Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσειςΝ. 3068/2002 · Ν3068

  • Άρθρα16
  • Τελευταία τροποποίησηΝ. 4786/2021
  • ΚατάστασηΣε ισχύ

Μην ψάχνετε σε 16 άρθρα. Ρωτήστε με απλά ελληνικά και λάβετε άμεσα απάντηση με παραπομπές.

Απάντηση σε δευτερόλεπτα · Με παραπομπές στα ακριβή άρθρα του κώδικα

Άρθρο 1

Τροποποίηση Ν. 4254/2014

Υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης

Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ΄- ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ. πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία ανήκουν εξολοκλήρου στο Δημόσιο. Η διάταξη του τρίτου εδαφίου του παρόντος άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3301/2004 (Α΄ 263), δεν εφαρμόζεται όσον αφορά στις εμπορικές συναλλαγές, κατά την έννοια της υποπαραγράφου Ζ3 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄107), του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.Α., των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. του ευρύτερου δημόσιου τομέα που ανήκουν εξολοκλήρου στο Δημόσιο.

Άρθρο 2

Τροποποίηση Ν. 4689/2020

Αρμόδιο τριμελές συμβούλιο συμμόρφωσης

1. Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο: α) του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτού, β) του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν πρόκειται για αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, γ) του Αρείου Πάγου, αν πρόκειται για αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων όλων των βαθμίδων και δ) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αν πρόκειται για αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού και ε) των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των λοιπών ειδικών δικαστηρίων, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτών. 2. Το τριμελές συμβούλιο απαρτίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου και δύο μέλη του. Ειδικώς: α) Για το Συμβούλιο της Επικρατείας, το τριμελές συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο του αρμοδίου καθ’ ύλην Τμήματος, ένα σύμβουλο και τον εισηγητή. Ο πρόεδρος ορίζει ως εισηγητή τον εισηγητή της ακυρωτικής απόφασης, επί αδυναμίας δε αυτού, άλλο σύμβουλο ή πάρεδρο. Οι πάρεδροι συμμετέχουν στα συμβούλια της διάταξης αυτής με αποφασιστική ψήφο. β) Για το Ελεγκτικό Συνέδριο, το τριμελές συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, έναν σύμβουλο και τον εισηγητή. Ο Πρόεδρος ορίζει ως εισηγητή τον εισηγητή δικαστή της απόφασης, επί αδυναμίας δε αυτού, άλλον σύμβουλο ή πάρεδρο. Οι πάρεδροι συμμετέχουν στο συμβούλιο της διάταξης αυτής με αποφασιστική ψήφο. Εάν πρόκειται για συμμόρφωση σε απόφαση της Ολομέλειας, το τριμελές συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έναν αντιπρόεδρο και τον εισηγητή δικαστή της απόφασης, επί αδυναμίας δε αυτού από άλλον σύμβουλο. γ) Για τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, το τριμελές συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο του οικείου Δικαστηρίου ή του αρμόδιου Τμήματος και δύο μέλη τους, μεταξύ των οποίων και ο εισηγητής της απόφασης ή επί μονομελούς σχηματισμού ο δικαστής που εξέδωσε την απόφαση, οι οποίοι ορίζονται ως εισηγητές, επί αδυναμίας δε αυτών από άλλα μέλη του Δικαστηρίου. 3. Με εξαίρεση τις αποφάσεις του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και της Ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου καθώς και της ρύθμισης της προηγουμένης παραγράφου, στο τριμελές συμβούλιο δεν μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση, για την οποία κινείται η διαδικασία συμμόρφωσης της διοίκησης, εκτός αν είναι αδύνατη η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.

Άρθρο 3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ - ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΡΟΣ

1. Το αρμόδιο τριμελές συμβούλιο, εάν μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου διαπιστώσει καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή πλημμελή συμμόρφωση προς τα κριθέντα με δικαστική απόφαση, καλεί την αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση να εκθέσει μέσα σε ένα μήνα τις απόψεις της και να υποβάλει τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Ακολούθως, αν μετά τη σχετική έρευνα, διαγνώσει ότι η καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή η πλημμελής συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση είναι αδικαιολόγητη, καλεί την υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία που το ίδιο ορίζει και η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο. Η προθεσμία αυτή, αν κατά την κρίση του συμβουλίου συντρέχει σπουδαίος λόγος, μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά. 2. Το τριμελές συμβούλιο μπορεί να ορίσει έναν δικαστή με βαθμό τουλάχιστον εφέτη ή αντίστοιχο, ως εντεταλμένο για να διατυπώνει και αυτεπαγγέλτως γνώμη και να παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ως προς τον ενδεικνυόμενο τρόπο συμμόρφωσης προς την απόφαση, στην αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση. Η υπόχρεη προς συμμόρφωση διοικητική αρχή μπορεί πάντοτε να ζητεί από τον εντεταλμένο δικαστή οδηγίες για τον προσήκοντα τρόπο συμμόρφωσης προς την απόφαση. 3. Αν η αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το τριμελές συμβούλιο βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση και προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση. Κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού αυτού είναι η φύση και η σημασία της διαφοράς για την οποία εκδόθηκε η μη εκτελούμενη απόφαση, οι συνθήκες της μη συμμόρφωσης και οι συνέπειές της για το πρόσωπο του θιγομένου, η χρονική της διάρκεια και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της κύρωσης. Εάν μετά την επιβολή της χρηματικής κύρωσης η διοίκηση εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται προς τη δικαστική απόφαση, μπορεί μετά από επανάληψη της οριζόμενης στο άρθρο αυτό διαδικασίας να επιβληθεί από το τριμελές συμβούλιο και νέα χρηματική κύρωση. 4. Η απόφαση του τριμελούς συμβουλίου με την οποία προσδιορίζεται το χρηματικό ποσό ως κύρωση σε βάρος της διοίκησης εκτελείται κατά τις οικείες περί εντάλματος πληρωμής διατάξεις. Η είσπραξη του ποσού αυτού μπορεί να επιτευχθεί και με αναγκαστική εκτέλεση κατά το άρθρο 4. 5. Το ποσό καταλογίζεται στο Υπουργείο, τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στο οποίο υπάγεται η αρχή που δεν συμμορφώθηκε. Για την κάλυψη της κατά το άρθρο αυτό δαπάνης εγγράφεται κατ' έτος ειδική πίστωση στον κρατικό προϋπολογισμό και τον προϋπολογισμό των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Σε περίπτωση που δεν έχει εγγραφεί σχετική πίστωση στον προϋπολογισμό ή η εγγεγραμμένη είναι ανεπαρκής ή έχει εξαντληθεί, τηρείται η κατά τις οικείες διατάξεις διαδικασία εγγραφής ή μεταφοράς πίστωσης. 6. Σε περίπτωση καταψηφιστικής απόφασης με αντικείμενο χρηματική παροχή, η αίτηση της πρώτης παραγράφου υποβάλλεται μόνο όταν η αναγκαστική εκτέλεση που επιχείρησε ο δικαιούχος απέβη άκαρπη ή είναι φανερό ότι θα απέβαινε άκαρπη. 7. Το τριμελές συμβούλιο συντάσσει στο τέλος κάθε έτους για τις εισαχθείσες σε αυτό υποθέσεις μη συμμόρφωσης της διοίκησης σε δικαστικές αποφάσεις ιδιαίτερο πρακτικό, το οποίο υποβάλλεται στον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρο της Βουλής, τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. 8. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ρυθμίζεται κάθε άλλο ζήτημα που αφορά τη λειτουργία του τριμελούς συμβουλίου και τον τρόπο και τη διαδικασία διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης της διοίκησης, καθώς και επιβολής και είσπραξης του χρηματικού ποσού.

Άρθρο 4

Τροποποίηση Ν. 4139/2013

Αναγκαστική εκτέλεση κατά Δημοσίου/Ν.Π.Δ.Δ.

1. Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού. Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων, που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου, διενεργείται ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του δικαιούχου ισόποσης εγγυητικής επιστολής Τραπέζης. Το δικαστήριο, που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος, μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλόγως της φερεγγυότητας του δικαιούχου ή των λοιπών εγγυήσεων που προσφέρει ή κρίνονται αναγκαίες να μειώσει το ύψος της εγγυητικής επιστολής μέχρι του ενός δευτέρου. Αν η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς εγγύηση, μετά την άπρακτη πάροδο 90 ημερών από την επίδοσή του. Η εγγυητική επιστολή εκδίδεται υπέρ της υπηρεσίας, που είναι αρμόδια για την καταβολή, και επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού αμετάκλητης, υπέρ του αντιδίκου του υπόχρεου, επίλυσης της διαφοράς ή της μη ασκήσεως ενδίκου μέσου ή βοηθήματος μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από το νόμο. Η ανωτέρω υποχρέωση για προσκόμιση εγγυητικής επιστολής προκειμένου να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση δεν ισχύει για τις απαιτήσεις εργαζομένων, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση εργασίας, οι οποίες προέρχονται από την εργασιακή τους σχέση. 2. Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. επιτρέπεται μετά την παρέλευση εξήντα ημερών από την επίδοση της απόφασης στον Υπουργό που είναι αρμόδιος για την πληρωμή ή στον εκπρόσωπο του Ν.Π.Δ.Δ. 3. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του όγδοου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Άρθρο 5

Τροποποίηση Ν. 3242/2004

Πειθαρχική και αστική ευθύνη υπαλλήλων

1. Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Α΄ του νόμου αυτού ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο. Αν η παράλειψη συμμόρφωσης έγινε με σκοπό να προσπορίσει ο υπάλληλος στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, τιμωρείται με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής ή οριστικής παύσης. 2. Η άσκηση της κατά το άρθρο αυτό πειθαρχικής δίωξης προκαλείται και με τη διαβίβαση στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των σχετικών στοιχείων από τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου, ο οποίος, στην περίπτωση αυτή, ενημερώνεται υποχρεωτικά για την πρόοδο της πειθαρχικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης. 3. Σε περίπτωση επιβολής οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής, κατά τις προβλέψεις των προηγούμενων παραγράφων, οι υπάλληλοι υπέχουν και αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

Άρθρο 6

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ - ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΡΟΣ

Οι διατάξεις του άρθρου 3 του νόμου αυτού εφαρμόζονται για τις εκδιδόμενες μετά την έναρξη της ισχύος του δικαστικές αποφάσεις.

Άρθρο 7

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ - ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ

Οι θέσεις των συμβούλων της Επικρατείας καλύπτονται κατά το ένα πέμπτο με προαγωγή δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα.

Άρθρο 8

Δεν ισχύει Τροποποίηση Ν. 4055/2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ - ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ

(ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ)

Άρθρο 9

Δεν ισχύει Τροποποίηση Ν. 4055/2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ - ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ

(ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ)

Άρθρο 10

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ - ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ

1. Η προαγωγή γίνεται κατ' απόλυτη εκλογή, ύστερα από σύγκριση των ουσιαστικών προσόντων των κρινομένων. Επιλέγεται ο δικαστικός λειτουργός που συγκεντρώνει εξαιρετικά ουσιαστικά προσόντα, ιδίως ως προς το ήθος, την επιστημονική κατάρτιση, την υπηρεσιακή (ποιοτική και ποσοτική) απόδοση, την εργατικότητα, την ικανότητα διατύπωσης αποφάσεων και την κοινωνική παράσταση. 2. Ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της Διοικητικής Δικαιοσύνης ορίζει έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας ή σύμβουλο επικρατείας από τα μέλη αυτού ως εισηγητή, ο οποίος συντάσσει για τους κρινομένους αιτιολογημένη εισήγηση και την αναπτύσσει προφορικά κατά τη σχετική συνεδρίαση. Ο εισηγητής λαμβάνει υπόψη για την εκτίμηση των ουσιαστικών προσόντων των κρινομένων τις εκθέσεις επιθεώρησης, τον ατομικό φάκελο και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο. Μπορεί ακόμη να σχηματίσει και προσωπική αντίληψη ως προς την ικανότητα των κρινομένων για την απονομή της δικαιοσύνης και εν γένει τα προσόντα τους.

Άρθρο 11

Δεν ισχύει Τροποποίηση Ν. 4055/2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ - ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ

(ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ)

Άρθρο 12

Τροποποίηση Ν. 3258/2004

Αύξηση θέσεων συμβούλων Επικρατείας

1. Οι θέσεις των συμβούλων της Επικρατείας αυξάνονται ως εξής: α) από 1.6.2002 κατά δύο θέσεις και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε σαράντα τέσσερις, β) από 1.6.2003 κατά δύο θέσεις και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε σαράντα έξι, γ) από 1.6.2004 κατά δύο θέσεις και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε σαράντα οκτώ, δ) από 1.6.2005 κατά δύο θέσεις και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε πενήντα. 2. Οι πιο πάνω θέσεις πληρώνονται με προαγωγή δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Κατά την πρώτη πλήρωση των θέσεων αυτών δεν ισχύει η προϋπόθεση της μη συμπλήρωσης του εξηκοστού δεύτερου έτους της ηλικίας που προβλέπεται από το άρθρο 8 του νόμου αυτού. Οι θέσεις Συμβούλων της Επικρατείας, που κενώνονται στη συνέχεια και μέχρι να συμπληρωθεί το ποσοστό του ενός πέμπτου που κατά το Σύνταγμα καλύπτεται με προαγωγή δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πληρώνονται εκ περιτροπής με προαγωγή παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας και δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Άρθρο 13

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ - ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ

Για την προαγωγή των διοικητικών δικαστών σε συμβούλους επικρατείας και τη διαδικασία ενώπιον του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, οι διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988, ΦΕΚ 35 Α΄), όπως ισχύουν κάθε φορά.

Άρθρο 14

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ - ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α΄) "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" προστίθεται το εξής εδάφιο: "Στα μέλη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.ΠΡΟ.Δ.) επιτρέπεται η άσκηση καθηκόντων μέλους διδακτικού προσωπικού Α.Ε.Ι. με καθεστώς πλήρους ή μερικής απασχόλησης."

Άρθρο 15

Τροποποίηση Ν. 4786/2021

Καθεστώς αλλοδαπών

1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων: α) που εκδίδονται, κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, με την επιφύλαξη της παρ. 9 και β) που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, υπό την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 3989/1959 (Α’201) και του συναφούς πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 389/1968 (Α’ 125). 2. Η παρ. 1 δεν καταλαμβάνει τις διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή πράξεων που αφορούν στην άρνηση χορήγησης σε αλλοδαπό άδειας άσκησης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, την άρνηση ανανέωσης ή την ανάκληση τέτοιας άδειας, όταν οι πράξεις αυτές δεν εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών αλλά κατ’ εφαρμογή ειδικής νομοθεσίας, εφαρμοζόμενης και επί ημεδαπών, με την οποία η άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας έχει υπαχθεί σε καθεστώς προηγούμενης άδειας. 3. Για την εκδίκαση των διαφορών της περ. α’ της παρ. 1 αρμόδιο κατά τόπο είναι το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η διοικητική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Κατ’ εξαίρεση, αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν είτε απόρριψη αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης ή ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής και εργασίας, είτε απόφαση επιστροφής που ενσωματώνεται σε πράξη απόρριψης του αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαμονής, καθώς και σε απόφαση ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής, αρμόδιο είναι το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στην οποία τηρείται ο διοικητικός φάκελος του αλλοδαπού, δηλαδή το ανά περιφερειακή ενότητα Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. 4. Για την εκδίκαση των διαφορών της περ. β’ της παρ. 1, αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, για αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από την Υπηρεσία Ασύλου, τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και τα Αυτοτελή Κλιμάκια Ασύλου, που εδρεύουν εντός των Περιφερειών Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας, Δυτικής Ελλάδας, Πελοποννήσου, Βορείου Αιγαίου, Νοτίου Αιγαίου, Κρήτης και Αττικής. Για τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και τα Αυτοτελή Κλιμάκια Ασύλου, που εδρεύουν εντός των Περιφερειών Ιονίων Νήσων, Ηπείρου, Δυτικής Μακεδονίας, Κεντρικής Μακεδονίας και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, αρμόδιο είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. 5. Για την εκδίκαση των διαφορών της παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 2 έως και 4 του ν. 702/1977 (Α’ 268). Οι αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων επί των διαφορών αυτών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 702/1977. 6. Στις ακυρωτικές διαφορές της περ. α’ της παρ. 1, μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να ζητηθεί η αναστολή της εκτέλεσης της διοικητικής πράξης με την υποβολή σχετικής αίτησης και πριν από την άσκηση αίτησης ακυρώσεως. Στην περίπτωση αυτή, ο διάδικος υποχρεούται να ασκήσει την αίτηση ακυρώσεως μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση της αίτησης αναστολής και πάντως όχι πέραν της προθεσμίας του άρθρου 46 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8). Πριν από την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της διοικητικής πράξης με προσωρινή διαταγή, η οποία ανακαλείται αυτεπαγγέλτως μετά την πάροδο άπρακτης της κατά το δεύτερο εδάφιο τριακονθήμερης προθεσμίας. Μετά την ανάκληση της προσωρινής διαταγής, η αίτηση αναστολής τίθεται στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου προέδρου. Με τον ίδιο τρόπο, τίθενται στο αρχείο μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής εκκρεμείς αιτήσεις αναστολής, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί κατά τα ανωτέρω προσωρινή διαταγή. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 18/1989. 7. Στις ακυρωτικές διαφορές της περ. β’ της παρ. 1, μετά από αίτηση αναστολής εκτέλεσης, παρέχεται σε ένα στάδιο προσωρινή δικαστική προστασία, από τον αρμόδιο εισηγητή δικαστή, με την έκδοση συνοπτικά αιτιολογημένης απόφασης. Εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την κατάθεσή της, η αίτηση κοινοποιείται με επιμέλεια του αιτούντος προς τον αρμόδιο Υπουργό, ο οποίος οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διαβιβάσει στο δικαστήριο το φάκελο της υπόθεσης μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίηση. Μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Υπουργός μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του και ο αιτών να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία στηρίζει τους ισχυρισμούς του. Η απόφαση του εισηγητή δικαστή, επί της αίτησης, εκδίδεται μέσα σε προθεσμία επτά (7) ημερών, από την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, εφόσον έχει προσκομιστεί στο δικαστήριο το οικείο αποδεικτικό κοινοποίησης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/1989. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον υπάρχει ειδικώς καθορισμένη ημεροχρονολογία εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης από τη Διοίκηση, η οποία είναι μικρότερη των επτά (7) ημερών από την κατάθεση της αίτησης αναστολής εκτέλεσης, ο αρμόδιος δικαστής μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης αναστολής σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια. Η προσωρινή διαταγή ανακαλείται υποχρεωτικώς αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή σε περίπτωση παράλειψης του αιτούντος να καταβάλλει το νόμιμο παράβολο, καθώς και να προβεί, εντός των κατά τα προηγούμενα εδάφια προθεσμιών, στις προβλεπόμενες κοινοποιήσεις. Στις διαφορές αυτές κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή ο οριζόμενος από αυτόν πρόεδρος, με πράξη του, η οποία εκδίδεται το συντομότερο δυνατό, απαλλάσσει τον αιτούντα από την υποχρέωση καταβολής τελών και παραβόλου. Η υποβολή του αιτήματος δεν διακόπτει την προθεσμία για την άσκηση του οικείου ενδίκου βοηθήματος. Το αίτημα υποβάλλεται αυτοτελώς και μπορεί να αφορά στην απαλλαγή από τα τέλη και το παράβολο της αιτήσεως ακυρώσεως ή/και της αιτήσεως αναστολής, πρέπει δε, σε κάθε περίπτωση, να συνοδεύεται από τα σχετικά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, ο αιτών υποχρεούται, επί ποινή απαραδέκτου, να καταβάλει τα τέλη και το παράβολο που δεν έχουν καταβληθεί, εάν μεν πρόκειται για αίτηση αναστολής, μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών από την έκδοση της σχετικής απορριπτικής πράξης, εάν δε πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως, έως την προτεραία της συζήτησης της αιτήσεως ακυρώσεως. 8. Οι διατάξεις της περ. β’ της παρ. 1 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς ενώπιον των διοικητικών εφετείων υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία της παρ. 4 με πράξεις των Προέδρων των Τριμελών Συμβουλίων Διεύθυνσης ή των Προέδρων που διευθύνουν τα δικαστήρια. Για τις υποθέσεις αυτές δεν εφαρμόζονται οι προθεσμίες του άρθρου 110 του ν. 4636/2019 (Α’ 169). 9. Οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν στην κτήση και απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, υπάγονται στην αρμοδιότητα των κατά τόπον αρμόδιων τριμελών διοικητικών εφετείων εφαρμοζομένων αναλογικά των άρθρων 2 έως 4 του ν. 702/1977 (Α΄ 268). Σε περίπτωση μεταβίβασης από το αποφασίζον όργανο του δικαιώματος υπογραφής, η κατά τόπον αρμοδιότητα του προηγούμενου εδαφίου κρίνεται με βάση την Περιφέρεια του οργάνου, το οποίο υπογράφει με εντολή του. Οι σχετικές αποφάσεις των διοικητικών εφετείων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας εφαρμοζομένου κατά τα λοιπά του άρθρου 5 του ανωτέρω νόμου.

Άρθρο 16

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ - ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Οι διατάξεις του νόμου αυτού ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του.

Αναζήτηση Νομολογίας

Βρείτε αποφάσεις που ερμηνεύουν τα άρθρα του Ν3068 σε δευτερόλεπτα

Αναζήτηση Νομολογίας