Αποζημίωση εμπορικού αντιπροσώπου, διάκριση θετικής και αποθετικής ζημίας, αποζημίωση πελατείας

Κύρια Νομική Θέση

Στο παρεχόμενο υλικό προκύπτει σαφής διάκριση μεταξύ: α) της αποζημίωσης για θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος κατά το ΑΚ Άρθρο 298, β) της ειδικής αποζημίωσης πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου κατά το π.δ. 219/1991 άρθρο 9, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία, και γ) του ελέγχου της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας κατά το ΑΚ Άρθρο 281.
Η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται σταθερά ότι η καταγγελία σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή συναφούς σχέσης δεν καθίσταται άκυρη επειδή είναι άκαιρη ή χωρίς τήρηση προθεσμίας, αλλά γεννά, κατά περίπτωση, αξιώσεις για διαφυγόντα κέρδη της νόμιμης προθεσμίας, για αποζημίωση πελατείας, και μόνο κατ’ εξαίρεση για περαιτέρω αποζημίωση, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΑΚ Άρθρο 298
Ορίζει ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας (θετική ζημία) όσο και το διαφυγόν κέρδος. Ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Εφαρμόζεται στις 697/2012, 1320/2014, 806/2015, 547/2015, 1037/2024, 101/2018.

ΑΚ Άρθρο 281
Απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Εφαρμόζεται στις 697/2012, 1320/2014, 806/2015, 1814/2022, 603/2020, 360/2025, 823/2015, 1481/2013.

ΑΚ Άρθρο 288
Ο οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Εφαρμόζεται στις 697/2012, 806/2015, 1814/2022, 603/2020, 823/2015, 1519/2013, 1518/2013.

ΑΚ Άρθρο 297
Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα.
Εφαρμόζεται στις 697/2012, 806/2015, 823/2015, 101/2018.

ΑΚ Άρθρο 914
Θεμελιώνει την αποζημίωση από αδικοπραξία.
Εφαρμόζεται στις 697/2012, 1320/2014, 806/2015, 1814/2022, 547/2015, 1037/2024, 823/2015, 1519/2013, 1518/2013, 101/2018.

ΑΚ Άρθρο 919
Θεμελιώνει αποζημίωση όταν υπάρχει πρόθεση ζημίωσης κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη.
Εφαρμόζεται στις 697/2012, 1320/2014, 806/2015, 1814/2022, 547/2015, 823/2015, 1481/2013, 1519/2013, 1518/2013, 101/2018.

ΑΚ Άρθρο 932
Προβλέπει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε περίπτωση αδικοπραξίας.
Εφαρμόζεται στις 806/2015, 1814/2022, 360/2025, 547/2015, 1481/2013.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

1. 697/2012 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Αφορά καταγγελία σύμβασης πρακτορείας/εντολής χωρίς την προβλεπόμενη προειδοποίηση και εξετάζει αν η καταγγελία είναι άκυρη ή απλώς γεννά αποζημίωση, καθώς και πώς πρέπει να εξειδικεύεται το διαφυγόν κέρδος.
- Κρίση: Η σύμβαση καταγγέλθηκε στις 1.6.1997 χωρίς προειδοποίηση. Απορρίφθηκαν κονδύλια θετικής ζημίας 6.500.000 δρχ. («αέρας») και 2.600.000 δρχ. (φορτηγό), ενώ τα διαφυγόντα κέρδη κρίθηκαν αόριστα.
- Εφαρμογή: Ισχυρό επιχείρημα για τη θέση ότι η άκαιρη καταγγελία δεν είναι άκυρη, αλλά θεμελιώνει μόνο αξίωση αποζημίωσης. Επίσης, είναι κρίσιμη για τη δικονομική στρατηγική: το ΑΚ Άρθρο 298 απαιτεί ειδική εξειδίκευση του διαφυγόντος κέρδους· δεν αρκεί γενικός υπολογισμός.

2. 1320/2014 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Αφορά λύση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντα κέρδη λόγω μη τήρησης της νόμιμης προθεσμίας καταγγελίας.
- Κρίση: Τζίρος από 935.840 ευρώ σε 1.589.968 ευρώ. Μέσος όρος προμηθειών πενταετίας 165.132,17 ευρώ. Διαφυγόντα κέρδη εξαμήνου 93.052,50 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ενισχύει άμεσα αξίωση για αποζημίωση πελατείας και για διαφυγόντα κέρδη της νόμιμης προθεσμίας καταγγελίας. Ιδίως υποστηρίζει ότι για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται ονομαστική απαρίθμηση πελατών, αρκεί σαφής επίκληση εισφοράς νέων πελατών, διατήρησης ωφελειών και μεθόδου υπολογισμού.

3. 823/2015 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Εξετάζει ρητά αν τα διαφυγόντα κέρδη από καταγγελία σε σύμβαση αορίστου χρόνου περιορίζονται στη νόμιμη προθεσμία καταγγελίας και ποιο είναι το απαιτούμενο ορισμένο για αποζημίωση πελατείας.
- Κρίση: Η καταγγελία έγινε στις 10/5/2005 με λήξη στις 30/6/2005. Επενδύσεις συνολικού κόστους 647.061,48 ευρώ. Τα διαφυγόντα κέρδη για ορίζοντα 8 ή 5 ετών κρίθηκαν μη νόμιμα.
- Εφαρμογή: Πολύ ισχυρό για να αποκρουστεί υπερβολική αξίωση διαφυγόντων κερδών πέραν της νόμιμης προθεσμίας. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η αποζημίωση πελατείας είναι αυτοτελής αξίωση και αρκεί η επίκληση των νόμιμων προϋποθέσεων του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991.

4. 1037/2024 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Αφορά ακριβώς το ορισμένο αγωγής για προμήθειες, διαφυγόντα κέρδη και αποζημίωση πελατείας μετά από καταγγελία σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.
- Κρίση: Ανεξόφλητα τιμολόγια 5.988,02 ευρώ, διαφορές προμηθειών 35.059,66 ευρώ, συνολικές αμοιβές 99.068,48 ευρώ, μέσος ετήσιος όρος πενταετίας 19.813,70 ευρώ, διαφυγόντα κέρδη 2.077,55 ευρώ και 26.365,19 ευρώ.
- Εφαρμογή: Κρίσιμη για τη σύνταξη αγωγής: αρκεί προσδιορισμός σύμβασης, περιοχής, προϊόντων, ποσοστού προμήθειας, τιμολογίων, κύκλου εργασιών και μέσου όρου αμοιβών. Δεν απαιτείται εξαντλητική παράθεση κάθε συναλλαγής.

5. 101/2018 Άρειος Πάγος
- Σχετικότητα: Εξετάζει τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών μετά από απρόθεσμη καταγγελία και ειδικά αν λαμβάνονται υπόψη τα καθαρά ή τα μεικτά κέρδη.
- Κρίση: Τζίρος πρώτου διανομέα 919.541 ευρώ, δεύτερου 939.510 ευρώ. Αμοιβή 6,2%, από 1-1-2008 6,7%.
- Εφαρμογή: Ισχυρό επιχείρημα ότι, κατά το ΑΚ Άρθρο 298, τα διαφυγόντα κέρδη πρέπει να υπολογίζονται με βάση τα καθαρά και όχι τα μεικτά κέρδη, αφαιρουμένων των εξόδων που εξοικονομήθηκαν από τη λύση.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

1. 1814/2022 Άρειος Πάγος
- Ποια θέση στηρίζει: Ότι όταν η καταγγελία γίνεται για σπουδαίο λόγο αποδιδόμενο σε υπαιτιότητα του αντιπροσώπου, αποκλείεται η αποζημίωση πελατείας και δεν στοιχειοθετείται καταχρηστικότητα.
- Διαφορετικά γεγονότα: Υπήρξε επανειλημμένη παρακράτηση προκαταβολών πελατών συνολικού ύψους 120.227 ευρώ, επιπλέον 55.845 ευρώ και 47.340 ευρώ, με σοβαρή προσβολή της επαγγελματικής φήμης του αντιπροσωπευόμενου.
- Αντίκρουση: Η απόφαση είναι κρίσιμη μόνο αν ο εντολέας αποδείξει ουσιώδη υπαίτια παράβαση του αντιπροσώπου. Αν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής σας αφορούν απλή επιχειρηματική αναδιάρθρωση ή απρόθεσμη καταγγελία χωρίς βαρύ πταίσμα του αντιπροσώπου, η 1814/2022 διαφοροποιείται ουσιωδώς.

2. 360/2025 Άρειος Πάγος
- Ποια θέση στηρίζει: Ότι η παραβίαση ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων από τον αντιπρόσωπο συνιστά σπουδαίο λόγο και αποκλείει αποζημίωση πελατείας ή περαιτέρω ζημία.
- Διαφορετικά γεγονότα: Μονομερής τιμολόγηση πελάτη χωρίς έγγραφη συγκατάθεση και αποστολή δυσφημιστικής επιστολής σε μεγάλο πελάτη.
- Αντίκρουση: Αν δεν υπάρχουν αντίστοιχες πράξεις βαρειάς αντισυμβατικής συμπεριφοράς, η απόφαση δεν ανατρέπει τη γενική αρχή των 1320/2014, 823/2015, 1037/2024 περί αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντων κερδών σε περίπτωση απλής απρόθεσμης ή αδικαιολόγητης καταγγελίας.

2. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

Κύρια επιχειρήματα

1. Η καταγγελία δεν είναι άκυρη, αλλά γεννά αποζημιωτικές αξιώσεις
Με βάση την 697/2012 Άρειος Πάγος, ακόμη και άκαιρη ή χωρίς προειδοποίηση καταγγελία δεν επιφέρει ακυρότητα, αλλά μόνο αξίωση αποζημίωσης. Άρα, η στρατηγική δεν πρέπει να στηριχθεί πρωτίστως σε αίτημα ακυρότητας, αλλά σε σαφώς διακριτά κονδύλια αποζημίωσης.

2. Διάκριση θετικής ζημίας και αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) κατά το ΑΚ Άρθρο 298
- Θετική ζημία: πραγματική μείωση της περιουσίας.
- Διαφυγόν κέρδος: το πιθανό κέρδος που ματαιώθηκε.
Η 697/2012 δείχνει ότι η θετική ζημία απορρίπτεται αν δεν υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια, ενώ η 101/2018 επιβάλλει υπολογισμό με βάση τα καθαρά κέρδη.

3. Τα διαφυγόντα κέρδη από απρόθεσμη καταγγελία περιορίζονται, κατ’ αρχήν, στη νόμιμη προθεσμία καταγγελίας
Οι 1320/2014, 806/2015, 823/2015, 547/2015 υποστηρίζουν ότι η αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη συνδέεται με το χρονικό διάστημα της νόμιμης προθεσμίας καταγγελίας και όχι με πολυετή μελλοντική κερδοφορία.

4. Η αποζημίωση πελατείας είναι αυτοτελής αξίωση
Από τις 1320/2014, 610/2022, 246/2014, 823/2015, 1519/2013, 1518/2013 προκύπτει ότι απαιτούνται σωρευτικά:
- εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή υποθέσεων,
- διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον αντιπροσωπευόμενο,
- δίκαιη καταβολή αποζημίωσης.
Το ανώτατο όριο είναι ο μέσος ετήσιος όρος αμοιβών της τελευταίας πενταετίας, αλλά το επιδικαζόμενο ποσό μπορεί να είναι μικρότερο, όπως δέχεται η 610/2022.

5. Η καταχρηστικότητα της καταγγελίας κατά το ΑΚ Άρθρο 281 δεν τεκμαίρεται
Οι 1814/2022 και 1481/2013 δείχνουν ότι η απλή επιχειρηματική αναδιάρθρωση ή ο επανασχεδιασμός εμπορικής πολιτικής δεν αρκούν από μόνοι τους για να στοιχειοθετήσουν κατάχρηση. Για να ευδοκιμήσει ισχυρισμός από ΑΚ Άρθρο 281, απαιτούνται ειδικά περιστατικά υπέρβασης των ορίων καλής πίστης.

Διάκριση από αντίθετη νομολογία

- Αν ο αντίδικος επικαλεστεί 1814/2022 ή 360/2025, πρέπει να τονιστεί ότι εκεί υπήρχε σοβαρή υπαίτια παραβίαση ουσιωδών υποχρεώσεων του αντιπροσώπου.
- Αν δεν υπάρχει τέτοιο πταίσμα, η υπόθεση προσομοιάζει περισσότερο στις 1320/2014, 823/2015, 1037/2024.

3. Νομολογιακή Ισχύς

Παγία ως προς τα εξής σημεία:
- η διάκριση μεταξύ θετικής ζημίας και διαφυγόντος κέρδους κατά το ΑΚ Άρθρο 298,
- η ανάγκη συγκεκριμένης εξειδίκευσης του διαφυγόντος κέρδους,
- ο περιορισμός των διαφυγόντων κερδών, σε περίπτωση απρόθεσμης καταγγελίας, στη νόμιμη προθεσμία καταγγελίας,
- ο αυτοτελής χαρακτήρας της αποζημίωσης πελατείας,
- ο αποκλεισμός της αποζημίωσης πελατείας όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος οφειλόμενος σε υπαιτιότητα του αντιπροσώπου.

Περιορισμένη ως προς την επιτυχία ισχυρισμού περί καταχρηστικής καταγγελίας με βάση το ΑΚ Άρθρο 281, διότι η διαθέσιμη νομολογία είναι μάλλον αυστηρή και απαιτεί έντονα ειδικά περιστατικά.

4. Πρακτικές Συστάσεις

1. Διαχωρίστε ρητά τα κονδύλια της αγωγής:
- προμήθειες,
- διαφυγόντα κέρδη της νόμιμης προθεσμίας,
- αποζημίωση πελατείας,
- τυχόν θετική ζημία,
- τυχόν αδικοπρακτική αξίωση μόνο επικουρικά και με ιδιαίτερη θεμελίωση.

2. Για το διαφυγόν κέρδος, ακολουθήστε τη γραμμή των 697/2012, 101/2018, 1037/2024:
- συγκεκριμένα έτη/μήνες,
- συγκεκριμένος κύκλος εργασιών,
- ποσοστό προμήθειας,
- καθαρό και όχι μεικτό κέρδος,
- αφαίρεση εξοικονομηθεισών δαπανών.

3. Για την αποζημίωση πελατείας, στηριχθείτε πρώτα στις 1320/2014, 823/2015, 1037/2024, 610/2022:
- περιγράψτε την ανάπτυξη πελατολογίου,
- την αύξηση τζίρου,
- τη συνέχιση εκμετάλλευσης της πελατείας από τον αντιπροσωπευόμενο,
- τον μέσο ετήσιο όρο αμοιβών της τελευταίας πενταετίας.

4. Μην στηρίξετε την κύρια βάση σε ακυρότητα της καταγγελίας.
Η 697/2012 είναι σαφής ότι το βάρος πρέπει να πέσει στην αποζημίωση, όχι στην ακυρότητα.

5. Τον ισχυρισμό από ΑΚ Άρθρο 281 να τον προβάλετε επικουρικά και μόνο αν υπάρχουν ισχυρά ειδικά περιστατικά:
- αιφνίδια καταγγελία με αντιφατική συμπεριφορά,
- εκμετάλλευση επενδύσεων του αντιπροσώπου,
- προσχηματική επίκληση λόγων,
- στοχευμένη αποστέρηση της πελατείας.
Αλλιώς, υπάρχει κίνδυνος απόρριψης κατά τη λογική των 1481/2013 και 1814/2022.

Αν θέλετε, μπορώ στο επόμενο βήμα να σας δώσω έτοιμο σχέδιο αγωγικών ισχυρισμών ή δομή υπομνήματος ειδικά για:
- αποζημίωση πελατείας,
- διαφυγόντα κέρδη,
- ένσταση κατάχρησης δικαιώματος κατά το ΑΚ Άρθρο 281.

ΑΚ Άρθρο 298
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 93.3%
ΑΚ Άρθρο 298: Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
ΑΚ Άρθρο 281
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.8%
ΑΚ Άρθρο 281: Κατάχρηση δικαιώματος Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
ΑΚ Άρθρο 673
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.8%
ΑΚ Άρθρο 673: Αν ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο έγινε η καταγγελία, συνίσταται ή οφείλεται σε αθέτηση της σύμβασης, εκείνος που την αθέτησε έχει υποχρέωση σε αποζημίωση.
ΑΚ Άρθρο 198
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.6%
ΑΚ Άρθρο 198: Όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε. Για την παραγραφή της αξίωσης αυτής εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη για την παραγραφή των απαιτήσεων από αδικοπραξία.
ΕΚ Άρθρο 326
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.0%
ΕΚ Άρθρο 326: Υποχρέωση σε αποζημίωση Αν ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο έγινε η καταγγελία, συνίσταται ή οφείλεται σε αθέτηση της σύμβασης, εκείνος που την αθέτησε έχει υποχρέωση σε αποζημίωση.
ΑΚ Άρθρο 725
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.1%
ΑΚ Άρθρο 725: Καταγγελία από τον εντολοδόχο Ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή οποτεδήποτε, αν δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα αυτό. Αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η παραίτηση είναι χωρίς αποτέλεσμα. Αν η καταγγελία έγινε άκαιρα χωρίς σπουδαίο λόγο, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία που η καταγγελία προξένησε στον εντολέα.
ΑΚ Άρθρο 231
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.5%
ΑΚ Άρθρο 231: Συνέπειες της έλλειψης Όποιος κατάρτισε μια σύμβαση ως αντιπρόσωπος, εφόσον δεν αποδεικνύει την εξουσία αντιπροσώπευσης ή δεν εγκρίνει τη σύμβαση ο αντιπροσωπευόμενος, έχει την υποχρέωση, κατ' επιλογήν του αντισυμβαλλομένου, ή να εκτελέσει ο ίδιος τη σύμβαση ή να καταβάλει αποζη μίωση. Αν ο αντιπρόσωπος αγνοούσε την έλλειψη εξουσίας, έχει την υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία που έπαθε ο αντισυμβαλλόμενος επειδή πίστεψε ότι υπήρχε η εξουσία, εφόσον η ζημία δεν υπερβαίνει το διαφέρον από την έγκυρη σύμβαση. Ο αντιπρόσωπος απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, αν ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν υπήρχε εξουσία αντιπροσώπευσης.
ΑΚ Άρθρο 286
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.2%
ΑΚ Άρθρο 286: Εκείνος που επιχείρησε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο την καταστροφή ευθύνεται σε αποζημίωση, αν είχε προκαλέσει υπαίτια τον κίνδυνο. Σε κάθε άλλη περίπτωση μπορεί κατά τις περιστάσεις να καταδικαστεί σε εύλογη αποζημίωση. Μετά την καταβολή έχει εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε από την πράξη του αναγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων.
ΑΚ Άρθρο 700
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.7%
ΑΚ Άρθρο 700: Δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία Ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ' αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.
ΑΚ Άρθρο 587
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.2%
ΑΚ Άρθρο 587: Ενέργεια της καταγγελίας Με την καταγγελία αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και επιστρέφεται το μίσθωμα που τυχόν προκαταβλήθηκε για το χρόνο μετά την καταγγελία. Εκείνος που έχει δικαίωμα να καταγγείλει δεν έχει υποχρέωση σε αποζημίωση εξαιτίας της καταγγελίας.
ΑΚ Άρθρο 914
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.6%
ΑΚ Άρθρο 914: Έννοια Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
ΑΚ Άρθρο 387
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.1%
ΑΚ Άρθρο 387: Δικαίωμα αποζημίωσης μαζί με την υπαναχώρηση Στις περιπτώσεις όπου ο δανειστής ασκεί το δικαίωμα της υπαναχώρησης, μπορεί επιπλέον με αίτησή του και κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου να του επιδικαστεί και αποζημίωση για την τυχόν ζημία από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης. Στο δικαίωμα της υπαναχώρησης κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396.
ΑΚ Άρθρο 547
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.1%
ΑΚ Άρθρο 547: Αξίωση αποζημίωσης Αν κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση από πταίσμα του πωλητή, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση σωρευτικά με τα λοιπά δικαιώματα του άρθρου 542 για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους ή, αντί για αυτά, αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει ιδιότητα του πράγματος, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας των μερών, εάν ο πωλητής ανέλαβε την ευθύνη για τις συνέπειες της έλλειψής της ανεξαρτήτως πταίσματός του (συνομολογημένη ιδιότητα).
ΑΚ Άρθρο 214
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.1%
ΑΚ Άρθρο 214: Στοιχεία που κρίνονται από τον αντιπρόσωπο Τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου.
ΑΚ Άρθρο 812
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.0%
ΑΚ Άρθρο 812: Ο χρήστης οφείλει αποζημίωση για ελαττώματα του πράγματος, που την ύπαρξή τους αποσιώπησε με δόλο.
Ν4412 Άρθρο 193
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 83.4%
Ν4412 Άρθρο 193: Ματαίωση της διάλυσης 1. Αν ο ανάδοχος άσκησε μεν το δικαίωμα διάλυσης της σύμβασης αλλά συναινεί στη ματαίωση της διάλυσης, η σύμβαση νομίμως συνεχίζεται, ανεξαρτήτως των αξιώσεών του προς αποκατάσταση των θετικών ζημιών του. Προς το σκοπό αυτόν ο ανάδοχος υποβάλλει στη Διευθύνουσα Υπηρεσία αίτηση με στοιχεία υπολογισμού της αποζημίωσής του, επί της οποίας αποφασίζει η Προϊσταμένη Αρχή κατόπιν εισηγήσεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Για την εξακρίβωση των ζημιών η Προϊσταμένη Αρχή συγκροτεί, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την υποβολή της εισήγησης, επιτροπή που ερευνά τη βασιμότητα των απαιτήσεων του αναδόχου και εκτιμά το ύψος των θετικών ζημιών του, δυνάμενη να ζητήσει από τον ανάδοχο πρόσθετα στοιχεία και πληροφορίες. 2. Η Προϊσταμένη Αρχή, με απόφασή της που εκδίδεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από την υποβολή της αίτησης εγκρίνει τη ματαίωση της διάλυσης και την αποζημίωση του αναδόχου, επιφέροντας τις αναγκαίες προσαρμογές στις προθεσμίες της μελέτης. Αν ο ανάδοχος δεν συμφωνεί στον καθορισμό της αποζημίωσης, μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας.
ΑΚ Άρθρο 766
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.6%
ΑΚ Άρθρο 766: Λύση με καταγγελία Η εταιρία που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο λύνεται με καταγγελία πριν περάσει ο χρόνος αυτός, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Αντίθετη συμφωνία, που περιορίζει με προθεσμία ή με άλλον τρόπο το δικαίωμα αυτό της καταγγελίας, είναι άκυρη.
ΑΚ Άρθρο 919
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.5%
ΑΚ Άρθρο 919: Προσβολή των χρηστών ηθών Όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
ΑΚ Άρθρο 826
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.9%
ΑΚ Άρθρο 826: Υποχρεώσεις του παρακαταθέτη Ο παρακαταθέτης οφείλει να αποδώσει στο θεματοφύλακα ό,τι αυτός δαπάνησε κανονικά για τη φύλαξη του πράγματος. Οφείλει επίσης να τον αποζημιώσει για τη ζημία από την παρακαταθήκη, εκτός αν η ζημία αυτή δεν προέρχεται από πταίσμα του.
ΑΚ Άρθρο 584
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.7%
ΑΚ Άρθρο 584: Ο μισθωτής, με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τα πραγματικά και τα νομικά ελαττώματα ή για την έλλειψη ιδιοτήτων, έχει δικαίωμα κατά τα λοιπά, αν δεν του παραδόθηκε ή του παρεμποδίστηκε η χρήση του μισθίου, να απαιτήσει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, την εκτέλεση της σύμβασης ή αποζημίωση.
ΑΚ Άρθρο 937
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.6%
ΑΚ Άρθρο 937: Παραγραφή Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης.
Ν4412 Άρθρο 162
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 81.3%
Ν4412 Άρθρο 162: Ματαίωση διάλυσης 1. Σε περίπτωση που ο ανάδοχος συμφωνεί μπορεί να ματαιωθεί η διάλυση, αφού αποζημιωθεί ο ανάδοχος για τις θετικές του μόνο ζημίες που προκλήθηκαν από την καθυστέρηση της έναρξης ή τη διακοπή των εργασιών. 2. Για τη ματαίωση της διάλυσης, ο ανάδοχος υποβάλλει οίκοθεν ή ύστερα από πρόσκληση της υπηρεσίας σχετική αίτηση με στοιχεία υπολογισμού της αποζημίωσης που αξιώνει. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία διαβιβάζει την αίτηση στην προϊσταμένη αρχή, με ταυτόχρονη σχετική εισήγησή της. Η προϊσταμένη αρχή συγκροτεί επιτροπή που ερευνά το βάσιμο των απαιτήσεων του αναδόχου και εκτιμά το ύψος των θετικών ζημιών που προκλήθηκαν από την καθυστέρηση της έναρξης ή τη διακοπή των εργασιών. Η επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τον ανάδοχο πληροφορίες και συμπληρωματικά στοιχεία. 3. Η ματαίωση διάλυσης της σύμβασης και η σχετική αποζημίωση εγκρίνονται με απόφαση της προϊσταμένης αρχής. Η έγκριση ματαίωσης της διάλυσης γίνεται μετά από προηγούμενη γραπτή αποδοχή του ύψους της αποζημίωσης από τον ανάδοχο. Η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από αυτή που έχει εκτιμήσει η επιτροπή της προηγούμενης παραγράφου, εκτός αν πρόκειται για διόρθωση ή συμπλήρωση των στοιχείων της έκθεσης της επιτροπής. Με την έγκριση της ματαίωσης μπορεί να εγκριθούν και οι αναγκαίες προσαρμογές στις προθεσμίες του έργου.
ΚΔ Άρθρο 46
Κώδικας Δικηγόρων
Σχετικότητα: 81.1%
ΚΔ Άρθρο 46: Διάρκεια και λήξη έμμισθης εντολής - αποζημίωση 1. Οι διατάξεις για τη χορήγηση ετήσιας άδειας και επιδόματος αδείας που ισχύουν για τους υπαλλήλους στον ιδιωτικό τομέα, ισχύουν και για τους έμμισθους δικηγόρους. Σε περίπτωση ύπαρξης Κανονισμού εργασίας για τους εργαζόμενους στον εντολέα, εφαρμόζονται ο ι διατάξεις του Κανονισμού, εφόσον είναι ευνοϊκότερες. Εφαρμόζονται επίσης στους έμμισθους δικηγόρους όλες οι κείμενες διατάξεις για χορήγηση αδείας μετ'' αποδοχών λόγω ασθενείας, αναρρωτικής άδειας και προστασίας της κύησης και της λοχείας. 2. Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με το θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή. 3. α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση. Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) με τέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετή υπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία, ε) με έξι μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία, στ) με επτά μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ενδεκαετή υπηρεσία, ζ) με οκτώ μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δωδεκαετή υπηρεσία, η) με εννέα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατρία έτη υπηρεσίας, θ) με δέκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατέσσερα έτη υπηρεσίας, ι) με ένδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαπέντε έτη υπηρεσίας και ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτη υπηρεσίας. Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα. β) Γι' αυτούς που απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα προϋπηρεσία πάνω από δεκαεπτά έτη, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4093/2012 (Α' 222), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013 (Α' 18), καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο οποτεδήποτε και αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία: α) για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 1 μηνός αποζημίωση, β) για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 2 μηνών αποζημίωση, γ) για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 3 μηνών αποζημίωση, δ) για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 4 μηνών αποζημίωση, ε) για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 5 μηνών αποζημίωση, στ) για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση, ζ) για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 7 μηνών α ποζημίωση, η) για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση, θ) για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση, ι) για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση, ια) για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση, ιβ) για 28 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 12 μηνών αποζημίωση. Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013. 4. Μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας. «5. Κάθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της έμμισθης εντολής, και ιδίως η παρότρυνση από τον εντολέα προς τον Δικηγόρο να δράσει αντίθετα με την καλή πίστη, τον ισχύοντα Κώδικα Δεοντολογίας ή τη συνείδησή του, θεωρείται ως καταγγελία της έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέα.». 6. Σε περίπτωση θανάτου, την αποζημίωση, δικαιούνται να την λάβουν ο/η σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα του/της. 7. Καταγγελία συμβάσεων εμμίσθων δικηγόρων για όσο χρόνο αυτοί είναι μέλη διοικητικών συμβουλίων Δικηγορικών Συλλόγων δεν επιτρέπεται. Η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, εκτός εάν: α) συντρέχουν άλλοι λόγοι που συνεπάγονται την απώλεια της άδειας άσκησης δικηγορικού λειτουργήματος ή β) επιτραπεί από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, από την επίδοση του εγγράφου της καταγγελίας.
Ν2251 Άρθρο 3ΙΑ
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 81.1%
Ν2251 Άρθρο 3ΙΑ: Συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης σε συνδεδεμένες συμβάσεις 1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 15 της Κοινής Υπουργικής Απόφασης Ζ1−699/2010 (Β΄ 917) «Για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου», εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμά του υπαναχώρησης από εξ αποστάσεως σύμβαση ή σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος σύμφωνα με τα άρθρα 3ε έως 3ι, τυχόν συνδεδεμένες συμβάσεις λήγουν αυτομάτως, χωρίς κανένα κόστος για τον καταναλωτή, εκτός όπως προβλέπεται στο άρθρο 3θ παράγραφος 2 και στο άρθρο 3ι. 2. Στην περίπτωση της παραγράφου 1 για την καταγγελία των συνδεδεμένων συμβάσεων εφαρμόζονται οι αντίστοιχες περί καταγγελίας διατάξεις που διέπουν τη σχετική σύμβαση. Το παρόν άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 3 της Κ.Υ.Α. Ζ1-891/2013. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της ίδιας απόφασης "οι διατάξεις της παρούσας απόφασης εφαρμόζονται σε συμβάσεις συναφθείσες μετά τη 13-06-2014".
ΑΚ Άρθρο 930
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.1%
ΑΚ Άρθρο 930: Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Ο οφειλέτης της αποζημίωσης μπορεί κατά τις περιστάσεις να υποχρεωθεί να παράσχει ασφάλεια. Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.
ΑΚ Άρθρο 388
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.0%
ΑΚ Άρθρο 388: Απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών Αν τα περιστατικά στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν ύστερα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη. Αν αποφασιστεί η λύση της σύμβασης, επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων παροχής που πηγάζουν απ' αυτήν και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ν4548 Άρθρο 65
Ν. 4548/2018 - Ανώνυμες Εταιρείες
Σχετικότητα: 81.0%
Ν4548 Άρθρο 65: Καθήκοντα εκπροσώπου 1. Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους έναντι της εκδότριας και των τρίτων και ενεργεί για την προάσπιση των συμφερόντων των ομολογιούχων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, τους όρους του δανείου και τις αποφάσεις της συνέλευσης των ομολογιούχων. 2. Επί ομολογιών που τηρούνται σε λογιστική μορφή, ο εκπρόσωπος συνεργάζεται με το κεντρικό αποθετήριο ή τους εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές, κατά περίπτωση, για την καταχώριση των ομολογιών στους λογαριασμούς των δικαιούχων τους και την παρακολούθηση των μεταβολών στα πρόσωπα αυτών. 3. Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους δικαστικώς και εξωδίκως. Ειδικότερα: α) Όπου κατά τις κείμενες διατάξεις απαιτείται η εγγραφή του ονόματος του ομολογιούχου, εγγράφεται η επωνυμία του εκπροσώπου των ομολογιούχων και ο ακριβής προσδιορισμός του ομολογιακού δανείου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την καταχώριση δικαιούχων άυλων ομολογιών και ομολογιών που υπόκεινται σε ακινητοποίηση. β) Ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων ασκεί στο όνομά του, με μνεία της ιδιότητάς του και του ότι ενεργεί για λογαριασμό της ομάδας των ομολογιούχων, χωρίς να απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση από τη συνέλευση των ομολογιούχων, εκτός αν τέτοια ειδική εξουσιοδότηση απαιτείται κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου ή της σύμβασης ορισμού του εκπροσώπου, τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικά και έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής ένδικης προστασίας, τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης, της αναγγελίας και επαλήθευσης των απαιτήσεων των ομολογιούχων σε πλειστηριασμούς, πτωχεύσεις, ειδικές ή δικαστικές εκκαθαρίσεις και τις δίκες που αφορούν την εκτέλεση ή την πτώχευση και κάθε άλλη διαδικασία αναγκαστικής ή συλλογικής εκτέλεσης. γ) Για την παραίτηση από ένδικο βοήθημα ή ένδικο μέσο, την υποβολή αίτησης πτώχευσης ή θέσης στην ειδική διαχείριση του ν. 4307/2014 (Α΄ 246) της εκδότριας ή άλλου υπόχρεου, σύμφωνα με τους όρους του ομολογιακού δανείου, καθώς και για το συμβιβασμό, την κατάρτιση συμφωνίας εξυγίανσης του άρθρου 100 του Πτωχευτικού Κώδικα με την εκδότρια ή άλλο υπόχρεο, σύμφωνα με τους όρους του ομολογιακού δανείου ή την παροχή ψήφου σε σχέδιο αναδιοργάνωσης κατά τα άρθρα 107 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, απαιτείται απόφαση της συνέλευσης των ομολογιούχων. 4. Ο εκπρόσωπος καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, τα κεφάλαια που προορίζονται για την εξόφληση υποχρεώσεων από τα ομολογιακά δάνεια, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του εκπροσώπου των ομολογιούχων και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Τα κεφάλαια και οι τόκοι αποδίδονται στους ομολογιούχους κατά το λόγο των απαιτήσεων καθενός από αυτούς, όπως ορίζεται στο ομολογιακό δάνειο. Εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων και τα χρηματικά κεφάλαια, που εισπράττει ο εκπρόσωπος για λογαριασμό τους ή κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του. 5. Ο εκπρόσωπος εκδίδει τις πάσης φύσεως βεβαιώσεις και πιστοποιητικά, που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις από την έκδοση των τίτλων ομολογιών, με την επιφύλαξη της δυνατότητας έκδοσης βεβαίωσης της ιδιότητας του ομολογιούχου από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή τον εγγεγραμμένο διαμεσολαβητή επί ομολογιών που τηρούνται σε λογιστική μορφή. Σε περίπτωση καταγγελίας του ομολογιακού δανείου ή αν οπωσδήποτε προκύψουν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές υποχρεώσεις της εκδότριας από την έκδοση των τίτλων σε λογιστική μορφή, οι σχετικές βεβαιώσεις παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά της εκδότριας και μπορούν να προσκομισθούν σε κάθε αρμόδιο δικαστήριο ή αρχή κατά την παροχή δικαστικής προστασίας υπέρ των ομολογιούχων. 6. Πράξεις του εκπροσώπου των ομολογιούχων, ακόμη και αν διενεργούνται καθ’ υπέρβαση της εξουσίας του, δεσμεύουν τους ομολογιούχους και τους ειδικούς και καθολικούς διαδόχους τους έναντι της εκδότριας και των τρίτων, εκτός αν η εκδότρια ή ο τρίτος γνώριζαν την υπέρβαση της εξουσίας.
Ν2882 Άρθρο 23
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 80.8%
Ν2882 Άρθρο 23: Συμβιβαστικός προσδιορισμός αποζημίωσης 1. Το δικαστήριο, κατά τη δικάσιμο και πριν από κάθε συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, επιδιώκει συμβιβασμό μεταξύ των διαδίκων. Εάν επιτευχθεί συμβιβασμός, συντάσσεται ατελώς σχετικό πρακτικό. Με την υπογραφή του πρακτικού από τους διαδίκους η διαδικασία του προσδιορισμού της αποζημίωσης περατώνεται. 2. Η αποζημίωση δύναται να προσδιορισθεί και με εξώδικο συμβιβασμό που καταρτίζεται εγγράφως και ατελώς. 3. Ο συμβιβαστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης ισχύει με την αίρεση ότι ο διάδικος που μετέσχε στο συμβιβασμό θα αναγνωρισθεί τελικό ως δικαιούχος κατά τη διαδικασία των άρθρων 26 και επόμενα του παρόντος. Η παρακατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε με συμβιβασμό επιφέρει τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, η συντέλεση όμως αυτή ισχύει με την ίδια αίρεση. 4. Ο συμβιβαστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης επιφέρει αποτελέσματα μόνον μεταξύ εκείνων που μετείχαν σε αυτόν. «5. Η εντολή προς τον δικαστικό εκπρόσωπο του Δημοσίου για παράσταση περιλαμβάνει και την κατάρτιση συμβιβασμού, εάν η συνολική αποζημίωση κατά δικαιούχο δεν υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ».
ΑΚ Άρθρο 215
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.7%
ΑΚ Άρθρο 215: Αν ο αντιπρόσωπος ενέργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεστεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.
Ν2882 Άρθρο 20
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 80.7%
Ν2882 Άρθρο 20: Οριστικός προσδιορισμός αποζημίωσης «1. Αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το εφετείο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 με τριμελή σύνθεση. 2. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς εφετείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής. Εάν κάποιος από τους ενδιαφερομένους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερομένους εξήντα ημέρες. Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9.» 3. Το δικόγραφο της αίτησης κατατίθεται στη γραμματεία του εφετείου. Ο πρόεδρος του εφετείου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα ημέρες ούτε μακρότερο από σαράντα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης. Ακολούθως η αίτηση επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται μέσα σε είκοσι ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως. Εάν εκείνοι κατά των οποίων απευθύνεται η αίτηση είναι κάτοικοι αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η επίδοση πρέπει να γίνει τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, παρατεινομένου αναλόγως του χρόνου ορισμού της δικασίμου. 4. Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινό καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση. Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος, προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά. 5. Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης. 6. Οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 7 έως και 9 του προηγούμενου άρθρου 19 εφαρμόζονται αναλόγως. Το εφετείο δύναται, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για τη διάγνωση της αλήθειας, να διακόψει ή να παρατείνει τη συζήτηση σε περισσότερες συνεδριάσεις, οι οποίες δεν δύναται να απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από είκοσι ημέρες. Πάντως η έκδοση της οριστικής απόφασης δεν επιτρέπεται να βραδύνει περισσότερο από ένα έτος από την άσκηση της αίτησης. 7. Το εφετείο δύναται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, εφόσον είναι απαραίτητη για τη διάγνωση της αλήθειας. Η πραγματογνωμοσύνη ενεργείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 368 και επομένων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κατ' απόκλιση από τις διατάξεις αυτές: α) το δικαστήριο εκδίδει την απόφαση για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και το διορισμό των πραγματογνωμόνων μέσα σε είκοσι ημέρες από τη συζήτηση, β) εάν διατάχθηκε έγγραφη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων , αυτή υποβάλλεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την όρκισή τους και γ) εάν διατάχθηκε προφορική γνωμοδότηση, οι πραγματογνώμονες εκθέτουν τη γνώμη τους ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη νέα συζήτηση. Με την απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη και διορίζεται πραγματογνώμονας, προσδιορίζεται συγχρόνως και η νέα δικάσιμος για την περαιτέρω συζήτηση, η οποία δεν δύναται να απέχει περισσότερο από εξήντα ημέρες από τη δημοσίευση της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης. 8. Το εφετείο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα ημέρες από την τελευταία συζήτηση της αίτησης. 9. Αν η απόφαση του εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η τυχόν επιπλέον αποζημίωση καταβάλλεται στο δικαιούχο ή παρακατατίθεται σε προθεσμία έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης. Σε περίπτωση μη κοινοποίησης η προθεσμία είναι ένα έτος από την έκδοση της απόφασης. Τυχόν μεταγενέστερη κατάθεση επιβαρύνεται με τον ισχύοντα εκάστοτε νόμιμο τόκο. «10. Εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης.»
ΕΚ Άρθρο 65
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.5%
ΕΚ Άρθρο 65: Δικαιώματα θιγομένων - Αποτελέσματα επί παραβίασης της απαγόρευσης βίας και παρενόχλησης 1. Κάθε πρόσωπο του άρθρου 59 που θίγεται από περιστατικό βίας και παρενόχλησης σε βάρος του κατά το άρθρο 60, ακόμη και αν έχει λήξει η σχέση, στο πλαίσιο της οποίας φέρεται ότι εκδηλώθηκε σε βάρος του το περιστατικό ή η συμπεριφορά, έχει δικαίωμα, πέραν της δικαστικής προστασίας, προσφυγής ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας και του Συνηγόρου του Πολίτη, ως φορέα προώθησης και εποπτείας της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με τα Κεφάλαια Α ’ και Β’ του Τμήματος Ι του παρόντος Μέρους, καθώς και υποβολής καταγγελίας εντός της επιχείρησης κατά την πολιτική του άρθρου 63. 2. Όταν εργαζόμενος ή με άλλη σχέση απασχολούμενος κατά το άρθρο 59 παραβιάζει την απαγόρευση βίας και παρενόχλησης του άρθρου 60, ο εργοδότης υποχρεούται να λάβει τα απαραίτητα πρόσφορα και ανάλογα μέτρα κατά περίπτωση σε βάρος του καταγγελλόμενου, προκειμένου να εμποδιστεί και να μην επαναληφθεί παρόμοιο περιστατικό ή συμπεριφορά. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν τη σύσταση συμμόρφωσης, την αλλαγή θέσης, ωραρίου, τόπου ή τρόπου παροχής εργασίας ή την καταγγελία της σχέσης απασχόλησης ή συνεργασίας, με την επιφύλαξη της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ. 3. Κάθε πρόσωπο του άρθρου 59 που υφίσταται περιστατικό βίας και παρενόχλησης σε βάρος του, έχει δικαίωμα να αποχωρήσει από τον εργασιακό χώρο για εύλογο χρόνο, χωρίς στέρηση μισθού ή άλλη δυσμενή συνέπεια, εφόσον κατά την εύλογη πεποίθησή του υφίσταται επικείμενος σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή, την υγεία ή την ασφάλειά του, ιδίως, όταν ο εργοδότης είναι ο δράστης τέτοιας συμπεριφοράς ή όταν δεν λαμβάνει τα απαραίτητα πρόσφορα μέτρα κατά την παρ. 2, ώστε να αποκαταστήσει την εργασιακή ειρήνη, ή όταν τα μέτρα αυτά δεν είναι ικανά για να σταματήσουν τη συμπεριφορά βίας και παρενόχλησης. Στην περίπτωση αυτή, ο αποχωρών υποχρεούται να ενημερώσει προηγουμένως τον εργοδότη εγγράφως, αναφέροντας το περιστατικό βίας και παρενόχλησης και τα περιστατικά που αιτιολογούν την πεποίθησή του, ότι επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή, την υγεία ή την ασφάλειά του. Εφόσον δεν υφίσταται ή έχει παύσει να υφίσταται ο κίνδυνος και το πρόσωπο της παρ. 3 αρνείται να επιστρέψει στον εργασιακό χώρο, ο εργοδότης μπορεί να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας με αίτημα την επίλυση της διαφοράς. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 570. 4. Όταν εργοδότης ή πρόσωπο που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα ή εκπροσωπεί τον εργοδότη παραβιάζει την απαγόρευση βίας και παρενόχλησης του άρθρου 60 κατά τη σύναψη ή άρνηση σύναψης της έννομης σχέσης με πρόσωπο του άρθρου 59 ή κατά την εξέλιξη, διάρκεια ή λύση αυτής, παραβιάζει την εργατική νομοθεσία και επιβάλλονται σε βάρος του οι διοικητικές κυρώσεις της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 573. 5. Σε κάθε περίπτωση, η παραβίαση της κατά το άρθρο 60 απαγόρευσης γεννά εκτός των άλλων αξίωση για πλήρη αποζημίωση του θιγόμενου προσώπου, η οποία καλύπτει τη θετική και αποθετική του ζημία, καθώς και την ηθική βλάβη.
Ν2251 Άρθρο 9Θ
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 80.0%
Ν2251 Άρθρο 9Θ: Κυρώσεις 1. Κάθε καταναλωτής ή και ένωση καταναλωτών έχουν το δικαίωμα, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 9γ έως και 9η, να ζητούν τη δικαστική παύση κάθε αθέμιτης εμπορικής πρακτικής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και αποζημίωση για τη ζημία που υφίστανται εξαιτίας της πρακτικής αυτής. Τα ένδικα βοηθήματα του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ασκούνται, χωριστά ή από κοινού, κατά ενός ή περισσοτέρων προμηθευτών του ίδιου οικονομικού τομέα ή κατά ιδιοκτήτη κώδικα, εφόσον αυτός προωθεί κώδικα που ενθαρρύνει τη μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος μέρους. 2. Το Δικαστήριο μπορεί, μετά από σχετική αίτηση, να διατάξει, δια του τύπου ή με άλλο πρόσφορο τρόπο, τη δημοσίευση της απόφασης που διατάσσει την παύση της αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, στο σύνολό της, ή εν μέρει, καθώς και τη δημοσίευση σχετικής επανορθωτικής δήλωσης του παραβάτη. 3. Ο προμηθευτής στον οποίο αποδίδεται παράβαση των διατάξεων του παρόντος μέρους υποχρεούται να προσκομίζει στο Δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αφορούν εμπορική πρακτική, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο, ενόψει των δεδομένων της συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβανομένων υπόψη των έννομων συμφερόντων όλων των διαδίκων. Αν δεν προσκομισθούν τα στοιχεία αυτά ή κριθούν ανεπαρκή, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ή των εναγόντων καταναλωτών τεκμαίρονται αληθείς. 4. Ο έλεγχος των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών μπορεί να γίνει και από ιδιοκτήτες κωδίκων συμπεριφοράς, εφόσον προβλέπονται σχετικές διαδικασίες προσφυγής ενώπιον των φορέων αυτών. Η προσφυγή στις διαδικασίες του προηγούμενου εδαφίου δεν συνεπάγεται παραίτηση από το δικαίωμα δικαστικής προσφυγής. 5. Ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί να διατάξει, με απόφασή του, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, την άμεση παύση αθέμιτης εμπορικής πρακτικής. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την απόφαση αυτή επιβάλλονται, σε βάρος του παραβάτη, οι κυρώσεις του άρθρου 13α του παρόντος νόμου. Το παρόν άρθρο προστίθεται σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου 3587/2007.
ΑΚ Άρθρο 288
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.8%
ΑΚ Άρθρο 288: Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ν2251 Άρθρο 13Β
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 79.7%
Ν2251 Άρθρο 13Β: Κάθε καταναλωτής ή ένωση καταναλωτών έχει το δικαίωμα να καταγγέλλει ενώπιον της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου. Οι καταγγελίες που λαμβάνει η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή κατατάσσονται ως εξής: α) Καταγγελίες περί ζητημάτων που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή με βάση τις διατάξεις του παρόντος νόμου διαβιβάζονται στην αρμόδια υπηρεσία και ενημερώνεται σχετικά ο καταγγέλλων μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την υποβολή τους. β) Καταγγελίες με αίτημα εμφανώς αόριστο, ακατάληπτο ή αίτημα που επαναλαμβάνεται κατά τρόπο καταχρηστικό, τίθενται στο αρχείο της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή και ενημερώνεται σχετικά ο καταγγέλλων μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την υποβολή τους. Η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή δεν είναι υποχρεωμένη να απαντά σε αιτήματα καταναλωτών υπό μορφή γνωμοδότησης ή σε ερωτήματα επί ιδιωτικής φύσεως υποθέσεων που δεν στοιχειοθετούν καταγγελίες παραβάσεων του παρόντος νόμου. γ) Καταγγελίες περί ζητημάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή με βάση τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή, η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή προβαίνει σε περαιτέρω αξιολόγηση της αναγκαιότητας διερεύνησης τους λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το δημόσιο συμφέρον, την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών, τις πιθανές επιπτώσεις στο καταναλωτικό κοινό, τις επιπτώσεις σε ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού, την προστασία του καταναλωτή, καθώς και το αποτέλεσμα που προσδοκάται από την παρέμβασή της σε συγκεκριμένη υπόθεση. Εφόσον αξιολογηθεί από τον Προϊστάμενο Διεύθυνσης Προστασίας η αναγκαιότητα διερεύνησης των ως άνω καταγγελιών, ο ίδιος αναθέτει προς εξέταση τις υποθέσεις στο αρμόδιο Τμήμα. Ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης δύναται να θέσει κάποιες υποθέσεις σε προσωρινό αρχείο μέχρι να προκύψουν πρόσθετα στοιχεία που θεμελειώνουν την αναγκαιότητα διερεύνησης, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω. Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας κατά το στάδιο της διερεύνησης δύναται να ζητήσει την απλή γνώμη του Συνηγόρου του Καταναλωτή, ο οποίος παρέχει την αιτιολογημένη γνώμη του επί της καταγγελίας εντός διμήνου από την υποβολή σχετικού ερωτήματος της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή. Η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή κατά το στάδιο της διερεύνησης δύναται να ζητήσει την απλή γνώμη του Συνηγόρου του Καταναλωτή, ο οποίος υποχρεούται να παράσχει την αιτιολογημένη άποψή του επί της καταγγελίας εντός διμήνου από την υποβολή σχετικού ερωτήματος του Υπουργού. Εφόσον η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή κρίνει την μη αναγκαιότητα διερεύνησης κάποιων καταγγελιών βάσει των ανωτέρω ενημερώνεται σχετικά ο ενδιαφερόμενος καταγγέλλων, διαφορετικά διεκπεραιώνει την υπόθεση σε εύλογο χρονικό διάστημα, ανάλογα με το είδος της. Το παρόν άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 4177/2013
Ν2251 Άρθρο 9Δ
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 79.6%
Ν2251 Άρθρο 9Δ: Παραπλανητικές πράξεις 1. Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες και είναι, συνεπώς, αναληθής ή, όταν, με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει το μέσο καταναλωτή, ακόμα και εάν οι πληροφορίες είναι, αντικειμενικά, ορθές όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται κατωτέρω και, ούτως ή άλλως, τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία, διαφορετικά, δεν θα ελάμβανε. Τα στοιχεία αυτά είναι: α) η ύπαρξη ή η φύση του προϊόντος, β) τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, όπως είναι η διαθεσιμότητα, τα οφέλη, οι κίνδυνοι, η εκτέλεση, η σύνθεση, τα συνοδευτικά εξαρτήματα, η μετά την πώληση υποστήριξη προς τον καταναλωτή και η αντιμετώπιση των παραπόνων, η μέθοδος και η ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, η παράδοση, η καταλληλότητα, η χρήση, η ποσότητα, οι προδιαγραφές, η γεωγραφική ή εμπορική προέλευση ή τα αναμενόμενα από τη χρήση του προϊόντος αποτελέσματα ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων του προϊόντος, γ) η έκταση των δεσμεύσεων του προμηθευτή, τα κίνητρα για την εμπορική πρακτική και η φύση της διαδικασίας πωλήσεων, κάθε δήλωση ή σύμβολο που αφορά άμεση ή έμμεση χορηγία ή έγκριση του προμηθευτή ή του προϊόντος, δ) η τιμή ή ο τρόπος υπολογισμού της ή η ύπαρξη ειδικής συμφέρουσας τιμής, ε) η ανάγκη υπηρεσίας, ανταλλακτικού, αντικατάστασης ή επισκευής, στ) η φύση, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του προμηθευτή ή του αντιπροσώπου του, όπως είναι η ταυτότητα και τα περιουσιακά στοιχεία του, τα προσόντα του, η ιδιότητα, η έγκριση, η εταιρική σχέση, η σύνδεση και η κυριότητα δικαιωμάτων βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας ή τα βραβεία και οι διακρίσεις του, ζ) τα δικαιώματα του καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αντικατάστασης ή επιστροφής σύμφωνα με το άρθρο 5. 2. Μια εμπορική πρακτική θεωρείται επίσης παραπλανητική όταν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει το μέσο καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δεν θα ελάμβανε, και η πρακτική περιλαμβάνει: α) κάθε προσπάθεια προώθησης προϊόντος (μάρκετινγκ), συμπεριλαμβανομένης της συγκριτικής διαφήμισης, που δημιουργεί σύγχυση με προϊόντα, εμπορικά σήματα, εμπορικές επωνυμίες και άλλα διακριτικά γνωρίσματα ενός ανταγωνιστή, β) μη συμμόρφωση του προμηθευτή προς τις δεσμεύσεις που περιέχουν κώδικες συμπεριφοράς με τους οποίους ανέλαβε να δεσμευτεί, όταν η δέσμευση είναι ρητή και όχι προγραμματική, και μπορεί να εξακριβωθεί και ο προμηθευτής αναφέρει σε μια εμπορική πρακτική ότι δεσμεύεται από τον κώδικα. Το παρόν άρθρο προστίθεται σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου 3587/2007.
ΑΚ Άρθρο 932
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.5%
ΑΚ Άρθρο 932: Ικανοποίηση της ηθικής βλάβης Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
ΕΚ Άρθρο 109
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.3%
ΕΚ Άρθρο 109: Συνέπειες παραβάσεων 1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 107 και 108 είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέστηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 107 και 108 τιμωρείται με φυλάκιση ή χρηματική ποινή (άρθρο 5 του ν. 1338/1983 - Α ’ 36, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 1440/1984 - Α ’ 70). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα.
ΑΚ Άρθρο 297
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.2%
ΑΚ Άρθρο 297: Διαφέρον Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Αντί για χρηματική αποζημίωση το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφόσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτό δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή.
ΚΠολΔ Άρθρο 16
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 78.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 16: Αποκλειστική αρμοδιότητα μονομελών πρωτοδικείων Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε: 1) οι διαφορές από μίσθωση πράγματος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου, 2) οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με αφορμή την εργασία αυτή, ανάμεσα στους εργαζομένους ή τους διαδόχους τους ή εκείνους στους οποίους ο νόμος δίνει δικαιώματα από την παροχή της εργασίας των πρώτων και στους εργοδότες ή τους διαδόχους τους, 3) οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με αφορμή την εργασία αυτή, ανάμεσα σε εκείνους που εργάζονται από κοινού στον ίδιο εργοδότη, 4) οι διαφορές ανάμεσα στους επαγγελματίες ή τους βιοτέχνες, είτε μεταξύ τους είτε με τους πελάτες τους, από την παροχή εργασίας ή ειδών που κατασκεύασαν αυτοί, 5) οι διαφορές από συλλογική σύμβαση εργασίας ή από διατάξεις που εξομοιώνονται με διατάξεις συλλογικής σύμβασης, είτε ανάμεσα σε αυτούς που δεσμεύονται από αυτές είτε ανάμεσα σε αυτούς και τρίτους, 6) οι διαφορές ανάμεσα σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και στους ασφαλισμένους σε αυτούς ή τους διαδόχους τους ή εκείνους που κατά το νόμο έχουν δικαιώματα από τη σχέση ασφάλισης, 7) οι διαφορές που αφορούν τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, συμβολαιογράφων, άμισθων δικαστικών επιμελητών, γιατρών, οδοντογιατρών, διπλωματούχων μαιών, κτηνιάτρων, μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών, μεσι τών που έχουν διοριστεί νόμιμα ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών, όπως και αν χαρακτηρίζεται η σχέση από την οποία προκύπτουν και ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής ή για τον τρόπο της πληρωμής της, 8) οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις διαιτητών, εκτελεστών διαθηκών, διαχειριστών σε ιδιοκτησία κατά ορόφους ή διαχειριστών που διορίστηκαν από δικαστική αρχή, εκκαθαριστών εταιριών ή νομικών προσώπων ή κληρονομιών ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών για τις αμοιβές και τα έξοδά τους, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής ή για τον τρόπο της πληρωμής της, 9) οι διαφορές που αφορούν το ποσοστό ή την πληρωμή του ασφαλίστρου, «10) οι διαφορές που αφορούν τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα των πραγματογνωμόνων, των διαιτητών πραγματογνωμόνων, των εκτιμητών και των πιστοποιημένων εκτιμητών, με οποιονδήποτε τρόπο και αν διορίστηκαν, ή των καθολικών διαδόχων τους», 11) οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες από αυτοκίνητο, ανάμεσα στους δικαιούχους ή τους διαδόχους τους και εκείνους που έχουν υποχρέωση για αποζημίωση ή τους διαδόχους τους, όπως και οι απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου, ανάμεσα στις ασφαλιστικές εταιρίες και τους ασφαλισμένους ή τους διαδόχους τους, 12) οι διαφορές από προσβολή της νομής ή κατοχής κινητών ή ακινήτων, 13) οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων, 14) οι διαφορές από επίμορτη αγροληψία, 15) οι διαφορές που αφορούν ζημίες σε δέντρα, κλήματα, καρπούς, σπαρτά, ρίζες, και γενικά φυτά, που έγιναν με παράνομη βοσκή ζώων ή με οποιοδήποτε άλλον τρόπο, 16) οι διαφορές που αφορούν τον καθορισμό των αποστάσεων που επιβάλλουν οι νόμοι και οι κανονισμοί ή οι επιτόπιες συνήθειες για το φύτεμα δέντρων ή φυτειών ή για την ανέγερση φραχτών ή για τη διάνοιξη τάφρων, 17) οι διαφορές που αφορούν την παρεμπόδιση της ελεύθερης χρήσης δρόμων και μονοπατιών, καθώς και τις ζημίες που προκαλούνται από την παρεμπόδιση αυτής, 18) οι διαφορές που αφορούν τη χρήση του τρεχούμενου νερού ή την παρεμπόδιση της χρήσης του, 19) οι διαφορές που προκύπτουν από πώληση ζώων, εξαιτίας πραγματικών ελαττωμάτων ή έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων, 20) οι διαφορές που προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 1003 έως 1009, 1018 έως 1020 και 1023 έως 1031 του Αστικού Κώδικα, καθώς και εκείνες που αναφέρονται σε ζημίες που προκλήθηκαν από την παράβασή τους, 21) οι διαφορές που προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 834 έως 839 του Αστικού Κώδικα, 22) οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 834 και 839 του Αστικού Κώδικα ή των καθολικών διαδόχων τους, 23) οι διαφορές από σύμβαση μεταφοράς προσώπων με οποιοδήποτε μέσο για τις απαιτήσεις που έχουν από αυτήν οι μεταφορείς ή οι καθολικοί διάδοχοί τους, 24) οι διαφορές που αφορούν δικαιώματα ή αποζημιώσεις ή έξοδα των μαρτύρων που εξετάστηκαν σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή σε διαιτητές, καθώς και εκείνες που αφορούν τα δικαιώματα ή αποζημιώσεις ή έξοδα των διερμηνέων, των μεσεγγυούχων, και των φυλάκων, με οποιοδήποτε τρόπο και αν διορίστηκαν, και των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και 25) οι διαφορές που αφορούν τις απαιτήσεις των σωματείων και των συνεταιρισμών εναντίον των μελών τους ή των καθολικών διαδόχων τους, για την εισφορά που τους οφείλουν, καθώς και οι διαφορές που αφορούν τις απαιτήσεις που έχουν εναντίον των σωματείων και των συνεταιρισμών τα μέλη ή οι καθολικοί διάδοχοί τους για χρηματική ή άλλη παροχή.
Ν4412 Άρθρο 137
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 78.6%
Ν4412 Άρθρο 137: Υπερημερία κυρίου του έργου 1. Αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές του ζημιές που προκαλούνται μετά την επίδοση από αυτόν σχετικής έγγραφης όχλησης. Η έγγραφη όχληση υποβάλλεται μετά την έναρξη της υπερημερίας του κυρίου του έργου, άλλως είναι πρόωρη και δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα της. Η ως άνω έγγραφη όχληση πρέπει να περιέχει κατ’ ελάχιστον, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την υπερημερία του κυρίου του έργου, το είδος των θετικών ζημιών των οποίων θα ζητηθεί η αποζημίωση και την ημερήσια αποζημίωση. Όχληση που δεν έχει το περιεχόμενο αυτό δεν επιφέρει έννομες συνέπειες. Ως θετικές ζημιές αναγνωρίζονται, ιδίως, η δαπάνη εγκαταστάσεων, η εξυπηρέτηση εγγυητικών καλής εκτέλεσης, ασφάλισης έργου, φύλαξης εργοταξίου σταλίας του προβλεπόμενου από το οργανόγραμμα προσωπικού, μηχανημάτων, γενικών εξόδων, καθώς και ενδεχόμενων τόκων προκαταβολής. Ιδιαίτερα για την αποζημίωση των γενικών εξόδων λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των γενικών εξόδων στο ποσοστό που αντιστοιχεί στο έργο, όπως προκύπτει από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς των τελευταίων πέντε (5) ετών και εφαρμόζεται επί της ημερήσιας αξίας του έργου χωρίς ΓΕ+ΟΕ, απρόβλεπτα, αναθεώρηση και ΦΠΑ. Σε περίπτωση υπερημερίας από καθυστέρηση πληρωμής λογαριασμού, οι θετικές ζημιές οφείλονται κατά το μέτρο που υπερβαίνουν τον τόκο υπερημερίας. 2. Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω των θετικών ζημιών από σταλίες μηχανικού εξοπλισμού και προσωπικού του αναδόχου λαμβάνεται υπόψη ο μισθωμένος και ο ιδιόκτητος μηχανικός εξοπλισμός του που βρίσκεται επί τόπου του έργου και χρησιμοποιείται στην κατασκευή του, και υπό τις ακόλουθες πρόσθετες προϋποθέσεις: α) Ότι ο εξοπλισμός αυτός περιλαμβάνεται και συνοδεύει το χρονοδιάγραμμα του έργου ή τον πίνακα εξοπλισμού που δηλώθηκε στην προσφορά του, όπως ισχύει. β) Ότι κατά την προσκόμισή του εξοπλισμού στο εργοτάξιο θα κατατεθούν στην Διευθύνουσα Υπηρεσία πλήρη στοιχεία με τα οποία να αποδεικνύεται: αα) η ιδιοκτησία, ββ) το έτος κατασκευής κάθε μηχανήματος, γγ) το έτος αγοράς, δδ) η αναπόσβεστη λογιστική αξία του μηχανήματος από τα επίσημα βιβλία της εργοληπτικής επιχείρησης, εε) η προβλεπόμενη χρονική περίοδος απασχόλησης κάθε μηχανήματος, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα εργασιών και το είδος των εργασιών στο οποίο θα απασχοληθεί, στστ) τα μισθωτήρια συμβόλαια για τον μη ιδιόκτητο εξοπλισμό γ) Ότι η σταλία κάθε μηχανήματος θα επισυμβεί μέσα στην περίοδο που το μηχάνημα επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και στον οριζόμενο στην υποπερίπτωση εε΄ της περίπτωσης β΄ χρόνο. δ) Για τον καθορισμό της αποζημίωσης για την σταλία ιδιόκτητου μηχανήματος θα λαμβάνονται υπόψη ως μέγιστες αποδεκτές τιμές, αυτές που προκύπτουν από την οριζόμενη στην υποπερίπτωση δδ΄ της περίπτωσης β΄ αναπόσβεστη λογιστική αξία του μηχανήματος και την πραγματική εναπομένουσα λειτουργική ζωή του μηχανήματος, βάσει του εγχειριδίου του κατασκευαστή. Για τον καθορισμό της σταλίας μισθωμένου μηχανήματος θα λαμβάνονται υπόψη τα νόμιμα παραστατικά στοιχεία. ε) Η αποζημίωση λόγω σταλιών ιδιόκτητων μηχανημάτων μη περιλαμβανομένων στον πίνακα μηχανημάτων της προσφοράς του αναδόχου, γίνεται με τις ίδιες προϋποθέσεις, όπως παραπάνω και επιπροσθέτως εφόσον ο ανάδοχος ενημέρωσε και έλαβε την έγκριση πριν από την προσκόμιση του μηχανήματος από την Υπηρεσία, με όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία και απέδειξε την αναγκαιότητα του μηχανήματος, σε περίπτωση δε αντικατάστασης μηχανήματος που περιλαμβάνεται στον πίνακα της προσφοράς, να αποδείξει την αναγκαιότητα της αντικατάστασης.
Ν2251 Άρθρο 4Θ
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 78.2%
Ν2251 Άρθρο 4Θ: Εμπορία από απόσταση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών 1. Ορισμοί Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού: α) Σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι κάθε σύμβαση που αφορά χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η οποία συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία τους, στο πλαίσιο συστήματος εξ αποστάσεως πώλησης ή παροχής υπηρεσιών που οργανώνεται από τον προμηθευτή, ο οποίος χρησιμοποιεί αποκλειστικά, για τη σύμβαση αυτή, ένα ή περισσότερα μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως, μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης. β) Μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως είναι κάθε μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, χωρίς την αυτοπρόσωπη και ταυτόχρονη παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, για την εξ αποστάσεως εμπορία υπηρεσίας μεταξύ των μερών αυτών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1 του παρόντος. γ) Χρηματοοικονομική υπηρεσία είναι κάθε υπηρεσία τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσεως, ή σχετική με ατομικές συντάξεις ή με πληρωμές. δ) Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο συμβάσεων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, ενεργεί για σκοπούς εκτός του πεδίου της εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς του. ε) Φορέας ή προμηθευτής μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, του οποίου η εμπορική ή η επαγγελματική δραστηριότητα συνίσταται στη διάθεση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως στους προμηθευτές. στ) Σταθερό μέσο είναι κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή να αποθηκεύει πληροφορίες απευθυνόμενες προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική αναφορά επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες, και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών. 2. Πεδίο εφαρμογής Όσον αφορά τις συμβάσεις που αφορούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνουν μια αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας και ακολούθως διαδοχικές πράξεις ή σειρά διακριτών πράξεων της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται μόνο στην αρχική συμφωνία. Αν δεν υπάρχει αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας αλλά οι διαδοχικές ή διακριτές πράξεις της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, διενεργούνται μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μερών, οι παράγραφοι 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο κατά τη διενέργεια της πρώτης πράξης. Όταν όμως δεν έχει διενεργηθεί πράξη της ίδιας φύσης για διάστημα άνω του ενός έτους, η διενέργεια της επόμενης πράξης θεωρείται ως η πρώτη μιας νέας σειράς πράξεων και, συνεπώς, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3 και 4. 3. Πληροφόρηση του καταναλωτή πριν από τη σύναψη σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση α) Πριν από τη σύναψη σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται με τα μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, τηρουμένων των αρχών της καλής πίστης κατά τις εμπορικές συναλλαγές και των διατάξεων που διέπουν το κύρος των δικαιοπραξιών, για τα ακόλουθα στοιχεία, ο εμπορικός σκοπός των οποίων πρέπει να καθίσταται σαφής: i. Πληροφορίες που αφορούν τον προμηθευτή - την ταυτότητα και την κύρια δραστηριότητα του προμηθευτή, τη διεύθυνση στην οποία είναι εγκατεστημένος ο προμηθευτής, καθώς και κάθε άλλη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον προμηθευτή, - την ταυτότητα του αντιπροσώπου του προμηθευτή που είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον αντιπρόσωπο, όταν υπάρχει αντιπρόσωπος, - εάν οι επαγγελματικές επαφές του καταναλωτή έγιναν με άλλον επαγγελματία πλην του προμηθευτή, την ταυτότητα του εν λόγω επαγγελματία, την ιδιότητα με την οποία ενεργεί έναντι του καταναλωτή, και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία, - όταν ο προμηθευτής είναι καταχωρημένος σε εμπορικό ή αντίστοιχο δημόσιο μητρώο, το εμπορικό μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος ο προμηθευτής και τον αριθμό καταχώρησής του ή ισοδύναμο μέσο αναγνώρισης στο εν λόγω μητρώο, - όταν η δραστηριότητα του προμηθευτή υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, τα στοιχεία της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής. ii. Πληροφορίες που αφορούν τη χρηματοοικονομική υπηρεσία - περιγραφή των κυριοτέρων χαρακτηριστικών στοιχείων της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας, - το συνολικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής στον προμηθευτή για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων όλων των συναφών τελών, επιβαρύνσεων και δαπανών και όλων των φόρων που εισπράττονται μέσω του προμηθευτή, ή, εάν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές τίμημα, τη βάση υπολογισμού του, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να το ελέγξει ο καταναλωτής, - εφόσον συντρέχει περίπτωση, προειδοποίηση η οποία αναφέρει ότι η χρηματοοικονομική υπηρεσία συνδέεται με τίτλους που συνεπάγονται ειδικούς κινδύνους συνδεόμενους με τα ειδικά χαρακτηριστικά ή τις πράξεις που πρέπει να εκτελεστούν ή των οποίων η τιμή εξαρτάται από τις διακυμάνσεις στις κεφαλαιαγορές επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση, καθώς και ότι οι αποδόσεις του παρελθόντος δεν αποτελούν δείκτη για τις μελλοντικές αποδόσεις, - μνεία της ενδεχόμενης ύπαρξης άλλων φόρων ή/και δαπανών που δεν εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ούτε χρεώνονται από αυτόν, - τους τυχόν χρονικούς περιορισμούς της ισχύος των παρεχόμενων πληροφοριών, - τις ρυθμίσεις σχετικά με την πληρωμή και την εκτέλεση, - το τυχόν ειδικό επιπλέον κόστος που συνεπάγεται για τον καταναλωτή η χρήση των μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως, εάν αυτό το επιπλέον κόστος χρεώνεται. iii. Πληροφορίες που αφορούν τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση: - την ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 6 και, εάν υφίσταται το δικαίωμα αυτό, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 7, καθώς επίσης και τις συνέπειες της μη άσκησης αυτού του δικαιώματος, - την ελάχιστη διάρκεια της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, εάν πρόκειται για σύμβαση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε μόνιμη ή περιοδική βάση, - πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα που μπορεί να έχουν τα μέρη να προκαλέσουν την πρόωρη ή μονομερή λύση της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κυρώσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις αυτές από τη σύμβαση, - πρακτικές οδηγίες για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης και υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης, όπου να αναγράφεται, μεταξύ άλλων, η διεύθυνση στην οποία πρέπει να απευθύ
Ν2882 Άρθρο 21
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 78.1%
Ν2882 Άρθρο 21: Αίτηση απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης «1. Η αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δύναται να ασκηθεί και απευθείας, εφόσον δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου για προσωρινό προσδιορισμό αυτής ή δεν έχει εκδοθεί απόφαση που να την προσδιορίζει προσωρινώς. 2. Η αίτηση ασκείται και συζητείται κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. 3. Μέχρι την πρώτη συζήτηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, κάθε άλλος ενδιαφερόμενος δικαιούται να ζητήσει τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης από το αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή καταργείται n δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ως προς τα ακίνητα για τα οποία ζητήθηκε ο προσωρινός προσδιορισμός.»
ΑΚ Άρθρο 669
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.1%
ΑΚ Άρθρο 669: Λήξη της σύμβασης Η σύμβαση εργασίας παύει αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε. Σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της δεν ορίστηκε ούτε συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, λύνεται ύστερα από καταγγελία καθενός από τα μέρη. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο ή στη σύμβαση, η καταγγελία πρέπει να γίνει πριν από δεκαπέντε ημέρες και επιφέρει τη λύση μετά τη παρέλευση αυτής της προθεσμίας. Δεν μπορεί να συμφωνηθεί υπέρ του εργοδότη προθεσμία συντομότερη από τη νόμιμη.
ΠΔ34 Άρθρο 28
ΠΔ 34/1995 - Εμπορικές Μισθώσεις
Σχετικότητα: 78.0%
ΠΔ34 Άρθρο 28: Αποτελέσματα 1. Τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας κατά τα άρθρα 16 έως 17 και 23 παρ. 1 επέρχονται έξι (6) μήνες μετά από αυτήν. Ειδικά στην καταγγελία για ιδιόχρηση από κατιόντες του εκμισθωτή ή κυρίου και εφόσον δε συντρέχει στο πρόσωπό τους η κατά το άρθρο 17 περίπτ. α' προϋπόθεση της άσκησης επαγγέλματος επί τριάντα (30) μήνες, τα αποτελέσματα επέρχονται δεκαοκτώ (18) μήνες από αυτή. 2. Το δικαστήριο, με αίτηση του μισθωτή, μπορεί εκτιμώντας τις ειδικές συνθήκες κάθε περίπτωσης, να παρατείνει το χρόνο που θα επέλθουν τα αποτελέσματα της καταγγελίας μέχρι έξι (6) μήνες σε καθεμία περίπτωση. δ. Αποζημιώσεις - Επανεγκαταστάση
ΕΚ Άρθρο 53
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.7%
ΕΚ Άρθρο 53: Αστικές και διοικητικές κυρώσεις 1. Η παραβίαση της κατά το παρόν Κεφάλαιο απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φύλου γεννά, εκτός των άλλων, και αξίωση προς πλήρη αποζημίωση του θύματος, η οποία καλύπτει τη θετική και την αποθετική ζημία, καθώς και την ηθική βλάβη. 2. Η παραβίαση της κατά το παρόν Κεφάλαιο απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φύλου από πρόσωπο που ενεργεί ως εργοδότης ή από τον ασκούντα το διευθυντικό δικαίωμα ή εκπρόσωπο ή προστηθέντα υπ’ αυτών, κατά τη σύναψη ή άρνηση σύναψης εργασιακής σχέσης ή κατά τη διάρκεια, λειτουργία, εξέλιξη ή λύση αυτής, συνιστά παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας και κατά την έννοια του άρθρου 572, για την οποία επιβάλλονται οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με τα κριτήρια της παρ. 2 αυτού.
Ν2251 Άρθρο 9Ζ
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 77.7%
Ν2251 Άρθρο 9Ζ: Επιθετικές εμπορικές πρακτικές 1. Μια εμπορική πρακτική θεωρείται επιθετική εάν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, χρησιμοποιεί παρενόχληση, καταναγκασμό, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης σωματικής βίας, ή κατάχρηση επιρροής και, ως εκ τούτου, παρεμποδίζει ή ενδέχεται να παρεμποδίσει σημαντικά την ελευθερία επιλογής ή συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή ως προς το προϊόν, με αποτέλεσμα να τον οδηγεί ή να είναι πιθανόν να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα ελάμβανε. 2. Για να κριθεί εάν μια εμπορική πρακτική κάνει χρήση παρενόχλησης, καταναγκασμού, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας, ή κατάχρησης επιρροής, λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της και ιδίως: α) η χρονική στιγμή, ο τόπος, η φύση ή η επιμονή, β) η χρήση απειλητικών ή προσβλητικών εκφράσεων ή συμπεριφοράς, γ) η εκμετάλλευση, από τον προμηθευτή, κάθε συγκεκριμένης ατυχίας ή περίστασης, την οποία γνωρίζει και η οποία είναι τόσο σοβαρή, ώστε να διαταράσσει την κρίση του καταναλωτή, προκειμένου να επηρεάσει την απόφασή του όσον αφορά το προϊόν, δ) κάθε επαχθές ή δυσανάλογο μη συμβατικό εμπόδιο που επιβάλλει ο προμηθευτής σε περίπτωση που ο καταναλωτής επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματά του στο πλαίσιο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων λύσης της σύμβασης ή μετάβασης σε άλλο προϊόν ή σε άλλον προμηθευτή, ε) κάθε απειλή για λήψη μέτρου που δεν μπορεί να ληφθεί νομίμως. Το παρόν άρθρο προστίθεται σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου 3587/2007.
Ν3852 Άρθρο 232
Ν. 3852/2010 - Καλλικράτης
Σχετικότητα: 77.7%
Ν3852 Άρθρο 232: Αστική ευθύνη 1. Οι περιφερειάρχες, οι αντιπεριφερειάρχες, οι περιφερειακοί σύμβουλοι, οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και τα μέλη συμβουλίων κοινότητας, καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων που διοικούν τα νομικά πρόσωπα των Ο.Τ.Α., καθώς και τους συνδέσμους αυτών είτε είναι αιρετοί των οικείων Ο.Τ.Α. είτε όχι, οφείλουν να αποζημιώσουν το δήμο, την περιφέρεια, το νομικό πρόσωπο ή το σύνδεσμο, 9010 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ για κάθε θετική ζημία, που προξένησαν σε βάρος της περιουσίας τους από δόλο ή βαριά αμέλεια. Οι ανωτέρω δεν υπέχουν ευθύνη αποζημίωσης έναντι τρίτων. 2. Η ζημία καταλογίζεται στα πρόσωπα αυτά με αιτιολογημένη πράξη τριμελούς ελεγκτικής επιτροπής, που συγκροτείται στην έδρα κάθε ΑΥΕ Ο.Τ.Α. με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών και αποτελείται από: α. Τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή όπου δεν υπηρετεί Επίτροπος, από έναν ανώτερο υπάλληλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. β. Τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων, με αναπληρωτή του έναν Προϊστάμενο Διεύθυνσης της εν λόγω Γενικής Διεύθυνσης. γ. Όταν αφορά δήμους ή φορείς τους, έναν εκπρόσωπο της οικείας Περιφερειακής Ένωσης Δήμων με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής και, όταν αφορά περιφέρειες ή φορείς τους, έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Περιφερειών και τον αναπληρωτή του, που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού της ΑΥΕ Ο.Τ.Α. που υποδεικνύεται από τον Επόπτη Ο.Τ.Α.. 3. Η επιτροπή εξετάζει τις υποθέσεις ύστερα από αίτηση του δήμου ή της περιφέρειας ή του νομικού προσώπου ή του συνδέσμου ή με αίτημα του οικείου Επόπτη Ο.Τ.Α. ή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε δημότη και αποφασίζει μέσα σε εύλογο διάστημα, αφού διενεργήσει έρευνα και καλέσει τα πρόσωπα που θεωρούνται υπεύθυνα για την πρόκληση της ζημίας προς παροχή εξηγήσεων. 4. Κατά των πράξεων της επιτροπής επιτρέπεται προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα της οικείας ΑΥΕ Ο.Τ.Α. από τον Επόπτη Ο.Τ.Α. και από το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έγινε ο καταλογισμός, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού σ’ αυτούς. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης της επιτροπής. 5. Κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. 6. Εάν επιβληθεί καταλογισμός στο πλαίσιο δημοσιονομικού ελέγχου σε ένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αποκλείεται η αστική ευθύνη έναντι του οικείου Ο.Τ.Α. για τυχόν προκληθείσα ζημία, εφόσον πρόκειται για την ίδια ιστορική αιτία. Σε περίπτωση επιγενόμενου καταλογισμού στο πλαίσιο δημοσιονομικού ελέγχου, μετά από ανόρθωση της ζημίας από τον υπαίτιο κατά τη διαδικασία του παρόντος, συμψηφίζεται το ήδη καταβληθέν ποσό με το καταλογιζόμενο εφόσον πρόκειται για την ίδια ιστορική αιτία.
Ν2882 Άρθρο 18
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 77.6%
Ν2882 Άρθρο 18: Διαδικασία προσδιορισμού αποζημίωσης 1. Η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου, καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος όρθρου και των αμέσως επομένων 19 έως 20. Τα άρθρα 1 έως 590 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και στην ειδική αυτή διαδικασία, εκτός αν αντιβαίνουν στις διατάξεις του παρόντος νόμου . 2. Η διαδικασία προσδιορισμού της αποζημίωσης διεξάγεται ατελώς. Δικόγραφα, εκθέσεις, δικαστικές αποφάσεις και αντίγραφα αυτών χορηγούμενα στους διαδίκους, καθώς και σχετικές με τη διαδικασία επιδόσεις, κλήσεις, αιτήσεις και βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά συντάσσονται ατελώς. 3. Οι διάδικοι παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δύναται να δοθεί και προφορικώς επ' ακροατηρίου ή με έγγραφο που φέρει βεβαίωση δημόσιας αρχής ή αρχής Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού για τη γνησιότητα της υπογραφής του δηλούντος. 4. «Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.» Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. «Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.» «Η απόφαση του μονομελούς εφετείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 20.» Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. 5. Διακοπή της δίκης δεν επιτρέπεται, μη εφαρμοζομένων των όρθρων 286 έως 292 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 6. Αίτημα για τον προσδιορισμό της κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι απαράδεκτο αν ο ιδιοκτήτης δεν έχει υποβάλλει την κατά το άρθρο 15 παράγραφος 2 αίτηση. « Η αίτηση για την ιδιαίτερη αποζημίωση υποβάλλεται στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία ή στην αρμόδια για την εκτέλεση του έργου υπηρεσία, εφόσον η προεκτίμηση διενεργείται ή διενεργήθηκε από ανεξάρτητο Εκτιμητή, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν την εκδίκαση του αιτήματος από το αρμόδιο για τον καθορισμό της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης δικαστήριο. Με την αίτηση, συνυποβάλλονται υποχρεωτικά α) απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, επί του οποίου εμφαίνεται το απομένον εδαφικό τμήμα του ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση και επισημειωματική δήλωση, ύστερα από έλεγχο των τίτλων του ακινήτου, την οποία υπογράφει διπλωματούχος μηχανικός, ο οποίος βεβαιώνει περί της πολεοδομικής κατάστασης του ακινήτου, των ισχυόντων όρων δόμησης, της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του ακινήτου, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, με ρητή αναφορά περί της τυχόν ισχύουσας παρέκκλισης, β) πλήρεις τίτλοι ιδιοκτησίας και σε περίπτωση έκτακτης χρησικτησίας κάθε δημόσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το ακριβές εμβαδό και η θέση του ακινήτου. Αν δεν συνυποβληθούν τα παραπάνω στοιχεία, η αρμόδια Υπηρεσία εκδίδει σχετική βεβαίωση και το δικαστήριο ελέγχει, στην περίπτωση αυτή, κατά τη συζήτηση του αιτήματος επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, τα στοιχεία που επικαλείται ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, για την απόδειξη της μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων, όπως, ιδίως, του εμβαδού και των λοιπών προσδιοριστικών στοιχείων τους και του όγκου των κτισμάτων.»
ΑΚ Άρθρο 577
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.6%
ΑΚ Άρθρο 577: Αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για τη μείωση ή τη μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Το ίδιο ισχύει και αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης.
Ν4072 Άρθρο 74
Ν. 4072/2012 - ΙΚΕ, ΟΕ, ΕΕ
Σχετικότητα: 77.4%
Ν4072 Άρθρο 74: Ελαττωματικές αποφάσεις των εταίρων Απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό ή κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Η ακύρωση μπορεί να ζητείται από το διαχειριστή, καθώς και από κάθε εταίρο που δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, με αίτηση που υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την καταχώριση της στο βιβλίο πρακτικών. 0 αιτών μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο το διορισμό ειδικού εκπροσώπου της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης. Η τελεσίδικη απόφαση περί ακυρότητας ισχύει έναντι πάντων. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση της συνέλευσης καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., καταχωρίζεται και η δικαστική απόφαση που την ακυρώνει. Απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που είναι αντίθετη στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρη. Η ακυρότητα αναγνωρίζεται από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται από κάθε πρόσωπο το οποίο έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο πρακτικών. Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. Απόφαση που αποτυπώνεται σε έγγραφο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 73 ή που είναι αντίθετη στο νόμο ή το καταστατικό, είναι άκυρη. Τα δύο τελευταία εδάφια της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως.
ΠΔ237 Άρθρο 37Α
Π.Δ. 237/1986 - Υποχρεωτική Ασφάλιση Αυτοκινήτων
Σχετικότητα: 77.0%
ΠΔ237 Άρθρο 37Α: µε το οποίο προστίθεται 1. Ο αντιπρόσωπος για τον διακανονισµό ζηµιών, τον οποίο έχουν υποχρέωση να διορίσουν στην Ελλάδα κατ’ εφαρµογή του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/26/ΕΚ οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκατεστηµένες σε κράτος µέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. που ασκούν στον τόπο εγκατάστασής τους τον κλάδο ασφάλισης 10 αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήµατα», εκτός της ευθύνης του µεταφορέα, έχει τα ακόλουθα προσόντα και προϋποθέσεις : Πρέπει να είναι γνώστης της Ελληνικής γλώσσας, να έχει διαµονή ή εγκατάσταση στην Ελλάδα, να διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση που τον διορίζει και να ικανοποιεί ολοσχερώς τις αξιώσεις ζηµιωθέντων µε µόνιµη κατοικία την Ελλάδα, προερχόµενες από ατυχήµατα προκαλούµενα από οχήµατα ασφαλισµένα σε αυτήν. 2. Οι υποχρεώσεις του ανωτέρω αντιπροσώπου είναι να συγκεντρώνει, όσον αφορά τις σχετικές αξιώσεις, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον διακανονισµό των ζηµιών και να λαµβάνει τα αναγκαία µέτρα για την διαπραγµάτευση του διακανονισµού των ζηµιών. Να διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζηµιές και θα µπορούσαν να προβάλλουν αξίωση αποζηµίωσης συµπεριλαµβανοµένης και της ικανοποίησης αυτών των αξιώσεων και για να την αντιπροσωπεύει ή εφ΄ όσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευσή της ενώπιον των διοικητικών αρχών σχετικά µε τις αξιώσεις αυτές. Επίσης να προβαίνει στις ενέργειες όπως καθορίζονται στο άρθρο 9α του παρόντος. 3. Ο υποχρεωτικός διορισµός αντιπροσώπου για τον διακανονισµό ζηµιών σε καµιά περίπτωση δεν περιορίζει τον ζηµιωθέντα ή την ασφαλιστική του επιχείρηση να στρέφονται απ’ ευθείας κατά του υπαιτίου του ατυχήµατος ή της ασφαλιστικής του επιχείρησης. 4. Σε περίπτωση που ο αντιπρόσωπος ζηµιών δεν συµµορφώνεται µε τις διατάξεις της οδηγίας 2000/26 προκειµένου να εξυπηρετήσει τον ζηµιωθέντα, η Εποπτική αρχή οφείλει να ενηµερώνει την αντίστοιχη Εποπτική Αρχή ασφαλειών όπου είναι εγκατεστηµένη η ασφαλιστική επιχείρηση, προκειµένου να ληφθούν τα ενδεδειγµένα µέτρα.
ΠΔ34 Άρθρο 33
ΠΔ 34/1995 - Εμπορικές Μισθώσεις
Σχετικότητα: 77.0%
ΠΔ34 Άρθρο 33: Περαιτέρω αποζημίωση - Επανεγκατάσταση 1. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει και την αποκατάσταση κάθε περαιτέρω αποδεικνυόμενης ζημίας του. Το δικαστήριο, με αίτηση του μισθωτή, διατάζει και την επανεγκατάστασή του στο μίσθιο με τους όρους της μίσθωσης που καταγγέλθηκε. Σε περίπτωση επανεγκατάστασης, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να προσλάβει συνέταιρο. 2. Η απόφαση κατά του εκμισθωτή για παράδοση της χρήσης του μισθίου εκτελείται και κατά του παραχωρησιούχου της χρήσης. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 23 ν. 813/1978 εφαρμόζονται ανάλογα και εδώ.
ΕΚ Άρθρο 249
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.9%
ΕΚ Άρθρο 249: Απαγόρευση διακρίσεων 1. Απαγορεύεται κάθε δυσμενής ή λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση εργαζομένων, επειδή ζήτησαν ή έλαβαν άδεια ή ευέλικτη ρύθμιση ή επειδή άσκησαν τα δικαιώματα που προβλέπονται από το παρόν Κεφάλαιο. 2. Απαγορεύεται κάθε δυσμενής ή λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, από τον εργοδότη, καθώς και κάθε δυσμενής σε βάρος τους συνέπεια, επειδή υπέβαλαν καταγγελία εντός της επιχείρησης ή κίνησαν νομική διαδικασία, με σκοπό να επιβληθεί η συμμόρφωση με τα δικαιώματα που προβλέπονται στο παρόν Κεφάλαιο.
ΑΚ Άρθρο 585
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.7%
ΑΚ Άρθρο 585: Καταγγελία για μη παραχώρηση της χρήσης Σε κάθε περίπτωση που δεν παραχωρήθηκε εγκαίρως στο μισθωτή, ολικά ή μερικά, ανεμπόδιστη η συμφωνημένη χρήση ή που του αφαιρέθηκε αργότερα η χρήση που του παραχωρήθηκε, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να τάξει στον εκμισθωτή εύλογη προθεσμία για να αποκαταστήσει τη χρήση και, αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, να καταγγείλει τη μίσθωση. Ο μισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει και χωρίς προθεσμία, αν εξαιτίας του λόγου που δικαιολογεί την καταγγελία, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης.
ΕΚ Άρθρο 338
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.6%
ΕΚ Άρθρο 338: Υπολογισμός αποζημίωσης 1. Ο υπολογισμός της αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Κατά τον υπολογισμό αυτό δεν λαμβάνονται υπόψη οι μηνιαίες αποδοχές του εργαζόμενου, κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμό τριάντα (30). 2. Η αποζημίωση των εργαζομένων που αμείβονται με ποσοστά κατ’ αποκοπή ή κατά μονάδα παραγόμενης εργασίας υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο των αποδοχών αυτών των τελευταίων δύο μηνών πριν από την καταγγελία της σχέσης εργασίας. Πάντως, το ποσό αυτής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από εκείνο που προκύπτει με βάση τη μισθολογική κλάση στην οποία κατατάσσεται ο εργαζόμενος σύμφωνα με το άρθρο 25 του α.ν. 1846/1951 (Α ’ 179). 3. Ως μηνιαίος μισθός του εργατοτεχνίτη λογίζονται τα είκοσι δύο (22) ημερομίσθια, εκτός εάν ήδη αμείβεται με μηνιαίο μισθό.
ΑΚ Άρθρο 178
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.6%
ΑΚ Άρθρο 178: Δικαιοπραξία αντίθετη προς τα χρηστά ήθη Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη.
ΠΔ34 Άρθρο 29
ΠΔ 34/1995 - Εμπορικές Μισθώσεις
Σχετικότητα: 76.5%
ΠΔ34 Άρθρο 29: Βασική αποζημίωση 1. Στην καταγγελία της μίσθωσης για το λόγο των άρθρων 16 έως 17, ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή ως αποζημίωση το κατά το χρόνο της καταγγελίας καταβαλλόμενο μίσθωμα οκτώ (8) μηνών και στην καταγγελία της μίσθωσης για το λόγο του άρθρου 23 παράγραφος 1 το κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα έξι (6) μηνών. 2. Με αίτηση του μισθωτή το δικαστήριο μπορεί να αυξήσει το ποσό της αποζημίωσης, στην καταγγελία για ιδιόχρηση μέχρι δεκαπέντε (15) μηνιαία μισθώματα και στην καταγγελία για ανοικοδόμηση μέχρι εννέα (9) μηνιαία μισθώματα. Η προηγούμενη αύξηση γίνεται, αφού το δικαστήριο εκτιμήσει τις ειδικές συνθήκες και ιδίως τις δαπάνες για τη μεταστέγαση του μισθωτή, το χρόνο που λειτουργεί η επιχείρηση στο μίσθιο, τις τυχόν οφειλόμενες από το μισθωτή αποζημιώσεις στο προσωπικό του από την καταγγελία της εργασιακής σχέσης, καθώς και τον υπολειπόμενο χρόνο που αυτός είχε το δικαίωμα να παραμείνει στο μίσθιο. 3. Στην καταγγελία για ιδιόχρηση με τους όρους του άρθρου 17 περίπτ. β' οι καταβαλλόμενες αποζημιώσεις κατά το παρόν άρθρο περιορίζονται στο μισό. 4. Σε περίπτωση που το μίσθιο είναι υπομισθωμένο, δικαιούχος της αποζημιώσης είναι σε κάθε περίπτωση ο μισθωτής - υπεκμισθωτής. 5. Ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να καταβάλει τις αποζημιώσεις του παρόντος άρθρου σε κάθε περίπτωση πριν από την απόδοση του μισθίου, αλλιώς ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την απόδοση.
Ν4412 Άρθρο 190
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 76.3%
Ν4412 Άρθρο 190: Αποζημίωση του αναδόχου λόγω υπερημερίας του εργοδότη χωρίς λύση της σύμβασης 1. Αν ο εργοδότης περιέλθει σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών ή νόμιμων υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για τις θετικές ζημίες, που υφίσταται και για το χρονικό διάστημα μετά από την υποβολή έγγραφης όχλησης, έως την άρση της υπερημερίας, η οποία δεν δύναται να υπερβεί τους έξι (6) μήνες κατ’ ανώτατο όριο. Η όχληση υποβάλλεται στη διευθύνουσα υπηρεσία και προσδιορίζει τις πράξεις ή παραλείψεις του εργοδότη ή των οργάνων του, που συνιστούν την αιτία της υπερημερίας, την αιτία της ζημίας και, στο μέτρο του δυνατού, την κατά προσέγγιση εκτίμηση της ζημίας, ανά ημέρα υπερημερίας. 2. Μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την υποβολή της όχλησης, ο επιβλέπων υποβάλλει στη διευθύνουσα υπηρεσία εισήγηση, με την οποία διαπιστώνει αν υφίσταται υπερημερία, καθώς και τα αίτιά της και το ύψος των ζημιών του αναδόχου για κάθε ημέρα κατά προσέγγιση. Ο προϊστάμενος της διευθύνουσας υπηρεσίας εκδίδει εντός δέκα (10) ημερών, απόφαση με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει το αίτημα του αναδόχου. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η ένσταση του άρθρου 198, περί διοικητικής και δικαστικής επίλυσης διαφορών. 3. Μετά τη λήξη της υπερημερίας του εργοδότη, ο ανάδοχος υποβάλλει αίτηση για την αναγνώριση της ζημίας του, προσδιορίζοντας επακριβώς το ποσό αυτής. Επί της αίτησης αποφασίζει, μετά από εισήγηση της διευθύνουσας υπηρεσίας, η Προϊσταμένη Αρχή.
ΕΚ Άρθρο 350
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.2%
ΕΚ Άρθρο 350: Προστασία από τις απολύσεις 1. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) Οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση: γα) που οφείλεται σε διάκριση για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 16 ως αντίμετρο σε καταγγελία ή αίτημα παροχής έννομης προστασίας, για τη διασφάλιση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 25, γβ) που οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 66, γγ) των εγκύων και τεκουσών γυναικών, όπως και του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 291, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, γδ) ως αντίδραση στο αίτημα ή τη λήψη οποιασδήποτε άδειας που προβλέπεται στα άρθρα 227 έως 253 σύμφωνα με το άρθρο 250, ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 234, γε) κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 226, γστ) των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με το Τμήμα ΙΙ του Μέρους Γ ’ του Πρώτου Βιβλίου, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 92, γζ) των στρατευμένων, σύμφωνα με το άρθρο 320, γη) των μετεκπαιδευομένων εργαζομένων σε τουριστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 1077/1980 (Α’ 225), γθ) που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 357, γι) των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 381, καθώς και των μελών των συμβουλίων εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 433, όπως και των μελών της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και των εκπροσώπων των εργαζομένων που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση της παρ. 3 του άρθρου 458, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 466, κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 381, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, για) που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 381, γιβ) λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 113, γιγ) των εργαζομένων που αρνούνται τη διευθέτηση που έχει συμφωνηθεί συλλογικά και η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 και την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 202, καθώς και των εργαζομένων που δεν συναίνεσαν σε διευθέτηση του χρόνου εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 202, αν και τους ζητήθηκε από τον εργοδότη, γιδ) των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα αποσύνδεσης της παρ. 10 του άρθρου 130. 2. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημέ νης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη απαγορεύεται και είναι άκυρη καθώς και οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο μέτρο που χρησιμοποιείται αντί καταγγελίας απαγορεύεται και είναι άκυρο, εφόσον γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομέ νου, που προκύπτει από τα άρθρα 2, 70 έως 80, 190 και 189. Οι εργαζόμενοι που θεωρούν ό τι η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδό τη γίνεται για τον λ ό γο αυτό ν δύνανται να αιτηθούν τη γνωστοποίηση των λ ό γων της απόλυσης από τον εργοδότη τους. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης υποχρεούται να απαντήσει εγγράφως και τεκμηριωμέ να. 3. Αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους των παρ. 1 και 2, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. 4. Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους των παρ. 1 και 2, το δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη. 5. Ο εργαζόμενος που επικαλείται ελάττωμα της καταγγελίας κατά τις παρ. 1 και 2 δικαιούται να ζητήσει, αντί για την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των συνεπειών της ακυρότητας, την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης της παρ. 4. 6. Σε αγωγή που περιέχει αίτημα για πρόσθετη αποζημίωση της παρ. 4 κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος της παρ . 5, δεν μπορεί να σωρεύεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, εφόσον τα δύο αιτήματα στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική βάση. Σώρευση των δύο αιτημάτων κατά παράβαση του προηγούμενου εδαφίου, ακόμη και επικουρική, οδηγεί στην απόρριψη αμφοτέρων ως απαράδεκτων.
Ν2251 Άρθρο 13Α
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 76.2%
Ν2251 Άρθρο 13Α: Κυρώσεις 1. Οι καταγγελίες των καταναλωτών εναντίον προμηθευτή, πωλητή, παραγωγού ή διανομέα που υποβάλλονται στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, κοινοποιούνται, με απόδειξη παραλαβής, στον προμηθευτή, πωλητή, παραγωγό ή διανομέα με πρόσκληση για απάντηση, με κάθε πρόσφορο τρόπο, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης δια του ταχυδρομείου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ο προμηθευτής, πωλητής, παραγωγός ή διανομέας υποχρεούται να απαντά εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο, στις καταγγελίες μέσα στην προθεσμία που τάσσεται από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, η οποία αρχίζει από την επίδοση της σχετικής πρόσκλησης. 2. Με την επιφύλαξη του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2021, Α΄ 95) και του ν. 4177/2013 (Α΄ 173), περί κανόνων ρύθμισης της αγοράς προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, σε βάρος των προμηθευτών, πωλητών, παραγωγών ή διανομέων που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου επιβάλλεται, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, κατόπιν καταγγελίας ή και αυτεπαγγέλτως, μια ή περισσότερες από τις παρακάτω κυρώσεις: α) σύσταση για συμμόρφωση εντός οριζόμενης προθεσμίας, άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον ή, αν ο προμηθευτής, πωλητής, παραγωγός ή διανομέας έχει ήδη συμμορφωθεί πριν από τη σύσταση, σύσταση παράλειψης της προσβολής στο μέλλον, β) πρόστιμο ύψους από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ. Αν εντός της τελευταίας πενταετίας πριν από την έκδοση της απόφασης επιβολής προστίμου έχουν εκδοθεί σε βάρος του ίδιου προμηθευτή, πωλητή, παραγωγού ή διανομέα περισσότερες από μία (1) αποφάσεις επιβολής προστίμου, για παραβάσεις είτε του παρόντος νόμου είτε άλλων νόμων που παραπέμπουν για την επιβολή κυρώσεων στο παρόν άρθρο, το ανώτατο ύψος του προστίμου ορίζεται σε τρία εκατομμύρια ευρώ (3.000.000) ευρώ. 2α. Για την επιβολή κυρώσεων, λαμβάνεται υπόψη κατά περίπτωση κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που προκύπτει από τις περιστάσεις της υπόθεσης και ιδίως: α) η φύση, η βαρύτητα, η έκταση και η διάρκεια της παράβασης, β) ενέργειες του πωλητή, προμηθευτή, παραγωγού ή διανομέα με σκοπό τον μετριασμό ή την επανόρθωση της ζημίας που υπέστησαν οι καταναλωτές, γ) προηγούμενες παραβάσεις του πωλητή, προμηθευτή, παραγωγού ή διανομέα, δ) τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή τις ζημίες που απέφυγε ο πωλητής, προμηθευτής, παραγωγός ή διανομέας λόγω της παράβασης, εφόσον τα σχετικά στοιχεία είναι διαθέσιμα, και ε) οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον πωλητή, προμηθευτή, παραγωγό ή διανομέα για την ίδια παράβαση σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε διασυνοριακές υποθέσεις, όπου οι πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις είναι διαθέσιμες μέσω του μηχανισμού που θεσπίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 345). 2β. Όταν πρόκειται να επιβληθούν κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394, περί εκτεταμένων παραβάσεων ή εκτεταμένων παραβάσεων με ενωσιακή διάσταση, το μέγιστο ύψος του προστίμου είναι τουλάχιστον ίσο με το τέσσερα τοις εκατό (4%) του ετήσιου κύκλου εργασιών του πωλητή, προμηθευτή, παραγωγού ή διανομέα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Εφόσον δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τον ετήσιο κύκλο εργασιών του πωλητή, προμηθευτή, παραγωγού ή διανομέα, το μέγιστο ύψος του προστίμου είναι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ. 3. Σε βάρος του προμηθευτή, πωλητή, παραγωγού ή διανομέα, ο οποίος δεν απαντά σε καταγγελίες καταναλωτών σύμφωνα με την παρ. 1 ή δεν χορηγεί τα αιτούμενα έγγραφα, το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, μπορεί να προβεί σε: α) σύσταση για συμμόρφωση εντός οριζόμενης προθεσμίας, άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον ή, αν ο προμηθευτής, πωλητής, παραγωγός ή διανομέας έχει ήδη συμμορφωθεί πριν από τη σύσταση, σύσταση παράλειψης της προσβολής στο μέλλον με προειδοποίηση επιβολής προστίμου, β) επιβολή προστίμου από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. 4. Τα ποσά των προστίμων που επιβάλλονται κατά τις παρ. 2 και 3 εισπράττονται σύμφωνα με το ν.δ. 356/1974 (Α΄90), περί Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. 5. Περίληψη των αποφάσεων, με τις οποίες επιβάλλεται το πρόστιμο των προηγούμενων παραγράφων, δημοσιεύεται με κάθε πρόσφορο μέσο και αναρτάται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, εφόσον το ύψος του προστίμου είναι μεγαλύτερο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ και ανεξαρτήτως του ύψους του προστίμου σε περίπτωση υποτροπής. Η περίληψη περιλαμβάνει ιδίως την επωνυμία ή το ονοματεπώνυμο του παραβάτη, την έδρα, περιγραφή της παράβασης και το επιβληθέν πρόστιμο. 6. Αν οι παραβάσεις του παρόντος διαπράττονται από: α) πιστωτικά ιδρύματα ή ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις και οργανισμούς του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή β) εταιρείες παροχής επενδυ- τικών υπηρεσιών, που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο επιβάλλονται μετά από γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση. Η γνώμη αυτή παρέχεται μετά από σχετική αίτηση του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την υποβολή της αίτησης. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του δευτέρου εδαφίου της παρούσας, οι διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται χωρίς την ανωτέρω γνώμη. 7. Αν το αγαθό της περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 9δ είναι τρόφιμο, με την έννοια του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων, αρμόδια αρχή για την επιβολή των κυρώσεων του άρθρου 9θ και του παρόντος άρθρου είναι ο Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων (Ε.Φ.Ε.Τ.).».
ΑΚ Άρθρο 361
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.0%
ΑΚ Άρθρο 361: Ενοχή από σύμβαση Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
ΑΚ Άρθρο 601
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 75.9%
ΑΚ Άρθρο 601: Ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.
ΚΠολΔ Άρθρο 677
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 75.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 677: Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 678 έως 681 δικάζονται: 1) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, συμβολαιογράφων, νόμιμα διορισμένων δικολάβων, άμισθων δικαστικών επιμελητών, γιατρών, οδοντογιατρών, κτηνιάτρων, διπλωματούχων μαιών, μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών, νόμιμα διορισμένων μεσιτών ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και των πελατών τους ή των καθολικών διαδόχων τους, όπως και αν χαρακτηρίζεται η μεταξύ τους σχέση και ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής ή τον τρόπο της καταβολής της, 2) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα εκτελεστών διαθηκών, διαχειριστών σε ιδιοκτησίες κατ' ορόφους ή διαχειριστών που διορίζονται από δικαστική αρχή, εκκαθαριστών εταιριών ή νομικών προσώπων ή κληρονομιών ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και των προσώπων που έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν ή των καθολικών διαδόχων τους, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής, ή τον τρόπο της καταβολής της, 3) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου ή διαιτητών, όπως και των πραγματογνωμόνων, διαιτητών πραγματογνωμόνων, εκτιμητών, διερμηνέων, μεσεγγυούχων και φυλάκων, όπως και αν διορίστηκαν ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και των προσώπων που έχουν την υποχρέωση καταβολής ή των καθολικών διαδόχων τους.
Ν4640 Άρθρο 31
Ν. 4640/2019 - Διαμεσολάβηση
Σχετικότητα: 75.5%
Ν4640 Άρθρο 31: Νομική βοήθεια Οι διατάξεις του ν. 3226/2004 (Α΄ 24) για την παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος εφαρμόζονται αναλογικά για τους διαμεσολαβητές και τους νομικούς παραστάτες του άρθρου 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζονται η διαδικασία καταβολής, οι προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης των προσώπων αυτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα που αφορά την εφαρμογή του παρόντος. Με όμοια απόφαση καθορίζεται και η αποζημίωση των προσώπων της παρούσας, που έχουν ήδη διορισθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος και πριν από τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης περί δημιουργίας Μητρώου Διαμεσολαβητών Νομικής Βοήθειας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 29.
ΕΚ Άρθρο 252
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.9%
ΕΚ Άρθρο 252: Κυρώσεις 1. Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 227 έως 251 και 253 επιβάλλονται οι διοικητικές και ποινικές κυρώσεις των άρθρων 572 και 576. 2. H παραβίαση της, κατά τα άρθρα 227 έως 253, αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων γεννά αξίωση προς αποζημίωση του ζημιωθέντος, η οποία καλύπτει τη θετική και την αποθετική ζημία, καθώς και την ηθική βλάβη. 3. Για κάθε παράβαση των άρθρων 227 έως 235 στον δημόσιο τομέα, τα νπδδ, τους Ο.Τ.Α. και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως οριοθετείται από το άρθρο 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), επιβάλλονται πειθαρχικές και διοικητικές κυρώσεις, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 4. Η μη χορήγηση από τον εργοδότη της αιτούμενης από τον εργαζόμενο βεβαίωσης των στοιχείων της εργασιακής σχέσης ή των διαστημάτων των αδειών του παρόντος Κεφαλαίου που του χορηγήθηκαν συνιστά παράβαση της εργατικής νομοθεσίας.
ΕΚ Άρθρο 333
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.7%
ΕΚ Άρθρο 333: Αποζημίωση καταγγελίας χωρίς προειδοποίηση από τον εργοδότη 1. Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο εργαζόμενο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου, ως εξής: ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΕΡΓ ΑΖΟΜΕΝΩΝ Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη Ποσό αποζημίωσης 1 έτος συμπληρωμένο έως 4 έτη 2 μηνών αποζημίωση 4 έτη συμπληρωμένα έως 6 έτη 3 μηνών αποζημίωση 6 έτη συμπληρωμένα έως 8 έτη 4 μηνών αποζημίωση 8 έτη συμπληρωμένα έως 10 έτη 5 μηνών αποζημίωση 10 έτη συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση 11 έτη συμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση 12 έτη συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση 13 έτη συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση 14 έτη συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση 15 έτη συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση 16 έτη συμπληρωμένα και άνω 12 μηνών αποζημίωση Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 338 εξακολουθεί να ισχύει. 2. Ως τακτικές αποδοχές του εργαζομένου θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον δίδεται αντί μισθού, όπως παροχές σε είδος, προμήθειες κ.λπ. . Ποσοστά επί κερδών ή εισπράξεων ή συμμετοχή άλλης φύσης στην επιχείρηση, εφόσον χορηγούνται ανεξάρτητα από την κανονική αμοιβή της εργασίας, δεν θεωρούνται τακτικές αποδοχές, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή έθιμο. 3. Για εργαζομένους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στις 12 Νοεμβρίου 2012 στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των δεκαεπτά (17) ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης, οποτεδήποτε κι αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία: Για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 1 μηνός αποζημίωση Για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 2 μηνών αποζημίωση Για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 3 μηνών αποζημίωση Για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 4 μηνών αποζημίωση Για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 5 μηνών αποζημίωση Για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση Για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση Για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση Για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση Για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση Για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση Για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω 12 μηνών αποζημίωση Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: i) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο εργαζόμενος στις 12 Νοεμβρίου 2012 ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του, και ii) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 335, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 338. 4. Από τις 12 Νοεμβρίου 2012 οποιαδήποτε διάταξη ευνοϊκότερη των παρ. 1 και 3 προσαρμόζεται στα προβλεπόμενα από αυτές όρια.
ΕΚ Άρθρο 335
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.7%
ΕΚ Άρθρο 335: Αποζημίωση σε ειδικές περιπτώσεις 1. Εργαζόμενοι με αορίστου χρόνου σχέση εργασίας, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 344, ή το όριο ηλικίας που προβλέπεται από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, και αν δεν υπάρχει τέτοιο το εξηκοστό πέμπτο (65ο) έτος της ηλικίας τους, αν αποχωρήσουν από την εργασία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της αποζημίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 333 για την περίπτωση της καταγγελίας χωρίς προειδοποίηση, η οποία υπολογίζεται με βάση τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 338. 2. Εργαζόμενοι που υπάγονται στην ασφάλιση για χορήγηση σύνταξης οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, δύνανται είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία τους από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση το 40% -και όσοι δεν είναι επικουρικά ασφαλισμένοι, το 50%- της αποζημίωσης που δικαιούνται με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς προειδοποίηση από τον εργοδότη. Για την αποζημίωση που χορηγείται κατά τα ανωτέρω στους εργαζομένους που αποχωρούν ή απομακρύνονται εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα όσα ορίζονται από τις διατάξεις του Τμήματος αυτού. Τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. 3. Σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης ο εργαζόμενος λαμβάνει την προβλεπόμενη στο Κεφάλαιο αυτό πλήρη αποζημίωση κατατασσόμενος μεταξύ των προνομιακών δανειστών των άρθρων 975 επ. ΚΠολΔ και σύμφωνα με τη σειρά των άρθρων αυτών. Κατά τον ίδιο τρόπο ικανοποιείται και η υφιστάμενη απαίτηση για αποζημίωση σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εργοδότη. Εργαζόμενος απολυόμενος εξαιτίας διακοπής της εργασίας λόγω πυρκαγιάς ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας, για τον οποίο κίνδυνο έχει ασφαλιστεί ο εργοδότης, δικαιούται τα 2/3 της αποζημίωσης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 333.
ΠΔ18 Άρθρο 50
Π.Δ. 18/1989 - Κωδικοποίηση διατάξεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα: 74.7%
ΠΔ18 Άρθρο 50: (άρθρα 50, παρ. 1, 2, 3, 5 ν.δ. 170/1973, 30 ν. 702/1977) Συνέπειες απόφασης 1.Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη. 2.Η απόρριψη της αίτησης δεν αποκλείει την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου κατά της ίδιας πράξης από άλλον που έχει το δικαίωμα αυτό. 3.Στις περιπτώσεις παραλείψεων όταν το Συμβούλιο δέχεται την αίτηση παραπέμπει την υπόθεση στην αρμόδια αρχή για να εκτελέσει την οφειλόμενη ενέργεια. 4.Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από την δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση. 5.Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτηση που κρίθηκε από το Συμβούλιο.
ΕΚ Άρθρο 341
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.4%
ΕΚ Άρθρο 341: Συνέπειες μη τήρησης προϋποθέσεων καταγγελίας 1. Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον e-Ε.Φ.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Η καθυστέρηση δόσης της αποζημίωσης από τις κατά το άρθρο 337 οφειλόμενες και η μη καταχώρηση κατά τα ανωτέρω του εργαζομένου στα μισθολόγια του e-Ε.Φ.Κ.Α. ή η μη ασφάλισή του συνεπάγονται την ακυρότητα της καταγγελίας και ο διαδραμών χρόνος θεωρείται ως χρόνος συνέχισης της εργασίας του. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή του συνόλου των εργοδοτικών εισφορών προς τον e-Ε.Φ.Κ.Α. και τους λοιπούς ασφαλιστικούς οργανισμούς, χωρίς να δικαιούται να αναζητήσει την αποζη- μίωση που κατέβαλε. Αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της καταγγελίας τακτικές αποδοχές, ο δε υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλει στον e-Ε.Φ.Κ.Α. ή άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς τις αναλογούσες σε αυτόν εργατικές εισφορές. 2. Εάν κατά την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 και με εξαίρεση την καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως, το κύρος της καταγγελίας ισχυροποιείται, εφόσον ο εργοδότης καλύψει την τυπική παράλειψη εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την επίδοση της σχετικής αγωγής ή από την υποβολή αιτήματος επίλυσης εργατικής διαφοράς. Στην περίπτωση που η πλήρωση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων γίνει μετά την ως άνω προθεσμία, η πλήρωση αυτή λογίζεται ως νέα καταγγελία και η προηγούμενη ως ανυπόστατη. Όταν το ποσό της αποζημίωσης υπολείπεται του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης, λόγω προφανούς σφάλματος ή εύλογης αμφιβολίας ως προς τη βάση υπολογισμού αυτής, δεν αναγνωρίζεται η ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά διατάσσεται η συμπλήρωση της αποζημίωσης καταγγελίας.
Ν2882 Άρθρο 22
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 74.4%
Ν2882 Άρθρο 22: Αναίρεση 1. Κατά της απόφασης του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εάν δεν επεδόθη η απόφαση του εφετείου, η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασης. 2. Η δικάσιμος της αναίρεσης προσδιορίζεται μέσα σε τέσσερις μήνες από την κατά το άρθρο 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατάθεση αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση αναβολής η νέα δικάσιμος ορίζεται από το δικαστήριο μέσα σε τρεις μήνες. 3. Στην κατ' αναίρεση δίκη εφαρμόζονται, όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. "4. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19. Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση μπορεί να κοινοποιηθεί επίσης, είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας, είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο, είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε στα δικαστήρια της ουσίας. Ο δικηγόρος οφείλει να παραδώσει αμελλητί τα έγγραφα στον αναιρεσίβλητο. Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί".
697/2012
2012Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.7%
Πράκτορας ταχυμεταφορών ανέλαβε, με ιδιωτικό συμφωνητικό αορίστου χρόνου της 31.1.1996 (ουσιαστική έναρξη 1.12.1995), την πρακτόρευση σε συγκεκριμένη περιοχή, με υποχρέωση διατήρησης γραφείου, οχήματος, δικύκλου και ενός υπαλλήλου με δαπάνες του. Κατέβαλε 6.500.000 δρχ. στην προηγούμενη πράκτορα για εξαγορά δικαιωμάτων και αγόρασε μεταχειρισμένο φορτηγό αντί 2.600.000 δρχ. Η αμοιβή του συμφωνήθηκε: προμήθεια 28% επί αξίας αποστολών και σταθερά ποσά 400 δρχ. (παραδόσεις από εξωτερικό), 700 δρχ. (worldmail) και 4.000 δρχ. (παραλαβές cargo). Στις 1.6.1997 η σύμβαση καταγγέλθηκε χωρίς έγγραφη προειδοποίηση, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης δικτύου και συνεργασίας με άλλη εταιρεία. Ο πράκτορας υπολόγισε διαφυγόντα κέρδη για 1.6.1997–31.5.2002 με καθαρά μηνιαία έσοδα 2.000.000 δρχ., αυξανόμενα 10% ετησίως, και προμήθεια 28% για όλες τις υπηρεσίες. Επικαλέστηκε θετική ζημία από τον «αέρα» 6.500.000 δρχ. και από διαφορά τιμής μεταπώλησης του φορτηγού.
Το άρθρο 8 § 3 π.δ. 219/1991 προβλέπει προθεσμίες καταγγελίας για συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, ενώ το άρθρο 724 ΑΚ κατοχυρώνει το δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης της εντολής, χωρίς ακυρότητα της καταγγελίας· αν η ανάκληση είναι άκαιρη ή καταχρηστική, γεννά αξίωση αποζημίωσης. Τα άρθρα 297-298 ΑΚ απαιτούν πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, και για διαφυγόντα κέρδη απαιτείται συγκεκριμένη εξειδίκευση (άρθρο 216 ΚΠολΔ). Ο αναιρετικός έλεγχος για νομική αοριστία και ασαφή εξειδίκευση γίνεται με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σύμβαση πρακτορείας καταγγέλθηκε στις 1.6.1997 χωρίς την προβλεπόμενη προειδοποίηση, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης. Ο πράκτορας υπολόγισε διαφυγόντα κέρδη με ενιαίο ποσοστό 28% επί μηνιαίου τζίρου (2.000.000 δρχ., με ετήσια αύξηση 10%), χωρίς διάκριση ανά υπηρεσία, παρότι υπήρχαν διαφορετικές αμοιβές (400, 700, 4.000 δρχ. και 28%). Επικαλέστηκε θετική ζημία 6.500.000 δρχ. (αέρας) και απώλεια από μεταπώληση φορτηγού 2.600.000 δρχ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η καταγγελία, έστω άκαιρη, επέφερε λύση της σύμβασης και δεν είναι άκυρη, μόνο θεμελιώνει αποζημίωση. Τα διαφυγόντα κέρδη είναι αόριστα λόγω έλλειψης εξειδίκευσης ανά κατηγορία υπηρεσιών. Η καταβολή «αέρα» δεν συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία, ενώ η διαφορά τιμής του φορτηγού οφείλεται στη συνήθη φθορά και δεν τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια.
Απορρίφθηκε η αναίρεση διότι: (α) το κονδύλιο διαφυγόντων κερδών ήταν νομικά αόριστο, αφού δεν εξειδικεύθηκαν τα κρίσιμα περιστατικά και τα επιμέρους κονδύλια ανά υπηρεσία με διαφορετικές αμοιβές, αλλά έγινε ενιαίος υπολογισμός 28% επί γενικού τζίρου· (β) η καταγγελία της σύμβασης πρακτορείας, έστω άκαιρη και χωρίς προειδοποίηση, δεν είναι άκυρη κατά το άρθρο 724, αλλά μόνο γεννά αξίωση αποζημίωσης· (γ) η θετική ζημία των 6.500.000 δρχ. (καταβολή «αέρα») δεν είχε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την καταγγελία· (δ) η ζημία από διαφορά τιμής φορτηγού οφείλεται σε συνήθη φθορά και δεν αποδείχθηκε εσπευσμένη πώληση. Επιπλέον, ο πρόσθετος λόγος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ήταν απαράδεκτος (άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ) ως μη αναγκαίως συνεχόμενο κεφάλαιο.
Απορρίπτει την από 1.12.2010 αίτηση και τους από 28.11.2011 πρόσθετους λόγους του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2822/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1320/2014
2014Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.6%
Υπήρξε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας από το 1999, με ετήσιες επιβεβαιώσεις, για προώθηση και διάθεση προϊόντων σε Νομούς Δράμας, Καβάλας και Ξάνθης. Η αμοιβή ήταν προμήθεια επί του ετήσιου τζίρου. Εστάλη επιστολή καταγγελίας στις 23-2-2004 με λύση στις 31-3-2004, με προθεσμία ενός μηνός αντί των έξι μηνών. Ο τζίρος από πωλήσεις αυξήθηκε από 935.840 ευρώ στο πρώτο έτος σε 1.589.968 ευρώ στο τελευταίο. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας αποκτήθηκαν νέοι πελάτες και αναβαθμίστηκαν οι σχέσεις με υπάρχοντες, ενώ η διάθεση προϊόντων συνεχίστηκε μετά τη λύση. Ο μέσος όρος προμηθειών πενταετίας ανήλθε σε 165.132,17 ευρώ. Η προμήθεια του τελευταίου έτους χρησιμοποιήθηκε ως βάση υπολογισμού διαφυγόντων κερδών για τους έξι μήνες της νόμιμης προθεσμίας (93.052,50 ευρώ).
Το άρθρο 9 § 1 του ΠΔ 219/1991 προβλέπει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις για την αποζημίωση πελατείας: εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή υποθέσεων, διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον αντιπροσωπευόμενο και δικαιοσύνη της καταβολής, ιδίως ενόψει των χαμένων προμηθειών. Παράλληλα, το άρθρο 8 παρ. 3-4 και 8 του ΠΔ 219/1991 ρυθμίζει τις προθεσμίες καταγγελίας και το άρθρο 298 § 1 ΑΚ κατοχυρώνει το διαφυγόν κέρδος ως στοιχείο αποζημίωσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξε μακρά συνεργασία με ετήσιες επιβεβαιώσεις, σημαντική αύξηση τζίρου (από 935.840 σε 1.589.968 ευρώ), εισφορά νέων πελατών και εδραίωση προϊόντων στην περιοχή, καθώς και συνέχιση διάθεσης μετά τη λύση. Η καταγγελία έγινε με προθεσμία ενός μηνός αντί έξι. Ο μέσος όρος προμηθειών πενταετίας ήταν 165.132,17 ευρώ και η προμήθεια τελευταίου έτους τεκμηρίωνε τα διαφυγόντα κέρδη για έξι μήνες (93.052,50 ευρώ). Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι τα ουσιώδη περιστατικά για αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντα κέρδη είχαν εξειδικευθεί επαρκώς: δεν απαιτείται προσδιορισμός ονομάτων πελατών ή ακριβής αποτίμηση ωφελημάτων για το ορισμένο, αρκεί η σαφής επίκληση εισφοράς/προαγωγής, διατηρηθέντων ωφελειών και μεθόδου υπολογισμού βάσει προμηθειών.
Η κρίσιμη αιτιολογία ήταν ότι τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν (σημαντική αύξηση τζίρου από 935.840 σε 1.589.968 ευρώ, εισφορά νέων πελατών, διατήρηση ωφελημάτων από τον αντιπροσωπευόμενο, συνέχιση διάθεσης προϊόντων, υπολογισμός αποζημίωσης με μέσο όρο προμηθειών 165.132,17 ευρώ και διαφυγόντα κέρδη με βάση την προμήθεια τελευταίου έτους για έξι μήνες 93.052,50 ευρώ) αρκούν για το ορισμένο τόσο της αποζημίωσης πελατείας όσο και των διαφυγόντων κερδών. Το πρωτοβάθμιο αξίωσε υπέρμετρα στοιχεία (ονομαστική καταγραφή πελατών, ακριβή προσδιορισμό ωφελημάτων), αντίθετα με το άρθρο 9 § 1 ΠΔ 219/1991 και το άρθρο 298 § 1 ΑΚ. Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έγιναν δεκτοί, διότι η απόρριψη για αοριστία ήταν παρά το νόμο.
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4217/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου, δυνάμει του υπ' αριθμ. 13234854 διπλοτύπου σειρά VI της ΙΘ' ΔΟΥ Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-
806/2015
2015Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.4%
Συμβλήθηκε προφορικά σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου διάρκειας με έναρξη 1-4-1996, για προώθηση προϊόντων στην ελληνική επικράτεια, χωρίς συμφωνημένη αποκλειστικότητα. Από το 2002 δραστηριοποιήθηκε παράλληλα άλλος εμπορικός αντιπρόσωπος στην ίδια αγορά. Η καταγγελία της σύμβασης έγινε στις 19-4-2006 με άμεση ισχύ, χωρίς τήρηση της νόμιμης προθεσμίας. Ο αντιπρόσωπος είχε εισφέρει τουλάχιστον 12 νέους πελάτες και είχε σημαντική προαγωγή υφισταμένων υποθέσεων. Καταβληθείσες προμήθειες: 19-4-2001 έως 18-4-2002: 105.052,08 ευρώ, 19-4-2002 έως 18-4-2003: 140.873,23 ευρώ, 19-4-2003 έως 18-4-2004: 81.695,07 ευρώ, 19-4-2004 έως 18-4-2005: 107.181,91 ευρώ, 19-4-2005 έως 18-4-2006: 107.207,25 ευρώ (σύνολο 542.007,54 ευρώ). Το τελευταίο έτος προμήθειες: 107.207,25 ευρώ (8.934 ευρώ μηνιαίως). Οι επίμαχες πωλήσεις αφορούσαν πελάτες εντός Ελλάδας και η αξία εισπράχθηκε από τον αντιπροσωπευόμενο.
Το άρθρο 6 § 1 γ του π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 § 2 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, καθιερώνει δικαίωμα προμήθειας υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου για πράξεις που συνάπτονται με πελάτες του καθορισμένου γεωγραφικού τομέα ή ομάδας προσώπων, ακόμη και χωρίς τη δική του παρέμβαση και χωρίς να απαιτείται ρήτρα αποκλειστικότητας. Το άρθρο 9 § 1 του π.δ. 219/1991 ρυθμίζει την αποζημίωση πελατείας, ενώ το άρθρο 8 προβλέπει προθεσμίες καταγγελίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σύμβαση ήταν αορίστου, μη αποκλειστική, και καταγγέλθηκε στις 19-4-2006 χωρίς τήρηση προθεσμίας. Ο αντιπρόσωπος είχε εισφέρει 12 νέους πελάτες και είχε εισπράξει προμήθειες συνολικά 542.007,54 ευρώ σε πενταετία, με τελευταίο ετήσιο ποσό 107.207,25 ευρώ (8.934 ευρώ μηνιαίως). Οι πράξεις αφορούσαν πελάτες στην Ελλάδα, εντός του τομέα αρμοδιότητας του αντιπροσώπου. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η απαίτηση αποκλειστικότητας για προμήθειες κατά το άρθρο 6 § 1 γ ήταν εσφαλμένη· ο αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθειες για πράξεις στον τομέα του ακόμη χωρίς παρέμβαση. Στον υπολογισμό αποζημίωσης πελατείας ορθώς συνεκτιμώνται οι προμήθειες από δική του δραστηριότητα, ενώ τα διαφυγόντα κέρδη λόγω απρόθεσμης καταγγελίας πρέπει να περιλαμβάνουν και τις προμήθειες του άρθρου 6 § 1 γ. Δεν οφείλονται τόκοι από την επομένη της καταγγελίας και η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική.
Έγινε δεκτό ότι το δικαίωμα προμήθειας του εμπορικού αντιπροσώπου κατά το άρθρο 6 § 1 γ π.δ. 219/1991 δεν προϋποθέτει ρήτρα αποκλειστικότητας ούτε δική του παρέμβαση, αρκεί οι πράξεις να συνάπτονται με πελάτες του γεωγραφικού τομέα αρμοδιότητάς του (Ελλάδα). Συνεπώς, η απορριπτική κρίση του Εφετείου επί των προμηθειών παραβίασε την ουσιαστική διάταξη και αναιρέθηκε. Αντίθετα, ως προς την αποζημίωση πελατείας, ορθά προσδιορίστηκε με βάση προμήθειες από δική του δραστηριότητα, χωρίς συνυπολογισμό προμηθειών για πράξεις χωρίς παρέμβαση, και ο τόκος δεν οφείλεται από την επομένη της καταγγελίας λόγω έλλειψης δήλης ημέρας. Ως προς τα διαφυγόντα κέρδη του εξαμήνου (λόγω μη τήρησης προθεσμίας καταγγελίας), κρίθηκε ότι πρέπει να περιλάβουν και τις προμήθειες που αντιστοιχούν στις πράξεις του άρθρου 6 § 1 γ, υπερβαίνοντας το ποσό των 53.604 ευρώ. Οι ισχυρισμοί περί καταχρηστικής καταγγελίας, αθέμιτου ανταγωνισμού (ν. 146/1914) και εκ προθέσεως ζημίας (ΑΚ 919) απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, ελλείψει προϋποθέσεων. Η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της άλλης εταιρείας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).
Αναιρεί εν μέρει την 3703/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά τα κεφάλαια της, που αφορούν: 1) τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης Meccanica ΕΠΕ από προμήθειες κατά το άρθρο 6 παρ. 1γ’ του π.δ. 219/1991 και 2) το μη συνυπολογισμό των αμέσως ανωτέρω προμηθειών κατά τον προσδιορισμό των αποζημιωτικών αξιώσεων αυτής από διαφυγόντα κέρδη στο εξάμηνο χρονικό διάστημα της προθεσμίας για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της από 15 Ιουνίου 2013 αίτησης αναιρέσεως της εταιρείας Meccanica ΕΠΕ , στον καταθέσαντα τούτο. Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2013 αίτηση της εταιρείας KRONES AG. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναιρέσεως. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα εταιρεία KRONES AG μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης εταιρείας Meccanica ΕΠΕ, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
1814/2022
2022Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.2%
Αντιπρόσωπος και αποκλειστικός διανομέας αυτοκινήτων συνεργαζόταν με αντιπροσωπευόμενη εταιρία από το 1997, αρχικά με προφορική σύμβαση που καταγγέλθηκε το 2002. Στις 10-10-2003 κατήρτισαν νέα έγγραφη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, διανομής και εξουσιοδοτημένου επισκευαστή αυτοκινήτων στο νομό Σερρών, αορίστου διάρκειας. Η σύμβαση όριζε συγκεκριμένες προδιαγραφές για τις κτιριακές εγκαταστάσεις (εκθεσιακό χώρο, συνεργείο, φανοβαφείο), με ρητό όρο ότι η μη συμμόρφωση συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αντιπρόσωπος αγόρασε δύο αγροτεμάχια συνολικής έκτασης 14.996,75 τ.μ. στη νέα περιφερειακή οδό Σερρών, έλαβε τραπεζικά δάνεια 890.000 ευρώ και ανήγειρε κτιριακό συγκρότημα με ημιυπόγειο 500 τ.μ. (αποθήκη) και 1.000 τ.μ. (συνεργείο-φανοποιείο) και ισόγειο 1.500 τ.μ. (εκθεσιακός χώρος-γραφεία), δαπανώντας συνολικά 797.018,87 ευρώ τα έτη 2004-2005. Το καλοκαίρι 2005, αντιπρόσωπος παρακράτησε επανειλημμένως προκαταβολές πελατών συνολικού ύψους 120.227 ευρώ που είχε εισπράξει για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενης, χωρίς να την ενημερώσει για τις παραγγελίες, χρησιμοποιώντας τα ποσά για πληρωμές οφειλών κατασκευής εγκαταστάσεων. Πελάτες διαμαρτυρήθηκαν στην αντιπροσωπευόμενη για καθυστέρηση παράδοσης αυτοκινήτων. Αντιπροσωπευόμενη χορήγησε προθεσμίες πληρωμής έως 18-8-2005 και 26-8-2005, λαμβάνοντας μεταχρονολογημένες επιταγές που δεν πληρώθηκαν. Αντιπρόσωπος είχε επίσης εισπράξει επιπλέον 55.845 ευρώ από νέους πελάτες και 47.340 ευρώ για τρία παραδοθέντα αυτοκίνητα, χωρίς να τα αποδώσει. Αντιπροσωπευόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση στις 31-8-2005 και κατέπεσε εγγυητικές επιστολές ύψους 67.500 ευρώ και 20.541,09 ευρώ.
Το άρθρο 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991 ορίζει ότι η αποζημίωση πελατείας δεν οφείλεται όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου που δικαιολογεί καταγγελία κατά πάντα χρόνα. Το άρθρο 8 παρ. 8 επιτρέπει έκτακτη καταγγελία χωρίς προθεσμία σε περίπτωση παράλειψης εκτέλεσης συμβατικών υποχρεώσεων ή εκτάκτων περιστάσεων. Σπουδαίος λόγος υπάρχει όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή αθέτηση τόσο ουσιωδών υποχρεώσεων ώστε να καθίσταται μη ανεκτή η συνέχιση της σύμβασης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αντιπρόσωπος παρακράτησε επανειλημμένως το καλοκαίρι 2005 προκαταβολές πελατών συνολικού ύψους 120.227 ευρώ, χωρίς να ενημερώσει την αντιπροσωπευόμενη για τις παραγγελίες, χρησιμοποιώντας τα ποσά για ταμειακή διευκόλυνση. Επιπλέον, παρακράτησε 55.845 ευρώ από νέους πελάτες και 47.340 ευρώ για παραδοθέντα αυτοκίνητα. Η συμπεριφορά αυτή προκάλεσε διαμαρτυρίες πελατών και έπληξε καίρια την επαγγελματική φήμη της αντιπροσωπευόμενης. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 9 παρ. 3α, το δικαστήριο έκρινε ότι η παραβίαση ήταν σοβαρή και συνιστούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας, σύμφωνα και με ρητό όρο της σύμβασης. Η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική, καθώς εξυπηρετούσε το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης και εντασσόταν στις προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες, ενώ η επένδυση του αντιπροσώπου ήταν δική του επιλογή.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας λόγω υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρακράτησε επανειλημμένως προκαταβολές πελατών συνολικού ύψους άνω των 120.227 ευρώ που είχε εισπράξει για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, χωρίς να την ενημερώσει, και έπληξε καίρια την επαγγελματική της φήμη. Η παραβίαση αυτή συνιστούσε σπουδαίο λόγο έκτακτης καταγγελίας κατά το άρθρο 8 παρ. 8 και ρητό όρο της σύμβασης, με συνέπεια να μην οφείλεται αποζημίωση πελατείας κατά το άρθρο 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991. Η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική, καθώς εξυπηρετούσε το καλώς εννοούμενο συμφέρον της αναιρεσίβλητης και εντασσόταν στις προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες, ενώ η επένδυση 797.018,87 ευρώ του αναιρεσείοντος ήταν δική του επιλογή και όχι εξαναγκασμός από την αναιρεσίβλητη. Δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ούτε καταχρηστική εκμετάλλευση οικονομικής εξάρτησης.
Απορρίπτει την από 27-11-2019 αίτηση του Κ. Μ. του Κ. για αναίρεση της 5375/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
603/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.0%
Μεταξύ αντιπροσωπευόμενου παραγωγού ενδυμάτων και εμπορικού αντιπροσώπου λειτουργούσε από το 2000 και ιδίως 2008-2012 διαδοχική ετήσια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αντιμετωπιζόμενη ως αορίστου χρόνου. Περιοχές ευθύνης: Πελοπόννησος, Αιτωλοακαρνανία, Καρπενήσι, Ήπειρος, Ιόνια, Βοιωτία, Φθιώτιδα, Φωκίδα. Συμφωνήθηκε προμήθεια 7% και ρήτρα συμμετοχής του αντιπροσώπου σε επισφάλειες 33% (del credere) με δικαίωμα συμψηφισμού. Οι οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου επέβαλλαν προκαταβολές 30%-35%, επιταγές έως 4 μηνών και μηδενισμό υπολοίπων. Διαπιστώθηκαν μειώσεις δειγματισμών, μη επίτευξη στόχων (ενδεικτικά -34,90% στο 2012 και αρνητικές αποκλίσεις -26,9% και -37,5% το 2013), μη είσπραξη προκαταβολών, επιταγές πέραν των ορίων και ανοιχτοί λογαριασμοί ~27% των πελατών. Το 2013 επήλθε καταγγελία. Ο αντιπρόσωπος ζήτησε προμήθειες 27.303,51 ευρώ (αναγνωρισμένες στην καταγγελία) και 26.740,68 ευρώ για παραγγελίες που θα εκτελούνταν, και αποζημίωση πελατείας 151.027,66 ευρώ. Ο αντιπροσωπευόμενος προέβαλε συμψηφισμό από ρήτρα επισφαλειών 46.171,75 ευρώ, παρακράτησε 27.303,51 ευρώ και ζήτησε 18.868,24 ευρώ υπολοίπου, καθώς και 1.460,95 ευρώ αξία δειγμάτων.
Το άρθρο 9 § 1 και § 3 π.δ. 219/1991 προβλέπει αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση της σύμβασης εφόσον ο αντιπρόσωπος έφερε νέους πελάτες/προήγαγε υποθέσεις, ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη και η καταβολή είναι δίκαιη, αλλά αποκλείεται όταν η λύση οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσώπου που δικαιολογεί έκτακτη καταγγελία. Το άρθρο 6 § 2 π.δ. 219/1991 θεμελιώνει προμήθεια μετά τη λύση μόνο για πράξεις που πράγματι συναφθούν εντός εύλογου χρόνου λόγω της προγενέστερης δραστηριότητας. Τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ διέπουν την ερμηνεία ασαφών συμβατικών ρητρών. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ετήσιες συμβάσεις (2008-2012) συνιστούσαν σχέση αορίστου, με προμήθεια 7% και ρήτρα συμμετοχής σε επισφάλειες 33%. Δεν επιτεύχθηκαν στόχοι σε 3 από 4 σεζόν, σημειώθηκαν μειώσεις (έως -34,90%), μη είσπραξη προκαταβολών 30%-35%, επιταγές εκτός ορίων και 27% ανοιχτοί λογαριασμοί. Υπήρξαν επανειλημμένες έγγραφες συστάσεις και καταγγελία το 2013. Ο αντιπρόσωπος αξίωσε 27.303,51 ευρώ προμήθειες (ομολογημένες), 26.740,68 ευρώ για μελλοντικές πωλήσεις και 151.027,66 ευρώ αποζημίωση πελατείας. Ο αντιπροσωπευόμενος αντιπρόβαλε συμψηφισμό 46.171,75 ευρώ (υπόλοιπο 18.868,24 ευρώ) από τη ρήτρα. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι υπάρχει σπουδαίος λόγος καταγγελίας λόγω ουσιωδών παραβάσεων, αποκλείοντας την αποζημίωση πελατείας. Έκρινε μη νόμιμη την απαίτηση 26.740,68 ευρώ, αφού δεν είχαν συναφθεί οι πωλήσεις κατά το άρθρο 6 § 2. Διαπίστωσε σφάλμα ως προς το ποσό 27.303,51 ευρώ, διότι δεν συνεκτιμήθηκε η ομολογία στην καταγγελία, και σφάλμα στην ερμηνεία της ρήτρας del credere, αφού δεν εφαρμόστηκαν τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.
Η αναίρεση έγινε εν μέρει δεκτή διότι: α) το Εφετείο παρέλειψε να συνεκτιμήσει τον σαφή αγωγικό ισχυρισμό ότι ο αντιπροσωπευόμενος είχε ομολογήσει την οφειλή προμηθειών 27.303,51 ευρώ στο έγγραφο καταγγελίας, καθιστώντας περιττή περαιτέρω εξειδίκευση (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ), και β) ερμήνευσε τη ρήτρα συμμετοχής 33% σε επισφάλειες χωρίς προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, γεγονός που συνιστά παραβίαση ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Αντίθετα, οι λόγοι για την προμήθεια 26.740,68 ευρώ απορρίφθηκαν, επειδή κατά το άρθρο 6 § 2 π.δ. 219/1991 προμήθεια μετά τη λύση οφείλεται μόνο για πράξεις που πράγματι συναφθούν. Επίσης απορρίφθηκαν οι λόγοι κατά της ουσιαστικής κρίσης που απέκλεισε την αποζημίωση πελατείας, αφού αποδείχθηκε σπουδαίος λόγος καταγγελίας λόγω παραβάσεων (μη επίτευξη στόχων, μη είσπραξη προκαταβολών, καθυστερήσεις, προσβλητική συμπεριφορά).
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2130/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς τα παραπάνω κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτήν και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
610/2022
2022Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.8%
Την 1.4.2003 συνήφθη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου μεταξύ ομόρρυθμης εταιρίας (αντιπρόσωπος) και ανώνυμης εταιρίας (αντιπροσωπευόμενη) για την προώθηση και διάθεση παιδικών ενδυμάτων με το σήμα της αντιπροσωπευόμενης στην Αττική και την Κρήτη. Η σύμβαση αποτελούσε συνέχεια συνεργασίας που είχε ξεκινήσει το 1989. Η προμήθεια συμφωνήθηκε 4% επί της εισπραχθείσας αξίας των τιμολογηθέντων εμπορευμάτων, αλλά στην πράξη καταβαλλόταν επί της αξίας των τιμολογούμενων εμπορευμάτων. Την 4.1.2011 η αντιπροσωπευόμενη παραχώρησε σε τρίτη εταιρία την άδεια αποκλειστικής χρήσης των σημάτων της για δέκα έτη και ανακοίνωσε στην αντιπρόσωπο τη διακοπή της συνεργασίας, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία έξι μηνών. Οι αμοιβές της αντιπροσώπου τα τελευταία πέντε έτη (2006-2011) ανήλθαν σε 766.280,95 ευρώ, με μέσο όρο 153.256,19 ευρώ. Η αντιπρόσωπος προσέλκυσε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της αντιπροσωπευόμενης. Η αντιπροσωπευόμενη αξιοποίησε μετά τη λύση το πελατολόγιο της αντιπροσώπου, αλλά δεν διατήρησε εξ ολοκλήρου τα οικονομικά οφέλη λόγω της παραχώρησης της άδειας χρήσης.
Το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991 προβλέπει ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης αποζημίωση πελατείας, εάν έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες, ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη και η καταβολή της αποζημίωσης είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων. Το ποσό της αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών των πέντε τελευταίων ετών. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η αντιπρόσωπος προσέλκυσε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της αντιπροσωπευόμενης, η οποία αξιοποίησε μετά τη λύση το πελατολόγιο. Οι αμοιβές της αντιπροσώπου τα τελευταία πέντε έτη ανήλθαν σε 766.280,95 ευρώ, με μέσο όρο 153.256,19 ευρώ. Η καταγγελία έγινε αιφνιδιαστικά χωρίς τήρηση της προθεσμίας έξι μηνών. Η αντιπροσωπευόμενη δεν διατήρησε εξ ολοκλήρου τα οικονομικά οφέλη λόγω της παραχώρησης της άδειας χρήσης σε τρίτη εταιρία. Εφαρμόζοντας το κριτήριο της δίκαιης αποζημίωσης, το Εφετείο εξέτασε όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένων του τρόπου λειτουργίας της σύμβασης, των συνθηκών λύσης, της προσέλκυσης πελατών, της αξιοποίησης του πελατολογίου και της μη διατήρησης όλων των οικονομικών οφελών, και κατέληξε ότι το εύλογο και δίκαιο ποσό αποζημίωσης πελατείας είναι 60.000 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης της αντιπροσώπου απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, αφού οι παραδοχές του ότι η αντιπρόσωπος προσέλκυσε νέους πελάτες, προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της αντιπροσωπευόμενης και η τελευταία αξιοποίησε το πελατολόγιο, πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης. Η κρίση του Εφετείου ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας (60.000 ευρώ) ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Το Εφετείο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον το επιδικασθέν ποσό, κατά την κοινή πείρα και τη δικαστηριακή πρακτική, δεν υπολείπεται καταφανώς από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η αίτηση αναίρεσης της αντιπροσωπευόμενης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της για αξιώσεις που απορρέουν από συμβατική ρήτρα del credere και από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες δεν συναρτώνται με τη λύση της σύμβασης.
Συνεκδικάζει τις από 12 Δεκεμβρίου 2017 και 18 Δεκεμβρίου 2017 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της με αριθ. 3200/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αριθ. 3200/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. Δέχεται την από 18 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... για αναίρεση της με αριθ. 3200/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την με αριθ. 3200/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά το μέρος που απέρριψε τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κονδύλια των 128.582,12 ευρώ και 6.690,30 ευρώ της από 6-7-2012 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΖΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
547/2015
2015Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.7%
Διανομέας συνεργάστηκε επί μακρό χρόνο με παραγωγό παγωτών, με σύμβαση που από το 1981/1982 εξελίχθηκε σε διαδοχικές ορισμένου χρόνου και στη πράξη λειτούργησε ως αορίστου χρόνου. Οι όροι προέβλεπαν αποκλειστική διανομή σε συγκεκριμένες περιοχές, προμήθεια 9,5% επί της αξίας, καθημερινή εξόφληση, χρήση ιδιόκτητου αυτοκινήτου-ψυγείου και αποθήκης, απασχόληση βοηθού με δαπάνη του διανομέα και ρήτρα μη ανταγωνισμού μέχρι ένα έτος μετά τη λύση. Για πωλήσεις σε υπεραγορές συμφωνήθηκε προμήθεια 5% (2000 και 2003). Η συνεργασία διακόπηκε με έγγραφο 22-12-2006, με λήξη 31-12-2006, χωρίς τήρηση εξάμηνης προθεσμίας. Το 2006 η αξία πωλήσεων ήταν 433.927,01 ευρώ και η προμήθεια 41.223,06 ευρώ. Τα κέρδη του τελευταίου έτους ανήλθαν σε 49.944,43 ευρώ. Υπήρξαν εναλλακτικοί προμηθευτές στην αγορά (ΕΒΓΑ, ΚΡΙ-ΚΡΙ, ALGIDA).
Το άρθρο 9 § 1 Π.Δ. 219/1991 προβλέπει αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση της σύμβασης, μέχρι τον μέσο ετήσιο όρο αμοιβών των τελευταίων πέντε ετών, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις προμήθειες που χάνει ο αντιπρόσωπος και τη ρήτρα μη ανταγωνισμού. Το άρθρο 8 § 4 του ίδιου Π.Δ. καθορίζει προθεσμία καταγγελίας, ενώ τα άρθρα 914 και 298 ΑΚ θεμελιώνουν αξίωση για θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος. Κατά τη συρροή αξιώσεων, η ικανοποίηση μίας για την ίδια παροχή αποσβένει τις λοιπές. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σύμβαση λειτουργούσε ως αορίστου χρόνου και καταγγέλθηκε χωρίς εξάμηνη προθεσμία (λήξη 31-12-2006). Για το 2006 η προμήθεια ήταν 41.223,06 ευρώ επί πωλήσεων 433.927,01 ευρώ, με διαφυγόντα κέρδη εξαμήνου 20.611,53 ευρώ. Η αποζημίωση πελατείας υπολογίστηκε σε 44.702,01 ευρώ ως μέσος όρος πενταετίας. Η προμήθεια 5% για υπεραγορές συμφωνήθηκε συμβατικά (2000, 2003), με ύπαρξη εναλλακτικών προμηθευτών στην αγορά. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, έκρινε ότι η αποζημίωση πελατείας κατά το άρθρο 9 § 1 καλύπτει την αξίωση για κέρδη ενός έτους, αποκλείοντας την παράλληλη αξίωση από αδικοπραξία ή 2Α ν. 703/1977. Η μη τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας θεμελίωσε διαφυγόντα κέρδη έξι μηνών. Η μείωση προμήθειας δεν ήταν καταχρηστική ή αντίθετη στα χρηστά ήθη, ούτε αποδείχθηκε οικονομική εξάρτηση χωρίς ισοδύναμες εναλλακτικές. Η καταγγελία δεν αποτέλεσε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
Απορρίφθηκε η αναιρετική κριτική διότι: (α) η αξίωση για διαφυγόντα κέρδη ενός έτους, θεμελιούμενη στα άρθρα 2Α ν. 703/1977 και 914, 298 ΑΚ, συρρέει με την αποζημίωση πελατείας του άρθρου 9 § 1 Π.Δ. 219/1991 και, αφού αυτή ικανοποιήθηκε (44.702,01 ευρώ), αποκλείεται επιπλέον ικανοποίηση για το ίδιο αντικείμενο· (β) η μη τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας καταγγελίας θεμελιώνει μόνο διαφυγόντα κέρδη εξαμήνου (20.611,53 ευρώ), όχι ετήσια· (γ) η μείωση προμήθειας σε 5% για πωλήσεις σε υπεραγορές ήταν προϊόν συμβατικής συμφωνίας, με ύπαρξη εναλλακτικών προμηθευτών και χωρίς απόδειξη σχέσης οικονομικής εξάρτησης ή αισχροκέρδειας κατά τα άρθρα 2Α ν. 703/1977 και 178-179 ΑΚ· (δ) η αιφνίδια καταγγελία εντάχθηκε σε θεμιτό επιχειρηματικό ανασχεδιασμό και δεν υπερέβη τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε στοιχειοθετήθηκαν αθέμιτες μεθοδεύσεις ή δόλος που να δικαιολογούν χρηματική ικανοποίηση.
Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2012 αίτηση του Ι. Φ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3691/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
360/2025
2025Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.6%
Κυπριακή εταιρία ανέλαβε ως αντιπρόσωπος ελληνικής εταιρίας οίνων και ποτών με σύμβαση από 10.4.2008, διάρκειας οκτώ ετών, για την αντιπροσώπευση προϊόντων σε όλες τις χώρες του εξωτερικού εκτός Ελλάδας, στον τομέα λιανεμπορίου. Συμφωνήθηκε κοινή τιμολογιακή πολιτική με έγγραφη συγκατάθεση για κάθε μεταβολή. Αντιπρόσωπος δημιούργησε οργανωμένο δίκτυο πωλήσεων με σταθερούς πελάτες σε Γερμανία, Ρωσία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Σερβία, ΗΠΑ, Βέλγιο, Ουκρανία, Ουγγαρία, Γαλλία, Καναδά, Ελβετία και Λιθουανία. Από 2010 δημιουργήθηκαν αμφισβητήσεις για το ύψος αμοιβών αντιπροσώπου. Αντιπρόσωπος εξέδωσε τιμολόγια πώλησης προϊόντων προς γερμανική εταιρία (27.710 και 15.540 ευρώ) χωρίς έγγραφη συγκατάθεση αντιπροσωπευόμενου και ζήτησε απευθείας καταβολή σε δικό του λογαριασμό. Εκπρόσωπος αντιπροσώπου απέστειλε επιστολή σε γερμανική εταιρία με δυσφημιστικό περιεχόμενο για την αντιπροσωπευόμενη, αναφέροντας οικονομικές δυσχέρειες και προτείνοντας μακροχρόνια συνεργασία με δωρεάν εκμετάλλευση νέας ετικέτας. Αντιπροσωπευόμενη κατήγγειλε σύμβαση στις 10.10.2012 για τους ανωτέρω λόγους.
Το άρθρο 9 παρ. 3 εδ. α' του ΠΔ 219/1991 ορίζει ότι η αποζημίωση πελατείας ή ανόρθωση ζημίας δεν οφείλεται όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου που δικαιολογεί καταγγελία κατά πάντα χρόνο. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει όταν ο ένας συμβαλλόμενος αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος η συνέχιση της σύμβασης σύμφωνα με την καλή πίστη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αντιπρόσωπος εταιρία προέβη σε ειδική τιμολόγηση γερμανικής εταιρίας χωρίς έγγραφη συγκατάθεση της αντιπροσωπευόμενης, παραβιάζοντας ρητό όρο της σύμβασης για κοινή τιμολογιακή πολιτική. Επιπλέον, ο εκπρόσωπος της αντιπροσώπου απέστειλε δυσφημιστική επιστολή σε μεγάλο πελάτη με σκοπό την προσέλκυσή του στο δικό της πελατολόγιο, ενεργώντας αντισυμβατικά και αντίθετα προς τα συναλλακτικά εμπορικά χρηστά ήθη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 9 παρ. 3 εδ. α' του ΠΔ 219/1991, το δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω συμπεριφορά της αντιπροσώπου συνιστά αθέτηση ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων, καθιστώντας μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης για την αντιπροσωπευόμενη, και ότι η καταγγελία έλαβε χώρα για σπουδαίο λόγο, με συνέπεια η αντιπρόσωπος να μη δικαιούται αποζημίωση πελατείας ή ανόρθωση ζημίας.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας έγινε για σπουδαίο λόγο. Ειδικότερα, η αντιπρόσωπος εταιρία παραβίασε ουσιώδεις συμβατικές υποχρεώσεις της, προβαίνοντας σε ειδική τιμολόγηση γερμανικής εταιρίας χωρίς την απαιτούμενη έγγραφη συγκατάθεση της αντιπροσωπευόμενης και αποστέλλοντας δυσφημιστική επιστολή σε μεγάλο πελάτη με σκοπό την προσέλκυσή του στο δικό της πελατολόγιο. Η συμπεριφορά αυτή καθιστούσε μη ανεκτή για την αντιπροσωπευόμενη τη συνέχιση της σύμβασης σύμφωνα με την καλή πίστη. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 3 εδ. α' του ΠΔ 219/1991, η αντιπρόσωπος δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας ούτε ανόρθωση περαιτέρω ζημίας, καθώς η καταγγελία έλαβε χώρα λόγω υπαιτιότητάς της.
Απορρίπτει την από 19-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...../2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
1037/2024
2024Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.6%
Υπήρξε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας από 20.9.2008, αόριστης διάρκειας, με αντικείμενο προώθηση ηλεκτρολογικών προϊόντων σε αλυσίδες λιανικής στην Ελλάδα και συνεργασίες στη Γερμανία. Συμφωνήθηκε προμήθεια 2% επί της τιμολογιακής αξίας, μειωμένη σε 1,5% από αρχές 2012 έως 3ο τρίμηνο 2015 και επαναφορά σε 2% μετά. Η καταβολή γινόταν ανά τρίμηνο. Η συνεργασία καταγγέλθηκε στις 12.6.2017 από τον αντιπροσωπευόμενο. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος επικαλέστηκε ανεξόφλητα τιμολόγια συνολικού ποσού 5.988,02 ευρώ, διαφορές προμηθειών 35.059,66 ευρώ, συνολικές ετήσιες αμοιβές 2013-2016 ύψους 99.068,48 ευρώ και ζήτησε αποζημίωση πελατείας ίση με τον μέσο ετήσιο όρο της πενταετίας (19.813,70 ευρώ). Ζήτησε επίσης διαφυγόντα κέρδη για το β’ εξάμηνο 2017, περιλαμβάνοντας 2.077,55 ευρώ για συναλλαγές με πελάτη του εξωτερικού και 26.365,19 ευρώ για πωλήσεις στην εγχώρια αγορά.
Το άρθρο 6 § 1 ΠΔ 219/1991 προβλέπει δικαίωμα προμήθειας για πράξεις που συνήφθησαν με παρέμβαση του αντιπροσώπου, το άρθρο 6 § 2α για πράξεις μετά τη λύση, και το άρθρο 9 § 1 για αποζημίωση πελατείας εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις αξιώσεις, χωρίς να απαιτείται εξαντλητική αναλυτική παράθεση κάθε επιμέρους πράξης όταν προσδιορίζονται επαρκώς τα κρίσιμα μεγέθη. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι προτάθηκε σύμβαση από 20.9.2008, με προμήθεια 2% (1,5% από 2012 έως 3ο τρ. 2015) και τριμηνιαία εκκαθάριση, λύθηκε στις 12.6.2017, και προσδιορίστηκαν τιμολόγια, κύκλος εργασιών και διαφορές προμηθειών (5.988,02 και 35.059,66 ευρώ), συνολικές αμοιβές 2013-2016 (99.068,48 ευρώ) και μέσος ετήσιος όρος πενταετίας (19.813,70 ευρώ), καθώς και διαφυγόντα κέρδη 2017 (2.077,55 και 26.365,19 ευρώ). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι οι επικλήσεις αυτές επαρκούν για το ορισμένο των αξιώσεων προμήθειας και αποζημίωσης πελατείας, χωρίς ανάγκη λεπτομερούς απαρίθμησης κάθε συναλλαγής ή ονομαστικής αναφοράς πελατών, και ότι η αντίθετη κρίση περί αοριστίας παραβίασε το άρθρο 216 ΚΠολΔ, θεμελιώνοντας λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι η αγωγή περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο: σύμβαση αντιπροσωπείας, χρόνο και αόριστη διάρκεια, αντικείμενο και περιοχή, προσυμφωνημένη προμήθεια και μεταβολές της, συγκεκριμένα τιμολόγια και αναλυτικές διαφορές αμοιβών ανά έτος, αποτύπωση κύκλου εργασιών με δημόσιο φορολογικό έγγραφο, μέσο ετήσιο όρο αμοιβών πενταετίας (2013-2017) για την αποζημίωση πελατείας, καθώς και ειδικό προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών έως τη νόμιμη προθεσμία καταγγελίας (άρθρο 8 §3-4 ΠΔ 219/1991). Δεν ήταν αναγκαία η εξαντλητική παράθεση κάθε μεμονωμένης συναλλαγής ή ονομαστική απαρίθμηση πελατών, δεδομένης της επίκλησης τιμολογίων και των κρίσιμων μεγεθών. Επομένως, η απορριπτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί αοριστίας αντίκειτο στο άρθρο 216 ΚΠολΔ, θεμελιώνοντας τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Αναιρεί τη με αριθμό 942/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
823/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.5%
Υπήρχε εμπορική σχέση αποκλειστικής διανομής από το 1994 και εμπορικής αντιπροσωπείας από το 2003 για προϊόντα στην περιοχή της Κρήτης, με αμοιβή προμήθειας επί της αξίας τιμολογίων. Η συνεργασία ανανεωνόταν ετησίως με ταυτόσημους όρους (αλυσιδωτές συμβάσεις) και ανελήφθη ως αορίστου χρόνου. Η καταγγελία κοινοποιήθηκε στις 10/5/2005 με λήξη στις 30/6/2005. Η δραστηριότητα για τα συγκεκριμένα προϊόντα αντιστοιχούσε περίπου στο 70% του ετήσιου κύκλου εργασιών του διανομέα/αντιπροσώπου. Πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις: αγορά οικοπέδου 4 στρεμμάτων (275.000 ευρώ), κατασκευή αποθηκευτικού κέντρου 820 τ.μ. και γραφείων 180 τ.μ., αγορά φορτηγού (14.598,96 ευρώ) και κλαρκ με χρηματοδοτική μίσθωση, συνολικού κόστους 647.061,48 ευρώ, με προγραμματισμένη απόσβεση σε 10 έτη. Ζητήθηκαν διαφυγόντα κέρδη υπολογιζόμενα για ορίζοντα 8 άλλως 5 ετών, καθώς και αποζημίωση πελατείας, επικαλούμενοι εισφορά νέων πελατών και σημαντική προαγωγή υποθέσεων.
Το άρθρο 8 § 4 του ΠΔ 219/1991 προβλέπει προθεσμίες καταγγελίας για συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, ενώ το άρθρο 9 § 1 ρυθμίζει την αποζημίωση πελατείας και το άρθρο 298 ΑΚ το διαφυγόν κέρδος. Κατά αναλογική εφαρμογή, οι κανόνες αυτοί καταλαμβάνουν συμβάσεις αποκλειστικής διανομής όταν η διαμεσολαβητική λειτουργία προσομοιάζει ουσιωδώς με του εμπορικού αντιπροσώπου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σχέση ήταν αορίστου χρόνου λόγω αλυσιδωτών ανανεώσεων· η καταγγελία έγινε 10/5/2005 με λήξη 30/6/2005. Η δραστηριότητα για τα προϊόντα του αντιπροσωπευομένου κάλυπτε ~70% του τζίρου. Υπήρξαν επενδύσεις συνολικού κόστους 647.061,48 ευρώ (οικόπεδο, εγκαταστάσεις 820 τ.μ., γραφεία 180 τ.μ., όχημα 14.598,96 ευρώ, κλαρκ). Ζητήθηκαν διαφυγόντα κέρδη για 8/5 έτη και αποζημίωση πελατείας με επίκληση εισφοράς νέων πελατών, σημαντικής προαγωγής και διατήρησης ωφελειών. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 8 και 9 του ΠΔ 219/1991 και 298 ΑΚ, έκρινε ότι τα διαφυγόντα κέρδη σε σύμβαση αορίστου χρόνου περιορίζονται στην νόμιμη προθεσμία καταγγελίας (6 μήνες για διανομή, 1 μήνα για αντιπροσωπεία). Για την αποζημίωση πελατείας αρκεί η επίκληση των νόμιμων προϋποθέσεων χωρίς ονομαστική καταγραφή πελατών ή εξειδίκευση των ωφελειών, εφόσον προσδιορίζεται ο μέσος ετήσιος όρος αμοιβών.
Έγινε δεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ διότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε παρά το νόμο ως αόριστη την αξίωση αποζημίωσης πελατείας, ενώ στο δικόγραφο είχαν προβληθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991 (εισφορά νέων πελατών, σημαντική προαγωγή υποθέσεων, διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών και προσδιορισμός μέσου ετήσιου όρου αμοιβών), χωρίς να απαιτείται ονομαστική αναφορά πελατών ή ακριβής ποσοτικοποίηση ωφελειών. Οι λοιποί λόγοι απορρίφθηκαν: τα διαφυγόντα κέρδη πέραν της νόμιμης προθεσμίας καταγγελίας κρίθηκαν μη νόμιμα σε σύμβαση αορίστου χρόνου και, ως προς το εντός εξαμήνου/μήνα μέρος, η αξίωση κρίθηκε αόριστη λόγω έλλειψης συγκεκριμένων περιστάσεων και προπαρασκευαστικών μέτρων που να καθιστούν πιθανό το κέρδος. Η αξίωση για αναπόσβαστες δαπάνες απορρίφθηκε ως αόριστη λόγω ανεπαρκούς εξειδίκευσης των επιμέρους κονδυλίων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους δευτέρα, τρίτη, πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων. ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 5791/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στην αποζημίωση πελατείας κεφάλαιο αυτής . ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, (κατά το παραπάνω κεφάλαιο) στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
246/2014
2014Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.5%
Σύμβαση από το 1994 μεταξύ αντιπροσωπευόμενου και αποκλειστικού διανομέα/αντιπροσώπου για αυτοκίνητα σε περιφέρεια Αγίας Παρασκευής, με κάθετη μονάδα τριών σημείων (έκθεση, αποθήκη, συνεργείο) σε κατάστημα στη λεωφόρο Μεσογείων 479-481 (αίθουσα 839 τ.μ., πατάρι 455 τ.μ.). Ο διανομέας έφερε νέους πελάτες, τήρησε μη ανταγωνισμό, χρησιμοποίησε σήματα και υποδείξεις, και ο αντιπροσωπευόμενος είχε πρόσβαση στο πλήρες πελατολόγιο μέσω υποχρεωτικού λογισμικού. Κατά 1-11-1998 έως 31-10-2003 διαμεσολάβησε στην πώληση 2.157 οχημάτων με προμήθειες 653.906,43 ευρώ, πώλησε ως διανομέας 36 οχήματα με κέρδος 18.593 ευρώ, διενήργησε πωλήσεις ανταλλακτικών 4.728.029,21 ευρώ με κόστος 4.051.230,26 ευρώ (μικτό κέρδος 676.798,95 ευρώ) και παρείχε υπηρεσίες συντήρησης αξίας 2.814.201,24 ευρώ. Υπήρξε πτωτική τάση πωλήσεων μετά το 2000 (661, 497, 296, 198). Η καταγγελία γνωστοποιήθηκε το 2002 με ετήσια προθεσμία, στο πλαίσιο αλλαγών του κανονισμού (ΕΚ) 1400/2002.
Το άρθρο 9 § 1 π.δ. 219/1991 προβλέπει αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, εφόσον ο αντιπρόσωπος εισήγαγε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις και ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, με καταβολή δίκαιης αποζημίωσης που δεν υπερβαίνει τον μέσο ετήσιο όρο αμοιβών της τελευταίας πενταετίας. Κατά τα άρθρα 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ ελέγχεται η ορθή εφαρμογή και η νόμιμη βάση, ενώ η στάθμιση του ποσού υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός περί συνυπολογισμού προγενέστερων ετών είναι μη νόμιμος (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ). Η επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ δεν είναι εφαρμοστέα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αντιπρόσωπος/διανομέας από 1-11-1998 έως 31-10-2003 πώλησε 2.157 οχήματα (προμήθειες 653.906,43 ευρώ), ως διανομέας 36 οχήματα (κέρδος 18.593 ευρώ), πωλήσεις ανταλλακτικών 4.728.029,21 ευρώ με κόστος 4.051.230,26 ευρώ (μικτό κέρδος 676.798,95 ευρώ) και έσοδα υπηρεσιών 2.814.201,24 ευρώ. Ο μέσος ετήσιος όρος αμοιβών της πενταετίας ανήλθε σε 832.699,92 ευρώ. Υπήρξε πτωτική τάση πωλήσεων: 661 (2000), 497 (2001), 296 (2002), 198 (2003). Εφαρμόζοντας το άρθρο 9 § 1 π.δ. 219/1991, έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις (νέοι πελάτες, διατηρούμενα οφέλη) και ότι η δίκαιη αποζημίωση προσδιορίζεται στο ήμισυ του μέσου όρου (416.349,96 ευρώ) λόγω της πτωτικής τάσης. Απέρριψε τους αναιρετικούς λόγους από 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ορθή εφαρμογή και επαρκείς αιτιολογίες), τον λόγο από 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως απαράδεκτο (μη νόμιμος υπολογισμός εκτός πενταετίας) και έκρινε το άρθρο 281 ΑΚ ανεφάρμοστο.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 9 § 1 π.δ. 219/1991, διαπιστώνοντας εισφορά νέων πελατών και διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών, και προσδιόρισε τη δίκαιη αποζημίωση πελατείας στο μισό του μέσου ετήσιου όρου αμοιβών της τελευταίας πενταετίας (416.349,96 ευρώ), με επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες. Ο αναιρετικός λόγος από 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμος, καθώς δεν υπήρξε παραβίαση ουσιαστικού δικαίου ούτε έλλειψη νόμιμης βάσης. Ο λόγος από 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ κρίθηκε απαράδεκτος, επειδή ο προβαλλόμενος υπολογισμός με έτη πέραν της τελευταίας πενταετίας είναι μη νόμιμος κατά το άρθρο 9 § 1 π.δ. 219/1991. Η επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ ήταν ανεφάρμοστη.
Απορρίπτει την από 22-08-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "...". Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την άνω αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1519/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.4%
Υπήρξε σύμβαση μικτή εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής για αυτοκίνητα σε συγκεκριμένη περιοχή, με διάρκεια από 1-4-1993 έως 31-3-1998, η οποία έδινε δύο τρόπους πώλησης (διαμεσολάβηση στο όνομα του προμηθευτή ή αγορά-μεταπώληση). Ο διανομέας λειτουργούσε πολλαπλά σημεία πώλησης και χρησιμοποιούσε εξουσιοδοτημένα συνεργεία συντήρησης που ο προμηθευτής γνώριζε και ενέκρινε. Ο προμηθευτής ίδρυσε υποκατάστημα στην ίδια περιοχή και προέβη σε καταγγελία στις 16-2-1995, επικαλούμενος έλλειψη ιδίου συνεργείου. Ο διανομέας προσέλκυσε περίπου 775 νέους πελάτες, δαπανώντας περί τα 40.000.000 δρχ. σε διαφήμιση. Καθαρά κέρδη: 58.377.007 δρχ. (1993) και 69.970.244 δρχ. (1994). Συμφωνήθηκαν και επιτεύχθηκαν στόχοι πωλήσεων και ανταλλακτικών, με πριμ 6.637.500 δρχ. και 8.811.948 δρχ. αντίστοιχα, και συμμετοχή στη διαφήμιση 4.032.500 δρχ. Διαφυγόντα κέρδη εκτιμήθηκαν σε 267.460.325 δρχ., με προβλεπόμενη αύξηση κερδοφορίας κατά 10% ετησίως. Αποζημίωση πελατείας υπολογίστηκε σε 144.131.834 δρχ.
Το άρθρο 9 § 1 του π.δ. 219/1991 κατοχυρώνει αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση εμπορικής αντιπροσωπείας όταν ο αντιπρόσωπος εισήγαγε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη. Κατά το άρθρο 14 § 4 ν. 3557/2007 και τη νομολογία, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται αναλογικά σε αποκλειστική διανομή όταν ο διανομέας αποτελεί μέρος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Το άρθρο 8 §§3-4,8 π.δ. 219/1991 ρυθμίζει έκτακτη καταγγελία με σπουδαίο λόγο, ενώ το άρθρο 216 ΚΠολΔ απαιτεί συγκεκριμένα περιστατικά για ορισμένο διαφυγόν κέρδος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο διανομέας προσέλκυσε περίπου 775 νέους πελάτες, διεύρυνε το πελατολόγιο, και ο προμηθευτής διατήρησε οφέλη (αντικαταστάσεις οχημάτων, συντήρηση, ανταλλακτικά). Καθαρά κέρδη: 58.377.007 δρχ. (1993) και 69.970.244 δρχ. (1994). Διαφημιστικές δαπάνες περί τις 40.000.000 δρχ. και καταβληθέντα πριμ 6.637.500 δρχ. (αυτοκίνητα) και 8.811.948 δρχ. (ανταλλακτικά). Δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση ίδρυσης ιδίου συνεργείου. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις αποζημίωσης πελατείας και ότι η αξίωση διαφυγόντος κέρδους ήταν ορισμένη, στηριζόμενη σε προμήθειες, ποσοστά, υποδομές και προβλεπτή κερδοφορία. Η έκτακτη καταγγελία στερείται σπουδαίου λόγου, άρα συνεπάγεται ευθύνη για ζημία.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι: (α) η αγωγή για διαφυγόν κέρδος ήταν ορισμένη κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, με επίκληση προμηθειών, ποσοστών κέρδους, υποδομών, προπαρασκευαστικών μέτρων και προβλεπτής αύξησης (6% προμήθειες, 14% πωλήσεις αυτοκινήτων, 10% ανταλλακτικά), (β) πληρούνται οι προϋποθέσεις αποζημίωσης πελατείας κατά το π.δ. 219/1991 (εισφορά περίπου 775 νέων πελατών, διατήρηση ουσιαστικών ωφελημάτων μετά τη λύση, δίκαιο ποσό 144.131.834 δρχ.), (γ) οι αιτιολογίες του Εφετείου είναι σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές για τα κρίσιμα ζητήματα (πελατεία, οφέλη, ορισμένο διαφυγόντος κέρδους), (δ) ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας ως προς τα διαφυγόντα κέρδη ήταν μη νόμιμος, ενώ τυχόν δραστηριότητα μετά τη λύση μόνο θεμελιώνει ένσταση άρθρου 300 ΑΚ, και (ε) δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση ίδρυσης ιδίου συνεργείου ούτε σπουδαίος λόγος για έκτακτη καταγγελία, άρα η πρόωρη λύση γεννά υποχρέωση αποζημίωσης (συνολικά 431.074.107 δρχ.).
Απορρίπτει την από 7-10-2010 αίτηση και τους, με το από 10-10-2011 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 3367/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
1518/2013
2013Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.4%
Προμηθευτής με αποκλειστική εισαγωγή αυτοκινήτων διόρισε διανομέα ως επίσημο έμπορο για την αγορά συγκεκριμένου νομού, με μικτή σύμβαση (διαμεσολάβηση ή αγορά και μεταπώληση), διάρκειας 1.4.1993–31.3.1998. Συμφωνήθηκαν στόχοι πωλήσεων (1.100 αυτοκίνητα για το 1994), πριμ ανά αυτοκίνητο (50.000 δρχ.), παράδοση 50 αυτοκινήτων επίδειξης και διαφημιστική δαπάνη 20.000.000 δρχ. ανά έτος με συμμετοχή 50%. Ο διανομέας λειτούργησε σημεία πώλησης και χρησιμοποίησε εξουσιοδοτημένα συνεργεία που ο προμηθευτής ενέκρινε. Στις 9.1.1995 ο προμηθευτής κατήγγειλε πρόωρα τη σύμβαση. Ο διανομέας διαμεσολάβησε σε 220 πωλήσεις το 1993 και 227 το 1994, αγόρασε και μεταπώλησε 125 (1993) και 264 (1994) αυτοκίνητα, με καθαρά κέρδη 14.814.885 δρχ. (1993) και 58.841.755 δρχ. (1994). Προσέλκυσε περίπου 886 νέους πελάτες και δαπάνησε 8.077.441 δρχ. για διαφήμιση (1994). Προσδοκώμενα κέρδη 1995–3/1998 υπολογίστηκαν με αύξηση 10% ετησίως (224.922.606 δρχ.). Αποζημίωση πελατείας προσδιορίστηκε σε 102.470.893 δρχ. και πριμ στόχων 9.558.000 δρχ.
Το άρθρο 9 § 1(γ) του π.δ. 219/1991 προβλέπει αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας όταν ο αντιπρόσωπος έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά υποθέσεις, ο εντολέας διατηρεί οφέλη και η καταβολή είναι δίκαιη. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται αναλογικά σε σύμβαση αποκλειστικής διανομής με ουσιώδη στοιχεία αντιπροσωπείας. Το άρθρο 8 §§3-4-8 ρυθμίζει καταγγελία και σπουδαίο λόγο, ενώ το άρθρο 216 ΚΠολΔ απαιτεί εξειδίκευση για διαφυγόν κέρδος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο διανομέας προσέλκυσε περίπου 886 νέους πελάτες, με σημαντική αύξηση κύκλου εργασιών. Τα καθαρά κέρδη ήταν 14.814.885 δρχ. (1993) και 58.841.755 δρχ. (1994), με διαφήμιση 8.077.441 δρχ. και πριμ στόχων 9.558.000 δρχ. Η καταγγελία στις 9.1.1995 ήταν πρόωρη χωρίς σπουδαίο λόγο. Τα προσδοκώμενα κέρδη 1995–3/1998 προσδιορίστηκαν με 10% ετήσια αύξηση (224.922.606 δρχ.). Εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 9 §1(γ), έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αποζημίωσης πελατείας (νέοι πελάτες, διατήρηση ωφελημάτων, δικαιοσύνη) και ότι η αγωγή για διαφυγόν κέρδος ήταν ορισμένη κατά άρθρο 216 ΚΠολΔ, αφού εκτέθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία εσόδων, εξόδων, ποσοστών και προπαρασκευαστικών μέτρων.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι: (α) το δικαστήριο της ουσίας ορθά δέχθηκε αναλογική εφαρμογή του π.δ. 219/1991 στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και ότι συντρέχουν τα κριτήρια της αποζημίωσης πελατείας (νέοι πελάτες, ουσιαστικά οφέλη μετά τη λύση, δίκαιο ποσό), (β) η καταγγελία ήταν πρόωρη χωρίς σπουδαίο λόγο, (γ) η αγωγή για διαφυγόν κέρδος ήταν επαρκώς ορισμένη με λεπτομερή στοιχεία προμηθειών, ποσοστών κέρδους, υποδομών και αναμενόμενης αύξησης 10% ανά έτος, προσδιορίζοντας συνολικά 224.922.606 δρχ., (δ) αναγνωρίστηκε πριμ στόχων 9.558.000 δρχ. και συμμετοχή στη διαφημιστική δαπάνη 3.345.890 δρχ., ενώ οι αναιρετικές αιτιάσεις περί έλλειψης νόμιμης βάσης και μη λήψης ισχυρισμών είτε ήταν αβάσιμες είτε απαράδεκτες.
Απορρίπτει την από 27-9-2010 αίτηση και τους, με το από 10-10201 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 3366/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
1481/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.0%
Υπήρχε σύμβαση αορίστου χρόνου για αποκλειστική διανομή προϊόντων (παγωτών) μεταξύ προμηθευτή και διανομέα. Ο διανομέας διαμαρτυρήθηκε με εξώδικη δήλωση για την καταγγελία και δήλωσε πρόθεση άσκησης δικαιωμάτων. Ζητήθηκαν διαφυγόντα κέρδη 1.199.220,86 ευρώ, αποζημίωση πελατείας 148.599 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 500.000 ευρώ για την περίοδο 2003-2007. Η καταγγελία έγινε λόγω επανασχεδιασμού της εμπορικής και οικονομικής πολιτικής του προμηθευτή, χωρίς δυσφημιστικές διαδόσεις. Υπήρχαν οικονομικές απαιτήσεις του προμηθευτή κατά του διανομέα ύψους 96.861,76 ευρώ.
Το άρθρο 8 § 4 π.δ. 219/1991 προβλέπει ότι σε συμβάσεις εμπορικού αντιπροσώπου τα διαφυγόντα κέρδη μετά από καταγγελία μπορούν να υπολογισθούν για εύλογο διάστημα, κατά κανόνα έως έξι μήνες. Παράλληλα, το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 919 και 932 ΑΚ, θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης όταν υπάρχει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υφίστατο σύμβαση αορίστου χρόνου αποκλειστικής διανομής προϊόντων (παγωτών). Ο διανομέας διαμαρτυρήθηκε με εξώδικη δήλωση για την καταγγελία και προέβαλε αξιώσεις: διαφυγόντα κέρδη 1.199.220,86 ευρώ, αποζημίωση πελατείας 148.599 ευρώ και ηθική βλάβη 500.000 ευρώ για την πενταετία 2003-2007. Η καταγγελία έγινε λόγω επανασχεδιασμού της εμπορικής και οικονομικής πολιτικής του προμηθευτή, χωρίς δυσφημιστικές διαδόσεις. Υπήρχαν επίσης οικονομικές αξιώσεις του προμηθευτή κατά του διανομέα ύψους 96.861,76 ευρώ. Εφαρμόζοντας το άρθρο 8 § 4 π.δ. 219/1991, έκρινε ότι τα διαφυγόντα κέρδη, υπολογιζόμενα ως μικτά χωρίς αφαίρεση δαπανών, μπορούν να αξιωθούν μόνο για εξάμηνο και όχι για πενταετία. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, η καταγγελία που υπαγορεύθηκε από επιχειρηματικό επανασχεδιασμό δεν υπερέβη προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, και, ελλείψει δυσφημιστικών ενεργειών, δεν στοιχειοθετήθηκε αδικοπραξία ούτε δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Απορρίφθηκε ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, διότι η εφετειακή κρίση περί οφειλής διαφυγόντων κερδών μόνο για εξάμηνο δεν αντίκειται στην αναιρετική απόφαση που αφορούσε τον τρόπο υπολογισμού (μικτά/καθαρά). Ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ήταν απαράδεκτος επειδή δεν προτάθηκε δεδικασμένο στο δικαστήριο της ουσίας και πάντως αβάσιμος. Οι λόγοι από τα άρθρα 559 αριθ. 8 περ. α, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 11 και 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ήταν απαράδεκτοι λόγω αοριστίας ή μη έρευνας της ουσίας όταν το αίτημα απορρίπτεται ως μη νόμιμο. Ως προς την αξίωση για ηθική βλάβη, δεν στοιχειοθετήθηκε αδικοπραξία κατά τα άρθρα 281, 914, 919, 932 ΑΚ, αφού η καταγγελία έγινε στο πλαίσιο επιχειρηματικού επανασχεδιασμού χωρίς δυσφημιστικές ενέργειες και το εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες.
Απορρίπτει την από 15-3-2012 αίτηση του Ι. Λ. για αναίρεση της 5302/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους από 30-11-2012 πρόσθετους λόγους της. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
101/2018
2018Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.0%
Δύο διανομείς κατήρτισαν με εταιρεία γαλακτοκομικών προϊόντων συμβάσεις αποκλειστικής διανομής κατά τα έτη 2000 και 2005, αντίστοιχα, για ορισμένο χρόνο, οι οποίες ανανεώνονταν συνεχώς και κατέστησαν αορίστου χρόνου. Ανέλαβαν την προώθηση γαλακτοκομικών προϊόντων και χυμών σε συγκεκριμένες περιοχές του νομού Αττικής αντί αμοιβής 6,2% επί της προ ΦΠΑ αξίας των τιμολογίων πώλησης, η οποία από 1-1-2008 αυξήθηκε σε 6,7%. Διέθεταν αυτοκίνητο-ψυγείο, βοηθό, ηλεκτρονικό υπολογιστή παλάμης συνδεδεμένο με το μηχανογραφικό σύστημα της εταιρείας. Μεταπωλούσαν τα προϊόντα στην ίδια τιμή που τα αγόραζαν, στο δικό τους όνομα και για λογαριασμό τους. Επιβαρύνονταν με τα λειτουργικά έξοδα (κίνηση, συντήρηση, ασφάλιση αυτοκινήτου, αμοιβές προσωπικού). Ο τζίρος του πρώτου διανομέα από 1-10-2007 έως 30-9-2008 ήταν 919.541 ευρώ και του δευτέρου 939.510 ευρώ. Η εταιρεία κατήγγειλε τις συμβάσεις την 1-10-2008 χωρίς την τήρηση προθεσμίας προμήνυσης.
Το άρθρο 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991 ορίζει ότι η προθεσμία καταγγελίας σύμβασης αορίστου χρόνου είναι έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Το άρθρο 9 παρ. 1γ προβλέπει ότι η χορήγηση αποζημίωσης πελατείας δεν στερεί την αξίωση για ανόρθωση περαιτέρω ζημίας λόγω διαφυγόντων κερδών. Το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 3557/2007 ορίζει ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διανομείς αγόραζαν κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εταιρείας και τα μεταπωλούσαν σε τρίτους στο όνομά τους, ακολουθώντας τις οδηγίες της ως προς την εμφάνιση και ποιότητα, διαφημίζοντας το σήμα της, διατηρώντας με δικά τους έξοδα κατάλληλη υποδομή. Τελούσαν σε έντονη επιχειρησιακή εξάρτηση, συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας, το πελατολόγιό τους ήταν γνωστό στην εταιρεία και η αμοιβή τους καθοριζόταν σε ποσοστό επί των πωλήσεων. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 14 παρ. 4 ν. 3557/2007, το δικαστήριο έκρινε ότι οι διανομείς ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εταιρείας, με την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση με τον εμπορικό αντιπρόσωπο. Ωστόσο, κατά τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών έλαβε ως βάση τα μεικτά και όχι τα καθαρά κέρδη, χωρίς να αφαιρέσει τα έξοδα που εξοικονόμησαν οι διανομείς από την πρόωρη λήξη.
Η αίτηση αναιρέσεως έγινε εν μέρει δεκτή διότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 298 ΑΚ και 9 παρ. 1γ π.δ. 219/1991 ως προς τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών. Συγκεκριμένα, δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς γιατί ελήφθησαν ως βάση υπολογισμού τα μεικτά και όχι τα καθαρά κέρδη που πραγματοποίησε ο καθένας κατά το τελευταίο προ της καταγγελίας έτος, παρά το ότι οι αναιρεσείουσες είχαν επικαλεσθεί ρητά ότι από τις αμοιβές θα έπρεπε να αφαιρεθούν τα έξοδα που εξοικονόμησαν οι αναιρεσίβλητοι από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας. Επιπλέον, το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς προσδιόρισε το ύψος των καθαρών κερδών κατά την έρευνα άλλου κονδυλίου, χωρίς όμως να τα λάβει ως βάση για τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών.
Αναιρεί εν μέρει για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό την 6254/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών και τα ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
984/2019
2019Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.9%
Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (διανομέας) συνήψε τον Φεβρουάριο 2006 σύμβαση αποκλειστικής διανομής γαλακτοκομικών προϊόντων στη νήσο Λέσβο με ανώνυμη εταιρεία (εντολέας). Η αμοιβή-προμήθεια ήταν 8% επί της καθαρής αξίας των προϊόντων, με πρόσθετη προμήθεια 3% επί του καθαρού τζίρου σε περίπτωση επίτευξης στόχων. Η πληρωμή γινόταν με πίστωση 15 ημερών μέσω μεταχρονολογημένων επιταγών. Στις 5-5-2009 καταρτίστηκε νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου με λήξη την 31-12-2011. Κατά τον χρόνο αυτό το χρέος του διανομέα ήταν 568.854,94 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε στις 29-5-2009 και αποδέχθηκε συναλλαγματική 600.000 ευρώ με δυνατότητα πληρωμής εντός πέντε ετών. Ο διανομέας αύξησε την πελατεία από 224 σε 554 πελάτες και τον τζίρο από 900.000 ευρώ σε 2.190.365,79 ευρώ. Στις 10-5-2010 ο εντολέας κατήγγειλε τη σύμβαση επικαλούμενος διόγκωση χρέους σε 571.895,63 ευρώ και συστηματική υπερημερία.
Το άρθρο 8 § 3 και § 8 του π.δ. 219/1991 ορίζει ότι σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου λύεται με την πάροδο του χρόνου ή με καταγγελία μόνο αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ενώ το άρθρο 9 § 1 και § 3 προβλέπει δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας μετά τη λύση της σύμβασης, εκτός αν ο εντολέας καταγγείλει λόγω υπαιτιότητας του αντιπροσώπου που δικαιολογεί καταγγελία κατά πάντα χρόνο. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι το χρέος του διανομέα κατά τη σύναψη της σύμβασης 5-5-2009 ήταν 568.854,94 ευρώ και κατά την καταγγελία 10-5-2010 ανερχόταν σε 571.895,63 ευρώ, δηλαδή αυξήθηκε μόλις κατά 3.040,69 ευρώ. Παράλληλα δέχθηκε ότι ο διανομέας ζητούσε αντικατάσταση επιταγών και δεν προσήλθε σε ορισθείσα συνάντηση, ενώ αμφισβήτησε την αναγνώριση χρέους. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το Εφετείο έκρινε αντιφατικά ότι η αύξηση χρέους κατά 3.040,69 ευρώ δεν συνιστά διόγκωση ικανή να διαλύσει αρμονική συνεργασία, χωρίς να διευκρινίσει γιατί αποκλείεται η νόμιμη απαίτηση άμεσης εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων μετά την ανοχή.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το χρέος αυξήθηκε μόλις κατά 3.040,69 ευρώ και υπήρχαν σημαντικά προβλήματα στις οικονομικές σχέσεις, κρίνει αντιφατικά ότι δεν υπάρχει διόγκωση χρέους ικανή να διαλύσει την αρμονική συνεργασία, χωρίς να αιτιολογήσει γιατί αποκλείεται η νόμιμη απαίτηση άμεσης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων μετά την ανοχή. Επιπλέον, ως προς την αποζημίωση πελατείας, ενώ δέχεται ότι η σύμβαση πληροί τα χαρακτηριστικά αποκλειστικής διανομής, αντιφατικά αναφέρει ότι στις υπεραγορές ο διανομέας λειτούργησε ως απλός διακινητής, χωρίς να διευκρινίζει αν οι πωλήσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό της αποζημίωσης.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 25-4-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων" για αναίρεση της υπ' αριθ. 353/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΑΝΑΙΡΕΙ υπ' αριθ. 353/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών . ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
1447/2012
2012Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.9%
Υπήρξε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας από 1/4/1991 για προώθηση εκρηκτικών προϊόντων, με διάρκεια έως 31/12/1992 και παράταση έως 31/12/1993. Συμφωνήθηκε μηνιαία αμοιβή 120.000 δρχ. (1991) και 140.000 δρχ. (1992) και κλιμακούμενη προμήθεια: 1,5% έως 200.000.000 δρχ., 2% άνω των 200.000.000 δρχ. και 3% άνω των 300.000.000 δρχ. Η σύμβαση προέβλεπε δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης παραγγελιών μόνο για αφερέγγυους πελάτες και αποζημίωση σε περίπτωση παραβίασης. Κατά τα έτη 1991-1992 έμειναν ανεκτέλεστες παραγγελίες 15 πελατών, συνολικής αξίας 1.254.376.578 δρχ. (1991) και 1.428.138.712 δρχ. (1992), ενώ οι πελάτες ήταν φερέγγυοι. Η μη εκτέλεση οφειλόταν σε οικονομικά προβλήματα του προμηθευτή, έλλειψη πρώτων υλών, απεργίες και προτεραιοποίηση συμβάσεων με ποινικές ρήτρες. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος απώλεσε προμήθειες 33.631.297,34 δρχ. (98.697,86 €) για το 1991 και 38.844.161,36 δρχ. (113.996,07 €) για το 1992, συνολικά 212.693,93 €. Υπήρξε εξώδικη δήλωση καταγγελίας στις 28/6/1993 για μετά την 31/12/1993.
Το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ απαιτεί η αγωγή να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και του αιτήματος· η παραβίαση ελέγχεται αναιρετικά κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 όταν το δικαστήριο απαιτεί περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία από τον νόμο. Το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 ΚΠολΔ ιδρύουν λόγους για μη λήψη «πραγμάτων» και για έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι δεν υφίσταται καταχρηστικότητα από απλή αδράνεια μικρότερη της παραγραφής ή από πεποίθηση του οφειλέτη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας (1/4/1991–31/12/1993), με προμήθειες 1,5%–3% και μηνιαία αμοιβή 120.000–140.000 δρχ. Έμειναν ανεκτέλεστες παραγγελίες 15 πελατών συνολικής αξίας 1.254.376.578 δρχ. (1991) και 1.428.138.712 δρχ. (1992). Οι πελάτες ήταν φερέγγυοι, ενώ η μη εκτέλεση οφειλόταν σε υπαιτιότητα του προμηθευτή (έλλειψη πρώτων υλών, απεργίες, προτεραιότητα σε συμβάσεις με ποινικές ρήτρες). Οι προμήθειες που απωλέσθηκαν ανήλθαν σε 98.697,86 € (1991) και 113.996,07 € (1992), σύνολο 212.693,93 €. Εφαρμόζοντας το άρθρο 216 § 1, έκρινε ότι η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη και οι πρόσθετες απαιτήσεις αφορούσαν εκτίμηση αποδείξεων. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19, οι αιτιάσεις ήταν επιχειρήματα και όχι αυτοτελή «πράγματα». Με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, η επίκληση καταχρηστικότητας απορρίφθηκε, οπότε η αποζημίωση ισούται με τις προμήθειες που θα είχαν καταβληθεί αν οι παραγγελίες εκτελούνταν.
Η αγωγή κρίθηκε ορισμένη κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, αφού περιείχε τα αναγκαία περιστατικά (σύμβαση, προμήθειες 1,5%–3%, αξίες ανεκτέλεστων παραγγελιών 1.254.376.578 δρχ. και 1.428.138.712 δρχ., συνολικές απώλειες προμηθειών 212.693,93 €). Οι αιτιάσεις για ελλιπή αιτιολογία και μη εξέταση ισχυρισμών αφορούσαν επιχειρήματα και όχι «πράγματα» (άρθρο 559 αριθ. 8, 19 ΚΠολΔ), ενώ ο ισχυρισμός περί παραμόρφωσης εγγράφου ήταν απαράδεκτος (άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ) αφού επρόκειτο για εκτίμηση αποδείξεων. Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης απορρίφθηκε, διότι, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η παραμονή του εμπορικού αντιπροσώπου και η συνεργασία για εκκαθαρίσεις δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση δικαιώματος. Καθώς η μη εκτέλεση παραγγελιών οφειλόταν σε υπαιτιότητα του προμηθευτή και οι πελάτες ήταν φερέγγυοι, η αναίρεση απορρίφθηκε.
Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 55/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
364/2014
2014Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.9%
Καταρτίστηκε το 1994 άτυπη, διαρκής μικτή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής αυτοκινήτων και ανταλλακτικών σε συγκεκριμένη περιοχή, με υποχρέωση διατήρησης κάθετης μονάδας (έκθεση, αποθήκη, συνεργείο) σε κατάστημα επί λεωφόρου, αίθουσα 839 τ.μ. και πατάρι 455 τ.μ. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος/διανομέας χρησιμοποίησε ευδιάκριτα σήματα του αντιπροσωπευόμενου, τήρησε ρήτρα μη ανταγωνισμού και λειτούργησε με μονομερώς επιβαλλόμενους στόχους, προμήθειες, τιμές και υποχρεωτικά αποθέματα. Εγκαταστάθηκε λογισμικό με πρόσβαση του αντιπροσωπευόμενου σε πλήρη στοιχεία πελατείας. Κατά 1-11-1998 έως 31-10-2003 πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις 2.157 αυτοκινήτων (προμήθειες 653.906,43 ευρώ), απευθείας μεταπωλήσεις 36 αυτοκινήτων (κέρδος 18.593 ευρώ), πωλήσεις ανταλλακτικών 4.728.029,21 ευρώ με κόστος 4.051.240,26 ευρώ (μικτό κέρδος 676.798,95 ευρώ) και έσοδα υπηρεσιών (service) 2.814.201,24 ευρώ. Υπήρξε πτωτική τάση πωλήσεων από το 2000 έως 2003. Η σύμβαση καταγγέλθηκε στις 23-9-2002 με προθεσμία έως 30-9-2003, ενώ η πελατεία και οι σχετικές υπηρεσίες μετά την πώληση παρέμειναν στον αντιπροσωπευόμενο.
Το άρθρο 9 § 1 π.δ. 219/1991 καθιερώνει αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας όταν ο αντιπρόσωπος εισφέρει νέους πελάτες ή προάγει σημαντικά τις υποθέσεις και ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί ουσιαστικά οφέλη· η αποζημίωση είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις και δεν υπερβαίνει τον μέσο ετήσιο όρο αμοιβών της τελευταίας πενταετίας. Η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 είναι δυνατή σε συμβάσεις διανομής με όμοια ουσιώδη χαρακτηριστικά, ενώ ο έγγραφος τύπος του άρθρου 8 δεν αποτελεί συστατικό. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αντιπρόσωπος/διανομέας εισήγαγε σταθερή πελατεία (άνω των 5.000), με πλήρη ένταξη στο δίκτυο, και κατέγραψε κατά 1999-2003 προμήθειες 653.906,43 ευρώ από 2.157 πωλήσεις, μικτό κέρδος 18.593 ευρώ από μεταπωλήσεις αυτοκινήτων, μικτό κέρδος 676.798,95 ευρώ από ανταλλακτικά και έσοδα υπηρεσιών 2.814.201,24 ευρώ. Υπήρξε πτωτική τάση πωλήσεων μετά το 2000. Εφαρμόζοντας το άρθρο 9 § 1, έκρινε ότι διατηρούνται ουσιαστικά οφέλη για τον αντιπροσωπευόμενο (πελατεία, υπηρεσίες μετά την πώληση), ότι η καταβολή είναι δίκαιη και προσμέτρησε μικτό κέρδος και έσοδα service στον μέσο ετήσιο όρο (832.699,92 ευρώ), καθορίζοντας την εύλογη αποζημίωση στο ήμισυ λόγω πτωτικής πορείας πωλήσεων. Η άτυπη κατάρτιση δεν αποκλείει την εφαρμογή του π.δ. 219/1991.
Η αναλογική εφαρμογή των άρθρων 8 και 9 π.δ. 219/1991 σε μικτή σύμβαση αντιπροσωπείας-διανομής είναι επιτρεπτή και ορθά κρίθηκε ότι ο έγγραφος τύπος δεν είναι συστατικός, συνεπώς η άτυπη σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής. Η αποζημίωση πελατείας τεκμηριώθηκε από τη διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών (πελατολόγιο, υπηρεσίες μετά την πώληση) και ο υπολογισμός του μέσου ετήσιου όρου συμπεριέλαβε ορθά προμήθειες, μικτό κέρδος μεταπωλήσεων και ανταλλακτικών, καθώς και έσοδα service (σύνολο 4.163.499,62 ευρώ· μέσος όρος 832.699,92 ευρώ). Η εύλογη αποζημίωση ορίστηκε στο ήμισυ (416.349,96 ευρώ) λόγω πτωτικής τάσης πωλήσεων. Ο ισχυρισμός περί γνωστότητας των προϊόντων λόγω διαφήμισης δεν αποκλείει τη διατήρηση ωφελειών και δεν συνιστά «πράγμα» κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ενώ ελήφθη ουσιαστικά υπόψη και απορρίφθηκε. Ως εκ τούτων, οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίθηκαν αβάσιμοι.
Απορρίπτει την από 23-05-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "…". Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την άνω αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1766/2014
2014Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.9%
Υπήρχε μικτή εμπορική συνεργασία: εμπορική αντιπροσώπευση για πώληση αυτοκινήτων με προμήθεια και αποκλειστική διανομή ανταλλακτικών με αγορά με έκπτωση και μεταπώληση με εμπορικό κέρδος. Ο διανομέας λειτουργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας, το πελατολόγιο ήταν σε γνώση του προμηθευτή και μετά τη λύση περιέρχεται σε αυτόν. Η καταγγελία έλαβε χώρα στις 25-9-2002 για λόγους αναδιάρθρωσης δικτύου, με επενέργεια στις 30-9-2003, χωρίς υπαιτιότητα του διανομέα. Η αποζημίωση πελατείας υπολογίστηκε βάσει της πενταετίας πριν την καταγγελία (1998-2002), χωρίς εφαρμογή ποσοστού «φύρας» 40% ή προεξοφλητικού τόκου 5%. Το συνολικό ποσό αποζημίωσης πελατείας ανερχόταν σε 30.012,95 ευρώ.
Το άρθρο 9 § 1 π.δ. 219/1991 προβλέπει δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας στον εμπορικό αντιπρόσωπο μετά τη λύση της σύμβασης, εφόσον ο αντιπρόσωπος έφερε νέους πελάτες ή αύξησε σημαντικά τις συναλλαγές και ο επιχειρηματίας εξακολουθεί να ωφελείται. Κατά ανάλογη εφαρμογή, σε σύμβαση αποκλειστικής διανομής που προσομοιάζει ουσιωδώς στην αντιπροσωπεία, εφαρμόζονται τα άρθρα 8 και 9 του π.δ. 219/1991. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχε μικτή σύμβαση: αντιπροσώπευση αυτοκινήτων με προμήθεια και αποκλειστική διανομή ανταλλακτικών με εμπορικό κέρδος. Η καταγγελία έγινε στις 25-9-2002 για λόγους αναδιάρθρωσης, με αποτελέσματα την 30-9-2003. Η πελατεία είχε αυξηθεί μέσω δραστηριοποίησης του διανομέα, το πελατολόγιο ήταν γνωστό και αξιοποιήσιμο από τον προμηθευτή. Η αποζημίωση υπολογίστηκε στην πενταετία 1998-2002 και ανήλθε σε 30.012,95 ευρώ. Εφαρμόζοντας το άρθρο 9 § 1 και την ανάλογη εφαρμογή του σε αποκλειστική διανομή, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης πελατείας επί της συνολικής δραστηριότητας. Απέκρουσε ισχυρισμούς περί «απλής» διανομής, περί ανεπαρκών στοιχείων και περί «φύρας» 40% ή προεξοφλητικού τόκου, ως μη κρίσιμους ή αβάσιμους.
Ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρίφθηκε διότι η αποζημίωση πελατείας είχε σωρευθεί επικουρικά και, μετά την κρίση περί έγκυρης λύσης, νομίμως ερευνήθηκε. Ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρίφθηκε διότι η απόφαση αιτιολόγησε επαρκώς ότι η σύμβαση ήταν μικτή με αποκλειστική διανομή και ότι εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 8 και 9 π.δ. 219/1991. Οι λόγοι των άρθρων 559 αρ. 8 και 11 περ. γ’ ΚΠολΔ κρίθηκαν αβάσιμοι, αφού ελήφθησαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα (περιλαμβανομένης της ένορκης κατάθεσης) και έγινε ανέλεγκτη πραγματική κρίση για την ιδιότητα αντιπροσώπου/αποκλειστικού διανομέα. Οι ισχυρισμοί περί αοριστίας και υπολογισμού της αποζημίωσης δεν συνιστούσαν «πράγματα» και, πάντως, αντιμετωπίστηκαν: ορθώς υπολογίστηκε η πενταετία 1998-2002, η καταγγελία 25-9-2002 με επενέργεια 30-9-2003, και δεν εφαρμόστηκαν «φύρα» 40% ή προεξοφλητικός τόκος 5%. Ο ισχυρισμός περί μη νόμιμης επαναφοράς προτάσεων ήταν αόριστος και αβάσιμος.
Απορρίπτει την από 15-1-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. I. Θ. Α.Ε.." για αναίρεση της 5036/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμό 8870324, σειρά VI, της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού στο Δημόσιο Ταμείο.
523/2017
2017Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.9%
Μεταξύ εμπορικού αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενης εταιρίας λειτούργησαν συμβάσεις αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου από 8/3/1993, 31/3/1998 και 15/3/1999, οι οποίες έληξαν την 31/12/1994 η πρώτη και την 31/12/1999 η δεύτερη και η τρίτη, χωρίς να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Από τον Ιανουάριο του 2000 η συνεργασία συνεχίστηκε με άλλη μορφή, με τον εμπορικό αντιπρόσωπο να λειτουργεί ως μεταπωλητής εντεταλμένος σε παράλληλο δίκτυο μεταπωλητών, αγοράζοντας τα προϊόντα με χαμηλότερες τιμές, χωρίς καταβολή προμήθειας ή άλλης έκπτωσης. Στις 30/7/2001, μετά τη λήξη των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ο εμπορικός αντιπρόσωπος επέδωσε εξώδικη καταγγελία για σπουδαίο λόγο αναγόμενο σε αντισυμβατική συμπεριφορά της αντιπροσωπευόμενης.
Το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991 προβλέπει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις για την αποζημίωση πελατείας: α) εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες, β) διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λύση της σύμβασης, και γ) η καταβολή να είναι δίκαιη. Τυπική προϋπόθεση είναι η λύση της σύμβασης, ανεξάρτητα από τον λόγο λύσης. Η αξίωση γεννιέται και σε περίπτωση λύσης ορισμένου χρόνου σύμβασης με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου. Το Εφετείο δέχτηκε ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου έληξαν χωρίς να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, και ότι μετά τη λήξη τους ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο έκρινε αβάσιμο. Με βάση την αξιολόγηση των ισχυρισμών ως αβασίμων, δέχτηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα φέρει η αντιπροσωπευόμενη. Εφαρμόζοντας εσφαλμένα το άρθρο 9 παρ. 3 π.δ. 219/1991, το Εφετείο απέρριψε την αξίωση αποζημίωσης πελατείας, αξιώνοντας ως πρόσθετη προϋπόθεση την υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου, ενώ η διάταξη αυτή αφορά μόνο την καταγγελία από τον εμπορικό αντιπρόσωπο, όχι τη λήξη ορισμένου χρόνου σύμβασης.
Η αίτηση αναιρέσεως έγινε δεκτή διότι το Εφετείο υπέπεσε σε ευθεία παραβίαση του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του π.δ. 219/1991, αξιώνοντας ως πρόσθετη προϋπόθεση θεμελίωσης του δικαιώματος αποζημίωσης πελατείας λόγω λήξεως ορισμένου χρόνου σύμβασης την ύπαρξη υπαιτιότητας του αντιπροσωπευόμενου, και εφάρμοσε τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 9, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, εξαρτώντας τη γέννηση του δικαιώματος από τη βασιμότητα μεταγενέστερης καταγγελίας που δεν ασκούσε έννομη επιρροή. Επιπλέον, το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε στην αναιρετική 592/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία είχε κρίνει ότι δεν απαιτείται αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά του αντιπροσωπευόμενου για τη γέννηση της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας σε περίπτωση λήξης ορισμένου χρόνου σύμβασης.
Αναιρεί την 1185/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
1277/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.8%
Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας συνήφθη στις 21-6-1990, με προγενέστερη επιστολή αποδοχής 13-2-1989, για διανομή αυτοκινήτων σε συγκεκριμένο νομό, με προσδοκία αορίστου διάρκειας και δυνατότητα καταγγελίας. Ο αντιπρόσωπος εμφάνιζε ζημιές στους ισολογισμούς, είχε καθυστερημένες οφειλές από ανταλλακτικά και παρέδιδε συναλλαγματικές αντί μετρητών: 33.215.000 δρχ (29-3-1994) και 71.000.000 δρχ (26-10-1995). Την 15-4-1997 δήλωσε κατακόρυφη πτώση πωλήσεων και εισπράξεων. Ο αντιπροσωπευόμενος απέστειλε προειδοποιήσεις 15-4-1997 και 8-5-1997 ζητώντας εγγυήσεις, και στις 8-7-1997 χορήγησε τρίμηνη προθεσμία για κάλυψη οφειλών. Καταγγελία σύμβασης έγινε στις 20-10-1997. Μετά την καταγγελία προέκυψε οφειλή προς τον αντιπρόσωπο 15.178.804 δρχ από επιστροφή ανταλλακτικών. Υπήρχαν συμφωνημένοι ετήσιοι στόχοι πωλήσεων, με συνεχή πτωτική πορεία πριν την καταγγελία.
Το άρθρο 8 § 8 του π.δ. 219/1991 προβλέπει ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταγγέλλεται οποτεδήποτε χωρίς τήρηση προθεσμιών σε περίπτωση μη εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων ή εκτάκτων περιστάσεων. Το άρθρο 9 § 3 του ίδιου Δ/τος αποκλείει αποζημίωση όταν η καταγγελία οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσώπου. Κατά τον αναιρετικό έλεγχο, οι λόγοι του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ιδίως αρ. 10, 19, 1, 8, 11) θεμελιώνονται σε έλλειψη απόδειξης ή αντιφάσεις/ανεπαρκείς αιτιολογίες, όχι σε απλή εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχαν διαρκείς ζημιές, καθυστερήσεις πληρωμών και αντικαταστάσεις συναλλαγματικών, με οφειλές 33.215.000 δρχ (29-3-1994) και 71.000.000 δρχ (26-10-1995). Την 15-4-1997 δηλώθηκε κατακόρυφη πτώση πωλήσεων και εισπράξεων. Παρά προειδοποιήσεις 15-4-1997, 8-5-1997 (αίτηση εγγυήσεων) και 8-7-1997 (τρίμηνη προθεσμία), δεν υπήρξε συμμόρφωση. Η καταγγελία έγινε στις 20-10-1997. Μετά την καταγγελία οφείλονταν 15.178.804 δρχ από επιστραφέντα ανταλλακτικά. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 8 § 8 και 9 § 3 π.δ. 219/1991, κρίθηκε ότι η μακροχρόνια και συστηματική παραβίαση υποχρεώσεων και η μη επίτευξη συμφωνημένων στόχων πωλήσεων συνιστούν υπαιτιότητα του αντιπροσώπου, δικαιολογούν καταγγελία χωρίς προθεσμία και αποκλείουν αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Οι αναιρετικοί λόγοι περί έλλειψης απόδειξης ή αντιφάσεων απορρίφθηκαν, διότι το πόρισμα στηρίχθηκε σε μάρτυρες και έγγραφα και οι αιτιολογίες ήταν επαρκείς, ενώ οι υπόλοιπες αιτιάσεις αφορούσαν ανελέγκτη εκτίμηση αποδείξεων.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το δικαστήριο της ουσίας αιτιολόγησε επαρκώς, με συνεκτίμηση καταθέσεων και εγγράφων, ότι η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αντιπροσώπου: παρατεταμένες καθυστερήσεις πληρωμών, αντικατάσταση συναλλαγματικών (33.215.000 δρχ το 1994 και 71.000.000 δρχ το 1995), πτώση πωλήσεων/εισπράξεων (επιστολή 15-4-1997), μη παροχή εγγυήσεων παρά τις προειδοποιήσεις (8-5-1997, 8-7-1997). Κατά τα άρθρα 8 § 8 και 9 § 3 π.δ. 219/1991, η καταγγελία ήταν έγκυρη χωρίς προθεσμία και δεν θεμελιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Οι λόγοι του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αρ. 10, 19, 1, 8, 11) κρίθηκαν αβάσιμοι ή απαράδεκτοι, διότι δεν υπήρξε έλλειψη απόδειξης ή αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά απλή αμφισβήτηση της ανελέγκτης εκτίμησης των αποδείξεων.
Απορρίπτει την από 25-7-2011 αίτηση της υπό εκκαθάριση τελούσης Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία: "Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
42/2015
2015Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.8%
Διανομέας λειτουργούσε από το 1961 σύμβαση αορίστου χρόνου για πώληση και εξυπηρέτηση αυτοκινήτων και ανταλλακτικών συγκεκριμένης μάρκας σε ορισμένη περιοχή, με καταβολή μπόνους 3% σε επιτυχημένα τρίμηνα. Ο προμηθευτής απέστειλε στις 24-9-2002 επιστολή για προσαρμογή στο νέο κανονιστικό πλαίσιο και στις 26-9-2002 καταγγελία με προειδοποίηση 12 μηνών, ορίζοντας ως ημερομηνία λήξης τη 30-9-2003 και διακοπή συνεργασίας από 1-10-2003, συνοδευόμενη από αφαίρεση σημάτων και διακοπή εφοδιασμού. Δεν υφίστατο ρητή υποχρέωση μη ανταγωνισμού ούτε αποκλειστική προώθηση, ενώ ο διανομέας προμηθευόταν ίδιας μάρκας αυτοκίνητα και από άλλους προμηθευτές. Ο διανομέας αξίωσε: αποζημίωση πελατείας 48.030,40 ευρώ, διαφυγόντα κέρδη για 1-10-2003 έως 1-10-2005 (ή εναλλακτικά έως 1-10-2004), αποζημίωση 650.000 ευρώ για επενδύσεις (αγορά όμορων οικοπέδων 350.000 ευρώ και κτιριακές εργασίες 300.000 ευρώ), αξία αποθέματος ανταλλακτικών 150.000 ευρώ και επιστροφή συμμετοχής 10.222 ευρώ για εξωτερικές πινακίδες.
Το άρθρο 4 § 1 π.δ. 219/1991 καθορίζει τις υποχρεώσεις εμπορικού αντιπροσώπου (μη ανταγωνισμός, τήρηση απορρήτου, αποκλειστική προώθηση, ενημέρωση πελατολογίου), ενώ το άρθρο 9 προβλέπει αποζημίωση πελατείας. Η νομολογία δέχεται αναλογική εφαρμογή των διατάξεων αυτών μόνο σε διαμεσολαβητικές συμβάσεις που προσομοιάζουν ουσιωδώς στην εμπορική αντιπροσωπεία. Το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η σχέση ήταν απλή διανομή: δεν υπήρχε ρήτρα μη ανταγωνισμού, ούτε αποκλειστική προώθηση ή έλεγχος του προμηθευτή στη δραστηριότητα. Ο προμηθευτής προειδοποίησε στις 26-9-2002 με ισχύ καταγγελίας στις 30-9-2003 και διακοπή από 1-10-2003. Προβλήθηκαν κονδύλια: 48.030,40 ευρώ (πελατεία), διαφυγόντα κέρδη για 2003-2005 (ή 2003-2004), 650.000 ευρώ (επενδύσεις), 150.000 ευρώ (απόθεμα ανταλλακτικών), 10.222 ευρώ (πινακίδες). Εφαρμόζοντας τα παραπάνω, έκρινε ότι δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή του π.δ. 219/1991 σε απλή διανομή, άρα η αποζημίωση πελατείας είναι μη νόμιμη. Η επίκληση των Κανονισμών 1475/1995 και 1400/2002 δεν καθιστά άκυρη την καταγγελία, ελλείψει προϋποθέσεων (αποκλειστική/επιλεκτική διανομή). Η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική κατά 281 ΑΚ. Οι επενδύσεις 650.000 ευρώ δεν συνδέονται αιτιωδώς με την καταγγελία ούτε θεμελιώνουν εντολή. Τα λοιπά κονδύλια στερούνται νόμιμης βάσης ή είναι αόριστα.
Η σύμβαση ήταν απλή διανομή χωρίς υποχρέωση μη ανταγωνισμού και χωρίς αποκλειστική προώθηση, άρα οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 (ιδίως άρθρο 9) δεν εφαρμόζονται ούτε αναλογικά, καθιστώντας μη νόμιμο το κονδύλιο αποζημίωσης πελατείας (48.030,40 ευρώ). Η επίκληση των Κανονισμών 1475/1995/ΕΚ και 1400/2002/ΕΚ δεν θεμελιώνει άκυρη ή άκαιρη καταγγελία, διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις (συνδυασμός αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής), ενώ η καταγγελία με προειδοποίηση 12 μηνών (26-9-2002 έως 30-9-2003) δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Οι δαπάνες 650.000 ευρώ (350.000 για αγορά όμορων οικοπέδων και 300.000 για κτιριακές εργασίες) δεν συνδέονται αιτιωδώς με την καταγγελία και δεν ερείδονται στα άρθρα 721 επ. ΑΚ. Το κονδύλιο αποθέματος ανταλλακτικών 150.000 ευρώ και η συμμετοχή 10.222 ευρώ για πινακίδες δεν θεμελιώνονται σε έγκυρη έννομη βάση, ενώ οι λόγοι αναιρέσεως για αοριστία/μη νόμιμα αιτήματα είναι απαράδεκτοι ή αλυσιτελείς, καθώς η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αόριστη χωρίς ουσιαστική έρευνα πραγματικών περιστατικών.
Απορρίπτει την από 13 Φεβρουαρίου 2013 αίτησης της εταιρίας με την επωνυμία ""Χ. & Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε", για αναίρεση της υπ'αριθ.5106/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
1864/2014
2014Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.7%
Διανομέας προϊόντων παγωτού συνεργαζόταν από το 1982 με προμηθεύτρια, σε αποκλειστικά οριοθετημένες περιοχές, με υποχρέωση χρήσης σημάτων, μη ανταγωνισμού (και για ένα έτος μετά τη λύση), επίτευξης ποσοτικών στόχων και καθημερινές παραδόσεις με δικό του φορτηγό-ψυκτικό θάλαμο. Η αμοιβή ήταν 9,5% επί της τιμής αγοράς, με μείωση σε 5% για πωλήσεις σε super markets από το 1998. Η συνεργασία λειτουργούσε με αλυσιδωτές όμοιες συμβάσεις (1995, 1998, 2000/2001, 2003) και τελευταία παράταση 31-10-2006 έως 31-12-2006. Ετήσιες πωλήσεις/προμήθειες: 2002: 580.905,93€ (προμήθεια 55.186,06€), 2003: 687.044,66€ (65.269,24€), 2004: 638.771,41€ (60.683,28€), 2005: 608.540,32€ (57.811,33€), 2006: 582.250,45€ (55.313,80€). Υπολογίστηκε αποζημίωση πελατείας μέσου όρου πενταετίας 58.852,74€, με συμψηφισμό οφειλής 5.359,54€ (καθαρό 53.493,36€). Διαφυγόντα κέρδη για 4 μήνες μετά τη λύση: μέσος μήνας 4.609,48€, έξοδα 5.000€ συνολικά, καθαρά 13.437,93€. Εξαγορά πλειοψηφικού πακέτου από μητρική οντότητα προηγήθηκε της αναδιάρθρωσης δικτύου.
Το άρθρο 8 § 4 του π. δ. 219/1991 προβλέπει προθεσμία προειδοποίησης (έως έξι μήνες) για καταγγελία σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, που εφαρμόζεται αναλογικά στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, σε συνδυασμό με τα άρθρα 724-725 και 281 ΑΚ. Το άρθρο 9 §§ 1-2 π. δ. 219/1991 θεσπίζει αποζημίωση πελατείας ίση με τον μέσο ετήσιο όρο αμοιβών της τελευταίας πενταετίας, λαμβάνοντας υπόψη προμήθειες και πρόσθετες παροχές (πριμ) που συνδέονται με την προώθηση πωλήσεων. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η συνεργασία λειτουργούσε ενιαία από το 1982 με αλυσιδωτές, όμοιες συμβάσεις και χαρακτηρίζεται αορίστου διάρκειας. Η λύση επήλθε στις 31-12-2006 μετά δίμηνη παράταση, χωρίς πλήρη τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας. Οι ετήσιες προμήθειες 2002-2006 ήταν 55.186,06€, 65.269,24€, 60.683,28€, 57.811,33€, 55.313,80€, ο μέσος όρος 58.852,74€, και διαφυγόντα καθαρά κέρδη για 4 μήνες 13.437,93€. Προβλήθηκαν επίσης πρόσθετα πριμ επίτευξης στόχων. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 8 και 9, εξέτασε αν η δίμηνη παράταση συνιστά τμήμα της νόμιμης προειδοποίησης και αν πρέπει να συνυπολογιστούν τα πριμ στην αποζημίωση πελατείας. Έκρινε ότι η αιτιολογία για την προειδοποίηση είναι ασαφής (μη διευκρίνιση μονομερούς δήλωσης καταγγελίας) και ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός περί πριμ, που επηρεάζει τον υπολογισμό της αποζημίωσης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε μερικώς διότι περιέχει ασαφείς αιτιολογίες ως προς την τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 8 § 4 π.δ. 219/1991: δεν διευκρινίστηκε αν στη συμφωνηθείσα δίμηνη παράταση (31-10-2006 έως 31-12-2006) ενυπήρχε μονομερής προειδοποίηση καταγγελίας από 31-12-2006, ώστε να δικαιολογείται επιδίκαση διαφυγόντων κερδών μόνο για τέσσερις μήνες (έως 30-4-2007). Επιπλέον, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ότι κατά την τελευταία πενταετία καταβλήθηκαν πρόσθετες παροχές (πριμ) για επίτευξη στόχων, οι οποίες πρέπει να συνυπολογιστούν στον μέσο ετήσιο όρο αμοιβών για την αποζημίωση πελατείας κατά το άρθρο 9 π.δ. 219/1991. Οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4527/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
1090/2019
2019Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.7%
Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αντικείμενο την αντιπροσώπευση ξένων οίκων συνήψε τον Μάρτιο 1996 προφορική σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου διάρκειας με γερμανική εταιρεία παραγωγής μηχανών και εγκαταστάσεων για εργοστάσια ζυθοποιίας και παραγωγής ποτών. Η αμοιβή (προμήθεια) της αντιπροσώπου οριζόταν σε ποσοστό 2% έως 10% επί του τιμήματος πώλησης, ανάλογα με την έκπτωση. Από το 2002 η πωλήτρια αντιπροσωπευόταν στην Ελλάδα και από δεύτερη εταιρεία. Από το καλοκαίρι 2004 η πωλήτρια διαχώρισε ρητά την αρμοδιότητα των δύο αντιπροσώπων: στην πρώτη ανέθεσε επιχειρήσεις παραγωγής μπύρας, μη αλκοολούχας βιομηχανίας και συγκεκριμένες εταιρείες, στη δεύτερη επιχειρήσεις εμφιάλωσης γάλακτος, ανθρακούχων ποτών, νερού, κρασιού, οινοπνευματωδών ποτών και χυμών. Οι προμήθειες που εισέπραξε η αντιπρόσωπος τα πέντε τελευταία έτη ήταν: 105.052,08 ευρώ (2001-2002), 140.873,23 ευρώ (2002-2003), 81.695,07 ευρώ (2003-2004), 107.181,91 ευρώ (2004-2005), 107.205,25 ευρώ (2005-2006). Στις 19-4-2006 η πωλήτρια κατήγγειλε τη σύμβαση αιφνίδια χωρίς τήρηση εξάμηνης προθεσμίας. Η αντιπρόσωπος διεκδίκησε προμήθειες συνολικού ποσού 937.000 ευρώ για πωλήσεις σε επτά επιχειρήσεις. Αποδείχθηκε ότι μόνο μία από αυτές (εταιρεία ...) ανήκε στην αρμοδιότητά της, στην οποία πωλήθηκε ένας παστεριωτής αξίας 1.137.127 ευρώ με προμήθεια 3%, ήτοι 34.113,81 ευρώ.
Το άρθρο 6 παρ. 1 γ' του π.δ. 219/1991 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ προβλέπει ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια για εμπορικές πράξεις που συνάπτονται κατά τη διάρκεια της σύμβασης με πελάτη που ανήκει στο γεωγραφικό τομέα ή σε καθορισμένη ομάδα προσώπων για την οποία είναι αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται ρήτρα αποκλειστικότητας. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η αντιπρόσωπος είχε αρμοδιότητα για επιχειρήσεις ζυθοποιίας και μη αλκοολούχας βιομηχανίας, ότι από τις επτά επίδικες επιχειρήσεις μόνο μία ανήκε στην αρμοδιότητά της, ότι σε αυτήν πωλήθηκε παστεριωτής αξίας 1.137.127 ευρώ με προμήθεια 3% ήτοι 34.113,81 ευρώ, και ότι οι υπόλοιπες έξι επιχειρήσεις ανήκαν στην αρμοδιότητα της έτερης αντιπροσώπου. Εφαρμόζοντας την αναιρετική απόφαση 806/2015, το Εφετείο συνυπολόγισε τις οφειλόμενες προμήθειες 34.113,81 ευρώ στις εισπραχθείσες προμήθειες 107.207,25 ευρώ του προηγούμενου έτους, υπολογίζοντας διαφυγόντα κέρδη εξαμήνου (141.321,06:12×6=) 70.660,50 ευρώ, συνολικά 104.774,31 ευρώ πέραν της αποζημίωσης πελατείας 108.401,50 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο συμμορφώθηκε πλήρως προς την αναιρετική απόφαση 806/2015. Εφάρμοσε ορθά το άρθρο 6 παρ. 1 γ' του π.δ. 219/1991, δεχόμενο ότι για τη θεμελίωση του δικαιώματος προμήθειας αρκεί η αρμοδιότητα του αντιπροσώπου για καθορισμένη ομάδα πελατών, χωρίς να απαιτείται ρήτρα αποκλειστικότητας. Με πλήρεις αιτιολογίες διαπίστωσε ότι μόνο μία από τις επτά επίδικες επιχειρήσεις ανήκε στην αρμοδιότητα της αντιπροσώπου, επιδικάζοντας προμήθεια 34.113,81 ευρώ (3% επί 1.137.127 ευρώ). Συνυπολόγισε ορθά το ποσό αυτό στις προμήθειες του προηγούμενου έτους για τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών εξαμήνου 70.660,50 ευρώ, συνολικά 104.774,31 ευρώ πέραν της αποζημίωσης πελατείας 108.401,50 ευρώ που είχε αμετάκλητα αναγνωρισθεί.
Απορρίπτει την από 15-09-2017 αίτηση αναίρεσης της 2796/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
964/2015
2015Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.6%
Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας από τον Σεπτέμβριο 2003, προφορική, με αμοιβή προμήθειας 6% επί του τζίρου και όρο μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δραστηριοποιούνταν σε καθορισμένες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας και από τις αρχές 2007 είχε υποαντιπρόσωπο με προμήθεια 2%, αυξηθείσα σε 2,5% από Ιανουάριο 2008. Από Μάρτιο–Απρίλιο 2008 προωθούσε σε πελάτες των περιοχών του πλακίδια κινεζικής προέλευσης που εμπορευόταν βουλγαρική εταιρία, κρατώντας δείγματα και καταλόγους εκτός των γραφείων του εντολέα και χωρίς ενημέρωση. Στις 22-5-2008 τέθηκε παραγγελία για προϊόντα (π.χ. γρανίτη 50×50, ψηφίδες) με προκαταβολή 30%, με τιμολόγηση τον Ιούνιο και παραλαβή τον Αύγουστο 2008. Στις 28-7-2008 ο εντολέας προέβη σε καταγγελία λόγω παράβασης του όρου μη ανταγωνισμού.
Το άρθρο 8 § 3 ΠΔ 219/1991 επιτρέπει την καταγγελία σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου με προθεσμία, ενώ η § 2 προβλέπει μετατροπή σύμβασης ορισμένου χρόνου σε αορίστου όταν συνεχίζεται μετά τη λήξη. Η § 4 θέτει κλιμακωτές προθεσμίες, και η § 8 επιτρέπει έκτακτη καταγγελία χωρίς τήρηση προθεσμιών σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης υποχρεώσεων ή έκτακτων περιστάσεων. Το άρθρο 9 § 1 περ. α’ και § 3 περ. α’ ΠΔ 219/1991 ρυθμίζει την αποζημίωση πελατείας και τον αποκλεισμό της όταν η καταγγελία οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσώπου. Το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απαιτεί επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι από Σεπτέμβριο 2003 υπήρχε συνεργασία με προμήθεια 6% και ρητό όρο μη ανταγωνισμού. Ο αντιπρόσωπος προσέλαβε υποαντιπρόσωπο (2% και από 1/2008 2,5%). Από Μάρτιο–Απρίλιο 2008 προωθούσε κινέζικα πλακίδια βουλγαρικής εταιρίας σε πελάτες των περιοχών του, χωρίς ενημέρωση, με παραγγελία 22-5-2008, προκαταβολή 30%, τιμολόγηση Ιούνιο και παραλαβή Αύγουστο 2008. Στις 28-7-2008 ο εντολέας κατήγγειλε τη σύμβαση λόγω της παράβασης. Εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η υπαίτια παράβαση του όρου μη ανταγωνισμού επέτρεψε έκτακτη καταγγελία χωρίς προθεσμία και αποκλείει την αποζημίωση πελατείας. Οι αιτιολογίες του Εφετείου ήταν σαφείς και πλήρεις, επιτρέποντας αναιρετικό έλεγχο, συνεπώς δεν συνέτρεξε πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Η παραβίαση της ρητής υποχρέωσης μη ανταγωνισμού από τον εμπορικό αντιπρόσωπο, αποδεικνυόμενη από συγκεκριμένες πωλήσεις κινέζικων πλακιδίων της βουλγαρικής εταιρίας σε πελάτες των περιοχών του (παραγγελία 22-5-2008, προκαταβολή 30%, παραλαβή Αύγουστο 2008), νομιμοποιεί έκτακτη καταγγελία χωρίς προθεσμία (άρθρο 8 § 8 ΠΔ 219/1991) και αποκλείει την αποζημίωση πελατείας (άρθρο 9 § 3 περ. α’ ΠΔ 219/1991). Οι αιτιολογίες της απόφασης είναι σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές, επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων, και δεν υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και η αίτηση απορρίπτεται.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1784/2014
2014Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.6%
Διανομέας δραστηριοποιήθηκε από το 1987 σε αποκλειστική διάθεση προϊόντων προμηθεύτριας εταιρίας στην περιοχή Ζωγράφου, Γουδή και Άνω Ιλισίων. Η συνεργασία οργανώθηκε πλήρως στο δίκτυο της εταιρίας, με υποχρέωση ημερήσιων παραγγελιών, εξόφλησης πριν τη φόρτωση, τήρηση πελατολογίου σε Η/Υ και τοποθέτηση προϊόντων στα ψυγεία της εταιρίας. Ως αμοιβή συμφωνήθηκε ποσοστό 9,5% επί της καθαρής αξίας, ενώ για πωλήσεις σε υπεραγορές συμφωνήθηκε 5% (2000 και 2003), λόγω ιδιαιτερότητας του κλάδου. Η σύμβαση της 1/11/2003 παρατάθηκε μέχρι 31/12/2006· με έγγραφο 22/12/2006 γνωστοποιήθηκε λήξη στις 31/12/2006. Ο διανομέας διεκδίκησε διαφυγόντα κέρδη πενταετίας (64.747,46 ευρώ), αποζημίωση πελατείας και χρηματική ικανοποίηση (40.000 ευρώ), καθώς και διαφορά προμηθειών (25.636,76 ευρώ) και επενδυτικές δαπάνες (13.128 ευρώ). Υπήρχαν εναλλακτικές προμηθεύτριες στην περιοχή. Η τοκοφορία για αποζημίωση πελατείας ζητήθηκε από 11/1/2007 (ημερομηνία όχλησης).
Το άρθρο 8 § 4 π.δ. 219/1991 προβλέπει κλιμακωτή προθεσμία καταγγελίας για συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, με ανώτατο όριο έξι μήνες από το έκτο έτος και εφεξής. Το άρθρο 9 § 1 π.δ. 219/1991 θεσπίζει αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση, ενώ τα άρθρα 724-725 ΑΚ (εντολή) επιτρέπουν καταγγελία οποτεδήποτε, μη άκυρη ακόμη και αν καταχρηστική, με αξίωση για ζημία. Οι διατάξεις εφαρμόζονται αναλογικά στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σχέση υπήρξε συνεχής από το 1987, λειτουργώντας ως αορίστου χρόνου. Η καταγγελία γνωστοποιήθηκε στις 22/12/2006, με λήξη 31/12/2006. Συμφωνήθηκε προμήθεια 9,5% γενικά και 5% για υπεραγορές (2000, 2003). Υπήρχαν εναλλακτικοί προμηθευτές στην αγορά. Η αποζημίωση πελατείας δεν φέρει δήλη ημέρα τοκοφορίας· τόκοι οφείλονται από όχληση (11/1/2007). Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, έκρινε ότι τα διαφυγόντα κέρδη από άκαιρη καταγγελία περιορίζονται στη νόμιμη προθεσμία των έξι μηνών και δεν εκτείνονται σε πενταετία/τριετία. Ο όρος προμήθειας 5% για υπεραγορές ήταν συμβατικός, μη καταχρηστικός και όχι αντίθετος σε άρθρο 2α ν. 703/1977 ή 178 ΑΚ. Το ΦΠΑ δεν συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό αποζημίωσης πελατείας χωρίς απόδειξη καταβολής.
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης διότι: (α) ορθώς κρίθηκε ότι σε αορίστου χρόνου σύμβαση διανομής τα διαφυγόντα κέρδη από άκαιρη καταγγελία περιορίζονται στη εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 8 π.δ. 219/1991 και δεν θεμελιώνεται αξίωση πέραν αυτής· (β) ο συμβατικός καθορισμός προμήθειας 5% για υπεραγορές, με διαθέσιμες εναλλακτικές πηγές προμήθειας, δεν παραβιάζει το άρθρο 2α ν. 703/1977, ούτε την αρχή ίσης μεταχείρισης, ούτε τα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ), ούτε αποδεικνύεται ότι στερεί ευπρεπή διαβίωση· (γ) στον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας δεν συμπεριλαμβάνεται ΦΠΑ χωρίς απόδειξη καταβολής, και οι τόκοι επί αυτής οφείλονται από την όχληση (11/1/2007) και όχι από τη λύση· (δ) η Οδηγία 86/653/ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται ευθέως σε διανομείς, καθιστώντας αλυσιτελές το προδικαστικό ερώτημα. Ελήφθησαν υπόψη όλα τα ουσιώδη πραγματικά ισχυρισμοί και αποδεικτικά μέσα.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Γ. Σ. για αναίρεση της 4510/2009 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
16/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.5%
Υπήρχε σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας μεταξύ προμηθευτή προϊόντων διατροφής και διαμεσολαβητή, για τις περιφέρειες Πρέβεζας και Λευκάδας. Ο διαμεσολαβητής αγόραζε παγωτά ιδίω ονόματι για λογαριασμό του προμηθευτή και τα μεταπωλούσε σε πελάτες της περιοχής, με προμήθεια 19% που αφαιρούνταν κατά την παραλαβή των προϊόντων. Μετά από καταγγελία της σύμβασης από τον προμηθευτή, ο διαμεσολαβητής ζήτησε αποζημίωση πελατείας ύψους 25.773.568 δραχμών. Δεν προβλήθηκαν ή αποδείχθηκαν ειδικές συμβατικές υποχρεώσεις που να τον εντάσσουν στην εμπορική οργάνωση του προμηθευτή, όπως συμμόρφωση σε τεχνικές οδηγίες προώθησης, γνωστοποίηση πελατολογίου, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου ή ρήτρα μη ανταγωνισμού.
Το άρθρο 9 § 1 π.δ. 219/1991 προβλέπει αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση εμπορικής αντιπροσωπείας, αν ο αντιπρόσωπος έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις, ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί ουσιαστικά οφέλη και η καταβολή είναι δίκαιη. Κατά το άρθρο 14 § 4 ν. 3557/2007, οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως σε αποκλειστική διανομή/αντιπροσωπεία υπηρεσιών όταν ο διαμεσολαβητής λειτουργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης. Το άρθρο 361 ΑΚ καθιερώνει την ελευθερία των συμβάσεων. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υφίστατο παραγγελιοδοχική αντιπροσωπεία: διαμεσολαβητής αγοράζε προϊόντα (παγωτά) ιδίω ονόματι για λογαριασμό προμηθευτή στις περιφέρειες Πρέβεζας και Λευκάδας, με προμήθεια 19% αφαιρούμενη κατά την παραλαβή. Μετά την καταγγελία ζητήθηκε αποζημίωση πελατείας 25.773.568 δρχ., χωρίς επίκληση υποχρεώσεων όπως συμμόρφωση σε τεχνικές οδηγίες προώθησης, γνωστοποίηση πελατολογίου, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου ή ρήτρα μη ανταγωνισμού. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, εξετάστηκε αν συντρέχει ουσιώδης προσομοίωση με εμπορική αντιπροσωπεία. Η έλλειψη υποχρεώσεων που ενσωματώνουν τον διαμεσολαβητή στο δίκτυο του προμηθευτή και στοιχείων ουσιαστικής ωφέλειας μετά τη λύση απέκλεισαν την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 § 1 και τη θεμελίωση αποζημίωσης πελατείας.
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η αξίωση για αποζημίωση πελατείας δεν θεμελιώθηκε επαρκώς: δεν κατατέθηκαν πραγματικά περιστατικά που να καθιστούν τη σχέση λειτουργικά όμοια με εμπορική αντιπροσωπεία, ιδίως δεν προβάλλονται υποχρεώσεις συμμόρφωσης σε τεχνικές οδηγίες προώθησης, γνωστοποίησης πελατολογίου και τήρησης επαγγελματικού απορρήτου ή μη ανταγωνισμού, ώστε να δικαιολογηθεί η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 § 1 π.δ. 219/1991. Παρά την εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του ΔΕΚ από το Εφετείο, το διατακτικό κρίθηκε ορθό κατ’ άρθρο 578 ΚΠολΔ, λόγω της νομικής ανεπάρκειας των αναγκαίων στοιχείων για τη δίκαιη αποζημίωση πελατείας.
Απορρίπτει τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης της εταιρείας "Α. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", καθώς και τον συναφή μ' αυτόν μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4863/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, και αναπέμπει την υπόθεση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
1214/2025
2025Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.4%
Πράκτορας είχε συνάψει το 2009 σύμβαση αορίστου χρόνου με εταιρεία τυχερών παιγνίων, με όρους που προέβλεπαν: παροχή από την εταιρεία τεχνολογικού εξοπλισμού με χρησιδάνειο, συντήρηση με δαπάνη της εταιρείας, εκπαίδευση, προωθητικό υλικό, έλεγχο φορολογικών/νομικών στοιχείων· υποχρέωση του πράκτορα για αποκλειστική συνεργασία, τήρηση κατευθυντήριων γραμμών (τιμολογιακή πολιτική, εμφάνιση, ωράριο), προσωπική διεύθυνση και πρόσληψη προσωπικού με δικές του δαπάνες· προμήθεια επί των πωλήσεων, παρακρατούμενη στην πηγή, και άμεση αντιπροσώπευση κατά την είσπραξη. Η εταιρεία έχει αποκλειστικό δικαίωμα επίγειων τυχερών παιγνίων έως το 2030. Στις 24-2-2017 κοινοποιήθηκε καταγγελία με προθεσμία 12 μηνών και πρόταση νέας σύμβασης (2017) με ρήτρες: απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια και για 1 έτος μετά, περιορισμούς δραστηριοτήτων και συνεργασιών, νέος τρόπος υπολογισμού προμηθειών, υποχρεώσεις ανακαίνισης/μετεγκατάστασης με δαπάνη πράκτορα, συμμετοχή στο 65% κόστους τηλεπικοινωνιών.
Το άρθρο 8 § 3-4 π.δ. 219/1991 ρυθμίζει την τακτική και έκτακτη καταγγελία σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ενώ τα άρθρα 724-725 ΑΚ εφαρμόζονται αναλογικά, αναγνωρίζοντας ελεύθερη ανάκληση/καταγγελία εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης. Τα άρθρα 101-102 ΣΛΕΕ και 1-2 ν. 3959/2011 εφαρμόζονται μόνο εφόσον υπάρχει «συμφωνία» ή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, με ειδικές συνέπειες (ακυρότητα μόνο για το 101). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σύμβαση του 2009 ενσωμάτωνε χαρακτηριστικά εμπορικής αντιπροσωπείας: εξοπλισμός και συντήρηση από τον αντιπροσωπευόμενο, ενιαία εμπορική πολιτική, έλεγχοι, προμήθεια επί πωλήσεων, άμεση αντιπροσώπευση. Ο πράκτορας δεν ανέλαβε ουσιώδεις επιχειρηματικούς κινδύνους. Η καταγγελία του 2017 είχε προθεσμία 12 μηνών και λειτούργησε ως τροποποιητική πρόσκληση για νέα σύμβαση με ρήτρες μη ανταγωνισμού. Η εταιρεία έχει νόμιμο αποκλειστικό δικαίωμα έως το 2030. Εφαρμόζοντας τα παραπάνω, έκρινε ότι η σχέση είναι εμπορική αντιπροσωπεία, η καταγγελία επιφέρει λύση χωρίς ακυρότητα, ακόμη και αν είναι αντίθετη ή καταχρηστική, με μόνο αποζημιωτική ευθύνη. Η μονομερής τροποποιητική καταγγελία δεν συνιστά «συμφωνία» κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ χωρίς συναίνεση. Το άρθρο 102 ΣΛΕΕ και το άρθρο 2 ν. 3959/2011 δεν επιφέρουν ακυρότητα. Η ΥΑ 25148/1999 είχε καταργηθεί, άρα δεν περιορίζει καταγγελία.
Η σύμβαση εντάσσεται στην εμπορική αντιπροσωπεία, όπου ο αντιπρόσωπος δεν φέρει ουσιώδη επιχειρηματικό κίνδυνο και ο αντιπροσωπευόμενος καθορίζει τους όρους δραστηριότητας. Κατά τα άρθρα 8 π.δ. 219/1991 και 724-725 ΑΚ η καταγγελία διαρκών σχέσεων εμπιστοσύνης επιφέρει λύση χωρίς ακυρότητα, ακόμη και αν είναι αντίθετη στη σύμβαση ή καταχρηστική, θεμελιώνοντας μόνο αποζημίωση. Ελλείπει «συμφωνία» κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, αφού η καταγγελία-πρόσκληση σε νέους όρους δεν συνοδεύτηκε από συναίνεση του πράκτορα. Το άρθρο 102 ΣΛΕΕ και το άρθρο 2 ν. 3959/2011 δεν προβλέπουν αστική ακυρότητα. Η ΥΑ 25148/1999 είχε καταργηθεί (ν. 3905/2010, ν. 4141/2013), άρα δεν περιορίζει το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας. Επιπλέον, οι ρήτρες μη ανταγωνισμού δεν νοθεύουν αισθητά τον ανταγωνισμό στην αγορά επίγειων τυχερών παιγνίων, όπου υφίσταται αποκλειστικό δικαίωμα έως το 2030, και οι λοιπές υπηρεσίες διαθέτουν εναλλακτικά κανάλια διανομής.
1845/2023
2023Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.2%
Προμηθευτής παγωτών λειτουργούσε δίκτυο αποκλειστικών συνεργατών. Διανομέας δραστηριοποιούνταν από το 1999 σε καθορισμένες περιοχές της Αττικής, με συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και από 8-3-2011 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας τριετούς διάρκειας (έως 31-12-2013) που κατέστη αορίστου. Από 1-1-2010 οι παραδόσεις γίνονταν με παρακαταθήκη, με απόδοση εισπράξεων και παρακράτηση 2% επί αμοιβής. Σε ελέγχους προέκυψαν αυξημένες ακυρώσεις τιμολογίων: 2010: 152 ακυρωτικά, αξίας 30.662 ευρώ (2,3% τζίρου), 2011: 220, 35.803 ευρώ (2%), 2012: 251, 80.222 ευρώ (5,5%), με επανέκδοση σε πελάτες υψηλότερης έκπτωσης. Τον 11/2013 υποβλήθηκε ιδιόγραφο για δωρεάν παροχή παγωτών αξίας 595 ευρώ σε μη υφιστάμενη πλέον επιχείρηση και εκδόθηκαν τιμολόγια 16.981/22-11-2013 και 16.982/25-11-2013 συνολικής αξίας 595 ευρώ. Στις 11-11-2013 αιφνιδιαστική απογραφή στα φορτηγά-ψυγεία έδειξε έλλειμμα προϊόντων αξίας 9.000 ευρώ. Η καταγγελία των συμβάσεων έλαβε χώρα στις 28-1-2014. Ο διανομέας διεκδίκησε διαφυγόντα κέρδη (έως 74.111,05 ευρώ ή εναλλακτικά 24.111,05 ευρώ), αποζημίωση πελατείας 57.391,15 ευρώ, πριμ 2013 17.845,44 ευρώ και 50.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
Το άρθρο 8 § 8 Π.Δ. 219/1991 επιτρέπει έκτακτη καταγγελία εμπορικής αντιπροσωπείας/αποκλειστικής διανομής για σπουδαίο λόγο, ενώ το άρθρο 9 § 3 (α) αποκλείει αποζημίωση πελατείας και περαιτέρω ζημία όταν η λύση οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσώπου/διανομέα. Κατά το άρθρο 4 § 2 Π.Δ. 219/1991 και το άρθρο 288 ΑΚ, ο αντιπροσωπευόμενος και ο αντιπρόσωπος οφείλουν καλή πίστη. Δεν απαιτείται προηγούμενη πρόσκληση για συμμόρφωση. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξαν συστηματικές ακυρώσεις τιμολογίων με επανέκδοση σε πελάτες υψηλότερης έκπτωσης (2010: 152/30.662€–2,3%, 2011: 220/35.803€–2%, 2012: 251/80.222€–5,5%), ψευδής δωρεάν παροχή 595€ τον 11/2013 προς μη υφιστάμενο πελάτη, και έλλειμμα απογραφής 11-11-2013 αξίας 9.000€ στα φορτηγά-ψυγεία. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 8 § 8 και 9 § 3 (α), έκρινε ότι οι ανωτέρω σοβαρές παραβιάσεις καθιστούσαν, κατά την καλή πίστη και την αναλογικότητα, μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης, δικαιολογώντας την άμεση καταγγελία χωρίς προθεσμία και αποκλείοντας αποζημίωση πελατείας, διαφυγόντα κέρδη και ηθική βλάβη. Οι αναιρετικοί ισχυρισμοί περί αοριστίας της ένστασης και μη νόμιμης επαναφοράς απορρίφθηκαν, εφόσον τηρήθηκε το άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Η κρίση του εφετείου ότι οι εκτεταμένες ακυρώσεις τιμολογίων (2010: 152/30.662€–2,3%, 2011: 220/35.803€–2%, 2012: 251/80.222€–5,5%), η ψευδής δωρεάν παροχή 595€ σε μη υφιστάμενο πελάτη και το έλλειμμα προϊόντων 9.000€ συνιστούν σπουδαίο λόγο του άρθρου 8 § 8 Π.Δ. 219/1991 ήταν νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου, ορθά αποκλείστηκε η αποζημίωση πελατείας και κάθε περαιτέρω ζημία κατά το άρθρο 9 § 3 (α). Οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης υπαγωγής, έλλειψης νόμιμης βάσης (559 αριθ. 1, 19 ΚΠολΔ), λήψης μη προταθέντων ή μη προσκομισθεισών αποδείξεων (559 αριθ. 8, 11β ΚΠολΔ) και περί απαραδέκτου/αοριστίας της ένστασης (559 αριθ. 14 ΚΠολΔ) απορρίφθηκαν, διότι: η ένσταση σπουδαίου λόγου ήταν ορισμένη, νομίμως επαναφέρθηκε κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά έγγραφα επικλήθηκαν προσήκοντως και οι αιτιολογίες του εφετείου ήταν σαφείς και μη αντιφατικές.
126/2014
2014Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.2%
Σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και αποκλειστικής διανομής προϊόντων μελιού καταρτίστηκε στις 22-1-1992, διάρκειας 5 ετών, με αποκλειστική διανομή εντός Ελλάδος και ρήτρα μη διακίνησης άλλης μάρκας. Προβλέφθηκε επαναλανσάρισμα με νέες συσκευασίες και συμμετοχή του προμηθευτή κατά 50% σε «εισιτήριο διανομής» περίπου 4.000.000 δρχ. Συμφωνήθηκαν τιμές και αύξηση κόστους έως 10% για την περίοδο 9/1992-8/1993, καθώς και διάθεση περίπου 200 τόνων το 1992. Μετά τον 8/1993 υπήρξε προφορική συμφωνία ετήσιας αναπροσαρμογής του τιμήματος τουλάχιστον ίσης με την αύξηση κόστους παραγωγής. Ο διανομέας εφάρμοζε αύξηση μόλις 3% ετησίως (3% τον 2/2003 και 3,5% τον 10/2003), δηλώνοντας μηδενική αύξηση για το 2004, παρά τις αυξήσεις κόστους και τις γραπτές προειδοποιήσεις του προμηθευτή. Στις 30-12-2003 ο προμηθευτής κατήγγειλε τη σύμβαση με λύση 1-1-2004 και ανέθεσε τη διανομή σε νέο διανομέα με συμφωνημένο μικτό κέρδος 22%. Στη σύμβαση δεν προβλέφθηκαν έλεγχος/εποπτεία, οδηγίες, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου ή γνωστοποίηση πελατολογίου.
Το άρθρο 1 § 2 Π.Δ. 219/1991, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ και το άρθρο 14 § 4 ν. 3557/2007, επιτρέπει αναλογική εφαρμογή των κανόνων εμπορικής αντιπροσωπείας σε συμβάσεις αποκλειστικής διανομής μόνο αν η διαμεσολαβητική λειτουργία του διανομέα ταυτίζεται στα ουσιώδη στοιχεία με του εμπορικού αντιπροσώπου (μη ανταγωνισμός, επαγγελματικό απόρρητο, αποκλειστική προώθηση, έλεγχος/οδηγίες, διαφήμιση, γνωστοποίηση πελατολογίου). Κατά το άρθρο 725 ΑΚ ο παραγωγός μπορεί να καταγγείλει για σπουδαίο λόγο, ενώ το άρθρο 281 ΑΚ θέτει όρια καταχρηστικότητας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σύμβαση αορίστου μετά την πενταετία δεν περιείχε υποχρεώσεις ελέγχου/οδηγιών, επαγγελματικού απορρήτου ή γνωστοποίησης πελατολογίου. Προβλέφθηκε αύξηση έως 10% για 9/1992-8/1993 και κατόπιν προφορικά ετήσια αναπροσαρμογή ίση τουλάχιστον με το κόστος. Ο διανομέας αύξανε μόλις 3% ετησίως (3% τον 2/2003, 3,5% τον 10/2003), αρνήθηκε περαιτέρω αύξηση για το 2004, ενώ το κόστος παραγωγής αυξανόταν. Ο παραγωγός προειδοποίησε για οικονομικό μαρασμό και επέλεξε νέο διανομέα με μικτό κέρδος 22%. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια, έκρινε ότι δεν υφίσταται ουσιώδης ομοιότητα με εμπορική αντιπροσωπεία, άρα δεν εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 8 και 9 Π.Δ. 219/1991 (προθεσμία καταγγελίας, αποζημίωση πελατείας). Η επίμονη άρνηση αναπροσαρμογής συνιστά σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 725 ΑΚ, οπότε η καταγγελία δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ.
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης διότι: (α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ουσιώδους ομοιότητας για αναλογική εφαρμογή του Π.Δ. 219/1991 στην αποκλειστική διανομή, αφού στη σύμβαση έλειπαν κρίσιμες υποχρεώσεις (έλεγχος/οδηγίες, επαγγελματικό απόρρητο, γνωστοποίηση πελατολογίου), άρα δεν υφίσταται αποζημίωση πελατείας ούτε εξάμηνο πρόθεσμο καταγγελίας· (β) αποδείχθηκε σπουδαίος λόγος καταγγελίας: η αντισυμβατική επιμονή του διανομέα σε ετήσια αύξηση μόνο 3% (3% τον 2/2003 και 3,5% τον 10/2003) παρά την αύξηση κόστους παραγωγής, τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις και τον κίνδυνο αναστολής δραστηριότητας, οπότε η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ· (γ) οι αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας και μη λήψης υπόψη «κοινής πείρας» δεν θεμελιώνουν λόγο του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-2-2012 και τους από 22-1-2013 αίτηση και προσθέτους λόγους αναίρεσης της 661/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσιες (2700) Ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →