Κοινωφελής εργασία ΠΚ 82-83 — μετατροπή ποινής φυλάκισης — κριτήρια επιβολής

Κύρια Νομική Θέση

Με βάση το παρεχόμενο υλικό, για ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών το κρίσιμο ισχύον νομοθετικό έρεισμα για μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας είναι το ΠΚ Άρθρο 104Α, σε συνδυασμό με το ΠΚ Άρθρο 99 και το ΠΚ Άρθρο 81. Η μη εξέταση της κοινωφελούς εργασίας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί να προβληθεί στην έφεση ως πλημμέλεια της περί ποινής κρίσης, ιδίως αφού το ΠΚ Άρθρο 104Α ορίζει ότι όταν επιβάλλεται φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 99, η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι αυτή δεν είναι αρκετή.

Ωστόσο, οι διαθέσιμες αποφάσεις αφορούν κυρίως το προϊσχύσαν καθεστώς του ΠΚ Άρθρο 82 περί περαιτέρω μετατροπής ήδη μετατραπείσας χρηματικής ποινής σε κοινωφελή εργασία και όχι άμεσα το σημερινό ΠΚ Άρθρο 104Α. Άρα η νομολογία του υλικού είναι κυρίως αναλογικά χρήσιμη ως προς την ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και τη σημασία της ευμενέστερης ποινικής μεταχείρισης, όχι όμως ως άμεση νομολογία για το ακριβές ερώτημά σας.


1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΠΚ Άρθρο 104Α
Ορίζει ότι όταν επιβάλλεται φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 99, η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι αυτή δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων εγκλημάτων.
Για την υπόθεσή σας, η ποινή των 14 μηνών εμπίπτει ευθέως στο πεδίο του άρθρου.

ΠΚ Άρθρο 99
Ορίζει τη σειρά των επιλογών του δικαστηρίου μετά την επιβολή ποινής: πρώτα εφαρμόζει τα άρθρα 80Α ή 104Α, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους. Μόνο αν δεν συντρέχουν, προχωρεί σε πραγματική έκτιση μέρους ή όλης της ποινής.
Ειδικά για ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, μπορεί να διαταχθεί αναστολή. Εδώ όμως η ποινή είναι 14 μήνες, άρα το ειδικό καθεστώς της παρ. 1 για αναστολή έως ένα έτος δεν καλύπτει ευθέως την περίπτωσή σας.
Η παρ. 5 αφορά ποινές έως τρία (3) έτη, όταν η μετατροπή σε χρηματική ή κοινωφελή εργασία δεν επιτρέπεται ή δεν επαρκεί.

ΠΚ Άρθρο 81
Ρυθμίζει την επιμέτρηση της ποινής της παροχής κοινωφελούς εργασίας. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη:
- την ηλικία,
- την κατάσταση της υγείας,
- τις επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις του υπαιτίου.
Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για τον 29χρονο σταθερά εργαζόμενο κατηγορούμενο.

ΠΚ Άρθρο 80Α
Προβλέπει μετατροπή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών σε χρηματική ποινή, αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάγεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 99 και 104Α, εκτός αν απαιτείται πραγματική έκτιση.
Άρα, συστηματικά, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει και τη δυνατότητα του 104Α.

ΠΚ Άρθρο 79
Θέτει τα γενικά κριτήρια επιμέτρησης της ποινής: βαρύτητα πράξης, βαθμός ενοχής, συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του, διαγωγή μετά την πράξη και προθυμία επανόρθωσης.
Η μερική αποκατάσταση της ζημίας (1.800/2.400 €) συνδέεται άμεσα με το άρθρο αυτό.

ΠΚ Άρθρο 84
Προβλέπει ελαφρυντικές περιστάσεις, ιδίως:
- έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή,
- ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξη άρσης ή μείωσης των συνεπειών της πράξης,
- καλή συμπεριφορά μετά την πράξη.
Τα πραγματικά σας περιστατικά συνδέονται εμφανώς με τις περ. α', δ' και ενδεχομένως ε'.

ΠΚ Άρθρο 83
Καθορίζει το πλαίσιο της μειωμένης ποινής όπου ο νόμος προβλέπει μειωμένη ποινή.
Στο ερώτημά σας δεν προκύπτει από το υλικό ειδικός λόγος εφαρμογής του ΠΚ Άρθρο 83 για την κοινωφελή εργασία καθαυτή. Το άρθρο αυτό είναι χρήσιμο μόνο εφόσον συντρέχει αυτοτελής λόγος μειωμένης ποινής, π.χ. απόπειρα κατά το ΠΚ Άρθρο 42 ή ελαφρυντικό κατά το ΠΚ Άρθρο 84.

ΚΠΔ Άρθρο 497
Ρυθμίζει την ανασταλτική δύναμη της έφεσης. Εφόσον επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, η έφεση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, εκτός αν το δικαστήριο αιτιολογώντας ειδικά κρίνει αλλιώς.
Άρα στην πράξη πρέπει να ζητηθεί και ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης, αν δεν χορηγήθηκε.

ΚΠΔ Άρθρο 499
Παραπέμπει στα άρθρα που ορίζουν το αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της έφεσης.

ΚΠΔ Άρθρο 489
Καθορίζει πότε επιτρέπεται έφεση κατά καταδικαστικής απόφασης. Για απόφαση μονομελούς πλημμελειοδικείου, επιτρέπεται αν επιβλήθηκε φυλάκιση πάνω από πέντε (5) μήνες. Για απόφαση τριμελούς πλημμελειοδικείου, αν επιβλήθηκε φυλάκιση πάνω από οκτώ (8) μήνες.
Η ποινή των 14 μηνών είναι εκκλητή.


2. Νομολογία

Οι διαθέσιμες αποφάσεις αφορούν κυρίως άλλο νομικό ζήτημα

Οι διαθέσιμες αποφάσεις αφορούν κυρίως την περαιτέρω μετατροπή χρηματικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το προϊσχύσαν ΠΚ Άρθρο 82, ιδίως σε περιπτώσεις συνολικών ποινών άνω των πέντε ετών.
Το ερώτημά σας αφορά πρωτογενή μετατροπή ποινής φυλάκισης 14 μηνών σε κοινωφελή εργασία κατά το ισχύον ΠΚ Άρθρο 104Α, μετά από πρωτόδικη καταδίκη και ενόψει έφεσης.

Άρα οι αποφάσεις δεν υποστηρίζουν άμεσα το ακριβές ζήτημα, αλλά είναι χρήσιμες αναλογικά στα εξής σημεία:
1. το δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις ευμενέστερες μορφές έκτισης/μετατροπής της ποινής,
2. η αρνητική κρίση απαιτεί ειδική αιτιολογία,
3. η παράλειψη έρευνας ευμενέστερης ποινικής μεταχείρισης μπορεί να ιδρύει λόγο πλημμελούς εφαρμογής του νόμου.

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

ΑΠ 1020/2025
- Σχετικότητα: Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επέβαλε ποινή και διέταξε έκτιση χωρίς να ερευνήσει τη δυνατότητα ευμενέστερης μετατροπής κατά το προϊσχύσαν άρθρο 82 ΠΚ.
- Κρίση: Αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθ. 1844/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
- Εφαρμογή: Ενισχύει το επιχείρημα ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να παραλείπει την έρευνα ευμενέστερης ποινικής μεταχείρισης. Αναλογικά, στην υπόθεσή σας μπορεί να υποστηριχθεί ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε να εξετάσει το ΠΚ Άρθρο 104Α πριν αφήσει την ποινή ως απλή στερητική της ελευθερίας ποινή.

ΑΠ 717/2025
- Σχετικότητα: Το Εφετείο μετέτρεψε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών σε χρηματική χωρίς προηγούμενο έλεγχο της αναστολής κατά το ευμενέστερο καθεστώς.
- Κρίση: Αναιρέθηκε εν μέρει η υπ` αριθμ. 52/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας μόνο ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής.
- Εφαρμογή: Αναλογικά χρήσιμη για τη συστηματική θέση ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη σωστή σειρά των ευμενέστερων θεσμών περί έκτισης/μετατροπής. Στην υπόθεσή σας, το ΠΚ Άρθρο 99 ρητά επιβάλλει να εξεταστούν πρώτα τα άρθρα 80Α ή 104Α.

ΑΠ 1311/2024
- Σχετικότητα: Εξετάζει αν είναι επιτρεπτή η μετατροπή φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία κατά το άρθρο 104Α ΠΚ σε χρόνο που ίσχυε αναστολή των σχετικών διατάξεων.
- Κρίση: Αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 1554/9.2.2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκε η αίτηση μετατροπής ως μη νόμιμη.
- Εφαρμογή: Δεν σας υποστηρίζει ως προς το αποτέλεσμα, αλλά είναι η μόνη απόφαση του υλικού που αγγίζει άμεσα το ΠΚ Άρθρο 104Α. Χρήσιμη για να δείξει ότι το άρθρο 104Α εφαρμόζεται μόνο όταν είναι ενεργό το καθεστώς κοινωφελούς εργασίας. Εφόσον στο υλικό δεν υπάρχει άλλη διάταξη που να αποκλείει σήμερα την εφαρμογή του, το επιχείρημα υπέρ της εξέτασής του παραμένει ανοικτό.

ΑΠ 269/2017
- Σχετικότητα: Το δικαστήριο όφειλε να αιτιολογήσει ειδικά το ύψος της μετατροπής της ποινής, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση της καταδίκου.
- Κρίση: Αναιρέθηκε μερικά η απόφαση 5736/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς το ύψος της μετατροπής.
- Εφαρμογή: Αναλογικά ενισχύει την ανάγκη ειδικής και εξατομικευμένης αιτιολογίας στην περί ποινής κρίση. Στην υπόθεσή σας, η σταθερή εργασία, η ηλικία και η μερική αποκατάσταση της ζημίας είναι στοιχεία που το δικαστήριο όφειλε να συνεκτιμήσει κατά τα ΠΚ Άρθρο 79, ΠΚ Άρθρο 81, ΠΚ Άρθρο 84.

ΑΠ 989/2019
- Σχετικότητα: Το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε ειδικά το ποσό μετατροπής, χωρίς να λάβει υπόψη οικονομική και οικογενειακή κατάσταση.
- Κρίση: Αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθ. 3949/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών μόνο κατά τη διάταξη για το ποσό μετατροπής.
- Εφαρμογή: Αναλογικά χρήσιμη για το ότι η περί ποινής κρίση δεν μπορεί να είναι στερεότυπη. Εδώ μπορείτε να προβάλετε ότι η μη εξέταση της κοινωφελούς εργασίας παραβλέπει κρίσιμα εξατομικευμένα στοιχεία.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

ΑΠ 1311/2024
- Στηρίζει τη θέση ότι η κοινωφελής εργασία δεν είναι πάντοτε διαθέσιμη, όταν υπάρχει ειδικό νομοθετικό εμπόδιο.
- Αντίκρουση: Η απόφαση αυτή βασίζεται ειδικά στο άρθρο 98 παρ. 1 ν. 4623/2019 και στο ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ίσχυε αναστολή των διατάξεων περί κοινωφελούς εργασίας. Στο παρεχόμενο υλικό, για τη δική σας υπόθεση, δεν παρατίθεται αντίστοιχο ισχύον απαγορευτικό πλαίσιο που να αποκλείει σήμερα το ΠΚ Άρθρο 104Α.

ΑΠ 684/2014
- Στηρίζει ότι απόφαση περί μετατροπής ή μη σε κοινωφελή εργασία δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας και δεν προσβάλλεται με αναίρεση από τον καταδικασθέντα.
- Αντίκρουση: Η υπόθεσή σας βρίσκεται στο στάδιο της έφεσης, όχι της αναίρεσης. Άρα η απόφαση αυτή δεν αποκλείει να τεθεί το ζήτημα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως αίτημα νέας περί ποινής κρίσης.


3. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Υποχρέωση εξέτασης του ΠΚ Άρθρο 104Α
Να προβληθεί ότι, αφού επιβλήθηκε φυλάκιση 14 μηνών, το δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ΠΚ Άρθρο 104Α, διότι η ποινή δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη.
Το άρθρο ορίζει μετατροπή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι αυτή δεν αρκεί.

2. Συστηματική σύνδεση με ΠΚ Άρθρο 99
Το ΠΚ Άρθρο 99 ορίζει ότι μετά την επιβολή ποινής το δικαστήριο εφαρμόζει τα άρθρα 80Α ή 104Α, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους.
Άρα η μη εξέταση της κοινωφελούς εργασίας συνιστά παράλειψη της νόμιμης σειράς ελέγχου των τρόπων έκτισης.

3. Εξατομίκευση με βάση ΠΚ Άρθρο 81 και ΠΚ Άρθρο 79
Να τονιστούν συγκεκριμένα:
- ηλικία 29 ετών,
- σταθερή εργασία,
- απουσία ποινικού μητρώου,
- μερική αποκατάσταση ζημίας 1.800/2.400 €,
- μικρή κλίμακα της απάτης κατά τα πραγματικά περιστατικά.
Τα στοιχεία αυτά συνδέονται με την καταλληλότητα της κοινωφελούς εργασίας και με τη μικρότερη ανάγκη πραγματικής έκτισης.

4. Ελαφρυντικά κατά ΠΚ Άρθρο 84
Αν δεν έχει ήδη προβληθεί ή αν μπορεί να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο μέτρο που επιτρέπεται από τη διαδικασία, να τονιστούν:
- έντιμη προηγούμενη ζωή, ΠΚ Άρθρο 84 παρ. 2 α),
- ειλικρινής μετάνοια και επιδίωξη μείωσης των συνεπειών, ΠΚ Άρθρο 84 παρ. 2 δ),
- καλή συμπεριφορά μετά την πράξη, ΠΚ Άρθρο 84 παρ. 2 ε).
Η μερική αποκατάσταση της ζημίας είναι κρίσιμο πραγματικό δεδομένο.

5. Αναλογική επίκληση της νομολογίας περί υποχρέωσης έρευνας ευμενέστερης μεταχείρισης
Οι ΑΠ 1020/2025 και ΑΠ 717/2025 μπορούν να χρησιμοποιηθούν αναλογικά για το ότι το δικαστήριο οφείλει να ερευνά τις ευμενέστερες δυνατότητες περί ποινής και να αιτιολογεί ειδικά την αρνητική κρίση του.

6. Αίτημα ανασταλτικού αποτελέσματος της έφεσης
Κατά το ΚΠΔ Άρθρο 497 παρ. 2, αν επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, η έφεση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα εκτός αν το δικαστήριο κρίνει ειδικά αλλιώς.
Επομένως, πρακτικά πρέπει να ζητηθεί ρητά και η ανασταλτική δύναμη, αν δεν έχει ήδη αναγνωριστεί.


4. Νομολογιακή Ισχύς

Περιορισμένη.

Δεν υπάρχουν στο παρεχόμενο υλικό τουλάχιστον τρεις αποφάσεις που να αφορούν άμεσα το ισχύον ΠΚ Άρθρο 104Α σε περίπτωση ποινής 14 μηνών και παράλειψης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να εξετάσει κοινωφελή εργασία.
Υπάρχει όμως ισχυρή αναλογική υποστήριξη από αποφάσεις που δέχονται:
- ανάγκη ειδικής αιτιολογίας στην περί ποινής κρίση,
- υποχρέωση έρευνας ευμενέστερης ποινικής μεταχείρισης,
- μη επιτρεπτή παράλειψη εξέτασης σχετικών θεσμών.


5. Πρακτικές Συστάσεις

1. Στην έφεση να τεθεί ρητά αυτοτελές αίτημα εφαρμογής του ΠΚ Άρθρο 104Α.
2. Να αναπτυχθεί ειδικά η συνδρομή των κριτηρίων του ΠΚ Άρθρο 81 και ΠΚ Άρθρο 79:
- σταθερή εργασία,
- ηλικία,
- κοινωνική ένταξη,
- οικογενειακές/επαγγελματικές υποχρεώσεις,
- μερική αποκατάσταση ζημίας.
3. Να προβληθεί ότι η αρνητική κρίση απαιτεί ειδική αιτιολογία, κατά το ίδιο το ΠΚ Άρθρο 104Α.
4. Να ζητηθεί επικουρικά εφαρμογή του ΠΚ Άρθρο 80Α, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ΠΚ Άρθρο 104Α.
5. Να ζητηθεί ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης κατά ΚΠΔ Άρθρο 497.
6. Να τονιστεί ότι η υπόθεση δεν αφορά οργανωμένη ή επαναλαμβανόμενη εγκληματική δράση, αλλά απάτη μικρής κλίμακας με μερική επανόρθωση και χωρίς προηγούμενο ποινικό μητρώο.

Συμπέρασμα στρατηγικής:
Η ισχυρότερη γραμμή δεν είναι να στηριχθείτε στο ΠΚ Άρθρο 83, αλλά στο τρίπτυχο ΠΚ Άρθρο 104Α - ΠΚ Άρθρο 99 - ΠΚ Άρθρο 81, με ενίσχυση από ΠΚ Άρθρο 79 και ΠΚ Άρθρο 84. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι, για ποινή 14 μηνών, το δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την κοινωφελή εργασία και να αιτιολογήσει ειδικά τυχόν απόρριψή της.

Αν θέλετε, μπορώ να σας ετοιμάσω αμέσως και σχέδιο λόγου έφεσης / αυτοτελούς ισχυρισμού ειδικά διατυπωμένο για το ακροατήριο.

ΠΚ Άρθρο 83
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.9%
ΠΚ Άρθρο 83: Μειωμένη ποινή Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλον προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών ή κάθειρξη έως δεκατέσσερα (14) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως δώδεκα (12) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία.
ΠΚ Άρθρο 82
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.8%
ΠΚ Άρθρο 82: Υπολογισμός του χρόνου της προσωρινής κράτησης 1. Όταν επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή, αφαιρείται ο χρόνος κράτησης μετά τη σύλληψη, ο χρόνος της προσωρινής κράτησης, καθώς και ο χρόνος παραμονής σε θεραπευτικές μονάδες για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 2. Στην περίπτωση συρροής εγκλημάτων που συνεκδικάζονται, αφαιρείται από την επιβληθείσα συνολική ποινή ο χρόνος της κράτησης που διατάχθηκε για οποιοδήποτε από αυτά, ακόμη και όταν η απόφαση κήρυξε τον καταδικασθέντα αθώο για το έγκλημα για το οποίο είχε κρατηθεί. Αν ο κρατηθείς αθωωθεί για το έγκλημα για το οποίο είχε κρατηθεί και γι' αυτά που συνεκδικάσθηκαν, ο χρόνος κράτησης αφαιρείται από άλλες ποινές, εφόσον επιβάλλονται για εγκλήματα που διαπράχθηκαν πριν από την κράτηση. 3. Η αρμόδια αρχή για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων αφαιρεί από την ποινή τον χρόνο κράτησης που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης έως τότε που αυτή έγινε αμετάκλητη. 4. Όταν επιβάλλεται μόνο χρηματική ποινή "ή ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας" για το έγκλημα για το οποίο ο καταδικασθείς είχε κρατηθεί, αφαιρούνται από την ποινή που του επιβλήθηκε οι ημερήσιες μονάδες που αντιστοιχούν στον χρόνο κράτησης.
ΚΠΔ Άρθρο 497
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.7%
ΚΠΔ Άρθρο 497: Ανασταλτική δύναμη της έφεσης "1. Ανασταλτικό αποτέλεσμα έχει μόνο η έφεση που ασκείται παραδεκτά και όχι η προθεσμία για την άσκησή της. 2. Αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ή περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, η έφεση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα εκτός αν το δικαστήριο αιτιολογώντας, ειδικά την απόφασή του, κρίνει αλλιώς. 3. [Καταργείται]. 4. Αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης, η κρίση για το αν η έφεση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ανήκει στο δικαστήριο που δίκασε. Αυτό, με ειδική αιτιολογία και εφαρμόζοντας τα κριτήρια της παρ. 8, αποφασίζει αμέσως μετά την απαγγελία της απόφασης, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από δήλωση του κατηγορουμένου ότι θα ασκήσει έφεση. 5. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να εξαρτήσει την ανασταλτική δύναμη της έφεσης από την επιβολή περιοριστικών όρων. Αν επιβληθεί ο περιοριστικός όρος της εγγυοδοσίας, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 295. Αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης και το δικαστήριο κρίνει πως η έφεση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα σύμφωνα με την παρ. 4, μπορεί να επιβάλλεται ως μοναδικός ή συνδυαστικά με άλλους, ο περιοριστικός όρος της ηλεκτρονικής επιτήρησης του κατηγορουμένου με τη χρήση τεχνολογίας εντοπισμού θέσης και κίνησης με αναλογική εφαρμογή του τρίτου, τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 283. 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και όταν ασκήθηκε έφεση από τον εισαγγελέα υπέρ εκείνου που καταδικάστηκε. 7. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε ποινή στερητική της ελευθερίας και άσκησε παραδεκτά έφεση, η οποία όμως δεν έχει ανασταλτική δύναμη, μπορεί να ζητηθεί με αίτηση του ίδιου ή του εισαγγελέα η αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η αίτηση, υποβαλλόμενη με συνημμένο αντίγραφο της πρωτοβάθμιας απόφασης ή απόσπασμά της συνοδευόμενο από το εισαγωγικό της κατηγορίας έγγραφο, απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αν πρόκειται για το μικτό ορκωτό εφετείο και αυτό δεν συνεδριάζει, στο τριμελές εφετείο. Η ως άνω δυνατότητα υφίσταται και σε περίπτωση αναβολής της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οπότε η σχετική αίτηση καταχωρίζετ αι στα πρακτικά. Αν η αίτηση απορριφθεί, νέα αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί πριν παρέλθουν δύο (2) μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η προηγούμενη. Αν στον κατηγορούμενο επιβληθεί ο κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρησ η, εφαρμόζονται αντίστοιχα και τα οριζόμενα στα άρθρα 284 και 285, με εξαίρεση την παρ. 1 του τελευταίου άρθρου. 8. Τότε μόνο δεν χορηγείται ανασταλτικό αποτέλεσμα κατά την παρ. 4 στην έφεση ή απορρίπτεται η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, όταν κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν και ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει γνωστή και μόνιμη διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες καταδίκες του για αξιόποινες πράξεις ή από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, να διαπράξει και άλλα εγ κλήματα. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση χορηγεί ανασταλτικό αποτέλεσμα ή αναστολή εκτέλεσης, αν αιτιολογημένα κρίνει ότι η άμεση έκτιση ή συνέχιση έκτισης της ποινής θα έχει ως συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο ή για την οικογένειά του. Αν παραβιαστούν οι όροι που τέθηκαν ή αν κατά τον χρόνο της αναστολής ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του καταδικασθέντος για κακούργημα ή πλημμέλημα που επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, για πράξη που τέλεσε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της αναστολής, το αρμόδιο δικαστήριο αποφαίνεται, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα, για την άρση ή όχι της χορηγηθείσας αναστολής εκτέλεσης. Όσο διαρκεί η αναστολή, δεν χορηγείται εκ νέου ανασταλτική δύναμη, σε περίπτωση νέας καταδίκης σε ποινή φυλάκισης άνω του ενός (1) έτους για πράξη που τέλεσε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της αναστολής. 9. Ο κατηγορούμενος κλητεύεται, σύμφωνα με τα άρθρα 155 έως 162 και 166, στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο κατά την παρ. 7 αυτού του άρθρου. Αν κρατείται μακριά από την έδρα του δικαστηρίου, δεν προσάγεται σε αυτό. 10. Για όλες τις παρεπόμενες στερήσεις δικαιωμάτων, εκπτώσεις και ανικανότητες, το ανασταλτικό αποτέλεσμα επέρχεται πάντοτε αυτοδικαίως».
ΚΠΔ Άρθρο 499
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 100.0%
ΚΠΔ Άρθρο 499: Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της έφεσης "Στην παρ. 7 του άρθρου 111 και στην παρ. 2 του άρθρου 112, καθώς και στο άρθρο 114 ορίζεται το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει την έφεση».
ΠΚ Άρθρο 104Α
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 97.3%
ΠΚ Άρθρο 104Α: Μετατροπή της φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία «1. Όταν επιβάλλεται φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 99, η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας (άρθρο 81), εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι αυτή δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων εγκλημάτων. Κάθε ημέρα φυλάκισης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε περισσότερες από δύο (2) ώρες κοινωφελούς εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις χίλιες διακόσιες ώρες (1.200) και σε περίπτωση που έχει καθοριστεί συνολική ποινή, τις τρεις χιλιάδες εξακόσιες ώρες (3.600), ούτε να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών (3) ετών. 2. Η μετατροπή δεν είναι εφικτή αν ο καταδικασθείς δεν συναινεί ή δεν είναι παρών. Αν ο καταδικασθείς δεν ήταν παρών, μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή της ποινής του σε παροχή κοινωφελούς εργασίας με αυτοτελή αίτησή του. 3. Αν επήλθε ουσιώδης αλλαγή των όρων της παρ. 1, ο καταδικασθείς μπορεί να ζητήσει νέο υπολογισμό της παρεχόμενης κοινωφελούς εργασίας με αυτοτελή αίτησή του. 4. Η παρ. 3 του άρθρου 81 ισχύει και στην περίπτωση αυτή. Αν η εργασία παρέχεται από εκείνον που καταδικάστηκε ελλιπώς ή πλημμελώς με δική του υπαιτιότητα, ο εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής, αφού λάβει υπόψη τη συχνότητα και σοβαρότητα της παραβίασης των υποχρεώσεων από τον καταδικασθέντα, τον βαθμό της υπαιτιότητάς του και το τμήμα της ποινής που εκτίθηκε, μπορεί: α) να προβεί σε προειδοποίηση εκείνου που καταδικάστηκε, β) να παρατείνει την προθεσμία για την εκτέλεση της εργασίας μέχρι ένα (1) επιπλέον έτος, γ) να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστήριο εκτέλεσης της ποινής με αναλογική εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 99, το οποίο μπορεί να διατάξει την έκτιση της στερητικής της ελευθερίας ποινής που είχε επιβληθεί πριν από τη μετατροπή αφού αφαιρέσει την εκτι θείσα ποινή και τον χρόνο παροχής κοινωφελούς εργασίας υπολογίζοντας αυτόν σύμφωνα με την παρ. 1». VI. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΦΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
ΠΚ Άρθρο 81
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 95.1%
ΠΚ Άρθρο 81: Επιμέτρηση της ποινής της παροχής κοινωφελούς εργασίας 1. Κατά την επιμέτρηση της ποινής της παροχής κοινωφελούς εργασίας λαμβάνονται υπόψη και η ηλικία, η κατάσταση της υγείας του υπαιτίου, καθώς και οι επαγγελματικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις. 2. Στην απόφαση ορίζεται η μέγιστη διάρκεια παροχής της κοινωφελούς εργασίας, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες. 3. Η κοινωφελής εργασία πραγματοποιείται προς όφελος του κοινού σε δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή μη κερδοσκοπικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουρ γών. Μπορεί επίσης να αφορά και σε παροχή υπηρεσιών προς τον παθόντα, αν υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του. Με την ίδια απόφαση ορίζονται επίσης η οργάνωση της παροχής κοινωφελούς εργασίας, η διαδικασία επιλογής, ανάθεσης και επίβλεψης της σχετικής εργασίας και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. 4. Στην απόφαση καθορίζεται και η χρηματική ποινή που θα πρέπει να αποτίσει ο καταδικασθείς, αν δεν παρέχει με συνέπεια την κοινωφελή εργασία. Τέσσερις (4) ώρες κοινωφελούς εργασίας αντιστοιχούν με εκατό (100) ευρώ χρηματικής ποινής. 5. Αν η εργασία παρέχεται από εκείνον που καταδικάστηκε ελλιπώς ή πλημμελώς με δική του υπαιτιότητα, ο εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής, αφού λάβει υπόψη τη συχνότητα και σοβαρότητα της παραβίασης των υποχρεώσεων από τον καταδικασθέντα, καθώς και τον βαθμό της υπαιτιότητάς του, μπορεί, αφού προβεί σε έγγραφη προειδοποίηση εκείνου που καταδικάστηκε: α) να παρατείνει την προθεσμία για την εκτέλεση της εργασίας μέχρι ένα (1) επιπλέον έτος, β) να επιτρέψει την εκτέλεση της χρηματικής ποινής που είχε καθοριστεί σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, αφού αφαιρέσει το ποσό που αναλογεί στην ήδη εκτιθείσα ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, καθορίζοντας για κάθε τέσσερις (4) ώρες εργασίας εκατό (100) ευρώ χρηματικής ποινής.
ΠΚ Άρθρο 99
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 94.4%
ΠΚ Άρθρο 99: Έκτιση και αναστολή εκτέλεσης της ποινής και μέρους της ποινής υπό όρο 1. Το δικαστήριο μετά την επιβολή ποινής εφαρμόζει τα άρθρα 80 A ή 104 A, μετατρέποντας την ποινή σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, οπότε διατάσσει την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής σύμφωνα με την παρ. 5 ή ολόκληρης της ποινής. Αν ωστόσο, κάποιος που δεν έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα με μία (1) ή περισσότερες αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός (1) έτους, καταδικαστεί σε ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη, αν κρίνει αιτιολογημένα πως η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή. 2. Στην ίδια απόφαση το δικαστήριο μπορεί να προσδιορίσει τους όρους υπό τους οποίους παρέχεται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, οι οποίοι, διαζευκτικά ή σωρευτικά, είναι ιδίως: α) η αποκατάσταση του συνόλου ή μέρους της ζημίας που προκλήθηκε στο θύμα της αξιόποινης πράξης κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του καταδικασθέντος, β) η αφαίρεση της άδειας οδήγησης για χρονικό διάστημα έως ένα (1) έτος, αν η πράξησ υνδέεται με σοβαρή παραβίαση των κανόνων οδήγησης, γ) η καταβολή ποσού ύψους έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κοινωφελείς σκοπούς, δ) η εκπλήρωση υποχρεώσεων του καταδικασθέντος για διατροφή ή επιμέλεια άλλων προσώπων, ε) η συμμετοχή του καταδικασθέντος , εφόσον συναινεί, σε πρόγραμμα απεξάρτησης ή άλλο θεραπευτικό πρόγραμμα, στ) η συμμετοχή του καταδικασθέντος σε συνεδρίες με επιμελητή κοινωνικής αρωγής, ζ) η εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα, η) η απαγόρευση εξόδου από τη Χώρα. 3. Μετά από αίτηση του εισαγγελέα εκτέλεσης της ποινής ή του καταδικασθέντος, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την άρση ή την τροποποίηση των όρων που έχει επιβάλει. Νέα αίτηση του καταδικασθέντος μπορεί να υποβληθεί μετά πάροδο τριμήνου από την απόρριψη της προηγούμενης. 4. Αν ο καταδικασθείς παραβιάζει τους όρους, ο εισαγγελέας εισάγει την υπόθεση στο δικαστήριο εκτέλεσης της ποινής. Το τελευταίο, με βάση τα πιο πάνω κριτήρια, μπορεί: α) να διατάξει τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική κατά το άρθρο 80Α ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 104Α, β) να διατάξει την έκτιση μέρους της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σύμφωνα με την παρ. 5 ή την έκτιση ολόκληρης της ποινής. Ο καταδικασθείς κλητεύεται υποχρεωτικά στη συνεδρίαση τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν και μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με συνήγορο. 5. Αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο, εφόσον η μετατροπή της ποινής σε χρηματική κατά το άρθρο 80 A ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 104 Α δεν επιτρέπεται με βάση το ύψος της ποινής ή κρίνει πως δεν είναι επαρκής για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων και ότι για τον σκοπό αυτόν είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής, μπορεί να διατάξει την πραγματική εκτέλεση του μέρους αυτού, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριάντα (30) ημερών ούτε ανώτερη των έξι (6) μηνών και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου, πέραν των περιπτώσεων της παρ. 1. Στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 105 Β. Ο χρόνος αναστολής για το αναστελλόμενο μέρος της ποινής αρχίζει μετά από την ολοκλήρωση της έκτισης του μέρους της ποινής που δεν ανεστάλη. Οι παρ. 2 και 3 εφαρμόζονται αναλόγως σε περίπτωση εφαρμογής της παρούσας. 6. Αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση επί πλημμελήματος που υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο διατάζει την πραγματική έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα. Αν το δικαστήριο κρίνει αιτιολογημένα πως η έκτιση μέρους της ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων διατάζει α) την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής που δεν είναι κατώτερη του ενός πέμπτου (1/5) ούτε ανώτερη των τριών δεκάτων (3/10) και β) την αναστολή του υπολοίπου της ποινής, πέραν των περιπτώσεων της παρ. 1. Στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου εφαρμόζονται αναλογικά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παρ. 5. 7. Σε περίπτωση μη τήρησης των όρων μετά από την έκτιση μέρους της ποινής το δικαστήριο εκτέλεσης της ποινής, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των παραβιάσεων, μπορεί: α) να τροποποιήσει τους επιβληθέντες ή να επιβάλει επιπρόσθετους όρους, β) να διατάξει τη ν πραγματική έκτιση μέρους της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, γ) να διατάξει την έκτιση του υπολοίπου της ποινής που ανεστάλη. Ο καταδικασθείς κλητεύεται υποχρεωτικά στη συνεδρίαση τουλάχιστον δέκα (1 0) ημέρες πριν και μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με συνήγορο.
ΠΚ Άρθρο 80Α
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 93.1%
ΠΚ Άρθρο 80Α: Επιμέτρηση και απότιση χρηματικής ποινής 1. Κάθε ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών, αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάγεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 99 και 104 Α, μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, υπολογίζοντας κάθε ημέρα σε ποσό από δέκα (10) έως εκατό (100) ευρώ, εκτός αν το δικ αστήριο, με την απόφασή του, κρίνει ότι απαιτείται η πραγματική της έκτιση εν όλω ή εν μέρει, για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Η παρ. 1 του άρθρου 80 για το ύψος της μετατροπής εφαρμόζεται αναλόγως. 2. Αν ο καταδικασθείς αδυνατεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο της χρηματικής ποινής ή η καταβολή της συνεπάγεται την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει, και αυτεπαγγέλτως, προθεσμία, όχι μεγαλύτερη από τρία (3) έτη, ώστε μέσα σε αυτήν να καταβάλει σε δόσεις ή εφάπαξ την ποινή του. 3. Αν η αδυναμία καταβολής της χρηματικής ποινής ή των δόσεων αυτής οφείλεται σε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του καταδικασθέντος μετά την επιβολή της ποινής, ο καταδικασθείς μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση: α) προθεσμία καταβολής της χρηματικής ποινής ή επέκταση αυτής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα πέντε (5) έτη, ή β) αντικατάσταση της χρηματικής ποινής από την προσφορά κοινωφελούς εργασίας, στο μέτρο που ορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 104Α. Κάθε συγκεκριμένο αίτημα μπορεί να υποβληθεί μία (1) μόνο φορά. 4. Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής της χρηματικής ποινής που προέρχεται από μετατροπή ποινής φυλάκισης, χωρίς εφαρμογή των παρ. 2 και 3, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπουν προσαύξησή της.
ΠΚ Άρθρο 80
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.2%
ΠΚ Άρθρο 80: Επιμέτρηση και απότιση χρηματικής ποινής 1. Κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του α) τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του υπαιτίου γι’ αυτήν, β) την προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα βα) τα καθαρά έσοδα που αποκτά από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, ββ) άλλα τυχόν εισοδήματα και εν γένει την περιουσία του, καθώς και βγ) τις οικογενειακές του υποχρεώσεις. Άλλες υποχρεώσεις του μπορούν επίσης να συνυπολογισθούν από το δικαστήριο. 2. [Καταργείται]. 3. [Καταργείται]. 4. [Καταργείται]. 5. [Καταργείται]. 6. Σε περίπτωση μη καταβολής της χρηματικής ποινής σύμφωνα με τα παραπάνω αυτή ή το μη καταβληθέν μέρος, βεβαιώνεται κατά το άρθρο 553 ΚΠΔ.
ΠΚ Άρθρο 465
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.1%
ΠΚ Άρθρο 465: 1. Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος. Σε περίπτωση αρχικής ή επιγενόμενης συρροής χρηματικής ποινής του άρθρου 80 του προϊσχύοντος Ποινικού Κώδικα με χρηματική ποινή του άρθρου 57 ΠΚή ειδικών ποινικών νόμων που εξακολουθούν να ισχύουν, σχηματίζεται συνολική ποινή κατά το άρθρο 96 ΠΚ. 2. Για τους μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα [ν. 4619/2019 (Α' 95)] καταδικασθέντες αμετακλήτως σε πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, για τις οποίες καθορίστηκε, σύμφωνα με "τις" παρ. 1 και 2 του άρθρου 94 ΠΚ, συνολική ποινή υπερβ αίνουσα τα είκοσι (20) ή δεκαπέντε (15) έτη πρόσκαιρης κάθειρξης, καθώς και τα οχτώ (8) ή πέντε (5) έτη φυλάκισης αντίστοιχα, ως εκτιτέα ποινή για την απόλυση υπό όρο αυτών λογίζονται τα είκοσι (20), δεκαπέντε (15), οχτώ (8) και πέντε (5) έτη, αντίστοιχα. 3. [Καταργείται]. 4. Υποθέσεις, για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει γίνει επίδοση κλητήριου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο, εκδικάζονται από το δικαστήριο στο οποίο έχουν εισαχθεί.
ΠΚ Άρθρο 187Γ
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.9%
ΠΚ Άρθρο 187Γ: Ευνοϊκά μέτρα 1. Αν κάποιος από τους υπαιτίους των πράξεων των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 187 ή των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 187Α καταστήσει δυνατή με αναγγελία στην αρχή την πρόληψη της διάπραξης ενός από τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα, ή με τον ίδιο τρόπο συμβάλλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της οργάνωσης ή στην πλήρη εξιχνίαση εγκλήματος της οργάνωσης που τελέστηκε από άλλον, απαλλάσσεται από την ποινή για τις πράξεις αυτές . Αν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με αιτιολογημένη διάταξή του απέχει από την άσκησή της και υποβάλλει τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η ως άνω διάταξη μαζί με τη σύμφωνη γνώμη κοινοποιείται στον Εισαγγελέα, που εποπτεύει τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας, για την ενημέρωσή του. 2. Αν στην περίπτωση της παρ. 1 ο υπαίτιος έχει τελέσει κάποιο από τα επιδιωκόμενα εγκλήματα ή έχει τελέσει κάποιο από τα εγκλήματα της παρ. 1 του άρθρου 187Α, το δικαστήριο του επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή αυτής της ποινής, εκτιμώντας ιδίως την έκταση της συμμετοχής του υπαιτίου στην οργάνωση και τον βαθμό της συμβολής του στην εξάρθρωσή της ή την πλήρη εξιχνίαση του ιδίου ή άλλου εγκλήματός της. 3. Για όποιον καταγγέλλει αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν σε βάρος του από εγκληματική οργάνωση, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί, εφόσον η καταγγελία πιθανολογείται βάσιμη, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, να απόσχει προσωρινά από την ποινική δίωξη για παραβάσεις του νόμου περί αλλοδαπών και περί εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων, ώσπου να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τις πράξεις που καταγγέλθηκαν. Αν η κατηγορία αποδειχθεί βάσιμη, η αποχή από την ποινική δίωξη γίνεται οριστική. 4. Η απέλαση αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στη χώρα και καταγγέλλουν αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν από εγκληματική ή τρομοκρατική οργάνωση αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τις πράξεις που καταγγέλθηκαν. Όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή της απέλασης χορηγείται στους αλλοδαπούς άδεια παραμονής κατά παρέκκλιση από την ισχύουσα νομοθεσία περί αλλοδαπών. 5. Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, αν ο υπαίτιος πλημμελήματος ή κακουργήματος που τιμωρείται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης πλην εκείνων που προβλέπονται στις διατάξεις του 19ου Κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα, πριν από την αμετάκλ ητη καταδίκη του και με δική του πρωτοβουλία συντελέσει ουσιωδώς, με την παροχή πληροφοριών, στην εξάρθρωση εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή την πλήρη εξιχνίαση κακουργήματος των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, ή την πλήρη εξιχνίαση εγκλήμ ατός της ή οποιουδήποτε άλλου κακουργήματος, ή την ανακάλυψη και σύλληψη δράστη τους, το δικαστήριο του επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83) εφόσον η βαρύτητα της πράξης του και ο βαθμός ενοχής του είναι προδήλως υποδεέστερα σε σύγκριση με τη βαρύτητα των πράξεων και τον βαθμό ενοχής των δραστών, που αφορούσαν οι πληροφορίες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αν η πράξη του υπαιτίου αφορά πλημμέλημα, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από τη ποινή. Επιπλέον, μπορεί να διατάξει τη μερική ή την πλήρη αναστολή της ποινής φυλάκισης, που του επιβλήθηκε, ή την έκτισή της στην κατοικία του ή τη μετατροπή της σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, ανεξάρτητα από τη συνδρομή των όρων που προβλέπονται στα άρθρα 82Α, 99, 104Α και 105. Αν οι ανωτέρω όροι συντρέξουν μετά την αμετάκλητη καταδίκη του υπαιτίου, το αρμόδιο συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απόλυσή του από τις φυλακές υπό όρο, ανεξάρτητα από τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 105Β. 6. Αν για την εξάρθρωση εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή την πλήρη εξιχνίαση κακουργήματος των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, ή την πλήρη εξιχνίαση εγκλήματός της ή οιουδήποτε άλλου κακουργήματος, ή την ανακάλυψη και σύλληψη δράστη τους, είναι αναγκαία η προσωρινή αποφυλάκιση του ανωτέρω υπαιτίου, το αρμόδιο Συμβούλιο μπορεί, ύστερα από κατά περίπτωση αίτηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος ή της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας και πρόταση του οικείου Εισαγγελέα, να διατάξει την προσωρινή, για ορισμένο χρόνο απόλυσή του από τη φυλακή, εφόσον τούτη κρίνεται αναγκαία για την επαλήθευση της πληροφορίας. Μετά την πάροδο του ορισθέντος χρόνου συνεχίζεται η φυλάκιση του υπαιτίου. 7. Για την αναγγελία που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 και την παροχή πληροφοριών που ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου 187Γ, συντάσσεται έκθεση από ανακριτικούς υπαλλήλους της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος ή της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά περίπτωση, η οποία υπογράφεται από τον δηλούντα και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα που εποπτεύει την εν λόγω διεύθυνση, ο οποίος την τηρεί σε ειδικό, απόρρητο αρχείο και αναθέτει στην αρμόδια διεύθυνση τη διακρίβωση της βασιμότητας των ισχυρισμών του. Η αναφορά της διεύθυνσης με τα αποτελέσματα της έρευνας συσχετίζεται με την έκθεση και υποβάλλονται μαζί στο Δικαστήριο, που δικάζει το κακούργημα ή το πλημμέλημα εκείνου που παρείχε τις πληροφορίες, κατόπιν αιτήσεώς του. Το δικάζον Δικαστήριο λαμβάνει γνώση των ανωτέρω εγγράφων και συνεδριάζει σε Συμβούλιο προκειμένου να αποφανθεί για τη χορήγηση ή μη των ανωτέρω ευεργετημάτων. Στην αιτιολογία της απόφασης γίνεται μνεία μόνο του διαβιβαστικού εγγράφου το υ ως άνω Εισαγγελέα και της νομικής βάσης της χορήγησης ή μη του ευεργετήματος χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
ΠΚ Άρθρο 386
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.8%
ΠΚ Άρθρο 386: Απάτη 1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.
ΠΚ Άρθρο 79
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.1%
ΠΚ Άρθρο 79: Δικαστική επιμέτρηση της ποινής 1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή της. 3. Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4. Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) τ ο ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε.
ΚΠΔ Άρθρο 48
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.8%
ΚΠΔ Άρθρο 48: Αποχή από την ποινική δίωξη πλημμελημάτων υπό όρους 1. Στις περιπτώσεις πλημμελήματος που απειλείται στον νόμο με ποινή φυλάκισης έως τριών (3) ετών με ή χωρίς χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών - και εφόσον συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής - να απόσχει προσωρινά από την ποινική δίωξη με αιτιολογημένη διάταξή του, υπό τον όρο ότι αυτός στον οποίο αποδίδεται η πράξη, θα συναινέσει να εκπληρώσει όρους που κρίνονται ως κατάλληλοι να ικανοποιήσουν το δημόσιο συμφέρον για τη δίωξη και να μειώσουν τις συνέπειες της πράξης. Για τον λόγο αυτόν, ο εισαγγελέας καλεί αυτόν στον οποίο αποδίδεται η πράξη, να εμφανισθεί ενώπιόν του μόνος του ή με συνήγορο. Τέτοιοι όροι είναι ιδίως: α) η ουσιώδης προσπάθεια συμφιλίωσης με το ν παθόντα, β) η καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού σε φιλανθρωπική οργάνωση ή σε κοινωφελές ταμείο, γ) η συμμόρφωση σε υφιστάμενη υποχρέωση διατροφής, δ) η συμμετοχή σε πρόγραμμα κοινωνικής εκπαίδευσης, ε) η παρακολούθηση ορισμένου αριθμού μαθημάτων οδήγησης. Τα εδάφια ένα έως και τρία εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις απόπειρας ή συμμετοχής. 2. Στις περιπτώσεις των πλημμελημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 216, 242 παρ. 1 και 2, «375 παρ. 1, «386 παρ. 1 εδάφιο α, 386Α παρ. 1, 386Β παρ. 1 περ. α' και 390 παρ. 1 εδάφιο α' ΠΚ» και στους νόμους 1599/1986, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013 ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών και εφόσον συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, να απόσχει προσωρινά από την ποινική δίωξη με αιτιολογημένη διάταξή του, υπό τον όρο ότι αυτός στον οποίο αποδίδεται η πράξη θα αποκαταστήσει πλήρως την προκληθείσα ζημία καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας. Για τον λόγο αυτόν ο εισαγγελέας καλεί αυτόν, στον οποίο αποδίδεται η πράξη, να εμφανισθεί ενώπιόν του μόνος του ή με συνήγορο και, αν το κρίνει αναγκαίο, προηγουμένως τον παθόντα. Στην απόπειρα των πράξεων του πρώτου εδαφίου αρκεί η δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του ότι έχουν ικανοποιηθεί. 3. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας προσωρινής αποχής από την ποινική δίωξη ενημερώνεται ο παθών από την αξιόποινη πράξη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να διατυπώσει εγγράφως ή προφορικά τις απόψεις του στον εισαγγελέα, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα. 4. Ο εισαγγελέας ορίζει στον υπόχρεο εκπλήρωσης των όρων χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, το οποίο μπορεί να παραταθεί για ακόμη τρεις (3) μήνες. Η διάταξη του άρθρου 113 ΠΚ εφαρμόζεται και εδώ. Ο εισαγγελέας μπορεί με τη συναίνεση του καθ' ου οι όροι, να προβεί στην τροποποίηση ή άρση ειδικότερων όρων. 5. Εφόσον αυτός στον οποίο τέθηκαν οι όροι τους τηρήσει, ο εισαγγελέας εκδίδει διάταξη με την οποία απέχει οριστικά από την ποινική δίωξη την οποία κοινοποιεί στον Εισαγγελέα Εφετών για τη σύμφωνη γνώμη του. 6. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των όρων από το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πράξη, η αρχική συναίνεσή του για την εφαρμογή της διαδικασίας δεν επιτρέπεται να αξιοποιηθεί σε βάρος του σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας. 7. Αν στις ως άνω περιπτώσεις έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη, το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παραπέμπεται να δικαστεί η υπόθεση μπορεί, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, να παύσει προσωρινά την ποινική δίω ξη, επιβάλλοντας κατά την κρίση του στον κατηγορούμενο τους ανάλογους προς την πράξη όρους. [Οι παρ. 2 έως 5 ισχύουν αντιστοίχως]. 8. Η παραπάνω διαδικασία αποχής από την ποινική δίωξη, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί εκ νέου για το ίδιο πρόσωπο σε περίπτωση τέλεσης ομοειδούς εγκλήματος.
ΚΠΔ Άρθρο 303
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.7%
ΚΠΔ Άρθρο 303: Ποινική διαπραγμάτευση 1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, εξαιρουμένων των κακουργημάτων: α) που απειλούνται και με ποινή ισόβιας κάθειρξης και β) που προβλέπονται στο άρθρο 187Α ΠΚ και στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του ΠΚ, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης ή σε κάθε περίπτωση με αυτοτελές αίτημά του, που μπορεί να υποβληθεί μέχρι και την παρέλευση δέκα (10) ημερών από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή διά του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια ή παρεπόμενη ποινή. Η αίτηση του κατηγορουμένου που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο υποβάλλεται μόνο μία (1) φορά σε κάθε δικονομικό στάδιο. Σε κάθε περίπτωση, ο αρμόδιος εισαγγελέας δύναται, αν κρίνει πως η υπόθεση είναι κατάλληλη προς διαπραγμάτευση με βάση τα στοιχεία του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 ταυτόχρονα με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, να καλέσει τον κατηγορούμενο ενώπιόν του σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2, προκειμένου να επιχειρηθεί η υπαγωγή της υπόθεσης στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης. 2. Μετά την υποβολή αιτήματος του κατηγορουμένου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 1, η δικογραφία διαβιβάζεται, σε οποιοδήποτε δικονομικό στάδιο και αν εκκρεμεί, επί μεν των πλημμελημάτων στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών επί δε των κακουργημάτων στον εισαγγελέα εφετών, οι οποίοι οφείλουν να κρίνουν αν η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, κατάλληλη προς διαπραγμάτευση. Προς τον σκοπό αυτόν, ο εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου και, αν το κρίνει αναγκαίο, τον παθόντα μετά ή δια συνηγόρου. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, ο εισαγγελέας του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Στα εγκλήματα της παρ. 1 του άρθρου 301 ο εισαγγελέας δικαιούται κατά την κρίση του να εξαρτήσει την έναρξη της διαπραγμάτευσης, από την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας ή από τη σοβαρή προσπάθεια του υπαιτίου να αποκαταστήσει τη ζημία. 3. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά από το δικονομικό στάδιο που είχε διακοπεί λόγω της υποβολής αιτήματος διαπραγμάτευσης. Η γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου ή η πρόσκληση του εισαγγελέα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, θεωρούνται ως ουδέποτε υποβληθείσες, καταστρέφονται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά τους δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης και σε καμία άλλη διαδικασία. 4. Αν ο κατηγορούμενος, αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, συμφωνήσει με τον εισαγγελέα την επιβλητέα ποινή, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης, που υπογράφεται από τον εισαγγελέα και από τον κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του. Τ ο πρακτικό διαπραγμάτευσης περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται, την συμφωνηθείσα ποινή, καθώς και τον τρόπο έκτισής της. Η προτεινόμενη ποινή καθορίζεται με βάση την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, τον βαθμό της υπαιτιότητας, καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) έτη φυλάκισης στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, τα εννέα (9) έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη, τα δέκα (10) έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και τα δύο (2) έτη στα πλημμελήματα, ούτε μπορεί να είναι κατώτερη των τριών (3) ετών στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη. Για την αναστολή ή μετατροπή της προτεινόμενης ποινής ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 80Α, 99 και 104Α ΠΚ. Στις περιπτώσεις που το αίτημα του κατηγορουμένου υποβάλλεται αμέσως μετά από την άσκηση της ποινικής δίωξης, κατά το προδικαστικό δικονομικό στάδιο, στον τρόπο έκτισης της συμφωνηθείσας ποινής μπορεί να περιλαμβάνεται και η δυνατότητα υπό όρους απόλυσης του κατηγορουμένου μετά από τη συμπλήρωση δύο πέμπτων (2/5) πλασματικής έκτισης και ενός τρίτου (1/3) πραγματικής παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 6 του άρθρου 105Β ΠΚ αντίστοιχα, εξαιρουμένων των κακουργημάτων του δεύτερου εδαφίου της παρ. 6 του ίδιου άρθρου. Στο πρακτικό διαπραγμάτευσης ορίζεται υποχρεωτικά πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος του κατηγορουμένου στον οποίο παρέχεται η εντολή να τον εκπροσωπήσει στο ακροατήριο. 5. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου, η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν, εκτός αν ο εισαγγελέας θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, οπότε ο ανακριτής λαμβάνει απολογία του κατηγορουμένου, μετά την οποία ο ανακριτής μπορεί να αφήσει τον κατηγορούμενο ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη για την επιβολή περιοριστικών όρων κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 283. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, ο εισαγγελέας μπορεί με διάταξή του να άρει ή να αντικαταστήσει τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού που τυχόν έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται και η δικογραφία χωρίζεται με πράξη του ανακριτή ως προς τους κατηγορουμένους για τους οποίους δεν έχει συνταχθεί πρακτικό διαπραγμάτευσης και ως προς τα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα της παρ. 1. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 302 ισχύουν αναλόγως. 6. Μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο επί κακουργημάτων και στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο επί πλημμελημάτων. Στον απόντα κατηγορούμενο ορίζεται υποχρεωτικά ως συνήγορος ο αναφερόμενος στο πρακτικό διαπραγμάτευσης και αν αυτός κωλύεται, άλλος συνήγορος από τον πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας και επιβάλλει σε αυτόν, εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, ποινή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την συμφωνηθείσα μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορούμενου. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να δεσμεύεται από το πρακτικό διαπραγμάτευσης, τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β' και γ' και δικαιούται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. 7. Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που έχει ειδική
ΚΠΔ Άρθρο 301
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.5%
ΚΠΔ Άρθρο 301: Ποινική συνδιαλλαγή μέχρι την τυπική περάτωση της ανάκρισης 1. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου για την ποινική συνδιαλλαγή εφαρμόζονται στα κακουργήματα: α) που προβλέπονται στα άρθρα 216 παρ. 3 και 4 και 242 παρ. 3, 4 και 5 ΠΚ, β) που χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας και γ) που προβλέπονται στους νόμους 1599/1986, 2803/2000, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013, ανεξάρτητα από την συνδρομή ή μη επιβαρυντικών περιστάσεων. 2. Στις περιπτώσεις που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα από τα αναφερόμενα στην παρ. 1, ο εισαγγελέας μετά από αίτημα του κατηγορουμένου που υποβάλλεται μέχρι την τυπική περάτωση της ανάκρισης, καλεί τον κατηγορούμενο και τον παθόντα και, προκειμένου περί του δημοσίου τον οριζόμενο βάσει των κείμενων διατάξεων νόμιμο εκπρόσωπό του να εμφανισθούν ενώπιόν του, μετά ή δια των συνηγόρων τους, για συνδιαλλαγή. Ο εισαγγελέας διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο στον διάδικο, που δεν έχει, από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. «3. Ο εισαγγελέας τάσσει προθεσμία δεκαπέντε ημερών στους διαδίκους για τη σύνταξη του πρακτικού συνδιαλλαγής, στο οποίο περιέχεται η ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται και βεβαιώνεται η απόδοση του πράγματος ή η εντελής ικανοποίηση της ζημίας που αναφέρεται στην κατηγορία. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί ύστερα από αίτηση ενός εκ των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως για δεκαπέντε ημέρες.» 4. Αν το πρακτικό συνδιαλλαγής συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου, η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν και τους συμμετόχους που το αποδέχονται. Αν το πρακτικό συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, τα τυχόν επιβληθέντα για το συγκεκριμένο έγκλημα κατά το άρθρο 282 μέτρα δικονομικού καταναγκασμού αίρονται υποχρεωτικά με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. 5. Αν δεν επιτευχθεί συνδιαλλαγή, η αίτηση θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά τους δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης και σε καμία άλλη διαδικασία. 6. Σε περίπτωση απόπειρας η βεβαίωση της παρ. 2 αφορά την χρηματική ικανοποίηση του ζημιωθέντος λόγω της ηθικής βλάβης, η οποία για την εφαρμογή των διατάξεων της ποινικής συνδιαλλαγής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τριάντα χιλιάδων ευρώ με την επιφύλαξη της διεκδίκησης τυχόν υπερβαινουσών το ως άνω ποσό αξιώσεων στα πολιτικά δικαστήρια. Σε περιπτώσεις συμμετοχής, η καταβολή του συμφωνημένου χρηματικού ποσού από ένα συμμέτοχο, ωφελεί και τους υπολοίπους. Αν κάποιος από τους συμμέτοχους δεν επιθυμεί την ποινική συνδιαλλαγή, η υπόθεση χωρίζεται και ακολουθείται ως προς αυτόν η τακτική διαδικασία. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν επεκτείνεται στα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται στα εγκλήματα της παρ. 1, ως προς τα οποία η δικογραφία χωρίζεται με πράξη του ανακριτή. 7. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του σχετικού πρακτικού, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών διαβιβάζει το σχετικό πρακτικό μαζί με τη λοιπή δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος εισάγει αμέσως την υπόθεση με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο, κλητεύοντας τον κατηγορούμενο και τον ζημιωθέντα. «8. Το δικαστήριο, εκτιμώντας το πρακτικό συνδιαλλαγής και τα στοιχεία της λοιπής δικογραφίας, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σε αυτόν, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή επί επιβαρυντικών περιστάσεων τα δύο έτη. Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 94 επ. ΠΚ. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να δεσμεύεται από το πρακτικό συνδιαλλαγής, τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β' και γ' ΚΠΔ και δικαιούται να μεταβάλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης προς όφελος του κατηγορουμένου. Η εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής κατά τα ανωτέρω αναστέλλεται και μετατρέπεται σε χρηματική ή παροχή κοινωφελούς εργασίας με τις προϋποθέσεις των άρθρων 80A, 99, και 104Α ΠΚ. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται. Ο χαρακτήρας των πράξεων της παρ. 1, για τις οποίες έλαβε χώρα η ποινική συνδιαλλαγή, εξακολουθεί να παραμένει κακουργηματικός.» 9. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου χωρεί μόνο αναίρεση.
ΠΚ Άρθρο 377
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.5%
ΠΚ Άρθρο 377: Κλοπή και υπεξαίρεση μικρής αξίας Αν τα εγκλήματα των άρθρων 372 και 375 παρ. 1 έχουν αντικείμενο πράγμα μικρής αξίας, επιβάλλεται χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αν, όμως, η πράξη τελέστηκε από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση του αντικειμένου της κλοπής ή υπεξαίρεσης, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση κλοπής ή υπεξαίρεσης που έχει ως αντικείμενο υλικό μέσο πληρωμής πλην των μετρητών.
ΚΠΔ Άρθρο 302
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.3%
ΚΠΔ Άρθρο 302: Ποινική συνδιαλλαγή μετά την τυπική περάτωση της ανάκρισης και «μέχρι το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας» στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο 1. Στις περιπτώσεις που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα που προβλέπεται στην παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου το κατά το προηγούμενο άρθρο αίτημα του κατηγορουμένου, μετά την τυπική περάτωση της ανάκρισης και μέχρι την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύμα τος ή τη διατύπωση σύμφωνης γνώμης του προέδρου εφετών για απευθείας παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, υποβάλλεται στον εισαγγελέα ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η δικογραφία. Στην περίπτωση αυτή διατάσσεται περαιτέρω κυρία ανάκριση, ανακαλουμένης της πρότασης του εισαγγελέα προς το δικαστικό συμβούλιο ή τον πρόεδρο εφετών, αν συντρέχει περίπτωση, και ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου άρθρου. 2. Αν το κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτημα του κατηγορουμένου υποβληθεί μετά την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος ή μετά την διατύπωση σύμφωνης γνώμης του προέδρου εφετών κατά το άρθρο 309 παρ. 2 και μέχρι την επίδοση κλήσης ή κλητηρίου θεσπίσματος στο ν κατηγορούμενο, ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει το αίτημα του κατηγορουμένου στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση και στην ίδια δικάσιμο με αυτή. «Αν έχει γίνει επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος και η δικάσιμος που ορίστηκε υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες, ο εισαγγελέας μπορεί να αποσύρει την υπόθεση από την ορισθείσα δικάσιμο και να ορίσει κατ' απόλυτη προτεραιότητα νέα δικάσιμο, στην οποία να εισαγάγει το αίτημα του κατηγορουμένου στο αρμόδιο δικαστήριο.» 3. «Στην περίπτωση των κακουργημάτων του προηγούμενου άρθρου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει την ουσία της υπόθεσης, αν έχει υποβληθεί αίτημα σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο ή υποβληθεί μέχρι το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, μπορεί να διακόψει τη συζήτηση της υπόθεσης και να τάξει προθεσμία έως δεκαπέντε ημερών στους συνηγόρους των διαδίκων για τη σύνταξη πρακτικού συνδιαλλαγής, στο οποίο περιέχεται ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται και βεβαιώνεται η πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος, όπως ορίζεται στις παρ. 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου». Το αίτημα του κατηγορουμένου που υποβάλλεται στο ακροατήριο, καταχωρίζεται σε ειδικά πρακτικά, που τηρούνται αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό κατά το άρθρο 141 παρ. 4 ΚΠΔ. «4. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενεργεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού στην περίπτωση των πλημμελημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216 παράγραφος 1 και 2, 242 παράγραφος 1 ΠΚ και στους νόμους 1599/1986, 2803/2000, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013, καθώς και των πλημμελημάτων που χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας.» "5"(4). Αν δεν επιτευχθεί συνδιαλλαγή, η αίτηση του κατηγορουμένου θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα και τα ειδικά πρακτικά του άρθρου 141 παρ. 4 που τηρήθηκαν για τον σκοπό αυτό καταστρέφονται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά τους δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης και σε καμία άλλη διαδικασία. "6"(5). Οι διατάξεις των παρ. 3 εδ. β', 5 και 6 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως. «7. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το πρακτικό συνδιαλλαγής και τα στοιχεία της λοιπής δικογραφίας, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σε αυτόν, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, ποινή που δεν υπερβαίνει επί κακουργημάτων τα δυο (2) έτη, ή επί επιβαρυντικών περιστάσεων τα τρία (3) έτη, και επί πλημμελημάτων τους έξι (6) και δώδεκα (12) μήνες αντίστοιχα. Η εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής κατά τα ανωτέρω μετατρέπεται σε χρηματική ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας και αναστέλλεται με τις προϋποθέσεις των άρθρων 80Α, 99, και 104Α ΠΚ. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται. Ο χαρακτήρας των πράξεων της παρ. 1 του άρθρου 301, για τις οποίες έλαβε χώρα η ποινική συνδιαλλαγή, εξακολουθεί να παραμένει κακουργηματικός.» "8"(7). Κατά της απόφασης του δικαστηρίου χωρεί μόνον αναίρεση.
ΚΠΔ Άρθρο 489
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.1%
ΚΠΔ Άρθρο 489: Έφεση εναντίον καταδικαστικής απόφασης από τον κατηγορούμενο και τον εισαγγελέα "Εκείνος που καταδικάστηκε και ο εισαγγελέας έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση: α) κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου, αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από πέντε (5) μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας πάνω από διακόσιες σαράντα (24 0) ώρες ή αν καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε ποινή που συνεπάγεται την έκτιση άλλης ποινής φυλάκισης που είχε ανασταλεί και είναι μεγαλύτερη από τέσσερις (4) μήνες, β) κατά της απόφασης του τριμελούς πλημμελειοδικείου και της απόφασης του εφετείου για πλημμελήματα (περ. δ' άρθρου 110), αν με αυτή καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας ή συμμέτοχος ή δράστης συναφούς πλημμελήματος, σε ποινή φυλάκισης πάνω από οκτώ (8) μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας πάνω από τετρακόσιες ογδόντα (480) ώρες ή σε οποιαδήποτε ποινή που συνεπάγεται την έκτιση άλλης ποινής φυλάκισης που είχε ανασταλεί και είναι μεγαλύτερη από έξι (6) μήνες, γ) κατά της απόφασης του μονομελούς και τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με την οποία καταδικάστηκε ο ανήλικος σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ή επιβλήθηκαν σε αυτόν αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, δ) [Καταργείται], ε) κατά της απόφασης του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, του μονομελούς εφετείου και του τριμελούς εφετείου με την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας τουλάχιστον τριών (3) ετών για κακούργημα ή τουλάχιστον δύο (2) ετών για πλημμέλημα».
ΠΚ Άρθρο 387
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.8%
ΠΚ Άρθρο 387: Απάτη μικρής αξίας Αν η ζημία που προκλήθηκε από τα εγκλήματα των άρθρων 386 και 386Α είναι μικρής αξίας, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 377.
ΠΚ Άρθρο 378
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.7%
ΠΚ Άρθρο 378: Φθορά ξένης ιδιοκτησίας «1. Όποιος καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή. Αν το πράγμα είναι μικρής αξίας ή η ζημία που προκλήθηκε είναι ελαφρά, ο υπαίτιος τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αν το πράγμα είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή τοποθετημένο σε δημόσιο χώρο ή η πράξη έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή». 2. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος αν το αντικείμενο της πράξης που προβλέπεται στο εδάφιο α' της προηγούμενης παραγράφου είναι πράγμα που χρησιμεύει για κοινό όφελος ή καλλιτεχνικό ή ιστορικό μνημείο ή αν η φθορά έγινε με φωτιά ή με εκρηκτικές ύλες.
ΕΚ Άρθρο 88
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.5%
ΕΚ Άρθρο 88: Πρόσθετα δικαιολογητικά 1. Οι προστατευόμενοι της παρ. 1 του άρθρου 83, για να τοποθετηθούν ή διατεθούν σε εργασίες, υποχρεούνται με την αίτησή τους να προσκομίζουν στην αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 90 και τα εξής δικαιολογητικά: α) Βεβαίωση της Επιτροπής του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ-ΔΕΠΑΘΑ) ή των Επιτροπών που προβλέπονται στο π.δ. 379/1983 (Α’ 136), από την οποία να προκύπτει ότι οι ενδιαφερόμενοι ανήκουν σε μία από τις προστατευόμενες κατηγορίες των προσώπων του νόμου αυτού. Οι πολύτεκνοι, οι ανάπηροι και οι προστατευόμενοι συγγενείς των αναπήρων δεν υποχρεούνται να προσκομίζουν το δικαιολογητικό αυτό. β) Απόσπασμα ποινικού μητρώου. γ) Πιστοποιητικό σπουδών και λοιπά πιστοποιητικά, από τα οποία να προκύπτει η τυχόν ειδικότητα και προϋπηρεσία τους. δ) Βεβαίωση για το ύψος της σύνταξης που λαμβάνουν από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ή τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα κατά περίπτωση ή υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75) ότι δεν λαμβάνουν σύνταξη. ε) Πιστοποιητικό στρατολογίας από το οποίο να προκύπτει ότι ο προστατευόμενος έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή ότι έχει νόμιμα απαλλαγεί από αυτές. στ) Βεβαίωση του αρμόδιου οργάνου για την κατά τον ν. 1487/1950 (Α ’ 179) αποκατάσταση των αναπήρων ή θυμάτων πολέμου, από την οποία να προκύπτει ότι το τέκνο αναπήρου ή θύματος πολέμου δεν έχει το ίδιο αποκατασταθεί με τις διατάξεις του ν. 1487/1950. ζ) Απόφαση πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής αναπηρίας σύμφωνα με τα άρθρα 103 επ. του ν. 4961/2022 (Α’ 146) του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), με την οποία προσδιορίζεται η χρόνια σωματική ή πνευματική ή ψυχική πάθηση ή βλάβη του αιτούντος, καθώς και το ποσοστό αναπηρίας του. Κατά των αποφάσεων των Πρωτοβάθμιων Επιτροπών μπορεί να υποβληθεί ένσταση. Η ένσταση ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης των Πρωτοβάθμιων Επιτροπών στους ενδιαφερομένους. Δικαίωμα ένστασης έχουν: ζα) τα άτομα με αναπηρία τα οποία αφορά η απόφαση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής αναπηρίας του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) και τα οποία επιθυμούν τοποθέτηση σε θέση εργασίας με βάση το παρόν Κεφάλαιο και ζβ) γονείς, σύζυγος ή αδέλφια του ατόμου με αναπηρία από την αναπηρία του οποίου τυγχάνουν της προστασίας των διατάξεων του παρόντος Τμήματος. η) Πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ο αριθμός των μελών της οικογένειας. 2. Τα άτομα με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 83 τοποθετούνται ή διατίθενται σε εργασία στις υπόχρεες επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς, εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα άνεργων αναπήρων της Δ.ΥΠ.Α. και προσκομίζουν τα δικαιολογητικά των περ . β) έως και η) της προηγούμενης παραγράφου.
ΚΠΔ Άρθρο 49
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.9%
ΚΠΔ Άρθρο 49: Αποχή από την ποινική δίωξη κακουργημάτων υπό όρους 1. Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 216 παρ. 3 και 4, 242 παρ. 3, 4 και 5, 375 παρ. 2 και 3, «386 παρ. 1 εδάφιο β' και παρ. 2, 386Α παρ. 1 εδάφιο β' και παρ. 3, 386Β παρ. 1 περ. β'» και 390 παρ. 1 εδ. Β' και 2 ΠΚ και στους νόμους 1599/1986, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013 ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών και εφόσον συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, να απόσχει προσωρινά από την ποινική δίωξη με αιτιολογημένη διάταξή του, υπό τον όρο ότι αυτός στον οποίο αποδίδεται η πράξη θα αποκαταστήσει πλήρως την προκληθείσα ζημία, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας. Για τον λόγο αυτόν, ο εισαγγελέας καλεί αυτόν στον οποίο αποδίδεται η πράξη, καθώς και τον παθόντα να εμφανισθούν ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου. Σε περίπτωση απόπειρας ως αποκατάσταση νοείται η χρηματική ικανοποίηση του ζημιωθέντος λόγω της ηθικής βλάβης, η οποία για την εφαρμογή των διατάξεων της αποχής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με την επιφύλαξη της διεκδίκησης τυχόν υπερβαινουσών το ως άνω ποσό αξιώσεων στα πολιτικά δικαστήρια. Σε περιπτώσεις συμμετοχής, η καταβολή του χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της προκληθείσα ς ζημίας από έναν συμμέτοχο, ωφελεί και τους υπολοίπους. Αν κάποιος από τους συμμέτοχους δεν επιθυμεί την αποχή υπό όρους, η υπόθεση χωρίζεται και ακολουθείται ως προς αυτόν η τακτική διαδικασία. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν επεκτείνεται στα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται στα ως άνω εγκλήματα, ως προς τα οποία η δικογραφία χωρίζεται με πράξη του εισαγγελέα. 2. Ο εισαγγελέας ορίζει στον υπόχρεο χρονικό διάστημα για την αποκατάσταση της ζημίας που δεν υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες, το οποίο μπορεί να παραταθεί για ακόμη τέσσερις (4)μήνες. Η διάταξη του άρθρου 113 ΠΚ εφαρμόζεται και εδώ. 3. Εφόσον ο υπόχρεος αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία, ο εισαγγελέας εκδίδει διάταξη με την οποία απέχει από την ποινική δίωξη υπό τον όρο ότι ο υπαίτιος δεν θα τελέσει ομοειδές κακούργημα ή πλημμέλημα εντός τριετίας από την έκδοση της ως άνω διάταξης, την οποία κοινοποιεί στον Εισαγγελέα Εφετών για τη σύμφωνη γνώμη του. Αν δεν τελεστεί ομοειδής αξιόποινη πράξη εντός της παραπάνω τριετίας, η αποχή από την ποινική δίωξη καθίσταται οριστική. Οι διατάξεις του άρθρου 113 ΠΚ για την αναστολή της παραγραφής του αξιο ποίνου εφαρμόζονται και εδώ, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 ΠΚ. Σε περίπτωση παραβίασης του όρου αυτού, η ποινική δίωξη, για την οποία αποφασίστηκε η υφ' όρον αποχή, κινείται μόλις η καταδίκη για το έγκλημα που τελέστηκε εντός της τριετίας καταστεί αμετάκλητη. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 301. 4. Οι διατάξεις των παρ. 3, 6 και 7 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως.
ΠΚ Άρθρο 142
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.3%
ΠΚ Άρθρο 142: Έκθεση σε κίνδυνο αντιποίνων από αμέλεια Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας και, αν εξαιτίας αυτής επήλθαν αντίποινα, φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή.
ΠΚ Άρθρο 314
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.2%
ΠΚ Άρθρο 314: Σωματική βλάβη από αμέλεια 1. Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι βαριά, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη, και αν αυτή είναι εντελώς ελαφρά, επιβάλλεται χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. 2. Για την ποινική δίωξη της πράξης της προηγούμενης παραγράφου απαιτείται έγκληση. Η δίωξη είναι αυτεπάγγελτη αν ο υπαίτιος ήταν οδηγός οχήματος ή υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Όταν ο υπαίτιος οδηγός οχήματος δεν μεταφέρει επιβάτες ή πράγματα με σκοπό βιοπορισμού, η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση υποβληθεί μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν.
ΠΚ Άρθρο 386Α
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.2%
ΠΚ Άρθρο 386Α: Απάτη με υπολογιστή 1. Όποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας επεξεργασίας δεδομένων υπολογιστή: α) με τη μη ορθή διαμόρφωση προγράμματος υπολογιστή, β) με τη χωρίς δικαίωμα παρέμβαση σε πληροφοριακό σύστημα, γ) με τη χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών ψηφιακών δεδομένων υπολογιστή, ιδίως δεδομένων αναγνώρισης της ταυτότητας, δ) με τη χωρίς δικαίωμα εισαγωγή, αλλοίωση, διαγραφή, μετάδοση ή εξάλειψη ορθών ψηφιακών δεδομένων υπολογιστή, ιδίως ψηφιακών δεδομένων αναγνώρισης της ταυτότητας, ή ε) με τη χωρίς δικαίωμα αξιοποίηση λογισμικού προορισμένου για τη μετακίνηση χρημάτων ή νομισματικής αξίας τιμωρείται με φυλάκιση, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Όποιος κατασκευάζει, διαθέτει ή κατέχει πρόγραμμα ή πληροφοριακό σύστημα που προορίζεται για τη διάπραξη του εγκλήματος της παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και χρηματική ποινή. Απαλλάσσεται από κάθε ποινή όποιος καταστρέφει με δική του θέληση το παραπάνω πρόγραμμα ή πληροφοριακό σύστημα πριν το χρησιμοποιήσει για τη διάπραξη του εγκλήματος της παρ. 1. 3. Αν η απάτη με υπολογιστή στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.
ΠΚ Άρθρο 84
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.2%
ΠΚ Άρθρο 84: Ελαφρυντικές περιστάσεις 1. Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. 2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.» 3. Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.
ΠΚ Άρθρο 96Α
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.0%
ΠΚ Άρθρο 96Α: Συνολική ποινή σε περίπτωση συρροής ποινών παροχής κοινωφελούς εργασίας 1. Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρηση, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συν τρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τις οκτακόσιες ώρες κοινωφελούς εργασίας. 2. Αν τα εγκλήματα που συρρέουν τελέστηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. 3. Η ποινή της παροχής κοινωφελούς εργασίας δεν εκτελείται όταν συντρέχει με στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη των τριών ετών.
ΠΚ Άρθρο 288
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.7%
ΠΚ Άρθρο 288: Παρεμπόδιση αποτροπής κοινού κινδύνου και παράλειψη οφειλόμενης βοήθειας 1. Όποιος ματαιώνει ή δυσχεραίνει την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ή να κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου ή για ξένες ιδιοκτησίες τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. 2. Όποιος σε περίπτωση δυστυχήματος ή κοινού κινδύνου ή κοινής ανάγκης δεν προσφέρει τη βοήθεια που του ζητήθηκε και που μπορούσε να προσφέρει, χωρίς ο ίδιος να διατρέξει ουσιώδη κίνδυνο, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας.
ΠΚ Άρθρο 216
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.6%
ΠΚ Άρθρο 216: Πλαστογραφία 1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 και 2 σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται: α) εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή, β) εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ, με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 4. Αν οι πράξεις των παρ. 1 και 2 στρέφονται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Οι πράξεις αυτές παραγράφονται μετά είκοσι (20) έτη.
ΠΚ Άρθρο 42
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.5%
ΠΚ Άρθρο 42: Έννοια και ποινή της απόπειρας 1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). 2. Το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ατιμώρητη την απόπειρα πλημμελήματος για το οποίο ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης όχι ανώτερη από ένα έτος ή μόνο χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις τέλεσης του εγκλήματος. 3. Αν ο υπαίτιος απόπειρας ενός εγκλήματος που τιμωρείται βαρύτερα όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα (άρθρο 29), προκαλέσει με υπαιτιότητά του το αποτέλεσμα αυτό, τιμωρείται με την ποινή του εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 83, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατ' άλλη διάταξη.
ΠΚ Άρθρο 298
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.3%
ΠΚ Άρθρο 298: Έμπρακτη μετάνοια και δικαστική άφεση της ποινής 1. Η διάταξη του άρθρου 289 παρ. 1 έχει ανάλογη εφαρμογή και στις περιπτώσεις των παραγράφων 2 των άρθρων 290, 290Α «και 292 και της παρ. 3 του άρθρου 291». 2. Η διάταξη του άρθρου 289 παρ. 2 έχει ανάλογη εφαρμογή και στα εγκλήματα αυτού του κεφαλαίου.
ΠΚ Άρθρο 82Α
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.2%
ΠΚ Άρθρο 82Α: Έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά ή σε βάρος ανηλίκου ή αδυνάμου προσώπου «Εάν έχει τελεστεί έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, το πλαίσιο ποινής διαμορφώνεται ως εξής: α) Στην περίπτωση πλημμελήματος, που τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, το ελάχιστο όριο της ποινής αυξάνεται κατά έξι (6) μήνες. Στις λοιπές περιπτώσεις πλημμελημάτων, το ελάχιστο όριο αυτής αυξάνεται κατά ένα (1) έτος. β) Στην περίπτωση κακουργήματος το ελάχιστο όριο ποινής αυξάνεται κατά δύο (2) έτη. Το παραπάνω πλαίσιο ποινής εφαρμόζεται και όταν τελείται έγκλημα με δόλο σε βάρος ανηλίκου ή προσώπου που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και δεν προβλέπεται βαρύτερο πλαίσιο ποινής από άλλη διάταξη.» ΙΙ. ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
ΚΠΔ Άρθρο 478
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.9%
ΚΠΔ Άρθρο 478: Πότε επιτρέπεται στον κατηγορούμενο 1. Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα και μόνο για τους λόγους: α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας ή ευθείας εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης». 2. Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται επίσης στον ανήλικο κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για έγκλημα που, αν το τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα και για το οποίο επιβάλλεται η ποινή του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης ανηλίκων, σύμφωνα με το άρθρο 127 παρ. 1 ΠΚ, και μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 1 του παρόντος.
ΠΚ Άρθρο 19
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.9%
ΠΚ Άρθρο 19: Ποινικός χαρακτήρας πράξεων που έχουν εκδικαστεί Αν μια πράξη που εκδικάστηκε είναι κακούργημα ή πλημμέλημα, κρίνεται με βάση τη βαρύτερη ποινή που καθορίζεται από τον νόμο γι' αυτή και όχι με βάση την τυχόν ελαφρότερη ποινή που επέβαλε ο δικαστής λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρο 84) ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο μείωσης της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 83. ΙΙ. Ο ΑΔΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
ΚΠΔ Άρθρο 593
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.9%
ΚΠΔ Άρθρο 593: Εάν η ποινή έχει μετατραπεί σε χρηματική και δεν καθίσταται δυνατή από τον συλληφθέντα η καταβολή του ποσού της μετατροπής της, λόγω μη λειτουργίας της αρμόδιας προς είσπραξη δημόσιας υπηρεσίας, ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου σύλληψης διατάσσει, έστω και προφορικά, την αναβολή εκτέλεσης για το αναγκαίο προς καταβολή του ποσού της χρηματικής ποινής χρονικό διάστημα..
ΠΚ Άρθρο 390
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.7%
ΠΚ Άρθρο 390: Απιστία 1. Όποιος κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης προκαλεί εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά των ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη..
ΚΠΔ Άρθρο 490
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.5%
ΚΠΔ Άρθρο 490: Έφεση σε «περίπτωση μη καταβολής χρηματικής ποινής» Στην περίπτωση του άρθρου 80 παρ. 6 του ΠΚ, το δικαίωμα για την άσκηση έφεσης ρυθμίζεται από το ύψος της χρηματικής ποινής που προσδιορίστηκε σύμφωνα με αυτό, αν εξαιτίας του ύψους αυτού μπορεί η απόφαση να προσβληθεί με έφεση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο.
ΠΚ Άρθρο 263Α
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.5%
ΠΚ Άρθρο 263Α: Ευνοϊκά μέτρα 1. [Καταργείται] 2. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 236 παρ. 1, 2 και 3 και 237 παρ. 2 και 3 ή ο συμμέτοχος στις πράξεις των άρθρων 235 παρ. 1, 2 και 3, 237 παρ. 1 και 239 έως 260, καθώς και του άρθρου 390, όταν τελείται από υπάλληλο, συμβάλει ουσιωδώς, με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής υπαλλήλου στις πράξεις αυτές, τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 99. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας ποινικής δίωξης κατά του υπαιτίου για ορισμένο χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αλήθεια των εισφερόμενων στοιχείων. Την αναστολή της δίωξης μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο, εφόσον τα στοιχεία εισφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό. Με το ίδιο βούλευμα ή απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η άρση ή η αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν επιβληθεί. Αν μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης προκύψει ότι τα εισφερθέντα από τον υπαίτιο στοιχεία δεν ήσαν επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του υπαλλήλου, το σχετικό βούλευμα ή απόφαση ανακαλείται και συνεχίζεται κατά του υπαιτίου η ανασταλείσα ποινική δίωξη. 3. Υπάλληλος, υπαίτιος ή συμμέτοχος για την τέλεση των πράξεων των άρθρων 235 έως 260, καθώς και του άρθρου 390, ο οποίος συμβάλλει ουσιωδώς, με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής στις πράξεις αυτές άλλων υπαλλήλων που κατέχουν θέση ανώτερη της δικής του, ή συμμέτοχος μη υπάλληλος στις πράξεις αυτές, εξαιρουμένης της τελέσεως από αυτόν της πράξης του άρθρου 236 ΠΚ, τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2, εφόσον ο ίδιος έχει μεταβιβάσει στο Δημόσιο όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχει αποκτήσει, αμέσως ή εμμέσως, από την τέλεση ή τη συμμετοχή στην τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων. Αν κατ' εξαίρεση η μεταβίβαση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το δικαστήριο μπορεί να επιφυλαχθεί ως προς την επί ποινής κρίση του, διακόπτοντας προς τούτο τη διαδικασία για ορισμένη ημερομηνία και χωρίς το χρονικό περιορισμό του άρθρου 352 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην περίπτωση αυτή ορίζει και τις συγκεκριμένες μεταβιβάσεις ή άλλες ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί ο δράστης για να τύχει του σχετικού ευεργετήματος. Με την απόφαση περί διακοπής της δίκης το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την άρση ή την αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν επιβληθεί. 4. α) Αν κάποιος από τους υπαιτίους των εγκλημάτων των άρθρων 235 έως 260, 390 και 396 ή πράξεων νομιμοποίησης εσόδων που προέρχονται άμεσα από τις συγκεκριμένες εγκληματικές δραστηριότητες, εισφέρει αποδεικτικά στοιχεία για τη συμμετοχή στις πράξεις αυτές προσώπων που διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί, το δικαστικό συμβούλιο, με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισα γγελέα, διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης και την αμελλητί παραπομπή της δικογραφίας στη Βουλή. Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει το δικαστήριο και όταν τα στοιχεία εισφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό. Με το ίδιο βούλευμα ή απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η άρση ή η αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν ταχθεί. β) Αν η Βουλή κρίνει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, ότι τα στοιχεία δεν είναι επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού, το βούλευμα ή η απόφαση ανακαλείται και η ανασταλείσα ποινική δίωξη συνεχίζεται. Αν η Βουλή αποφασίσει την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταδίκης από το Ειδικό Δικαστήριο, ο κατά το προηγούμενο εδάφιο συμμέτοχος που εισέφερε τα αποδεικτικά στοιχεία τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2. 5. Αν η κίνηση της ποινικής διαδικασίας δεν είναι δυνατή λόγω εξάλειψης του αξιόποινου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 86 παρ. 3 εδ. Β' του Συντάγματος, στον κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2.
ΠΚ Άρθρο 289
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.4%
ΠΚ Άρθρο 289: Έμπρακτη μετάνοια και δικαστική άφεση της ποινής «1. Στις περιπτώσεις της παρ. 2 των άρθρων 264, 268, 270, 273, 275, 277 και 286, της παρ. 3 του άρθρου 279, και της παρ. 4 του άρθρου 285 ο υπαίτιος δεν τιμωρείται, αν με τη θέλησή του αποτρέψει τον κίνδυνο ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς τις αρχές δώσει αφορμή για την αποτροπή του.» 2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων του παρόντος Κεφαλαίου το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη αν ο υπαίτιος με τη θέλησή του αποτρέψει την εξέλιξη του κινδύνου ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς τις αρχές δώσει αφορμή για την αποτροπή της.
ΚΠΔ Άρθρο 45
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.4%
ΚΠΔ Άρθρο 45: Αποχή από την ποινική δίωξη 1. Στις περιπτώσεις του εγκλήματος της εκβίασης, που τελείται με την απειλή ότι θα αποκαλυφθεί αξιόποινη πράξη ή της απάτης, που αν την καταμήνυε ο παθών ήταν ενδεχόμενο να αποκαλυφθεί από την ανάκριση ενοχή του για άλλη συναφή με την απάτη πράξη και να διωχθεί ποινικά, μπορεί ο εισαγγελέας, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, με αιτιολογημένη διάταξή του να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη για την πράξη της οποίας η αποκάλυψη απειλήθηκε με την εκβίαση ή για την οποία ήταν δυνατό να διωχθεί αυτός που εξαπατήθηκε, με την προϋπόθεση ότι η δίωξή της, συγκρινόμενη με τη βαρύτητα της εκβίασης ή της απάτης που επρόκειτο να διωχθούν, δεν είναι απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. 2. Στις περιπτώσεις πλημμελήματος που απειλείται στον νόμο με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές ή με παροχή κοινωφελούς εργασίας, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί με αιτιολογημένη διάταξή του, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη, αν κρίνει ότι δεν υφίσταται σοβαρό δημόσιο συμφέρον για τη δίωξη και συντρέχουν ειδικές συνθήκες κατά την τέλεση της πράξης, όπως ιδίως συντρέχον πταίσμα του θύματος, έλλειψη βούλησής του για δίωξη, μικρές συνέπειες της πράξης ή συγκεκριμένες ιδιότητες στο πρόσωπο που αποδίδεται αυτή, όπως για παράδειγμα ασθένεια, γήρας, αναπηρία ή όταν το τελευταίο προσπάθησε να αποκαταστήσει άμεσα τη συντελεσθείσα προσβολή. 3. Αν στις ως άνω περιπτώσεις έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη με απευθείας κλήση στο ακροατήριο, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2, συναινεί δε και ο κατηγορούμενος, αν είναι παρών, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη.
ΠΚ Άρθρο 379
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.3%
ΠΚ Άρθρο 379: «Φθορά ψηφιακών δεδομένων 1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα, διαγράφει, καταστρέφει, αλλοιώνει ή αποκρύπτει ψηφιακά δεδομένα ενός συστήματος πληροφοριών, καθιστά ανέφικτη τη χρήση τους ή με οποιονδήποτε τρόπο αποκλείει την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ελαφρά, ο υπαίτιος τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. 2. Η πράξη της παρ. 1 τιμωρείται: α) με φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή, αν επλήγη μεγάλος αριθμός πληροφοριακών συστημάτων και η πράξη τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για τον σκοπό αυτόν, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, ή αν τελέστηκε κατά πληροφοριακών συστημάτων που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια. 3. Με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη του εγκλήματος της παρ. 1 κατασκευάζει, κατέχει, εισάγει ή διαθέτει: α) συσκευές ή πληροφοριακά συστήματα, πρωτίστως σχεδιασμένα ή ειδικά προσαρμοσμένα για τον σκοπό της διάπραξης του εγκλήματος της παρ. 1 ή β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος. Απαλλάσσεται από κάθε ποινή όποιος καταστρέφει με δική του θέληση τις παραπάνω συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή ή δεδομένα πριν τα χρησιμοποιήσει για τη διάπραξη του εγκλήματος του προηγούμενου εδαφίου».
ΠΚ Άρθρο 105
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.2%
ΠΚ Άρθρο 105: Έκτιση της ποινής στην κατοικία 1. Όποιος καταδικάστηκε σε πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και έχει υπερβεί το εβδομηκοστό (70ό) έτος της ηλικίας εκτίει την ποινή ή το υπόλοιπο της ποινής στην κατοικία του, εκτός αν το δικαστήριο, με ειδική αιτιολογία, κρίνει ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων. Αν το πιο πάνω όριο ηλικίας έχει συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή. Σε κάθε άλλη περίπτωση αποφασίζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών της περιοχής που εδρεύει το δικαστήριο αυτό, μετά από αίτηση του καταδικασθέντος. Το βούλευμα που απορρίπτει την αίτηση υπόκειται σε έφεση. 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου ισχύει, ανεξαρτήτως ποινής, και για τις μητέρες που έχουν την επιμέλεια ανήλικων τέκνων, μέχρι τη συμπλήρωση του όγδοου (8ου) έτους της ηλικίας τους και ασκείται άπαξ. Ισχύει επίσης, χωρίς τις προϋποθέσεις της παρ. 1, για εκείνους που νοσούν από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου, από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλονται σε τακτική αιμοκάθαρση, από ανθεκτική φυματίωση ή είναι τετραπληγικοί, από κίρρωση του ήπατος με αναπηρία άνω του εξήντα επτά τοις εκατό (67%), από γεροντική άνοια ή από κακοήθη νεοπλάσματα τελικού σταδίου. Για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται γνωμάτευση δύο ιατρών δημόσιου νοσοκομείου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας μπορεί, ύστερα από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ .), να προστίθενται και άλλα είδη ασθενειών ανάλογης βαρύτητας. 3. Το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο εάν κατά τις προηγούμενες παραγράφους αντικαταστήσει την στερητική της ελευθερίας ποινή με έκτισή της στην κατοικία, μπορεί να επιβάλει στον καταδικασθέντα κατάλληλους κατά την κρίση του όρους από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 99 παρ. 2 περιπτώσεις δ' έως στ', με ανάλογη εφαρμογή της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, ή έκτιση με ηλεκτρονική επιτήρηση. Το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να ανακαλέσει την έκτιση της ποινής στην κατοικία, αν διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2 ή ότι ο καταδικασθείς αδικαιολογήτως δεν εκτίει πραγματικά την ποινή στην κατοικία. Για την ανάκληση εφαρμόζεται ανάλογα η παρ. 3 του άρθρου 110 ΠΚ. 4. Ο αρμόδιος για την έκτιση της ποινής εισαγγελέας δύναται: α) να χορηγεί άδεια εξόδου από την κατοικία για αποδεδειγμένα σοβαρούς λόγους, β) να παραγγέλλει το αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του καταδικασθέντος να ελέγχει την πραγματική κατ' οίκον έκτιση της ποινής». «5. Εκτός των περιπτώσεων των παρ. 1 και 2, αν με μία ή περισσότερες αποφάσεις έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο, μπορεί, ύστερα από αίτηση του καταδικασθέντος, να αποφασίσει την κατ’ οίκον έκτιση της ποινής μ ε ηλεκτρονική επιτήρηση αν κρίνει αιτιολογημένα ότι είναι πρόσφορη για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αδικημάτων χωρίς να είναι αναγκαία η μερική ή ολική έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα. Στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου εφαρμόζονται αναλογικά η παρ. 1 του άρθρου 284 και η παρ. 4 του άρθρου 285 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν καταδικασθείς δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν σχετικά με τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή σε περίπτωση τέλεσης από αυτόν του εγκλήματος του άρθρου 173Α του παρόντος, ο εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών ανακαλεί την απόφαση με διάταξή του και διατάσσει την πραγματική έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα. Η ποινή που εκτίεται με ηλεκτρονική επιτήρηση, θεωρείται ότι έχει αποτιθεί, με τη συμπλήρωση των χρονικών ορίων της παρ. 1 του άρθρου 105Β.
ΠΚ Άρθρο 2
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.9%
ΠΚ Άρθρο 2: Αναδρομική ισχύς του ηπιότερου νόμου 1. Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. 2. Αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας.
ΠΚ Άρθρο 110Α
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.8%
ΠΚ Άρθρο 110Α: Απόλυση υπό τον όρο της κατ' οίκον έκτισης της ποινής με ηλεκτρονική επιτήρηση 2. Στην περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά περισσότερες ποινές, ο καταδικασθείς πρέπει να έχει εκτίσει το άθροισμα των τμημάτων των ποινών που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει είκοσι δύο (22) έτ η, ακόμη και όταν το παραπάνω άθροισμα υπερβαίνει το όριο αυτό. 3. Αν ο καταδικασθείς εργάζεται, κάθε ημέρα εργασίας υπολογίζεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της σωφρονιστικής νομοθεσίας. 4. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά την προηγούμενη παράγραφο. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον καταδικασθέντα η απόλυση, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα πέμπτο(1/5) της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, για δώδεκα (12) έτη. Το χρονικό διάστημα του ενός πέμπτου (1/5) ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, των δώδεκα (12) ετών, π ροσαυξάνεται κατά το ένα πέμπτο των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί αν έχει παραμείνει στο κατάστημα δεκατέσσερα (14) έτη και αν εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης, αν έχει παραμείνει είκοσι (20) έτη. 5. Για την απόλυση του καταδικασθέντος κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν απαιτείται να έχει καταστεί η καταδίκη αμετάκλητη. 6. Ο απολυθείς σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου επιτρέπεται να ευρίσκεται προκαθορισμένες ώρες της ημέρας εκτός του τόπου του κατ' οίκον περιορισμού του αποκλειστικά για λόγους εργασίας, εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης, συμμετοχής του σε εγκεκριμένο πρόγραμμα συντήρησης ή απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ ή και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που του έχουν επιβληθεί. Οι ώρες απουσίας του καταδικασθέντος από τον τόπο του κατ' οίκον περιορισμού του και το σύνολο των υποχρεώσεών του καθορίζονται είτε με το βούλευμα που διέταξε την απόλυσή του είτε μετά τη χορηγηθείσα απόλυση, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Με διάταξή του, ο ίδιος εισαγγελέας είτε κατόπιν αίτησης του καταδικασθέντος είτε αυτεπαγγέλτως, αποφασίζει για την αλλαγή του τόπου του κατ' οίκον περιορισμού, την τροποποίηση του προγράμματος των ωρών απουσίας του καταδικασθέντος από αυτόν και την επιβολή ή τροποποίηση των υποχρεώσεων του τελ ευταίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 106 παρ. 2 και 3. 7. Η απόλυση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορεί να μη χορηγηθεί, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 106. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 110 εφαρμόζεται αναλόγως. 8. Η απόλυση μπορεί να ανακληθεί, αν ο καταδικασθείς δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν και πιθανολογείται ότι ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των υποχρεώσεών του, του τρόπου και των εν γένει συνθηκών που αυτή συντελέστηκε, δεν παρέχει την προσδοκία ότι θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο μέλλον. Σε περίπτωση ανάκλησης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο καταδικασθείς διατηρεί πάντως το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ' άρθρο 105Β. Οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 110 εφαρμόζονται αναλόγως. 9. Η απόλυση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αίρεται, όταν ο καταδικασθείς, κατά το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παρ. 10, τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα με δόλο που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών, για το οποίο καταδικάστηκε αμετακλήτως. Σε περίπτωση άρσης της απόλυσης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο καταδικασθείς στην περίπτωση αυτή δικαιούται να απολυθεί υπό όρο κατ' άρθρο 105Β, αφού παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 105Β παρ. 1. Το ίδιο ισχύει αν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί απόλυση κατ' άρθρο 105Β, χωρίς όμως να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο άρθρο 109. Δεν εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, αν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί στον καταδικασθέντα η απόλυση υπό όρο κατ' άρθρο 105Β, χωρίς να έχει ανακληθεί, με αποτέλεσμα η ποινή για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση να θεωρείται ότι έχει ήδη εκτιθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 109. 10. Η με το παρόν άρθρο χορηγούμενη απόλυση εκτείνεται μέχρι του χρονικού σημείου της χορήγησης στον καταδικασθέντα της απόλυσης υπό όρο κατ' άρθρο 105Β. 11. Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων των άρθρων 22 και 23 του ν. 4139/2013, 134, 187, 187 Α, των περ. γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 265, της παρ. 1 του άρθρου 299, 323Α, 324, 380, 385, καθώς και γι' αυτά του 19ου Κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του παρόντος Κώδικα, δεν επιτρέπεται απόλυση υπό τον όρο της κατ' οίκον έκτισης της ποινής με ηλεκτρονική επιτήρηση.».
ΚΠΔ Άρθρο 569
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.7%
ΚΠΔ Άρθρο 569: Τρόπος τήρησης του ποινικού μητρώου 1. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του μηχανογραφικού συστήματος κατά το άρθρο 568 παρ. 1 εδ. ε', το ποινικό μητρώο αποτελείται από δελτία. 2. Σε κάθε δελτίο ποινικού μητρώου αναγράφονται τα εξής: α) τα στοιχεία της ταυτότητας που είναι αναγκαία για την εξατομίκευση του προσώπου στο οποίο αφορά το δελτίο και ιδίως το πλήρες ονοματεπώνυμο, το ονοματεπώνυμο γονέων, την ημερομηνία, την πόλη και τ ο κράτος γέννησης, το φύλο, την ιθαγένεια ή τις ιθαγένειες, το τυχόν προηγούμενο ονοματεπώνυμο ή ψευδώνυμο, τον αριθμό και το είδος των εγγράφων ταυτοποίησης και τον αριθμό φορολογικού μητρώου. Αν πρόκειται για έγγαμο, αναγράφεται και το ονοματεπώνυμο του συζύγου. β) οι ακόλουθες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ή βουλεύματα: βα) κάθε απόφαση για κακούργημα ή πλημμέλημα για το οποίο έχει επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, με τις παρεπόμενες ποινές και τα μέτρα ασφαλείας που έχουν επιβληθεί, ββ) κάθε απόφαση με την οποία επιβάλλεται περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, βγ) κάθε απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που ανακοινώθηκε επίσημα, αν αφορά πράξη που χαρακτηρίζεται από την ελληνική ποινική νομοθεσία ως κακούργημα ή πλημμέλημα, βδ) κάθε απόφαση ή βούλευμα που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο ως ανίκανο για καταλογισμό με τα αναπληρωματικά της κύριας ποινής μέτρα ασφαλείας, καθώς και κάθε απόφαση ή βούλευμα που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο λόγω έμπρακτης μετάνοιας, εφόσον και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις η απειλούμενη ποινή είναι φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, βε) αν έχει ανασταλεί η εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας, γίνεται σχετική μνεία. Επίσης, γίνεται μνεία της ημερομηνίας κατά την οποία η απόφαση κατέστη αμετάκλητη, γ) ο χρόνος τέλεσης της αξιόποινης πράξης. «3. Στα δελτία ποινικού μητρώου εγγράφονται επίσης τα ακόλουθα στοιχεία: α) η χάρη με άρση των συνεπειών της καταδίκης, η παραγραφή της πράξης ή της ποινής με ειδικό νόμο, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους με ειδικό νόμο, η απόλυση από τις φυλακές υπό όρο και η μεταβολή ή η άρση των μέτρων ασφαλείας που έχουν επιβληθεί, καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 550 και 551, β) η χρονολογία και ο τρόπος απότισης της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο, εφ' όσον είναι ανώτερη από τρεις (3) μήνες, γ) η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης σε εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας, δ) κάθε ποινική δίωξη που ασκείται, καθώς και το δικονομικό της στάδιο, για τα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 299, 306, 312, 323Α, 324, στο 19ο Κεφάλαιο του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα [ν. 4619/2019 (Α' 95)], στα άρθρα 20, 22 και 23 του ν. 4139/2013 (Α' 74) και στον ν. 3500/2006 (Α' 232) για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, όταν τα ανωτέρω εγκλήματα στρέφονται σε βάρος ανηλίκου, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης».
Ν2882 Άρθρο 28
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 84.5%
Ν2882 Άρθρο 28: Ποινικές κυρώσεις ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1. Οποιος από πρόθεση υποδεικνύει ψευδή όρια ή προσάγει εικονικούς τίτλους ή παρεμβαίνει σε σχετική δίκη με οποιαδήποτε ιδιότητα, για να υποστηρίξει ανύπαρκτα δικαιώματα σε απαλλοτριωμένο ακίνητο. είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον , τιμωρείται με φυλάκιση, επιφυλασσομένων των τυχόν βαρύτερων ποινών του Ποινικού Κώδικα. 2. Οποιος, κατά παράβαση του άρθρου 6, παρακωλύει από πρόθεση την εκτέλεση των προκαταρκτικών εργασιών για την καταμέτρηση του απαλλοτριωτέου ακινήτου προς σύνταξη κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα, τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες, εάν με άλλη διάταξη δεν τιμωρείται βαρύτερα.
ΚΠΔ Άρθρο 145
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.2%
ΚΠΔ Άρθρο 145: Διόρθωση και συμπλήρωση της απόφασης, της ποινικής διαταγής, της διάταξης και των πρακτικών 1. Όταν στην απόφαση, στην ποινική διαταγή ή στην διάταξη υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους , εφόσον δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή στην απόφαση ή στη διάταξη και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Ουσιώδης μεταβολή υπάρχει ιδίως όταν εκφέρεται νέα δικαιοδοτική κρίση, επιβάλλεται κύρια ποινή, παρεπόμενη ποινή ή μέτρο ασφαλείας. 2. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις και τα όσα αναφέρονται ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου, την ιδιότητα του παριστάμενου στην ποινική διαδικασία προς υποστήριξη της κατηγορίας ιδίως όταν αυτή προκύπτει χωρίς αμφιβολία από τα στοιχεία του φακέλου, την απάλειψη προφανών παραδρομών του αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό έχει ασάφειες - είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά . Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση απόφασης του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, στην περίπτωση που έληξε η σύνοδος κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, διατάσσεται από το δικαστήριο των εφετών στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το μικτό ορκωτό δικαστήριο. Αν ασκήθηκε κατά της απόφασης ένδικο μέσο, τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της τη διατάσσει το δικαστήριο που την εξέδωσε, αν το ένδικο μέσο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο. Σε αντίθετη περίπτωση, τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει το δικαστήριο που αποφασίζει για το ένδικο μέσο. 3. Μέσα σε είκοσι ημέρες από την, κατά το άρθρο 142 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο, καταχώριση στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων των πρακτικών, είναι δυνατό να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή η διόρθωση λ αθών, που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συμπλήρωση των ελλείψεων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1. Τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες, όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση, και σε περίπτωση άρνησής του το δικαστήριο που δίκασε αποτελούμενο από τους ίδιους, αν είναι δυνατόν, δικαστές..
ΚΠΔ Άρθρο 571
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.1%
ΚΠΔ Άρθρο 571: Αντίγραφα ποινικού μητρώου 1. Οι υπηρεσίες που τηρούν ποινικό μητρώο εκδίδουν από αυτό δύο τύπους αντιγράφων: α) το αντίγραφο δικαστικής χρήσης, β) το αντίγραφο γενικής χρήσης. 2. Στο αντίγραφο δικαστικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου εκτός από εκείνα που έχουν παύσει να ισχύουν. 3. Στο αντίγραφο γενικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εκτός από εκείνα: α) που αναγράφουν χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή ποινή φυλάκισης έως έξι μήνες, μετά την πάροδο τριών ετών, β) που αναγράφουν ποινή φυλάκισης πέραν των έξι μηνών ή ποινή περιορισμού σε ψυχιατρικό κατάστημα, μετά την πάροδο οκτώ ετών, γ) που αναγράφουν κάθειρξη, μετά την πάροδο είκοσι ετών. 4. Οι προθεσμίες της προηγούμενης παραγράφου αρχίζουν από την απότιση της ποινής. Αν επήλθε μεταγενέστερη καταδίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα, οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από την απότιση της νέας ποινής. 5. Η ποινή θεωρείται ότι αποτίθηκε και όταν: α) μετατράπηκε σε χρηματική, από την ημέρα καταβολής του ποσού της μετατροπής, β) χαρίστηκε, από την έκδοση του οικείου προεδρικού διατάγματος, γ) χορηγήθηκε απόλυση, από την επιτυχή πάροδο του χρόνου δοκιμασίας. 6. Αν η καταδικαστική απόφαση δεν εκτελέστηκε, οι πιο πάνω προθεσμίες αρχίζουν από την παραγραφή της. 7. Κατ' εξαίρεση, όταν πρόκειται για πρώτη καταδίκη ή για καταδίκη που αφορά: α) έγκλημα από αμέλεια ή β) έγκλημα με δόλο, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή, οι προθεσμίες που προβλέπουν τα εδ. α' έως και γ' της παρ. 3 του άρθρου αυτού μπορούν να συντμηθούν στο μισό, με διάταξη του αρμόδιου κατά το άρθρο 575 εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η σύντμηση παρέχεται, αν υπάρχει προσδοκία έντιμου βίου στο μέλλον. 8. Αν μαζί με την ποινή τη στερητική της ελευθερίας έχουν επιβληθεί παρεπόμενες ποινές ή μέτρα ασφαλείας, δεν καταχωρίζονται στο αντίγραφο γενικής χρήσης στις περιπτώσεις που η κύρια ποινή δεν καταχωρίζεται σύμφωνα με την παρ. 3. 9. Ο αρμόδιος για την έκδοση του ποινικού μητρώου υπάλληλος οφείλει να αναγράφει στο τριπλότυπο καταβολής της ποινής που έχει μετατραπεί σε χρηματική τα στοιχεία ταυτότητας και τον τόπο και ημερομηνία γέννησης του καταδικασμένου. Αντίγραφο του τριπλότυπου αυτού αποστέλλεται στο γραμματέα ποινικού μητρώου του τόπου γέννησης του καταδικασμένου, καθώς και στην υπηρεσία που τηρεί το Γενικό Ποινικό Μητρώο. Σε περίπτωση αποφυλάκισης καταδίκου ο διευθυντής των φυλακών οφείλει να ενημερώνει για την αποφυλάκιση αυτήν το γραμματέα ποινικού μητρώου του τόπου γέννησης του αποφυλακιζόμενου, καθώς και την υπηρεσία που τηρεί το Γενικό Ποινικό Μητρώο.
ΚΠΔ Άρθρο 63
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.1%
ΚΠΔ Άρθρο 63: Ενεργητική νομιμοποίηση Οι δικαιούμενοι κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο, μπορούν να παραστούν στο ποινικό δικαστήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Ως τέλος παράστασης, με ποινή το απαράδεκτο αυτής, ορίζεται το ποσό των σαράντα (40) ευρώ που καταβάλλεται εφάπαξ με παράβολο υπέρ του δημοσίου είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία και καλύπτει την παράσταση μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Το ύψος του ανωτέρω τέλους αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εξαιρούνται από την υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3226/2004.
ΕΚ Άρθρο 263
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.0%
ΕΚ Άρθρο 263: Ποινικές κυρώσεις 1. Ο εργοδότης ή ο διευθυντής ή ο επιτετραμμένος ή ο με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα εκπρόσωπος επιχείρησης που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 257 έως 265, ο οποίος παραβαίνει τις υποχρεώσεις των άρθρων 258, 259 και 261 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή (άρθρο 137 παρ . 2 εδάφιο τρίτο του ν. 5090/2024 (Α’ 30) ή και με τις δύο αυτές ποινές (άρθρο 576). 2. Αν με διοικητική πράξη, η οποία κατέστη οριστική με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή δεν προσβλήθηκε δικαστικά, έχει επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, για τα αυτά πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην ποινική δίωξη, το ποινικό δικαστήριο συνεκτιμά το επιβληθέν πρόστιμο κατά την επιμέτρηση της ποινής και μπορεί να απαλλάξει τον υπαίτιο από κάθε ποινή. 3. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν διαφορετική ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν.
ΚΠΔ Άρθρο 60
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.0%
ΚΠΔ Άρθρο 60: Εξέταση νομικών ζητημάτων αστικής φύσης στην ποινική δίκη 1. Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. 2. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με τον νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου.
ΚΠΔ Άρθρο 590
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.0%
ΚΠΔ Άρθρο 590: 1. Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους. «Εγκλήσεις που υποβλήθηκαν πριν την 1.7.2019 για κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, χωρίς την προσκόμιση παραβόλου, δεν θεωρούνται απαράδεκτες για τον λόγο αυτό μετά την 1.7.2019.» 2. Υποθέσεις, για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα έχει γίνει επίδοση κλητήριου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο, εκδικάζονται από το δικαστήριο στο οποίο έχουν εισαχθεί. 3. Κατ' εξαίρεση των οριζομένων στην παρ. 2, υποθέσεις, για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα έχει γίνει επίδοση κλητήριου θεσπίσματος ή κλήσης σε κατηγορούμενο και έχουν παραπεμφθεί για εκδίκαση στο μονομελές εφετείο, το δικαστήριο αυτό διατηρεί την αρμοδιότητά του, εφόσον υπάρχει προσωρινά κρατούμενος και η δικάσιμος έχει προσδιορισθεί μέσα στους τελευταίους τρεις μήνες πριν από τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου προσωρινής κράτησης. Οι υπόλοιπες υποθέσεις, αποσύρονται και με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα εφετών, η οποία επιδίδεται στον κατηγορούμενο, προσδιορίζονται προς εκδίκαση στο τριμελές εφετείο. Για τις εκδιδόμενες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα αποφάσεις του μονομελούς εφετείου ισχύουν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 489 περ. ε' του παρόντος κώδικα όρια εκκλητού. Οι εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς εφετείου εκδικάζονται από το τριμελές εφετείο. 4. Υποθέσεις, για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα δεν έχει γίνει επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο, παραπέμπονται, με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα, προς εκδίκαση στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τι ς διατάξεις του παρόντος κώδικα. Εάν έχει ήδη εκδοθεί παραπεμπτικό βούλευμα ή σύμφωνη γνώμη του προέδρου εφετών κατά το άρθρο 308Α του καταργούμενου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για παραπομπή σε δικαστήριο κακουργημάτων πράξεων που έχουν μετατραπεί σε πλημμελήματα σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου ποινικού κώδικα, η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση «στο αρμόδιο πλημμελειοδικείο». Για τη διατήρηση ή μη της τυχόν επιβληθείσας προσωρινής κράτησης αποφαίνεται το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. 5. Η κύρια ανάκριση επί υποθέσεων, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα εκκρεμούν σε αυτήν και αφορούν πράξεις, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε πλημμελήματα σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα, συνεχίζεται και περατώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 308 του παρόντος Κώδικα.
ΚΠΔ Άρθρο 283
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 83.7%
ΚΠΔ Άρθρο 283: Οι περιοριστικοί όροι 1. Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή στην Ελλάδα ή σε ελληνική προξενική αρχή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό και η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα. Σε περίπτωση επιβολής του περιοριστικού όρου της εμφάνισης σε ελληνική προξενική αρχή, η τελευταία υποχρεούται να εκτελεί τις σχετικές παραγγελίες των δικαστικών αρ χών. Ως περιοριστικός όρος μπορεί να επιβάλλεται και η ηλεκτρονική επιτήρηση του κατηγορουμένου με τη χρήση τεχνολογίας εντοπισμού θέσης και κίνησης είτε σε συνδυασμό με άλλους περιοριστικούς όρους με σκοπό τον έλεγχο της τήρησής τους είτε και μεμονωμένα. H παρ. 5 του άρθρου 284 και η παρ. 3 του άρθρου 285 εφαρμόζονται αναλόγως. Για τους ανηλίκους ως περιοριστικοί όροι είναι δυνατόν να διατάσσονται και ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περ. α’ έως ια’ της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95). Σε περίπτωση παραβίασης των όρων αυτών είναι δυνατή η αντικατάστασή τους με το μέτρο της περ. ιβ’ της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα. Για τους κατηγορουμένους που εμφανίζουν ψυχική ή διανοητική διαταραχή ως περιοριστικός όρος είναι δυνατόν να διατάσσεται ένα από τα μέτρα της παρ. 3 του άρθρου 69Α του Ποινικού Κώδικα». 2. Περιοριστικοί όροι μπορεί να επιβληθούν αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών.
ΠΚ Άρθρο 187
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.6%
ΠΚ Άρθρο 187: Εγκληματική οργάνωση 1. Όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. 2. Αυτός που διευθύνει την εγκληματική οργάνωση τιμωρείται με κάθειρξη. «3. Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση έως τρία έτη τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ανηλικότητας, της προσωπικής ελευθερίας, της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας.» «4. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος με οποιονδήποτε τρόπο παρέχει σε άλλον κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία, υλικά ή άυλα, κινητά ή ακίνητα ή κάθε είδους χρηματοοικονομικά μέσα ή οδηγίες, πληροφορίες ή κατευθύνσεις ή στρατολογεί νέα μέλη, γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό διευκολύνει ή υποβοηθά την τέλεση των εγκληματικών δραστηριοτήτων της οργάνωσης της παραγράφου 1.» «5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτό αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή στρέφονταν κατά Έλληνα πολίτη ή κατά νομικού προσώπου που εδρεύει στην ημεδαπή ή κατά το υ Ελληνικού Κράτους, ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν.» «6. Στις περιπτώσεις καταδίκης για αξιόποινες πράξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα συναφή αδικήματα που συνεκδικάστηκαν με την ίδια απόφαση, η ποινή δεν αναστέλλεται ούτε μετατρέπεται με κανέναν τρόπο, τυχόν ασκηθείσα έφεση δεν έχει αναστέλλουσα ι σχύ, εκτός αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καταδίκης για το πλημμέλημα της παρ. 3 και τα συναφή πλημμελήματα ή κακουργήματα τα οποία επισύρουν πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι πρέπει να χορηγηθεί η ανασταλτική δύναμη της έφεσης. Στην τελευταία περίπτωση επιβάλλονται υποχρεωτικά οι κατάλληλοι περιοριστικοί όροι.»
ΚΠΔ Άρθρο 296
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 83.5%
ΚΠΔ Άρθρο 296: Λόγοι για την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο είναι δυνατό να αντικατασταθούν με προσωρινή κράτηση: α) αν, μολονότι προσκλήθηκε νόμιμα, δεν εμφανίζεται στον ανακριτή ή στο δικαστήριο για να δικαστεί, χωρίς να συντρέχουν εύλογα κωλύματα που να κάνουν αδύνατη την εμφάνισή του, β) αν έχει κάνει προπαρασκευαστικές πράξεις φυγής, γ) αν παραβιάζει τους όρους που του επιβλήθηκαν ή δεν δηλώσει τη μεταβολή της κατοικίας του σύμφωνα με το επόμενο άρθρο. Οι περιοριστικοί όροι που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο σε περιπτώσεις κακουργημάτων των Κεφαλαίων Έκτου, περί εγκλημάτων κατά της δημόσιας τάξης, Δεκάτου Τρίτου, περί κοινώς επικινδύνων εγκλημάτων, Δεκάτου Τετάρτου, περί εγκλημάτων κατά συγκοινωνιών, τηλεπικοινωνιών και άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων, Δεκάτου Ογδόου, περί εγκλημάτων κατά της προσωπικής ελευθερίας, Δεκάτου Ενάτου, περί εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, των άρθρων 299, περί ανθρωποκτονίας με δόλο, 310, περί βαριάς σωματικής βλάβης, 311, περί θανατηφόρας σωματικής βλάβης, 312, περί σωματικής βλάβης αδύναμων ατόμων, 374, περί διακεκριμένης κλοπής, 380, περί ληστείας, 385, περί εκβίασης, και 386, περί απάτης, του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί όπλων, και του ν. 4139/2013 (Α’ 74), περί ναρκωτικών, αντικαθίστανται με προσωρινή κράτηση: α) αν ασκηθεί σε βάρος του νέα ποινική δίωξη και έχει επιβληθεί μέτρο δικονομικού καταναγκασμού για οποιοδήποτε από τα παραπάνω κακουργήματα, β) δυνητικά, αν ασκηθεί νέα ποινική δίωξη για περίπτωση πλημμελήματος των ανωτέρω πράξεων, που φέρεται ότι τέλεσε μετά την επιβολή περιοριστικών όρων και κατά τη διάρκεια της ισχύος τους.
ΠΚ Άρθρο 353
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.5%
ΠΚ Άρθρο 353: Προσβολή γενετήσιας ευπρέπειας 1. Όποιος εν γνώσει προσβάλλει βάναυσα τη γενετήσια ευπρέπεια άλλου με πράξη γενετήσιου χαρακτήρα που ενεργείται ενώπιόν του τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου ενεργείται ενώπιον προσώπου νεότερου των δεκαπέντε (15) ετών τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή. 2. Για την ποινική δίωξη της πράξης του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 απαιτείται έγκληση.
ΚΠΔ Άρθρο 518
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 83.5%
ΚΠΔ Άρθρο 518: Αναίρεση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου 1. Αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο. 2. Αν η αναίρεση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία επειδή λείπει στην απόφαση κάποιος όρος του αξιόποινου χαρακτήρα της πράξης για τον οποίο παρέλειψε να αποφανθεί το δικαστήριο, μολονότι ο όρος αυτός περιεχόταν στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στο κλητήριο θέσπισμα, ο Άρειος Πάγος παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί πάλι κατά το επόμενο άρθρο.
Ν3500 Άρθρο 10Α
Ν. 3500/2006 - Ενδοοικογενειακή Βία
Σχετικότητα: 83.5%
Ν3500 Άρθρο 10Α: Ειδικές διατάξεις 1. Αν τα εγκλήματα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 1 έχουν τελεστεί από υπότροπο, τα όρια της ποινής αυξάνονται σύμφωνα με το άρθρο 82Α του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95). Υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών για αδίκημα ενδοοικογενειακής βίας που τέλεσε εντός των προηγούμενων δέκα (10) ετών από τον χρόνο τέλεσης της πράξης. 2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων που εμπίπτουν στον παρόντα νόμο, η ανώτερη των δύο (2) ετών στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν μετατρέπεται και δεν αναστέλλεται με κανέναν τρόπο, τυχόν δε ασκηθείσα έφεση δεν έχει αναστέλλουσα ισχύ. Περιοριστικοί όροι που αποσκοπούν στην προστασία του θύματος, και ιδίως η απαγόρευση προσέγγισης και κάθε είδους επικοινωνίας με το θύμα και άτομα του συγγενικού του περιβάλλοντος, μπορούν να επιβληθούν από το δικαστήριο και ως παρεπόμενη ποινή με τη δημοσίευση της καταδικαστικής απόφασης, στην οποία καθορίζεται και η διάρκειά τους. Η εκτέλεση της παρεπόμενης ποινής δεν αναστέλλεται. 3. Στα κακουργήματα που τιμωρούνται με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη και σε όσα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη με παραγγελία κυρίας ανάκρισης, επιβάλλεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96) και τον παρόντα νόμο, κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκεί ούτε αυτός, προσωρινή κράτηση, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 286 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης και ιδίως όταν η πράξη τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα ή κατά συρροή ή κατ' εξακολούθηση ή καθ' υποτροπή κατά την έννοια του παρόντος νόμου και την εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου, κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Στα πλημμελήματα το ανώτατο όριο των ανωτέρω μέτρων είναι έως έξι (6) μήνες, μη δυνάμενο να παραταθεί, με ενδιάμεσο έλεγχο της διάρκειας αυτών στους τρεις (3) μήνες. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι γενικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιβολή των μέτρων αυτών. 4. Για τα αδικήματα του άρθρου 1 ο αρμόδιος εισαγγελέας δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, να παραγγέλλει στις υπηρεσίες των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143), την κατά προτεραιότητα και κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε ειδικής ή γενικής διάταξης, απόσπαση ή μετάθεση του υπαλλήλου-θύματος ενδοοικογενειακής βίας, σε θέση αντίστοιχη, λαμβανομένων υπόψιν των τυπικών προσόντων που απαιτούνται από τον φορέα υποδοχής. Για την αξιολόγηση του αιτήματος λαμβάνονται υπόψη ιδίως τα χαρακτηριστικά της αξιόποινης πράξης, ο κίνδυνος για την ασφάλεια του θύματος, η σωματική και ψυχική υγεία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, οι οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του θύματος, καθώς και η αναγκαιότητα αλλαγής εργασιακού περιβάλλοντος. Για την εφαρμογή της παρούσας απαιτείται προηγούμενη αίτηση του θύματος στην υπηρεσία του, η οποία, αφού επισυναφθεί εισήγηση του φορέα υποδοχής, διαβιβάζεται από αυτή, αμελλητί, στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν ο φορέας υποδοχής δεν αποστείλει την εισήγησή του εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη λήψη του αιτήματος, συνάγεται η συμφωνία του. Η απόσπαση ή μετάθεση του υπαλλήλου που πραγματοποιείται κατόπιν της ανωτέρω εισαγγελικής παραγγελίας υλοποιείται υποχρεωτικά με την έκδοση σχετικής απόφασης από το αρμόδιο όργανο διορισμού των ανωτέρω φορέων, το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της εισαγγελικής παραγγελίας. Η απόσπαση ή μετάθεση ισχύει για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από την εμφάνιση στην υπηρεσία, με δυνατότητα ισόχρονης παράτασης με νεότερη εισαγγελική παραγγελία κατά την ανωτέρω διαδικασία και μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά τριών (3) ετών. 5. Η προδικασία για τα αδικήματα του παρόντος διεξάγεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο και η εκδίκασή τους προσδιορίζεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα. Η διαδικασία του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί περάτωσης κύριας ανάκρισης, κατ' εξαίρεση εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κακουργημάτων του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του καθ' ύλην δικαστηρίου παραπομπής. 6. Σε κάθε περίπτωση αναβολής της εκδίκασης των αδικημάτων του άρθρου 1 στο πλαίσιο της διαδικασίας των άρθρων 417 έως 427 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν ο χρόνος αναβολής δεν υπερβαίνει τις τρεις (3) ημέρες, και για λόγους ανωτέρας βίας τις πέντε (5), η κράτηση διατηρείται, εκτός αν το δικαστήριο, αφού ακούσει και το θύμα, κρίνει αιτιολογημένα ότι δεν συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων. 7. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 135 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί μη παραπομπής σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο για αυτόφωρα εγκλήματα σε βάρος δικαστικών λειτουργών, εφαρμόζεται και για όλα τα εγκλήματα του παρόντος. 8. Ο εισαγγελέας πρωτοδικών που επιλαμβάνεται καταγγελίας για ενδοοικογενειακή βία εξετάζει άμεσα και αυτεπαγγέλτως την περίπτωση εφαρμογής του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 1532 του Αστικού Κώδικα, περί συνεπειών κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, και, αν κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του, προβαίνει σε σχετική σημείωση στο σώμα της δικογραφίας.
ΚΠΔ Άρθρο 111
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 83.4%
ΚΠΔ Άρθρο 111: «Τριμελές εφετείο Το τριμελές εφετείο δικάζει: 1. Τα κακουργήματα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα σχετικά με το νόμισμα, άλλα μέσα πληρωμής και ένσημα, τα υπομνήματα, την ιδιοκτησία, την περιουσία, τα κακουργήματα της ψευδούς βεβαίωσης - νόθευσης από υπάλληλο και της νόθευσης δικαστικού εγγράφο υ, αν τελέστηκαν από πολίτες, άσχετα με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας ή αν τελέστηκαν από στρατιωτικούς και στρέφονται οπωσδήποτε κατά του δημοσίου ή νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον η ζημία που προξενήθηκε στο δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. 2. Τα κακουργήματα της δωροδοκίας και δωροληψίας που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235, 236 και 237 ΠΚ, καθώς και της κατάχρησης εξουσίας του άρθρου 239 ΠΚ. «3. Τα κακουργήματα της πειρατείας, τα κοινώς επικίνδυνα κακουργήματα και τα κακουργήματα κατά συγκοινωνιών, τηλεπικοινωνιών και άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων, "καθώς και προσβολών ατομικού απορρήτου και επικοινωνίας", που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους.» 4. Τα κακουργήματα τα οποία τελούμενα υπό τις συνθήκες του άρθρου 187Α ΠΚ χαρακτηρίζονται ως τρομοκρατικές πράξεις και τα κακουργήματα που προβλέπονται στα άρθρα 187 και 187Β ΠΚ, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, ανεξαρτήτως της βαρύτητάς τους. 5. Τα κακουργήματα των άρθρων 322 και 324 ΠΚ, καθώς και τα κακουργήματα των νόμων 1599/1986 (Α' 75), 2168/1993 (Α' 147), 2725/1999 (Α' 121), 3054/2002 (Α' 230), 3784/2009 (Α' 137), 4139/2013 (Α' 74), 4251/2014 (Α' 80), του Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α'220), και όσα άλλα έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητα των εφετείων, δυνάμει ειδικών διατάξεων νόμων. «6. Τα κακουργήματα αρμοδιότητας του μονομελούς εφετείου των δικαστών πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων, των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων που υπηρετούν σε αυτό, του γενικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, των δικηγόρων και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.» 7. Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς εφετείου και του τριμελούς πλημμελειοδικείου. «8. Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς εφετείου, το οποίο συγκροτείται, από πρόεδρο εφετών εκ των αρχαιότερων προέδρων εφετών που υπηρετούν στο κατά τόπο αρμόδιο εφετείο και εφέτες εκ των αρχαιότερων εφετών που υπηρετούν στο κατά τόπο αρμόδιο εφετείο, παρισταμένου πάντοτε εισαγγελέα με τον βαθμό του εισαγγελέα εφετών».
ΚΠΔ Άρθρο 284
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 83.3%
ΚΠΔ Άρθρο 284: Ο κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση 1. Ως κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση νοείται η επιβολή στον κατηγορούμενο της υποχρέωσης να μην εξέρχεται από συγκεκριμένο και ειδικά ορισμένο στην διάταξη του ανακριτή κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων, που αποδεδειγμένα συνιστά τον τόπο διαμονής ή κατοικίας του. Η διάταξη που επιβάλλει τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση μπορεί να ορίζει την ευρύτερη περιοχή γύρω από τον τόπο διαμονής ή κατοικίας του κατηγορουμένου, στην οποία θα μπορεί αυτός να κινείται για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών του. Για τον σκοπό αυτόν ο κατηγορούμενος επιτηρείται με τη χρήση πρόσφορων ηλεκτρονικών μέσων. Ο κατηγορούμενος υποχρεούται να μην επεμβαίνει ή επιδρά καθ’ οιονδήποτε τρόπο στα ηλεκτρονικά μέσα και στα συναφή με την επιτήρηση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη παρακολουθεί και καταγράφει μέσω συστήματος τη θέση του κατηγορούμενου και τηρεί σχετικό αρχείο». 2. Κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση επιβάλλεται μόνον εφόσον προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα και κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι περιοριστικοί όροι δεν επαρκούν για την επίτευξη των σκοπών της παρ. 2 του άρθρου 282, υπό την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος έχει γνωστή διαμονή στην χώρα και α) έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή για παραβίαση περιορισμών διαμονής και από την συνδρομή ενός εκ των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του, ή β) κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη του για ομοειδή αξιόποινη πράξη, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. «3. Αν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στον νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή αν το έγκλημα τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, μπορεί να διαταχθεί ο κατ' οίκον περιορισμός του με ηλεκτρονική επιτήρηση και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης και την εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου, κρίνεται αιτιολογημένα, ότι το μέτρο αυτό παρέχει βάσιμα την προσδοκία ότι ο τελευταίος δεν θα διαπράξει άλλα εγκλήματα.» 4. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιβληθεί κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση του κατηγορουμένου και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στην παρ. 2 και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις της παρ. 2. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο διαρκείας του κατ' οίκον περιορισμού είναι έξι (6) μήνες. 5. Μόνο η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση. Κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν διατάσσεται χωρίς να προηγηθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου. Μόνο το γεγονός της μη υποβολής τέτοιου αιτήματος από τον τελευταίο δεν τον καθιστά δίχως άλλο ύποπτο φυγής ή διάπραξης νέων εγκλημάτων και αυτό δεν αρκεί για την επιβολή της προσωρινής κράτησης. 6. Αν ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν σχετικά με τον κατ' οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, είναι δυνατή η αντικατάστασή του με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 296. Σε περίπτωση όμως τέλεσης από τον κατηγορούμενο του εγκλήματος του άρθρου 173Α ΠΚ, ο κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση αντικαθίσταται με προσωρινή κράτηση. 7. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, εφόσον κατηγορείται για πράξη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 127 ΠΚ. Στην περίπτωση αυτή ο κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες και μπορεί να παρατείνεται μόνο για τρεις μήνες από το δικαστήριο, στην περίπτωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 294. Το αίτημα για κατ' οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση υποβάλλεται σωρευτικά από τον ανήλικο κατηγορούμενο και από εκείνον που έχει την επιμέλειά του. Αν ο ανήλικος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν σχετικά με τον κατ' οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή τελέσει το έγκλημα του άρθρου 1 73Α ΠΚ, είναι δυνατή η αντικατάστασή του με προσωρινή κράτηση.
ΥΚ Άρθρο 8
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.1%
ΥΚ Άρθρο 8: Ποινική καταδίκη, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση 1. Δεν διορίζονται υπάλληλοι: α) Όσοι καταδικάσθηκαν για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, απάτη με υπολογιστή, εκβίαση, πλαστογραφία, πλαστογραφία πιστοποιητικών, απιστία δικηγόρου, απιστία, δωροληψία, δωροδοκία, παράνομη βεβαίωση ή είσπραξη δικαιωμάτων του Δημοσίου, παράβαση καθήκοντος, ψευδή βεβαίωση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, υπεξαγωγή εγγράφων, οποιοδήποτε άλλο έγκλημα σχετικά με την υπηρεσία, οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, οποιοδήποτε έγκλημα του Τέταρτου και Πέμπτου Κεφαλαίου του Δεύτερου Βιβλίου του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), περί εγκλημάτων κατά των πολιτειακών και πολιτικών οργάνων, κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, της Βουλής, της Κυβέρνησης και οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και περί προσβολών κατά της πολιτειακής εξουσίας, αντίστοιχα, οποιοδήποτε έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, εγκληματική οργάνωση, τρομοκρατικές πράξειςτρομοκρατική οργάνωση, αξιόποινη υποστήριξη, παραβίαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, λαθρεμπορίας, όπλων, πυρομαχικών και τυχερών παιχνιδιών, τουλάχιστον δύο (2) φορές για συκοφαντική δυσφήμηση ή τουλάχιστον δύο (2) φορές για ψευδή καταμήνυση, β) όσοι έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα ή με απευθείας κλήση για κακούργημα ή με τελεσίδικο βούλευμα για πλημμέλημα της περ. α’ έστω και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί, γ) αυτοί στους οποίους έχει επιβληθεί η παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης δημόσιας θέσης ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού αξιώματος, που κατέχουν, και όσοι έχουν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα, για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή, δ) όσοι τελούν υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική), υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) και υπό τις δύο αυτές καταστάσεις, ε) αυτοί των οποίων έχει ανακληθεί ο διορισμός, εφόσον προκλήθηκε με δόλο ή παρανομία από τους ίδιους σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 20 ή άλλη αντίστοιχη διάταξη, αν δεν παρέλθει δεκαετία από την ανάκληση. Για τη διαπίστωση του ως άνω κωλύματος εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9. 1Α. Το κώλυμα των περ. α) και β) της παρ. 1 αφορά και σε περιπτώσεις καταδίκης ή παραπομπής για απόπειρα τέλεσης ή για συμμετοχή στην τέλεση των ποινικών αδικημάτων που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 1. 2. Η ανικανότητα προςδιορισμό αίρεται μόνο με την έκδοση του προεδρικού διατάγματος κατά την παρ. 1 του άρθρου 47 του Συντάγματος, που αίρει τις συνέπειες της ποινής.
ΚΠΔ Άρθρο 139
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 82.9%
ΚΠΔ Άρθρο 139: Αιτιολογίες 1. Οι αποφάσεις, οι ποινικές διαταγές και τα βουλεύματα, καθώς και οι διατάξεις του ανακριτή και του εισαγγελέα, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα, ενώ η καταδικαστική απόφαση και το παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να αναφέρουν και τον αριθμό του άρθρου του ποινικού νόμου που εφαρμόζεται. Μόνη η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου δεν αρκεί για την αιτιολογία. 2. Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
ΠΚ Άρθρο 97
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.9%
ΠΚ Άρθρο 97: Άλλες περιπτώσεις συνολικής ποινής Οι διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96 Α παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή.
ΚΠΔ Άρθρο 555
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 82.8%
ΚΠΔ Άρθρο 555: Υποχρεωτική αναβολή της εκτέλεσης 1. Η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής αναβάλλεται, αν ο καταδικασθείς παρουσίασε μετά την καταδίκη του ψυχική ή διανοητική διαταραχή τέτοιας έντασης, ώστε να μην έχει συνείδηση της εκτελούμενης ποινής. Ταυτόχρονα διατάσσεται η νοσηλεία του σε δημόσιο ψυχιατρικό ή γενικό νοσοκομείο. Το άρθρο 70 ΠΚ εφαρμόζεται αναλόγως. Μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας ο καταδικασθείς εκτίει την ποινή του, από την οποία αφαιρείται ο χρόνος νοσηλείας του. 2. Την κατά την προηγούμενη παράγραφο αναβολή διατάσσει ύστερα από αίτηση του καταδίκου ή του εισαγγελέα το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση. Σε περίπτωση περισσότερων αποφάσεων διάφορων δικαστηρίων την αναβολή διατάσσει το κατά το άρθρο 551 αρμόδιο δικαστήριο. 3. Στην περίπτωση του άρθρου τούτου ο εισαγγελέας που έχει την επιμέλεια της εκτέλεσης οφείλει να διατάξει προηγουμένως την εξέταση του καταδίκου από δύο γιατρούς, αν είναι δυνατό ειδικούς.
ΚΠολΔ Άρθρο 334
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 82.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 334: 1. Κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να ζητήσει να μεταρρυθμιστεί τελεσίδικη ή ανέκκλητη απόφαση, που καταδικάζει σε καταβολή περιοδικών παροχών, οι οποίες οφείλονται κατά το νόμο από οποιαδήποτε αιτία και γίνονται απαιτητές στο μέλλον, αν μεσολάβησε ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών επάνω στις οποίες βασίστηκε η απαγγελία της καταδίκης. Το ίδιο ισχύει και για περιοδικές παροχές που οφείλονται σύμφωνα με κάποια δικαιοπραξία εφόσον το ποσό ή η διάρκεια της καταβολής τους ορίστηκε από το δικαστήριο, και μόνο για το ποσό ή τη διάρκειά της. 2. Μεταβολή των συνθηκών θεωρείται και η ουσιώδης μετά την απόφαση αυξομείωση του τιμαρίθμου της ζωής. 3. Η μεταβολή των συνθηκών λαμβάνεται υπόψη μόνο εφόσον έγινε σε χρόνο στον οποίο εκείνος που ζητεί να μεταρρυθμιστεί η απόφαση δεν μπορούσε να προβάλει τη μεταβολή στην αρχική δίκη. 4. Η μεταρρύθμιση μπορεί να ζητηθεί μόνο με αγωγή που εισάγεται στο αρμόδιο δικαστήριο. 5. Η μεταρρύθμιση μπορεί να ζητηθεί και να απαγγελθεί μόνο για το χρόνο μετά την έγερση της αγωγής.
ΠΚ Άρθρο 13
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.5%
ΠΚ Άρθρο 13: Έννοια όρων του Κώδικα Στον Κώδικα οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται με την εξής σημασία: α) Υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. β) Οικείοι είναι όσοι συνδέονται με δεσμό νόμιμης συγγένειας σε ευθεία γραμμή, οι θετοί γονείς και τα θετά τέκνα, οι ανάδοχοι γονείς και τα ανάδοχα τέκνα, οι επίτροποι ή επιμελητές του υπαίτιου και όσοι βρίσκονται υπό την επιτροπεία ή επιμέλεια του υπαιτίου, οι σύζυγοι, οι συμβιούντες με σταθερή συμβίωση ή με σύμφωνο συμβίωσης, οι μνηστευμένοι, οι αδερφοί και οι σύζυγοί τους ή οι συμβιούντες ως ανωτέρω με αυτούς και οι μνηστήρες των αδερφών, ακόμη κι αν ο γάμος, η συμβίωση ή η μνηστεία έχουν λυθεί. γ) Έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Έγγραφο είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή αναπαραγωγή στοιχείων που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. δ) Σωματική βία συνιστά και η περιαγωγή άλλου σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας για αντίσταση με υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα μέσα. ε) Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο υπαίτιος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του υπαιτίου για πορισμό εισοδήματος. στ) Πληροφοριακό σύστημα είναι συσκευή ή ομάδα διασυνδεδεμένων ή σχετικών μεταξύ τους συσκευών, εκ των οποίων μία ή περισσότερες εκτελούν, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα, αυτόματη επεξεργασία ψηφιακών δεδομένων, καθώς και τα ψηφιακά δεδομένα που αποθηκεύονται, αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, ανακτώνται ή διαβιβάζονται από την εν λόγω συσκευή ή την ομάδα συσκευών με σκοπό τη λειτουργία, τη χρήση, την προστασία και τη συντήρηση των συσκευών αυτών. ζ) Ψηφιακά δεδομένα είναι η παρουσίαση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη προς επεξεργασία από πληροφοριακό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος που παρέχει τη δυνατότητα στο πληροφοριακό σύστημα να εκτελέσει μια λειτουργία. «η) Μέσο πληρωμής πλην των μετρητών είναι άυλος ή υλικός προστατευμένος μηχανισμός, αντικείμενο ή αρχείο ή συνδυασμός τους, εκτός από το νόμιμο νόμισμα, ο οποίος επιτρέπει, μόνος του ή σε συνδυασμό με διαδικασία ή σειρά διαδικασιών, στον κάτοχο ή στον χρήστη του να μεταφέρει χρήματα ή νομισματική αξία, μεταξύ άλλων, μέσω ψηφιακών μέσων συναλλαγής. Ως «προστατευμένος μηχανισμός, αντικείμενο ή αρχείο» νοείται μηχανισμός, αντικείμενο ή αρχείο που προστατεύεται από την απομίμηση ή δόλια χρήση, για παράδειγμα μέσω σχεδιασμού, κωδικοποίησης ή υπογραφής».
ΠΚ Άρθρο 29
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.1%
ΠΚ Άρθρο 29: Ευθύνη από το αποτέλεσμα Στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η πρόκληση του οποίου τυποποιείται ως αυτοτελές έγκλημα αμέλειας, η ποινή αυτή επιβάλλεται στον αυτουργό ή στο συμμέτοχο μόνο αν το αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί τουλάχιστον σε αμέλειά τους, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατ' άλλη διάταξη.
ΚΠΔ Άρθρο 557
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 82.1%
ΚΠΔ Άρθρο 557: Διακοπή της εκτέλεσης της ποινής 1. Η εκτέλεση της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής που έχει αρχίσει μπορεί να διακοπεί στις περιπτώσεις της παρ. 1 στοιχ. α' και δ' του προηγουμένου άρθρου και των παρ. 2 και 7 του άρθρου αυτού. 2. Αν εκείνος που εκτίει την ποινή νοσηλεύεται σε νοσοκομείο σύμφωνα με τις διατάξεις για τη νοσηλεία των κρατουμένων και αν εξαιτίας βαριάς νόσου βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση, ώστε η συνέχιση της νοσηλείας του σε οποιοδήποτε τέτοιο νοσοκομείο να μην μπορεί να αποτρέψει ανήκεστη βλάβη της υγείας του ή κίνδυνο της ζωής του, μπορεί, αν η αποτροπή είναι δυνατή με νοσηλεία του σε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα που κατονομάζεται ειδικά, να ζητήσει να εισαχθεί σε αυτό για να συνεχίσει με δικές του δαπάνες τη νοσηλεία τ ου. Η κατ' οίκον νοσηλεία αποκλείεται. 3. Το αρμόδιο δικαστήριο αποφαίνεται ύστερα από αίτηση του καταδίκου ή του εισαγγελέα. Ο κατάδικος κλητεύεται ή αντιπροσωπεύεται σύμφωνα με το άρθρο 551 παρ. 4. Η απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εκδίδεται ύστερα από: α) γνώμη δύο ιατροδικαστών, ή, αν δεν υπάρχουν, δύο γιατρών υπαλλήλων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου σχετικά με την ανάγκη να εισαχθεί ο κρατούμενος στο νοσηλευτικό ίδρυμα που προτείνεται από αυτόν, β) γνώμη του νοσοκομείου στο οποίο νοσηλεύεται ο αιτών και γ) δήλωση του νοσηλευτικού ιδρύματος που υποδεικνύεται από τον αιτούντα ότι μπορεί αυτό να αναλάβει τη νοσηλεία του. 4. Αν το δικαστήριο δεχτεί την αίτηση, διατάσσει να διακοπεί έως πέντε μήνες η εκτέλεση της ποινής. Ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου ή του εισαγγελέα, που υποβάλλεται πριν από τη λήξη του πενταμήνου, το ίδιο δικαστήριο μπορεί κάθε φορά να παρατείνει το ν παραπάνω χρόνο ως πέντε μήνες, αν η ανάγκη διακοπής εξακολουθεί να υπάρχει. Η διακοπή διατάσσεται με τον όρο της συνεχούς παραμονής και νοσηλείας του καταδίκου στο νοσηλευτικό ίδρυμα που έχει οριστεί. Για την εξασφάλισή της μπορεί το δικαστήριο να επιβάλλει και οποιονδήποτε άλλον όρο. 5. Αντίγραφο της απόφασης επιδίδεται στον κατάδικο και στον διοικητικό διευθυντή του νοσηλευτικού ιδρύματος που έχει οριστεί. Η διακοπή της εκτέλεσης της ποινής αρχίζει από την ημέρα που ο κατάδικος εισάγεται στο ίδρυμα. Για την εισαγωγή ή μεταφορά συντάσσεται έκθεση, που την υπογράφουν ο παραπάνω διευθυντής (ή ο αναπληρωτής του), ο κατάδικος και το όργανο που μετέφερε τον κρατούμενο. 6. Ο κρατούμενος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους αν παραβεί με πρόθεση οποιονδήποτε όρο που του είχε τεθεί, οπότε και παύει αυτοδικαίως η ισχύς της απόφασης που διέταξε τη διακοπή της ποινής. Με την ίδια ποινή τιμωρείται επίσης ο διοικητικός διευθυντής του νοσηλευτικού ιδρύματος, αν με πρόθεση παρέλειψε να ειδοποιήσει χωρίς χρονοτριβή τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών για κάθε διακοπή της νοσηλείας του καταδίκου και για κάθε έξοδό του από αυτό ή αν σε οποιαδήποτε στιγμή εναντιώθηκε στη διενέργεια ελέγχου για τα παραπάνω στο ίδρυμα. Αν οι πράξεις αυτές τελέστηκαν από αμέλεια, ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μηνών. 7. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, αν η διακοπή που έχει διαταχθεί κατά τις παρ. 2-4 δεν μπορεί να αποτρέψει ανήκεστη βλάβη της υγείας ή κίνδυνο της ζωής και αν η αποτροπή αυτή μπορεί πραγματικά να επιτευχθεί με την κατ' οίκον νοσηλεία, το δικαστήριο έπειτα από αίτηση του καταδίκου μπορεί για τον σκοπό αυτό να διατάξει να διακοπεί η εκτέλεση της ποινής. Κατά τα άλλα εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 αυτού του άρθρου. 8. Ο εισαγγελέας διατάσσει την εκτέλεση της ποινής που διακόπηκε, μόλις λήξει ο χρόνος της διακοπής ή της παράτασης. 9. Την κατά το άρθρο αυτό διακοπή της ποινής διατάσσει: α) στην περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. α' και δ' του προηγούμενου άρθρου ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, και β) στην περίπτωση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου το τριμελές πλημμελειοδικείο του τόπου έκτισης της ποινής, γ) στην περίπτωση της παρ. 7 το τριμελές εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου εκτίεται η ποινή. 10. Αν μετά τη διακοπή της ποινής πρόκειται να εκτελεστεί κατά του καταδικασθέντος στερητική της ελευθερίας ποινή, για πράξεις που τελέστηκαν πριν την διακοπή, τότε δεν χωρεί εκτέλεση αυτών, μέχρι να εκλείψει ο λόγος της διακοπής.
ΠΚ Άρθρο 98
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.1%
ΠΚ Άρθρο 98: Έγκλημα κατ' εξακολούθηση 1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96 Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. 2. Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. ΙV. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
849/2017
2017Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.7%
Καταδικασθείς σε συνολική εκτιτέα ποινή φυλακίσεως δέκα (10) ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως με δοσοποίηση σε 36 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 1.091,03 ευρώ εκάστη από 1/1/2015. Καταδικασθείς κατέβαλε έξι (6) δόσεις. Ευρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, καθώς η σύνταξη του δεν επαρκεί για τα έξοδα διαβίωσης του.
Το άρθρο 82 παρ. 5 ΠΚ ορίζει ότι το δικαστήριο μετατρέπει τη χρηματική ποινή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας εφόσον ο καταδικασθείς δηλώσει αδυναμία καταβολής, καθορίζοντας ώρες εργασίας από 100 έως 1.200 ώρες ανάλογα με τη διάρκεια της ποινής (100-240 ώρες για ποινή έως ένα έτος, 961-1.200 ώρες για ποινή από τέσσερα έως πέντε έτη). Η παράγραφος 6 του ίδιου άρθρου ανατίθει στον Εισαγγελέα την επιλογή του τόπου και είδους της κοινωφελούς εργασίας σε συνεννόηση με τον καταδικασμένο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η συνολική ποινή ήταν δέκα (10) έτη και καθόρισε 1.200 ώρες κοινωφελούς εργασίας, που αντιστοιχούν μόνο σε ποινή τεσσάρων έως πέντε ετών, χωρίς να υπολογίσει τις ώρες για το υπόλοιπο πέντε έτη της ποινής. Επίσης, προσδιόρισε ως τόπο παροχής εργασίας τον Δήμο. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 82 ΠΚ, το δικαστήριο όφειλε να καθορίσει αναλογικά τις ώρες εργασίας για το σύνολο της ποινής των δέκα ετών και όχι μόνο για τα πέντε έτη, ενώ η επιλογή του τόπου παροχής ανήκει στον Εισαγγελέα και όχι στο δικαστήριο.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν ουσιώδη αλλαγή της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του καταδικασθέντος μετά τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική. Επιπλέον, το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 82 παρ. 5 ΠΚ, καθορίζοντας 1.200 ώρες εργασίας που αντιστοιχούν μόνο σε ποινή τεσσάρων έως πέντε ετών, ενώ η συνολική ποινή ήταν δέκα (10) έτη, και παρέλειψε να ορίσει τις ώρες που αντιστοιχούν αναλογικά στο υπόλοιπο πέντε έτη. Τέλος, το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του προσδιορίζοντας ως τόπο παροχής της κοινωφελούς εργασίας τον Δήμο, ενώ η επιλογή αυτή ανήκει κατά νόμο στον Εισαγγελέα.
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1347/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Παραπέμπει την υπόθεση αυτή για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
1426/2016
2016Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.5%
Καταδικασθείς είχε συνολική ποινή φυλάκισης 7 έτη και 5 μήνες. Η ποινή είχε μετατραπεί σε χρηματική, με ημερήσιο ποσό 4,40 ευρώ. Ο καταδικασθείς τελούσε σε παρατεταμένη οικονομική αδυναμία λόγω απώλειας εργασίας από Οκτώβριο 2014 και διακοπής επιδόματος ανεργίας από Οκτώβριο 2015.
Το άρθρο 82 § 5 ΠΚ προβλέπει ότι η περαιτέρω μετατροπή χρηματικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας απαιτεί καθορισμό ωρών ανάλογα με τη διάρκεια της ποινής (481–720 για 2–3 έτη, 721–960 για 3–4 έτη, 961–1.200 για 4–5 έτη). Η § 6 του άρθρου 82 ΠΚ και το άρθρο 2 της ΚΥΑ 108842/1997 αναθέτουν στον Εισαγγελέα την επιλογή τόπου και είδους της κοινωφελούς εργασίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε επιβληθεί συνολική ποινή φυλάκισης 7 έτη και 5 μήνες, η οποία είχε μετατραπεί σε χρηματική (4,40 ευρώ ημερησίως). Το δικαστήριο της ουσίας, μετατρέποντας την ποινή σε κοινωφελή εργασία, όρισε 1.200 ώρες εντός πενταετίας και προσδιόρισε ως τόπο παροχής τον Δήμο Θερμαϊκού. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι οι 1.200 ώρες αντιστοιχούν μόνο στο τμήμα μέχρι τα 5 έτη και απαιτείται επιπλέον προσδιορισμός ωρών για το υπερβάλλον τμήμα (2 έτη και 5 μήνες), σύμφωνα με το εύρος 481–720 ωρών. Περαιτέρω, ο καθορισμός του τόπου παροχής από το δικαστήριο συνιστά υπέρβαση εξουσίας, αφού η αρμοδιότητα ανήκει στον Εισαγγελέα. Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 82 § 5 και § 6 ΠΚ θεμελιώνει τους λόγους αναιρέσεως.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι το δικαστήριο της ουσίας: (α) καθόρισε 1.200 ώρες κοινωφελούς εργασίας που καλύπτουν ποινή έως 5 έτη, χωρίς να προσδιορίσει, αναλογικά, τις ώρες που αντιστοιχούν στο υπερβάλλον τμήμα της συνολικής ποινής (2 έτη και 5 μήνες), παραβιάζοντας το άρθρο 82 § 5 ΠΚ, και (β) όρισε τον τόπο παροχής της εργασίας, ενώ κατά το άρθρο 82 § 6 ΠΚ και το άρθρο 2 της ΚΥΑ 108842/1997 η επιλογή ανήκει στον Εισαγγελέα. Επομένως, συντρέχουν οι λόγοι του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε’ και Η’ ΚΠοινΔ.
Αναιρεί την υπ’ αριθμό 4203/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση αυτή για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
684/2014
2014Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.4%
Καταδικασθείς για μεταφορά και προώθηση στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών χωρίς δικαίωμα εισόδου, από κοινού, κατά συρροή και κατ’ επάγγελμα. Επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 142 μηνών (εκτιτέα 10 έτη). Η ποινή είχε μετατραπεί σε χρηματική με 5 ευρώ ανά ημέρα φυλάκισης. Ο καταδικασθείς τελεί υπό κράτηση σε κατάστημα κράτησης.
Το άρθρο 82 § 5 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3904/2010 και το άρθρο πρώτο § ΙΓ 1.3 του ν. 093/2012, προβλέπει δυνατότητα περαιτέρω μετατροπής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας της ποινής που έχει μετατραπεί σε χρηματική, μετά την κήρυξη της ενοχής και κατόπιν αιτήσεως του καταδικασθέντος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στον καταδικασθέντα είχε επιβληθεί συνολική ποινή φυλάκισης 142 μηνών (εκτιτέα 10 έτη) για πράξεις μεταφοράς και προώθησης αλλοδαπών χωρίς δικαίωμα εισόδου, από κοινού, κατά συρροή και κατ’ επάγγελμα, και ότι η ποινή είχε ήδη μετατραπεί σε χρηματική, οριζόμενη σε 5 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 504 § 1, 2 και 3 ΚΠΔ, το Δικαστήριο εξέτασε αν η απόφαση περί μετατροπής ή μη σε κοινωφελή εργασία είναι τελειωτική επί της κατηγορίας ή εμπίπτει στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις αναίρεσης. Κατέληξε ότι τέτοια απόφαση δεν είναι τελειωτική, δεν υπάγεται στα άρθρα 504 § 2-3 ΚΠΔ, και κατά το άρθρο 505 § 2 ΚΠΔ αναιρετέα είναι μόνο από τον Εισαγγελέα του ΑΠ. Συνεπώς, κατά το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη.
Η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μετατροπή ή μη της χρηματικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας και δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, ούτε εμπίπτει στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις των παρ. 2-3 του άρθρου 504 ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 505 § 2 ΚΠΔ, δικαίωμα αναίρεσης κατά τέτοιας αποφάσεως έχει μόνο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όχι ο καταδικασθείς. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, η αίτηση αναίρεσης του καταδικασθέντος είναι απαράδεκτη και επιβάλλονται δικαστικά έξοδα.
Απορρίπτει, την από 22-1-2014, αίτηση του Σ. Β. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμό 1256/2013, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
116/2018
2018Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.2%
Καταδικασθείς σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και ενός (1) μηνός για απλή συνέργεια σε προώθηση λαθρομεταναστών κατά συρροή, από κοινού, κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Η ποινή μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε ευρώ την ημέρα, με καταβολή σε έξι ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις εντός τριών ετών. Επικαλέστηκε οικονομική αδυναμία καταβολής του ποσού της μετατροπής.
Το άρθρο 82 παρ. 1, 4, 5, 8 και 9 του ΠΚ ορίζει τη μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική και περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, με ορισμό ωρών από 100 έως 1.200 για ποινές έως πέντε ετών. Σε περίπτωση συρροής, επιβάλλεται συνολική ποινή με επαύξηση της βαρύτερης, και κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 1240/1982, η συνολική ποινή μετατρέπεται σε χρηματική εφόσον η ποινή βάσης είναι μετατρέψιμη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η παροχή κοινωφελούς εργασίας αφορά στον τρόπο έκτισης της ποινής, όπως και η μετατροπή σε χρηματική. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου ισχύουν κατ' ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις που διέπουν τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική. Από καμία διάταξη, συμπεριλαμβανομένης της παραγράφου 5 του άρθρου 82 ΠΚ, δεν συνάγεται αποκλεισμός τέτοιας δυνατότητας. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι είναι επιτρεπτή η περαιτέρω μετατροπή συνολικής ποινής που υπερβαίνει τα πέντε έτη σε κοινωφελή εργασία, με επιπρόσθετο ορισμό ωρών για την υπερβαίνουσα ποινή, υπό την προϋπόθεση ουσιώδους αλλαγής της οικονομικής κατάστασης του καταδίκου.
Η αίτηση έγινε δεκτή διότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 82 παρ. 5, 8 και 9 του ΠΚ, δεχόμενο ότι δεν προβλέπεται η μετατροπή ποινής φυλάκισης που υπερβαίνει τα πέντε έτη σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Η παροχή κοινωφελούς εργασίας αφορά στον τρόπο έκτισης της ποινής και για την ταυτότητα του νομικού λόγου ισχύουν κατ' ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις που διέπουν τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική, με επιπρόσθετο ορισμό ωρών εργασίας που αντιστοιχούν στην υπερβαίνουσα τα πέντε έτη ποινή.
Αναιρεί την υπ' αριθμό 27/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Παραπέμπει την υπόθεση αυτή για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
2044/2018
2018Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.2%
Καταδικασθείσα σε συνολική ποινή φυλάκισης 80 μηνών (6 ετών και 8 μηνών), η οποία είχε μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Εμφάνιζε δυσχερή οικονομική κατάσταση με μηδενικό εισόδημα κατά τα έτη 2015, 2016 και 2017, με επίσπευση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου λόγω οφειλών προς το Δημόσιο. Είχε θυγατέρα με σοβαρό πρόβλημα υγείας που έπασχε από σπαστική παραπληγία και επιληπτικές κρίσεις με ποσοστό αναπηρίας μεγαλύτερο του 80%.
Το άρθρο 82 παρ. 1, 4, 5, 6, 8 και 9 ΠΚ ορίζει τις προϋποθέσεις μετατροπής περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή και περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Επί συνολικής ποινής που υπερβαίνει τα πέντε έτη, ο καθορισμός των ωρών κοινωφελούς εργασίας πρέπει να γίνει αναλογικά για ολόκληρη την ποινή, με αναγωγή των ωρών στα περισσότερα έτη. Η ΚΥΑ 108842/1997 ανέθεσε στον Εισαγγελέα την επιλογή του τόπου παροχής της κοινωφελούς εργασίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η καταδικασθείσα είχε συνολική ποινή 80 μηνών (6 ετών και 8 μηνών) και δέχθηκε τη δυσχερή οικονομική της κατάσταση με μηδενικό εισόδημα και το σοβαρό πρόβλημα υγείας της θυγατέρας της με αναπηρία άνω του 80%. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο εσφαλμένα διαχώρισε τη συνολική ποινή, μετατρέποντας μόνο τα πέντε έτη σε κοινωφελή εργασία 1.200 ωρών και παρέχοντας προθεσμία καταβολής για το υπόλοιπο ένα έτος και 8 μήνες, ενώ όφειλε να μετατρέψει ολόκληρη την ποινή αναλογικά και να μην χορηγήσει σωρευτικά τις διευκολύνσεις.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 82 ΠΚ, καθώς δεν μετέτρεψε τη συνολική ποινή των 6 ετών και 8 μηνών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας καθορίζοντας αναλογικά τις αντιστοιχούσες για ολόκληρη την ποινή ώρες εργασίας, αλλά διαχώρισε τη συνολική ποινή μετατρέποντας μόνο τα πέντε έτη σε κοινωφελή εργασία και για το υπόλοιπο ένα έτος και 8 μήνες καθόρισε προθεσμία καταβολής, παρέχοντας έτσι σωρευτικά τις διευκολύνσεις του άρθρου 82 ΠΚ. Περαιτέρω, το δικαστήριο καθ' υπέρβαση εξουσίας προσδιόρισε ως τόπο παροχής της κοινωφελούς εργασίας τη Δ/νση Δημόσιας Υγείας του Δήμου Πειραιά, ενώ η επιλογή του τόπου ανήκει κατά νόμο στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αρ. ΒΑΜ 8572/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
1423/2013
2013Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.2%
Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες, προσέλκυσε δύο αλλοδαπές γυναίκες με ψευδή υπόσχεση εργασίας ως σερβιτόρες. Οργάνωσε τη μεταφορά τους από τρίτη χώρα στη Γερμανία, φρόντισε για ταξιδιωτικά έγγραφα και τέλεση εικονικών γάμων σε άλλη χώρα για έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας. Τις εγκατέστησε σε διαμέρισμα, για το οποίο προπλήρωσε 3.000 ευρώ, και τις εξανάγκασε με απειλές και σωματική/ψυχολογική βία να εκδίδονται σε οίκο ανοχής, καθορίζοντας τις υπηρεσίες και την αμοιβή (30 ευρώ για 15 λεπτά), παρακρατώντας τα έσοδα. Η εκπόρνευση διήρκεσε από 1-6-2003 έως τα τέλη Ιουλίου 2003, με καθημερινή μεταφορά τους στον οίκο ανοχής και περιορισμό κινήσεων. Μετέπειτα διέφυγαν από τον έλεγχό του.
Το άρθρο 82 §3 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3904/2010, ορίζει ότι κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται από 3 έως 100 ευρώ, ενώ ο ν. 4093/2012 αύξησε το ελάχιστο σε 5 ευρώ. Το άρθρο 2 §1 ΠΚ επιβάλλει την εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου. Η §2 του άρθρου 82 ΠΚ απαιτεί ειδική αιτιολογία για τον καθορισμό του ποσού μετατροπής, με συνεκτίμηση προσωπικής και οικονομικής κατάστασης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πράξη τελέστηκε μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 2003. Κατά την εκδίκαση, ορίστηκε ποσό μετατροπής 5 ευρώ ανά ημέρα φυλάκισης χωρίς ειδική αιτιολογία, μολονότι για το διάστημα έως 12-11-2012 ίσχυε ευμενέστερο ελάχιστο των 3 ευρώ (ν. 3904/2010). Επίσης, οι μάρτυρες διέμεναν στο εξωτερικό χωρίς σταθερή διεύθυνση, καθιστώντας ανέφικτη την εμφάνισή τους, και οι προανακριτικές καταθέσεις τους ήταν αναγκαίες για την αλήθεια. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, έκρινε ότι η χρήση του ελάχιστου των 5 ευρώ ήταν δυσμενής και απαιτούσε ειδική αιτιολογία, η οποία έλειψε, ενώ η ανάγνωση των καταθέσεων ήταν επιτρεπτή λόγω αντικειμενικής αδυναμίας εμφάνισης και αναγκαιότητας για την εξακρίβωση της αλήθειας.
Η αίτηση έγινε δεκτή εν μέρει διότι το ποσό μετατροπής της φυλάκισης ορίστηκε σε 5 ευρώ χωρίς ειδική αιτιολογία, ενώ για το προ της 12-11-2012 διάστημα ίσχυε ο επιεικέστερος ν. 3904/2010 με ελάχιστο 3 ευρώ· έτσι εφαρμόστηκε δυσμενέστερος νόμος και παραβιάστηκε η §2 του άρθρου 82 ΠΚ. Οι λοιποί λόγοι απορρίφθηκαν: η απόφαση είχε επαρκή ειδική αιτιολογία ως προς τα στοιχεία της σωματεμπορίας (εξαναγκασμός, απειλές, βία, οικονομική εκμετάλλευση) και ο νομικός χαρακτηρισμός ήταν ορθός· η ανάγνωση προανακριτικών καταθέσεων των αλλοδαπών παθουσών ήταν επιτρεπτή, επειδή η εμφάνισή τους ήταν αδύνατη λόγω διαμονής στο εξωτερικό χωρίς σταθερή διεύθυνση και οι καταθέσεις ήταν αναγκαίες για την ανακάλυψη της αλήθειας.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 4/2013 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη της, που αφορά στο ποσό της μετατροπής της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα, Χ. Χ. του Δ., συνολικής ποινής φυλάκισης πέντε (5) ετών. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 1-3-2013 υπ' αριθμό πρωτ. 1726/4-3-2013 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του παραπάνω, για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως.
951/2017
2017Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.0%
Τέσσερις καταδικασθέντες για παράνομη παραλαβή προς προώθηση μεταναστών σε έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Ο πρώτος ως αυτουργός, ο δεύτερος και τρίτος ως άμεσοι συνεργοί, και ο τέταρτος ως ηθικός αυτουργός. Σε καθέναν επιβλήθηκε συνολική εκτιτέα ποινή φυλάκισης δέκα ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ την ημέρα με ποινή βάσης φυλάκιση δύο ετών για κάθε μεταφερόμενο άτομο. Χορηγήθηκε προθεσμία τριών ετών για την καταβολή της χρηματικής ποινής σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις αρχομένης της πρώτης δόσης την 1η Ιανουαρίου 2016. Οι καταδικασθέντες δήλωσαν αδυναμία καταβολής και ζήτησαν περαιτέρω μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας σε συγκεκριμένους Δήμους.
Το άρθρο 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά τους ν. 3904/2010 και 4093/2012, προβλέπει τη μετατροπή περιοριστικών της ελευθερίας ποινών έως πέντε ετών σε χρηματική ποινή. Η παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι εάν ο καταδικασθείς δηλώσει αδυναμία καταβολής του ποσού μετατροπής, το δικαστήριο μετατρέπει περαιτέρω τη χρηματική ποινή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εφόσον συμφωνεί ή το ζητά ο καταδικασθείς. Οι όροι μετατροπής αφορούν τις αυτοτελώς επιβαλλόμενες ποινές, όχι τη συνολική ποινή από συγχώνευση, χωρίς να θίγεται η μετατρεψιμότητα της συνολικής ποινής με βάση τη μετατρεψιμότητα της ποινής βάσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι σε καθέναν από τους καταδικασθέντες είχε επιβληθεί συνολική εκτιτέα ποινή φυλάκισης δέκα ετών, η οποία είχε μετατραπεί σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ την ημέρα με ποινή βάσης δύο έτη φυλάκιση. Είχε χορηγηθεί προθεσμία τριών ετών για καταβολή σε μηνιαίες δόσεις. Οι καταδικασθέντες ζήτησαν περαιτέρω μετατροπή σε κοινωφελή εργασία λόγω αδυναμίας καταβολής. Εφαρμόζοντας το άρθρο 82 παρ. 5 ΠΚ, το Εφετείο έκρινε εσφαλμένα ότι απαγορεύεται η μετατροπή σε κοινωφελή εργασία συνολικής ποινής άνω των πέντε ετών, παραλείποντας να εξετάσει ότι η περαιτέρω μετατροπή επιτρέπεται όταν η συνολική ποινή έχει προηγουμένως μετατραπεί σε χρηματική και συντρέχουν οι όροι της παρ. 5.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι το Τριμελές Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 82 ΠΚ, κρίνοντας ότι απαγορεύεται η μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας συνολικής ποινής φυλάκισης που υπερβαίνει τα πέντε έτη, ενώ επιτρέπεται η περαιτέρω μετατροπή εφόσον η ποινή έχει προηγουμένως μετατραπεί σε χρηματική και συντρέχουν οι όροι του άρθρου 82 παρ. 5 ΠΚ. Επίσης το δικαστήριο υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, παραλείποντας να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την ουσιαστική παραδοχή ή απόρριψή της.
Αναιρεί την απόφαση 234/2015 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στο οποίο δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
1020/2025
2025Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.0%
Νόμιμοι εκπρόσωποι εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που δραστηριοποιείται στο εμπόριο ρυζιού, αγόρασαν με προφορικές συμβάσεις πώλησης ποσότητες ρυζιού από αγρότες ορυζοπαραγωγούς για μεταπώληση με σκοπό το κέρδος, με πίστωση του τιμήματος. Συμφωνήθηκαν δήλες ημέρες καταβολής του τιμήματος από τέλη Μαΐου 2017 έως τέλη Ιανουαρίου 2018. Παρά τις οχλήσεις των πωλητών, δεν κατέβαλαν το συμφωνηθέν τίμημα κατά τις δήλες ημέρες καταβολής. Συνολικά οφείλονταν ποσά που κυμαίνονταν από 4.367,07 ευρώ έως 61.539,26 ευρώ σε διάφορους πωλητές. Εκδόθηκαν τραπεζικές επιταγές που δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης υπολοίπου. Εκπρόσωποι είχαν προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες για το ίδιο και άλλα αδικήματα σε πολυετείς στερητικές της ελευθερίας ποινές.
Το άρθρο 1 του Ν.Δ. 3424/1955 τιμωρεί τον αγοραστή γεωργικών προϊόντων που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς. Κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας. Το άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ ορίζει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που συνδέονται με ενότητα δόλου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εκπρόσωποι της εταιρίας αγόρασαν ρύζι από πολλούς αγρότες με συμφωνηθείσες δήλες ημέρες καταβολής από τέλη Μαΐου 2017 έως τέλη Ιανουαρίου 2018, και δεν κατέβαλαν τα οφειλόμενα ποσά παρά τις οχλήσεις. Η πτώχευση της εταιρίας δεν αίρει το αξιόποινο της υπερημερίας. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 99 και 82 του ΠΚ, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής και μετατροπής της ποινής. Το Εφετείο διέταξε την έκτιση της ποινής χωρίς να ερευνήσει τις προϋποθέσεις μετατροπής κατά το άρθρο 82 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που είναι ευμενέστερο.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε εν μέρει δεκτή διότι το Εφετείο, αφού έκρινε ότι δεν αρκεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής και η μετατροπή σε κοινωφελή εργασία, διέταξε την έκτιση του συνόλου της επιβληθείσας ποινής χωρίς να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων μετατροπής της ποινής κατά την ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 82 του ισχύοντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Έτσι εσφαλμένα εφάρμοσε δυσμενέστερη διάταξη, υπερβαίνοντας αρνητικά την εξουσία του.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 1844/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος της που αφορά την μη έρευνα των προϋποθέσεων της μετατροπής της επιβληθείσας στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες ποινής φυλάκισης σε χρηματική. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το προαναφερθέν μέρος της προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
56/2019
2019Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.9%
Καταδικασθείς σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) ετών και εννέα (9) μηνών, η οποία είχε καθορισθεί με συγχωνευτική απόφαση και είχε μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Ο καταδικασθείς ζήτησε την περαιτέρω μετατροπή της χρηματικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας.
Το άρθρο 82 παρ. 1, 4, 5, 6, 8 και 9 ΠΚ ορίζει τις προϋποθέσεις μετατροπής περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή και περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, καθορίζοντας τον αριθμό ωρών εργασίας ανάλογα με τη διάρκεια της ποινής (100-1.200 ώρες για ποινές έως πέντε έτη). Η ΚΥΑ 108842/1997 ανέθεσε στον Εισαγγελέα την επιλογή του τόπου και είδους παροχής της κοινωφελούς εργασίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μετέτρεψε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας μόνο ποινή πέντε (5) ετών από τη συνολική ποινή εννέα (9) ετών και εννέα (9) μηνών, παρέχοντας προθεσμία καταβολής για το υπόλοιπο μέρος τεσσάρων (4) ετών και εννέα (9) μηνών, και συνάμα όρισε ως τόπο παροχής της κοινωφελούς εργασίας συγκεκριμένη περιοχή. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 82 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι όφειλε να καθορίσει τον αριθμό ωρών εργασίας για ολόκληρη τη συνολική ποινή και όχι μόνο για το μέρος των πέντε ετών, διότι διαφορετικά το υπόλοιπο μέρος θα παρέμενε ανεπίτρεπτα ανεκτέλεστο. Επιπλέον, ο προσδιορισμός του τόπου παροχής ανήκει κατά νόμο στον Εισαγγελέα και όχι στο δικαστήριο.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 82 παρ. 4, 5, 8, 9 ΠΚ, καθώς μετέτρεψε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας μόνο ποινή πέντε (5) ετών από τη συνολική ποινή εννέα (9) ετών και εννέα (9) μηνών, αντί να καθορίσει τον αριθμό ωρών εργασίας για ολόκληρη τη συνολική ποινή, με αποτέλεσμα το πέραν των πέντε ετών μέρος να παραμένει ανεπίτρεπτα ανεκτέλεστο. Επιπλέον, το δικαστήριο καθ' υπέρβαση (θετική) της εξουσίας του προσδιόρισε τον τόπο παροχής της κοινωφελούς εργασίας, ενώ η επιλογή του τόπου παροχής ανήκει κατά νόμο στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση.
Αναιρεί τη ΒΑΜ8574/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο,που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε την υπόθεση.
1311/2024
2024Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.6%
Πρόσωπο τέλεσε, στις 27.1.2023, πράξεις ενδοοικογενειακής απειλής και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Η συνολική ποινική κύρωση ήταν φυλάκιση είκοσι τριών (23) μηνών και τελούσε σε εκτέλεση, με κράτηση στο Κατάστημα Κράτησης Νιγρίτας Σερρών. Κατά τον κρίσιμο χρόνο (9.2.2023) ίσχυε, χωρίς άρση, η αναστολή των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που προβλέπουν παροχή κοινωφελούς εργασίας, δυνάμει του άρθρου 98 § 1 ν. 4623/2019.
Το άρθρο 98 § 1 ν. 4623/2019 αναστέλλει την ισχύ των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που προβλέπουν παροχή κοινωφελούς εργασίας είτε ως κύρια ποινή είτε ως μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ή χρηματικής ποινής. Το άρθρο 104Α ΠΚ (όπως ίσχυε) προέβλεπε μετατροπή φυλάκισης έως τριών ετών σε κοινωφελή εργασία, όμως η εφαρμογή του τελούσε σε αναστολή λόγω του άρθρου 98. Κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης θεμελιώνει αναίρεση, ενώ το άρθρο 465 § 1 ΠΚ περιορίζει την εφαρμογή του άρθρου 82 § 8 του προϊσχύσαντος ΠΚ σε πράξεις προ της ισχύος του νέου ΠΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε επιβληθεί συνολική φυλάκιση είκοσι τριών (23) μηνών για πράξεις τελεσθείσες στις 27.1.2023. Κατά τον κρίσιμο χρόνο (9.2.2023) δεν είχε αρθεί η αναστολή του άρθρου 98 § 1 ν. 4623/2019. Η επίκληση του άρθρου 104Α ΠΚ προϋπέθετε ενεργό καθεστώς κοινωφελούς εργασίας, ενώ η επίκληση του άρθρου 82 § 8 προϋπέθετε προηγούμενη μετατροπή σε χρηματική ποινή και αφορούσε πράξεις προ της 1.7.2019. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η αναστολή του άρθρου 98 § 1 ν. 4623/2019 απέκλειε τη μετατροπή της φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία, άρα το άρθρο 104Α ΠΚ ήταν ανεφάρμοστο. Η λύση του άρθρου 82 § 8 προϊσχύσαντος ΠΚ δεν ίσχυε, διότι δεν προβλέπεται πλέον μετατροπή σε χρηματική ποινή και οι πράξεις τελέσθηκαν το 2023, εκτός του χρονικού πεδίου του άρθρου 465 § 1 ΠΚ.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, διότι παρέβλεψε ότι, κατά τον χρόνο έκδοσής της (9.2.2023), ίσχυε η αναστολή του άρθρου 98 § 1 ν. 4623/2019, η οποία χωρίς καμία εξαίρεση απέκλειε την εφαρμογή του άρθρου 104Α ΠΚ για μετατροπή της φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία. Η επικουρική θέση ότι το άρθρο 98 δεν εφαρμόζεται ήταν εσφαλμένη. Επιπλέον, η επίκληση του άρθρου 82 § 8 του προϊσχύσαντος ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 465 ΠΚ δεν παρείχε έρεισμα, αφενός επειδή η διάταξη προϋπέθετε προηγούμενη μετατροπή σε χρηματική ποινή που δεν προβλέπεται στον νέο ΠΚ, αφετέρου διότι το άρθρο 465 § 1 ΠΚ περιορίζει την εφαρμογή της σε πράξεις προ της ισχύος του νέου ΠΚ, ενώ οι πράξεις τελέσθηκαν στις 27.1.2023. Ως εκ τούτου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ έγινε δεκτός και η αίτηση μετατροπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 ΚΠΔ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1554/9.2.2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει την υπ' αριθ. 104/9.2.2023 αίτηση του καταδικασθέντος Κ. Κ. του Α. περί μετατροπής της επιβληθείσας σ' αυτόν, με την υπ' αριθ. 1063/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ποινής φυλάκισης των είκοσι τριών (23) μηνών, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας.
640/2023
2023Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.6%
Καταδικασθείς με τρεις αμετάκλητες αποφάσεις: α) σε κάθειρξη 5 ετών και 6 μηνών για απάτη κατ' εξακολούθηση, με έναρξη έκτισης την 15/5/2019, β) σε φυλάκιση 3 ετών για απάτη, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή και στη συνέχεια σε παροχή κοινωφελούς εργασίας 720 ωρών εντός 2 ετών, και γ) σε φυλάκιση 18 μηνών για απάτη, με έναρξη έκτισης την 8/9/2020. Καθορίστηκε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών και 2 μηνών με προσμέτρηση των τριών ποινών. Ο καταδικασθείς παρείχε 479 ώρες κοινωφελούς εργασίας από τις 720 και διέκοψε την 1/3/2019 λόγω ασθένειας. Εισαγγελέας Πρωτοδικών Έδεσσας με διάταξη υπολόγισε ότι οι 479 ώρες αντιστοιχούν σε 728 ημέρες στερητικής της ελευθερίας ποινής (αναλογικά από τις 1095 ημέρες της αρχικής ποινής 3 ετών) και διέταξε έκτιση υπολοίπου 367 ημερών, με έναρξη την 15/11/2019.
Το άρθρο 82 παρ. 7 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα προβλέπει συγκεκριμένες δυνατότητες του Εισαγγελέα σε περίπτωση ελλιπούς ή πλημμελούς παροχής κοινωφελούς εργασίας, μεταξύ των οποίων η περίπτωση (γ) ορίζει ότι για κάθε τέσσερις ώρες εργασίας υπολογίζεται μία ημέρα κράτησης. Το άρθρο 551 ΚΠοινΔ προβλέπει ότι για τον καθορισμό συνολικής ποινής λαμβάνονται υπόψη οι ποινές ολόκληρες και το τυχόν αποτιθέν μέρος αφαιρείται από τη συνολική ποινή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Έδεσσας υπολόγισε τις 479 ώρες παρασχεθείσας κοινωφελούς εργασίας ως αντιστοιχούσες σε 728 ημέρες στερητικής της ελευθερίας ποινής, με αναλογικό προσδιορισμό (479 ώρες προς 720 ώρες = 728 ημέρες προς 1095 ημέρες), και ότι η διάταξη αυτή δεν είχε εφαρμοστεί αλλά παρέμενε σε ισχύ. Εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 7 γ' ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι ο αναλογικός προσδιορισμός δεν προβλέπεται από το νόμο και ότι το σωστό κριτήριο είναι τέσσερις ώρες εργασίας ανά μία ημέρα κράτησης, οπότε οι 479 ώρες αντιστοιχούν σε 119 ημέρες. Επίσης έκρινε ότι δεν απορρέει οιονεί δεδικασμένο από εισαγγελική διάταξη κατ' άρθρο 82 παρ. 7 ΠΚ.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Πλημμελειοδικείο υπερέβη την εξουσία του κρίνοντας ότι υφίσταται οιονεί δεδικασμένο από τη διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Έδεσσας, ενώ δεν είναι δυνατό να απορρέει δεδικασμένο από εισαγγελική διάταξη κατ' άρθρο 82 παρ. 7 ΠΚ. Επιπλέον, το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ. 6 και 7 ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 465 παρ. 1 και 551 ΚΠΔ, καθώς ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Έδεσσας προέβη σε αναλογικό υπολογισμό της προς έκτιση ποινής (728 ημέρες), μη προβλεπόμενο στη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 82 ΠΚ, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει το κριτήριο των τεσσάρων ωρών εργασίας ανά μία ημέρα κράτησης (119 ημέρες). Η τυχόν επανεκτέλεση ποινής είναι δικονομικά ανεπίτρεπτη, αλλά η αφαίρεση πρέπει να γίνει στο μέτρο που προβλέπεται από το νόμο.
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 5197/10-11-2021 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
1556/2017
2017Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.6%
Καταδικασθείσα με δύο αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Εύβοιας: την υπ' αριθμ. 336/2012 σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και τριών μηνών και την υπ' αριθμ. 335/2012 σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα μηνών (οκτώ μήνες για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία και δύο μήνες για απόπειρα άπατης επί δικαστηρίου). Με την υπ' αριθμ. 345/2016 απόφαση ανακλήθηκε η αναστολή εκτέλεσης των ποινών και μετατράπηκαν σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Οικογενειακά εισοδήματα από συντάξεις και μισθώματα ύψους 27.254,36 ευρώ.
Το άρθρο 551 παρ. 1 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 94 έως 97 ΠΚ προβλέπει τον καθορισμό συνολικής ποινής όταν συρρέουν περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις. Για την επαρκή αιτιολογία πρέπει να αναφέρονται οι επί μέρους καταδικαστικές αποφάσεις, οι επιβληθείσες ποινές και ότι αυτές συναντώνται κατά την εκτέλεση. Η απόφαση για μετατροπή ποινής σε κοινωφελή εργασία δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας και δεν προσβάλλεται με αναίρεση. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι οι ποινές φυλάκισης ενός έτους και τριών μηνών και δέκα μηνών συναντώνται κατά την εκτέλεση. Από το εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2015 και τα λοιπά έγγραφα δέχθηκε ότι τα οικογενειακά εισοδήματα παρέμειναν στα 27.254,36 ευρώ από συντάξεις και μισθώματα. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί συρροής, το Εφετείο συγχώνευσε τις ποινές και καθόρισε συνολική ποινή ενός έτους και οκτώ μηνών, επαυξάνοντας τη βαρύτερη ποινή κατά τέσσερις και έναν μήνα. Απέρριψε το αίτημα μετατροπής σε κοινωφελή εργασία διότι δεν αποδείχθηκε ουσιώδης μεταβολή της οικονομικής κατάστασης.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, αναφέροντας τις επί μέρους καταδικαστικές αποφάσεις, τις επιβληθείσες ποινές και ότι αυτές συναντώνται κατά την εκτέλεση. Η επαύξηση της ποινής βάσης κατά τέσσερις και έναν μήνα ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου. Το αίτημα μετατροπής της ποινής σε κοινωφελή εργασία απορρίφθηκε βάσιμα, καθόσον δεν αποδείχθηκε ουσιώδης μεταβολή της οικονομικής κατάστασης, με τα οικογενειακά εισοδήματα να παραμένουν στα 27.254,36 ευρώ. Περαιτέρω, η απόφαση για μετατροπή ποινής δεν προσβάλλεται με αναίρεση, καθώς δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας κατά το άρθρο 504 ΚΠΔ.
Απορρίπτει την από 3-3-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 2/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Εύβοιας. ΚΑΙ Καταδικάζει την αναιρεσειουσα στα δικαστικά έξοδα που ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
989/2019
2019Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΦορολογικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.4%
Κατηγορούμενος καταδικάστηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Είχε προηγουμένως αθωωθεί αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 37430/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για φοροδιαφυγή κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' Ν. 2523/1997 (έκδοση ή αποδοχή εικονικών τιμολογίων) σχετικά με τα ίδια τιμολόγια που αφορούσαν χρέη του επίδικου πίνακα με α.α 10-11-12-13-14. Είχε επίσης καταδικαστεί με την υπ' αριθ. 47073/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και κατ' έφεση με την υπ' αριθ. 2526/2018 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για μη καταβολή διαφορετικών χρεών. Εργαζόταν με τη σύζυγό του σε πρατήριο βενζίνης, ομόρρυθμη εταιρεία με επωνυμία "... Ο.Ε.", και συντηρούσε την οικογένειά του. Η πράξη έλαβε χώρα στις 11-2-2014 και για τα επόμενα 4,5 χρόνια διαβίωσε αρμονικά με το κοινωνικό σύνολο, μετείχε στα κοινά ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος.
Το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ ορίζει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτούνται αμετάκλητη απόφαση, ταυτότητα προσώπου και ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος. Από τα άρθρα 17, 18, 19 του ν. 2523/1997 και 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990 προκύπτει ότι τα εγκλήματα φοροδιαφυγής και μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών και μεταξύ τους υφίσταται αληθής συρροή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε αθωωθεί για φοροδιαφυγή με έκδοση εικονικών τιμολογίων (άρθρο 19 Ν. 2523/1997) και καταδικάστηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 Ν. 1882/1990). Τα δύο εγκλήματα αφορούν διαφορετικές εγκληματικές συμπεριφορές παρά την αναφορά στα ίδια τιμολόγια. Εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 2 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική απαιτεί ειδική αιτιολογία που να λαμβάνει υπόψη την προσωπική και οικονομική κατάσταση του δράστη, τα καθαρά έσοδα, άλλα εισοδήματα, την περιουσία και τις οικογενειακές υποχρεώσεις.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως προς το δεδικασμένο διότι μεταξύ του εγκλήματος της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών τιμολογίων (άρθρο 19 Ν. 2523/1997) και της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 Ν. 1882/1990) δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης αλλά αληθής συρροή, καθώς αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών. Η αίτηση έγινε δεκτή ως προς το ύψος της μετατροπής της ποινής διότι το δικαστήριο χωρίς ειδικότερη αιτιολογία δεν έλαβε υπόψη τους ειδικότερους οικονομικούς όρους του αναιρεσείοντος, την εισοδηματική και περιουσιακή του κατάσταση, καθώς και τις οικογενειακές και οικονομικές του υποχρεώσεις που επέβαλαν τη μετατροπή σε δέκα (10) ευρώ ημερησίως.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 3949/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και μόνο κατά τη διάταξή της που αφορά το ποσό της μετατροπής της επιβληθείσας φυλάκισης σε χρηματική ποινή. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
717/2025
2025Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.3%
Κατηγορούμενος στρατιωτικός με σύζυγο που εκμεταλλευόταν ατομική επιχείρηση επίπλων με επωνυμία "Α. Δ." και διακριτικό τίτλο. Ο κατηγορούμενος είχε ξεκινήσει επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Ο 2ος κατηγορούμενος ήταν αφανής εταίρος στην επιχείρηση επίπλων και είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμόν 112/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και με την υπ' αριθμόν 390/1999 απόφαση κρίθηκε πτωχός μη συγγνωστός. Η επιχείρηση επίπλων ήταν εντελώς αφερέγγυα και υπερχρεωμένη. Ο κατηγορούμενος δεν είχε δημιουργήσει καμία υποδομή για την επιχείρηση ανταλλακτικών. Παθών ήταν νέος στην ηλικία, εντελώς άπειρος στις εμπορικές συναλλαγές και εύπιστος, με μεγάλα σχέδια για γρήγορη επαγγελματική επιτυχία. Είχε άριστες οικογενειακές σχέσεις με τον 1ο κατηγορούμενο από ετών. Είχε πραγματοποιήσει επένδυση στη Θεσσαλονίκη αγοράζοντας πολυώροφη οικοδομή με τραπεζικό δάνειο, η οποία απέτυχε όταν η μισθώτρια (Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης) αποχώρησε και το ακίνητο παρέμεινε κενό με μείωση αξίας στο ήμισυ. Συνολική περιουσιακή βλάβη 263.000 ευρώ (267.000 ευρώ μείον 4.000 ευρώ που επιστράφηκαν), εκ των οποίων 213.000 ευρώ από κοινού και 50.000 ευρώ ατομικά από τον 1ο κατηγορούμενο.
Το άρθρο 386 ΠΚ απαιτεί για την απάτη: α) σκοπό απόκτησης παράνομου περιουσιακού οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε επιζήμια πράξη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά και την πλάνη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς: ότι η επιχείρηση επίπλων είχε τζίρο 500.000 ευρώ ετησίως, ότι η επιχείρηση ανταλλακτικών είχε κατάλληλη υποδομή και διασυνδέσεις, ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε επικερδή επιχείρηση στη Γερμανία, και ότι ήταν οικονομικά φερέγγυοι. Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση επίπλων ήταν αφερέγγυα, δεν υπήρχε υποδομή για την επιχείρηση ανταλλακτικών, και ο 2ος κατηγορούμενος ήταν πτωχός μη συγγνωστός. Εφαρμόζοντας το άρθρο 386 ΠΚ, το δικαστήριο εξέτασε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των ψευδών παραστάσεων, της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής βλάβης 263.000 ευρώ, κρίνοντας ότι χωρίς τις ψευδείς παραστάσεις ο παθών δεν θα παρέδιδε τα χρήματα.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε εν μέρει δεκτή διότι το Εφετείο Λάρισας προχώρησε στη μετατροπή της ποινής φυλάκισης τεσσάρων ετών σε χρηματική, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής κατ' άρθρα 99 και 100 του προϊσχύσαντος ΠΚ (που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 465 και 2 ΠΚ), παρόλο που η επιβληθείσα ποινή δεν υπερέβαινε τα πέντε έτη και ενέπιπτε στο άρθρο 100 του προϊσχύσαντος ΠΚ. Η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Θ ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά η αίτηση απορρίφθηκε διότι η απόφαση περιείχε επαρκή αιτιολογία για την ενοχή του κατηγορουμένου στην απάτη και για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2δ ΠΚ, ο οποίος προβλήθηκε αορίστως χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών.
Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμ. 52/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, μόνον ως προς την διάταξή της περί μετατροπής της ποινής του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 13/5/2024 αίτηση -δήλωση του Π. Π. του Σ., κατοίκου ... για αναίρεση της παραπάνω απόφασης.
269/2017
2017Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.1%
Δημοσιογράφος εργαζόμενη σε τηλεοπτικό σταθμό από το 1989, τον Μάρτιο 2007 παρέστησε σε πρώην μαθητή της, άνεργο, ότι μπορούσε να τον διορίσει μόνιμο υπάλληλο στο αθλητικό τμήμα του σταθμού, επικαλούμενη γνωριμίες και ύπαρξη είκοσι (20) κρατημένων θέσεων. Ο μηνυτής κατέβαλε στις 15.3.2007 ποσό 20.000 ευρώ και στις 28.3.2007 ποσό 10.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό της. Στις αρχές Μαΐου 2007, με αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα, παρέστησε ότι ο διορισμός ήταν προς υπογραφή και ζήτησε επιπλέον 20.000 ευρώ, απειλώντας ότι διαφορετικά θα έχανε και τα ήδη καταβληθέντα 30.000 ευρώ. Ο μηνυτής κατέβαλε και το ποσό αυτό. Συνολική ζημία 50.000 ευρώ. Η κατηγορουμένη δεν είχε δυνατότητα διορισμού. Στις 20.5.2008 αποδέχθηκε πέντε συναλλαγματικές συνολικού ποσού 57.000 ευρώ που δεν πληρώθηκαν. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής στις 2.9.2008. Η κατηγορουμένη ήταν άνεργη από τον Ιούνιο 2013.
Το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει ότι για τη στοιχειοθέτηση της απάτης απαιτούνται σκοπός παράνομου περιουσιακού οφέλους, εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη αληθινών, και βλάβη ξένης περιουσίας. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά του παρελθόντος ή παρόντος, όχι μελλοντικά. Όταν όμως οι υποσχέσεις συνοδεύονται από ψευδείς διαβεβαιώσεις γεγονότων του παρόντος ή παρελθόντος που δημιουργούν εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης, ενώ ο δράστης έχει πρόθεση να μην εκπληρώσει, θεμελιώνεται η απάτη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη παρέστησε ψευδώς ότι είχε γνωριμίες και δυνατότητα διορισμού λόγω της θέσης της ως δημοσιογράφου, αναφερόμενη σε 20 κρατημένες θέσεις, δηλαδή σε γεγονότα του παρόντος. Αποκόμισε παράνομα 50.000 ευρώ, ιδιαίτερα μεγάλη ζημία για άνεργο που δανείστηκε από γονείς και τρίτους. Η υπόσχεση διορισμού συνοδεύθηκε από ψευδείς παραστάσεις τρέχουσας κατάστασης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 82 ΠΚ για τη μετατροπή της ποινής, το δικαστήριο όφειλε να διαλάβει ειδικότερη αιτιολογία για το ύψος μετατροπής (10 ευρώ ημερησίως), λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση της καταδίκου, ιδίως το έγγραφο που απέδειξε ότι ήταν άνεργη από τον Ιούνιο 2013, το οποίο αναγνώσθηκε αλλά δεν προκύπτει ότι εκτιμήθηκε.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως προς την ενοχή διότι το Εφετείο διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεχόμενο ότι οι διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης περί δυνατότητας διορισμού, έστω και αν αφορούσαν μελλοντικό γεγονός, συνοδεύθηκαν από ψευδείς παραστάσεις γεγονότων του παρόντος (γνωριμίες, 20 κρατημένες θέσεις) που δημιούργησαν εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης, ενώ η πρόθεσή της ήταν να αποσπάσει το ποσό των 50.000 ευρώ. Η αίτηση έγινε μερικά δεκτή μόνο ως προς το ύψος μετατροπής της ποινής διότι το δικαστήριο δεν διέλαβε ειδικότερη αιτιολογία για τον καθορισμό του ποσού στα 10 ευρώ ημερησίως, παρότι προσκομίστηκε και αναγνώσθηκε έγγραφο που απέδειξε ότι η κατηγορουμένη ήταν άνεργη από τον Ιούνιο 2013, το οποίο όφειλε να λάβει υπόψη για την οικονομική της κατάσταση.
Αναιρεί μερικά την απόφαση 5736/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο ως προς τη διάταξη αυτής που αναφέρεται στο ύψος της μετατροπής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στην αναιρεσείουσα σε χρηματική. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την αίτηση για αναίρεση της πιο πάνω απόφασης.
954/2015
2015Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.0%
Καταδικάστηκε για αγορά-κατοχή ναρκωτικών ουσιών με σκοπό εμπορία (κακούργημα) από δράστη τοξικομανή και για παράνομη οπλοκατοχή. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και τριών μηνών και χρηματική ποινή 5.300 ευρώ. Υπήρχαν επιμέρους ποινές φυλάκισης έξι και τεσσάρων μηνών, που συγχωνεύθηκαν σε οκτώ μήνες, με αποτέλεσμα συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή τεσσάρων ετών και οκτώ μηνών. Δεν είχε προηγηθεί μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή.
Το άρθρο 82 § 4-5 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3904/2010, προβλέπει καταβολή της χρηματικής ποινής σε δόσεις και περαιτέρω μετατροπή της σε κοινωφελή εργασία κατόπιν συμφωνίας του καταδικασμένου. Η § 10 του ίδιου άρθρου αποκλείει τη μετατροπή για καταδίκες σε κακούργημα εμπορίας ναρκωτικών. Τα άρθρα 93 § 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ απαιτούν ειδική αιτιολογία, ενώ το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ και Η’ ΚΠΔ θεμελιώνουν λόγους αναίρεσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι καθορίστηκε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και οκτώ μηνών από ποινή-βάσης τεσσάρων ετών και τριών μηνών για εμπορία ναρκωτικών και οπλοκατοχή, με συγχώνευση επιμέρους ποινών έξι και τεσσάρων μηνών. Η περαιτέρω αντιμετώπιση ανέφερε κοινωφελή εργασία 1.000 ωρών σε τριετία, χωρίς να έχει προηγηθεί ρητή μετατροπή της φυλάκισης σε χρηματική ποινή ή διευκρίνιση τυχόν προγενέστερων μετατροπών. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι απουσιάζει η απαιτούμενη αιτιολογία για τη νόμιμη ακολουθία μετατροπών (στερητική → χρηματική → κοινωφελής εργασία) και ότι η ποινή-βάσης αφορά κακούργημα εμπορίας ναρκωτικών, όπου η μετατροπή αποκλείεται. Η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και η θετική υπέρβαση εξουσίας καθιστούν την απόφαση αναιρετέα.
Η απόφαση αναιρέθηκε διότι: (α) δεν αιτιολογήθηκε ειδικά η μετατροπή της συνολικής ποινής φυλάκισης σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, χωρίς να έχει προηγηθεί ρητή μετατροπή σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 82 §§ 4-5 ΠΚ, (β) δεν προσδιορίστηκε αν οι μερικότερες ποινές που συγχωνεύθηκαν είχαν μετατραπεί σε χρηματικές, και (γ) η ποινή-βάσης αφορούσε κακούργημα εμπορίας ναρκωτικών, για το οποίο η μετατροπή αποκλείεται κατά το άρθρο 82 § 10 ΠΚ. Συντρέχουν λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ (έλλειψη αιτιολογίας) και Η’ ΚΠΔ (θετική υπέρβαση εξουσίας).
Αναιρεί την απόφαση 239/2014 του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει η δικαστής που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
345/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.0%
Καταδικασθείς είχε συνολική ποινή φυλάκισης με εκτιτέα ποινή 10 ετών. Η ποινή είχε ήδη μετατραπεί σε χρηματική σύμφωνα με το άρθρο 82 § 1 ΠΚ. Το ζήτημα αφορούσε την περαιτέρω μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 82 § 5 ΠΚ.
Το άρθρο 504 § 1 ΚΠΔ προβλέπει ότι αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά ανέκλητων πρωτοβάθμιων ή οριστικών δευτεροβάθμιων αποφάσεων που κρίνουν τελειωτικά την κατηγορία ή παύουν ή κηρύσσουν απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Οι παρ. 2-3 του άρθρου 504 ΚΠΔ και ειδικές διατάξεις (άρθρα 371 § 3, 476 § 3, 501 § 1, 551 § 2, 565, 569 ΚΠΔ) απαριθμούν περιοριστικά άλλες περιπτώσεις. Το άρθρο 82 § 5 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3904/2010 και το άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ 1.3 του ν. 093/2012, ρυθμίζει την περαιτέρω μετατροπή ήδη μετατραπείσας σε χρηματική ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε απόρριψη αιτήματος για περαιτέρω μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ποινής φυλάκισης που είχε ήδη μετατραπεί σε χρηματική κατά το άρθρο 82 § 1 ΠΚ. Η ποινή αναφερόταν ως εκτιτέα 10 ετών, με επιμέρους καταδίκες σε έτη και μήνες, συγκεντρωθείσα ως συνολική ποινή. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι η απόφαση περί μετατροπής ή μη μετατροπής δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας και δεν εμπίπτει στις ρητά προβλεπόμενες περιπτώσεις του άρθρου 504 ΚΠΔ ούτε σε άλλη ειδική διάταξη που επιτρέπει αναίρεση. Κατά συνέπεια, βάσει του άρθρου 476 § 1 ΚΠΔ, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη διότι στρέφεται κατά απόφασης που αφορά αίτημα περαιτέρω μετατροπής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας (άρθρο 82 § 5 ΠΚ), η οποία δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας και δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις του άρθρου 504 ΚΠΔ. Περαιτέρω, μόνο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου παρέχεται δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά τέτοιας απόφασης (άρθρο 505 § 2 ΚΠΔ), γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
Απορρίπτει, την από 19-12-2014, αίτηση του Μ. Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 1564/2014, αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
57/2019
2019Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.0%
Καταδικασθείς για διακεκριμένη κλοπή από κοινού κατ' εξακολούθηση από περισσότερους δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που τελέστηκε σε διάφορες περιοχές κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 έως 30-4-2012. Επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών με την 59/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Η ποινή κάθειρξης δεν είχε μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Ο καταδικασθείς βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και αδυνατούσε να καταβάλει χρηματικό ποσό.
Το άρθρο 82 παρ. 1, 4, 5, 8 και 9 ΠΚ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4093/2012, ορίζει τη διαδικασία μετατροπής περιοριστικής της ελευθερίας ποινής. Η ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει διαφορετικά. Μετά τη μετατροπή σε χρηματική ποινή, αν ο καταδικασθείς δηλώσει αδυναμία καταβολής, το δικαστήριο μετατρέπει περαιτέρω τη χρηματική ποινή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών που είχε επιβληθεί στον καταδικασθέντα με την 59/2018 απόφαση δεν είχε μετατραπεί σε χρηματική ποινή, αφού από τη φύση της δεν ήταν επιτρεπτή η μετατροπή της. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 82 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι μόνον μετά την μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή επιτρέπεται η περαιτέρω μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, και όχι η απευθείας μετατροπή ποινής κάθειρξης σε κοινωφελή εργασία.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι το Τριμελές Εφετείο Λάρισας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 82 παρ. 4, 5, 8, 9 ΠΚ, μετατρέποντας την ποινή κάθειρξης των πέντε (5) ετών απευθείας σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Από την επισκόπηση της 59/2018 απόφασης προέκυψε ότι η ποινή κάθειρξης δεν είχε μετατραπεί σε χρηματική ποινή, αφού από τη φύση της δεν ήταν επιτρεπτή η μετατροπή της. Η μετατροπή σε κοινωφελή εργασία προϋποθέτει προηγούμενη μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή.
Αναιρεί την 122/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, με την οποία μετατράπηκε η ποινή κάθειρξης των πέντε (5) ετών, που επιβλήθηκε στον αιτούντα - κατηγορούμενο Ι. Τ. του Α., με την 59/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Απορρίπτει την από 8-5-2018 αίτηση του Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., για μετατροπή της ποινής κάθειρξης που του επιβλήθηκε με την 59/2018 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας.
1650/2019
2019Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.7%
Καταδικασθείς είχε επιβληθεί με τρεις διαφορετικές αμετάκλητες αποφάσεις (4001/2016 Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, 9376/2017 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και 1779/2018 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης) ποινές φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, ενός (1) έτους και ενός (1) έτους, οι οποίες είχαν μετατραπεί σε χρηματικές προς 5 ευρώ ημερησίως. Με συγχωνευτική απόφαση 2066/5.12.2018 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης καθορίστηκε συνολική ποινή τριάντα (30) μηνών φυλάκισης. Καταδικασθείς επικαλέστηκε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής του κατάστασης.
Το άρθρο 551 παρ. 1 ΚΠοινΔ ορίζει ότι όταν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ΠΚ για τη συρροή, ήτοι και του άρθρου 97 ΠΚ. Η εξουσία του δικαστηρίου που καθορίζει τη συνολική ποινή εξαντλείται στον καθορισμό αυτό με επιμέτρηση των ποινών κατά τα άρθρα 94 και 97 ΠΚ. Δεν προβλέπεται εξουσία για αναστολή, μετατροπή, δοσοποίηση ή μετατροπή σε κοινωφελή εργασία της συνολικής ποινής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την απόφαση 2066/5.12.2018 προέβη σε καθορισμό συνολικής ποινής 30 μηνών από επιμέτρηση ποινών 18 μηνών, 1 έτους και 1 έτους που είχαν επιβληθεί με τρεις διαφορετικές αποφάσεις. Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη 818/2019 απόφαση, το ίδιο δικαστήριο μετέτρεψε τη συνολική ποινή σε 600 ώρες κοινωφελούς εργασίας με προθεσμία δύο ετών. Εφαρμόζοντας την αρχή της αυτοτέλειας των επί μέρους ποινών, το δικαστήριο έκρινε ότι μόνο στη σύγχρονη συνεκδίκαση η απόφαση αποφαίνεται και περί μετατροπής. Όταν η επιμέτρηση γίνεται με μεταγενέστερη απόφαση, το δικαστήριο περιορίζεται στον καθορισμό της συνολικής ποινής, ενώ η μετατροπή ρυθμίζεται από την απόφαση που επέβαλε τις επί μέρους ποινές.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης υπερέβη την εξουσία του όταν μετέτρεψε τη συνολική ποινή των 30 μηνών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας 600 ωρών. Η εξουσία του δικαστηρίου που καθορίζει συνολική ποινή εξαντλείται στον καθορισμό αυτό και δεν προβλέπεται από το νόμο εξουσία για μετατροπή της συνολικής ποινής σε κοινωφελή εργασία. Σε περίπτωση καθορισμού συνολικής ποινής, το δικαστήριο περιορίζεται μόνο στη συγχώνευση και δεν ασχολείται με περαιτέρω θέματα μετατροπής, λόγω της αρχής της αυτοτέλειας των ήδη επιβληθεισών επί μέρους ποινών. Το αίτημα του καταδικασθέντος περί μετατροπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 818/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει το αίτημα του Θ. Κ. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, περί μετατροπής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας της συνολικής ποινής φυλάκισης των 30 μηνών, που επιμετρήθηκε με την υπ' αριθμ. 2066/5.12.2018 συγχωνευτική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
1454/2013
2013Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.7%
Καταδικάστηκε πρόσωπο σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών. Στο ποινικό μητρώο του δεν υπήρχαν καταχωρημένες προηγούμενες καταδίκες, δηλαδή μηδενικό ποινικό μητρώο. Παρά ταύτα, αναφέρθηκε ότι είχε περιοριστικές της ελευθερίας ποινές που υπερέβαιναν συνολικά το ένα έτος. Ορίστηκε ποσό μετατροπής της ποινής σε χρηματική στα 10 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Το άρθρο 82 § 1-3 ΠΚ καθορίζει ότι ποινές φυλάκισης μέχρι ορισμένα όρια μπορούν να μετατραπούν σε χρηματική, με κριτήρια πρόληψης νέων αδικημάτων και ειδική αιτιολογία όπου απαιτείται. Το άρθρο 100 § 1 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 99 § 1 ΠΚ, επιβάλλει αυτεπάγγελτο έλεγχο και ειδική αιτιολόγηση για την αναστολή εκτέλεσης της ποινής όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις, ιδίως σε περιπτώσεις χωρίς προηγούμενες καταδίκες άνω του ορίου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, καθορίστηκε μετατροπή σε χρηματική με 10 ευρώ ανά ημέρα, και ότι το ποινικό μητρώο του καταδικασθέντος ήταν μηδενικό. Παράλληλα, καταγράφηκε αντίφαση: μνεία για προηγούμενες ποινές άνω του ενός έτους, ενώ το μητρώο δεν περιείχε καταδίκες. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 82, 99 και 100 ΠΚ, έκρινε ότι πριν από τη μετατροπή έπρεπε να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως η αναστολή και να αιτιολογηθεί ειδικά τυχόν αποκλεισμός της. Η αντίφαση ως προς την ποινική κατάσταση και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για τον αποκλεισμό της αναστολής καθιστούν πλημμελή τη διάταξη περί μετατροπής.
Η διάταξη περί μετατροπής αναιρέθηκε διότι η ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών μετατράπηκε σε χρηματική (10 ευρώ/ημέρα) χωρίς ειδικά αιτιολογημένη κρίση για τον αποκλεισμό της αναστολής κατά τα άρθρα 99 και 100 ΠΚ. Επιπλέον, η αιτιολογία περιείχε αντίφαση ως προς την ποινική κατάσταση: αναφορά σε προηγούμενες ποινές άνω του ενός έτους, ενώ το ποινικό μητρώο ήταν μηδενικό. Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επέβαλε την εν μέρει αναίρεση και παραπομπή.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 2402/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και μόνον ως προς τη διάταξη της, για μετατροπή της ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά, την από 14-5-2013, αίτηση του Α. Π. του Κ. κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αρ.2402/2013, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
1224/2023
2023Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.7%
Ποινή φυλάκισης διάρκειας 12 μηνών για πράξη ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα. Προϋπήρχαν αμετάκλητες καταδίκες με συνολικό χρόνο ποινών που υπερέβαινε το ένα έτος. Ως βάση χρηματικής ισοδυναμίας χρησιμοποιήθηκε ποσό 5 ευρώ ανά ημέρα. Το πραγματικό σχετιζόταν με επεισόδιο σε πολυκατοικία, πτώση μοτοσικλέτας σε σταθμευμένο όχημα, σωματικές κακώσεις σε πρόσωπο και ήπιες φθορές, επιβεβαιωμένα από ιατροδικαστική έκθεση και φωτογραφικό υλικό.
Το άρθρο 99 § 1 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την 1.7.2019, θεσπίζει ότι για φυλάκιση έως τρία έτη η αναστολή εκτέλεσης διατάσσεται, εκτός αν ειδικά αιτιολογηθεί ότι η εκτέλεση είναι απολύτως αναγκαία. Το άρθρο 2 § 1 ΠΚ επιβάλλει την εφαρμογή της ευμενέστερης διάταξης, ενώ το άρθρο 82 ΠΚ ρυθμίζει τη μετατροπή. Το άρθρο 465 ΠΚ δεν αποκλείει την κατίσχυση της αρχής lex mitior από συνταγματικές και διεθνείς διατάξεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Υπήρχαν προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες με συνολική διάρκεια ποινών άνω του ενός έτους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικαλούμενο το άρθρο 82 ΠΚ, προσδιόρισε ποσό μετατροπής 5 ευρώ/ημέρα και αρνήθηκε την αναστολή λόγω των προηγούμενων καταδικών. Εφαρμόζοντας την αρχή της επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 2 § 1 ΠΚ και το άρθρο 99 § 1 ΠΚ (μετά το 2019), έκρινε ότι η αναστολή έπρεπε να εξεταστεί ανεξάρτητα από προγενέστερες καταδίκες και να αιτιολογηθεί ειδικά τυχόν απόρριψή της· η απευθείας μετατροπή με μόνο κριτήριο τις προηγούμενες καταδίκες συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Η μερική αναίρεση επελέγη διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρνήθηκε την αναστολή και προέβη σε μετατροπή της ποινής (12 μήνες) σε 5 ευρώ/ημέρα, στηριζόμενο σε προγενέστερες καταδίκες συνολικά άνω του έτους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα το άρθρο 99 ΠΚ. Κατά το άρθρο 2 § 1 ΠΚ, έπρεπε να εφαρμοστεί η ευμενέστερη εκδοχή του άρθρου 99 ΠΚ (μετά το 2019), που αποσυνδέει την αναστολή από την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών και απαιτεί ειδική αιτιολογία για τη μη χορήγησή της. Επομένως, η μη χορήγηση αναστολής και η άμεση μετατροπή συνιστούν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επιβάλλοντας παραπομπή για νέα κρίση μόνο ως προς τα ζητήματα αναστολής και μετατροπής.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 2745/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, μόνο ως προς τη διάταξή της περί μη χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής φυλάκισης των δώδεκα (12) μηνών και περί μετατροπής αυτής. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 6.3.2023 αίτηση του Σ. Γ. του Α., κατοίκου ... , οδός ... για αναίρεση της παραπάνω απόφασης.
300/2021
2021Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.5%
Καταδικασθείσα σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο. Φυλακίστηκε από 29-7-2020. Υπόλοιπο προς έκτιση ποινής 3 ετών 7 μηνών και 7 ημερών. Με την καταδικαστική απόφαση είχαν απορριφθεί με ειδική αιτιολογία αιτήματα μετατροπής της ποινής σε χρηματική ή αναστολής αυτής υπό όρους.
Το άρθρο 105Α του Π.Κ. (Ν.4619/2019) προβλέπει τη δυνατότητα μετατροπής ποινής φυλάκισης έως πέντε ετών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, αφού εκτιθεί το ένα δέκατο αυτής. Το άρθρο 98 § 1 Ν.4623/2019 αναστέλλει την ισχύ των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που προβλέπουν παροχή κοινωφελούς εργασίας είτε ως κύρια ποινή είτε ως μετατροπή. Η αναστολή επιβλήθηκε για καλύτερη προετοιμασία των διαδικασιών και διαβούλευση με αρμόδιους φορείς. Εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η καταδικασθείσα είχε καταδικαστεί σε ποινή τεσσάρων (4) ετών και φυλακίστηκε από 29-7-2020. Το υπόλοιπο προς έκτιση ποινής ανερχόταν σε 3 έτη 7 μήνες και 7 ημέρες. Η αίτηση μετατροπής στηριζόταν στο άρθρο 105Α Π.Κ. Εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 98 Ν.4623/2019, το δικαστήριο έκρινε ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την αναστολή των διατάξεων παροχής κοινωφελούς εργασίας, η οποία ουδεμία εξαίρεση προβλέπει, και εσφαλμένα έκρινε ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 105Α Π.Κ., η ισχύς του οποίου είναι σε αναστολή.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 98 Ν.4623/2019 περί αναστολής των διατάξεων παροχής κοινωφελούς εργασίας, η οποία ουδεμία εξαίρεση προβλέπει, ενώ παράλληλα εσφαλμένα έκρινε ότι τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 105Α Π.Κ., η ισχύς της οποίας είναι σε αναστολή. Επιπλέον, η αίτηση δεν μπορούσε να εκτιμηθεί ως αίτηση μετατροπής σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 82 του προϊσχύσαντος ΠΚ, καθόσον το Εφετείο είχε ήδη εξαντλήσει τη δικαιοδοσία του απορρίπτοντας με ειδική αιτιολογία τα αιτήματα μετατροπής της ποινής των τεσσάρων (4) ετών σε χρηματική ή αναστολής αυτής.
Αναιρεί την υπ' αρ. 587/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Απορρίπτει την με αρ. πρωτ. 3853/21.12.2020 αίτηση της καταδίκου Ζ. Σ. του Δ. περί μετατροπής του υπολοίπου της επιβληθείσης σ' αυτήν, με την υπ' αρ. 276/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, ποινής των τεσσάρων (4) ετών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας
143/2021
2021Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.5%
Καταδικασθείς σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή με καθορισμό ποσού μετατροπής πέντε ευρώ ημερησίως για κάθε ημέρα φυλάκισης. Χορηγήθηκε δυνατότητα καταβολής σε 36 ισόποσες μηνιαίες δόσεις εντός τριετίας από 1.7.2019, με όρο ότι σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης η καταδικαστική απόφαση θα καθίστατο άμεσα εκτελεστή. Καταδικασθείς κατέβαλε πέντε δόσεις μέχρι 29.1.2020 και έκτοτε δεν ήταν συνεπής, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί στο κατάστημα κράτησης Ναυπλίου.
Το άρθρο 80 παρ. 4 και 5 ΠΚ προβλέπει ότι αν ο καταδικασθείς αδυνατεί να καταβάλει τη χρηματική ποινή λόγω ουσιώδους αλλαγής των όρων της προσωπικής και οικονομικής του κατάστασης, μπορεί να ζητήσει διεύρυνση προθεσμίας, μείωση ημερήσιας μονάδας ή αντικατάσταση της χρηματικής ποινής από προσφορά κοινωφελούς εργασίας. Κάθε αίτημα μπορεί να υποβληθεί μία μόνο φορά. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο καταδικασθείς είχε λάβει μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή με δυνατότητα καταβολής σε 36 δόσεις, κατέβαλε πέντε δόσεις μέχρι 29.1.2020, και έκτοτε δεν κατέβαλε άλλη δόση, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 80 παρ. 4 και 5 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν τίθεται θέμα συναρτήσεως της ικανοποιήσεως των προβλεπόμενων αιτημάτων με το αν έχει καταστεί εκτελεστή η καταδικαστική απόφαση, καθώς η φυλάκιση δεν αναιρεί την αποφασισθείσα μετατροπή.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Πενταμελές Εφετείο Αναστολών Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 80 παρ. 4 και 5 ΠΚ, αποδίδοντάς τους έννοια διαφορετική από αυτήν που πραγματικά έχουν. Από τις διατάξεις αυτές δεν τίθεται θέμα συναρτήσεως της ικανοποιήσεως των προβλεπόμενων αιτημάτων με το αν έχει καταστεί εκτελεστή η καταδικαστική απόφαση. Η φυλάκιση του καταδικασθέντος λόγω μη συνέχισης καταβολής των δόσεων δεν αναιρεί την αποφασισθείσα μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή, με συνέπεια να διατηρεί το νόμιμο δικαίωμά του να ζητήσει μετατροπή του υπολοίπου της ποινής σε προσφορά κοινωφελούς εργασίας. Περαιτέρω, το δικαστήριο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, καθώς παρέλειψε να αποφασίσει επί της ουσίας της αίτησης, για την οποία υποχρεούτο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Αναιρεί την υπ' αριθμό 797α/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αναστολών Αθηνών Παραπέμπει την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση.
973/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.3%
Κατηγορούμενος σε πλημμεληματικές πράξεις ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης. Η ποινική έκθεση αφορούσε ποινή φυλάκισης διάρκειας 20 μηνών (κάτω του ορίου των τριών ετών). Η χρηματική αντιστοίχηση της μετατροπής προσδιορίστηκε σε 5 ευρώ ημερησίως. Δεν προσδιορίστηκαν συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία που να καθιστούν απολύτως αναγκαία την εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ ούτε μνημονεύθηκαν στοιχεία από το δελτίο ποινικού μητρώου σχετικά με προηγούμενες καταδίκες άνω του ενός έτους.
Το άρθρο 99 § 1 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 ν. 3904/2010, επιβάλλει στο δικαστήριο να διατάσσει αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, εφόσον ο καταδικασθείς δεν έχει αμετάκλητες καταδίκες σε ποινή άνω του ενός έτους, εκτός αν, με ειδικά μνημονευόμενα στοιχεία, κριθεί απολύτως αναγκαία η εκτέλεση ή η μετατροπή κατά το άρθρο 82 ΠΚ. Η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως (άρθρο 510 § 1 δ’ ΚΠοινΔ) και αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 § 1 η’ ΚΠοινΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 20 μηνών, μετατρεπόμενη σε χρηματική ποινή με 5 ευρώ ημερησίως. Η απόφαση ανέφερε γενικά την επάρκεια της χρηματικής ποινής για αποτροπή νέων πράξεων, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία, ούτε αναφορές στο δελτίο ποινικού μητρώου που να αποκλείουν την αναστολή. Εφαρμόζοντας το άρθρο 99 § 1 ΠΚ και τους κανόνες αιτιολογίας του άρθρου 510 ΚΠοινΔ, έκρινε ότι η μη εξέταση αυτεπαγγέλτως των προϋποθέσεων αναστολής και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για την αποστέρηση της αναστολής, πριν από τη μετατροπή, συνιστούν πλημμέλεια και υπέρβαση εξουσίας, οδηγώντας σε μερική αναίρεση και παραπομπή.
Η απόφαση μετατρέπει ποινή φυλάκισης 20 μηνών (κάτω των τριών ετών) σε χρηματική χωρίς προηγούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη μη χορήγηση αναστολής κατά το άρθρο 99 § 1 ΠΚ και χωρίς μνεία πραγματικών στοιχείων (ιδίως δεδομένων από το ποινικό μητρώο) που να καθιστούν απολύτως αναγκαία την εκτέλεση/μετατροπή κατά το άρθρο 82 ΠΚ. Η έλλειψη αυτής της αιτιολογίας θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 δ’ ΚΠοινΔ και αρνητική υπέρβαση εξουσίας κατά το άρθρο 510 § 1 η’ ΚΠοινΔ, δικαιολογώντας τη μερική αναίρεση και την παραπομπή για νέα κρίση επί της αναστολής.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. 59/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και δη ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της συνολικής ποινής φυλακίσεως των είκοσι (20) μηνών που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους από 30.4/2.5.2013 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
1046/2024
2024Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.3%
Εργοδότης δεν κατέβαλε δεδουλευμένες αποδοχές κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουάριος–Ιούλιος 2016. Η πράξη τελέστηκε πριν την 1-7-2019. Ο κατηγορούμενος δεν είχε λευκό ποινικό μητρώο και είχε προηγούμενες καταδίκες με συνολικές στερητικές της ελευθερίας ποινές άνω των 15 ετών για το ίδιο αδίκημα. Υπήρχαν στοιχεία για την προσωπική και οικονομική του κατάσταση (εισοδήματα από εργασία, περιουσία, οικογενειακές υποχρεώσεις) που συνεκτιμήθηκαν για τον προσδιορισμό της χρηματικής επιβάρυνσης ανά ημέρα σε περίπτωση μετατροπής.
Το άρθρο 99 § 1 ΠΚ προβλέπει ότι για ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη το δικαστήριο εξετάζει την αναστολή και αιτιολογεί ειδικώς την τυχόν άρνηση. Κατά το άρθρο 2 § 1 ΠΚ ισχύει η ευμενέστερη διάταξη (lex mitior), ενώ το άρθρο 465 ΠΚ δεν αποκλείει την εφαρμογή ευμενέστερων ρυθμίσεων λόγω συνταγματικών και διεθνών κανόνων (άρθρα 4, 7 Σ, άρθρο 15 §1 ΔΣΑΠΔ, άρθρο 7 §1 ΕΣΔΑ). Το άρθρο 82 §1 ΠΚ (προϊσχύσαν) επιτρέπει μετατροπή της ποινής υπό προϋποθέσεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πράξη τελέστηκε Φεβρουάριο–Ιούλιο 2016, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, και ο κατηγορούμενος είχε προηγούμενες καταδίκες με συνολικές ποινές άνω των 15 ετών για το ίδιο αδίκημα, χωρίς λευκό μητρώο. Ελήφθησαν υπόψη τα εισοδήματα, η περιουσία και οι οικογενειακές υποχρεώσεις για τον καθορισμό της ημερήσιας αναλογίας σε περίπτωση μετατροπής. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως την αναστολή του άρθρου 99 ΠΚ και, λόγω βεβαρημένου μητρώου και επανειλημμένης δράσης, έκρινε αναγκαία την εκτέλεση της ποινής. Κατόπιν, ως ευμενέστερες για πράξη προ της 1-7-2019, εφάρμοσε τις προϊσχύσασες ρυθμίσεις των άρθρων 99 και 82 ΠΚ για μετατροπή της ποινής σε χρηματική.
Απορρίφθηκε ο λόγος αναίρεσης διότι το δικαστήριο της ουσίας αιτιολόγησε ειδικώς τη μη χορήγηση αναστολής βάσει του άρθρου 99 ΠΚ, λαμβάνοντας υπόψη την επανειλημμένη τέλεση του ίδιου αδικήματος και το ποινικό μητρώο με συνολικές ποινές άνω των 15 ετών, οπότε η εκτέλεση κρίθηκε απολύτως αναγκαία για αποτροπή νέων πράξεων. Στη συνέχεια ορθά εφαρμόστηκαν, ως ευμενέστερες κατά το άρθρο 2 § 1 ΠΚ, οι προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 99 και 82 ΠΚ για μετατροπή της ποινής, δεδομένου ότι η πράξη τελέστηκε πριν την 1-7-2019, ανεξαρτήτως του άρθρου 465 ΠΚ. Επομένως δεν υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου και η αναίρεση απορρίφθηκε, με επιβολή εξόδων 250 ευρώ.
Απορρίπτει την από 14-2-2022 αίτηση του Θ. Κ. του Λ. κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 334/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
979/2025
2025Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.2%
Κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο την 1-11-2018. Δεν είχε καταβάλει βεβαιωμένες οφειλές στη φορολογική διοίκηση (τελωνείο) ύψους 40.841.089 ευρώ, ούτε είχε προβεί σε ρύθμιση αυτών. Διατηρούσε την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου εισαγωγικής εταιρείας εμπορίας καπνικών και οινοπνευματωδών προϊόντων. Είχε ήδη καταδικαστεί αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 7/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας σε ποινή φυλάκισης 2 ετών για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο.
Το άρθρο 99 § 1 ΠΚ σε διάφορες εκδοχές του (προϊσχύσαντος, ν. 4619/2019, ν. 4855/2021, ν. 5090/2024) ρυθμίζει την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, ενώ το άρθρο 82 παρ. 1 εδ. γ' ΠΚ προβλέπει τη μετατροπή περιοριστικής της ελευθερίας ποινής μεγαλύτερης από δύο έτη και μέχρι πέντε σε χρηματική ποινή. Επί επιβολής ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών ετών, το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει την αναστολή ή τη μετατροπή και μόνο αν τις απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απόρριψη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε καταβάλει οφειλές ύψους 40.841.089 ευρώ, συνέχιζε να διατηρεί την ιδιότητα προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας και είχε προηγούμενη καταδίκη σε φυλάκιση 2 ετών για παρόμοιο αδίκημα. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί αναστολής, το δικαστήριο απέρριψε την αναστολή εκτέλεσης της ποινής, αλλά παρέλειψε να εξετάσει και να κρίνει επί της μετατροπής ή μη της ποινής φυλάκισης σε χρηματική, παρά την υποχρέωσή του.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι το δικαστήριο δεν περιέλαβε την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη μη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, καθόσον δεν ανέφερε κατά ποιο τρόπο η μη μετατροπή της ποινής σε χρηματική επιβάλλεται προκειμένου να αποτραπεί ο κατηγορούμενος από την τέλεση νέων πράξεων. Επιπλέον, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του παραλείποντας να διαλάβει κρίση επί της μετατροπής ή μη της ποινής φυλάκισης των τριών ετών που επέβαλε χωρίς αναστολή στον κατηγορούμενο.
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 1268/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας ως προς το σκέλος της, της μετατροπής ή μη της στερητικής της ελευθερίας ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών σε χρηματική που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Α. Φ. του Ε.. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
1233/2022
2022Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.1%
Κατάδικος είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών με την υπ' αριθ. 6240/2019 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους με την υπ' αρ. 4820/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου για διαφορετικά εγκλήματα τελεσθέντα πριν την 1/7/2019. Με την υπ' αριθ. 2183/2020 συγχωνευτική απόφαση του Β' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καθορίστηκε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τριών (23) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως με δοσοποίηση σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2021.
Το άρθρο 551 παρ. 1 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 94 και 97 ΠΚ προβλέπουν ότι όταν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή. Η εξουσία του δικαστηρίου που καθορίζει τη συνολική ποινή εξαντλείται στον καθορισμό αυτό και δεν προβλέπεται εξουσία για μετατροπή της συνολικής ποινής σε κοινωφελή εργασία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι με την υπ' αριθ. 2183/2020 απόφαση είχε ήδη καθοριστεί συνολική ποινή είκοσι τριών (23) μηνών, η οποία είχε μετατραπεί σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως με δοσοποίηση σε τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις. Η εξουσία του δικαστηρίου της συγχωνεύσεως είχε εξαντληθεί με την προηγηθείσα απόφαση. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ), το δικαστήριο έκρινε ότι η μετατροπή της συνολικής ποινής σε κοινωφελή εργασία με μεταγενέστερη απόφαση υπερβαίνει την εξουσία του δικαστηρίου, καθώς μόνον στην περίπτωση συνεκδίκασης η καθορίζουσα τη συνολική ποινή απόφαση αποφαίνεται και περί μετατροπής.
Η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών έγινε δεκτή διότι το Γ' Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών υπερέβη την εξουσία του όταν μετέτρεψε τη συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τριών (23) μηνών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας τετρακοσίων πενήντα (450) ωρών. Η εξουσία του δικαστηρίου της συγχωνεύσεως είχε εξαντληθεί με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 2183/2020 απόφαση που καθόρισε τη συνολική ποινή και τη μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επανέλθει και να μετατρέψει περαιτέρω τη συνολική ποινή, καθώς δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση επί συνεκδίκασης πλειόνων συρρεόντων εγκλημάτων.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 403/14-5-21 απόφαση του Γ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Απορρίπτει την από 7-5-2021 αίτηση του Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ... περί μετατροπής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας της συνολικής ποινής φυλάκισης των είκοσι τριών (23) μηνών, που του επιμετρήθηκε με την υπ' αριθμ. 2183/2020 συγχωνευτική απόφαση του Β' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
64/2023
2023Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.0%
Κατηγορούμενος, σχεδόν 65 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο στην Ελλάδα. Μετά από τροχαίο ατύχημα που επέφερε θάνατο οδηγού δίκυκλης μοτοσικλέτας από αμέλεια, ο κατηγορούμενος άρχισε να κλωτσάει τα συντρίμμια της μοτοσικλέτας προς τα δεξιά για να δημιουργήσει εντύπωση ότι υπαίτιος ήταν ο θανών. Ισχυριζόταν ότι η μοτοσικλέτα έπεσε επάνω στο αυτοκίνητό του. Στην Καναδά, ο κατηγορούμενος είχε συμμετάσχει σε φιλανθρωπικές δραστηριότητες δωρίζοντας τη χρήση βίλας του στην Ελλάδα σε δημοπρασία και συνεισφέροντας ελαιόλαδο δικής του παραγωγής.
Το άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει αναστολή εκτελέσεως ποινής μέχρι τριών ετών, εκτός αν η εκτέλεση κρίνεται απολύτως αναγκαία για την αποτροπή νέων αξιοποίνων πράξεων. Το άρθρο 82 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει μετατροπή ποινής 2-5 ετών σε χρηματική, εκτός αν απαιτείται η μη μετατροπή για την αποτροπή νέων εγκλημάτων. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος μετά το ατύχημα επέδειξε απαράδεκτη συμπεριφορά κλωτσώντας συντρίμμια για να συσκοτίσει τις συνθήκες, φανερώνοντας αδιαφορία για το θάνατο που επέφερε. Ωστόσο, στα 65 του έτη είχε λευκό ποινικό μητρώο και το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια. Εφαρμόζοντας το άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ, το δικαστήριο κρίνοντας τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου αιτιολόγησε ειδικώς γιατί η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή νέων πράξεων. Όμως ως προς τη μετατροπή δεν αιτιολόγησε κατά ποιο τρόπο η μη μετατροπή είναι αναγκαία και πρόσφορη για την αποτροπή, παρά το λευκό μητρώο και την αμελή μορφή του αδικήματος.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως προς τη μη αναστολή της ποινής διότι το Εφετείο αιτιολόγησε ειδικώς ότι η προσωπικότητα του κατηγορουμένου, οι ειδικότερες συνθήκες του ατυχήματος και η προσπάθεια συσκότισης των ερευνών καθιστούν την εκτέλεση της ποινής απολύτως αναγκαία για την αποτροπή νέων αξιοποίνων πράξεων. Ωστόσο, η αίτηση έγινε δεκτή ως προς τη μη μετατροπή της ποινής σε χρηματική διότι το Εφετείο παρέλειψε να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέροντας κατά ποιο τρόπο η μη μετατροπή είναι αναγκαία και πρόσφορη για την αποτροπή νέων εγκλημάτων, ιδίως όταν ο καταδικασθείς στα 65 του έτη έχει λευκό ποινικό μητρώο και το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια.
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 31/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου κατά το μέρος που αφορά την μη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής φυλάκισης των τεσσάρων(4) ετών σε χρηματική . ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά λοιπά την με αριθμό έκθεσης 8 από 28/03/2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Κ. Κ. (K. K.) του Γ. και της Α., ... υπηκόου, κατοίκου ... ... και με διαμονή στην Ελλάδα στο ... ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
646/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.9%
Αποδίδονται στον κατηγορούμενο πράξεις ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης. Η έγκληση για τη συκοφαντική δυσφήμηση υποβλήθηκε εκπρόθεσμα. Η ποινική κύρωση αφορά φυλάκιση ενός έτους για κάθε πράξη ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας, με συνολικό χρόνο 1 έτος και 4 μήνες. Προβλέφθηκε χρηματική αντιστάθμιση με ημερήσιο προσδιορισμό 5 ευρώ κατά τη μετατροπή.
Το άρθρο 99 § 1 ΠΚ επιβάλλει, για ποινές φυλάκισης έως τρία έτη, αυτεπάγγελτο έλεγχο των προϋποθέσεων αναστολής και ειδική αιτιολογία σε περίπτωση άρνησης· η μετατροπή κατά το άρθρο 82 ΠΚ επιτρέπεται μόνον αφού κριθεί και αιτιολογηθεί η μη αναστολή. Η παράλειψη συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει λόγο αναιρέσεως (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε ορισθεί φυλάκιση ενός έτους για κάθε πράξη και συνολικά 1 έτος και 4 μήνες, με μετατροπή σε χρηματική ποινή 5 ευρώ ημερησίως. Η αιτιολογία περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι η χρηματική ποινή επαρκεί για την αποτροπή νέων πράξεων, παραπέμποντας στο άρθρο 82 ΠΚ, χωρίς ειδικά πραγματικά δεδομένα που να αποκλείουν την αναστολή ούτε αναφορά στο ποινικό μητρώο. Εφαρμόζοντας το άρθρο 99 § 1 ΠΚ, έκρινε ότι, λόγω της ποινής κάτω των τριών ετών, απαιτείται προηγούμενη εξέταση και ειδική αιτιολόγηση για μη χορήγηση αναστολής. Εφόσον έγινε μετατροπή χωρίς τέτοια αιτιολόγηση, υφίσταται πλημμέλεια (άρθρα 510 § 1 στοιχ. Δ’ και Η’ ΚΠΔ), οδηγώντας σε μερική αναίρεση ως προς τη μετατροπή και παραπομπή για νέα κρίση.
Απορρίφθηκε ο λόγος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος διότι η προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε δεκτή μόνο για τη συκοφαντική δυσφήμηση και, κατά την αρχή «τόσο μεταβιβάζεται όσο προσβάλλεται», δεν υφίστατο υποχρέωση ολικής εισαγωγής στο συμβούλιο για τις μη προσβληθείσες πράξεις (ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία). Εγινε δεκτός ο λόγος για την αναστολή/μετατροπή: επιβλήθηκε φυλάκιση 1 έτους ανά πράξη, συνολικά 1 έτος και 4 μήνες, και ορίστηκε μετατροπή σε 5 ευρώ ημερησίως χωρίς προηγούμενη, ειδική αιτιολόγηση άρνησης αναστολής κατά το άρθρο 99 ΠΚ και χωρίς μνεία πραγματικών στοιχείων (ιδίως ποινικό μητρώο). Η παράλειψη συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ανεπαρκή αιτιολογία, οδηγώντας σε μερική αναίρεση μόνο ως προς τη μετατροπή.
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 4230/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και δη μόνο ως προς τη διάταξη της περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως στον αναιρεσείοντα Ι. Μ. του Ε. σε χρηματική. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 17-9-2014 και με αριθμ. πρωτ. 6031/18-9-2014 αίτηση του Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4230/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
840/2015
2015Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.9%
Καταδικασθείς είχε πολλαπλές ποινές: συνολική φυλάκιση 36 μηνών (με μερική έκτιση και υπόλοιπο μετατραπέν σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως, με προθεσμίες καταβολής, και στη συνέχεια σε παροχή κοινωφελούς εργασίας), φυλάκιση 10 μηνών (με μετατροπή σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως και έπειτα σε κοινωφελή εργασία), σειρά ποινών φυλάκισης 6 μηνών (πολλαπλές υποθέσεις) που μετατράπηκαν σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, μία ποινή φυλάκισης 6 μηνών με αρχική αναστολή που ανακλήθηκε και μετατράπηκε σε χρηματική και κατόπιν σε κοινωφελή εργασία, καθώς και φυλάκιση 30 ημερών μετατραπείσα σε κοινωφελή εργασία. Υπήρχε και χρηματική ποινή 600 ευρώ. Οι μετατροπές δημιούργησαν εκτελεστέες υποχρεώσεις παροχής συγκεκριμένου αριθμού ωρών κοινωφελούς εργασίας εντός καθορισμένων προθεσμιών.
Το άρθρο 94 § 1 ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 551 §§ 1-3 ΚΠΔ και 82 §§ 4, 5, 9 ΠΚ, προβλέπει ότι όταν συντρέχουν πολλές αμετάκλητες καταδίκες για διαφορετικά εγκλήματα, καθορίζεται συνολική ποινή σύμφωνα με τους κανόνες συρροής, λαμβάνοντας ως βάση την βαρύτερη. Η ποινή που μετατράπηκε σε χρηματική ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας διατηρεί τον χαρακτήρα της ως στερητική της ελευθερίας. Κατά του καθορισμού συνολικής ποινής χωρεί αναίρεση για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου (άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε ΚΠΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υφίστανται πολλαπλές ποινές: 36 μήνες (με μερική έκτιση, υπόλοιπο μετατροπής προς 5 €/ημέρα και κατόπιν κοινωφελής εργασία), 10 μήνες (μετατροπή προς 10 €/ημέρα και κοινωφελής εργασία), πολλές ποινές των 6 μηνών, μία 6μηνη με αρχική αναστολή που ανακλήθηκε και μετατράπηκε, και μία των 30 ημερών, όλες καταλήγοντας σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, καθώς και χρηματική ποινή 600 €. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι οι μετατραπείσες ποινές εξακολουθούν να είναι στερητικές της ελευθερίας και συνεπώς υπόκεινται σε συγχώνευση για καθορισμό συνολικής ποινής. Η άρνηση καθορισμού συνολικής ποινής με επίκληση πρακτικής αδυναμίας εκτέλεσης ωρών κοινωφελούς εργασίας αποτελεί εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 82 ΠΚ, 94 ΠΚ και 551 ΚΠΔ.
Η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 82 §§ 4, 5, 7, 9 ΠΚ, 94 § 1 ΠΚ και 551 ΚΠΔ, θεωρώντας μη νοητή τη συγχώνευση ποινών που είχαν μετατραπεί σε χρηματική ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω προκύπτει ότι οι μετατραπείσες ποινές διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως στερητικές της ελευθερίας και επιτρέπουν τον καθορισμό συνολικής ποινής. Η αντίθετη κρίση συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθιστώντας βάσιμο τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ και οδηγώντας σε αναίρεση και παραπομπή.
Αναιρεί την υπ’ αρίθμ.22997/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από αυτόν που δίκασε προηγουμένως.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →