Απάντηση σε δευτερόλεπτα · Με παραπομπές στα ακριβή άρθρα του κώδικα
Ctrl+K
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής
1. Ο παρών κανονισμός ισχύει σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις στις οποίες το δικαστήριο ενός κράτους μέλους αιτείται, σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους: α) στο αρμόδιο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους τη διεξαγωγή αποδείξεων, ή β) τη διεξαγωγή αποδείξεων απευθείας σε άλλο κράτος μέλος. 2. Δεν επιτρέπεται παραγγελία για τη διεξαγωγή αποδείξεων εάν οι αποδείξεις δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε δικαστικές υποθέσεις που έχουν ήδη αρχίσει να εκδικάζονται ή πρόκειται να εκδικασθούν.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) «δικαστήριο»: τα δικαστήρια και άλλες αρχές στα κράτη μέλη, όπως έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 31 παράγραφος 3, που έχουν δικαιοδοτικές αρμοδιότητες ή ενεργούν κατ’ εξουσιοδότηση δικαστικής αρχής ή υπό τον έλεγχο δικαστικής αρχής και έχουν, και που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αρμοδιότητα διεξαγωγής αποδείξεων για τους σκοπούς δικαστικών διαδικασιών σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, 2) «αποκεντρωμένο σύστημα τεχνολογίας πληροφοριών (ΤΠ)»: δίκτυο εθνικών συστημάτων ΤΠ και διαλειτουργικών σημείων πρόσβασης, το οποίο λειτουργεί υπό την ατομική ευθύνη και τη διαχείριση κάθε κράτους μέλους και το οποίο καθιστά δυνατή την ασφαλή και αξιόπιστη διασυνοριακή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών συστημάτων ΤΠ.
Άρθρο 3
Απευθείας επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων
1. Παραγγελίες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) αποστέλλονται από το δικαστήριο στο οποίο η υπόθεση έχει αρχίσει να εκδικάζεται ή πρόκειται να εκδικασθεί, («αιτούν δικαστήριο»), απευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο ενός άλλου κράτους μέλους («δικαστήριο εκτελέσεως»), με σκοπό τη διεξαγωγή αποδείξεων. 2. Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει κατάλογο των αρμοδίων δικαστηρίων για τη διεξαγωγή αποδείξεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Στον κατάλογο αυτό πρέπει να δηλώνεται η κατά τόπον και, όπου χρειάζεται, η ειδική αρμοδιότητα των δικαστηρίων αυτών.
Άρθρο 4
Κεντρικό όργανο
1. Κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα κεντρικό όργανο, το οποίο: α) παρέχει πληροφορίες στα δικαστήρια· β) επιλύει τις δυσχέρειες που μπορεί να προκύψουν σε σχέση με μια παραγγελία· γ) σε εξαιρετικές περιπτώσεις, διαβιβάζει μία παραγγελία στο αρμόδιο δικαστήριο μετά από αίτηση αιτούντος δικαστηρίου. 2. Ομοσπονδιακά κράτη μέλη, κράτη μέλη με πλείονα νομικά συστήματα και κράτη μέλη με αυτόνομες εδαφικές μονάδες, δύνανται να ορίζουν περισσότερα από ένα κεντρικά όργανα. 3. Κάθε κράτος μέλος ορίζει επίσης το κεντρικό όργανο που προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου ή μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές που είναι αρμόδιες για τη λήψη των αποφάσεων επί παραγγελιών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 19.
Άρθρο 5
Τύπος και περιεχόμενο παραγγελιών
1. Παραγγελίες υποβάλλονται μέσω του εντύπου Α ή, αναλόγως, του εντύπου ΙΒ του παραρτήματος I. Κάθε παραγγελία περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: α) το αιτούν δικαστήριο και, ενδεχομένως, το δικαστήριο εκτελέσεως· β) το όνομα και τη διεύθυνση των διαδίκων και των ενδεχόμενων εκπροσώπων τους· γ) τη φύση και το αντικείμενο της υποθέσεως, καθώς και σύντομη παρουσίαση του ιστορικού της· δ) περιγραφή της παραγγελθείσας διεξαγωγής αποδείξεων· ε) σε περίπτωση παραγγελίας εξέτασης ενός προσώπου: — το όνομα και τη διεύθυνση τωου προσώπου το οποίο καλείται να εξεταστεί, — τις ερωτήσεις οι οποίες πρόκειται να τεθούν στο πρόσωπο το οποίο καλείται να εξεταστεί ή το ιστορικό της υπόθεσης για την οποία το εν λόγω πρόσωπο καλείται να καταθέσει, — ενδεχομένως, μνεία ότι υφίσταται δικαίωμα αρνήσεως μαρτυρίας σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου, — το αίτημα να διεξαχθεί η κατάθεση ενόρκως ή με διαβεβαίωση αντί όρκου και, ενδεχομένως, ο σχετικός τύπος όρκου ή διαβεβαίωσης, — ενδεχομένως, κάθε άλλη πληροφορία την οποία θεωρεί αναγκαία το αιτούν δικαστήριο· στ) σε περίπτωση παραγγελίας για άλλη διεξαγωγή αποδείξεων εκτός από αυτή που αναφέρεται στο στοιχείο ε)τα έγγραφα ή τα άλλα αντικείμενα τα οποία πρέπει να εξεταστούν· ζ) ενδεχομένως, το αίτημα σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφοι 3 ή 4, ή το άρθρο 13 ή 14, καθώς και τις αναγκαίες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής επεξηγήσεις. 2. Η παραγγελία, καθώς και όλα τα συνημμένα έγγραφα αυτής απαλλάσσονται από την ανάγκη επικύρωσης ή άλλης ισοδύναμης διατύπωσης. 3. Έγγραφα τα οποία το αιτούν δικαστήριο θεωρεί αναγκαία για την εκτέλεση της παραγγελίας, δέον να συνοδεύονται από μετάφραση των εγγράφων στη γλώσσα στην οποία έχει συνταχθεί η παραγγελία.
