Παραγραφή αδικοπραξίας ΑΚ 937, έναρξη πενταετίας — γνώση ζημίας

Κύρια Νομική Θέση

Με βάση το διαθέσιμο υλικό, η ένσταση ότι η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ άρχισε ήδη από το 2019 δεν είναι κατ’ ανάγκην βάσιμη. Η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ότι η έναρξη της πενταετίας δεν ταυτίζεται απλώς με τον χρόνο της επέμβασης ή της πρώτης βλάβης, αλλά με τον χρόνο κατά τον οποίο ο παθών απέκτησε θετική γνώση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου, ώστε να μπορεί να ασκήσει ορισμένη αγωγή με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας.

Στο δικό σας πραγματικό, εφόσον οι επιπλοκές το 2019 αποδίδονταν σε «φυσιολογική αντίδραση» και μόνον το 2022 άλλος ιατρός διαπίστωσε χειρουργικό σφάλμα, υπάρχει ισχυρό επιχείρημα ότι η γνώση του άρθρου 937 ΑΚ αποκτήθηκε το 2022 και όχι το 2019.


1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

- ΑΚ Άρθρο 914
Ορίζει τη γενική βάση της αδικοπρακτικής ευθύνης: όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια υποχρεούται σε αποζημίωση.

- ΑΚ Άρθρο 937
Ορίζει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει εικοσαετής απώτατη παραγραφή από την πράξη.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1416/2017, ΑΠ 132/2024, ΑΠ 880/2022, ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 72/2013, ΑΠ 477/2020, ΑΠ 513/2024, ΑΠ 721/2023, ΑΠ 1438/2017, ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 344/2017, ΑΠ 591/2017, ΑΠ 1202/2025.

- ΑΚ Άρθρο 251
Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1416/2017, ΑΠ 880/2022, ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 721/2023, ΑΠ 1438/2017, ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 591/2017, ΑΠ 1202/2025.

- ΑΚ Άρθρο 255
Προβλέπει αναστολή της παραγραφής σε περίπτωση ανώτερης βίας ή όταν ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο τον δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο.
Δεν προκύπτει από τα δοθέντα πραγματικά ότι είναι ο κύριος άξονας της υπόθεσης, αλλά μπορεί να λειτουργήσει επικουρικά αν αποδειχθεί δόλια παραπλάνηση.

- ΑΚ Άρθρο 261
Η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής.

- ΑΚ Άρθρο 263
Αν η πρώτη αγωγή απορριφθεί για μη ουσιαστικούς λόγους ή υπάρξει παραίτηση, η νέα αγωγή μέσα σε έξι μήνες διατηρεί τη διακοπή.

Παρατήρηση για το Ν.4764/2020
Στο παρεχόμενο υλικό δεν περιλαμβάνεται συγκεκριμένη διάταξη του Ν.4764/2020 ούτε απόφαση που να τον εφαρμόζει στο ερώτημα της παραγραφής ιατρικής αδικοπραξίας. Επομένως, δεν μπορώ να στηρίξω απάντηση σε αυτόν. Το διαθέσιμο υλικό απαντά επαρκώς με βάση τα ΑΚ 914, 937, 251 και τη σχετική νομολογία.


2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

ΑΠ 41/2023
- Σχετικότητα: Υπόθεση ιατρικής ευθύνης μετά από χειρουργική επέμβαση, όπου αρχικά οι οικείοι της παθούσας απέδιδαν το αποτέλεσμα σε διαφορετικό πρόσωπο και μόνον αργότερα, κατά την ποινική δίκη, έλαβαν σαφή γνώση των συγκεκριμένων περιστατικών που θεμελίωναν την ευθύνη άλλων προσώπων.
- Κρίση: Η ζημία ήταν γνωστή από 18.4.2008, αλλά η σαφής γνώση των περιστατικών που συγκροτούσαν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των νοσηλευτριών περιήλθε μόλις στις 24-30.10.2014. Η αγωγή της 10.11.2014 κρίθηκε εμπρόθεσμη. Επιδικάστηκαν, μεταξύ άλλων, δαπάνες 740 ευρώ μηνιαίως για βοηθητικό προσωπικό, συνολικά 58.460 ευρώ για 79 μήνες. Η παθούσα είχε αναπηρία 95-98% εφ’ όρου ζωής.
- Εφαρμογή: Είναι η ισχυρότερη απόφαση για το ερώτημά σας. Υποστηρίζει ότι η γνώση του άρθρου 937 ΑΚ δεν υπάρχει όταν ο παθών γνωρίζει μόνο το δυσμενές αποτέλεσμα, αλλά όταν γνωρίζει τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υπαίτια ιατρική συμπεριφορά. Άρα, αν το 2019 οι επιπλοκές εμφανίζονταν ως φυσιολογική αντίδραση και μόνον το 2022 αποκαλύφθηκε χειρουργικό σφάλμα, η έναρξη της παραγραφής μπορεί να τοποθετηθεί στο 2022.

ΑΠ 513/2024
- Σχετικότητα: Η υπόθεση αφορούσε θανάτωση εργαζομένου, όπου οι ενάγοντες γνώριζαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αλλά όχι τις συγκεκριμένες υπαίτιες παραλείψεις που το προκάλεσαν.
- Κρίση: Το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου 2004 τις συγκεκριμένες παραλείψεις και η αγωγή που επιδόθηκε στις 30-9-2009 ήταν εντός πενταετίας.
- Εφαρμογή: Ενισχύει το επιχείρημα ότι η παραγραφή δεν αρχίζει από το ίδιο το βλαπτικό γεγονός, αλλά από τη γνώση των συγκεκριμένων παρανόμων και υπαιτίων πράξεων ή παραλείψεων που το προκάλεσαν. Αναλογικά εφαρμόζεται και σε ιατρική αδικοπραξία.

ΑΠ 1423/2019
- Σχετικότητα: Το δικαστήριο διέκρινε μεταξύ ασαφών πληροφοριών και πραγματικής, θετικής γνώσης των περιστατικών που επιτρέπουν αγωγή με ελπίδες επιτυχίας.
- Κρίση: Ο ενάγων είχε ασαφείς πληροφορίες στις 9.7.2001, αλλά πλήρη γνώση στις 9.8.2001, οπότε και άρχισε η πενταετής παραγραφή. Η αγωγή της 31.7.2006 κρίθηκε εμπρόθεσμη. Η ζημία ήταν 10.180.173 δραχμών (29.975,78 ευρώ).
- Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη για να αντικρουστεί ο ισχυρισμός ότι «από το 2019 υπήρχαν συμπτώματα, άρα υπήρχε γνώση». Η απόφαση δέχεται ότι ασαφείς ενδείξεις ή υποψίες δεν αρκούν· απαιτείται σαφής και θετική γνώση.

ΑΠ 72/2013
- Σχετικότητα: Ρητά δέχεται ότι δεν αρκεί απλή υποψία ή ανησυχία, αλλά απαιτείται βέβαιη γνώση της ζημίας και του υπαιτίου.
- Κρίση: Η γνώση τοποθετήθηκε στον Ιανουάριο 1997, όταν η ζημία κατέστη βέβαιη, και η αγωγή της 6-6-2005 κρίθηκε παραγεγραμμένη.
- Εφαρμογή: Σας βοηθά ως προς τη θεωρητική διατύπωση: αν το 2019 υπήρχε μόνο ιατρική εξήγηση περί «φυσιολογικής αντίδρασης», χωρίς γνώση σφάλματος, μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν υπήρχε ακόμη η απαιτούμενη βέβαιη γνώση.

ΑΠ 880/2022
- Σχετικότητα: Αφορά νέες απρόβλεπτες επιζήμιες συνέπειες και τον χρόνο κατά τον οποίο αυτές καθίστανται επαρκώς γνωστές.
- Κρίση: Η γνώση των νέων επιζήμιων συνεπειών τοποθετήθηκε στις 30-8-1994, όταν πραγματοποιήθηκε η συμπληρωματική επέμβαση, και όχι από τις αρχές του 1994 όταν υπήρχαν πρώτες ενδείξεις. Η αγωγή της 25-8-1999 κρίθηκε εμπρόθεσμη.
- Εφαρμογή: Αν ο αντίδικος ισχυριστεί ότι η παραγραφή άρχισε με την πρώτη εμφάνιση επιπλοκών, η απόφαση αυτή επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι η αφετηρία μετατίθεται όταν μέχρι τότε δεν είχε διαμορφωθεί σαφής γνώση της παθολογικής και νομικά κρίσιμης κατάστασης.


Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

ΑΠ 1416/2017
- Ποια θέση στηρίζει: Ότι η παραγραφή αρχίζει από τη γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου, χωρίς να απαιτείται γνώση της πλήρους έκτασης της ζημίας.
- Διαφορετικά γεγονότα: Εκεί η ενάγουσα γνώριζε ήδη από το 1990 τους υπαιτίους των ζημιών, οι οποίοι μάλιστα είχαν αποκαταστήσει βλάβες, και τουλάχιστον από το 1999 γνώριζε τη ζημία και τους υπόχρεους. Η αγωγή ασκήθηκε στις 27-1-2006.
- Τρόπος αντίκρουσης: Να τονιστεί ότι στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται η αρχή ότι δεν απαιτείται γνώση της πλήρους έκτασης της ζημίας, αλλά το προγενέστερο ζήτημα αν υπήρχε το 2019 γνώση ότι η βλάβη οφειλόταν σε χειρουργικό σφάλμα. Η ΑΠ 41/2023 και η ΑΠ 1423/2019 είναι εγγύτερες, διότι αφορούν καθυστερημένη γνώση των συγκεκριμένων υπαιτίων περιστατικών.

ΑΠ 132/2024
- Ποια θέση στηρίζει: Ότι αρκεί γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του προστήσαντος ως υπόχρεου, χωρίς να απαιτείται γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή της ταυτότητας του προστηθέντος.
- Διαφορετικά γεγονότα: Εκεί ο παθών ήδη από τον Δεκέμβριο 2001 γνώριζε ότι το ποσό των 62.000.000 δρχ. δεν είχε αποδοθεί και είχε ιδιοποιηθεί, καθώς και ποιος ήταν ο υπόχρεος. Η αγωγή ασκήθηκε πολύ αργότερα.
- Τρόπος αντίκρουσης: Η απόφαση δεν αναιρεί την ανάγκη γνώσης των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Στη δική σας υπόθεση, αν μέχρι το 2022 η ιατρική εικόνα παρουσιαζόταν ως φυσιολογική επιπλοκή και όχι ως σφάλμα, λείπει το στοιχείο της θετικής γνώσης του παράνομου και υπαίτιου χαρακτήρα της συμπεριφοράς.


3. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Η γνώση του άρθρου 937 ΑΚ δεν ταυτίζεται με τη γνώση του δυσμενούς αποτελέσματος.
Να προβληθεί ότι από το 2019 υπήρχε γνώση επιπλοκών, όχι όμως γνώση ότι αυτές οφείλονταν σε παράνομη και υπαίτια ιατρική πράξη. Στήριξη: ΑΠ 41/2023, ΑΠ 513/2024, ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 72/2013.

2. Απαιτείται θετική γνώση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν ορισμένη αγωγή.
Η διαπίστωση από άλλον ιατρό το 2022 ότι υπήρξε χειρουργικό σφάλμα είναι το κρίσιμο χρονικό σημείο, εφόσον τότε για πρώτη φορά κατέστη δυνατή η διατύπωση ορισμένης αγωγής με ελπίδες επιτυχίας. Στήριξη: ΑΠ 41/2023.

3. Η επίκληση “φυσιολογικής αντίδρασης” αποκλείει προγενέστερη θετική γνώση.
Αν ο ασθενής είχε λάβει ιατρικές διαβεβαιώσεις ότι η εξέλιξη ήταν φυσιολογική, αυτό ενισχύει ότι το 2019 υπήρχε το πολύ υποψία ή αβεβαιότητα, όχι γνώση. Στήριξη αναλογικά: ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 72/2013.

4. Δεν απαιτείται γνώση της πλήρους έκτασης της ζημίας, αλλά απαιτείται γνώση του ζημιογόνου μηχανισμού και του υπόχρεου.
Αυτό πρέπει να διατυπωθεί προσεκτικά, ώστε να μη χρησιμοποιηθεί εναντίον σας η νομολογία τύπου ΑΠ 1416/2017 και ΑΠ 132/2024. Η θέση σας δεν είναι ότι έλειπε γνώση του μεγέθους της ζημίας, αλλά ότι έλειπε γνώση του χειρουργικού σφάλματος ως αιτίας της.

5. Αποδεικτικός άξονας:
Με βάση ΚΠολΔ Άρθρο 338 και ΚΠολΔ Άρθρο 340, πρέπει να αποδειχθούν τα πραγματικά γεγονότα που στηρίζουν τον χρόνο γνώσης:
- ιατρικές γνωματεύσεις 2019-2022,
- έγγραφα/οδηγίες/ενημερώσεις που απέδιδαν την κατάσταση σε φυσιολογική επιπλοκή,
- η πρώτη γνωμάτευση που μιλά ρητά για χειρουργικό σφάλμα,
- τυχόν εξώδικη ή άλλη αντίδραση αμέσως μετά τη γνωμάτευση του 2022.


4. Νομολογιακή Ισχύς

Παγία, ως προς τον γενικό κανόνα ότι η παραγραφή του ΑΚ Άρθρο 937 αρχίζει από τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου και όχι από τη γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας.

Περιορισμένη αλλά ισχυρή υπέρ της θέσης σας, ως προς το ειδικότερο ζήτημα ότι σε σύνθετες υποθέσεις η γνώση υπάρχει μόνον όταν ο παθών πληροφορηθεί τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υπαίτια συμπεριφορά. Εδώ οι πιο κρίσιμες αποφάσεις είναι οι ΑΠ 41/2023, ΑΠ 513/2024, ΑΠ 1423/2019, με ιδιαίτερο βάρος η πρώτη λόγω εγγύτητας σε ιατρική αδικοπραξία.


5. Πρακτικές Συστάσεις

1. Επικαλεστείτε πρώτη την ΑΠ 41/2023.
Είναι η πιο κοντινή σε ιατρικό σφάλμα και στο ζήτημα της καθυστερημένης γνώσης των συγκεκριμένων υπαιτίων περιστατικών.

2. Δομήστε την αγωγή ή την αντίκρουση της ένστασης παραγραφής με ακριβή χρονολόγηση:
- επέμβαση το 2019,
- μεταγενέστερες επιπλοκές,
- ιατρικές διαβεβαιώσεις ότι πρόκειται για φυσιολογική αντίδραση,
- πρώτη σαφής διάγνωση άλλου ιατρού το 2022 περί χειρουργικού σφάλματος,
- χρόνος άσκησης αγωγής.

3. Μην αρκεστείτε σε γενική επίκληση “δεν γνώριζα”.
Κατά ΑΠ 477/2020, η συζήτηση περί παραγραφής απαιτεί συγκεκριμένα περιστατικά για τον χρόνο έναρξης. Πρέπει να εκτεθούν με ακρίβεια ποιο γεγονός το 2022 παρείχε τη γνώση και γιατί πριν από αυτό δεν ήταν δυνατή ορισμένη αγωγή.

4. Συγκεντρώστε αποδείξεις που δείχνουν ότι το 2019-2021 η αιτία παρουσιαζόταν ως μη υπαίτια.
Αυτό είναι κρίσιμο για να διαφοροποιηθεί η υπόθεση από εκείνες όπου ο παθών γνώριζε ήδη τον υπαίτιο και απλώς δεν είχε αποτιμήσει πλήρως τη ζημία.

5. Επικουρικά εξετάστε και το τελευταίο εδάφιο του ΑΚ Άρθρο 937.
Αν από τα πραγματικά περιστατικά θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα κολάσιμης πράξης με μακρότερη ποινική παραγραφή, το άρθρο το προβλέπει. Όμως στο παρόν υλικό δεν υπάρχει ειδική νομολογία για ιατρικό σφάλμα υπό αυτό το σκέλος, άρα το επιχείρημα αυτό χρειάζεται πρόσθετη έρευνα.


Συμπέρασμα:
Με βάση το παρεχόμενο υλικό, η ισχυρότερη θέση είναι ότι η πενταετία του ΑΚ Άρθρο 937 άρχισε το 2022, όταν ο παθών έλαβε για πρώτη φορά θετική γνώση ότι οι επιπλοκές δεν ήταν φυσιολογική αντίδραση αλλά αποτέλεσμα χειρουργικού σφάλματος. Η ένσταση παραγραφής από το 2019 μπορεί να αντικρουστεί πειστικά κυρίως με τις ΑΠ 41/2023, ΑΠ 513/2024, ΑΠ 1423/2019 και ΑΠ 72/2013.

Αν θέλετε, μπορώ να σας δώσω αμέσως και έτοιμο σχέδιο αντίκρουσης ένστασης παραγραφής σε δικονομική μορφή, με παραπομπές μόνο στις παραπάνω πηγές.

ΑΚ Άρθρο 937
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 97.8%
ΑΚ Άρθρο 937: Παραγραφή Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης.
ΑΚ Άρθρο 914
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.7%
ΑΚ Άρθρο 914: Έννοια Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
ΥΚ Άρθρο 38
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 92.1%
ΥΚ Άρθρο 38: Αστική ευθύνη ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ 1. Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε ζημιά την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια. Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις του. 2. Σε περίπτωση δόλου του υπαλλήλου, αυτός παραπέμπεται υποχρεωτικώς στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Σε περίπτωση βαρείας αμέλειας, αν ο υπάλληλος παραπεμφθεί, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, μπορεί να καταλογίσει σε αυτόν μέρος μόνο της ζημιάς που επήλθε στο Δημόσιο ή της αποζημίωσης που το τελευταίο υποχρεώθηκε να καταβάλει. 3. Αν περισσότεροι υπάλληλοι προξένησαν από κοινού ζημιά στο Δημόσιο, ευθύνονται εις ολόκληρον κατά τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου. 4. Η αξίωση του Δημοσίου κατά υπαλλήλων του για αποζημίωση στις περιπτώσεις της παρ. 1 παραγράφεται σε πέντε (5) έτη. Στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, η πενταετία αρχίζει αφότου το αρμόδιο όργανο για την υποβολή της αίτησης καταλογισμού έλαβε γνώση της ζημιάς και του λόγου αυτής, και στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου, αφότου το Δημόσιο κατέβαλε την αποζημίωση. 5. Η αστική ευθύνη των δημόσιων υπολόγων και των διατακτών διέπεται από τις ειδικές γι' αυτούς διατάξεις. 6. Ειδικές διατάξεις για την προσωπική αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων έναντι των τρίτων διατηρούνται σε ισχύ.
ΠΔ34 Άρθρο 47
ΠΔ 34/1995 - Εμπορικές Μισθώσεις
Σχετικότητα: 88.9%
ΠΔ34 Άρθρο 47: Παραγραφή 1. Οι αξιώσεις για αποζημίωση από το παρόν διάταγμα υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή που αρχίζει από το τέλος του έτους που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. 2. Η κατά το άρθρο 33 παρ. 1 αξίωση για επανεγκατάσταση υπόκειται σε ετήσια παραγραφή, που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. 3. Το άρθρο 27 του ν. 813/1978, όπως ίσχυε την 1 η Σεπτεμβρίου 1978 εφαρμόζεται και στις αξιώσεις που είχαν γεννηθεί και δεν είχαν παραγραφεί μέχρι τότε.
ΑΚ Άρθρο 251
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.6%
ΑΚ Άρθρο 251: Έναρξη παραγραφής Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
ΑΚ Άρθρο 198
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.2%
ΑΚ Άρθρο 198: Όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε. Για την παραγραφή της αξίωσης αυτής εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη για την παραγραφή των απαιτήσεων από αδικοπραξία.
Ν2251 Άρθρο 13ΣΤ
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 85.7%
Ν2251 Άρθρο 13ΣΤ: Παραγραφή 1. Οι παραβάσεις της νομοθεσίας αρμοδιότητας της Διεύθυνσης Προστασίας Καταναλωτή υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, η οποία εκκινεί από την ημέρα διάπραξης της παράβασης. 2. Αν μια παράβαση είναι διαρκής ή έχει διαπραχθεί κατ’ εξακολούθηση, η παραγραφή εκκινεί από την ημέρα παύσης της παράβασης. 3. Η παραγραφή της εξουσίας επιβολής προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών διακόπτεται από κάθε πράξη της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή, για τη διερεύνηση της υπόθεσης. 4. Η διακοπή της παραγραφής παύει όταν η Γενική Διεύθυνση Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή περατώνει τη διαδικασία επιβολής κυρώσεων. 5. Η παραγραφή εκκινεί εκ νέου ύστερα από κάθε δια- κοπή. Σε κάθε περίπτωση, η παραγραφή συμπληρώνεται την ημέρα παρέλευσης προθεσμίας ίσης με το διπλάσιο της προθεσμίας παραγραφής.
ΠΔ237 Άρθρο 10
Π.Δ. 237/1986 - Υποχρεωτική Ασφάλιση Αυτοκινήτων
Σχετικότητα: 85.1%
ΠΔ237 Άρθρο 10: 1. Το πρόσωπο που ζηµιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύµβαση και µέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. 2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής. 3. Σε περίπτωση που έχουν ζηµιωθεί περισσότερα πρόσωπα όταν το σύνολο των αποζηµιώσεων που πρέπει να καταβληθούν από τον υπαίτιο υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό, το δικαίωµα καθενός από αυτούς κατά του ασφαλιστή περιορίζεται σύµµετρα µέχρι τη συµπλήρωση του όλου ασφαλιστικού ποσού. Αν ο ασφαλιστής ο οποίος αγνοεί την ύπαρξη ή το µέγεθος άλλων απαιτήσεων ή µετά από δικαστική απόφαση, κατέβαλε σε κάποιο από τα πρόσωπα αυτά ποσό ανώτερο από το µερίδιο που αναλογεί σ' αυτόν, ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζηµιωθέντων µόνο µέχρι τη συµπλήρωση του ασφαλιστικού ποσού. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωµα αναγωγής κατά αυτού που αποζηµιώθηκε καθ' υπέρβαση. 4. Όταν το πρόσωπο που ζηµιώθηκε είναι µόνιµος κάτοικος της αλλοδαπής, επιτρέπεται η καταβολή του ασφαλίσµατος στο νόµισµα της χώρας όπου ο δικαιούχος έχει τη µόνιµη κατοικία του. 5. Η συζήτηση της κύριας αγωγής κατά ασφαλιστικής εταιρίας, του κατά το άρθρο 19 του παρόντος νόµου Επικουρικού Κεφαλαίου ή άλλου υπόχρεου για απώλεια εισοδήµατος λόγω ατυχήµατος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο κηρύσσεται απαράδεκτη, αν δεν προσαχθεί βεβαίωση περί προηγούµενης κοινοποίησης αντιγράφου της αγωγής στην αρµόδια ∆ηµόσια Οικονοµική Υπηρεσία του ενάγοντος.
ΑΚ Άρθρο 938
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.6%
ΑΚ Άρθρο 938: Ευθύνη για ό,τι περιήλθε Όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί.
ΑΚ Άρθρο 149
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.4%
ΑΚ Άρθρο 149: Εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Έχει επίσης δικαίωμα να αποδεχτεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο να ανορθωθεί η ζημία.
ΑΚ Άρθρο 929
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.4%
ΑΚ Άρθρο 929: Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει και προς τον τρίτο, ο οποίος είχε κατά το νόμο δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή υπηρεσιών από τον παθόντα και τις στερείται.
ΠΚ Άρθρο 390
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.4%
ΠΚ Άρθρο 390: Απιστία 1. Όποιος κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης προκαλεί εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά των ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη..
Ν4270 Άρθρο 140
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 82.9%
Ν4270 Άρθρο 140: Παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου 1.Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170), παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2.Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία (3) έτη, από την καταβολή. Για τα τελωνειακά έσοδα ισχύουν οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 32 του Τελωνειακού Κώδικα (ν.2960/2001, Α' 265). Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και επί ποσών που εισπράττονται από το Δημόσιο για λογαριασμό τρίτων. 3.Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της. 4.Η παραγραφή του δικαιώματος των περιπτώσεων της παραγράφου 3 είναι δέκα (10) ετών. 5.Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων αυτών από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο (2)ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα. Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα κατά την εκτέλεση πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως ή βοηθήματος παραγράφονται σε δύο (2) χρόνια, που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. 6.Χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, που έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή για την οποία έχει εκδοθεί τίτλος πληρωμής, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την αναγνώριση ή την τελεσιδικία ή την έκδοση του τίτλου πληρωμής, αντίστοιχα.
ΑΚ Άρθρο 152
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.7%
ΑΚ Άρθρο 152: Παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας εκείνος που απειλήθηκε έχει δικαίωμα να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Έχει επίσης δικαίωμα να αποδεχτεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας.
ΑΚ Άρθρο 946
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.5%
ΑΚ Άρθρο 946: Παραγραφή Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση.
ΑΚ Άρθρο 1099
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.3%
ΑΚ Άρθρο 1099: Αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Ν2251 Άρθρο 6
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 81.3%
Ν2251 Άρθρο 6: Ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα 1. Ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του. 2. Ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα. Προϊόντα με την έννοια αυτού του άρθρου θεωρούνται και τα κινητά πράγματα που ενσωματώθηκαν ως συστατικά σε άλλα πράγματα κινητά ή ακίνητα. Προϊόντα θεωρούνται επίσης οι φυσικές δυνάμεις, ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση, όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο. 3. Όποιος εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση ή άλλης μορφής διανομή στα πλαίσια της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας ευθύνεται όπως ο παραγωγός. 4. Όταν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται για την εφαρμογή του νόμου αυτού παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή γιά την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν. Το ίδιο ισχύει και για τον προμηθευτή προϊόντων εισαγωγής, όταν η ταυτότητα του εισαγωγέα είναι άγνωστη, έστω και αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι γνωστή. 5. Ελαττωματικό είναι το προϊόν το οποίο δεν παρέχει την προβλεπόμενη απόδοση σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ή και την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών και, ιδίως, της εξωτερικής εμφάνισής του, της αναμενόμενης χρησιμοποίησής του και του χρόνου κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία. Δεν είναι ελαττωματικό ένα προϊόν για μόνο το λόγο ότι μεταγενέστερα τέθηκε σε κυκλοφορία άλλο τελειότερο. 6. Στη ζημία της παραγράφου 1 περιλαμβάνεται: α) η ζημία λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης, β) η βλάβη ή η καταστροφή, εξαιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή, εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος χρήσης των περιβαλλοντικών αγαθών, εφόσον η ζημία από τη βλάβη ή την καταστροφή τους υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη φύση τους προορίζονταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκαν από το ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση ή κατανάλωση. 7. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης οφείλεται και σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος άρθρου. 8. Ο παραγωγός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι: α) δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία, β) το ελάττωμα δεν υπήρχε όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, γ) δεν κατασκεύασε το προϊόν αποβλέποντας στη διανομή του και δεν το διένειμε στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δ) το ελάττωμα οφείλεται στο γεγονός ότι το προϊόν κατασκευάστηκε σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου. ε) όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, το επίπεδο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε τη διαπίστωση του ελαττώματος. 9. Ο παραγωγός συστατικού δεν ευθύνεται και αν αποδείξει ότι το ελάττωμα οφείλεται στο σχεδιασμό του προϊόντος στο οποίο το συστατικό έχει ενσωματωθεί ή στις οδηγίες που παρέσχε ο κατασκευαστής του προϊόντος, οπότε παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής του προϊόντος στο οποίο ενσωματώθηκε το συστατικό. 10. Εάν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για την ίδια ζημία, τα πρόσωπα αυτά υπέχουν εις ολόκληρον ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος και έχουν δικαίωμα αναγωγής μεταξύ τους ανάλογα με τη συμμετοχή του καθενός στην επέλευση της ζημίας. 11. Η ευθύνη του παραγωγού δεν μειώνεται αν η ζημία οφείλεται σωρρευτικώς, τόσο σε ελάττωμα του προϊόντος, όσο και σε πράξη ή παράλειψη τρίτου, εκτός εάν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος ή προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο ζημιωθείς. 12. Κάθε συμφωνία περιορισμού ή απαλλαγής του παραγωγού από την ευθύνη του είναι άκυρη. 13. Οι αξιώσεις κατά του παραγωγού για ζημίες παραγράφονται μετά τριετία αφότου ο ζημιωθείς πληροφορήθηκε ή όφειλε να πληροφορηθεί τη ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Μετά δεκαετία από την κυκλοφορία του συγκεκριμένου προϊόντος επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού.
ΑΚ Άρθρο 820
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.8%
ΑΚ Άρθρο 820: Παραγραφή Οι αξιώσεις του χρήστη για αποζημίωση λόγω μεταβολών ή φθορών του πράγματος παραγράφονται αφού περάσουν έξι μήνες από τότε που το ανέλαβε. Σε κάθε περίπτωση παραγράφονται μαζί με την αξίωση του χρήστη για ανάληψη του πράγματος.
ΑΚ Άρθρο 922
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.4%
ΑΚ Άρθρο 922: Ευθύνη του προστήσαντος Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
ΑΚ Άρθρο 931
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.2%
ΑΚ Άρθρο 931: "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του".
ΑΚ Άρθρο 247
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.9%
ΑΚ Άρθρο 247: Παραγραφή της αξίωσης Το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται.
ΑΚ Άρθρο 330
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.7%
ΑΚ Άρθρο 330: Ευθύνη λόγω πταίσματος Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.
ΑΚ Άρθρο 255
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.5%
ΑΚ Άρθρο 255: Αναστολή παραγραφής Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση.
ΑΚ Άρθρο 932
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.5%
ΑΚ Άρθρο 932: Ικανοποίηση της ηθικής βλάβης Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
ΑΚ Άρθρο 693
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.3%
ΑΚ Άρθρο 693: Παραγραφή Οι αξιώσεις του εργοδότη εξαιτίας ελλείψεων του έργου παραγράφονται, όταν περάσουν δέκα (10) χρόνια από τότε που έγινε η παραλαβή του, αν πρόκειται για οικοδομήματα ή για άλλες ακίνητες εγκαταστάσεις· αλλιώς παραγράφονται σε έξι (6) μήνες· στην παραγραφή αυτήν εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 555 παρ. "3" έως 558.
ΑΚ Άρθρο 904
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.0%
ΑΚ Άρθρο 904: Έννοια Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία η με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος.
ΑΚ Άρθρο 918
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.0%
ΑΚ Άρθρο 918: Αυτός που προξένησε τη ζημία, εφόσον κατά τις διατάξεις των άρθρων 915 έως 917 δεν έχει ευθύνη, μπορεί να καταδικαστεί από το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση της κατάστασης των μερών, σε εύλογη αποζημίωση, αν η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού.
ΑΚ Άρθρο 1097
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.9%
ΑΚ Άρθρο 1097: Ευθύνη ως προς το πράγμα Ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιον άλλο λόγο.
ΑΚ Άρθρο 930
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.9%
ΑΚ Άρθρο 930: Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Ο οφειλέτης της αποζημίωσης μπορεί κατά τις περιστάσεις να υποχρεωθεί να παράσχει ασφάλεια. Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.
ΑΚ Άρθρο 652
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.9%
ΑΚ Άρθρο 652: Υποχρεώσεις του εργαζομένου Ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε. Ο βαθμός της επιμέλειας του εργαζομένου κρίνεται με βάση τη σύμβαση, ενόψει του είδους της ανατεθείσας εργασίας, της μόρφωσης ή των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία, καθώς και των ικανοτήτων και των ιδιοτήτων του εργαζομένου που ο εργοδότης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Ο εργαζόμενος ευθύνεται για τη ζημία που προξενείται στον εργοδότη από δόλο. Σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας στον εργοδότη από αμέλεια του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας, το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον εργαζόμενο από την ευθύνη, ιδίως σε περίπτωση ελαφριάς αμέλειας, ή να κατανείμει τη ζημία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, καταλογίζοντας στον εργοδότη τη ζημία που αναλογεί στον επιχειρηματικό του κίνδυνο ή που παρίσταται δυσανάλογη σε σχέση με την ωφέλεια του εργαζομένου από τη σύμβαση..
ΚΠολΔ Άρθρο 937
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 78.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 937: 1. Στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση: α) έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) δεν επιτρέπεται η ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γ) η προθεσμία και η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης. 2. Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 564 είναι εξήντα (60) ημέρες. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 568, σε χρόνο που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Οι προθεσμίες της παραγράφου 4 του άρθρου 568 είναι τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες σε κάθε περίπτωση. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 575, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από σαράντα πέντε (45) ημέρες. «3. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 591 επ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
Ν4270 Άρθρο 122
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 78.8%
Ν4270 Άρθρο 122: Παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου Η αναζήτηση των χρηματικών ποσών του προηγούμενου άρθρου υπόκειται σε παραγραφή εντός πενταετίας από την ημερομηνία διαπίστωσης της αχρεώστητης ή παράνομης είσπραξης, εκτός αν προβλέπεται μεγαλύτερη παραγραφή από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παραγραφή για την είσπραξη των καταλογισθέντων ποσών του προηγούμενου εδαφίου είναι εικοσαετής, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διατάξεις περί αναστολής, διακοπής και συνεπειών της παραγραφής του παρόντος νόμου, που ισχύουν για τις απαιτήσεις του Δημοσίου, εφαρμόζονται ανάλογα και για τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΑΚ Άρθρο 923
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.2%
ΑΚ Άρθρο 923: Ευθύνη εκείνου που εποπτεύει άλλον "Όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση".
ΑΚ Άρθρο 1132
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.1%
ΑΚ Άρθρο 1132: Προστασία της δουλείας Αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας, και όταν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι, ο καθένας από αυτούς, έχει δικαίωμα σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλει ψή της στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου δεν παρέχεται, αν εκείνος που έκανε την προσβολή ενέργησε δυνάμει δικαιώματος.
ΑΚ Άρθρο 936
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.0%
ΑΚ Άρθρο 936: Αποζημίωση για την αφαίρεση ή βλάβη πράγματος Όποιος οφείλει αποζημίωση για την αφαίρεση ή βλάβη πράγματος ελευθερώνεται καταβάλλοντάς την σ' αυτόν που ήταν νομέας του πράγματος κατά το χρόνο της αφαίρεσης ή βλάβης, εκτός αν γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί ότι τρίτος έχει κυριότητα ή άλλο δικαίωμα πάνω σ' αυτό.
ΠτωχΚ Άρθρο 259
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.0%
ΠτωχΚ Άρθρο 259: Έκταση ευθύνης διαχειριστή αφερεγγυότητας 1. Έναντι των πτωχευτικών πιστωτών και του οφειλέτη ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ευθύνεται για κάθε πταίσμα, εκτός αν άλλως ορίζεται στον παρόντα νόμο. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του οφείλει να επιδεικνύει την επιμέλεια του συνετού διαχειριστή αφερεγγυότητας. Στο ίδιο μέτρο ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ευθύνεται έναντι των ανωτέρω προσώπων και για τις πράξεις τρίτου, στον οποίο χωρίς δικαίωμα ανέθεσε τη διεξαγωγή υπόθεσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ενώ, αν είχε το δικαίωμα ανάθεσης, ευθύνεται μόνο για πταίσμα ως προς την επιλογή του τρίτου και ως προς τις οδηγίες που του έδωσε. 2. Έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από τη δράση του, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ευθύνεται προσωπικώς μόνο για δόλο. 3. Αν από τη δράση διαχειριστή αφερεγγυότητας που ασκεί καθήκοντα συνδίκου δημιουργήθηκε ομαδικό χρέος, το οποίο δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθεί από την πτωχευτική περιουσία, αυτός υποχρεούται να αποζημιώσει τον ομαδικό πιστωτή αν διέγνωσε ότι η περιουσία δεν προβλέπεται να επαρκέσει για την εκπλήρωση του ομαδικού χρέους τούτου αλλά με δόλο αδιαφόρησε. Σε κάθε περίπτωση που ανακύπτει ευθύνη του συνδίκου έναντι τρίτων, αν αυτοί ικανοποιηθούν σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, η ομάδα των πιστωτών δικαιούται να αναζητήσει από τον σύνδικο το ποσό απομείωσης της πτωχευτικής περιουσίας από την αιτία αυτή. 4. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν ευθύνεται ως εκπρόσωπος του οφειλέτη για οφειλές προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή εργαζομένους. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, αν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, και ο εκπρόσωπος του διαχειριστή αφερεγγυότητας, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, δεν υπέχει οποιαδήποτε αστική, ποινική ή άλλη ευθύνη για χρέη του οφειλέτη, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους και τον χρόνο στον οποίο ανάγονται, με την επιφύλαξη της παρ. 3. 5. Η ευθύνη του διαχειριστή αφερεγγυότητας κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών δεν αποκλείεται. 6. Κάθε αξίωση κατά του διαχειριστή αφερεγγυότητας παραγράφεται μετά πάροδο τριών (3) ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του ζημιογόνου γεγονότος. Σε κάθε περίπτωση η αξίωση κατά του διαχειριστή αφερεγγυότητας παραγράφεται μετά πάροδο τριετίας από τη λήξη των καθηκόντων του. 7. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας έχει την ειδική δωσιδικία των δικηγόρων σε ποινικές διαδικασίες.
ΑΚ Άρθρο 917
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.8%
ΑΚ Άρθρο 917: Όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο, όχι όμως το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας του ευθύνεται για τη ζημία που προξένησε, εκτός αν ενέργησε χωρίς διάκριση.
ΚΠολΔ Άρθρο 940
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 77.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 940: 1. Αν εξαφανιστεί ή μεταρρυθμιστεί απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προξενήθηκαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός ήξερε ή αγνοούσε από βαριά του αμέλεια, ότι το δικαίωμα δεν υπήρχε. 2. Αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος. 3. Αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα.
ΠΚ Άρθρο 308
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.4%
ΠΚ Άρθρο 308: Σωματική βλάβη 1. Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. 2. Για τη δίωξη της πράξης της προηγούμενης παραγράφου απαιτείται έγκληση, εκτός αν ο παθών είναι υπάλληλος και η πράξη τελέσθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή για λόγους σχετικούς με την εκτέλεσή της "ή υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και η πράξη τελέσθηκε με αφορμή τον πλειστηριασμό", οπότε η δίωξη είναι αυτεπάγγελτη. 3. Η σωματική βλάβη της παρ. 1 δεν είναι άδικη, όταν επιχειρείται με τη συναίνεση του παθόντος και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη. 4. Ο υπαίτιος της πράξης της παρ. 1 είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση, εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση.
ΑΚ Άρθρο 261
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.4%
ΑΚ Άρθρο 261: Άσκηση αγωγής "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση."
ΚΠολΔ Άρθρο 338
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 77.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 338: 1. Κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. 2. Όταν ο νόμος ορίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη, αν δεν ορίζεται διαφορετικά.
ΑΚ Άρθρο 915
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.2%
ΑΚ Άρθρο 915: Περιπτώσεις μη καταλογισμού "Δεν ευθύνεται όποιος ζημίωσε άλλον χωρίς να έχει συνείδηση των πράξεών του ή ενώ βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλησής του". Όποιος κατά την επαγωγή της ζημίας έφερε τον εαυτό του σ ε τέτοια κατάσταση με χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή άλλων παραπλήσιων μέσων, ευθύνεται για τη ζημία, εκτός αν περιήλθε στην κατάσταση αυτή χωρίς υπαιτιότητά του.
ΑΚ Άρθρο 263
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.0%
ΑΚ Άρθρο 263: Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
ΑΚ Άρθρο 911
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.0%
ΑΚ Άρθρο 911: Ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή: 1. σε περίπτωση απαίτησης αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους. 2. σε περίπτωση απαίτησης για παράνομη ή ανήθικη αιτία.
ΑΚ Άρθρο 987
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 75.9%
ΑΚ Άρθρο 987: Προστασία σε περίπτωση αποβολής Ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.
ΚΠολΔ Άρθρο 1047
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 75.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 1047: 1. Προσωπική κράτηση διατάσσεται στις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξία. Η διάρκεια της προσωπικής κράτησης ορίζεται με την απόφαση, έως ένα έτος. Η αγωγή για απαγγελία προσωπικής κράτησης μπορεί να ασκηθεί και αυτοτελώς. Στην περίπτωση αυτή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. και υπάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Η αγωγή αυτή, όταν ασκείται αυτοτελώς, εισάγεται είτε στο δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου, είτε στο δικαστήριο που είναι κατά τόπον αρμόδιο για την απαίτηση. Αίτηση απαγγελίας προσωπικής κράτησης που περιέχεται σε αγωγή για την απαίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία στην οποία υπάγεται η αγωγή.» «2. Δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν από πολιτικό δικαστήριο ή για απαίτηση μικρότερη από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ.» «3. Αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, εκτός από τις ανώνυμες εταιρείες, τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, ως προς τα χρέη της παραγράφου 1, εδάφιο πρώτο του άρθρου αυτού, η προσωπική κράτηση διατάσσεται κατά των εκπροσώπων τους, και στις περιπτώσεις του άρθρου 947 παράγραφος 1 διατάσσεται κατά των νομίμων αντιπροσώπων του διαδίκου που τελεί υπό επιμέλεια.
Ν4640 Άρθρο 9
Ν. 4640/2019 - Διαμεσολάβηση
Σχετικότητα: 75.0%
Ν4640 Άρθρο 9: Αποτελέσματα της διαμεσολάβησης στην παραγραφή, την αποσβεστική προθεσμία και τις δικονομικές προθεσμίες 1. Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ή η συμφωνία της εκούσιας προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης του άρθρου 5, αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων, εφόσον αυτές έχουν αρχίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 261, 262 και 263 ΑΚ, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου που ανεστάλησαν, συνεχίζονται την επομένη της σύνταξης του πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή της επίδοσης δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή της με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωσης ή κατάργησης της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει αιρέσεις ή προθεσμίες ή οποιονδήποτε άλλον όρο από τον οποίον εξαρτάται η ενάσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμφωνία, τότε η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται από την πλήρωση της αιρέσεως ή του όρου ή την παρέλευση της προθεσμίας. 3. Οι δικονομικές προθεσμίες της παραγράφου 1 συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή από την επίδοση δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή από την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση ή κατάργηση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η συνέχιση των δικονομικών προθεσμιών δικαιολογείται για αντικείμενα της δίκης που δεν καλύπτονται από τη συμφωνία των μερών.
ΑΚ Άρθρο 298
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.7%
ΑΚ Άρθρο 298: Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
ΑΚ Άρθρο 214
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.6%
ΑΚ Άρθρο 214: Στοιχεία που κρίνονται από τον αντιπρόσωπο Τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου.
ΚΦΔ Άρθρο 37
Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας
Σχετικότητα: 74.4%
ΚΦΔ Άρθρο 37: Παραγραφή 1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Αν για κάποια φορολογία προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων, η κοινοποίηση της πράξης του πρώτου εδαφίου μπορεί να γίνει εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης της τελευταίας φορολογικής περιόδου εκάστου έτους. 2. Η περίοδος που αναφέρεται στην παρ. 1 παρατείνεται στις εξής περιπτώσεις: α) εάν, εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, υποβάλλεται αρχική ή τροποποιητική δήλωση ή περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία σε υπόθεση που έχει διενεργηθεί πλήρης έλεγχος ή σε κάθε άλλη περίπτωση περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή εκτός της Φορολογικής Διοίκησης, από τις οποίες προκύπτει φορολογική οφειλή και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν, για περίοδο ενός (1) έτους από τη λήξη της πενταετίας, β) εάν ζητηθούν πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής, μέχρι την παραλαβή τους και για ένα (1) έτος από αυτήν και μόνο για το ζήτημα, στο οποίο αφορά το αίτημα παροχής πληροφοριών, γ) εάν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, ένδικο βοήθημα ή μέσο, για περίοδο ενός (1) έτους μετά την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την κοινοποίηση στη Φορολογική Διοίκηση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά, δ) για όσο διάστημα διαρκεί η προθεσμία υποβολής αιτήματος Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού (Δ.Α.Δ.) του άρθρου 73, όπως αυτή ορίζεται στις ειδικότερες διατάξεις που προβλέπουν τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος Δ.Α.Δ., και μόνο για την υποβολή και αποδοχή του σχετικού αιτήματος, καθώς επίσης και εφόσον υποβληθεί τέτοιο αίτημα, για όσο χρόνο διαρκεί η Δ.Α.Δ. και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορά ή σχετίζεται με αυτή. Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης Αμοιβαίου Διακανονισμού, παρατείνεται για ένα (1) έτος μετά την έκδοση της απόφασης η περίοδος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου με έρεισμα την απόφαση αυτή και αποκλειστικά με σκοπό τη συμμόρφωση με αυτήν, ε) εάν υποβληθεί αίτηση για ακύρωση ή τροποποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 74 ή ακυρωθεί ή τροποποιηθεί άμεσος προσδιορισμός φόρου, πράξη προσδιορισμού φόρου ή πράξη επιβολής προστίμου χωρίς αίτηση του φορολογούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 74, για περίοδο ενός (1) έτους μετά την έκδοση της πράξης ακύρωσης ή τροποποίησης του άρθρου 74, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά, στ) για όσο διάστημα απαιτηθεί για την εξέταση καταγγελίας ή αναφοράς που αφορά σε φορολογική υπόθεση, προσαυξημένο κατά ένα (1) έτος από την περιέλευση στην αρμόδια ελεγκτική Υπηρεσία της σχετικής πορισματικής έκθεσης και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορά, εφόσον διαπιστωθεί ότι η μη ενάσκηση του δικαιώματος για διενέργεια ελέγχου ή για έκδοση καταλογιστικής πράξης, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται σε σύμπραξη του φορολογουμένου με υπάλληλο της ελεγκτικής αρχής. 3.α) Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ή της δήλωσης της τελευταίας περιόδου, σε περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων: αα) Αν ο φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει δήλωση εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 1. Αν η δήλωση υποβληθεί στο τελευταίο έτος της περιόδου της περ. α), η πράξη διοικητικού ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός ενός (1) έτους από τη λήξη του έτους υποβολής της ως άνω δήλωσης. αβ) Αν μετά την πενταετία περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση αυτής εντός της πενταετίας και προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί βάσει προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορούν. β) Αν μετά από την περαίωση ανέλεγκτων χρήσεων βάσει ειδικών διατάξεων νόμου ή μετά από την έκδοση της αρχικής πράξης προσδιορισμού φόρου και εντός πενταετίας, από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής αρχικής δήλωσης, περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία, οι σχετικές πράξεις προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμου, βάσει περαίωσης ή βάσει ελέγχου που έχει διενεργηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014 ή βάσει πλήρους ελέγχου που έχει διενεργηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, κοινοποιούνται κατά περίπτωση εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 37 ή την παρ. 1 του άρθρου 84 του ν. 2238/1994 (Α’ 151) ή την παρ. 1 του άρθρου 57 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 2859/2000, Α’ 248). Εφόσον περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία κατά το τελευταίο έτος της αρχικής (πενταετούς) παραγραφής, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παρατείνεται κατά ένα (1) έτος. 4. Εάν ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου συνεπάγεται τροποποίηση πράξης προσδιορισμού φόρου για φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου έχει παραγραφεί, η αντίστοιχη προσαρμογή φόρου διενεργείται στο παλαιότερο φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου δεν έχει ακόμη παραγραφεί και στο οποίο αφορά ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου.
ΑΚ Άρθρο 910
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.3%
ΑΚ Άρθρο 910: Από την επίδοση της αγωγής ο λήπτης ευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 346 και 348.
ΑΚ Άρθρο 1098
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 73.7%
ΑΚ Άρθρο 1098: Κακόπιστος νομέας Αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής. Δεν αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία.
ΚΠολΔ Άρθρο 340
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 73.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 340: 1. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. 2. Εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθηση του.
Ν4412 Άρθρο 352
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 73.2%
Ν4412 Άρθρο 352: Πειθαρχική Διαδικασία 1. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει νομίμως και αποφασίζει με την παρουσία όλων των μελών του. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. 2. Ως πειθαρχικά παραπτώματα θεωρούνται: α) η παράβαση διατάξεων του παρόντος και εν γένει της ισχύουσας νομοθεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, β) η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, γ) η παράνομη απόκτηση, κατά την άσκηση των καθηκόντων του εγκαλουμένου ή εξ αφορμής αυτών, οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος του ιδίου ή τρίτου προσώπου και δ) η υπαίτια πρόκληση ζημίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Αρχής. 2. Οι επιβαλλόμενες από το Πειθαρχικό Συμβούλιο ποινές είναι: α) έγγραφη επίπληξη, β) πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών και γ) οριστική παύση. 3. Σε περίπτωση επιβολής εντός διετίας δύο (2) πειθαρχικών ποινών επίπληξης και προστίμου στον Πρόεδρο, σε Σύμβουλο ή σε μέλος της Αρχής για το ίδιο ή διαφορετικό πειθαρχικό παράπτωμα, ο Πρόεδρος, ο Σύμβουλος ή το μέλος εκπίπτουν αυτοδικαίως από τη θέση τους, με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης. 4. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο στις εξής περιπτώσεις: α) αν το πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά ταυτόχρονα και αξιόποινη πράξη, β) αν ο εγκαλούμενος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, απέκτησε ή επιδίωξε να αποκτήσει οικονομικό όφελος ή αντάλλαγμα υπέρ του ιδίου ή τρίτου προσώπου, γ) αν παραβιάστηκε η υποχρέωση εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας, δ) αν παραβιάστηκαν οι παρ. 2 έως 5 του άρθρου 349, ε) αν προκλήθηκε υπαιτίως ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Αρχής. 5. Μετά από την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας κατά την παρ. 1 του άρθρου 351, ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου υποχρεούται να καλέσει τον εγκαλούμενο σε προηγούμενη ακρόαση και παροχή έγγραφων εξηγήσεων με κλήση, η οποία αναφέρει το αποδιδόμενο παράπτωμα και επιδίδεται στον εγκαλούμενο με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο. Στην κλήση αναφέρεται η ημερομηνία ακρόασης του εγκαλουμένου ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η οποία δεν μπορεί να απέχει λιγότερο των δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της κλήσης. Πριν από την ακρόαση και την παροχή έγγραφων εξηγήσεων, ο εγκαλούμενος δικαιούται να λάβει γνώση του φακέλου της υπόθεσης. 6. Κατά την ακρόαση, ο εγκαλούμενος υποβάλλει ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου τις έγγραφες εξηγήσεις του, παρέχει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις, απαντά σε ερωτήσεις και εν γένει διευκολύνει το έργο του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Μετά από την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας, το Πειθαρχικό Συμβούλιο διασκέπτεται αυθημερόν και εκδίδει απόφαση, η οποία: α) είτε κρίνει ικανοποιητικές και επαρκείς τις εξηγήσεις του εγκαλούμενου και παύει την πειθαρχική διαδικασία, β) είτε δίδει εντολή στον Πρόεδρο του Συμβουλίου να συντάξει έκθεση πειθαρχικού παραπτώματος στην οποία περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, το κατά την παρ. 2 πειθαρχικό παράπτωμα και ορίζεται ημέρα και ώρα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη συζήτηση της υπόθεσης, στην οποία καλείται να παραστεί ο εγκαλούμενος, εφόσον το επιθυμεί και με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ως άνω απόφαση και στις δύο περιπτώσεις επιδίδεται στον εγκαλούμενο με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο. 7. Κατά την εφαρμογή της περ. β) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 6, κατά την ορισθείσα ημέρα συνεδρίασης, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί, κατά την κρίση του, να εξετάσει μάρτυρες, μετά δε από την προφορική ενώπιόν του απολογία του εγκαλούμενου ή, σε περίπτωση μη εμφανίσεώς του, μετά από τη διαπίστωση της νόμιμης κλήτευσής του, εκδίδει αμέσως την απόφασή του. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει τη συμπλήρωση της έκθεσης πειθαρχικού παραπτώματος και την επανάληψη της συζήτησης. Στην περίπτωση αυτή καλείται ο εγκαλούμενος με νέα κλήση, στην οποία ορίζεται νέα ημέρα και ώρα συζήτησης, η οποία επιδίδεται, σύμφωνα με την παρ. 6. Η επίδοση αυτή μπορεί να παραλειφθεί, εφόσον ο εγκαλούμενος κατά την πρώτη συζήτηση ήταν παρών και του γνωστοποιήθηκε η νέα ημερομηνία συζήτησης. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί επίσης να αναβάλει άπαξ τη λήψη απόφασης, προκειμένου να εξετάσει ή να επανεξετάσει μάρτυρες, ορίζοντας για τον λόγο αυτόν νέα ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, κλήση του εγκαλουμένου απαιτείται μόνο εάν αυτός ήταν απών. Οι μάρτυρες προσέρχονται με επιμέλεια των ενδιαφερομένων. Η μη προσέλευση των μαρτύρων δεν κωλύει τη λήψη απόφασης. 8. Η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι ειδικώς αιτιολογημένη, συντάσσεται εγγράφως και τηρούνται συνοπτικά πρακτικά των συνεδριάσεων. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από εκκρεμή ποινική δίωξη. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει αυτοδίκαια την πειθαρχική διαδικασία, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί όμως να διατάξει την αναστολή της μέχρι την περάτωση της ποινικής δίκης. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. 9. Σε περίπτωση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για αδίκημα σχετιζόμενο με παραβάσεις του παρόντος ή για αδίκημα που συνεπάγεται κώλυμα διορισμού ή έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α΄ 26), εκδίδεται απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την οποία διαπιστώνεται η οριστική παύση του καταδικασθέντος. 10. Τα πειθαρχικά παραπτώματα της παρ. 2 παραγράφονται μετά πενταετία από την τέλεσή τους. Πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Η κατά την παρ. 5 κλήση για ακρόαση και για έγγραφες εξηγήσεις διακόπτει την ως άνω παραγραφή. Στην περίπτωση αυτή, ο συνολικός χρόνος παραγραφής δεν μπορεί να υπερβεί τα επτά (7) έτη, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου και της περίπτωσης της αναστολής της πειθαρχικής διαδικασίας κατά την παρ. 8, οπότε και ο χρόνος παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος δεν συμπληρώνεται πριν από την παρέλευση έτους από την ημερομηνία δημοσίευσης της αμετάκλητης απόφασης ποινικού δικαστηρίου. 11. Οι διατάξεις του Μέρους Ε΄ («Πειθαρχικό Δίκαιο») του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) εφαρμόζονται αναλόγως.
ΚΠολΔ Άρθρο 106
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 73.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 106: Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
ΑΚ Άρθρο 1047
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 72.9%
ΑΚ Άρθρο 1047: Αναστολή χρησικτησίας Η χρησικτησία δεν αρχίζει και, αν έχει αρχίσει δεν συνεχίζεται κατά το διάστημα που αναστέλλεται η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής, ή εμποδίζεται σύμφωνα με το νόμο η συμπλήρωση της παραγραφής αυτής.
Ν4270 Άρθρο 136
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 72.9%
Ν4270 Άρθρο 136: Παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου 1.Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν παραγράφεται πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση με στενή έννοια), με την επιφύλαξη των διατάξεων περί επιβολής φόρων και λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170). Η ρύθμιση αυτή παραμένει σε ισχύ και στην περίπτωση που καθυστερεί η βεβαίωση με στενή έννοια. 2.Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μαζί με τα πρόστιμα, τους τόκους και τις προσαυξήσεις που έχουν βεβαιωθεί παραγράφονται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε με στενή έννοια και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3.Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που: α. απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, στην οποία περιλαμβάνεται και η σύμβαση εκείνη που βασίζεται σε πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί εξωπτωχευτικής ρύθμισης του τρόπου καταβολής πτωχευτικών προς το Δημόσιο χρεών και η οποία εξομοιώνεται πλήρως με την μεταπτωχευτική έννομη σχέση του πτωχού, β. απορρέει από τελεσίδικη απόφαση (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) οποιουδήποτε δικαστηρίου, γ. γεννήθηκε συνεπεία άπιστης διαχείρισης, δ. απορρέει από διάταξη τελευταίας βούλησης, ε. αφορά σε περιοδικές παροχές, στ. γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, ζ. γεννήθηκε από αυτοτελή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από διοικητικές αρχές, η. αφορά σε απόδοση παρακρατηθέντων ή για λογαριασμό αυτού εισπραχθέντων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, θ. απορρέει από κατάπτωση εγγυήσεων τρίτων, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η με στενή έννοια βεβαίωση αυτής. 4.Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του Δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η με στενή έννοια βεβαίωση αυτής. 5.Απαιτήσεις του Δημοσίου εκ δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων η είσπραξη των οποίων έχει ανατεθεί στα Τελωνεία, εφόσον δεν έχουν βεβαιωθεί ή βεβαιώθηκαν ελλιπώς, παραγράφονται μετά την παρέλευση τριετίας από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη απαιτητή η οφειλή. Απαιτήσεις του Δημοσίου από δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που βεβαιώθηκαν στα τελωνεία παραγράφονται μετά παρέλευση δεκαετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου αυτές βεβαιώθηκαν κατά τις ειδικότερες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας. Ως χρόνος γένεσης αξίωσης για είσπραξη δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων επί εμπορευμάτων που βρίσκονται υπό τελωνειακή παρακολούθηση την οποία επιβάλλει η προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων αυτών ή η υπαγωγή τους σε τελωνειακό καθεστώς, το οποίο συνεπάγεται τελωνειακή παρακολούθηση, θεωρείται για την παραγραφή το χρονικό σημείο, κατά το οποίο πραγματοποιείται η διαφυγή του εμπορεύματος από την τελωνειακή παρακολούθηση και όπου αυτό δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, το χρονικό σημείο διαπίστωσης της διαφυγής.
ΑΚ Άρθρο 934
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 72.9%
ΑΚ Άρθρο 934: Παράνομη αφαίρεση πράγματος Όποιος οφείλει πράγμα που αφαιρέθηκε με παράνομη πράξη είναι υπερήμερος από το χρόνο της αφαίρεσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 210
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 72.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 210: "1. Ο ειρηνοδίκης κατά τη συμβιβαστική επέμβαση εξετάζει μαζί με τους ενδιαφερομένους ολόκληρη τη διαφορά χωρίς να δεσμεύεται από το ισχύον δικονομικό και ουσιαστικό δίκαιο, εκτιμά ελεύθερα τα διάφορα πραγματικά περιστατικά και προσπαθεί να βρει τρόπο συμβ ιβασμού. Ιδίως έχει το δικαίωμα να διατάζει αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, την προσαγωγή οποιουδήποτε εγγράφου, την προσωπική εμφάνιση των διαδίκων και μπορεί να εξετάζει μάρτυρες, έστω και χωρίς όρκο, και γενικά να ενεργεί οποιαδήποτε πράξη για να διευκρινιστεί η διαφορά. 2. Ο συμβιβασμός μπορεί να αφορά ολόκληρη τη διαφορά ή μόνο μέρος της."
ΚΠολΔ Άρθρο 271
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 72.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 271: 1. Αν ο εναγόμενος δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σε αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα. 2. Αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπόθεση συζητείται ερήμην του εναγομένου. Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αγωγή." 3. Στην περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία, και η αγωγή γίνεται δεκτή, εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.
ΚΠολΔ Άρθρο 527
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 71.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 527: Περιπτώσεις επιτρεπτού προβολής νέων ισχυρισμών στην κατ’ Με την επιφύλαξη των αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων ισχυρισμών ή αυτών που προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν E Τεύχος A’ 30/27.02.2026782 στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) [Καταργήθηκε], 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) [Καταργήθηκε] και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
ΠΚ Άρθρο 30
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 70.9%
ΠΚ Άρθρο 30: Πραγματική πλάνη 1. Δεν πράττει με δόλο όποιος κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν. Αν όμως η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα αμέλειας. 2. Δεν καταλογίζονται στο δράστη περιστατικά που κατά το νόμο επαυξάνουν το αξιόποινο της πράξης του, αν τα αγνοούσε. ΙV. ΛΟΓΟΙ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ
ΚΦΕ Άρθρο 27
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 70.9%
ΚΦΕ Άρθρο 27: Μεταφορά ζημιών 1. Εάν με τον προσδιορισμό των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα το αποτέλεσμα είναι ζημία εντός του φορολογικού έτους, η ζημία αυτή μεταφέρεται για να συμψηφισθεί με τα επιχειρηματικά κέρδη διαδοχικά στα επόμενα πέντε (5) φορολογικά έτη. Η ζημία του προγενέστερου έτους συμψηφίζεται κατά προτεραιότητα έναντι της ζημίας μεταγενέστερου έτους. 2. Η χρεωστική διαφορά που προκύπτει σε βάρος των νομικών προσώπων των περ. α’ , γ’ και δ’ του άρθρου 45 από την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή εταιρικών ομολόγων με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ εφαρμογή προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα σε τριάντα (30) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενόμενης από τη χρήση μέσα στην οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων και ανεξάρτητα από τον χρόνο διακράτησης των ομολόγων. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ως χρεωστική διαφορά λαμβάνεται η διαφορά μεταξύ της ονομαστικής αξίας των τίτλων που εκδόθηκαν σε ανταλλαγή και του κόστους απόκτησης των αρχικών τίτλων. Ειδικά, σε περίπτωση που μετά την απόκτηση των αρχικών τίτλων προέκυψε ζημία από την αποτίμησή τους η οποία δεν έχει συμψηφιστεί με αποθεματικό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 2238/1994, όπως ισχύει κατά τη δημοσίευση του Κ.Φ.Ε. λαμβάνεται το αρχικό κόστος απόκτησης. 3.α. Η χρεωστική διαφορά λόγω πιστωτικού κινδύνου η οποία προκύπτει για τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στις παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 26 του παρόντος και τα οποία εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή, κατά περίπτωση, τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, από: αα) τη διαγραφή χρεών οφειλετών τους, i) κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 61 του ν. 4307/2014 (Α’ 246), ii) κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 (Α’ 130), iii) ή ως αποτέλεσμα οριστικής διαγραφής ή συμφωνίας ρύθμισης χρεών των οφειλετών δανείων ή πιστώσεων, ββ) τη μεταβίβαση, δηλαδή την πώληση ή την εισφορά δανείων ή πιστώσεων κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 (Α’ 176) ή του ν. 3156/2003 (Α’ 157) ή τη μεταβίβασή τους σε χρηματοδοτικό ή πιστωτικό ίδρυμα ή σε άλλη εταιρεία ή νομική οντότητα εφόσον τη διαχείρισή τους πραγματοποιεί πιστωτικό ίδρυμα κατά τις διατάξεις του ν. 4261/2014 (Α’ 107) ή Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις του ν. 4354/2015, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά τους σε είκοσι (20) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενομένης από τη χρήση στην οποία πραγματοποιήθηκε η διαγραφή του χρέους ή η μεταβίβαση του δανείου ή της πίστωσης, αντιστοίχως, ανεξάρτητα από τον χρόνο λογιστικής από αναγνώριση των οικείων περιουσιακών στοιχείων. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η χρεωστική διαφορά ισούται με το συνολικό ποσό της διαγραφής μείον τους μη εγγεγραμμένους τόκους, οι οποίοι και δεν εγγράφονται ή, αντιστοίχως, με το ποσό της ζημίας στην περίπτωση μεταβίβασης δανείων ή πιστώσεων. β. Τυχόν λογιστικές διαγραφές δανείων ή πιστώσεων των νομικών προσώπων των παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 26, οι οποίες αφορούν διαγραφές χρέους ή μεταβιβάσεις κατά τα οριζόμενα στην περ. α’ , που δεν έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι το τέλος του εκάστοτε φορολογικού έτους της λογιστικής διαγραφής, δεν επηρεάζουν το φορολογικό αποτέλεσμα του έτους αυτού έως την επέλευση των γεγονότων της περ. α’ , οπότε και μετατρέπονται σε χρεωστικές διαφορές, εφαρμοζομένης της περ. α’ της παρούσας παραγράφου. γ. Το συνολικό ποσό της ανωτέρω χρεωστικής διαφοράς της περ. α’ , καθώς και της προσωρινής διαφοράς της περ. β’ της παρούσας παραγράφου δεν θα υπερβαίνει το ποσό των αναφερομένων στην περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 27Α, συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου, οι οποίες έχουν λογιστεί έως τις 30 Ιουνίου 2015. Η απόσβεση της ανωτέρω χρεωστικής διαφοράς καταχωρείται σε χρέωση των αποτελεσμάτων της οικείας χρήσης. Σε περίπτωση που τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα έχουν σχηματίσει και εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδά τους, για το χρέος που διαγράφεται ή μεταβιβάζεται, πρόσθετη ειδική πρόβλεψη, η εν λόγω πρόβλεψη αντιλογίζεται σε πίστωση των αποτελεσμάτων του φορολογικού έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η διαγραφή ή η μεταβίβαση του δανείου ή της πίστωσης και αποτελεί για αυτά φορολογητέο κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται από 1.1.2016. 3Α. Για τα νομικά πρόσωπα των παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 26, η χρεωστική διαφορά της παρ. 2 εκπίπτει κατά προτεραιότητα έναντι της χρεωστικής διαφοράς της παρ. 3. Το ποσό της ετήσιας έκπτωσης της χρεωστικής διαφοράς της παρ. 3 περιορίζεται στο ποσό των κερδών που προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος πριν από την έκπτωση αυτών των χρεωστικών διαφορών και μετά την έκπτωση της χρεωστικής διαφοράς της παρ. 2. Το υπολειπόμενο ποσό ετήσιας έκπτωσης που δεν συμψηφίστηκε, μεταφέρεται προς έκπτωση σε επόμενα φορολογικά έτη της χρονικής περιόδου που προβλέπεται στην παρ. 3, στα οποία θα απομένει υπόλοιπο κερδών μετά την ετήσια έκπτωση των χρεωστικών διαφορών των παρ. 2 και 3 που αντιστοιχούν στα έτη αυτά. Στη σειρά έκπτωσης των μεταφερόμενων ποσών προηγούνται τα παλαιότερα υπόλοιπα χρεωστικής διαφοράς έναντι των νεότερων. Αν στο τέλος της εικοσαετούς περιόδου απόσβεσης απομένουν υπόλοιπα που δεν έχουν συμψηφιστεί, αυτά αποτελούν ζημία που υπόκειται στον κανόνα της πενταετούς μεταφοράς της παρ. 1. Η παρούσα εφαρμόζονται από 1η.1.2021 και αφορά χρεωστικές διαφορές της παρ. 3 που έχουν προκύψει από την 1η.1.2016. 4. Ζημίες που προκύπτουν στην αλλοδαπή από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας μέσω μόνιμης εγκατάστασης δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό των κερδών του ίδιου φορολογικού έτους ούτε να συμψηφιστούν με μελλοντικά κέρδη, με εξαίρεση τις ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω μόνιμης εγκατάστασης που προκύπτουν σε άλλη χώρα ΕΕ/ΕΟΧ, με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας, βάσει της οποίας τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα δεν απαλλάσσονται. 5. Σε περίπτωση που μεταβληθεί η άμεση ή έμμεση συμμετοχή ή τα δικαιώματα ψήφου σε ένα νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα άνω του ποσοστού τριάντα τρία τοις εκατό (33%) εντός ενός φορολογικού έτους και παράλληλα γίνει, μέσα στο ίδιο ή/και το επόμενο φορολογικό έτος από αυτό που συντελέσθηκε η μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου, αλλαγή της δραστηριότητας της εταιρείας στην οποία αποκτάται η συμμετοχή ή τα δικαιώματα ψήφου, σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) του κύκλου εργασιών της σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος από τη μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου, οι διατάξεις της παρ. 1 δεν έχουν εφαρμογή. 6. Ο προσδιορισμός του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος κατ' εφαρμογή των άρθρων 28Α έως 28Δ δεν επηρεάζει την εφαρμογή της παρ. 1 και η πραγματοποιηθείσα ζημία δύναται να μεταφέρεται προς συμψηφισμό με λογιστικό ποσό των δηλωθέντων επιχειρηματικών κερδών.
ΚΠολΔ Άρθρο 74
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 70.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 74: Περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν από κοινού, ως ομόδικοι, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζουν άλλες διατάξεις, 1) αν, σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς, έχουν κοινό δικαίωμα ή κοινή υποχρέωση ή αν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, ή 2) αν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ιστορική και νομική βάση και συγχρόνως το δικαστήριο έχει αρμοδιότητα για τον καθένα από τους εναγομένους.
ΠΚ Άρθρο 27
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 70.7%
ΠΚ Άρθρο 27: Δόλος 1. Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται. 2. Όπου ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος. Και όπου ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεστεί με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος απαιτείται ο δράστης να έχει επιδιώξει να προκαλέσει αυτό το αποτέλεσμα.
ΚΠολΔ Άρθρο 335
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 70.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 335: Αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
ΚΠολΔ Άρθρο 69
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 70.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 69: 1. Επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και α) αν η παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή συνδέεται με την επέλευση χρονικού σημείου, προτού επέλθει το χρονικό αυτό σημείο, β) στην περίπτωση του άρθρου 378 του Αστικού Κώδικα γ) αν ο ενάγων ζητεί να του παραδοθεί ένα πράγμα και, για την περίπτωση που δεν του παραδοθεί το ίδιο πράγμα, ζητεί το διαφέρον, δ) αν η γένεση ή η άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έκδοση της απόφασης, ε) αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος, στ) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι ο οφειλέτης θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής. 2. Στην περίπτωση του εδαφ. α της προηγούμενης παραγράφου, ο εναγόμενος καταδικάζεται να καταβάλει τα χρήματα ή να παραδώσει το πράγμα μόλις επέλθει το χρονικό σημείο. Στην περίπτωση του εδαφ. γ καταδικάζεται να πληρώσει αποζημίωση, αν δεν βρεθεί το πράγμα στο στάδιο της εκτέλεσης. Στην περίπτωση του εδαφ. ε καταδικάζεται στην παροχή, μόλις πληρωθεί η αίρεση ή επέλθει το γεγονός και αυτό διαπιστωθεί με τον τρόπο που ορίζει η απόφαση.
ΚΠΔ Άρθρο 178
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 70.4%
ΚΠΔ Άρθρο 178: Αποδεικτικά μέσα Βάρος απόδειξης 1. Στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικών μέσων. Κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι: α) οι ενδείξεις· β) η αυτοψία· γ) η πραγματογνωμοσύνη· δ) η ομολογία του κατηγορουμένου· ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα. 2. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ του. Οι δικαστές «και οι εισαγγελείς» είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. 3. Οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής είναι προς όφελος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου.
ΑΚ Άρθρο 941
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 70.1%
ΑΚ Άρθρο 941: Γνώση του τρίτου Η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του. Τεκμαίρεται ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
ΠΚ Άρθρο 386
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 69.9%
ΠΚ Άρθρο 386: Απάτη 1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.
41/2023
2023Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.2%
Ασθενής, έγγαμη, μητέρα ανήλικου τέκνου, ηλικίας 49 ετών, φαρμακοποιός με ετήσια έσοδα 140.000 ευρώ, υποβλήθηκε στις 18.4.2008 σε χειρουργική επέμβαση πρόσθιας δισκεκτομής αυχένα (επίπεδο Α5-Α6) με τοποθέτηση εμφυτεύματος και σπονδυλοδεσία. Η επέμβαση ολοκληρώθηκε επιτυχώς στις 12:15 και η ασθενής μεταφέρθηκε στις 14:00 στο θάλαμο νοσηλείας. Περί ώρα 15:40 εμφάνισε δυσκολία κατάποσης και δύσπνοια. Νοσηλεύτρια επισκέφθηκε τον θάλαμο στις 16:00, τοποθέτησε οξυγόνο και αποχώρησε. Τα συμπτώματα επιδεινώθηκαν σταδιακά. Ο σύζυγος ειδοποίησε κατ' επανάληψη το νοσηλευτικό προσωπικό από τις 16:20 έως τις 16:50, χωρίς να επισκεφθούν τον θάλαμο ή να ειδοποιήσουν ιατρό. Περί ώρα 17:00 η ασθενής είχε απώλεια αισθήσεων. Εφημερεύουσα ιατρός ειδοποιήθηκε τότε και ενεργοποίησε συναγερμό ΚΑΡΠΑ. Διασωλήνωση έγινε περί ώρα 17:15-17:20. Διαγνώστηκε αιμάτωμα διαστάσεων 4x3,5x3 εκ. που προκαλούσε παρεκτόπιση τραχείας. Η ασθενής υπέστη υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια με αναπηρία 95-98% εφ' όρου ζωής, σπαστική τετραπληγία και κρίσεις επιληψίας, περιελθούσα σε φυτική κατάσταση. Σύζυγος δαπάνησε 740 ευρώ μηνιαίως για βοηθητικό προσωπικό (συνολικά 58.460 ευρώ για 79 μήνες).
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ ορίζει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Ως γνώση του υποχρέου νοείται η θετική γνώση ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών δύναται να εγείρει ορισμένη αγωγή με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας βάσει γνωστών συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Όταν ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, η γνώση του υποχρέου ως προς τον προστήσαντα υπάρχει όταν είναι γνωστά τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν τη συγκεκριμένη ζημιογόνο παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά κάποιου από τους προστηθέντες, έστω κι αν δεν προσδιορίζεται το πρόσωπό του. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν τη ζημία από 18.4.2008, αλλά έλαβαν σαφή γνώση των περιστατικών που συγκροτούσαν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των νοσηλευτριών μόλις στις 24-30.10.2014, κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης κατά του θεράποντος ιατρού. Προηγουμένως πίστευαν ότι ευθυνόταν ο χειρουργός για παραμέληση μετεγχειρητικής παρακολούθησης, έχοντας ασκήσει κατ' αυτού αγωγή και μήνυση από το 2010. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου ενεπλάκησαν περισσότερα πρόσωπα με διαφορετικές αρμοδιότητες και το ζημιογόνο αποτέλεσμα μπορούσε να προκληθεί από διαφορετική συμπεριφορά του καθενός, η γνώση των συγκεκριμένων περιστατικών που θεμελίωναν την ευθύνη των νοσηλευτριών και της προστήσασας εταιρίας περιήλθε μόλις το 2014. Η αγωγή που ασκήθηκε στις 10.11.2014 δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι δεν επήλθε η πενταετής παραγραφή της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων. Οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν μεν τη ζημία από την πρόκλησή της στις 18.4.2008, έλαβαν όμως σαφή γνώση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούσαν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των νοσηλευτριών και θεμελίωναν τον νόμιμο δικαιολογητικό λόγο ευθύνης τους και της προστήσασας εταιρίας μόλις στις 24-30.10.2014, κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης. Προηγουμένως πίστευαν από αμέλεια ότι ευθυνόταν ο θεράπων ιατρός, κατά του οποίου είχαν στραφεί με αγωγή και μήνυση από το 2010. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου ενεπλάκησαν περισσότερα πρόσωπα με διαφορετικές αρμοδιότητες και το ζημιογόνο αποτέλεσμα μπορούσε να προκληθεί από διαφορετική συμπεριφορά του καθενός, δεν ήταν δυνατό να θεμελιωθεί ορισμένη αγωγή με ελπίδες επιτυχίας χωρίς τη γνώση των συγκεκριμένων περιστατικών που προσδιόριζαν την υπαίτια συμπεριφορά των νοσηλευτριών. Η αγωγή που ασκήθηκε στις 10.11.2014 ήταν εντός της πενταετίας από τη γνώση των υποχρέων.
Απορρίπτει την από 6-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 570/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.
1416/2017
2017Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.8%
Ιδιοκτήτρια ισογείου ορόφου εμβαδού 75 τ.μ. περίπου επί της οδού, όμορου με τετραώροφη οικοδομή που ανήγειραν γείτονες το έτος 1990 επί οικοπέδου εκτάσεως 134 τ.μ. Κατά την ανέγερση της οικοδομής το έτος 1990 εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά ρήγματα στον όμορο τοίχο της οικίας της ιδιοκτήτριας και επήλθε μερική ρήξη αυτού, λόγω ελλιπών μέτρων αντιστήριξης, με καθίζηση της οικίας. Οι ζημίες αποκαταστάθηκαν πρόχειρα από τους γείτονες κατόπιν διαμαρτυριών. Το έτος 1996 επανεμφανίσθηκαν ρωγμές, πτώση επιχρισμάτων και κλίση του δαπέδου στον ίδιο τοίχο, ζημίες που αποκατέστησε η ιδιοκτήτρια με δαπάνες της. Το έτος 1999 δημιουργήθηκαν εκ νέου μεγαλύτερες ρωγμές στον ίδιο τοίχο και εντάθηκε η κλίση του δαπέδου λόγω καθιζήσεως.
Το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει πενταετή παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, η οποία αρχίζει από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι ήδη από το έτος 1990 η ενάγουσα γνώριζε τους υπαίτιους των ζημιών, οι οποίοι αποκατέστησαν τις βλάβες κατόπιν διαμαρτυριών της. Οι μετέπειτα ζημίες των ετών 1996 και 1999 προκλήθηκαν στον ίδιο τοίχο με μεγαλύτερη ένταση και επεκτάθηκαν στο δάπεδο, οφειλόμενες στην ίδια αμελή συμπεριφορά. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι τουλάχιστον από το έτος 1999 η ενάγουσα γνώριζε τη ζημιά της και τους υπόχρεους και μπορούσε να ασκήσει αγωγή. Η πενταετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής στις 27-1-2006.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης είχε συμπληρωθεί. Η ενάγουσα γνώριζε από το έτος 1990 τους υπαίτιους των ζημιών, οι οποίοι αποκατέστησαν τις βλάβες κατόπιν διαμαρτυριών της. Οι μετέπειτα ζημίες των ετών 1996 και 1999 οφείλονταν στην ίδια αμελή συμπεριφορά και προκλήθηκαν στον ίδιο τοίχο με μεγαλύτερη ένταση. Τουλάχιστον από το έτος 1999 η ενάγουσα γνώριζε τη ζημιά της και τους υπόχρεους και μπορούσε να στραφεί εναντίον τους. Η αγωγή που επιδόθηκε στις 27-1-2006 ασκήθηκε μετά την παρέλευση της πενταετίας.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τους απόντες τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσίβλητων. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους ως άνω αναιρεσιβλήτους. Απορρίπτει την από 22-12-2015 αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
132/2024
2024Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.5%
Παθών, ομογενής που ζούσε στην Αφρική και διατηρούσε υπεραγορά τροφίμων (1966-1998), μετέφερε κεφάλαια μέσω ασφαλιστηρίων ζωής. Την 1-9-1999 υπέγραψε αίτηση ασφάλισης ζωής με συμπληρωματικές καλύψεις, δεκαετούς διάρκειας, για ασφαλιστικό ποσό 62.000.000 δρχ. (181.951,57 ευρώ), παραδίδοντας στον ασφαλιστικό σύμβουλο το ποσό των 62.000.000 δρχ. και λαμβάνοντας «Απόδειξη Προκαταβολής» με το λογότυπο της ασφαλιστικής εταιρίας. Τέλη καλοκαιριού 2001 διαδόθηκαν καταγγελίες ότι ο ασφαλιστικός σύμβουλος εισέπραττε ασφάλιστρα χωρίς να τα αποδίδει. Στις 19-10-2001 ανακοινώθηκε δημόσια η λύση συνεργασίας. Ο παθών απευθύνθηκε στην ασφαλιστική και, κατόπιν διαπραγματεύσεων, τον Δεκέμβριο 2001 εισέπραξε από αλλοδαπή εταιρία του ομίλου 750.000 δολ. ΗΠΑ και η θυγατέρα του 111.000 δολ. ΗΠΑ. Την ίδια περίοδο ενημερώθηκε από νομικό της ασφαλιστικής ότι δεν υφίστατο άλλο εν ισχύ συμβόλαιό του στην ελληνική εταιρία και ότι το ποσό των 62.000.000 δρχ. δεν είχε αποδοθεί, αλλά ιδιοποιήθηκε από τον σύμβουλο. Στις 29-7-2011 υπέβαλε αίτηση ενημέρωσης και στις 20-9-2011 έλαβε απάντηση ότι δεν οφείλεται ποσό, ενώ στις 10-11-2011 κοινοποιήθηκε εξώδικη δήλωση περί ανυπαρξίας συμβολαίου.
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ ορίζει πενταετή παραγραφή αξιώσεων από αδικοπραξία από τότε που ο παθών γνωρίζει τη ζημία και τον υπόχρεο. Η γνώση αφορά τις πρώτες επιζήμιες συνέπειες, όχι το ακριβές ποσό. Σε συνδυασμό με το άρθρο 922 ΑΚ, ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον και η παραγραφή ενεργεί υποκειμενικά. Το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ καθορίζει τους λόγους αναίρεσης για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και για έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ αποκλείει αναιρετικό έλεγχο της εκτίμησης αποδείξεων. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο παθών παρέδωσε 62.000.000 δρχ. (181.951,57 ευρώ) την 1-9-1999 στον ασφαλιστικό σύμβουλο για κατάρτιση σύμβασης. Τον Δεκέμβριο 2001 πληροφορήθηκε ότι το ποσό δεν αποδόθηκε στην ασφαλιστική αλλά ιδιοποιήθηκε και ότι δεν υφίστατο άλλο συμβόλαιο. Την ίδια περίοδο εισέπραξε 750.000 δολ. ΗΠΑ (και 111.000 δολ. ΗΠΑ η θυγατέρα του) από αλλοδαπή εταιρία. Υπήρξε δημόσια ανακοίνωση λύσης συνεργασίας στις 19-10-2001. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 § 1 ΑΚ, έκρινε ότι η παραγραφή άρχισε τον Δεκέμβριο 2001, όταν υπήρξε γνώση ζημίας και υπόχρεου (προστήσαντος), χωρίς να απαιτείται γνώση της ακριβούς έκτασης. Η ρύθμιση του άρθρου 937 § 2 ΑΚ δεν καταλαμβάνει τον προστήσαντα. Κατά συνέπεια, η αξίωση κατά της ασφαλιστικής είχε παραγραφεί πριν το 2013. Οι αναιρετικοί λόγοι από τα άρθρα 559 αριθ. 1, 10, 11γ και 19 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν, καθώς υπήρχαν πλήρεις αιτιολογίες και μνεία αποδεικτικών μέσων.
Η αξίωση κατά της προστήσασας ασφαλιστικής είχε υποπέσει σε πενταετή παραγραφή, διότι ο δικαιούχος γνώριζε ήδη από τον Δεκέμβριο 2001 τη ζημία του (ιδιοποίηση 62.000.000 δρχ.) και τον υπόχρεο, κατόπιν ενημέρωσης ότι δεν υπήρχε συμβόλαιο και ότι το ποσό δεν είχε αποδοθεί, ενώ είχε λάβει από αλλοδαπή εταιρία 750.000 δολ. ΗΠΑ (και 111.000 δολ. ΗΠΑ η θυγατέρα του). Η διάταξη του άρθρου 937 § 2 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στον προστήσαντα. Το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 937 § 1 ΑΚ, παρέθεσε πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες για τον χρόνο έναρξης της παραγραφής και μνημόνευσε τα αποδεικτικά μέσα. Οι αιτιάσεις περί παραβίασης των άρθρων 559 αριθ. 1, 10, 11γ και 19 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμες ή απαράδεκτες, διότι επεδίωκαν επανεκτίμηση των αποδείξεων, που αποκλείεται από το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων, η αναίρεση απορρίφθηκε και επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.11.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4379/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
880/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.3%
Στις 29-11-1987 16ετής κοπέλα υπέστη τραυματισμό σε σταθμό σιδηροδρόμου με αποτέλεσμα τον πλήρη ακρωτηριασμό του περιφερειακού τμήματος του άκρου του πέλματος του δεξιού ποδιού της από το μέσο του μεταταρσίου. Νοσηλεύτηκε στο ΚΑΤ και υποβλήθηκε σε δύο εγχειρήσεις. Τον Ιανουάριο 1989 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Μασαχουσέτης όπου υποβλήθηκε σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις επιμήκυνσης του ποδός με τη μέθοδο Ilizarof και μεταμοσχεύσεις πτερυγίου ελευθέρου τμήματος μυός, και τον Οκτώβριο 1989 σε άλλες τρείς επεμβάσεις επιμήκυνσης των μεταταρσίων οστών. Κατά το στάδιο ανάρρωσης, από τις αρχές του 1994, οι ιατροί του ΚΑΤ διαπίστωσαν υπερτροφία του μοσχεύματος στο έσω χείλος του ποδιού και εξέλκωση αυτού στην πελματιαία επιφάνεια. Στις 25-7-1994 οι ιατροί των ΗΠΑ συνέστησαν άμεση μετάβαση για συμπληρωματική επέμβαση ανασυγκρότησης λόγω της μοναδικότητας και σοβαρότητας της πάθησης. Στις 30-8-1994 υποβλήθηκε στη νέα χειρουργική επέμβαση στη Μασαχουσέτη. Η συνυπαιτιότητα στον αρχικό τραυματισμό κρίθηκε κατά 70% για τους υπαλλήλους του οργανισμού και κατά 30% για την ίδια.
Το άρθρο 937 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, η οποία αρχίζει από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου. Για απρόβλεπτες ζημίες ισχύει νέα παραγραφή που αρχίζει από τη γνώση των νέων επιζήμιων συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα, χωρίς να απαιτείται γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι από τις αρχές του 1994 η ενάγουσα άρχισε να διαπιστώνει υπερτροφία του μοσχεύματος, αλλά μέχρι τις 30-8-1994 υπήρχε έστω και πιθανότητα να μην γίνει η επέμβαση. Στις 30-8-1994 έγινε η χειρουργική επέμβαση και έληξε η προεγχειρητική διαδικασία που είχε διαρκέσει από 26-8-1994. Η προηγούμενη όμοια αγωγή επιδόθηκε στις 25-8-1999. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η γνώση των νέων επιζήμιων συνεπειών έλαβε χώρα στις 30-8-1994 όταν πραγματοποιήθηκε η επέμβαση, οπότε και άρχισε η πενταετής παραγραφή που έληξε στις 30-8-1999. Επομένως δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 25-8-1999.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή της αξίωσης για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση άρχισε στις 30-8-1994, όταν πραγματοποιήθηκε η συμπληρωματική χειρουργική επέμβαση και έληξε η προεγχειρητική διαδικασία, και όχι από τις αρχές του 1994 όταν διαπιστώθηκε η υπερτροφία του μοσχεύματος, αφού μέχρι την επέμβαση υπήρχε πιθανότητα να μην χρειαστεί. Εφόσον η προηγούμενη αγωγή επιδόθηκε στις 25-8-1999, δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία που έληγε στις 30-8-1999. Οι παραδοχές του Εφετείου ήταν σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες σε σχέση με τον χρόνο γνώσης των νέων επιζήμιων συνεπειών.
Απορρίπτει την από 6-6-2016 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ ΑΕ)" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4091/2015 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
1002/2024
2024Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.2%
Πιστωτικό ίδρυμα καταχώρισε δυσμενή οικονομικά στοιχεία στο σύστημα της «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε.» για δύο πιστωτικές κάρτες που φέρονταν εκδοθείσες στο όνομα καταναλωτή, παρότι αυτός δεν είχε αιτηθεί έκδοσή τους ούτε ήταν κάτοχος. Τον Ιούνιο 2011 ζητήθηκε στεγαστικό δάνειο για κάλυψη στεγαστικών αναγκών και η αίτηση απορρίφθηκε λόγω των δυσμενών καταχωρίσεων. Στις 4-8-2011 ελήφθη από την «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» έγγραφη ενημέρωση για τις καταχωρίσεις. Στις 17-8-2011 εστάλη επιστολή προς την τράπεζα με τα στοιχεία των καρτών και διαμαρτυρία για την εσφαλμένη αναγγελία. Στις 9-9-2011 η τράπεζα αναγνώρισε εγγράφως το σφάλμα και ανέφερε ότι θα προβεί σε διορθώσεις. Στις 15-10-2011 κατασκευαστική εταιρεία δήλωσε οριστική ματαίωση επικείμενης αγοραπωλησίας δύο διαμερισμάτων λόγω μη χορήγησης του στεγαστικού δανείου.
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή για αξιώσεις από αδικοπραξία, με αφετηρία τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση του υπόχρεου και των πρώτων ζημιογόνων συνεπειών. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 247, 251 και 263 ΑΚ, η παραγραφή τρέχει ενιαία για όλη τη ζημία, ενώ δεν απαιτείται γνώση της ακριβούς έκτασης. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται η ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά ήταν η εσφαλμένη αναγγελία δυσμενών στοιχείων για δύο κάρτες. Ο παθών γνώρισε τις πρώτες συνέπειες τον Ιούνιο 2011 (άρνηση πίστωσης) και, το αργότερο, τον Αύγουστο 2011, όταν έλαβε αναλυτική ενημέρωση από την «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» και απέστειλε στις 17-8-2011 επιστολή στην τράπεζα. Η επίδοση προγενέστερης αγωγής έλαβε χώρα στις 12-9-2016. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι η πενταετία εκκίνησε τον Αύγουστο 2011 και είχε συμπληρωθεί πριν από τις 12-9-2016. Η επίκληση ότι η παραγραφή άρχισε με την παραλαβή της επιστολής 9-9-2011 ή με μεταγενέστερη ζημία δεν μεταθέτει την αφετηρία. Οι ισχυρισμοί για ματαίωση αγοραπωλησίας δεν αποτελούν «πράγματα» κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός περί παραμόρφωσης εγγράφου απορρίφθηκε ως αόριστος και αναπόδεικτος.
Η πενταετής παραγραφή των αδικοπρακτικών αξιώσεων εκκίνησε τον Αύγουστο 2011, όταν υπήρχε γνώση του υπαιτίου και των πρώτων συνεπειών (άρνηση πίστωσης και ενημέρωση από «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.»). Συνεπώς, κατά την επίδοση της πρώτης αγωγής στις 12-9-2016 η παραγραφή είχε ήδη συμπληρωθεί· η επίκληση μεταγενέστερης ομολογίας (9-9-2011) δεν επηρεάζει την αφετηρία. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, διότι ο επικληθείς ισχυρισμός περί ματαίωσης αγοραπωλησίας (15-10-2011) συνιστά αρνητική αντίκρουση της ένστασης παραγραφής και όχι «πράγμα» κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Ο τρίτος λόγος απορρίφθηκε ως αόριστος και εν πάση περιπτώσει αβάσιμος, επειδή δεν προσδιορίστηκε ο ουσιώδης ισχυρισμός και δεν προσκομίστηκε το επίμαχο έγγραφο (άρθρα 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Απορρίπτει την από 15-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5784/ 752/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2486/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
72/2013
2013Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.1%
Επενδυτής με αποταμιεύσεις άνω των 100.000.000 δρχ. πείστηκε από διαμεσολαβητές/συμβούλους επενδύσεων να χρηματοδοτήσει επενδύσεις. Κατέβαλε 80.000.000 δρχ. στις 17-10-1994 για επένδυση σε αθλητική ομάδα, με υποσχόμενες εξασφαλίσεις μέσω επιταγών εταιρείας, οι οποίες δεν πληρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τρεις μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (28-10-1995, 30-11-1995, 28-2-1996) που επίσης δεν πληρώθηκαν. Για επένδυση σε ακίνητα (Σπέτσες και Πόρτο Χέλι) κατέβαλε 21.903.743 δρχ. στις 21-12-1994, 14.600.000 δρχ. στις 29-12-1994 και 13.200.000 δρχ. στις 31-1-1995 (σύνολο 49.703.743 δρχ. ή 145.865,70 ευρώ). Ως «εξασφάλιση» χρησιμοποιήθηκε πληρεξουσιότητα είσπραξης απαίτησης εταιρείας που είχε ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση, καθιστώντας την εξασφάλιση ανύπαρκτη/επισφαλή. Οι διαμεσολαβητές δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια για πραγματική επένδυση και χρησιμοποίησαν τα χρήματα. Παράδοσης δέκα συναλλαγματικών συνολικού ποσού 46.200.000 δρχ. με λήξεις από 31-6-1995 έως 30-6-1996 και τεσσάρων μεταχρονολογημένων επιταγών των 10.000.000 δρχ. έκαστη, οι οποίες δεν πληρώθηκαν τον Ιανουάριο 1997, οπότε η ζημία κατέστη βέβαιη.
Το άρθρο 937 εδ. α ΑΚ προβλέπει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο, και πάντως σε είκοσι έτη από την πράξη. Σε συνδυασμό με το άρθρο 914 ΑΚ, ως γνώση νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και της ταυτότητας του υπαιτίου, όχι του ακριβούς ποσού. Η εσφαλμένη εφαρμογή ή μη εφαρμογή ουσιαστικών κανόνων ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι «εξασφαλίσεις» ήταν ανύπαρκτες/επισφαλείς (πληρεξουσιότητα σε εταιρεία ήδη σε πτώχευση), ότι δεν πραγματοποιήθηκε καμία επενδυτική ενέργεια και ότι οι μεταγενέστερες συναλλαγματικές και επιταγές δεν πληρώθηκαν. Η μη πληρωμή των τεσσάρων μεταχρονολογημένων επιταγών τον Ιανουάριο 1997 κατέστησε βέβαιη τη ζημία. Από τα περιστατικά δεν προέκυψε λόγος διακοπής της παραγραφής. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ στα ανωτέρω, η γνώση της ζημίας και του υπαιτίου τοποθετήθηκε στον Ιανουάριο 1997. Η πενταετία έληξε προ της 6-6-2005 χωρίς διακοπή, άρα η αξίωση αποζημίωσης είχε παραγραφεί. Η αντίθετη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τα άρθρα 914 και 937 ΑΚ και στερείται επαρκών αιτιολογιών.
Έγιναν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 937 ΑΚ: βάσει των παραδοχών, η γνώση της ζημίας και του υπαιτίου επήλθε τον Ιανουάριο 1997 και μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 6-6-2005 είχε παρέλθει η πενταετής παραγραφή, χωρίς να συντρέχει λόγος διακοπής. Επιπλέον, οι αιτιολογίες της απόφασης ως προς τον χρόνο γνώσης και τη μη ύπαρξη διακοπής ήταν ανεπαρκείς. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε.
Αναιρεί την 7260/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
477/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.0%
Οι χρηματικές αξιώσεις σχετίζονταν με γεγονότα που ανάγονταν στα έτη 2003, 2004 και 2005 και στηρίζονταν σε αποζημίωση από αδικοπραξία. Τέθηκε ζήτημα πενταετούς παραγραφής κατά το άρθρο 937 ΑΚ, με επίκεντρο τον χρόνο γνώσης της ζημίας και του υπόχρεου και το αν η παραγραφή είχε συμπληρωθεί ή διακοπεί.
Το άρθρο 937 ΑΚ καθιερώνει πενταετή παραγραφή για αξιώσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, η οποία αρχίζει από τον χρόνο που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου, με ανώτατο όριο εικοσαετίας. Η προβολή της παραγραφής απαιτεί ορισμένη επίκληση του χρόνου γνώσης, του χρόνου συμπλήρωσης ή των γεγονότων διακοπής. Παράλληλα, το άρθρο 520 § 1 ΚΠολΔ επιβάλλει σαφή και πλήρη διατύπωση λόγων έφεσης, άλλως αυτοί απορρίπτονται ως αόριστοι. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι επίμαχες αξιώσεις ανάγονταν στα έτη 2003-2005 και ότι, κατά την προβολή της παραγραφής, δεν εκτέθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά για το πότε άρχισε η πενταετής προθεσμία με βάση τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου, ούτε αν και πώς διακόπηκε, ούτε αν είχε συμπληρωθεί πριν από την επιδίωξη των αξιώσεων. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι, εφόσον δεν προσδιορίστηκε με σαφήνεια ο τρόπος συμπλήρωσης της παραγραφής ούτε τα πραγματικά περιστατικά διακοπής, δεν ήταν δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας της ουσιαστικής κρίσης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί εσφαλμένης απόρριψης της παραγραφής στηρίχθηκε σε ανακριβή προϋπόθεση και δεν τεκμηριώθηκε νομικά.
Ο μοναδικός αναιρετικός λόγος απορρίφθηκε διότι στηρίχθηκε σε εσφαλμένη προϋπόθεση: το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένσταση παραγραφής, αλλά τον σχετικό λόγο έφεσης. Ακόμη και ως αιτίαση κατά τα αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος ήταν αβάσιμος, επειδή ορθά το Εφετείο έκρινε τον λόγο έφεσης αόριστο: δεν εκτιθέμενος ο χρόνος έναρξης της πενταετίας, ούτε αν είχε συμπληρωθεί πριν από την επιδίωξη των αξιώσεων ή αν υπήρξε διακοπή, δεν ήταν εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθότητας της πρωτοβάθμιας κρίσης. Επιπλέον, μη μεταβιβασθέντος του κεφαλαίου αυτού, το Εφετείο δεν μπορούσε να εξετάσει κατ’ ουσία την παραγραφή πέραν των κεφαλαίων που εξαφανίσθηκαν.
Απορρίπτει την από 01-06-2017 αίτηση, για αναίρεση της 149/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
513/2024
2024Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.0%
Εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 22-3-1977, με ειδικότητα διαχειριστή υλικού στην 942 αποθήκη μηχανοστασίου Πειραιώς, παρασύρθηκε και θανατώθηκε από μηχανή ελιγμών. Σύζυγος, τέκνα και αδελφή του θανόντος είχαν ασκήσει δύο προηγούμενες αγωγές που απορρίφθηκαν τελεσίδικα, επικαλούμενοι ως αιτία του ατυχήματος την ανυπαρξία ασφαλών διαδρόμων κυκλοφορίας και τη μη συλλογή μπαζών. Με την τρίτη αγωγή επικαλέστηκαν διαφορετική ιστορική βάση: κατάληψη από τον μηχανοδηγό θέσης στο αριστερό χειριστήριο με πλάτη προς το εμπρόσθιο μέρος, ανυπαρξία κλειδούχου έμπροσθεν της αμαξοστοιχίας, και παράλειψη συριγμού. Οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν τις συγκεκριμένες αυτές παραλείψεις στις αρχές Οκτωβρίου 2004 από συναδέλφους του θανόντος. Η αγωγή επιδόθηκε στις 30-9-2009.
Το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά από πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας. Η παραγραφή αρχίζει όταν ο δικαιούχος γνωρίζει τα περιστατικά που προκάλεσαν τη ζημία, δηλαδή τη συγκεκριμένη ζημιογόνο παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου 2004 από συναδέλφους του θανόντος τις συγκεκριμένες παραλείψεις (θέση μηχανοδηγού, ανυπαρξία κλειδούχου, παράλειψη συριγμού), όπως προέκυψε από προανακριτικές καταθέσεις σε ανύποπτο χρόνο. Η αγωγή επιδόθηκε στις 30-9-2009, εντός πενταετίας. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η παραγραφή άρχισε από τις αρχές Οκτωβρίου 2004, όταν οι ενάγοντες έλαβαν πλήρη γνώση των συγκεκριμένων υπαιτίων και παρανόμων παραλείψεων που προκάλεσαν αιτιωδώς τη θανάτωση, και όχι από την ημερομηνία του θανάτου. Συνεπώς η πενταετία δεν είχε συμπληρωθεί.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 και 937 ΑΚ, δεχόμενο ότι η παραγραφή αξίωσης από αδικοπραξία αρχίζει από τότε που ο δικαιούχος έλαβε πλήρη γνώση των συγκεκριμένων υπαιτίων και παρανόμων παραλείψεων που προκάλεσαν αιτιωδώς τη ζημία, και όχι μόνον του γεγονότος του θανάτου και της ταυτότητας του υποχρέου. Επιπλέον, οι προηγούμενες τελεσίδικες αποφάσεις δεν παρήγαγαν δεδικασμένο για την επίδικη αγωγή, καθώς αυτή στηριζόταν σε διαφορετική ιστορική βάση (άλλες παραλείψεις μέτρων ασφαλείας) που δεν είχε κριθεί στις προηγούμενες δίκες. Το Εφετείο έλαβε νόμιμα υπόψη όλα τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν υπέπεσε σε αναιρετικές πλημμέλειες.
Απορρίπτει την από 15-5-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
721/2023
2023Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.9%
Εργαζόμενος ως οδηγός φορτηγού μεταφοράς σκυροδέματος, 25 ετών, υπέστη στις 30-6-2004 εργατικό ατύχημα κατά την κατασκευή εμπορικού κέντρου με συντριπτικό κάταγμα δεξιού λαγονίου, κάταγμα ιερού οστού, αποσπαστικό-συντριπτικό κάταγμα αριστερού λαγονίου, συντριπτικό κάταγμα αριστερής κοτύλης, κατάγματα ηβικών οστών άμφω, οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, κάταγμα βραχιονίου αριστερά, βλάβη οσφυοϊερού πλέγματος δεξιά με προσβολή κοινού περονιαίου νεύρου. Νοσηλεύθηκε δύο μήνες και εξήλθε στις 25-8-2004. Οι θεράποντες ιατροί προέβλεπαν δυνατότητα επιστροφής στην εργασία μετά από διετία. Στις 15-9-2006 η Υγειονομική Επιτροπή ΙΚΑ τον έκρινε ανάπηρο κατά 80% με μόνιμη ανικανότητα προς εργασία. Μεταγενέστερα εμφάνισε φλεγμονή υλικών οστεοσύνθεσης (χειρουργήθηκε 21-12-2008), μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα αριστερής κοτύλης (υπεβλήθη σε ολική αρθροπλαστική 30-9-2009), βραχιαλγία (αφαίρεση υλικών 2010), οσφυοϊσχιαλγία και κατάθλιψη με φαρμακευτική αγωγή.
Τα άρθρα 251 και 937 παρ. 1 ΑΚ ορίζουν ότι η πενταετής παραγραφή αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία αρχίζει από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου. Για απρόβλεπτες ζημίες που δεν είναι δυνατή η πρόβλεψή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή από το χρόνο γνώσης της απρόβλεπτης συνέπειας. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος (30-6-2004) και της πρώτης αγωγής (4-11-2004) οι ιατροί προέβλεπαν δυνατότητα επιστροφής στην εργασία μετά διετία, ότι η μόνιμη αναπηρία 80% διαγνώστηκε στις 15-9-2006 από την Υγειονομική Επιτροπή ΙΚΑ, και ότι μεταγενέστερα εμφανίστηκαν απρόβλεπτες επιπλοκές (φλεγμονή, οστεοαρθρίτιδα, κατάθλιψη). Εφαρμόζοντας τα άρθρα 261 και 263 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι η παραγραφή άρχισε στις 15-9-2006, διεκόπη με την αγωγή του 2009, και η εντός εξαμήνου άσκηση της ένδικης αγωγής του 2013 μετά από παραίτηση διέκοψε αναδρομικά την παραγραφή, καθώς υπήρχε ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των αγωγών.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 251 και 937 ΑΚ, δεχόμενο ως αφετηρία της πενταετούς παραγραφής το χρόνο γνώσης του παθόντος της μόνιμης ανικανότητάς του προς εργασία στις 15-9-2006, όταν η Υγειονομική Επιτροπή ΙΚΑ τον χαρακτήρισε ανάπηρο κατά 80%, και όχι το χρόνο του ατυχήματος ή της πρώτης αγωγής, καθώς οι ζημίες ήταν απρόβλεπτες. Επιπλέον, ορθώς εφάρμοσε τα άρθρα 261 και 263 ΑΚ, δεχόμενο νόμιμη διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής του 2009 και την εντός εξαμήνου επανέγερση με την ένδικη αγωγή του 2013, καθώς υπήρχε ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των αγωγών, αφού και οι δύο στηρίζονταν στην ίδια αδικοπρακτική συμπεριφορά και ζημία (μόνιμη ανικανότητα προς εργασία με απώλεια εισοδημάτων).
Απορρίπτει την από 30-8-2021 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Π.. Μ. Α.Ε." για αναίρεση της υπ'αριθ.806/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1438/2017
2017Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.8%
Κληρονόμοι κατείχαν κατάστημα επιφανείας 140 τ.μ. στη Νέα Σμύρνη Αττικής, υπόγειο από τη βορινή πλευρά και ισόγειο από τη νότια. Σε επαφή με τον υπόγειο βορινό τοίχο, σε βάθος 1,50 μ. κάτω από το πεζοδρόμιο της οδού, διερχόταν δίκτυο υδρεύσεως της ΕΥΔΑΠ με παλαιό αγωγό τοποθετημένο από τη δεκαετία 1950-1960. Κατά την περίοδο 1991-1993, εξαιτίας ρηγματώσεως του αγωγού, διέρρεε νερό εντός του εδάφους, το οποίο εισερχόταν στο κατάστημα, προκαλώντας μόνιμη υγρασία και λιμνάζοντα ύδατα. Αποτέλεσμα ήταν η αποχώρηση του μισθωτή και η αδυναμία εκμισθώσεως. Ο αγωγός επισκευάστηκε προσωρινά στις 19-5-1997 και στις 12-11-1999. Εντός του 2002 σημειώθηκαν τρεις ανεξάρτητες διαρροές: στις 10-2-2002 από αγωγό Φ70, στις 21-5-2002 από αγωγό αμιάντου Φ100 που αντικαταστάθηκε εν μέρει σε μήκος 11 μέτρων, και στις 4/5-10-2002 από αγωγό Φ70 που επισκευάστηκε στις 10-10-2002. Η επανεμφάνιση υγρασίας απαίτησε δαπάνες στεγανοποίησης ύψους 5.804,41 ευρώ και παρεμπόδισε την εκμίσθωση μέχρι 1-7-2007, με απωλεσθέντα μισθώματα 192.228 ευρώ για το διάστημα 1-10-2002 έως 1-10-2007.
Το άρθρο 937 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 247, 251, 298 και 914 ΑΚ ορίζει ότι η πενταετής παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία αρχίζει να τρέχει ενιαίως για όλες τις ζημίες, παρούσες και μέλλουσες, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι υπήρξαν τρεις ανεξάρτητες ζημιογόνες αιτίες σε διαφορετικούς αγωγούς της ΕΥΔΑΠ εντός του 2002, οι οποίες σωρευτικά προκάλεσαν επανεμφάνιση υγρασίας στο ακίνητο. Η τελευταία διαρροή επισκευάστηκε στις 10-10-2002 και από τότε δεν υπήρξε άλλη διαρροή μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 17-10-2008. Το κόστος στεγανοποίησης και η χρονική διάρκεια μέχρι την εκ νέου εκμίσθωση ήταν προβλέψιμα από τους ενάγοντες την 10-10-2002. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι η ζημιογόνος ενέργεια ολοκληρώθηκε την 10-10-2002 με την αποκατάσταση της τελευταίας βλάβης, οπότε και άρχισε η παραγραφή που συμπληρώθηκε στις 10-10-2007, πριν την άσκηση της αγωγής.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε το άρθρο 937 ΑΚ, δεχόμενο την ένσταση παραγραφής. Με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ζημιογόνος ενέργεια ολοκληρώθηκε την 10-10-2002 με την αποκατάσταση της τελευταίας βλάβης στο δίκτυο υδρεύσεως που επηρέαζε την ιδιοκτησία των εναγόντων. Από την ημερομηνία αυτή άρχισε η πενταετής παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης, η οποία συμπληρώθηκε στις 10-10-2007, ένα και πλέον έτος πριν από την άσκηση της αγωγής στις 17-10-2008. Οι λόγοι αναιρέσεως που προσέβαλαν την εφαρμογή του άρθρου 937 ΑΚ και την παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής ήταν αβάσιμοι ή απαράδεκτοι, καθώς ερείδονταν σε εσφαλμένες προϋποθέσεις ή έπλητταν ανελέγκτως τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου.
Απορρίπτει την από 20 Αυγούστου 2014 αίτηση των: 1) Ι. Κ. του Σ. και 2) Α. χήρας Σ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4872/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1423/2019
2019Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.8%
Ασφαλισμένος κατήρτισε στις 10.5.1999 με ασφαλιστική εταιρία σύμβαση διάρκειας δέκα ετών με εφάπαξ ασφάλιστρο 13.500.000 δραχμών, επενδεδυμένο σε αμοιβαία κεφάλαια. Γαμβρός του ασφαλισμένου, ασφαλιστικός σύμβουλος, πλαστογράφησε τρεις αιτήσεις εξαγοράς μεριδίων αξίας 5.040.451 δρχ., 3.249.745 δρχ. και 1.889.977 δρχ. αντίστοιχα. Η ασφαλιστική εταιρία εξέδωσε τρεις δίγραμμες επιταγές σε διαταγή του ασφαλισμένου, συνολικού ποσού 10.180.173 δραχμών (29.975,78 ευρώ). Υπεύθυνη υποκαταστήματος της ασφαλιστικής εταιρίας παρέδωσε τις επιταγές στον γαμβρό αντί στον δικαιούχο. Ο γαμβρός πλαστογράφησε την υπογραφή του ασφαλισμένου στις επιταγές και τις εμφάνισε σε τραπεζικό κατάστημα στις 22.6.2000, 30.10.2000 και 5.12.2000. Υπάλληλοι τράπεζας, συμπεριλαμβανομένης της διευθύντριας υποκαταστήματος, πλήρωσαν τις επιταγές χωρίς να ελέγξουν την ταυτότητα του κομιστή και τη γνησιότητα της υπογραφής. Το ποσό πιστώθηκε σε κοινό λογαριασμό και ο γαμβρός το ιδιοποιήθηκε. Ασφαλισμένος έλαβε ασαφείς πληροφορίες στις 9.7.2001 και πλήρη γνώση της ζημίας και των υπόχρεων στις 9.8.2001 με εξώδικη απάντηση της ασφαλιστικής εταιρίας.
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ προβλέπει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Απαιτείται θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών βάσει γνωστών συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει αγωγή με βέβαιη επιτυχία και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο ενάγων στις 9.7.2001 έλαβε κάποιες ασαφείς πληροφορίες από υπάλληλο για την κίνηση της διαδικασίας εξαγοράς, αλλά πραγματική γνώση της ζημίας και των προς αποζημίωση υποχρέων έλαβε την 9.8.2001 όταν του επιδόθηκε η εξώδικη απάντηση της ασφαλιστικής εταιρίας με πλήρη στοιχεία των επιταγών και των εξαγορών. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή άρχισε να τρέχει από την 9.8.2001, οπότε ο ενάγων είχε σαφή και θετική γνώση των υπόχρεων και των πραγματικών περιστατικών για να εγείρει αγωγή με ελπίδες επιτυχίας, και συνεπώς όταν άσκησε την αγωγή στις 31.7.2006 δεν είχε παρέλθει η πενταετία.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ άρχισε να τρέχει από την 9.8.2001, όταν ο ενάγων έλαβε πραγματική και θετική γνώση της ζημίας ύψους 10.180.173 δραχμών (29.975,78 ευρώ) και των προς αποζημίωση υποχρέων μέσω της εξώδικης απάντησης της ασφαλιστικής εταιρίας, και όχι από την 9.7.2001 όταν είχε λάβει μόνο ασαφείς πληροφορίες. Επομένως, με την άσκηση της αγωγής στις 31.7.2006 δεν είχε παρέλθει η πενταετία. Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 38 του ν. 5960/1933 και απέδωσε ευθύνη στη διευθύντρια του τραπεζικού υποκαταστήματος διότι δεν εξακρίβωσε την ταυτότητα του νόμιμου κομιστή των δίγραμμων επιταγών πριν την πληρωμή τους, με αποτέλεσμα να πληρωθούν σε μη δικαιούχο πρόσωπο. Η αθώωση της από την ποινική δίκη για άμεση συνέργεια στην υπεξαίρεση (δόλος) δεν αποκλείει την αστική ευθύνη από αμέλεια.
Απορρίπτει την από 10-10-2017 αίτηση της Χ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 450/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
344/2017
2017Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.7%
Δύο συγκύριες εξ αδιαιρέτου κατ' ισομοιρίαν και τρίτη συγκυρία σε ποσοστό 28,12% εξ αδιαιρέτου κατείχαν πευκοδάσος έκτασης μεγαλύτερης των 120 στρεμμάτων στην κτηματική περιφέρεια Δήμου. Με κοινή υπουργική απόφαση απαλλοτριώθηκαν δύο τμήματα εμβαδού 8.782 τ.μ. και 1.638 τ.μ. για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμου και σιδηροδρομικής γραμμής. Οι ιδιοκτήτριες ήσαν κάτοικοι Αθηνών και δεν έλαβαν γνώση της απαλλοτρίωσης. Τρία άλλα πρόσωπα επικαλέσθηκαν αναληθώς τίτλους κυριότητας άλλων ακινήτων ισχυριζόμενοι ότι αφορούσαν τα απαλλοτριωθέντα τμήματα και εισέπραξαν τις αποζημιώσεις ύψους 186.154,07 ευρώ και 38.460 ευρώ αντιστοίχως. Οι πραγματικές δικαιούχες έλαβαν γνώση της αδικοπραξίας στις 18-4-2003 και των στοιχείων των υπόχρεων στις 14-12-2006. Ο δικαιοπάροχος των δύο πρώτων ιδιοκτητριών απεβίωσε την 26-1-2004.
Το άρθρο 937 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, η οποία αρχίζει από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Το άρθρο 522 ΚΠολΔ ορίζει ότι το Εφετείο περιορίζεται στην έρευνα των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως και των ισχυρισμών που προβάλλει ο εφεσίβλητος. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι οι ενάγουσες έλαβαν γνώση της αδικοπραξίας στις 18-4-2003 και των στοιχείων των υπόχρεων στις 14-12-2006, ενώ οι αγωγές ασκήθηκαν στις 12-2-2007. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι ο δικαιοπάροχος των δύο πρώτων εναγουσών είχε λάβει γνώση της αδικοπραξίας πριν το θάνατό του. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ και το άρθρο 277 ΑΚ περί μη αυτεπάγγελτης εξέτασης της παραγραφής, το Εφετείο έκρινε ότι δεν παρήλθε πενταετία από τη γνώση των εναγουσών μέχρι την άσκηση των αγωγών και δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει τη γνώση του δικαιοπαρόχου, καθώς δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, καθώς δέχθηκε με επαρκείς αιτιολογίες ότι οι ενάγουσες έλαβαν γνώση της αδικοπραξίας στις 18-4-2003 και των στοιχείων των υπόχρεων στις 14-12-2006, και από τότε μέχρι την άσκηση των αγωγών στις 12-2-2007 δεν παρήλθε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει τη γνώση του δικαιοπαρόχου, καθώς δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός από τους εναγομένους. Επίσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων, αλλά τα συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.
Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2015 αίτηση των: 1) Γ. Κ., 2) Α. Κ. του Ι. και 3) Α. Κ. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4735/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ, για τις δύο πρώτες και στο ίδιο ποσό για την τρίτη.
591/2017
2017Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.7%
Ενάγουσα, τον Μάϊο του 1985, πρόσφερε σε τράπεζα το ποσό των 57.903 δραχμών ως υπόλοιπο χορηγηθέντος δανείου έτους 1970 ποσού 170.000 δραχμών και ζήτησε την εξάλειψη υποθήκης και άρση κατασχέσεων σε διαμέρισμά της στην Αθήνα, καθώς επρόκειτο να το πωλήσει με τίμημα 8.000.000 δραχμών. Η τράπεζα καθόρισε παράνομα το οφειλόμενο ποσό σε 1.000.000 δραχμές και αρνήθηκε την εξάλειψη της υποθήκης και την άρση των κατασχέσεων, με αποτέλεσμα η πώληση να ματαιωθεί. Με την υπ' αριθ. 9732/1996 αμετάκλητη απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδικάσθηκε αποζημίωση για απώλεια τόκων από 1-6-1985 έως 31-5-1990 επί ποσού 10.000.000 δραχμών. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 16-10-1996 και έγινε τελεσίδικη στις 16-10-1999. Η αδικοπραγήσασα τράπεζα απορροφήθηκε από την εναγομένη τράπεζα στις 2-10-1998. Η ενάγουσα άσκησε νέα αγωγή στις 12-5-2008 ζητώντας αποζημίωση 210.873,22 ευρώ για απώλεια τόκων από 1-6-1990 έως 31-12-2002 και χρηματική ικανοποίηση 100.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
Το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, η οποία αρχίζει από τη γνώση της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση. Το άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ επιμηκύνει την παραγραφή σε εικοσαετή μετά την τελεσιδικία, με την προϋπόθεση ότι η αξίωση δεν έχει ήδη παραγραφεί. Τα άρθρα 68 και 75 του ν. 2190/1920 ορίζουν ότι η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται ως καθολική διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της απορροφούμενης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αδικοπραξία τελέσθηκε τον Μάϊο του 1985, η ενάγουσα γνώριζε από τότε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, η πενταετής παραγραφή συμπληρώθηκε τον Μάϊο του 1990, η τελεσιδικία της προηγούμενης απόφασης επήλθε στις 16-10-1999, και η νέα αγωγή ασκήθηκε στις 12-5-2008. Η συγχώνευση με απορρόφηση έλαβε χώρα στις 2-10-1998. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 937 παρ. 1 και 268 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η παραγραφή είχε ήδη συμπληρωθεί πριν την τελεσιδικία, επομένως δεν επήλθε επιμήκυνση σε εικοσαετία. Η απορροφούσα εταιρία, ως καθολική διάδοχος, νομίμως επικαλείται την παραγραφή που είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της απορροφούμενης.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης είχε συμπληρωθεί τον Μάϊο του 1990, πριν από την τελεσιδικία της 9732/1996 απόφασης (16-10-1999), και επομένως δεν επήλθε επιμήκυνση σε εικοσαετή παραγραφή κατ' άρθρο 268 ΑΚ. Η ένσταση παραγραφής της εναγομένης ήταν ορισμένη, αναφέροντας τον χρόνο έναρξης (Μάϊος 1985), τη γνώση της ζημίας και του υποχρέου, και την πάροδο πενταετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής (12-5-2008). Η συγχώνευση με απορρόφηση δεν διαφοροποιεί τη γνώση του υποχρέου, καθώς η απορροφούσα εταιρία ως καθολική διάδοχος νομίμως επικαλείται την παραγραφή που είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της απορροφούμενης. Το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη απορρίφθηκε ως αβάσιμο, καθώς δεν προτάθηκαν νέα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν συνεχιζόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά.
Απορρίπτει την από 8 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση και τους από 31 Αυγούστου 2015 πρόσθετους λόγους της Σ. σύζ. Κ. Κ.Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5801/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1448/2025
2025Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.6%
Παθών σε τροχαίο στις 31-3-2011 υπέστη βαριές κακώσεις (κρανιοεγκεφαλικό, κατάγματα, βλάβες νεύρων), νοσηλεύτηκε σε ΜΕΘ και ακολούθησε αποκατάσταση. Επανήλθε σε πανεπιστημιακά καθήκοντα από 10/2013 έως 3/2014. Από 5/2014 παρουσιάστηκαν νοητικές/ψυχιατρικές διαταραχές με γνωματεύσεις στις 19-5-2014 και 24-6-2014 και κρίθηκε μονίμως ανίκανος από 3-7-2014, οδηγώντας σε πρόωρη συνταξιοδότηση. Δημόσια αρχή αλλοδαπού κράτους ενημερώθηκε στις 11-8-2014 για την απόφαση συνταξιοδότησης. Κατέβαλε στον παθόντα πρόωρη μηνιαία σύνταξη και εισφορές: έως 15-9-2018 συνολικά 154.241,15 ευρώ, για 10-12/2018 9.312,87 ευρώ και 329,21 ευρώ αντίστοιχα, και στη συνέχεια για 1-1-2019 έως 30-1-2020 μη προσδιορισθέντα ποσά. Εξώδικη επιστολή 19-10-2016 ανέφερε καταβολές 77.952,78 ευρώ και ζήτηση μελλοντικών μηνιαίων ποσών έως 30-1-2020.
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, η οποία για απρόβλεπτες μεταγενέστερες ζημίες αρχίζει από τη γνώση των νέων επιζήμιων συνεπειών. Το άρθρο 10 § 2 ν. 489/1976 καθιερώνει πενταετή παραγραφή της ευθείας αξίωσης κατά του ασφαλιστή από το ατύχημα, με νέα αφετηρία για απρόβλεπτες ζημίες όταν καθίσταται αντικειμενικά προβλέψιμη η δυσμενής εξέλιξη. Τα άρθρα 261 § 1 ΑΚ και 221 § 1 ΚΠολΔ ορίζουν ότι αγωγή για μέρος της αξίωσης διακόπτει την παραγραφή μόνο για το συγκεκριμένο μέρος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο παθών εργάστηκε 10/2013-3/2014 και στη συνέχεια εμφάνισε απρόβλεπτη γνωστική/ψυχιατρική επιδείνωση (γνωματεύσεις 19-5-2014 και 24-6-2014), κρίθηκε ανίκανος από 3-7-2014 και συνταξιοδοτήθηκε. Η δημόσια αρχή ενημερώθηκε στις 11-8-2014. Καταβλήθηκαν 154.241,15 ευρώ έως 15-9-2018, 9.312,87 ευρώ + 329,21 ευρώ για 10-12/2018, και συνεχίστηκαν καταβολές έως 30-1-2020. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η ανικανότητα προς εργασία ήταν απρόβλεπτη συνέπεια, οπότε η πενταετής παραγραφή άρχισε από 12-8-2014. Οι καταβολές αφορούν ζημίες εντός της νέας περιόδου και η επίδοση της σχετικής αγωγής τον 10/2018 έλαβε χώρα εντός πενταετίας, ενώ η μερική διεκδίκηση δεν διακόπτει για διαφορετικά χρονικά διαστήματα πέραν του αιτηθέντος.
Η επιδείνωση της υγείας και η μόνιμη ανικανότητα προς εργασία του παθόντος κρίθηκαν ως απρόβλεπτες βάσει συγκεκριμένων ιατρικών γνωματεύσεων (19-5-2014, 24-6-2014) και της πραγματικής επιστροφής του στην εργασία έως 3/2014. Η γνώση της δημόσιας αρχής τεκμηριώθηκε στις 11-8-2014, άρα η νέα πενταετής παραγραφή άρχισε στις 12-8-2014 και δεν είχε συμπληρωθεί κατά την επίδοση της αγωγής τον 10/2018. Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απρόβλεπτη ζημία και την αφετηρία της παραγραφής, επιτρέποντας τον αναιρετικό έλεγχο· συνεπώς ο λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι απαράδεκτες.
Απορρίπτει την από 23.3.2022 και με αρ. εκθ. κατ. 2292/216/2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3107/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1202/2025
2025Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.6%
Εργαζόμενος απασχολήθηκε ως υπάλληλος οικονομικών υπηρεσιών από 1-10-1999 έως 17-12-2013, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας. Ήταν ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ από 1-7-1990 έως 30-6-1995, γεγονός που γνωστοποίησε στον εργοδότη κατά την πρόσληψη με βεβαίωση. Συμμετείχε σε πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης 5330, το οποίο διακόπηκε στις 30-6-2002 και αντικαταστάθηκε από πρόγραμμα 489-1 από 1-7-2002. Εργαζόμενος καταχωρήθηκε ως νέος ασφαλισμένος για 2,83 έτη μόνο στο ΙΚΑ, χωρίς να συνυπολογιστεί η προηγούμενη ασφάλιση στο ΤΕΒΕ. Έλαβε 1.151,34 ευρώ στις 5-7-2002 από το πρόγραμμα 5330 και 43.935,94 ευρώ στις 30-1-2014 για εξαγορά δικαιωμάτων από το πρόγραμμα 489-1. Στις 18-11-2013 υπέβαλε έγγραφη εισήγηση στον εργοδότη υπολογίζοντας αξίωση 498.752,47 ευρώ ως κόστος προϋπηρεσίας. Άσκησε αγωγή στις 23-12-2019 για 455.000 ευρώ και 150.000 ευρώ ηθική βλάβη.
Το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ ορίζει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά από πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Η παραγραφή άρχισε όταν η αξίωση γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, και ο ενάγων έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο ενάγων στις 18-11-2013 υπέβαλε έγγραφη εισήγηση με επακριβή υπολογισμό της αξίωσης σε 498.752,47 ευρώ, γνώριζε τη ζημία και τον υπόχρεο. Η πενταετής παραγραφή άρχισε στις 18-11-2013 και συμπληρώθηκε στις 18-11-2018, ενώ η αγωγή ασκήθηκε στις 24-12-2019. Οι ενέργειες της ασφαλιστικής εταιρίας και οι οικονομικές καταστάσεις δεν συνιστούν αναγνώριση χρέους από τον εργοδότη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η ένσταση παραγραφής ήταν βάσιμη, καθώς η αγωγή ασκήθηκε μετά την πενταετία. Η αντένσταση επιμήκυνσης της παραγραφής λόγω κολάσιμων πράξεων απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι δεν προβλήθηκε νομίμως στον πρώτο βαθμό.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 937 ΑΚ, δεχόμενο ότι ο ενάγων γνώριζε τη ζημία και τον υπόχρεο από 18-11-2013, οπότε υπέβαλε έγγραφη εισήγηση με υπολογισμό της αξίωσης σε 498.752,47 ευρώ. Η πενταετής παραγραφή συμπληρώθηκε στις 18-11-2018, ενώ η αγωγή ασκήθηκε στις 24-12-2019. Οι ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως χρέους από ενέργειες της ασφαλιστικής εταιρίας ή οικονομικές καταστάσεις απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι. Η αντένσταση επιμήκυνσης της παραγραφής λόγω κολάσιμων πράξεων απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι δεν προβλήθηκε νομίμως στον πρώτο βαθμό και ήταν αόριστη ως προς τον χαρακτηρισμό των αδικημάτων ως κακουργημάτων.
Απορρίπτει την από 3-6-2024 (5179/498/2024) αίτηση αναιρέσεως της υπ'αριθ. 4058/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την επιστροφή του 68123978395411270055 παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στον αναιρεσείοντα
1554/2012
2012Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.6%
Ιδιοκτήτες οικοδομής διαπίστωσαν κακοτεχνίες και ελλείψεις που καθιστούσαν το κτίριο επικίνδυνο, βάσει τεχνικής έκθεσης επικίνδυνης οικοδομής (υπ’ αριθμ. 30/12/12-11-1996). Η γνώση των ελαττωμάτων και της ταυτότητας του υπεύθυνου πολιτικού μηχανικού υπήρχε το αργότερο από 8-3-1996, και γνωστοποιήθηκε με εξώδικη δήλωση. Η ζημία συνδέθηκε με τους σεισμούς της 7-9-1999. Με τον πολιτικό μηχανικό δεν υπήρχε συμβατική σχέση. Η αξίωση της ενός ζημιωθέντος ανέρχεται σε 11.409.365 δρχ.
Το άρθρο 937 εδ. α’ ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή των αξιώσεων από αδικοπραξία, η οποία αρχίζει από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου. Κατά τα άρθρα 247, 251, 298 και 914 ΑΚ, η αξίωση αποζημίωσης γεννάται για τη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή προβλεπτή μέλλουσα, από το ζημιογόνο γεγονός. Το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύει λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικού δικαίου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ζημιωθέντες έλαβαν γνώση των κακοτεχνιών και της ταυτότητας του υπεύθυνου πολιτικού μηχανικού το αργότερο στις 8-3-1996, βάσει της υπ’ αριθμ. 30/12/12-11-1996 τεχνικής έκθεσης επικίνδυνης οικοδομής και σχετικής εξώδικης γνωστοποίησης. Η ζημία εκδηλώθηκε στον σεισμό της 7-9-1999 και η επίδικη αξίωση της ενός ζημιωθέντος ανέρχεται σε 11.409.365 δρχ. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 εδ. α’ ΑΚ, έκρινε ότι η παραγραφή άρχισε ενιαία από τη γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου (8-3-1996), καλύπτοντας και τις προβλεπτές μέλλουσες ζημίες. Δεδομένου ότι μεσολάβησε διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας χωρίς διακοπή, οι αξιώσεις κατά του πολιτικού μηχανικού θεωρούνται παραγεγραμμένες και οι λόγοι αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 914 και 937 ΑΚ κρίθηκαν αβάσιμοι.
Οι αξιώσεις από αδικοπραξία ήταν παραγεγραμμένες διότι η πενταετής προθεσμία του άρθρου 937 ΑΚ άρχισε το αργότερο στις 8-3-1996, όταν οι ζημιωθέντες απέκτησαν γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου (πολιτικού μηχανικού), βάσει τεχνικής έκθεσης επικίνδυνης οικοδομής και εξώδικης γνωστοποίησης, και μέχρι την 11-6-2001 δεν μεσολάβησε διακοπτικό γεγονός. Επομένως, οι αξιώσεις για ζημίες από τον σεισμό της 7-9-1999, συμπεριλαμβανομένης της αξίωσης ύψους 11.409.365 δρχ. της ενάτης, υπάγονται στην πενταετή παραγραφή και το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τα άρθρα 914 και 937 ΑΚ, χωρίς να υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 5-10-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.1692/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους υπ' αριθμ. 1 έως και 8 του αναιρετηρίου αναιρεσείοντες Χ. Δ., Γ.Δ., Γ.Γ., Μ.Κ., Μ.Μ., Ε.Μ., Ε.Τ. και Β. Κ.. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προς την ένατη αναιρεσείουσα Ε. Ν.. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1536/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.4%
Τέκνο γεννημένο εκτός γάμου το έτος 1970 πληροφορήθηκε τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 2001 ότι συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ο βιολογικός πατέρας του. Ο βιολογικός πατέρας αρνήθηκε να προβεί σε εκούσια αναγνώριση. Το τέκνο άσκησε στις 13-6-2001 αγωγή δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας, η οποία έγινε δεκτή με την 4/2007 απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, επικυρώθηκε με την 142/2008 απόφαση Εφετείου Λάρισας και κατέστη αμετάκλητη με την 575/2010 απόφαση Αρείου Πάγου. Στις 31-10-2006 τελέστηκε ψευδής ένορκη βεβαίωση συζύγου του βιολογικού πατέρα. Το τέκνο άσκησε στις 26-2-2013 αγωγή χρηματικής ικανοποίησης ύψους 100.000 ευρώ λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του από την άρνηση αναγνώρισης και την ψευδορκία.
Το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ ορίζει ότι η αξίωση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας. Ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει τον υπόχρεο όταν γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε να μπορεί να εγείρει αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η ενάγουσα με το δικόγραφο της αγωγής της ομολόγησε ότι πληροφορήθηκε τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 2001 ότι ο εναγόμενος είναι ο βιολογικός πατέρας της και άσκησε στις 13-6-2001 αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας. Η γνώση αυτή επιβεβαιώθηκε και από την 142/2008 απόφαση Εφετείου Λάρισας. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι από τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 2001 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 26-2-2013 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς διακοπτικό γεγονός, και συνεπώς η αξίωση έχει υποπέσει σε παραγραφή.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς δέχθηκε την ένσταση παραγραφής, καθώς η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αγωγής της ομολόγησε ότι έλαβε γνώση του αναιρεσιβλήτου ως υπόχρεου και των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 2001, και σε κάθε περίπτωση στις 13-6-2001 όταν άσκησε την αγωγή δικαστικής αναγνώρισης. Από τότε μέχρι την άσκηση της αγωγής χρηματικής ικανοποίησης στις 26-2-2013 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Η έκδοση της αμετάκλητης απόφασης αναγνώρισης της πατρότητας δεν μετέθεσε το χρονικό σημείο της γνώσης, αφού η αξίωση ήταν δικαστικά επιδιώξιμη από την άσκηση της αγωγής αναγνώρισης.
Απορρίπτει την από 26-1-2020 αίτηση της Β. Γ. - Β. για αναίρεση της 139/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
15/2011
2011Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.4%
Δανειολήπτης συνήψε το 1969 σύμβαση δανείου ύψους 8.750.000 δρχ. με τράπεζα για ανέγερση ξενοδοχείου, περιλαμβάνοντας όρο που επέτρεπε στην τράπεζα να καταγγείλει το δάνειο αν δεν διατεθεί το ποσό σε εύλογο χρόνο στο έργο. Ο δανειολήπτης δήλωσε λήψη όλου του ποσού, ενώ αργότερα προβλήθηκε ότι είχαν εκταμιευθεί 3.000.000 δρχ. Η τράπεζα επέδωσε την 27.7.1987 επιταγή απαιτώντας 38.491.040 δρχ. για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Ακολούθησε πλειστηριασμός ακινήτου του οφειλέτη, με ολοκλήρωση την 17.10.1989. Η ζημία που επικαλέστηκε ο ζημιωθείς αφορούσε την απώλεια του ακινήτου και τη σχετική οικονομική επιβάρυνση. Δεν μεσολάβησε γεγονός διακοπής παραγραφής έως την κοινοποίηση της αγωγής την 30.12.1997.
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή για αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, που αρχίζει όταν ο ζημιωθείς λάβει γνώση της ζημίας και του υπόχρεου. Σε συνδυασμό με το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή τρέχει ενιαία από τη γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών. Το άρθρο 940 § 3 ΚΠολΔ αφορά ειδική αδικοπραξία από παράνομη εκτέλεση και καθιστά την αξίωση δικαστικώς επιδιώξιμη μετά αμετάκλητη ακύρωση, δεν εφαρμόζεται όταν το θεμέλιο είναι η κοινή αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι χορηγήθηκε δάνειο 8.750.000 δρχ., επιβλήθηκε απαίτηση 38.491.040 δρχ. για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, και ολοκληρώθηκε πλειστηριασμός του ακινήτου την 17.10.1989. Η αξίωση αποζημίωσης στηρίχθηκε σε αδικοπρακτική συμπεριφορά (άρθρα 914 και 281 ΑΚ). Δεν μεσολάβησε γεγονός διακοπής παραγραφής έως την κοινοποίηση της αγωγής την 30.12.1997. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 937 § 1 και 251 ΑΚ, έκρινε ότι η παραγραφή άρχισε με την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού, όταν υπήρξε γνώση ζημίας και υπόχρεου, και είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αξίωσης. Η επίκληση του άρθρου 940 § 3 ΚΠολΔ δεν αναστέλλει την παραγραφή, διότι η αγωγή στηρίχθηκε στην κοινή αδικοπραξία. Ως δικαστήριο παραπομπής, το Εφετείο κινήθηκε εντός των ορίων της αναιρετικής απόφασης (άρθρο 581 § 2 ΚΠολΔ).
Οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι διότι το δικαστήριο της παραπομπής όφειλε να συμμορφωθεί προς την υπ’ αριθ. 2143/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου (άρθρα 580 § 4 και 581 § 2 ΚΠολΔ) και έκρινε εντός των ορίων που αυτή χάραξε. Ο δεύτερος λόγος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος (άρθρο 562 § 1 ΚΠολΔ), επειδή προσβάλλει τμήμα της εφετειακής απόφασης που αποτελεί συμμόρφωση προς την αναιρετική κρίση περί παραδεκτού και νομιμότητας της ενστάσεως πενταετούς παραγραφής (άρθρα 937 και 251 ΑΚ). Ο μοναδικός πρόσθετος λόγος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος (άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ), αφού δεν αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί εκπρόθεσμων προτάσεων είχε νομίμως προβληθεί στο Εφετείο (άρθρο 237 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι απορρίφθηκαν στο σύνολό τους.
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως και τους προσθέτους αυτής λόγους. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
674/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.3%
Σε τροχαίο ατύχημα στις 18-6-1989, ο παθών υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με μόνιμες βλάβες στον εγκεφαλικό ιστό, πλήρη και επ’ αόριστον ανικανότητα για εργασία και ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις. Γνώριζε ήδη από το 1991 τον έναν υπόχρεο και μέχρι το 1996 τους λοιπούς. Η κατάσταση της υγείας και οι επιζήμιες συνέπειες ήταν προβλέψιμες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, χωρίς απρόβλεπτη ιατρική επιδείνωση. Μετά τη γνώση της ζημίας και των υπόχρεων παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς περιστατικό ικανό να αναστείλει ή να διακόψει την παραγραφή.
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ προβλέπει ότι η αξίωση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία από τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 247, 251, 255 επ., 260 επ. και 261 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει όταν η αξίωση είναι δικαστικώς επιδιώξιμη και διακόπτεται μόνο για το διωκόμενο μέρος· κατά το άρθρο 221 § 1 ΚΠολΔ, εκκρεμοδικία και διακοπή αφορούν μόνο το αιτούμενο μέρος. Το άρθρο 268 εδ. α’ ΑΚ επιμηκύνει σε 20 έτη μόνο αν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση ή εκτελεστό δημόσιο έγγραφο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ατύχημα συνέβη στις 18-6-1989, ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του ενός υπόχρεου το 1991 και των λοιπών μέχρι το 1996. Η ζημία αφορούσε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με μόνιμες βλάβες και πλήρη ανικανότητα για εργασία, όπως βεβαιώθηκε και σε ιατρική έκθεση της 8-10-1999. Οι επιζήμιες συνέπειες ήταν προβλέψιμες, χωρίς απρόβλεπτη ιατρική επιδείνωση. Δεν υπήρξε γεγονός αναστολής ή διακοπής της παραγραφής που να καλύπτει όλη την αξίωση. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 § 1 ΑΚ είχε συμπληρωθεί πριν από τη μεταγενέστερη επιδίωξη της αξίωσης, αφού είχε παρέλθει διάστημα άνω της πενταετίας από τη γνώση της ζημίας και των υπόχρεων. Η επιμήκυνση σε εικοσαετία του άρθρου 268 ΑΚ δεν εφαρμόζεται ελλείψει τελεσίδικης απόφασης ή εκτελεστού εγγράφου, και τυχόν προηγούμενη επιδίωξη για μέρος δεν διακόπτει την παραγραφή για το σύνολο. Ως εκ τούτου, οι ουσιαστικοί και δικονομικοί λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι: (α) ο μοναδικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμος, αφού ορθά εφαρμόστηκε το άρθρο 937 ΑΚ: είχε παρέλθει πενταετία από τη γνώση της ζημίας (18-6-1989/1991) και των υπόχρεων (έως 1996), χωρίς αναστολή ή διακοπή· (β) δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 268 ΑΚ για εικοσαετή παραγραφή, ελλείψει τελεσίδικης απόφασης· (γ) η απόφαση είχε επαρκή νόμιμη βάση, απορριπτόμενου και του λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ· (δ) η αναίρεση στρεφόμενη κατά της πρωτόδικης απόφασης ήταν απαράδεκτη, καθώς αυτή είχε ενσωματωθεί στην εφετειακή, και δεν προβαλλόταν σφάλμα για το μέρος που αφορούσε τον τρίτο αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει την από 8-8-2011 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Κ. για αναίρεση της με αριθ. 124/2010 αποφάσεως (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) του Εφετείου Αθηνών, και της με αριθ. 143/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παρόντων (1ου και 4ης) αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον καθένα.
1910/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.2%
Δικαιούχος δίκυκλης μοτοσικλέτας μάρκας YAMAHA υπέστη ζημία όταν άλλος ισχυρίστηκε ψευδώς ιδιοκτησία και υπέβαλε μήνυση στις 1-9-1993. Ακολούθησαν ψευδείς ένορκες καταθέσεις στις 20-1-1994 και 2-2-1994, που οδήγησαν σε κατάσχεση στις 19-1-1994 και απόδοση της μοτοσικλέτας σε προσωρινό μεσεγγυούχο. Ο ζημιωθείς γνώρισε τη ζημία και το πρόσωπο του υπαιτίου στις 20-1-1994 και 2-2-1994, γεγονός που επιβεβαιώνεται από δικές του αναφορές/εγκλήσεις προς τον Εισαγγελέα στις 8-9-1994 και 24-5-1995. Η αξίωση που επιδιώχθηκε αφορούσε αποζημίωση ίση με την αξία αντικατάστασης της μοτοσικλέτας (1.500.000 δρχ.). Μέχρι τον Οκτώβριο 1999 είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από τη γνώση.
Το άρθρο 937 εδ. α’ ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 247, 251, 298 και 914 ΑΚ, προβλέπει πενταετή παραγραφή για αξιώσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, η οποία αρχίζει από τη γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Δεν απαιτείται γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας. Η γνώση του υπόχρεου υπάρχει όταν τα γνωστά περιστατικά επιτρέπουν άσκηση αγωγής με πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξαν ψευδείς ισχυρισμοί ιδιοκτησίας στις 1-9-1993 και ένορκες καταθέσεις στις 20-1-1994 και 2-2-1994, που οδήγησαν σε κατάσχεση στις 19-1-1994 και απόδοση σε προσωρινό μεσεγγυούχο. Ο ζημιωθείς γνώρισε τη ζημία και τον υπαίτιο στις 20-1-1994 και 2-2-1994, όπως επιβεβαιώνεται από την 8-9-1994 εγκλήση και την 24-5-1995 αναφορά. Η αξία αντικατάστασης προσδιορίστηκε σε 1.500.000 δρχ. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, έκρινε ότι η παραγραφή άρχισε αποδεδειγμένα το αργότερο στις 20-1-1994/2-2-1994 και έως τον Οκτώβριο 1999 είχε συμπληρωθεί. Ως εκ τούτου, οι αξιώσεις αποζημίωσης και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) ήταν παραγεγραμμένες.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι: (α) η ένσταση παραγραφής προτάθηκε παραδεκτά και ήταν ορισμένη, με συγκεκριμένους χρόνους (1-9-1993, 20-1-1994, 2-2-1994) που σηματοδοτούν τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου· (β) αποδείχθηκε ότι έως τον Οκτώβριο 1999 είχε παρέλθει πενταετία, οπότε οι αξιώσεις από αδικοπραξία και η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση ήταν παραγεγραμμένες· (γ) τα έγγραφα (8-9-1994 εγκλήση, 24-5-1995 αναφορά) είχαν επικληθεί και προσκομισθεί νομίμως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και (δ) δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 937 ΑΚ και 559 ΚΠολΔ ούτε υπήρξε έλλειψη νόμιμης βάσης.
Απορρίπτει την από 22-11-2010 αίτηση του Δ. Μ. για αναίρεση της 163/2008 οριστικής και 334/2003 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική αυτών δαπάνη.
1467/2017
2017Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Συνιδιοκτήτες πολυώροφης οικοδομής. Ο πρώτος εναγόμενος προέβαλε συκοφαντικούς ισχυρισμούς κατά των εναγόντων με εξώδικο της 20-5-2002 που επιδόθηκε στις 22-5-2002, και επανέλαβε τους ίδιους ισχυρισμούς σε μεταγενέστερα έγγραφα και δικόγραφα (αγωγή από 6-8-2002, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων από 7-8-2002, εξώδικη δήλωση από 28-8-2002, μηνύσεις από 2-8-2002 και 13-1-2003). Ο δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, συγγενείς και συνεργάτες του πρώτου, κατέθεσαν ένορκες βεβαιώσεις με αριθμό .../5-9-2002 ενώπιον συμβολαιογράφου, περιλαμβάνουσες ψευδή γεγονότα για τους ενάγοντες (κατάληψη κοινόχρηστου διαδρόμου, αδικαιολόγητη καταβολή ποσού 1.500.000 δρχ.), με σκοπό να συνδράμουν τον πρώτο στην απόδειξη των ισχυρισμών του. Οι ενάγοντες άσκησαν αγωγές αποζημίωσης στις 24-7-2007, 24-1-2008 και 24-8-2007, δηλαδή εντός πενταετίας από τη γνώση των μεταγενέστερων άδικων πράξεων.
Το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Όταν οι άδικες πράξεις λαμβάνουν χώρα κατά διαφορετικά μεταξύ τους χρονικά διαστήματα, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και αποτελούν νέες αδικοπραξίες, με χρόνο ενάρξεως της παραγραφής τη γνώση εκάστης εξ αυτών. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι οι συκοφαντικοί ισχυρισμοί που περιλαμβάνονταν στην επιδοθείσα στις 22-5-2002 εξώδικη δήλωση επαναλήφθησαν σε μεταγενέστερα έγγραφα (αγωγές, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, εξώδικη δήλωση, μηνύσεις) και ότι οι ενάγοντες έλαβαν γνώση αυτών σε χρόνο πριν την πάροδο πενταετίας από την επίδοση των επίδικων αγωγών. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι κάθε επανάληψη των συκοφαντικών ισχυρισμών συνιστά αυτοτελή αδικοπραξία με ιδία έναρξη παραγραφής, και κατά συνέπεια δεν είχε παρέλθει πενταετία από τη γνώση των μεταγενέστερων πράξεων μέχρι την άσκηση των αγωγών.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι οι επαναλαμβανόμενες άδικες πράξεις (συκοφαντικοί ισχυρισμοί) που έλαβαν χώρα κατά διαφορετικά χρονικά διαστήματα διατηρούν την αυτοτέλειά τους και αποτελούν νέες αδικοπραξίες, με χρόνο ενάρξεως της παραγραφής τη γνώση εκάστης εξ αυτών. Οι ενάγοντες έλαβαν γνώση των συκοφαντικών ισχυρισμών από μεταγενέστερα έγγραφα σε χρόνο πριν την πάροδο πενταετίας από την επίδοση των επίδικων αγωγών, και συνεπώς δεν είχε επέλθει παραγραφή. Περαιτέρω, οι ενστάσεις άρσης του αδίκου προβλήθηκαν απαραδέκτως για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ. Τέλος, η μόνη μακρά αδράνεια των δικαιούχων δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
Απορρίπτει την από 12 Μαΐου 2016 αίτηση των α) Γ. Κ., β) Η. Μ. και γ) Δ. Β. για αναίρεση της 840/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο
292/2016
2016Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Το έτος 1962 πέντε συννομείς, μεταξύ των οποίων πατέρας ενάγοντος και δικαιοπάροχος εναγομένων, κατασκεύασαν από κοινού γεώτρηση για άρδευση κτημάτων τους στη θέση «...» Βόνιτσας, με δανεισμό από Αγροτική Τράπεζα. Κατασκευάστηκε και αγωγός μεταφοράς νερού. Η γεώτρηση ανήκε εξ αδιαιρέτου κατά 1/5 σε κάθε συννομέα. Το έτος 1972 απεβίωσε πατέρας ενάγοντος χωρίς διαθήκη. Το δικαίωμα νομής του κατά 1/5 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στα τέκνα του (ενάγων, δικαιοπάροχος εναγομένων, και δύο αδέλφια). Ενάγων διέμενε στην Αθήνα και δεν ασχολείτο με γεωργικές εργασίες. Αδελφή του χρησιμοποιούσε το νερό για λογαριασμό του ενάγοντος και το δικό της μερίδιο, ενώ δικαιοπάροχος εναγομένων χρησιμοποιούσε το 1/4 εξ αδιαιρέτου. Δυνάμει συμβολαίου .../1980 ενάγων και αδέλφια του διένειμαν κληρονομιαία περιουσία, μεταξύ της οποίας ποτιστικός αγρός 32 στρεμμάτων στη θέση «...». Ενάγων έλαβε τμήμα γης 9.353 τ.μ. με δικαίωμα δουλείας αντλήσεως ύδατος από τη γεώτρηση. Ενάγων φύτεψε 148 ελαιόδενδρα. Εναγόμενοι αρνήθηκαν δικαίωμά του επί γεωτρήσεως και τον εμπόδισαν να ποτίσει τα ελαιόδενδρα από τη γεώτρηση με βάνα και αγωγό. Δικαιοπάροχος εναγομένων με δικά του έξοδα αντικατέστησε σωλήνες το έτος 1976-1977. Από έτος 1988 εναγόμενοι παρεμπόδισαν ενάγοντα στην άντληση ύδατος.
Το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει ότι η πενταετής παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης αρχίζει από τον χρόνο που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου. Όμως σε περίπτωση συνεχιζόμενης αδικοπραξίας, όπου ο δράστης παραλείπει να άρει τη δημιουργηθείσα ζημιογόνο κατάσταση, η ζημία γεννάται καθόλο το χρονικό διάστημα που η κατάσταση διαρκεί και όχι άπαξ με την αρχική πράξη. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η αρχική από 12-3-2002 αγωγή αφορούσε μόνο τις περιόδους 1996-1997 έως 2001-2002, και δημοσιεύθηκε η απόφαση 444/2005 στις 30-5-2005, ήτοι μετά την παρέλευση πενταετίας από το έτος 1997 (πρώτες επιζήμιες επιπτώσεις). Οι ένδικες αγωγές ασκήθηκαν την 1-9-2006 και 26-7-2010 για τις περιόδους 2002-2006 και 2006-2010 αντίστοιχα. Εφαρμόζοντας εσφαλμένα το άρθρο 937 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι η παραγραφή είχε συμπληρωθεί στο τέλος Μαρτίου 2002, αφού η αρχική αγωγή δεν διέκοψε την παραγραφή ως προς το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Όμως σε συνεχιζόμενη ζημιογόνο κατάσταση η παραγραφή αρχίζει από τα μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα που η κατάσταση εξακολουθεί να υφίσταται.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ. Στην ένδικη περίπτωση πρόκειται για ζημιογόνο κατάσταση που δημιουργήθηκε, διετηρείτο και δεν ήρετο από τους αναιρεσίβλητους, με συνέπεια να προκαλείται στον αναιρεσείοντα ζημία για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε η κατάσταση αυτή. Επομένως, η παραγραφή της απαίτησης προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος δεν αρχίζει από τότε που εκείνος έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα (2002-2006 και 2006-2010) κατά τα οποία εξακολουθούσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 55/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας κατά το μέρος που αφορά τις από 16-6-2006 και 12-2-2010 αγωγές του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
418/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Τροχαίο ατύχημα στις 24-2-1998 προκάλεσε σοβαρό τραυματισμό με κάταγμα αριστερής κοτύλης, εξάρθρημα κεφαλής μηριαίου, κάκωση αρθρικού θύλακα, και θλαστικά τραύματα γόνατος. Ο παθών νοσηλεύθηκε 24-2-1998 έως 16-4-1998, υπεβλήθη σε ανάταξη και οστεοσύνθεση στις 5-3-1998, τέθηκε σε σκελετική έλξη έως 30-3-1998, και υπεβλήθη σε δεύτερη επέμβαση στις 26-3-1999. Κρίθηκε ανάπηρος 67% έως 27-4-1999 και εμφάνισε μόνιμη χωλότητα με βράχυνση αριστερού σκέλους κατά 4 εκ. Ιατρικές γνωματεύσεις (2000-2001) κατέγραψαν μετατραυματική οστεονέκρωση κεφαλής μηριαίου, εκφυλιστική οστεοαρθρίτιδα, και παραμόρφωση κοτύλης, τεκμηριώνοντας τη γνώση των επιζήμιων συνεπειών. Μεταγενέστερα προέκυψαν δαπάνες υγείας και νοσηλείας, συμπεριλαμβανομένης επέμβασης στο εξωτερικό το 2004, κόστος πλασματικής αμοιβής συνοδείας και διαφυγόντα κέρδη για το διάστημα 1-1-1999 έως 5-8-2004, συνολικής αξίας 48.725,79 ευρώ (34.945,98 για ιατρικές/νοσηλείας, 2.750 για συνοδεία, 52.392,45 για διαφυγόντα κέρδη, αιτούμενα κατά ποσοστό συνυπαιτιότητας 35%).
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή των αξιώσεων από αδικοπραξία, που αρχίζει από τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου. Το άρθρο 268 εδ. α’ ΑΚ επιμηκύνει σε εικοσαετή την παραγραφή αξίωσης που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, εφόσον η αρχική βραχυχρόνια παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την τελεσιδικία. Για τον ασφαλιστή ειδικώς, το άρθρο 10 § 2 ν. 489/1976 ορίζει διετή παραγραφή (πλέον πενταετή μετά το ν. 3557/2007). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο παθών έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών ήδη το 1998-2000 (νοσηλεία, επεμβάσεις 5-3-1998 και 26-3-1999, ποσοστό αναπηρίας 67%, γνωματεύσεις για οστεονέκρωση/οστεοαρθρίτιδα). Οι μεταγενέστερες δαπάνες και απώλειες (1-1-1999 έως 2004), ύψους 48.725,79 ευρώ, ήταν προβλεπτές κατά τη συνήθη πορεία. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η πενταετία του άρθρου 937 ΑΚ άρχισε στις 24-2-1998 και συμπληρώθηκε στις 24-2-2003. Η προηγούμενη επιδίωξη μέρους της αξίωσης δεν διέκοψε την παραγραφή για μη περιληφθέντα κονδύλια. Η επιμήκυνση σε εικοσαετή του άρθρου 268 ΑΚ δεν ενεργοποιείται διότι η πενταετία είχε ήδη συμπληρωθεί πριν την τελεσιδικία (2006). Για τον ασφαλιστή εφαρμόζεται αντίστοιχα η ειδική παραγραφή.
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης διότι: (α) δεν υφίσταται δεδικασμένο από τη 400/2001, η οποία αναιρέθηκε ολικά με την 1590/2003· συνεπώς δεν θεμελιώνεται επιμήκυνση σε εικοσαετή παραγραφή βάσει άρθρου 268 ΑΚ. (β) Οι επίδικες αξιώσεις ήταν προβλεπτές από το 1998-2000 (γνωματεύσεις για οστεονέκρωση, χωλότητα, βράχυνση 4 εκ., επεμβάσεις 1998 και 1999, αναπηρία 67%), οπότε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ άρχισε 24-2-1998 και συμπληρώθηκε 24-2-2003· η προηγούμενη επιδίωξη μέρους της αξίωσης δεν διέκοψε την παραγραφή για τα μη περιληφθέντα κονδύλια. (γ) Ο ισχυρισμός αναστολής λόγω ανωτέρας βίας (άρθρο 255 ΑΚ) προτάθηκε για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και είναι απαράδεκτος (άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ). (δ) Ο λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίφθηκε, διότι το Εφετείο κινήθηκε εντός των ορίων της έφεσης, αντικαθιστώντας αιτιολογία χωρίς να χειροτερεύσει τη θέση του εκκαλούντος.
Απορρίπτει την από από 28-11-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ.71/28-11-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 259/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
659/2018
2018Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Παθών υπέστη ζημία από πλαστογραφημένες επιταγές τράπεζας. Κατέθεσε έγκληση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την 5.4.2000 (με ΑΒΜ κατατεθείσα στις 11.5.2000), στην οποία μνημόνευε επιταγές της Τράπεζας Αθηνών που έφεραν πλαστογραφημένη υπογραφή του. Εκδόθηκε βούλευμα υπ' αριθμ. 4334/1999 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά υπαλλήλου της τράπεζας (Ν. Κ.). Ο παθών ανέθεσε σε δικηγόρο το 1995 τη διερεύνηση των υποθέσεων, αφού τον είχαν πληροφορήσει η μητέρα του και η αδελφή της. Ήλθε στην Ελλάδα στις 30.5.2000 για να διευθετήσει τις ποινικές διαδικασίες. Η αγωγή ασκήθηκε στις 30.5.2005 (επιδόθηκε 2.6.2005).
Το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α ΑΚ ορίζει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποκατάσταση. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 481, 486, 922 και 926 ΑΚ, ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, η δε παραγραφή ενεργεί υποκειμενικά. Η γνώση του παθόντος ως προς τον προστήσαντα υπάρχει και όταν δεν είναι γνωστό το πρόσωπο του προστηθέντος, αλλά είναι γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από έναν από τους υπαλλήλους του προστήσαντος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εναγομένη τράπεζα είχε προβάλει πρωτοδίκως ένσταση παραγραφής, προσδιορίζοντας ως χρόνο γνώσης του παθόντος το έτος 1995, άλλως τις 30.5.2000, και σε κάθε περίπτωση ήδη από το έτος 1999 οπότε εκδόθηκε το βούλευμα 4334/1999 κατά υπαλλήλου της τράπεζας. Στο εφετείο, η τράπεζα επανέφερε την ένσταση προσθέτοντας ως χρόνο γνώσης την 5.4.2000 (έγκληση) ή 11.5.2000 (κατάθεση στην Εισαγγελία). Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της εφέσεως, διότι τα προστιθέμενα περιστατικά (έγκληση 5.4.2000) δεν μετέθεταν την γνώση σε προγενέστερο χρόνο από τον ήδη προταθέντα πρωτοδίκως (1999), άρα δεν απαιτούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτο τον προβληθέντα δια του πρώτου λόγου εφέσεως ισχυρισμό και δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την επαναφερθείσα ένσταση παραγραφής. Τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο της εφέσεως περιστατικά (έγκληση 5.4.2000 με μνεία επιταγών της Τράπεζας Αθηνών) δεν μετέθεταν την γνώση του ενάγοντος σε προγενέστερο χρόνο, αφού η εναγομένη είχε ήδη προσδιορίσει πρωτοδίκως ως χρόνο γνώσης του παθόντος χρόνο πριν από τις 30.5.2000 και σε κάθε περίπτωση ήδη από το έτος 1999, οπότε εκδόθηκε το βούλευμα 4334/1999 κατά υπαλλήλου της Τράπεζας. Επομένως, δεν απαιτούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ για την παραδεκτή πρόταση νέων ισχυρισμών στο Εφετείο.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1160/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
314/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Ναυτικός με ειδικότητα θαλαμηπόλου πλοίου επιβατηγού-οχηματαγωγού ακτοπλοΐας υπέστη τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα στις 23-1-2011. Διαγνώστηκε κάταγμα έξω κονδύλου αριστερής κνήμης, υποβλήθηκε σε εγχείρηση εσωτερικής οστεοσύνθεσης και νοσηλεύτηκε για δέκα ημέρες. Στις 12-9-2011 υποβλήθηκε σε δεύτερη επέμβαση λόγω δυσκαμψίας του γόνατος. Στις 20-2-2012 διαγνώστηκε από χειρουργό-ορθοπεδικό ότι το αριστερό γόνατο παρουσιάζει δυσκαμψία λόγω αρθρίτιδας, με πρόβλεψη επιδείνωσης και μόνιμης ανικανότητας προς εργασία. Με τελεσίδικη απόφαση 221/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επιδικάστηκε αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα ύψους 1.500 ευρώ μηνιαίως για 6 μήνες ετησίως, από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι τον Μάιο 2013, και χρηματική ικανοποίηση 15.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Η νέα αγωγή ασκήθηκε στις 18-9-2017, ζητώντας πρόσθετη αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα από Ιούλιο 2013 έως Ιούνιο 2032 και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω επιδείνωσης της οστεοαρθρίτιδας με απόλυτη ένδειξη ολικής αρθροπλαστικής.
Το άρθρο 937 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, που αρχίζει από τη γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου, καλύπτοντας όλες τις προβλεπτές ζημίες. Το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976 ορίζει πενταετή παραγραφή της αξίωσης κατά του ασφαλιστή από την ημέρα του ατυχήματος, ανεξάρτητα από τη γνώση της ζημίας. Για απρόβλεπτες επιζήμιες συνέπειες που εμφανίζονται μεταγενέστερα αρχίζει νέα αυτοτελής παραγραφή. Το άρθρο 268 ΑΚ επιμηκύνει σε εικοσαετή την παραγραφή αξίωσης που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, αλλά δεν αναβιώνει αξίωση που έχει ήδη παραγραφεί. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η μετατραυματική αρθρίτιδα διαγνώστηκε στις 20-2-2012 από τον ιατρό Μ., ο οποίος προέβλεψε επιδείνωση και μόνιμη ανικανότητα προς εργασία. Η μεταγενέστερη επιδείνωση της αρθρίτιδας με ένδειξη ολικής αρθροπλαστικής δεν συνιστά νέα απρόβλεπτη ζημία, αλλά εξέλιξη της ήδη γνωστής κατάστασης που είχε προβλεφθεί. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί παραγραφής, το Εφετείο έκρινε ότι από την 20-2-2012 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 18-9-2017 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Η ένσταση παραγραφής των εναγομένων ήταν ουσιαστικά βάσιμη. Ο αναιρεσείων δεν πρότεινε παραδεκτά την αντένσταση επιμήκυνσης της παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η αξίωση αποζημίωσης είχε υποπέσει σε πενταετή παραγραφή, αφού ο ζημιωθείς είχε λάβει γνώση της μετατραυματικής αρθρίτιδας και της προβλεπόμενης επιδείνωσής της τουλάχιστον από τις 20-2-2012, και η αγωγή ασκήθηκε στις 18-9-2017, μετά την πάροδο πενταετίας. Η μεταγενέστερη επιδείνωση της αρθρίτιδας δεν συνιστούσε απρόβλεπτη ζημία που θα δικαιολογούσε νέα παραγραφή, αφού είχε προβλεφθεί από τον θεράποντα ιατρό. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας την αντένσταση επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετή κατά το άρθρο 268 ΑΚ, περιορισθείς σε άρνηση της ενστάσεως παραγραφής.
Απορρίπτει την από 15.6.2020 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 393/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2330/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
1205/2023
2023Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.9%
Τραυματισμός οδηγού σε τροχαίο ατύχημα στις 17.7.2005 στην εθνική οδό Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας. Συνυπαιτιότητα οδηγών κατά ποσοστό 60% και 40%. Τραυματίας ασκούσε επάγγελμα ηλεκτρολόγου. Κατέστη ανίκανος προς εργασία από 1.8.2005 μέχρι 30.9.2009. Τον Οκτώβριο 2009 έλαβε γνώση μόνιμης ολικής αναπηρίας του. Το 2013 διαπιστώθηκαν προβλήματα ψυχικής υγείας. Ασκήθηκαν τρεις διαδοχικές αγωγές: πρώτη για διαφυγόντα εισοδήματα 2005-2009, δεύτερη για διαφυγόντα εισοδήματα 2009-2015, τρίτη για διαφυγόντα εισοδήματα 2015-2020. Η τρίτη αγωγή κατατέθηκε στις 3.6.2015 και επιδόθηκε στις 29.7.2015 και 17.6.2015.
Το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει πενταετή παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, που αρχίζει από τη γνώση της ζημίας και του υποχρέου. Η παραγραφή καλύπτει όλες τις προβλεπτές ζημίες, παρούσες και μέλλουσες. Νέα παραγραφή ισχύει μόνο για απρόβλεπτες ζημίες. Το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 ν. 3557/2007, ορίζει πενταετή παραγραφή της αξίωσης κατά του ασφαλιστή, που αρχίζει από την επομένη του ατυχήματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο ενάγων γνώριζε τη μόνιμη ολική αναπηρία του από τον Οκτώβριο 2009, όπως έγινε δεκτό με δύναμη δεδικασμένου από την απόφαση 3540/2013. Η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 3.6.2015, πέραν της πενταετίας από τη γνώση της αναπηρίας. Η μεταγενέστερη διαπίστωση ψυχικής βλάβης το 2013 δεν συνιστά αφετηρία νέας παραγραφής. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί παραγραφής, το Εφετείο έκρινε ότι η αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα 2015-2020 είχε υποπέσει σε παραγραφή, καθώς η επιπλέον ψυχική βλάβη δεν αποτελεί απρόβλεπτη ζημία που δημιουργεί νέα παραγραφή, αλλά επιπλέον λόγο της ήδη γνωστής ανικανότητας προς εργασία.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του λόγω ψυχικών προβλημάτων το 2013 δεν προβλήθηκε με λόγο εφέσεως αλλά απαραδέκτως με προτάσεις, και σε κάθε περίπτωση ήταν αλυσιτελής. Η ένδικη αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα θεμελιώνεται στη μόνιμη ολική ανικανότητα προς εργασία, γνωστή από τον Οκτώβριο 2009. Η μεταγενέστερη επίκληση επιπλέον λόγων ανικανότητας (ψυχική βλάβη) δεν συνιστά αφετηρία νέας παραγραφής. Από τον Οκτώβριο 2009 μέχρι την κατάθεση της αγωγής στις 3.6.2015 παρήλθε πενταετία, οπότε η αξίωση είχε παραγραφεί.
Απορρίπτει την από 22-7-2021 (αρ. κατ. 6033/779/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1790/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
332/2014
2014Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.9%
Μισθωτές είχαν συνάψει συμβάσεις χρονομεριστικής μίσθωσης για χρήση διαμερισμάτων συγκεκριμένες εβδομάδες κάθε έτους. Η εκμισθώτρια εταιρία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση και το ενεργητικό της αγοράστηκε από νέα εταιρία, η οποία φερόταν να αποδέχεται τις συμβάσεις και να ενεργεί ως εκμισθώτρια. Ακολούθησε αποβολή των μισθωτών από τα διαμερίσματα το 2000, με αποτέλεσμα να στερηθούν τη χρήση τους στα προβλεπόμενα χρονικά διαστήματα. Οι μισθωτές είχαν προκαταβάλει μισθώματα για τα έτη 2000 έως 2008 και επικαλέστηκαν ζημία από τη στέρηση της χρήσης, διαφυγόντες τόκους από επένδυση των προκαταβολών, και ηθική βλάβη ύψους 3.000 ευρώ έκαστος. Η γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου υφίστατο, κατά τα περιστατικά, το αργότερο μέχρι το τέλος του 2001. Η ωφέλεια της νέας εταιρίας προερχόταν από επαχθή αιτία (αγορά ενεργητικού) και όχι απευθείας από την περιουσία των μισθωτών.
Το άρθρο 904 § 1 ΑΚ προβλέπει υποχρέωση απόδοσης ωφέλειας από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ το άρθρο 938 ΑΚ επιτρέπει αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού μετά από παραγραφή της αδικοπραξίας μόνο αν η ωφέλεια προήλθε από την πράξη. Το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι καταχρηστική άσκηση δικαιώματος συνιστά παράνομη πράξη, και το άρθρο 937 ΑΚ θέτει πενταετή παραγραφή από τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου, καλύπτοντας τις εξακολουθητικές συνέπειες. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξαν συμβάσεις χρονοχρησίας, αποβολή των μισθωτών το 2000, και στέρηση χρήσης συγκεκριμένων εβδομάδων κάθε έτους. Οι μισθωτές είχαν προκαταβάλει μισθώματα για 2000-2008, ζητούσαν τόκους και 3.000 ευρώ έκαστος για ηθική βλάβη. Η γνώση της πρώτης ζημίας και του υπόχρεου υφίστατο το αργότερο στο τέλος του 2001. Η ωφέλεια της νέας εταιρίας προήλθε από αγορά ενεργητικού, όχι από μεταβίβαση περιουσίας των μισθωτών. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι πρόκειται για άπαξ αδικοπραξία με εξακολουθητικές ζημίες και η παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης άρχισε ενιαίως από τη γνώση στο τέλος του 2001, καλύπτοντας και τα μεταγενέστερα έτη. Η αξίωση για ηθική βλάβη υπόκειται στην ίδια παραγραφή. Η επικουρική βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι μη νόμιμη, διότι ο τυχόν πλουτισμός προέρχεται από επαχθή αιτία (άρθρο 913 ΑΚ).
Οι ουσιαστικοί λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν διότι η αποβολή συνιστά μία άπαξ αδικοπραξία με εξακολουθητικές ζημίες και, σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ, η πενταετής παραγραφή άρχισε το αργότερο στο τέλος του 2001 από τη γνώση της πρώτης ζημίας και του υπόχρεου, καλύπτοντας και τις μελλοντικές συνέπειες· έτσι οι αξιώσεις για μισθώματα ετών 2000-2008 και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ήταν παραγεγραμμένες. Η επικουρική αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό κρίθηκε μη νόμιμη, επειδή ο φερόμενος πλουτισμός της εταιρίας δεν προήλθε από την περιουσία των μισθωτών αλλά από επαχθή αιτία (αγορά του ενεργητικού της προηγούμενης εταιρίας), οπότε δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και 938 ΑΚ. Οι δικονομικοί λόγοι περί μη λήψης αποδείξεων ήταν απαράδεκτοι, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και παραγεγραμμένη.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9-4-2013 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 10-10-2013 προσθέτων λόγων της κατά της 5497/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσείοντες Δ. Ν., Π. συζ. Δ. Ν., Β. Σ., Ι. Τ., Ε. Τ., Α. Ι. και Γ. Υ. Απορρίπτει την από 9-4-2013 αίτηση των λοιπών αναιρεσειόντων για αναίρεση της 5497/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και των από 10-10-2013 προσθέτων λόγων της. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) Ευρώ. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς 1570580, 1570579, 1570578 σειρά Α' και 033508, 033509, 033510 σειρά Α' (ΤΑΧ. ΔΙΚ.) στο δημόσιο ταμείο.
1914/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.7%
Παθών τραυματίστηκε σοβαρά στις 8-8-2005 σε τροχαίο ατύχημα, οδηγώντας μοτοσικλέτα που συγκρούστηκε με Ι.Χ. αυτοκίνητο ασφαλισμένο σε ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία. Υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, επισκληρίδιο αιμάτωμα, ενδοκοιλιακή αιμορραγία, πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις, πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου, πνευμονοθώρακα, κατάγματα πλευρών και μηριαίου. Νοσηλεύτηκε από 8-8-2005 έως 11-10-2005, διασωληνωμένος σε ΜΕΘ. Ήταν πτυχιούχος ηλεκτρολόγος-ηλεκτρονικός, ελεύθερος επαγγελματίας με μηνιαίο εισόδημα 1.000 ευρώ. Στις 5-12-2007 παρουσίασε αιφνίδιο επεισόδιο γενικευμένων επιληπτικών κρίσεων με απώλεια συνείδησης. Διαπιστώθηκε φλοιϊκή ατροφία εγκεφάλου, βλάβες στους μετωπιαίους λοβούς και μείωση ακοής στο αριστερό αυτί κατά 70%. Με γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στις 7-8-2008 κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% για δύο έτη. Με μεταγενέστερη γνωμάτευση κρίθηκε ανάπηρος για επιπλέον πέντε έτη. Πραγματογνώμονας νευροχειρουργός το 2014 διέγνωσε μόνιμη αναπηρία άνω του 80%.
Το άρθρο 937 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, η οποία αρχίζει από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου. Η παραγραφή καλύπτει όλες τις προβλεπτές ζημίες, παρούσες και μέλλουσες. Για απρόβλεπτες μεταγενέστερες επιζήμιες συνέπειες, όπως απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας, αρχίζει νέα αυτοτελής παραγραφή από τον χρόνο γνώσης αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με την αδικοπραξία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στις 7-8-2008 ο παθών έλαβε γνώση βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με αναπηρία 67% για δύο έτη, χωρίς να διαγνωστεί μόνιμη αναπηρία. Μεταγενέστερα εμφανίστηκαν γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις (5-12-2007), φλοιϊκή ατροφία εγκεφάλου και βλάβες μετωπιαίων λοβών, που συνιστούν απρόβλεπτη επιδείνωση. Η μόνιμη αναπηρία άνω του 80% διαγνώστηκε μετά την 12-7-2010. Εφαρμόζοντας το άρθρο 937 ΑΚ, το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η παραγραφή άρχισε στις 7-8-2008 από τη γνώση της πάθησης, αγνοώντας ότι η μόνιμη αναπηρία δεν ήταν τότε προβλεπτή και διαγνώστηκε μεταγενέστερα, οπότε για αυτήν αρχίζει νέα αυτοτελής παραγραφή.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ περί δεδικασμένου, καθώς εσφαλμένα δέχθηκε ότι η τελεσίδικη 92/2017 απόφαση έκρινε με δεδικασμένο ότι ο παθών έλαβε γνώση της μόνιμης αναπηρίας του στις 7-8-2008, ενώ η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι τότε διαγνώστηκε αναπηρία 67% για δύο έτη και ότι μεταγενέστερα υπέστη απρόβλεπτη επιδείνωση με διάγνωση μόνιμης αναπηρίας μετά την 12-7-2010. Επιπλέον, το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 937 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αρκούμενο για την έναρξη της παραγραφής στη γνώση του είδους της πάθησης (βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση), αγνοώντας την απαιτούμενη γνώση της μόνιμης αναπηρίας και του προβλεπτού αυτής κατά την 7-8-2008.
Αναιρεί την 69/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
987/2011
2011Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.6%
Υπάλληλος σε πιστωτικό ίδρυμα προσλήφθηκε στις 21-10-1964 και υπηρέτησε μέχρι 3-2-2000, οπότε αποχώρησε πρόωρα στο πλαίσιο προγράμματος εθελουσίας εξόδου που θεσπίστηκε στις 15-12-1999 με σχετική εγκύκλιο 292/β’/17-12-1999. Κατείχε βαθμό Συμπράττοντος Υποδιευθυντή από 1-7-1991 και παραλείφθηκε να προαχθεί σε Υποδιευθυντή από 1-7-1995. Έλαβε γνώση της παράλειψης στις 18-2-1997 μέσω εγκυκλίου προαγωγών. Μετά τη συνταξιοδότηση, στις 4-11-2002 καταχωρήθηκε αίτημα στον ασφαλιστικό φορέα για αναπροσαρμογή σύνταξης στον βαθμό Υποδιευθυντή και καταβολή διαφορών. Ο φορέας αναγνώρισε διαφορές για ένα έτος (4-11-2001 έως 4-11-2002) βάσει άρθρου 21 παρ.1 του κανονισμού και δεν κάλυψε διαφορές για το διάστημα 2-2-2000 έως 3-11-2001. Η απολεσθείσα διαφορά συντάξεων (κύριας και επικουρικής) για το επίδικο διάστημα προσδιορίστηκε σε 10.287,46 ευρώ.
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ ορίζει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία από τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 247 και 251 ΑΚ, η αξίωση γεννάται όταν οι επιζήμιες συνέπειες εκδηλώνονται ή μπορούν να προβλεφθούν. Τα άρθρα 281 και 914 ΑΚ θεμελιώνουν ευθύνη για καταχρηστική παράλειψη προαγωγής, ενώ το άρθρο 21 § 1 του Κανονισμού του Ταμείου ΕΤΕ περιορίζει την αναδρομικότητα παροχών του Ταμείου, όχι την αδικοπρακτική αξίωση έναντι του εργοδότη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η γνώση της παράλειψης προαγωγής επήλθε στις 18-2-1997, αλλά το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου θεσπίστηκε στις 15-12-1999 και η αποχώρηση έγινε στις 3-2-2000, οπότε αναδύθηκαν οι επιζήμιες συνέπειες ως διαφορές κύριας και επικουρικής σύνταξης. Αίτημα προς τον ασφαλιστικό φορέα υποβλήθηκε στις 4-11-2002 και καλύφθηκε μόνο ένα έτος (4-11-2001 έως 4-11-2002). Η επίδικη ζημία για 2-2-2000 έως 4-11-2001 ανήλθε σε 10.287,46 ευρώ. Δεν προέκυψε συντρέχον πταίσμα του υπαλλήλου. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι οι συγκεκριμένες συνταξιοδοτικές απώλειες ήταν απρόβλεπτες κατά το 1997 και η πενταετής παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί έως 14-1-2005. Η καταχρηστική παράλειψη προαγωγής θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη για τη στέρηση των διαφορών σύνταξης, ενώ ο κανονισμός του Ταμείου δεν αποκλείει την αποζημίωση από τον εργοδότη. Η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος ήταν μη νόμιμη και απορρίφθηκε.
Οι λόγοι αναίρεσης απορρίφθηκαν διότι το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες περί: (α) αιτιώδους συνάφειας μεταξύ καταχρηστικής παράλειψης προαγωγής και στέρησης διαφοράς σύνταξης για το διάστημα 2-2-2000 έως 4-11-2001, (β) μη συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, αφού οι συνταξιοδοτικές συνέπειες ήταν απρόβλεπτες κατά τη γνώση της παράλειψης (18-2-1997) και έγιναν επιδιώξιμες μετά τη συνταξιοδότηση (3-2-2000), και (γ) απουσίας συντρέχοντος πταίσματος. Τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία ως προς τον χρόνο τελεσίδικης αναγνώρισης ήταν αλυσιτελής, γιατί η κύρια παραδοχή περί απρόβλεπτης ζημίας στηρίζει το απορριπτικό διατακτικό. Δεν υφίσταται αντίφαση ανάμεσα στην υποχρέωση του εργοδότη προς αποζημίωση και στις παροχές του ασφαλιστικού φορέα, ενώ δεν παραβιάστηκαν τα άρθρα 914, 300, 937 ΑΚ και 21 § 1 του Κανονισμού.
Απορρίπτει την από 28-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 6537/ 2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
901/2014
2014Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.6%
Οι συγκληρονόμοι της μητέρας τους (θάνατος 25.3.1996) κληρονόμησαν μονοκατοικία, οριζόντια ιδιοκτησία (μεζονέτα Μ-5) και 2.582 ονομαστικές μετοχές της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, αξίας 8.750 δραχμών έκαστη. Προγενέστερα είχε γίνει γονική παροχή ψιλής κυριότητας της μεζονέτας, που ανακλήθηκε, ενώ η διαθήκη περιείχε αίρεση περί μη αμφισβήτησης της ανάκλησης. Ο ένας συγκληρονόμος μετέφερε τις μετοχές στο όνομά του στις 31.7.1997 (2.348) και 7.8.1998 (234), τις νέμεται αποκλειστικά και εισπράττει μερίσματα. Μέχρι 14.4.2006 είχαν απομείνει στην κατοχή του 300 μετοχές. Μέχρι 29.3.1999 ο έτερος συγκληρονόμος γνώριζε τη μεταβίβαση στο όνομα του άλλου και την μη απόδοση των μετοχών, καθώς και την έκταση της ζημίας.
Το άρθρο 937 § 1 ΑΚ προβλέπει πενταετή παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο, ενώ το άρθρο 251 ΑΚ ορίζει ότι η παραγραφή αρχίζει όταν είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη και δεν αναστέλλεται από εκκρεμή συναφή δίκη. Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) υπάγεται στην ίδια ρύθμιση. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι 2.582 μετοχές μεταφέρθηκαν στο όνομα του συγκληρονόμου στις 31-7-1997 (2.348) και 7-8-1998 (234), ότι στη συνέχεια πωλήθηκαν οι περισσότερες αφήνοντας 300 μέχρι 14-4-2006, και ότι ο ζημιωθείς γνώριζε το αργότερο μέχρι 29-3-1999 τόσο τη ζημία (αφαίρεση/μη απόδοση μετοχών) όσο και τον υπόχρεο. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι η παραγραφή άρχισε στις 29-3-1999 και συμπληρώθηκε στις 29-3-2004. Η εκκρεμότητα άλλης δίκης δεν αποτέλεσε νομικό κώλυμα για τη δικαστική επιδίωξη κατά άρθρο 251 ΑΚ. Εφόσον η σχετική αγωγή αποζημίωσης ασκήθηκε στις 19-1-2005, οι αξιώσεις είχαν παραγραφεί.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τα άρθρα 251, 914 και 937 ΑΚ κρίνοντας ότι η πενταετής παραγραφή άρχισε το αργότερο στις 29-3-1999, όταν ο ζημιωθείς γνώριζε τη μεταβίβαση των 2.582 μετοχών στο όνομα του συγκληρονόμου και την μη απόδοσή τους, και συμπληρώθηκε στις 29-3-2004. Η εκκρεμότητα άλλης συναφούς δίκης δεν συνιστούσε νομικό κώλυμα για τη δικαστική επιδίωξη κατά άρθρο 251 ΑΚ. Καθόσον η αγωγή αποζημίωσης ασκήθηκε στις 19-1-2005, οι αξιώσεις ήταν παραγεγραμμένες. Οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης από τα άρθρα 559 αριθ. 14 και 561 § 1 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, διότι δεν παραβιάστηκαν οι ουσιαστικές διατάξεις.
Απορρίπτει την από 17.11.2012 αίτηση της Μ. Π. Χ. Χ. προς αναίρεση της 5004/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →