Απάντηση σε δευτερόλεπτα · Με παραπομπές στα ακριβή άρθρα του κώδικα
Ctrl+K
Άρθρο 1
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Η ενώπιον των Δικαστηρίων εκπροσώπησις του Δημοσίου γίνεται δια του Υπουργού των Οικονομικών. 2. Το Εκκλησιαστικόν Ταμείον, το Ταμείον Εθνικού Στόλου και το Ταμείον Εθνικής Αμύνης εκπροσωπούνται ενώπιον των Δικαστηρίων ως και το Δημόσιον υπό του Υπουργού των Οικονομικών (Β.Δ. της 12 Μαΐου 1835 άρθρα 1 και 5, Β.Δ. της 29 Απριλ. 1843 άρθρ. 1, Ν. 2861 του 1922 άρθρ. 1, Ν.Δ. 27 Σεπτεμ. 1922, άρθρ. 4, Ν. 4407 του 1929 άρθρ. 17, Δ. 7 Φεβρ. 1930 και άρθρον μόνον Ν. 6219/1934. Κατ' εξαίρεσιν διάφορος εκπροσώπησις του Δημοσίου προβλέπεται παρ' ειδικών τινων διατάξεων ως είναι Ν.Δ. 12/19 Μαΐου 1923, Δ. 24/27 Αυγούστου 1931, άρθρον 88 και Α.Ν. 717/37, άρθρ. 5 παράγρ. 2).
Άρθρο 2
Δεν ισχύειΤροποποίηση 10/07/1944
Καταργήθηκε από το άρθρ. 39 α.ν. 427/45.
Άρθρο 3
Δεν ισχύειΤροποποίηση 10/07/1944
Καταργήθηκε από το άρθρ. 39 α.ν. 427/45.
Άρθρο 4
Δεν ισχύειΤροποποίηση 10/07/1944
Καταργήθηκε από το άρθρ. 39 α.ν. 427/45.
Άρθρο 5
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 και υπό στοιχείον Ρ Γ' Νόμου γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας. 2. Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπήται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν των Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης. Η αντίθετος διάταξις του άρθρ. 88 εδάφ. 3 του από 24/27 Αυγούστου 1931 Διατάγματος "περί κώδικος του Νόμου περί εισπράξεως των Δημοσίων εσόδων" καταργείται (Ν. ΟΛΖ'/1880 άρθ. 2, Α.Ν. 1919/1939 άρθρ. 11, Ν. 2861/1922 άρθ. 1 και Ν.Δ. 27 Σεπτ. 1922 άρθρ. 4).
Άρθρο 6
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών (Δ.Ν.Υ.). 2. Τα αποδεικτικά των προς τον Υπουργόν των Οικονομικών ως εκπρόσωπον του Δημοσίου ή του Ταμείου Εθνικού Στόλου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου επιδιδομένων δικαστικών αποφάσεων και παντός είδους δικογράφων υπογράφει ο Διευθυντής των Νομικών Υπηρεσιών (Ν. 1564/1918 άρθ. 6, Α.Ν. 2374/1940 άρθρ. 1 και 25 αριθ. 2 και Β.Δ, 8/12 Σεπτ. 1940 άρθρ. 11 περίπτω. β').
Άρθρο 6Α
Τροποποίηση 31/10/2014
«1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφό που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.»
Άρθρο 7
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Αι εν τοις άρθροι 145 παρ. 7 και 596 εδάφ. γ' και δ' της Πολ. Δικονομίας, ως και αι υπό των κειμένων περί του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος του Κράτους και περί διαχειρίσεως, σχολαζουσών κληρονομιών διατάξεων διατασσόμεναι δημοσιεύσεις, όταν ταύτας επιμελήται το Δημόσιον, ενεργούνται δια μόνου του δελτίου δικαστικών δημοσιεύσεων του Ταμείου Συντάξεων Νομικών, δις εις δύο κατά συνέχειαν φύλλα τούτου. 2. Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται ασχέτως αν ωρίσθησαν ήδη αρμοδίως προ της ισχύος του Νόμου 463/1943 έτεραι εφημερίδες προς δημοσίευσιν (Νόμος 463/1943 άρθρ. 2.).
Άρθρο 8
Τροποποίηση 10/07/1944
Απαγορεύεται επί ποινή ακυρότητος της διαδικασίας εις τους Οικονομικούς Εφόρους να εγείρωσιν εν ονόματι του Δημοσίου ή της περιουσίας του Εκκλησιαστικού Ταμείου αγωγάς, κυρίας ή προσθέτους παρεμβάσεις ή ανακοινώσεις, να προσβάλλωσι δια τριτανακοπής ή δι' οιουδήποτε άλλου ενδίκου μέσου αποφάσεις και να διορίζωσι πληρεξουσίους δικηγόρους άνευ ειδικής προς τούτο εντολής του επί των Οικονομικών Υπουργού. Η ακυρότης αύτη απαγγέλεται και εξ επαγγέλματος. Εξαιρούνται μόνον αι περί προσωρινών μέτρων περιπτώσεις, κατά τας οποίας δύνανται και οφείλουσι να ενεργήσωσιν οι οικονομικοί έφοροι ό,τι υπαγορεύει ο νόμος, οφείλουσιν όμως επί πειθαρχική ποινή, επιβαλλομένη από τον επί των Οικονομικών Υπουργόν επί τη βάσει εκθέσεως της Δ.Ν.Υ. να γνωστοποιώσι την τοιαύτην ενέργειαν εκθέσεως της Δ.Ν.Υ. να γνωστοποιώσι την τοιαύτην ενέργειάν των εις το Υπουργείον των Οικονομικών εντός τριών ημερών αφ' ης ενεργήσωσι. Το καθήκον τούτο της γνωστοποιήσεως επιβάλλεται επί τη αυτή ως άνω ποινή και εις τους ταμίας ως προς τας διεξαγομένας παρ' αυτών δυνάμει των περί καταδιώξεως των καθυστερούντων φόρους υποθέσεις Ν. ΩΛΖ'/1880 άρθρ. 1 "Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρον 7").
Άρθρο 9
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Ουδεμία αγωγή κατά του Δημοσίου επιτρέπεται να εγγραφή προς συζήτησιν εις το πινάκιον του αρμοδίου δικαστηρίου προ της παρελεύσεως μηνός από της κοινοποιήσεως αυτής. Η προθεσμία αύτη δεν δύναται να συντμηθή δια πράξεως του προέδρου του δικαστηρίου, ειμή τη εγγράφω συναινέσει του αντιπροσώπου του Δημοσίου. 2. Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται εις πάσαν ανεξαιρέτως δικαστικήν πράξιν και ενέργειαν κατά του Δημοσίου και πάσαν κλήτευσιν αυτού ενωπιον δικαστηρίων ή εισηγητών προς διεξαγωγήν αποδείξεων, έτι δε προέδρων και Ειρηνοδικών ως και πάσης άλλης δικαστικής αρχής, τηρουμένης πάντοτε επί ποινή ακυρότητος και εν πάση περιπτώσει μηνιαίας προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της κλητεύσεως του Δημοσίου μέχρι της ωρισμένης προς εμφάνισίν του ημέρας. Εφ' όσον δεν ετηρήθη υπέρ του Δημοσίου η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία πάσα πράξις ή κλήτευσις κατά του Δημοσίου εις ελάσσονα χρόνον είναι αυτοδικαίως άκυρος, ουδέ συγχωρείται ερημοδικία κατά του Δημοσίου προ της παρελεύσεως μηνός από της κοινοποιήσεως της κλητεύσεώς του. Σύντμησις της ανωτέρω προθεσμίας, μέχρι το πολύ του ημίσεος δύναται να γίνη μόνον τη προηγουμένη εγγράφω συναινέσει του αντιπροσώπου του Δημοσίου. Εξαιρετικώς επί προσωρινών μέτρων και συντηρητικών αποδείξεων, η ανωτέρω προθεσμία είναι δεκαήμερος και άρχεται από της προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κοινοποιήσεως της κλήσεως προς εμφάνισιν. 3. αι ανωτέρω διατάξεις έχουσιν εφαμρογήν παντοτε επί οιασδήποτε δίκης του Δημοσίου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου ή του Ταμείου Εθνικού Στόλου ή των άλλων νομικών προσώπων των επί δικαστηρίου υπό του Υπουργού των Οικονομικών ή ετέρου Υπουργού εκπροσωπουμένων, ασχέτως του είδους της διαδικασίας του εκπροσωπούντος το Δημόσιον κρατικού οργάνου και του δικάζοντος δικαστηρίου ή δικαστού. Εξαιρετικώς α) επί ανακοπών ενώπιον του Ειρηνοδίκου ή Προέδρου Πρωτοδικών κατά τα εν άρθρω 68 του Κώδικος των νόμων "περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων" διατεταγμένα και αιτήσεων αναστολής επισπευδομένης διοικητικής εκτελέσεως κατά την παρ. 4 στοιχείον Α' του ιδίου άρθρου 68, β) επί συντηρητικών αποδείξεων και γ) επί αιτήσεων παρατάσεως προθεσμίας υποβαλλομένων ενώπιον του Προέδρου του δικαστηρίου ή του Ειρηνοδίκου κατά το άρθρον 198 της Πολ. Δικονομίας, η προθεσμία κλητεύσεως του Δημοσίου είναι δεκαήμερος (Ν. 473/1914 άρθρ. 12 παρ. α', Ν.Δ. 11/12 Ιαν. 1923 άρθ. 1 και Α.Ν. 675/37 άρθρ. 4 παρ. 2).
Άρθρο 10
Τροποποίηση 10/07/1944
Αι προθεσμίαι προς άσκησιν ενδίκων μέσων, προς δήλωσιν επί κατασχέσεως εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου και αι πάσης άλλης φύσεως νόμιμοι και δικαστικαί προθεσμίαι, εάν ορίζωνται βραχύτεραι των τριάκοντα ημερών, είναι δια το Δημόσιον διαρκείας τριάκοντα ημερών. "Παρέκτασις της προθεσμίας ταύτης λόγω αποστάσεως κατά τας διατάξεις του άρθ. 195 της Πολ. Δικονομίας χωρεί πάντοτε, έστω και αν εν τω ειδικώ νόμω δεν ορίζεται τοιαύτη". Εξαιρετικώς επί συντηρητικών μέτρων η προθεσμία προς εμφάνισιν είναι δεκαήμερος, επί δε προσωπικής κρατήσεως είναι πενθήμερος (Ν.Δ. 22 Απρ. 16 Μαΐου 1926 άρθ. 28).
Άρθρο 11
Τροποποίηση 22/11/2007
«Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων. Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών.». Εξαιρετικώς η προ των διακοπών αρξαμένη εξέτασις μάρτυρος δύναται να συνεχισθή και κατά τας διακοπάς μόνον αν αιτήσηται τούτο το Δημόσιον (Α.Ν. 1539/38 άρθ. 35 και Α.Ν. 1577/39 άρθ. 4 παρ. 1). «Εξαιρετικά, προκειμένου περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών στις προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής ή ενδίκων μέσων ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων οριζομένων από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από πρώτης (1ης) έως τριακοστής πρώτης (31ης) του μηνός Αυγούστου.»
Άρθρο 12
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Προκειμένου περί μαρτύρων κλητευομένων εν πολιτική δίκη υπό του Δημοσίου ή του Ταμείου Εθνικού Στόλου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου και μη προσερχομενων ή αρνουμένων την κατάθεσιν ή την δόσιν του όρκου, η κατά το άρθρον 314 Πολ. Δικονομίας ποινή λιπομαρτυρίας αυξάνεται μέχρι του δεκαπλασίου. Αν οι μάρτυρες ούτοι κάκτηνται την ιδιότητα δημοσίου ή κοινοτικού υπαλλήλου ή υπηρετου, η μη προσέλευσίς των ή η άρνησις της μαρτυρίας των ή της ορκοδοσίας των θεωρείται προσέτι βαρύ πειραρχικόν παράπτωμα διωκόμενον κατά τας κειμένας διατάξεις και συνεπαγόμενον πειθαρχικήν ποινήν και της προσωρινής εκ της υπηρεσίας απολύσεως δια χρόνον μη υπερβαίνοντα το έτος. 2. Οι κλητευόμενοι υπό του Δημοσίου ή των ανωτέρω δύο νομικών προσώπων και εμφανιζόμενοι μάρτυρες, εφόσον δεν κέκτηνται την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνουν επί τη αιτήσει των τα προς μετακίνησιν από του τόπου της κατοικίας ή της διαμονής των εις τον τόπον ένθα καλούνται προς εξέτασιν οδοιπορικά αυτών έξοδα, έτι δε και αποζημίωσιν αναλόγως της διατεθείσης χρονοτριβής των, αμφοτέρων τούτων εκκαθαριζομένων υπό του προέδρου του δικαστηρίου ή του εισηγητού, ου ενώπιον εκλήθησαν και ενεφανίσθησαν, επί της κοινοποιηθείσης αυτοίς κλήσεως, ήτις μετά της επ' αυτής εκκαθαρίσεως αποτελεί δικαιολογητικόν δια την καταβολήν των δαπανημάτων. 3. Η εκκαθάρισις της δαπάνης ταύτης ενεργείται άνευ των εν τη διατιμήσει περιορισμών, ουχί όμως εις ποσόν ημεραργίας μείζον των δραχ. 5.000 δι' εκάστην ημέραν διατεθείσης χρονοτριβής ή κλάσμα αυτής, ουδ' εις αριθμόν ημεραργιών μείζοντα των πέντε, η δε πληρωμή γίνεται υπό του κατά τας διατάξεις του από 2 Νοεμ. 1935 Α.Ν. "περί τροποποιήσεως του άρθρου 128 της Ποιν. Δικονομίας" διαχειριστού της παγίας προκαταβολής πρωτοδικείων εκ της κεχορηγημένης αυτώ εις εκτέλεσιν του άρθρου 2 του αυτού Α.Ν. παγίας προκαταβολής. Τα άρθρα 3 εδάφ. 3 και επόμ. 4, 5, 6 και 7 του αυτού ως άνω Α.Ν. εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και επί των δαπανημάτων τούτων. 4. Προκειμένου περί μαρτύρων δημοσίων υπαλλήλων έχουν εφαμρογήν αι κείμεναι διατάξεις περί οδοιπορικών εξόδων και αποζημιώσεως των δια λόγους υπηρεσίας μετακινουμένων δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων. 5. Κατά τα λοιπά ισχύουσι τα εν άρθρ. 314-316 της Πολ. Δικονομίας οριζόμενα (Α.Ν. 1051/38 άρθ. 1 και Ν. 463/1943 άρθ. 4).
Άρθρο 13
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Ο εις το Δημόσιον επιβαλλόμεναι δια δικαστικών αποφάσεων όρκοι δίδονται παρά του Υπουργού των Οικονομικών εν τω καταστήματι του Υπουργείου τούτου. Κατά πάσαν περίπτωσιν, ο τοιούτος όρκος διατυπούται υπό τον τύπον του πιστεύειν και μη γιγνώσκειν, εις την τροποποίησιν δε ταύτην του τύπου δύναται να προβή ο Υπουργός κατά την δόσιν του όρκου και εν τη περιπτώσει κατά την οποίαν διετυπώθη άλλως χωρίς να είναι αναγκαίον να προκληθή ειδική περί τούτου απόφασις (Ν ΙΣΤ'/1881 άρθ. 1, Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθ. 19). 2 (Α.Ν. 2374/1940 άρθ. 9 παρ. 1 εδ. δ'). Κατηργήθη υπό του άρθρου 39 Α.Ν. 237/45 (10. Δγ 28).
Άρθρο 14
Τροποποίηση 10/07/1944
Επί δικών του Δημοσίου κατά συνέπειαν εκτιμήσεως αποδείξεων και προς τυχόν συμπλήρωσιν αυτών δεν επιβάλλεται δικαστικός όρκος εις το Δημόσιον, αλλά το Δικαστήριον αποφασίζει οριστικώς άνευ τούτου, εφόσον κατέληξεν εις εκτίμησιν υπέρ του Δημοσίου. Εν πάση περιπτώσει ο αντίδικος του Δημοσίου δεν στερείται του δικαιώματος να επαγάγη εις αυτό όρκον προς απόδειξιν θέματος προς την υπέρ του Δημοσίου γενομένην υπό του Δικαστηρίου εκτίμησιν των αποδείξεων (Ν. 4975/1931 άρθρον 8).
Άρθρο 15
Τροποποίηση 10/07/1944
Δια της αποφάσεως δι' ης επιβάλλεται ο όρκος ορίζεται η προς ορκοδοσίαν ημέρα, ήτις πάντοτε πρέπει να συμπίπτη μετά χρονικόν διάστημα τριάκοντα τουλάχιστον ημερών από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως, προθεσμία δε προς δήλωσιν ουδέποτε δύναται να ταχθήυ ελάσσων των τριάκοντα ημερών. Δια της αυτής αποφάσεως ορίζεται ως εισηγητής προς δόσιν του ρορκου εις των εν τη πρωτευούση Πρωτοδικών ή πάρεδρος του αυτού πρωτοδικείου, παρ' οιουδήποτε δικαστηρίου του Κράτους και αν επιβάλλεται ο όρκος ούτος. Δια της κοινοποιουμένης δηλώσεως από τον επί των Οικονομικών Υπουργόν ορίζεται το χρονικόν σημείον κατά το οποίον της παρά του δικαστηρίου ταχθείσης ημέρας δοθήσεται ο όρκος, γνωστοποιείται δε τούτο εις τον διορισθέντα εισηγητήν, και εις τον αντίδικον ή τον πληρεξούσιόν του, όστις καλείται να παρασταθή εις την ορκοδοσίαν. Το χρονικόν τούτο σημείον δεν δύναται να περιλάβη διάρκειαν μείζοντα της ημισείας ώρας, εγκύρως δε λογίζεται δοθείς ο όρκος οποτεδήποτε δοθή εντός του χρονικού τούτου σημείου. Αι γενόμεναι τυχόν αντιρρήσεις καταχωρίζονται εν τη συνταχθησομένη εκθέσει, δια το κύρος της οποίας απαιτείται να προσληφθή ο Γραμματεύς του Εν Αθήναις Πρωτοδικείου, ή εις των νομίμων αναπληρωτών του. Ο Εισηγητής διαβιβάζει την έκθεσιν ταύτην εις το δικαστήριον παρά τω οποίω είναι εκκρεμής η διαφορά. Ως προς τους όρκους του επιβληθέντας δι' αποφάσεως, εκδοθείσης προ της δημοσιεύσεως του Νόμου ΙΣΤ' εφαρμόζονται τα προ τούτου ισχύοντα (Ν. ΙΣΤ'/1881 άρθρα 2 και 3, Ν. 473/1914 άρθ. 12 παρ. α' "Β. Δ/μα 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρα 18 και 20" Ν.Δ. 11/12 Ιαν. 1923 άρθρον 1 και Α.Ν. 675/1937 άρθρον 4 παρ. 2).
Άρθρο 16
Τροποποίηση 10/07/1944
Οι εις τους επαρχιακούς ταμίας, ως εκπροσωπούντας το Δημόσιον και εις τους οικονομικούς εφόρους επιβαλλόμενοι δια δικαστικών αποφάσεων όρκοι, εκτός εάν πρόκειται περί προσωπικής των ενεργείας, διατυπούνται κατά πάσαν περίπτωσιν υπό τον τύπον του πιστεύειν και μη γιγνώσκειν, εις την τροποποίησιν δε ταύτην του τύπου δύνανται να προβώσιν οι οικ. έφοροι και επαρχιακοί ταμίαι και εν η περιπτώσει διετυπώθη άλλως, χωρίς να είναι αναγκαίον να προκληθή ειδική περί τούτου απόφασις (Ν. ΓΞ'/1905 άρθ. 3 παρ. β' "Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρ. 21").
Άρθρο 17
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Επί των δηλώσεων του Δημοσίου, του Εκλησιαστικού Ταμείου και του Ταμείου του Εθνικού Στόλου επί των εις χείρας των, ως τρίτων, επιβαλλομένων κατασχέσεων, δεν επέρχονται αι συνέπειαι του άρθρου 931 της Πολ. δικονομίας εν παραλείψει προσφοράς των προς ένορκον των δηλώσεών των τούτων ενίσχυσιν. 2. Πάσα κατάσχεσις χρημάτων οφειλομένων από το Δημόσιον, πάσα δήλωσις της παραχωρήσεως ή μεταβιβάσεως αυτών εις τρίτα πρόσωπα, και εν γένει πάσα πράξις τείνουσα να εμποδίση την πληρωμήν αυτών πρέπει να γίγνηται παρά τοις ταμίαις εκείνοις, προς τους οποίους επιδίδονται τα περί πληρωμής αυτών εντάλματα, αλλ' ειδοποιείται συγχρόνως και το Υπουργείον εις το οποίον υπάγεται η δαπάνη, επί της πληρωμής της οποίας γίνεται η κατάσχεσις. Πάσα κατάσχεσις ή δήλωσις γενομένη κατ' άλλον τρόπον, είναι άκυρος και θεωρείται ως μηδέποτε λαβούσα χώραν. 3. Ει ειρημέναι κατασχέσεις ή δηλώσεις έχουν κύρος και φέρουν αποτελέσματα μόνον επί πέντε έτη, αφ' ης ημέρας εγένοντο, εκτός εάν εν τω διαστήματι τούτο ανανεωθώσιν. Οποιαδήποτε πράξις, σύμβασις ή δικαστική απόφασις και αν λάβη χώραν εν τω μεταξύ επ' αυτών, δεν μεταβάλλει την ανωτέρω διάταξιν, επομένως μετά την συμπλήρωσιν των πέντε ετών διαγράφονται (Νόμος 463/1943 άρθ. 3 και Ν. ΣΙΒ/1882 άρθ. 86 και 87).
Άρθρο 18
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Καθ' ας δίκας παρίστανται οι Νομικοί Σύμβουλοι, είτε επ' ακροατηρίου, είτε εκτός τούτου, επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ του Δημοσίου και της περιουσίας του Εκκλησιαστικού Ταμείου, κατά τα περί δικηγορικών αμοιβών ισχύοντα. Αι περί τούτων γινόμεναι εν τοις πινακίοις των Δικαστηρίων εγγραφαί των υποθέσεων απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου (Ν. ΑΚΑ' άρθ. 24. Π.Δ. 28 Ιουλ. 1931). 2. (Α.Ν. 2374/40 άρθ. 27) κατηργήθη υπό του άρθ. 39 Α.Ν. 247/45 (10 Δγ 26).
Άρθρο 19
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Επί αντιδικίας προς το Δημόσιον τέλη προκαταβάλλονται μόνον υπό του αντιδίκου του Δημοσίου αιτούντος, ενάγοντος, ανακόπτοντος, εκκαλούντος ή αναιρεσείοντος και εν γένει καταδιώκοντος, επιδικαζόμενα αυτώ εν περιπτώσει ήττης του Δημοσίου μετά των δικαστικών εξόδων και καταβαλλόμενα μετά κοινοποίησιν επιταγής εξ απογράφου της αποφάσεως, δι' εντάλματος μεν του αρμοδίου Υπουργείου και ομού μετά της επιδικαζομένης απαιτήσεως, δι' εντάλματος δε του Υπουργείου Οικονομικών όταν επιδικάζωνται μόνον δικαστικά έξοδα και τέλη. 2. Εν περιπτώσει ήττης του αντιδίκου του Δημοσίου, η βεβαίωσις των τελών επιδιώκεται ομού μετά των επιδικαζομένων τω Δημοσίω δικαστικών εξόδων, ως και των οφειλομένων απ' αρχής της δίκης και μη βεβαιωθέντων τελών επιμελεία της Δ.Ν.Υ. βάσει της κοινοποιηθείσης επιταγής εξ απογράφου ή βάσει αποσπασμάτων των σχετικών αποφάσεων. 3. Εν περιπτώσει ήττης του Δημοσίου αιτούντος, ενάγοντος, εκκαλούντος, αναιρεσείοντος, ανακόπτοντος και εν γένει καταδιώκοντος, τέλη ούτε εκκαθαρίζονται, ούτε εισπράττονται. 4. Επί διαξαγωγή αποδείξεων παντός είδους, μόνον δια την αιτήσει του Δημοσίου ενεργουμένην, δεν προκαταβάλλονται τέλη, η δε έκθεσις συντάσσεται ατελώς προκειμένης εξετάσεως μάρτυρος του Δημοσίου ή βεβαιώσεως πραγματογνωμοσύνης, αυτοψίας, κλπ. αιτήσειτου Δημοσίου βαρυνομένης δι' αυτής (Ν.Δ. 28 Ιουλ. 1931 άρθ. 36 παρ. 1-4).
Άρθρο 20
Τροποποίηση 10/07/1944
Της καταβολής του εν άρθρω 1 του Α.Ν. υπ' αριθ. 386/36 ειδικού ενσήμου αντιγραφικών απαλλάσσονται τα δι' υποθέσεως του Δημοσίου του Ταμείου Εθνικού Στόλου, του Εκκλησιαστικού Ταμείου και γενικώς των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, άτινα παρίστανται επί Δικαστηρίοις δια των Νομικών Συμβούλων του Κράτους χορηγούμενα εις ταύτα αντίγραφα, απόγραφα, αποσπάσματα ή πιστοποιητικά (Α.Ν. 386/1936 άρθρον 6).
Άρθρο 21
Τροποποίηση 10/07/1944
Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλω ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής (Νόμος ΚΑ'/1877 άρθ. 1 και ΓΙΟΕ'/1909 άρθ. 1, άρθ. 24 Δ/τος 8/13 Νοεμ. 1918).
Άρθρο 22
Τροποποίηση 10/07/1944
Τόκος επί τόκων ή άλλων προσόδων, οφείλεται: 1) εάν συνεφωνήθη τοιούτος, ή 2) εάν ζητηθή δι' αγωγής, κατ αμφοτέρας δε τας περιπτωσεις ταύτας μόνον επί των καθυστερουμένων τοιούτων επί ολόκληρον τουλάχιστον έτος ή επί μίαν χρήσιν ως προς το Δημόσιον. Η περί πληρωμής τοιούτου τόκου συμφωνία πρέπει να γίνηται η δε αγωγή να επιδίδηται μετά την λήξιν του ανωτέρου έτους ή της χρήσεως (Νόμος ΞΕ'/1882 άρθ. 3 παρ. α, β και γ, Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρον 27).
Άρθρο 23
Τροποποίηση 10/07/1944
Οφειλέται του Δημοσίου τυγχάνοντες εξ οιασδήποτε αιτίας πιστωταί αυτού, δεν δικαιούνται τόκων υπερημερίας επί ισοπόσου προς το χρέος των απαιτήσεων και εφ' όσον απηλλάγησαν της καταβολής των αναλογούντων εις το χρέος των τόκων υπερημερίας και προσθέτων τελών (Α.Ν. 1537/1938 άρθ. 4 παρ. 2).
Άρθρο 24
Τροποποίηση 10/07/1944
Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, όπως διατάξη την πληρωμήν εις αλλοδαπούς οίκους τόκων μη υπερβαινόντων τα 5% οφειλομένων δε αυτοίς λόγω της καθυστερήσεως της πληρωμής του αντιτίμου των παρ' αυτών προμηθεθέντων εις το Ελληνικόν Δημόσιον ειδών και υλικών από του έτους 1912 και εντεύθεν (Β.Δ. 8/13 Νοεμβ. 1918 άρθ. 25").
Άρθρο 25
Τροποποίηση 10/07/1944
Μετά τρεις μήνες από της ισχύος του νόμου ΓΤΟΕ' (26 Οκτωβρίου 1909) καταβάλλεται ο αυτός τόκος των 6% και επί των προ αυτού κατά του Δημοσίου απαιτήσεων, μη εξαιρουμένων ουδέ των τελεσιδίκως ανεγνωρισμένων, υπέρ ων ανώτερο επεδικάσθη τόκος (Ν. ΓΤΟΕ του 1909 άρθ. 2 "Β.Δ. 13 Νοεμ. 1918 άρθρον 26").
Άρθρο 26
Τροποποίηση 10/07/1944
Πλην της ρητής διατάξεως του Νόμου ουδείς των οφειλετών του Δημοσίου δύναται ν' αντιτάξη συμψηφισμόν απαιτήσεως αυτού έναντι χρέους του προς το Δημόσιον. Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται συμψηφισμός απαιτήσεων εξ επιστροφής χρημάτων καταβληθέντων εις το Δημόσιον Ταμείον αχρεωστήτως ή υπό αίρεσιν πληρωθείσαν (Δ. 24/27 Αυγ. 1931 άρθρον 87).
Άρθρο 27
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Παραγράφεται προς όφελος του Κράτους και εξαλείφεται παν χρέος του Δημοσίου, εάν δι' έλλειψιν αποχρώσης δικαιολογήσεως δεν ανεγνωρίσθη, δεν διετάχθη η πληρωμή αυτού και δεν επληρώθη εντός πέντε ετών αφ' ης το πρώτον εγεννήθη το προς αγωγήν δικαίωμα. Η διάταξις αύτη δεν ισχύει εις τας περιστάσεις δια τας οποίας νόμοι, ειδικά διατάγματα, συμβόλαια προσδιώρισαν μικροτέραν ή συνομωτέραν προθεσμίαν εκπτώσεως. 2. Δεν ισχύει προσέτι ως προς τα χρέη, τα οποία δεν εκπληρώθησαν εντός προσδιωρισμένης προθεσμίας δι' εμπόδια προελθόντα εκ μέρους των αρχών ή των οποίων η πληρωμή ανεβλήθη δι' αρξαμένην δίκην. Εκαστος πιστωτής έχει το δικαίωμα να ζητήση και λάβη από τον αρμόδιον, αποδεικτικόν περί της εμπροθέσμου αιτήσεώς του και της παρουσιάσεως των τίλων του δικαιώματός του (Ν. ΣΙΒ'/1852 άρθρα 69 και 70, Ν. ΧΛ/2887 άρθρον 3).
Άρθρο 28
Τροποποίηση 10/07/1944
"Αι των δημοσίων υπαλλήλων και υπηρετών και των στρατιωτικών εν γένει προσωπικαί αγωγαί κατά του Δημοσίου ένεκεν απολύσεως, καθυστερήσεως μισθών και άλλων αποδοχών, ή παραβάσεως των περί προβιβασμού ή καταστάσεως των αξιωματικών του στρατού της ξηράς, του αέρος και της θαλάσσης Νόμων παραγράφονται μετά διετίαν, αφ' ης το πρώτον εγεννήθη το προς αγωγήν δικαίωμα, πλην εάν η απαίτησις ανεγνωρίσθη παρά του Δημοσίου, οπότε παραγράφονται μετά πενταετίαν από της αναγνωρίσεως, κατά τας διατάξεις των άρθ. 69 και 70 του περί Δημοσίου Λογιστικού Νόμου. Τα αυτά ισχύουσιν επί αγωγών προερχομένων εκ των περί καταδιώξεως της ληστείας Νόμων.
Άρθρο 29
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται μετά 5ετίαν από της λήξεως της χρήσεως εντός της οποίας εβεβαιώθη τελεσιδίκως ως δημόσιον έσοδον. 2. Κατ' εξαίρεσιν α) τα χρέη προς το Δημόσιον εκ παρακρατηθέντων ή εισπραχθέντων δια λογαριασμόν του Δημοσίου φόρων, τελών και δικαιωμάτων και β) τα χρέη προς το Δημόσιον εξ εισαγωγικών δασμών και τελών εν γένει εισπραττομένων εν τοις Τελωνείοις, παραγράφονται μετά 10ετίαν από της λήξεως της χρήσεως εντός της οποίας εγεννήθη η προς είσπραξιν αυτών απαίτησις του Δημοσίου. Ως χρόνος γενέσεως των προς είσπραξιν εισαγωγικών και λοιπών τελών εμπορευμάτων από αποταμίευσιν λογίζεται δια την παραγραφήν η επομένη της λήξεως της συμφώνως τοις τελωνειακοίς νόμοις οριζομένης προθεσμίας αποταμιεύσεως, εν περιπτώσει δε ενεργείας προ ταύτης ελέγχου των αποθηκών, η ημέρα της συντάξεως εκθέσεως περί διαπιστώσεως ελλείματος. 3. Οι ανωτέρω παραγραφαί εφαρμόζονται και δια τας προ της ισχύος του 4845/1940 νόμου τελεσιδίκως βεβαιουμένας οφειλάς προς το Δημόσιον, αλλά δεν δύνανται να συμπληρωθούν προ της παρελεύσεως τριετίας αρχομένης από της 1 Απρ. 1931. Η αληθής έννοια της διατάξεως ταύτης είναι ότι έχει εφαρμογήν και επί των χρεών των αναφερομένων εν τη παραγράφω 2. 4. Των ανωτέρω παραγραφών εξαιρούνται τα χρέη α) εκ τελεσιδίκων αποφάσεων των τακτικών Δικαστηρίων, πλην των προστίμων, χρηματικών ποινών και των συναφών δικαστικών εξόδων και τελών, υποκειμένων εις την παραγραφήν της παρ. 1 του παρόντος, β) εξ απίστου διαχειρίσεως και τα δι' αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταλογιζόμενα εις βάρος δημοσίων υπολόγν ή άλλων δημοσίων υπαλλήλων, γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως ως και αι εκ τούτων περιοδικαί παροχαί και δ) τα χρέη τα αφορώντα εις καταλογισμούς επιβληθέντας παρ. οιωνδήποτε αρμοδίων κατά νόμον αρχών. Πάντα τα χρέη ταύτα υπόκεινται εις 30ετή παραγραφήν. 5. Πάσα κατά τας παραγράφους 1-4 του παρόντος αποσβενυομένη απαίτησις του Δημοσίου δύναται ν' αντιταχθή εις συμψηφισμόν επί 5ετίαν από της συμπληρώσεως της παραγραφής (Δ. 24/27 Αυγ. 1931 άρθ. 86, Α.Ν. 1537/1938, άρθ. 1 παρ. 2, 3 και 4).
Άρθρο 30
Τροποποίηση 10/07/1944
Επί απαιτήσεων, ων κατέστη δικαιούχος το Δημόσιον εκ πάσης αιτίας διαδοχής και αίτινες μέχρι της προς το Δημόσιον μεταβιβάσεώς των δεν έχουσι υποκύψει εις παραγραφήν εν τω προσώπω του δικαιοπαρόχου, χωρεί η παραγραφή του άρθ. 86 του Νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων, ως νέα παραγραφή, του χρόνου αυτής υπολογιζομένου αφ' ης συνετελέσθη η δικαιοδοτική του δικαιώματος του Δημοσίου πράξις (Α.Ν. 1337/1938 άρθ. 1 παρ. 6).
Άρθρο 31
Τροποποίηση 10/07/1944
Απαιτήσεις περί αποδόσεως φόρου ή άλλου δικαιώματος παρά το δέον πληρωθέντος εις το Δημόσιον παραγράφονται μετά τρία έτη από της πληρωμής (Νόμος ΣΙΒ'/1852 άρθ. 83 δι' επιστροφήν αχρεωστήτως καταβληθέντος τέλους χαρτοσήμου όρα ειδικήν παραγραφήν άρ. 7 Ν.Δ. υπ' αριθ. 1722/1942).
Άρθρο 32
Τροποποίηση 10/07/1944
Οσα χρήματα παραδοθώσιν εις τα Ταμεία του Κράτους δια να πληρωθώσιν από άλλα Ταμεία εις ωρισμένα πρόσωπα, εν διαστήματι δε πέντε ετών αφ' ης ημέρας παρεδόθησαν, δεν αναζητηθώσιν από τους΄εχοντας δικαιώμα επ' αυτών, μεταβαίνουσιν οριστικώς εις την κυριότητα του Δημοσίου (Νόμος ΣΙΒ'/1852 άρθρον 84).
Άρθρο 33
Τροποποίηση 10/07/1944
Χρημάτων κατατειθεμένων εις Δημόσιον Ταμείον, λόγω εγγυήσεως οι δεδουλευμένοι τόκοι, όταν εν διαστήματι πέντε ετών δεν ζητηθώσιν, παραγράφονται (νόμος ΣΙΒ'/1852 άρθ. 82).
Άρθρο 34
Δεν ισχύειΤροποποίηση 10/07/1944
Καταργήθηκε από το άρθ. 39 α.ν. 427/45.
Άρθρο 35
Τροποποίηση 10/07/1944
1. Πάσα αναγνωρισης ή οιαδήποτε συμβιβαστική λύσις των εν τω προηγουμένω άρθρω διαφορών, γενομένη άνευ της ομοφώνου γνωμοδοτήσεως του Νομικού συμβουλίου, είναι αυτοδικαίως άκυρος, τα δε συνεπεία τοιαύτης παρά του Δημοσίου ή από την περιουσίαν του Εκκλησιαστικού Ταμείου καταβληθέντα αποδίδονται. 2. Της ανωτέρω διατάξεως η έννοια είναι ότι αναγνωρισθείσης άπαξ υπό του Νομικού Συμβουλίου αξιώσεώς τινος κατά του Δημοσίου και εν γένει συμβιβαστικής λύσεως διαφοράς ή καταργήσεως δίκης, εγκριθείσης δε της τοιαύτης αναγνωριστικής γνωμοδοτήσεως και υπό του Υπουργού και συνταχθέντος του οικείου συμβολαίου, ουδείς πλεόν έλεγχος δύναται ν' ασκηθή (ΑΚΑ'/882 άρθ. 4 "Β.Δ. 8/13 Νοεμβ. 1918 άρθ. 50" καιν. 4975/1931 άρθ. 12).
Άρθρο 36
Δεν ισχύειΤροποποίηση 10/07/1944
Καταργήθηκε από το άρθ. 39 α.ν. 427/45.
Άρθρο 37
Τροποποίηση 10/07/1944
1. "Αι περί συμβιβασμού και αναγνωρίσεως απαιτήσεων αιτήσεις κοινοποιούνται δια δικαστικού κλητήρος, συνυποβαλλομένου επί συνεπεία απαραδέκτου αυτών και διπλοτύπου εισπράξεως του Δημοσίου Ταμείου καταβολής παραβόλου αναλόγως του ποσού της απαιτήσεως, ης ζητείται η αναγνώρισις, ή του ποσού της διαφοράς, ης ζητείται η κατά συμβιβασμόν ρύθμισις, και εφ' όσον τα ποσά ταύτα είναι ανώτερα του 1.000.000 δραχμών, υπολογιζομένου κατά την κατωτέρω κλίμακα: Γραμμάτιον δραχμών μέχρι ποσού 20.000 3.000.000 40.000 5.000.000 100.000 10.000.000 150.000 15.000.000 200.000 25.000.000 350.000 50.000.000 500.000 75.000.000 650.000 100.000.000 800.000 125.000.000 950.000 150.000.000 1.000.000 δια απν επί πλέον ποσόν". 2. Η ανωτέρω καταβολή απαλλάσσεται του προσθέτου τέλους δανείων. Αι απορριφθείσαι αιτήσεις εισάγονται εκ νέου μόνον εάν προσαχθώσι νέα στοιχεία και επί καταβολή του ημίσεος του τέλους. Περαιτέρω επανεισαγωγή είναι απαράδεκτος. Ομως ο πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου κατά πάσαν περίπτωσιν καιιδία επί εκκρεμών δικών ή κατόπιν εκδοθεισών αποφάσεων ή προκειμένου περί παραιτήσεως από αγωγής ή ασκηθέντος ενδίκου μέσου δικαιούται αυτεπαγγέλτως να εισαγάγη απορριφθείσαν αίτησιν. (Α.Ν. 19/20 Νοεμ. 1935 αρθ. 4). 3. Καταργήθηκε με το άρθ. 39 α.ν. 247/45.