Άρθρο 6
Γλώσσα
Παραγγελίες και κοινοποιήσεις σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό συντάσσονται στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους εκτελέσεως ή, εφόσον οι επίσημες γλώσσες του εν λόγω κράτους είναι πλείονες, στην επίσημη ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του τόπου όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η διεξαγωγή των αποδείξεων, ή σε άλλη γλώσσα την οποία έχει δηλώσει ως αποδεκτή το εν λόγω κράτος μέλος. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή την επίσημη ή τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, εκτός από τη δική του, την οποία ή τις οποίες επιτρέπει για τη συμπλήρωση των εντύπων που καθορίζονται στο παράρτημα I.
Άρθρο 7
Διαβίβαση παραγγελίας και άλλων κοινοποιήσεων
1. Οι παραγγελίες και οι κοινοποιήσεις που γίνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό διαβιβάζονται μέσω ασφαλούς και αξιόπιστου αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το εν λόγω αποκεντρωμένο σύστημα ΤΠ βασίζεται σε διαλειτουργική λύση, όπως το e-CODEX. 2. Το γενικό νομικό πλαίσιο για τη χρήση εγκεκριμένων υπηρεσιών εμπιστοσύνης, που θεσπίζεται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014, εφαρμόζεται στις παραγγελίες και τις κοινοποιήσεις που διαβιβάζονται μέσω του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ. 3. Εάν οι παραγγελίες και οι κοινοποιήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου απαιτούν ή φέρουν σφραγίδα ή χειρόγραφη υπογραφή, είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται αντ’ αυτών «εγκεκριμένες ηλεκτρονικές σφραγίδες» ή «εγκεκριμένες ηλεκτρονικές υπογραφές», όπως αυτές ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014. 4. Αν η διαβίβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν είναι δυνατή λόγω διακοπής λειτουργίας του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠή λόγω της φύσης των σχετικών αποδείξεων ή λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, η διαβίβαση πραγματοποιείται με τα ταχύτερα, πλέον κατάλληλα εναλλακτικά μέσα, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της ασφάλειας.
Άρθρο 8
Νομική ισχύς των ηλεκτρονικών εγγράφων
Έγγραφα που διαβιβάζονται μέσω του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ δεν αποστερούνται νομικής ισχύος ή παραδεκτού ως αποδεικτικά στοιχεία στις νομικές διαδικασίες αποκλειστικά και μόνο λόγω του γεγονότος ότι είναι σε ηλεκτρονική μορφή.
Άρθρο 9
Παραλαβή των παραγγελιών
1. Το αρμόδιο δικαστήριο εκτελέσεως αποστέλλει στο αιτούν δικαστήριο εντός επτά ημερών από την παραλαβή της παραγγελίας αποδεικτικό παραλαβής, χρησιμοποιώντας το έντυπο Β του παραρτήματος I. Εάν η παραγγελία δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7, τότε το δικαστήριο εκτελέσεως περιλαμβάνει αντίστοιχη μνεία στο αποδεικτικό παραλαβής. 2. Σε περίπτωση που το δικαστήριο εκτέλεσης δεν έχει δικαιοδοσία να εκτελέσει παραγγελία, μέσω του εντύπου Α του παραρτήματος I, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 6, το εν λόγω δικαστήριο διαβιβάζει την παραγγελία στο κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους του και ενημερώνει σχετικώς το αιτούν δικαστήριο, χρησιμοποιώντας το έντυπο Γ του παραρτήματος I.
