχωρίζεται στο κάτω μέρος του νόμιμα συντεταγμένου πρωτοτύπου ή επικυρωμένου αντιγράφου του εκχωρητηρίου εγγράφου. 5.Η μη τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου επάγεται την ακυρότητα της εις χείρας του Δημοσίου κατάσχεσης ή της προς αυτό αναγγελίας εκχώρησης απαίτησης, λαμβανομένων υπόψη υπό των δικαστηρίων και αυτεπάγγελτα. Επί άκυρης εις χείρας του κατάσχεσης, το Δημόσιο δεν υποχρεούται σε καμία δήλωση.
ΚΠολΔ Άρθρο 710
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 710: Δεν επιτρέπεται συντηρητική κατάσχεση πραγμάτων τα οποία είναι ακατάσχετα κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και εκείνων που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά.
ΕΚ Άρθρο 157
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.0%
ΕΚ Άρθρο 157: Απαγόρευση συμψηφισμού και κατάσχεσης μισθού Ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τον συμψηφισμό με απαίτηση που έχει ο εργοδότης λόγω ζημίας που του προξένησε ο εργαζόμενος με δόλο κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας. Ο μισθός, εφόσον δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, είναι και ακατάσχετος.
ΚΕΔΕ Άρθρο 30
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 84.4%
ΚΕΔΕ Άρθρο 30: Κατάσχεση στα χέρια τρίτου 1. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου των χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτη του Δημοσίου που βρίσκονται στα χέρια του τρίτου ή όσων αυτός οφείλει προς τον οφειλέτη ενεργείται από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ με κατασχετήριο, μη κοινοποιούμενο στον οφειλέτη, το οποίο περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία καθώς και τον Α.Φ.Μ., εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη και του τρίτου στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) πίνακα χρεών του οφειλέτη ή ταυτότητα οφειλής του κατασχετηρίου, η οποία συνιστά τον μοναδικό κωδικό αριθμό ανά κατασχετήριο αίτημα και συνδέεται μονοσήμαντα με τον πίνακα, δ) χρονολογία και υπογραφή του κατασχόντος. 2. Με το κατασχετήριο ο τρίτος καλείται εντός οκτώ (8) ημερών να καταθέσει στην υπηρεσία της ΑΑΔΕ που επέβαλε την κατάσχεση ή σε τραπεζικό λογαριασμό του Δημοσίου τα χρήματα που οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου, και, εάν πρόκειται για κινητά πράγματα, να παραδώσει αυτά στον συμβολαιογράφο ή τον φύλακα που ορίζεται στο κατασχετήριο, οπότε εφαρμόζονται όσα ορίζονται στα άρθρα 14 έως 19 και επόμενα. Εάν τα κατασχεμένα συνίστανται σε αλλοδαπά νομίσματα ή χρεόγραφα, αυτά παραδίδονται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με την έκδοση γραμματίου παρακαταθήκης υπέρ του Δημοσίου, που εξοφλείται ύστερα από εντολή του Διοικητή της ΑΑΔΕ, ο οποίος, στη συνέχεια, τρέπει τo αλλοδαπό νόμισμα σε ημεδαπό νόμισμα ή εκποιεί τα χρεόγραφα σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα. 3. Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο επιφέρει αυτοδικαίως από την ημέρα που διενεργείται τα αποτελέσματα της αναγκαστικής εκχώρησης και αυτός δεν μπορεί να αποδώσει στον οφειλέτη του Δημοσίου τα κατασχεμένα χρήματα ή πράγματα ούτε να συμψηφίσει ανταπαιτήσεις του μεταγενέστερες της κατάσχεσης. 4. Η κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ποσό ή ποσοστό μετά από αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε. 5. Εάν η αξία των κατασχεμένων κινητών πραγμάτων δεν υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, κάθε άλλη μεταγενέστερη κατάσχεση, εκτός από τις κατασχέσεις που επιβάλλονται από το Δημόσιο και για ποσά που οφείλονται σε αυτό, είναι αυτοδικαίως άκυρη. 6. Η κατάσχεση απαιτήσεων από τίτλους σε διαταγή ενεργείται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 983 και την παρ. 1 του άρθρου 954 του Κ.Πολ.Δ.
ΚΠολΔ Άρθρο 984
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 984: 1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο. Η ευθύνη του τρίτου ρυθμίζεται σύμφωνα με την παρ. 3. 2. Απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεμένης απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεμένου, αφότου του επιδοθεί το έγγραφο του άρθρου 983, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμα σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση. Όταν πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις, η απαγόρευση αφορά μόνο το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. 3. Αφότου του κοινοποιηθεί η κατάσχεση, ο τρίτος γίνεται μεσεγγυούχος. 4. Η κατάσχεση που έχει επιβληθεί δεν εμποδίζει εκείνον κατά του οποίου έγινε να στραφεί κατά του τρίτου δικαστικώς ή με αναγκαστική εκτέλεση. Σ' αυτή την περίπτωση, μετά την ενέργεια της εκτέλεσης, και αν πρόκειται για πράγμα που μπορεί να κατατεθεί, κατα τίθεται δημόσια, αλλιώς ο δικαστικός επιμελητής ορίζει μεσεγγυούχο για να το φυλάει. 5. Οι διατάξεις του άρθρου 956 παρ. 4 έως 6 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου αυτού.
ΚΠολΔ Άρθρο 715
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 715: 1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση. Σε χρηματικές απαιτήσεις η απαγόρευση ισχύει μόνο έως το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. 2. Τα αποτελέσματα της κατάσχεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 αρχίζουν α)σε κατάσχεση κινητών ή εμπράγματων δικαιωμάτων επάνω σε κινητά στα χέρια του οφειλέτη, από την κατάσχεση, αν ήταν παρών κατά την επιβολή της, διαφορετικά από την επίδοση από το δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με το άρθρο 711, β)σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου απαιτήσεων ή κινητών, από την επίδοση του εγγράφου που ανακοινώνει την κατάσχεση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, σύμφωνα με το άρθρο 712, γ)σε κατάσχεση ακινήτου, πλοίου ή αεροσκάφους ή εμπράγματου δικαιώματος επάνω σ' αυτά, από την κοινοποίηση στον οφειλέτη της απόφασης που διατάζει την κατάσχεση. 3. Στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, πλοίου, αεροσκάφους ή εμπράγματου δικαιώματος επάνω σ' αυτά, η ακυρότητα που αναφέρεται στην παρ. 1 ισχύει ως προς τους τρίτους μόνο αν κατά το χρόνο της διάθεσης είχε γίνει η εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, στο νηολόγιο ή στο μητρώο αεροσκαφών. 4. Αν έγινε κατάσχεση απαίτησης στα χέρια τρίτου, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η εξόφληση από τον τρίτο της απαίτησης που έχει κατασχεθεί ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση. Αν έγινε κατάσχεση κινητών στα χέρια τρίτου, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η απόδοση ή η διάθεση των κατασχεμένων. 5. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την κατάσχεση ο δανειστής οφείλει να ασκήσει εναντίον του αγωγή για την κύρια απαίτηση, που να απευθύνεται στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο. Δεν απαιτείται να ασκηθεί αγωγή, αν έχει ήδη ασκηθεί η αγωγή για την κύρια απαίτηση ή η συντηρητική κατάσχεση έγινε με βάση διαταγή πληρωμής ή αν επιδοθεί διαταγή πληρωμής μέσα στην παραπάνω προθεσμία.
ΚΕΔΕ Άρθρο 31
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 83.2%
ΚΕΔΕ Άρθρο 31: Κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων 1. Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημά τους και μπορεί να περιέχει περισσότερους οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο επισυνάπτεται για κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρονται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, καθώς και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσης ή τα στοιχεία της καταχώρισης του νόμιμου - εκτελεστού τίτλου στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ. Ο πίνακας χρεών μπορεί να αντικαθίσταται από την ταυτότητα οφειλής του κατασχετηρίου, η οποία συνιστά τον μοναδικό κωδικό αριθμό ανά κατασχετήριο αίτημα και συνδέεται μονοσήμαντα με τον πίνακα. 2. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 34, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν από την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, διαφορετικά θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση. 3. Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Για την ανωτέρω διαδικασία δεν καταβάλλονται έξοδα. 4. Δεν επιβάλλεται, με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, κατάσχεση για απαιτήσεις που υπολείπονται του συνολικού ποσού ύψους πενήντα (50) ευρώ, και, εφόσον επιβληθεί, δεν υποβάλλεται η δήλωση του άρθρου 34 και τυχόν υφιστάμενο ποσό δεν αποδίδεται. Σε περίπτωση κατά την οποία επιβλήθηκε κατάσχεση για συνολικό ποσό που υπερβαίνει αυτό του προηγούμενου εδαφίου και το προς απόδοση ποσό υπολείπεται των πενήντα (50) ευρώ, αυτό δεν αποδίδεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, αλλά σε χρόνο κατά τον οποίο θα υπερβεί το παραπάνω όριο.
ΚΠολΔ Άρθρο 1004
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 82.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 1004: 1. Στον πλειστηριασμό ακινήτων ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης το αργότερο τη δέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο τη δέκατη πέμπτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η κατάθεση του πλειστηριάσματος είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. Εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αποδίδει το τέλος χρήσης στον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο του οποίου αυτός είναι μέλος. Εντός τριών (3) εργασίμων ημερών, μέρος του ανωτέρω ποσού, το οποίο καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 14 του άρθρου 959, αποδίδεται από τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. 2. Αν ο υπερθεματιστής είναι ενυπόθηκος δανειστής, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να επιτρέψει να μην καταβάλει το ποσό του πλειστηριάσματος που αναλογεί στην ενυπόθηκη απαίτησή του ή μέρος του ποσού αυτού, ώσπου να γίνει η οριστική κατάταξη, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση. Κατά τα λοιπά και σε ό,τι αφορά την κατάθεση του πλειστηριάσματος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τον υπολογισμό της τοκοδοσίας εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 965 παρ. 4, με εξαίρεση όσα ρυθμίζονται ειδικά στην παρούσα διάταξη..
ΚΠολΔ Άρθρο 1022
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 82.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 1022: Κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδ ιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων.
ΚΠολΔ Άρθρο 716
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 82.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 716: 1. Σε κατάσχεση κινητών στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου τα κινητά μένουν στα χέρια εκείνου που τα κατέχει κατά το χρόνο της κατάσχεσης, ο οποίος γίνεται μεσεγγυούχος. 2. Σε κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη χρημάτων ή άλλων πραγμάτων που κατά το νόμο επιδέχονται κατάθεση, ο δικαστικός επιμελητής τα αφαιρεί και χωρίς καθυστέρηση τα καταθέτει δημοσίως. 3. Σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου χρημάτων ή άλλων πραγμάτων που κατά το νόμο επιδέχονται κατάθεση, ο τρίτος εφόσον είναι οφειλέτης έχει την υποχρέωση να τα καταθέσει δημοσίως, αμέσως μετά την κατάσχεση αν η εναντίον του απαίτηση είναι ληξιπρόθεσμη, διαφορετικά μόλις λήξει η προθεσμία. 4. Οι διατάξεις των παραγρ. 2 και 3 δεν εφαρμόζονται, αν ο οφειλέτης ή τρίτος είναι το Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή τράπεζα.
ΚΠολΔ Άρθρο 986
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 82.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 986: Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δήλωση του άρθρου 985 όποιος επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα να την ανακόψει ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 23 επ. δικαστηρίου. Με την ανακοπή μπορεί να ζητηθεί και αποζημίωση κατά το άρθρο 985 παρ. 3. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατάθεση της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την προσβαλλόμενη δήλωση. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.
ΚΠολΔ Άρθρο 953
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 81.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 953: 1. Κατάσχεση μπορεί να γίνει στα κινητά πράγματα που βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη, καθώς και στα χέρια μεσεγγυούχου κατά την έννοια του άρθρου 956 παράγραφος 1 ως συνέπεια προηγούμενης κατάσχεσης. 2. Οι διατάξεις για την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη εφαρμόζονται και α) όταν κινητά πράγματα του οφειλέτη βρίσκονται στα χέρια του δανειστή ή τρίτου πρόθυμου να τα αποδώσει, β) όταν κατάσχεται εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη επάνω σε ξένο κινητό πράγμα, γ) όταν πρόκειται για κινητά πράγματα που είχαν μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, εφόσον η κατάσχεση επιβάλλεται από δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα. «3. Εξαιρούνται από την κατάσχεση: α) τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, β) προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγματα που είναι απαραίτητα για την εργασία τους, γ) τα πάσης φύσης βιβλία που δεν είναι εμπόρευμα. Αν διαφωνήσει εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται ή εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αποφασίζει το πρωτοδικείο του τόπου της εκτέλεσης, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ..» 4. Αν τα κατασχεμένα πράγματα είναι ασφαλισμένα η κατάσχεση ισχύει και για την αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση.
ΚΠολΔ Άρθρο 980
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 81.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 980: 1. Αν δεν ασκήθηκε ανακοπή κατά του πίνακα της κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διανέμει αμέσως το πλειστηρίασμα. " 2. Αν κάποιος από τους δανειστές άσκησε ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή, εκτός αν προσκομίσουν εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή εγγυητική επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας, που είναι νόμιμα αδειοδοτημένη και εγκατεστημένη στην Ελλάδα, υποχρεωτικά ανανεούμενη πριν τη λήξη της, ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της απαίτησης που κατατάσσεται με τον πίνακα κατάταξης. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.
ΚΠολΔ Άρθρο 987
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 81.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 987: Ο τρίτος δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης παρά μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.
ΚΠολΔ Άρθρο 1019
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 80.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 1019: 1. Η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγραφεί σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει ως προς όλους αφότου δημοσιευθεί η απόφαση. 2. Στις προθεσμίες που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο δεν υπολογίζεται το διάστημα από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το "άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4" μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε σύμφωνα με αυτήν, το διάστημα αναστολής της εκτέλε σης, η οποία χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση, ή με κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ο χρόνος από 1 έως 31 Αυγούστου. "3. Αν πριν από την έκδοση της κατά την παρ. 1 απόφασης είχαν αναγγελθεί δανειστές με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, κατά τα άρθρα 972 παρ. 2 εδ. β' και 1006 παρ. 1 εδ. α', η ανατροπή επέρχεται ως προς αυτούς μόνο αν οι ως άνω προθεσμίες είχαν συμπληρωθεί και ως προς αυτούς από τις αναγγελίες τους. Διαφορετικά, η κατάσχεση ως προς αυτούς διατηρείται και ισχύει αυτοτελής προθεσμία ανατροπής της από την αναγγελία τους, η προθεσμία όμως αυτή ουδέποτε συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου από την ανατροπή".
ΚΠολΔ Άρθρο 1024
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 80.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 1024: 1. Το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει την κατάσχεση ή και με μεταγενέστερη ορίζει τα μέσα που κρίνει πρόσφορα για την αξιοποίηση του δικαιώματος και ιδίως μπορεί να διατάξει να μεταβιβαστεί το δικαίωμα σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, με πληρωμή ορισμένου τιμήματος ή με συμψηφισμό ολόκληρης ή μέρους της απαίτησής του, ή να διατάξει την ελεύθερη ή με πλειστηριασμό διάθεση του δικαιώματος, και, αν δεν κρίνει πρόσφορα τα μέτρα αυτά, διορίζει διαχειριστή. Διαχειριστής μπορεί να διοριστεί και εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η κατάσχεση ή κάποιος από τους δανειστές που αναγγέλθηκαν. 2. Αν η απαίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση συνίσταται στο να εκπληρώσει ένας τρίτος παροχή εξαρτώμενη από αντιπαροχή, το δικαστήριο επιτρέπει την κατάσχεση και υπό τον όρο να εκπληρωθεί η αντιπαροχή προς τον τρίτο. Σ' αυτήν την περίπτωση η αξιοποίηση του κατασχεμένου γίνεται σύμφωνα με την παρ. 1, οπότε αποκλείεται ο διορισμός διαχειριστή και η αξία της αντιπαροχής που εκπληρώθηκε θεωρείται ως έξοδο εκτέλεσης κατά το άρθρο 975.
ΚΠολΔ Άρθρο 951
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 951: 1. Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση γίνεται με κατάσχεση περιουσίας εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή με αναγκαστική διαχείριση ή με προσωπική κράτηση. Όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται στην κοινή περιουσία τους. 2. Η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 712
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 712: 1. Η συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο αντιγράφου της απόφασης που τη διατάζει με επιταγή να μην εξοφλήσει την απαίτηση ή να μην παραδώσει τα κινητά, καθώς και με επίδοση μέσα σε οκτώ ημέρες σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η κατάσχεση εγγράφου στο οποίο αναφέρεται η κατάσχεση που έχει επιβληθεί στα χέρια του τρίτου. Αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. Στην κατάσχεση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών σε χέρια τρίτου. 2. Ο τρίτος, εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση και ο οφειλέτης έχουν όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπουν οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου, και εφαρμόζεται η διαδικασία για την άσκηση ή τη διαφύλαξή τους που ορίζεται στις διατάξεις αυτές.
ΚΠολΔ Άρθρο 1006
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 1006: 1. Αν ο υπερθεματιστής καταβάλει αμέσως το πλειστηρίασμα και είναι αυτό αρκετό για να ικανοποιηθεί εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, εφαρμόζονται όσα ορίζει το άρθρο 971. 2. Αν δόθηκε προθεσμία για την καταβολή μέρους του πλειστηριάσματος και αυτή έγινε αφού πέρασε η προθεσμία του άρθρου 971 παρ. 1, η ικανοποίηση των δανειστών πρέπει να γίνει μέσα σε δύο ημέρες από την καταβολή του υπολοίπου. 3. Αν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, εφαρμόζονται τα άρθρα 974, 979, 980 και 1007. 4. Αν η απαίτηση του δανειστή που αναγγέλλεται στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό, η αναγγελία έχει τα ίδια αποτελέσματα με την κατάσχεση, εφόσον επιδοθεί και στον υποθηκοφύλακα της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο και αφότου αυτό σημειωθεί στο περιθώριο της εγγραφής της κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 για τη δήλωση ότι άλλος δανειστής επισπεύδει τον πλειστηριασμό, πρέπει να επιδοθεί μέσα σε πέντε ημέρες από την ημέρα που έγινε η δήλωση στον υποθηκοφύλακα της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο και αυτό να σημειωθεί στο περιθώριο της εγγραφής της κατάσχεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα.
ΚΠολΔ Άρθρο 722
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 722: Συντηρητική κατάσχεση και μετατροπή σε αναγκαστική κατάσχεση 1. Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς κινητά ή ακίνητα ή εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε αυτά, αν η αγωγή για την κύρια υπόθεση γίνει δεκτή και η σχετική απόφαση είναι εκτελεστή, έχει δικαίωμα, με βάση απόγραφο της απόφασης, να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς αναγκαστική κατάσχεσή τους. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατόπιν εντολής του στον δικαστικό επιμελητή, που δίνεται κατά το άρθρο 927. Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, αφότου παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 926, απόσπασμα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 955 και την παρ. 4 του άρθρου 995, που επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση και στον γραμματέα του Πρωτοδικείου επί κινητών ή στον υποθηκοφύλακα ή στον Προϊστάμενο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου επί ακινήτων, οι οποίοι οφείλουν να ενεργήσουν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 955 και την παρ. 2 του άρθρου 995, και καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την έκθεση της συντηρητικής κατάσχεσης, τις εκθέσεις επίδοσής της, την έκθεση περιγραφής του κατασχόμενου και εκτίμησης της αξίας του, τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης και, εάν το κατασχόμενο είναι ακίνητο, το πιστοποιητικό βαρών καθώς και την έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή. Η κατάθεση των εγγράφων αυτών και η δημοσίευση του αποσπάσματος από τον δικαστικό επιμελητή καθώς και οι πρόσθετες επιδόσεις του αποσπάσματος, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995, γίνονται εντός των προθεσμιών που τάσσονται με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. 2. Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης. 3. Οι διαφορές που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 δικάζονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 702 από το αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δικαστήριο.
