Πλαίσιο για Κοινωφελείς Περιουσίες (Ν. 5259/2025) (ΚΚΠ)

132 άρθρα · Τελευταία τροποποίηση: Ν. 5275/2026

Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός της παρούσας Ενότητας είναι η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη διοίκηση, τη διαχείριση, την αξιοποίηση και την εποπτεία κοινωφελών περιουσιών, κληρονομιών υπέρ του Δημοσίου, σχολαζουσών κληρονομιών και δωρεών προς το Δημόσιο, η δημιουργία ενός ιδρύματος ειδικού σκοπού για τη διαχείριση και εκκαθάριση αδρανών κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών, κληρονομιών υπέρ του Δημοσίου και σχολαζουσών κληρονομιών, καθώς και η θέσπιση φορολογικών κινήτρων. Ειδικότερα, επιδιώκονται: α) η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών και των φορέων προς το Δημόσιο, μέσω της ψηφιακής ιχνηλασιμότητας, της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της αποτελεσματικότητας κατά την εκπλήρωση κοινωφελών σκοπών, β) η διασφάλιση της βούλησης των διαθετών και δωρητών και η βέλτιστη αξιοποίηση της κοινωφελούς περιουσίας, καθώς και των κληρονομιών υπέρ του Δημοσίου, προς εκπλήρωση των σκοπών τους, γ) η διευκόλυνση και περαιτέρω ανάπτυξη της φιλανθρωπικής δράσης και της κοινωνικής προσφοράς, που ασκείται μέσω της διάθεσης περιουσιών για την εκπλήρωση κοινωφελών σκοπών, δ) η αξιοποίηση ακινήτων κοινωφελών περιουσιών, σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη ή του δωρητή, ε) η αντιμετώπιση του προβλήματος της αδράνειας κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών, με τη θέσπιση και λειτουργία ενός καινοτόμου μηχανισμού ενεργοποίησης και αξιοποίησής τους, στ) η έγκαιρη πληροφόρηση του Δημοσίου για την κλήση του ως κληρονόμου ή κληροδόχου και η καθιέρωση συγκεκριμένης και σύντομης διαδικασίας για την οριστικοποίηση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου και την εκκαθάριση της σχολάζουσας κληρονομίας, προς ενίσχυση της ασφάλειας του δικαίου και των συναλλαγών, και ζ) η απλοποίηση και ψηφιοποίηση της διαδικασίας σύναψης συμβάσεων δωρεών προς τον δημόσιο τομέα και η παροχή κινήτρων προς προσέλκυση και διευκόλυνση των δωρεών.

Άρθρο 2

Αντικείμενο

Αντικείμενο της παρούσας Ενότητας είναι: α) η δημιουργία Ηλεκτρονικού Μητρώου Κοινωφελών Περιουσιών (Η.Μ.ΚΟΙ.Π.), για την ανάρτηση και επεξεργασία δεδομένων, σχετικά με τη διοίκηση και τη λειτουργία των κοινωφελών περιουσιών, β) η σύσταση ιδρύματος ειδικού σκοπού για την προσωρινή ή οριστική διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση αδρανών κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών, την προσωρινή διαχείριση, αξιοποίηση και εκκαθάριση περιουσιών χωρίς διοίκηση ή εκτελεστή διαθήκης, την προσωρινή διαχείριση και εκκαθάριση περιουσιών που διατέθηκαν υπέρ του Δημοσίου, καθώς και των σχολαζουσών κληρονομιών, γ) η θέσπιση κανόνων για την αποτελεσματικότερη διοίκηση, διαχείριση, εκκαθάριση και αξιοποίηση των κοινωφελών περιουσιών και των κληρονομιών υπέρ του Δημοσίου, δ) η ρύθμιση των όρων και διαδικασιών αξιοποίησης ακινήτων κοινωφελών περιουσιών, ε) η θέσπιση κανόνων για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών, προκειμένου να εξυπηρετούνται οι κοινωφελείς σκοποί τους, στ) η εισαγωγή ηλεκτρονικής πλατφόρμας για τον εντοπισμό, την καταγραφή, την επεξεργασία, τη διαχείριση και την παρακολούθηση των σχολαζουσών κληρονομιών του Δημοσίου, ζ) η θέσπιση σύντομης διοικητικής διαδικασίας για την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου, η) η θέσπιση πλαισίου διαχειριστικού ελέγχου, θ) η θέσπιση κινήτρων και η απλοποίηση της διαδικασίας πραγματοποίησης δωρεών προς το Δημόσιο.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1. H παρούσα Ενότητα εφαρμόζεται αποκλειστικά στις κοινωφελείς περιουσίες, με την επιφύλαξη της παρ. 2, στις κληρονομίες και στις δωρεές υπέρ του Δημοσίου, καθώς και στις σχολάζουσες κληρονομίες. 2. Δεν υπάγονται στην παρούσα Ενότητα: α) Κοινωφελή ιδρύματα που έχουν εξαιρεθεί από την εφαρμογή του α.ν. 2039/1939 (Α’ 455) και του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185), τα οποία διέπονται αποκλειστικά από την ιδρυτική τους πράξη και τον Οργανισμό τους, καθώς και οι υπέρ αυτών αυτοτελείς περιουσίες και οι περιουσίες του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 47. Τα κοινωφελή ιδρύματα και οι υπέρ αυτών αυτοτελείς περιουσίες του προηγούμενου εδαφίου υπέχουν μόνο υποχρέωση εγγραφής και ανάρτησης στοιχείων, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 και το άρθρο 6, και δύναται να χαρακτηρίζονται αδρανή, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 62. β) Αλλοδαπά ιδρύματα ή εμπιστεύματα (trust) ή κάθε είδους αλλοδαπές νομικές οντότητες ή περιουσίες, που λειτουργούν σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλων κρατών και δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα με κοινωφελείς σκοπούς, σύμφωνα με την περ. θ) του άρθρου 4. γ) Τα νομικά πρόσωπα κοινωνικής φροντίδας και πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου 99 του ν. 5239/2025 (Α’ 178) και του ν. 2345/1995 (Α’ 213). δ) Τα δημοτικά ιδρύματα του άρθρου 226 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α’ 114) και οι δωρεές υπέρ των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών τους προσώπων.

Άρθρο 4

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας Ενότητας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α) «Αυτοτελής περιουσία»: σύνολο περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, υπέρ υφιστάμενου νομικού προσώπου, με επιδιωκόμενο κοινωφελή σκοπό που προσδιορίζεται επαρκώς και είναι διαφορετικός ή ειδικότερος από αυτόν που επιδιώκει το υφιστάμενο νομικό πρόσωπο, χωρίς να καθορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης. β) «Ενεργή αυτοτελής περιουσία»: Η αυτοτελής περιουσία που δεν έχει χαρακτηρισθεί αδρανής, σύμφωνα με το άρθρο 62. γ) «Ενεργό ίδρυμα»: Το κοινωφελές ίδρυμα που δεν έχει χαρακτηρισθεί αδρανές, σύμφωνα με το άρθρο 62. δ) «Εποπτεύουσα αρχή»: Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Ειδικά στα ενεργά κοινωφελή ιδρύματα και στις ενεργές αυτοτελείς περιουσίες η εποπτεία ασκείται και από τις κατά τόπο αρμόδιες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, με βάση την έδρα της διοίκησής τους. ε) «Ηλεκτρονικό Μητρώο Κοινωφελών Περιουσιών (Η.Μ.ΚΟΙ.Π.)»: το ηλεκτρονικό μητρώο του άρθρου 5 για την υποστήριξη του θεσμικού πλαισίου διοίκησης και λειτουργίας κάθε κοινωφελούς περιουσίας, το οποίο ενημερώνεται από τα όργανα διοίκησης αυτών για κάθε ενέργεια και πράξη, στην οποία προβαίνουν. στ) «Ιδρυτική πράξη»: το συμβολαιογραφικό έγγραφο ή η διάταξη τελευταίας βούλησης του ιδρυτή ή διαθέτη, αντίστοιχα, με την οποία αφιερώνεται περιουσία για την επίτευξη ορισμένου κοινωφελούς σκοπού. ζ) «Κοινωφελές ίδρυμα»: σύνολο περιουσίας αφιερωμένο, σύμφωνα με την ιδρυτική του πράξη, στην εξυπηρέτηση κοινωφελούς σκοπού, το οποίο έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα. η) «Κοινωφελής περιουσία»: το κοινωφελές ίδρυμα, η αυτοτελής περιουσία και κάθε άλλο σύνολο περιουσίας που διατίθεται με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου υπέρ του Δημοσίου ή άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου, για την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού. θ) «Κοινωφελής σκοπός»: κάθε σκοπός που αποβλέπει στην ικανοποίηση αναγκών του κοινωνικού συνόλου ή μέρους αυτού, χωρίς ιδιωτικό κέρδος. Περιλαμβάνει σκοπούς κοινωνικής πρόνοιας, υγείας, παιδείας, επιστήμης, πολιτισμού, αθλητισμού και προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς και κάθε άλλον σκοπό ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος. ι) «Πιστοποιημένος ελεγκτής κοινωφελών περιουσιών»: ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή ελεγκτική εταιρεία, ή λογιστής φοροτεχνικός Α’ τάξης, που είναι εγγεγραμμένος/η στο Μητρώο Πιστοποιημένων Ελεγκτών Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών του άρθρου 99. ια) «Πρότυπος Κανονισμός Κοινωφελών Ιδρυμάτων»: ο Κανονισμός που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 118 και εφαρμόζεται συμπληρωματικά με την παρούσα Ενότητα. ιβ) «Φορέας»: Το ίδρυμα ειδικού σκοπού με την επωνυμία «Ίδρυμα Διαχείρισης και Εκκαθάρισης Κληρονομιών και Αδρανών Κοινωφελών Περιουσιών» του άρθρου 7.

Άρθρο 5

Δημιουργία Ηλεκτρονικού Μητρώου Κοινωφελών Περιουσιών

1. Στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αναπτύσσεται και λειτουργεί Ηλεκτρονικό Μητρώο Κοινωφελών Περιουσιών (εφεξής: Η.Μ.ΚΟΙ.Π.). 2. Στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. εγγράφονται υποχρεωτικά, με πρωτοβουλία και ευθύνη των οργάνων της διοίκησης ή διαχείρισής τους, όλες οι κοινωφελείς περιουσίες, συμπεριλαμβανομένων και των κοινωφελών ιδρυμάτων της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3, με σκοπό τη συστηματική συλλογή, ψηφιακή ιχνηλασιμότητα και επεξεργασία των δεδομένων που αφορούν στη διοίκηση, διαχείριση και λειτουργία τους. 3. Στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. μπορούν να υποβάλλονται ανώνυμες ή επώνυμες καταγγελίες, όσον αφορά στη διαχείριση των κοινωφελών περιουσιών, για παραβάσεις του νόμου ή της βούλησης του ιδρυτή ή του διαθέτη. 4. Η ηλεκτρονική Πλατφόρμα Δωρεών (e-Δωρεές) του άρθρου 51 του ν. 4758/2020 (Α’ 242), εντάσσεται στο Η.Μ.Κ.ΟΙ.Π.. Όπου στο άρθρο 51 του ν. 4758/2020 αναφέρεται η Γενική Γραμματεία Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης, νοείται, εφεξής, η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 5. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών διαπιστώνεται η έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας του Η.Μ.ΚΟΙ.Π.. Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου ορίζεται συγκεκριμένη ημερομηνία, από την οποία καθίσταται υποχρεωτική: α) η εγγραφή των κοινωφελών περιουσιών της παρ. 1 του άρθρου 3, β) η εγγραφή των κοινωφελών ιδρυμάτων της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3 και γ) η καταχώριση στο Η.Μ.Κ.ΟΙ.Π. των πράξεων και ενεργειών, που προβλέπονται στο άρθρο 6.

Άρθρο 6

Υποχρέωση ανάρτησης στοιχείων

1. Για κάθε κοινωφελή περιουσία τηρείται ιδιαίτερη μερίδα στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., στην οποία τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή τη διαχείρισή της, καθώς και οι εκκαθαριστές της αναρτούν υποχρεωτικά, με πρωτοβουλία και ευθύνη τους, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών έκδοσης κάθε πράξης: α) την ιδρυτική πράξη και, όπου προβλέπεται, το εγκριτικό προεδρικό διάταγμα, β) τις δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες μεταβάλλεται ο σκοπός ή ο τρόπος αξιοποίησής της, γ) αναλυτικό κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων της, καθώς και κάθε πράξη που αποδεικνύει τα περιουσιακά στοιχεία της κοινωφελούς περιουσίας και την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκονται, δ) κάθε σύμβαση ή μονομερή δικαιοπραξία και κάθε διαχειριστική πράξη, που αφορά στην άσκηση αρμοδιοτήτων επίτευξης του κοινωφελούς σκοπού, ιδίως την εκποίηση ή εκμίσθωση ακινήτων, τη σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων και ασφαλειών, τις συμβάσεις έργου και προμήθειας αγαθών και παροχής υπηρεσιών, καθώς και τις επενδύσεις χρηματικών διαθεσίμων, ε) τα στοιχεία των προσώπων που ασκούν τη διοίκηση ή διαχείριση της περιουσίας ή διενεργούν την εκκαθάρισή της, στ) τις πράξεις εκλογής ή ορισμού της διοίκησης και κάθε πράξη που προσδιορίζει ή περιορίζει την εξουσία αντιπροσώπευσης της κοινωφελούς περιουσίας από τα μέλη της διοίκησης ή τρίτους, ζ) τις οικονομικές καταστάσεις, υπογεγραμμένες από λογιστές - φοροτεχνικούς και τα συνοδευτικά τους παραρτήματα, η) τα στοιχεία των ελεγκτών των κοινωφελών περιουσιών, που ασκούν διαχειριστικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 100, θ) κάθε άλλη πράξη, που σύμφωνα με την παρούσα Ενότητα αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.. Τα στοιχεία που αναρτώνται δύναται να λαμβάνονται απευθείας από τα πληροφοριακά συστήματα ή αρχεία, στα οποία τηρούνται, μέσω διαλειτουργικότητας. 2. Κατ’ εξαίρεση, η εποπτεύουσα αρχή αναρτά αυτεπαγγέλτως στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. κάθε στοιχείο που περιέρχεται σε αυτή και αφορά κοινωφελείς περιουσίες, και δεν έχει αναρτηθεί από τα αρμόδια όργανα της παρ. 1, χωρίς, ωστόσο, να θεραπεύεται η ευθύνη και να αίρονται οι συνέπειες από τη σχετική παράλειψη της διοίκησης ή διαχείρισης των κοινωφελών περιουσιών. 3. Οι ενέργειες και πράξεις της διοίκησης ή της διαχείρισης των κοινωφελών περιουσιών, μέχρι την ανάρτησή τους στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. από τα αρμόδια όργανα, δεν αναπτύσσουν τα έννομα αποτελέσματά τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την προστασία καλόπιστων τρίτων. 4. Τα κοινωφελή ιδρύματα της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3 και οι υπέρ αυτών αυτοτελείς περιουσίες δεν υποχρεούνται να αναρτούν τα στοιχεία των περ. δ),η) και θ) της παρ. 1. 5. Τα στοιχεία των κοινωφελών περιουσιών, που τηρούνται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. είναι ελεύθερα προσβάσιμα, με εξαίρεση: α) τις δηλώσεις σύγκρουσης συμφερόντων της παρ. 3 του άρθρου 47, β) τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, πέραν του ονοματεπωνύμου, του πατρωνύμου, του Αριθμού Φορο- λογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και της ιδιότητας των μελών διοίκησης, και γ) εμπιστευτικά στοιχεία τρίτων που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις. Από αυτές δημοσιοποιούνται τουλάχιστον το αντικείμενο, η αξία και τα συμβαλλόμενα μέρη. 6. Η ανάρτηση και επεξεργασία των στοιχείων διενεργείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (L 119), καθώς και με τον ν. 4624/2019 (Α’ 137). Η εποπτεύουσα αρχή μεριμνά για την ανωνυμοποίηση ή απόκρυψη τυχόν ευαίσθητων δεδομένων. 7. Η ανάρτηση των στοιχείων της παρ. 1 στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. από τα αρμόδια όργανα της διοίκησης ή διαχείρισης των κοινωφελών περιουσιών προϋποθέτει την προηγούμενη καταβολή τέλους, το οποίο καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 115.

Άρθρο 7

Σύσταση Ιδρύματος Διαχείρισης και Εκκαθάρισης Κληρονομιών και Αδρανών Κοινωφελών Περιουσιών

1. Συστήνεται Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Ίδρυμα Διαχείρισης και Εκκαθάρισης Κληρονομιών και Αδρανών Κοινωφελών Περιουσιών» (εφεξής: Φορέας), ως ίδρυμα ειδικού σκοπού. 2. Ο Φορέας εδρεύει στην Αθήνα. Υπηρεσίες και γραφεία του Φορέα δύνανται να λειτουργούν και σε άλλες πόλεις της ελληνικής επικράτειας. 3. Ο Φορέας: α) εποπτεύεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, β) ανήκει στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), γ) λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, δ) διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και ε) απολαμβάνει των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών απαλλαγών και ατελειών, καθώς και των δικονομικών και ουσιαστικών προνομίων του Δημοσίου. Η έναρξη λειτουργίας του Φορέα διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Η οργάνωση, η λειτουργία, οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα και οι σχέσεις με τρίτους του Φορέα διέπονται από την παρούσα Ενότητα, από τον Οργανισμό του και από τον Ειδικό Κανονισμό για τη διοίκηση και διαχείριση κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (εφεξής: Ειδικός Κανονισμός). 4. Ο Φορέας έχει άμεση και πλήρη πρόσβαση στα στοιχεία που τηρούνται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., καθώς και στην ψηφιακή πλατφόρμα «e-diadoxi»», υπό τους όρους της νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων, και δύναται, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, να ζητά την υποστήριξη της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. 5. Ο Φορέας, στο πλαίσιο της άσκησης της προσωρινής διοίκησης στην περίπτωση αδρανών κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών, δεν υπέχει αλληλέγγυα ευθύνη για τις οφειλές τους προς το Δημόσιο κατά την παρ. 1 του άρθρου 49 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58) και προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης κατ’ άρθρο 31 του ν. 4321/2015 (Α’ 32), για πράξεις που ανάγονται σε χρόνο πριν από την ανάληψη της προσωρινής διοίκησης.

Άρθρο 8

Αποστολή και αρμοδιότητες του Φορέα

1. Αποστολή του Φορέα είναι: α) η προστασία, διατήρηση και αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων, που περιέρχονται στην αρμοδιότητά του, β) η ταχεία και αποτελεσματική διαχείριση και εκκαθάριση περιουσιακών στοιχείων, που επάγονται ή διατίθενται στο Δημόσιο ή, σε περίπτωση έλλειψης εκτελεστή διαθήκης, υπέρ τρίτων, και γ) η ικανοποίηση της βούλησης του διαθέτη ή του δωρητή. 2. Στο πλαίσιο της παρ. 1, ο Φορέας είναι αρμόδιος για: α) την προσωρινή διοίκηση και στη συνέχεια την οριστική διοίκηση και διαχείριση των αδρανών κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών, εφόσον αυτή ανατεθεί στον Φορέα, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 64, β) την προσωρινή διαχείριση και εκκαθάριση περιουσιών, που έχουν αφιερωθεί υπέρ κοινωφελών σκοπών και καταλείπονται σε τρίτους, σε περίπτωση έλλειψης εκτελεστή διαθήκης ή αδυναμίας εκτέλεσης της διαθήκης, κατόπιν απόφασης της εποπτεύουσας αρχής, γ) την απογραφή, διαχείριση και εκκαθάριση των σχολαζουσών κληρονομιών, καθώς και των περιουσιακών στοιχείων, που καταλείπονται με διαθήκη στο Δημόσιο, δ) τη δικαστική υποστήριξη σε δίκες για την εξακρίβωση, τη διαχείριση και την εκκαθάριση των περιουσιών που διαχειρίζεται ή εκκαθαρίζει, έως την οριστική λογοδοσία επ’ αυτών, ε) την παροχή τεχνικής υποστήριξης προς τους εκτελεστές διαθηκών, στ) την ανάληψη, εκπόνηση και υλοποίηση έργων και προγραμμάτων σε συνεργασία με ελληνικούς, δημόσιους ή ιδιωτικούς, ευρωπαϊκούς και διεθνείς φορείς και οργανισμούς, ζ) την υπογραφή μνημονίων συνεργασίας και προγραμματικών συμβάσεων με φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), για την εκτέλεση έργων ή προγραμμάτων, και τη σύναψη κάθε είδους σύμβασης και συμφωνίας με φυσικά και νομικά, ημεδαπά και αλλοδαπά πρόσωπα, για την υλοποίηση της αποστολής του εν γένει, καθώς και για την υλοποίηση των κοινωφελών σκοπών των περιουσιών, που του έχουν ανατεθεί για διαχείριση και εκκαθάριση και η) την ανάρτηση στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. των στοιχείων των περιουσιών που εκκαθαρίζει και διαχειρίζεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρούσα Ενότητα.

Άρθρο 9

Αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας

1. Ο Φορέας μεριμνά για την αξιοποίηση των ακινήτων των κοινωφελών περιουσιών που υπάγονται στην αρμοδιότητά του, μετά από έκδοση απόφασης του δικαστηρίου του άρθρου 825 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), εφόσον απαιτείται ο επαναπροσδιορισμός του κοινωφελούς σκοπού. 2. Η αξιοποίηση πραγματοποιείται με κάθε πρόσφορο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο, ιδίως μέσω: α) εκμίσθωσης ή παραχώρησης χρήσης ακινήτων ή ανοικοδόμησης ή αντιπαροχής, ή μακροχρόνιας εκμίσθωσης έναντι ανακατασκευής και αναπαλαίωσης, β) διάθεσης ακινήτων, γ) συνεργασίας ή σύμπραξης με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, και δ) συμμετοχής σε χρηματοδοτικά εργαλεία και προγράμματα που χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους.

Άρθρο 10

Όργανα διοίκησης

Όργανα διοίκησης του Φορέα είναι ο Πρόεδρος και το Διοικητικό Συμβούλιο.

Άρθρο 11

Μέλη και θητεία Διοικητικού Συμβουλίου

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) του Φορέα είναι επταμελές και αποτελείται από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και πέντε (5) μέλη. Για τα μέλη προβλέπεται ο ορισμός ίσου αριθμού αναπληρωτών. 2. Ο Πρόεδρος ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν γνώμης της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων, η οποία λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία των μελών της. Με όμοια απόφαση ορίζονται ο Αντιπρόεδρος, τα μέλη του Δ.Σ. και οι αναπληρωτές των μελών. 3. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. είναι πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ακεραιότητας, τα οποία διακρίνονται, ιδίως, για την υψηλού επιπέδου επιστημονική τους κατάρτιση, την εμπειρία τους σε θέσεις ευθύνης στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, καθώς και την προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο. 4. Η θητεία των μελών ορίζεται πενταετής, με δυνατότητα άπαξ ισόχρονης ανανέωσης, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 2.

Άρθρο 12

Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.), ασκεί τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) λαμβάνει αποφάσεις για τα μέτρα εκπλήρωσης των στόχων του Φορέα και εκπονεί μακροπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα προγράμματα δράσης του, β) αποδέχεται δωρεές, εισφορές, χορηγίες, και αποφασίζει για την εκμετάλλευση της περιουσίας του Φορέα, γ) ασκεί κάθε πράξη διοίκησης και διαχείρισης των αδρανών κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Φορέα, δ) ασκεί κάθε πράξη διαχείρισης και εκκαθάρισης των κληρονομιών υπέρ του Δημοσίου, των σχολαζουσών κληρονομιών, καθώς και των κοινωφελών περιουσιών του Μέρους ΣΤ’, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Φορέα, ε) εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό και την έκθεση για τη διαχείριση και τον απολογισμό του Φορέα του διαχειριστικού έτους που έληξε, τα οποία στη συνέχεια υποβάλλει στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, στ) εγκρίνει όλες τις διενεργούμενες δαπάνες που υπερβαίνουν τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, ζ) εγκρίνει προγράμματα επιδοτήσεων και χρηματοδοτήσεων, καθώς και τους κανονισμούς αυτών, η) εγκρίνει έργα ή προγράμματα που σχετίζονται με το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες του Φορέα, καθώς και τις σχετικές προσκλήσεις γι’ αυτά, θ) επιλέγει και διορίζει τον Γενικό Διευθυντή του Φορέα, ι) αξιολογεί τον Γενικό Διευθυντή, ια) εισηγείται και εγκρίνει την υπογραφή των μνημονίων συνεργασίας, προγραμματικών συμβάσεων και συμφωνιών με τρίτους, που αφορούν στην πολιτική και στους στρατηγικούς στόχους του Φορέα, και ιβ) εγκρίνει την πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού και τη σύναψη ή καταγγελία συμβάσεων των συνεργατών, εμπειρογνωμόνων και δικηγόρων με έμμισθη εντολή του Φορέα. 2. Το Δ.Σ. δύναται, με απόφασή του, να μεταβιβάζει στον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο, σε μέλη του Δ.Σ. ή στον Γενικό Διευθυντή την άσκηση μίας ή περισσοτέρων από τις αρμοδιότητές του.

Άρθρο 13

Λειτουργία Διοικητικού Συμβουλίου

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) συνεδριάζει είτε με φυσική παρουσία στην έδρα του Φορέα είτε με χρήση ηλεκτρονικών μέσων (τηλεδιάσκεψη), κατόπιν έγγραφης ή ηλεκτρονικής πρόσκλησης του Προέδρου, τακτικά μία (1) φορά τον μήνα και εκτάκτως κάθε φορά που κρίνεται αναγκαίο. Η σύγκληση του Δ.Σ. σε έκτακτη συνεδρίαση είναι υποχρεωτική για τον Πρόεδρο του Δ.Σ., αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από δύο (2) τουλάχιστον μέλη του Δ.Σ. ή από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Το αίτημα του δευτέρου εδαφίου υποβάλλεται εγγράφως στον Πρόεδρο του Δ.Σ., ο οποίος συγκαλεί το Δ.Σ. σε έκτακτη συνεδρίαση εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών. 2. Στην πρόσκληση, η οποία αποστέλλεται στα μέλη δύο (2) ημέρες τουλάχιστον πριν από τη συνεδρίαση, ορίζονται η ημέρα, η ώρα, ο τόπος και ο τρόπος της συ- νεδρίασης, καθώς και τα θέματα και οι εισηγητές της ημερήσιας διάταξης, η οποία καταρτίζεται από τον Πρόεδρο. 3. Εισηγητής για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης είναι ο Πρόεδρος, εκτός εάν ορίσει ως εισηγητή άλλο μέλος του Δ.Σ. ή τον Γενικό Διευθυντή. Οι εισηγήσεις επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης είναι έγγραφες και μαζί με τα τυχόν συνοδευτικά έγγραφα κοινοποιούνται με κάθε πρόσφορο μέσο στα μέλη του Δ.Σ. είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ώρες πριν από τη συνεδρίαση. 4. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. παρίστανται χωρίς δικαίωμα ψήφου ο Γενικός Διευθυντής και ο γραμματέας, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την τήρηση πρακτικών. 5. Ο γραμματέας είναι υπάλληλος του Φορέα και ορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. μετά από εισήγηση του Προέδρου. 6. Το Δ.Σ. βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται τέσσερα (4) τουλάχιστον από τα μέλη του. Μεταξύ των παρόντων μελών πρέπει υποχρεωτικά να είναι ο Πρόεδρος ή, σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του ή έλλειψής του, ο Αντιπρόεδρος. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου ως αναπληρωτή του. 7. Για κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. και τη λήψη των αποφάσεών του εφαρμόζονται αναλόγως το άρθρο 13 περί συγκρότησης συλλογικών οργάνων, το άρθρο 14 περί σύνθεσης, συνεδριάσεων και λειτουργίας και το άρθρο 15 περί αποφάσεων, του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45).

Άρθρο 14

Αρμοδιότητες Προέδρου, Αντιπροέδρου και Γενικού Διευθυντή

1. Ο Πρόεδρος ασκεί κάθε αρμοδιότητα που προβλέπεται στην παρούσα Ενότητα και δεν έχει ανατεθεί σε άλλο όργανο και ιδίως: α) εκπροσωπεί τον Φορέα ενώπιον παντός τρίτου, β) συντονίζει και κατευθύνει τη λειτουργία του Φορέα και των οργανικών μονάδων αυτού, γ) υπογράφει, κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.), πρωτόκολλα συνεργασίας με τρίτους και συμφωνίες, που αφορούν στην πολιτική και στους στρατηγικούς στόχους του Φορέα, δ) εισηγείται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης των συνεδριάσεων του Δ.Σ., με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 13, ε) εισηγείται προς το Δ.Σ. σχετικά με τη στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξης, καθώς και τα στρατηγικά και επιχειρησιακά σχέδια του Φορέα, στ) υποβάλλει στον εποπτεύοντα Υπουργό την ετήσια έκθεση πεπραγμένων και αποτελεσμάτων του άρθρου 24, ζ) υπογράφει τις διενεργούμενες δαπάνες μέχρι του ύψους των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ και κινεί όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Φορέα, η) υπογράφει και παρακολουθεί την εκτέλεση κάθε μνημονίου συνεργασίας, προγραμματικής σύμβασης, συμφωνίας και παρακολουθεί την εκτέλεση έργων και προγραμμάτων της παρ. 2 του άρθρου 16, που έχει εγκρίνει το Δ.Σ., θ) υπογράφει κάθε σύμβαση και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο αναφορικά με την πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού και τη σύναψη ή καταγγελία συμβάσεων των συνεργατών, των εμπειρογνωμόνων και δικηγόρων με έμμισθη εντολή του Φορέα, μετά από έγκριση του Δ.Σ., ι) είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία, οργάνωση και διεξαγωγή των εκδηλώσεων του Φορέα, σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες του, ια) είναι υπεύθυνος για την εξεύρεση πόρων, ιβ) καταρτίζει, σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες, σχέδια προγραμμάτων, επιδοτήσεων και χρηματοδοτήσεων, τα οποία εισηγείται στο Δ.Σ. προς έγκριση, και ιγ) εισηγείται προς έγκριση στο Δ.Σ. τη συμμετοχή του Φορέα σε έργα ή προγράμματα άλλων φορέων που σχετίζονται με το αντικείμενο και τις αρμοδιότητές του. 2. Ο Πρόεδρος δύναται να εξουσιοδοτεί τον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Διευθυντή ή προϊσταμένους των οργανικών μονάδων του Φορέα να ασκούν μέρος των αρμοδιοτήτων του και να υπογράφουν έγγραφα ή πράξεις «με εντολή» του. 3. Ο Αντιπρόεδρος του Φορέα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) αναπληρώνει τον Πρόεδρο του Φορέα, όταν αυτός απουσιάζει ή κωλύεται ή ελλείπει, και β) παρακολουθεί την εκτέλεση των αποφάσεων του Φορέα, τη βεβαίωση και την είσπραξη των βεβαιωμένων προστίμων και ενημερώνει το Δ.Σ.. 4. Ο Γενικός Διευθυντής του Φορέα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Προΐσταται όλων των υπηρεσιών και του πάσης φύσεως προσωπικού του Φορέα, συντονίζει το έργο τους και εποπτεύει την οργάνωση και τη λειτουργία τους, β) αξιολογεί τους προϊσταμένους των διευθύνσεων, τμημάτων και των αυτοτελών μονάδων, καθώς και το έργο των υπηρεσιών του Φορέα και υποβάλλει σχετικές εκθέσεις στο Δ.Σ., και γ) είναι πειθαρχικός προϊστάμενος του πάσης φύσεως προσωπικού του Φορέα.

Άρθρο 15

Αμοιβές και αποζημιώσεις Προέδρου, Αντιπροέδρου, μελών Διοικητικού Συμβουλίου και Γενικού Διευθυντή

Στον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τον Γενικό Διευθυντή του Φορέα καταβάλλονται αμοιβές και αποζημιώσεις, οι οποίες υπάγονται στους περιορισμούς της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α’ 176).

Άρθρο 16

Πόροι - Χρηματοδότηση έργων και προγραμμάτων

1. Πόροι του Φορέα είναι: α) η ετήσια επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, β) κάθε είδους χρηματοδοτήσεις ή έκτακτες επιχορηγήσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό, γ) χρηματοδοτήσεις, επιδοτήσεις και κάθε είδους ενισχύσεις ή επιχορηγήσεις από όργανα και οργανισμούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνείς φορείς και οργανισμούς, μεταξύ άλλων και για τα έργα ή προγράμματα που αναλαμβάνει να υλοποιήσει, δ) παροχές από χαριστική αιτία, όπως δωρεές, ενισχύσεις, κληρονομίες, κληροδοτήματα, χορηγίες και επιχορηγήσεις από τρίτους και έσοδα από κάθε είδους δραστηριότητα και ε) κάθε έσοδο που προκύπτει από την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Φορέα. 2. Τα έργα και τα προγράμματα του Φορέα δύνανται να χρηματοδοτούνται ή συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από διεθνείς φορείς και από εθνικούς πόρους ή εκτελούνται με αυτοχρηματοδότηση. Ο Φορέας δύναται να ορίζεται ως τελικός δικαιούχος, συνδικαιούχος ή ενδιάμεσος φορέας των ως άνω έργων, προγραμμάτων και δράσεων, να συμπράττει με δημόσιους φορείς για την από κοινού υλοποίηση έργων, προγραμμάτων και δράσεων, να επιχορηγείται για την εκπλήρωση των σκοπών του από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, καθώς και από προγράμματα που συγχρηματοδοτούνται ή χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την επιφύλαξη των κανόνων επιλεξιμότητας των προγραμμάτων, από άλλα διεθνή προγράμματα, από τον τακτικό προϋπολογισμό όλων των Υπουργείων και από κάθε άλλη νόμιμη πηγή.

Άρθρο 17

Σύναψη και εκτέλεση συμβάσεων του Φορέα

Οι συμβάσεις που συνάπτει και εκτελεί ο Φορέας διενεργούνται σύμφωνα: α) Με τον ν. 4412/2016 (Α’ 147), όταν αφορούν σε ανάθεση και εκτέλεση έργων, καθώς και σε προμήθεια αγαθών και παροχή υπηρεσιών για ίδιες ανάγκες του Φορέα, β) με τον Ειδικό Κανονισμό του Φορέα για τη διοίκηση και διαχείριση κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών, όταν αφορούν αποκλειστικά στη διαχείριση των κοινωφελών και μη περιουσιών, που υπάγονται ή περιέρχονται στην αρμοδιότητα του Φορέα.

Άρθρο 18

Εσωτερικός έλεγχος

Όσον αφορά στον εσωτερικό έλεγχο του Φορέα εφαρμόζεται το Μέρος Α’ του ν. 4795/2021 (Α’ 62), περί του συστήματος εσωτερικού ελέγχου και της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου στον δημόσιο τομέα.

Άρθρο 19

Σύσταση θέσεων προσωπικού

1. Στον Φορέα συστήνονται πενήντα (50) θέσεις προσωπικού, με σχέση εργασίας διωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίες κατανέμονται κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα με τον Οργανισμό της παρ. 1 του άρθρου 116, σύμφωνα με το π.δ. 85/2022 (Α’ 232), περί καθορισμού προσόντων διορισμού σε φορείς του Δημοσίου (Προσοντολόγιο - Κλαδολόγιο). 2. Επιπλέον των θέσεων της παρ. 1, συστήνεται μία (1) θέση νομικού συμβούλου και πέντε (5) θέσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή για τη στελέχωση του Γραφείου Νομικής Υποστήριξης. Για την επιλογή και την πρόσληψη του νομικού συμβούλου και των δικηγόρων με έμμισθη εντολή, εφαρμόζεται το άρθρο 43 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208). 3. Για τις θέσεις των παρ. 1 και 2 εφαρμόζεται το άρθρο 51 του ν. 4622/2019 (Α’ 133), περί του ετήσιου προγραμματισμού προσλήψεων ανθρώπινου δυναμικού του δημόσιου τομέα.

Άρθρο 20

Στελέχωση

1. Οι θέσεις της παρ. 1 του άρθρου 19 δύνανται να καλύπτονται με προσλήψεις σύμφωνα με τον ν. 4765/2021 (Α’ 6), περί εκσυγχρονισμού του συστήματος προσλήψεων στον δημόσιο τομέα και ενίσχυσης του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), και με μετατάξεις προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετεί στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), σύμφωνα με τον ν. 4440/2016 (Α’ 224), περί ενιαίου συστήματος κινητικότητας στη δημόσια διοίκηση και την τοπική αυτοδιοίκηση. 2. Επιπροσθέτως, για τη στελέχωση του Φορέα, δύναται να διενεργούνται αποσπάσεις προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή μόνιμου προσωπικού που υπηρετεί στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014, σύμφωνα με τον ν. 4440/2016. Ο χρόνος απόσπασης των υπαλλήλων θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον φορέα που ανήκουν οργανικά. Οι αποσπώμενοι κατά τον χρόνο της απόσπασής τους μισθοδοτούνται και ασφαλίζονται από τον φορέα προέλευσής τους, με τις ίδιες πρόσθετες αποδοχές και επιδόματα. Οι αποσπάσεις διενεργούνται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, τηρουμένων του άρθρου 35 του ν. 4873/2021 (Α’ 248), περί της διαφύλαξης της στελέχωσης των Ο.Τ.Α. α’ βαθμού, της παρ. 1 του άρθρου 177 του ν. 4876/2021 (Α’ 251), περί της εφαρμογής του άρθρου 35 του ν. 4873/2021 και στους Ο.Τ.Α. β’ βαθμού, του άρθρου 36 του ν. 4778/2021 (Α’ 26), περί μετάταξης και απόσπασης υπαλλήλων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και του άρθρου 58 του ν. 5043/2023 (Α’ 91), περί αποσπάσεων και μετατάξεων προσωπικού ανεξαρτήτων αρχών. 3. Πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου για την κάλυψη εποχικών και περιοδικών ή άλλων πρόσκαιρων ή παροδικών αναγκών, προβλέπεται στον ετήσιο προγραμματισμό του άρθρου 51 του ν. 4622/2019 (Α’ 133), υπάγεται στην αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π. και πραγματοποιείται σύμφωνα με τον ν. 4765/2021. 4. Για την υποβοήθηση του Προέδρου στην άσκηση των καθηκόντων του συστήνονται έξι (6) θέσεις συνεργατών, εκ των οποίων έως τέσσερις (4) δύνανται να καλύπτονται με πρόσληψη ιδιωτών, οι οποίοι καταλαμβάνουν αποκλειστικά θέσεις μετακλητών, και οι υπόλοιπες με απόσπαση δημόσιων υπαλλήλων ή λειτουργών με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούν σε φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 και κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 47 του ν. 4622/2019, περί διαδικασίας στελέχωσης των ιδιαίτερων γραφείων. Στο Γραφείο του Προέδρου συστήνεται θέση Διευθυντή, η οποία καλύπτεται από έναν εκ των ανωτέρω. Ο Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου ασκεί, κατ’ αντιστοιχία, τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 4622/2019, περί οργάνωσης και λειτουργίας ιδιαίτερων γραφείων. Για τις αποδοχές των ανωτέρω εφαρμόζονται τα άρθρα 7 έως 36 του Κεφαλαίου Β’ του ν. 4354/2015 (Α’ 176) ως προς τους μετακλητούς και τους αποσπασμένους υπαλλήλους, που υπηρετούν στα ιδιαίτερα γραφεία των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών. Ένας (1) εκ των συνεργατών που καλύπτει θέση μετακλητού υπαλλήλου, δύναται να είναι δημοσιογράφος, ο οποίος αμείβεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015.

Άρθρο 21

Πλήρωση θέσης Γενικού Διευθυντή

1. Η πλήρωση της θέσης του Γενικού Διευθυντή γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του Φορέα, κατόπιν προκήρυξης, είτε από υπαλλήλους φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), ή από τον ιδιωτικό τομέα με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. 2. Η προκήρυξη της παρ. 1 εκδίδεται από το Δ.Σ. του Φορέα, δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον πανελλαδικές εφημερίδες και αναρτάται στην ιστοσελίδα του Φορέα και στο πρόγραμμα ΔΙΑΥΓΕΙΑ. 3. Ως Γενικός Διευθυντής επιλέγεται πρόσωπο το οποίο διαθέτει κατ’ ελάχιστον: α) πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ακαδημαϊκά ισοδύναμο ή ισότιμο τίτλο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής, β) άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας και καλή γνώση μίας, τουλάχιστον, επιπλέον γλώσσας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γ) δεκαπενταετή προϋπηρεσία στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα. Η εξειδίκευση των διαδικασιών επιλογής, τυχόν πρόσθετα προσόντα του Γενικού Διευθυντή, καθώς και οι προϋποθέσεις της ανανέωσης της θητείας περιλαμβάνονται στον Οργανισμό του Φορέα της παρ. 1 του άρθρου 116. 4. Για την επιλογή του Γενικού Διευθυντή εισηγείται στο Δ.Σ. του Φορέα τριμελής επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Δ.Σ. και αποτελείται από: α) Τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Φορέα, ως Πρόεδρο, β) ένα (1) μέλος του που προκύπτει από κλήρωση και γ) έναν (1) Αντιπρόεδρο ή Σύμβουλο ή μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), που ορίζεται από τον Πρόεδρο αυτού. Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο των τριών (3) επικρατέστερων υποψηφίων, με σειρά προτεραιότητας, με βάση προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια που περιλαμβάνονται στην προκήρυξη, ενώ έχει τη δυνατότητα να καλεί σε συνέντευξη τους υποψηφίους. Κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά τη συνέντευξη είναι, ενδεικτικά, η ακεραιότητα και ηθική, η στρατηγική σκέψη και ικανότητα χάραξης πολιτικής, η εργατικότητα, οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η ικανότητα συνεργασίας με θεσμούς και ενδιαφερόμενα μέρη, η κοινωνική παράσταση, το ήθος και η εν γένει προσωπικότητα. Αν οι υποψήφιοι είναι λιγότεροι από τρεις (3), περιλαμβάνονται όλοι στον κατάλογο. 5. Αν ως Γενικός Διευθυντής επιλεγεί υπάλληλος, που υπηρετεί με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, η πλήρωση της θέσης γίνεται με απόσπαση, η οποία διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και διαρκεί όσο η θητεία του. Ως ημερομηνία έναρξης της απόσπασης λογίζεται η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του προηγούμενου εδαφίου. Αν ως Γενικός Διευθυντής επιλεγεί υπάλληλος που υπηρετεί στον Φορέα με απόσπαση, η διάρκεια της απόσπασής του παρατείνεται αυτοδίκαια έως τη λήξη της θητείας του ή της ανανέωσης αυτής, ή μέχρι την αντικατάστασή του από νέο Γενικό Διευθυντή. 6. Η θητεία στη θέση του Γενικού Διευθυντή είναι πενταετής, δύναται να ανανεωθεί άπαξ με απόφαση του Δ.Σ., αποτελεί πραγματική δημόσια υπηρεσία για όλες τις συνέπειες και λαμβάνεται υπόψη για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη ως προϋπηρεσία σε θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης. 7. Για την πλήρωση της θέσης του Γενικού Διευθυντή εφαρμόζονται τα άρθρα 4 έως 9 του Κεφαλαίου Α’, περί των προσόντων και κωλυμάτων διορισμού, καθώς και η παρ. 4 του άρθρου 84, περί προϊσταμένων οργανικών μονάδων, του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26).

Άρθρο 22

Αποδοχές προσωπικού του Φορέα

Για το μισθολογικό καθεστώς του πάσης φύσεως προσωπικού του Φορέα εφαρμόζεται το Κεφάλαιο Β’ του ν. 4354/2015 (Α’ 176), περί μισθολογικών ρυθμίσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου.

Άρθρο 23

Γενικός λογαριασμός εσόδων του Φορέα

1. Οι πόροι του Φορέα κατατίθενται σε έναν ή περισσότερους έντοκους λογαριασμούς, που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος. 2. Ο Φορέας καταρτίζει τον προϋπολογισμό του για το επόμενο οικονομικό έτος, τον υποβάλλει στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έως την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους και τον αναρτά στην επίσημη ιστοσελίδα του.

Άρθρο 24

Έκθεση πεπραγμένων και αποτελεσμάτων

Μέχρι την 1η Ιουνίου κάθε έτους, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) υποβάλλει στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και αναρτά στον επίσημο ιστότοπο του Φορέα έκθεση πεπραγμένων και αποτελεσμάτων, η οποία περιλαμβάνει ιδίως: α) τους στόχους του Φορέα κατά το προηγούμενο έτος, β) τις δράσεις και τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά το προηγούμενο έτος, μετρούμενα κατά εξειδικευμένους δείκτες, γ) τους πόρους που αξιοποιήθηκαν, αναλυτικά προσδιορισμένους, για την υλοποίηση των ανωτέρω δράσεων, την προέλευσή τους και την κατανομή τους μεταξύ καθορισμένων τομέων, δ) την πρόοδο σχετικά με το αντικείμενο και την αποστολή του Φορέα με την παροχή, όπου είναι εφικτό, στατιστικών στοιχείων, προκειμένου να αξιολογείται η συνοχή μεταξύ της αποστολής του και των δράσεων που αναλαμβάνει.

Άρθρο 25

Διαχειριστική χρήση - Οικονομικός και διαχειριστικός έλεγχος

1. Ο Φορέας τηρεί τα απαραίτητα παραστατικά και δικαιολογητικά, τα οποία θέτει στη διάθεση των αρμόδιων οργάνων, όποτε ζητηθούν. 2. Η διαχειριστική χρήση του Φορέα αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και τελειώνει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 3. Ο τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης των πόρων του Φορέα και ο έλεγχος των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων διενεργούνται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές - λογιστές που ορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) αυτού, με τη διαδικασία που ορίζεται στον ν. 4449/2017 (Α’ 7), περί υποχρεωτικού ελέγχου των ετήσιων και των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων και της δημόσιας εποπτείας επί του ελεγκτικού έργου. Οι δαπάνες του ελέγχου βαρύνουν τον Φορέα. Οι ορκωτοί ελεγκτές - λογιστές που ασκούν τον τακτικό διαχειριστικό έλεγχο υποβάλλουν προς έγκριση μέχρι την 30ή Ιουνίου κάθε έτους στο Δ.Σ. του Φορέα έκθεση για τη διαχείριση και τον απολογισμό του διαχειριστικού έτους που έληξε, η οποία εγκρίνεται από αυτό και υποβάλλεται από τον Πρόεδρό του στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μέχρι την 31η Ιουλίου κάθε έτους. Μετά την υποβολή στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η έκθεση του προηγούμενου εδαφίου αναρτάται στον επίσημο ιστότοπο του Φορέα. 4. Ο έκτακτος οικονομικός και ο διαχειριστικός έλεγχος του Φορέα διενεργείται από τη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τον ν. 3492/2006 (Α’ 210), ύστερα από απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Άρθρο 26

Εποπτεία κοινωφελών περιουσιών

1. Η εποπτεία των κοινωφελών περιουσιών ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και συνίσταται, ιδίως: α) Στον έλεγχο τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον νόμο και τη βούληση του διαθέτη, β) στον έλεγχο τήρησης και συνεχούς ενημέρωσης του Η.Μ.ΚΟΙ.Π., γ) στον έλεγχο της ανάρτησης στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. των στοιχείων, που είναι υποχρεωτικά για τη διοίκηση και διαχείριση των κοινωφελών περιουσιών της παρούσας Ενότητας, ιδίως ετήσιων απολογισμών, ισολογισμών, πιστοποιητικού συμμόρφωσης, οργανισμού, συγκρότησης Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) σε σώμα, προκηρύξεων και συμβάσεων σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 6, δ) στην καταγραφή των κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών ως ενεργών ή αδρανών, ε) στην εντολή διενέργειας έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου επί των κοινωφελών περιουσιών. 2. Ειδικά οι αρμοδιότητες της παρ. 1 ως προς τα ενεργά κοινωφελή ιδρύματα και τις ενεργές αυτοτελείς περιουσίες ασκούνται και από τις κατά τόπο αρμόδιες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, με βάση την έδρα της διοίκησής τους.

Άρθρο 27

Δήλωση περιουσιών - Επιβράβευση υπόδειξης

1. Κάθε κοινωφελής περιουσία γνωστοποιείται υποχρεωτικά στην εποπτεύουσα αρχή και καταχωρίζεται με ευθύνη της διοίκησης ή του διαχειριστή της στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.. 2. Τα πρόσωπα που, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29, καταδεικνύουν στην εποπτεύουσα αρχή περιουσιακά στοιχεία της παρούσας Ενότητας, άγνωστα στο Δημόσιο, δικαιούνται αμοιβής, η οποία καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 1 του άρθρου 117. Η αμοιβή καταβάλλεται μετά την εκκαθάριση και την περιέλευση των περιουσιακών αυτών στοιχείων, στο Δημόσιο ή τον φορέα εκτέλεσης κοινωφελούς σκοπού. Το ύψος της αμοιβής δεν μπορεί να ανέρχεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας της εκκαθαρισθείσας περιουσίας. 3. Την αμοιβή της παρ. 2 δεν δικαιούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, που υποχρεούνται από τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα να συμβάλλουν στην εξακρίβωση περιουσιακών στοιχείων υπέρ του Δημοσίου.

Άρθρο 28

Υποχρεώσεις δικαστικών γραμματέων και προξενικών αρχών

1. Σε περίπτωση θανάτου διαθέτη πριν από την 1η.11.2025, όταν δημοσιεύεται διαθήκη ή κατατίθεται δημοσιευθείσα στο εξωτερικό διαθήκη, η οποία περιέχει διάταξη υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ φυσικού ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ο Γραμματέας του δικαστηρίου ή η προξενική αρχή της δημοσίευσης ή κατάθεσης, καθώς και ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον οποίο περιέρχεται τέτοια διαθήκη, υποχρεούνται να διαβιβάζουν αντίγραφο των σχετικών πρακτικών δημοσίευσης στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αμελλητί και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα. 2. Ο Γραμματέας του δικαστηρίου της κληρονομίας υποχρεούται, εντός του ίδιου ως άνω χρονικού διαστήματος, να γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κάθε δήλωση που κατατίθεται ενώπιον του δικαστηρίου και αφορά: α) αποποίηση κληρονομίας με διάταξη υπέρ κοινωφελούς σκοπού και β) αποδοχή, αποποίηση ή παραίτηση από το λειτούργημα του εκτελεστή διαθήκης με διάταξη υπέρ κοινωφελούς σκοπού. 3. Ο Γραμματέας του αρμόδιου δικαστηρίου υποχρεούται να διαβιβάζει στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αντίγραφο κάθε απόφασης διάλυσης σωματείου, εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα από τη θεώρησή της. Σε περίπτωση διάλυσης σωματείου χωρίς δικαστική απόφαση, την υποχρέωση ενημέρωσης της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας φέρουν τα όργανα διοίκησης του σωματείου και, σε κάθε περίπτωση, οι εκκαθαριστές του.

Άρθρο 29

Υποχρεώσεις συμβολαιογράφων, Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, πιστωτικών ιδρυμάτων και λοιπών προσώπων

1. Οι συμβολαιογράφοι διαβιβάζουν στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αντίγραφα διαθηκών που δημοσιεύουν, πράξεων αποδοχής κληρονομίας και συμβάσεων δωρεών που συντάσσουν, όταν αυτές περιλαμβάνουν διατάξεις υπέρ κοινωφελούς σκοπού, αμελλητί και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση ή τη σύνταξή τους, αντίστοιχα. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ασφαλιστικές εταιρείες και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με το οποίο συμφώνησε πρόσωπο που απεβίωσε να καταβάλουν, κατ’ εντολή του, χρηματικό ποσό ή να παραδώσουν άλλο περιουσιακό στοιχείο υπέρ κοινωφελούς σκοπού, σε κληρονόμο του, στο Δημόσιο ή σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, υποχρεούνται, αμέσως μόλις λάβουν γνώση του επελθόντος θανάτου, να ενημερώσουν σχετικά τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 3. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων υποχρεούται, εφόσον περιέλθει σε γνώση της πράξη αποδοχής κληρονομίας ή σύμβαση δωρεάς με διάταξη κοινωφελούς σκοπού ή πληροφορία σχετικά με συμφωνία της παρ. 2, να ενημερώσει εγγράφως τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Άρθρο 30

Σύσταση Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών

1. Συστήνεται στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών, το οποίο αποτελείται από τα εξής μέλη: α) Έναν (1) Αντιπρόεδρο ή Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, β) έναν (1) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, γ) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών ή της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, δ) ένα (1) εν ενεργεία μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με πιστοποίηση αναλυτή από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ε) ένα (1) εν ενεργεία μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, πιστοποιημένο εκτιμητή ακινήτων, με ειδικότητα πολιτικού μηχανικού ή μηχανολόγου μηχανικού ή αρχιτέκτονα. Αναλόγως της φύσης των προς συζήτηση θεμάτων, μπορεί να καλούνται υπάλληλοι των αρμόδιων εκ του σκοπού της περιουσίας Υπουργείων, οι οποίοι μετέχουν στη συζήτηση χωρίς δικαίωμα ψήφου. Σε περίπτωση παραπομπής θεμάτων της παρ. 2 του άρθρου 31, στο Συμβούλιο συμμετέχει επιπλέον, ο Διευθυντής Κοινωφελών Περιουσιών της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Στην περίπτωση αυτή, σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η γνώμη του Προέδρου. 2. Ο Πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου και το μέλος της περ. β) της παρ. 1, με τους αναπληρωτές τους, προτείνονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Τα μέλη των περ. δ) και ε) της παρ. 1 προτείνονται με τους αναπληρωτές τους από τον Πρόεδρο του οικείου Επιμελητηρίου, μέσα σε έναν (1) μήνα από την αποστολή πρόσκλησης από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, τα μέλη των περ. δ) και ε) της παρ. 1 επιλέγονται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Το Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ορίζονται ο γραμματέας με τον αναπληρωτή του, που είναι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών. 3. Η θητεία του Προέδρου και των μελών των περ. β), δ) και ε) της παρ. 1 είναι τριετής. Η θητεία του Προέδρου και του μέλους της περ. β) της παρ. 1 μπορεί να ανανεωθεί άπαξ, για ισόχρονο διάστημα. Μετά τη λήξη της θητείας τους τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών εξακολουθούν νομίμως να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την αντικατάστασή τους. Το Συμβούλιο μπορεί να λειτουργήσει έγκυρα μέχρι την αντικατάσταση μελών του, τα οποία εξέλιπαν ή αποχώρησαν για οποιονδήποτε λόγο ή απώλεσαν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία. 4. Στο Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών εισηγούνται για τα θέματα της παρ. 1 του άρθρου 31 υπάλληλοι της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ενώ για τα θέματα της παρ. 2 του άρθρου 31 εισηγούνται υπάλληλοι της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου. Για τεχνικά ζητήματα εισηγείται υπάλληλος της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 5. Τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών λαμβάνουν για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις, ειδική αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 4354/2015 (Α’ 176), περί αμοιβών συλλογικών οργάνων. Η αποζημίωση βαρύνει την ειδική πίστωση του άρθρου 39. 6. Συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται τα άρθρα 13 έως 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), περί συγκρότησης, σύνθεσης, λειτουργίας και λήψης αποφάσεων.

Άρθρο 31

Αρμοδιότητες Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών

1. Το Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών γνωμοδοτεί για κάθε θέμα, το οποίο παραπέμπεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, όπως για την επίλυση θεμάτων γενικότερης σημασίας ή τον έλεγχο αναρτητέων ή αναρτηθεισών πράξεων διοίκησης ή διαχείρισης ιδιαιτέρως μεγάλου ή εξαιρετικά σημαντικού αντικειμένου, στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. 2. Στο Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών δύνανται να παραπέμπονται τα θέματα της παρ. 1, δια του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, και μετά από αίτημα του Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26.

Άρθρο 32

Εκτέλεση και ερμηνεία ιδρυτικών πράξεων Προϋποθέσεις μεταβολής σκοπού ή αξιοποίησης

1. Οι κοινωφελείς περιουσίες αξιοποιούνται σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη ή του δωρητή, όπως αυτή προκύπτει από την ιδρυτική πράξη. 2. Κάθε αμφισβήτηση ή αμφιβολία σχετικά με το περιεχόμενο της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή επιλύεται από το αρμόδιο, κατ’ άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), δικαστήριο. 3. Με απόφαση του δικαστηρίου της παρ. 2, επιτρέπεται η μεταβολή του κοινωφελούς σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης κοινωφελούς περιουσίας, εφόσον: α) Ο αρχικός σκοπός δεν είναι πλέον εφικτό να εκπληρωθεί, εν όλω ή εν μέρει. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπονται η αντικατάσταση με νέο κοινωφελή σκοπό και η συνακόλουθη προσαρμογή του τρόπου αξιοποίησης, β) ο αρχικός σκοπός μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με μεταβολή του τρόπου αξιοποίησης. Σε αυτή την περίπτωση επιτρέπεται η μεταβολή του τρόπου αξιοποίησης, καθώς και, εφόσον απαιτείται, η συμπληρωματική προσαρμογή του σκοπού. Σε κάθε περίπτωση διασφαλίζεται ο κοινωφελής χαρακτήρας της περιουσίας και ότι ο νέος σκοπός ή ο νέος τρόπος αξιοποίησης παραμένει, όσο το δυνατόν, πλησιέστερα προς τη βούληση και το πνεύμα του ιδρυτή ή διαθέτη.

Άρθρο 33

Διαδικασία υποβολής και δημοσιότητας της αίτησης μεταβολής του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης

1. Η αίτηση για τη μεταβολή του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης της κοινωφελούς περιουσίας υποβάλλεται από: α) Το αρμόδιο όργανο διοίκησης ή διαχείρισης της κοινωφελούς περιουσίας ή β) την εποπτεύουσα αρχή, ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του οργάνου διοίκησης ή διαχείρισης της περιουσίας, ή γ) κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον. Στις περ. α) και γ) η αίτηση μεταβολής του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης κοινοποιείται στην εποπτεύουσα αρχή, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης. 2. Περίληψη της υποβληθείσας αίτησης αναρτάται τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν από τη δικάσιμο: α) στην ιστοσελίδα της εποπτεύουσας αρχής και β) στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., και παραμένει αναρτημένη έως και τη συζήτησή της.

Άρθρο 34

Συνέπειες δικαστικής απόφασης για τη μεταβολή του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης

1. Εφόσον δυνάμει δικαστικής απόφασης κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του οργανισμού ή του καταστατικού του νομικού προσώπου που διοικεί και διαχειρίζεται την οικεία κοινωφελή περιουσία, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει στην εποπτεύουσα αρχή, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης ή από τη γνώση αυτής, πρόταση αντίστοιχης τροποποίησης του καταστατικού ή του οργανισμού. Σε περίπτωση κατεπείγοντος, η απόφαση εφαρμόζεται και χωρίς την απαιτούμενη τροποποίηση του οργανισμού ή του καταστατικού. 2. Σε περίπτωση που, με την αίτηση του άρθρου 33 προς το αρμόδιο δικαστήριο, ζητείται να διατεθούν περιουσιακά στοιχεία κοινωφελούς ιδρύματος σε άλλο κοινωφελές ίδρυμα προς εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού, η σχετική δίκη ανακοινώνεται στο τελευταίο, σύμφωνα με το άρθρο 91 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Η μεταβίβαση κινητών περιουσιακών στοιχείων επέρχεται αυτοδικαίως με την έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ενώ η μεταβίβαση ακινήτων συντελείται με τη μεταγραφή της, σύμφωνα με το άρθρο 1192 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Το ίδρυμα στο οποίο μεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις του μεταβιβάζοντος ιδρύματος έναντι τρίτων. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται στο όνομά του, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται δήλωση περί επανάληψής τους. Μέχρι τη συντέλεση της μεταβίβασης, η διοίκηση του μεταβιβάζοντος ιδρύματος διατηρεί την ευθύνη για τη διαχείριση της μεταβιβαζόμενης περιουσίας.

Άρθρο 35

Ορισμός μη εφικτού νέου τρόπου αξιοποίησης

Εάν μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης μεταβολής του τρόπου αξιοποίησης, ο νέος τρόπος αξιοποίησης κατέστη για οποιονδήποτε λόγο ανέφικτος, επιτρέπεται η αξιοποίηση της κοινωφελούς περιουσίας σύμφωνα με τον αρχικά καθορισθέντα τρόπο από τον διαθέτη ή δωρητή, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται απόφαση του οργάνου διοίκησης ή διαχείρισης της κοινωφελούς περιουσίας, η οποία κοινοποιείται στην εποπτεύουσα αρχή εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοσή της.

Άρθρο 36

Δίκες κοινωφελών περιουσιών - Κοινοποίηση εγγράφων

Δίκες κοινωφελών περιουσιών Κοινοποίηση εγγράφων 1. Εκτός από τους εκτελεστές διαθηκών, τους διοικητές κοινωφελών περιουσιών και τον Φορέα, και η εποπτεύουσα αρχή νομιμοποιείται: α) να ασκεί κάθε ένδικο βοήθημα ή μέσο για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση ή την εξασφάλιση δικαιώμα- τος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα, β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, και γ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση της δίκης, η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης. 2. Τα ένδικα βοηθήματα και μέσα της παρ. 1 κοινοποιούνται υποχρεωτικά στην εποπτεύουσα αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα Ενότητα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται ο Κώδικας νόμων περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου (Διάταγμα της 26.6/10.7.1944, Α’ 139). 3. Η κοινοποίηση προσκλήσεων ή άλλων εγγράφων, πλην δικογράφων, εκ μέρους της εποπτεύουσας αρχής προς τον Φορέα, τους εκκαθαριστές κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών, τους εκτελεστές διαθηκών, τους διοικητές ιδρυμάτων ή αυτοτελών περιουσιών ή προς άλλα πρόσωπα σχετικά με τις διατάξεις του παρόντος, γίνεται στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των προσώπων ή μέσω της Ψηφιακής υπηρεσίας «Υποβολή αιτήσεων/στοιχείων/εγγράφων για κοινωφελείς περιουσίες» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr - ΕΨΠ), εκτός αν οι αποδέκτες έχουν επιλέξει άλλο τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω του Εθνικού Μητρώου Επικοινωνίας (Ε.Μ.Επ.) του άρθρου 17 του ν. 4704/2020 (Α’ 133) ή με σχετική αίτησή τους προς την εποπτεύουσα αρχή. Η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να κοινοποιήσει τα έγγραφα αυτά και με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο, εφόσον το κρίνει σκόπιμο.

Άρθρο 37

Παροχή πληροφοριών

Η εποπτεύουσα αρχή, οι διοικητές και διαχειριστές κοινωφελών περιουσιών, οι εκτελεστές διαθηκών και ο Φορέας δικαιούνται να ζητούν από φορείς του Δημοσίου, νομικά ή φυσικά πρόσωπα, που μπορεί να κατέχουν στοιχεία της κοινωφελούς περιουσίας, και ιδίως από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές εταιρείες και από την εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων Ανώνυμη Εταιρεία», πληροφορίες για τα στοιχεία αυτά και να ενεργούν έλεγχο για την εξακρίβωση των περιουσιών αυτών. Οι ζητούμενες πληροφορίες παρέχονται ατελώς και χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής.

Άρθρο 38

Διαχείριση καταθέσεων

1. Οι κληρονόμοι, κληροδόχοι, εκτελεστές διαθηκών, εκκαθαριστές κοινωφελών περιουσιών, διοικητές κοινωφελών ιδρυμάτων, διαχειριστές αυτοτελών περιουσιών και ο Φορέας καταθέτουν τα χρηματικά ποσά που προέρχονται από τις περιουσίες της παρούσας Ενότητας σε έναν ή περισσότερους έντοκους λογαριασμούς όψεως, ταμιευτηρίου ή προθεσμίας. Ενημερώνουν άμεσα την εποπτεύουσα αρχή για τα στοιχεία των λογαριασμών, αιτιολογώντας τον σκοπό της κατάθεσης και τα αναρτούν στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία τηρούνται τίτλοι υπέρ κοινωφελών σκοπών, χωρίς ειδική εντολή, εισπράττουν κατά τη λήξη τα μερίσματα ή άλλα ωφελήματα αυτών και τα καταθέτουν στους αντίστοιχους λογαριασμούς. Τα εν λόγω ποσά καθίστανται αυτοδικαίως έντοκα από την ημερομηνία λήξης τους. 3. Σε περίπτωση σύστασης επικαρπίας ή καταπιστεύματος επί κινητών αξιών ή μετρητών, των οποίων η κυριότητα έχει καταλειφθεί στο Δημόσιο, σε κοινωφελές ίδρυμα ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού, ο επικαρπωτής ή ο βεβαρημένος με καταπίστευμα καταθέτει τα αντίστοιχα ποσά σε πιστωτικό ίδρυμα ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εκτός εάν άλλως ορίζεται ρητώς στη διαθήκη. Κατ’ εξαίρεση, η εποπτεύουσα αρχή δύναται, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή της, να επιτρέψει την απευθείας διαχείριση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων από τον δικαιούχο, υπό την προϋπόθεση παροχής επαρκούς ασφάλειας. 4. Η μεταφορά ή μετατροπή των καταθέσεων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 3 γίνεται μόνο με εντολή του δικαιούχου και με ταυτόχρονη ενημέρωση της εποπτεύουσας αρχής. Σε αντίθετη περίπτωση, το πιστωτικό ίδρυμα υπέχει ευθύνη για κάθε ζημία που προκαλείται.

Άρθρο 39

Πόροι και έξοδα διοίκησης και εποπτείας κοινωφελών περιουσιών

1. Στον Κρατικό Προϋπολογισμό προβλέπεται κάθε έτος ειδική πίστωση για τη λειτουργία του Η.Μ.ΚΟΙ.Π. και για τα έξοδα διοίκησης και εποπτείας των κοινωφελών περιουσιών της παρούσας Ενότητας. 2. Τα πρόστιμα του άρθρου 54, της παρ. 2 του άρθρου 102 και της παρ. 2 του άρθρου 123, καθώς και τα τέλη, που εισπράττονται σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 6 αποτελούν έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού. 3. Για την αντιμετώπιση δαπανών της εποπτεύουσας αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της που απορρέουν από την παρούσα Ενότητα, επιβάλλεται ετήσια παρακράτηση σε βάρος των εσόδων των κοινωφελών περιουσιών, κατά ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5‰).

Άρθρο 40

Ιδρυτική πράξη

1. Η ιδρυτική πράξη του κοινωφελούς ιδρύματος γίνεται είτε με δικαιοπραξία εν ζωή είτε με διάταξη τελευταί- ας βούλησης. Η δικαιοπραξία εν ζωή περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. 2. Στην ιδρυτική πράξη του κοινωφελούς ιδρύματος καθορίζονται ο κοινωφελής σκοπός του, η περιουσία που του αφιερώνεται και ο οργανισμός του.

Άρθρο 41

Σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος

1. Το κοινωφελές ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα με προεδρικό διάταγμα, μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού, βάσει του σκοπού του ιδρύματος, το οποίο εγκρίνει τη σύστασή του. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα εγκρίνεται ο οργανισμός του ιδρύματος, ο οποίος συντάσσεται από τον εκτελεστή διαθήκης ή από τα πρόσωπα που έχουν οριστεί ως διοικητές του υπό σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος, σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη. Οι προτείνοντες Υπουργοί μπορούν να τροποποιούν το σχέδιο οργανισμού που υποβλήθηκε, τηρώντας τους όρους της ιδρυτικής πράξης. 2. Προϋπόθεση για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παρ. 1 είναι η γνώμη της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, με την οποία βεβαιώνεται η νομιμότητα της προέλευσης των περιουσιακών στοιχείων που αφιερώνονται από τον ιδρυτή ή διαθέτη στο υπό σύσταση κοινωφελές ίδρυμα. 3. Στον φάκελο που υποβάλλεται από τον εκτελεστή διαθήκης ή από τα πρόσωπα που έχουν οριστεί ως διοικητές του υπό σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος περιλαμβάνονται: α) Σχέδιο οργανισμού του ιδρύματος, β) έκθεση περιγραφής και αποτίμησης της περιουσίας που αφιερώνεται, γ) οικονομοτεχνική μελέτη βιωσιμότητας του ιδρύματος σε βάθος τουλάχιστον πενταετίας, η οποία περιλαμβάνει τεκμηρίωση ότι η περιουσία που αφιερώνεται επαρκεί για τη διαρκή και αποτελεσματική επίτευξη του δηλούμενου κοινωφελούς σκοπού και δ) βεβαίωση φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας του ιδρυτή, εφόσον πρόκειται για δικαιοπραξία εν ζωή. 4. Το διάταγμα της παρ. 1 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.. Από την ανωτέρω δημοσίευση το ίδρυμα λογίζεται συσταθέν.

Άρθρο 42

Οργανισμός κοινωφελούς ιδρύματος

1. Ο οργανισμός του κοινωφελούς ιδρύματος καθορίζει την επωνυμία του, την έδρα, τη διοίκηση και την εκπροσώπησή του, το σύνολο της περιουσίας του, την οικονομική διαχείριση, τα μέσα και τον τρόπο υλοποίησης του σκοπού του. 2. Κάθε τροποποίηση οργανισμού κοινωφελούς ιδρύματος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 41 και αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.. Με την ίδια διαδικασία τροποποιούνται και οι οργανισμοί κοινωφελών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας. 3. Όταν διατίθεται αυτοτελής περιουσία υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος ή το κοινωφελές ίδρυμα γίνει αποδέκτης σημαντικής χορηγίας για την επίτευξη του σκοπού του και τίθενται ιδιαίτεροι όροι του διαθέτη ή του χορηγού για τη διοίκηση και λειτουργία του σχετικά με την αξιοποίηση της αυτοτελούς περιουσίας ή χορηγίας, επιτρέπεται η τροποποίηση του οργανισμού του ιδρύματος, εφόσον η τροποποίηση δεν αντιβαίνει στη βούληση του ιδρυτή. Κάθε σχετική αμφισβήτηση επιλύεται από το δικαστήριο της παρ. 2 του άρθρου 32.

Άρθρο 43

Κατανομή περιουσίας υπέρ περισσότερων σκοπών - Συγκληρονομία

1. Εάν καταλειφθεί περιουσία σε κοινωφελές ίδρυμα για την εκπλήρωση περισσότερων σκοπών και δεν προκύπτει από την ιδρυτική πράξη η κατανομή της περιουσίας κατά σκοπό, αυτή κατανέμεται με απόφαση της διοίκησης του ιδρύματος, η οποία εγκρίνεται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής. 2. Εάν το ίδρυμα εγκαθίσταται ως συγκληρονόμος, εφαρμόζεται σε αυτό αναλόγως το άρθρο 84.

Άρθρο 44

Συγχώνευση και διάλυση κοινωφελούς ιδρύματος

1. Συγχώνευση κοινωφελών ιδρυμάτων επιτρέπεται εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) δεν αποκλείεται από τις ιδρυτικές πράξεις των συγχωνευόμενων ιδρυμάτων και δεν αντιβαίνει στη βούληση των ιδρυτών τους, β) επιδιώκεται όμοιος ή παρεμφερής κοινωφελής σκοπός και γ) η εκπλήρωση των κοινωφελών σκοπών υπηρετείται αποτελεσματικότερα, όπως αποδεικνύεται βάσει τεκμηριωμένης οικονομοτεχνικής μελέτης. 2. Η συγχώνευση πραγματοποιείται με: α) Απορρόφηση: όποτε ένα (1) ή περισσότερα κοινωφελή ιδρύματα (απορροφώμενα) μεταβιβάζουν σε ένα άλλο υφιστάμενο κοινωφελές ίδρυμα (απορροφόν), ύστερα από λύση τους, χωρίς να τεθούν σε εκκαθάριση, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεών τους, ή β) σύσταση νέου ιδρύματος: όποτε δύο (2) ή περισσότερα κοινωφελή ιδρύματα (συγχωνευόμενα) μεταβιβάζουν σε ένα νέο κοινωφελές ίδρυμα, το οποίο συνιστούν, ύστερα από λύση τους, χωρίς να τεθούν σε εκκαθάριση, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεών τους. 3. Σε περίπτωση συγχώνευσης με απορρόφηση, ο οργανισμός του απορροφόντος ιδρύματος τροποποιείται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 42, ενώ στην περίπτωση της συγχώνευσης με τη σύσταση νέου ιδρύματος, οι διοικήσεις των κοινωφελών ιδρυμάτων που συγχωνεύονται συντάσσουν νέο οργανισμό, σύμφωνα με τα άρθρα 41 και 42. 4. Με τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος που εγκρίνει τη συγχώνευση, το απορροφόν ίδρυμα ή το νέο ίδρυμα καθίσταται καθολικός διάδοχος των ιδρυμάτων που συγχωνεύονται. Οι προηγούμενες διοικήσεις διατηρούν ευθύνη λογοδοσίας για τη διαχειριστική περίοδο μέχρι την ημερομηνία έγκρισης της συγχώνευσης. 5. Το ίδρυμα διαλύεται με τη διαδικασία που προβλέπεται για τη σύστασή του, για τους λόγους που ορίζονται στον οργανισμό του ή στο άρθρο 118 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164) ή σε άλλον νόμο. Το προεδρικό διάταγμα που εγκρίνει τη διάλυση εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού που έχει υπογράψει την πράξη σύστασης του κοινωφελούς ιδρύματος και μπορεί να προβλέπει το όργανο και τη διαδικασία εκκαθάρισης του ιδρύματος, εφαρμοζομένων συμπληρωματικά των άρθρων 72 έως 77 του Αστικού Κώδικα.

Άρθρο 45

Διοίκηση κοινωφελούς ιδρύματος

1. Η συγκρότηση, η θητεία και οι αρμοδιότητες των οργάνων διοίκησης κάθε κοινωφελούς ιδρύματος ορίζονται στην ιδρυτική πράξη και στον οργανισμό του. 2. Αν η σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος ανατέθηκε σε εκτελεστή διαθήκης και αυτός εκλείψει για οποιονδήποτε λόγο, τα καθήκοντά του ανατίθενται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής στον Φορέα, κατ’ εφαρμογή της παρ. 7 του άρθρου 65. 3. Αν η διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος εκλείψει και δεν μπορεί, το αργότερο εντός τριμήνου, να συγκροτηθεί νέα διοίκηση, σύμφωνα με τον οργανισμό και την ιδρυτική πράξη, η εποπτεύουσα αρχή αναθέτει προσωρινά τη διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος στον Φορέα, ο οποίος υποβάλλει αίτηση για την ανάληψη της οριστικής διοίκησης του ιδρύματος στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η θητεία της προσωρινής διοίκησης παρατείνεται αυτοδικαίως έως την τελεσιδικία της απόφασης του αρμοδίου δικαστηρίου επί της αίτησης.

Άρθρο 46

Παύση μελών διοίκησης

1. Με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής παύεται υποχρεωτικά μέλος διοίκησης, όταν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για οποιοδήποτε κακούργημα ή για πλημμέλημα που αφορά σε: α) κλοπή, β) υπεξαίρεση, γ) απάτη, δ) εκβίαση, ε) απιστία, στ) πλαστογραφία, ζ) απιστία δικηγόρου, η) δωροδοκία, θ) παράνομη βεβαίωση ή είσπραξη δικαιωμάτων του Δημοσίου, ι) ψευδή βεβαίωση ια) παράβαση καθήκοντος, ιβ) συκοφαντική δυσφήμηση, ιγ) ψευδή κατάθεση, ιδ) ψευδή καταμήνυση, ή ιε) οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. 2. Η εποπτεύουσα αρχή δύναται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, να παύσει ένα ή περισσότερα μέλη διοίκησης όταν: α) ο διορισμός του έγινε κατά παράβαση νόμου ή του οργανισμού του, ή β) έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα στο ακροατήριο για οποιοδήποτε κακούργημα ή για οποιοδήποτε από τα πλημμελήματα της παρ. 1, ή γ) οι πράξεις διαχείρισης του μέλους διοίκησης έρχονται προδήλως ή επανειλημμένως σε αντίθεση με τον νόμο, τον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων, τη βούληση του διαθέτη ή ιδρυτή ή τα συμφέροντα του κοινωφελούς ιδρύματος. 3. Πριν από την έκδοση της απόφασης της παρ. 2, η εποπτεύουσα αρχή καλεί το μέλος ή τα μέλη της διοίκησης του ιδρύματος σε παροχή έγγραφων εξηγήσεων, τάσσοντάς τους προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης. 4. Εφόσον οι εξηγήσεις δεν κριθούν επαρκείς, η εποπτεύουσα αρχή εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση περί παύσης, την οποία αναρτά αμελλητί στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. και την κοινοποιεί στους ενδιαφερομένους. Σε περίπτωση παύσης όλων των μελών διοίκησης του ιδρύματος, εφόσον δεν είναι εφικτή εντός τριμήνου η αναπλήρωσή τους, σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη ή τον οργανισμό του ιδρύματος, ακολουθείται η διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 45. 5. Η απόφαση παύσης ενός ή περισσότερων μελών της διοίκησης κοινωφελούς ιδρύματος προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του κατά τόπο αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου, που δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

Άρθρο 47

Διαχείριση της περιουσίας κοινωφελούς ιδρύματος

1. Η περιουσία του κοινωφελούς ιδρύματος αξιοποιείται σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη, τον οργανισμό του και τον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων. 2. Όταν κοινωφελής περιουσία καταλείπεται σε συσταθέν κοινωφελές ίδρυμα, αν δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ή δεν συνάγεται επαρκώς ο επιδιωκόμενος σκοπός της, λογίζεται ότι αυτή έχει καταλειφθεί για την εξυπηρέτηση του σκοπού του κοινωφελούς ιδρύματος και εντάσσεται στην υπόλοιπη περιουσία του. Αν ο σκοπός είναι όμοιος και ορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης, ο οποίος διαφέρει από τον τρόπο διοίκησης του υφιστάμενου νομικού προσώπου, που προσδιορίζεται από το καταστατικό ή τον οργανισμό του, η κοινωφελής αυτή περιουσία υπάγεται στην περιουσία του υπέρ ου νομικού προσώπου, ο δε κατά τα ανωτέρω ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης τηρείται κατά το δυνατόν. Αν προκύψει διαφωνία για τον τρόπο εφαρμογής της παρούσας, αποφασίζει η εποπτεύουσα αρχή είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου. Κάθε περαιτέρω αμφισβήτηση επιλύεται από το δικαστήριο της παρ. 2 του άρθρου 32. 3. Η διοίκηση του ιδρύματος συνάπτει κάθε σύμβαση που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του σκοπού, εντός των ορίων που θέτει ο δωρητής ή ο διαθέτης. Απαγορεύονται συμβάσεις με μέλος διοίκησης, σύζυγο ή το μέρος με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ή συγγενή, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό, καθώς και με νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην ιδρυτική πράξη του ιδρύματος. Νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχεται από τα ανωτέρω πρόσωπα αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις της περ. ζ) του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167). Κατ’ εξαίρεση επιτρέπονται οι ετεροβαρείς υπέρ του κοινωφελούς ιδρύματος συμβάσεις με τα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου ακόμα και χωρίς πρόβλεψη της ιδρυτικής πράξης. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, άρση της απαγόρευσης του δεύτερου εδαφίου επιτρέπεται μόνο μετά από έκδοση σχετικής απόφασης της εποπτεύουσας αρχής. 4. Η διαδικασία, οι όροι και οι λεπτομέρειες για τη σύναψη και εκτέλεση συμβάσεων για την εκποίηση, αγορά, αντιπαροχή, εκμίσθωση, μακροχρόνια εκμίσθωση έναντι ανακατασκευής και αναπαλαίωσης, ανάθεση και εκτέλεση έργων, καθώς και προμηθειών και παροχής υπηρεσιών και λοιπών συμβάσεων των κοινωφελών ιδρυμάτων, καθορίζονται με τον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων. 5. Σε περίπτωση παράβασης των άρθρων της παρούσας Ενότητας και του Πρότυπου Κανονισμού Κοινωφελών Ιδρυμάτων για τη σύναψη σύμβασης, η εποπτεύουσα αρχή με αιτιολογημένη απόφαση: α) εφόσον δεν έχει ολοκληρωθεί η σύναψη της σύμβασης, εξετάζει την περίπτωση διενέργειας έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου σε βάρος του κοινωφελούς ιδρύματος και σε κάθε περίπτωση η σύναψη της σύμβασης αυτής δεν ολοκληρώνεται, β) εφόσον έχει συναφθεί η σύμβαση, αυτή θεωρείται άκυρη, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των καλόπιστων τρίτων. Στην περίπτωση αυτή, η τυχόν προκληθείσα ζημία βαρύνει τα αρμόδια όργανα.

Άρθρο 48

Κατ’ εξαίρεση άσκηση προληπτικού ελέγχου από την εποπτεύουσα αρχή

1. Για κάθε είδους σύμβαση, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς, πώλησης, ανταλλαγής, αντιπαροχής και κάθε είδους αξιοποίησης ακινήτου ή κατασκευής έργου ή προμηθειών, αγαθών και παροχής υπηρεσιών, της οποίας η αξία, σε ετήσια βάση, υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του ενεργητικού του κοινωφελούς ιδρύματος, απαιτείται ρητή έγκριση της εποπτεύουσας αρχής. 2. Πριν από την υπογραφή της σύμβασης της παρ. 1, η διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος διαβιβάζει στην εποπτεύουσα αρχή πλήρη φάκελο, που περιλαμβάνει τα έγγραφα της διαγωνιστικής διαδικασίας, προσφορές, σχέδιο σύμβασης και κάθε άλλο συνοδευτικό έγγραφο. Η εποπτεύουσα αρχή ελέγχει τόσο τη νομιμότητα της σύμβασης, όσο και τη συμβατότητά της με τη βούληση του διαθέτη ή του δωρητή. Εάν, εντός τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή, η εποπτεύουσα αρχή διαπιστώσει παράβαση του νόμου ή των όρων του οργανισμού ή ασυμβατότητα προς τη βούληση του διαθέτη ή του δωρητή, δύναται, με αιτιολογημένη πράξη της, να καλέσει τη διοίκηση του ιδρύματος να προβεί σε θεραπεία των πλημμελών όρων εντός εξήντα (60) ημερών. Εάν η διοίκηση του ιδρύματος αδρανήσει ή δεν συμμορφωθεί πλήρως με το περιεχόμενο της πράξης, η σύναψη της σύμβασης ματαιώνεται.

Άρθρο 49

Αξιοποίηση των χρηματικών διαθεσίμων κοινωφελούς ιδρύματος

1. Τα χρηματικά διαθέσιμα των κοινωφελών ιδρυμάτων μπορούν να αξιοποιούνται, με σκοπό την αύξηση των εσόδων που πρόκειται να διατεθούν για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού τους. 2. Κάθε αξιοποίηση γίνεται σύμφωνα με τη βούληση του δωρητή ή του διαθέτη. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται με άδεια του αρμόδιου δικαστηρίου να επενδυθούν τα διαθέσιμα με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που όρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης, εφόσον αποδεικνύεται, βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, ότι ο νέος τρόπος είναι σαφώς επωφελέστερος λόγω ουσιώδους μεταβολής των οικονομικών συνθηκών. 3. Αν ο διαθέτης δεν έχει εκφράσει την αντίθετη βούλησή του, επιτρέπονται ιδίως οι παρακάτω μορφές αξιοποίησης: α) έντοκη κατάθεση προθεσμίας ή ταμιευτηρίου, β) αγορά ακινήτων, γ) σύσταση ή εξαγορά ανώνυμης εταιρείας ή αγορά μετοχών σε ανώνυμες εταιρείες, εισηγμένες ή μη σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, υπό τον όρο ότι η εταιρεία λειτουργεί ως αυτοτελής νομική οντότητα, τα καθαρά κέρδη της οποίας διανέμονται στο ίδρυμα και διατίθενται αποκλειστικά για τα λειτουργικά του έξοδα και την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού του, δ) εισφορά περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος σε επενδυτικό ταμείο που συστήνει το ίδρυμα ή σε άλλο επενδυτικό ταμείο ή οργανισμό διαχείρισης επενδύσεων, ε) αγορά ομολόγων ή εντόκων γραμματίων που εκδίδει ή εγγυάται το ελληνικό Δημόσιο, στ) αγορά πολύτιμων μετάλλων που φυλάσσονται σε θυρίδες πιστωτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής, του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή στην Τράπεζα της Ελλάδος. 4. Η επένδυση των χρηματικών διαθεσίμων γίνεται σύμφωνα με την αρχή της διασποράς του κινδύνου. Το Διοικητικό Συμβούλιο καταρτίζει, για κάθε οικονομικό έτος, Έκθεση Επενδύσεων, στην οποία: α) Παρουσιάζονται η διάρθρωση και η απόδοση του χαρτοφυλακίου, β) βεβαιώνεται η τήρηση των προβλεπόμενων ορίων και γ) τεκμηριώνεται ρητώς ότι καμία τοποθέτηση δεν αλλοιώνει τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα του ιδρύματος, ούτε δημιουργεί δικαίωμα απόληψης κερδών σε τρίτους. Η Έκθεση Επενδύσεων ελέγχεται από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, σύμφωνα με το ελεγκτικό πλαίσιο που καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 118, και η έκθεση ελέγχου που εκδίδεται, αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. εντός ενός (1) μηνός από την ολοκλήρωση του ελέγχου.

Άρθρο 50

Σύσταση φορέων αξιοποίησης της περιουσίας των κοινωφελών ιδρυμάτων

1. Με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, μπορεί να εγκρίνεται η σύσταση ειδικού φορέα από ένα (1) ή περισσότερα ιδρύματα για την αξιοποίηση της περιουσίας τους ή η ανάθεση της αξιοποίησης αυτής σε υφιστάμενο φορέα. Οι όροι της σύστασης ή της ανάθεσης καθορίζονται στην απόφαση έγκρισης. Η αξιοποίηση της περιουσίας από τους εν λόγω φορείς τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ενώ τα όργανα διοίκησης του ιδρύματος ευθύνονται έναντι αυτού για κάθε πράξη ή παράλειψή τους. 2. Η απόφαση της παρ. 1 ανακαλείται εφόσον διαπιστωθεί ότι ο τρόπος διαχείρισης καθίσταται ασύμφορος ή αντίκειται στους σκοπούς του ιδρύματος.

Άρθρο 51

Σύμπραξη μεταξύ κοινωφελών ιδρυμάτων, καθώς και με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης

Για τη σύμπραξη μεταξύ κοινωφελών ιδρυμάτων, καθώς και με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/201 (Α’ 143), με σκοπό την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού, επιτρέπεται η σύναψη προγραμματικών συμβάσεων.

Άρθρο 52

Παραχώρηση χρήσης ακινήτου κοινωφελούς ιδρύματος σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης

Η παραχώρηση χρήσης ακινήτου κοινωφελούς ιδρύματος προς φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), επιτρέπεται, με ή χωρίς αντάλλαγμα, και κατόπιν έκδοσης απόφασης του Δικαστηρίου του άρθρου 825 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), εφόσον το ακίνητο που πρόκειται να παραχωρηθεί δεν εξυπηρετεί άμεσα τον κοινωφελή σκοπό του ιδρύματος. Η δικαστική απόφαση του προηγούμενου εδαφίου αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. και η παραχώρηση διενεργείται σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που προβλέπονται στον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων.

Άρθρο 53

Ανάρτηση οικονομικών καταστάσεων

1. Τα κοινωφελή ιδρύματα συντάσσουν ανά διαχειριστική χρήση οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17 του ν. 4308/2014 (Α’ 251), περί Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων, οι οποίες υπογράφονται από λογιστές - φοροτεχνικούς. Για τις περιουσίες του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 47, συντάσσονται διακριτές οικονομικές καταστάσεις ανά διαχειριστική χρήση, ενοποιημένες με τις οικονομικές καταστάσεις του υπέρ ου ιδρύματος σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. 2. Η διαχειριστική χρήση αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και τελειώνει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Κατ’ εξαίρεση, με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής μπορεί να ορίζεται διαφορετική διαχειριστική περίοδος, εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι. 3. Οι οικονομικές καταστάσεις της παρ. 1 αναρτώνται προς έγκριση στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους που αφορούν, και τεκμαίρονται εγκεκριμένοι μετά την πάροδο τριμήνου από την ανάρτηση.

Άρθρο 54

Συνέπειες μη ανάρτησης οικονομικών καταστάσεων

Σε περίπτωση υπαίτιας παράλειψης, ελλιπούς ή ανακριβούς ανάρτησης στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., σύμφωνα με το άρθρο 53, η εποπτεύουσα αρχή αποστέλλει έγγραφη προειδοποίηση προς τη διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος, με πρόσκληση συμμόρφωσης εντός τριάντα (30) ημερών. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας, η εποπτεύουσα αρχή: α) Επιβάλλει ατομικά σε βάρος των μελών της διοίκησης διοικητικό πρόστιμο έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, το πρόστιμο διπλασιάζεται και είναι δυνατή η παύση των υπευθύνων μελών της διοίκησης, και β) εκδίδει άμεσα και κοινοποιεί ειδοποίηση στα πιστωτικά ιδρύματα, όπου τηρούνται λογαριασμοί του κοινωφελούς ιδρύματος, βάσει της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να αρνηθούν την απόδοση των καταθέσεων και να μην εκτελούν εντολές και εντάλματα πληρωμής σε βάρος των κεφαλαίων του κοινωφελούς ιδρύματος. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ευθύνονται έναντι του κοινωφελούς ιδρύματος για κάθε ζημία από την παράλειψη συμμόρφωσης. Την αγωγή στην περίπτωση αυτή μπορεί να εγείρει και το ελληνικό Δημόσιο.

Άρθρο 55

Ιδρυτική πράξη

Η ιδρυτική πράξη της αυτοτελούς περιουσίας περιλαμβάνει: α) Το υφιστάμενο νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου διατίθεται η περιουσία, β) την περιουσία που διατίθεται, γ) τον ειδικό κοινωφελή σκοπό, που πρέπει να είναι διακριτός από εκείνον του νομικού προσώπου.

Άρθρο 56

Κανόνες διαχείρισης

1. Σε κάθε αυτοτελή περιουσία αποδίδεται ξεχωριστός Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.). 2. Για τη διαχείριση των ακινήτων και των χρηματικών διαθεσίμων της αυτοτελούς περιουσίας εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 47 έως 49, καθώς και το άρθρο 52, με εξαίρεση τις αυτοτελείς περιουσίες που έχουν δια- τεθεί υπέρ των κοινωφελών ιδρυμάτων της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3, οι οποίες τελούν υπό τη διαχείριση του κοινωφελούς ιδρύματος και αξιοποιούνται σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη και τον οργανισμό του, εκτός αν άλλως ορίζει ο διαθέτης ή ο δωρητής της αυτοτελούς περιουσίας. 3. Για κάθε αυτοτελή περιουσία αναρτώνται οικονομικές καταστάσεις, κατά ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 53 και 54. 4. Οι οφειλές της αυτοτελούς περιουσίας ικανοποιούνται αποκλειστικά από το ενεργητικό της. 5. Όταν η διαχείριση αυτοτελούς περιουσίας ανατίθεται από τον διαθέτη στο Δημόσιο, εφαρμόζεται αναλόγως το Μέρος Ζ’ της παρούσας Ενότητας.

Άρθρο 57

Συγχώνευση με την περιουσία κοινωφελούς ιδρύματος ή άλλη αυτοτελή περιουσία

Η συγχώνευση αυτοτελούς περιουσίας με την περιουσία κοινωφελούς ιδρύματος ή άλλη αυτοτελή περιουσία επιτρέπεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 44.

Άρθρο 58

Εκκαθάριση

1. Η αυτοτελής περιουσία τίθεται σε εκκαθάριση μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, η οποία εκδίδεται μετά από αίτημα του προσώπου που ασκεί τη διοίκησή της ή αυτεπαγγέλτως, όταν: α) Ο σκοπός για τον οποίο διατέθηκε κατέστη ανέφικτος, β) εξαντλήθηκαν τα χρηματικά της διαθέσιμα και δεν είναι εφικτή η απόκτηση νέων διαθεσίμων μέσω της πώλησης ή αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων ή γ) το παθητικό της υπερβαίνει το ενεργητικό της. 2. Για την εκκαθάριση της αυτοτελούς περιουσίας εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 5 του άρθρου 44.

Άρθρο 59

Χορήγηση υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων από κοινωφελή ιδρύματα και αυτοτελείς περιουσίες

1. Εάν με ιδρυτική πράξη έχει ανατεθεί σε κοινωφελές ίδρυμα ή αυτοτελή περιουσία, η χορήγηση υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων, η απονομή τους διενεργείται είτε με διαγωνισμό είτε χωρίς διαγωνισμό, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ιδρυτικής πράξης ή του οργανισμού του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας. 2. Στην περίπτωση χορήγησης υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων από αυτοτελή περιουσία ή περιουσία του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 47, που έχει διατεθεί υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3, η απονομή τους διενεργείται σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη και τον οργανισμό του κοινωφελούς ιδρύματος, εκτός αν ορίζει ρητά διαφορετικά ο διαθέτης ή δωρητής της αυτοτελούς περιουσίας. 3. Στην περίπτωση που δεν υφίσταται πρόβλεψη στην ιδρυτική πράξη ή στον οργανισμό του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας για τους όρους και τη διαδικασία χορήγησης υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων ή η πρόβλεψη είναι ελλιπής, εφαρμόζονται οι όροι και η διαδικασία που προβλέπονται σχετικά στον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων.

Άρθρο 60

Πρόσκαιρη αδυναμία για εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού

1. Κοινωφελή ιδρύματα ή αυτοτελείς περιουσίες, που αποδεδειγμένα τελούν σε πρόσκαιρη αδυναμία εκπλήρωσης του κοινωφελούς σκοπού τους δύνανται, κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, να προβαίνουν στις πράξεις διαχείρισης του άρθρου 61, στον απολύτως αναγκαίο βαθμό για την άρση της αδυναμίας. Αν η πράξη διαχείρισης απαγορεύεται ρητώς στην ιδρυτική πράξη, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η διενέργειά της, κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι δεν υφίσταται εναλλακτικό, ηπιότερο μέσο για την άρση της πρόσκαιρης αδυναμίας. 2. Ως πρόσκαιρη αδυναμία νοείται, ιδίως, η αδυναμία εξόφλησης χρηματικών οφειλών προς πιστωτές, που είναι εξοπλισμένοι με εκτελεστούς τίτλους και επισπεύδουν διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας με πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος περιουσιακών στοιχείων τους, που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού τους.

Άρθρο 61

Μέτρα άρσης πρόσκαιρης αδυναμίας

Όταν διαπιστώνεται πρόσκαιρη αδυναμία υπό την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 60, τα ιδρύματα ή οι αυτοτελείς περιουσίες επιτρέπεται, μετά από άδεια του δικαστηρίου να: α) εκχωρούν έσοδα από την εκμετάλλευση της περιουσίας τους προς πιστωτές, πλην του Δημοσίου, β) λαμβάνουν δάνειο από πιστωτικό ίδρυμα ή άλλον νομίμως λειτουργούντα φορέα παροχής πιστώσεων και χορηγούν προς τον σκοπό αυτό εμπράγματες διασφαλίσεις επί της περιουσίας του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας και γ) εκποιούν περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας, αν τα υπολειπόμενα περιουσιακά στοιχεία επαρκούν για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού τους.

Άρθρο 62

Προϋποθέσεις χαρακτηρισμού κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών ως αδρανών

1. Κοινωφελή ιδρύματα ή αυτοτελείς περιουσίες χαρακτηρίζονται ως αδρανή/-είς εφόσον επί τρία (3) συναπτά έτη συντρέχει μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Δεν ανάρτησαν στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. τις οικονομικές καταστάσεις του άρθρου 53 και της παρ. 3 του άρθρου 56, β) δεν ανάρτησαν στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. μεταβολές στη διοίκηση ή στην περιουσιακή τους κατάσταση, γ) δεν τήρησαν ή δεν ενημέρωσαν τον αναλυτικό κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 6, δ) δεν ανάρτησαν στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. τις πράξεις διαχείρισης της περιουσίας τους προς εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού, της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 6, ε) οι ετήσιες δαπάνες για υλοποίηση του κοινωφελούς τους σκοπού υπολείπονταν του δεκαπέντε τοις εκατό (15%) των συνολικών εσόδων ή, σε τριετία, του τριάντα τοις εκατό (30%) των συνολικών εσόδων ή στ) εισέπραξαν ποσοστό μικρότερο του εβδομήντα τοις εκατό (70%) των ληξιπρόθεσμων αξιώσεων από την εκμετάλλευση της κοινωφελούς περιουσίας. 2. Τα κοινωφελή ιδρύματα της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3, καθώς και οι υπέρ αυτών αυτοτελείς περιουσίες, χαρακτηρίζονται ως αδρανή εφόσον πληρούν μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις των περ. α), β) και γ) της παρ. 1. 3. Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εφόσον διαπιστώσει, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αδράνειας της παρ. 1 ή της παρ. 2, κατά περίπτωση, αποστέλλει πρόσκληση προς τις διοικήσεις των ως άνω κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών, που αδρανούν, ή ελλείψει διοικήσεων, στην έδρα τους, για παροχή εγγράφων εξηγήσεων, για τους λόγους θέσης τους σε αδράνεια, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία ή οι παρεχόμενες εξηγήσεις κριθούν ανεπαρκείς, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκδίδει απόφαση, με την οποία διαπιστώνεται η πλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 1 ή της παρ. 2, κατά περίπτωση. 4. Η απόφαση της παρ. 3 περί διαπίστωσης της αδράνειας, μαζί με ρητή μνεία για τη δυνατότητα υποβολής σχεδίου επαναδραστηριοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 63, κοινοποιείται στη διοίκηση του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας ή ελλείψει αυτής στην έδρα του/ της, και καταχωρίζεται στην οικεία μερίδα που τηρείται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., όπου και αναγράφεται η ψηφιακή σήμανση «Αδρανές/-ής». 5. Κατά της απόφασης της παρ. 3 επιτρέπεται η άσκηση αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 63

Σχέδιο επαναδραστηριοποίησης

1. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 62 στη διοίκηση του αδρανούς ιδρύματος/αυτοτελούς περιουσίας, η τελευταία δύναται να υποβάλει στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σχέδιο επαναδραστηριοποίησης (Σχέδιο). 2. Το Σχέδιο περιλαμβάνει: α) τεκμηριωμένη ανάλυση των λόγων της αδρανούς συμπεριφοράς, β) προτεινόμενα μέτρα οικονομικής ανάταξης, γ) χρονοδιάγραμμα υλοποίησης στόχων, με επιμέρους ορόσημα ανά τρίμηνο, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, και δ) εκτίμηση εξόδων και πιθανών πηγών χρηματοδότησης. Η εποπτεύουσα αρχή αποφαίνεται επί του Σχεδίου εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή του. 3. Εφόσον το Σχέδιο εγκριθεί από την εποπτεύουσα αρχή, η διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας υποχρεούται, στο τέλος του πρώτου τριμήνου από την έγκριση του Σχεδίου, να υποβάλει στην εποπτεύουσα αρχή έκθεση προόδου αναφορικά με την υλοποίησή του. Εφόσον η έκθεση προόδου εγκριθεί, η διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας υποχρεούται να υποβάλει στην εποπτεύουσα αρχή νέα έκθεση προόδου μετά το πέρας εξαμήνου από την υποβολή της πρώτης έκθεσης. Εφόσον και αυτή εγκριθεί, η διαδικασία επαναλαμβάνεται ανά έτος, μέχρι την έκδοση απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί διαπίστωσης ότι το κοινωφελές ίδρυμα ή η αυτοτελής περιουσία έπαυσε να είναι αδρανές/ής, η οποία καταχωρίζεται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π..

Άρθρο 64

Προσωρινή και οριστική διοίκηση της περιουσίας αδρανών κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών

1. Αν: α) παρέλθει άπρακτο το τρίμηνο για την υποβολή του σχεδίου επαναδραστηριοποίησης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 63 ή β) δεν υποβληθεί εγκαίρως και προσηκόντως έκθεση προόδου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 63 ή η έκθεση προόδου κριθεί ανεπαρκής ή γ) συντρέχουν λόγοι παύσης μελών της διοίκησης του ιδρύματος του άρθρου 46, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η προσωρινή διοίκηση του αδρανούς κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας ανατίθεται στον Φορέα. 2. Ο Φορέας, με την ανάληψη της προσωρινής διοίκησης του αδρανούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας, υποβάλλει άμεσα αίτηση, για την ανάληψη της οριστικής διοίκησης του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας, στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η προσωρινή διοίκηση του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας παρατείνεται αυτοδίκαια μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης του αρμοδίου δικαστηρίου επί της αίτησης. 3. Η αίτηση της παρ. 2 δύναται να αφορά σωρευτικά σε περισσότερα αδρανή κοινωφελή ιδρύματα και αυτοτελείς περιουσίες. 4. Στην αίτηση δύναται να σωρεύεται και αίτημα για τη μεταβολή του εξυπηρετούμενου κοινωφελούς σκοπού, καθώς και για τη συγχώνευση περισσοτέρων αδρανών κοινωφελών ιδρυμάτων ή αυτοτελών περιουσιών. 5. Το Δικαστήριο δύναται να αναθέσει την οριστική διοίκηση του αδρανούς κοινωφελούς ιδρύματος ή αυτοτελούς περιουσίας είτε στον Φορέα είτε σε οποιονδήποτε άλλον κρίνει. 6. Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, οι πράξεις διοίκησης και διαχείρισης που διενεργήθηκαν από τον Φορέα μέχρι την έκδοση της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου παραμένουν ισχυρές και δεσμευτικές έναντι πάντων. 7. Κατά την προσωρινή και οριστική διοίκηση του αδρανούς κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας, ο Φορέας λαμβάνει άμεσα τα αναγκαία μέτρα για τη διάσωση και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του/της και την αδιατάρακτη εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού τους.

Άρθρο 65

Εκτελεστές διαθηκών

1. Περιουσίες που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς γίνονται πάντοτε δεκτές με το ευεργέτημα της απογραφής και εκκαθαρίζονται από τους εκτελεστές που ορίζονται με τη διαθήκη, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τα άρθρα 2020 έως 2031 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). 2. Το πρόσωπο που ορίζεται ως εκτελεστής της διαθήκης οφείλει να δηλώσει αν αποδέχεται τον ορισμό του, με έγγραφη δήλωση που υποβάλλεται στο αρμόδιο Δικαστήριο, με ταυτόχρονη ενημέρωση της εποπτεύουσας αρχής μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα που του γνωστοποιήθηκε η δημοσίευση της διαθήκης και προσκλήθηκε να αναλάβει τα καθήκοντά του ή από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο γνώση του διορισμού του. Η εποπτεύουσα αρχή οφείλει να εξετάσει εάν συντρέχουν οι λόγοι ανικανότητας της παρ. 3. 3. Δεν διορίζονται εκτελεστές διαθηκών: α) οι ανήλικοι, β) όσοι τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση, πλήρη ή μερική που εμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων τους, γ) όσοι έχουν πτωχεύσει και δεν έχουν αποκατασταθεί, καθώς και όσοι έχουν τεθεί σε αναγκαστική διαχείριση και εκκαθάριση, και δ) όσοι έχουν καταδικαστεί για κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών (3) μηνών. 4. Οι εκτελεστές διαθηκών εκπίπτουν αυτοδίκαια από το λειτούργημά τους, εάν κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων τους ανακύψει κώλυμα εκ των αναφερομέ- νων στις περ. β), γ) και δ) της παρ. 3 ή εάν καταδικασθούν τελεσίδικα σε οποιαδήποτε ποινή για αξιόποινη πράξη που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Οι εκτελεστές διαθηκών δύνανται με πράξη της εποπτεύουσας αρχής να παύονται από τα καθήκοντά τους, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα δεν τα εκτελούν και δεν τηρούν την παρούσα Ενότητα. 5. Οι διοριζόμενοι οφείλουν να δηλώνουν αμέσως στην εποπτεύουσα αρχή την ύπαρξη ή την επέλευση λόγων ανικανότητας της παρ. 3. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν και όσοι ασκούν τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου, οι δικαστικοί συμπαραστάτες, οι σύνδικοι της πτώχευσης και οι εισαγγελείς, σε κάθε περίπτωση καταδίκης. 6. Σε περίπτωση ορισμού περισσότερων εκτελεστών, η εκκαθάριση γίνεται από κοινού. Αν διαφωνούν, αποφασίζει η εποπτεύουσα αρχή. Σε εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις, κάθε εκτελεστής μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συντήρηση της περιουσίας χωρίς τη συναίνεση των άλλων και να παρίσταται μόνος στο Δικαστήριο. Οι εκτελεστές διαθήκης είναι σε ολόκληρο υπεύθυνοι για τις πράξεις που ενέργησαν από κοινού ή για όσες έχουν συναινέσει, ευθύνονται δε κατά τις διατάξεις περί εντολής του Αστικού Κώδικα. 7. Σε περίπτωση που ο εκτελεστής διαθήκης εξέλιπε, αποποιήθηκε το λειτούργημα, παραιτήθηκε ή για άλλο λόγο έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του ή συντρέχουν στο πρόσωπό του λόγοι ανικανότητας της παρ. 3, χωρίς να προβλέπεται από τη διαθήκη η αναπλήρωσή του, τότε η διοίκηση της οικείας περιουσίας ανατίθεται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής στον Φορέα, ο οποίος εκτελεί καθήκοντα εκτελεστή διαθήκης και προβαίνει σε εκκαθάρισή της. Στην περίπτωση αυτή, η σύναψη εκ μέρους του Φορέα των απαιτούμενων συμβάσεων για την άσκηση των καθηκόντων του ως εκτελεστή διαθήκης, πραγματοποιείται αποκλειστικά κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στον Ειδικό Κανονισμό του.

Άρθρο 66

Εκκαθάριση και διανομή της περιουσίας

1. Μετά από έγκριση της εποπτεύουσας αρχής, και εφόσον η διαθήκη δεν ορίζει διαφορετικά, ο εκτελεστής της διαθήκης υποχρεούται να παραδώσει στους κληρονόμους τα στοιχεία της κληρονομίας που αναλογούν στις κληρονομικές τους μερίδες, εφόσον δεν παρεμποδίζεται η εκκαθάριση. Σε περιπτώσεις συγκυριότητας, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 84. Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την κυριότητα, νομή ή κατοχή στοιχείου της κληρονομίας, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 30 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), που δικάζει με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 2. Απαγορεύεται η διάθεση από τον κληρονόμο στοιχείου της κληρονομίας, το οποίο υπάγεται στη διαχείριση του εκτελεστή, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη ή το εγκρίνει η εποπτεύουσα αρχή, αν το στοιχείο ανήκει προδήλως στον κληρονόμο. 3. Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, ο εκτελεστής διανέμει την κληρονομία σύμφωνα με τη διαθήκη, κατόπιν έγκρισης της εποπτεύουσας αρχής. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συγκληρονόμων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1884 έως 1888 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164).

Άρθρο 67

Επιλογή κοινωφελούς σκοπού ή έργου ή τρόπου εκτέλεσης αυτού

1. Οι εκτελεστές διαθηκών ή άλλα πρόσωπα, στα οποία ανατέθηκε με διαθήκη η επιλογή του κοινωφελούς σκοπού ή έργου ή του τρόπου εκτέλεσης αυτού ή του κοινωφελούς ιδρύματος ή άλλου νομικού προσώπου, στο οποίο διατίθεται η κοινωφελής περιουσία, οφείλουν να υποβάλουν δήλωση περί της επιλογής τους στην εποπτεύουσα αρχή ή στον πρόξενο της κατοικίας ή διαμονής τους. Εφόσον διαπιστώνεται αδυναμία της προαναφερόμενης επιλογής ή της υποβολής σχετικής δήλωσης, ή όταν η επιλογή έχει ανατεθεί στο Δημόσιο, η απόφαση επιλογής εκδίδεται από την εποπτεύουσα αρχή. 2. Εφόσον υπάρξει καθυστέρηση ως προς την υποβολή της δήλωσης της παρ. 1, η εποπτεύουσα αρχή προσκαλεί εγγράφως τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα επιλογής να υποβάλουν δήλωση μέσα σε εύλογη προθεσμία. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η επιλογή της παρ. 1 ενεργείται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής. 3. Με απόφασή της, η εποπτεύουσα αρχή επιλέγει τον κοινωφελή σκοπό ή το έργο ή τον τρόπο εκτέλεσής του, εάν η επιλογή των προσώπων που έχουν αυτό το δικαίωμα: α) δεν ανταποκρίνεται σε κοινωφελή σκοπό, κατά την έννοια της περ. θ) του άρθρου 4, β) δεν είναι σύμφωνη με την ιδρυτική πράξη και γ) τα πρόσωπα αυτά εμμένουν ή δεν συμμορφώνονται προς την πρόσκληση για τροποποίηση της επιλογής. Σε περίπτωση διαφωνίας, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 825 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).

Άρθρο 68

Κληροδοσίες υπέρ κοινωφελών σκοπών

1. Κληροδοσίες υπέρ κοινωφελών σκοπών που εκτελούνται από τον κληρονόμο ή κληροδόχο ή από πρόσωπα άλλα εκτός από το Δημόσιο ή καταλείπονται υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων, ανακοινώνονται από τον βεβαρημένο στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εντός τριών (3) μηνών από την αποδοχή της κληρονομίας και εκκαθαρίζονται σύμφωνα το παρόν Κεφάλαιο. Όταν η κληροδοσία που καταλείπεται αφορά χρηματικά ποσά, για την εκκαθάρισή της εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 78. 2. Διάταξη διαθήκης ή δικαιοπραξία εν ζωή, με την οποία διατίθεται περιουσία για την ίδρυση ναού, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, εκτελείται από τον εκτελεστή της διαθήκης ή τον βεβαρημένο κληρονόμο ή κληροδόχο. Σε περίπτωση αδυναμίας ή παρεμπόδισης της εκτέλεσης του σκοπού από τα ανωτέρω πρόσωπα, η εκτέλεση και η εκπροσώπηση αναλαμβάνονται από τον οικείο Μητροπολίτη. Η εκτέλεση έργου ανοικοδόμησης, ανακαίνισης, επισκευής και συντήρησης ναών της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, διενεργείται σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο που ισχύει για την εκκλησιαστική περιουσία. Εάν πρόκειται για ναό ή χώρο λατρείας δόγματος ή θρησκείας διαφορετικής της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, η εκτέλεση και η εκπροσώπηση αναλαμβάνονται από το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.

Άρθρο 69

Εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού

1. Όταν η εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού πραγματοποιείται άπαξ, ο εκτελεστής της διαθήκης υποβάλλει στην εποπτεύουσα αρχή έκθεση με τον προτεινόμενο τρόπο εκτέλεσης και τον προϋπολογισμό της σχετικής δαπάνης. Η εποπτεύουσα αρχή εγκρίνει ή απορρίπτει τη σχετική πρόταση εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την υποβολή της. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του δεύτερου εδαφίου, τεκμαίρεται η έγκριση της πρότασης. 2. Η εκπλήρωση του σκοπού δύναται να αρχίσει και πριν από τη λήξη της εκκαθάρισης, εφόσον δεν παρακωλύεται η εκκαθάριση, μετά από έγκριση της εποπτεύουσας αρχής. 3. Σε περίπτωση ανάγκης, με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής μπορεί να αναβληθεί η ανάθεση ή εκτέλεση του έργου ή του σκοπού, για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα. 4. Σε περίπτωση που το ποσό που ορίζεται από την ιδρυτική πράξη για την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού ή έργου είναι προδήλως ανεπαρκές, αυτό δύναται να αυξάνεται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, ύστερα από πρόταση του εκτελεστή της διαθήκης ή του διοικητή του ιδρύματος, ανάλογα με την επάρκεια της περιουσίας και εφόσον αυτό δεν προσκρούει στην ιδρυτική πράξη. Σε περίπτωση περισσοτέρων σκοπών, τηρείται η αναλογία που ορίζεται στην ιδρυτική πράξη. Τα ποσά μπορούν να αναπροσαρμόζονται με την ίδια διαδικασία, σε περίπτωση μεταβολής των οικονομικών συνθηκών.

Άρθρο 70

Πράξεις διαχείρισης εκ μέρους του εκτελεστή διαθήκης

1. Ο εκτελεστής της διαθήκης προβαίνει σε κάθε αναγκαία πράξη ή υλική ενέργεια για τον σκοπό της ταχείας εκκαθάρισης, όπως ιδίως σε απογραφή των περιουσιακών στοιχείων, σε λήψη εξασφαλιστικών μέτρων και σε είσπραξη απαιτήσεων και εισοδημάτων. 2. Μετά από άδεια της εποπτεύουσας αρχής, ο εκτελεστής διαθήκης δύναται να προβαίνει σε εκποίηση ή εκμίσθωση κινητών και ακινήτων, μακροχρόνια εκμίσθωση έναντι ανακατασκευής και αναπαλαίωση ακινήτου για την επωφελέστερη εκμετάλλευσή του, σε σύναψη συμβάσεων μελετών, έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, συμβατών με τον σκοπό της ταχείας εκκαθάρισης, σε πληρωμή χρεών και βαρών της κληρονομίας, σε συνέχιση ή εκκαθάριση επιχείρησης, σε επωφελή τοποθέτηση και επένδυση των χρηματικών διαθεσίμων, σε κατάρτιση συμβιβασμού ή συμφωνία διαιτησίας ή σε κατάργηση δίκης, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 1 του άρθρου 119. 3. Για την πληρωμή χρεών και βαρών της κληρονομίας, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 77, καθ’ όλη τη διάρκεια της εκκαθάρισης.

Άρθρο 71

Τεχνική υποστήριξη του εκτελεστή της διαθήκης

Για την υποβοήθηση του έργου του εκτελεστή της διαθήκης σε υποθέσεις αυξημένης διοικητικής ή τεχνικής πολυπλοκότητας, ο Φορέας δύναται, κατόπιν αιτήματος του εκτελεστή, να παρέχει τεχνική υποστήριξη στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, η οποία περιλαμβάνει, ιδίως: α) τη συμβουλευτική υποστήριξη σε θέματα εκκαθάρισης, β) τη συνδρομή στην προετοιμασία και υποβολή προτάσεων έργων ή αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων, γ) την τεχνική εποπτεία σύνθετων έργων, δ) τη σύνταξη ή τον έλεγχο τεχνικών φακέλων και ε) την παρακολούθηση της υλοποίησης δράσεων έως την ολοκλήρωσή τους.

Άρθρο 72

Υποτροφίες - Διαγωνισμοί

Εάν από τη διαθήκη προβλέπεται η χορήγηση υποτροφιών, βοηθημάτων, οικονομικών ενισχύσεων ή βραβείων από πρόσωπα εκτός του Δημοσίου, τα οποία δεν αποτελούν κοινωφελή ιδρύματα, η απονομή τους διενεργείται είτε με διαγωνισμό είτε χωρίς διαγωνισμό, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διαθήκης. Αν δεν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στη διαθήκη ή η πρόβλεψη είναι ανεπαρκής, εφαρμόζονται αναλόγως οι όροι και η διαδικασία που προβλέπονται στον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων, για τη χορήγηση υποτροφιών, βοηθημάτων, οικονομικών ενισχύσεων ή βραβείων εκ μέρους των κοινωφελών ιδρυμάτων.

Άρθρο 73

Ετήσιος απολογισμός εκκαθάρισης και εποπτικός έλεγχος

1. Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης κοινωφελούς περιουσίας του παρόντος Μέρους από εκτελεστή διαθήκης, ο τελευταίος αναρτά στη μερίδα της κοινωφελούς περιουσίας στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. ετήσιο απολογισμό πεπραγμένων, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους. 2. Ο απολογισμός συντάσσεται σύμφωνα με το πρότυπο υπόδειγμα, με ειδικούς πίνακες που περιλαμβάνουν τουλάχιστον: α) τις εκτελεσθείσες ενέργειες, β) τα εκτιμώμενα και τα πραγματοποιηθέντα έσοδα και έξοδα, γ) την πρόοδο στην υλοποίηση του σκοπού ή των έργων, δ) εκκρεμότητες και σχεδιαζόμενες ενέργειες. 3. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής του απολογισμού, ενεργοποιείται από την εποπτεύουσα αρχή διαδικασία έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 100, με δικαίωμα πρόσκλησης σε συμμόρφωση του εκτελεστή, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης.

Άρθρο 74

Λήξη έργου του εκτελεστή διαθήκης και λογοδοσία

1. Το λειτούργημα του εκτελεστή της διαθήκης παύει αυτοδικαίως με την έγκριση από την εποπτεύουσα αρχή της οριστικής λογοδοσίας επί του έργου του. Η λογοδοσία συντάσσεται σύμφωνα με το πρότυπο υπόδειγμα, αναρτάται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., και περιλαμβάνει πλήρη έκθεση της γενόμενης διοίκησης και εκκαθάρισης της περιουσίας και όλα τα στοιχεία της. 2. Η εποπτεύουσα αρχή διαβιβάζει την υποβληθείσα οριστική λογοδοσία σε πιστοποιημένο ελεγκτή κοινωφελών περιουσιών, προς έλεγχο και επαλήθευση των στοιχείων της. Αν το πόρισμα του ως άνω ελέγχου και της επαλήθευσης είναι θετικό, προβαίνει στην έγκριση της λογοδοσίας. Αν το πόρισμα επισημαίνει ατασθαλίες στη διαχείριση ή παράβαση του νόμου, το διαβιβάζει στην αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων για τη διενέργεια εξ υπαρχής ελέγχου και προς καταλογισμό, σύμφωνα με τη διαδικασία των παρ. 7 και 8 του άρθρου 100. 3. Η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να ζητά και μερική λογοδοσία ή πληροφορίες οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης. Επί της μερικής λογοδοσίας διενεργείται διαχειριστικός έλεγχος από πιστοποιημένο ελεγκτή κοινωφελών περιουσιών, μετά από εντολή της εποπτεύουσας αρχής, και ακολουθείται η διαδικασία της παρ. 2. 4. Αν ο εκτελεστής διαθήκης προσκληθεί να λογοδοτήσει και αρνείται, εξακριβώνεται με έλεγχο από πιστοποιημένο ελεγκτή κοινωφελών περιουσιών, μετά από εντολή της εποπτεύουσας αρχής, αν υπάρχουν ελλείμματα ή ζημία και ακολουθεί καταλογισμός, σύμφωνα με τη διαδικασία των παρ. 7 και 8 του άρθρου 100. 5. Αν τα καθήκοντα εκτελεστή διαθήκης εκτελεί ο Φορέας, ως προς τη λήξη του έργου του και τη λογοδοσία του εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 86. 6. Η λογοδοσία του εκτελεστή διαθήκης, τελική ή μερική, κοινοποιείται και στους συγκληρονόμους του Δημοσίου. 7. Εάν από τη διαθήκη προκύπτει ότι ο εκτελεστής δεν έχει καθήκοντα εκκαθάρισης ή εκπλήρωσης του σκοπού, απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής λογοδοσίας.

Άρθρο 75

Καταβολή αμοιβής και δαπανών

1. Στον εκτελεστή της διαθήκης ή στον Φορέα, όταν αυτός εκτελεί χρέη εκτελεστή διαθήκης, καταβάλλεται, εφόσον δεν απαγορεύεται ρητώς από τη διαθήκη, εύλογη αμοιβή και αποζημίωση για τις δαπάνες του. 2. Με αίτηση του εκτελεστή της διαθήκης ή του Φορέα, που συνοδεύεται από αναλυτικό πίνακα δικαστικών και εξωδικαστικών ενεργειών και αναφορά του χρόνου απασχόλησης και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε, χορηγείται, μετά από έγκριση της αρμόδιας αρχής, αμοιβή, η οποία παρακρατείται από το ενεργητικό της σε εκκαθάριση περιουσίας, ανάλογη του χρόνου απασχόλησης, των ενεργειών στις οποίες προέβη και του ενεργητικού της περιουσίας αυτής, και αποδίδονται οι δαπάνες, στις οποίες αναγκαία προέβη ο εκτελεστής ή ο Φορέας για την εκτέλεση του έργου του. Ως βάση υπολογισμού της αμοιβής του εκτελεστή διαθήκης ή του Φορέα, λαμβάνεται το σύνολο του ενεργητικού της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το χρόνο του διορισμού τους, τα ανώτατα δε όρια της αμοιβής αυτής καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 119. 3. Με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, σε περίπτωση που η περιουσία στερείται ρευστού ενεργητικού, δύναται να χορηγείται στον εκτελεστή της διαθήκης ή στον Φορέα, μετά από σχετική αίτησή του, προκαταβολή μέρους της αμοιβής του, σε βάρος της ειδικής πίστωσης της παρ. 1 του άρθρου 39, υπό τον όρο απόδοσης λογαριασμού. 4. Δαπάνες που αφορούν έξοδα και αμοιβές προσώπων που ενεργούν πράξεις λόγω της ιδιότητάς τους, όπως ιδίως δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, μηχανικοί, οικονομικοί ελεγκτές και σύμβουλοι και μεσίτες, υποβάλλονται από τον εκτελεστή διαθήκης πριν από τη διενέργειά τους, προς έγκριση από την αρμόδια αρχή, η οποία οφείλει να απαντήσει εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή τους. Η άπρακτη παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας ισοδυναμεί με έγκριση των δαπανών. Κατ’ εξαίρεση, διενεργούνται από τον εκτελεστή διαθήκης, χωρίς προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής, δαπάνες με κατεπείγοντα χαρακτήρα που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση και διαφύλαξη των στοιχείων της περιουσίας. Οι δαπάνες του προηγούμενου εδαφίου υπάγονται μόνο σε κατασταλτικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή του κατεπείγοντος χαρακτήρα τους. 5. Αν δεν υφίσταται ενεργητικό της κληρονομιαίας περιουσίας, η αμοιβή και οι δαπάνες καταβάλλονται εκ μέρους της εποπτεύουσας αρχής, από την ειδική πίστωση της παρ. 1 του άρθρου 39, όταν δε προκύψει ενεργητικό, επιστρέφονται ή συμψηφίζονται τα καταβληθέντα ποσά.

Άρθρο 76

Αποδοχή ή αποποίηση κληρονομιών υπέρ του Δημοσίου - Σχετικές δίκες του Δημοσίου

1. Το Δημόσιο δεν δύναται να αποποιηθεί κληρονομία που του επάγεται εξ αδιαθέτου. 2. Το Δημόσιο θεωρείται πάντοτε ότι αποδέχεται την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής, χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία για σύνταξη απογραφής και χωρίς να στερείται οποιουδήποτε από τα πλεονεκτήματα του εξ απογραφής κληρονόμου. 3. Αρμόδιος για την αποδοχή ή αποποίηση κληρονομιών υπέρ του Δημοσίου είναι ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 4. Όταν προηγείται εκκαθάριση της περιουσίας, η σχετική απόφαση αποδοχής ή αποποίησης εκδίδεται μετά την υποβολή της έκθεσης εκκαθάρισης από τον αρμόδιο εκκαθαριστή της. 5. Περίληψη της πράξης αποδοχής ή αποποίησης κληρονομιαίας περιουσίας από διαθήκη υπέρ του Δημοσίου, η οποία περιλαμβάνει κατά το δυνατόν λεπτομερή και ακριβή περιγραφή των περιουσιακών στοιχείων, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφεξής επέχει θέση κληρονομητηρίου υπέρ του Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 1956, 1962 και 1963 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). 6. Η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων επέρχεται αυτοδικαίως για τα κινητά με την έκδοση της πράξης αποδοχής και για τα ακίνητα με την καταχώριση αυτής στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο. 7. Το Δημόσιο δεν υποχρεούται να παρέχει ασφάλεια για την εκτέλεση τασσόμενου σε περιουσία όρου, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που, κατά τις κείμενες διατάξεις, απαιτείται η παροχή ασφάλειας. 8. Όλα τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που ασκούνται κατά του Δημοσίου και αφορούν περιουσίες του παρόντος Μέρους, επιδίδονται για το Ελληνικό Δημόσιο στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στον Φορέα του άρθρου 7, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησής τους. 9. Στις δίκες κατά του Δημοσίου για την απόδοση κληρονομίας ή μέρους αυτής, το Δημόσιο θεωρείται καλής πίστεως νομέας της κληρονομίας. 10. Το Δημόσιο δικαιούται να απαιτήσει τις δαπάνες εκκαθάρισης, διοίκησης και διαχείρισης κληρονομίας, στις οποίες έχει προβεί ή που υποχρεούται να αποδώσει. Οι δαπάνες βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). 11. Αν το Δημόσιο, ως νομέας της κληρονομίας, δεν είναι σε θέση να την αποδώσει αυτούσια, ευθύνεται μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Άρθρο 77

Χρέη και βάρη της κληρονομίας - Δαπάνες διαχείρισης και εκκαθάρισης

Χρέη και βάρη της κληρονομίας Δαπάνες διαχείρισης και εκκαθάρισης 1. Το Δημόσιο ευθύνεται για τα χρέη του κληρονομούμενου, εφόσον αυτά αποδεικνύονται νόμιμα, μέχρι το ύψος του ενεργητικού της κληρονομίας. Η ικανοποίηση των δανειστών γίνεται κατά τη σειρά που προβλέπεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) για την κατάταξη δανειστών επί κατάσχεσης ακινήτων. 2. Στον Φορέα, όταν αυτός εκτελεί χρέη είτε εκκαθαριστή περιουσιών του παρόντος Μέρους είτε κηδεμόνα σχολαζουσών κληρονομιών, καταβάλλονται εύλογη αμοιβή και αποζημίωση για τις δαπάνες του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 75. 3. Η πληρωμή των χρεών, βαρών και δαπανών εκκαθάρισης της κληρονομίας γίνεται σε βάρος του ενεργητικού της, πριν από τη βεβαίωση των οικείων στοιχείων του ενεργητικού ως δημοσίου εσόδου. Αν τα χρέη και βάρη είναι βέβαια και εκκαθαρισμένα, πληρώνονται από τον εκκαθαριστή Φορέα, αλλιώς η έγκριση για την πληρωμή χορηγείται από την εποπτεύουσα αρχή ύστερα από αίτημα του εκκαθαριστή Φορέα, που συνοδεύεται από τα αποδεικτικά στοιχεία του χρέους ή των δαπανών. Για την πληρωμή χρεών προς το Δημόσιο δεν απαιτείται η έγκριση της αρμόδιας αρχής.

Άρθρο 78

Υποχρεώσεις τρίτων οφειλετών ή κατόχων περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας

1. Τρίτοι, οι οποίοι κατέχουν ή οφείλουν περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας ή είναι οφειλέτες απαιτήσεών της, δεν απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις τους έναντι του Δημοσίου, εφόσον προβούν σε απόδοση ή καταβολή προς τρίτον, ενώ γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν ότι το Δημόσιο αμφισβητεί το κληρονομικό ή άλλο δικαίωμα του λήπτη. 2. Οι ανωτέρω απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις τους, εφόσον προβούν σε δημόσια κατάθεση των επίδικων περιουσιακών στοιχείων ή ποσών, μέχρι την αμετάκλητη επίλυση της σχετικής αμφισβήτησης είτε με δικαστικό είτε με εξώδικο τρόπο. 3. Όταν τα οφειλόμενα ή αμφισβητούμενα πράγματα δεν είναι δεκτικά δημόσιας κατάθεσης, με αίτηση του εκκαθαριστή Φορέα ή της αρμόδιας αρχής, διατάσσεται δικαστική μεσεγγύηση, σύμφωνα με τα άρθρα 725 έως 727 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).

Άρθρο 79

Ανάρτηση οικονομικών καταστάσεων εκ μέρους του Φορέα

1. Για κάθε περιουσία που διαχειρίζεται ο Φορέας, συντάσσονται ιδιαίτερος ισολογισμός και απολογισμός. 2. Ο απολογισμός και ισολογισμός αναρτώνται στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους. 3. Τα κεφάλαια και τα εισοδήματα των περιουσιών του παρόντος Μέρους, αφού βεβαιωθούν ως εισπρακτέα από την αρμόδια φορολογική αρχή, εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). 4. Οι δαπάνες για την εκτέλεση των σκοπών, την εξόφληση χρεών και κάθε άλλη υποχρέωση ενεργούνται με έκδοση εντολών πληρωμής εκ μέρους του Φορέα, σε βάρος της οικείας κοινωφελούς περιουσίας.

Άρθρο 80

Εκκαθάριση περιουσίας

1. Η εκκαθάριση των περιουσιών, που καταλείφθηκαν με διαθήκη υπέρ του Δημοσίου χωρίς όρο ή τρόπο, ανατίθεται από την εποπτεύουσα αρχή στον Φορέα. 2. Ο Φορέας υποχρεούται να διενεργήσει, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ανάθεση της παρ. 1, απογραφή του ενεργητικού και παθητικού των περιουσιών αυτών. Για την απογραφή του περιεχομένου ακινήτων ή θυρίδων εφαρμόζονται ανάλογα τα άρθρα 840 και 841 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Στην περίπτωση αυτή καλείται εκπρόσωπος της αρμόδιας φορολογικής αρχής, ο οποίος συνυπογράφει την έκθεση απογραφής και μπορεί να παρίσταται κάθε ενδιαφερόμενος. Η αξία των στοιχείων της περιουσίας, που αναγράφεται στην έκθεση απογραφής, προσδιορίζεται κατ’ εκτίμηση του εκπροσώπου της αρμόδιας φορολογικής αρχής. Αντίγραφο της έκθεσης απογραφής αποστέλλεται στην εποπτεύουσα αρχή μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την περαίωσή της. 3. Αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που καθιστά αδύνατη την άμεση απογραφή της περιουσίας, διενεργείται, με εντολή του Φορέα, σφράγιση της περιουσίας από συμβολαιογράφο του τόπου αυτής, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά αναλόγως των άρθρων 827 έως 840 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αποσφράγιση και απογραφή της περιουσίας διενεργούνται από τον Φορέα ύστερα από την άρση του σπουδαίου λόγου, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά αναλόγως των άρθρων 832 έως 841 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και της παρ. 1 του παρόντος. 4. Στις ενέργειες εκκαθάρισης περιλαμβάνονται, ιδίως, η περιέλευση του συνόλου της περιουσίας στην κατοχή του Φορέα, η λήψη μέτρων για τη διατήρηση ή συντήρηση των στοιχείων της, η είσπραξη απαιτήσεων και η πληρωμή χρεών ή βαρών της περιουσίας, η εκποίηση κινητών και ακινήτων, η εκμίσθωση κινητών ή ακινήτων και η σύναψη συμβάσεων, εφόσον δεν αντιβαίνουν στον σκοπό ταχείας εκκαθάρισης της περιουσίας, η δικαστική εκπροσώπηση, ο συμβιβασμός και κάθε άλλη πράξη σχετική με την εξακρίβωση των στοιχείων της περιουσίας και τα δικαιώματα ή τις απαιτήσεις επ’ αυτής, σύμφωνα με την παρούσα Ενότητα. 5. Κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης των περιουσιών του παρόντος Κεφαλαίου: α) η εκποίηση, αντιπαροχή, εκμίσθωση, ανοικοδόμηση ή ουσιώδης ανακατασκευή ακινήτων, καθώς και η εκποίηση και εκμίσθωση κινητών, διενεργούνται από τον Φορέα σύμφωνα με τον Ειδικό Κανονισμό του και β) τα άρθρα 1914, 1916, 1917, 1920 και 1921 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164) εφαρμόζονται συμπληρωματικά για τον Φορέα.

Άρθρο 81

Χρήματα, τιμαλφή, κινητές αξίες, απαιτήσεις

1. Χρηματικά ποσά κατατεθειμένα σε πιστωτικά ιδρύματα ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) αναλαμβάνονται από τον Φορέα, με την προσκόμιση: α) Αντιγράφου της διαθήκης, πιστοποιητικού δημοσίευσής της και πιστοποιητικού ότι δεν δημοσιεύθηκε άλλη διαθήκη ή αντιγράφου του εγγράφου δωρεάς και β) εγγράφου της ανάθεσης της παρ. 1 του άρθρου 80. Τα αναλαμβανόμενα ποσά βεβαιώνονται και εισπράττονται ως δημόσια έσοδα από την αρμόδια φορολογική αρχή. 2. Τίτλοι παραστατικοί αξίας με τα τοκομερίδια και τις μερισματαποδείξεις τους, κοσμήματα, λοιπά τιμαλφή, άλλα είδη ιδιαίτερης αξίας και σημαντικά έγγραφα παραδίδονται για φύλαξη, με εντολή του Φορέα, σε πιστωτικό ίδρυμα ή το Τ.Π.Δ., εκποιούνται δε, ολικά ή μερικά, με απόφαση της αρμόδιας αρχής και το προϊόν της εκποίησης αποδίδεται στην αρμόδια φορολογική αρχή και βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο. Η εκποίηση χρεογράφων και κινητών αξιών, που αποτελούν αντικείμενα διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αθηνών, γίνεται μέσω αυτού. 3. Οι απαιτήσεις κεφαλαίου ή τόκων από οποιαδήποτε αιτία βεβαιώνονται ως δημόσια έσοδα, αφού προηγηθεί πρόσκληση από τον Φορέα στον οφειλέτη για εκούσια καταβολή της οφειλής εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης. Η βεβαίωση ενεργείται με βάση την ιδρυτική πράξη και τους τίτλους, δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση. Αν δεν υπάρχουν τέτοιοι τίτλοι και η απαίτηση αμφισβητείται από τον οφειλέτη, επιδιώκεται η αναγνώρισή της δικαστικά. 4. Απαιτήσεις και χρήματα, που βρίσκονται στην αλλοδαπή, εισπράττονται από τον αρμόδιο πρόξενο και το προϊόν αποστέλλεται με επιταγή στην αρμόδια φορολογική αρχή, που προβαίνει στη βεβαίωση του ποσού αυτού ως δημοσίου εσόδου.

Άρθρο 82

Εκποίηση και εκμίσθωση κινητών και ακινήτων

1. Ακίνητα της περιουσίας διατηρούνται αυτούσια, αν η εκποίησή τους δεν κρίνεται απαραίτητη για την πληρωμή χρεών της κληρονομίας ή δεν ορίζεται διαφορετικά στην ιδρυτική πράξη. Τα διατηρούμενα ακίνητα αποτελούν ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταχωρίζονται στο όνομά του στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο με ευθύνη του Φορέα, ο οποίος στη συνέχεια αποστέλλει την πράξη καταχώρισης, συνοδευόμενη από τον οικείο φάκελο στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία για την ενημέρωση των Βιβλίων Δημοσίων Κτημάτων. 2. Για την απόσβεση υποθήκης, προσημείωσης υποθήκης και την εξάλειψη των εγγεγραμμένων βαρών επί ακινήτων, που εκποιούνται για την πληρωμή χρεών της κληρονομίας, με τίτλο την πράξη εξόφλησης του τιμήματος, εφαρμόζεται ανάλογα η παρ. 3 του άρθρου 1005 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). 3. Η εκμίσθωση στοιχείων των περιουσιών του παρόντος Κεφαλαίου επιτρέπεται, εφόσον συμβιβάζεται με τον σκοπό της ταχείας εκκαθάρισης της περιουσίας. Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, ο Φορέας μπορεί να καταγγείλει αζημίως τη μίσθωση και πριν από τη λήξη της. Η καταγγελία ενεργεί μετά την πάροδο τριμήνου από την περιέλευσή της στον μισθωτή. 4. Για την εκποίηση των ακινήτων της περιουσίας που δεν κρίνεται απαραίτητη για την πληρωμή χρεών της κληρονομίας ή δεν ορίζεται διαφορετικά στην ιδρυτική πράξη, απαιτείται η κατ’ αρχήν έγκριση της αρμόδιας αρχής, κατόπιν τεκμηριωμένου αιτήματος του Φορέα. 5. Κοσμήματα, λοιπά τιμαλφή και άλλα είδη ιδιαίτερης αξίας, αυτοκίνητα, μεταφορικά μέσα ή άλλα κινητά πράγματα εκποιούνται, κατόπιν εκτίμησης της αξίας τους από εκτιμητή, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Άρθρο 83

Κληροδοτήματα σε μετρητά

1. Στην περίπτωση κληροδοτήματος σε μετρητά προς το Δημόσιο, το ποσό βεβαιώνεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής και εισπράττεται από τον βεβαρημένο, ως δημόσιο έσοδο, ύστερα από έγγραφη πρόσκληση της φορολογικής αρχής προς αυτόν κατά τον τρόπο που ορίζεται στη διαθήκη, εκτός αν αποδεικνύεται ότι το ποσό δεν υφίστατο κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη, το ποσό του κληροδοτήματος καταβάλλεται από τον βεβαρημένο εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας, αν το ποσό του κληροδοτήματος είναι μικρότερο ή ίσο του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών αν υπερβαίνει το ποσό αυτό. Μετά την παρέλευση του χρόνου που τάσσεται στη διαθήκη ή της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου οφείλεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. 2. Οι προθεσμίες της παρ. 1 παρατείνονται, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αν δεν συντρέχει υπαιτιότητα του υπόχρεου για την καθυστέρηση ή συντρέχουν σοβαροί λόγοι για την αδυναμία έγκαιρης απόδοσης του κληροδοτήματος. Με όμοια απόφαση, αν η εφάπαξ καταβολή κρίνεται δυσχερής, δύναται να επιτραπεί η καταβολή κληροδοτήματος σε δόσεις, να καθοριστούν ο αριθμός των δόσεων, η προθεσμία εξόφλησης κάθε δόσης, καθώς και το είδος και το ποσό της ασφάλειας, που πρέπει να παράσχει ο υπόχρεος για την καταβολή του κληροδοτήματος. Οι δόσεις του προηγούμενου εδαφίου είναι έντοκες, με επιτόκιο ίσο προς το ισχύον μηνιαίο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης εξόφλησης, ο βεβαρημένος οφείλει τόκο υπερημερίας.

Άρθρο 84

Εκκαθάριση κληρονομίας σε περίπτωση συγκληρονόμων

1. Όταν το Δημόσιο συμμετέχει στην κληρονομία ως συγκληρονόμος, ο Φορέας αναλαμβάνει την εκκαθάριση του συνόλου της κληρονομικής περιουσίας, σύμφωνα με το παρόν Μέρος. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά το πέρας της εκκαθάρισης, αποδίδεται στους λοιπούς συγκληρονόμους από το προϊόν αυτής το ποσό που τους αναλογεί, κατόπιν αφαίρεσης του αντίστοιχου μέρους των δαπανών εκκαθάρισης. Με όμοια απόφαση, δύναται να επιτραπεί η απόδοση, και πριν από την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, αντικειμένων της κληρονομίας, αυτούσιων ή μέρους ή του συνόλου του προϊόντος της εκκαθάρισης, στους λοιπούς συγκληρονόμους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παρακωλύεται το έργο της εκκαθάρισης. 2. Το Δημόσιο δύναται, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, να συναινέσει, κατόπιν αιτήματος των λοιπών συγκληρονόμων, στη διενέργεια της εκκαθάρισης από κοινού με αυτούς, σύμφωνα με τα άρθρα 1884 έως 1888 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Η συναίνεση αυτή είναι υποχρεωτική, όταν οι λοιποί συγκληρονόμοι εκπροσωπούν ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) της κληρονομικής περιουσίας. Σε κάθε περίπτωση, οι συγκληρονόμοι δικαιούνται να ενημερώνονται για την κατάσταση της κληρονομίας και την πρόοδο των εργασιών εκκαθάρισης, καθώς και να υποβάλλουν παρατηρήσεις. 3. Όταν στην κληρονομία περιλαμβάνεται ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί κινητών ή ακινήτων και η διατήρηση της συγκυριότητας δεν κρίνεται επωφελής, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, επιτρέπεται η απευθείας εξαγορά του ποσοστού του ενός συγκυρίου από τον άλλο. Σε περίπτωση εκποίησης ποσοστού εξ αδιαιρέτου του Δημοσίου, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 82. Σε κάθε άλλη περίπτωση, επιχειρείται αυτούσια διανομή του πράγματος. Εφόσον η αυτούσια διανομή κριθεί ανέφικτη από την αρμόδια αρχή, ο Φορέας προβαίνει σε εκποίηση του πράγματος, σύμφωνα με τον Ειδικό Κανονισμό της παρ. 3 του άρθρου 7, κατόπιν κοινοποίησης πρόσκλησης προς τους λοιπούς συγκυρίους, τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν από την προβλεπόμενη εκποίηση, προκειμένου να συμμετάσχουν σε αυτήν. Σε περίπτωση άρνησης ή άπρακτης παρόδου της προθεσμίας, το Δημόσιο δικαιούται να ενεργήσει ως αντιπρόσωπός τους και για λογαριασμό τους. Το τίμημα της εκποίησης κατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αναλογικά προς τη μερίδα καθενός εκ των συγκυρίων, μετά την αφαίρεση των εξόδων και τελών που τους αναλογούν. 4. Η εκμίσθωση ακινήτου που έχει περιέλθει στο Δημόσιο κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομίας ή κληροδοσίας ή δωρεάς διενεργείται με επιμέλεια του εκκαθαριστή Φορέα, σύμφωνα με τον Ειδικό Κανονισμό του. Οι λοιποί συγκύριοι υποχρεούνται να συμπράξουν στη διαδικασία εκμίσθωσης, ενώ σε περίπτωση άρνησης, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 3. Το μίσθωμα εισπράττεται από τον εκκαθαριστή Φορέα και αποδίδεται στους συγκυρίους κατά το μερίδιο εκάστου, μετά την αφαίρεση του αντίστοιχου μέρους των δαπανών. Σε περίπτωση που το ακίνητο είναι ήδη μισθωμένο και συντρέχει λόγος λύσης της μίσθωσης, ο Φορέας δύναται, κατόπιν έγκρισης της αρμόδιας αρχής, να ασκήσει αγωγή απόδοσης του μισθίου και για λογαριασμό των λοιπών συγκυρίων.

Άρθρο 85

Περιουσίες υπέρ των Ενόπλων Δυνάμεων

Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου επί της διαδικασίας της εκκαθάρισης εφαρμόζονται και για τις περιουσίες που έχουν καταλειφθεί χωρίς όρο, υπέρ των Ενόπλων Δυνάμεων, στο Ταμείο Ακινήτων Εθνικής Άμυνας.

Άρθρο 86

Λήξη έργου Φορέα - Λογοδοσία

1. Το λειτούργημα του εκκαθαριστή Φορέα παύει, μετά το πέρας της εκκαθάρισης, με την έγκριση από την εποπτεύουσα αρχή της οριστικής λογοδοσίας επί του έργου του. Η λογοδοσία περιλαμβάνει πλήρη έκθεση της γενόμενης εκκαθάρισης και διοίκησης της περιουσίας και τα στοιχεία αυτής. 2. Η λογοδοσία του εκκαθαριστή Φορέα κοινοποιείται και στους συγκληρονόμους του Δημοσίου.

Άρθρο 87

Υπαγωγή περιουσιών στη διαχείριση του Φορέα

1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, περιουσίες που καταλείπονται στο Δημόσιο για την εκτέλεση ορισμένου γενικού ή ειδικού κοινωφελούς σκοπού ή έργου, ανατίθενται ως προς τη διαχείριση και την εκκαθάρισή τους, στον Φορέα, στις εξής περιπτώσεις: α) Η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού έχει ανατεθεί ρητώς, με την ιδρυτική πράξη, στο Δημόσιο ή δεν έχει ανατεθεί σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Εφόσον η εκτέλεση του σκοπού ή έργου έχει ανατεθεί σε συγκεκριμένο Υπουργείο λόγω αρμοδιότητάς του, η περιουσία υπάγεται στη διαχείριση του Φορέα, κατόπιν κοινής απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζεται η διάθεση της περιουσίας για τους οριζόμενους στην ιδρυτική πράξη σκοπούς, σύμφωνα με τους όρους αυτής και συμπληρωματικά με τους όρους της ως άνω απόφασης. β) Η περιουσία έχει καταλειφθεί υπέρ προσώπων που είναι άγνωστα ή δεν προσδιορίζονται επαρκώς, για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού, χωρίς να έχει οριστεί εκτελεστής, οπότε τεκμαίρεται ότι καταλείφθηκε υπέρ του Δημοσίου για την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού, που ορίζεται με την ιδρυτική πράξη. γ) Η περιουσία έχει καταλειφθεί ή κατατεθεί σε πιστωτικά ιδρύματα για κοινωφελείς σκοπούς, οι οποίοι δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς ή να εκτελεστούν, οπότε τεκμαίρεται ότι η περιουσία έχει καταλειφθεί ή κατατεθεί υπέρ του Δημοσίου. δ) Η διαχείριση περιουσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα τα οποία εξέλιπαν, χωρίς πρόβλεψη αντικατάστασής τους στην ιδρυτική πράξη. ε) Οι περιουσίες διαλυόμενων σωματείων, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο καταστατικό ή δεν έχει αποφασισθεί διαφορετικά από τη γενική συνέλευση. Αν ο σκοπός του διαλυθέντος σωματείου ήταν κοινωφελής, η περιουσία διατίθεται για την εκπλήρωση του ίδιου σκοπού. Σε αντίθετη περίπτωση, ο κοινωφελής σκοπός καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. στ) Οι περιουσίες νομικών προσώπων που έχουν συσταθεί στην αλλοδαπή, υπό τη μορφή σωματείου, κοινωφελούς ιδρύματος ή άλλης μορφής, για εκπλήρωση σκοπών του παρόντος νόμου στην ημεδαπή ή υπέρ ελληνικών κοινοτήτων ή σκοπών ελληνικού ενδιαφέροντος, εφόσον τα νομικά αυτά πρόσωπα έχουν παύσει να υφίστανται και η περιουσία τους τηρείται σε πιστωτικά ιδρύματα, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην ιδρυτική πράξη ή το καταστατικό. Τα έσοδα από αυτές τις περιουσίες διατίθενται αποκλειστικά για την εκπλήρωση συναφών κοινωφελών σκοπών, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Οι κατά τόπους ελληνικές προξενικές αρχές υποχρεούνται να αναφέρουν στους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα και την κατάσταση της λειτουργίας και της περιουσίας τους. ζ) Κληρονομίες ή κληροδοσίες περιουσιών, για την εκπλήρωση κοινωφελών σκοπών που εκτελούνται από τρίτα πρόσωπα, οι οποίες δεν γίνονται αποδεκτές για οποιονδήποτε λόγο και χωρίς να προβλέπεται υποκατάστατο πρόσωπο. 2. Μετά την εκκαθάριση των περιουσιών της παρ. 1, εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του τυχόν αρμόδιου, ως εκ του σκοπού, Υπουργού ή του Υπουργού Εξωτερικών, στην περίπτωση περιουσιών νομικών προσώπων της αλλοδαπής, για την περαιτέρω υπαγωγή τους στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται οι λεπτομέρειες διοίκησης και διαχείρισης των περιουσιών αυτών και του τρόπου εκτέλεσης του κοινωφελούς σκοπού, σύμφωνα και με την ιδρυτική πράξη. Η απόφαση αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του Η.Μ.ΚΟΙ.Π..

Άρθρο 88

Ταμειακή διαχείριση κεφαλαίων

1. Τα κεφάλαια και τα έσοδα από τη διαχείριση των περιουσιών του παρόντος Κεφαλαίου τοποθετούνται ή επενδύονται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στην ιδρυτική πράξη, με τους εξής τρόπους: α) Σε έντοκη κατάθεση προθεσμίας ή ταμιευτηρίου, β) σε ακίνητα, γ) σε ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια ή άλλο τίτλο δανεισμού, που εκδίδει ή εγγυάται το Δημόσιο, δ) σε μετοχές εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης, εταιρικά ομόλογα, που εκδίδονται από αναγνωρισμένα πιστωτικά ιδρύματα και αμοιβαία κεφάλαια σταθερού εισοδήματος, ε) σε ομολογιακά δάνεια αναγνωρισμένων πιστωτικών ιδρυμάτων ή εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών εταιρειών μεγάλης κεφαλαιοποίησης, στ) σε πολύτιμα μέταλλα, που φυλάσσονται σε θυρίδες πιστωτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής, του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή στην Τράπεζα της Ελλάδος. 2. Για την επωφελέστερη και ασφαλέστερη τοποθέτηση ή επένδυση των κεφαλαίων και των εσόδων από τη διαχείριση αυτών κατά την παρ. 1, ο Φορέας μπορεί να ζητά την έγγραφη γνώμη ειδικών χρηματοοικονομικών συμβούλων.

Άρθρο 89

Διαχειριστικές πράξεις

1. Κατά τη διαχείριση των περιουσιών του παρόντος Κεφαλαίου, η εκποίηση, αντιπαροχή, εκμίσθωση, μακροχρόνια εκμίσθωση έναντι ανακατασκευής και αναπαλαίωσης, ανοικοδόμηση ή ουσιώδης ανακατασκευή ακινήτων, καθώς και η εκποίηση και εκμίσθωση κινητών διενεργούνται από τον Φορέα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Ειδικό Κανονισμό της παρ. 3 του άρθρου 7. 2. Αν ο τρόπος τοποθέτησης ή επένδυσης της περιουσίας που ορίζεται στην ιδρυτική πράξη αποδειχθεί προδήλως ανέφικτος ή ασύμφορος, επιτρέπεται η επένδυση ή τοποθέτηση της περιουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 88, υπό την προϋπόθεση ότι δεν απαγορεύεται ρητά από την ιδρυτική πράξη.

Άρθρο 90

Εκτέλεση έργων

Αν για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού απαιτείται η εκτέλεση έργου, την αναλαμβάνει ο Φορέας, είτε μετά την εκκαθάριση της περιουσίας είτε και πριν από αυτήν, εφόσον δεν παρακωλύεται το έργο της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ειδικού Κανονισμού του, σε βάρος της οικείας κοινωφελούς περιουσίας, ενώ σε περίπτωση που αυτή δεν επαρκεί, σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Άρθρο 91

Υποτροφίες

1. Αν με ιδρυτική πράξη έχει ανατεθεί στο Δημόσιο η χορήγηση υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων, η διαδικασία απονομής τους διενεργείται από τον Φορέα είτε με διαγωνισμό είτε χωρίς διαγωνισμό, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ιδρυτικής πράξης. 2. Αν δεν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στην ιδρυτική πράξη ή η πρόβλεψη είναι ελλιπής, η διαδικασία απονομής υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων, σε βάρος περιουσιών του παρόντος Κεφαλαίου, γίνεται σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 5 του άρθρου 120.

Άρθρο 92

Σχολάζουσα κληρονομία

1. Κληρονομία της οποίας ο κληρονόμος είτε είναι άγνωστος, ή δεν έχει ακόμα βρεθεί ή δεν είναι βέβαιο ότι την έχει αποδεχθεί, θεωρείται σχολάζουσα. 2. Κατά παρέκκλιση της διαδικασίας των άρθρων 95 έως 97, εφόσον, μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, διαπιστωθεί από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση της τελευταίας κατοικίας του ή από τη Διεύθυνση Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τους κληρονομουμένους που η τελευταία κατοικία τους ήταν στο εξωτερικό, κατόπιν ελέγχου στα αρμόδια Ληξιαρχεία, στο Μητρώο Πολιτών, στο Μητρώο Διαθηκών και στα Πρωτοδικεία της χώρας και στους φορείς που διαθέτουν στοιχεία για το ενεργητικό και το παθητικό της κληρονομίας, ότι: α) δεν υφίσταται δημοσιευμένη διαθήκη του κληρονομουμένου ή η διαδοχή από διαθήκη έχει ματαιωθεί ολικώς, και β) οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μέχρι και την πέμπτη τάξη, έχουν αποποιηθεί την κληρονομία, ή δεν υπάρχουν τέτοιοι κληρονόμοι, η ως άνω αρμόδια αρχή συντάσσει αιτιολογημένη εισήγηση, σχετικά με το κληρονομικό δι- καίωμα του Δημοσίου, και την υποβάλλει στην Επιτροπή του άρθρου 93. Κατόπιν γνωμοδότησης της Επιτροπής επί της εισήγησης, εκδίδεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, πράξη διαπίστωσης του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου. Η πράξη του προηγούμενου εδαφίου αναρτάται στην ψηφιακή πλατφόρμα «e-diadoxi» για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός. Κατά της πράξης διαπίστωσης χωρεί αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία ασκείται εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την εκπνοή του ανωτέρω χρονικού διαστήματος της ανάρτησης. Μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για υποβολή αίτησης θεραπείας, τεκμαίρεται ότι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος έκτης τάξης είναι το Ελληνικό Δημόσιο. 3. Για την αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών, και μέχρι την καταχώριση στο οικείο κτηματολογικό γραφείο της πράξης της παρ. 2, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας αρχής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, δύναται να ανατίθεται στον Φορέα η διενέργεια των αναγκαίων διαχειριστικών πράξεων επί σχολαζουσών κληρονομιών.

Άρθρο 93

Επιτροπή Σχολαζουσών Κληρονομιών

1. Στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών συστήνεται Επιτροπή Σχολαζουσών Κληρονομιών, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Με την ίδια απόφαση ορίζονται ο γραμματέας της Επιτροπής και ο αναπληρωτής αυτού, οι οποίοι είναι υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας. 2. Η Επιτροπή Σχολαζουσών Κληρονομιών αποτελείται από τρία (3) μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και συγκεκριμένα από έναν Πάρεδρο, ως Πρόεδρο, και δύο δικαστικούς πληρεξουσίους ως μέλη, οι οποίοι, μαζί με τους αναπληρωτές τους, υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 3. Η θητεία των μελών της Επιτροπής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται άπαξ, σύμφωνα με την ανωτέρω διαδικασία. 4. Η Επιτροπή Σχολαζουσών Κληρονομιών γνωμοδοτεί, μετά από εισήγηση της αρμόδιας αρχής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 92, ή του Φορέα, για το κληρονομικό ή μη δικαίωμα του Δημοσίου, πριν από την έκδοση της πράξης διαπίστωσης του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου της παρ. 2 του άρθρου 92, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 97. 5. Τα μέλη της Επιτροπής Σχολαζουσών Κληρονομιών αντικαθίστανται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, είτε μετά από αίτησή τους, είτε σε περίπτωση σημαντικών και αδικαιολόγητων καθυστερήσεων, κατά τη διεκπεραίωση των υποθέσεων που τους ανατίθενται. 6. Στα μέλη της Επιτροπής δύναται να καταβληθεί ειδική αποζημίωση, η οποία καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 120.

Άρθρο 94

Δημιουργία και λειτουργία Ψηφιακής Πλατφόρμας και Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου Σχολαζουσών Κληρονομιών

1. Στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αναπτύσσεται και λειτουργεί, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών και Δικαιοσύνης, η ψηφιακή πλατφόρμα με την ονομασία «e-diadoxi». Η εποπτεία της πλατφόρμας ανήκει στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο μεριμνά για τη συνεχή τεχνική υποστήριξη, αναβάθμιση και ασφάλειά της. 2. Η πλατφόρμα «e-diadoxi» αποτελεί το ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα για τον εντοπισμό, την καταγραφή, επεξεργασία, παρακολούθηση, διαχείριση και εκκαθάριση των σχολαζουσών κληρονομιών. 3. Η πλατφόρμα διαλειτουργεί με: α) Το Μητρώο Πολιτών, β) τα Ολοκληρωμένα Πληροφοριακά Συστήματα (Ο.Π.Σ.) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), γ) το Μητρώο Διαθηκών, δ) τα πληροφοριακά συστήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ε) τα ληξιαρχεία των Δήμων, στ) το Εθνικό Κτηματολόγιο, ζ) το Ενιαίο Μητρώο Ακινήτων (Ε.Μ.Α.), η) το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (Μ.Ι.Δ.Α.), και θ) τα πληροφοριακά συστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοοικονομικών οργανισμών της ημεδαπής. 4. Η πλατφόρμα υποστηρίζει τον αυτοματοποιημένο εντοπισμό σχολαζουσών κληρονομιών και την αυτοματοποιημένη εύρεση: α) Των εγγυτέρων συγγενών έως και την πέμπτη τάξη, β) των πράξεων αποποίησης κληρονομίας, και γ) της ύπαρξης ή μη διαθήκης. 5. Στην πλατφόρμα «e-diadoxi» λειτουργεί Ενιαίο Ψηφιακό Μητρώο Σχολαζουσών Κληρονομιών (Ε.Ψ.Μ.Σ.Κ.), στο οποίο ενσωματώνεται το Μητρώο Σχολαζουσών Κληρονομιών του άρθρου 64 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185). Το Ε.Ψ.Μ.Σ.Κ. είναι προσβάσιμο, μέσω κατάλληλων δικαιωμάτων χρήσης, από τη Διεύθυνση Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, από τις Διευθύνσεις Κοινωφελών Περιουσιών των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, οι οποίες είναι αρμόδιες για τον εντοπισμό των σχολαζουσών κληρονομιών, την καταχώριση, επεξεργασία και διαχείριση των δεδομένων, που αφορούν τις σχολάζουσες κληρονομιές της αρμοδιότητάς τους, καθώς και από τον Φορέα. 6. Στο Ε.Ψ.Μ.Σ.Κ. καταγράφεται κάθε κληρονομία χωρίς εμφανείς κληρονόμους, όπως προκύπτει από στοιχεία και πληροφορίες που περιέρχονται στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση της τελευταίας κατοικίας του κληρονομουμένου από οποιαδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, υπηρεσία ή φορέα του Δημοσίου, με ιδιαίτερη υποχρέωση ενημέρωσης από την Α.Α.Δ.Ε., εφόσον παρέλθουν εννέα (9) μήνες από τον θάνατο του κληρονομουμένου χωρίς να εμφανιστούν οι κληρονόμοι του. Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση της τελευταίας κατοικίας του κληρονομουμένου δύναται επίσης να εντοπίζει και αυτοματοποιημένα την ύπαρξη του κληρονομικού του δικαιώματος, μέσω διασύνδεσης με τα Μητρώα της παρ. 3. 7. Πρόσωπα που, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω του επαγγέλματός τους, καταδεικνύουν είτε στην αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση είτε στη Διεύθυνση Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σχολάζουσες κληρονομίες, άγνωστες στο Δημόσιο, δικαιούνται αμοιβής, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 27. 8. Για κάθε σχολάζουσα κληρονομία δημιουργείται στο Ε.Ψ.Μ.Σ.Κ. από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση της τελευταίας κατοικίας του κληρονομουμένου ατομικός ψηφιακός φάκελος, στον οποίο καταχωρίζονται ή αντλούνται μέσω διαλειτουργικότητας, ιδίως: α) Το όνομα του κληρονομουμένου, β) η ληξιαρχική πράξη θανάτου, γ) το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, δ) το πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, ε) πρόσφατο πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης, στ) δηλώσεις αποποίησης των κληρονόμων, ζ) η πράξη της παρ. 2 του άρθρου 92 ή η πράξη της παρ. 1 του άρθρου 97 του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η) η τελευταία δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9), η τελευταία κατά το έτος θανάτου δήλωση/πράξη προσδιορισμού Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων του θανόντος, και στοιχεία κτηματολογικών εγγραφών των ακινήτων της σχολάζουσας κληρονομίας, θ) η απογραφή και αποτίμηση της περιουσίας, ι) πράξεις διαχείρισης, ια) ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, ιβ) συναφή έγγραφα και αλληλογραφία, ιγ) αιτήσεις, έγγραφα, προσφυγές και δηλώσεις από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον.

Άρθρο 95

Έναρξη διαδικασίας αναγνώρισης κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου

1. Η διαδικασία αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου επί σχολάζουσας κληρονομίας εκκινεί αυτοδικαίως μέσω της πλατφόρμας «e-diadoxi», με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από τον θάνατο προσώπου, που κατέλειπε ακίνητη ή κινητή περιουσία, εφόσον ο κληρονόμος παραμένει άγνωστος ή δεν έχει ακόμα βρεθεί ή δεν είναι βέβαιο ότι έχει αποδεχθεί την κληρονομία. 2. Με την έναρξη της διαδικασίας αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου η Αποκεντρωμένη Διοίκηση της τελευταίας κατοικίας του κληρονομουμένου, ή η Διεύθυνση Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τους κληρονομουμένους που η τελευταία κατοικία τους ήταν στο εξωτερικό, αναρτά στην πλατφόρμα «e-diadoxi» πρόσκληση προς οποιονδήποτε τυχόν αξιώνει κληρονομικό δικαίωμα, να δηλώσει εγγράφως το δικαίωμά του ενώπιόν της, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών, η οποία αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας ανάρτησης. Η πρόσκληση αναρτάται ταυτόχρονα και στον ιστότοπο της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και παραμένει αναρτημένη σε αμφότερες τις πλατφόρμες για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός.

Άρθρο 96

Διοίκηση και διαχείριση της σχολάζουσας κληρονομίας

1. Μετά από την ανάρτηση της πρόσκλησης της παρ. 2 του άρθρου 95, η διοίκηση, διαχείριση και εκκαθάριση της σχολάζουσας κληρονομίας περιέρχεται αυτοδικαίως στον Φορέα, ο οποίος ασκεί όλα τα καθήκοντα του κηδεμόνα της. Ο Φορέας προβαίνει σε κάθε πράξη που αφορά στην εξακρίβωση των περιουσιακών στοιχείων, των χρεών και βαρών της σχολάζουσας κληρονομίας και του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου, καθώς και στην επωφελή διαχείριση της περιουσίας αυτής, και αναρτά ετησίως στην πλατφόρμα «e-diadoxi» τον ισολογισμό της, καθώς και συνοπτική έκθεση με όλες τις πράξεις διαχείρισης και εξακρίβωσης που διενήργησε, αφενός του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου, και αφετέρου της περιουσίας. Επίσης, ο Φορέας αναρτά στην πλατφόρμα «e-diadoxi» κάθε στοιχείο και πράξη της παρ. 8 του άρθρου 94, που δεν έχει αναρτηθεί από την αρμόδια αρχή. Για την πληρωμή χρεών, βαρών και δαπανών διαχείρισης και εκκαθάρισης της κληρονομίας εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 77. 2. Για την εξακρίβωση των στοιχείων της κληρονομίας ο Φορέας δύναται να ζητά πληροφορίες, πιστοποιητικά και αντίγραφα δημοσίων εγγράφων από κάθε δημόσια αρχή, γραμματείς δικαστηρίων, κτηματολογικά γραφεία, υποθηκοφύλακες, πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοοικονομικούς οργανισμούς και συμβολαιογράφους, οι οποίοι χορηγούν τα αιτούμενα στοιχεία, πιστοποιητικά ή αντίγραφα, ατελώς, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήψη της σχετικής αίτησης. 3. Όσο διαρκεί η διοίκηση της σχολάζουσας κληρονομίας, ο Φορέας, ως κηδεμόνας της, την εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων σε όλες τις δίκες που την αφορούν, έχει δε το δικαίωμα άσκησης κάθε σχετικού ενδίκου βοηθήματος και μέσου, που αφορά ιδίως στην εξακρίβωση των στοιχείων της και την εκκαθάρισή της. 4. Ο Φορέας αποξενώνεται από την περιουσία και την παραδίδει στον κληρονόμο, εφόσον: α) διαπιστωθεί το κληρονομικό δικαίωμα τρίτου με απόφαση της αρμόδιας αρχής ή κοινοποιηθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση περί αναγνώρισης του δικαιώματος του κληρονόμου, και β) έχει προηγουμένως ενημερώσει την αρμόδια αρχή, η οποία παρέχει τη σχετική έγκρισή της. 5. Μετά τη λήξη του έργου του, ο Φορέας υποχρεούται να αναρτήσει στην πλατφόρμα «e-diadoxi» πλήρη έκθεση των πράξεων διοίκησης και διαχείρισης της περιουσίας, που πραγματοποίησε.

Άρθρο 97

Αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου από σχολάζουσα κληρονομία

1. Εάν, μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την ανάρτηση της πρόσκλησης της παρ. 2 του άρθρου 95, δεν έχει δηλωθεί νόμιμος κληρονόμος της σχολάζουσας κληρονομίας, δεν υπάρχει εκκρεμοδικία και δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο, ο Φορέας υποβάλλει αιτιολογημένη εισήγηση στην Επιτροπή του άρθρου 93, περί του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου, η οποία γνωμοδοτεί επ’ αυτής. Κατόπιν της γνωμοδότησης της Επιτροπής, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκδίδει πράξη διαπίστωσης του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου. 2. Η πράξη της παρ. 1 αναρτάται στην πλατφόρμα «e-diadoxi» για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός. Κατά της πράξης διαπίστωσης του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου επιτρέπεται αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, από την εκπνοή του ανωτέρω χρονικού διαστήματος ανάρτησης. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την υποβολή αίτησης θεραπείας, τεκμαίρεται μαχητά ότι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος έκτης τάξης είναι το Ελληνικό Δημόσιο. 3. Η πράξη του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί της διαπίστωσης του κληρονομικού δικαιώματος του δημοσίου της παρ. 1, καθώς και η αντίστοιχη πράξη της παρ. 2 του άρθρου 92 επέχουν θέση κληρονομητηρίου υπέρ του Δημοσίου, κατά τα άρθρα 1956, 1962 και 1963 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). 4. Με τη διαπίστωση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου, θεωρείται ότι η κληρονομία επάγεται σε αυτό με το ευεργέτημα της απογραφής, χωρίς όρο και χωρίς περιορισμό σε προθεσμία για σύνταξη απογραφής. Για τη σύνταξη της απογραφής και την εκκαθάριση της κληρονομίας ακολουθείται, κατ’ αναλογία, η διαδικασία των άρθρων 80 έως 86. 5. Μετά το πέρας της εκκαθάρισης, τα κληρονομιαία ακίνητα καθίστανται ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταχωρίζονται στο όνομά του στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο με ευθύνη του Φορέα, ο οποίος στη συνέχεια αποστέλλει την πράξη καταχώρισης με τον οικείο φάκελο στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία για την καταγραφή τους στα Βιβλία Δημοσίων Κτημάτων.

Άρθρο 98

Αμφισβήτηση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου

1. Σε περίπτωση σχολάζουσας κληρονομίας, η αγωγή περί κλήρου επιδίδεται στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στον Φορέα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησής της. 2. Πριν από την έκδοση των πράξεων διαπίστωσης του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου της παρ. 2 του άρθρου 92 και της παρ. 1 του άρθρου 97, δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα από το δημόσιο ή κατά του δημοσίου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου.

Άρθρο 99

Δημιουργία Μητρώου Πιστοποιημένων Ελεγκτών Κοινωφελών Περιουσιών

1. Δημιουργείται και λειτουργεί Μητρώο Πιστοποιημένων Ελεγκτών Κοινωφελών Περιουσιών (εφεξής: Μητρώο), το οποίο τηρείται ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με σκοπό τη διασφάλιση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της χρηστής διοίκησης και διαχείρισης των κοινωφελών περιουσιών μέσω ελέγχων. Σκοπός της λειτουργίας του Μητρώου είναι η καταγραφή και η πιστοποίηση ελεγκτών, με κατάλληλα προσόντα και εμπειρία, ώστε να αποτελεί αξιόπιστη βάση για την ανάθεση σε αυτούς διαχειριστικών ελέγχων. Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας είναι αρμόδια για την τήρηση, την επικαιροποίηση και τον έλεγχο των εγγραφών των μελών στο Μητρώο, καθώς και τη διενέργεια ελέγχων στις κοινωφελείς περιουσίες. 2. Στο Μητρώο εγγράφονται ορκωτοί ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες που έχουν λάβει άδεια άσκησης επαγγέλματος από την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.) και είναι μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), καθώς και λογιστές φοροτεχνικοί, κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας Α’ τάξης, που είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο λογιστών φοροτεχνικών του άρθρου 11 του π.δ. 340/1998 (Α’ 228), που τηρείται στο Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, με ιδιαίτερη επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία σε αντικείμενα συναφή με τον σκοπό και την αποστολή του, προερχόμενοι από τον ιδιωτικό τομέα. Για την εγγραφή στο Μητρώο υποβάλλονται η ηλεκτρονική αίτηση και τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τις απαιτούμενες για την εγγραφή προϋποθέσεις. Η ηλεκτρονική αίτηση επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α’ 75). 3. Δεν εγγράφονται στο Μητρώο τα πρόσωπα: α) Κατά των οποίων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για οποιοδήποτε κακούργημα, β) κατά των οποίων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τα εγκλήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, πλαστογραφίας πιστοποιητικών, απιστίας δικηγόρου, απιστίας, απιστίας κατά του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, δωροδοκίας, καταπίεσης, παράνομης βεβαίωσης ή είσπραξης δικαιωμάτων του Δημοσίου, παράβασης καθήκοντος, συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδούς βεβαίωσης, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, ψευδούς καταμήνυσης, υπεξαγωγής εγγράφων, για οποιοδήποτε έγκλημα σχετικά με την υπηρεσία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της γενετήσιας αξιοπρέπειας ή οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, παραβίασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, λαθρεμπορίας και τυχερών παιχνιδιών, γ) που έχουν καταδικαστεί σε οποιαδήποτε ποινή για κακούργημα ή για κάποιο από τα εγκλήματα της περ. β), δ) κατά των οποίων έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για πειθαρχικό παράπτωμα που δύναται να επισύρει την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, ε) στα οποία έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, μέχρι τη διαγραφή της ποινής, και στ) που τελούν σε αργία ή διαθεσιμότητα ή έχουν τεθεί σε αναστολή άσκησης καθηκόντων. 4. Μέλος του Μητρώου μπορεί να διαγραφεί από αυτό είτε αυτοδίκαια, είτε με αίτησή του, που υποβάλλεται ηλεκτρονικά. Αίτηση επανεγγραφής μέλους, που διαγράφηκε αυτοβούλως, επιτρέπεται δύο (2) έτη μετά τη διαγραφή του. 5. Για την τήρηση και λειτουργία του Μητρώου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων κατά την έννοια του άρθρου 6 του ν. 4624/2019 (Α’ 137) ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Σκοπός της επεξεργασίας είναι η συγκέντρωση, οργάνωση και διαχείριση των δεδομένων, προκειμένου να διευκολύνεται η λειτουργία του Μητρώου. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υποψηφίων ή ενταγμένων ελεγκτών περιλαμβάνουν ιδίως: α) στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας, β) στοιχεία επιστημονικής και επαγγελματικής εμπειρίας, και γ) στοιχεία που συνιστούν λόγο αποκλεισμού κατά την παρ. 3. Ο χρόνος τήρησης των δεδομένων ορίζεται σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία απόρριψης της αίτησης ένταξης του εμπειρογνώμονα στο Μητρώο και σε πέντε (5) έτη από τη διαγραφή του από αυτό. Αποδέκτες των δεδομένων είναι αποκλειστικά ο Υπεύθυνος Επεξεργασίας Δεδομένων, καθώς και κάθε εξουσιοδοτημένος υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας στο μέτρο που απαιτείται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

Άρθρο 100

Διαχειριστικός έλεγχος

1. Στα κοινωφελή ιδρύματα, στις αυτοτελείς περιουσίες και στις κοινωφελείς περιουσίες του Μέρους ΣΤ’ της παρούσας Ενότητας, με εξαίρεση τα κοινωφελή ιδρύματα της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3 και τις υπέρ αυτών αυτοτελείς περιουσίες, διενεργείται κάθε τρία (3) χρόνια τακτικός διαχειριστικός έλεγχος, σύμφωνα με το ελεγκτικό πλαίσιο και το πρόγραμμα ελέγχου, που καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 121, αποκλειστικά, από πιστοποιημένους ελεγκτές κοινωφελών περιουσιών, οι οποίοι μετά το πέρας του ελέγχου εκδίδουν έκθεση για τη συμμόρφωση των περιουσιών αυτών, σύμφωνα με τα Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα, καθώς και με τις διατάξεις της παρούσας Ενότητας. Ο έλεγχος εκτείνεται σε κάθε στάδιο της διοίκησης, εκκαθάρισης, διαχείρισης, αξιοποίησης ή εκτέλεσης του σκοπού της κοινωφελούς περιουσίας. 2. Ο διαχειριστικός έλεγχος για τις κοινωφελείς περιουσίες της παρ. 1, με έσοδα άνω των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή με ενεργητικό μεγαλύτερο του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, ανατίθεται από το όργανο διοίκησης της περιουσίας σε πιστοποιημένο ελεγκτή κοινωφελών περιουσιών, με την επαγγελματική ιδιότητα του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή σε ελεγκτική εταιρεία, που έχουν λάβει άδεια άσκησης επαγγέλματος και είναι μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.). Για τις κοινωφελείς περιουσίες που δεν υπερβαίνουν τα οικονομικά κριτήρια που ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο, ο έλεγχός τους δύναται να διενεργείται από πιστοποιημένο ελεγκτή κοινωφελών περιουσιών, με την επαγγελματική ιδιότητα του λογιστή φοροτεχνικού Α’ τάξης. 3. Για κάθε νεοσυσταθέν κοινωφελές ίδρυμα και αυτοτελή περιουσία, ο τακτικός διαχειριστικός έλεγχος διενεργείται ετησίως για τα πρώτα τρία (3) έτη από την ίδρυσή τους. 4. Η έκθεση ελέγχου της παρ. 1 παραδίδεται από τον πιστοποιημένο ελεγκτή κοινωφελών περιουσιών που τη συνέταξε, στον διοικητή ή διαχειριστή ή εκκαθαριστή της κοινωφελούς περιουσίας που αφορά, με ταυτόχρονη κοινοποίησή της στην εποπτεύουσα αρχή. Ο διοικητής ή διαχειριστής ή εκκαθαριστής της κοινωφελούς περιουσίας αναρτά την έκθεση ελέγχου στην οικεία μερίδα της κοινωφελούς περιουσίας στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από το πέρας του οικονομικού έτους ελέγχου. 5. Η εποπτεύουσα αρχή δύναται να ζητά τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου οποιασδήποτε περιουσίας που υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, από τη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας ή σε περίπτωση μη ανάρτησης της έκθεσης ελέγχου της παρ. 1 στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.. 6. Σε περίπτωση έκδοσης της έκθεσης ελέγχου της παρ. 1, με την οποία διαπιστώνονται έλλειψη συμμόρφωσης των περιουσιών με τα Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα ή με τις διατάξεις της παρούσας Ενότητας ή πρόκληση ζημίας, η εποπτεύουσα αρχή διαβιβάζει την έκθεση ελέγχου στη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, για τη διενέργεια εξαρχής ελέγχου της κοινωφελούς περιουσίας και για την έκδοση πράξης καταλογισμού σε βάρος του ασκούντος τη διοίκηση ή τη διαχείριση ή εκκαθάρισή της. 7. Σε περίπτωση που από τον έλεγχο της παρ. 6 διαπιστωθούν ελλείμματα ή ζημία, κατά την έννοια των άρθρων 102 έως 107 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), εφαρμόζονται οι διατάξεις για τους δημοσίους υπολόγους. Κάθε ζημία ή έλλειμμα που προκλήθηκε από τη διαχείριση και διάθεση της περιουσίας κατά παράβαση των όρων του οργανισμού, της ιδρυτικής πράξης ή του νόμου, καταλογίζεται με τόκους υπερημερίας, αν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια, με αιτιολογημένη απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, η οποία κοινοποιείται στον ή στους υπόχρεους. 8. Η πράξη καταλογισμού προσβάλλεται με έφεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4820/2021 (Α’ 130). Τα ποσά που καταλογίζονται βεβαιώνονται και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190) και περιέρχονται στην κοινωφελή περιουσία με επιμέλεια της Α.Α.Δ.Ε.. 9. Η εποπτεύουσα αρχή επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις της παρ. 2 του άρθρου 102 σε βάρος Πιστοποιημένου Ελεγκτή Κοινωφελών Περιουσιών, εφόσον αυτός παρέλειψε να ελέγξει ουσιώδη στοιχεία για την έκδοση της έκθεσης ελέγχου της παρ. 1 ή για την εφαρμογή του νόμου από τους διοικητές ή διαχειριστές ή εκκαθαριστές της κοινωφελούς περιουσίας ή δολίως απέκρυψε τα ανωτέρω στοιχεία. Στην περίπτωση αυτή, η εποπτεύουσα αρχή ενημερώνει αμελλητί το οικείο Μητρώο για την αυτοδίκαιη διαγραφή του ελεγκτή. 10. Η αμοιβή του Πιστοποιημένου Ελεγκτή Κοινωφελών Περιουσιών για τη διενέργεια του ελέγχου καταβάλλεται από το όργανο διαχείρισης της κοινωφελούς περιουσίας και βαρύνει το ενεργητικό της.

Άρθρο 101

Βιβλία - Στοιχεία

Για κάθε κοινωφελή περιουσία τηρούνται από τους διαχειριστές της ειδικά βιβλία και στοιχεία, σύμφωνα με το διπλογραφικό σύστημα, όπως ορίζεται στον ν. 4308/2014 (Α’ 251), περί Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων, στα οποία εμφανίζονται τα περιουσιακά της στοιχεία και η οικονομική της κατάσταση εν γένει. Τα βιβλία και στοιχεία υπόκεινται στον έλεγχο των πιστοποιημένων ελεγκτών κοινωφελών περιουσιών και της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Άρθρο 102

Πειθαρχικές παραβάσεις και διοικητικές κυρώσεις

1. Δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και του Φορέα, οι οποίοι συμμετέχουν λόγω της υπηρεσίας τους στην εξακρίβωση, στη διαχείριση ή στην εκκαθάριση των περιουσιών του παρόντος νόμου, καθώς και όσοι ασκούν προσωρινή διοίκηση, υπάγονται για τα ζητήματα αυτά στην πειθαρχική εξουσία του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του Μέρους Ε’ του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26). 2. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ή του Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26, επιβάλλεται πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ σε: α) Διοικητές ιδρυμάτων ή αυτοτελών περιουσιών, καθώς και σε εκτελεστές διαθηκών, που διέπονται από την παρούσα Ενότητα, οι οποίοι: αα) δεν αναρτούν τα στοι- χεία της διαχείρισής τους που προβλέπονται στην παρούσα Ενότητα ή αβ) δεν αναρτούν απολογισμό και ισολογισμό εντός των προθεσμιών των άρθρων 53 και 73, αντίστοιχα, ή αγ) αρνούνται να υποβληθούν σε έλεγχο ή εξέταση, που διατάσσεται από την εποπτεύουσα αρχή ή αδ) δεν παρέχουν πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών ή αε) δεν τηρούν τα βιβλία και στοιχεία του άρθρου 101 ή αστ) δεν συμμορφώνονται με την παρούσα Ενότητα, τους οργανισμούς και τις ιδρυτικές πράξεις, ή αζ) στην περίπτωση των εκτελεστών διαθηκών, δεν υποβάλλουν λογοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 74, β) πιστωτικά ιδρύματα, όργανα των οποίων δεν παρέχουν τις ζητούμενες από την εποπτεύουσα αρχή ή τον Φορέα πληροφορίες ή αρνούνται να συμμορφωθούν σε αίτημά τους που προβλέπεται από την παρούσα Ενότητα, γ) συμβολαιογράφους, δικαστικούς γραμματείς και προξένους, καθώς και σε υπαλλήλους του Φορέα, οι οποίοι δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα Ενότητα, δ) πιστοποιημένους ελεγκτές κοινωφελών περιουσιών, οι οποίοι άσκησαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους κατά τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου. 3. Τα πρόστιμα της παρ. 2 επιβάλλονται μετά από κλήση του υπόχρεου να παράσχει εγγράφως εξηγήσεις εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Για όργανα ή υπαλλήλους του Δημοσίου ή του Φορέα ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και για διοικητές ιδρυμάτων, η επίδοση της κλήσης γίνεται στην υπηρεσία τους ή την έδρα του νομικού προσώπου, για δε τους λοιπούς στον τόπο κατοικίας τους. Τα πρόστιμα επιβάλλονται από την εποπτεύουσα αρχή, βεβαιώνονται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και εισπράττονται ως δημόσιο έσοδο σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). 4. Το πρόστιμο επιβάλλεται ανεξάρτητα από την υποχρέωση των προσώπων της παρ. 1 για επανόρθωση της ζημίας, που προξένησαν και ανεξάρτητα από ενδεχόμενη ποινική ευθύνη τους.

Άρθρο 103

Ποινικές κυρώσεις

1. Όσοι με πρόθεση διακατέχουν ή παρακρατούν περιουσίες, που έχουν διατεθεί υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελών σκοπών, καθώς και οι θεματοφύλακες και οι οφειλέτες, που αποδίδουν τα οφειλόμενα αντικείμενα στους αντιδίκους του Δημοσίου ή των δικαιούχων, παρά τις διατάξεις της ιδρυτικής πράξης και του παρόντος νόμου, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψουν το κράτος ή κάποιον άλλο, τιμωρούνται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. 2. Τα άρθρα 235 έως και 263Α του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95) εφαρμόζονται και για τους διοικητές ιδρυμάτων και περιουσιών, που έχουν διατεθεί υπέρ του Δημοσίου ή για κοινωφελείς σκοπούς ή έργα, εκτελεστές διαθηκών και υπαλλήλους του φορέα, οι οποίοι εξομοι- ώνονται για το αξιόποινο και την ποινική αντιμετώπιση των εγκλημάτων αυτών, προς υπαλλήλους, κατά την έννοια της περ. α) του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα. 3. Κακουργήματα που τελούνται από τα παραπάνω πρόσωπα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εκδικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96). 4. Διοικητές ιδρυμάτων, διαχειριστές αυτοτελών περιουσιών και εκτελεστές διαθηκών, καθώς και υπάλληλοι του φορέα, οι οποίοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα της θέσης τους ή να ενεργούν πράξεις διαχείρισης, παρά την αντικατάσταση ή παύση τους, τιμωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, εξομοιούμενοι προς υπαλλήλους, κατά την έννοια της περ. α) του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα, περί παράβασης καθήκοντος, ανεξάρτητα από άλλη αστική ευθύνη τους για αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσαν.

Άρθρο 104

Δωρεά προς το Δημόσιο ή εποπτευόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου

1. Η δωρεά προς το Δημόσιο ή προς εποπτευόμενο από αυτό, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, μπορεί να συνίσταται σε: α) Παροχή χρηματικού ποσού, β) παροχή χρηματικού ποσού, με σκοπό την προμήθεια αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή την εκτέλεση έργου ή μελέτης, σύμφωνα με τη βούληση του δωρητή, γ) χορήγηση κινητών πραγμάτων ή παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργου ή μελέτης, χωρίς αντάλλαγμα από τον δωρητή ή από πρόσωπο που επιλέγει ο δωρητής. Στην περίπτωση αυτή στη δωρεά μπορεί να περιλαμβάνεται και η συντήρηση των κινητών πραγμάτων ή των έργων μετά την παραλαβή τους, και δ) παροχή ακινήτου. 2. Κάθε πρόταση δωρεάς, της οποίας η αξία υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, γνωστοποιείται από τον δωρεοδόχο στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

Άρθρο 105

Υποχρεωτική ηλεκτρονική καταχώριση και εξαιρέσεις

1. Κάθε πρόταση δωρεάς προς το Δημόσιο ή προς εποπτευόμενο από αυτό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και η αποδοχή της κατά τα άρθρα 106 έως 109 καταχωρίζονται και παρακολουθούνται αποκλειστικά μέσω της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Δωρεών (e-Δωρεές), που λειτουργεί στο Η.Μ.Κ.ΟΙ.Π. 2. Κάθε υπουργείο και κάθε Ν.Π.Δ.Δ. καταχωρίζει υποχρεωτικά τις δράσεις και τις ανάγκες του στο ευρετήριο δράσεων της ηλεκτρονικής πλατφόρμας e-Δωρεές, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 4758/2020 (Α’ 242). 3. Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες έχει άμεση και πλήρη πρόσβαση σε κάθε στοιχείο που σχετίζεται με δωρεά. 4. Κατ’ εξαίρεση, με ειδικά αιτιολογημένη κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η δωρεά δύναται να μην καταχωρισθεί και να ολοκληρωθεί εκτός της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Δωρεών (e-Δωρεές) για λόγους εθνικής ασφάλειας ή όταν η δημοσιοποίησή της προσκρούει σε θεσμοθετημένο απόρρητο, ιδίως φορολογικό, τραπεζικό, ιατρικό, ή αντίκειται στις διατάξεις περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση αναρτάται στο πρόγραμμα «Διαύγεια», χωρίς τα προσωπικά δεδομένα, τα οποία καλύπτονται από το κατά περίπτωση απόρρητο και χωρίς στοιχεία που άπτονται θεμάτων εθνικής ασφάλειας.

Άρθρο 106

Δωρεές κινητών πραγμάτων και παροχής υπηρεσιών

1. Η πρόταση δωρεάς κινητού πράγματος και παροχής υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή προς εποπτευόμενο από αυτό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Δωρεών (e-Δωρεές). Κατά την υποβολή δηλώνεται, εφόσον υφίσταται, και η επιμέρους δράση ή ανάγκη από το Ευρετήριο Δράσεων της παρ. 3 του άρθρου 51 του ν. 4758/2020 (Α’ 242). 2. Η δωρεά κινητού πράγματος και παροχής υπηρεσιών λογίζεται αποδεκτή με την καταχώριση της πρότασής της στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Δωρεών (e-Δωρεές), εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Η δηλωμένη δράση ή ανάγκη της παρ. 1, προβλέπει δυνατότητα άμεσης και φυσικής κάλυψης ή β) η εκτιμώμενη αξία του αντικειμένου ή της παροχής υπηρεσιών δεν υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ κατά υπεύθυνη δήλωση του δωρητή, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1599/1986 (Α’ 75). Στις ανωτέρω περιπτώσεις, το αρμόδιο όργανο του αποδέκτη της δωρεάς μπορεί να υποβάλει ηλεκτρονικά αιτιολογημένη αντίρρηση εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ειδοποίηση καταχώρισης της δωρεάς. 3. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2, οι δωρεές κινητού πράγματος και παροχής υπηρεσιών γίνονται αποδεκτές ηλεκτρονικά από τον καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργό εντός τριάντα (30) ημερών, ενώ η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ισοδυναμεί με σιωπηρή αποδοχή. 4. Με την ηλεκτρονική αποδοχή και την παράδοση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 498 και το άρθρο 1034 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), μεταβιβάζεται η κυριότητα στο ελληνικό δημόσιο ή στο Ν.Π.Δ.Δ, που αποτελεί τον αποδέκτη της δωρεάς. 5. Η Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Δωρεών (e -Δωρεές) εκδίδει αποδεικτικό καταχώρισης, που επέχει θέση δημόσιου εγγράφου.

Άρθρο 107

Δωρεές ακινήτων

1. Η πρόταση δωρεάς ακινήτου προς το Δημόσιο ή προς εποπτευόμενο από αυτό, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), υποβάλλεται ηλεκτρονικά και συνοδεύεται από απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος και αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου ή, όπου δεν λειτουργεί Εθνικό Κτηματολόγιο, από απόσπασμα βιβλίων μεταγραφών, καθώς και από πιστοποιητικό βαρών. Όταν η πρόταση δωρεάς ακινήτου αφορά σε ακίνητο, το οποίο εμπίπτει σε περιοχή, όπου έχουν αναρτηθεί τα προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα σύμφωνα με τον ν. 2308/1995 (Α’ 114), η πράξη συνοδεύεται από πιστοποιητικό κτηματογραφούμενου ακινήτου. 2. Η αποδοχή λαμβάνει χώρα ηλεκτρονικά εντός εξήντα (60) ημερών από τον αρμόδιο καθ’ ύλην Υπουργό. 3. Ο δωρητής και ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ. συνάπτουν συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς ακινήτου εντός ενενήντα (90) ημερών από την αποδοχή και τα έξοδα βαρύνουν τον δωρητή, εκτός αν με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού αναληφθούν από τον δωρεοδόχο λόγω επείγουσας κρατικής ανάγκης. 4. Ο συμβολαιογράφος αναρτά στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Δωρεών (e-Δωρεές), ψηφιακό αντίγραφο της πράξης δωρεάς και του πιστοποιητικού καταχώρισής της στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο. 5. Η αρμόδια υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ. προβαίνει αμελλητί στην καταχώριση του ακινήτου που περιήλθε με δωρεά στα οικεία βιβλία Δημοσίων Κτημάτων και μεριμνά για την ενημέρωση του Μητρώου Ακίνητης Περιουσίας.

Άρθρο 108

Τροποποίηση: Ν. 5275/2026

Δωρεές χρηματικών ποσών

1. Δωρεά χρηματικού ποσού, προς το Δημόσιο ή προς εποπτευόμενο από αυτό, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), καταχωρίζεται στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Δωρεών (e-Δωρεές) και θεωρείται αποδεκτή, αυτοδικαίως, με την πίστωση του ποσού στον ειδικό λογαριασμό δωρεών του Ελληνικού Δημοσίου ή του αντίστοιχου Ν.Π.Δ.Δ., που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος και υποδεικνύεται στην Πλατφόρμα, εκτός εάν η Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ή η αντίστοιχη οικονομική υπηρεσία του δωρεοδόχου Ν.Π.Δ.Δ., προβάλλει ηλεκτρονικά αιτιολογημένη αντίρρηση, εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών, από την ειδοποίηση καταχώρισης της δωρεάς. Άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ισοδυναμεί με σιωπηρή έγκριση, και στη συνέχεια εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 74 του ν. 4270/2014 (Α’ 143). 2. Επιτρέπεται η δωρεά χρηματικού ποσού προς το Δημόσιο ή προς εποπτευόμενο από αυτό Ν.Π.Δ.Δ., με σκοπό την οικονομική ενίσχυση δημόσιων υπαλλήλων και λειτουργών, που υπηρετούν σε περιοχές με ιδιαίτερες λειτουργικές, κοινωνικές, νησιωτικές, ορεινές ή λοιπές ειδικές συνθήκες. Η δωρεά μπορεί να συνδέεται με δράσεις που έχει προγραμματίσει το Δημόσιο ή το εποπτευόμενο από αυτό Ν.Π.Δ.Δ. ή δράσεις που έχουν προταθεί από τον δωρητή και υιοθετηθεί από τον δωρεοδόχο. Το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται ως επιμίσθιο στους δικαιούχους του πρώτου εδαφίου έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα, δεν ενσωματώνεται στις τακτικές αποδοχές των δικαιούχων και καταβάλλεται μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, και δεν υπάγεται στο ανώτατο όριο αποδοχών των δικαιούχων της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α’ 176). Τα ποσά που καταβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα, απαλλάσσονται από κάθε φόρο τέλος, δικαίωμα, φόρο δωρεάς και ψηφιακό τέλος συναλλαγής, καθώς και κάθε κράτηση ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή οποιουδήποτε τρίτου και δεν επιδέχονται κατάσχεση.

Άρθρο 109

Δωρεές προς φορέα του δημόσιου τομέα, χρηματικών ποσών για προμήθεια αγαθών, εκτέλεση έργου, παροχή υπηρεσιών, μελετών ή δωρεά αυτούσιων μελετών ή έργων

1. Όταν το χρηματικό ποσό της δωρεάς προορίζεται για την εκτέλεση έργου, την παροχή υπηρεσίας ή την προμήθεια αγαθών, ο δωρητής υποβάλλει προς την αρμόδια υπηρεσία του φορέα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), πρόταση δωρεάς, η οποία συνοδεύεται από λεπτομερές τεχνικό δελτίο υλοποίησης, το οποίο περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον: α) περιγραφή του φυσικού αντικειμένου της δωρεάς. Αν η δωρεά περιλαμβάνει αναλώσιμα υλικά ή κόστος συντήρησης, αναφέρεται ρητά το χρονικό διάστημα για το οποίο ο δωρητής αναλαμβάνει την κάλυψη αυτών των εξόδων, β) αναλυτικό προϋπολογισμό δαπάνης, η οποία καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τον δωρητή, και γ) τη διαδικασία της εκ μέρους του δωρεοδόχου υπόδειξης στον δωρητή του οικονομικού φορέα, ο οποίος κρίνεται κατάλληλος για την εκπλήρωση του αντικειμένου της δωρεάς, καθώς και τον χρόνο ολοκλήρωσης της σχετικής διαδικασίας. 2. Για την πραγματοποίηση της δωρεάς της παρ. 1, ο δωρεοδόχος συγκροτεί τριμελή επιτροπή, η οποία αποτελείται από δύο (2) μέλη του προσωπικού του και ένα (1) μέλος επιλογής του δωρητή, εφόσον ο δωρητής το κρίνει απαραίτητο, άλλως από τρία (3) μέλη του προσωπικού του δωρεοδόχου. Η επιτροπή είναι αρμόδια για: α) τη σύνταξη τεχνικών προδιαγραφών, β) την προσθήκη κριτηρίων τεχνικής καταλληλότητας ή επαγγελματικής ικανότητας ή οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας, γ) την έρευνα αγοράς και την υποβολή τουλάχιστον τριών (3) προσφορών στον δωρητή, δ) ειδικά στις περιπτώσεις δωρεών ιατρικού εξοπλισμού, την πρόβλεψη για υποχρέωση του οικονομικού φορέα σε υποβολή προσφοράς, η οποία να καλύπτει τη συντήρηση του εξοπλισμού, σύμφωνα με τις προδιαγραφές λειτουργίας και τα πρωτόκολλα ελέγχου του κατασκευαστή για χρονικό διάστημα που θα ορισθεί από τον δωρεοδόχο, τουλάχιστον τριών (3) ετών, ε) την υποβολή συγκριτικών στοιχείων τιμών, εφόσον ζητηθεί από τον δωρητή, στ) τη λήψη μέτρων για την εφαρμογή κανόνων ακεραιότητας, ζ) την εξέταση των προσφορών με σκοπό την ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας και κατάλληλης για τους σκοπούς της δωρεάς προσφοράς, και η) την επανάληψη της διαδικασίας, σε περίπτωση άγονου αποτελέσματος, εφόσον ζητηθεί από τον δωρητή. 3. Στην περίπτωση δωρεάς της παρ. 1, ο δωρεοδόχος υποχρεούται: α) Να συνάψει τη σχετική σύμβαση με τον οικονομικό φορέα για λογαριασμό του δωρητή. Όταν το χρηματικό ποσό της δωρεάς προορίζεται για την κατασκευή έργου, το οποίο πρόκειται να υλοποιηθεί κατά στάδια ή τμήματα, η σχετική σύμβαση περιλαμβάνει υποχρεωτική πρόβλεψη αντίστοιχης τμηματικής παράδοσης, με αναλυτική αναφορά των επιμέρους σταδίων ή τμημάτων εκτέλεσης του έργου και του αντίστοιχου προϋπολογισμού κάθε σταδίου ή τμήματος, β) να παραλάβει το αντικείμενο της δωρεάς, σύμφωνα με τη διαδικασία παραλαβής που προβλέπεται, γ) να παραλάβει τα τιμολόγια και λοιπά παραστατικά, τα οποία ο οικονομικός φορέας εκδίδει στο όνομά του, με την αναγραφόμενη στα τιμολόγια ρητή πρόβλεψη, ότι αυτά θα εξοφληθούν από τον δωρητή κατ’ εφαρμογή της παρούσας διάταξης, δ) να ειδοποιεί αμελλητί τον δωρητή για την τμηματική ή οριστική παραλαβή και να υποβάλει το αντίστοιχο αίτημα πληρωμής, Ο δωρητής υποχρεούται, εφόσον πληρούνται οι όροι της σύμβασης με τον οικονομικό φορέα και της σύμβασης δωρεάς: α) να εξοφλεί το οικονομικό αντάλλαγμα απευθείας προς τον οικονομικό φορέα εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στη σύμβαση. Ειδικά στην περίπτωση της κατασκευής έργου, το οποίο πρόκειται να υλοποιηθεί κατά στάδια ή τμήματα, ο δωρητής υποχρεούται να εξοφλεί το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε στάδιο ή τμήμα, εμπροθέσμως και απευθείας στον οικονομικό φορέα, και β) να εξασφαλίζει ότι ο οικονομικός φορέας εκδίδει εξοφλητική απόδειξη στο όνομα του δωρεοδόχου, με μνεία ότι η εξόφληση έγινε από τον δωρητή κατ’ εφαρμογή της παρούσας διάταξης. 4. Στην περίπτωση δωρεάς της παρ. 1, η πρόταση δωρεάς γίνεται αποδεκτή με την έκδοση σχετικής απόφασης από τον δωρεοδόχο, και η σύμβαση δωρεάς ολοκληρώνεται με την υπογραφή της. 5. Σε περίπτωση δωρεάς μελετών ή εκτέλεσης αυτούσιου έργου, που δύναται να περιλαμβάνει εξοπλισμό ή άλλα κινητά αντικείμενα, ο δωρητής στη σχετική πρόταση υποβάλλει: α) πλήρη τεχνική περιγραφή του αντικειμένου της δωρεάς με τις πλήρεις τεχνικές προδιαγραφές της μελέτης, των υπηρεσιών ή του έργου και του εξοπλισμού ή άλλων κινητών που τυχόν περιλαμβάνονται στη δωρεά, β) τον προτεινόμενο από τον δωρητή, φορέα ή ανάδοχο των μελετών, υπηρεσιών ή έργου ή τον προμηθευτή των κινητών, που τυχόν περιλαμβάνονται στη δωρεά, γ) το ποσό του προϋπολογισμού της δωρεάς, δ) δήλωση ότι ο δωρητής είναι ο μόνος υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου της αμοιβής και κάθε άλλου ποσού που τυχόν δικαιούται ο φορέας ή ανάδοχος ή προμηθευτής, και ότι ο δωρεοδόχος δεν συμβάλλεται ούτε έχει καμία ευθύνη έναντι αυτού, ε) την περίοδο της εγγυητικής ευθύνης του φορέα ή αναδόχου ή προμηθευτή, που πρέπει να είναι τουλάχιστον τριάντα έξι (36) μηνών από την προσωρινή παραλαβή της μελέτης, της υπηρεσίας, του έργου, ή των κινητών που περιλαμβάνονται στη δωρεά, και στ) τον ορισμό υπεύθυνου/ων μελετητή/ων, που θα παρακολουθούν για λογαριασμό του δωρητή την παροχή της μελέτης, της υπηρεσίας, του έργου, ή των κινητών που περιλαμβάνονται στη δωρεά, και θα βεβαιώσουν την πλήρη και κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης ολοκλήρωση της δωρεάς, σύμφωνα με τις προδιαγραφές. Για τον σκοπό αυτό συντάσσεται ιδιωτικό συμφωνητικό δωρεάς, στο οποίο συμβάλλονται ο δωρητής και ο δωρεοδόχος και περιλαμβάνονται όλα τα ανωτέρω στοιχεία και οι ειδικότεροι όροι της δωρεάς, ο δε δωρεοδόχος αποδέχεται τη δωρεά και ορίζει την επιτροπή παραλαβής. Στη σύμβαση δωρεάς επισυνάπτεται η σύμβαση που καταρτίζει ο δωρητής με τον εργολάβο ή πάροχο αγαθών και υπηρεσιών με τα παραρτήματά της. 6. Οι συμβάσεις δωρεάς του παρόντος, που γίνονται από το Δημόσιο και από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που εποπτεύεται από αυτό, μετά την υπογραφή τους και τις απαιτούμενες διοικητικές εγκρίσεις του δωρεοδόχου, υποβάλλονται στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Δωρεών. 7. Οι συμβάσεις προμήθειας αγαθών, εκτέλεσης έργου και παροχής υπηρεσιών, που συνάπτονται με τη διαδικασία του παρόντος, δεν υπάγονται στις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας: α) για τις δημόσιες συμβάσεις προμήθειας ή έργου, β) για τις διαδικασίες και τον έλεγχο των δημοσίων δαπανών και λογαριασμών. 8. Έναντι του οικονομικού φορέα δεν θεμελιώνεται οποιαδήποτε ευθύνη του δωρεοδόχου Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. 9. Αν ο δωρητής δεν υποβάλει το τεχνικό δελτίο της παρ. 1, η ανάθεση του έργου ή της παροχής της υπηρεσίας ή της προμήθειας των αγαθών, για τα οποία προορίζεται το χρηματικό ποσό της δωρεάς διενεργείται από τον φορέα του δημόσιου τομέα, αποκλειστικά σύμφωνα με τον ν. 4412/2016 (Α’ 147). 10. Κάθε σύμβαση δωρεάς μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου, οι σχετικές συμβάσεις προμήθειας αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργου που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, καθώς και η εξόφληση τιμολογίων και αποδείξεων που εκδίδονται αναφορικά με τις συμβάσεις αυτές, απαλλάσσονται από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής και τον φόρο δωρεών.

Άρθρο 110

Φορολογία εισοδήματος ενεργών ιδρυμάτων και κληροδοτημάτων - Τροποποίηση άρθρου 45 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Στο άρθρο 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167), περί υποκειμένων του φόρου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. γ) μετά τις λέξεις «, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο του φόρου» προστίθενται οι λέξεις «καθώς και τα εν γένει έσοδα των κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών που είναι καταχωρισμένα στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Κοινωφελών Ιδρυμάτων και Περιουσιών, και των κοινωφελών αλλοδαπών νομικών προσώπων, που υπάρχουν ή συνιστώνται νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και επιδιώκουν αποδεδειγμένα κοινωφελείς σκοπούς στην Ελλάδα,», β) στην περ. ζ), προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 45 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 45 Υποκείμενα του φόρου Σε φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων υπόκεινται: α) οι κεφαλαιουχικές εταιρείες που συστήθηκαν στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, β) οι προσωπικές εταιρείες που συστήθηκαν στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, γ) τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που συστήθηκαν στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή και στα οποία περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους σωματεία και ιδρύματα, με εξαίρεση μόνο τα κάθε είδους έσοδα που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο φόρου, καθώς και τα εν γένει έσοδα των κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών που είναι καταχωρισμένα στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Κοινωφελών Ιδρυμάτων και Περιουσιών, και των κοινωφελών αλλοδαπών νομικών προσώπων, που υπάρχουν ή συνιστώνται νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και επιδιώκουν αποδεδειγμένα κοινωφελείς σκοπούς στην Ελλάδα. Τα έσοδα από υπεραξία κεφαλαίου, που πραγματοποιούν τα εγγεγραμμένα σωματεία της περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4873/2021 (Α’ 248), περί ορισμών, τα οποία εγγράφονται στο Ειδικό Μητρώο Οργανώσεων Κοινωνίας Πολιτών (Ο.Κοι.Π.) σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4873/2021, περί ειδικού μητρώου Ο.Κοι.Π. και προϋποθέσεων εγγραφής, δεν αποτελούν αντικείμενο φόρου, εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται, έχουν περιέλθει σε αυτά από χαριστική αιτία ή κληρονομική διαδοχή και διατίθενται για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού τους, δ) συνεταιρισμοί και ενώσεις αυτών, ε) κοινωνίες αστικού δικαίου, αστικές κερδοσκοπικές ή μη κερδοσκοπικές εταιρείες, συμμετοχικές ή αφανείς εφόσον ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα. Στις εγγεγραμμένες αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες της περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4873/2021, οι οποίες εγγράφονται στο Ειδικό Μητρώο Ο.Κοι.Π. σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4873/2021, εφαρμόζεται το τελευταίο εδάφιο της περ. γ) της παρούσας, στ) κοινοπραξίες, ζ) οι νομικές οντότητες που ορίζονται στο άρθρο 2 του Κ.Φ.Ε. και δεν περιλαμβάνονται σε μία από τις προηγούμενες περιπτώσεις. Εξαιρούνται τα εν γένει έσοδα των κοινωφελών αλλοδαπών νομικών οντοτήτων που υπάρχουν ή συνιστώνται νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και επιδιώκουν αποδεδειγμένα κοινωφελείς σκοπούς στην Ελλάδα, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο του φόρου. Στην περίπτωση των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων που τηρούν απλογραφικά βιβλία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του άρθρου 47 του παρόντος Κώδικα. Το Κοινό Κεφάλαιο της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 (Α’ 38) εξαιρείται του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων.».

Άρθρο 111

Απαλλαγή των κοινωφελών ιδρυμάτων και των αυτοτελών περιουσιών από τον φόρο κληρονομίας Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 75 Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας

Απαλλαγή των κοινωφελών ιδρυμάτων και των αυτοτελών περιουσιών από τον φόρο κληρονομίας - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 75 Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας Στην παρ. 1 του άρθρου 75 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025, Α’ 130), περί γενικών απαλλαγών από τον φόρο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α) διαγράφονται οι λέξεις «καθώς και», β) προστίθεται περ. γ) και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Απαλλάσσονται από τον φόρο οι κτήσεις, εφόσον δικαιούχοι είναι: α) το Ελληνικό Δημόσιο και οι λογαριασμοί που δημιουργούνται υπέρ του ελληνικού Δημοσίου, β) οι αλλοδαποί με τον όρο της αμοιβαιότητας, εφόσον προβλέπεται απαλλαγή τους από τον φόρο με διεθνείς συμβάσεις. Αν στη νομοθεσία του αλλοδαπού κράτους δεν προβλέπεται πλήρης απαλλαγή αλλά υπαγωγή σε ελαφρύτερη φορολογία με τον όρο της αμοιβαιότητας, η φορολογητέα στην Ελλάδα κληρονομική μερίδα ή κληροδοσία φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που έχει την ιθαγένεια του ξένου αυτού κράτους, υπόκειται σε ελαφρύτερο φόρο αντίστοιχο προς εκείνο που επιβάλλεται από το ξένο αυτό κράτος, γ) κοινωφελή ιδρύματα και αυτοτελείς περιουσίες, που είναι καταχωρισμένα στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Κοινωφελών Ιδρυμάτων και Περιουσιών, καθώς και ιδρύματα ή νομικές οντότητες, που υφίστανται ή έχουν συσταθεί νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.), εφόσον επιδιώκουν αποδεδειγμένα κοινωφελείς σκοπούς στην Ελλάδα.».

Άρθρο 112

Φορολογία κληρονομιών που καταλείπονται σε κοινωφελή ιδρύματα και περιουσίες - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 75 Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας

Φορολογία κληρονομιών που καταλείπονται σε κοινωφελή ιδρύματα και περιουσίες Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 75 Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας Στην περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 75 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025, Α’ 130), περί γενικών απαλλαγών από τον φόρο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) διαγράφονται οι λέξεις «καθώς και οι περιουσίες του άρθρου 50 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185)», β) οι λέξεις «κατά την έννοια του άρθρου 1 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «πλην των προσώπων της περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 75» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 79, οι κτήσεις, εφόσον δικαιούχοι είναι: α) τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι ιεροί ναοί, οι ιερές μονές, το Ιερό Κοινό του Πανάγιου Τάφου, η Ιερά Μονή του Θεοβαδίστου Όρους Σινά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Εκκλησία της Κύπρου, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας και β) τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα, τα οποία υφίστανται ή συνιστώνται νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.), τα λοιπά αντίστοιχα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα με τον όρο της αμοιβαιότητας, εφόσον επιδιώκουν αποδεδειγμένα σκοπούς εθνικούς ή θρησκευτικούς ή φιλανθρωπικούς ή εκπαιδευτικούς ή πολιτιστικούς ή γενικά επωφελείς για την κοινωνία εν όλω ή εν μέρει, πλην των προσώπων της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 75.».

Άρθρο 113

Απαλλαγή από Φόρο Προστιθέμενης Αξίας για δωρεές προς το Δημόσιο και φορείς του δημόσιου τομέα - Τροποποίηση περ. ιε) παρ. 1 άρθρου 32 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας

Στην περ. ιε) της παρ. 1 του άρθρου 32 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α’ 162), περί ειδικών απαλλαγών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην υποπερ. ιεα), οι λέξεις «εγκρίνεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και τον καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργό με βάση την κείμενη νομοθεσία» αντικαθίστανται από τις λέξεις «η πρόταση δωρεάς του δωρητή γίνεται αποδεκτή με βάση την κείμενη νομοθεσία περί δωρεών προς το Δημόσιο», β) στο δεύτερο εδάφιο της υποπερ. ιεβ), οι λέξεις «έγκρισής της» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κύρωσής της με νόμο ή αποδοχής της» και η περ. ιε) διαμορφώνεται ως εξής: «ιε) Η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών από υποκείμενο στον φόρο προμηθευτή προς δωρητή, ο οποίος τα χρησιμοποιεί στο πλαίσιο σύμβασης δωρεάς που συνάπτει με φορέα του δημοσίου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), ή με νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που έχουν συσταθεί με ειδικό νόμο για το δημόσιο συμφέρον ή με άλλες οντότητες που εποπτεύονται από τους παραπάνω φορείς, εφόσον: ιεα) η σύμβαση δωρεάς κυρώνεται με νόμο ή η πρόταση δωρεάς του δωρητή γίνεται αποδεκτή με βάση την κείμενη νομοθεσία περί δωρεών προς το Δημόσιο, και ιεβ) το συνολικό ποσό της παράδοσης αγαθών και της παροχής υπηρεσιών ανέρχεται έως του ποσού της δωρεάς. Ο υποκείμενος στον φόρο προμηθευτής έχει δικαίωμα έκπτωσης του Φ.Π.Α. εισροών σχετικά με τις εν λόγω πράξεις, δεν χρεώνει φόρο στα εκδιδόμενα φορολογικά στοιχεία και υποχρεούται να αναγράφει σε αυτά τη σχετική απαλλακτική διάταξη, την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης δωρεάς και τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς και την ημερομηνία κύρωσής της με νόμο ή αποδοχής της. Η παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται και σε παράδοση αγαθών και παροχή υπηρεσιών από υποκείμενο σε φόρο προμηθευτή προς δωρητή, ο οποίος τα χρησιμοποιεί στο πλαίσιο σύμβασης δωρεάς που συνάπτει με τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Εκκλησία της Ελλάδος», «Εκκλησία της Κρήτης», «Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών», «Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης», «Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου», με τις Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, τις Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Κρήτης, τις Ιερές Μητροπόλεις Δωδεκανήσου, τις Ιερές Ενορίες και τις Ιερές Μονές τους, τις Ισραηλιτικές Κοινότητες του άρθρου 1 του ν. 2456/1920 (Α’ 173), το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο» του άρθρου 1 του ν.δ. 301/1969 (Α’ 195) και τις Ισραηλιτικές Κοινότητες Δωδεκανήσου του άρθρου 5 του ν.δ. 301/1969, για τον σκοπό της ανέγερσης, κατασκευής, επισκευής, επέκτασης χώρων λατρείας ή θρησκευτικών μνημείων ή χώρων που ανήκουν κατά κυριότητα στα νομικά αυτά πρόσωπα και εντός των οποίων στεγάζονται και λειτουργούν υπό τον έλεγχό τους ιδρύματα που επιτελούν είτε φιλανθρωπικό σκοπό είτε σκοπό παροχής των αναγκαίων θεωρητικών και πρακτικών γνώσεων σχετικών με την αγιογραφία είτε σκοπό διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής και ψαλτικής τέχνης. Στις περιπτώσεις αυτές, η σύμβαση δωρεάς εγκρίνεται από τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.».

Άρθρο 114

Ερμηνεία διαθήκης υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών - Τροποποίηση άρθρου 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στο άρθρο 825 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί ερμηνείας διαθήκης υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) οι λέξεις «άλλης πράξης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εν ζωή δικαιοπραξίας,», αβ) οι λέξεις «για το κράτος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο Δημόσιο», αγ) οι λέξεις «της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία» αντικαθίστανται από τη λέξη «Αθηνών», β) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 825 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 825 Κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή εν ζωή δικαιοπραξίας, με την οποία διατίθενται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας, που έχει διατεθεί στο Δημόσιο ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών. Εφόσον η αξία της περιουσίας, που έχει διατεθεί στο Δημόσιο ή για κοινωφελή σκοπό, δεν υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.».

Άρθρο 115

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Β’

1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προσδιορίζονται μέτρα και δράσεις ενημέρωσης των εμπλεκόμενων φορέων, ιδίως των υπόχρεων προς εγγραφή στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., περί της έναρξης λειτουργίας του μητρώου του άρθρου 5. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται οι τεχνικές προδιαγραφές του Η.Μ.ΚΟΙ.Π., καθώς και τα δικαιώματα χρήσης και πρόσβασης, προστίθενται ή αφαιρούνται στοιχεία της παρ. 1 του άρθρου 6 που καταχωρίζονται σε αυτό ανά είδος κοινωφελούς περιουσίας, ο τρόπος και η μέθοδος καταχώρισής τους, καθορίζονται οι κατηγορίες των κινητών πραγμάτων, καθώς και το ελάχιστο ύψος της αξίας τους ανά κατηγορία, που περιλαμβάνονται στον αναλυτικό κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων της κοινωφελούς περιουσίας, οι διαλειτουργικότητες με άλλα εθνικά, ευρωπαϊκά και διεθνή Μητρώα ή Πληροφοριακά Συστήματα, η διαδικασία υποβολής επώνυμων ή ανώνυμων καταγγελιών, η διαδικασία μεταφοράς των δεδομένων και στοιχείων από το Μητρώο Κοινωφελών Περιουσιών του άρθρου 12 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185) στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., τα ζητήματα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναρτώνται, καθώς και κάθε άλλο ειδικό ζήτημα ή αναγκαία τεχνική λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 6. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται το ύψος του τέλους της παρ. 7 του άρθρου 6 για την καταχώριση των στοιχείων της παρ. 1 του άρθρου 6, η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης του τέλους και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.

Άρθρο 116

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Γ’

1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, καταρτίζεται ο Οργανισμός του Φορέα του άρθρου 7, με τον οποίο καθορίζονται η κατανομή των οργανικών θέσεων ανά εργασιακή σχέση, κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, τα τυπικά προσόντα πρόσληψης ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των οργανικών μονάδων, η σύσταση, κατάργηση ή αναδιάρθρωσή τους, η σύσταση ή κατάργηση θέσεων προσωπικού, των θέσεων ευθύνης, τα κύρια χαρακτηριστικά του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, η πολιτική και η διαδικασία για τη διενέργεια περιοδικής αξιολόγησης του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, οι κανόνες ηθικής και δεοντολογίας για τη λει- τουργία των οργάνων διοίκησης και τη συμπεριφορά του προσωπικού, η γενική περιγραφή καθηκόντων κάθε θέσης ευθύνης, η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων, οι διαδικασίες αξιολόγησης των υπαλλήλων και των διευθυντικών στελεχών, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την οργάνωση και τη λειτουργία του. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καταρτίζεται ο Ειδικός Κανονισμός του Φορέα του άρθρου 7, για τη διοίκηση και διαχείριση κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών, με τον οποίο ρυθμίζονται οι κανόνες και η διαδικασία σύναψης και εκτέλεσης κάθε είδους σύμβασης, ιδίως αγοραπωλησίας, αντιπαροχής, εκμίσθωσης κινητών και ακινήτων, ανάθεσης και εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, οι οποίες αφορούν στην προσωρινή και οριστική διαχείριση και την εκκαθάριση των κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών, που υπάγονται ή περιέρχονται στην αρμοδιότητα του Φορέα. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται το ύψος των αμοιβών και αποζημιώσεων του Προέδρου, του Αντιπροέδρου, των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και του Γενικού Διευθυντή του Φορέα, σύμφωνα με το άρθρο 15. 4. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να παρατείνεται ή να συντέμνεται το χρονικό διάστημα της παρ. 6 του άρθρου 126.

Άρθρο 117

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Δ’

1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια υπολογισμού του ύψους της αμοιβής σε πρόσωπα που καταδεικνύουν περιουσιακά στοιχεία της παρούσας Ενότητας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 27, ο τρόπος κάλυψης της δαπάνης αυτής, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με τη διαδικασία αυτή. 2. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα υπόχρεα πρόσωπα, η διαδικασία είσπραξης, απόδοσης και αναπροσαρμογής του ποσοστού παρακράτησης της παρ. 3 του άρθρου 39, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 118

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Ε’

1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εκδίδεται ο Πρότυπος Κανονισμός Κοινωφελών Ιδρυμάτων, ο οποίος εφαρμόζεται συμπληρωματικά στην παρούσα Ενότητα. Με τον Πρότυπο Κανονισμό Κοινωφελών Ιδρυμάτων καθορίζονται: α) οι διαδικασίες διαχείρισης και αξιοποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας των κοινωφελών ιδρυμάτων, με εξαίρεση τα κοινωφελή ιδρύματα της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 3 και τις αυτοτελείς περιουσίες που διατίθενται υπέρ αυτών, και συγκεκριμένα οι όροι και η διαδικασία σύναψης και εκτέλεσης κάθε είδους συμβάσεων, ιδίως αγοραπωλησίας, αντιπαροχής, εκμίσθωσης, μακροχρόνιας εκμίσθωσης έναντι ανακατασκευής και αναπαλαίωσης, παραχώρησης χρήσης ακινήτων κατά το άρθρο 52, ανάθεσης και εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, και κάθε άλλο σχετικό τεχνικό ή λεπτομερειακό θέμα, και β) οι όροι και η διαδικασία χορήγησης εκ μέρους των κοινωφελών ιδρυμάτων υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων, ιδίως η διενέργεια ή μη διαγωνισμού, η διαδικασία επιλογής των υποτρόφων, η προδικασία του διαγωνισμού, η συγκρότηση των επιτροπών διαγωνισμού, η τυχόν χορήγηση αμοιβής στα μέλη των επιτροπών διαγωνισμού και το ύψος αυτής, η διαδικασία έκδοσης των αποτελεσμάτων, υποβολής και εκδίκασης ενστάσεων, έγκρισης και ακύρωσης των πρακτικών, τα ανώτατα όρια μηνιαίων υποτροφιών ανά βαθμίδα σπουδών, ο καθορισμός της έναρξης και της διάρκειας της υποτροφίας, οι όροι συναφθείσας σύμβασης υποτροφίας, οι λόγοι διακοπής αυτής και επιστροφής του ποσού των υποτροφιών, μετεγγραφής υποτρόφων, κατάρτισης και τήρησης μητρώου υποτρόφων και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 59. 2. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από γνώμη της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, καθορίζονται το είδος του ελέγχου από ορκωτό ελεγκτή λογιστή της Έκθεσης Επενδύσεων της παρ. 4 του άρθρου 49, το ελεγκτικό πλαίσιο και ο τύπος της έκθεσης ελέγχου καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 49. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να αναπροσαρμόζεται το ανώτατο όριο του προστίμου που προβλέπεται στο άρθρο 54.

Άρθρο 119

Εξουσιοδοτική διάταξη Μέρους ΣΤ’

1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διενέργειας των αναγκαίων πράξεων και υλικών ενεργειών του άρθρου 70, ιδίως η διαδικασία που πρέπει να τηρήσει ο εκτελεστής διαθήκης για την εκποίηση ή εκμίσθωση κινητών και ακινήτων, για τη μακροχρόνια εκμίσθωση έναντι ανακατασκευής και αναπαλαίωσης ακινήτου για την επωφελέστερη εκμετάλλευσή του, για τη σύναψη συμβάσεων μελετών, έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, συμβατών με τον σκοπό της ταχείας εκκαθάρισης, για την πληρωμή χρεών και βαρών της κληρονομίας, για την επωφελή τοποθέτηση και επένδυση των χρηματικών διαθεσίμων της κοινωφελούς περιουσίας, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 70. 2. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται το πρότυπο υπόδειγμα απολογισμού και λογοδοσίας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των άρθρων 73 και 74. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα ανώτατα όρια της αμοιβής του εκτελεστή διαθήκης ή του Φορέα ως εκτελεστή διαθήκης, για τις δικαστικές και εξωδικαστικές ενέργειες, στις οποίες προβαίνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων, που προβλέπονται στο Μέρος ΣΤ’ της παρούσας Ενότητας.

Άρθρο 120

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Ζ’

1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία κατάργησης των μητρώων του άρθρου 64 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185) και της πλήρους ενσωμάτωσης των δεδομένων τους στο Ενιαίο Ψηφιακό Μητρώο Σχολαζουσών Κληρονομιών του άρθρου 94. 2. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται η τεχνική λειτουργία, η διαβάθμιση των δικαιωμάτων πρόσβασης και χρήσης, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και η υποστήριξη των χρηστών της πλατφόρμας «e-diadoxi» και του Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου Σχολαζουσών Κληρονομιών του άρθρου 94, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα. 3. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού δύνανται να επεκτείνονται οι διαλειτουργικότητες της παρ. 3 του άρθρου 94. 4. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να καθορίζεται ειδική αποζημίωση των μελών της Επιτροπής του άρθρου 93, η οποία βαρύνει την ειδική πίστωση του άρθρου 39. 5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ρυθμίζονται οι όροι και η διαδικασία χορήγησης εκ μέρους του Δημοσίου υποτροφιών, οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων, ιδίως η διενέργεια ή μη διαγωνισμού, η διαδικασία επιλογής των υποτρόφων, η προδικασία του διαγωνισμού, η συγκρότηση των επιτροπών διαγωνισμού, η τυχόν χορήγηση αμοιβής στα μέλη των επιτροπών διαγωνισμού και το ύψος αυτής, η διαδικασία έκδοσης των αποτελεσμάτων, υποβολής και εκδίκασης ενστάσεων, έγκρισης και ακύρωσης των πρακτικών, τα ανώτατα όρια μηνιαίων υποτροφιών ανά βαθμίδα σπουδών, ο καθορισμός της έναρξης και της διάρκειας της υποτροφίας, οι όροι συναφθείσας σύμβασης υποτροφίας, οι λόγοι διακοπής αυτής και επιστροφής του ποσού των υποτροφιών, μετεγγραφής υποτρόφων, κατάρτισης και τήρησης μητρώου υποτρόφων και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 91.

Άρθρο 121

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Η’

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης αναπτύσσεται κάθε άλλο μητρώο ή πληροφοριακό σύστημα που κρίνεται αναγκαίο για την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 94. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζεται κάθε ειδικό ζήτημα σχετικά με το Μητρώο Πιστοποιημένων Ελεγκτών Κοινωφελών Περιουσιών του άρθρου 99, όπως το αντικείμενο πιστοποίησης των ελεγκτών, η διαλειτουργικότητα του Μητρώου με άλλα εθνικά, ευρωπαϊκά και διεθνή Μητρώα ή Πληροφοριακά Συστήματα, η δια- δικασία και οι προϋποθέσεις εγγραφής, επανεγγραφής, καθώς και οι λόγοι αυτοδίκαιης διαγραφής των πιστοποιημένων ελεγκτών στο Μητρώο, οι υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τα δικαιώματα των εγγεγραμμένων ελεγκτών, η διαδικασία επιλογής των ελεγκτών, το ύψος της αμοιβής τους και ο τρόπος καταβολής της, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 99. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από γνώμη της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, καθορίζονται το είδος, οι μέθοδοι, το ελεγκτικό πλαίσιο, το πρόγραμμα ελέγχου, το πρότυπο της έκθεσης ελέγχου, η συνεργασία με τα συναρμόδια κρατικά όργανα, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 100. 4. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στο είδος και το περιεχόμενο των βιβλίων και στοιχείων, τον τρόπο κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, το περιεχόμενο, τον τύπο, τα συνυποβαλλόμενα δικαιολογητικά, τον τρόπο πληρωμής των εξόδων και είσπραξης των εσόδων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου 101. 5. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να αναπροσαρμόζεται το ανώτατο όριο του προστίμου που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 102.

Άρθρο 122

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Θ’

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα ενίσχυσης, λειτουργίας και τεχνικής υποστήριξης της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Δωρεών (e-Δωρεές) του άρθρου 105, και ιδίως: α) Οι τεχνικές προδιαγραφές ανάπτυξης, συντήρησης και αναβάθμισης της πλατφόρμας, β) οι διαδικασίες ηλεκτρονικής καταχώρισης, επαλήθευσης και παρακολούθησης των δωρεών, γ) οι απαιτήσεις διαλειτουργικότητας με άλλα πληροφοριακά συστήματα του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης gov.gr, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, του Μητρώου Φορέων Δημοσίου και άλλων συναφών πλατφορμών, δ) οι τεχνικές και οργανωτικές εγγυήσεις κυβερνοασφάλειας, προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διασφάλισης του απορρήτου, ε) τα ζητήματα διαχείρισης και αποθήκευσης δεδομένων, στ) οι διαδικασίες εκπαίδευσης και υποστήριξης των χρηστών, ζ) τα πρότυπα τεχνικών δελτίων, συμβάσεων δωρεάς και παραστατικών που υποβάλλονται ή αναρτώνται στην πλατφόρμα, και η) κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα αναγκαίο για την αποτελεσματική εφαρμογή του Μέρους Θ’. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού δύναται να προβλέπονται η σταδιακή επέκταση των λειτουργιών της πλατφόρμας e-Δωρεές του άρθρου 105, η ενσωμάτωση νέων εργαλείων παρακολούθησης και αξιολόγησης των δωρεών, καθώς και η συνεργασία με πιστοποιημένους παρόχους υπηρεσιών πληροφορικής για την υποστήριξη και ασφάλεια της πλατφόρμας. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται οι δικαιούχοι, η διαδικασία και ο τρόπος καταβολής στους δικαιούχους του επιμισθίου, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 108. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης προσδιορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία σύναψης δωρεάς μεταξύ φορέα του δημοσίου τομέα και αλλοδαπών νομικών ή φυσικών προσώπων ή ομογενών, που δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν με τη χρήση των κωδικών διαπιστευτηρίων (taxisnet).

Άρθρο 123

Τελικές διατάξεις Μέρους Ε’

1. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας, οι κατά τόπο αρμόδιες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις αποστέλλουν στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κατάλογο με τα κοινωφελή ιδρύματα/αυτοτελείς περιουσίες, που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 62, μαζί με αναλυτική έκθεση σχετική με την πλήρωση των προϋποθέσεων αυτών. Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εφόσον διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αδράνειας των περ. γ), ε) και στ) της παρ. 1 του άρθρου 62, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ή το κοινωφελές ίδρυμα ή η αυτοτελής περιουσία δεν έχει υποβάλει στην αρμόδια αρχή ετήσιες οικονομικές καταστάσεις για τρία (3) έτη, ως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 59 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185), αποστέλλει πρόσκληση προς τη διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας, που αδρανεί, και ελλείψει διοίκησης, στην έδρα τους, για παροχή εγγράφων εξηγήσεων, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης, για τους λόγους θέσης του/ της σε αδράνεια. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του δεύτερου εδαφίου ή οι παρεχόμενες εξηγήσεις κριθούν ανεπαρκείς, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκδίδει απόφαση, η οποία κοινοποιείται στη διοίκηση του ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας που αφορά, ή ελλείψει αυτής στην έδρα τους, με την οποία διαπιστώνεται η αδράνειά τους και ενημερώνονται για τη δυνατότητα υποβολής σχεδίου επαναδραστηριοποίησης, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 63. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η άσκηση αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η προσωρινή διοίκηση του αδρανούς κοινωφελούς ιδρύματος ή της αυτοτελούς περιουσίας ανατίθεται στον Φορέα, και ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 64: α) αν παρέλθει άπρακτο το τρίμηνο για την υποβολή του σχεδίου επαναδραστηριοποίησης του άρθρου 63, ή β) αν δεν υποβληθεί εγκαίρως και προσηκόντως έκθεση προόδου κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 63 ή η έκθεση προόδου κριθεί ανεπαρκής, ή γ) σε κάθε άλλη περίπτωση που συντρέχουν λόγοι παύσης μελών της διοίκησης του ιδρύματος του άρθρου 46. 2. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας, τα ήδη συσταθέντα κοινωφελή ιδρύματα οφείλουν να τροποποιήσουν τον οργανισμό τους, κατά το μέρος που έρχεται σε αντίθεση με τον παρόντα. Εάν η ως άνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιβάλλει σε βάρος της διοίκησης των ιδρυμάτων χρηματικό πρόστιμο ποσού δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, το οποίο διπλασιάζεται με την άπρακτη πάροδο δύο (2) ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 124

Τελικές διατάξεις Μέρους Ζ’

1. Από την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας καταργούνται οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν στην αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου κατά το άρθρο 1868 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), περί μη εύρεσης κληρονόμου. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια κατά τον χρόνο έναρξης της εκκρεμούς δίκης Αποκεντρωμένη Διοίκηση υποβάλλει αιτιολογημένη εισήγηση για το κληρονομικό δικαίωμα του Δημοσίου, στην Επιτροπή του άρθρου 93, επί της οποίας η Επιτροπή γνωμοδοτεί. Κατόπιν της γνωμοδότησης της Επιτροπής, εκδίδεται πράξη διαπίστωσης του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία αναρτάται στην ψηφιακή πλατφόρμα «e-diadoxi» για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός. Κατά της πράξης αυτής χωρεί αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας ανάρτησης. Μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αυτής, τεκμαίρεται ότι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος έκτης τάξης είναι το Ελληνικό Δημόσιο. 2. Εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη λειτουργίας της ψηφιακής πλατφόρμας «e-diadoxi», οι αρμόδιες Διευθύνσεις Κοινωφελών Περιουσιών των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καταχωρίζουν στο Ενιαίο Ψηφιακό Μητρώο Σχολαζουσών Κληρονομιών όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις σχολαζουσών κληρονομιών που διαχειρίζονται. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, κάθε πράξη και διαδικασία διαχείρισης διενεργείται αποκλειστικά μέσω της πλατφόρμας. 3. Από την ημερομηνία έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της ψηφιακής πλατφόρμας «e-diadoxi», όπως αυτή διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καταργούνται τα κατά τόπους τηρούμενα μητρώα σχολαζουσών κληρονομιών του άρθρου 64 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185). Από την ημερομηνία αυτή, κάθε αναφορά σε μητρώο σχολαζουσών κληρονομιών νοείται ως αναφορά στο Ενιαίο Ψηφιακό Μητρώο Σχολαζουσών Κληρονομιών (Ε.Ψ.Μ.Σ.Κ.) της παρούσας Ενότητας. Μέχρι να ολοκληρωθεί η μετάπτωση των παλαιών Μητρώων στο νέο σύστημα, η χρήση τους επιτρέπεται αποκλειστικά για τη συνέχιση των υφιστάμενων διαδικασιών. 4. Οι κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών που έχουν διορισθεί σύμφωνα με τον Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών και ασκούν τα καθήκοντά τους κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, εξακολουθούν να τα ασκούν έως την έναρξη παραγωγικής λειτουργίας του Φορέα του άρθρου 7 και της ψηφιακής πλατφόρμας «e-diadoxi». Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας του Φορέα και της πλατφόρμας, οι ανωτέρω υποβάλλουν στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση που τους διόρισε απολογισμό της μέχρι τότε εκκαθάρισης, μαζί με έκθεση για την πορεία της κηδεμονίας και όλα τα συναφή στοιχεία και έγγραφα. Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση διαβιβάζει άμεσα τα υποβληθέντα στοιχεία στον Φορέα για συνέχιση από τον ίδιο της εκκαθάρισης, ενημερώνοντας παράλληλα την πλατφόρμα. 5. Οι εκκαθαριστές κοινωφελών περιουσιών που έχουν διορισθεί σύμφωνα με τον Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών και ασκούν τα καθήκοντά τους κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, εξακολουθούν να τα ασκούν έως την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας του Φορέα του άρθρου 7 και του Ηλεκτρονικού Μητρώου Κοινωφελών Περιουσιών (Η.Μ.ΚΟΙ.Π.). Εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας αυτών, οι εκκαθαριστές: α) Αναρτούν ηλεκτρονικά στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. τα στοιχεία των περιουσιών που διαχειρίζονται, μεταξύ των οποίων: αα) αναλυτική λογοδοσία, αβ) απολογισμό εσόδων και εξόδων, αγ) έκθεση για την πορεία και την τρέχουσα κατάσταση κάθε περιουσίας, αδ) όλα τα απαραίτητα παραστατικά, β) αποστέλλουν στον Φορέα τον φυσικό φάκελο κάθε περιουσίας, που περιλαμβάνει τα στοιχεία της περ. α). Η παράδοση πιστοποιείται με πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής που συντάσσει ο Φορέας. 6. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης ή ελλιπούς ανάρτησης ή παράδοσης, οι εκκαθαριστές και οι κηδεμόνες υπέχουν αστική και πειθαρχική ευθύνη, κατά τις ισχύουσες διατάξεις και κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 102. Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να αναθέσει τη σύνταξη της λογοδοσίας στον Φορέα, καταλογίζοντας τη σχετική δαπάνη στους υπαίτιους. 7. Στις περιουσίες του Κεφαλαίου Ε’ του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών, που κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας τελούν στην άμεση διαχείριση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εξακολουθεί να ασκείται η διαχείριση αυτών, με το υφιστάμενο καθεστώς μέχρι την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας του Φορέα, οπότε οι σχετικές αρμοδιότητες μεταφέρονται σε αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 125

Μεταβατικές διατάξεις Μέρους Β’

1. Εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι αρμόδιες υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καταχωρίζουν ηλεκτρονικά στο Μητρώο Κοινωφελών Περιουσιών, που έχει συσταθεί και λειτουργεί σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185), τα στοιχεία, που αναφέρονται στις περ. α), β), γ), ε), στ) και ζ) της παρ. 1 του άρθρου 6, των κοινωφελών περιουσιών επί των οποίων ασκούν εποπτεία έως την έναρξη ισχύος του παρόντος. 2. Από την ημερομηνία έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας του Η.Μ.Κ.ΟΙ.Π., καταργείται το Μητρώο Κοινωφελών Περιουσιών (Μητρώο Εθνικών Κληροδοτημάτων), που έχει συσταθεί και λειτουργεί σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών. Από την ημερομηνία αυτή, κάθε αναφορά σε Μητρώο Κοινωφελών Περιουσιών νοείται ως αναφορά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Κοινωφελών Περιουσιών (Η.Μ.ΚΟΙ.Π.).

Άρθρο 126

Μεταβατικές διατάξεις Μέρους Γ’

1. Κατά τα δύο (2) πρώτα έτη λειτουργίας του Φορέα του άρθρου 7 επιτρέπεται η απόσπαση προσωπικού σε αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 4873/2021 (Α’ 248), περί κινητικότητας υπαλλήλων σε νεοσύστατες υπηρεσίες φορέων Γενικής Κυβέρνησης. Οι αποσπώμενοι στον Φορέα εξακολουθούν να λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών τους, από τον φορέα προέλευσης, με τα πάσης φύσεως, γενικά ή ειδικά, επιδόματα της οργανικής τους θέσης με τις προϋποθέσεις καταβολής τους. Η διάρκεια των αποσπάσεων της παρούσας είναι τριετής. Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον φορέα στον οποίο οι υπάλληλοι ανήκουν οργανικά. 2. Μέχρι την πλήρωση της θέσης του Γενικού Διευθυντή του Φορέα σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 21 και πάντως για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ο Γενικός Διευθυντής επιλέγεται και τοποθετείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τηρουμένων των προϋποθέσεων των παρ. 3 και 7 του άρθρου 21. 3. Για τις ανάγκες άμεσης στελέχωσης και έναρξης της λειτουργίας του Φορέα είναι δυνατή η πρόσληψη έως και πέντε (5) μετακλητών υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, αποκλειόμενης σε κάθε περίπτωση της μετατροπής της σχέσης εργασίας σε αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 4622/2019 (Α’ 133), περί ετήσιου προγραμματισμού ανθρώπινου δυναμικού του δημόσιου τομέα. Οι προσλήψεις του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου διενεργούνται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή, ύστερα από προκήρυξη, η οποία περιλαμβάνει: α) την περιγραφή του αντικειμένου των προς κάλυψη θέσεων, β) τα απαιτούμενα, κατά περίπτωση, προσόντα για την κάλυψη των θέσεων, και γ) τη διαδικασία επιλογής των υπαλλήλων. Η διαδικασία της πρόσληψης προσωπικού της παρούσας πραγματοποιείται υπό την εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην προκήρυξη. 4. Για το πρώτο έτος λειτουργίας του Φορέα, η διαχειριστική χρήση αρχίζει από την έκδοση της απόφασης έναρξης λειτουργίας και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου έτους. 5. Μέχρι την έκδοση του διατάγματος της παρ. 1 του άρθρου 116, και πάντως όχι πέραν της 31ης.12.2026 τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο του Οργανισμού ρυθμίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα. 6. Για δύο (2) χρόνια από την έναρξη της λειτουργίας του Φορέα του άρθρου 7, η διοικητική και οικονομική υποστήριξή του παρέχεται από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και από την Αυτοτελή Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Άρθρο 127

Μεταβατική διάταξη Μέρους Δ’

Τα Συμβούλια Κοινωφελών Περιουσιών του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185) παύουν να συνεδριάζουν μετά την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης λειτουργίας του Η.Μ.ΚΟΙ.Π. της παρ. 5 του άρθρου 5 και της διαπιστωτικής πράξης έναρξης λειτουργίας του Φορέα της παρ. 3 του άρθρου 7, και εκδίδουν τη γνώμη τους επί εκκρεμών αιτημάτων εντός διαστήματος ενός (1) μηνός από την έκδοση της χρονικά τελευταίας ως άνω διαπιστωτικής πράξης. Μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αυτής θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί αρνητική γνώμη για τα αιτήματα αυτά.

Άρθρο 128

Μεταβατικές διατάξεις Μέρους ΣΤ’

1. Οι εκτελεστές διαθηκών που έχουν ορισθεί και ενεργούν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας, εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και την υποβολή της τελικής λογοδοσίας τους, υπαγόμενοι πλέον στις διατάξεις της παρούσας Ενότητας. 2. Από την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας, οι εκτελεστές διαθηκών: α) Τηρούν τις υποχρεώσεις δημοσιότητας και λογοδοσίας στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π., σύμφωνα με τα άρθρα 6, 73 και 74, β) συμμορφώνονται με τις αποφάσεις και οδηγίες της εποπτεύουσας αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Ενότητας, γ) σε περίπτωση παραίτησης ή παύσης εκτελεστή που είχε ορισθεί με το προϊσχύον καθεστώς, εφαρμόζεται η παρ. 7 του άρθρου 65.

Άρθρο 129

Μεταβατικές διατάξεις Μέρους Θ’

1. Δωρεές προς το Δημόσιο ή προς εποπτευόμενο από αυτό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι οποίες έχουν εκκινήσει πριν από την έναρξη λειτουργίας της ψηφιακής πλατφόρμας αποδοχής δωρεών του άρθρου 105 και δεν έχουν ολοκληρωθεί, υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Ενότητας. 2. Ως μη ολοκληρωμένες θεωρούνται οι δωρεές για τις οποίες, έως την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας, δεν έχει εκδοθεί πράξη ολοκλήρωσης της διαδικασίας δωρεάς κατά τις προϊσχύουσες διατάξεις, ούτε η σχετική πράξη απαλλαγής από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας.

Άρθρο 130

Μεταβατική διάταξη Μέρους Ι’

Μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας, τα άρθρα 110 έως 112 εφαρμόζονται για όλα τα κοινωφελή ιδρύματα και τις αυτοτελείς περιουσίες/κεφάλαια αυτοτελούς διαχείρισης της παρ. 2 του άρθρου 50 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185), χωρίς την προϋπόθεση καταχώρισής τους στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Κοινωφελών Ιδρυμάτων και Περιουσιών. Ειδικά το άρθρο 110 εφαρμόζεται για τα εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολογικό έτος 2026 και εφεξής.

Άρθρο 131

Καταργούμενες διατάξεις Ενότητας Ι

Από την έναρξη ισχύος της παρούσας Ενότητας καταργούνται: α) Τα άρθρα 1868 και 1870 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), β) τα άρθρα 1 έως και 76, 80 έως και 82 του Κώδικα κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών (ν. 4182/2013, Α’ 185), και γ) το άρθρο 2Α, περί δωρεάς μελετών, του ν. 3316/2005 (Α’ 42).

Άρθρο 268

Τροποποίηση: Ν. 5275/2026

Έναρξη ισχύος

1. Η ισχύς της Ενότητας Ι αρχίζει από την έκδοση αμφότερων των διαπιστωτικών πράξεων της παρ. 5 του άρθρου 5 και της παρ. 3 του άρθρου 7, με εξαίρεση: α) την παρ. 1 του άρθρου 125, η ισχύς της οποίας αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και β) η παρ. 2 του άρθρου 108, οι παρ. 5, 7, 8 και 10 του άρθρου 109, καθώς και τα άρθρα 110 έως 112 και 130, η ισχύς των οποίων αρχίζει από την 1η.1.2026. 2. Η ισχύς της Ενότητας ΙΙ αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3. Με την επιφύλαξη των παρ. 4 έως 8 η ισχύς της Ενότητας III αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του. 4. Το άρθρο 183, περί καθορισμού χρόνου απαίτησης τέλους ταξινόμησης για μεταφερόμενα ή αποστελλόμενα οχήματα, ισχύει έναν (1) μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5. Το άρθρο 187, περί ελαχίστου ποσού καθαρού εισοδήματος από την άσκηση ατομικής επιχειρηματικής δραστηριότητας σε καταστήματα ψιλικών ειδών, περίπτερα και εξειδικευμένα καταστήματα προϊόντων καπνού, ισχύει από το φορολογικό έτος 2025. 6. Το άρθρο 197, περί υπολογισμού φόρου πλοίων δεύτερης κατηγορίας, το άρθρο 198, περί υποβολής δήλωσης και καταβολής φόρου πλοίων δεύτερης κατηγορίας, το άρθρο 199, περί υπολογισμού φόρου και εισφοράς επί μεταβιβαζομένων ή υποθηκευόμενων πλοίων και το άρθρο 201, περί εξαιρέσεως από απαλλαγές και μειώσεις από τον φόρο για τα ιδιωτικά και επαγγελματικά πλοία και πλοιάρια αναψυχής, ισχύουν από το φορολογικό έτος 2024. 7. Το άρθρο 200, περί της φορολογίας πλοίων υπό ξένη σημαία, ισχύει από το φορολογικό έτος 2023. 8. Τα άρθρα 222 και 224 έως 227 ισχύουν από 1ης.1.2027. 9. Το άρθρο 242, περί αφορολογήτου, ανεκχωρήτου και ακατασχέτου των ενισχύσεων που καταβάλλονται στο πλαίσιο δράσεων ως συνέπεια των καταστροφών Daniel και Elias ισχύει από την 1η.1.2025.

Αναζήτηση Νομολογίας

Βρείτε αποφάσεις που ερμηνεύουν τα άρθρα του ΚΚΠ σε δευτερόλεπτα

Αναζήτηση Νομολογίας