Άρθρο 10
Ελλιπείς παραγγελίες
1. Εάν μια παραγγελία δεν μπορεί να εκτελεσθεί διότι δεν περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 5, το δικαστήριο εκτελέσεως ενημερώνει σχετικώς το αιτούν δικαστήριο αμελλητί και το αργότερο εντός 30 ημερών από την παραλαβή της παραγγελίας, χρησιμοποιώντας το έντυπο Δ του παραρτήματος I, και καλεί το αιτούν δικαστήριο να του διαβιβάσει τα ελλείποντα στοιχεία προσδιορίζοντας τα στοιχεία που λείπουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. 2. Αν μια παραγγελία δεν μπορεί να εκτελεσθεί διότι απαιτείται εγγύηση ή προκαταβολή σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3, το δικαστήριο της εκτελέσεως ενημερώνει το αιτούν δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση, το αργότερο εντός 30 ημερών από την παραλαβή της αιτήσεως χρησιμοποιώντας το έντυπο Δ του παραρτήματος I και του γνωστοποιεί πώς πρέπει να καταβληθεί η εγγύηση ή η προκαταβολή. Το δικαστήριο της εκτελέσεως αποστέλλει, χρησιμοποιώντας το έντυπο Ε του παραρτήματος I, αποδεικτικό παραλαβής της εγγύησης ή της προκαταβολής χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός δέκα ημερών από την παραλαβή τους.
Άρθρο 11
Ολοκλήρωση της παραγγελίας
1. Εάν το δικαστήριο εκτελέσεως έχει συμπεριλάβει μνεία στο αποδεικτικό παραλαβής σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1, ότι η παραγγελία δεν πληροί τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7, ή εάν έχει ενημερώσει το αιτούν δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 10 ότι η παραγγελία δεν μπορεί να εκτελεσθεί διότι δεν περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 5, η προβλεπόμενη προθεσμία του άρθρου 12 αρχίζει να τρέχει όταν το δικαστήριο εκτελέσεως παραλάβει την παραγγελία δεόντως συμπληρωμένη. 2. Αν το δικαστήριο εκτελέσεως έχει ζητήσει εγγύηση ή προκαταβολή σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3, η προβλεπόμενη προθεσμία του άρθρου 12 αρχίζει να τρέχει όταν καταβληθεί η εγγύηση ή η προκαταβολή.
Άρθρο 12
Γενικές διατάξεις για την εκτέλεση παραγγελίας
1. Το δικαστήριο εκτελέσεως εκτελεί την παραγγελία αμελλητί και το αργότερο εντός 90 ημερών από την παραλαβή της παραγγελίας. 2. Το δικαστήριο εκτελέσεως εκτελεί την παραγγελία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιό του. 3. Το αιτούν δικαστήριο μπορεί να ζητήσει την εκτέλεση της παραγγελίας κατά έναν ειδικό τύπο ο οποίος προβλέπεται από το εθνικό δίκαιό του, χρησιμοποιώντας το έντυπο Α του παραρτήματος I. Το δικαστήριο εκτελέσεως εκτελεί την παραγγελία σύμφωνα με την ειδική διαδικασία, εκτός εάν αυτό δεν συνάδει προς το εθνικό δίκαιό του ή δεν είναι σε θέση να το πράξει λόγω μειζόνων πρακτικών δυσκολιών. Εάν, για έναν από τους εν λόγω λόγους, το δικαστήριο εκτελέσεως δεν ανταποκρίνεται στην πρόσκληση για την εκτέλεση της παραγγελίας σύμφωνα με ειδική διαδικασία, ενημερώνει σχετικώς το αιτούν δικαστήριο χρησιμοποιώντας το έντυπο Η του παραρτήματος I. 4. Το αιτούν δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο εκτελέσεως να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένες τηλεπικοινωνιακές τεχνολογίες κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, ιδίως βιντεοδιασκέψεις ή τηλεδιασκέψεις. Το δικαστήριο εκτελέσεως χρησιμοποιεί την τεχνολογία επικοινωνιών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εκτός αν τούτο δεν συνάδει προς το εθνικό δίκαιό του ή το δικαστήριο εκτελέσεως δεν είναι σε θέση να το πράξει λόγω μειζόνων πρακτικών δυσκολιών. Εάν, για έναν από τους εν λόγω λόγους, το δικαστήριο εκτελέσεως δεν χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη τεχνολογία επικοινωνιών, ενημερώνει σχετικώς το αιτούν δικαστήριο χρησιμοποιώντας το έντυπο Η του παραρτήματος I. Εάν η τεχνολογία επικοινωνιών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν είναι διαθέσιμη στο αιτούν δικαστήριο ή το δικαστήριο εκτελέσεως, τα εν λόγω δικαστήρια μπορούν να διαθέσουν τέτοια τεχνολογία επικοινωνιών κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας.
Άρθρο 13
Διεξαγωγή αποδείξεων με την παρουσία και τη συμμετοχή των διαδίκων
1. Εφόσον προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου, οι διάδικοι και οι ενδεχόμενοι εκπρόσωποί τους, έχουν δικαίωμα να παρίστανται κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων από το δικαστήριο εκτελέσεως. 2. Το αιτούν δικαστήριο ενημερώνει στην παραγγελία του το δικαστήριο εκτελέσεως χρησιμοποιώντας το έντυπο Α του παραρτήματος I ότι οι διάδικοι και οι ενδεχόμενοι εκπρόσωποί τους πρόκειται να παρίστανται και ότι έχει ζητηθεί, ενδεχομένως, η συμμετοχή τους στη διεξαγωγή αποδείξεων. Η ενημέρωση αυτή μπορεί επίσης να γίνει σε οποιαδήποτε άλλη πρόσφορη στιγμή. 3. Εάν ζητείται η συμμετοχή των διαδίκων και των ενδεχόμενων εκπροσώπων τους στη διεξαγωγή των αποδείξεων, το δικαστήριο εκτελέσεως ορίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες αυτοί μπορούν να συμμετάσχουν σύμφωνα με το άρθρο 12. 4. Το δικαστήριο εκτελέσεως γνωστοποιεί στους διαδίκους και στους ενδεχόμενους εκπροσώπους τους, το χρόνο και τον τόπο της διεξαγωγής αποδείξεων και, ενδεχομένως, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτοί μπορούν να συμμετάσχουν στη διεξαγωγή των αποδείξεων, χρησιμοποιώντας το έντυπο Θ του παραρτήματος I. 5. Οι παράγραφοι 1 έως 4 δεν θίγουν τη δυνατότητα του δικαστηρίου εκτελέσεως να ζητήσει από τους διαδίκους και από τους ενδεχόμενους εκπροσώπους τους να παραστούν ή να συμμετάσχουν στη διεξαγωγή των αποδείξεων, εάν προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους του.
Άρθρο 14
Διεξαγωγή αποδείξεων με την παρουσία και τη συμμετοχή των εντεταλμένων του αιτούντος δικαστηρίου
1. Οι εντεταλμένοι του αιτούντος δικαστηρίου δικαιούνται να παραστούν στη διεξαγωγή αποδείξεων από το δικαστήριο εκτελέσεως, εφόσον τούτο συμβιβάζεται με τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους μέλους. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «εντεταλμένος» συμπεριλαμβάνει μέλη του δικαστικού προσωπικού που ορίσθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιό του. Το αιτούν δικαστήριο δύναται να ορίσει, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιό του, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, όπως έναν πραγματογνώμονα. 3. Το αιτούν δικαστήριο ενημερώνει το δικαστήριο εκτελέσεως διά της παραγγελίας του, χρησιμοποιώντας το έντυπο Α του παραρτήματος I, ότι θα παραστούν οι εντεταλμένοι του και, ενδεχομένως, ότι ζητείται η συμμετοχή τους στη διεξαγωγή αποδείξεων. Η ενημέρωση αυτή μπορεί επίσης να γίνει σε οποιαδήποτε άλλη πρόσφορη στιγμή. 4. Εάν ζητηθεί η συμμετοχή των εντεταλμένων του αιτούντος δικαστηρίου στη διεξαγωγή αποδείξεων, το δικαστήριο εκτελέσεως ορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 12, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτοί μπορούν να συμμετάσχουν. 5. Το δικαστήριο εκτελέσεως γνωστοποιεί στο αιτούν δικαστήριο το χρόνο και τον τόπο διεξαγωγής των αποδείξεων και, ενδεχομένως, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν οι εντεταλμένοι να συμμετάσχουν στη διεξαγωγή των αποδείξεων, χρησιμοποιώντας το έντυπο Θ του παραρτήματος I.
Άρθρο 15
Μέτρα καταναγκασμού
Εφόσον είναι αναγκαίο, το δικαστήριο εκτελέσεως εφαρμόζει κατά την εκτέλεση της παραγγελίας τα ενδεδειγμένα μέτρα καταναγκασμού στις περιπτώσεις και στην έκταση που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους του δικαστηρίου εκτελέσεως για την εκτέλεση μιας παραγγελίας εθνικών αρχών ή διαδίκου προς τον ίδιο σκοπό.
Άρθρο 16
Άρνηση εκτελέσεως παραγγελιών
1. Παραγγελία εξέτασης προσώπου δεν εκτελείται εάν το εν λόγω πρόσωπο επικαλείται δικαίωμα να αρνηθεί να καταθέσει ή μια απαγόρευση να καταθέσει: α) που προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους του δικαστηρίου εκτελέσεως, ή β) που προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου και τέτοιο δικαίωμα ή απαγόρευση δηλώνεται στην παραγγελία ή, εφόσον απαιτείται, έχει βεβαιωθεί από το αιτούν δικαστήριο ύστερα από δική του πρωτοβουλία. 2. Η εκτέλεση μιας παραγγελίας μπορεί να μην γίνεται δεκτή μόνον για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όταν ισχύει ένας ή περισσότεροι από τους ακόλουθους λόγους: α) η παραγγελία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, β) η εκτέλεση της παραγγελίας δεν εμπίπτει στο πεδίο της δικαστικής αρμοδιότητας σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του δικαστηρίου εκτελέσεως, γ) το αιτούν δικαστήριο δεν ικανοποίησε το αίτημα του δικαστηρίου εκτελέσεως για συμπλήρωση της παραγγελίας διεξαγωγής αποδείξεων σύμφωνα με το άρθρο 10 εντός 30 ημερών, αφότου το δικαστήριο εκτελέσεως κάλεσε το αιτούν δικαστήριο να συμπληρώσει την παραγγελία, ή δ) η εγγύηση ή η προκαταβολή που ζητήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3 δεν καταβλήθηκε εντός 60 ημερών μετά το σχετικό αίτημα του δικαστηρίου της εκτελέσεως. 3. Το δικαστήριο εκτελέσεως δεν επιτρέπεται να αρνηθεί την εκτέλεση εκ μόνου του λόγου ότι κατά το εθνικό δίκαιό του ένα άλλο δικαστήριο του κράτους αυτού έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επί του επιδίκου αντικειμένου ή διότι η νομοθεσία του κράτους μέλους δεν δέχεται δικαίωμα προσφυγής επί του αντικειμένου αυτού. 4. Σε περίπτωση άρνησης εκτελέσεως της παραγγελίας για έναν από τους λόγους οι οποίοι μνημονεύονται στην παράγραφο 2, το δικαστήριο εκτελέσεως το γνωρίζει στο αιτούν δικαστήριο εντός 60 ημερών αφότου παραλάβει την παραγγελία, χρησιμοποιώντας το έντυπο ΙΑ του παραρτήματος I.
Άρθρο 17
Κοινοποίηση καθυστέρησης
Εάν το δικαστήριο εκτελέσεως αδυνατεί να εκτελέσει την παραγγελία εντός 90 ημερών από την παραλαβή της παραγγελίας, το γνωρίζει στο αιτούν δικαστήριο χρησιμοποιώντας το έντυπο Ι του παραρτήματος I. Σε τέτοια περίπτωση, εκθέτει τους λόγους της καθυστέρησης, καθώς και το χρονικό διάστημα το οποίο κατά την κρίση του δικαστηρίου εκτελέσεως είναι αναγκαίο για την εκτέλεση της παραγγελίας.
Άρθρο 18
Διαδικασία μετά την εκτέλεση της παραγγελίας
Το δικαστήριο εκτελέσεως διαβιβάζει αμελλητί στο αιτούν δικαστήριο τα δικόγραφα από τα οποία απορρέει η εκτέλεση της παραγγελίας και, κατά περίπτωση, επιστρέφει τα έγγραφα που έλαβε από το αιτούν δικαστήριο. Στα εν λόγω έγγραφα επισυνάπτεται αποδεικτικό εκτελέσεως σύμφωνα με το έντυπο ΙΑ του παραρτήματος I.
Άρθρο 19
Απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων από το αιτούν δικαστήριο
1. Όταν δικαστήριο ζητεί τη διεξαγωγή αποδείξεων απευθείας σε άλλο κράτος μέλος, υποβάλλει παραγγελία στο προβλεπόμενο κεντρικό όργανο ή αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους, χρησιμοποιώντας το έντυπο ΙΒ του παραρτήματος I. 2. Η απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον σε εθελοντική βάση, χωρίς τη χρήση μέτρων καταναγκασμού. Όταν η απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων προϋποθέτει την εξέταση προσώπου, το αιτούν δικαστήριο ενημερώνει το πρόσωπο αυτό ότι η διεξαγωγή αποδείξεων θα πραγματοποιηθεί σε εθελοντική βάση. 3. Η απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων πραγματοποιείται από μέλος του δικαστικού προσωπικού ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, όπως από πραγματογνώμονα, ο οποίος διορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου. 4. Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της παραγγελίας για την απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων, το κεντρικό όργανο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως ενημερώνουν το αιτούν δικαστήριο κατά πόσον η παραγγελία αυτή έγινε αποδεκτή και, ενδεχομένως, ενημερώνει το αιτούν δικαστήριο για τους όρους υπό τους οποίους η απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του, χρησιμοποιώντας το έντυπο ΙΓ του παραρτήματος I. Το κεντρικό όργανο ή η αρμόδια αρχή μπορεί να αναθέσει σε δικαστήριο του κράτους μέλους του να λάβει μέρος στην απευθείας διεξαγωγή των αποδείξεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σωστά και ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες η απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων πρέπει να εκτελείται τηρούνται. 5. Αν το αιτούν δικαστήριο δεν έχει ενημερωθεί, εντός 30 ημερών από την απόδειξη παραλαβής της παραγγελίας για την απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων όσον αφορά την αποδοχή της παραγγελίας, μπορεί να αποστείλει υπενθύμιση στο κεντρικό όργανο ή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως. Αν το αιτούν δικαστήριο δεν λάβει απάντηση εντός 15 ημερών από την απόδειξη παραλαβής της υπενθύμισης, η παραγγελία για την απευθείας διεξαγωγή αποδείξενω θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιστάσεις κατά τις οποίες το κεντρικό όργανο ή η αρμόδια αρχή δεν έχει ανταποκριθεί στην παραγγελία ακόμη και εντός της προθεσμίας που ακολούθησε την υπενθύμιση, μπορεί κατ’ εξαίρεση να γίνει οποτεδήποτε επίκληση των λόγων άρνησης της απευθείας διεξαγωγής αποδείξεων μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, μέχρι τη στιγμή της πραγματικής απευθείας διεξαγωγής των αποδείξεων. 6, Το κεντρικό όργανο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως μπορεί να αναθέτει σε δικαστήριο του κράτους μέλους του να παρέχει πρακτική βοήθεια κατά την απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων. 7. Το κεντρικό όργανο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως μπορεί να αρνηθεί μια παραγγελίας για απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων μόνον εάν: α) δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, β) δεν περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 5, ή γ) η απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας στο κράτος μέλος του. 8. Υπό την επιφύλαξη των όρων που προβλέπονται από την παράγραφο 4, το αιτούν δικαστήριο προβαίνει σε απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους του.
Άρθρο 20
Απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων μέσω βιντεοδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνιών
1. Στις περιπτώσεις στις οποίες πρόκειται να διεξαχθούν αποδείξεις μέσω της εξέτασης προσώπου που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος και το δικαστήριο ζητήσει την απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων σύμφωνα με το άρθρο 19, το εν λόγω δικαστήριο διεξάγει τις εν λόγω αποδείξεις μέσω βιντεοδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίαςεξ αποστάσεως επικοινωνιών, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω τεχνολογία είναι διαθέσιμη στο δικαστήριο και το δικαστήριο κρίνει ότι η χρήση τέτοιου είδους τεχνολογίας ενδείκνυται στις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης. 2. Η παραγγελία για διεξαγωγή αποδείξεων απευθείας μέσω βιντεοδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνιών γίνεται με τη χρήση του εντύπου ΙΔ του παραρτήματος I. Σε αυτή την περίπτωση το αιτούν δικαστήριο και το κεντρικό όργανο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως ή το δικαστήριο στο οποίο έχει ανατεθεί η παροχή πρακτικής βοήθειας κατά την απευθείας διεξαγωγή αποδείξεων έρχονται σε συμφωνία για τις πρακτικές λεπτομέρειες της εξέτασης. Κατόπιν αιτήσεως, το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει βοήθεια για την εξεύρεση διερμηνέα εάν είναι απαραίτητο.
Άρθρο 21
Διεξαγωγή αποδείξεων μέσω διπλωματικών ή προξενικών υπαλλήλων
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν στην εθνική τους νομοθεσία τη δυνατότητα των δικαστηρίων τους να ζητούν από τους δικούς τους διπλωματικούς ή προξενικούς υπαλλήλους, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και εντός της περιοχής όπου είναι διαπιστευμένοι, να διεξάγουν αποδείξεις στις εγκαταστάσεις της διπλωματικής τους αποστολής ή του προξενείου τους, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, χωρίς την ανάγκη προηγούμενης παραγγελίας, εξετάζοντας, σε εθελοντική βάση και χωρίς την ανάγκη μέτρων καταναγκασμού, υπηκόους του κράτους μέλους το οποίο εκπροσωπούν στο πλαίσιο διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους το οποίο εκπροσωπούν. Ο διπλωματικός ή προξενικός υπάλληλος στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα εκτελεί την παραγγελία σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους του.
Άρθρο 22
Έξοδα
1. Η εκτέλεση της παραγγελίας διεξαγωγής αποδείξεων σύμφωνα με το άρθρο 12 δεν γεννά οποιασδήποτε αξίωσης επιστροφής τελών ή εξόδων. 2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το δικαστήριο εκτελέσεως μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή τελών ή εξόδων. Αν το δικαστήριο εκτελέσεως το ζητήσει, το αιτούν δικαστήριο διασφαλίζει την ταχεία επιστροφή των εξής: — των αμοιβών εμπειρογνωμόνων και διερμηνέων, και — των εξόδων εφαρμογής του άρθρου 12 παράγραφοι 3 και 4. Η υποχρέωση των διαδίκων να καταβάλουν τα ανωτέρω τέλη και έξοδα διέπεται από τη νομοθεσία του αιτούντος δικαστηρίου. 3. Αν απαιτείται η γνώμη εμπειρογνώμονα, το δικαστήριο της εκτελέσεως δύναται, πριν εκτελέσει την παραγγελία διεξαγωγής αποδείξεων, να ζητήσει από το αιτούν δικαστήριο επαρκή εγγύηση ή προκαταβολή έναντι του αναμενόμενου κόστους για τη γνώμη του εμπειρογνώμονα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η εγγύηση ή προκαταβολή δεν αποτελεί όρο εκτέλεσης της παραγγελίας διεξαγωγής αποδείξεων. Η εγγύηση ή η προκαταβολή καταβάλλεται από τους διαδίκους αν αυτό προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου.
Άρθρο 23
Εγχειρίδιο και τροποποίηση του παραρτήματος I
1. Η Επιτροπή θα καταρτίσει και θα ενημερώνει τακτικά εγχειρίδιο, το οποίο θα περιλαμβάνει τα στοιχεία που παρέχουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 31 και τις ισχύουσες συμφωνίες και συμβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 3. Η Επιτροπή διαθέτει το εγχειρίδιο και σε ηλεκτρονική μορφή, συγκεκριμένα μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις και στη διαδικτυακή πύλη της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης. 2. Η Επιτροπή έχει την εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 24, προς το σκοπό της τροποποίησης του παραρτήματος I για την επικαιροποίηση των εντύπων που αναφέρονται σε αυτό ή την πραγματοποίηση τεχνικών τροποποιήσεων στα εν λόγω έντυπα.
Άρθρο 24
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. 2. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 23 παράγραφος 2 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 22 Δεκεμβρίου 2020. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου. 3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης θέτει τέλος στην εξουσιοδότηση που ορίζεται στην απόφαση αυτή. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ. 4. Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. 5. Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. 6. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 23 παράγραφος 2 τίθεται σε ισχύ μόνο αν δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα διατυπώσουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
Άρθρο 25
Έκδοση εκτελεστικών πράξεων από την Επιτροπή
1. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ, καθορίζοντας τα εξής: α) τις τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζουν τις μεθόδους επικοινωνίας με ηλεκτρονικά μέσα για τους σκοπούς του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ· β) τις τεχνικές προδιαγραφές των πρωτοκόλλων επικοινωνίας· γ) τους στόχους ασφάλειας των πληροφοριών και τα σχετικά τεχνικά μέτρα για τη διασφάλιση των ελάχιστων προτύπων ασφάλειας των πληροφοριών για την επεξεργασία και την επικοινωνία πληροφοριών στο πλαίσιο του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ· δ) τους στόχους ελάχιστης διαθεσιμότητας και τις σχετικές ενδεχόμενες τεχνικές απαιτήσεις για τις υπηρεσίες που παρέχει το αποκεντρωμένο σύστημα ΤΠ· ε) τη σύσταση διευθύνουσας επιτροπής απαρτιζόμενης από αντιπροσώπους των κρατών μελών για τη διασφάλιση της λειτουργίας και της συντήρησης του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του παρόντος κανονισμού. 2. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται έως τις 23 Μαρτίου 2022, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2.
Άρθρο 26
Διαδικασία επιτροπής
1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. 2. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
Άρθρο 27
Λογισμικό εφαρμογής αναφοράς
1. Η Επιτροπή έχει την ευθύνη για τη δημιουργία, τη συντήρηση και τη μελλοντική ανάπτυξη λογισμικού εφαρμογής αναφοράς, το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να εφαρμόσουν, ως σύστημα υποστηρικτικών λειτουργιών, αντί του εθνικού συστήματος ΤΠ. Η δημιουργία, η συντήρηση και η μελλοντική ανάπτυξη του λογισμικού εφαρμογής αναφοράς χρηματοδοτούνται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης. 2. Η Επιτροπή παρέχει, συντηρεί και υποστηρίζει δωρεάν την εφαρμογή του λογισμικού στα οποία βασίζονται τα σημεία πρόσβασης.
Άρθρο 28
Κόστος του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ
Κάθε κράτος μέλος αναλαμβάνει τα έξοδα εγκατάστασης, λειτουρ1. γίας και συντήρησης των σημείων πρόσβασής του που διασυνδέουν τα εθνικά συστήματα ΤΠ στο πλαίσιο του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ. 2. Κάθε κράτος μέλος αναλαμβάνει τα έξοδα εγκατάστασης και προσαρμογής των εθνικών του συστημάτων ΤΠ, ώστε να είναι διαλειτουργικά με τα σημεία πρόσβασης, καθώς και τα έξοδα διαχείρισης, λειτουργίας και συντήρησης των εν λόγω συστημάτων. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να υποβάλουν αίτηση για επιχορηγήσεις για τη στήριξη των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους αυτές στο πλαίσιο των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της Ένωσης.
Άρθρο 29
Σχέση με συμφωνίες ή διακανονισμούς μεταξύ των κρατών μελών
1. Ο παρών κανονισμός υπερισχύει, ως προς το πεδίο εφαρμογής του, των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα κράτη μέλη και ειδικότερα στη σύμβαση της Χάγης της 1ης Μαρτίου 1954 περί πολιτικής δικονομίας και στη σύμβαση της Χάγης της 18ης Μαρτίου 1970 για τη λήψη μαρτυρικών αποδείξεων στην αλλοδαπή σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών που είναι μέρη αυτών των συμβάσεων. 2. Ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να συνάπτουν επιμέρους συμφωνίες ή συμβάσεις, προκειμένου να διευκολύνεται η διεξαγωγή αποδείξεων, εφόσον οι εν λόγω συμφωνίες ή συμβάσεις συνάδουν προς τον παρόντα κανονισμό. 3. Τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή: α) αντίγραφο των συμφωνιών ή συμβάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και συνάπτονται μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και το σχέδιο οποιονδήποτε συμφωνιών ή συμβάσεων που προτίθενται να συνάψουν, και β) κάθε καταγγελία ή τροποποίηση των εν λόγω συμφωνιών ή συμβάσεων.
Άρθρο 30
Προστασία της διαβίβασης πληροφοριών
1. Οποιαδήποτε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένης της ανταλλαγής ή της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές, πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679. Κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από αρμόδιες αρχές σε επίπεδο Ένωσης πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία δεν σχετίζονται με το χειρισμό μιας συγκεκριμένης υπόθεσης διαγράφονται αμέσως. 2. Η αρμόδια αρχή ή οι αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θεωρούνται υπεύθυνοι επεξεργασίας κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού. 3. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκτελέσεως μόνο για τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν. 4. Τα δικαστήρια εκτελέσεως διασφαλίζουν ότι τέτοιες πληροφορίες παραμένουν εμπιστευτικές σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο. 5. Οι παράγραφοι 3 και 4 δεν θίγουν τις εθνικές διατάξεις που επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους να ενημερώνονται για το πώς χρησιμοποιήθηκαν οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. 6. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2002/58/ΕΚ.
Άρθρο 31
Επικοινωνία
1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ακόλουθα: α) τον κατάλογο που προβλέπεταιστο άρθρο 3 παράγραφος 2, στον οποίο δηλώνεται η κατά τόπον και, κατά περίπτωση, η ειδική αρμοδιότητα των δικαστηρίων· β) το όνομα και τη διεύθυνση των κεντρικών οργάνων και αρμοδίων αρχών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3, καθώς και την κατά τόπον αρμοδιότητά τους· γ) τα τεχνικά μέσα, τα οποία διαθέτουν για την παραλαβή παραγγελίας τα δικαστήρια που μνημονεύονται στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2· δ) τις γλώσσες που γίνονται αποδεκτές για τη σύνταξη της παραγγελίας, όπως αναφέρονται στο άρθρο 6. 2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε τροποποίηση των πληροφοριών της παραγράφου 1. 3. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή στοιχεία των άλλων αρχών που είναι αρμόδιες για τη διεξαγωγή αποδείξεων για τους σκοπούς των δικαστικών διαδικασιών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για οποιεσδήποτε μεταγενέστερες τροποποιήσεις των στοιχείων αυτών. 4. Τα κράτη μέλη μπορούν να γνωστοποιήσουν στην Επιτροπή εάν είναι σε θέση να θέσουν σε λειτουργία το αποκεντρωμένο σύστημα ΤΠ νωρίτερα από ό,τι απαιτείται από τον παρόντα κανονισμό. Η Επιτροπή καθιστά τις πληροφορίες αυτές διαθέσιμες σε ηλεκτρονική μορφή, ιδίως μέσω της διαδικτυακής πύλης της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης.
Άρθρο 32
Παρακολούθηση
1. Έως τις 2 Ιουλίου 2023, η Επιτροπή καταρτίζει λεπτομερές πρόγραμμα παρακολούθησης των συνεπειών, των αποτελεσμάτων και του αντίκτυπου του παρόντος κανονισμού. 2. Το πρόγραμμα παρακολούθησης προσδιορίζει τη δράση που πρέπει να αναλάβουν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη για την παρακολούθηση των συνεπειών, των αποτελεσμάτων και του αντίκτυπου του παρόντος κανονισμού. Καθορίζει πότε τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 πρέπει να συλλέγονται για πρώτη φορά, το αργότερο έως τις 2 Ιουλίου 2026 και ανά ποια επακόλουθα διαστήματα πρέπει να συγκεντρώνονται τα εν λόγω δεδομένα. 3. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή τα ακόλουθα στοιχεία που απαιτούνται για τους σκοπούς της παρακολούθησης, εφόσον υπάρχουν: α) τον αριθμό των παραγγελιών για τη διεξαγωγή αποδείξεων που διαβιβάζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 και το άρθρο 19 παράγραφος 1 αντίστοιχα· β) τον αριθμό των παραγγελιών για τη διεξαγωγή αποδείξεων που εκτελούνται σύμφωνα με το άρθρο 12 και το άρθρο 19 παράγραφος 8 αντίστοιχα· γ) τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες η παραγγελία για τη διεξαγωγή αποδείξεων διαβιβάστηκε με άλλα μέσα εκτός του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4. 4. Το λογισμικό εφαρμογής αναφοράς και, εάν υπάρχει τέτοιος εξοπλισμός, το εθνικό σύστημα υποστηρικτικών λειτουργιών συλλέγουν με προγραμματισμένο τρόπο τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α) και β) και τα διαβιβάζουν στην Επιτροπή σε τακτική βάση.
Άρθρο 33
Αξιολόγηση
1. Το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του άρθρου 7 σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 3, η Επιτροπή προβαίνει σε αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού και υποβάλλει έκθεση για τα κύρια πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, συνοδευόμενη, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση. 2. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπόνηση της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Άρθρο 34
Κατάργηση
1. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 καταργείται από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001, το οποίο καταργείται από την ημερομηνία εφαρμογής του άρθρου 7 που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού. 2. Κάθε παραπομπή στον καταργούμενο κανονισμό νοείται ως παραπομπή στον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα III.
Άρθρο 35
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
1. Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2022. 2. Το άρθρο 31 παράγραφος 3 εφαρμόζεται από τις 23 Μαρτίου 2022. 3. Το άρθρο 7 εφαρμόζεται από την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της περιόδου των τριών ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 25.