ΚΠολΔ Άρθρο 965
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 965: 1. Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή πρώτης προσφοράς. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοί του. Για την από κοινού πλειοδοσία περισσότερων εφαρμόζονται οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 959. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί εγγράφως πριν την έναρξη της διαδικασίας αντίρρηση από τον επισπεύδοντα ή τον καθ ’ ού η εκτέλεση ή από οποιονδήποτε πλειοδότη να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστη ριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται. Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) μήνα, ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εγγυοδοσία ίση προς το τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Επί περισσότερων υποψήφιων πλειοδοτών κατά την παρ. 4 του άρθρου 959, η κατάθεση ή η έκδοση της επιταγής μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε πλειοδότη είτε αυτός ενεργεί ατομικά είτε ως εκπρόσωπος των λοιπών. Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος, ή αν η κατακύρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσει αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού. 2. Τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στον πλειοδότη που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού πρέπει να καταχωρίζει στην έκθεσή του όλες τις προσφορές που έγιναν. 3. Ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, την τρίτη εργάσιμη μέρα από τον πλειστηριασμό και αμέσως μετά του παραδίδεται το κατακυρωμένο πράγμα. Η παράδοση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν αυτός καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης. 4. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο τη δέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει εντόκως το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Οι αναλογούντες επί του πλειστηριάσματος τόκοι υπολογίζονται από το Ταμείο Πα ρακαταθηκών και Δανείων και αποδίδονται από κοινού με το πλειστηρίασμα με εντολή του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία και οι αναγκαίες λεπτομέρειες που αφορούν στην απόδοση του πλειστηριάσματος στους δικαιούχους, καθώς και άλλο σχετικό ζήτημα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία κα ι δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. 5. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει μέσα στις επόμενες δύο (2) εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή. Αν ο υπερθε ματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα μέσα στις επόμενες από την όχληση πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόν ανατρέπεται, η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει, καλούνται δε οι επόμενοι πλειοδότες, η προσφορά των οποίων, αθροιζομένη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηρίασμα, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση το ποσό που είχαν προσφέρει. Η πρόσκληση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, επί δε κοινής πλειοδοσίας επιδίδεται στον εκπρόσωπο αυ τών. Αν εμφανισθούν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι συντάσσεται σχετική έκθεση από τον συμβολαιογράφο και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν. Το πλειστηρίασμα συνίσταται στο άθροισμα του ποσού που καταβλήθηκε και της εγγυοδοσίας του αρχικού υπερθεματιστή που κατέπεσε. Αν, κατά την ελεύθερη κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η κατά τα προηγούμενα εδάφια πρόσκληση των επόμενων πλειοδοτών είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής για λόγους που εκτίθενται σε σχετική έκθεση, καθώς και σε κάθε περίπτωση που η διαδικασία αυτή δεν τελεσφόρησε, γίνεται αναπλειστηριασμός κατά τις διατάξεις των επόμενων εδαφίων. Η επίσπευση του αναπλειστηριασμού γίνεται είτε με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού είτε από τον υπέρ ου ή από τον καθ ’ ου η εκτέλεση ή από κάθε δανειστή που έχει αναγγελθεί με τίτλο εκτελεστό. Ο αναπλειστηριασμός επισπεύδεται με πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του υπέρ ου ή του καθ ’ ου ή του δανειστή, για την οποία συντάσσεται πράξη. Περίληψη της πράξης, η οποία περιέχει και όσα πρέπει να περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, δημοσιεύεται με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Η διάταξη του άρθρου 959 της παρ. 8 εφαρμόζεται αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται αφότου συνταχθεί η πράξη. Ο αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειοδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, με τον τόκο υπερημερίας, καθώς και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα. 6. Αν κατά τον αναπλειστηριασμό δεν επιτευχθεί το ίδιο πλειστηρίασμα, ο πρώτος υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε, ευθύνεται για τη διαφορά εντόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας. Η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει, με τους τυχόν τόκους της, καταλογίζεται στη διαφορά για την οποία ευθύνεται. Αν απομένει επιπλέον διαφορά, η έκθεση του αναπλειστηριασμού αποτελεί εναντίον του τίτλο εκτελεστό για τη συμπλήρωση. Αν έγιναν περισσότεροι αναπλειστηριασμοί, όλοι οι προηγούμενοι διαδοχικοί υπερθεματιστές, που δεν κατέβαλαν, εξακολουθούν να ευθύνονται εις ολόκληρον για την τυχόν διαφορά μεταξύ του αρχικού πλειστηριάσματος και του πλειστηριάσματος που τελικά επιτεύχθηκε και καταβλήθηκε, χωρίς όμως η ευθύνη του καθενός να υπερβαίνει το ποσόν της διαφοράς από τη δίκη του οφειλή. Οι εγγυοδοσίες που είχαν κατατεθεί από τους προηγούμενους διαδοχικούς υπερθεματιστές δεν επιστρέφονται έως ότου καταβληθεί το πλειστηρίασμα από τον τελικό υπερθεματιστή, προκειμένου να γίνει ο ως άνω καταλογισμός στην τυχόν διαφορά. Ο υπερθεματιστής που δε ν κατέβαλε δεν δικαιούται, αν κατά τον αναπλειστηριασμό επιτεύχθηκε μεγαλύτερο πλειστηρίασμα, να απαιτήσει το επιπλέον. 7. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, αν κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, να ζητεί κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού την επιβαλλόμ
ΚΠΔ Άρθρο 261
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.0%
ΚΠΔ Άρθρο 261: Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων 1. Κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης, ο ανακριτής μετά από σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, μπορεί να διατάσσει τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, του περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων, καθώς και άλλων περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου, κινητών και ακινήτων και όσων ακόμη έχουν άυλη μορφή, εφόσον, μετά από την διερεύνηση της περιουσιακής του κατάστασης κατά το άρθρο 248 παρ. 6, προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από τη διερευνώμενη αξιόποινη πράξη . Η δέσμευση μπορεί να αφορά περιουσιακά στοιχεία και τρίτου προσώπου στο οποίο, κατά τις υπάρχουσες ενδείξεις, μεταβιβάστηκε περιουσία από το έγκλημα, με σκοπό την αποφυγή της δήμευσής της, ιδίως όταν η μεταβίβαση έγινε χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Η περί της δέσμευσης διάταξη εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο ή χρηματοπιστωτικό προϊόν, θυρίδα, κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. Η δέσμευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης της διάταξης στην οικεία υπηρεσία, φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς τα οποία απευθύνεται. Σε περίπτωση δέσμευσης ακινήτου, πλοίου ή αεροσκάφους , η δέσμευση επέχει θέση κατάσχεσης και επιδίδεται στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή προϊστάμενο του κτηματολογικού γραφείου ή στον οικείο λιμενάρχη ή την υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας, οι οποίοι υποχρεούνται να προβούν την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα τηρούμενα από αυτούς βιβλία και ακολούθως να αρχειοθετήσουν το έγγραφο που τους επιδόθηκε. 2. Κατά την έκδοση της διάταξης του ανακριτή εξαιρούνται τα ποσά που είναι αναγκαία για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης του κατηγορουμένου ή του τρίτου και των οικογενειών τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων.
ΚΠολΔ Άρθρο 990
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 78.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 990: Αν η ανακοπή του άρθρου 986 γίνει δεκτή, το δικαστήριο με την απόφασή του υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, τηρούνται όμως οι διατάξεις του άρθρου 988.
ΚΠολΔ Άρθρο 724
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 78.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 724: 1. Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής. 2. Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται και κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1, αν πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης.
ΚΠολΔ Άρθρο 707
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 78.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 707: Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη συντηρητική κατάσχεση κινητών, ακινήτων, εμπραγμάτων δικαιωμάτων επάνω σ' αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου.
ΚΠολΔ Άρθρο 1002
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 78.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 1002: 1. Ο πλειστηριασμός ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ώσπου να γίνει καλύτερη προσφορά ή ώσπου να ματαιωθεί η κατακύρωση. 2. Έως την κατακύρωση εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών που έχουν τίτλο εκτελεστό και αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα και το τέλος χρήσης του ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμού. Στην περίπτωση αυτή ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση. 3. Η παρ. 3 του άρθρου 969 εφαρμόζεται και εδώ..
ΚΕΔΕ Άρθρο 47
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 78.2%
ΚΕΔΕ Άρθρο 47: Κατάθεση πλειστηριάσματος 1. Eντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 49 και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδοποίησή του, ο υπερθεματιστής οφείλει να καταθέσει το πλειστηρίασμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει πίνακα κατάταξης σύμφωνα με το άρθρο 974 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον το πλειστηρίασμα δεν επαρκεί για να ικανοποιηθεί ο επισπεύδων και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, και οφείλει, το αργότερο την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από την κατάθεση του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή σύμφωνα με τα άρθρα 46 και επόμενα, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. 2. Η κατάθεση του πλειστηριάσματος σύμφωνα με την παρ. 1, δεν εμποδίζεται από την επιβολή κατάσχεσης, την άσκηση ανακοπής ή οποιονδήποτε άλλον λόγο. 3. Παρακράτηση του πλειστηριάσματος δεν επιτρέπεται για οποιονδήποτε λόγο. 4. Η παρ. 3 του άρθρου 29 εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση.
ΚΠΔ Άρθρο 304
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 78.2%
ΚΠΔ Άρθρο 304: Ικανοποίηση του παθόντος με αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων Σε περίπτωση κατάσχεσης ή δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων κατά τα άρθρα 34, 36, 260, 261, απαγόρευσης κίνησης τραπεζικών λογαριασμών ή ανοίγματος θυρίδων κατά το άρθρο 42 του ν. 4557/2018, η προβλεπόμενη από τα άρθρα 49, 301, 302, 303 απόδοση του πράγματος ή η ικανοποίηση του παθόντος, μπορεί να γίνει και με την απόδοση μέρους ή του συνόλου των κατασχεμένων ή δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, ή των λογαριασμών σε βάρος των οποίων έχει επιβληθεί απαγόρευση κίνησης. Για τον σκοπό αυτόν ο κατηγορούμενος ή το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η αξιόποινη πράξη και οποιοσδήποτε τρίτος που ενεργεί με εντολή και για λογαριασμό του, σε περίπτωση δε κοινών λογαριασμών και οι συνδικαιούχοι αυτών, μπορούν με ανέκκλητη έγγραφη δήλωσή τους στον εισαγγελέα, τον ανακριτή, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κατά περίπτωση, να συναινέσουν στην οριστική απόδοση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. Το αποδιδόμενο με την ανωτέρω δήλωση ποσό ή περιουσιακό στοιχείο πρέπει να είναι ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων επ' αυτού. Στη ν περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου διατάσσεται από το αρμόδιο όργανο, η άρση της κατάσχεσης, της δέσμευσης ή της απαγόρευσης κίνησης λογαριασμών και η καταβολή του οριζόμενου στις διατάξεις των άρθρων 49, 301, 302 και 303 ποσού της ζημίας στον παθόντα κα ι του τυχόν υπερβάλλοντος στον δικαιούχο. Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο δεν επιτευχθεί η κατά τις προηγούμενες διατάξεις εξάλειψη του αξιοποίνου, αποχή από την ποινική δίωξη, ποινική συνδιαλλαγή ή ποινική διαπραγμάτευση, η δήλωση θεωρείται ως μη γενομένη, εκτός αν το πρόσωπο που την υπέβαλε, δηλώσει ρητά την επιθυμία του για την απόδοση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. Η ίδια δήλωση μπορεί να υποβληθεί σε κάθε στάδιο της ποινικής δίκης, μέχρι την έκδοση απόφασης σε πρώτο βαθμό. 2. Αν η δήλωση της παρ. 1 υποβληθεί κατά την προδικασία, αρμόδιο όργανο για την απόδοση των δεσμευμένων είναι το συμβούλιο πλημμελειοδικών στις περιπτώσεις των άρθρων 49, 301 και 303, καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 302 εφόσον είναι αρμόδιο για την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος και το συμβούλιο εφετών σε κάθε άλλη περίπτωση.
ΚΠολΔ Άρθρο 996
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 78.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 996: 1. Μεσεγγυούχος του ακινήτου είναι όποιος το κατέχει όταν γίνεται η κατάσχεση. Αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ο ειρηνοδίκης της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να ορίζει άλλο μεσεγγυούχο ή να τον αντικαθιστά, καθώς και να αποφασίζει για κάθε αμφισβήτηση που αφορά τη μεσεγγύηση. Οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 956 εφαρμόζονται και εδώ. 2. Οι φυσικοί καρποί του κατασχεμένου που συλλέγονται μετά την επιβολή της κατάσχεσης εκποιούνται από το μεσεγγυούχο εκτός αν, ύστερα από αίτηση του δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση ή του οφειλέτη, ο ειρηνοδίκης της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει να πουληθούν σε πλειστηριασμό. Το προϊόν της εκποίησης των φυσικών καρπών κατατίθεται δημόσια. Αν το κατασχεμένο αγροτικό ή άλλο προσοδοφόρο ακίνητο είναι εκμισθωμένο, οι φυσικοί καρποί που έχουν συλλεγεί μετά την κατάσχεση ανήκουν στον μισθωτή που έχει υποχρέωση να καταθέσει δημόσια το μίσθωμα. 3. Από την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο των κατασχέσεων ο μεσεγγυούχος εισπράττει και καταθέτει δημόσια τις προσόδους του κατασχεμένου πράγματος που προέρχονται από έννομη σχέση. Ο οφειλέτης από την έννομη σχέση καταβάλλει έγκυρα σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση πριν εκείνος ο οποίος επέβαλε την κατάσχεση τον ειδοποιήσει εγγράφως για την επιβολή της. 4. Οι διατάξεις του άρθρου 956 παρ. 7 εφαρμόζονται και εδώ.
ΚΠολΔ Άρθρο 997
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 77.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 997: 1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από τον οφειλέτη· αν πρόκειται για ενυπόθηκο ακίνητο είναι άκυρη η διάθεσή του και από τον τρίτο, κύριο ή νομέα. Μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωσή του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη έννομη σχέση λύεται μετά από δύο (2) μήνες και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κατά το άρθρο 615 ΑΚ δεν θίγεται και η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στο μισθωτή. 2. Τα αποτελέσματα της παρ. 1 αρχίζουν αναδρομικά: α) για τον οφειλέτη, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 995, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, β) για τον τρίτο, κύριο ή νομέα, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το άρθρο 995 παρ. 1 και 4, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών, γ) για τους τρίτους, μόνο αφότου η κατάσχεση εγγραφεί κατά το άρθρο 995 στο βιβλίο κατασχέσεων και εφόσον έγιναν οι, κατά τις περ. α ΄ και β΄ της παραγράφου αυτής, επιδόσεις στον οφειλέτη και τον τρίτο, κύριο ή νομέα. 3. Σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή η εγγραφή υποθήκης που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη. Η τροπή της προ- σημείωσης σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. 4. Αν συμπέσει την ίδια ημέρα εγγραφή κατάσχεσης και μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται αυτή που καταχωρίστηκε έστω και ελάχιστο χρόνο νωρίτερα. 5. Μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη. Οι διαφορετικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργούνται ξεχωριστά , χωρίς να επηρεάζει η μια την άλλη. Δεν επιτρέπεται η αναζήτηση των εξόδων της εκτέλεσης που προκατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε. «6. Ο κατάσχων ή ο δικαστικός επιμελητής που επέβαλε την κατάσχεση μπορεί με την επίδειξη αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης να ζητήσει και να λάβει από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ . αντίγραφα των μισθωτηρίων και από τις αρμόδιες πολεοδομίες τον φάκελο του ακινήτου.
ΚΠολΔ Άρθρο 988
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 77.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 988: 1. Αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ (8) ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα (30) ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθένα από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον πρωτοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατό να ορισθεί συμβολαιογράφος του τόπου εκτέλεσης, αρμόδιος για τη διανομή μπορεί να οριστεί και πιστοποιημένος συμβολαιογράφος σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας. Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 974 αρχίζει αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του πρωτοδίκη που τον διορίζει.» "2. Αν ο τρίτος δηλώσει ότι έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα, γίνεται πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Ο πλειστηριασμός γίνεται κατά τα άρθρα 959 επ. με την εφαρμογή και του άρθρου 955 παράγραφος 2 εδάφιο β', η προθεσμία του οποίου αρχίζει αφότου η απόφαση του ειρηνοδικείου για το διορισμό του γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο, ο οποίος και ορίζει το δικαστικό επιμελητή ο οποίος θα ενεργήσει την εκτέλεση. "«Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατό να ορισθεί συμβολαιογράφος του τόπου εκτέλεσης, αρμόδιος για τη διανομή μπορεί να οριστεί και συμβολαιογράφος διορισμένος στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή, αν και αυτό δεν είναι δυνατό, του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους..
ΚΠολΔ Άρθρο 682
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 77.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 682: 1. Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και ν α τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Το δικαίωμα είναι δυνατό να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία ή να αφορά μέλλουσα απαίτηση. 2. Τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να διαταχθούν και κατά τη διάρκεια της δίκης που αφορά την κύρια υπόθεση.
ΚΠολΔ Άρθρο 1003
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 77.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 1003: 1. Το ακίνητο που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται σε εκείνον που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή κατ' εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 965. «2. Όποιος υπερθεματίζει για λογαριασμό τρίτου, οφείλει να δηλώσει προηγουμένως στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα πλήρη στοιχεία του τρίτου και να καταθέσει σε αυτόν ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο του χορηγείται η σχετική εντολή.» 3. Στην έκθεση της κατακύρωσης πρέπει να καταχωρίζονται και οι όροι που τυχόν έθεσε εκείνος προς όφελος του οποίου έγινε η εκτέλεση, όσοι αφορούν την κατακύρωση και δεσμεύουν τον υπερθεματιστή. "4. Οι διατάξεις των άρθρων 965 παρ. 4 έως 7 και 966 παρ. 1 έως 4 εφαρμόζονται αναλόγως".
ΚΕΔΕ Άρθρο 32
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 77.0%
ΚΕΔΕ Άρθρο 32: Κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων με ηλεκτρονικά μέσα 1. Προκειμένου ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, οι κοινοποιήσεις τόσο του κατασχετηρίου όσο και της δήλωσης του άρθρου 34 με το πιο πάνω παραστατικό, ενεργούνται μέσω μοναδικών διαμετακομιστικών κόμβων ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο ασφαλή και ορίζονται από κοινού από το Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών ή άλλα πρόσωπα κατά περίπτωση. Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής του από το πιστωτικό ίδρυμα, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από αυτό. Η επίδοση της δήλωσης του άρθρου 34 θεωρείται ότι συντελέσθηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής της, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από το Δημόσιο. Οι ως άνω βεβαιώσεις είτε θα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια της περ. 49 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020 (Α΄184) είτε θα είναι κρυπτογραφημένες και θα φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή του εξυπηρετητή τους. Η διέλευση των δεδομένων μέσω των ως άνω διαμετακομιστικών κόμβων εξαιρείται τόσο από την υποχρέωση ενημέρωσης κατά τα άρθρα 13 και 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (L119/1), καθώς και τα άρθρα 31 και 32 του ν. 4624/2019 (Α΄ 137), όσο και από την εφαρμογή των διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου, όπως εκάστοτε ισχύουν. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ καθορίζονται οι ανωτέρω, κατά περίπτωση, μοναδικοί διαμετακομιστικοί κόμβοι και η διαδικασία της γνωστοποίησής τους από τα μέρη, το υποχρεωτικό περιεχόμενο των κοινοποιούμενων κατασχετηρίων, της άρσης και του περιορισμού αυτών και των υποβαλλόμενων δηλώσεων, ως και οι όροι ταυτοποίησής τους, τα χρονικά περιθώρια αποστολής και παραλαβής τους, οι όροι και προϋποθέσεις ασφαλείας και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. 2. Τα κατασχεμένα ποσά αποδίδονται είτε στον λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος είτε στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση της παρ. 1. 3. Στις κατασχέσεις και λοιπές ενέργειες που γίνονται, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, το Δημόσιο δεν υποχρεούται στην καταβολή εξόδων. 4. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου είναι υποχρεωτική για τους φορείς του Δημοσίου, όταν επιβάλλουν κατάσχεση στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και αυτοί μπορεί να εφαρμόζουν τη διαδικασία του άρθρου 31 μόνο σε περιπτώσεις που αποκλείεται η ηλεκτρονική επικοινωνία της παρ. 1. 5. Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ μπορεί να αποστέλλει ηλεκτρονικά στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας τα στοιχεία των οφειλετών του Δημοσίου, με συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή πάνω από εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ. Τα ανωτέρω ιδρύματα υποχρεούνται να προβαίνουν αυθημερόν στις ενέργειες που απαιτούνται για τη δέσμευση των χρημάτων, που βρίσκονται ή κατατίθενται στους λογαριασμούς των οφειλετών, μέχρι του ύψους της συνολικής οφειλής. Μετά τη δέσμευση και εντός δύο (2) ημερών, ενημερώνεται για το ύψος του δεσμευθέντος ποσού η ΑΑΔΕ, η οποία οφείλει να επιβάλει κατάσχεση, κατά την παρ. 1, το αργότερο σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την ηλεκτρονική παραλαβή της ενημερωτικής απάντησης, άλλως το πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει οίκοθεν στην άμεση άρση της επιβληθείσας δέσμευσης. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ καθορίζεται η αρμόδια υπηρεσία για τη συλλογή και αποστολή των στοιχείων, κατά το πρώτο εδάφιο, ως και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Με όμοια απόφαση μπορεί να μεταβάλλεται το ύψος της οφειλής του πρώτου εδαφίου.
ΑΚ Άρθρο 997
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.0%
ΑΚ Άρθρο 997: Προστασία κατόχου Σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής πράγματος ή δικαιώματος ή αποβολής απ' αυτήν έχει κατά τρίτων τις αγωγές της νομής και εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση.
ΚΠολΔ Άρθρο 994
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 76.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 994: Αν μαζί με το ακίνητο κατασχέθηκαν και τα παραρτήματά του, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να διατάξει να πλειστηριαστούν χωριστά, κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού κινητών πραγμάτων, εφόσον κρίνει ότι αυτό συμφέρει περισσότερο, οπότε και ορίζει προθεσμία "για την επίσπευση του πλειστηριασμού".
ΚΠολΔ Άρθρο 991Β
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 76.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 991Β: Κατάσχεση μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ Κατάσχεση ακινήτων, πλοίων ή αεροσκαφών του οφειλέτη Αν αντικείμενο της κατάσχεσης είναι μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 983 επόμενα. Η κατάσχεση θεωρείται ως κατάσχεση απαίτησης στα χέρια τρίτου και καταλαμβάνει την αξίωση του οφειλέτη για εξαγορά των μεριδίων. Ως τρίτος προς τον οποίον επιδίδεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 983 έγγραφο νοείται η εταιρεία διαχείρισης που έχει εκδώσει τα μερίδια ή ο δ ιαμεσολαβητής στην περίπτωση των συλλογικών λογαριασμών μεριδίων Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) ή των συλλογικών λογαριασμών μεριδίων Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.)».
ΚΠολΔ Άρθρο 927
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 76.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 927: Αναγκαστική εκτέλεση - Εντολή προς εκτέλεση Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση. Αν πρόκειται για κατάσχεση κινητού ή ακινήτου, ορίζει πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτό συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου διενεργείται ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός. Αν πρόκειται για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ορίζει τον τρίτο στα χέρια του οποίου θέλει να επιβληθεί η κατάσχεση. Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον δικαιούχο ή τον πληρεξούσιό του και δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτήν.
ΑΚ Άρθρο 870
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.5%
ΑΚ Άρθρο 870: Εντολή πίστωσης τρίτου Η εντολή να πιστώσει ο εντολοδόχος στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό έναν τρίτο, ισχύει ως εγγύηση για την υποχρέωση του τρίτου από την πίστωση που χορηγήθηκε. Στην εντολή αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 849.
ΚΠολΔ Άρθρο 964
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 76.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 964: Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, ορίζει εγγράφως, εφόσον το επιθυμεί, προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, τη σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται τα κατασχεμένα πράγματα, το αργότερο δύο (2) ημέρες πριν τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστ ηριασμού. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δύναται να ορίσει ο ίδιος σε περίπτωση μη έγγραφης ειδοποιήσεως του καθ' ου η εκτέλεση την σειρά κατακύρωσης. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ενημερώνει τα ηλεκτρονικά συστήματα για τη σειρά κατακύρωσης των κατασχεμέ νων πραγμάτων. Από τη στιγμή που το πλειστηρίασμα καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα της εκτέλεσης, δεν γίνεται κατακύρωση για τα λοιπά κατασχεθέντα και δεν συντάσσεται ως προς αυτά έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης..
Ν4270 Άρθρο 138
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 76.0%
Ν4270 Άρθρο 138: Διακοπή παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου 1.Την παραγραφή χρηματικής απαίτησης του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), διακόπτει: α. Η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών, ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή εις χείρας τρίτου ή αν κοινοποιήθηκε στον καθ’ ου η κατάσχεση. β. Η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη αυτού στον καθ’ ου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα. γ. Η αναγγελία προς επαλήθευση στην πτώχευση είτε του οφειλέτη είτε φυσικού ή νομικού προσώπου συνυπόχρεου με αυτόν ή για τα χρέη του οποίου ευθύνεται το πρόσωπο αυτό. Η αναγγελία στην πτώχευση επάγεται τη διακοπή, εφόσον κοινοποιείται είτε στον γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου, είτε στο σύνδικο της πτώχευσης. Ειδικά, επί των μη προνομιακών απαιτήσεων του Δημοσίου, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την με επιμέλεια του οφειλέτη κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείου της τελεσίδικης απόφασης περί επικύρωσης του πτωχευτικού συμβιβασμού. Η ένωση των πιστωτών ή η αποκατάσταση του πτωχού, καθώς και η ανάκληση της περί κήρυξης της πτωχεύσεως δικαστικής απόφασης ή η ακύρωση ή διάρρηξη του πτωχευτικού συμβιβασμού δεν επάγονται έναρξη εκ νέου της διακοπείσας με την αναγγελία παραγραφής. δ. Η αναγγελία προς κατάταξη σε πλειστηριασμό περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή των λοιπών ανωτέρω στην περίπτωση γ' αναφερόμενων προσώπων. ε. Η αναγγελία στον εκκαθαριστή κληρονομίας ή στον εκκαθαριστή διαλυθέντος νομικού προσώπου. Εάν επί διάλυσης νομικού προσώπου δεν υπάρχει αμέσως γνωστός εκκαθαριστής βάσει του καταστατικού αυτού ή δικαστικής απόφασης, η παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου αναστέλλεται μέχρι ορισμού του εκκαθαριστή και έξι (6) μήνες μετά τον ορισμό αυτού. στ. Η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου οποιουδήποτε από τα αναφερόμενα ανωτέρω στην περίπτωση γ' πρόσωπα. Η εξάλειψη αυτών εντός του χρόνου της νέας παραγραφής, χωρίς τη γραπτή συναίνεση του Δημοσίου, δεν αναιρεί τη διακοπή για ένα (1) έτος μετά τη γραπτή γνωστοποίηση υπό του οφειλέτη προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. της γενομένης εξάλειψης. ζ. Κάθε πράξη της εκτέλεσης και κάθε διαδικαστική ως προς τον πίνακα κατάταξης πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την έναρξη της κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων διοικητικής (αναγκαστικής) εκτέλεσης μέχρι να καταστεί αμετάκλητος ο πίνακας κατατάξεως δανειστών. Η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες από τη με δικαστικό επιμελητή, με επιμέλεια των αντιδίκων, κοινοποίησης στο Δημόσιο της επί του πίνακα κατάταξης δανειστών αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. η. Η κοινοποίηση ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή εγγυητή. 2.Η άρση της κατάσχεσης ή εξάλειψη υποθήκης ή ανάκληση άλλης εκ των ανωτέρω πράξης διοικητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης, από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή από άλλη αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή, δεν εξαλείφει αναδρομικά τη διακοπή της παραγραφής, η οποία αρχίζει εκ νέου από την ημερομηνία της άρσης ή της εξάλειψης ή της ανάκλησης, αντίστοιχα. 3.Επί περισσότερων συνοφειλετών, που ευθύνονται διαιρετά ή εις ολόκληρον, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο εγγυητής, η διακοπή της παραγραφής της απαίτησης του Δημοσίου ως προς έναν από αυτούς ενεργεί και κατά των λοιπών. 4.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου οι κατά τις γενικές διατάξεις λόγοι διακοπής της παραγραφής ισχύουν και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου.
ΚΕΔΕ Άρθρο 34
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 75.9%
ΚΕΔΕ Άρθρο 34: Δήλωση τρίτου 1. Εάν ο τρίτος δεν οφείλει καθόλου ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο της ΑΑΔΕ χρήματα, καθώς και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, εξαιτίας υφιστάμενων μεταξύ αυτού και του οφειλέτη συμφωνιών ή για άλλον νόμιμο λόγο, ο τρίτος οφείλει να το δηλώσει εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου. Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων η δήλωση του πρώτου εδαφίου γίνεται εντός οκτώ (8) εργάσιμων ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου. Η προθεσμία δεν παρατείνεται λόγω απόστασης. Η δήλωση του τρίτου γίνεται είτε με έγγραφο που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον κατασχόντα είτε προφορικά ή με ηλεκτρονικά μέσα στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου της κατοικίας ή διαμονής του και συντάσσεται έγγραφη ή ηλεκτρονική έκθεση, μη υποκ είμενη σε χαρτοσήμανση, η οποία αποστέλλεται εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών στον κατασχόντα. 2. Η δήλωση μισθωτών ή υπομισθωτών ως τρίτων περί προκαταβολικής εξόφλησης ή εκχώρησης μισθωμάτων, ισχύει για το Δημόσιο όταν επιβάλλει κατάσχεση, μόνο εφόσον τα πρόσωπα αυτά είχαν υποβάλει δήλωση στη ΔΟΥ φορολογίας εισοδήματός τους ή στο πληροφοριακό σύστημα της ΑΑΔΕ, πριν από την επιβολή της κατάσχεσης και επισυνάπτουν αντίγραφο της υποβληθείσας δήλωσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 971
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 75.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 971: "1. Αν το πλειστηρίασμα αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού αφαιρέσει τα έξοδα της εκτέλεσης, τους ικανοποιεί την εικοστή ημέρα μετά τον πλειστηριασμό, ή και ενωρίτερα, αν συμφωνήσει εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση". "2. Εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση μπορεί να ανακόψει την αναγγελία μέχρι και την ημέρα της διανομής του πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 933 επ.. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της έφεσης". 3. Αν εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση ασκήσει ανακοπή, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 980 παρ. 2 ως προς τους δανειστές των οποίων τις αξιώσεις έχει προσβάλει με την ανακοπή.
ΚΕΔΕ Άρθρο 14
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 75.8%
ΚΕΔΕ Άρθρο 14: Κατάσχεση νομισμάτων και χρεογράφων 1. Εάν τα κατασχεμένα κινητά είναι χρήματα σε ημεδαπό νόμισμα, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης γίνεται από τον κατασχόντα άμεση κατάθεσή τους στην υπηρεσία της ΑΑΔΕ που επέβαλε την κατάσχεση, για την οποία εκδίδεται αποδεικτικό είσπραξης ή σε λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, για την οποία εκδίδεται αποδεικτικό κατάθεσης, σε πίστωση της οφειλής. Για το όποιο πλεονάζον ποσό, εφόσον ο οφειλέτης δεν είναι παρών ή δεν δέχεται να του αποδοθεί αυτό αμέσως, εκδίδεται υπέρ αυτού γραμμάτιο παρακαταθήκης. 2. Το αλλοδαπό νόμισμα μετατρέπεται σε ημεδαπό από τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας της ΑΑΔΕ στην περιφέρεια της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, και, στη συνέχεια, μεταφέρεται σε τραπεζικό λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 1. 3. Τα κατασχεμένα χρεόγραφα παραδίδονται από τον κατασχόντα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και εκδίδεται γραμμάτιο παρακαταθήκης υπέρ του Δημοσίου, το οποίο εξοφλείται ύστερα από εντολή του Διοικητή της ΑΑΔΕ. Τα κατασχεμένα χρεόγραφα εκποιούνται σύμφωνα με όσα ορίζει απόφαση που εκδίδεται κατά περίπτωση από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ. 4. Τίτλοι σε διαταγή κατάσχονται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 954 του Κ.Πολ.Δ.
Ν4412 Άρθρο 244
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 75.6%
Ν4412 Άρθρο 244: Μεικτές συμβάσεις που καλύπτουν την ίδια δραστηριότητα και αφορούν την άμυνα ή την ασφάλεια (άρθρο 25 της Οδηγίας 2014/25/ΕΕ) 1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις μεικτές συμβάσεις που έχουν αντικείμενο σύμβαση η οποία εμπίπτει στο παρόν Βιβλίο (άρθρα 222 έως 338), καθώς και σύμβαση η οποία εμπίπτει στο άρθρο 346 ΣΛΕΕ ή το ν. 3978/ 2011. 2. Όταν τα διαφορετικά μέρη μιας συγκεκριμένης σύμβασης μπορούν να διαχωρισθούν αντικειμενικά, οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να αναθέσουν είτε χωριστές συμβάσεις για τα χωριστά μέρη είτε μία ενιαία σύμβαση. Όταν οι αναθέτοντες φορείς επιλέγουν να αναθέσουν χωριστές συμβάσεις για χωριστά μέρη, η απόφαση για το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς καθεμιάς από τις χωριστές αυτές συμβάσεις λαμβάνεται βάσει των χαρακτηριστικών εκάστου τμήματος. Όταν οι αναθέτοντες φορείς επιλέγουν να αναθέσουν μία ενιαία σύμβαση, ισχύουν τα ακόλουθα κριτήρια για τον καθορισμό του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος: α) όταν μέρος μιας συγκεκριμένης σύμβασης διέπεται από το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ, η σύμβαση μπορεί να ανατίθεται χωρίς εφαρμογή του παρόντος Βιβλίου, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση ενιαίας σύμβασης δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, β) όταν μέρος μιας συγκεκριμένης σύμβασης διέπεται από το ν. 3978/2011, η σύμβαση μπορεί να ανατίθεται, σύμφωνα με το ν. 3978/2011, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση ενιαίας σύμβασης βασίζεται σε αντικειμενικούς λόγους. Το παρόν εδάφιο δεν επηρεάζει τα κατώτατα όρια και τις εξαιρέσεις τις οποίες προβλέπει ο ν. 3978/2011. Η απόφαση για την ανάθεση μίας ενιαίας σύμβασης, ωστόσο, δε λαμβάνεται με σκοπό την εξαίρεση των συμβάσεων από την εφαρμογή του παρόντος Βιβλίου ή του ν. 3978/2011. 3. Η περίπτ. (α) του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 εφαρμόζεται στις μεικτές συμβάσεις για τις οποίες θα μπορούσαν άλλως να ισχύουν οι περιπτ. (α) και (β) του προαναφερθέντος εδαφίου. 4. Όταν τα διαφορετικά μέρη μιας συγκεκριμένης σύμβασης είναι αντικειμενικά αδύνατον να διαχωριστούν, η σύμβαση μπορεί να ανατίθεται χωρίς να εφαρμόζεται το παρόν Βιβλίο, όταν περιλαμβάνει στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ· διαφορετικά, μπορεί να ανατίθεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3978/ 2011.
ΚΠολΔ Άρθρο 934
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 75.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 934: Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Προϋποθέσεις και προθεσμίες Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά σε ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του π λειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί κατάσχεσης δε στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής. β) Αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
Ν4412 Άρθρο 16
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 75.2%
Ν4412 Άρθρο 16: Μεικτές συμβάσεις που αφορούν την άμυνα ή την ασφάλεια (άρθρο 16 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ) 1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις μεικτές συμβάσεις που έχουν αντικείμενο σύμβαση η οποία καλύπτεται από το παρόν Βιβλίο (άρθρα 3 έως 221), καθώς και σύμβαση η οποία διέπεται από το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ ή το μέρος δεύτερο του ν. 3978/2011 (Α΄ 137). 2. Όταν τα διαφορετικά μέρη μιας συγκεκριμένης σύμβασης μπορεί να χωριστούν αντικειμενικά, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιλέγουν να αναθέσουν είτε χωριστές συμβάσεις για τα χωριστά μέρη είτε μία ενιαία σύμβαση. Όταν οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν να αναθέσουν χωριστές συμβάσεις για χωριστά μέρη, η απόφαση για το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς καθεμιάς από τις χωριστές αυτές συμβάσεις λαμβάνεται βάσει των χαρακτηριστικών εκάστου μέρους. Όταν οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν να αναθέσουν μία ενιαία σύμβαση, ισχύουν τα ακόλουθα κριτήρια για τον καθορισμό του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος: α) όταν μέρος μιας συγκεκριμένης σύμβασης διέπεται από το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ, η σύμβαση μπορεί να ανατίθεται χωρίς εφαρμογή του παρόντος Βιβλίου, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση ενιαίας σύμβασης δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, β) όταν μέρος μιας συγκεκριμένης σύμβασης διέπεται από το μέρος δεύτερο του ν. 3978/2011 (Α΄ 137), η σύμβαση μπορεί να ανατίθεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους δεύτερου του ν. 3978/2011 (Α΄ 137), υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση ενιαίας σύμβασης βασίζεται σε αντικειμενικούς λόγους. Η παρούσα περίπτωση β΄ δεν επηρεάζει τα κατώτατα όρια και τις εξαιρέσεις που προβλέπει το μέρος δεύτερο του ν. 3978/2011 (Α΄ 137). Η απόφαση για την ανάθεση μίας ενιαίας σύμβασης, ωστόσο, δεν λαμβάνεται με σκοπό την εξαίρεση των συμβάσεων από την εφαρμογή του παρόντος Βιβλίου ή του μέρους δεύτερου του ν. 3978/2011 (Α΄ 137). 3. Η περίπτωση α΄ του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 εφαρμόζεται στις μεικτές συμβάσεις για τις οποίες θα μπορούσαν άλλως να ισχύουν οι περιπτώσεις α΄ και β΄ του προαναφερθέντος εδαφίου. 4. Όταν τα διαφορετικά μέρη μιας συγκεκριμένης σύμβασης δεν μπορεί να χωριστούν αντικειμενικά, η σύμβαση μπορεί να ανατίθεται χωρίς να εφαρμόζεται το παρόν Βιβλίο, όταν περιλαμβάνει στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ· διαφορετικά, μπορεί να ανατίθεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους δεύτερου του ν. 3978/2011 (Α΄ 137).
ΚΠολΔ Άρθρο 992
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 75.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 992: "1. Μπορεί να γίνει κατάσχεση ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του οφειλέτη ή εμπραγμάτου δικαιώματος του οφειλέτη πάνω σε ακίνητο. Ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης. Οι διατάξεις για την κατάσχεση ακινήτου εφαρμόζονται και για την κατάσχεση δικαιωμάτων στα οποία ισχύουν οι σχετικοί με τα ακίνητα κανόνες, καθώς και για την κατάσχεση πλοίων και αεροσκαφών". 2. Η κατάσχεση ακινήτου εκτείνεται και στα συστατικά του, καθώς και στα παραρτήματά του μόνο αν περιληφθούν σ' αυτήν. Αν τα παραρτήματα δεν έχουν περιληφθεί στην κατάσχεση του ακινήτου, μπορούν να κατασχεθούν σύμφωνα με την διαδικασία της κατάσχεσης κινητών πραγμάτων. 3. Αν το κατασχεμένο είναι ασφαλισμένο, η κατάσχεση ισχύει και για την αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση.
ΚΔ Άρθρο 166
Κώδικας Δικηγόρων
Σχετικότητα: 75.0%
ΚΔ Άρθρο 166: Τελικές διατάξεις - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ Β.- ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ (αξία αντικειμένου έως 20.000€) α) Εργατικά - Μισθωτικές - Αυτοκινητικές - Πίνακες Αμοιβών -Διαδικασία πιστωτικών τίτλων - Ανακοπές κάθε είδους α) Αγωγή…………………………………………………………………………………………….85 β) Παράσταση……………………………………………………………………………………..64 γ) Προτάσεις……………………………………………………………………………………….85 β) Αίτηση για έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου / καταβολής μισθωμάτων ……………………………………………………….107 γ) Αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής 1. έως 12.000 € ………………………………………………………………………………..64 2. από 12.001 € ως 20.000 € ……………………………………………………………..139 δ) Ασφαλιστικά μέτρα (νομής) 1. Αίτηση………………………………………………………………………………………….96 2.Παράσταση…………………………………………………………………………………..96 3. Αυτοψία………………………………………………………………….……………………96 4. Σημείωμα……………………………………………………………………………………..96 5. Παράσταση - Σημείωμα σε Προσωρινή Διαταγή………………………………….59 ε) Ασφαλιστικά μέτρα συναινετικής εγγραφής ή άρσης προσημείωσης υποθήκης 1. Αίτηση…………………………………………………………………………………………..107 2. Παράσταση …………………………………………………………………………………..134 3. Σημείωμα………………………………………………………………………………………102 στ) Ασφαλιστικά μέτρα γενικά: α) Αίτηση……………………………………………………………………………………………80 β) Παράσταση ……………………………………………………………………………………59 γ) Σημείωμα……………………………………………………………………………………….69 δ) Παράσταση - Σημείωμα σε Προσωρινή Διαταγή …………………………………..59 ζ) Μικροδιαφορές (αξία μέχρι 5.000 €) 1. Αγωγή…………………………………………………………………………………………..32 2. Παράσταση……………………………………………………………………………………16 3. Προτάσεις …………………………………………………………………………………….16 η) Λοιπές Αιτήσεις - Παραστάσεις 1. Αίτηση για σύγκληση Συγγενικού Συμβουλίου …………………………………….75 2. Σύνταξη εκθέσεως επί λογοδοσιών…………………………………………….……..75 3. Σύνταξη εκθέσεως επί δηλώσεων…………………………………………………….75 4. Δηλώσεις επί κατασχέσεων εις χείρας τρίτων …………………………………….75 5. Αίτηση για την αντικατάσταση μεσεγγυούχου …………………………………….75 6. Αίτηση / Παράσταση σε ένορκες βεβαιώσεις………………………………………75 7. Παράσταση σε χειραφεσία, συγγενικά συμβούλια, λογοδοσίες, δηλώσεις…………………………………………………………………….96 8. Σύνταξη αίτησης για θέματα μη ειδικώς αναφερόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων ………………………………………………………………….80 9. Παράσταση κατά τη συζήτηση τέτοιων αιτήσεων ……………………………….. 80 θ) Ανταγωγές γενικά …………………………………………………………………………..48 ι) Παρεμβάσεις …………………………………………………………………………….…….48 κ) Τακτική Διαδικασία- Διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας 1. Σύνταξη αγωγής, αίτησης, παρέμβασης, τριτανακοπής…………………………..89 2. Προτάσεις ……………………………………………………………………………..……….79 3. Παράσταση……………………………………………………………………………………. 89 4. Αίτηση για συντηρητική απόδειξη ……………………………………………………….69 5. Αγωγή περί επιδείξεως εγγράφου……………………………………………………….69 6. Αίτηση για εξαίρεση πραγματογνώμονας……………………………………………..69 7. Γνωστοποίηση μαρτύρων………………………………………………………………….48 8. Αιτήσεις προς τον Εισηγητή ………………………………………………………………48 9. Παράσταση κατά την εξέταση μάρτυρος ……………………………………………. 85 10. Παράσταση κατά την εξέταση μάρτυρος επί του επιδίκου ……………………129 11. Παράσταση κατά τη δόση όρκου διαδίκου ή πραγματογνώμονος ……………80 12. Σύνταξη δηλώσεως επαγωγής ή αντεπαγωγής όρκου……………………………80 13. Προτάσεις μετ απόδειξη………………………………………………………………….117 14. Παράσταση μετ απόδειξη ……………………………………………………………….107 15. Αίτηση-Παράσταση για ΔΙΑΤΑΞΗ ………………………………………………………204 λ) Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων νοικοκυριών 1. Αίτηση …………………………………………………………………………………………..69 2. Παρατηρήσεις…………………………………………………………………………………59 3. Παράσταση…………………………………………………………………………………….69 4. Προτάσεις …………………………………………………………………………………….. 59 5. Παράσταση σε Προσωρινή Διαταγή……………………………………………………69 μ) Πρόσθετοι Λόγοι Τ ο 1/2 του αντίστοιχου ενδίκου βοηθήματος Σε περίπτωση αντίθετων αγωγών συνεκδικαζομένων ένα (1) γραμμάτιο
ΚΠολΔ Άρθρο 991
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 74.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 991: Αν η κατασχεμένη απαίτηση ασφαλίζεται με ενέχυρο ή υποθήκη, εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 458 και 1312 του αστικού κώδικα. Η σημείωση στα δημόσια βιβλία γίνεται μετά την καταφατική δήλωση ή την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου.
ΚΕΔΕ Άρθρο 23
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 74.7%
ΚΕΔΕ Άρθρο 23: Περιπτώσεις οριστικής κατακύρωσης 1. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να κατακυρώσει οριστικά τον πλειστηριασμό στον τελευταίο πλειοδότη στις παρακάτω περιπτώσεις: α) εφόσον η τελευταία προσφορά δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και αυτή είναι ανώτερη του μισού της εκτιμηθείσας με βάση την έκθεση κατάσχεσης αξίας των κινητών που πλειστηριάζονται, β) εφόσον πρόκειται για πλειστηριασμό των κινητών του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 21. 2. Ο τελευταίος πλειοδότης υποχρεούται αμέσως μετά την κατακύρωση να καταβάλει το πλειστηρίασμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα και να παραλάβει τα πράγματα, στη δε έκθεση γίνεται σχετική αναφορά. Σε διαφορετική περίπτωση, γίνεται αμέσως και με την ίδια έκθεση αναπλειστηριασμός σε βάρος του τελευταίου πλειοδότη, ο οποίος διαρκεί για μία (1) ώρα. Για την ευθύνη του τελευταίου πλειοδότη εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα για τον αναπλειστηριασμό.
ΚΠολΔ Άρθρο 147
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 74.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 147: « 1. Οι συντηρητικές αποδείξεις που έχουν επιτραπεί διεξάγονται σε όλη τη διάρκεια των διακοπών. « 2. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για τις προθεσμίες των άρθρων 503, 518 παρ. 1, 545 π αρ. 1 και 2, 564 παρ. 1 και 2, καθώς και των άρθρων 153, 215 παρ. 2, 237 παρ . 1 έως 5 και παρ. 8, 238 παρ. 1, 260 παρ. 2, 468 παρ. 1 και 2 εδάφια πρώτο και τρίτο, 598, 632 παρ. 2, 633 παρ. 2, 642, 715 παρ. 5, 729 παρ. 5, 847 π αρ. 1, 926 παρ. 2, 934 παρ. 1 στοιχ. Α ’ και β’, 943 παρ. 4, 955, 966 παρ. 2 και 3, 971 παρ. 1, 972 παρ. 1 στοιχ. β ’, 973, 974, 979 παρ. 2, 983 παρ . 2, 985 παρ. 1, 986, 988 παρ. 1, 995 και 997 παρ. 2.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 218
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 74.1%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 218: Αρμόδιο δικαστήριο Άρθρο 218 Αρμόδιο δικαστήριο 1. Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά το άρθρο 216 διαφορών είναι, στον πρώτο βαθμό, το μονομελές πρωτοδικείο, εφόσον η απαίτηση, για την οποία χωρεί η εκτέλεση, δεν υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και το τριμελές πρωτοδικείο, εφόσον η εν λόγω απαίτηση υπερβαίνει το ποσό αυτό. Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των ανωτέρω διαφορών στον δεύτερο βαθμό είναι το μονομελές εφετείο, εφόσον η απαίτηση για την οποία χωρεί η εκτέλεση δεν υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και το τριμελές εφετείο, εφόσον η εν λόγω απαίτηση υπερβαίνει το ποσό αυτό. 2. Κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο σε πρώτο βαθμό είναι, σε περίπτωση ανακοπής κατά πράξης ταμειακής βεβαίωσης, ατομικής ειδοποίησης ή έκθεσης κατάσχεσης εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων, το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του οφειλέτη, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση ανακοπής, το δικαστήριο του τόπου της εκτέλεσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 662Η
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 74.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Η: "1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή. 2. Η διάταξη του άρθρου 634 εφαρμόζεται αναλόγως".
ΚΠολΔ Άρθρο 978
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 73.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 978: "1. Απαιτήσεις που εξαρτώνται από αίρεση ή αμφίβολες κατατάσσονται τυχαίως. Με την προσκόμιση ισόποσης εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να ικανοποιήσει το δ ανειστή, η απαίτηση του οποίου κατατάχθηκε τυχαία. Σε περίπτωση που δεν πληρωθεί ο όρος υπό τον οποίο τελεί η τυχαία κατάταξη, ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το ποσό που εισέπραξε. Απαιτήσεις υπό προθεσμία κατατάσσονται, αφού αφαιρεθεί ο τόκ ος που αναλογεί έως τη λήξη τους. 2. Όταν απαίτηση κατατάσσεται τυχαίως, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει στον πίνακα κατάταξης πως κατανέμεται το ποσό της απαίτησης, με την προσθήκη των αναλογούντων τόκων, αν αυτή παύσει να υφίσταται.".
ΠτωχΚ Άρθρο 86
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 73.7%
ΠτωχΚ Άρθρο 86: Προληπτικά μέτρα 1. Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου κατά το άρθρο 78 δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Η αίτηση συζητείται κατόπιν κλήτευσης του οφειλέτη. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από ή προς τον οφειλέτη, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών ή να ορίσει μεσεγγυούχο. Η απόφαση υποβάλλεται στη δημοσιότητα της παρ. 2 του άρθρου 84. 2. Η αναστολή της παρ. 1 δεν καταλαμβάνει ενέργειες εκτέλεσης ενέγγυων πιστωτών του οφειλέτη επί περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων έχουν λάβει εμπράγματη εξασφάλιση, με μόνη εξαίρεση την περίπτωση που η αίτηση πτώχευσης περιλαμβάνει με τρόπο παραδεκτό αίτημα εκποίησης του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79, και εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων έχει παραχωρηθεί ασφάλεια αποτελούν μέρος λειτουργικού συνόλου. 3. Τα προληπτικά μέτρα της π αρ. 1 δεν μπορούν να θίγουν τα δικαιώματα από συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 (Α΄ 263) ή από ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, ανεξάρτητα από το αν η ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού περιέχεται σε συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ή σε συμφωνία της οποίας αποτελεί μέρος η συμφωνία παροχής ασφάλειας, καθώς και τα δικαιώματα του εκδοχέα απαίτησης που εκχωρήθηκε από τον οφειλέτη στον πιστωτή προς εξασφάλιση ή προς ικανοποίησή του από το προϊόν της είσπραξης. Επίσης, δεν θίγεται το δικαίωμα καταγγελίας και απόδοσης του μισθίου σε περίπτωση σύμβασης μίσθωσης, εφόσον ο οφειλέτης είναι υπερήμερος ως προς την καταβολή έξι (6) ή περισσότερων μηνιαίων μισθωμάτων. 4. Η παροχή των προληπτικών μέτρων της παρ. 1 συνεπάγεται την αυτοδίκαιη άρση κάθε υφιστάμενου μέτρου προστασίας των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ιδίως βάσει των διατάξεων του ν. 3869/2010 (Α΄ 130) και του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), καθώς και την κατάργηση κάθε σχετικής εκκρεμούς διαδικασίας. 5. Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με τη δημοσιοποίηση της απόφασης του δικαστηρίου στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 958
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 73.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 958: "1. Αφότου γίνει η επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης κατά το άρθρο 955 παράγραφος 1, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση. 2. Η αναγκαστική κατάσχεση κινητών πραγμάτων δεν εμποδίζει την κατάσχεση τους και από άλλο δανειστή. Κάθε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργείται ξεχωριστά και δεν επηρεάζει η μια την άλλη. Δεν επιτρέπεται η αναζήτηση των εξόδων της εκτέλεσης που προκατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε".
ΑΚ Άρθρο 998
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 73.5%
ΑΚ Άρθρο 998: Προστασία κατά κατόχου Εναντίον εκείνου που κατέχει με βάση τη σχέση του προηγούμενου άρθρου ο νομέας έχει, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου, τις αγωγές για τη νομή.
ΚΠολΔ Άρθρο 993
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 73.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 993: "1. Η κατάσχεση γίνεται με τη σύνταξη έκθεσης από το δικαστικό επιμελητή μπροστά σ’ έναν ενήλικο μάρτυρα. Η κατάσχεση του ενυπόθηκου κτήματος μπορεί να γίνει είτε κατά του οφειλέτη είτε κατά του τρίτου κυρίου είτε κατά εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο κτήμα, αφού κοινοποιηθεί η επιταγή στον οφειλέτη και στον τρίτο. Η προθεσμία του άρθρου 926 αρχίζει από την τελευταία κοινοποίηση. 2. Οι διατάξεις των παρ. 1 εδάφιο β ’ και 2 έως 4 του άρθρου 954 εφαρμόζονται και εδώ, με εξαίρεση τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, ο οποίος ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχεσης και πάντως όχι μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον μήνα Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του. Για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης. 3. Για την επιβολή της κατάσχεσης και την περιγραφή του ακινήτου ο δικαστικός επιμελητής έχει το δικαίωμα να εισέρχεται σε αυτό έστω και αν κατέχεται από τρίτο.»
ΠτωχΚ Άρθρο 100
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 73.4%
ΠτωχΚ Άρθρο 100: Αναστολή των ατομικών καταδιώξεων 1. Με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 101, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πτωχευτικών πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά το άρθρο 46 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170). 2. Σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, η πτώχευση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του κατάσχοντος επί μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη που εκχωρήθηκαν αναγκαστικά με την κατάσχεση, αλλά δεν έχουν ακόμα γεννηθεί. 3. Διασφαλιστ ικά μέτρα των παρ. 5 και 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013 που λήφθηκαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης ή λαμβάνονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται κατά το μέρος που αφορούν τον οφειλέτη μέχρι ανακλήσεως της απόφασης πτώχευσης ή περάτωσης της πτώχευσης ή παύσης των εργασιών της. Για την ως άνω διάρκεια αναστέλλεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού ή διοικητικού μέτρου κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης περιουσιακού του στοιχείου με διάταξη ανακριτή, της συντηρητικής κατάσχεσης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, συναινετικής ή κατ’ αντιδικία, εκτός εάν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης, τεχνολογικού ή εν γένει εξοπλισμού της που ενέχει τον κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη. 4. Πράξεις κατά παράβαση των αναστολών των παρ. 1 ως 3 είναι απολύτως άκυρες. Οι αναστολές των παρ. 1 έως 3 δεν καταλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των ομαδικών πιστωτών.
ΚΠολΔ Άρθρο 973
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 73.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 973: Συνέχιση πλειστηριασμού και υποκατάσταση επισπεύδοντος 1. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο το υ πλειστηριασμού δύο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλεισ τηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ). Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται με επιμέλεια του επισπεύδοντος στον καθ’ ου η εκτέλεση. 2. Κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό. 3. Αν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παρ. 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα και στον καθ’ ου η εκτέλεση. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλο υ. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). 4. Κάθε δανειστής της παρ. 2 μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να του επιτρέψει να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση, αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά χωρίς σοβαρό λ όγο, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που από τη στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία ή ολιγωρία. Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από τη ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει να προβεί στην κατά την παρ. 3 δήλωση. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. 5. Αν στην περίπτωση της παρ. 3 εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, στην περίπτωση της παρ. 4, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή ή παρεμπίπτουσα αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παρ. 3. 6. Αντιρρήσεις για οποιονδήποτε λόγο που αφορά στο κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παρ. 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) η μέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων ούτε και αίτηση ανάκλησης. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
1424/2023
2023Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕργατικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.6%
Πιστώτρια εταιρία διατηρούσε απαίτηση ύψους 132.388,40 ευρώ κατά οφειλέτη, που της είχε επιδικασθεί με απόφαση κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 60.000 ευρώ. Ο οφειλέτης απασχολούνταν ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή (General Manager) σε τουριστική εταιρία. Η πιστώτρια επέβαλε κατάσχεση εις χείρας της εργοδότριας εταιρίας επί των πάσης φύσεως απαιτήσεων του οφειλέτη, υφιστάμενων ή μελλοντικών, μέχρι του ποσού των 77.307,38 ευρώ. Η εργοδότρια εταιρία δήλωσε ότι καταβάλλει μηνιαίο μισθό στον οφειλέτη, χωρίς να προσδιορίσει το ακριβές ποσό του μισθού, τις τακτικές και έκτακτες αποδοχές, επιδόματα, δώρα εορτών και επίδομα αδείας, επικαλούμενη το ακατάσχετο του μισθού κατά το άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ.
Το άρθρο 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ ορίζει ότι ο τρίτος οφείλει να δηλώσει εντός οκταημέρου αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση, και η δήλωσή του πρέπει να είναι ακριβής. Ανακριβής είναι η δήλωση όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ως προς την κατασχεθείσα απαίτηση. Το άρθρο 31 παρ. 1 περ. ε' του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) εφαρμόζεται μόνο για χρέη προς το Δημόσιο, ενώ το άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ ρυθμίζει το ακατάσχετο μισθών σε ιδιωτικές διαφορές. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η εργοδότρια εταιρία δήλωσε ότι απασχολεί τον οφειλέτη ως υπάλληλο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και καταβάλλει μηνιαίο μισθό, αλλά παρέλειψε να αναφέρει την ιδιότητά του, τον κατά μήνα μισθό και το σύνολο των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων τακτικών και έκτακτων παροχών, επιδομάτων, δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Εφαρμόζοντας το άρθρο 31 παρ. 1 περ. ε' του ΚΕΔΕ σε ιδιωτική διαφορά, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. δ, 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αφού η διάταξη του ΚΕΔΕ εφαρμόζεται μόνο σε διαφορές που υπόκεινται στο ΚΕΔΕ και όχι σε ιδιωτικές διαφορές όπου ισχύει ο ΚΠολΔ.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ε' του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) σε ιδιωτική διαφορά, ενώ η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο για χρέη προς το Δημόσιο. Στις ιδιωτικές διαφορές εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠολΔ, ιδίως το άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ για το ακατάσχετο των μισθών. Το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. δ, 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, υπέπεσε σε υπαγωγικό σφάλμα και παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεχόμενο ότι το ακατάσχετο του μισθού περιορίζεται από την εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ε' ΚΕΔΕ, με αποτέλεσμα η δήλωση του τρίτου να θεωρηθεί ανειλικρινής επειδή δεν περιείχε τα ποσοτικά κριτήρια του ΚΕΔΕ, που όμως δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
Αναιρεί τη 2646/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
1501/2021
2021Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΦορολογικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.9%
Το Δημόσιο επέβαλε κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος (τρίτου) για απαιτήσεις κατά διαφόρων οφειλετών του. Το πιστωτικό ίδρυμα υπέβαλε δήλωση τρίτου στις 7-1-2014, με την οποία δήλωσε ότι δεν προέβη στη δέσμευση των υφιστάμενων υπολοίπων σε λογαριασμούς εννέα οφειλετών (Δ. Γ., Ά. Κ., Π. Κ., Δ. Σ., Η. Δ., Β. Τ., Σ. Θ., Α. Φ., Δ. Λ. και Β. Β.), επειδή σε αυτούς πιστώνονταν συντάξεις ΙΚΑ, Δημοσίου, επιδόματα ΟΑΕΔ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ και επίδομα πετρελαίου, που δεν υπερέβαιναν μηνιαίως το ποσό των 1.000 ευρώ. Επίσης δήλωσε ότι δεν προέβη στη δέσμευση μελλοντικών ποσών σε κοινούς λογαριασμούς δεκαεπτά οφειλετών.
Το άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ προβλέπει ότι η επίδοση του κατασχετηρίου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης. Η εκχώρηση αυτή τελεί υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης. Ο τρίτος οφείλει τόκους όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία των δέκα ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, σε κάθε περίπτωση δε από την επίδοση της ανακοπής (άρθρα 30Α ΚΕΔΕ, 345, 346 ΑΚ). Το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι στους λογαριασμούς των εννέα οφειλετών πιστώνονταν συντάξεις και επιδόματα που δεν υπερέβαιναν μηνιαίως το ποσό των 1.000 ευρώ, και επομένως ήταν ακατάσχετα σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 2 ΚΕΔΕ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 ν. 3714/2008. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του Δημοσίου περί ακυρότητας της δήλωσης ως προς τα υφιστάμενα υπόλοιπα, αλλά την ακύρωσε ως προς τη μη δέσμευση μελλοντικών ποσών από άλλες αιτίες ή από συντάξεις που θα υπερέβαιναν το όριο του ακατασχέτου.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης ήταν απαράδεκτος, καθώς πλήττει τη μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ενώ το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις εσφαλμένες νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου. Ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος ήταν αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβαλλόμενο ισχυρισμό και τον απέρριψε στην ουσία, δεχόμενο ότι στους λογαριασμούς πιστώνονταν συντάξεις και επιδόματα που δεν υπερέβαιναν το ποσό των 1.000 ευρώ. Ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος ήταν επίσης αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 2 ΚΕΔΕ περί ακατασχέτου των μισθών και συντάξεων κάτω των 1.000 ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-08-2019 αίτηση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 25/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΣτΕ Α759/2018
2018Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΦορολογικό Διοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.6%
Η Διοίκηση επέβαλε κατάσχεση εις χείρας Τράπεζας ως τρίτης για δημόσιες οφειλές καταθέτη από Φ.Π.Α., τέλη κυκλοφορίας και λοιπές επιβαρύνσεις. Η Τράπεζα υπέβαλε αρνητική δήλωση κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ, δηλώνοντας ότι ο λογαριασμός είναι συνταξιοδοτικός και ότι υπάρχουν μόνο ακατάσχετα ποσά ύψους 25.140,46 ευρώ. Ο οφειλέτης υπέβαλε ηλεκτρονική δήλωση επιλογής του συγκεκριμένου λογαριασμού ως ακατάσχετου κατά το άρθρο 31 παρ. 2 εδ. β’ ΚΕΔΕ. Η φορολογική αρχή ζήτησε την άμεση απόδοση του ποσού, ενώ η Τράπεζα απάντησε ότι πρόκειται για αναδρομικές συντάξεις της περιόδου 2012–2016. Ακολούθως εκδόθηκε χρηματικός κατάλογος και ταμειακή βεβαίωση κατά της Τράπεζας για το ίδιο ποσό. Η κατασχεθείσα αξίωση προέρχεται από τραπεζική κατάθεση (ιδιωτικού δικαίου).
Σύμφωνα με το άρθρο 217 ΚΔΔ και τα άρθρα 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ, η διοικητική εκτέλεση επιτρέπει κατάσχεση εις χείρας τρίτου και προβλέπει υποχρεώσεις δήλωσης του τρίτου· η ανακοπή στρέφεται κατά πράξεων όπως η ταμειακή βεβαίωση. Κρίσιμο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας είναι η φύση της κατασχεθείσας απαίτησης (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), ανεξαρτήτως της σχέσης Δημοσίου–οφειλέτη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απαίτηση του οφειλέτη έναντι της Τράπεζας προέρχεται από τραπεζική κατάθεση, δηλαδή από σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης κατά το άρθρο 830 ΑΚ, άρα ιδιωτικού δικαίου. Προηγήθηκε κατασχετήριο της Δ.Ο.Υ., αρνητική δήλωση της Τράπεζας περί συνταξιοδοτικού λογαριασμού και ύπαρξης μόνο ακατάσχετων ποσών, ηλεκτρονική δήλωση ακατάσχετου από τον οφειλέτη, έγγραφο της Δ.Ο.Υ. για απόδοση του ποσού και έκδοση χρηματικού καταλόγου και ταμειακής βεβαίωσης. Εφαρμόζοντας την ανωτέρω διάκριση, το Δικαστήριο εφάρμοσε ότι η ανακοπή τρίτου κατά πράξης ταμειακής βεβαίωσης όταν η κατασχεθείσα απαίτηση είναι ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Καθόσον η αξίωση αφορά τραπεζική κατάθεση, η διαφορά δεν ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, οδηγώντας σε απαράδεκτο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.
Η ανακοπή απορρίφθηκε διότι η κατασχεθείσα απαίτηση του οφειλέτη έναντι του τρίτου προέρχεται από τραπεζική κατάθεση, δηλαδή έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 830 ΑΚ), και κατά την εφαρμογή των άρθρων 30–34 ΚΕΔΕ και του άρθρου 217 ΚΔΔ, οι ανακοπές τρίτου κατά πράξεων διοικητικής εκτέλεσης για ιδιωτικού δικαίου απαιτήσεις υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων· ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη ανακοπή ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου ήταν απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.
Απορρίπτει την κρινόμενη ανακοπή.
595/2013
2013Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.2%
Καταθέτης διατηρούσε μισθοδοτικό λογαριασμό (από το 1988), καταθετικό/επενδυτικό λογαριασμό (από το 1997) και λογαριασμό πίστωσης (MARGIN) από 18-08-2003 με όριο 150.000 ευρώ για αγορά μετοχών. Προέκυψαν πωλήσεις 3.500 μετοχών μιας τράπεζας και 3.000 μετοχών άλλης, με έσοδα 22.811,20 και 8.047,99 ευρώ που πιστώθηκαν στον αλληλόχρεο. Προστηθείς υπάλληλος της τράπεζας, χωρίς εντολή, μετέφερε σε τρίτους 8.250 (13-11-2003), 12.000 (14-11-2003), 1.500 (26-11-2003), 5.000 (26-11-2003) και 2.000 ευρώ (27-11-2003), σύνολο 28.750 ευρώ. Επιπλέον, από τον μισθοδοτικό λογαριασμό αφαιρέθηκαν χωρίς εντολή 500 (6-2-2004), 2.000 (9-2-2004), 1.000 (27-2-2004), 2.400 (29-3-2004) και 750 ευρώ (14-4-2004), σύνολο 8.650 ευρώ. Η πρακτική προφορικών εντολών αφορούσε τον επενδυτικό, όχι τον μισθοδοτικό λογαριασμό.
Το άρθρο 830 § 1 ΑΚ ορίζει ότι στην ανώμαλη παρακαταθήκη η τράπεζα οφείλει απόδοση των χρημάτων στον καταθέτη, ενώ κατά τα άρθρα 806 και 827 ΑΚ αποκτά κυριότητα και υποχρεούται να αποδίδει κατ’ απαίτηση. Αν προστηθείς υπάλληλος αναλάβει χωρίς εντολή, η ευθύνη της τράπεζας είναι συμβατική και όχι αδικοπρακτική, με επιφύλαξη του άρθρου 3 ν.δ. 17.7/13.8.1923. Το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ αφορά παραβίαση ουσιαστικού κανόνα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι από πωλήσεις μετοχών (22.811,20 και 8.047,99 ευρώ) πιστώθηκαν ποσά στον λογαριασμό πίστωσης, τα οποία ο υπάλληλος μετέφερε χωρίς εντολή 8.250, 12.000, 1.500, 5.000 και 2.000 ευρώ σε τρίτους (13–27/11/2003). Από τον μισθοδοτικό λογαριασμό αφαιρέθηκαν 500, 2.000, 1.000, 2.400 και 750 ευρώ (6/2–14/4/2004). Συνολική ζημία: 37.400 ευρώ. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 830 § 1, 806 και 827 ΑΚ, έκρινε ότι η υπεξαίρεση έπληξε την τράπεζα ως κυρία των χρημάτων, ενώ ο καταθέτης έχει συμβατική αξίωση από ανώμαλη παρακαταθήκη για 37.400 ευρώ. Επομένως δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ και δεν θεμελιώνεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία του Εφετείου.
Το δικαστήριο έκρινε ότι, με βάση τα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η ευθύνη της τράπεζας προς τον καταθέτη πηγάζει από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρα 830 §1, 806, 827 ΑΚ) και όχι από αδικοπραξία, διότι η υπεξαίρεση των κατατεθειμένων χρημάτων από τον προστηθέντα υπάλληλο ζημιώνει την τράπεζα ως κυρία των χρημάτων, ενώ ο καταθέτης διατηρεί συμβατική αξίωση απόδοσης. Ως εκ τούτου, ορθώς επιδικάστηκαν 37.400 ευρώ ως οφειλόμενα καταθετικά ποσά, αλλά εσφαλμένα επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (2.960 ευρώ), αφού οι διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 932 ΑΚ δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη συμβατική βάση της αγωγής. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο κράτησε και απέρριψε το αίτημα για ηθική βλάβη ως νομικά αβάσιμο.
Απορρίπτει την από 31-05-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 95/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μόνον κατά το μέρος που επιδικάζεται μ' αυτήν στον αναιρεσβλήτο το ποσό των 37.400 ευρώ, που αφορά τις μη αποδοθείσες σ'αυτόν καταθέσεις του στην αναιρεσείουσα τράπεζα. Αναιρεί την ίδια ως άνω απόφαση, κατά το μέρος που επιδικάζεται μ' αυτήν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.960 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κρατεί και δικάζει μόνο ως προς αυτό την υπόθεση. Απορρίπτει την ένδικη υπ' αριθ. 207/30-10-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, ως προς το παραπάνω αίτημά της. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας, μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΣτΕ Α656/2023
2023Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.0%
Ο Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. επέβαλε, με κατασχετήριο έγγραφο της 1.12.2016, αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας Τράπεζας, ως τρίτης, λογαριασμών του αιτούντος μέχρι 10.668,38 ευρώ για είσπραξη βεβαιωμένων φορολογικών οφειλών. Ο λογαριασμός είχε δηλωθεί ως ακατάσχετος στις 27.4.2016. Στον ίδιο λογαριασμό είχαν κατατεθεί πριν από την κατάσχεση συντάξεις του αιτούντος, μηνιαίως 554,07 ευρώ, για το διάστημα 13.4.2008 έως 30.3.2016, οι οποίες, αναγόμενες σε μηνιαίες καταβολές, εμπίπτουν στο ακατάσχετο του άρθρου 31 παρ. 2 ΚΕΔΕ.
Το άρθρο 17 § 4 και το άρθρο 27 π.δ. 18/1989 ρυθμίζουν την υπογραφή και πληρεξουσιότητα στα ένδικα μέσα, ενώ το άρθρο 53 §§ 3-4 π.δ. 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 § 1 ν. 3900/2010 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 § 2 ν. 4446/2016, απαιτεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως: α) συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί νομολογίας και β) ελάχιστο ποσό διαφοράς 40.000 ευρώ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το δικόγραφο υπογράφεται από τον αιτούντα ως δικηγόρο και, βάσει βεβαίωσης Δικηγορικού Συλλόγου, αυτός είναι εγγεγραμμένος, οπότε η νομιμοποίηση υφίσταται. Επί της αναιρέσεως, η διαφορά αφορά κατάσχεση για απαιτήσεις ύψους 10.668,38 ευρώ και στο εισαγωγικό δικόγραφο δεν περιέχονται οι απαιτούμενοι ειδικοί ισχυρισμοί της § 3 του άρθρου 53. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι, παρά τη συνδρομή πληρεξουσιότητας, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 53 §§ 3-4 π.δ. 18/1989, αφού το ποσό υπολείπεται του ορίου και απουσιάζουν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, και ως εκ τούτου η αίτηση είναι απαράδεκτη.
Η αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη διότι: (α) το ποσό της διαφοράς (10.668,38 ευρώ) είναι κατώτερο του ορίου των 40.000 ευρώ κατά το άρθρο 53 § 4 π.δ. 18/1989, και (β) στο εισαγωγικό δικόγραφο δεν προβλήθηκαν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί περί έλλειψης ή αντίθεσης νομολογίας κατά το άρθρο 53 § 3 π.δ. 18/1989.
Απορρίπτει την αίτηση.
1120/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΔιοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.9%
Ασφαλιστικό ταμείο είχε απαίτηση ύψους 380.995,75 ευρώ κατά ανώνυμης εταιρείας από μισθώματα ποσού 276.157 ευρώ και κοινόχρηστες δαπάνες ποσού 104.838,75 ευρώ. Η οφειλέτιδα εταιρεία είχε εκμισθώσει ακίνητο στον ΟΑΕΔ με μηνιαίο μίσθωμα αρχικά 19.600 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια καθορίστηκε σε 19.420,50 ευρώ, εκ των οποίων στην εκμισθώτρια αναλογούσε ποσό 5.651,37 ευρώ μηνιαίως, καταβλητέο στο τέλος κάθε μισθωτικού μηνός. Η μίσθωση είχε διάρκεια εννέα ετών από την παράδοση του ακινήτου. Το ασφαλιστικό ταμείο επέβαλε κατάσχεση στα χέρια του ΟΑΕΔ ως τρίτου με κατασχετήριο έγγραφο της 25-2-2013, επιδοθέν στις 25-4-2013, για κάθε απαίτηση της οφειλέτιδας από μισθώματα μέχρι του ποσού των 380.995,75 ευρώ. Ο ΟΑΕΔ παρέλειψε να υποβάλει δήλωση εντός της νόμιμης προθεσμίας.
Το άρθρο 27 παρ. 2 του ν. 4144/2013 προβλέπει ότι οι διατάξεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 εφαρμόζονται ανάλογα στις περιπτώσεις κατάσχεσης εις χείρας του ΟΑΕΔ ως τρίτου. Κατά το άρθρο 33 ΚΕΔΕ, η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει εντός της νόμιμης προθεσμίας εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση και δημιουργεί μαχητό τεκμήριο οφειλής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ασφαλιστικό ταμείο επέβαλε κατάσχεση στα χέρια του ΟΑΕΔ ως τρίτου για απαίτηση της οφειλέτιδας εταιρείας από μισθώματα ποσού 5.651,37 ευρώ μηνιαίως, μέχρι του συνολικού ποσού των 380.995,75 ευρώ. Ο ΟΑΕΔ παρέλειψε να υποβάλει δήλωση, η οποία εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Εφαρμόζοντας το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 4144/2013, το δικαστήριο έκρινε ότι το ακατάσχετο αφορά αποκλειστικά τις εισφορές και τους τραπεζικούς λογαριασμούς που περιλαμβάνουν εισφορές, όχι όμως τα οφειλόμενα μισθώματα που προέρχονται από διαφορετικές πηγές εσόδων και αφορούν την ιδιωτική περιουσία του ΟΑΕΔ.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι τα οφειλόμενα από τον ΟΑΕΔ μισθώματα δεν εμπίπτουν στο ακατάσχετο του άρθρου 27 παρ. 1 του ν. 4144/2013, καθώς το ακατάσχετο αφορά αποκλειστικά τις εισφορές και τους τραπεζικούς λογαριασμούς που περιλαμβάνουν εισφορές, όχι τα χρηματικά ποσά που προέρχονται από διαφορετικές πηγές εσόδων και αφορούν την ιδιωτική περιουσία του ΟΑΕΔ. Επιπλέον, η αναγκαστική εκτέλεση δεν επισπεύδεται σε βάρος του ΟΑΕΔ αλλά σε βάρος της οφειλέτιδας εταιρείας, με κατάσχεση στα χέρια του ΟΑΕΔ ως τρίτου, η οποία ρητά επιτρέπεται κατά το άρθρο 27 παρ. 2 του ν. 4144/2013.
Απορρίπτει την από 18-11-2019 αίτηση του νπδδ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (ΟΑΕΔ) για αναίρεση της 2441/2019 αποφάσεως του Μον/λούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
125/2023
2023Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.7%
Οφειλέτης διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό σε τράπεζα και δικαιούνταν επιδότηση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Στις 15-10-2014 εκχώρησε την απαίτησή του από τον ΟΠΕΚΕΠΕ προς Αγροτικό Συνεταιρισμό, η οποία κοινοποιήθηκε στην τράπεζα στις 17-10-2014. Στις 10-11-2014 επιβλήθηκε κατάσχεση από πιστωτή στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης, αφορώσα και μελλοντικές απαιτήσεις του οφειλέτη. Στις 12-11-2014 ο ΟΠΕΚΕΠΕ κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη το ποσό της επιδότησης 19.013,36 ευρώ, εκ των οποίων 13.713,42 ευρώ δεσμεύτηκαν υπέρ ΔΟΥ λόγω προγενέστερης κατάσχεσης, υπολειπομένου ποσού 5.299,94 ευρώ. Η τράπεζα απέδωσε το ποσό των 5.299,94 ευρώ στον Αγροτικό Συνεταιρισμό και όχι στον κατασχόντα πιστωτή. Ο πιστωτής διατηρούσε ανεξόφλητη απαίτηση 22.601,97 ευρώ κατά του οφειλέτη.
Το άρθρο 982 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ εξαιρεί από την κατάσχεση κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του ΟΠΕΚΕΠΕ ως τρίτου, μέχρι την κατάθεσή τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων. Το άρθρο 464 ΑΚ ορίζει ότι οι ακατάσχετες απαιτήσεις είναι και ανεκχώρητες, και η εκχώρηση ακατάσχετης απαίτησης είναι απόλυτα άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η σύμβαση εκχώρησης στις 15-10-2014 και η αναγγελία αυτής στην τράπεζα στις 17-10-2014, η εκχωρούμενη απαίτηση ήταν στα χέρια του ΟΠΕΚΕΠΕ και όχι στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου. Η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 10-11-2014 και η κατάθεση της επιδότησης έγινε στις 12-11-2014. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ και 464 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η εκχώρηση ήταν απολύτως άκυρη, καθώς αφορούσε ακατάσχετη και άρα ανεκχώρητη απαίτηση. Η κατάσχεση που επιβλήθηκε πριν την κατάθεση της επιδότησης στον τραπεζικό λογαριασμό καθιστούσε την τράπεζα υπόχρεη να καταβάλει το ποσό στον κατασχόντα πιστωτή.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ και 464 ΑΚ, δεχόμενο ότι η εκχώρηση της απαίτησης από κοινοτική επιδότηση που βρισκόταν στα χέρια του ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν απολύτως άκυρη ως ανεκχώρητη. Η κατάσχεση που επιβλήθηκε στις 10-11-2014 στα χέρια της τράπεζας προηγήθηκε της κατάθεσης της επιδότησης στις 12-11-2014, και αφορούσε και μελλοντικές απαιτήσεις. Η τράπεζα όφειλε να περιλάβει στη δήλωσή της το ποσό των 5.299,94 ευρώ και να το καταβάλει στον κατασχόντα πιστωτή. Το γεγονός ότι η εκχώρηση έγινε προς Αγροτικό Συνεταιρισμό δεν ασκεί επιρροή, καθώς οι διατάξεις που καθιερώνουν το ακατάσχετο και ανεκχώρητο των επιδοτήσεων δεν υπεισέρχονται σε κριτήρια σκοπιμότητας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-2-2018 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ` αριθ. 10/2018 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1570/2021
2021Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.0%
Συνταξιούχος διατηρούσε δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχο τον υιό της. Στους λογαριασμούς αυτούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της. Επιβλήθηκε κατάσχεση σε βάρος του υιού για οφειλές προς το Δημόσιο ύψους 12.753.068,84 ευρώ την 23-10-2014. Το διαθέσιμο υπόλοιπο του πρώτου λογαριασμού κατά την επιβολή της κατασχέσεως ανερχόταν σε 678,79 ευρώ και του δευτέρου σε 373,01 ευρώ, συνολικά 1.051,80 ευρώ. Η τράπεζα δέσμευσε την 03-11-2014 και απέδωσε την 10-11-2014 το 50% του υπολοίπου κάθε λογαριασμού (339,39 ευρώ και 186,50 ευρώ, συνολικά 525,89 ευρώ). Η συνταξιούχος υπέβαλε την 04-11-2014 ηλεκτρονική δήλωση περί μοναδικού ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων.
Το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη, επιτρέποντας κατάσχεση μόνο του μεριδίου του οφειλέτη. Το άρθρο 31 παρ. 1 ΚΕΔΕ εξαιρεί από κατάσχεση συντάξεις μέχρι 1.500 ευρώ μηνιαίως, ακόμη και όταν κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό, αφού δεν αποβάλλουν τον ακατάσχετο χαρακτήρα τους. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στους κοινούς λογαριασμούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της συνδικαιούχου και το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατασχέσεως ανερχόταν συνολικά σε 1.051,80 ευρώ, ποσό μικρότερο των 1.500 ευρώ. Η τράπεζα δέσμευσε το 50% των λογαριασμών (525,89 ευρώ) εφαρμόζοντας το τεκμήριο του άρθρου 4 του ν. 5638/1932. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι το ακατάσχετο των συντάξεων προστατεύεται εξ ολοκλήρου ακόμη και σε κοινό λογαριασμό, και η αφαίρεση του ακατασχέτου ποσού πρέπει να προηγείται της εφαρμογής του τεκμηρίου περί ιδανικών μεριδίων, όχι να εφαρμόζεται μόνο στο μερίδιο του μη οφειλέτη.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 και δεν εφάρμοσε το άρθρο 31 παρ. 1 του ΚΕΔΕ. Ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές στους επίδικους λογαριασμούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της συνταξιούχου και το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά την επιβολή της κατασχέσεως ανερχόταν σε 1.051,80 ευρώ (μικρότερο των 1.500 ευρώ), το Εφετείο έκρινε ότι νομίμως η τράπεζα δέσμευσε το 50% των λογαριασμών ως ανήκον στον οφειλέτη συνδικαιούχο. Όμως, η σύνταξη με την κατάθεσή της δεν απώλεσε τον ακατάσχετο χαρακτήρα της και η αφαίρεση του ακατασχέτου ποσού των 1.051,80 ευρώ έπρεπε να προηγηθεί της εφαρμογής του τεκμηρίου του άρθρου 4 του ν. 5638/1932.
Αναιρεί την 3083/2019 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2000) ευρώ.
ΣτΕ Α274/2018
2018Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΔιοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.0%
Δήμος επέβαλε αντιρρυπαντικό τέλος για το έτος 2001 με καταλογιστική πράξη, και βεβαιώθηκε ταμειακά οφειλή στις 28.5.2002. Εκδόθηκε απόφαση αναστολής εκτέλεσης υπό όρο προκαταβολής συγκεκριμένου ποσού· η εταιρεία κατέβαλε μέρος και παρέμεινε υπόλοιπο. Ο Δήμος επέβαλε κατάσχεση απαίτησης της εταιρείας σε τρίτο (Τράπεζα) με κατασχετήριο της 3.12.2004 για το εναπομένον ποσό. Πρωτοδίκως ακυρώθηκε εν μέρει το κατασχετήριο πέραν του 40% της συνολικής οφειλής, με επίκληση του άρθρου 3 ν. 505/1976, και κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός περί μισθοδοτικού λογαριασμού δεν αποδείχθηκε. Η εταιρεία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας που λειτουργεί με κανόνες ιδιωτικής οικονομίας και υπάγεται στο ν. 2688/1999.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3068/2002, η αναγκαστική εκτέλεση για χρηματικές απαιτήσεις κατά Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας τους, εξαιρουμένων απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή αντικειμένων ταγμένων σε ειδικό δημόσιο σκοπό. Σε συνδυασμό με το άρθρο πρώτο και δεύτερο του ν. 2688/1999 και το άρθρο 3 α.ν. 1559/1950, η αρχική προνομία δεν αποκλείει μετά το 2002 κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας. Περαιτέρω, το άρθρο 98 § 5 ΚΔΔ απαγορεύει τη χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι βεβαιώθηκε οφειλή αντιρρυπαντικού τέλους (2001) και τέθηκε όρος αναστολής με προκαταβολή συγκεκριμένου ποσού· καταβλήθηκε μέρος και επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης σε τρίτο για το υπόλοιπο (κατασχετήριο 3.12.2004). Ο ισχυρισμός ότι ο λογαριασμός ήταν μισθοδοτικός δεν αποδείχθηκε, ενώ αναφέρονταν σαφώς τα στοιχεία της οφειλής και της κατάσχεσης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 4 ν. 3068/2002, το Δικαστήριο έλαβε ότι η επίδικη απαίτηση ανήκει στην ιδιωτική περιουσία και δεν είχε ταχθεί σε ειδικό δημόσιο σκοπό, άρα ήταν κατασχετή· η απλή χρήση για μισθοδοσία δεν αρκεί για ακατάσχετο. Λόγω του άρθρου 98 § 5 ΚΔΔ, δεν ήταν δυνατή η χειροτέρευση της θέσης από την πρωτόδικη μερική ακύρωση.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 ν. 3068/2002, η κατάσχεση απαίτησης που ανήκει στην ιδιωτική περιουσία της εταιρείας κοινής ωφέλειας είναι επιτρεπτή και δεν αποδείχθηκε ότι τα κατασχεθέντα ποσά είχαν ταχθεί σε ειδικό δημόσιο σκοπό. Ο ισχυρισμός περί μισθοδοτικού λογαριασμού δεν τεκμηριώθηκε και, σε κάθε περίπτωση, η χρήση για κάλυψη υποχρεώσεων δεν καθιστά την απαίτηση ακατάσχετη. Οι λόγοι περί γενικής φορολογικής απαλλαγής αφορούσαν το ουσιαστικό βάσιμο της καταλογιστικής πράξης και είναι απαράδεκτοι στο ένδικο μέσο, ενώ οι πρόσθετοι ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν παραδεκτά. Τέλος, δεν ήταν επιτρεπτή η χειροτέρευση της θέσης της εκκαλούσας έναντι της πρωτόδικης μερικής ακύρωσης (άρθρο 98 § 5 ΚΔΔ).
Απορρίπτει την αίτηση.
ΣτΕ Α785/2025
2025Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΔημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 85.9%
Υφίστατο εκτελεστός τίτλος διοικητικού δικαστηρίου (71/2007) που υποχρέωνε το Δημόσιο σε καταβολή ποσού από διοικητική σύμβαση έργου. Πρώτο εκτελεστό απόγραφο με επιταγή προς εκτέλεση (5.3.2009) κοινοποιήθηκε στο Δημόσιο (11.3.2009). Κατασχετήριο εις χείρας της Τράπεζας της Ελλάδος κοινοποιήθηκε στην τρίτη και στο Δημόσιο (20–26.4.2012). Η τρίτη υπέβαλε θετική δήλωση (30.4.2012) και κατέβαλε δεσμευθέν ποσό (12.6.2012). Το Δημόσιο επικαλέστηκε ότι οι λογαριασμοί στην Τράπεζα της Ελλάδος εξυπηρετούν ειδικούς σκοπούς (μισθοδοσία, συντάξεις, δημόσιο χρέος κ.λπ.), προσκομίζοντας έγγραφα του Γενικού Λογιστηρίου και του Υπουργείου Οικονομικών, χωρίς να τεκμηριώσει συγκεκριμένη αντιστοίχιση κονδυλίων ή κίνδυνο ανατροπής της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 ν. 3068/2002, η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου αφορά μόνο την ιδιωτική περιουσία, αποκλειόμενης της κατάσχεσης απαιτήσεων αφιερωμένων σε ειδικό δημόσιο σκοπό. Το άρθρο 199 ΚΔΔ καθιστά τις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων εκτελεστούς τίτλους, ενώ τα άρθρα 20 § 1 Σ και 6 § 1 ΕΣΔΑ επιβάλλουν αποτελεσματική δικαστική προστασία, περιλαμβανομένης της εκτέλεσης. Κατά τη νομολογία (ΣτΕ 819/2015 επταμ.), για ακατάσχετο απαιτείται, πέραν της επίκλησης ειδικού σκοπού, συγκεκριμένος κίνδυνος ανατροπής της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υφίστατο εκτελεστός τίτλος από διοικητική σύμβαση έργου (71/2007 ΔΕ Ιωαννίνων) για καταβολή ποσού. Η εκτέλεση επισπεύσθηκε με κατασχετήριο εις χείρας της Τράπεζας της Ελλάδος, ακολουθούμενη από θετική δήλωση τρίτου (30.4.2012) και καταβολή (12.6.2012). Το Δημόσιο προσκόμισε έγγραφα Γενικού Λογιστηρίου και Υπουργείου Οικονομικών περί ενιαίου συστήματος λογαριασμών για μισθοδοσία, συντάξεις, δημόσιο χρέος κ.λπ., χωρίς όμως συγκεκριμένη αντιστοίχιση κονδυλίων ούτε επίκληση ή απόδειξη κινδύνου ανατροπής της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Εφαρμόζοντας το άρθρο 4 § 1 ν. 3068/2002, το άρθρο 199 ΚΔΔ και τα κριτήρια της ΣτΕ 819/2015, το δικαστήριο έκρινε ότι τα τραπεζικά διαθέσιμα του Δημοσίου ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία και είναι κατασχετά, εκτός αν αποδειχθεί συγκεκριμένος κίνδυνος για τον προϋπολογισμό. Ελλείψει τέτοιας ειδικής απόδειξης, ο ισχυρισμός περί ακατασχέτου απορρίπτεται.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο μοναδικός λόγος δεν θεμελιώνει παραδεκτό κατά το άρθρο 53 § 3 ΠΔ 18/1989, αφού το νομικό ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί με τη νομολογία (ΣτΕ 819/2015) για τα κριτήρια ακατασχέτου των χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη στηρίζεται αυτοτελώς σε επάλληλη αιτιολογία ότι το Δημόσιο δεν προέβαλε ούτε απέδειξε συγκεκριμένο κίνδυνο ανατροπής της εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, προϋπόθεση σωρευτική για το ακατάσχετο. Ως εκ τούτου, τα κατασχεθέντα διαθέσιμα θεωρούνται ιδιωτική περιουσία και ο ισχυρισμός περί ακατασχέτου είναι νόμω αβάσιμος, καθιστώντας αλυσιτελή τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
1571/2021
2021Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 85.8%
Συνταξιούχος διατηρούσε δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχο τον υιό της. Στους λογαριασμούς αυτούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της. Επιβλήθηκε κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας για οφειλές του υιού προς το ΙΚΑ ύψους 425.255,82 ευρώ. Κατά την ημερομηνία επιβολής της κατασχέσεως (02.06.2016), το διαθέσιμο υπόλοιπο στους δύο λογαριασμούς ήταν 174,48 ευρώ και 364,16 ευρώ αντίστοιχα. Η τράπεζα δέσμευσε και απέδωσε στο ΙΚΑ το 50% του υπολοίπου κάθε λογαριασμού (87,24 ευρώ και 182,08 ευρώ), συνολικά 269,32 ευρώ. Η συνταξιούχος είχε υποβάλει στις 04.11.2014 ηλεκτρονική δήλωση στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων για τους λογαριασμούς αυτούς ως μοναδικούς ακατάσχετους.
Το άρθρο 31 παρ. 1 περ. ε' του ΚΕΔΕ εξαιρεί από την κατάσχεση τις απαιτήσεις από συντάξεις μέχρι του ποσού των 1.000 ευρώ και κατά το 1/2 από το ποσό των 1.001 έως 1.500 ευρώ. Το ακατάσχετο αυτό ισχύει ακόμη και όταν οι συντάξεις καταβάλλονται με περιοδική πίστωση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, αφού με την κατάθεση δεν αποβάλλουν τον ακατάσχετο χαρακτήρα τους. Το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στους επίδικους κοινούς λογαριασμούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της συνταξιούχου και το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά το χρόνο της κατασχέσεως ήταν συνολικά 269,32 ευρώ, ποσό μικρότερο των 1.000 ευρώ. Η τράπεζα δέσμευσε το 50% του υπολοίπου κάθε λογαριασμού εφαρμόζοντας το τεκμήριο του άρθρου 4 του ν. 5638/1932. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι προηγείται η αφαίρεση του ακατασχέτου ποσού της σύνταξης και στη συνέχεια εφαρμόζεται το τεκμήριο των ιδανικών μεριδίων. Εφόσον το διαθέσιμο ποσό ήταν μικρότερο των 1.000 ευρώ, δεν έπρεπε να δεσμευθεί κανένα ποσό.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 και το άρθρο 31 παρ. 1 του ΚΕΔΕ. Ενώ κατά τις παραδοχές του στους επίδικους λογαριασμούς καταθέτονταν αποκλειστικά οι συντάξεις της συνταξιούχου και το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά το χρόνο της κατασχέσεως ήταν 269,32 ευρώ (μικρότερο των 1.000 ευρώ), παρ' όλα αυτά έκρινε ότι νομίμως η τράπεζα δέσμευσε το 1/2 των λογαριασμών εφαρμόζοντας το τεκμήριο του άρθρου 4 του ν. 5638/1932. Η σύνταξη με την κατάθεσή της δεν απώλεσε τον ακατάσχετο χαρακτήρα της και η αφαίρεση του ακατασχέτου ποσού προηγείτο της εφαρμογής του τεκμηρίου των ιδανικών μεριδίων.
Αναιρεί την 3081/2019 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2000) ευρώ.
1757/2024
2024Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 85.6%
Ο δανειστής επιδίωξε ικανοποίηση απαίτησης μέσω κατάσχεσης εις χείρας τράπεζας επί λογαριασμών του οφειλέτη την 7.1.2019. Σε αυτούς τους λογαριασμούς είχαν προηγουμένως κατατεθεί ποσά: τον Φεβρουάριο 2017 ποσά 13.434 € και 13.605 € (και σε άλλο σημείο 136.053,04 €), τον Μάρτιο 2017 ποσό 182.569,44 € και τον Απρίλιο 2017 ποσό 186.027 €. Κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάσχεσης η τράπεζα ανέφερε ότι δεν υπήρχε ελεύθερο ποσό προς απόδοση από τους λογαριασμούς του οφειλέτη.
Το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ προβλέπει αναιρετικό λόγο όταν δεν ληφθούν υπόψη έγκυρα αποδεικτικά μέσα ή δικαστική ομολογία. Τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ ορίζουν ότι δικαστική ομολογία υπάρχει μόνο όταν το επιζήμιο γεγονός αναγνωρίζεται σαφώς με πρόθεση ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Τα άρθρα 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ επιβάλλουν τη συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας. Ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προϋποθέτει ευθεία παραβίαση ουσιαστικού δικαίου, ενώ το άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ αποκλείει τον αναιρετικό έλεγχο της κρίσης επί των πραγματικών περιστατικών. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι αναφέρθηκαν καταθέσεις στους λογαριασμούς του οφειλέτη το 2017 (13.434 €, 13.605 €/136.053,04 €, 182.569,44 €, 186.027 €), ενώ η κατάσχεση έγινε στις 7.1.2019. Η αναφορά των ποσών στις προτάσεις της αντιδίκου έγινε προς αντίκρουση, ως προγενέστερες της κατάσχεσης, χωρίς πρόθεση ομολογίας. Επιπλέον, έγγραφο που επικαλέστηκε ο αντίδικος για εξώδικη ομολογία συνεκτιμήθηκε, κατά τη γενική ρητή βεβαίωση της απόφασης. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε δικαστική ομολογία, η εξώδικη ομολογία (ως αποδεικτικό μέσο) λήφθηκε υπόψη, και ότι οι προγενέστερες καταθέσεις δεν τεκμηριώνουν ύπαρξη υπολοίπου στις 7.1.2019. Ο δεύτερος λόγος, περί εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 985-986 ΚΠολΔ, ήταν απαράδεκτος λόγω αοριστίας και διότι βάλλει κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης.
Ο ισχυρισμός περί δικαστικής ομολογίας απορρίφθηκε διότι οι αναφορές στις προτάσεις του αντιδίκου δεν έγιναν με πρόθεση αναγνώρισης επιζήμιου γεγονότος και αφορούσαν προγενέστερες της κατάσχεσης κινήσεις λογαριασμού. Ο ισχυρισμός περί μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας απορρίφθηκε, καθώς από τη γενική ρητή βεβαίωση της απόφασης προέκυψε ότι όλα τα έγγραφα συνεκτιμήθηκαν. Ο λόγος περί παραβίασης των άρθρων 985-986 ΚΠολΔ κρίθηκε απαράδεκτος: α) λόγω αοριστίας, αφού δεν εξειδικεύθηκε το νομικό σφάλμα, και β) διότι πλήττει την περί των πραγμάτων κρίση (άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, με επιβολή δικαστικών εξόδων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.7.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 65/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον καθένα εξ αυτών.
605/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 85.2%
Εταιρεία είχε απαιτήσεις κατά φαρμακοποιού συνολικού ύψους 91.099,48 ευρώ, για τις οποίες είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 29028/2011 Διαταγή Πληρωμής του Πρωτοδικείου Αθηνών για 78.135,86 ευρώ και η υπ' αριθμ. 1066/2011 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αχαρνών για 12.963,62 ευρώ. Ο φαρμακοποιός ήταν μέλος Φαρμακευτικού Συλλόγου. Μεταξύ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου είχε καταρτισθεί Συλλογική Σύμβαση Προμήθειας Φαρμάκων, σύμφωνα με την οποία οι φαρμακοποιοί-μέλη υποχρεούνταν να εκτελούν συνταγές ασφαλισμένων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και το αντίτιμο των συνταγών θα καταβαλλόταν στους φαρμακοποιούς μέσω του Φαρμακευτικού Συλλόγου. Ο Φαρμακευτικός Σύλλογος εισέπραττε από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τους λογαριασμούς των φαρμακοποιών έναντι οικονομικού ανταλλάγματος 0,25% του συνολικού τιμολογίου.
Το άρθρο 982 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 983, 985, 986 και 988 ΚΠολΔ, προβλέπει ότι μπορούν να κατασχεθούν αναγκαστικά χρηματικές απαιτήσεις του καθ' ου η εκτέλεση κατά τρίτων. Ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση οφείλει να δηλώσει εντός οκτώ ημερών αν υπάρχει η απαίτηση. Η παράλειψη υποβολής δήλωσης ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης δημιουργεί ευθύνη του τρίτου για αποζημίωση έναντι του κατασχόντος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι με σύμβαση μεταξύ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου συμφωνήθηκε η καταβολή του αντιτίμου των φαρμακευτικών σκευασμάτων στους φαρμακοποιούς μέσω του Φαρμακευτικού Συλλόγου. Ο Φαρμακευτικός Σύλλογος εισέπραττε από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τους λογαριασμούς των φαρμακοποιών έναντι αμοιβής 0,25% του τιμολογίου. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, το δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών, αντιφατικών και ενδοιαστικών αιτιολογιών ως προς την ιδιότητα του Φαρμακευτικού Συλλόγου (βοηθός εκπλήρωσης, προστηθείς, όργανο, υπάλληλος ή εισπράκτορας), χωρίς να διευκρινίζεται η έννομη σχέση και η εξουσία είσπραξης.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών, αντιφατικών και ενδοιαστικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του Φαρμακευτικού Συλλόγου με την οποία έλαβε και κατείχε το χρηματικό ποσό του αντιτίμου των συνταγών. Δεν διευκρινίζεται η μορφή της έννομης σχέσης με βάση την οποία ο Σύλλογος αποκτά την εξουσία είσπραξης των απαιτήσεων του φαρμακοποιού από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ούτε αν ο φαρμακοποιός είχε δυνατότητα να στραφεί ευθέως κατά του Συλλόγου. Το δικαστήριο δέχεται εναλλακτικά ότι ο Σύλλογος είναι βοηθός εκπλήρωσης, προστηθείς, όργανο, υπάλληλος ή εισπράκτορας, χωρίς να εκθέτει τα στοιχεία που θεμελιώνουν αυτές τις ιδιότητες. Επιπλέον, η κρίση διατυπώνεται ενδοιαστικά με τη φράση «πρέπει να θεωρηθεί», χωρίς να καθίσταται βέβαιο τι αποδείχθηκε πράγματι.
Αναιρεί την 10862/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε. Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
1439/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 85.0%
Επιβλήθηκε κατάσχεση εις χείρας τρίτου στις 8-6-2012 για ποσό 34.388.744,15 ευρώ, με επίδοση στον καθ’ ου και στην τράπεζα (τρίτος). Ο τρίτος δήλωσε στις 18-6-2012 την ύπαρξη λογαριασμών με 37.103,28 ευρώ και 2.163.751,50 ευρώ, οι οποίοι ήταν δεσμευμένοι λόγω διάταξης της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων και προσωρινής διαταγής που απαγόρευε μεταβολές περιουσιακών στοιχείων. Η δεκαπενθήμερη προθεσμία για λόγους κατά του εκτελεστού τίτλου και της προδικασίας άρχισε στις 9-6-2012 και η τελευταία ημέρα ήταν 23-6-2012 (Σάββατο), μετατιθέμενη σε 25-6-2012 σύμφωνα με το άρθρο 144 ΚΠολΔ.
Το άρθρο 934 § 1 ΚΠολΔ καθορίζει την προθεσμία ανακοπής κατά του εκτελεστού τίτλου και της προδικασίας από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης. Στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου, τα άρθρα 982, 983, 985 και 988 ΚΠολΔ ρυθμίζουν την επίδοση του κατασχετηρίου, τη δήλωση του τρίτου και την εκχώρηση της απαίτησης· η οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 988 § 1 ενεργοποιεί την εκχώρηση μετά καταφατική δήλωση. Όταν η δήλωση είναι αρνητική ή παραλείπεται (άρθρο 985 § 3), η εκχώρηση συνδέεται με τη διαδικασία του άρθρου 986. Οι προθεσμίες διέπονται από το άρθρο 144 § 1 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το κατασχετήριο επιδόθηκε στις 8-6-2012 στον καθ’ ου και στον τρίτο, για ποσό 34.388.744,15 ευρώ. Ο τρίτος στις 18-6-2012 ανέφερε λογαριασμούς 37.103,28 ευρώ και 2.163.751,50 ευρώ δεσμευμένους από διοικητική διάταξη και προσωρινή διαταγή, δηλαδή μη καταφατική δήλωση. Η δεκαπενθήμερη προθεσμία του άρθρου 934 § 1α άρχισε στις 9-6-2012 και, επειδή η 23-6-2012 ήταν Σάββατο, έληξε στις 25-6-2012 κατά το άρθρο 144 § 1. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο εξέτασε δύο σκέλη: για λόγους κατά του τίτλου/προδικασίας, η ανακοπή εντός 25-6-2012 ήταν εμπρόθεσμη. Για λόγους συνδεόμενους με την κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ελλείψει καταφατικής δήλωσης, η εκχώρηση δεν συντελέστηκε και η δυνατότητα ανακοπής παραμένει έως την τελεσιδικία της διαδικασίας του άρθρου 986, καθιστώντας επίσης εμπρόθεσμη την ανακοπή.
Η ανακοπή ήταν εμπρόθεσμη διότι: (α) για λόγους κατά του εκτελεστού τίτλου και της προδικασίας, η δεκαπενθήμερη προθεσμία του άρθρου 934 § 1α ΚΠολΔ άρχισε στις 9-6-2012 (μετά την επίδοση του κατασχετηρίου στις 8-6-2012) και, επειδή η 23-6-2012 ήταν εξαιρετέα ημέρα, έληξε στις 25-6-2012 κατά το άρθρο 144 § 1 ΚΠολΔ, και (β) ως προς την κατάσχεση εις χείρας τρίτου, δεν υποβλήθηκε καταφατική δήλωση (δήλωση 18-6-2012 με δεσμευμένους λογαριασμούς), οπότε η εκχώρηση δεν επήλθε και η προθεσμία συνδέεται με τη διαδικασία του άρθρου 986 ΚΠολΔ. Επομένως, το Εφετείο ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Απορρίπτει την από 25-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2006/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
1022/2011
2011Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕργατικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 84.1%
Εργαζόμενη είχε απαίτηση από δεδουλευμένους μισθούς ύψους 23.477,62 ευρώ λόγω σύμβασης εργασίας με ανώνυμη εταιρεία. Ο οφειλέτης τηρούσε χρηματική κατάθεση σε πιστωτικό ίδρυμα. Το πιστωτικό ίδρυμα επικαλέστηκε το τραπεζικό απόρρητο και αρνήθηκε να γνωστοποιήσει πληροφορίες για την ύπαρξη της κατάθεσης.
Το άρθρο 1 ν.δ.1059/1971 καθιερώνει το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων, ενώ τα άρθρα 2 §1 και 3 του ίδιου ν.δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 985 §§1-2 ΚΠολΔ και το άρθρο 986 ΚΠολΔ, ρυθμίζουν την υποχρέωση δήλωσης του τρίτου και την ανακοπή κατά αρνητικής δήλωσης. Το άρθρο 20 §1 Συντάγματος κατοχυρώνει την παροχή έννομης προστασίας και την αναγκαστική εκτέλεση. Το άρθρο 24 ν.2915/2001 διευκρίνισε ότι το απόρρητο δεν ισχύει έναντι δανειστή με δικαίωμα κατάσχεσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχε απαίτηση από δεδουλευμένους μισθούς ύψους 23.477,62 ευρώ κατά ανώνυμης εταιρείας, η οποία τηρούσε χρηματική κατάθεση σε τράπεζα. Το πιστωτικό ίδρυμα, ως τρίτος, επικαλέστηκε το ν.δ.1059/1971 και αρνήθηκε να προβεί στη δήλωση ύπαρξης κατάθεσης. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι το τραπεζικό απόρρητο δεν συνεπάγεται ακατάσχετο ούτε απαλλάσσει την τράπεζα από τη δικονομική υποχρέωση δήλωσης κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ· η ανάγκη ικανοποίησης του δανειστή και η συνταγματική προστασία υπερισχύουν. Η άρνηση ή παράλειψη δήλωσης ισοδυναμεί με αρνητική δήλωση δεκτική ανακοπής κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ.
Η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα τα άρθρα 1, 2 και 3 ν.δ.1059/1971, θεωρώντας ότι το τραπεζικό απόρρητο αποκλείει τη δήλωση του τρίτου κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ. Το απόρρητο δεν θεσπίζει ακατάσχετο ούτε αίρει τη δικονομική υποχρέωση της τράπεζας να δηλώσει την ύπαρξη κατάθεσης· διαφορετικά ματαιώνεται η έννομη προστασία του δανειστή (άρθρο 20 §1 Συντάγματος). Η ερμηνεία αυτή αντίκειται και στη μεταγενέστερη ρητή ρύθμιση του άρθρου 24 ν.2915/2001. Ως εκ τούτου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ.
Αναιρεί την 445/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΣτΕ Α1288/2018
2018Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 84.1%
Επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση με έκθεση 5816/7.3.2003 εις χείρας ετερόρρυθμης εταιρίας ως τρίτης, επί όσων οφείλει ή μέλλει να οφείλει ως εργοδότρια σε εργαζόμενο οφειλέτη του Δημοσίου, μέχρι ποσού 101.426,56 ευρώ. Η οφειλή προερχόταν από φόρο κληρονομιάς, φόρο εισοδήματος, τέλη κυκλοφορίας, καθώς και από ΦΠΑ και πρόστιμα ΦΠΑ συνδεόμενα με εταιρία περιορισμένης ευθύνης της οποίας ο οφειλέτης είχε διαχειριστική ιδιότητα. Στην κατασχετήρια έκθεση αναγράφηκε ότι κατασχώνται «όσα οφείλετε ή μέλλετε να οφείλετε ως μισθούς», χωρίς διευκρίνιση ότι η κατάσχεση αφορά μόνο το 1/4 του μηνιαίου μισθού, όπως απαιτείται λόγω ακατάσχετου των 3/4.
Σύμφωνα με το άρθρο 30 ν.δ. 356/1974, η κατάσχεση εις χείρας τρίτων επιβάλλεται με κατασχετήριο έγγραφο που πρέπει να περιέχει συγκεκριμένα στοιχεία. Το άρθρο 31 του ίδιου κώδικα εξαιρεί από την κατάσχεση τα 3/4 των απαιτήσεων από μισθούς, επιτρέποντας κατάσχεση μόνο επί του 1/4. Το άρθρο 75 ορίζει ότι ακυρότητα πράξεων εκτέλεσης προϋποθέτει βλάβη του οφειλέτη μη δυνάμενη να επανορθωθεί άλλως. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η έκθεση κατάσχεσης της 7.3.2003, εις χείρας εργοδότριας εταιρίας ως τρίτης, αφορούσε μισθούς του οφειλέτη χωρίς ρητή αναγραφή του περιορισμού στο 1/4. Ενόψει του ακατάσχετου των 3/4, η έλλειψη της διευκρίνισης μπορούσε να οδηγήσει τον τρίτο σε παρακράτηση ποσού μεγαλύτερου του επιτρεπτού, επεκτείνοντας την εκτέλεση επί ακατάσχετων. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 31 και 75 ΚΕΔΕ, το δικαστήριο έκρινε ότι ο συγκεκριμένος κίνδυνος παράνομης παρακράτησης συνιστά βλάβη του οφειλέτη, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με ακύρωση της κατάσχεσης, και ότι η κρίση αυτή του κατώτερου δικαστηρίου ήταν ουσιαστική και ανέλεγκτη.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο μοναδικός λόγος της στηριζόταν σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ακυρότητα του κατασχετηρίου κρίθηκε αυτοδικαίως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λόγω μη αναγραφής του 1/4. Αντιθέτως, το δικαστήριο δέχθηκε, κατ’ ουσιαστική κρίση, ότι η παράλειψη δημιουργούσε κίνδυνο παράνομης επέκτασης της εκτέλεσης επί ακατάσχετων μισθών, συνιστώντας βλάβη κατά το άρθρο 75 ΚΕΔΕ, που δικαιολογεί ακύρωση. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας των άρθρων 30 και 31 απορρίπτεται προεχόντως και η αίτηση απορρίπτεται.
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση, κατά το σκεπτικό.
ΣτΕ Α786/2025
2025Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔιοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 84.0%
Ανάδοχος διοικητικής σύμβασης έργου με το Δημόσιο απέκτησε απαίτηση από την εκτέλεση της σύμβασης, καλυπτόμενη από εκτελεστό τίτλο διοικητικού δικαστηρίου, ο οποίος επιδόθηκε στο Δημόσιο στις 8.10.2007. Εκδόθηκε πρώτο εκτελεστό απόγραφο με επιταγή προς εκτέλεση στις 5.3.2009 και κοινοποιήθηκε στο Δημόσιο στις 11.3.2009 για συνολικό ποσό 1.061.514,10 ευρώ. Επιβλήθηκε κατάσχεση εις χείρας τραπεζικής εταιρείας ως τρίτου με κατασχετήριο 20.4.2012, κοινοποιηθέν στο Δημόσιο στις 26.4.2012, για ποσό 1.354.247,52 ευρώ. Ο τρίτος υπέβαλε θετική δήλωση στις 30.4.2012 και κατέβαλε το δεσμευθέν ποσό στις 12.6.2012. Η Διοίκηση προέβαλε ότι τα χρηματικά διαθέσιμά της στον τρίτο είναι ακατάσχετα.
Σύμφωνα με το άρθρο 94 § 1 Συντάγματος και το άρθρο 1 § 1 ν. 1406/1983, οι διοικητικές διαφορές ουσίας ανήκουν στα διοικητικά δικαστήρια. Κατά το άρθρο 199 § 1 ΚΔΔ οι αποφάσεις τους είναι εκτελεστοί τίτλοι και, κατ’ άρθρο 199 § 2, εφαρμόζονται αναλόγως οι κανόνες του ΚΠολΔ. Στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου, το άρθρο 988 § 1 ΚΠολΔ προβλέπει οκταήμερη καταβολή, ενώ για απαιτήσεις κατά του Δημοσίου η αναγκαστική εκχώρηση επέρχεται μετά την τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 10 του κανονιστικού διατάγματος 1944. Συναφώς τα άρθρα 918, 934 § 1 περ. α’ και 904 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απαίτηση απορρέει από εκτέλεση διοικητικής σύμβασης έργου και καλύπτεται από εκτελεστό τίτλο διοικητικού δικαστηρίου, επιδοθέντα στο Δημόσιο στις 8.10.2007. Εκδόθηκε πρώτο απόγραφο με επιταγή στις 5.3.2009, κοινοποιηθέν στις 11.3.2009. Επιβλήθηκε κατάσχεση εις χείρας τραπεζικής εταιρείας ως τρίτου στις 20.4.2012, κοινοποιηθείσα στο Δημόσιο 26.4.2012. Ο τρίτος υπέβαλε θετική δήλωση στις 30.4.2012 και κατέβαλε στις 12.6.2012. Το Δημόσιο προέβαλε ακατάσχετο. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θεμελίωσε διοικητική δικαιοδοσία λόγω δημόσιας φύσης της σχέσης και την ανάλογη εφαρμογή του ΚΠολΔ. Ως προς την εκχώρηση στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου κατά του Δημοσίου, έλαβε ως κρίσιμη την τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 10 του κανονιστικού διατάγματος 1944, και όχι την οκταήμερη του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ, καθορίζοντας τον χρόνο παραδεκτού σχετικών ανακοπών και ισχυρισμών.
Η αίτηση απορρίφθηκε προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι μετά την απόφαση ΣτΕ 785/2025 που απέρριψε τη συναφή αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου, η 2824/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη και παγιώθηκε η νομιμότητα του κατασχετηρίου της 20.4.2012. Ως εκ τούτου εξέλιπε κάθε ειδικό έννομο συμφέρον της αιτούσας να επιτύχει αναίρεση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης, ανεξαρτήτως της προβολής βλάβης κατά το άρθρο 53 § 1 π.δ. 18/1989.
Απορρίπτει την αίτηση.
1081/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 83.8%
Πιστούχος είχε οφειλές ως εγγυητής από συμβάσεις πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, συνολικού ύψους 1.644.640,92 ευρώ. Είχε συναφθεί στις 13/6/2005 σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με τράπεζα, με ανώτατο όριο 500.000 ευρώ, για αγορά, αποπεράτωση και βελτίωση οριζόντιων ιδιοκτησιών σε πολυώροφη οικοδομή. Η καταβολή του δανείσματος προβλεπόταν τμηματικά, υπό την προϋπόθεση προόδου των εργασιών και προσκόμισης παραστατικών που αποδείκνυαν την ολοκλήρωση κάθε σταδίου και τη χρήση των ποσών για τις εργασίες. Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε πραγματοποιηθεί καταβολή του συναινετικού δανείου.
Το άρθρο 982 § 1 ΚΠολΔ επιτρέπει κατάσχεση στα χέρια τρίτου επί χρηματικών απαιτήσεων μη εξαρτώμενων από αντιπαροχή, συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών ή υπό αίρεση απαιτήσεων, εφόσον υφίσταται η έννομη σχέση. Το άρθρο 921 § 4 ΚΠολΔ αφορά αμφοτεροβαρείς συμβάσεις με ταυτόχρονη εκπλήρωση, ενώ τα άρθρα 806 και 809 ΑΚ ορίζουν ότι το δάνειο μπορεί να είναι «re» ή «solo consensu», με την απόδοση κεφαλαίου να αποτελεί έννομη συνέπεια της λήψης και όχι αντιπαροχή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε συμφωνηθεί στις 13/6/2005 άνοιγμα πίστωσης ύψους 500.000 ευρώ για αγορά και αποπεράτωση οριζόντιων ιδιοκτησιών, με τμηματική εκταμίευση υπό αίρεση προόδου εργασιών και προσκόμισης παραστατικών. Ο πιστούχος είχε σημαντικές οφειλές (1.644.640,92 ευρώ) από πιστωτικές συμβάσεις. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι στην υποσχετική σύμβαση δανείου η υποχρέωση απόδοσης του κεφαλαίου δεν είναι αντιπαροχή ώστε να αποκλείει την κατάσχεση κατά το άρθρο 982 § 1, αλλά η εκταμίευση τελεί υπό αίρεση (προσκόμιση παραστατικών). Η αίρεση δεν κωλύει την κατάσχεση μελλοντικής/υπό αίρεση απαίτησης, άρα η αντίθετη κρίση περί ακατάσχετου λόγω αντιπαροχής είναι εσφαλμένη.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα ότι η απαίτηση για εκταμίευση συναινετικού δανείου εξαρτάται από αντιπαροχή και είναι ακατάσχετη κατά το άρθρο 982 § 1 ΚΠολΔ. Στο συναινετικό δάνειο η απόδοση του κεφαλαίου δεν αποτελεί αντιπαροχή αλλά έννομη συνέπεια της λήψης, και η προσκόμιση παραστατικών προόδου εργασιών συνιστά αίρεση εκταμίευσης που δεν εμποδίζει την κατάσχεση υπό αίρεση απαίτησης. Επομένως, παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 982 § 1 ΚΠολΔ και 806, 809 ΑΚ, στοιχειοθετώντας τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5615/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΣτΕ Α1148/2022
2022Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΔιοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 83.2%
Υπήρξε τελεσίδικη καταψηφιστική απόφαση διοικητικού εφετείου που υποχρέωνε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα) να καταβάλει αμοιβές για υπηρεσίες σίτισης φοιτητών. Επιδόθηκε επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης στο Ίδρυμα στις 15-12-2011. Μετά την πάροδο 60 ημερών, στις 17-2-2012 επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο απογράφου, με συνολικό ποσό 2.312.094,62 ευρώ (απαίτηση, τόκοι, έξοδα). Στις 1-3-2012 κοινοποιήθηκε κατασχετήριο εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης και δεσμεύθηκε ισόποσο από τα ταμειακά διαθέσιμα του Ίδρύματος, με δήλωση επάρκειας υπολοίπου. Η επίδοση της απόφασης στο Ίδρυμα έγινε στην έδρα του προς εξουσιοδοτημένο υπάλληλο, αφού ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν βρέθηκε στο γραφείο. Το Ίδρυμα υποστήριξε ότι τα διαθέσιμα είχαν προορισθεί για μισθοδοσία εκτάκτου προσωπικού, πρακτική άσκηση, σίτιση σπουδαστών, λειτουργικές δαπάνες έτους 2012 και ότι η αναδιάταξη χρέους (PSI) προκάλεσε απώλεια διαθεσίμων.
Το άρθρο 4 § 1 και 2 του ν. 3068/2002 προβλέπει αναγκαστική εκτέλεση κατά ΝΠΔΔ μόνο επί ιδιωτικής περιουσίας τους, με προστασία απαιτήσεων ταγμένων σε ειδικό δημόσιο σκοπό. Σε συνδυασμό με το άρθρο 20 § 1 Συντάγματος και το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, η αποτελεσματική δικαστική προστασία περιλαμβάνει και εκτέλεση. Περαιτέρω, τα άρθρα 124, 126, 129 ΚΠολΔ και 49, 56 ΚΔΔ ρυθμίζουν την επίδοση σε ΝΠΔΔ προς τον νόμιμο εκπρόσωπο ή εξουσιοδοτημένο υπάλληλο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση επιδόθηκε στις 15-12-2011 στην έδρα προς υπάλληλο που δήλωσε εξουσιοδότηση παραλαβής. Μετά την 60ήμερη προθεσμία επιδόθηκε επιταγή (17-2-2012) και κοινοποιήθηκε κατασχετήριο (1-3-2012) εις χείρας της Τράπεζας, η οποία δέσμευσε επαρκές υπόλοιπο. Το ΝΠΔΔ επικαλέσθηκε γενικώς προορισμό των διαθεσίμων για λειτουργικές δαπάνες και επιπτώσεις PSI, χωρίς εξειδίκευση κινδύνου ανατροπής εκτέλεσης προϋπολογισμού. Εφαρμόζοντας το άρθρο 4 ν. 3068/2002 και τις δικονομικές διατάξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίδοση ήταν νόμιμη προς εξουσιοδοτημένο υπάλληλο και ότι τα τραπεζικά διαθέσιμα ΝΠΔΔ είναι κατασχετά, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η κατάσχεση θα ανέτρεπε την εκτέλεση συγκεκριμένων προϋπολογισμένων δαπανών ειδικού δημόσιου σκοπού. Οι επιπτώσεις του PSI και οι γενικές λειτουργικές ανάγκες δεν τεκμηρίωσαν ακατάσχετο.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) ο λόγος περί μη νόμιμης επίδοσης δεν θεμελίωσε παραδεκτό κατά το άρθρο 53 π.δ. 18/1989 και ήταν αβάσιμος, αφού η επίδοση έγινε νόμιμα σε εξουσιοδοτημένο υπάλληλο χωρίς να απαιτείται αναζήτηση αναπληρωτών του εκπροσώπου· (β) ο λόγος περί ερμηνείας των άρθρων 2-4 ν. 3068/2002 ήταν αβάσιμος, καθώς τα χρηματικά διαθέσιμα ΝΠΔΔ δεν καθίστανται ακατάσχετα μόνο λόγω εγγραφής τους σε προϋπολογισμό για λειτουργικές δαπάνες και δεν αποδείχθηκε κίνδυνος ανατροπής της εκτέλεσης του προϋπολογισμού· (γ) οι ισχυρισμοί περί PSI και δημοσιονομικής απορρύθμισης συνιστούν πραγματικά ζητήματα και δεν θεμελιώνουν παραδεκτό αναιρετικού λόγου.
Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει, σε βάρος του αναιρεσείοντος νπδδ, την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α314/2016
2016Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΦορολογικό Διοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 82.5%
Εκδόθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου από τον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. ΙΣΤ´ Αθηνών στις 11-12-2002, με τρίτο μία τράπεζα, που στόχευε χρηματικές καταθέσεις σε κοινούς λογαριασμούς του αιτούντος για χρέη προς το Δημόσιο ύψους 89.290,98 ευρώ. Η υπόθεση αφορά το στάδιο είσπραξης βεβαιωμένων δημοσίων εσόδων μέσω κατάσχεσης τραπεζικών καταθέσεων σε κοινό λογαριασμό.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, που αντικατέστησε τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο εφόσον στο εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί περί ανυπαρξίας νομολογίας ή περί αντίθεσης της προσβαλλόμενης απόφασης προς νομολογία ανώτατου δικαστηρίου ή ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, και σωρευτικά το χρηματικό αντικείμενο υπερβαίνει το νόμιμο όριο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αίτηση ασκήθηκε στις 5.6.2012, άρα διέπεται από τον ν. 3900/2010, και ότι το αντικείμενο υπερβαίνει τις 40.000 ευρώ. Ωστόσο, ο διάδικος επικαλέστηκε ότι «δεν υπάρχει αντίθεση» της προσβαλλόμενης προς τη νομολογία, χωρίς να μνημονεύσει συγκεκριμένες αποφάσεις προς τις οποίες υφίσταται αντίθεση, ούτε προσδιόρισε ειδικώς συγκεκριμένο νομικό ζήτημα επί του οποίου να μην υπάρχει νομολογία. Εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής λόγων αναιρέσεως, διότι οι ισχυρισμοί είναι αόριστοι και μη ειδικοί, ενώ η επίκληση αφορά τη συμφωνία και όχι την αντίθεση προς νομολογία. Συνεπώς, η αίτηση είναι απαράδεκτη.
Η αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη διότι, μολονότι το χρηματικό αντικείμενο υπερβαίνει το όριο του νόμου, δεν περιείχε ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς: δεν προσδιορίστηκε συγκεκριμένο νομικό ζήτημα χωρίς νομολογία, ούτε μνημονεύθηκαν αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων προς τις οποίες να αντίκειται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, η διατύπωση περί «μη αντίθεσης» δεν ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη επίκληση αντίθεσης κατά το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 3900/2010, ενώ οι προβληθέντες λόγοι αμφισβητούν απλώς την αιτιολογία της απόφασης χωρίς να θεμελιώνουν το προβλεπόμενο κριτήριο παραδεκτού.
Απορρίπτει την αίτηση.
613/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 82.3%
Διεθνής επενδυτικός οργανισμός διατηρούσε χρηματική απαίτηση ύψους 6.650.000 ευρώ κατά ναυτιλιακής εταιρείας που εδρεύει στην αλλοδαπή και διατηρεί νόμιμα γραφείο στην Ελλάδα. Δυνάμει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων της οφειλέτιδας μέχρι του ποσού των 3.325.000 ευρώ. Η συντηρητική κατάσχεση επιδόθηκε σε τράπεζα ως τρίτη, η οποία δήλωσε ότι υπήρχαν καταθέσεις συνολικού ποσού 10.267,25 δολ. ΗΠΑ, με ήδη δεσμευμένο το ποσό των 10.000 δολ. ΗΠΑ. Η οφειλέτιδα εταιρεία είχε υποβάλει στο Υπουργείο Ναυτιλίας βεβαιώσεις ότι κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011 εισήγαγε και ευρωποίησε μέσω της τράπεζας τα ποσά των 1.307.920, 1.553.400 και 1.778.100 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα. Η τράπεζα τηρούσε εξωλογιστικό λογαριασμό με αριθμό 51420 στο όνομα της οφειλέτιδας, ο οποίος πιστωνόταν με βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος που προσκόμιζε η εταιρεία ή άλλη εταιρεία ιδίων συμφερόντων για λογαριασμό της, χωρίς να διακινούνται χρήματα μέσω αυτού του λογαριασμού.
Το άρθρο 985 παρ. 3 του ΚΠολΔ ορίζει ότι ο τρίτος, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση, ευθύνεται σε αποζημίωση σε περίπτωση παραλείψεως να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε ή σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς δηλώσεως. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου έχει ως αντικείμενο ενοχικές απαιτήσεις με παροχή σε χρήμα. Το άρθρο 24 του ν. 2915/2001 αίρει το τραπεζικό απόρρητο μόνο έναντι δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης και μόνο για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίησή του. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο εξωλογιστικός λογαριασμός με αριθμό 51420 δεν περιείχε καταθέσεις χρημάτων ή αξιογράφων, αλλά χρησίμευε για παρακολούθηση από την Τράπεζα της Ελλάδος των συναλλαγματικών υποχρεώσεων της οφειλέτιδας εταιρείας. Ο λογαριασμός πιστωνόταν με βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος που προσκόμιζε η εταιρεία, χωρίς να διακινούνται χρήματα μέσω αυτού. Η έκδοση των βεβαιώσεων έλαβε χώρα σύννομα βάσει πιστωτικών στοιχείων. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 985 και 986 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι ο εξωλογιστικός λογαριασμός δεν υπόκειται σε συντηρητική κατάσχεση, καθώς δεν ενσωματώνει χρηματική απαίτηση της οφειλέτιδας έναντι της τράπεζας. Συνεπώς, η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να τον δηλώσει και οι δηλώσεις της ήταν ειλικρινείς.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο εξωλογιστικός λογαριασμός με αριθμό 51420 δεν περιείχε υποκείμενες σε συντηρητική κατάσχεση τραπεζικές καταθέσεις ή χρηματικές απαιτήσεις της οφειλέτιδας εταιρείας, αλλά αποτελούσε λογιστική κατάσταση του μετατραπέντος σε ευρώ εισαχθέντος συναλλάγματος για παρακολούθηση των συναλλαγματικών υποχρεώσεων της. Ο λογαριασμός τηρούνταν απολογιστικά με προσκόμιση βεβαιώσεων αγοράς συναλλάγματος, χωρίς διακίνηση χρημάτων μέσω αυτού. Συνεπώς, η τράπεζα δεν υποχρεούτο να απαγορεύσει την κίνησή του ή να τον δηλώσει, οι δηλώσεις της ήταν ειλικρινείς και δεν θεμελιώθηκε αδικοπρακτική ευθύνη κατά το άρθρο 985 παρ. 3 ΚΠολΔ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-12-2018 (1444/155/17-12-2018) αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 18/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1338/2012
2012Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕργατικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 81.9%
Δύο πιστωτές (δικηγόροι) είχαν απαίτηση αμοιβών κατά εργαζομένου και επιδίωξαν είσπραξη με κατάσχεση εις χείρας τρίτου (τραπεζικού ιδρύματος), δεσμεύοντας ποσά 11.790 ευρώ και 5.818,22 ευρώ. Η απαίτηση του εργαζομένου κατά του τρίτου προερχόταν από επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία εργατικού ατυχήματος, αποδιδόμενου σε υπαιτιότητα προστηθέντων του τρίτου. Η φύση της απαίτησης αυτής εμπίπτει στις προστατευόμενες του β.δ. 24-7/25-8-1920, που δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή εκχώρηση.
Το άρθρο 940 § 3 Κ.Πολ.Δ. προβλέπει αξίωση αποζημίωσης κατά εκείνου που επέσπευσε εκτέλεση, όταν αυτή ακυρωθεί αμετάκλητα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ. Η διάταξη, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και του άρθρου 20 § 1 Συντ., δεν αποκλείει αυτοτελή αγωγή αποζημίωσης για άδικη εκτέλεση. Εξάλλου, το άρθρο 15 του β.δ. 24-7/25-8-1920, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 αυτού και τις διατάξεις περί χρηματικής ικανοποίησης του ΑΚ, καθιστά ακατάσχετες τις απαιτήσεις από εργατικό ατύχημα, συμπεριλαμβανομένης της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι δύο πιστωτές (δικηγόροι) επιχείρησαν είσπραξη αμοιβών ύψους 11.790 και 5.818,22 ευρώ, με κατάσχεση εις χείρας τρίτου (τραπεζικού ιδρύματος) ποσών οφειλομένων στον εργαζόμενο. Η απαίτηση του εργαζομένου κατά του τρίτου προερχόταν από επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, αποδιδόμενου σε υπαιτιότητα προστηθέντων του τρίτου. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο εξέτασε τη νομιμότητα της αυτοτελούς αγωγής αποζημίωσης για άδικη εκτέλεση και έκρινε ότι αυτή είναι επιτρεπτή παραλλήλως προς την αξίωση του άρθρου 940 § 3 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, έκρινε ότι τα κατασχεθέντα ποσά αντιστοιχούσαν σε ακατάσχετη απαίτηση από εργατικό ατύχημα, οπότε η κατάσχεση ήταν παράνομη ως αντίθετη στο άρθρο 15 του β.δ. 24-7/25-8-1920.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) η αυτοτελής αγωγή αποζημίωσης για άδικη εκτέλεση είναι επιτρεπτή παράλληλα με τη ρύθμιση του άρθρου 940 § 3 Κ.Πολ.Δ., οπότε δεν υφίσταται παραβίαση της διάταξης (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), και (β) η επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα είναι ακατάσχετη κατά τα άρθρα 3 και 15 του β.δ. 24-7/25-8-1920, άρα η κατάσχεση εις χείρας τρίτου των ποσών 11.790 και 5.818,22 ευρώ ήταν αντίθετη στο νόμο, καθιστώντας τον δεύτερο λόγο αναίρεσης επίσης αβάσιμο.
Απορρίπτει την από 26-2-2009 αίτηση των Α. Χ. και Ε. Ζ. για αναίρεση της 3442/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1937/2017
2017Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΔιοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 81.8%
Πιστωτής επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά αλλοδαπού κράτους (Λιβύη) με κατάσχεση στα χέρια τράπεζας τραπεζικού λογαριασμού ποσού 2.000.001 ευρώ, προς ικανοποίηση απαίτησης 2.000.000 ευρώ από δικηγορική αμοιβή που επιδικάστηκε προσωρινά με δικαστική απόφαση. Το κατασχετήριο κοινοποιήθηκε στην τράπεζα και στο οφειλέτη κράτος στις 17-7-2009. Η τράπεζα προέβη στις 20-7-2009 σε καταφατική δήλωση ότι υπάρχει λογαριασμός με υπόλοιπο που καλύπτει το κατασχεθέν ποσό. Ο λογαριασμός προοριζόταν για τη χρηματοδότηση των λειτουργικών εξόδων της διπλωματικής αποστολής-πρεσβείας (μισθοδοσία, μισθώματα, δαπάνες κοινής ωφελείας) και μέρος αυτού για την ανέγερση ιδιόκτητου κτηρίου της πρεσβείας. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης είχε χορηγήσει άδεια εκτέλεσης με όρο να μην διενεργηθεί σε πράγματα που εξυπηρετούν κυριαρχική εξουσία ή μορφωτικούς, πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Το άρθρο 934 παρ. 1β' ΚΠολΔ προβλέπει ότι η ανακοπή κατά της απαίτησης του κατασχόντος και των πράξεων εκτέλεσης πρέπει να ασκηθεί μέχρι την τελευταία πράξη της διαδικασίας. Στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου με καταφατική δήλωση, το απώτερο χρονικό σημείο συνδέεται με την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 ΚΠολΔ, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το κατασχετήριο κοινοποιήθηκε στις 17-7-2009, η ανακοπή κατατέθηκε στις 4-9-2009, η τράπεζα προέβη σε καταφατική δήλωση στις 20-7-2009, και ο λογαριασμός προοριζόταν για τη χρηματοδότηση της διπλωματικής αποστολής (μισθοδοσία, μισθώματα, δαπάνες κοινής ωφελείας, ανέγερση κτηρίου πρεσβείας). Εφαρμόζοντας το άρθρο 22 παρ. 3 της Σύμβασης της Βιέννης σε συνδυασμό με τα άρθρα 951, 1022 ΚΠολΔ και 966 ΑΚ, έκρινε ότι ο λογαριασμός που εξυπηρετεί άσκηση κυριαρχικής εξουσίας του αλλοδαπού κράτους απολαμβάνει ασυλίας εκτέλεσης και η κατάσχεση είναι άκυρη.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι η ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως, καθώς η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β' ΚΠολΔ δεν είχε παρέλθει κατά το χρόνο επίδοσής της (4-9-2009), λαμβανομένου υπόψη ότι η 30νθήμερη προθεσμία του άρθρου 988 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν είχε εκπνεύσει και ότι ο Αύγουστος δεν υπολογίζεται. Περαιτέρω, το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε το άρθρο 22 παρ. 3 της Σύμβασης της Βιέννης, κρίνοντας ότι ο κατασχεθείς τραπεζικός λογαριασμός, ο οποίος προοριζόταν για τη χρηματοδότηση της διπλωματικής αποστολής (μισθοδοσία, μισθώματα, δαπάνες κοινής ωφελείας, ανέγερση κτηρίου πρεσβείας), εξυπηρετούσε άσκηση κυριαρχικής εξουσίας του Λιβυκού Δημοσίου και απολαμβάνει ασυλίας εκτέλεσης, καθιστώντας την κατάσχεση άκυρη.
Απορρίπτει την από 16/9/2015 αίτηση του Κ. Π., για αναίρεση της 1536/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα.
825/2018
2018Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 81.7%
Πιστωτικό ίδρυμα διατηρούσε κοινό καταθετικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στο όνομα δύο συνδικαιούχων. Το Ελληνικό Δημόσιο επέβαλε κατάσχεση εις χείρας του πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, για απαίτησή του κατά μίας εκ των δύο συνδικαιούχων του λογαριασμού. Η κατάσχεση αφορούσε και μελλοντικές απαιτήσεις. Μετά την επιβολή της κατάσχεσης, ο λογαριασμός αυξήθηκε και ανερχόταν σε 69.246,73 ευρώ. Η μη οφειλέτρια συνδικαιούχος του λογαριασμού ζητούσε να της καταβληθεί το ποσό των 69.246,73 ευρώ λόγω παραβιάσεως της συμβάσεως καταθετικού τραπεζικού λογαριασμού.
Το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ίδιου νόμου και το άρθρο 489 ΑΚ ορίζει ότι σε κοινό λογαριασμό δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, αλλά σε περίπτωση κατασχέσεως, κατά αμάχητο τεκμήριο, η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη. Ο δανειστής ενός δικαιούχου δικαιούται να κατάσχει μόνο το μέρος που αναλογεί στον οφειλέτη του. Όταν η κατάσχεση αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις, η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η εναγομένη τράπεζα πρόβαλε με την έφεσή της ότι η κατάσχεση αφορούσε και μελλοντική απαίτηση, ο λογαριασμός μετά την κατάσχεση αυξήθηκε σε 69.246,73 ευρώ, και στο ποσό της αυξήσεως κατά το ήμισυ επεκτεινόταν η μελλοντική κατάσχεση. Ο ισχυρισμός αποδεικνυόταν εγγράφως από το κατασχετήριο. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 269 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, το Εφετείο όφειλε να εξετάσει τον παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό που αποδεικνυόταν εγγράφως. Ο ισχυρισμός ήταν ουσιώδης διότι άγει στην επέκταση της κατασχέσεως κατά το ποσοστό της οφειλέτιδος σε κάθε ποσό που προστίθεται στον λογαριασμό μετά την κατάσχεση.
Η αίτηση αναιρέσεως έγινε δεκτή διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν απάντησε στον ουσιώδη ισχυρισμό της εναγομένης τράπεζας ότι η επιβληθείσα κατάσχεση αφορούσε και μελλοντική απαίτηση και επεκτεινόταν στο ποσό της αυξήσεως του λογαριασμού κατά το ήμισυ που αναλογούσε στην οφειλέτιδα συνδικαιούχο. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν παραδεκτός διότι αποδεικνυόταν εγγράφως από το κατασχετήριο και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς σε περίπτωση βασιμότητάς του, άγει στην επέκταση της κατασχέσεως σε κάθε ποσό που προστέθηκε στον λογαριασμό μετά την επιβολή της.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 325/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από αυτήν παράβολο.
ΣτΕ Α359/2018
2018Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 81.4%
Ο Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. επέβαλε στις 18.10.2004 κατάσχεση εις χείρας τρίτου (ασφαλιστικός οργανισμός) του 1/4 της μηνιαίας σύνταξης του αιτούντος, μέχρι ποσού οφειλής 42.611,57 ευρώ, προερχόμενης από φόρους και πρόστιμα της ομόρρυθμης εταιρείας της οποίας ήταν μέλος. Ο τρίτος δήλωσε στο Ειρηνοδικείο ότι η μηνιαία σύνταξη ανέρχεται σε 904,33 ευρώ (κρατήσεις 36,17 ευρώ), και η παρακράτηση ορίστηκε σε 217,05 ευρώ μηνιαίως, με έναρξη 1.12.2004. Οι επίμαχες οφειλές προέρχονται από φόρο εισοδήματος οικ. έτους 1999, πρόστιμο ΚΒΣ οικ. έτους 1995, φόρο εισοδήματος οικ. έτους 2001, χρηματική ποινή οικ. έτους 2001 και φόρο εισοδήματος οικ. έτους 2002. Η γένεση των οφειλών ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της αποχώρησης του αιτούντος από την εταιρεία (14.1.2002).
Σύμφωνα με το άρθρο 31 περ. ε’ του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) εξαιρούνται της κατάσχεσης τα 3/4 μισθών και συντάξεων, επιτρεπόμενης κατάσχεσης επί του 1/4 για χρέη προς το Δημόσιο. Τα άρθρα 9 και 30 του ΚΕΔΕ ρυθμίζουν την κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ενώ ο ΚΔΔ (άρθρα 217, 224, 225) καθορίζει τον έλεγχο της πράξης εκτέλεσης. Η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 Συντ.) και η αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 §1 Συντ.) συνεκτιμώνται. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι επιβλήθηκε στις 18.10.2004 κατάσχεση του 1/4 της σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό ως τρίτο, με μηνιαία παρακράτηση 217,05 ευρώ επί σύνταξης 904,33 ευρώ, από 1.12.2004, για συνολική οφειλή 42.611,57 ευρώ από φορολογικές επιβαρύνσεις της ομόρρυθμης εταιρείας. Η γένεση των οφειλών ανάγεται σε χρόνο προ της αποχώρησης του αιτούντος (14.1.2002). Εφαρμόζοντας τα άρθρα 30 και 31 ΚΕΔΕ, το δικαστήριο έκρινε ότι η επιλογή του μέτρου ήταν πρόσφορη και αναγκαία, ενώ ο γενικός κανόνας ακατάσχετου των 3/4 δεν προσκρούει στην αναλογικότητα. Κατά το άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου, ο ομόρρυθμος εταίρος ευθύνεται για χρέη που γεννήθηκαν πριν από την αποχώρηση. Το άρθρο 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στη διοικητική εκτέλεση και δεν απαιτείται προηγούμενη ακρόαση πριν την κατάσχεση· το άρθρο 20 §2 Συντ. δεν επιβάλλει τέτοια διαδικασία.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι η κατάσχεση του 1/4 της σύνταξης στηρίχθηκε νόμιμα στα άρθρα 30 και 31 ΚΕΔΕ, τα οποία, ως γενικός κανόνας ακατάσχετου των 3/4, δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας ούτε τα άρθρα 2 §1 και 25 §1 του Συντάγματος. Δεν απαιτείται προηγούμενη ακρόαση πριν από μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, οπότε ο σχετικός λόγος, στηριζόμενος στο άρθρο 20 §2 Συντ., είναι αβάσιμος. Ο ομόρρυθμος εταίρος ευθύνεται για οφειλές που γεννήθηκαν πριν από την αποχώρησή του, κατά το άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου, και η επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ είναι απορριπτέα ως μη εφαρμοστέα σε διοικητικό δίκαιο.
Απορρίπτει την αίτηση. Απαλλάσσει τον αναιρεσείοντα της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων.
500/2018
2018Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕργατικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.8%
Εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σε ανώνυμη εταιρία παραγωγής χάρτου, των οποίων οι συμβάσεις καταγγέλθηκαν στις 23-8-2002 λόγω διακοπής λειτουργίας εργοστασίου. Οι καταγγελίες κρίθηκαν άκυρες ως παράνομες με αμετάκλητη απόφαση. Επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για χρονικό διάστημα από 24-8-2002 έως 25-3-2006, συνολικού ύψους 16.000.000 ευρώ (κεφάλαιο) πλέον νομίμων τόκων. Με βάση προσωρινά εκτελεστή απόφαση, επιδόθηκε επιταγή προς πληρωμή για ποσό 2.570.629,06 ευρώ. Υφίστατο διαιτητική απόφαση της 4-4-2008 που διέταξε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην εργοδότρια εταιρία 12.383.375,37 ευρώ ως συνεισφορά σε αποζημιώσεις ομαδικής απόλυσης, πλέον τόκων. Επιβλήθηκε κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου την 27-1-2014, με επίδοση στην καθ' ης η εκτέλεση την 31-1-2014 και στην αρμόδια υπηρεσία του Δημοσίου την 4-2-2014.
Το άρθρο 983 παρ.2 ΚΠολΔ ορίζει ότι η κατάσχεση είναι άκυρη αν το κατασχετήριο δεν επιδοθεί εντός οκταημέρου από την επίδοσή του στον τρίτο στον καθ' ου η εκτέλεση. Το άρθρο 95 ν. 2362/1995 προβλέπει πρόσθετες κοινοποιήσεις για κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου, χωρίς να επιβάλλει συγκεκριμένη προθεσμία. Το άρθρο 987 ΚΠολΔ περιορίζει το δικαίωμα του τρίτου να προσβάλει την κατάσχεση μόνο για ελλείψεις στοιχείων του άρθρου 983 ή μη κοινοποίηση στον καθ' ου η εκτέλεση. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το κατασχετήριο επιδόθηκε στην καθ' ης η εκτέλεση την 31-1-2014, πριν από την επίδοση στην αρμόδια υπηρεσία του Δημοσίου την 4-2-2014. Το Δημόσιο δήλωσε ότι υφίσταται η απαίτηση αλλά προέβαλε αδυναμία καταβολής λόγω έλλειψης εκτελεστότητας του τίτλου και ύπαρξης ανταπαίτησης κατά τρίτης εταιρίας (μη καθ' ης η εκτέλεση). Η διαιτητική απόφαση κρίθηκε ημεδαπή και εκτελεστή. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 983 και 987 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν τίθεται ζήτημα οκταημέρου όταν η επίδοση στον καθ' ου προηγείται της επίδοσης στον τρίτο. Περαιτέρω, το Δημόσιο ως τρίτος δεν δικαιούται να προβάλει ενστάσεις κατά της εκτελεστότητας του τίτλου ούτε συμψηφισμό ανταπαίτησης κατά προσώπου που δεν είναι ο οφειλέτης των κατασχόντων.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 983, 985, 986, 987 ΚΠολΔ και 95 ν. 2362/1995. Η κατάσχεση δεν είναι άκυρη όταν το κατασχετήριο επιδίδεται στον καθ' ου η εκτέλεση πριν από την επίδοσή του στον τρίτο, οπότε δεν τίθεται ζήτημα οκταημέρου προθεσμίας. Το Δημόσιο ως τρίτος δεν δικαιούται να προβάλει ενστάσεις κατά της εκτελεστότητας του τίτλου ούτε συμψηφισμό ανταπαίτησής του κατά τρίτης εταιρίας που δεν είναι η καθ' ης η εκτέλεση, καθώς δεν υφίσταται η απαιτούμενη κατ' άρθρο 440 ΑΚ αμοιβαιότητα. Η διαιτητική απόφαση είναι ημεδαπή και εκτελεστή, χωρίς να απαιτείται κήρυξή της εκτελεστής. Όλες οι ενστάσεις του αναιρεσείοντος ερευνήθηκαν και απερρίφθησαν νομίμως από το δικαστήριο.
Απορρίπτει την από 9 Αυγούστου 2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2869/2016 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
1218/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.7%
Τρίτος (τραπεζική εταιρεία) είχε χορηγήσει πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό από το 2000, η οποία αυξήθηκε με διαδοχικές συμβάσεις μέχρι 2.300.000 ευρώ. Ο πιστούχος διατηρούσε λογαριασμό με χρεωστικό υπόλοιπο 1.853,25 ευρώ την 1.7.2013, το οποίο αναγνώρισε και ήταν ληξιπρόθεσμο πριν από 30.7.2013. Στις 30.7.2013 επιδόθηκε στην τράπεζα κατασχετήριο εις χείρας τρίτου για συνολική οφειλή του πιστούχου προς το Δημόσιο ύψους 270.477,72 ευρώ (φόρος εισοδήματος, εισφορές, τέλος επιτηδεύματος, ΕΤΑΚ, ΦΑΠ, ΕΕΤΗΔΕ). Η τράπεζα διατηρούσε ανταπαίτηση κατά του πιστούχου ύψους 319.667,10 ευρώ, προερχόμενη από την ίδια σύμβαση πίστωσης, υφιστάμενη και απαιτητή πριν από την επίδοση του κατασχετηρίου.
Το άρθρο 30 § 3 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974) προβλέπει ότι η κατάσχεση εις χείρας τρίτου επιφέρει τα αποτελέσματα αναγκαστικής εκχώρησης· μετά την επίδοση, ο τρίτος καθίσταται οφειλέτης του κατασχόντος. Κατά τα άρθρα 448 και 449 ΑΚ, και κατ’ αναλογία με το άρθρο 469 ΑΚ, ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει συμψηφισμό μόνο με προϋφιστάμενες απαιτήσεις. Η ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου ελέγχεται με ανακοπή που εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, ενώ η δήλωση του τρίτου γίνεται κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο 1.853,25 ευρώ την 1.7.2013, αναγνωρισμένο και ληξιπρόθεσμο πριν από 30.7.2013. Η ανταπαίτηση της τράπεζας από την ανοικτή πίστωση ανερχόταν σε 319.667,10 ευρώ και επίσης ήταν προγενέστερη και απαιτητή πριν από την επίδοση του κατασχετηρίου. Η κατάσχεση επιβλήθηκε για συνολική οφειλή 270.477,72 ευρώ. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, εξετάστηκε αν ο τρίτος μπορούσε να αντιτάξει συμψηφισμό προϋφιστάμενης απαίτησης έναντι του κατασχόντος. Κρίθηκε ότι ο συμψηφισμός ήταν νομίμως προτατός κατά του εκδοχέα (Δημοσίου) και μπορούσε να δηλωθεί είτε μέσω της δήλωσης του άρθρου 32 ΚΕΔΕ είτε με προτάσεις στην ανακοπή του άρθρου 34 ΚΕΔΕ, άρα η αντίθετη κρίση του Εφετείου συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 30 § 3 ΚΕΔΕ και των άρθρων 448-449 ΑΚ (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ).
Το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 § 3 ΚΕΔΕ και 448-449 ΑΚ, απαιτώντας δήλωση συμψηφισμού απευθυντέα προς τον καθού η εκτέλεση. Εφόσον η ανταπαίτηση του τρίτου ήταν γεννημένη και ληξιπρόθεσμη πριν από την επίδοση του κατασχετηρίου (30.7.2013) και η απαίτηση του καθού ήταν 1.853,25 ευρώ, ο συμψηφισμός ήταν επιτρεπτός και ισχυρός έναντι του κατασχόντος Δημοσίου, ανατρέποντας την αναγκαστική εκχώρηση ως προς το καλυπτόμενο μέρος. Η πρόταση συμψηφισμού μπορούσε παραδεκτώς να απευθυνθεί στο Δημόσιο μέσω της δήλωσης του άρθρου 32 ΚΕΔΕ ή των προτάσεων στην κατ’ άρθρο 986 ΚΠολΔ δίκη. Συνεπώς, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ έγινε δεκτός, διότι η κρίση περί ανακρίβειας της δήλωσης τρίτου και μη επέλευσης συμψηφισμού ήταν εσφαλμένη ως προς την έννοια και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Αναιρεί την από 10.6.2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2924/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά του έξοδα, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ
ΣτΕ Α1129/2017
2017Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΦορολογικό Διοικητικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.6%
Εκδόθηκε κατασχετήριο (32266/14.9.2009) από Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών για κατάσχεση εις χείρας τράπεζας ως τρίτης, έως ποσού 4.207.124,74 €, για είσπραξη οφειλών Φ.Π.Α. οικονομικών ετών 1994-1998, βεβαιωμένων με ταμειακή βεβαίωση 6572/25.5.2004. Ο υπόχρεος είχε την ιδιότητα Διευθύνοντος Συμβούλου και, μετά τη λύση (30.6.1997) και θέση σε εκκαθάριση (καταχώρηση 17.9.1997) της εταιρείας, Εκκαθαριστή· η εταιρεία διαγράφηκε από το μητρώο στις 5.8.2003 λόγω λήξης πενταετίας εκκαθάρισης. Εκδόθηκαν ατομικές ειδοποιήσεις βάσει άρθρου 115 ν. 2238/1994. Η τράπεζα υπέβαλε δήλωση κατά άρθρο 32 Κ.Ε.Δ.Ε. στις 19.11.2009, δεσμεύοντας δύο κοινούς λογαριασμούς κατά το 1/2, για ποσά 94,85 € και 40.000 €, μέχρι κάλυψη οφειλής. Η διοίκηση δεν κοινοποίησε το κατασχετήριο στον οφειλέτη, επικαλούμενη το άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε.
Το άρθρο 53 § 1 του π.δ. 18/1989 ορίζει ότι αίτηση αναιρέσεως ασκείται κατά αποφάσεων εκδιδομένων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ή τελεσιδίκως κατ’ έφεση, ενώ με το άρθρο 12 § 1 του ν. 3900/2010 εξειδικεύονται οι όροι παραδεκτού. Κατά το άρθρο 226 ΚΔΔ, οι αποφάσεις επί διαφορών διοικητικής εκτέλεσης υπόκεινται σε έφεση, και κατά το άρθρο 92 ΚΔΔ οι αποφάσεις πρώτου βαθμού είναι εκκλητές όταν το αντικείμενο υπερβαίνει 5.000 ευρώ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου επί ανακοπής κατά κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για ποσό 4.207.124,74 €, ήτοι διοικητική εκτέλεση με αντικείμενο άνω του ορίου εκκλητού. Εξάλλου, η διαφορά είχε ήδη υπαχθεί σε έφεση ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού εφετείου. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση του πρώτου βαθμού υπέκειτο σε έφεση και δεν ήταν προσβλητή με αίτηση αναιρέσεως. Η ρύθμιση του άρθρου 34 § 1 ν. 1968/1991 περί παραπομπής δεν καταλαμβάνει ένδικο μέσο διαφορετικό από εκείνο στο οποίο υπόκειται η απόφαση. Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε απαραδέκτως.
Η αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση του πρώτου βαθμού επί διοικητικής εκτέλεσης, με αντικείμενο άνω των 5.000 ευρώ (4.207.124,74 €), υπέκειτο σε έφεση κατά τα άρθρα 226 και 92 ΚΔΔ και, κατά το άρθρο 53 παρ. 1 π.δ. 18/1989, δεν ήταν προσβλητή με αναιρεση. Η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 ν. 1968/1991 δεν εφαρμόζεται για παραπομπή της αναιρέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο.
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.
2062/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.5%
Ναυτική εταιρεία εξέδωσε διαταγή πληρωμής 187/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω μόνο κατά άλλης ναυτικής εταιρείας. Μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης εταιρείας δεν ήταν προσωπικά οφειλέτης. Στις 13-11-2012 κοινοποιήθηκε κατασχετήριο από 7-11-2012 τόσο στην εταιρεία όσο και στο μέλος του Δ.Σ., με το οποίο επιβλήθηκε κατάσχεση στα χέρια τράπεζας των καταθέσεων του μέλους του Δ.Σ. Η διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε τελεσίδικα με την 118/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Η τράπεζα προέβη σε δέσμευση των λογαριασμών του μέλους του Δ.Σ. Το μέλος του Δ.Σ. άσκησε ανακοπή, η συζήτηση της οποίας ανεστάλη με την 500/2014 απόφαση εωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής. Εκδόθηκε η 901/2021/2013 απόφαση που διέταξε αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η τράπεζα διατήρησε δεσμευμένους τους λογαριασμούς παρά την γνωστοποίηση της απόφασης ακύρωσης του εκτελεστού τίτλου.
Το άρθρο 914 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 298, 299, 330 ΑΚ και 982 επ. ΚΠολΔ ορίζει ότι η αδικοπραξία προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, ζημία και αιτιώδη σύνδεσμο. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε κανόνα δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Από την επίδοση του κατασχετηρίου ο τρίτος καθίσταται μεσεγγυούχος και απαγορεύεται η εξόφληση της κατεσχημένης απαίτησης. Ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για ουσιαστικούς λόγους αναφερόμενους σε ελαττώματα της απαίτησης του κατασχόντος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η τράπεζα προέβη σε δέσμευση των λογαριασμών του μέλους του Δ.Σ. μετά την επίδοση του κατασχετηρίου από 7-11-2012. Η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί μόνο κατά της εταιρείας και όχι κατά του μέλους του Δ.Σ. προσωπικά. Η διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε τελεσίδικα με την 118/2015 απόφαση, χωρίς όμως να εκδοθεί δικαστική απόφαση που να κηρύσσει την ακυρότητα της κατάσχεσης. Εφαρμόζοντας τους κανόνες περί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, το δικαστήριο έκρινε ότι η δέσμευση των λογαριασμών δεν συνιστά παράνομη πράξη, καθόσον δεν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της τράπεζας να ενημερωθεί για την έλλειψη προσωπικής ευθύνης του μέλους του Δ.Σ., ούτε επακολούθησε γνωστοποίηση δικαστικής απόφασης περί ακυρότητας της κατάσχεσης.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν ορθό, παρά το εσφαλμένο αιτιολογικό της. Η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον η δέσμευση των λογαριασμών από την τράπεζα στο πλαίσιο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτης δεν συνιστά παράνομη πράξη, εφόσον δεν γνωστοποιήθηκε δικαστική απόφαση περί ακυρότητας της κατάσχεσης. Δεν υπήρχε νομική υποχρέωση της τράπεζας να ενημερωθεί για την έλλειψη προσωπικής ευθύνης του μέλους του Δ.Σ. ή ότι η διαταγή πληρωμής δεν είχε εκδοθεί σε βάρος του. Επιπλέον, δεν εκτέθηκαν στην αγωγή τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν την υπαιτιότητα των υπαλλήλων της τράπεζας και να προσδιορίζουν τη ζημία. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, απορρίφθηκε η αναίρεση χωρίς αντικατάσταση του εσφαλμένου αιτιολογικού, καθόσον δεν συνέτρεχε έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να αποτραπεί δεδικασμένο.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από ... αίτηση Η. Ζ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 189/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
360/2017
2017Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.4%
Ετερόρρυθμη εταιρεία επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτης ανώνυμης εταιρείας, με κατασχετήριο της 31-10-2012, για απαίτηση ύψους 108.920 ευρώ πλέον τόκων 4.908,67 ευρώ, κατά ΝΠΔΔ ως οφειλέτη. Το κατασχετήριο κοινοποιήθηκε στην τρίτη την 1-11-2012 και στον οφειλέτη την 2-11-2012. Η τρίτη προέβη σε εμπρόθεσμη καταφατική δήλωση στις 9-11-2012 ενώπιον Ειρηνοδίκου Αθηνών, δηλώνοντας ότι έχει στα χέρια της το κατασχεθέν ποσό και βρίσκεται στη διάθεση του κατασχόντος. Ο οφειλέτης κατέθεσε ανακοπή κατά της κατάσχεσης στις 14-11-2012, ισχυριζόμενος ότι η κατασχεθείσα απαίτηση είναι ακατάσχετη.
Το άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ ορίζει ότι ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Επί αναγκαστικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτου, το απώτερο χρονικό σημείο άσκησης της ανακοπής συνδέεται με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1α ΚΠολΔ οκταήμερης προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης προς τον κατασχόντα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το κατασχετήριο κοινοποιήθηκε στον οφειλέτη στις 2-11-2012 και στην τρίτη την 1-11-2012. Η τρίτη προέβη σε εμπρόθεσμη καταφατική δήλωση στις 9-11-2012, εντός της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η ανακοπή ασκήθηκε στις 14-11-2012. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 988 παρ. 1α ΚΠολΔ, η οκταήμερη προθεσμία υπολογίστηκε από την επομένη της κοινοποίησης του κατασχετηρίου στον οφειλέτη (3-11-2012) και έληγε στις 10-11-2012. Εφόσον η ανακοπή ασκήθηκε στις 14-11-2012, μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας και μετά την εμπρόθεσμη καταφατική δήλωση της τρίτης, κρίθηκε εκπρόθεσμη.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι το Εφετείο έσφαλε μη κηρύσσοντας απαράδεκτη την ανακοπή λόγω εκπροθέσμου άσκησής της. Ειδικότερα, η ανακοπή ασκήθηκε στις 14-11-2012, μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1α ΚΠολΔ που έληγε στις 10-11-2012, υπολογιζόμενη από την επομένη της κοινοποίησης του κατασχετηρίου στον οφειλέτη (2-11-2012). Εφόσον η τρίτη προέβη σε εμπρόθεσμη καταφατική δήλωση στις 9-11-2012, συντελέστηκε η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης και περατώθηκε η διαδικασία εκτέλεσης. Το Εφετείο έσφαλε δεχόμενο ότι δεν υπήρξε περαίωση της εκτελεστικής διαδικασίας χωρίς να προσδιορίσει αν η δήλωση της τρίτης ήταν εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη, στοιχείο καθοριστικό για την κρίση του εμπροθέσμου της ανακοπής.
Αναιρεί την 250/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει την από 22-7-2013 έφεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "... ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "..."" κατά της 15034/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει την έφεση. Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →