Π.Δ. 237/1986 - Υποχρεωτική Ασφάλιση Αυτοκινήτων (ΠΔ237)

52 άρθρα · Τελευταία τροποποίηση: Ν. 5259/2025

Άρθρο 1

Τροποποίηση: ν. 5113/2024
Κατά την έννοια του παρόντος: α) Όχημα είναι: αα) οποιοδήποτε αυτοκίνητο όχημα που κινείται επί του εδάφους αποκλειστικά δια μηχανικής ισχύος και όχι επί σιδηροτροχιών με: ααα) μέγιστη ταχύτητα εκ κατασκευής άνω των είκοσι πέντε (25) χιλιομέτρων ανά ώρα ή ααβ) μέγιστο καθαρό βάρος άνω των είκοσι πέντε (25) χιλιογράμμων/κιλών και μέγιστη ταχύτητα εκ κατασκευής άνω των δεκατεσσάρων (14) χιλιομέτρων ανά ώρα, αβ) οποιοδήποτε ρυμουλκούμε νο χρησιμοποιείται με όχημα της υποπερ. αα), συζευγμένο ή μη μετά του εν λόγω οχήματος. Με την επιφύλαξη των υποπερ. αα) και αβ), τα αναπηρικά αμαξίδια που προορίζονται αποκλειστικά για χρήση από άτομα με σωματικές αναπηρίες δεν θεωρούνται οχήματα κατά το παρόν. β) Ασφαλισμένος είναι το πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. γ) Ζημιωθείς και μέρος που ζημιώθηκε είναι το πρόσωπο, το οποίο δικαιούται αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από οχήματα. δ) Ασφαλιστής είναι η ασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει τον κίνδυνο ως και τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 16 και 25 Επικουρικό Κεφάλαιο και Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης. ε) Τόπος συνήθους στάθμευσης αυτοκινήτου οχήματος είναι: Το έδαφος του κράτους του οποίου το όχημα φέρει πινακίδα κυκλοφορίας, ανεξάρτητα από το αν η πινακίδα είναι μόνιμη ή προσωρινή, ή στις περιπτώσεις που το αυτοκίνητο όχημα δεν φέρει πινακίδες κυκλοφορίας ή φέρει πινακίδες που δεν αντιστοιχούν ή δεν αντιστοιχούν πλέον στο αυτοκίνητο όχημα και αυτό εμπλέκεται σε ατύχημα, το έδαφος του κράτους στο οποίο συνέβη το ατύχημα. Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται καταχώρηση σε μητρώο για ορισμένα αυτοκίνητα τα οποία όμως φέρουν πιστοποιητικό ασφάλισης ή διακριτικό σήμα ανάλογο με την πινακίδα κυκλοφορίας, τόπος συνήθους στάθμευσης θεωρείται το έδαφος του κράτους στο οποίο εκδόθηκε το ανωτέρω σήμα ή πιστοποιητικό. Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται για ορισμένα αυτοκίνητα ούτε καταχώρηση σε μητρώα, ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης, ούτε διακριτικό σήμα, τόπος συνήθους στάθμευσης θεωρείται το έδαφος του κράτους της κατοικίας του κατόχου αυτών. στ) Ασφάλιση με καθεστώς Ελεύθερης Παροχής Υπηρεσιών στην Ελλάδα, σημαίνει κάλυψη του κινδύνου της αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα από ασφαλιστική επιχείρηση που έχει έδρασε άλλο κράτος μέλος ή υποκατάστημα ή πρακτορείο της επιχείρησης αυτής σε άλλο κράτος μέλος. ζ) Αντιπρόσωπος για τον διακανονισμό ζημιών κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι το κατά το άρθρο 37α πρόσωπο που έχει διορισθεί στην Ελλάδα από ασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ.. η) Οργανισμός Αποζημίωσης ορίζεται το κατά το άρθρο 26 του παρόντος Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης. θ) Κέντρο πληροφοριών είναι η υπηρεσιακή μονάδα του Επικουρικού Κεφαλαίου ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων και ορίζεται στο άρθρο 27β του παρόντος. ι) Ενοποιημένη Συμφωνία του Συμβουλίου των Γραφείων Διεθνούς Ασφάλισης (Internal Regulations of the Council of Bureaux - Reglement General du Conseil des Bureaux, L 192/23 - 31.7.2003), είναι η συμφωνία η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 της Οδηγίας 72/166/ΕΚ του Συμβουλίου της 24ης Απριλίου 1972 (L 103), ενσωμάτωσε και αντικατέστησε, από την 1η Αυγούστου 2003, δυνάμει της από 28/7/2003 απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (L 192), το σύνολο των διατάξεων της Σύμβασης Ενιαίου Τύπου μεταξύ Γραφείων και της Πολυμερούς Σύμβασης Εγγυήσεως. ια) Όταν αποστέλλεται όχημα από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα, κατά παρέκκλιση της υποπερ. β) της περ. 13 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 (Α’ 13), κράτος μέλος στο οποίο εκδηλώθηκε ο κίνδυνος θεωρείται, ανάλογα με την επιλογή του υπόχρεου για την κάλυψη της αστικής ευθύνης, είτε το κράτος μέλος ταξινόμησης του οχήματος είτε, αμέσως μετά την αποδοχή της παράδοσης του οχήματος από τον αγοραστή, η Ελλάδα ως κράτος μέλος προορισμού, για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών, ακόμη και αν το όχημα δεν είναι επισήμως ταξινομημένο στην Ελλάδα. Αν κατά το χρονικό διάστημα των τριάντα (30) ημερών, το όχημα εμπλακεί σε ατύχημα χωρίς να έχει ασφαλισθεί, το Επικουρικό Κεφάλαιο, είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την αποζημίωση της παρ. 2 του άρθρου 19. ιβ) Κυκλοφορία οχήματος είναι οποιαδήποτε χρήση οχήματος, η οποία ανταποκρίνεται στη λειτουργία του οχήματος ως μέσου μεταφοράς τη στιγμή του ατυχήματος, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών του οχήματος και ανεξαρτήτως του εδάφους στο οποίο χρησιμοποιείται το αυτοκίνητο όχημα και του αν το όχημα είναι ακινητοποιημένο ή κινείται. ιγ) Κράτος μέλος καταγωγής είναι το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο, όπως ορίζεται στην υποπερ. α) της περ. 8 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016.

Άρθρο 2

Τροποποίηση: ν. 5113/2024
1. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου με τόπο συνήθους στάθμευσης στην Ελλάδα υποχρεούται, με την επιφύλαξη του άρθρου 3, να καλύπτει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη που σχετίζεται με την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η υποχρέωση ασφάλισης υφίσταται διαρκώς από τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας και των πινακίδων κυκλοφορίας, χωρίς να εξαρτάται από την εν τοις πράγμασι κίνηση ή λειτουργία του αυτοκινήτου, εκτός αν έχει τηρηθεί η διαδικασία της ακινησίας, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 2367/1953 (Α’ 82). Ατυχήματα που προκαλούνται από οχήματα για τα οποία έχει τηρηθεί η διαδικασία ακινησίας αντιμετωπίζονται όπως τα ατυχήματα από ανασφάλιστα οχήματα και οι ζημιωθέντες έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου. 2. Αυτοκίνητο που έχει τον τόπο της συνήθους στάθµευσής του στην Ελλάδα και εξέρχεται από τα όρια της Ελληνικής Επικράτειας, πρέπει να είναι εφοδιασµένο µε πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (Πράσινη Κάρτα) που ισχύει τουλάχιστον για τα Ευρωπαϊκά εδάφη των Κρατών – µελών της ΕΟΚ και τα λοιπά Κράτη, των οποίων τα Εθνικά Γραφεία ∆ιεθνούς Ασφάλισης έχουν προσυπογράψει την από 12 ∆εκεµβρίου 1973 συµπληρωµατική συµφωνία µεταξύ Εθνικών Γραφείων» (CONVENTION COMPLEMENTAIRE ENTRE BUREAUX NATIONAUX POUR L’ APPLICATION DE LA DIRECTIVE DU 24 AVRIL 1972) Παράβαση της υποχρέωσης αυτής συνεπάγεται ευθύνη των κυρίου, κατόχου και οδηγού έναντι του ασφαλιστή και του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης, κατά τα ειδικότερα στα επόµενα άρθρα οριζόµενα. (Καταργείται το εδάφιο που προέβλεπε υποχρέωση των αστυνοµικών να απαγορεύουν την έξοδο αυτοκινήτων χωρίς πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης.)

Άρθρο 3

1. Εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης τα αυτοκίνητα του ∆ηµοσίου, υπό τον όρο της αµοιβαιότητας τα αυτοκίνητα ιδιοκτησίας ξένων κρατών, όπως και αυτά που ανήκουν σε διακυβερνητικούς οργανισµούς. Τα αυτοκίνητα που εξαιρούνται από την υποχρέωση ασφάλισης πρέπει να είναι εφοδιασµένα µε πιστοποιητικό της αρµόδιας Ελληνικής Αρχής που να βεβαιώνει την ιδιότητά τους. Όταν πρόκειται για αυτοκίνητα που ανήκουν σε ξένα κράτη ή διακυβερνητικούς οργανισµούς, στο σχετικό πιστοποιητικό πρέπει να αναφέρεται η Αρχή ή ο Οργανισµός ο οποίος είναι υπεύθυνος για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζηµίωσης και ο οποίος µπορεί να ενάγεται στα αρµόδια Ελληνικά ∆ικαστήρια. 2. Το ∆ηµόσιο και τα λοιπά πρόσωπα που εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης, έχουν έναντι αυτού που ζηµιώθηκε τις υποχρεώσεις που προβλέπονται για το Επικουρικό Κεφάλαιο µε το άρθρο 19, αν η ζηµία έχει προκληθεί από πρόσωπο που έχει επιληφθεί αυτογνωµόνως αυτοκινήτου που ανήκει σ΄αυτά. 3. Με Προεδρικό ∆ιάταγµα που εκδίδεται µετά από πρόταση του Υπουργού Εµπορίου, µπορεί να εξαιρούνται από την υποχρεωτική ασφάλιση σύµφωνα µε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του Παραρτήµατος ΙΙ της Ευρωπαϊκής Σύµβασης, που κυρώθηκε µε το Ν. 4147/1961, τα αυτοκίνητα νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου και οργανισµών κοινής ωφέλειας, διότι παρέχουν επαρκείς οικονοµικές εγγυήσεις προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, έναντι των προσώπων που ζηµιώνονται. 4. Κατάλογος των προσώπων των οποίων τα αυτοκίνητα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης, σύµφωνα µε το άρθρο αυτό, κοινοποιείται από τον Υπουργό Εµπορίου στα λοιπά Κράτη – µέλη και στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Εµπορίου, καθορίζεται η αρχή ή ο οργανισµός σε κάθε Κράτος – µέλος, ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει αποζηµίωση για λογαριασµό των προσώπων των οποίων τα αυτοκίνητα εξαιρούνται από την υποχρεωτική ασφάλιση, εξαιτίας ατυχηµάτων που προκαλούνται στο έδαφος Κράτους – µέλους της ΕΟΚ από αυτοκίνητα που ανήκουν στα πρόσωπα αυτά. Η απόφαση αυτή εκδίδεται εφόσον δεν έχουν καταρτισθεί οι σύµφωνα µε το άρθρο 29* του νόµου αυτού συµβάσεις µε τα αντίστοιχα Γραφεία όλων των Κρατών – µελών και ισχύει µέχρι να καταρτισθούν οι συµβάσεις αυτές. 6. Σε περίπτωση που το κατά το άρθρο 25* του νόµου αυτού Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης καταβάλει σύµφωνα µε τις διατάξεις του Παρόντος αποζηµίωση στο αντίστοιχο Γραφείο άλλου Κράτους εξαιτίας ατυχήµατος που προκλήθηκε στο έδαφος του Κράτους τούτου από αυτοκίνητο που έχει την συνήθη στάθµευσή του στην Ελλάδα, εξαιρείται της υποχρεωτικής ασφάλισης και δεν είναι εφοδιασµένο µε πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης, έχει δικαίωµα αναγωγής κατά του προσώπου στο οποίο ανήκει το αυτοκίνητο τούτο.

Άρθρο 4

1. Η κατά τα προηγούµενα άρθρα ασφάλιση συνάπτεται από ασφαλιστές οι οποίοι νόµιµα ασκούν στην Ελλάδα επιχείρηση ασφάλισης ευθύνης από αυτοκίνητα και είναι µέλη της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που ασκούν νόµιµα στην Ελλάδα επιχείρηση ασφάλισης ευθύνης από αυτοκίνητα, γίνονται υποχρεωτικά µε µόνη την αίτησή τους µέλη της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος. Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος υποχρεούται να δεχθεί ως µέλη ασφαλιστικές επιχειρήσεις που νόµιµα ασκούν επιχείρηση ασφάλισης ευθύνης από αυτοκίνητα και δεν µπορεί σε καµία περίπτωση να τις διαγράψει. 2. Σε περίπτωση αποδεδειγµένης αδυναµίας εξεύρεσης ασφαλιστικού καλύµµατος λόγω αυξηµένου κινδύνου ή ανεπάρκειας του ασφαλίστρου, σε τιµολογηµένο ή µη κλάδο ασφάλισης κατά περίπτωση, ο υπόχρεος σύµφωνα µε το άρθρο 2, υποβάλλει αµέσως αίτηση καθορισµού ασφαλίστρου και όρων ασφάλισης σε µόνιµη ειδική επιτροπή τιµολόγησης. Η επιτροπή αυτή συγκροτείται µε απόφαση του Υπουργού Εµπορίου στην οποία καθορίζονται οι λεπτοµέρειες λειτουργίας της. Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο διευθυντής της ∆ιεύθυνσης Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλογιστικής του Υπουργείου Εµπορίου, αναπληρούµενος από το νόµιµο αναπληρωτή του και µέλη ένας αναλογιστής της οικείας διεύθυνσης και δύο εκπρόσωποι της Ένωσης των Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος. Η επιτροπή καθορίζει ειδικά ασφάλιστρα και ενδεχοµένως ειδικούς όρους ασφάλισης εκτιµώντας τη φύση, τη συχνότητα, το ύψος και κάθε άλλο περιστατικό που αφορά τον κίνδυνο. Η επιτροπή αποφασίζει κατά πλειοψηφία µέσα σε δέκα (10) ηµέρες. Η απόφαση αυτή ισχύει αφότου εγκριθεί από τον Υπουργό Εµπορίου. Αν η επιτροπή δεν εκδώσει απόφαση µέσα σε δέκα (10) ηµέρες, αποφασίζει ο Υπουργός Εµπορίου. Μετά την υποβολή της αίτησης στη µόνιµη ειδική επιτροπή ο αιτών υποβάλλει αµέσως αίτηση ασφάλισης στην ασφαλιστική επιχείρηση που επιλέγει, γνωστοποιώντας της και την έναρξη της διαδικασίας ειδικής τιµολόγησης. Η ασφαλιστική αυτή επιχείρηση δεν έχει δικαίωµα να αρνηθεί την ασφαλιστική κάλυψη, η οποία παρέχεται από το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης, σύµφωνα µε τους όρους που καθορίζονται µε την ως άνω διαδικασία. 3. Ασφάλιση, σύµφωνα µε την έννοια αυτού του άρθρου αποτελούν και : α) η κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 25 έως 32* του παρόντος διεθνής ασφάλιση (πράσινη κάρτα) β) η κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 έως 35* συνοριακή ασφάλιση, και γ) η ασφάλιση των µελών αλληλασφαλιστικών συνεταιρισµών κατά της αστικής ευθύνης από ατυχήµατα αυτοκινήτων. Η παράγρ. 4 καταργείται από τον Ν. 2170/93, Άρθρο 16, παραγρ. 2 (Η παράγρ. 4 προέβλεπε ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις αυξηµένου κινδύνου καθοριζόταν ειδικό ασφάλιστρο εγκρινόµενο κατά τη διαδικασία του άρθρου 30 του Ν.∆. 400/70).

Άρθρο 5

1. Επιφυλασσοµένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη. 2. Η ύπαρξη της ασφαλιστικής κάλυψης αποδεικνύεται µε έγγραφη βεβαίωση που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και αναγράφει τη χρονική διάρκεια ασφάλισης του αυτοκινήτου. Ο τύπος της έγγραφης βεβαίωσης καθορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Εµπορίου. Με απόφαση του Υπουργού Εµπορίου καθορίζεται επίσης τύπος ειδικού σήµατος που χορηγείται από τον ασφαλιστή και που επικολλάται υποχρεωτικά σε εµφανές µέρος του ασφαλισµένου αυτοκινήτου. 3. Όταν πρόκειται για αυτοκίνητο που έχει τόπο συνήθους στάθµευσης το έδαφος της χώρας, το Εθνικό Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης της οποίας δεν έχει προσυπογράψει την κατά το άρθρο 2 παράγραφος 2 του νόµου αυτού συµπληρωµατική συµφωνία ή το µη Ευρωπαϊκό έδαφος Κράτους-µέλους της ΕΟΚ, η ασφαλιστική κάλυψη θεωρείται ότι υπάρχει, αφού για το αυτοκίνητο τούτου υπάρχει σε ισχύ πιστοποιητικό ∆ιεθνούς Ασφάλισης που έχει εκδοθεί από Γραφείο που εδρεύει στην αλλοδαπή και έχει ιδρυθεί για την έκδοση πιστοποιητικών διεθνούς ασφάλισης και έχει συµβληθεί µε το κατά το άρθρο 25 Γραφείο στην Ελλάδα για το διακανονισµό ζηµιών ή από ασφαλιστή που έχει δικαίωµα έκδοσης τέτοιων πιστοποιητικών. 4. Σε περίπτωση κυκλοφορίας οχήµατος χωρίς το παραπάνω ειδικό σήµα επιβάλλονται, πέραν των αναγραφοµένων στο άρθρο 12 ποινών, και οι παρακάτω Κυρώσεις : α) Αφαίρεση των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας µε πράξη της Αστυνοµικής Αρχής για ένα (1) χρόνο. Σε περίπτωση πρόκλησης ατυχήµατος από όχηµα χωρίς το παραπάνω ειδικό σήµα, οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας αφαιρούνται για δύο (2) χρόνια και επί υποτροπής για τρία (3) χρόνια. Για την επιστροφή των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας µετά την παρέλευση των ανωτέρω περιόδων απαιτείται η προσκόµιση από τον ενδιαφερόµενο του σχετικού σήµατος ασφάλισης. γ) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών, Ανάπτυξης, ∆ηµόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, µπορεί να ρυθµίζεται κάθε λεπτοµέρεια, που είναι αναγκαία για την εφαρµογή της παρούσας Παραγράφου. Χρηµατικό πρόστιµο, το οποίο βεβαιώνεται µε πράξη της Αστυνοµικής Αρχής, υπέρ του κατά το άρθρο 16 του κ.ν. 489/1976 Επικουρικού Κεφαλαίου ίσο µε το σε δραχµές ισόποσο των 1.000 ΕΥΡΩ (EURO) για τα λεωφορεία και τα φορτηγά δηµόσιας χρήσης, των 500 ΕΥΡΩ (EURO) για τα επιβατηγά και άλλα οχήµατα κάθε φύσης και των 250 ΕΥΡΩ (EURO) για τα δίκυκλα. Το παραπάνω χρηµατικό πρόστιµο εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.∆.Ε.

Άρθρο 6

1. Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισµένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου µε κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχηµα εκ προθέσεως. 2. Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαµβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωµατικής βλάβης ή ζηµιών σε πράγµατα, στην οποία περιλαµβάνεται και η χρηµατική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωµατικών βλαβών έναντι των µελών της οικογένειας του ασφαλισµένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύµφωνα µε την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσµό συγγένειας. Η ασφαλιστική κάλυψη επίσης περιλαµβάνει και την αστική ευθύνη του κυρίου ή κατόχου έναντι τρίτων σε περίπτωση αυτοκινήτων που έχουν, είτε κλαπεί, είτε αποκτηθεί µε χρήση βίας. Τα πράγµατα που µεταφέρονται µε το εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης. ίδιο αυτοκίνητο Εξαιρείται της κάλυψης η αστική ευθύνη έναντι προσώπων τα οποία συγκατατέθηκαν να µεταφερθούν µε αυτοκίνητο, εφόσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το αυτοκίνητο αφαιρέθηκε από το νόµιµο κάτοχό του µε αθέµιτα µέσα ή χρησιµοποιείται προς εκτέλεση εγκληµατικής πράξης. 3. α) Ο ασφαλιστής ευθύνεται βάσει ενιαίου ασφαλίστρου, έναντι των τρίτων που ζηµιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτων που έχουν τον τόπο συνήθους στάθµευσης στην Ελλάδα, στα εδάφη των Κρατών – Μελών της Ε.Ε., σύµφωνα µε τη νοµοθεσία και τις υποχρεωτικές καλύψεις του κράτους του ατυχήµατος ή την κάλυψη που προβλέπεται από το ασφαλιστήριο ή την ελληνική νοµοθεσία, όταν αυτή είναι υψηλότερη. Το ίδιο ισχύει και για τα λοιπά κράτη, των οποίων τα Εθνικά Γραφεία ∆ιεθνούς Ασφάλισης έχουν προσυπογράψει την κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του παρόντος σύµβαση. β) Ο ασφαλιστής ευθύνεται και έναντι των υπηκόων Κρατών – µελών της ΕΟΚ, που ζηµιώθηκαν από αυτοκίνητο, που έχει τόπο συνήθους στάθµευσης στην Ελλάδα, κατά τη διέλευσή του από περιοχή η οποία συνδέει απευθείας την Ελληνική Επικράτεια µε το έδαφος Κράτους – µέλους, εφόσον δεν υπάρχει στο Κράτος της διέλευσης Εθνικό Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης. Η ευθύνη τούτου καθορίζεται κατά τις διατάξεις του παρόντος. γ) Την κατά το εδάφιο α ευθύνη έχει και το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων που έχουν τον τόπο συνήθους στάθµευσης στην Ελλάδα στα εδάφη των παραπάνω Κρατών. 4. Αν το αυτοκίνητο πρόκειται να εκτεθεί σε ειδικούς κινδύνους αστικής ευθύνης, η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαµβάνει και αυτούς, εκδιδοµένου ειδικού πιστοποιητικού ασφάλισης. Στην προκειµένη περίπτωση, εφαρµόζονται οι διατάξεις της παραγρ. 4 του άρθρου 4 . Η υποχρέωση αυτή ισχύει ιδίως για την περίπτωση που το αυτοκίνητο πρόκειται να µετέχει σε αγωνίσµατα που επάγονται ειδικούς κινδύνους, ως αγώνες ή διαγωνισµοί ταχύτητας, ακριβείας ή δεξιοτεχνίας (ειδική κάλυψη). 5. Το ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο µε αυτό που καθορίζει κάθε φορά µε αποφάσεις του ο Υπουργός Εµπορίου, για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Βλέπε παρατήρηση στο άρθρο 4 παράγραφο 4 ∆εν µπορεί όµως για κάθε ατύχηµα να οριστούν ποσά κατώτερα από αυτά που προβλέπονται ακολούθως : Από 1ης Ιανουαρίου 1996, 500.000 ECU για σωµατικές βλάβες, ανεξαρτήτως αριθµού θυµάτων και 100.000 ECU για υλικές ζηµίες. Από 1ης Ιανουαρίου 1993 ποσοστό 31% των ποσών αυτών. 6. Ο ασφαλιστής υποχρεούται εντός τριάντα (30) ηµερών από την υποβολή δήλωσης ατυχήµατος σ’ αυτόν εκ µέρους του ασφαλισµένου, να έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία διακανονισµού της ζηµιάς. Η µη συµµόρφωση του ασφαλιστή προς την υποχρέωση αυτή επισύρει τις κυρώσεις του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 του παρόντος. 7. Στην περίπτωση που ο ζηµιωθείς είναι µόνιµος κάτοικος κράτους µέλους εκτός της Ελλάδος και έχει υποστεί ζηµιά από αυτοκίνητο µε τόπο συνήθους στάθµευσης την Ελλάδα ή σε άλλο κράτος µέλος και ασφαλισµένο σε ασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστηµένη στην Ελλάδα (µε έδρα την Ελλάδα ή µε υποκατάστηµα), η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται εντός τριών (3) µηνών από την κοινοποίηση της αίτησης αποζηµίωσης του ζηµιωθέντος εις αυτήν ή στον αντιπρόσωπό της για τον διακανονισµό ζηµιών, που έχει διορίσει σύµφωνα µε τα άρθρα 15 παρ. 1 στοιχ. στ) και 20 παρ. 2Α στοιχ. στ) Ν.∆. 400/70, όπως ισχύει. α) να υποβάλει αιτιολογηµένη προσφορά αποζηµίωσης σε περίπτωση που η ευθύνη δεν αµφισβητείται και η ζηµιά έχει αποτιµηθεί. β) να υποβάλει αιτιολογηµένη απάντηση επί των σηµείων που περιέχονται στην αίτηση, στην περίπτωση που η ευθύνη αµφισβητείται ή δεν έχει ακόµα διαπιστωθεί σαφώς ή σε περίπτωση που η ζηµιά δεν έχει αποτιµηθεί πλήρως. Σε περίπτωση παράβασης της περίπτωσης του εδαφίου α) της Παρούσας παραγράφου, οφείλεται ο εκάστοτε προβλεπόµενος τόκος υπερηµερίας επί του ποσού της αποζηµίωσης την οποία προσφέρει η ασφαλιστική επιχείρηση στον ζηµιωθέντα, µετά την λήξη του τριµήνου και µέχρι την ηµέρα της προσφοράς. Η µη συµµόρφωση της ασφαλιστικής επιχείρησης προς τις ανωτέρω υποχρεώσεις επισύρει τις κυρώσεις του άρθρου 38 του Π.∆. 237/1986 (Α’ 110), όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 2170/93 (Α’ 150) και τον Ν. 2496/97 (Α’ 87)». 8. Με απόφαση του Υπουργού Εµπορίου που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβέρνησης (ΤΑΕ και ΕΠΕ) καθορίζονται οι γενικοί όροι του ασφαλιστηρίου συµβολαίου που καλύπτει αστική ευθύνη από ατυχήµατα τηρουµένης της διαδικασίας του άρθρ. 30 του Ν.∆. 400/1970.

Άρθρο 6Α

Τροποποίηση: ν. 5113/2024
1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 6, η ασφάλιση ισχύει εντός των τοπικών ορίων που ορίζονται στο ασφαλιστήριο. 2. Όπου προβλέπεται έγγραφη επικοινωνία του ασφαλιστή με τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο αποζημίωσης, η επικοινωνία αυτή μπορεί να γίνεται είτε με επιστολή είτε με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή τηλεομοιοτυπία ή με αποστολή μηνύματος σε συσκευή κινητής τηλεφωνίας, σε στοιχεία επικοινωνίας που οι τελευταίοι έχουν δηλώσει εγγράφως ή με νόμιμα ηχογραφημένη συνομιλία ότι επιθυμούν μέσω αυτών να συναλλάσσονται με τον ασφαλιστή. Με ηλεκτρονικές μεθόδους, χωρίς τη φυσική υπογραφή του πελάτη, μπορεί να λαμβάνεται και η αίτηση ασφάλισης της παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4583/2018 (Α’ 212), η δε παράδοσή της από τον διανομέα στον πελάτη και στην ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο μέσο.

Άρθρο 6Β

Τροποποίηση: ν. 3557/2007
1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί· β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α΄), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το αυτοκίνητο όχημα που εμπλέκεται στο ατύχημα ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών αυτοκινήτων οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου οχήματος, εφόσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο· γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. 2. Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη. 3. Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο.

Άρθρο 6Γ

Τροποποίηση: ν. 5113/2024

Βεβαίωση ιστορικού αξιώσεων

1. Ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος, όπως καθορίζονται σε ασφαλιστική σύμβαση, έχουν το δικαίωμα να ζητούν από την ασφαλιστική επιχείρηση ή από τα όργανα εκκαθάρισης, σε περίπτωση λύσης της, ανά πάσα στιγμή, βεβαίωση σχετικά με τις αξιώσεις αποζημίωσης τρίτων που αφορούν το όχημα ή τα οχήματα που καλύπτονταν από αυτή την ασφαλιστική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας της συμβατικής σχέσης ή την ανυπαρξία τέτοιων αξιώσεων («βεβαίωση ιστορικού αξιώσεων»). Η ασφαλιστική επιχείρηση ή τα όργανα εκκαθάρισης έχουν υποχρέωση να χορηγούν τη βεβαίωση αυτή εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Η βεβαίωση που χορηγούν έχει τη μορφή της βεβαίωσης ιστορικού αξιώσεων. Η μορφή και το περιεχόμενο της εν λόγω βεβαίωσης καθορίζονται στο υπόδειγμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο εκδίδεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2021/2118. 2. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται, όταν λαμβάνουν υπόψη τις βεβαιώσεις ιστορικού αξιώσεων που έχουν εκδοθεί από άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή άλλα όργανα εκκαθάρισης, σύμφωνα με την παρ. 1, να μην αντιμετωπίζουν τους λήπτες της ασφάλισης ή τους ασφαλισμένους, κατά τρόπο που εισάγει διακρίσεις, και να μην αυξάνουν τα ασφάλιστρά τους είτε λόγω της ιθαγένειάς τους είτε αποκλειστικά και μόνο λόγω του προηγούμενου κράτους μέλους της συνήθους διαμονής τους. 3. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται, όταν λαμβάνουν υπόψη τις βεβαιώσεις ιστορικού αξιώσεων που έχουν εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη, προκειμένου να καθορίσουν τα ασφάλιστρα και για την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, εκπτώσεων, να τις θεωρούν ισότιμες με εκείνες που εκδίδονται από εγχώρια ασφαλιστική επιχείρηση ή όργανα εκκαθάρισης, σύμφωνα με την παρ. 1. 4. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να δημοσιοποιούν γενική επισκόπηση των πολιτικών που ακολουθούν, σε σχέση με τον τρόπο, με τον οποίο χρησιμοποιούν τις βεβαιώσεις ιστορικού αξιώσεων, κατά τον υπολογισμό των ασφαλίστρων. 5. Η παραβίαση των υποχρεώσεων των παρ. 1 έως 4 από ασφαλιστική επιχείρηση ή τα όργανα εκκαθάρισης, σε περίπτωση λύσης της, συνεπάγεται την επιβολή από την εποπτική αρχή των διοικητικών κυρώσεων της παρ. 1 του άρθρου 256 του ν. 4364/2016 (Α’ 13). Κατά την επιμέτρηση του προστίμου, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις της παρ. 6 του άρθρου 256 του ν. 4364/2016. 6. Με την επιφύλαξη του άρθρου 1 του ν. 4605/2019 (Α’ 52), οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να δημοσιεύουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες, όπως λεπτομέρειες σχετικά με τους τιμολογιακούς κανόνες.

Άρθρο 7

Τροποποίηση: Ν. 4949/2022
Δεν θεωρείται τρίτος, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 2 και της παρ. 2 του άρθρου 6, ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά.

Άρθρο 8

Τροποποίηση: ν. 3557/2007
1. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του αυτοκινήτου οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για τη μη αποδοχή τους εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της. 2. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφάλιση εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο ημερομηνία λήξης της. Από την ημερομηνία αυτή επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια. 3. Αν, μετά τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου οχήματος κατά την προηγούμενη παράγραφο, συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο αυτοκίνητο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Άρθρο 9

Τροποποίηση: ν. 3557/2007
1. Ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος υποχρεούνται να δηλώνουν στον ασφαλιστή κάθε ατύχημα που αφορά το ασφαλισμένο αυτοκίνητο όχημα αμέσως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και το αργότερο εντός οκτώ (8) εργάσιμων ημερών, αφότου έλαβαν γνώση του ατυχήματος. 2. Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να προβαίνει σε κάθε δυνατή ενέργεια για τον περιορισμό της ζημίας και να παρέχει στον ασφαλιστή κάθε πληροφορία και έγγραφο που προβλέπονται στο ασφαλιστήριο. Ομοίως, υποχρεούται να παρέχει στον ασφαλιστή, εφόσον του ζητηθεί, κάθε άλλη πληροφορία και έγγραφο που είναι στη διάθεσή του και κρίνονται αναγκαία στο πλαίσιο δίκης την οποία διεξάγει ή προτίθεται να διεξαγάγει ο ασφαλιστής. 3. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των υποχρεώσεων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος μπορεί να υποχρεωθούν, με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, να καταβάλουν στον ασφαλιστή αποζημίωση μέχρι του ποσού δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. 4. Η καταβολή στον ασφαλισμένο ή τον ζημιωθέντα τρίτο ή η επιστροφή σε αυτούς οφειλόμενου ποσού που υπερβαίνει τα εκατό (100) ευρώ γίνεται με την έκδοση δίγραμμης επιταγής στο όνομά του ή με την κατάθεση σε τηρούμενο από αυτόν τραπεζικό λογαριασμό. Με τον ίδιο τρόπο καταβάλλεται από τον ασφαλιστή η αμοιβή που οφείλεται στον δικηγόρο, σε περίπτωση που η καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης γίνεται σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή αποτελεί προϊόν εξωδικαστικού συμβιβασμού.

Άρθρο 9Α

1. Ο ζηµιωθείς που είναι µόνιµος κάτοικος Ελλάδος και το ατύχηµα έχει συµβεί : α) Σε άλλο κράτος µέλος εκτός της Ελλάδος και προκλήθηκε από όχηµα που συνήθως σταθµεύει και είναι ασφαλισµένο σε κράτος µέλος ή β) Σε τρίτη χώρα, µε την επιφύλαξη της νοµοθεσίας των τρίτων χωρών σε θέµατα αστικής ευθύνης, της οποίας το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφαλίσεως έχει προσχωρήσει στο σύστηµα πράσινης κάρτας και προκλήθηκε από όχηµα που συνήθως σταθµεύει και είναι ασφαλισµένο σε κράτος µέλος, υποβάλει αίτηση στον, κατά το άρθρο 37α του παρόντος, αντιπρόσωπο ζηµιών στην Ελλάδα που έχει διορίσει η ασφαλιστική επιχείρηση του υπαίτιου ή απ΄ ευθείας στην ασφαλιστική επιχείρηση, αναφέροντας τις αξιώσεις που έχει από το ατύχηµα. Ο αντιπρόσωπος ζηµιών ή η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει εντός τριών (3) µηνών από την λήψη της σχετικής αίτησης α) να υποβάλει στον ζηµιωθέντα αιτιολογηµένη προσφορά αποζηµίωσης σε περίπτωση που η ευθύνη δεν αµφισβητείται και η ζηµιά έχει αποτιµηθεί ή β) αιτιολογηµένη απάντηση επί των σηµείων που περιέχονται στην αίτηση στις περιπτώσεις που η ευθύνη αµφισβητείται ή δεν έχει αποτιµηθεί πλήρωςη ζηµιά. Στην περίπτωση που ο ζηµιωθείς δεν έχει λάβει εντός τριµήνου τα ανωτέρω στοιχεία τότε µπορεί να απευθυνθεί στον Οργανισµό Αποζηµίωσης» σύµφωνα µε τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 27α του παρόντος.

Άρθρο 10

Τροποποίηση: ν. 3557/2007
1. Το πρόσωπο που ζηµιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύµβαση και µέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. 2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής. 3. Σε περίπτωση που έχουν ζηµιωθεί περισσότερα πρόσωπα όταν το σύνολο των αποζηµιώσεων που πρέπει να καταβληθούν από τον υπαίτιο υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό, το δικαίωµα καθενός από αυτούς κατά του ασφαλιστή περιορίζεται σύµµετρα µέχρι τη συµπλήρωση του όλου ασφαλιστικού ποσού. Αν ο ασφαλιστής ο οποίος αγνοεί την ύπαρξη ή το µέγεθος άλλων απαιτήσεων ή µετά από δικαστική απόφαση, κατέβαλε σε κάποιο από τα πρόσωπα αυτά ποσό ανώτερο από το µερίδιο που αναλογεί σ' αυτόν, ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζηµιωθέντων µόνο µέχρι τη συµπλήρωση του ασφαλιστικού ποσού. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωµα αναγωγής κατά αυτού που αποζηµιώθηκε καθ' υπέρβαση. 4. Όταν το πρόσωπο που ζηµιώθηκε είναι µόνιµος κάτοικος της αλλοδαπής, επιτρέπεται η καταβολή του ασφαλίσµατος στο νόµισµα της χώρας όπου ο δικαιούχος έχει τη µόνιµη κατοικία του. 5. Η συζήτηση της κύριας αγωγής κατά ασφαλιστικής εταιρίας, του κατά το άρθρο 19 του παρόντος νόµου Επικουρικού Κεφαλαίου ή άλλου υπόχρεου για απώλεια εισοδήµατος λόγω ατυχήµατος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο κηρύσσεται απαράδεκτη, αν δεν προσαχθεί βεβαίωση περί προηγούµενης κοινοποίησης αντιγράφου της αγωγής στην αρµόδια ∆ηµόσια Οικονοµική Υπηρεσία του ενάγοντος.

Άρθρο 11

Τροποποίηση: ν. 4261/2014
1. Με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. 2. Αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής. Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία.

Άρθρο 11Α

Τροποποίηση: ν. 4261/2014

Πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης

1. Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία. 2. Ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση. 3. Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, με επιστολή, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο και βαρύνεται με την απόδειξη της παράβασης. Με τη δήλωση της καταγγελίας, η οποία απευθύνεται στο λήπτη της ασφάλισης ή/και τον ασφαλισμένο, γνωστοποιείται ότι, η μη συμμόρφωσή τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης. 4. Η επιστολή της προηγούμενης παραγράφου αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ως κατοικία ή διαμονή, θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος δήλωσε εγγράφως στην ασφαλιστική επιχείρηση. Τα αποτελέσματα της επιστολής επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτή ή τη μη ανεύρεσή τους στις διευθύνσεις κατοικίας, ή διαμονής ή τη μη προσέλευσή τους στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της. 5. Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ισχύος της σύμβασης ασφάλισης σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου. Ειδικά στην περίπτωση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, η ενημέρωση δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής. Η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να αντιτάξει έναντι του τρίτου ζημιωθέντος τη λύση της σύμβασης ασφάλισης μόνον μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την ενημέρωση των προηγούμενων εδαφίων.

Άρθρο 12

Ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου που το θέτει σε κυκλοφορία ή ανέχεται να το κυκλοφορεί άλλος χωρίς να είναι τούτο ασφαλισµένο κατά τις διατάξεις του νόµου αυτού, τιµωρείται µε φυλάκιση από δύο (2) µέχρι δώδεκα (12) µηνών και µε χρηµατική ποινή τουλάχιστον ίση µε το σε δραχµές ισόποσο των 300 ECU. Με τις ίδιες ποινές τιµωρείται και όποιος θέτει σε κυκλοφορία αυτοκίνητο που δεν ανήκει σ’ αυτόν και δεν είναι ασφαλισµένο κατά τις διατάξεις του παρόντος. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 103 του ν. 2094/1992 (ΦΕΚ 182 Α).

Άρθρο 13

Τροποποίηση: ν. 5113/2024
1. Δεν διενεργείται έλεγχος για την ύπαρξη έγκυρης ασφαλιστικής κάλυψης σε αυτοκίνητα οχήματα που εισέρχονται ή κυκλοφορούν στην Ελλάδα και έχουν τον τόπο συνήθους στάθμευσης στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, το Εθνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης του οποίου έχει προσυπογράψει με το αντίστοιχο Ελληνικό Γραφείο το Τμήμα III της Ενοποιημένης Συμφωνίας. 2. Δεν διενεργούνται έλεγχοι ασφάλισης της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία οχημάτων, τα οποία έχουν τόπο συνήθους στάθμευσης στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, καθώς και οχημάτων που έχουν τόπο συνήθους στάθμευσης στο έδαφος τρίτης χώρας και εισέρχονται στην Ελλάδα από το έδαφος άλλου κρά- τους μέλους. Η διενέργεια τέτοιων ελέγχων ασφάλισης επιτρέπεται, μόνο αν οι έλεγχοι αυτοί δεν εισάγουν διακρίσεις, είναι αναγκαίοι και αναλογικοί για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και: α) διενεργούνται στο πλαίσιο ελέγχου που δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην εξακρίβωση της ασφάλισης, ή β) αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου συστήματος ελέγχων στην Ελλάδα, οι οποίοι διενεργούνται και για τα οχήματα που έχουν τόπο συνήθους στάθμευσης στην Ελλάδα, και δεν απαιτούν την ακινητοποίηση του οχήματος. 3. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι δυνατή, αν αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον σκοπό της καταπολέμησης της οδήγησης στην Ελλάδα ανασφάλιστων οχημάτων που έχουν συνήθη στάθμευση σε άλλο κράτος μέλος. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με το παρόν, αποκλειστικά για τον σκοπό πραγματοποίησης ενός ελέγχου ασφάλισης, διατηρούνται μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαία για τον σκοπό αυτό και διαγράφονται πλήρως μόλις επιτευχθεί ο ως άνω έλεγχος. Αν από τον έλεγχο ασφάλισης προκύψει ότι το όχημα καλύπτεται από υποχρεωτική ασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο 2, ο υπεύθυνος επεξεργασίας διαγράφει αμέσως τα εν λόγω δεδομένα. Όταν ο έλεγχος δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει κατά πόσον ένα όχημα καλύπτεται από υποχρεωτική ασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο 2, τα δεδομένα διατηρούνται μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, που δεν υπερβαίνει τον αριθμό των ημερών που απαιτούνται για να διαπιστωθεί αν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη.

Άρθρο 14

1. Απαγορεύεται η συντηρητική κατάσχεση αυτοκινήτου για απαιτήσεις από ατυχήµατα που προκλήθηκαν από την κυκλοφορία αυτού, εφόσον υπάρχει η κατά τις διατάξεις του νόµου αυτού ασφαλιστική κάλυψη, εσωτερική ή διεθνής, εκτός αν πιθανολογείται ότι η απαίτηση υπερβαίνει το ποσό για το οποίο έχει συναφθεί η ασφάλιση, οπότε επιτρέπεται συντηρητική κατάσχεση για το υπερβάλλον ποσό. 2. Κατ΄ εξαίρεση το πρόσωπο που ζηµιώθηκε, έχει το δικαίωµα συντηρητικής κατάσχεσης του ασφαλισµένου αυτοκινήτου για απαιτήσεις από ατυχήµατα που προκλήθηκαν από την κυκλοφορία του, εφόσον ο κύριος, κάτοχος ή οδηγός του δεν προβαίνει στην κατά το άρθρο 9 του νόµου αυτού δήλωση στον ασφαλιστή του. Το δικαίωµα αυτό έχει και ο ασφαλιστής σε περίπτωση αναγωγής κατά του κυρίου του αυτοκινήτου.

Άρθρο 15

Τροποποίηση: ν. 5113/2024
1. Η άδεια για τη διοργάνωση εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων μηχανοκίνητου αθλητισμού, περιλαμβανομένων αγώνων ταχύτητας, ακρίβειας ή δεξιοτεχνίας, καθώς και διαγωνισμών, εκπαιδεύσεων, δοκιμών και επιδείξεων με οχήματα, σε περιορισμένη και οριοθετημένη περιοχή της Ελλάδας, χορηγείται από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τις περ. γ), δ) και ε) της παρ. 2 του άρθρου 49 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, Α’ 57), μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι υπάρχει η γενική και ειδική ασφαλιστική κάλυψη του άρθρου 6 και εφόσον υπάρχει και ασφαλιστική κάλυψη της επαγγελματικής αστικής ευθύνης των οργανωτών από οποιοδήποτε ατύχημα προέρχεται από την οργάνωση και διεξαγωγή των ανωτέρω αγώνων, εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων. 2. Όποιος διοργανώνει δραστηριότητες της παρ. 1, κατά παράβαση των προβλεπομένων σε αυτή προϋποθέσεων, τιμωρείται με τις ποινές του πρώτου εδαφίου του άρθρου 12.

Άρθρο 16

Συνιστάται µε το νόµο αυτό νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου µε την επωνυµία «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήµατα Αυτοκινήτων» και συντετµηµένα «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Εµπορίου, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του νόµου αυτού.

Άρθρο 17

Τροποποίηση: ν. 5113/2024
Σκοπός του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι η καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητιστικά ατυχήματα σύμφωνα με τα άρθρα 19, περί υποχρέωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει σε περιπτώσεις θανάτου, σωματικών ή υλικών βλαβών, 19α, περί προστασίας ζημιωθέντων έναντι ζημιών από ατυχήματα που συμβαίνουν στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής τους και 19β, περί προστασίας ζημιωθέντων έναντι ζημιών από ατυχήματα που συμβαίνουν σε κράτος μέλος άλλο από αυτό της συνήθους διαμονής τους και την παρ. 2 του άρθρου 23, περί ορισμού του Επικουρικού Κεφαλαίου ως οργανισμού αποζημίωσης για τις ανάγκες της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρέωσης προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (L 263).

Άρθρο 18

1. Μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν την ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήµατα αυτοκινήτων, συµπεριλαµβανοµένων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν στην Ελλάδα την ασφάλιση µε καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ) του παρόντος, οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισµοί που καλύπτουν τον αυτό κίνδυνο, καθώς και τα Ν.Π.∆.∆. ή οι οργανισµοί κοινής ωφέλειας εφόσον τα αυτοκίνητά τους εξαιρεθούν της υποχρεωτικής ασφάλισης σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του νόµου αυτού. (Η παράγραφος 2 προέβλεπε την υποχρέωση των µελών του Επικουρικού Κεφαλαίου να καταβάλουν εισφορές σύµφωνα µε τα άρθρα 20 και 23. ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ µε τον Ν. 2170/93, άρθρο 18,

Άρθρο 19

Τροποποίηση: ν. 5259/2025
1. Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παρ. 2 αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα όταν: α) Αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος. Στην περίπτωση αυτή όμως δεν υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω υλικών ζημιών, εκτός αν προκλήθηκαν συγχρόνως θανάτωση ή σωματικές βλάβες που απαιτούν νοσοκομειακή περίθαλψη, εφόσον έχει επιληφθεί αστυνομική αρχή και η περίθαλψη αυτή διήρκησε τουλάχιστον για χρονικό διάστημα πέντε ημερών σε δημόσιο νοσοκομείο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο. β) Το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέω- ση ή το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 2367/1953 (Α’ 82). Εξαιρούνται της αποζημίωσης τα πρόσωπα που επιβιβάστηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε την ζημία ή τη σωματική βλάβη, εφόσον το Επικουρικό Κεφάλαιο αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο. γ) Η ασφαλιστική επιχείρηση τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στα άρθρα 19α και 19β του παρόντος. δ) Το ατύχημα προήλθε από ορισμένους τύπους οχημάτων ή ορισμένα οχήματα με ειδική πινακίδα κυκλοφορίας και των οποίων η ευθύνη δεν είχε καλυφθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή, το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο αποζημίωσε ζημία που προκλήθηκε από όχημα ειδικού τύπου ή με ειδική πινακίδα κυκλοφορίας άλλου κράτους μέλους, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του αντίστοιχου Επικουρικού Κεφαλαίου του τόπου συνήθους στάθμευσης του οχήματος. ε) Το ατύχημα προήλθε από όχημα που χειριζόταν πρόσωπο που προκάλεσε το ατύχημα με πρόθεση, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο αποκτήθηκε η κατοχή του οχήματος. 2. Η αποζηµίωση δεν µπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παράγραφος 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήµατος, η δε σχετική αξίωση υπόκειται στην κατά το άρθρο 10 παρ. 2 παραγραφή. Οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούµενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση µε επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης η οποία δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως µπορεί να µεταβάλλεται το εν λόγω ποσοστό. 3. Στις περιπτώσεις της παρ. 1 το ζημιωθέν πρόσωπο έχει ιδία αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, όχι όμως και κατά των μελών αυτού. Το Επικουρικό Κεφάλαιο με βάση τις πληροφορίες που ζητεί και λαμβάνει από τον ζημιωθέντα υποχρεούται να δίδει αιτιολογημένη απάντηση σχετικά με την καταβολή ή μη αποζημίωσης. Ωστόσο, το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει την αποζημίωση χωρίς να απαιτείται ο ζημιωθείς να αποδείξει ότι το υπαίτιο νομικό ή φυσικό πρόσωπο αδυνατεί ή αρνείται να πληρώσει. 4. Το Επικουρικό Κεφάλαιο µε την καταβολή της αποζηµίωσης υποκαθίσταται σε όλα τα εξαιτίας του ατυχήµατος δικαιώµατα του προσώπου που ζηµιώθηκε, έναντι του υπόχρεου προς αποζηµίωση ή του ασφαλιστή αυτού. Κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση δ’ της παραγράφου 1 το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν υποκαθίσταται στα εξαιτίας του ατυχήµατος δικαιώµατα του προσώπου που ζηµιώθηκε έναντι του υπόχρεου για αποζηµίωση, υποκαθίσταται όµως στο κατά το άρθρο 10 του Ν.∆. 400/70 περί ιδιωτικής επιχείρησης ασφάλισης» (ΦΕΚ 10) προνόµιο του ασφαλισµένου. 5. Η Αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στον ζημιωθέντα (84/5/ΕΟΚάρθρο 1 παρ. 4 εδ. α’). Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης καταβάλλει αποζημιώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος σε αλλοδαπά Γραφεία Διεθνούς Ασφαλίσεως για ατυχήματα που συμβαίνουν εκτός Ελλάδος. Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του ασφαλιστή αστικής ευθύνης για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα για σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες ανασφάλιστου οχήματος, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται χωρίς καθυστέρηση να καταβάλει την αποζημίωση. Αν τελικά συμφωνηθεί ή κριθεί με δικαστική ή άλλη απόφαση ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να έχει καταβάλει την αποζημίωση εξολοκλήρου ή εν μέρει, ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό στο Επικουρικό Κεφάλαιο που την κατέβαλε. (90/232/ΕΟΚ αριθ. 4). 6. Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωµένο να καταβάλει τις αποζηµιώσεις που απαιτούνται από τους οργανισµούς αποζηµίωσης των κρατών µελών, µέχρι του ποσού που έχει καταβληθεί σε µόνιµους κατοίκους των κρατών αυτών λόγω ζηµιών που προκλήθηκαν : α) από αυτοκίνητα που έχουν ως τόπο συνήθους στάθµευσης στην Ελλάδα και είναι ανασφάλιστα, β) από αυτοκίνητα αγνώστων στοιχείων και τα ατυχήµατα έχουν συµβεί στην Ελλάδα, γ) από ανασφάλιστα οχήµατα τρίτων χωρών, των οποίων τα εθνικά Γραφεία ∆ιεθνούς Ασφάλισης έχουν προσχωρήσει στο σύστηµα πράσινης κάρτας και για ατυχήµατα που έχουν διόρθωση) συµβεί στην Ελλάδα. Το Επικουρικό Κεφάλαιο µε την καταβολή των ανωτέρω αποζηµιώσεων υποκαθίσταται κατ’ αναλογία σύµφωνα µε την 6. Οι αποζηµιώσεις που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο σε δικαιούχους ασφαλίσµατος αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων απαλλάσσονται τέλους χαρτοσήµου.

Άρθρο 19Α

Τροποποίηση: ν. 5113/2024

Προστασία ζημιωθέντων - ζημίες στο κράτος συνήθους διαμονής - αφερεγγυότητα ασφαλιστή

1. Με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 242 του ν. 4364/2016 (Α’ 13), περί του τρόπου αποζημίωσης των δικαιούχων βεβαιωμένων απαιτήσεων από ασφαλίσεις αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, το Επικουρικό Κεφάλαιο παρέχει αποζημίωση, σε ζημιωθέντες που έχουν συνήθη τόπο διαμονής στην Ελλάδα, για ατυχήματα που συμβαίνουν στην Ελλάδα, τουλάχιστον έως τα όρια της υποχρεωτικής ασφάλισης, για υλικές ζημίες ή σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα που έχει ασφαλισθεί: α) σε ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος και τελεί, είτε υπό διαδικασία πτώχευσης, είτε υπό διαδικασία εκκαθάρισης της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 268 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή β) σε ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα και τελεί σε διαδικασία ασφαλιστικής εκκαθάρισης της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 221 του ν. 4364/2016. 2. Αν τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται να γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό σε όλους τους οργανισμούς των κρατών μελών του άρθρου 10α της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ. 3. Ο ζημιωθείς της παρ. 1 μπορεί να αιτηθεί αποζημίωση απευθείας από το Επικουρικό Κεφάλαιο. 4. Το Επικουρικό Κεφάλαιο γνωστοποιεί την παραλαβή της εν λόγω αίτησης ανά περίπτωση: α. στον ασφαλιστικό εκκαθαριστή της ασφαλιστικής επιχείρησης που εδρεύει στην Ελλάδα, β. στον αντίστοιχο οργανισμό του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης που τελεί υπό πτώχευση ή εκκαθάριση, καθώς και στην ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση που τελεί υπό πτώχευση ή εκκαθάριση ή στον διαχειριστή ή τον εκκαθαριστή αυτής. 5. Για την εφαρμογή του παρόντος, το Επικουρικό Κεφάλαιο συνεργάζεται εγκαίρως: α) με τους αντίστοιχους οργανισμούς άλλων κρατών μελών, β) με άλλους οργανισμούς που έχουν ιδρυθεί ή εγκριθεί δυνάμει του άρθρου 25α της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ σε άλλα κράτη μέλη, γ) με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που υπόκεινται σε διαδικασία πτώχευσης ή εκκαθάρισης, τον διαχειριστή ή εκκαθαριστή τους ή τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, και δ) με τις αρμόδιες αρχές της Ελλάδας ή άλλων κρατών μελών, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας του παρόντος. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει κατά περίπτωση την αίτηση, την παραλαβή, καθώς και την παροχή πληροφοριών, σχετικά με λεπτομέρειες επί συγκεκριμένων απαιτήσεων, που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και του άρθρου 10α της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ. 6. Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής της ασφαλιστικής επιχείρησης της περ. β) της παρ. 1, αν η αίτηση αποζημίωσης διαβιβαστεί σε αυτόν από το Επικουρικό Κεφάλαιο, υποχρεούται, εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της, να ενημερώσει αιτιολογημένα το Επικουρικό Κεφάλαιο σχετικά με το εάν αποδέχεται ή αρνείται, εν όλω ή εν μέρει, την ευθύνη για την αξίωση που αφορά την εν λόγω αίτηση, παρέχοντας τις εξής πληροφορίες: α) αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης, αν έχει διαπιστώσει ότι αποδέχεται την απαίτηση από ασφάλιση, η αξίωση δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει ποσοτικοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει, προσδιορίζοντας το ύψος της ασφαλιστικής απαίτησης που έγινε δεκτό, ή β) αιτιολογημένη απάντηση στα σημεία που αναφέρονται στην ασφαλιστική απαίτηση, όταν έχει διαπιστώσει ότι η ευθύνη απορρίπτεται ή δεν έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια ή δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί πλήρως οι ζημιές. 7. Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής της ασφαλιστικής επιχείρησης της περ. β) της παρ. 1, αν η αίτηση αποζημίωσης προέρχεται από οργανισμό άλλου κράτους μέλους, στο πλαίσιο του άρθρου 10α της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ, υποχρεούται εντός της προθεσμίας που τίθεται από τον εν λόγω οργανισμό, και πάντως το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της αίτησης, να ενημερώσει αιτιολογημένα τον οργανισμό που αιτείται την αποζημίωση σχετικά με το εάν αποδέχεται ή αρνείται, εν όλω ή εν μέρει, την ευθύνη για την αξίωση που αφορά την εν λόγω αίτηση, παρέχοντας τις εξής πληροφορίες: α) αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης αν έχει διαπιστώσει ότι αποδέχεται την απαίτηση από ασφάλιση, η αξίωση δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει ποσοτικοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει, προσδιορίζοντας το ύψος της ασφαλιστικής απαίτησης που έγινε δεκτό, ή β) αιτιολογημένη απάντηση στα σημεία που αναφέρονται στην ασφαλιστική απαίτηση, όταν έχει διαπιστώσει ότι η ευθύνη απορρίπτεται ή δεν έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια ή δεν έχουν ποσοτικ οποιηθεί πλήρως οι ζημιές. 8. Το Επικουρικό Κεφάλαιο, βάσει, μεταξύ άλλων, πληροφοριών που λαμβάνει, κατόπιν αιτήματός του, από τον ζημιωθέντα, παρέχει σε αυτόν, εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ζημιωθείς υπέβαλε την αίτησή του για αποζημίωση: α) αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης αν έχει διαπιστώσει ότι υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση, η αξίωση δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει ποσοτικοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει, προσδιορίζοντας το ύψος της ασφαλιστικής απαίτησης που έγινε δεκτό, ή β) αιτιολογημένη απάντηση στα σημεία που αναφέρονται στην ασφαλιστική απαίτηση, όταν έχει διαπιστώσει ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση, διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των περ. α) και β) της παρ. 1 του παρόντος, ή όταν η ευθύνη απορρίπτεται ή δεν έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια ή δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί πλήρως οι ζημιές. 9. Το Επικουρικό Κεφάλαιο, αν οφείλεται αποζημίωση, είτε εν όλω είτε εν μέρει, υποχρεούται να την καταβάλει στον ζημιωθέντα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και πάντως το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την αποδοχή από τον ζημιωθέντα της αιτιολογημένης προσφοράς αποζημίωσης. 10. Το Επικουρικό Κεφάλαιο γνωστοποιεί την καταβολή αποζημίωσης προς τον ζημιωθέντα, βάσει του παρόντος, ανά περίπτωση: α) όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εδρεύει στην Ελλάδα, στον ασφαλιστικό εκκαθαριστή της, οπότε και απαλλάσσεται για το ύψος του ποσού που κατέβαλε, από την αντίστοιχη υποχρέωσή του στο πλαίσιο της παρ. 3 του άρθρου 242 του ν. 4364/2016, β) όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, στον αντίστοιχο οργανισμό του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και στην ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση που τελεί υπό πτώχευση ή εκκαθάριση ή στον διαχειριστή ή τον εκκαθαριστή αυτής. 11. α) Όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, το Επικουρικό Κεφάλαιο, αφού αποζημιώσει τον ζημιωθέντα σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 10, δικαιούται να ζητήσει την πλήρη επιστροφή του ποσού που κατέβαλε ως αποζημίωση από τον αντίστοιχο οργανισμό του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης. β) Όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εδρεύει στην Ελλάδα, το Επικουρικό Κεφάλαιο οφείλει, μετά από σχετική αίτηση, να καταβάλει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την παραλαβή αυτής, στον αντίστοιχο οργανισμό του κράτους μέλους συνήθους διαμονής του ζημιωθέντος, την αποζημίωση που ο εν λόγω οργανισμός κατέβαλε σε αυτόν, εκτός αν υπάρχει διαφορετική έγγραφη συμφωνία μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του αντίστοιχου οργανισμού του άλλου κράτους μέλους. 12. Το Επικουρικό Κεφάλαιο, σε περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης που εδρεύει στην Ελλάδα, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέχρι του ποσού της αποζημίωσης που καταβάλλει, και υπεισέρχεται στο προνόμιο απαιτήσεων από ασφάλιση του άρθρου 240 του ν. 4364/2016. 13. Η κατά το παρόν άρθρο υποχρέωση αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την ίδια αιτία στον ζημιωθέντα. 14. Το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει την αποζημίωση της παρ. 1, χωρίς να χρειάζεται ο ζημιωθείς να αποδείξει ότι το υπαίτιο νομικό ή φυσικό πρόσωπο αδυνατεί ή αρνείται να πληρώσει.

Άρθρο 19Β

Τροποποίηση: ν. 5113/2024

Προστασία ζημιωθέντων - ζημίες σε άλλο κράτος μέλος - αφερεγγυότητα ασφαλιστή

1. Με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 242 του ν. 4364/2016 (Α’ 13), το Επικουρικό Κεφάλαιο παρέχει αποζημίωση, σε ζημιωθέντες που έχουν συνήθη τόπο διαμονής στην Ελλάδα, για ατυχήματα που συμβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., τουλάχιστον έως τα όρια της υποχρεωτικής ασφάλισης, για υλικές ζημίες ή σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα που έχει ασφαλιστεί: α) σε ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος και τελεί είτε υπό διαδικασία πτώχευσης, είτε υπό διαδικασία εκκαθάρισης της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 268 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή β) σε ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα και τελεί σε διαδικασία ασφαλιστικής εκκαθάρισης της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 221 του ν. 4364/2016. 2. Αν τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται να γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό σε όλους τους οργανισμούς των κρατών μελών των άρθρων 24 και 25α της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ. 3. Ο ζημιωθείς της παρ. 1 μπορεί να αιτηθεί αποζημίωση απευθείας από το Επικουρικό Κεφάλαιο. 4. Το Επικουρικό Κεφάλαιο γνωστοποιεί την παραλαβή της εν λόγω αίτησης ανά περίπτωση: α. στον ασφαλιστικό εκκαθαριστή της ασφαλιστικής επιχείρησης που εδρεύει στην Ελλάδα, β. στον αντίστοιχο οργανισμό του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης που τελεί υπό πτώχευση ή εκκαθάριση, καθώς και στην ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση που τελεί υπό πτώχευση ή εκκαθάριση ή στον διαχειριστή ή τον εκκαθαριστή αυτής, γ. στο Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης του άρθρου 26 του παρόντος. 5. Για την εφαρμογή του παρόντος, το Επικουρικό Κεφάλαιο συνεργάζεται εγκαίρως: α) με τους αντίστοιχους οργανισμούς άλλων κρατών μελών, β) με άλλους οργανισμούς που έχουν ιδρυθεί ή εγκριθεί δυνάμει των άρθρων 10α και 24 της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ σε άλλα κράτη μέλη, γ) με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που υπόκεινται σε διαδικασία πτώχευσης ή εκκαθάρισης, του αντιπροσώπου τους για τον διακανονισμό αξιώσεων ή του διαχειριστή ή του εκκαθαριστή τους, και δ) με τις αρμόδιες αρχές της Ελλάδας ή άλλων κρατών μελών, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας του παρόντος. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει κατά περίπτωση την αίτηση, την παραλαβή, καθώς και την παροχή πληροφοριών, μεταξύ άλλων, σχετικά με λεπτομέρειες επί συγκεκριμένων απαιτήσεων, που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος και του άρθρου 25α της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ. 6. Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής της ασφαλιστικής επιχείρησης της περ. β) της παρ. 1, αν η αίτηση αποζημίωσης διαβιβαστεί σε αυτόν από το Επικουρικό Κεφάλαιο, υποχρεούται, εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της, να ενημερώσει αιτιολογημένα το Επικουρικό Κεφάλαιο σχετικά με το εάν αποδέχεται ή αρνείται, εν όλω ή εν μέρει, την ευθύνη για την αξίωση που αφορά την εν λόγω αίτηση, παρέχοντας τις εξής πληροφορίες: α) αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης αν έχει διαπιστώσει ότι αποδέχεται την απαίτηση από ασφάλιση, η αξίωση δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει ποσοτικοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει, προσδιορίζοντας το ύψος της ασφαλιστικής απαίτησης που έγινε δεκτό, ή β) αιτιολογημένη απάντηση στα σημεία που αναφέρονται στην ασφαλιστική απαίτηση, όταν έχει διαπιστώσει ότι η ευθύνη απορρίπτεται ή δεν έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια ή δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί πλήρως οι ζημιές. 7. Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής της ασφαλιστικής επιχείρησης της περ. β) της παρ. 1, αν η αίτηση αποζημίωσης προέρχεται από οργανισμό άλλου κράτους μέλους, στο πλαίσιο του άρθρου 25α της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ, υποχρεούται εντός της προθεσμίας που τίθεται από τον εν λόγω οργανισμό, και πάντως το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της αίτησης, να ενημερώσει αιτιολογημένα τον οργανισμό αυτόν σχετικά με το εάν αποδέχεται ή αρνείται, εν όλω ή εν μέρει, την ευθύνη για την αξίωση που αφορά την εν λόγω αίτηση παρέχοντας τις εξής πληροφορίες: α) αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης αν έχει διαπιστώσει ότι αποδέχεται την απαίτηση από ασφάλιση, η αξίωση δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει ποσοτικοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει, προσδιορίζοντας το ύψος της ασφαλιστικής απαίτησης που έγινε δεκτό, ή β) αιτιολογημένη απάντηση στα σημεία που αναφέρονται στην ασφαλιστική απαίτηση, όταν έχει διαπιστώσει ότι η ευθύνη απορρίπτεται ή δεν έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια ή δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί πλήρως οι ζημιές. 8. Το Επικουρικό Κεφάλαιο, βάσει, μεταξύ άλλων, πληροφοριών που λαμβάνει, κατόπιν αιτήματός του, από τον ζημιωθέντα, παρέχει σε αυτόν, εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ζημιωθείς υπέβαλε την αίτησή του για αποζημίωση: α) αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης, αν έχει διαπιστώσει ότι υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση, η αξίωση δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει ποσοτικοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει, προσδιορίζοντας το ύψος της ασφαλιστικής απαίτησης που έγινε δεκτό, ή β) αιτιολογημένη απάντηση στα σημεία που αναφέρονται στην ασφαλιστική απαίτηση, όταν έχει διαπιστώσει ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση, διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των περ. α) και β) της παρ. 1 του παρόντος, ή όταν η ευθύνη απορρίπτεται ή δεν έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια ή δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί πλήρως οι ζημιές. 9. Το Επικουρικό Κεφάλαιο, αν οφείλεται αποζημίωση, είτε εν όλω είτε εν μέρει, υποχρεούται να την καταβάλει στον ζημιωθέντα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την αποδοχή από τον ζημιωθέντα της αιτιολογημένης προσφοράς αποζημίωσης. 10. Το Επικουρικό Κεφάλαιο γνωστοποιεί την καταβολή αποζημίωσης προς τον ζημιωθέντα, βάσει του παρόντος, ανά περίπτωση: α) όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εδρεύει στην Ελλάδα, στον ασφαλιστικό εκκαθαριστή της, οπότε και απαλλάσσεται για το ύψος του ποσού που κατέβαλε, από την αντίστοιχη υποχρέωσή του κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 242 του ν. 4364/2016, β) όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, στον αντίστοιχο οργανισμό του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και στην ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση που τελεί υπό πτώχευση ή εκκαθάριση ή στον διαχειριστή ή τον εκκαθαριστή αυτής, γ) στο Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης του άρθρου 26 του παρόντος. 11. Όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, το Επικουρικό Κεφάλαιο, αφού αποζημιώσει τον ζημιωθέντα σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 10, δικαιούται να ζητήσει την πλήρη επιστροφή του ποσού που κατέβαλε ως αποζημίωση από τον αντίστοιχο οργανισμό του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης. Όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εδρεύει στην Ελλάδα, το Επικουρικό Κεφάλαιο, οφείλει, μετά από σχετική αίτηση, να καταβάλει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την παραλαβή αυτής, στον αντίστοιχο οργανισμό του κράτους μέλους συνήθους διαμονής του ζημιωθέντος, την αποζημίωση που ο εν λόγω οργανισμός κατέβαλε σε αυτόν, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική έγγραφη συμφωνία μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του αντίστοιχου οργανισμού του άλλου κράτους μέλους. 12. Το Επικουρικό Κεφάλαιο, σε περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης που εδρεύει στην Ελλάδα, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ζημιωθέντος, μέχρι του ποσού της αποζημίωσης που καταβάλλει, και υπεισέρχεται με το προνόμιο απαιτήσεων από ασφάλιση, κατά το άρθρο 240 του ν. 4364/2016. 13. Η κατά το παρόν άρθρο υποχρέωση αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την ίδια αιτία στον ζημιωθέντα. 14. Το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει την αποζημίωση της παρ. 1, χωρίς να χρειάζεται ο ζημιωθείς να αποδείξει ότι το υπαίτιο νομικό ή φυσικό πρόσωπο αδυνατεί ή αρνείται να πληρώσει.

Άρθρο 20

Τροποποίηση: ν. 5259/2025
1. α) Για την εκπλήρωση του σκοπού του Επικουρικού Κεφαλαίου επιβάλλεται εισφορά υπέρ αυτού, η οποία καθορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Εµπορίου υπολογιζόµενη σε ποσοστό επί τοις εκατό που δεν δύναται να υπερβαίνει το 5% επί των καθαρών ασφαλίστρων του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήµατα. Η εισφορά αυτή βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% του ασφαλισµένους. Στην περίπτωση άσκησης του κλάδου µε καθεστώς Ελεύθερης Παροχής Υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ του παρόντος, η εισφορά υπολογίζεται επί των καθαρών ασφαλίστρων από ασφαλίσεις που συνήφθησαν µε καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα. Η εισφορά αυτή βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισµένους. Η εισφορά των ασφαλισµένων εµφανίζεται στο ασφαλιστήριο και απαλλάσσεται παντός φόρου ή άλλης φορολογικής επιβάρυνσης εκτός των τελών χαρτοσήµου. Η απόδοση του τέλους χαρτοσήµου γίνεται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σύµφωνα µε τις διατάξεις του π.δ. 160/1978 (ΦΕΚ Α.34). β) Μέσα σε δεκαπέντε (15) ηµέρες από τη λήξη κάθε ηµερολογιακού διµήνου οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδίδουν στο Επικουρικό Κεφάλαιο τις εισφορές οι οποίες αναλογούν στα ασφαλιστήρια συµβόλαια που συνήψαν ή ανανέωσαν κατά το δίµηνο που έληξε, ανεξάρτητα από το αν οι εισφορές αυτές έχουν εισπραχθεί ή όχι. Σε περίπτωση εκπρόθεσµης καταβολής η εισφορά προσαυξάνεται κατά το επιτόκιο υπερηµερίας που ισχύει. Οι εν λόγω εισφορές εξαιρουµένων των απαιτουµένων για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Επικουρικού Κεφαλαίου χρηµατικών ποσών, επενδύονται µε ευθύνη της ∆ιαχειριστικής Επιτροπής αυτού ή κατατίθενται σε έντοκο λογαριασµό τράπεζας που λειτουργεί νόµιµα στην Ελλάδα. γ) Ο Υπουργός Εµπορίου µπορεί να µεταβάλει το ποσοστό εισφοράς υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς όµως σε περίπτωση αύξησης, αυτή να υπερβαίνει το όριο που ορίζεται στο στοιχείο α' της παρούσας παραγράφου. (οι παράγρ. 3 και 4 αναριθµούνται σε 2 και 3) 2. Για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του το Επικουρικό Κεφάλαιο μπορεί να συνάπτει δάνεια και να εκχωρεί ή ενεχυριάζει σε ασφάλεια του δανείου απαιτήσεις του ληξιπρόθεσμες ή και μελλοντικές εισφορές υπέρ αυτού μέχρι ποσοστό 2/3 του συνόλου τους. Αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου, είτε εις χείρας του, είτε εις χείρας τρίτων, από την έναρξη ισχύος του παρόντος μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2028. Απαγορεύεται επίσης, ο συμψηφισμός των εισφορών των μελών του με τυχόν οφειλές του Επικουρικού Κεφαλαίου προς αυτά. 3. Το Επικουρικό Κεφάλαιο έχει δικαίωµα αγωγής κατά των µελών του για την είσπραξη των εισφορών τους.

Άρθρο 21

1. Η Συνέλευση των Μελών είναι το ανώτατο όργανο του Επικουρικού Κεφαλαίου και αποφασίζει για κάθε υπόθεση. Οι δε αποφάσεις της υποχρεώνουν και τα µέλη που απουσιάζουν ή διαφωνούν. 2. Η Συνέλευση των µελών είναι µόνη αρµόδια να αποφασίζει : α) Για το διορισµό και την ανάκληση των µελών της κατ’ άρθρο 22 ∆ιαχειριστικής Επιτροπής. β) Για την έγκριση ή τροποποίηση του προϋπολογισµού, απολογισµού και ισολογισµού. γ) Για την κατάρτιση εσωτερικού κανονισµού που διέπει την όλη λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου µε βάση τις διατάξεις του νόµου αυτού ο οποίος εγκρίνεται από τον Υπουργό Εµπορίου και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ & ΕΠΕ). δ) Για την σύναψη από το Επικουρικό Κεφάλαιο ασφάλισης κατά της αφερεγγυότητας των µελών αυτού για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς το Επικουρικό Κεφάλαιο. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εµπορίου που εκδίδεται κατά το µήνα ∆εκέµβριο κάθε έτους και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ & ΕΠΕ) καθορίζεται κατά λόγο της εισφοράς κάθε µέλους, ο αριθµός των, κατά το επόµενο έτος, διατεθηµένων από αυτά στη συνέλευση ψήφων. Η κατά το άρθρο 22 ∆ιαχειριστική Επιτροπή, είναι υποχρεωµένη να υποβάλει µέχρι τέλους Νοέµβρη κάθε έτους στο Υπουργείο Εµπορίου πίνακα των κατά το έτος αυτό εισφορών των µελών του Επικουρικού Κεφαλαίου. Μέχρι να εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση κάθε µέλος διαθέτει στη συνέλευση µια ψήφο ανά εκατοµµύριο δραχµών παραγωγής ασφαλίστρων κλάδου αυτοκινήτων του προηγούµενου έτους. Τα µέλη που έχουν παραγωγή ασφαλίστρων µικρότερη του εκατοµµυρίου διαθέτουν, ανεξάρτητα από ποσό, µια ψήφο.

Άρθρο 22

1. Η διαχείριση του Επικουρικού Κεφαλαίου ασκείται από την ∆ιαχειριστική Επιτροπή, η οποία έχει την υποχρέωση, εφόσον συντρέχουν οι νόµιµες προϋποθέσεις να λαµβάνει κάθε πρόσφορο µέτρο (σύναψη δανείων, πρόσληψη προσωπικού, προµήθεια υλικών κ.λπ.) για την εξυπηρέτηση των σκοπών του Επικουρικού Κεφαλαίου. Η ∆ιαχειριστική Επιτροπή αποτελείται από εννέα µέλη τα οποία εκλέγει η Γενική Συνέλευση και ένα µέλος, χωρίς ψήφο, το οποίο ορίζει ο Υπουργός Εµπορίου µε απόφασή του. Η ∆ιαχειριστική Επιτροπή εκλέγει µεταξύ των αιρετών µελών τον Πρόεδρό της. Η ∆ιαχειριστική Επιτροπή δηµοσιεύει στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ & ΕΠΕ) την ετήσια έκθεση Πεπραγµένων και τον ετήσιο Ισολογισµό του Επικουρικού Κεφαλαίου. Στην ετήσια έκθεση πεπραγµένων και στον ετήσιο ισολογισµό του Επικουρικού Κεφαλαίου, προβλέπονται ειδικά κεφάλαια που περιλαµβάνουν την ετήσια έκθεση πεπραγµένων και τον ετήσιο Ισολογισµό του Λογαριασµού Αρωγής. 2. Το Επικουρικό Κεφάλαιο εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Πρόεδρο της ∆ιαχειριστικής Επιτροπής. Με απόφαση της ∆ιαχειριστικής Επιτροπής µπορεί να ορισθεί ότι και ένα ή περισσότερα µέλη αυτής ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν το Επικουρικό Κεφάλαιο γενικώς ή για ορισµένες µόνο πράξεις.

Άρθρο 23

Τροποποίηση: Ν. 5042/2023
Με απόφαση του Υπουργού Εµπορίου που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ & ΕΠΕ) µετά γνώµη της Συνέλευσης των Μελών, του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθορίζονται : την οποία καταργείται η περίπτωση α και οι περιπτώσεις β, γ, δ και ε λαµβάνουν τα στοιχεία α, β, γ και δ αντίστοιχα α) Η σύνθεση, σύγκληση, λειτουργία και αρµοδιότητα της κατά το άρθρο 22 ∆ιαχειριστικής Επιτροπής. β) Ο χρόνος και τρόπος σύγκλησης, απαρτίας, τρόπος λήψης αποφάσεων και λειτουργίας της Συνέλευσης των µελών αυτού. γ) Η τυχόν επιστροφή κατά τη διάρκεια της λειτουργίας αυτού χρηµατικών ποσών προς τα µέλη. δ) Κάθε λεπτοµέρεια αναγκαία για τη λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου. 2. Το Επικουρικό Κεφάλαιο ορίζεται ως ο οργανισμός αποζημίωσης των άρθρων 10α και 25α της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (L 263), όπως αυτά προστέθηκαν με τις περ. 8 και 18, αντιστοίχως, του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2118 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2021 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (L 430), και εξουσιοδοτείται να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμφωνίες, οι οποίες προβλέπονται από τα άρθρα 10α και 25α στις οποίες καθίσταται συμβαλλόμενο μέρος.

Άρθρο 24

Το Επικουρικό Κεφάλαιο διαλύεται µε Π.∆. που εκδίδεται µε πρόταση του Υπουργού Εµπορίου µετά γνώµη της Συνέλευσης των µελών. Με το ίδιο ∆ιάταγµα ορίζονται και τα της εκκαθάρισης και της διανοµής της περιουσίας αυτού.

Άρθρο 25

1. Η µη συµµόρφωση των µελών του Επικουρικού Κεφαλαίου προς τις διατάξεις του νόµου αυτού, τα Προεδρικά ∆ιατάγµατα και τις σε εκτέλεση αυτού Υπουργικές Αποφάσεις, συνεπάγεται την ανάκληση της άδειας λειτουργίας αυτών για τον Κλάδο ασφάλισης της αστικής ευθύνης από ατυχήµατα αυτοκινήτων. 2. Η χορήγηση εκ νέου της κατά την προηγούµενη παράγραφο αδείας που ανακλήθηκε επιτρέπεται µόνο µετά πάροδο έτους από την ανάκληση και µετά προηγούµενη πλήρη τακτοποίηση των υποχρεώσεών τους. 3. Σε περίπτωση αποχώρησης µέλους λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας του Κλάδου ασφάλισης της αστικής ευθύνης από ατυχήµατα αυτοκινήτων αυτό δικαιούται, µετά εξάµηνο από την λήξη της χρήσης, κατά την οποία ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του, ν’ αναλάβει το τυχόν υπόλοιπο των εισφορών του που έχει καταβάλει, αφού αφαιρεθούν οι αποζηµιώσεις που αναλογούν σ’ αυτό καθώς και οι δαπάνες που έγιναν µέχρι της αποχώρησής του και των προβλέψεων για εκκρεµείς ζηµίες. 4. Από την ηµεροµηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόµου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από ασφαλιστικές συµβάσεις του Κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήµατα. Εκκρεµείς δίκες συνεχίζονται χωρίς άλλο από το Επικουρικό Κεφάλαιο. 5. Με αποφάσεις του που δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβέρνησης (ΤΑΕ & ΕΠΕ) ο Υπουργός Εµπορίου µπορεί να υπάγει στις διατάξεις του νόµου αυτού και ασφαλιστικές επιχειρήσεις, των οποίων η άδεια έχει ανακληθεί από την έναρξη ισχύος του. Ο Υπουργός Εµπορίου δύναται µε απόφασή του να ορίζει ειδικές προϋποθέσεις καταβολής αποζηµιώσεων από το Λογαριασµό Αρωγής σε περίπτωση πτώχευσης της ασφαλιστικής επιχείρησης. 6. Οι διατάξεις του νόµου αυτού όπως τροποποιείται δεν θίγουν τις διατάξεις του Ν. 1380/1983 «τροποποίηση και συµπλήρωση των διατάξεων που αφορούν την ιδιωτική επιχείρηση ασφάλισης.

Άρθρο 26

Συνιστάται µε το παρόν νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου µε την επωνυµία «Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης» το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Εµπορίου, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του νόµου αυτού.

Άρθρο 27

Τροποποίηση: ν. 3557/2007
1. Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης διακανονίζει ζημίες και καταβάλλει αποζημιώσεις για λογαριασμό αλλοδαπών Γραφείων Διεθνούς Ασφάλισης, εντός των ορίων που καθορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος, λόγω ατυχημάτων τα οποία προκαλούνται από την κυκλοφορία στην Ελλάδα αυτοκινήτων οχημάτων, που έχουν τον τόπο συνήθους στάθμευσης στο έδαφος χωρών, τα αντίστοιχα Γραφεία των οποίων εφαρμόζουν το Τμήμα ΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας, εφόσον τα αυτοκίνητα αυτά είναι εφοδιασμένα με ισχύον πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα). Προκειμένου όμως για αυτοκίνητα στα οποία δεν ενεργείται έλεγχος για την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης κατά το άρθρο 13 παράγραφος 1 του νόμου αυτού, οι ανωτέρω υποχρεώσεις του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης υπάρχουν έστω και αν τα αυτοκίνητα αυτά δεν είναι εφοδιασμένα με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα) ή δεν είναι ασφαλισμένα. 2. Ο διακανονισμός των ζημιών στην Ελλάδα γίνεται είτε απευθείας από το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης είτε από διακανονιστές μέλη του, τους οποίους διορίζει το Γραφείο, είτε από εντεταλμένους ανταποκριτές των αλλοδαπών ασφαλιστών κατόπιν προτάσεως του Γραφείου της έδρας τους και εγκρίσεως του Ελληνικού Γραφείου. 3. Επίσης το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης βαρύνεται με αποζημιώσεις για ατυχήματα που προκαλούνται στο έδαφος χώρας με την οποία έχει προσυπογράψει την κατά το άρθρο 2 τον τόπο συνήθους στάθμευσής τους στην Ελλάδα. Ομοίως, βαρύνεται με αποζημιώσεις για ατυχήματα στο έδαφος χώρας μετά του αντιστοίχου γραφείου της οποίας έχει συνάψει την κατά το άρθρο 30 παρ. 1 εδάφιο α' του παρόντος νόμου σύμβαση και σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής, εφόσον τα αυτοκίνητα αυτά είναι εφοδιασμένα με το πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης σε ισχύ, που χορηγήθηκε από το Γραφείο. 4. α. Προκειμένου για αυτοκίνητο που έχει τον τόπο της συνήθους στάθμευσής του στην Ελλάδα και είναι ανασφάλιστο, το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης έχει αναγωγικό δικαίωμα κατά του κυρίου, κατόχου και οδηγού για το ποσό της αποζημίωσης, την οποία κατέβαλε προς τρίτους ή υποχρεούται να καταβάλει στο αντίστοιχο Γραφείο της χώρας του ατυχήματος, καθώς και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου στις περιπτώσεις του άρθρου 19 παρ. 1 εδάφια β', γ' και δ' του κ.ν. 489/1976. Το ίδιο ισχύει και για ατύχημα που προκλήθηκε από το αυτοκίνητο σε βάρος υπηκόων κράτους – μέλους της Ε.Ε. υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ. 3 του νόμου αυτού. β. Σε περίπτωση που ο ασφαλιστής καταβάλει αποζημίωση κατά το άρθρο 6 παρ. 3 εδάφιο α' του νόμου αυτού, πέραν του ορίου ευθύνης του, που ορίζεται στο άρθρο 29 παρ. 1, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης για το υπερβάλλον.

Άρθρο 27Α

µε το οποίο προστίθεται 1. Ο κατά το άρθρο 1 του παρόντος Οργανισµός Αποζηµίωσης είναι υπεύθυνος για την ικανοποίηση των ζηµιωθέντων που διαµένουν στην Ελλάδα και έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζηµία από την κυκλοφορία οχηµάτων σε άλλο κράτος µέλος ή σε τρίτη χώρα, της οποίας το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης συµµετέχει στο σύστηµα πράσινων καρτών, από οχήµατα ασφαλισµένα και συνήθως σταθµεύοντα σε άλλο κράτος µέλος εκτός του κράτους διαµονής τους, εφ’ όσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρακάτω παραγράφου. 2. Ο «Οργανισµός αποζηµίωσης» διακανονίζει σύµφωνα µε τη νοµοθεσία του τόπου του ατυχήµατος και καταβάλλει αποζηµιώσεις στους ανωτέρω ζηµιωθέντες, ύστερα από αίτησή τους και εφ’ όσον : α) εντός τριών µηνών από την ηµεροµηνία που ο ζηµιωθείς υπέβαλε την αίτηση στην ασφαλιστική επιχείρηση του οχήµατος η κυκλοφορία του οποίου προκάλεσε το ατύχηµα ή στον αντιπρόσωπο για τον διακανονισµό των ζηµιών, η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο αντιπρόσωπος για τον διακανονισµό των ζηµιών δεν έχουν δώσει αιτιολογηµένη απάντηση στους ισχυρισµούς που προβάλλονται στην αίτηση, ή β) η ασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει διορίσει αντιπρόσωπο για τον διακανονισµό των ζηµιών στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή δεν µπορούν να υποβάλουν αίτηση στον «Οργανισµό αποζηµίωσης», αν έχουν υποβάλει αίτηση αποζηµίωσης απ’ ευθείας στην ασφαλιστική επιχείρηση του οχήµατος, η κυκλοφορία του οποίου προκάλεσε το ατύχηµα και έχουν λάβει αιτιολογηµένη απάντηση εντός τριών µηνών. 3. Ο «Οργανισµός αποζηµίωσης» µε την υποβολή της αίτησης αποζηµιώσεως, σύµφωνα µε τα ανωτέρω, πρέπει να ενηµερώσει αµέσως : α) την ασφαλιστική επιχείρηση του οχήµατος η κυκλοφορία του οποίου προκάλεσε το ατύχηµα ή τον αντιπρόσωπο για τον διακανονισµό των ζηµιών, β) τον οργανισµό αποζηµίωσης του κράτους µέλους που είναι εγκατεστηµένη η ασφαλιστική επιχείρηση που έχει εκδώσει το ασφαλιστήριο, γ) τον υπαίτιο του ατυχήµατος, όταν είναι γνωστός, ότι του υπεβλήθη αίτηση αποζηµίωσης εκ µέρους του ζηµιωθέντος και ότι πρόκειται να απαντήσει σ’ αυτήν εντός δύο (2) µηνών από της υποβολής της. 4. Ο «Οργανισµός αποζηµίωσης» µε βάση τις πληροφορίες που του παρέχει ο ζηµιωθείς, µετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσµίας των δύο (2) µηνών, διακανονίζει σύµφωνα µε τη νοµοθεσία του τόπου ατυχήµατος και καταβάλει την αποζηµίωση, εφόσον υποχρεούται προς τούτο. Ωστόσο δεν επιτρέπεται στον «Οργανισµό Αποζηµίωσης» να απαιτεί, προκειµένου να καταβάλει την αποζηµίωση, να αποδείξει ο ζηµιωθείς καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι ο υπόχρεος αδυνατεί ή αρνείται να πληρώσει, µε την επιφύλαξη των παρ. 2 και 10 του παρόντος. 5. Ο «Οργανισµός αποζηµίωσης» µε την καταβολή της αποζηµίωσης µπορεί να απαιτήσει από τον οργανισµό αποζηµίωσης στο κράτος µέλος στο οποίο είναι εγκατεστηµένη η επιχείρηση που εξέδωσε το ασφαλιστήριο, να του επιστρέψει το ποσό που καταβλήθηκε ως αποζηµίωση, κατ’ εφαρµογή της συµφωνίας που έχει συναφθεί µεταξύ των οργανισµών αποζηµίωσης στα κράτη µέλη. 6. Ο «Οργανισµός αποζηµίωσης» υποκαθίσταται σε όλα τα εξ αιτίας του ατυχήµατος δικαιώµατα του ζηµιωθέντος, έναντι του υπαιτίου του ατυχήµατος ή της ασφαλιστικής επιχείρησής του, µέχρι του ποσού που κατέβαλε στον ανωτέρω ζηµιωθέντα για οποιαδήποτε ζηµιά ή σωµατική βλάβη που υπέστη ή µέχρι του ποσού που κατέβαλε σε Οργανισµό Αποζηµίωσης άλλου κράτους µέλους. 7. Η αποζηµίωση που καταβάλλεται από τον Οργανισµό Αποζηµίωσης περιορίζεται στην συµπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό Ταµείο ή άλλος Οργανισµός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στον ζηµιωθέντα. 8. Ο «Οργανισµός αποζηµίωσης», είναι υπεύθυνος για την ικανοποίηση των ζηµιωθέντων που διαµένουν στην Ελλάδα και έχουν υποστεί ατύχηµα σε άλλο κράτος – µέλος : α) από όχηµα του οποίου δεν µπορεί να αναγνωρισθεί η ταυτότητα, β) σε περίπτωση που δεν µπορεί να διαπιστωθεί η ταυτότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης του οχήµατος που προκάλεσε το ατύχηµα, γ) σε περίπτωση ανασφάλιστων οχηµάτων τρίτων χωρών των οποίων το Εθνικό Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης Αυτοκινήτων έχει προσχωρήσει στο σύστηµα Πράσινης κάρτας. Η αποζηµίωση καταβάλλεται σύµφωνα µε την διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου. 9. Ο «Οργανισµός αποζηµίωσης», έχει αναγωγικό δικαίωµα για το ποσό της αποζηµίωσης που κατέβαλε σύµφωνα µε την παράγραφο 8 του παρόντος από : α) από το Επικουρικό κεφάλαιο του κράτους µέλους της συνήθους στάθµευσης του αυτοκινήτου, στην περίπτωση που δεν µπορεί να διαπιστωθεί η ταυτότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης. β) από το Επικουρικό κεφάλαιο του κράτους µέλους που συνέβη το ατύχηµα, στην περίπτωση που δεν µπορεί να αναγνωρισθεί η ταυτότητα του οχήµατος. γ) από το Επικουρικό Κεφάλαιο του κράτους µέλους όπου συνέβη το ατύχηµα σε περίπτωση ανασφάλιστων οχηµάτων τρίτων χωρών κατά την έννοια της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου. 10. Ο «Οργανισµός αποζηµίωσης», δεν παρεµβαίνει ή σταµατάει την οποιαδήποτε παρέµβασή του, όταν εν τω µεταξύ η ασφαλιστική επιχείρηση του υπευθύνου ή ο αντιπρόσωπος της έχει προβεί στις σχετικές ενέργειες. Επίσης στην περίπτωση που ο ζηµιωθείς έχει ασκήσει ευθεία αγωγή κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, τότε δεν µπορεί να απαιτήσει αποζηµίωση από τον «Οργανισµό αποζηµίωσης». 11. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης τροποποιείται ανάλογα και συµπληρώνεται η Υ.Α. Κ4-4523/86 του Υφυπουργού Εµπορίου «Οργάνωση και Λειτουργία του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης» (ΦΕΚ/ ΤΑΕ και ΕΠΕ 3087/23-10-1986).

Άρθρο 27Β

Τροποποίηση: ν. 3557/2007
1. Συνιστάται στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης» (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α΄), ως υπηρεσιακή μονάδα του, Κέντρο Πληροφοριών. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, ρυθμίζονται η ένταξη του Κέντρου Πληροφοριών στον Οργανισμό της ΕΠ.Ε.Ι.Α., η διάρθρωση, η οργάνωση και η λειτουργία του, ο αριθμός των οργανικών θέσεων των υπαλλήλων του κατά κατηγορία, κλάδο, ειδικότητα και είδος σχέσης εργασίας, τα ειδικά προσόντα του προϊσταμένου του Κέντρου Πληροφοριών και των υπαλλήλων του και οι γνώσεις αυτών σε θέματα, όπως ανάλυσης συστημάτων πληροφορικής, διαχείρισης βάσης δεδομένων, διαχείρισης δικτύων, χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια. 2. Σκοπός του κέντρου πληροφοριών είναι να παρέχει πληροφόρηση στους ζηµιωθέντες που διαµένουν στην Ελλάδα ώστε να διευκολύνονται στην απαίτηση αποζηµίωσης για υλικές ζηµιές ή σωµατικές βλάβες από τροχαίο ατύχηµα που συνέβη εκτός Ελλάδος. Την ίδια υποχρέωση πληροφόρησης έχει το κέντρο πληροφοριών και για τους ζηµιωθέντες που διαµένουν σε κράτος µέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., εάν το ατύχηµα συνέβη στην Ελλάδα ή προκλήθηκε σ' αυτούς από όχηµα µε Ελληνικές πινακίδες. 3. Επίσης το κέντρο πληροφοριών µπορεί να δίνει πληροφορίες για οχήµατα, που έχουν τόπο συνήθους στάθµευσης στην Ελλάδα και έχουν εµπλακεί σε τροχαίο ατύχηµα στην Ελλάδα, προκειµένου οι έχοντες έννοµο συµφέρον τρίτοι ζηµιωθέντες να διευκολύνονται για την απαίτηση της αποζηµίωσής τους. 4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 τηρούνται επί χρονικό διάστηµα επτά ετών από την ηµεροµηνία διαγραφής του οχήµατος από το µητρώο του Κέντρου πληροφοριών ή από την λήξη του ασφαλιστηρίου συµβολαίου. 5. Κάθε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο που ζηµιώθηκε από τροχαίο ατύχηµα και οποιοδήποτε πρόσωπο έχει έννοµο συµφέρον, δικαιούται να ζητά και να λαµβάνει αµελητί από το κέντρο πληροφοριών του κράτους µέλους διαµονής του ή του κράτους µέλους του οποίου φέρει πινακίδα το όχηµα ή του κράτους µέλους όπου συνέβη το ατύχηµα τα στοιχεία επικοινωνίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, τον αριθμό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου στην Ελλάδα υπευθύνου για τον διακανονισμό των ζημιών. 6. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να ενηµερώνουν το Κέντρο πληροφοριών µε τον αριθµό κυκλοφορίας των οχηµάτων για τα οποία καλύπτουν την αστική ευθύνη, τον αριθµό του ασφαλιστηρίου συµβολαίου και την χρονική περίοδο ισχύος αυτού, καθώς και τον αριθµό της πράσινης κάρτας. 7. Τα αρµόδια Υπουργεία οφείλουν να εφοδιάζουν το κέντρο πληροφοριών µε τα στοιχεία όλων των οχηµάτων που έχουν καταχωρηµένα ή να διασφαλίζουν στο κέντρο πληροφοριών άµεση πρόσβαση στο µηχανογραφικό µητρώο που διαθέτουν.

Άρθρο 28

1. Μέλη του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης, καθίστανται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό και ασκούν τον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης για ατυχήµατα από χερσαία αυτοκίνητα οχήµατα, είτε µέσω της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα, είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ’ του Παρόντος. Το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης έχει δικαίωµα αναγωγής και κατά της εγκατάστασης στην Ελλάδα ασφαλιστικής επιχείρησης µε έδρασε άλλο κράτος – µέλος σε Περίπτωση άσκησης από την Ελλάδα στο εξωτερικό του κλάδου αστικής ευθύνης για ατυχήµατα από χερσαία αυτοκίνητα οχήµατα µε καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για ό,τι ποσά υποχρεωθεί να καταβάλει για λογαριασµό της µε βάση τις διεθνείς συµβάσεις µεταξύ Γραφείων. 2. Τα µέλη του γραφείου υποχρεούνται να καλύπτουν την αστική ευθύνη των ασφαλισµένων τους για ατυχήµατα που προκαλούνται στο εξωτερικό από αυτοκίνητα που έχουν συνήθη τόπο στάθµευσης στην Ελλάδα, εκδίδοντας για το σκοπό αυτό το σχετικό πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης. 3. Τα έντυπα του πιστοποιητικού χορηγούνται από το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης και έχουν τον τύπο που χρησιµοποιείται διεθνώς. 4. Επιχειρήσεις που η έδρα τους βρίσκεται στο εξωτερικό συµµετέχουν υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως στο Ελληνικό Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης και υπόκεινται στις ρυθµίσεις που προβλέπει το άρθρο 29. (Καταργείται η δυνατότητα αυτών των επιχειρήσεων να εκδίδουν κάρτες του Γραφείου της έδρας τους). 5. α. Οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισµοί, οι προβλεπόµενοι από το άρθρο 35 παρ. 4 του ν.δ/τος 400/1970, όπως ισχύει, καθίστανται υποχρεωτικώς µέλη του ∆ιεθνούς Γραφείου Ασφάλισης, εφόσον καλύπτουν τον κίνδυνο ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτου. β. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδίδεται ύστερα από γνώµη της συνέλευσης των µελών του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, µπορεί να γίνουν µέλη του και οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισµοί που διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1 – 3, 36 και 37 του ν.δ/τος 400/1970, όπως ισχύει, εφόσον καλύπτουν τον ίδιο κίνδυνο.

Άρθρο 29

Τροποποίηση: ν. 3557/2007
1. Η υποχρέωση µέλους ή του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης από την έκδοση πιστοποιητικού διεθνούς ασφάλισης περιορίζεται στο ασφαλιστικό ποσό που ορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 6. Το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης καταβάλλει το ποσό που υπερβαίνει το κατά το προηγούµενο εδάφιο ασφαλιστικό ποσό. Σε περίπτωση ατυχήµατος, το µέλος που το καλύπτει είναι υποχρεωµένο, µέσα σε 10 εργάσιµες ηµέρες από τότε που θα ειδοποιηθεί από το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης, να καταβάλει σε αυτό το ισόποσο του παραπάνω ορίου ευθύνης του. 2. Ποσά που δεν καταβάλλονται από µέλος σε εκπλήρωση της κατά την προηγούµενη παράγραφο υποχρέωσής του, καταβάλλονται στο Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης από τα λοιπά µέλη ανάλογα µε την παραγωγή ασφαλίστρων του κλάδου αστικής ευθύνης αυτοκινήτων που είχαν κατά την προηγούµενη του ατυχήµατος χρήση, µε την επιφύλαξη του δικαιώµατος αναγωγής του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης κατά του υπόχρεου µέλους. 3. Αν το µέλος παραβεί τις υποχρεώσεις του των παραγράφων 1 και 2, υπόκειται στις κυρώσεις των διατάξεων του άρθρου 38. 4. Με απόφαση της ∆ιαχειριστικής του Επιτροπής, το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης µπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση πιστοποιητικών διεθνούς ασφάλισης, σε µέλος που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σύµφωνα µε το νόµο αυτόν και µε τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις και να ζητήσει από το µέλος να διακόψει την έκδοση πιστοποιητικών διεθνούς ασφάλισης, τα οποία του έχουν χορηγηθεί και να επιστρέψει το απόθεµα των εντύπων αυτών, τα οποία έχει στην κατοχή του. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 µέχρι και 3 του παρόντος άρθρου δεν εφαρµόζονται για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις – µέλη του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης που ασκούν τον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης για ατυχήµατα από αυτοκίνητα µε καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ' του παρόντος. Οι υποχρεώσεις των ανωτέρω μελών που απορρέουν από την έκδοση πιστοποιητικού διεθνούς ασφάλισης (πράσινης κάρτας) του Ελληνικού Γραφείου ρυθμίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 27 του παρόντος και το Τμήμα ΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας.

Άρθρο 30

Τροποποίηση: ν. 3557/2007
1. Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης προσυπογράφει το κείμενο που περιέχει τις υποχρεωτικές διατάξεις της Ενοποιημένης Συμφωνίας και υποχρεούται να τηρεί τις διατάξεις αυτές, καθώς και τις διατάξεις του Τμήματος ΙΙ της Συμφωνίας αυτής, που έχει προσυπογράψει με τα αντίστοιχα Γραφεία και αφορούν τις σχέσεις μεταξύ των Γραφείων αυτών οι οποίες βασίζονται στο πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα). Ομοίως, το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης υποχρεούται να τηρεί τις διατάξεις του Τμήματος ΙΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας, που βασίζονται στην τεκμαρτή ασφαλιστική κάλυψη, το κείμενο των οποίων έχει προσυπογράψει με τα αναφερόμενα, στο Παράρτημα της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από 28.7.2003 (L.192), αντίστοιχα Γραφεία των κρατών του ΕΟΧ και των συνδεδεμένων κρατών που προσχώρησαν στην Πολυμερή Σύμβαση Εγγύησης, κατά το άρθρο 17 της Ενοποιημένης Συμφωνίας. Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης υπογράφει και κάθε άλλη συμφωνία που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. 2. Σύµβαση που καταρτίζεται κατά τη διάταξη της προηγούµενης παραγράφου, πέραν των υποχρεώσεων που δηµιουργούνται µεταξύ των συµβαλλοµένων Γραφείων, ενεργεί επίσης απ' ευθείας υπέρ και κατά των µελών του Γραφείου ως προς τις ασφαλίσεις τις οποίες έχει συνάψει κάθε ένα από αυτά. 3. Η σύµβαση αυτή δεν υπόκειται σε καµία γενικά εισφορά υπέρ του Ταµείου Συντάξεων Νοµικών ή άλλου νοµικού προσώπου. 4. Σε περίπτωση που µέλος δεν καταβάλει την οφειλόµενη ασφαλιστική αποζηµίωση, οι λοιπές επιχειρήσεις µέλη υποχρεούνται να καλύψουν το ποσό που καταβλήθηκε από το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης για λογαριασµό τους.

Άρθρο 31

1. Το πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης εκδίδεται µε την συµπλήρωση εντύπου που χορηγείται από το Γραφείο κατά το υπόδειγµα που χρησιµοποιείται διεθνώς. 2. Το πιστοποιητικό αυτό χορηγείται µε σκοπό την ενάσκηση των δικαιωµάτων του ασφαλισµένου από τη σύµβαση του Γραφείου µετά του αντίστοιχου οργανισµού στη χώρα που έχει συµβεί το ατύχηµα. 3. Το Γραφείο δέχεται και λαµβάνει κάθε δήλωση ατυχήµατος που προκλήθηκε στην Ελλάδα από αυτοκίνητο που έχει τόπο συνήθους στάθµευσης εκτός της Ελληνικής Επικράτειας, εφόσον υποχρεούται σύµφωνα προς το άρθρο 27 του νόµου αυτού να προβεί σε διακανονισµό της ζηµίας και καταβολή αποζηµίωσης συνεπεία ατυχήµατος. 4. Με τις προϋποθέσεις αυτές, το Γραφείο είναι αντίκλητος του αλλοδαπού ασφαλιστή. Το πρόσωπο που ζηµιώθηκε από αυτοκίνητο που έχει τόπο συνήθους στάθµευσης εκτός της Ελληνικής Επικράτειας από ατύχηµα που συνέβη στην Ελλάδα, έχει ευθεία αγωγή κατά του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης στην Ελλάδα, εφόσον ως προς το αυτοκίνητο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο αυτό, επιφυλασσοµένου του δικαιώµατος αναγωγής υπέρ του Γραφείου που κατέβαλε.

Άρθρο 32

1. Αν σε ατύχηµα που συνέβη στην Ελλάδα έχει εµπλακεί αυτοκίνητο στο οποίο δεν ενεργείται έλεγχος για την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης κατά το άρθρο 13 παράγραφος 2 του νόµου αυτού, κάθε Αρχή ή ασφαλιστική επιχείρηση που έχει επιληφθεί του ατυχήµατος υποχρεούται αµέσως να γνωστοποιήσει µε έγγραφο στο Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης, τον τόπο συνήθους στάθµευσης, τον αριθµό κυκλοφορίας και πλήρη στοιχεία για την ασφάλιση του αυτοκινήτου ή των αυτοκινήτων τα οποία είχαν εµπλακεί στο ατύχηµα στην Ελλάδα. 2. Το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης, υποχρεούται να κοινοποιήσει τα ανωτέρω στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν σ’ αυτό στο αντίστοιχο Γραφείο του τόπου συνήθους στάθµευσης κάθε αυτοκινήτου που είχε εµπλακεί στο ατύχηµα.

Άρθρο 33

1. Όργανα διοίκησης του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης είναι η Συνέλευση των µελών και η ∆ιαχειριστική Επιτροπή. 2. Η ∆ιαχειριστική Επιτροπή αποτελείται από δέκα µέλη. Από αυτά, ένα µέλος χωρίς ψήφο ορίζει ο Υπουργός Εµπορίου και τα υπόλοιπα εκλέγει η Συνέλευση. Η ∆ιαχειριστική Επιτροπή εκλέγει µεταξύ των αιρετών µελών τον Πρόεδρό της. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εµπορίου που εκδίδεται ύστερα από γνώµη της Συνέλευσης και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβέρνησης, καθορίζονται οι εισφορές που κάθε µέλος του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει σε αυτό, σύµφωνα µε τα οριζόµενα παρακάτω : α) Για την κάλυψη των εξόδων λειτουργίας, τα µέλη καταβάλλουν στο Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης ως δικαίωµα εγγραφής εισφορά, η οποία δεν µπορεί να είναι κατώτερη του ισόποσου σε δραχµές των 3.000 ECU. Για τα επόµενα έτη η εισφορά κάθε µέλους υπολογίζεται ανάλογα µε την παραγωγή ασφαλίστρων του στον κλάδο αυτοκινήτου κατά την προηγούµενη χρήση. β) Για την κάλυψη των υποχρεώσεων του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης από την κυκλοφορία ανασφάλιστων αυτοκινήτων και από τον άµεσο διακανονισµό ζηµιών από ατυχήµατα προκαλούµενα στην ηµεδαπή ή στην αλλοδαπή από αυτοκίνητα που έχουν τόπο συνήθους στάθµευσης αντίστοιχα στην αλλοδαπή ή στην ηµεδαπή, καθώς και για την κάλυψη της δαπάνης για την αντασφάλιση της κατά το νόµο αυτόν ευθύνης του, καταβάλλεται ετήσια αναλογική εισφορά, που υπολογίζεται για κάθε µέλος ανάλογα µε την παραγωγή ασφαλίστρων του στον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων κατά την προηγούµενη χρήση. Αν η ∆ιαχειριστική Επιτροπή εκτιµήσει ότι τα κεφάλαια που διαθέτει οποιαδήποτε στιγµή το Γραφείο δεν επαρκούν για την εκπλήρωση εκκρεµών υποχρεώσεών του, κάθε µέλος υποχρεούται να καταβάλει συµπληρωµατική αναλογική εισφορά µέσα σε ένα (1) µήνα από τη λήψη της σχετικής απόφασής της. 4. Ειδικά στην περίπτωση άσκησης του κλάδου µε καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ του Παρόντος, οι εισφορές προς το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης υπολογίζονται σύµφωνα µε τις διατάξεις που ισχύουν και για τις εγκατεστηµένες στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις. 5. Οι διατάξεις του άρθρου 24 εφαρµόζονται αναλόγως σε περίπτωση που µέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις της προηγούµενης Παραγράφου. 6. Οι διατάξεις του άρθρου 25 εφαρµόζονται αναλόγως σε περίπτωση που µέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου περί εισφορών. 7. Κατά τα λοιπά για το Γραφείο ∆ιεθνούς εφαρµόζονται αναλόγως τα άρθρα 21 έως και 24. Ασφάλισης 8. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδίδεται ύστερα από γνώµη της συνέλευσης και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, µπορεί να επιβάλλεται συµπληρωµατική αναλογική εισφορά, αν η ∆ιαχειριστική Επιτροπή εκτιµήσει ότι τα κεφάλαια που διαθέτει οποιαδήποτε στιγµή το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης δεν επαρκούν για την εκπλήρωση εκκρεµών υποχρεώσεών του.

Άρθρο 34

Με απόφαση του Υπουργού Εµπορίου, που εκδίδεται µετά γνώµη της συνέλευσης των µελών του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται : α) Οι εισφορές που πρέπει να καταβάλει κάθε µέλος του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης και ο τρόπος υπολογισµού αυτών για την κάλυψη των υποχρεώσεων και εγγυήσεων που καταβάλλονται από αυτό, καθώς και των εξόδων λειτουργίας του. β) Η σύνθεση, σύγκληση, λειτουργία και οι αρµοδιότητες της, κατά το άρθρο 33, ∆ιαχειριστικής Επιτροπής. γ) Ο χρόνος και ο Τρόπος σύγκλησης, η απαρτία, ο τρόπος λήψης αποφάσεων και λειτουργίας της συνέλευσης των µελών αυτού. δ) Η τυχόν επιστροφή κατά τη διάρκεια της λειτουργίας αυτού χρηµατικών ποσών προς τα µέλη. ε) Κάθε λεπτοµέρεια αναγκαία για τη λειτουργία του Γραφείου ∆ιεθνούς Ασφάλισης.

Άρθρο 34Α

Τροποποίηση: ν. 3557/2007
1. Όπου στον παρόντα νόµο αναφέρεται «κράτη – µέλη της Ε.Ο.Κ.» νοείται Κράτη – µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λοιπά Κράτη – µέλη του Ευρωπαϊκού Οικονοµικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.). 2. Οι υποχρεώσεις του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, στο σύνολό τους, που δημιουργήθηκαν είτε πριν είτε μετά την 1η Ιουλίου 2003 ρυθμίζονται από τις διατάξεις της Ενοποιημένης Συμφωνίας.

Άρθρο 35

1. Αυτοκίνητα εισερχόµενα στην Ελλάδα στα οποία ενεργείται και έλεγχος για την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης και που δεν είναι εφοδιασµένα µε πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης σε ισχύ κατά το άρθρο 5 παράγραφος 3 του νόµου αυτού, πρέπει κατά την είσοδό τους στο Ελληνικό έδαφος να καλυφθούν µε ειδική ασφάλιση (συνοριακή ασφάλιση) κατά τις διατάξεις του επόµενου άρθρου. 2. Η ασφάλιση αυτή (συνοριακή ασφάλιση) συνάπτεται για χρονικό διάστηµα 30 ηµερών, χωρίς να µπορεί να ανανεωθεί. Οι διατάξεις του άρθρου 6 Παράγραφος 3 του νόµου αυτού, εφαρµόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

Άρθρο 36

1. Το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης είναι υποχρεωµένο να διαθέτει σε κάθε συνοριακό σταθµό και λιµένα εισόδου στη χώρα αντιπρόσωπο εξουσιοδοτηµένο να συνάπτει συνοριακές ασφαλίσεις για λογαριασµό όλων των µελών του. Ο αντιπρόσωπος µπορεί να είναι φυσικό ή νοµικό πρόσωπο καθώς και όργανο που ασκεί αστυνοµικά ή τελωνειακά καθήκοντα. Στους αντιπροσώπους αυτούς µπορεί να καταβάλλεται αποζηµίωση σε βάρος του Γραφείου, το ύψος της οποίας καθορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Εµπορίου. 2. Η συνοριακή ασφάλιση καταρτίζεται σύµφωνα µε τους όρους και τα τιµολόγια ασφαλίστρων που ισχύουν στην Ελλάδα. 3. Για τη συνοριακή ασφάλιση εκδίδεται ειδικό έγγραφο ο τύπος του οποίου ορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Εµπορίου.

Άρθρο 37

1. Το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης τηρεί χωριστή διαχείριση των ασφαλίστρων των αποζηµιώσεων (καταβαλλόµενων και εκκρεµών) καθώς και των λοιπών εξόδων της συνοριακής ασφάλισης. 2. Το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης ευθύνεται απέναντι στο πρόσωπο που ζηµιώθηκε, το οποίο έχει απ’ ευθείας αξίωση κατ’ αυτού. 3. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται αναλόγως για τη συνοριακή ασφάλιση οι διατάξεις που αφορούν το Γραφείο ∆ιεθνούς Ασφάλισης.

Άρθρο 37Α

µε το οποίο προστίθεται 1. Ο αντιπρόσωπος για τον διακανονισµό ζηµιών, τον οποίο έχουν υποχρέωση να διορίσουν στην Ελλάδα κατ’ εφαρµογή του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/26/ΕΚ οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκατεστηµένες σε κράτος µέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. που ασκούν στον τόπο εγκατάστασής τους τον κλάδο ασφάλισης 10 αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήµατα», εκτός της ευθύνης του µεταφορέα, έχει τα ακόλουθα προσόντα και προϋποθέσεις : Πρέπει να είναι γνώστης της Ελληνικής γλώσσας, να έχει διαµονή ή εγκατάσταση στην Ελλάδα, να διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση που τον διορίζει και να ικανοποιεί ολοσχερώς τις αξιώσεις ζηµιωθέντων µε µόνιµη κατοικία την Ελλάδα, προερχόµενες από ατυχήµατα προκαλούµενα από οχήµατα ασφαλισµένα σε αυτήν. 2. Οι υποχρεώσεις του ανωτέρω αντιπροσώπου είναι να συγκεντρώνει, όσον αφορά τις σχετικές αξιώσεις, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον διακανονισµό των ζηµιών και να λαµβάνει τα αναγκαία µέτρα για την διαπραγµάτευση του διακανονισµού των ζηµιών. Να διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζηµιές και θα µπορούσαν να προβάλλουν αξίωση αποζηµίωσης συµπεριλαµβανοµένης και της ικανοποίησης αυτών των αξιώσεων και για να την αντιπροσωπεύει ή εφ΄ όσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευσή της ενώπιον των διοικητικών αρχών σχετικά µε τις αξιώσεις αυτές. Επίσης να προβαίνει στις ενέργειες όπως καθορίζονται στο άρθρο 9α του παρόντος. 3. Ο υποχρεωτικός διορισµός αντιπροσώπου για τον διακανονισµό ζηµιών σε καµιά περίπτωση δεν περιορίζει τον ζηµιωθέντα ή την ασφαλιστική του επιχείρηση να στρέφονται απ’ ευθείας κατά του υπαιτίου του ατυχήµατος ή της ασφαλιστικής του επιχείρησης. 4. Σε περίπτωση που ο αντιπρόσωπος ζηµιών δεν συµµορφώνεται µε τις διατάξεις της οδηγίας 2000/26 προκειµένου να εξυπηρετήσει τον ζηµιωθέντα, η Εποπτική αρχή οφείλει να ενηµερώνει την αντίστοιχη Εποπτική Αρχή ασφαλειών όπου είναι εγκατεστηµένη η ασφαλιστική επιχείρηση, προκειµένου να ληφθούν τα ενδεδειγµένα µέτρα.

Άρθρο 38

Τροποποίηση: ν. 5113/2024
(ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ)

Άρθρο 39

1. Με απόφαση του Υπουργού Εµπορίου µπορεί να επιβληθεί υπέρ του Ταµείου Εθνικής Οδοποιΐας εισφορά επί των καθαρών ασφαλίστρων του Κλάδου Αυτοκινήτων. Με Π.∆/γµα που εκδίδεται µε πρόταση του Υπουργού Εµπορίου δύναται να αυξάνεται η ανωτέρω εισφορά µέχρι ποσοστό 3%. 2. Η κατά την προηγούµενη παράγραφο εισφορά αναγράφεται ξεχωριστά στο ασφαλιστήριο συµβόλαιο και βαρύνει τους ασφαλισµένους. 3. Οι ασφαλιστικές εταιρίες έχουν υποχρέωση µέσα σ’ ένα µήνα από το τέλος κάθε τριµήνου, να αποδίδουν στο Ταµείο Εθνικής Οδοποιΐας τις εισφορές που έχουν εισπράξει για λογαριασµό του, µέσα στο τρίµηνο αυτό. 4. Το Ταµείο Εθνικής Οδοποιΐας υποχρεούται να χρησιµοποιεί το έσοδο από την κατά την παράγραφο 1 εισφορά αποκλειστικά για την «Σήµανση» του Εθνικού και Επαρχιακού οδικού δικτύου της χώρας. 5. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης µπορεί µέρος της κατά την παράγραφο 1 εισφοράς να διατίθεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου για την εκπλήρωση των σκοπών του. Με όµοια απόφαση καθορίζονται οι λεπτοµέρειες εφαρµογής της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 57

Σε περίπτωση διαφοράς, µεταξύ του κειµένου του Παρόντος ∆/τος και των κειµένων των νοµοθετηµάτων που κωδικοποιούνται, υπερισχύει το κείµενο των τελευταίων.

Άρθρο 58

Το παρόν αρχίζει να ισχύει από τη δηµοσίευσή του στην Εφηµερίδα της Κυβέρνησης. Στον Υφυπουργό Εµπορίου αναθέτουµε τη δηµοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγµατος.

Αναζήτηση Νομολογίας

Βρείτε αποφάσεις που ερμηνεύουν τα άρθρα του ΠΔ237 σε δευτερόλεπτα

Αναζήτηση Νομολογίας