Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 - Διεθνής Δικαιοδοσία σε Γαμικές Διαφορές και Γονική Μέριμνα, Απαγωγή Τέκνων (Βρυξέλλες ΙΙβ)Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 · ΒρΙΙβ

  • Άρθρα105
  • Τελευταία τροποποίησηΕνοποίηση EUR-Lex 02.07.2019
  • ΚατάστασηΣε ισχύ

Μην ψάχνετε σε 105 άρθρα. Ρωτήστε με απλά ελληνικά και λάβετε άμεσα απάντηση με παραπομπές.

Απάντηση σε δευτερόλεπτα · Με παραπομπές στα ακριβή άρθρα του κώδικα

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές υποθέσεις: α) το διαζύγιο, τον δικαστικό χωρισμό ή την ακύρωση του γάμου των συζύγων· β) την ανάθεση, την άσκηση, την ανάθεση σε τρίτο, την ολική ή μερική αφαίρεση της γονικής μέριμνας. 2. Οι υποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), μπορούν να περιλαμβάνουν ιδίως: α) το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας· β) την επιτροπεία, την κηδεμονία και ανάλογους θεσμούς· γ) τον διορισμό και τα καθήκοντα προσώπων ή οργανώσεων στα οποία ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου ή η διοίκηση της περιουσίας παιδιού, ή η εκπροσώπησή του ή η φροντίδα του· δ) την τοποθέτηση παιδιού σε ίδρυμα ή σε ανάδοχη οικογένεια· ε) τα μέτρα προστασίας του παιδιού που συνδέονται με τη διοίκηση, τη συντήρηση ή τη διάθεση της περιουσίας παιδιού. 3. Τα κεφάλαια III και VI του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται όταν η παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού αφορά περισσότερα του ενός κράτη μέλη, συμπληρώνοντας τη σύμβαση της Χάγης του 1980. Το κεφάλαιο IV του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται στις αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η επιστροφή του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980, οι οποίες πρέπει να εκτελούνται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση. 4. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται: α) στην αναγνώριση και την προσβολή της πατρότητας· β) στην απόφαση για την υιοθεσία και τα προπαρασκευαστικά μέτρα υιοθεσίας καθώς και την ακύρωση και την ανάκληση της υιοθεσίας· γ) στο επώνυμο και το όνομα παιδιού· δ) στη χειραφεσία· ε) στις υποχρεώσεις διατροφής· στ) στο εμπίστευμα και τις κληρονομίες· ζ) στα μέτρα που λαμβάνονται ως αποτέλεσμα ποινικών αδικημάτων που διαπράχθηκαν από παιδιά.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού «απόφαση» σημαίνει την απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένης της διαταγής, της διάταξης ή της δικαστικής απόφασης, που απαγγέλλει το διαζύγιο, τον δικαστικό χωρισμό ή την ακύρωση ενός γάμου, ή όσον αφορά θέματα γονικής μέριμνας· Για τους σκοπούς του κεφαλαίου IV, η «απόφαση» περιλαμβάνει: α) απόφαση που εκδίδεται σε ένα κράτος μέλος με την οποία διατάσσεται η επιστροφή παιδιού σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980, η οποία πρέπει να εκτελεστεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, β) προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία διατάσσονται από δικαστήριο το οποίο, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, έχει δικαιοδοσία επί της ουσίας της υπόθεσης ή μέτρα τα οποία διατάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 15. Για τους σκοπούς του κεφαλαίου IV, η «απόφαση» δεν περιλαμβάνει τα προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται από το εν λόγω δικαστήριο χωρίς να καλείται να εμφανιστεί ο εναγόμενος, εκτός εάν η απόφαση που περιέχει το μέτρο έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον καθ’ ου πριν από την εκτέλεση. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) «Δικαστήριο»: κάθε αρχή οιουδήποτε κράτους μέλους που έχει διεθνή δικαιοδοσία για τα ζητήματα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού 2) «Δημόσιο έγγραφο»: το έγγραφο που έχει συνταχθεί ή καταχωρισθεί επισήμως ως δημόσιο έγγραφο σε οιοδήποτε κράτος μέλος για θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και του οποίου η γνησιότητα: α) συνδέεται με την υπογραφή και το περιεχόμενο του δημόσιου εγγράφου, και β) έχει πιστοποιηθεί από δημόσια αρχή ή οποιαδήποτε άλλη εξουσιοδοτημένη προς τούτο αρχή. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω αρχές στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103. 3) «Συμφωνία»: για τους σκοπούς του κεφαλαίου IV, έγγραφο το οποίο δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, έχει συναφθεί από τα μέρη για θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και έχει καταχωριστεί από δημόσια αρχή όπως έχει κοινοποιηθεί για τον σκοπό αυτό στην Επιτροπή από κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 103· 4) «Κράτος μέλος προέλευσης»: το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, συντάχθηκε ή καταχωρίστηκε επίσημα το δημόσιο έγγραφο ή καταχωρίστηκε η συμφωνία· 5) «Κράτος μέλος εκτέλεσης»: το κράτος μέλος στο οποίο επιδιώκεται η εκτέλεση της απόφασης, του δημόσιου εγγράφου ή της συμφωνίας· 6) «Παιδί»: κάθε πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών· 7) «Γονική μέριμνα»: το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση, απευθείας από το νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία όσον αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος επιμέλειας και του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας· 8) «Δικαιούχος γονικής μέριμνας»: κάθε πρόσωπο ίδρυμα ή οργάνωση που έχει τη γονική μέριμνα παιδιού· 9) το «δικαίωμα επιμέλειας»: περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου κατοικίας του παιδιού· 10) «Δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας»: το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με παιδί, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος μετακίνησης παιδιού για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του· 11) «Παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση»: η μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού όταν: α) η εν λόγω μετακίνηση ή κατακράτηση γίνεται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση, από το νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του, και β) το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά. 3. Για τους σκοπούς των άρθρων 3, 6, 10, 12, 13, 51, 59, 75, 94 και 102 η έννοια της «κατοικίας» αντικαθιστά την έννοια της «ιθαγένειας» για την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο και έχει την ίδια έννοια με αυτήν που ορίζεται στις έννομες τάξεις των εν λόγω κρατών μελών.

Άρθρο 3

Γενική δικαιοδοσία

Δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους: α) στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται: i) η συνήθης διαμονή των συζύγων ii) η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων εφόσον ένας εκ των συζύγων έχει ακόμα αυτή τη διαμονή, iii) η συνήθης διαμονή του εναγομένου, iv) σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων, v) η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον ένα χρόνο αμέσως πριν από την άσκηση της αγωγής, ή vi) η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την άσκηση της αγωγής και αν είναι υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους, ή β) της ιθαγένειας των δύο συζύγων.

Άρθρο 4

Ανταγωγή

Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαδικασία βάσει του άρθρου 3 είναι αρμόδιο και για την ανταγωγή, στο μέτρο που η εν λόγω ανταγωγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 5

Μετατροπή του δικαστικού χωρισμού σε διαζύγιο

Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, το δικαστήριο του κράτους μέλους το οποίο εξέδωσε απόφαση δικαστικού χωρισμού είναι επίσης αρμόδιο για να μετατρέψει τον εν λόγω δικαστικό χωρισμό σε διαζύγιο, εφόσον το προβλέπει το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους.

Άρθρο 6

Επικουρικές βάσεις δικαιοδοσίας

1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, εφόσον κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία βάσει των άρθρων 3, 4 ή 5, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, από το δίκαιο αυτού του κράτους. 2. Σύζυγος που έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος κράτους μέλους, ή είναι υπήκοος κράτους μέλους, μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος μόνον δυνάμει των άρθρων 3, 4 και 5. 3. Κάθε υπήκοος κράτους μέλους που έχει συνήθη διαμονή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μπορεί να επικαλείται, όπως οι ημεδαποί, τους κανόνες δικαιοδοσίας που εφαρμόζονται στο εν λόγω κράτος κατά εναγομένου που δεν έχει συνήθη διαμονή στο έδαφος κράτους μέλους και δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους.

Άρθρο 7

Γενική δικαιοδοσία

1. Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τον χρόνο κατά τον οποίο επιλαμβάνεται το δικαστήριο. 2. Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου δεν θίγει τα άρθρα 8 έως 10.

Άρθρο 8

Διατήρηση της αρμοδιότητας όσον αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας

1. Όταν ένα παιδί μετοικεί νομίμως από ένα κράτος μέλος σε άλλο και αποκτά σε αυτό νέα συνήθη διαμονή, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, διατηρούν την αρμοδιότητά τους, επί τρεις μήνες μετά τη μετοικεσία, προκειμένου να τροποποιήσουν απόφαση η οποία αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας εκδοθείσα σε αυτό το κράτος μέλος πριν από τη μετοικεσία του παιδιού, εφόσον το πρόσωπο στο οποίο έχει δοθεί το δικαίωμα επικοινωνίας από την απόφαση εξακολουθεί να διαμένει συνήθως στο κράτος μέλος της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται εάν ο δικαιούχος του δικαιώματος επικοινωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 έχει αποδεχθεί την αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους της νέας συνήθους διαμονής του παιδιού συμμετέχοντας σε διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους χωρίς να αμφισβητήσει την αρμοδιότητά τους.

Άρθρο 9

Δικαιοδοσία σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού

Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, στην περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν τη δικαιοδοσία τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, και: α) κάθε πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας έχει συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση, ή β) το παιδί έχει διαμείνει σε αυτό το άλλο κράτος μέλος για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους αφότου το πρόσωπο, το ίδρυμα ή οιαδήποτε άλλη οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί και το παιδί έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του, συντρέχει δε τουλάχιστον μια από τις παρακάτω προϋποθέσεις: i) εντός ενός έτους αφότου ο δικαιούχος της επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί, δεν έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ενώπιον των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται το παιδί· ii) έχει ανακληθεί αίτηση επιστροφής την οποία υπέβαλε ο δικαιούχος της επιμέλειας και δεν έχει υποβληθεί νέα αίτηση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο σημείο i)· iii) αίτηση επιστροφής την οποία υπέβαλε ο δικαιούχος της επιμέλειας απορρίφθηκε από δικαστήριο κράτους μέλους για λόγους άλλους από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή το άρθρο 13 παράγραφος 2 της σύμβασης της Χάγης του 1980 και η απόφαση αυτή δεν υπόκειται πλέον σε τακτικό ένδικο μέσο· iv) κανένα δικαστήριο δεν έχει επιληφθεί, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφοι 3 και 5, στο κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του· v) τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του έχουν εκδώσει απόφαση για το δικαίωμα επιμέλειας που δεν συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού.

Άρθρο 10

Επιλογή δικαστηρίου

1. Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αρμοδιότητα θέματα γονικής μέριμνας εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι: α) το παιδί έχει στενή σχέση με αυτό το κράτος μέλος, λόγω, ιδίως, του ότι i) ένας τουλάχιστον εκ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος ii) το παιδί είχε την προηγούμενη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, ή iii) το παιδί έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους· β) τα μέρη, καθώς και κάθε άλλος δικαιούχος γονικής μέριμνας: i) συμφώνησαν ελεύθερα επί της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, το αργότερο κατά τον χρόνο που επελήφθη το δικαστήριο· ή ii) δέχθηκαν ρητά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, και το δικαστήριο έχει εξασφαλίσει ότι όλα τα μέρη έχουν ενημερωθεί για το δικαίωμά τους να μην αποδεχθούν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου· και γ) η άσκηση της αρμοδιότητας είναι προς το συμφέρον του παιδιού. 2. Η συμφωνία παρέκτασης της αρμοδιότητας δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β) είναι γραπτή και φέρει ημερομηνία και υπογραφή των ενδιαφερομένων μερών ή συμπεριλαμβάνεται στη δικογραφία σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία. Κάθε διαβίβαση με ηλεκτρονικό μέσο στο οποίο η συμφωνία αποτυπώνεται με μόνιμο τρόπο, είναι ισοδύναμη προς έγγραφη κατάρτιση. Τα άτομα που καθίστανται διάδικοι αφότου το δικαστήριο επελήφθη της υπόθεσης μπορούν να εκφράσουν τη συμφωνία τους αφότου επελήφθη το δικαστήριο. Ελλείψει αντίρρησης, θεωρείται ότι υφίσταται σιωπηρή αποδοχή. 3. Εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά από τα μέρη, η αρμοδιότητα που απονέμεται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 παύει όταν: α) η απόφαση στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας δεν υπόκειται πλέον σε τακτικό ένδικο μέσο· ή β) η διαδικασία έχει περατωθεί για άλλους λόγους. 4. Η αρμοδιότητα που ασκείται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο ii) είναι αποκλειστική.

Άρθρο 11

Αρμοδιότητα που βασίζεται στην παρουσία του παιδιού

1. Όταν δεν μπορεί να διαπιστωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού και δεν μπορεί να προσδιορισθεί η αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 10, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το παιδί. 2. Η αρμοδιότητα δυνάμει της παραγράφου 1 εφαρμόζεται επίσης σε παιδιά πρόσφυγες ή παιδιά τα οποία εκτοπίζονται διεθνώς λόγω ταραχών στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής τους.

Άρθρο 12

Παραπομπή σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους

1. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δικαστήριο κράτους μέλους που είναι αρμόδιο ως προς την ουσία της υπόθεσης μπορεί, ύστερα από αίτηση μέρους ή αυτεπαγγέλτως, εάν κρίνει ότι δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση, θα ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταλληλότερο να εκτιμήσει το συμφέρον του παιδιού, να αναστείλει τη διαδικασία ή ένα συγκεκριμένο μέρος της και είτε: α) να καθορίσει προθεσμία εντός της οποίας ένα ή περισσότερα από τα μέρη θα πρέπει να ενημερώσουν το δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους σχετικά με την εκκρεμή διαδικασία και τη δυνατότητα παραπομπής και να υποβάλει αίτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου· είτε β) να ζητήσει από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους να ασκήσει δικαιοδοσία σύμφωνα με την παράγραφο 2. 2. Το δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους μπορεί, εφόσον αυτό, λόγω των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης, είναι προς το συμφέρον του παιδιού, να κηρύξει εαυτό αρμόδιο εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων: α) αφότου επελήφθη της υπόθεσης σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1, ή β) από την παραλαβή του αιτήματος σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 1. Το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο ή από το οποίο ζητείται να αποδεχθεί δικαιοδοσία ενημερώνει το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση. Εάν δεχθεί, το δικαστήριο που επελήφθη πρώτο κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο. 3. Το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο συνεχίζει να ασκεί τη δικαιοδοσία του εάν δεν έχει λάβει την αποδοχή της δικαιοδοσίας από το δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους εντός επτά εβδομάδων από: α) τη λήξη της προθεσμίας που έχει καθοριστεί προκειμένου τα μέρη να υποβάλουν αίτηση ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1 ή β) την παραλαβή της αίτησης από το δικαστήριο σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 1 4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, θεωρείται ότι το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση με ένα κράτος μέλος, εάν το εν λόγω κράτος μέλος: α) έχει καταστεί η συνήθης διαμονή του παιδιού αφότου το δικαστήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1επελήφθη της υπόθεσης· β) είναι η προηγούμενη συνήθης διαμονή του παιδιού· γ) είναι το κράτος ιθαγένειας του παιδιού· δ) είναι η συνήθης διαμονή δικαιούχου γονικής μέριμνας · ή ε) είναι ο τόπος όπου βρίσκεται περιουσία του παιδιού και η διαφορά αφορά τα μέτρα προστασίας του παιδιού που συνδέονται με τη διαχείριση, τη συντήρηση ή τη διάθεση της εν λόγω περιουσίας. 5. Όταν έχει διαπιστωθεί αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 10, το εν λόγω δικαστήριο δεν μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 13

Αίτημα για παραπομπή από δικαστήριο κράτους μέλους που δεν έχει δικαιοδοσία

1. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με την επιφύλαξη του άρθρου 9, εάν δικαστήριο κράτους μέλους που δεν είναι αρμόδιο δυνάμει του παρόντος κανονισμού αλλά με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4, κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι σε θέση να εκτιμήσει καλύτερα το συμφέρον του παιδιού, μπορεί να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης από το δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού. 2. Εντός έξι εβδομάδων από την παραλαβή της αίτησης κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση μπορεί να αποδεχθεί την παραπομπή, εάν κρίνει ότι, λόγω των ειδικών περιστάσεων, η εν λόγω παραπομπή είναι προς το συμφέρον του παιδιού. Όταν το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση αποδέχεται την παραπομπή της υπόθεσης, ενημερώνει το αιτούν δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση. Σε περίπτωση απουσίας της εν λόγω αποδοχής εντός της καθορισμένης προθεσμίας, το αιτούν δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία.

Άρθρο 14

Επικουρικές βάσεις δικαιοδοσίας

Εφόσον κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία βάσει των άρθρων 7 έως 11, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, από το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού.

Άρθρο 15

Προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα σε επείγουσες περιπτώσεις

1. Σε επείγουσες υποθέσεις, ακόμη και αν το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία να λαμβάνουν προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα που είναι ενδεχομένως διαθέσιμα στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους όσον αφορά: α) παιδί που βρίσκεται στο εν λόγω κράτος μέλος· ή β) περιουσία παιδιού το οποίο βρίσκεται στο εν λόγω κράτος μέλος. 2. Εφόσον το απαιτεί η προστασία του συμφέροντος του παιδιού, το δικαστήριο που έχει λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ενημερώνει αμελλητί το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που έχει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 7 ή, κατά περίπτωση, οποιοδήποτε δικαστήριο κράτους μέλους το οποίο ασκεί διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού ως προς την ουσία της υπόθεσης, είτε απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 86 είτε μέσω των κεντρικών αρχών που ορίζονται βάσει του άρθρου 76. 3. Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 παύουν να ισχύουν μόλις το δικαστήριο του κράτους μέλους που έχει διεθνή δικαιοδοσία να κρίνει επί της ουσίας δυνάμει του παρόντος κανονισμού λάβει τα μέτρα τα οποία θεωρεί προσήκοντα. Κατά περίπτωση, το δικαστήριο αυτό μπορεί να ενημερώσει το δικαστήριο που έχει λάβει προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα, είτε απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 86α είτε μέσω των κεντρικών αρχών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 76, σχετικά με την απόφασή του.

Άρθρο 16

Παρεμπίπτοντα ζητήματα

1. Αν η έκβαση διαδικασίας σε υπόθεση που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους εξαρτάται από την απόφαση επί παρεμπίπτοντος ζητήματος σχετικού με τη γονική μέριμνα, το δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους μπορεί να αποφανθεί σχετικά με το εν λόγω παρεμπίπτον ζήτημα για τους σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας, ακόμη και αν το εν λόγω κράτος μέλος δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού. 2. Η απόφαση επί παρεμπίπτοντος ζητήματος δυνάμει της παραγράφου 1 παράγει αποτελέσματα μόνον για τη διαδικασία για την οποία έχει εκδοθεί η εν λόγω απόφαση. 3. Αν, για να είναι έγκυρη νομική ενέργεια που επιχειρείται ή πρόκειται να επιχειρηθεί για λογαριασμό παιδιού σε διαδικασία κληρονομικής διαδοχής ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, απαιτείται άδεια ή έγκριση από δικαστήριο, το δικαστήριο του εν λόγω κράτος μέλους μπορεί να αποφασίζει αν θα επιτρέψει ή θα εγκρίνει την εν λόγω νομική ενέργεια, ακόμα κι αν δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού. 4. Εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 15 παράγραφος 2.

Άρθρο 17

Επιλαμβανόμενο δικαστήριο

Ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν: α) από της καταθέσεως στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, εφόσον ο ενάγων ή η ενάγουσα δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο ή την εναγόμενη, β) εφόσον το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, την ημερομηνία παραλαβής του από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων ή η ενάγουσα δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο. ή γ) εάν η διαδικασία κινήθηκε αυτεπαγγέλτως, μόλις το δικαστήριο λάβει την απόφαση να κινήσει τη διαδικασία, ή, σε περίπτωση που δεν απαιτείται τέτοια απόφαση, μόλις η υπόθεση καταχωρισθεί στο μητρώο του δικαστηρίου.

Άρθρο 18

Έρευνα της δικαιοδοσίας

Δικαστήριο κράτους μέλους διαπιστώνει αυτεπαγγέλτως την έλλειψη δικαιοδοσίας του εφόσον επιλαμβάνεται υπόθεσης για την οποία δεν έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της βάσει του παρόντος κανονισμού και για την οποία δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 19

Έρευνα του παραδεκτού

1. Όταν εναγόμενος ή εναγόμενη που έχει τη συνήθη διαμονή του/της σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο κινήθηκε η διαδικασία δεν παρίσταται, το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία υποχρεούται να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι αυτός/-ή ο/η εναγόμενος/-η ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο εντός της αναγκαίας για την υπεράσπιση του/της προθεσμίας ή ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια για τον σκοπό αυτό. 2. Το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 εφαρμόζεται αντί της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εάν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο έπρεπε να διαβιβαστεί από ένα κράτος μέλος σε άλλο δυνάμει του ανωτέρω κανονισμού. 3. Όταν δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007, εφαρμόζεται το άρθρο 15 της σύμβασης της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 για την επίδοση και την κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εάν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο έπρεπε να διαβιβαστεί στην αλλοδαπή σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση.

Άρθρο 20

Εκκρεμοδικία και συναφείς αγωγές

1. Αν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου μεταξύ των αυτών διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο. 2. Εκτός εάν η διεθνής δικαιοδοσία ενός εκ των δικαστηρίων βασίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 15,όταν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας ενός παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο. 3. Όταν διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο, κάθε δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη δικαιοδοσίας του υπέρ του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο διάδικος που κίνησε τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα μπορεί να κινήσει την εν λόγω διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο. 4. Όταν επιλαμβάνεται υπόθεσης δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει αποδοχής της διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 10α, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους αναστέλλει τη διαδικασία έως ότου το δικαστήριο το οποίο επελήφθη βάσει της συμφωνίας ή της αποδοχής κηρύξει εαυτό αναρμόδιο βάσει της συμφωνίας ή της αποδοχής. 5. Όταν και στον βαθμό που το δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία βάσει αποδοχής της αρμοδιότητας όπως αναφέρεται στο άρθρο 10, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο υπέρ του εν λόγω δικαστηρίου.

Άρθρο 21

Δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει τις απόψεις του

1. Κατά την άσκηση της διεθνούς τους δικαιοδοσίας βάσει του τμήματος 2 του παρόντος κεφαλαίου, τα δικαστήρια των κρατών μελών παρέχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία, στο παιδί που είναι σε θέση να διαμορφώσει ιδία άποψη την πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του, είτε άμεσα είτε μέσω εκπροσώπου ή κατάλληλης οργάνωσης. 2. Όταν το δικαστήριο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία, παρέχει σε ένα παιδί τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του παιδιού ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του.

Άρθρο 22

Επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980

Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση που ισχυρίζεται ότι συντρέχει παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας προσφεύγει, είτε απευθείας είτε με τη συνδρομή κεντρικής αρχής, σε δικαστήριο κράτους μέλους βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 με αίτημα την έκδοση απόφασης που να διατάσσει την επιστροφή παιδιού κάτω των 16 ετών που μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, εφαρμόζονται τα άρθρα 23 έως 29, και το κεφάλαιο VI, του παρόντος κανονισμού και συμπληρώνουν τη Σύμβαση της Χάγης του 1980.

Άρθρο 23

Παραλαβή και διεκπεραίωση των αιτήσεων από τις κεντρικές αρχές

1. Η κεντρική αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση ενεργεί χωρίς καθυστέρηση για την επεξεργασία κάθε αίτησης βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 που αναφέρεται στο άρθρο 22. 2. Η κεντρική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδίδει αποδεικτικό παραλαβής εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 22. Ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την κεντρική αρχή του αιτούντος κράτους μέλους ή τον αιτούντα, ανάλογα με την περίπτωση, σχετικά με τα αρχικά μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν για τη διεκπεραίωση της αίτησης, και μπορεί να ζητήσει οποιαδήποτε περαιτέρω απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες.

Άρθρο 24

Ταχεία δικαστική διαδικασία

1. Το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτησης επιστροφής ενός παιδιού, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 22, ενεργεί αμέσως στα πλαίσια της διαδικασίας σχετικά με την αίτηση, χρησιμοποιώντας τις πλέον σύντομες διαδικασίες τις οποίες προβλέπει το εθνικό δίκαιο. 2. Ανεξάρτητα από την παράγραφο 1, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του το αργότερο έξι εβδομάδες αφότου επιληφθεί της υπόθεσης, εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατον λόγω εξαιρετικών περιστάσεων. 3. Εκτός εάν αυτό καθίσταται αδύνατον λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, το ανώτερο δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του το αργότερο έξι εβδομάδες αφού έχουν πραγματοποιηθεί όλες οι απαραίτητες διαδικαστικές ενέργειες και το δικαστήριο είναι σε θέση να εξετάσει το ένδικο μέσο, είτε με ακρόαση είτε με άλλο τρόπο.

Άρθρο 25

Εναλλακτική επίλυση διαφορών

Το νωρίτερο δυνατόν και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, το δικαστήριο, είτε απευθείας είτε, όπου αρμόζει, με τη συνδρομή των κεντρικών αρχών, καλεί τους διαδίκους να εξετάσουν αν είναι πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε διαμεσολάβηση ή άλλο μέσο εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, εκτός εάν τούτο αντιβαίνει στο συμφέρον του παιδιού, δεν ενδείκνυται στη συγκεκριμένη υπόθεση ή αναμένεται να καθυστερήσει αδικαιολόγητα τη διαδικασία.

Άρθρο 26

Δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει τις απόψεις του κατά τις διαδικασίες επιστροφής

Το άρθρο 21 του παρόντος κανονισμού ισχύει επίσης για τις διαδικασίες επιστροφής βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980.

Άρθρο 27

Διαδικασία για την επιστροφή του παιδιού

1. Το δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή παιδιού αν δεν δοθεί δυνατότητα ακρόασης στο πρόσωπο που ζήτησε την επιστροφή του. 2. Το δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 15, να εξετάσει αν πρέπει να εξασφαλισθεί η επαφή μεταξύ του παιδιού και του προσώπου που ζητεί την επιστροφή του παιδιού, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού. 3. Σε περίπτωση που το δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο να αρνηθεί την επιστροφή παιδιού μόνο βάσει του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, δεν αρνείται την επιστροφή του παιδιού αν ο διάδικος που ζητά την επιστροφή του παιδιού πείσει το δικαστήριο παρέχοντας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ή αν το δικαστήριο πεισθεί με άλλον τρόπο, ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλισθεί η προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του. 4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, το δικαστήριο δύναται να επικοινωνεί με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, είτε απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 86 είτε με τη συνδρομή των κεντρικών αρχών. 5. Όταν το δικαστήριο διατάζει την επιστροφή του παιδιού, δύναται, κατά περίπτωση, να λαμβάνει προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος κανονισμού προκειμένου να προστατευτεί το παιδί από τον σοβαρό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, υπό την προϋπόθεση ότι η εξέταση και η λήψη των εν λόγω μέτρων δεν θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα τη διαδικασία επιστροφής. 6. Απόφαση που διατάσσει την επιστροφή του παιδιού μπορεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ανεξάρτητα από την τυχόν άσκηση προσφυγής εναντίον της, όταν η επιστροφή του παιδιού πριν από την απόφαση επί της προσφυγής απαιτείται προς το συμφέρον του παιδιού.

Άρθρο 28

Εκτέλεση αποφάσεων που διατάσσουν την επιστροφή παιδιού

1. Η αρμόδια αρχή εκτέλεσης στην οποία υποβάλλεται αίτηση για την εκτέλεση απόφασης που διατάσσει την επιστροφή του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος ενεργεί αμέσως για τη διεκπεραίωση της αίτησης. 2. Αν απόφαση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν έχει εκτελεστεί εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας εκτέλεσης, ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση ή η κεντρική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης δικαιούται να ζητήσει από την αρχή που είναι αρμόδια για την εκτέλεση να αιτιολογήσει την καθυστέρηση.

Άρθρο 29

Διαδικασία κατόπιν άρνησης επιστροφής του παιδιού βάσει του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και του άρθρου

13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980 1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στην περίπτωση που η απόφαση άρνησης της επιστροφής παιδιού σε άλλο κράτος μέλος βασίζεται μόνον στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή στο άρθρο 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980. 2. Το δικαστήριο που εκδίδει απόφαση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 εκδίδει αυτεπάγγελτα πιστοποιητικό χρησιμοποιώντας το πιστοποιητικό που επισυνάπτεται στο παράρτημα Ι. Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται και εκδίδεται στη γλώσσα της απόφασης. Το πιστοποιητικό μπορεί επίσης να εκδίδεται σε άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ζητήσει ένας από τους διαδίκους. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου. 3. Εάν κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 από το δικαστήριο, δικαστήριο στο κράτος μέλος, στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, έχει ήδη επιληφθεί της διαδικασίας εξέτασης της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, το δικαστήριο, εάν γνωρίζει την ύπαρξη της διαδικασίας αυτής, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, διαβιβάζει στο δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους, είτε απευθείας είτε μέσω των κεντρικών αρχών, τα εξής έγγραφα: α) αντίγραφο της απόφασής του όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1· β) το πιστοποιητικό που εκδόθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2· και γ) κατά περίπτωση, απομαγνητοφώνηση, σύνοψη ή τα πρακτικά της ακρόασης ενώπιον του δικαστηρίου και κάθε άλλο έγγραφο που θεωρεί σχετικό. 4. Το δικαστήριο στο κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του δύναται, κατά περίπτωση, να απαιτήσει από διάδικο να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91, της απόφασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 και κάθε άλλου εγγράφου που επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου. 5. Εάν, σε περιπτώσεις εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση απόφασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, ένας εκ των διαδίκων κινήσει διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του προκειμένου το δικαστήριο να εξετάσει επί της ουσίας το ζήτημα του δικαιώματος επιμέλειας, ο εν λόγω διάδικος υποβάλλει στο δικαστήριο τα εξής έγγραφα: α) αντίγραφο της απόφασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1· β) το πιστοποιητικό που εκδόθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2· και γ) κατά περίπτωση, απομαγνητοφώνηση, σύνοψη ή τα πρακτικά της ακρόασης ενώπιον του δικαστηρίου που αρνήθηκε την επιστροφή του παιδιού. 6. Ανεξάρτητα από απόφαση μη επιστροφής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, κάθε απόφαση επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας που προκύπτει από διαδικασία κατά τις παραγράφους 3 και 5 και συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού είναι εκτελεστή στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με το κεφάλαιο IV.

Άρθρο 30

Αναγνώριση αποφάσεων

1. Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία ειδική διαδικασία. 2. Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί, χωρίς καμία ειδική διαδικασία, να επιφέρει τροποποιήσεις στα ληξιαρχικά βιβλία του βάσει αποφάσεως διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου που εκδίδεται σε άλλο κράτος μέλος και δεν υπόκειται σε περαιτέρω ένδικα μέσα κατά το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους. 3. Οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος μπορεί, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 59 έως 62 και, κατά περίπτωση, στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου και στο κεφάλαιο VI να ζητήσει την έκδοση απόφασης που να αναγνωρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 38 και 39 λόγοι άρνησης αναγνώρισης. 4. Η κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου που κοινοποιείται από κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103 καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο κινείται η διαδικασία σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. 5. Εάν η επίκληση της αναγνώρισης απόφασης γίνεται παρεμπιπτόντως ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, το δικαστήριο αυτό μπορεί να κρίνει το εν λόγω ζήτημα.

Άρθρο 31

Έγγραφα προς προσκόμιση για την αναγνώριση

1. Ο διάδικος που επιθυμεί να επικαλεστεί σε κράτος μέλος απόφαση που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, οφείλει να προσκομίσει τα ακόλουθα: α) αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· και β) το κατάλληλο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 36. 2. Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή ενώπιον του οποίου/της οποίας γίνεται επίκληση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δύναται, εάν το κρίνει απαραίτητο, να απαιτήσει από τον διάδικο ο οποίος την επικαλείται να προσκομίσει, σύμφωνα με το άρθρο 91, μετάφραση ή μεταγραμματισμό, του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου. 3. Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή ενώπιον του οποίου/της οποίας γίνεται επίκληση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να απαιτήσει από τον διάδικο να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91, της απόφασης επιπλέον της μετάφρασης ή μεταγραμματισμού του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού, εάν αδυνατεί να προχωρήσει χωρίς την εν λόγω μετάφραση ή μεταγραμματισμό.

Άρθρο 32

Απουσία εγγράφων

1. Αν δεν προσκομισθούν τα έγγραφα που ορίζονται στο άρθρο 31παράγραφος 1, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή τάσσει προθεσμία για την προσκόμισή τους, αποδέχεται ισοδύναμα έγγραφα ή, εφόσον κρίνει ότι διαθέτει επαρκείς πληροφορίες, απαλλάσσει τον βαρυνόμενο από την υποχρέωση αυτή. 2. Αν το απαιτεί το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή, προσκομίζεται μετάφραση ή μεταγραμματισμός, σύμφωνα με το άρθρο 91, των εν λόγω ισοδύναμων εγγράφων.

Άρθρο 33

Αναστολή της διαδικασίας

Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία ενώπιον του, εν όλω ή εν μέρει στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν έχει ασκηθεί κατά της απόφασης αυτής στο κράτος μέλος προέλευσης τακτικό ένδικο μέσο, ή β) αν έχει υποβληθεί αίτηση για την έκδοση απόφασης που να αναγνωρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 38 και 39 λόγοι άρνησης της αναγνώρισης ή απόφασης που να ορίζει ότι η αναγνώριση πρέπει να απορριφθεί βάσει κάποιου εξ αυτών των λόγων. Υποτμήμα 2 Εκτελεστότητα και εκτέλεση

Άρθρο 34

Εκτελεστές αποφάσεις

1. Αποφάσεις που εκδόθηκαν σε κράτος μέλος σχετικά με διαφορές γονικής μέριμνας, οι οποίες είναι εκτελεστές σε αυτό το κράτος μέλος, είναι εκτελεστές στα άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε κήρυξη της εκτελεστότητάς τους. 2. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε άλλο κράτος μέλος, παρά ενδεχόμενη προσφυγή, απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα επικοινωνίας, το δικαστήριο προέλευσης μπορεί να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Άρθρο 35

Προσκόμιση εγγράφων για την εκτέλεση

1. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση υποβάλλει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή τα εξής: α) αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· και β) το κατάλληλο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 36. 2. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, η οποία διατάσσει προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα, ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση υποβάλλει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή τα εξής: α) αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· β) το κατάλληλο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 36 και το οποίο πιστοποιεί ότι η απόφαση είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος προέλευσης και ότι το δικαστήριο προέλευσης: i) είναι αρμόδιο να κρίνει την ουσία της υπόθεσης· ή ii) διέταξε το μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 15· και γ) αν το μέτρο έχει διαταχθεί χωρίς κλήτευση του εναγόμενου να εμφανισθεί στο δικαστήριο, αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης. 3. Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή μπορεί, όπου είναι αναγκαίο, να απαιτεί από τον διάδικο που ζητεί εκτέλεση να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91, του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού που προσδιορίζει την υποχρέωση προς εκτέλεση. 4. Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή μπορεί να απαιτεί από τον διάδικο που ζητεί εκτέλεση να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 91, εάν αδυνατεί να προχωρήσει χωρίς την εν λόγω μετάφραση ή μεταγραμματισμό. Υποτμήμα 3 Πιστοποιητικό

Άρθρο 36

Έκδοση του πιστοποιητικού

1. Το δικαστήριο κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, εκδίδει, κατόπιν αιτήματος διαδίκου, πιστοποιητικό για: α) απόφαση επί γαμικών διαφορών, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα II, β) απόφαση επί διαφορών γονικής μέριμνας, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα III, γ) απόφαση που διατάσσει την επιστροφή παιδιού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) και, κατά περίπτωση, οποιαδήποτε συνοδευτικά της απόφασης προσωρινά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων προστασίας, που λήφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφο 5, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα IV. 2. Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται και εκδίδεται στη γλώσσα της απόφασης. Το πιστοποιητικό μπορεί επίσης να εκδίδεται σε άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ζητήσει ο διάδικος. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου. 3. Η έκδοση του πιστοποιητικού δεν μπορεί να προσβληθεί.

Άρθρο 37

Διόρθωση του πιστοποιητικού

1. Το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, διορθώνει, κατόπιν αιτήματος, και μπορεί, αυτεπαγγέλτως, να διορθώσει το πιστοποιητικό όταν, λόγω ουσιώδους σφάλματος ή παράλειψης, υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της προς εκτέλεση απόφασης και του πιστοποιητικού. 2. Το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης εφαρμόζεται για τη διαδικασία διόρθωσης του πιστοποιητικού. Υποτμήμα 4 Άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης

Άρθρο 38

Λόγοι άρνησης της αναγνώρισης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές

Η αναγνώριση απόφασης που αφορά διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου απορρίπτεται: α) αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης· β) αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος έχει δεχθεί την απόφαση κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση· γ) αν η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων στο κράτος μέλος αναγνώρισης· ή δ) αν η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί προγενέστερα μεταξύ των ίδιων διαδίκων σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η απόφαση αυτή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος αναγνώρισης.

Άρθρο 39

Λόγοι άρνησης της αναγνώρισης αποφάσεων σε διαφορές γονικής μέριμνας

1. Η αναγνώριση απόφασης σε διαφορές γονικής μέριμνας απορρίπτεται: α) αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού· β) αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα διάδικο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν βεβαιωθεί ότι ο διάδικος έχει δεχτεί την απόφαση κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση· γ) κατόπιν αιτήσεως προσώπου που ισχυρίζεται ότι η απόφαση παραβιάζει την άσκηση της γονικής μέριμνάς του, εάν η απόφαση έχει εκδοθεί χωρίς να δοθεί στο πρόσωπο αυτό δυνατότητα ακρόασης, δ) αν και στον βαθμό που η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα που έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος στο οποίο γίνεται επίκληση της αναγνώρισης· ε) αν και στον βαθμό που η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος ή στην τρίτη χώρα συνήθους διαμονής του παιδιού, εφόσον η απόφαση αυτή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος στο οποίο γίνεται επίκληση της αναγνώρισης· ή στ) αν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 82. 2. Η αναγνώριση απόφασης σε διαφορές γονικής μέριμνας μπορεί να απορριφθεί αν η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να δοθεί η δυνατότητα στο παιδί που είναι ικανό να διαμορφώσει ίδια άποψη να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με το άρθρο 21, με τις ακόλουθες εξαιρέσεις: α) η διαδικασία αφορά μόνο την περιουσία του παιδιού και υπό την προϋπόθεση ότι δεν απαιτείτο η παροχή αυτής της δυνατότητας δεδομένου του αντικειμένου της διαδικασίας· ή β) συντρέχουν σοβαροί λόγοι, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τον επείγοντα χαρακτήρα της υπόθεσης.

Άρθρο 40

Διαδικασία για την άρνηση της αναγνώρισης

1. Οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 59 έως 62 και, κατά περίπτωση, στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου και στο κεφάλαιο VI εφαρμόζονται αναλόγως στην υποβολή αίτησης άρνησης της αναγνώρισης. 2. Η κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που κοινοποιείται από κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103, καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο κινείται η διαδικασία μη αναγνώρισης.

Άρθρο 41

Λόγοι άρνησης της εκτέλεσης αποφάσεων σε διαφορές γονικής μέριμνας

Με την επιφύλαξη του άρθρου 56 παράγραφος 6, η εκτέλεση απόφασης σε διαφορά γονικής μέριμνας απορρίπτεται, εφόσον διαπιστώνεται ότι συντρέχει ένας από τους λόγους άρνησης αναγνώρισης που προβλέπονται στο άρθρο 39.

Άρθρο 42

Πεδίο εφαρμογής

1. Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στους ακόλουθους τύπους αποφάσεων, εφόσον έχουν πιστοποιηθεί στο κράτος μέλος προέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 47: α) αποφάσεις στο μέτρο που δίνουν δικαιώματα επικοινωνίας· και β) αποφάσεις του άρθρου 29 παράγραφος 6, στον βαθμό που συνεπάγονται την επιστροφή του παιδιού. 2. Το παρόν τμήμα δεν εμποδίζει διάδικο να ζητήσει αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης αναφερόμενης στην παράγραφο 1, σύμφωνα με τις διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση και εκτέλεση που περιέχονται στο τμήμα 1 του παρόντος κεφαλαίου. Υποτμήμα 1 Αναγνώριση

Άρθρο 43

Αναγνώριση

1. Απόφαση αναφερόμενη στο άρθρο 42 παράγραφος 1, η οποία έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος, αναγνωρίζεται στα άλλα κράτη μέλη χωρίς καμία ειδική διαδικασία και χωρίς καμία δυνατότητα εναντίωσης στην αναγνώρισή της, εκτός αν, και στον βαθμό που, διαπιστώνεται ότι είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 50. 2. Ο διάδικος που επιθυμεί να επικαλεστεί σε κράτος μέλος απόφαση αναφερόμενη στο άρθρο 42 παράγραφος 1, η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, οφείλει να προσκομίσει τα ακόλουθα: α) αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· και β) το κατάλληλο πιστοποιητικό που να έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 47. 3. Το άρθρο 31 παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζεται αναλόγως.

Άρθρο 44

Αναστολή της διαδικασίας

Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση απόφασης αναφερόμενης στο άρθρο 42 παράγραφος 1, η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, εν όλω ή εν μέρει, όταν: α) έχει υποβληθεί αίτημα με ισχυρισμό περί ασυμβίβαστου της εν λόγω απόφασης με μεταγενέστερη απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 50· ή β) Το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει υποβάλει αίτημα, κατά το άρθρο 48, για την ανάκληση του πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί κατά το άρθρο 47. Υποτμήμα 2 Εκτελεστότητα και εκτέλεση

Άρθρο 45

Εκτελεστές αποφάσεις

1. Απόφαση του άρθρου 42 παράγραφος 1, η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος και είναι εκτελεστή σε αυτό το κράτος μέλος, είναι ομοίως εκτελεστή στο πλαίσιο της παρούσας ενότητας και στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας. 2. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε άλλο κράτος μέλος απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχείο α), τα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης δύνανται να κηρύξουν την απόφαση προσωρινά εκτελεστή, ανεξαρτήτως ενδεχόμενης άσκησης ένδικου μέσου.

Άρθρο 46

Προσκόμιση εγγράφων για την εκτέλεση

1. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 σημείο α) που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, ο αιτών υποβάλλει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή τα εξής: α) αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· και β) το κατάλληλο πιστοποιητικό που να έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 47. 2. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχείο α) που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή δύναται, αν κριθεί αναγκαίο, να απαιτήσει από το αιτούντα να προσκομίσει, σύμφωνα με το άρθρο 91, μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού που προσδιορίζει την υποχρέωση προς εκτέλεση. 3. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 σημείο α) που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή δύναται, αν κριθεί αναγκαίο, να απαιτήσει από το αιτούντα να προσκομίσει, σύμφωνα με το άρθρο 91, μετάφραση ή μεταγραμματισμό της απόφασης, εάν αδυνατεί να προχωρήσει χωρίς την εν λόγω μετάφραση ή τον εν λόγω μεταγραμματισμό. Υποτμήμα 3 Πιστοποιητικό για προνομιακές αποφάσεις

Άρθρο 47

Έκδοση του πιστοποιητικού

1. Το δικαστήριο που έχει εκδώσει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1, εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως ενός από τους διαδίκους, πιστοποιητικό σχετικά με: α) απόφαση που χορηγεί δικαίωμα επικοινωνίας, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα V· β) απόφαση επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 6, η οποία συνεπάγεται την επιστροφή παιδιού, χρησιμοποιώντας το έντυπο που παρατίθεται στο παράρτημα VI. 2. Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται και εκδίδεται στη γλώσσα της απόφασης. Το πιστοποιητικό μπορεί επίσης να εκδίδεται σε άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ζητήσει ένας από τους διαδίκους. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου. 3. Το δικαστήριο εκδίδει το πιστοποιητικό μόνο εάν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι: α) όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν δυνατότητα ακρόασης· β) δόθηκε στο παιδί η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με το άρθρο 21· γ) σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε ερήμην, είτε: i) το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στον ερημοδικήσαντα διάδικο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί· ii) βεβαιώθηκε ότι ο ερημοδικήσας διάδικος αποδέχτηκε την απόφαση κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση. 4. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, το πιστοποιητικό για απόφαση του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχείο β) εκδίδεται μόνον αν το δικαστήριο έχει λάβει υπόψη στην απόφασή του τους λόγους και τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων βασίζεται η προηγούμενη απόφαση που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή το άρθρο 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980. 5. Το πιστοποιητικό παράγει αποτελέσματα μόνον εντός των ορίων της εκτελεστότητας της απόφασης. 6. Δεν χωρεί προσφυγή κατά της έκδοσης του πιστοποιητικού για λόγους άλλους πλην εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 48.

Άρθρο 48

Διόρθωση και ανάκληση του πιστοποιητικού

1. Το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, που κοινοποιείται στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, διορθώνει κατόπιν αίτησης και μπορεί αυτεπαγγέλτως να διορθώσει το πιστοποιητικό όταν, λόγω ουσιώδους σφάλματος ή παράλειψης, υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της προς εκτέλεση απόφασης και του πιστοποιητικού. 2. Το δικαστήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κατόπιν αίτησης ή αυτεπαγγέλτως, ανακαλεί το πιστοποιητικό, αν χορηγήθηκε εσφαλμένα, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 47. Το άρθρο 49 εφαρμόζεται αναλόγως. 3. Η διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης τυχόν άσκησης ένδικου μέσου, σχετικά με τη διόρθωση ή την ανάκληση του πιστοποιητικού διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης.

Άρθρο 49

Πιστοποιητικό περί έλλειψης ή περιορισμού εκτελεστότητας

1. Όταν και στο βαθμό που η απόφαση, η οποία πιστοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 47ιβ, πάψει να έχει εκτελεστότητα ή η εκτελεστότητά της ανασταλεί ή περιοριστεί, εκδίδεται, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται ανά πάσα στιγμή στο δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, πιστοποιητικό περί έλλειψης ή περιορισμού της εκτελεστότητας, με χρήση του εντύπου που παρατίθεται στο παράρτημα VII. 2. Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται και εκδίδεται στη γλώσσα της απόφασης. Το πιστοποιητικό μπορεί επίσης να εκδίδεται σε άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ζητήσει ένας από τους διαδίκους. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου. Υποτμήμα 4 Άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης

Άρθρο 50

Ασυμβίβαστες αποφάσεις

Η αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 απορρίπτεται εφόσον και στο μέτρο που είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση γονικής μέριμνας για το ίδιο παιδί, η οποία εκδόθηκε: α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου ζητείται η αναγνώριση· ή β) σε άλλο κράτος μέλος ή στην τρίτη χώρα συνήθους διαμονής του παιδιού, εφόσον η απόφαση αυτή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος όπου ζητείται η αναγνώριση.

Άρθρο 51

Διαδικασία εκτέλεσης

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος τμήματος, η διαδικασία εκτέλεσης αποφάσεων που εκδόθηκαν σε άλλο κράτος μέλος διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. Με την επιφύλαξη των άρθρων 41, 50, 56 και 57, απόφαση που έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος και είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος προέλευσης, εκτελείται στο κράτος μέλος εκτέλεσης υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αυτό. 2. Ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν υποχρεούται να έχει ταχυδρομική διεύθυνση στο κράτος μέλος εκτέλεσης. Ο εν λόγω διάδικος οφείλει να έχει εξουσιοδοτημένο αντίκλητο στο κράτος μέλος εκτέλεσης μόνον αν ο διορισμός τέτοιου αντικλήτου είναι υποχρεωτικός από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης ανεξάρτητα από την εθνικότητα των διαδίκων.

Άρθρο 52

Αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές

Η αίτηση εκτέλεσης υποβάλλεται στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, όπως έχει κοινοποιηθεί από το εν λόγω κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

Άρθρο 53

Μερική εκτέλεση

1. Διάδικος που ζητεί την εκτέλεση απόφασης δύναται να αιτηθεί τη μερική εκτέλεση αυτής. 2. Αν η απόφαση έκρινε επί πολλών ζητημάτων της αίτησης και η εκτέλεση απορρίφθηκε για μία ή περισσότερες από αυτές, η εκτέλεση θα είναι ωστόσο δυνατή ως προς τα μέρη της απόφασης που δεν επηρεάζονται από την άρνηση. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται για την εκτέλεση απόφασης με την οποία διατάσσεται η επιστροφή παιδιού χωρίς παράλληλα να εκτελούνται προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα, η λήψη των οποίων διατάχθηκε με σκοπό την προστασία του παιδιού από τον κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο σημείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980.

Άρθρο 54

Διακανονισμοί για την άσκηση των δικαιωμάτων επικοινωνίας

1. Οι αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές ή δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορούν να προβούν σε διακανονισμούς για την οργάνωση της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, εφόσον δεν έχουν καν προβλεφθεί ή έχουν προβλεφθεί κατά τρόπο ανεπαρκή οι απαραίτητοι διακανονισμοί στην απόφαση των δικαστηρίων του κράτους μέλους με δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης και υπό τον όρο ότι γίνονται σεβαστά τα ουσιαστικά στοιχεία της απόφασης αυτής. 2. Οι διακανονισμοί σύμφωνα με την παράγραφο 1 παύουν να ισχύουν με μεταγενέστερη απόφαση των δικαστηρίων του κράτους μέλους με δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης.

Άρθρο 55

Επίδοση ή κοινοποίηση του πιστοποιητικού και της απόφασης

1. Όταν ζητείται η εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, το κατάλληλο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί σύμφωνα με τα άρθρα 36 ή 47 επιδίδεται ή κοινοποιείται στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση πριν από το πρώτο μέτρο της εκτέλεσης. Το πιστοποιητικό συνοδεύεται από την απόφαση, αν αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στο εν λόγω πρόσωπο, και, κατά περίπτωση, από τις λεπτομέρειες του διακανονισμού του άρθρου 54 παράγραφος 1. 2. Όταν η επίδοση ή κοινοποίηση πρέπει να πραγματοποιηθεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος προέλευσης, το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση μπορεί να ζητήσει την προσκόμιση μετάφρασης ή μεταγραμματισμού των εξής: α) της απόφασης, προκειμένου να προσβάλει την εκτέλεση · β) κατά περίπτωση, του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 47· εφόσον αυτά δεν είναι διατυπωμένα ή δεν συνοδεύονται από μετάφραση ή μεταγραμματισμό σε γλώσσα την οποία το εν λόγω πρόσωπο καταλαβαίνει ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του ή, αν στο εν λόγω κράτος μέλος υπάρχουν πολλές επίσημες γλώσσες, στην επίσημη γλώσσα ή μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου στον οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του. 3. Αν ζητηθεί μετάφραση ή μεταγραμματισμός σύμφωνα με την παράγραφο 2, δεν λαμβάνονται άλλα μέτρα εκτέλεσης εκτός από ασφαλιστικά, έως ότου παρασχεθεί η εν λόγω μετάφραση ή ο εν λόγω μεταγραμματισμός στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση. 4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται στον βαθμό που η απόφαση και, ανάλογα με την περίπτωση, το πιστοποιητικό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχουν ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση σύμφωνα με τις απαιτήσεις μετάφρασης ή μεταγραμματισμού της παραγράφου 2. Υποτμήμα 2 Αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης και άρνηση εκτέλεσης

Άρθρο 56

Αναστολή και άρνηση

1. Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή, κατά περίπτωση με βάση το εθνικό δίκαιο, του παιδιού, αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης στην περίπτωση που η εκτελεστότητα της απόφασης έχει ανασταλεί στο κράτος μέλος προέλευσης. 2. Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης δύναται, κατόπιν αίτησης του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή, κατά περίπτωση με βάση το εθνικό δίκαιο, του παιδιού, να αναστέλλει εν όλω ή εν μέρει τη διαδικασία εκτέλεσης για έναν από τους εξής λόγους: α) αν έχει ασκηθεί κατά της απόφασης τακτικό ένδικο μέσο στο κράτος μέλος προέλευσης· β) αν η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου που αναφέρεται στο στοιχείο α) δεν έχει ακόμη παρέλθει· γ) αν έχει υποβληθεί αίτηση άρνησης της εκτέλεσης βάσει του άρθρου 41, 50 ή 57· δ) αν το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει υποβάλει, κατά το άρθρο 48, αίτηση ανάκλησης του πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί με βάση το άρθρο 47. 3. Εάν η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο αναστείλει τη διαδικασία εκτέλεσης για τον λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 2, μπορεί να θέσει προθεσμία για την άσκηση παντός ένδικου μέσου. 4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο μπορούν, κατόπιν αίτησης του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή, κατά περίπτωση με βάση το εθνικό δίκαιο, του παιδιού ή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου μέρους που ενεργεί προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, να αναστέλλουν τη διαδικασία εκτέλεσης, αν η εκτέλεση εκθέτει το παιδί σε σοβαρό κίνδυνο σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης λόγω προσωρινών εμποδίων που έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης, ή για οποιαδήποτε άλλη σημαντική μεταβολή των συνθηκών. Η διαδικασία εκτέλεσης συνεχίζεται μόλις πάψει να υφίσταται ο σοβαρός κίνδυνος σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης. 5. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 4, πριν από την άρνηση της εκτέλεσης με βάση την παράγραφο 6, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. 6. Όταν ο σοβαρός κίνδυνος της παραγράφου 4 είναι διαρκής, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο, δύναται, κατόπιν αιτήματος, να αρνηθεί την εκτέλεση της απόφασης.

Άρθρο 57

Λόγοι αναστολής ή άρνησης της εκτέλεσης με βάση το εθνικό δίκαιο

Οι λόγοι αναστολής ή άρνησης της εκτέλεσης σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης εφαρμόζονται, εφόσον είναι συμβατοί με την εφαρμογή των άρθρων 41, 50 και 56.

Άρθρο 58

Δικαιοδοσία των αρμόδιων για την άρνηση εκτέλεσης αρχών ή δικαστηρίων

1. Η αίτηση για άρνηση εκτέλεσης με βάση το άρθρο 39 υποβάλλεται στο δικαστήριο που προβλέπεται στον κατάλογο που κοινοποιεί κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103. Η αίτηση για άρνηση εκτέλεσης με βάση άλλους λόγους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή επιτρέπονται από αυτόν υποβάλλεται στην αρχή ή στο δικαστήριο που προβλέπεται στον κατάλογο που κοινοποιεί κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103. 2. Η κατά τόπον αρμοδιότητα της αρχής ή του δικαστηρίου, που περιλαμβάνεται στον κατάλογο κοινοποιείται από κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103, καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο κινείται η διαδικασία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 59

Αίτηση για άρνηση εκτέλεσης

1. Η διαδικασία για υποβολή αίτησης άρνηση εκτέλεσης, στο μέτρο που δεν καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό, διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. 2. Ο αιτών προσκομίζει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή στο δικαστήριο αντίγραφο της απόφασης και, όπου είναι αναγκαίο και δυνατό, το κατάλληλο πιστοποιητικό που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 36 ή 47. 3. Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο μπορεί, όπου είναι αναγκαίο, να απαιτεί από τον αιτούντα να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91, του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του κατάλληλου πιστοποιητικού που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 36 ή 47 και το οποίο προσδιορίζει την υποχρέωση προς εκτέλεση. 4. Εάν η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο αδυνατεί να προχωρήσει χωρίς μετάφραση ή μεταγραμματισμό της απόφασης, μπορεί να ζητεί από τον αιτούντα να προσκομίζει την εν λόγω μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91,. 5. Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον αιτούντα από την υποχρέωση υποβολής των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 2, εφόσον: α) τα έχει ήδη στην κατοχή του· ή β) εκτιμά ότι δεν είναι εύλογο να βαρυνθεί ο αιτών με την υποχρέωση υποβολής τους. Στην περίπτωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον άλλο διάδικο να προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα. 6. Ο διάδικος που επιδιώκει την άρνηση της εκτέλεσης απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δεν υποχρεούται να έχει ταχυδρομική διεύθυνση στο κράτος μέλος εκτέλεσης. Ο εν λόγω διάδικος οφείλει να έχει εξουσιοδοτημένο αντίκλητο στο κράτος μέλος εκτέλεσης μόνον αν ο διορισμός τέτοιου αντικλήτου είναι υποχρεωτικός από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης ανεξάρτητα από την εθνικότητα των διαδίκων.

Άρθρο 60

Σύντομες διαδικασίες

Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο ενεργεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο πλαίσιο των διαδικασιών σχετικά με την αίτηση για άρνηση της εκτέλεσης.

Άρθρο 61

Προσβολή ή προσφυγή

1. Προσβολή απόφασης σχετικά με την αίτηση για άρνηση της εκτέλεσης, ή προσφυγή κατά αυτής, μπορεί να ασκηθεί και από τους δύο διαδίκους. 2. Η προσβολή ή η προσφυγή ασκείται ενώπιον της αρχής ή του δικαστηρίου που το κράτος μέλος εκτέλεσης έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103 ως το δικαστήριο που επιλαμβάνεται των συγκεκριμένων προσβολών ή προσφυγών.

Άρθρο 62

Περαιτέρω προσβολή ή προσφυγή

Απόφαση επί της προσβολής ή προσφυγής μπορεί να προσβληθεί με προσβολή ή προσφυγή μόνο εφόσον το οικείο κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται τυχόν περαιτέρω προσβολής ή προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 103.

Άρθρο 63

Αναστολή της διαδικασίας

1. Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο στο οποίο έχει υποβληθεί αίτηση για άρνηση της εκτέλεσης ή το οποίο επιλαμβάνεται προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με τα άρθρα 61 ή 62 μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία για έναν από τους ακόλουθους λόγους: α) έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προέλευσης τακτικό ένδικο μέσο κατά της απόφασης· β) η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου που αναφέρεται στο στοιχείο α) δεν έχει εκπνεύσει· ή γ) το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει υποβάλει, κατά το άρθρο 48, αίτηση ανάκλησης του πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί με βάση το άρθρο 47. 2. Εάν η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο αναστείλει τη διαδικασία για τον λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1, μπορεί να τάξει την προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου.

Άρθρο 64

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται σε υποθέσεις διαζυγίων, δικαστικού χωρισμού και γονικής μέριμνας σε δημόσια έγγραφα που έχουν συνταχθεί ή καταχωριστεί επίσημα, και σε συμφωνίες που έχουν καταχωριστεί, σε κράτος μέλος που κρίνει εαυτό αρμόδιο δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙ.

Άρθρο 65

Αναγνώριση και εκτέλεση δημοσίων εγγράφων και συμφωνιών

1. Τα δημόσια έγγραφα και οι συμφωνίες για τον δικαστικό χωρισμό και το διαζύγιο τα οποία παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται σε άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία. Το τμήμα 1 του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζεται αναλόγως, εκτός αν άλλως προβλέπεται στο παρόν τμήμα. 2. Τα δημόσια έγγραφα και οι συμφωνίες σε διαφορές γονικής μέριμνας τα οποία παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και είναι εκτελεστά στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται και εκτελούνται σε άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται κήρυξη της εκτελεστότητας. Τα τμήματα 1 και 3 του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται αναλόγως, εκτός αν άλλως προβλέπεται στο παρόν τμήμα.

Άρθρο 66

Πιστοποιητικό

1. Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή τους κράτους μέλους προέλευσης, που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, πιστοποιητικό για δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία: α) επί γαμικών διαφορών, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα VIIΙ· β) επί διαφορών γονικής μέριμνας, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα IX. Το πιστοποιητικό του στοιχείου β) περιλαμβάνει περίληψη της εκτελεστής υποχρέωσης που περιέχεται στο δημόσιο έγγραφο ή στη συμφωνία. 2. Το πιστοποιητικό μπορεί να εκδίδεται μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το κράτος μέλος που εξουσιοδότησε τη δημόσια αρχή ή άλλη αρχή να συντάξει ή να καταχωρίσει επίσημα το δημόσιο έγγραφο ή να καταχωρίσει τη συμφωνία, είχε δικαιοδοσία δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙ ·και β) το δημόσιο έγγραφο ή η συμφωνία έχει δεσμευτική νομική ισχύ στο εν λόγω κράτος μέλος. 3. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, σε διαφορές γονικής μέριμνας το πιστοποιητικό μπορεί να μην εκδοθεί αν υπάρχουν ενδείξεις ότι το περιεχόμενο του δημόσιου εγγράφου ή της συμφωνίας αντιβαίνει στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. 4. Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται στη γλώσσα του δημόσιου εγγράφου ή της συμφωνίας. Μπορεί, επίσης, να εκδίδεται σε όποια άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ζητήσει ο διάδικος. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου. 5. Αν δεν προσκομιστεί το πιστοποιητικό, το δημόσιο έγγραφο ή η συμφωνία δεν αναγνωρίζεται ούτε εκτελείται σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 67

Διόρθωση και ανάκληση του πιστοποιητικού

1. Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, διορθώνει κατόπιν αίτησης ή μπορεί να διορθώσει αυτεπαγγέλτως το πιστοποιητικό όταν, λόγω ουσιώδους σφάλματος ή παράλειψης, υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ του δημοσίου εγγράφου ή της συμφωνίας και του πιστοποιητικού. 2. Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή της παραγράφου 1, του παρόντος άρθρου κατόπιν αίτησης ή αυτεπαγγέλτως, ανακαλεί το πιστοποιητικό, αν χορηγήθηκε εσφαλμένα, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 66. 3. Η διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης τυχόν άσκησης ένδικου μέσου, σχετικά με τη διόρθωση ή την ανάκληση του πιστοποιητικού διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης.

Άρθρο 68

Λόγοι άρνησης της αναγνώρισης ή εκτέλεσης

1. Η αναγνώριση δημόσιου εγγράφου ή συμφωνίας σχετικά με δικαστικό χωρισμό ή διαζύγιο απορρίπτεται εάν: α) η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης· β) είναι ασυμβίβαστη με απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία μεταξύ των ίδιων διαδίκων στο κράτος μέλος αναγνώρισης· ή γ) είναι ασυμβίβαστη με προγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία που έχει εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος αναγνώρισης. 2. Η αναγνώριση ή η εκτέλεση δημόσιου εγγράφου ή συμφωνίας για διαφορές γονικής μέριμνας απορρίπτεται: α) αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού· β) κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε προσώπου ισχυρίζεται ότι το δημόσιο έγγραφο ή η συμφωνία παραβαίνει τη γονική του μέριμνα, εάν το δημόσιο έγγραφο συντάχθηκε ή καταχωρίστηκε, ή η συμφωνία συνάφθηκε και καταχωρίστηκε, χωρίς τη συμμετοχή του εν λόγω προσώπου· γ) αν και στον βαθμό που είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία για διαφορές γονικής μέριμνας που έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος στο οποίο γίνεται επίκληση της αναγνώρισης ή ζητείται η εκτέλεση· δ) αν και στον βαθμό που είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία για διαφορές γονικής μέριμνας που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος ή στο τρίτο κράτος της συνήθους διαμονής του παιδιού, εφόσον η μεταγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος στο οποίο γίνεται επίκληση της αναγνώρισης ή ζητείται η εκτέλεση· 3. Η αναγνώριση ή η εκτέλεση δημόσιου εγγράφου ή συμφωνίας για διαφορές γονικής μέριμνας μπορεί να απορριφθεί αν το δημόσιο έγγραφο συντάχθηκε ή καταχωρίστηκε επίσημα, ή η συμφωνία καταχωρίστηκε, χωρίς να έχει δοθεί στο παιδί, το οποίο είναι σε θέση να διαμορφώσει τις απόψεις του, η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του.

Άρθρο 69

Απαγόρευση έρευνας της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προέλευσης

Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προέλευσης δεν ερευνάται. Το κριτήριο της δημόσιας τάξης του άρθρου 38 στοιχείο α) και του άρθρου 39 στοιχείο α) δεν εφαρμόζεται στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας των άρθρων 3 έως 14.

Άρθρο 70

Διαφορές στο εφαρμοστέο δίκαιο

Αποφάσεις που αφορούν γαμικές διαφορές δεν μπορούν να μην αναγνωρισθούν με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους αναγνώρισης δεν επιτρέπει διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου στη βάση των ιδίων γεγονότων.

Άρθρο 71

Μη αναθεώρηση επί της ουσίας

Η επί της ουσίας αναθεώρηση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος αποκλείεται.

Άρθρο 72

Άσκηση ένδικων μέσων σε ορισμένα κράτη μέλη

Εάν η απόφαση έχει εκδοθεί στην Ιρλανδία, στην Κύπρο ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάθε μορφή ένδικου μέσου διαθεσίμου στο κράτος μέλος προέλευσης θεωρείται ως τακτικό ένδικο μέσο για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 73

Έξοδα

Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται επίσης για τον καθορισμό του ποσού δαπανών σε δίκες που διεξάγονται βάσει του παρόντος κανονισμού και για την εκτέλεση κάθε απόφασης όσον αφορά τις εν λόγω δαπάνες.

Άρθρο 74

Δικαστική αρωγή

1. Ο αιτών στον οποίο έχει παρασχεθεί ολικά ή μερικά δικαστική αρωγή ή απαλλαγή από έξοδα και δαπάνες στο κράτος μέλος προέλευσης απολαμβάνει, στο πλαίσιο της διαδικασίας των άρθρων 30παράγραφος 3, 40 και 59 την ευμενέστερη μεταχείριση ή την ευρύτερη απαλλαγή από έξοδα και δαπάνες, που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. 2. Ο αιτών ο οποίος στο κράτος μέλος προέλευσης επωφελήθηκε δωρεάν διαδικασίας από διοικητική αρχή που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103, δικαιούται, σε οποιαδήποτε διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 30 παράγραφος 3, 40 και 59, να λαμβάνει νομική αρωγή σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Προς τούτο, ο εν λόγω διάδικος προσκομίζει έγγραφο που έχει εκδώσει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης και το οποίο πιστοποιεί ότι πληροί τις οικονομικές προϋποθέσεις προκειμένου να μπορέσει να επωφεληθεί εν όλω ή εν μέρει της νομικής αρωγής ή απαλλαγής από έξοδα και δαπάνες.

Άρθρο 75

Εγγύηση ή κατάθεση χρηματικού ποσού

Καμιά εγγύηση ή κατάθεση χρηματικού ποσού, ανεξάρτητα από την ονομασία της, δεν μπορεί να επιβληθεί σε διάδικο που ζητεί σε κράτος μέλος την εκτέλεση αποφάσεως η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι είναι αλλοδαπός ή δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

Άρθρο 76

Ορισμός κεντρικών αρχών

Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες κεντρικές αρχές, επιφορτισμένες να παρέχουν τη συνδρομή τους για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε διαφορές γονικής μέριμνας και καθορίζει τις κατά τόπον ή τις καθ’ ύλην αρμοδιότητές τους. Εάν ένα κράτος μέλος έχει ορίσει περισσότερες της μίας κεντρικές αρχές, οι κοινοποιήσεις, κατ’ αρχήν, απευθύνονται απευθείας στην αρμόδια κεντρική αρχή. Εάν κοινοποίηση απευθυνθεί σε αναρμόδια κεντρική αρχή, αυτή τη διαβιβάζει στην αρμόδια κεντρική αρχή και ενημερώνει τον αποστολέα σχετικά.

Άρθρο 77

Γενικά καθήκοντα των κεντρικών αρχών

1. Οι κεντρικές αρχές καθιερώνουν ένα σύστημα ενημέρωσης σχετικά με τις εθνικές νομοθεσίες, διαδικασίες και υπηρεσίες που υπάρχουν για διαφορές γονικής μέριμνας και λαμβάνουν τα μέτρα που θεωρούν κατάλληλα για τη βελτίωση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. 2. Οι κεντρικές αρχές συνεργάζονται και προάγουν τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών τους με σκοπό την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού. 3. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, μπορεί να χρησιμοποιείται το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο για αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Άρθρο 78

Αιτήματα μέσω των κεντρικών αρχών

1. Οι κεντρικές αρχές, κατόπιν αιτήματος κεντρικής αρχής άλλου κράτους μέλους, συνεργάζονται σε επιμέρους υποθέσεις με σκοπό την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού. 2. Αιτήματα δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου μπορούν να υποβληθούν από δικαστήριο ή αρμόδια αρχή. Αιτήματα δυνάμει του άρθρου 79 στοιχεία γ) και ζ) και του άρθρου 80 παράγραφος 1 στοιχείο γ) μπορούν επίσης να υποβληθούν από δικαιούχους γονικής μέριμνας. 3. Εξαιρουμένων των περιπτώσεων επείγουσας ανάγκης και με την επιφύλαξη του άρθρου 86, αιτήματα δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου υποβάλλονται στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου ή της αιτούσας αρμόδιας αρχής ή του κράτους μέλους στο οποίο ο αιτών έχει τη συνήθη διαμονή του. 4. Το παρόν άρθρο δεν αποκλείει τις κεντρικές αρχές ή τις αρμόδιες αρχές από το να συνάψουν ή να διατηρήσουν υφιστάμενες συμφωνίες ή ρυθμίσεις με κεντρικές αρχές ή αρμόδιες αρχές ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, οι οποίες καθιστούν δυνατές τις απευθείας επικοινωνίες στις αμοιβαίες σχέσεις τους. 5. Το παρόν κεφάλαιο δεν αποκλείει κανέναν δικαιούχο γονικής μέριμνας από το να υποβάλει απευθείας αίτημα στα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους. 6. Καμία διάταξη των άρθρων 79 και 80 δεν επιβάλλει υποχρέωση σε κεντρική αρχή να ασκήσει εξουσίες που μπορούν να ασκηθούν μόνο από δικαστικές αρχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται αίτημα.

Άρθρο 79

Ειδικά καθήκοντα των κεντρικών αρχών στις οποίες απευθύνεται αίτημα

Οι κεντρικές αρχές στις οποίες απευθύνεται αίτημα, ενεργώντας απευθείας ή μέσω δικαστηρίων, αρμόδιων αρχών ή άλλων φορέων, λαμβάνουν οποιοδήποτε ενδεδειγμένο μέτρο προκειμένου: α) να βοηθούν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία, στον εντοπισμό παιδιού σε περιπτώσεις που αυτό φέρεται να βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και η πληροφορία αυτή είναι αναγκαία για τη διεκπεραίωση αίτησης ή αιτήματος στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού· β) να συλλέγουν και να ανταλλάσσουν πληροφορίες που είναι χρήσιμες σε διαδικασίες διαφορών γονικής μέριμνας βάσει του άρθρου 80· γ) να παρέχουν πληροφορίες και βοήθεια στους δικαιούχους γονικής μέριμνας που επιδιώκουν την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στο έδαφος της κεντρικής αρχής στην οποία απευθύνεται αίτημα, ιδιαίτερα όσον αφορά το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας και την επιστροφή του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι αναγκαίο, πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο παροχής δικαστικής αρωγής· δ) να διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων, αρμόδιων αρχών και άλλων εμπλεκόμενων φορέων, ιδίως για την εφαρμογή του άρθρου 81· ε) να διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων, εφόσον είναι αναγκαίο, ιδίως για την εφαρμογή των άρθρων 12, 13, 15 και 20· στ) να παρέχουν κάθε πληροφορία και βοήθεια που είναι χρήσιμες για την εφαρμογή του άρθρου 82 από τα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές· και (ζ) να διευκολύνουν τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ των δικαιούχων γονικής μέριμνας, προσφεύγοντας στη μεσολάβηση ή σε άλλα μέσα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, και να διευκολύνουν προς τον σκοπό αυτό τη διασυνοριακή συνεργασία.

Άρθρο 80

Συνεργασία για τη συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών που είναι χρήσιμες σε διαδικασίες διαφορών γονικής μέριμνας

1. Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, η κεντρική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει ή είχε τη συνήθη διαμονή του βρίσκεται ή βρισκόταν, απευθείας ή μέσω δικαστηρίων, αρμόδιων αρχών ή άλλων φορέων: α) εφόσον προβλέπεται, διαβιβάζει ή καταρτίζει και διαβιβάζει έκθεση σχετικά με τα εξής: i) την κατάσταση του παιδιού· ii) τυχόν εκκρεμείς διαδικασίες σε διαφορές γονικής μέριμνας του παιδιού· ή iii) ληφθείσες αποφάσεις σε διαφορές γονικής μέριμνας του παιδιού· β) παρέχει κάθε άλλη πληροφορία που είναι χρήσιμη σε διαδικασίες διαφορών γονικής μέριμνας στο αιτούν κράτος μέλος, ιδίως όσον αφορά την κατάσταση γονέα, συγγενή ή άλλου προσώπου που μπορεί να είναι κατάλληλο για τη φροντίδα του παιδιού, εάν το απαιτεί η κατάσταση του παιδιού· ή γ) δύναται να ζητά από το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει να εξετάσει την ανάγκη λήψης μέτρων για την προστασία του προσώπου ή της περιουσίας του παιδιού. 2. Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία το παιδί εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή που εξετάζει ή έχει λάβει μέτρα για την προστασία του παιδιού, εάν γνωρίζει ότι η διαμονή του παιδιού έχει μετακινηθεί σε άλλο κράτος μέλος ή ότι το παιδί βρίσκεται στο κράτος μέλος αυτό, ενημερώνει τα δικαστήρια ή τις αρμόδιες αρχές αυτού του άλλου κράτους μέλους για τον κίνδυνο που υπάρχει και για τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή είναι υπό εξέταση. Η πληροφορία αυτή μπορεί να διαβιβαστεί απευθείας ή μέσω των κεντρικών αρχών. 3. Τα αιτήματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 και τυχόν πρόσθετα έγγραφα συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή, όταν υπάρχουν διάφορες επίσημες γλώσσες στο εν λόγω κράτος μέλος, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου στον οποίο πρόκειται να διεκπεραιωθεί το αίτημα ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα έχει δηλώσει ότι αποδέχεται το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν την αποδοχή αυτή στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103. 4. Εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, οι πληροφορίες της παραγράφου 1 διαβιβάζονται στην αιτούσα κεντρική αρχή το αργότερο τρεις μήνες μετά την παραλαβή του αιτήματος.

Άρθρο 81

Εκτέλεση αποφάσεων σε διαφορές γονικής μέριμνας σε άλλο κράτος μέλος

1. Δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει από τα δικαστήρια ή τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους τη συνδρομή τους για την εκτέλεση αποφάσεων σε διαφορές γονικής μέριμνας που έχουν εκδοθεί βάσει του παρόντος κανονισμού, ιδιαίτερα για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας. 2. Το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τυχόν συνοδευτικά έγγραφα συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή, όταν υπάρχουν διάφορες επίσημες γλώσσες στο εν λόγω κράτος μέλος, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου στον οποίο πρόκειται να διεκπεραιωθεί το αίτημα ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα έχει δηλώσει ότι αποδέχεται το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν την αποδοχή αυτή στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

Άρθρο 82

Τοποθέτηση του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος

1. Όταν δικαστήριο ή αρμόδια αρχή εξετάζει το ενδεχόμενο τοποθέτησης ενός παιδιού σε άλλο κράτος μέλος, λαμβάνει προηγουμένως την έγκριση της αρμόδιας αρχής αυτού του άλλου κράτους μέλους. Προς τον σκοπό αυτό η κεντρική αρχή του αιτούντος κράτους μέλους διαβιβάζει στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και στο οποίο πρόκειται να τοποθετηθεί το παιδί αίτημα έγκρισης το οποίο περιλαμβάνει έκθεση σχετικά με το παιδί καθώς και τους λόγους της προτεινόμενης τοποθέτησης ή παροχής φροντίδας, πληροφορίες για οποιαδήποτε εξεταζόμενη χρηματοδότηση και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία κρίνεται χρήσιμη, όπως η αναμενόμενη διάρκεια της τοποθέτησης. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν το παιδί πρόκειται να τοποθετηθεί υπό τη φροντίδα γονέα. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η έγκρισή τους βάσει της παραγράφου 1 δεν απαιτείται για τοποθετήσεις εντός του εδάφους τους για ορισμένες κατηγορίες στενών συγγενών πέραν των γονέων. Οι εν λόγω κατηγορίες κοινοποιούνται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103. 3. Η κεντρική αρχή άλλου κράτους μέλους μπορεί να ενημερώσει το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή που εξετάζει το ενδεχόμενο τοποθέτησης παιδιού, για τη στενή σχέση του παιδιού με το εν λόγω κράτος μέλος. Αυτό δεν επηρεάζει την εθνική νομοθεσία και διαδικασία του κράτους μέλους που εξετάζει το ενδεχόμενο τοποθέτησης. 4. Το αίτημα και τυχόν πρόσθετα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή, όταν υπάρχουν διάφορες επίσημες γλώσσες στο εν λόγω κράτος μέλος, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου στον οποίο πρόκειται να διεκπεραιωθεί το αίτημα ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα έχει δηλώσει ότι αποδέχεται το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν την αποδοχή αυτή στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103. 5. Η τοποθέτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αποτελεί αντικείμενο απόφασης ή ρύθμισης από το αιτούν κράτος μέλος μόνο αφότου η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα εγκρίνει την τοποθέτηση. 6. Εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, η απόφαση με την οποία χορηγείται ή απορρίπτεται η έγκριση διαβιβάζεται στην αιτούσα κεντρική αρχή το αργότερο τρεις μήνες μετά την παραλαβή του αιτήματος. 7. Η διαδικασία για τη λήψη της έγκρισης διέπεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. 8. Το παρόν άρθρο δεν αποκλείει τις κεντρικές αρχές ή τις αρμόδιες αρχές από το να συνάψουν ή να διατηρήσουν υφιστάμενες συμφωνίες ή ρυθμίσεις με κεντρικές αρχές ή αρμόδιες αρχές ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, οι οποίες διευκολύνουν τη διαδικασία διαβούλευσης για τη λήψη έγκρισης στις αμοιβαίες σχέσεις τους.

Άρθρο 83

Έξοδα των κεντρικών αρχών

1. Η συνδρομή των κεντρικών αρχών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό παρέχεται ατελώς. 2. Κάθε κεντρική αρχή αναλαμβάνει τα έξοδά της κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 84

Συνεδριάσεις των κεντρικών αρχών

1. Οι κεντρικές αρχές, για να διευκολύνουν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, συνέρχονται τακτικά. 2. Η σύγκληση των συνεδριάσεων των κεντρικών αρχών γίνεται, ιδίως, από την Επιτροπή στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις σύμφωνα με την απόφαση 2001/470/ΕΚ.

Άρθρο 85

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται στην επεξεργασία αιτημάτων και αιτήσεων που υποβάλλονται δυνάμει των κεφαλαίων III έως V.

Άρθρο 86

Συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων

1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα δικαστήρια μπορούν να συνεργάζονται και να επικοινωνούν ή να ζητούν πληροφορίες απευθείας μεταξύ τους υπό την προϋπόθεση ότι η επικοινωνία αυτή σέβεται τα δικονομικά δικαιώματα των διαδίκων και την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών. 2. Η συνεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να υλοποιείται με οποιοδήποτε μέσο κρίνει κατάλληλο το δικαστήριο. Μπορεί ιδίως να αφορά: α) την επικοινωνία για τους σκοπούς των άρθρων 12 και 13· β) την ενημέρωση σύμφωνα με το άρθρο 15· γ) την ενημέρωση σχετικά με εκκρεμείς διαδικασίες για τους σκοπούς του άρθρου 20· δ) την επικοινωνία για τους σκοπούς των κεφαλαίων III έως V.

Άρθρο 87

Συλλογή και διαβίβαση πληροφοριών

1. Η κεντρική αρχή στην οποία απευθύνεται αίτημα διαβιβάζει κάθε αίτηση, αίτημα ή τις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά για διαφορές γονικής μέριμνας ή διεθνούς απαγωγής παιδιών, κατά περίπτωση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, στο δικαστήριο, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ή σε κάθε ενδιάμεσο ως ενδείκνυται βάσει της εθνικής νομοθεσίας και διαδικασίας. 2. Οποιοσδήποτε ενδιάμεσος, δικαστήριο ή αρμόδια αρχή, όπου έχουν διαβιβαστεί οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δυνάμει του παρόντος κανονισμού, μπορεί να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω πληροφορίες μόνο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. 3. Ο ενδιάμεσος, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή που κατέχει ή έχει αρμοδιότητα να συλλέξει, εντός του κράτους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, πληροφορίες που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση αιτήματος ή αίτησης δυνάμει του παρόντος κανονισμού, παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες στην κεντρική αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα κατόπιν αιτήματός της, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η κεντρική αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα δεν έχει απευθείας πρόσβαση στις πληροφορίες. 4. Η κεντρική αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα διαβιβάζει, εφόσον είναι αναγκαίο, τις πληροφορίες που αποκτήθηκαν δυνάμει του παρόντος άρθρου στην αιτούσα κεντρική αρχή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία.

Άρθρο 88

Ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων

Όταν υπάρχει κίνδυνος να θιγεί η αποτελεσματική διεκπεραίωση του αιτήματος για το οποίο διαβιβάστηκαν οι πληροφορίες δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η υποχρέωση να ενημερωθεί το υποκείμενο των δεδομένων δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφοι 1 έως 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μπορεί να μετατεθεί για μετά τη διεκπεραίωση του αιτήματος.

Άρθρο 89

Μη δημοσιοποίηση πληροφοριών

1. Κεντρική αρχή, δικαστήριο ή αρμόδια αρχή δεν δημοσιοποιεί ούτε επιβεβαιώνει πληροφορίες που συλλέχθηκαν ή διαβιβάστηκαν για τους σκοπούς των κεφαλαίων III έως VI, εάν αποφασίσει ότι το γεγονός αυτό θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια ή την ελευθερία του παιδιού ή άλλου προσώπου. 2. Η σχετική απόφαση που λαμβάνεται σε ένα κράτος μέλος λαμβάνεται υπόψη από τις κεντρικές αρχές, τα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, ιδίως στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας. 3. Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τη συλλογή και τη διαβίβαση πληροφοριών από τις κεντρικές αρχές, τα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές, και μεταξύ αυτών, στον βαθμό που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των υποχρεώσεων δυνάμει των κεφαλαίων III έως VI.

Άρθρο 90

Επικύρωση ή άλλη ανάλογη διατύπωση

Καμιά επικύρωση ή άλλη ανάλογη διατύπωση δεν απαιτείται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 91

Γλώσσες

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 55 παράγραφος 2 στοιχείο α), όποτε απαιτείται μετάφραση ή μεταγραμματισμός βάσει του παρόντος κανονισμού, η εν λόγω μετάφραση ή μεταγραμματισμός γίνεται στην επίσημη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους ή, αν στο εν λόγω κράτος μέλος υπάρχουν περισσότερες επίσημες γλώσσες, στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες των δικαστικών διαδικασιών του τόπου όπου γίνεται επίκληση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος ή υποβάλλεται αίτηση, σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους. 2. Οι μεταφράσεις ή ο μεταγραμματισμός του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου των πιστοποιητικών που αναφέρονται στα άρθρα 29, 36, 47, 49 και 66 μπορούν να γίνουν και προς οποιαδήποτε άλλη επίσημη γλώσσα ή γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία ή τις οποίες το οικείο κράτος μέλος έχει δηλώσει σύμφωνα με το άρθρο 103 ότι δέχεται. 3. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή την επίσημη γλώσσα ή γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πέραν των δικών τους, στις οποίες μπορούν να συντάσσονται οι κοινοποιήσεις που απευθύνονται στις κεντρικές αρχές. 4. Κάθε μετάφραση που απαιτείται για τους σκοπούς των κεφαλαίων ΙΙΙ και IV πραγματοποιείται από πρόσωπο που νομιμοποιείται να πραγματοποιεί μεταφράσεις σε ένα από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 92

Τροποποιήσεις των παραρτημάτων

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 93 σχετικά με την τροποποίηση παραρτημάτων I έως IX προκειμένου να επικαιροποιήσει ή να εισαγάγει τεχνικές αλλαγές στα εν λόγω παραρτήματα.

Άρθρο 93

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1. Η εξουσία θέσπισης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή με την επιφύλαξη των όρων που τίθενται στο παρόν άρθρο. 2. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 92 εξουσιοδότηση θέσπισης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστο από τις 22 Ιουλίου 2019. 3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 92 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κατά τη μεταγενέστερη ημερομηνία που τυχόν ορίζει η απόφαση. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη. 4. Πριν από τη θέσπιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. 5. Η Επιτροπή, μόλις θεσπίσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί στο Συμβούλιο. 6. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που έχει θεσπιστεί σύμφωνα με το άρθρο 92 τίθεται σε ισχύ μόνο εάν δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, το Συμβούλιο ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλει αντιρρήσεις. Με πρωτοβουλία του Συμβουλίου η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες. 7. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται για τη θέσπιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων από την Επιτροπή, για τις αντιρρήσεις που τυχόν έχουν διατυπωθεί εναντίον τους και για την ανάκληση της εξουσιοδότησης από το Συμβούλιο.

Άρθρο 94

Σχέσεις με άλλες νομικές πράξεις

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου παράγραφος 2 και των άρθρων 95 έως 100, ο παρών κανονισμός αντικαθιστά, για τα κράτη μέλη, τις κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 υφιστάμενες συμβάσεις, οι οποίες έχουν συναφθεί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών και αφορούν θέματα τα οποία διέπονται από τον παρόντα κανονισμό. 2. Η Φινλανδία και η Σουηδία απέκτησαν τη δυνατότητα να δηλώσουν, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζονται στα στοιχεία β) και γ) της εν λόγω διάταξης, ότι η Σύμβαση της 6ης Φεβρουαρίου 1931 μεταξύ της Δανίας, της Φινλανδίας, της Ισλανδίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας που περιέχει διατάξεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου σχετικά με τον γάμο, την υιοθεσία και την επιτροπεία, καθώς και το τελικό πρωτόκολλο αυτής, θα εφαρμόζονται εν όλω ή εν μέρει στις αμοιβαίες σχέσεις τους, αντί των κανόνων του παρόντος κανονισμού. Οι αντίστοιχες δηλώσεις τους έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003. Τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούν ανά πάσα στιγμή να αποσύρουν, εν όλω ή εν μέρει, τις δηλώσεις αυτές. 3. Οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία συναφθεί μεταξύ των αναφερομένων στην παράγραφο 2 κρατών μελών που αφορούν θέματα που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό ευθυγραμμίζονται με τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. 4. Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας μεταξύ των πολιτών της Ένωσης τηρείται. 5. Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε οποιοδήποτε από τα σκανδιναβικά κράτη έχει προβεί στην προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 δήλωση, στο πλαίσιο δωσιδικίας που αντιστοιχεί σε περίπτωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο ΙΙ, αναγνωρίζονται και εκτελούνται στα υπόλοιπα κράτη μέλη σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο κεφάλαιο IV τμήμα 1. 6. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή: α) αντίγραφο των συμφωνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 3, καθώς και των ομοιόμορφων νόμων που τις εφαρμόζουν· β) κάθε καταγγελία ή τροποποίηση των συμφωνιών και των ομοιόμορφων νόμων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3. Οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Άρθρο 95

Σχέσεις με ορισμένες πολυμερείς συμβάσεις

Στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών που είναι συμβαλλόμενα μέρη του, ο παρών κανονισμός υπερισχύει των ακόλουθων συμβάσεων, στο βαθμό που αφορούν θέματα διεπόμενα από αυτόν: α) σύμβαση της Χάγης, της 5ης Οκτωβρίου 1961, σχετικά με την αρμοδιότητα των αρχών και το εφαρμοστέο δίκαιο όσον αφορά την προστασία των ανηλίκων· β) σύμβαση του Λουξεμβούργου, της 8ης Σεπτεμβρίου 1967, για την αναγνώριση αποφάσεων που αφορούν το κύρος γάμων· γ) σύμβαση της Χάγης, της 1ης Ιουνίου 1970, για την αναγνώριση αποφάσεων διαζυγίου και δικαστικού χωρισμού· δ) ευρωπαϊκή σύμβαση, της 20ής Μαΐου 1980, για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε θέματα επιμέλειας των τέκνων καθώς και για την αποκατάσταση της επιμέλειάς τους.

Άρθρο 96

Σχέση με τη Σύμβαση της Χάγης του 1980

Αν παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται παράνομα σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, οι διατάξεις της Σύμβασης της Χάγης του 1980 εξακολουθούν να εφαρμόζονται όπως συμπληρώνονται από τις διατάξεις των κεφαλαίων III και VI του παρόντος κανονισμού. Όταν απόφαση που διατάσσει την επιστροφή παιδιού δυνάμει της Σύμβασης της Χάγης του 1980, η οποία εκδόθηκε σε ένα κράτος μέλος, πρέπει να αναγνωριστεί και να εκτελεσθεί σε άλλο κράτος μέλος έπειτα από περαιτέρω παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του παιδιού, εφαρμόζεται το κεφάλαιο IV.

Άρθρο 97

Σχέση με τη Σύμβαση της Χάγης του 1996

1. Όσον αφορά τη σχέση με τη Σύμβαση της Χάγης του 1996, εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός: α) με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, εφόσον το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος κράτους μέλους· β) όσον αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση απόφασης δικαστηρίου κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ακόμη και αν το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος κράτους το οποίο είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω σύμβασης και στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός. 2. Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, α) αν οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει επί της διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίου σε κράτος το οποίο αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Χάγης του 1996 και στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, εφαρμόζεται το άρθρο 10 της εν λόγω σύμβασης, β) όσον αφορά τη μεταφορά διεθνούς δικαιοδοσίας από δικαστήριο κράτους μέλους σε δικαστήριο κράτους το οποίο αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Χάγης του 1996 και στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, εφαρμόζονται τα άρθρα 8 και 9 της εν λόγω σύμβασης, γ) στην περίπτωση που εκκρεμεί διαδικασία σχετικά με τη γονική μέριμνα ενώπιον δικαστηρίου κράτους το οποίο αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Χάγης του 1996 και στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός κατά τον χρόνο κατά τον οποίο δικαστήριο κράτους μέλους επιλαμβάνεται διαδικασίας σχετικά με το ίδιο παιδί και για το ίδιο αντικείμενο, εφαρμόζεται το άρθρο 13 της εν λόγω σύμβασης.

Άρθρο 98

Έκταση των αποτελεσμάτων

1. Οι συμφωνίες και οι συμβάσεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα 94 έως 97 εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα επί θεμάτων τα οποία δεν ρυθμίζει ο παρών κανονισμός. 2. Οι συμβάσεις των άρθρων 95 έως 97 του παρόντος κανονισμού, και ιδίως οι συμβάσεις της Χάγης του 1980 και του 1996, εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα μεταξύ των κρατών μελών που είναι συμβαλλόμενα μέρη τους, τηρουμένων των άρθρων 95 έως 97 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 99

Συνθήκες με την Αγία Έδρα

1. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη διεθνή συμφωνία (Concordat) μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Πορτογαλίας, που υπεγράφη στην πόλη του Βατικανού στις 18 Μαΐου 2004. 2. Κάθε απόφαση σχετικά με ελαττωματικό γάμο η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη υπό τους όρους του υποτμήματος 1 του τμήματος 1 του κεφαλαίου IV. 3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται επίσης στις ακόλουθες διεθνείς συμφωνίες με την Αγία Έδρα: α) «συνθήκη του Λατερανού» (Concordato lateranense) της 11ης Φεβρουαρίου 1929 μεταξύ της Ιταλίας και της Αγίας Έδρας, όπως τροποποιήθηκε από τη συμφωνία και το πρόσθετο πρωτόκολλό της που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 18 Φεβρουαρίου 1984· β) συμφωνία μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Ισπανίας περί νομικών υποθέσεων, της 3ης Ιανουαρίου 1979· γ) συμφωνία της 3ης Φεβρουαρίου 1993 μεταξύ της Μάλτας και της Αγίας Έδρας για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών στους καθολικούς θρησκευτικούς γάμους και στις αποφάσεις των εκκλησιαστικών αρχών και δικαστηρίων για τους γάμους αυτούς, συμπεριλαμβανομένου του πρωτοκόλλου εφαρμογής της ίδιας ημερομηνίας, μαζί με το τρίτο πρόσθετο πρωτόκολλο της 27ης Ιανουαρίου 2014. 4. Η αναγνώριση στην Ιταλία, την Ισπανία ή τη Μάλτα των αποφάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 μπορεί να υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες και στους ίδιους ελέγχους που ισχύουν για τις αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες με την Αγία Έδρα τις οποίες μνημονεύει η παράγραφος 3. 5. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή: α) αντίγραφο των συμφωνιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3· β) κάθε καταγγελία ή τροποποίηση των εν λόγω συμφωνιών.

Άρθρο 100

Μεταβατικές διατάξεις

1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται, στα δημόσια έγγραφα που συντάσσονται ή καταχωρίζονται επίσημα και στις συμφωνίες που καταχωρίζονται κατά ή μετά την 1η Αυγούστου 2022. 2. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 εξακολουθεί να εφαρμόζεται ως προς τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, τα δημόσια έγγραφα που συντάχθηκαν ή καταχωρίστηκαν επίσημα και τις συμφωνίες που κατέστησαν εφαρμοστέες στο κράτος μέλος στο οποίο συνάφθηκαν πριν από την 1η Αυγούστου 2022 και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 101

Παρακολούθηση και αξιολόγηση

1. Η Επιτροπή, έως τις 2 Αυγούστου 2032 υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εκ των υστέρων αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού που βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχουν τα κράτη μέλη. Η έκθεση συνοδεύεται, εφόσον είναι αναγκαίο, από νομοθετική πρόταση. 2. Από τις 2 Αυγούστου 2025, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή κατόπιν αιτήματος, κατά περίπτωση, πληροφορίες που είναι χρήσιμες για την αξιολόγηση της λειτουργίας και της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σχετικά με τα ακόλουθα: α) τον αριθμό των αποφάσεων σε γαμικές διαφορές ή σε διαφορές γονικής μέριμνας στις οποίες η δικαιοδοσία στηρίχθηκε στις βάσεις δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού· β) όσον αφορά τις αιτήσεις εκτέλεσης απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 1, τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες δεν πραγματοποιήθηκε η εκτέλεση εντός έξι εβδομάδων από τον χρόνο έναρξης της διαδικασίας εκτέλεσης· γ) τον αριθμό των αιτήσεων για άρνηση της αναγνώρισης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 40 και τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες έγινε δεκτή η αίτηση άρνησης της αναγνώρισης· δ) τον αριθμό των αιτήσεων για άρνηση της εκτέλεσης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 58 και τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες έγινε δεκτή η αίτηση άρνησης της εκτέλεσης· ε) τον αριθμό των προσφυγών που ασκήθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 61 και 62, αντίστοιχα.

Άρθρο 102

Κράτη μέλη με δύο ή περισσότερα συστήματα δικαίου

Στα κράτη μέλη όπου εφαρμόζονται σε διαφορετικές εδαφικές ενότητες δύο ή περισσότερα συστήματα δικαίου ή σύνολα κανόνων που αφορούν τα θέματα που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό: α) κάθε αναφορά στη συνήθη διαμονή στο οικείο κράτος μέλος αφορά τη συνήθη διαμονή σε μια εδαφική ενότητα· β) κάθε αναφορά στην ιθαγένεια αφορά την εδαφική ενότητα που ορίζεται από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους· γ) κάθε αναφορά στην αρχή κράτους μέλους αναφέρεται στην αρχή μιας εδαφικής ενότητας που ανήκει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος· δ) κάθε αναφορά στους κανόνες του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση αναγνώρισης ή εκτέλεσης αφορά τους κανόνες της εδαφικής ενότητας στην οποία γίνεται επίκληση της διεθνούς δικαιοδοσίας, της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης.

Άρθρο 103

Πληροφορίες προς κοινοποίηση στην Επιτροπή

1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ακόλουθα: α) κάθε αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 σημείο 2 στοιχείο β) και σημείο 3αι 3 και στο άρθρο 74 παράγραφος 2· β) τα δικαστήρια και τις αρχές που είναι αρμόδια να εκδίδουν πιστοποιητικά όπως προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 και στο άρθρο 66 και τα δικαστήρια που είναι αρμόδια να διορθώνουν πιστοποιητικά όπως προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1, στο άρθρο 48 παράγραφος 1, στο άρθρο 49 και στο άρθρο 66 παράγραφος 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 37 παράγραφος 1· γ) τα δικαστήρια που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 3, στο άρθρο 52, στο άρθρο 40 παράγραφος 1, στο άρθρο 58 παράγραφος 1, και στο άρθρο 62 καθώς και τις αρχές και τα δικαστήρια που αναφέρονται στο άρθρο 61 παράγραφος 2· δ) τις αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 52· ε) τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στα άρθρα 61 και 62· στ) τα ονόματα, τις διευθύνσεις και τα μέσα επικοινωνίας όσον αφορά τις κεντρικές αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 76· ζ) τις κατηγορίες στενών συγγενών που αναφέρονται στο άρθρο 82 παράγραφος 2, κατά περίπτωση· η) τις γλώσσες που γίνονται δεκτές για ανακοινώσεις που απευθύνονται στις κεντρικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 91 παράγραφος 3· θ) τις γλώσσες που γίνονται δεκτές για τις μεταφράσεις σύμφωνα με το άρθρο 80 παράγραφος 3, το άρθρο 81 παράγραφος 2, το άρθρο 82 παράγραφος 2 και το άρθρο 91 παράγραφος 2. 2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στην Επιτροπή έως τις 23 Απριλίου 2021. 3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε αλλαγή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1. 4. Η Επιτροπή θέτει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 πληροφορίες στη διάθεση του κοινού με κατάλληλα μέσα, μεταξύ άλλων μέσω της διαδικτυακής πύλης της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης (e-Justice).

Άρθρο 104

Κατάργηση

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 100 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 καταργείται από την 1η Αυγούστου 2022. 2. Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος X.

Άρθρο 105

Έναρξη ισχύος

1. Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Αυγούστου 2022, εκτός από τα άρθρα 92, 93 και 103, που εφαρμόζονται από τις 22 Ιουλίου 2019.

Αναζήτηση Νομολογίας

Βρείτε αποφάσεις που ερμηνεύουν τα άρθρα του ΒρΙΙβ σε δευτερόλεπτα

Αναζήτηση Νομολογίας