Απαλλοτριώσεις για έργα γενικότερης σημασίας - Προσωρινή κατάληψη
«1. Προκειμένου να εκτελεστούν έργα γενικότερης σημασίας για την οικονομία της χώρας είναι δυνατόν με ειδική απόφαση του Εφετείου, που δικάζει «σε μονομελή σύνθεση» με τη διαδικασία του άρθρου 21 του παρόντος, να επιτρέπεται η πραγματοποίηση εργασιών και πριν από τον προσδιορισμό και την καταβολή της αποζημίωσης. Με την απόφαση διατάσσεται η αποβολή του ιδιοκτήτη «νομέα ή κατόχου» από το ακίνητο και η άμεση παράδοση αυτού. Οι απαλλοτριώσεις του προηγούμενου εδαφίου κηρύσσονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία προβλέπεται ρητά η δυνατότητα αυτή. Αν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί κατά τις πάγιες διατάξεις και η σχετική ανάγκη ανακύψει μεταγενέστερα, τότε, προκειμένου να ακολουθηθεί η διαδικασία της παραγράφου αυτής, εκδίδεται ειδική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «για την υπαγωγή τους στη διαδικασία του παρόντος άρθρου». Οι απαιτούμενες συμπληρωματικές απαλλοτριώσεις κηρύσσονται κατά τις πάγιες διατάξεις, χωρίς να απαιτείται νέα κάθε φορά πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Με απόφασή του το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να εξουσιοδοτεί το αρμόδιο για την κήρυξη της απαλλοτριώσεως όργανο, να προβαίνει στην κήρυξη απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση του έργου, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου αυτού.» 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο διαδικασία κινείται με ειδική αίτηση προς το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο δικαστήριο, που υποβάλλεται αμελλητί και κατ' απόλυτη προτεραιότητα από τον βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης, είτε αυτοτελώς είτε μαζί με την αίτηση για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης. Η αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα αυτής υποβάλλονται και σε ψηφιακή μορφή. Το οικείο γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους υποχρεούται να υποβάλει τις σχετικές αιτήσεις αμελλητί και κατ' απόλυτη προτεραιότητα. Η κλήτευση των ιδιοκτητών στην περίπτωση αυτήν γίνεται κατά τα οριζόμενα στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 19 του παρόντος Κώδικα. Ο αρμόδιος δικαστής υποχρεούται να προσδιορίσει δικάσιμο προς συζήτηση της αίτησης το αργότερο μέχρι την πρώτη εργάσιμη μετά την παρέλευση είκοσι (20) ημερών από την ημέρα κατάθεσής της. Αναβολή της συζήτησης της αίτησης δεν επιτρέπεται. Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά εντός ενός (1) μηνός από τη συζήτηση της αίτησης. Ειδικά για την κατασκευή σιδηροδρομικών έργων με φορέα υλοποίησης την εταιρεία «ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε.», ο αρμόδιος δικαστής υποχρεούται να προσδιορίσει δικάσιμο προς συζήτηση της αίτησης το αργότερο μέχρι την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα κατάθεσής της. Αναβολή της συζήτησης της αίτησης δεν επιτρέπεται. Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά εντός τριών (3) μηνών από τη συζήτηση της αίτησης. 3. Το δικαστήριο, παρέχοντας την άδεια, υποχρεώνει τον βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, πριν από την κατάληψη του ακινήτου, εύλογο τμήμα της αποζημίωσης, που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 70% της κατά το οικείο σύστημα προσδιοριζόμενης αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, άλλως της εκτιμώμενης αποζημίωσης «που έχει το ακίνητο κατά την ημέρα κατάθεσης της αίτησης». (ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΔΑΦΙΟ ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΩΣ ΜΗ ΙΣΧΥΟΝ: ΒΛ. ΣΧΟΛΙΑ). Η εκτίμηση για την αιτία αυτή του ύψους της αποζημίωσης δεν δεσμεύει τον δικαστή του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της, η δε διαδικασία για τον προσδιορισμό αυτόν χωρεί αυτοτελώς, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 19 και 20 ή στο άρθρο 21 του παρόντος. Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί, από την επομένη της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, να κινήσει τη διαδικασία των άρθρων 26 και 27 του Κώδικα για να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης. «4. Αν το δικαστήριο παράσχει την αιτηθείσα άδεια, τότε η παράδοση του ακινήτου ενεργείται άμεσα «από τη δημοσίευση της απόφασης» και χωρίς να απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια, ο δε υπέρ ου υποχρεούται να ζητήσει τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης σε ένα (1) μήνα από την κοινοποίηση ή γνώση της απόφασης. Με την απόφαση του Εφετείου διατάσσεται ταυτόχρονα η αποβολή του «ιδιοκτήτη, νομέα ή» κατόχου από το ακίνητο, με τον όρο της κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά την προηγούμενη παράγραφο 3, του ευλόγου τμήματος της αποζημίωσης. (ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΕΔΑΦΙΟ ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΩΣ ΜΗ ΙΣΧΥΟΝ: ΒΛ. ΣΧΟΛΙΑ).» «5. Κατά της απόφασης του Εφετείου, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και με την οποία παρέχεται η άδεια προσωρινής κατάληψης, καθορίζεται η εύλογη αποζημίωση και διατάσσεται η αποβολή του ιδιοκτήτη, νομέα ή κατόχου από το ακίνητο δεν ασκούνται ένδικα μέσα, δεν χωρεί αναστολή εκτέλεσης και δεν παράγεται δεδικασμένο ως προς τον καθορισμό του ύψους της πλήρους αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 19 και 20 του παρόντος Κώδικα.» "6" (5). «Ο βαρυνόμενος με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης, πριν από την κατάληψη του ακινήτου με τις παραπάνω προϋποθέσεις, προβαίνει υποχρεωτικά στην έκδοση υπέρ του δικαιούχου, ειδικού ομολόγου διαρκείας όχι μεγαλύτερης των δεκαοκτώ (18) μηνών, για το υπόλοιπο της αποζημίωσης αυτής ή στην ισόποση παρακατάθεση αυτής υπέρ του δικαιούχου με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που εκδίδεται το ειδικό ομόλογο.» Αν ο βαρυνόμενος με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης είναι Ν.Π.Ι.Δ. ή ιδιώτης, τότε, αντί του ομολόγου, παρέχεται αντίστοιχη εγγυητική επιστολή αναγνωρισμένου πιστωτικού ιδρύματος. Το ομόλογο ή η εγγυητική επιστολή επιστρέφονται αν η αποζημίωση καταβληθεί εντός του χρόνου ισχύος τους, άλλως εισπράττονται από τον δικαιούχο. Αν ο βαρυνόμενος δεν καταβάλει στον δικαιούχο το ακάλυπτο υπόλοιπο της προσωρινά ή οριστικά προσδιοριζόμενης αποζημίωσης σε έξι (6) μήνες από την κοινοποίηση, με επιμέλεια του δικαιούχου, της απόφασης για τον προσδιορισμό αυτόν, τότε το υπόλοιπο επιβαρύνεται με τόκο 2% για κάθε μήνα καθυστέρησης ο δε δικαιούχος διατηρεί το δικαίωμα κατάσχεσης οποιουδήποτε ιδιωτικού περιουσιακού στοιχείου του βαρυνομένου, ακόμη και αν αυτός είναι το Δημόσιο ή εξομοιούμενο με αυτό Ν.Π.Δ.Δ.. Αν η τελικά προσδιοριζόμενη αποζημίωση είναι μικρότερη από το ποσό του τυχόν εκδοθέντος και εξοφληθέντος ομολόγου, τότε η διαφορά επιστρέφεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. «"7" (6). Η κατά το άρθρο αυτό διαδικασία χωρεί κατ' απόλυτη προτεραιότητα. Προκειμένου οι προθεσμίες του παρόντος άρθρου να τηρούνται απαρεγκλίτως, οι σχετικές υποθέσεις προσδιορίζονται και δικάζονται καθ' υπέρβαση του ορισμένου αριθμού υποθέσεων κατά δικάσιμο που τυχόν έχει αποφασισθεί από τις Ολομέλειες των Δικαστηρίων.» "8" (7). Σε περίπτωση ανάκλησης των απαλλοτριώσεων αυτών κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Κ.Α.Α.Α. εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 6 του άρθρου 12. Επίσης στις απαλλοτριώσεις αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 25. 8. (ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΩΣ ΜΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ: ΒΛ. ΣΧΟΛΙΑ) 9. Επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, η κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων εντός σχεδίου πόλεως, καθώς και η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε βάρος αυτών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Υποδομών και Μεταφορών, Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και Εσωτερικών για την εκτέλεση έργων αναβάθμισης και επέκτασης πολιτικών αεροδρομίων, που συνδέονται άμεσα με την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και του δημοσίου συμφέροντος. Η απαλλοτρίωση κηρύσσεται υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες του φορέα που ορίζεται στην πράξη απαλλοτρίωσης και θεωρείται κατεπείγουσα, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των παρ. 1 έως και 6. Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και για την εκτέλεση σιδηροδρομικών έργων μετά των συνοδών έργων τους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται, ιδίως οι οδοί προσπέλασης και οι κόμβοι σύνδεσης των περιοχών εγκατάστασης των έργων με το εθνικό και επαρχιακό οδικό δίκτυο, το παράλληλο και κάθετο οδικό δίκτυο, οι περιβάλλοντες χώροι των σιδηροδρομικών σταθμών και στάσεων και τα υδραυλικά έργα. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύσσεται, κατά περίπτωση, είτε υπέρ του Δημοσίου είτε υπέρ άλλων φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143), και με δαπάνες του φορέα που ορίζεται στην πράξη απαλλοτρίωσης, θεωρείται δε κατεπείγουσα, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των παρ. 1 έως και 6. Μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προβαίνει στην έγκριση τροποποίησης του σχεδίου πόλεως, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, κατόπιν υποβολής σχετικού φακέλου από τον Φορέα ή την Υπηρεσία του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών που ζητά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ο φάκελος αυτός περιλαμβάνει μελέτη τροποποίησης, η οποία λαμβάνει υπόψη το όριο της απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε κατ' εφαρμογή του παρόντος και σύμφωνα με τις ειδικές συνθήκες που διαμορφώνονται λόγω του έργου, στο οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, συμπεριλαμβανομένων της σχετικής τεχνικής έκθεσης, των τοπογραφικών διαγραμμάτων, των απαιτούμενων εισηγήσεων, γνωμοδοτήσεων και αποδεικτικών επιδόσεων.