Τόκοι ρύθμισης ν.3869/2010 διάσωσης κύριας κατοικίας μετά ΟλΑΠ 6/2026: επιτόκιο άρθρου 9 παρ.2 υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης όχι επί του κεφαλαίου, ερμηνεία ασαφούς διατακτικού

Κύρια Νομική Θέση

Με βάση την ΑΠ 6/2026, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, όταν το διατακτικό της απόφασης ρύθμισης για διάσωση κύριας κατοικίας ορίζει έντοκες μηνιαίες καταβολές με το επιτόκιο που προβλέπει η διάταξη, ο τόκος υπολογίζεται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνόλου του κεφαλαίου της οφειλής. Αν το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο, ο υπολογισμός γίνεται χωριστά για κάθε μήνα καταβολής της αντίστοιχης δόσης, ενώ αν είναι σταθερό, εφαρμόζεται επί της δόσης για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.

Ως προς τα ειδικότερα ερωτήματά σας για ήδη καταβεβλημένες δόσεις, επανυπολογισμό υπολοίπου και δέσμευση εκκρεμών υποθέσεων, το διαθέσιμο υλικό καλύπτει με ασφάλεια το βασικό ερμηνευτικό αποτέλεσμα και τη δεσμευτικότητα στο πλαίσιο του άρθρου 20Α ΚΠολΔ, αλλά δεν περιέχει ειδική απόφαση που να ρυθμίζει αναλυτικά λογιστικό μηχανισμό εκκαθάρισης αναδρομικών διαφορών πέραν της ερμηνείας του διατακτικού.


1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΠολΔ Άρθρο 20Α
Ρυθμίζει την εισαγωγή νέου δυσχερούς ερμηνευτικού νομικού ζητήματος γενικότερου ενδιαφέροντος στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, είτε μετά από αίτημα διαδίκου είτε μετά από προδικαστικό ερώτημα του δικαστηρίου της ουσίας.
Κρίσιμα εδώ:
- παρ. 3: η πράξη δημοσίευσης «συνεπάγεται την αναστολή της εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα»
- παρ. 5: «Η απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες»
- παρ. 6: μετά την επίλυση, οι ανασταλείσες υποθέσεις επαναφέρονται για συζήτηση

Εφαρμόζεται στην ΑΠ 6/2026 και στην ΑΠ 2/2024.

ΚΠολΔ Άρθρο 316
Αν η απόφαση είναι ασαφής ή γεννά αμφιβολίες, το δικαστήριο που την εξέδωσε μπορεί να την ερμηνεύσει με νέα απόφαση, χωρίς να αλλάξει το διατακτικό της.
Εφαρμόζεται στην ΑΠ 6/2026, στην ΑΠ 2/2024 και στην ΕφΠειρ 235/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 580
Η παρ. 4 ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Εφαρμόζεται ως γενικός κανόνας δεσμευτικότητας στην ίδια υπόθεση.

ΑΚ Άρθρο 346 και ΕισΝΑΚ Άρθρο 109
Αφορούν γενικά τόκους, αλλά στο παρόν ζήτημα η ΑΠ 6/2026 θεμελιώνει την κρίση της ειδικά στο άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 και στον σκοπό του νόμου. Δεν αποτελούν την κύρια βάση της απάντησης.


2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

ΑΠ 6/2026
- Σχετικότητα: Αφορά ακριβώς το ίδιο ζήτημα: ερμηνεία ασαφούς διατακτικού απόφασης του ν. 3869/2010 ως προς το αν το επιτόκιο του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 υπολογίζεται επί του κεφαλαίου ή επί κάθε μηνιαίας δόσης.
- Κρίση: Η αρχική ρύθμιση αφορούσε ποσό 144.500 ευρώ για διάσωση κύριας κατοικίας, αρχικά σε 240 δόσεις, και μετά με τη 244/2019 σε 300 μηνιαίες δόσεις των 481,66 ευρώ. Η Ολομέλεια έκρινε ότι ο τόκος υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου. Για κυμαινόμενο επιτόκιο, ο υπολογισμός γίνεται ανά μήνα καταβολής κάθε δόσης.
- Εφαρμογή: Είναι η ισχυρότερη διαθέσιμη αυθεντία. Για κάθε υπόθεση με πανομοιότυπη ή ουσιωδώς όμοια διατύπωση διατακτικού, το βασικό επιχείρημα είναι ότι η τελολογική ερμηνεία του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, όπως διατυπώθηκε στην ΑΠ 6/2026, αποκλείει κεφαλαιοποιημένο υπολογισμό τόκου επί όλου του ποσού της ρύθμισης.

ΑΠ 2/2024
- Σχετικότητα: Είναι η πράξη εισαγωγής του ίδιου ακριβώς ζητήματος στην Πλήρη Ολομέλεια.
- Κρίση: Διατάχθηκε η εισαγωγή στην Πλήρη Ολομέλεια, ακριβώς για να κριθεί αν το επιτόκιο του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 υπολογίζεται επί του συνόλου του κεφαλαίου ή επί εκάστης μηνιαίας δόσης. Διατάχθηκε επίσης δημοσίευση και αναστολή εκκρεμών υποθέσεων με το ίδιο ζήτημα.
- Εφαρμογή: Ενισχύει ότι το ζήτημα ήταν πράγματι νέο, δυσχερές και γενικότερου ενδιαφέροντος, άρα η λύση της ΑΠ 6/2026 έχει αυξημένη πρακτική βαρύτητα για όμοιες εκκρεμείς υποθέσεις.

ΕφΠειρ 235/2026
- Σχετικότητα: Αφορά ερμηνεία απόφασης του ν. 3869/2010 λόγω ασυμφωνίας σκεπτικού και διατακτικού.
- Κρίση: Το δικαστήριο ερμήνευσε τη 220/2017 απόφαση και διευκρίνισε ότι η μηνιαία δόση του άρθρου 8 παρ. 2 ήταν 330 ευρώ και όχι 350 ευρώ. Απέρριψε όμως αίτημα αφαίρεσης 8.694,98 ευρώ που είχαν καταβληθεί με προσωρινή διαταγή, διότι αυτό θα απαιτούσε νέα ουσιαστική κρίση και δεν χωρεί στη διαδικασία ερμηνείας.
- Εφαρμογή: Είναι κρίσιμη για το όριο της διαδικασίας ερμηνείας: η ερμηνεία αποσαφηνίζει το νόημα του διατακτικού, αλλά δεν λειτουργεί αυτομάτως ως πλήρης λογιστική εκκαθάριση όλων των προηγούμενων καταβολών. Άρα, για ήδη καταβεβλημένες δόσεις, η ερμηνεία δίνει τον κανόνα υπολογισμού, αλλά η εκκαθάριση του υπολοίπου μπορεί να απαιτεί περαιτέρω δικανική ή λογιστική εφαρμογή.

ΑΠ 5/2022
- Σχετικότητα: Αφορά τα όρια εφαρμογής του άρθρου 20Α ΚΠολΔ και του άρθρου 316 ΚΠολΔ.
- Κρίση: Έκρινε ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 20Α όταν η σχετική αίτηση είχε κατατεθεί πριν την 1-1-2022 και ότι δεν χωρεί ερμηνεία όταν το διατακτικό είναι ήδη σαφές.
- Εφαρμογή: Χρήσιμο για την αντίκρουση ισχυρισμού ότι κάθε υπόθεση του ν. 3869/2010 μπορεί αυτομάτως να υπαχθεί σε ερμηνεία ή σε προδικαστικό ερώτημα. Απαιτείται ασαφές διατακτικό.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

ΑΠ 5/2022
- Ο αντίδικος μπορεί να επικαλεστεί ότι δεν χωρεί ερμηνεία αν το διατακτικό είναι σαφές.
- Αντίκρουση: Η ΑΠ 6/2026 έκρινε ειδικά ότι η συγκεκριμένη διατύπωση περί έντοκων δόσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο «κατά τον χρόνο αποπληρωμής» είναι ασαφής ως προς τη βάση τοκοφορίας. Άρα, όπου το διατακτικό είναι όμοιο ή ουσιωδώς όμοιο, η ένσταση αυτή αποδυναμώνεται.

Δεν εντοπίστηκε άλλη αντίθετη νομολογία στις διαθέσιμες αποφάσεις ως προς το ουσιαστικό αποτέλεσμα μετά την ΑΠ 6/2026.


3. Απάντηση στα ειδικά ερωτήματά σας

α) Ποιες οι συνέπειες για ήδη καταβεβλημένες δόσεις;

Με βάση το διαθέσιμο υλικό, η ασφαλής θέση είναι η εξής:

1. Η ΑΠ 6/2026 καθορίζει τον ορθό τρόπο υπολογισμού του τόκου:
- όχι επί του συνολικού κεφαλαίου,
- αλλά επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης.

2. Άρα, αν μέχρι σήμερα ο πιστωτής ή διαχειριστής υπολόγιζε τον τόκο επί του κεφαλαίου, υπάρχει ισχυρό επιχείρημα ότι οι ήδη καταβολές πρέπει να επανεκτιμηθούν με βάση τον ορθό κανόνα.

3. Όμως, το διαθέσιμο υλικό δεν περιέχει ειδική απόφαση που να λέει ρητά:
- αν η διαφορά λογίζεται αυτοδικαίως ως υπερκαταβολή,
- αν συμψηφίζεται αυτομάτως με επόμενες δόσεις,
- ή αν απαιτείται νέα δικαστική κρίση/εκκαθάριση.

4. Η ΕφΠειρ 235/2026 δείχνει ότι η διαδικασία ερμηνείας δεν αρκεί πάντοτε για να λυθούν όλα τα ζητήματα προηγούμενων καταβολών, όταν απαιτείται νέα ουσιαστική διάγνωση.

Συμπέρασμα:
Η βασική συνέπεια είναι ότι οι ήδη καταβληθείσες δόσεις πρέπει να αξιολογηθούν υπό τον κανόνα της ΑΠ 6/2026. Ωστόσο, το αν αυτό οδηγεί σε συγκεκριμένο πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ του οφειλέτη ή σε αναμόρφωση πίνακα οφειλής δεν κρίνεται ρητά στην ΑΠ 6/2026.

β) Πώς επανυπολογίζεται το υπόλοιπο οφειλής;

Από την ΑΠ 6/2026 προκύπτει ο κανόνας επανυπολογισμού:

- Κυμαινόμενο επιτόκιο:
κάθε μηνιαία δόση υπολογίζεται αυτοτελώς με βάση το επιτόκιο του αντίστοιχου μήνα καταβολής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και το επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, όπως αναφέρει η απόφαση.

- Σταθερό επιτόκιο:
εφαρμόζεται επί της δόσης για όλη τη διάρκεια από την έναρξη έως τη λήξη της ρύθμισης.

Άρα, πρακτικά, ο επανυπολογισμός του υπολοίπου στηρίζεται:
1. στο ποσό κάθε δόσης που όρισε η απόφαση,
2. στο αν το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο ή σταθερό,
3. στον μήνα που αντιστοιχεί κάθε δόση,
4. στις καταβολές που πράγματι έγιναν.

Το υλικό όμως δεν παρέχει ειδικό νομολογιακό κανόνα για το αν ο επανυπολογισμός γίνεται:
- με δικαστική εκκαθάριση,
- με μονομερή λογιστική αναμόρφωση του πιστωτή,
- ή με νέα αίτηση ενώπιον του δικαστηρίου.

γ) Δεσμεύει η ερμηνεία εκκρεμείς υποθέσεις με πανομοιότυπο διατακτικό;

Εδώ η απάντηση είναι ισχυρότερη.

Από το ΚΠολΔ Άρθρο 20Α και την ΑΠ 2/2024 προκύπτει ότι:
- η πράξη εισαγωγής συνεπάγεται αναστολή της εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα,
- μετά την επίλυση, οι υποθέσεις επαναφέρονται.

Από το ΚΠολΔ Άρθρο 20Α παρ. 5 προκύπτει ρητά ότι:
- η απόφαση της πλήρους ολομέλειας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες.

Άρα:

- Ρητή δεσμευτικότητα υπάρχει οπωσδήποτε για τους διαδίκους της δίκης της Ολομέλειας και τους παρεμβάντες.
- Για τις λοιπές εκκρεμείς υποθέσεις με το ίδιο ζήτημα, το υλικό δείχνει ότι η απόφαση της Ολομέλειας είναι ο κανόνας που θα εφαρμοστεί όταν αυτές επανεισαχθούν, ιδίως αφού η αναστολή προβλέφθηκε ακριβώς για να επιλυθεί ενιαία το ίδιο νομικό ζήτημα.

Προσεκτική διατύπωση, με βάση μόνο το υλικό:
Η ΑΠ 6/2026 δεν αναφέρεται ρητά στο ότι δεσμεύει erga omnes όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, αλλά το άρθρο 20Α παρ. 3 και 6 ΚΠολΔ δείχνει ότι οι εκκρεμείς υποθέσεις που ανεστάλησαν λόγω του ίδιου ζητήματος θα επανέλθουν προς κρίση μετά την επίλυση αυτού του ζητήματος από την Ολομέλεια. Επομένως, για υποθέσεις με πανομοιότυπο διατακτικό, η ΑΠ 6/2026 αποτελεί το καίριο δεσμευτικό/καθοδηγητικό ερμηνευτικό προηγούμενο.


4. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Πρώτος άξονας:
Επικαλείστε πρώτα την ΑΠ 6/2026 ως ευθεία απάντηση στο ζήτημα της βάσης τοκοφορίας του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010:
- τόκος επί της μηνιαίας δόσης,
- όχι επί του κεφαλαίου.

2. Δεύτερος άξονας:
Συνδέετε την κρίση με το ΚΠολΔ Άρθρο 316:
- η ερμηνεία δεν αλλάζει το διατακτικό,
- απλώς αποσαφηνίζει την αληθή έννοιά του.

3. Τρίτος άξονας:
Για εκκρεμείς υποθέσεις, επικαλείστε το ΚΠολΔ Άρθρο 20Α παρ. 3, 5 και 6 και την ΑΠ 2/2024:
- το ίδιο ζήτημα ανεστάλη για να λυθεί ενιαία,
- μετά την επίλυση, οι υποθέσεις επανέρχονται με δεδομένη την ερμηνευτική λύση της Ολομέλειας.

4. Τέταρτος άξονας:
Αν ο αντίδικος επιχειρήσει να μετατρέψει την ερμηνεία σε νέα ουσιαστική κρίση, επικαλείστε την ΕφΠειρ 235/2026:
- άλλο η αποσαφήνιση του διατακτικού,
- άλλο η νέα εκκαθάριση απαιτήσεων που προϋποθέτει πρόσθετη ουσιαστική κρίση.


5. Νομολογιακή Ισχύς

Περιορισμένη προς ισχυρή, με κεντρικό πυρήνα την ΑΠ 6/2026.
Δεν υπάρχουν πολλές αποφάσεις στο υλικό που να εφαρμόζουν ήδη μεταγενέστερα την ίδια λύση σε εκκαθάριση υπολοίπου, αλλά υπάρχει:
- η πράξη εισαγωγής ΑΠ 2/2024,
- η οριστική λύση ΑΠ 6/2026,
- και η συναφής ΕφΠειρ 235/2026 για τα όρια της ερμηνείας.

Άρα, ως προς το βασικό νομικό ζήτημα η κατεύθυνση είναι πλέον σαφής.


6. Πρακτικές Συστάσεις

1. Σε εκκρεμή δίκη ερμηνείας ή ανακοπής/διαφοράς εκτέλεσης:
Επικαλεστείτε πρώτη την ΑΠ 6/2026 και αμέσως μετά το ΚΠολΔ Άρθρο 20Α.

2. Σε εξώδικη αντιπαράθεση με servicer/τράπεζα:
Ζητήστε αναλυτικό επανυπολογισμό με βάση:
- το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης,
- το επιτόκιο του αντίστοιχου μήνα,
- χωρίς υπολογισμό τόκου επί του συνολικού κεφαλαίου.

3. Αν υπάρχει διαφωνία για το νέο υπόλοιπο:
Με βάση την ΕφΠειρ 235/2026, να είστε προσεκτικοί να μη θεωρήσετε ότι η ερμηνεία αρκεί αυτομάτως για κάθε λογιστική συνέπεια. Μπορεί να απαιτηθεί ειδικό αίτημα εκκαθάρισης/δικαστικής διάγνωσης, αναλόγως του δικονομικού σταδίου.

4. Για πανομοιότυπα διατακτικά σε άλλες υποθέσεις:
Τονίστε ότι πρόκειται για το ίδιο ακριβώς ερμηνευτικό ζήτημα που επιλύθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στην ΑΠ 6/2026, μετά τη διαδικασία του ΚΠολΔ Άρθρο 20Α.

Αν θέλετε, μπορώ στο επόμενο βήμα να σας δώσω:
- έτοιμο σχέδιο δικογράφου/ισχυρισμού για αίτηση ερμηνείας ή υπόμνημα,
- ή πρακτικό μοντέλο επανυπολογισμού του υπολοίπου με βάση την ΑΠ 6/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 20Α

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 94.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 20Α: 1. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο που ασκήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου με απλή πράξη τριμελούς επιτροπής, που αποτελείται από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός εκ των διαδίκων που κατατίθεται ενώπιον της η ύστερα από προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται από το δικαστήριο της ουσίας, με απόφαση που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, όταν με αυτό τίθεται νέο δυσχερές ερμηνευτικό νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Τα ως άνω ένδικα βοηθήματα ή μέσα μπορούν να εισαχθούν και απευθείας στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου με απλή πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η πλήρης ολομέλεια του Αρείου Πάγου εκδίδει την απόφασή της σε προθεσμία έξι (6) μηνών. Η ως άνω διαδικασία δεν εφαρμόζεται όταν εκκρεμεί αναίρεση για το νομικό αυτό ζήτημα. 2. Τα αιτήματα των διαδίκων υπογράφονται επί ποινή απαραδέκτου από δικηγόρο και συνοδεύονται από παράβολο τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Το ύψος του ποσού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Πριν από την έκδοση της πράξης, η Επιτροπή καλεί όλους τους διαδίκους, να εμφανισθούν ενώπιόν της και να εκθέσουν τις απόψεις τους αυτοπροσώπως ή με υπόμνημα, που κατατίθεται σε οριζόμενη από αυτήν προθεσμία. 3. Η πράξη της Επιτροπής ή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δημοσιεύεται σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή της εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα, με απόφαση των κατά περίπτωση επιλαμβα νομένων δικαστηρίων της ουσίας. Η αναστολή δεν καταλαμβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία. 4. Στη δίκη ενώπιον της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα άσκησης ανακοπής ή τριτανακοπής. 5. Μετά από την επίλυση του ζητήματος, η πλήρης ολομέλεια του Αρείου Πάγου παραπέμπει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο δικαστήριο. Η απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. 6. Μετά από την επίλυση του ζητήματος κατά την παρ. 1, οι υποθέσεις, των οποίων είχε ανασταλεί η εκδίκαση, επαναφέρονται για συζήτηση σε νέα δικάσιμο με κλήση, η οποία κατατίθεται με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου..

ΚΔΕλΣ Άρθρο 162

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 90.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 162: Προδικαστικό ερώτημα 1. Τμήμα του Δικαστηρίου, όταν επιλαμβάνεται υπόθεσης στην οποία ανακύπτει ζήτημα γενικότερου εν- διαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων ή κρίνει ότι διάταξη τυπικού νόμου αντίκειται σε διάταξη υπέρτερης τυπικής ισχύος, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας, μπορεί, με απόφασή του που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στην Ολομέλεια. Οι παρ. 4 και 6 του άρθρου 163 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου γνωμοδοτεί για το υποβαλλόμενο προδικαστικό ερώτημα πριν από την οικεία δικάσιμο της Ολομέλειας. 2. Η απόφαση της Ολομέλειας είναι υποχρεωτική για το Τμήμα που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιον της Ολομέλειας.

ΚΠολΔ Άρθρο 316

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 90.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 316: Αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται.

ΠτωχΚ Άρθρο 9

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: Ν. 5024/2023
Σχετικότητα 89.7%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 9: Βασικό περιεχόμενο της αίτησης του οφειλέτη 1. Η αίτηση οφειλέτη για εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του περιέχει υποχρεωτικά τα εξής: α. πλήρη στοιχεία του οφειλέτη (ονοματεπώνυμο/ επωνυμία, διεύθυνση, Α.Φ.Μ., ΚΑΔ, εφόσον ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα ή είναι νομικό πρόσωπο, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση), αναφορά στον κύκλο εργασιών του ή το εισόδημά του κατά το τελευταίο οικονομικό έτος πριν από την υποβολή της αίτησης και στις συνολικές υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του, περιγραφή της δραστηριότητάς του, της οικονομικής του κατάστασης, των λόγων της οικονομικής του αδυναμίας και των προοπτικών της επιχείρησής του, β. κατάλογο όλων των προσώπων και φορέων που έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη (π.χ. προμηθευτών ή εργαζόμενων) με πλήρη στοιχεία (επωνυμία, διεύθυνση, Α.Φ.Μ., και, εφόσον υπάρχουν, τηλέφωνο και ηλεκτρονική διεύθυνση), των οφειλομένων ποσών ανά πιστωτή και της ημερομηνίας, αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής, γ. κατάλογο των κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη στην Ελλάδα και την αλλοδαπή, με αναφορά στην εκτιμώμενη εμπορική αξία των κινητών περιουσιακών στοιχείων, έτσι ώστε να μπορεί να προσδιορισθεί η αξία ρευστοποίησης της περιουσίας του. Η αξία των ακινήτων περιουσιακών στοιχείων προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 11, δ. πλήρη περιγραφή των βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων (είδος βάρους ή εξασφάλισης, πιστωτής, ασφαλιζόμενο ποσό, σειρά, δημόσιο βιβλίο) που είναι εγγεγραμμένα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ε. δήλωση για κάθε μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που έγινε εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών πριν από την υποβολή της αίτησης. 2. Με την αίτηση του παρόντος, ο οφειλέτης δύναται να ζητά να διατηρηθεί στο ακέραιο ενήμερη ή ήδη ρυθμισμένη και ενήμερη οφειλή του προς χρηματοδοτικό φορέα και να ρυθμισθούν οι υπόλοιπες οφειλές του βάσει της πρότασης αναδιάρθρωσης που προκύπτει από το υπολογιστικό εργαλείο της περ. ζ’ της παρ. 2 ή της παρ. 2Α του άρθρου 71. Προϋπόθεση για την εξαίρεση ενήμερης ή ήδη ρυθμισμένης και ενήμερης οφειλής από τη ρύθμιση που προκύπτει, κατά το πρώτο εδάφιο, είναι οι δόσεις του συνόλου των ενήμερων ή ρυθμισμένων και ενήμερων οφειλών του να μην αποκλίνουν σε ποσοστό μεγαλύτερο του δεκαπέντε τοις εκατό (15%) από τη δόση που προκύπτει για αυτές από το υπολογιστικό εργαλείο της περ. ζ’ της παρ. 2 του άρθρου 71 ή της παρ. 2Α του άρθρου 71. Στην περίπτωση υπογραφής σύμβασης αναδιάρθρωσης, ο πιστωτής του δεύτερου εδαφίου δεν θεωρείται καταλαμβανόμενος πιστωτής για τη συγκεκριμένη οφειλή και η ψήφος του δεν προσμετράται για τον υπολογισμό της πλειοψηφίας της παρ. 1 του άρθρου 14.

ΠτωχΚ Άρθρο 6

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 86.4%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 6: Ορισμοί 1. Για τις ανάγκες του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α) Ως «αίτηση» νοείται η αίτηση του άρθρου 8. β) Ως «ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα που υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 21 ή 47 του ν. 4172/2013. γ) Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοούνται: γα) τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση, γβ) οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, γγ) οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, γδ) οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), ενεργώντας για λογαριασμό προσώπων που έχουν αποκτήσει δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, εφόσον τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, καθώς και γε) τα νομικά πρόσωπα που αποκτούν απαιτήσεις προς τιτλοποίηση. δ) Ως «πιστωτές» νοούνται οι χρηματοδοτικοί φορείς, το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που έχουν χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη. ε) Ως «πλειοψηφία συμμετεχόντων πιστωτών» νοείται το ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων, οι οποίοι συμμετέχουν ως πιστωτές. στ) Ως «ποσοστό συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο» νοείται το ποσοστό σαράντα τοις εκατό ( 40%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων που εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσημείωση υποθήκης, ενέχυρο ή άλλο ειδικό προνόμιο του άρθρου 976 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι συμμετέχουν ως πιστωτές. ζ) Ως «σύμβαση αναδιάρθρωσης» νοείται η δικαιοπραξία που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτη και των συναινούντων πιστωτών, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου και έχει ως αντικείμενο την αναδιάρθρωση των οφειλών του οφειλέτη. η) Ως «σύζυγος» νοείται και ο αντι συμβαλλόμενος σε σύμφωνο συμβίωσης του ν. 4356/2015 (Α΄ 181) ή του ν. 3719/2008 (Α΄ 241). θ) Ως «Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Εξωδικαστικής Ρύθμισης Οφειλών» ή «ηλεκτρονική πλατφόρμα» νοείται η ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 29. ι) Ως «συμμετέχων πιστωτής» νοείται κάθε πιστωτής που έχει συμβληθεί στη σύμβαση συμμετοχής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, σύμφωνα με το άρθρο 71. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης συμμετέχουν αυτοδικαίως στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης και καταλαμβάνονται από τον ορισμό του «συμμετέχοντα πιστωτή». ια) Ως «συναινών πιστωτής» νοείται ο συμμετέχων πιστωτής που συναινεί στην κατάρτιση της σύμβασης αναδιάρθρωσης. ιβ) Ως «πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη» νοούνται: ιβα) όταν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, οι σύζυγοι ή συμβίοι, οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δευτέρου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη, ιββ) όταν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν το νομικό πρόσωπο του οφειλέτη, καθώς και οι σύζυγοι ή συμβίοι και οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του δευτέρου βαθμού των ανωτέρω φυσικών προσώπων. Επίσης, τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251). ιγ) Ως «καταλαμβανόμενος πιστωτής» νοείται το πρόσωπο και ο φορέας που δεσμεύονται από σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. ιδ) Ως «οφειλές προς το Δημόσιο» νοούνται οι βεβαιωμένες απαιτήσεις του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90), του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) και του ν. 2960/2001 (Α΄ 265), συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, προστίμων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 8. ιε) Ως «οφειλές προς χρηματοδοτικό φορέα» νοούνται οι οφειλές του οφειλέτη προς χρηματοδοτικούς φορείς από κάθε αιτία, στο ύψος που διαμορφώνονται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 8. ιστ) Ως «οφειλές υπέρ τρίτων» νοούνται οι βεβαιωμένες οφειλές υπέρ τρίτων πιστωτών, οι οποίες βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 8. ιζ) Ως «οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης» νοούνται οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες βεβαιώνονται, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, προστίμων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 8. ιη) Στην έννοια των «οφειλών» συμπεριλαμβάνονται και οι οφειλές νομικών ή φυσικών προσώπων που προήλθαν από διαδοχή επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα ή ως συνέπεια καθολικής διαδοχής. ιθ) Ως «συνοφειλέτης χρηματοδοτικών φορέων» νοείται κάθε πρόσωπο που ευθύνεται αλληλεγγύως εκ του νόμου ή δυνάμει δικαιοπραξίας για την εξόφληση μέρους ή του συνόλου των οφειλών του οφειλέτη προς χρηματοδοτικούς φορείς. Στην έννοια του συνοφειλέτη περιλαμβάνεται και ο εγγυητής. 2. Για τις ανάγκες του άρθρου 21 του παρόντος Κεφαλαίου ως προς οφειλές προς το Δημόσιο, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α. Ως «βασική οφειλή» νοείται το ποσό της οφειλής που αρχικά βεβαιώθηκε, χωρίς τους τόκους ή τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβαρύνουν σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (ν. 2960/2001) ή τον Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), όπως το ποσό αυτό έχει διαμορφωθεί από τον χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων έως την υποβολή της αίτησης του άρθρου, μετά από τυχόν καταβολές, συμψηφισμό, αναγκαστική είσπραξη ή διαγραφή βάσει νόμιμου τίτλου. β. Ως «διαγραφή» νοείται η διαγραφή βασικής οφειλής, τόκων, προσαυξήσεων ή προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής. γ. Ως «προσαυξήσεις» ή «τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής» νοούνται οι προσαυξήσεις ή τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής κατά τα άρθρα 53 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως τα ποσά αυτά έχουν διαμορφωθεί την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος. δ. Το Δημόσιο εκπροσωπείται στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.). 3. Για τις ανάγκες του άρθρου 21 του παρόντος Κεφαλαίου ως προς οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α. Ως «βασική οφειλή» νοείται το ποσό της οφειλής που αρχικά βεβαιώθηκε, χωρίς τους τόκους ή τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβαρύνουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από τον χρόνο κατά τον οποίο η οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη έως την υποβολή της αίτησης, ύστερα από τυχόν καταβολές, συμψηφισμό, αναγκαστική είσπραξη ή διαγραφή βάσει νόμιμου τίτλου. β. Ως «διαγραφή» νοείται η διαγραφή βασικής οφειλής, τόκων, πρ οσαυξήσεων ή προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής. γ. Ως «προσαυξήσεις» ή «τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής» νοούνται οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ή τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ΄ υποπαρ. ΙΑ΄.2 περ. 11 του ν. 4152/2013, όπως έ

ΠτωχΚ Άρθρο 92

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 86.4%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 92: Πτωχευτική περιουσία 1. Η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. 2. Σε περίπτωση οφειλέτη φυσικού προσώπου, με την επιφύλαξη των παρ. 3 και 5, από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την απαλλαγή του οφειλέτη, στην πτωχευτική περιουσία ανήκει το μέρος του ετησίου εισοδήματός του, αφού αφαιρεθούν οι φόροι και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, που υπερβαίνει το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης ή το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου κατά την παρ. 2 του άρθρου 31 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όποιο είναι υψηλότερο ε κ τ ω ν δ ύ ο . Ε ν τός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας των απαιτήσεων κατά το άρθρο 153, ο σύνδικος υποβάλλει στον εισηγητή, με κοινοποίηση στον οφειλέτη, σχέδιο περιοδικών πληρωμών για την εφαρμογή της παρούσας. Εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση, ο οφειλέτης μπορεί να εκθέσει τις απόψεις του επί του σχεδίου περιοδικών πληρωμών, καταθέτοντας σημείωμα. Ο εισηγητής, με αιτιολογημένη διάταξή του, αποφασίζει περί της αποδοχής ή μη, εν όλω ή εν μέρει, του σχεδίου περιοδικών πληρωμών. Εγκεκριμένο σχέδιο πληρωμών εφαρμόζεται αναδρομικά από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης. 3. Τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη εξαιρούνται της πτωχευτικής περιουσίας ανεξαρτήτως ύψους, όταν, έπειτα από αίτησή του, το πτωχευτικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του οφειλέτη ή/και άλλα πάγια περιουσιακά του στοιχεία που υπερβαίνουν σε αξία το δέκα τοις εκατό (10%) των συνολικών του υποχρεώσεων και η ελάχιστη αξία τους δεν υπολείπεται των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, εξαιρουμένων όσων έχουν αποκτηθεί στην διάρκεια των δώδεκα (12) μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 192, ενώ προσφυγή πιστωτή κατά της απαλλαγής μπορεί να ασκηθεί και με παρέμβαση στην δίκη της παρούσας. Κατ’ απόκλιση του πρώτου εδαφίου, σε περίπτωση που τα ετήσια εισοδήματά του οφειλέτη υπερβαίνουν το πενταπλάσιο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, το υπερβάλλον ποσό ανήκει στην πτωχευτική περιουσία. 4. Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του εισοδήματος του οφειλέ τη, με αίτησή δική του ή του συνδίκου, ο εισηγητής με διάταξή του δύναται να μεταβάλει τους όρους του σχεδίου περιοδικών πληρωμών για να ληφθούν υπόψη οι ουσιώδεις μεταβολές του εισοδήματος. Τεκμαίρεται ουσιώδης η μεταβολή που υπερβαίνει το ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του εισοδήματος. 5. Δεν ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία τα κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο ή άλλες διατάξεις ακατάσχετα ή εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμων περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του οφειλέτη. 6. Στην πτωχευτική περιουσία ανήκουν τα λογιστικά αρχεία και τα λογιστικά στοιχεία του οφειλέτη, όπως ορίζονται στο Παράρτημα Α΄ του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), τα οποία αφορούν την επιχείρηση του. Η υποχρέωση διατήρησης τους, σύμφωνα με τον νόμο, δεν θίγεται. 7. Εάν μεταξύ των συζύγων ισχύει το σύστημα κοινοκτημοσύνης, η κοινή περιουσία καταλαμβάνεται από την πτωχευτική απαλλοτρίωση σύμφωνα με το άρθρο 93 ως χωριστή περιουσία και από αυτήν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 1408 - 1409 του Αστικού Κώδικα, υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών. 8. Με την επιφύλαξη της παρ. 2, στην πτωχευτική περιουσία δεν περιλαμβάνεται η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Τόκοι και άλλες περιοδικές παροχές, καθώς και παρεπόμενες αξιώσεις ή δικαιώματα και αν ακόμη γεννώνται ή αναπτύσσονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, εφόσον προέρχονται από έννομη σχέση που υπήρχε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ακόμα και σε περίπτωση που έχουν κατασχεθεί.

ΠτωχΚ Άρθρο 14

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: Ν. 5313/2026
Σχετικότητα 86.2%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 14: Υπογραφή και μορφές σύμβασης αναδιάρθρωσης 1. Μετά την υποβολή της αίτησης, οι συμμετέχοντες πιστωτές, που είναι χρηματοδοτικοί φορείς, δύνανται να καταθέσουν πρόταση ρύθμισης προς τον οφειλέτη. Αν πρόταση εξασφαλίσει τη συναίνεση του οφειλέτη, της πλειοψηφίας (ως προς την αξία των σχετικών απαιτήσεων) των συμμετεχόντων πιστωτών που είναι χρηματοδοτικοί φορείς και τουλάχιστον του ποσοστού συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο, υπογράφεται μεταξύ των συναινούντων πιστωτών και του οφειλέτη η σύμβαση αναδιάρθρωσης (που δύναται να συναφθεί και ως πολλαπλές διμερείς συμφωνίες με ταυτόσημο περιεχόμενο). 2. Η υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης με μηχανικό μέσο ή ηλεκτρονικό τρόπο μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας του άρθρου 29 είναι επαρκής και ισοδυναμεί με ηλεκτρονική υπογραφή. Η κατά τα ανωτέρω συναφθείσα σύμβαση αναδιάρθρωσης έχει την ισχύ ιδιωτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 160 ΑΚ και 443 ΚΠολΔ, με πλήρη αποδεικτική ισχύ ως προς την κατάρτιση και το περιεχόμενο της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 445 ΚΠολΔ. Εφόσον υπάρχουν οφειλές προς το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, η σύμβαση μπορεί να τελεί υπό την αίρεση της συναίνεσής τους, η οποία παρέχεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 21. Οι συναινούντες πιστωτές αποδέχονται ή τεκμαίρεται ότι αποδέχονται, καθόσον αφορά στο Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 21, ότι η ρύθμιση καθιστά την επιχείρηση του οφειλέτη βιώσιμη ή, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο που δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, ότι αποτρέπει την αφερεγγυότητά του. 3. Για οφειλέτες που πληρούν τα κριτήρια του ευάλωτου, σύμφωνα με την περ. α) του άρθρου 217 και έχουν εκδώσει βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη, σύμφωνα με την περ. β) του ίδιου άρθρου, τεκμαίρεται η συναίνεση του συνόλου των πιστωτών, επί της παραγόμενης αντιπρότασης πιστωτών, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2Α του άρθρου 71, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών φορέων, του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή, η πρόταση ρύθμισης που προκύπτει στη βάση της αντιπρότασης πιστωτών προσφέρεται μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας στον οφειλέτη εντός της προθεσμίας του άρθρου 16 και ο οφειλέτης δύναται να την αποδεχθεί ή να την απορρίψει. Σε περίπτωση αποδοχής, υπογράφεται η αυτομάτως παραγόμενη σύμβαση αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 14. Η άσκηση ανακοπής κατά της πρότασης ρύθμισης του προηγούμενου εδαφίου, επιτρέπεται εντός είκοσι (20) ημερών από την εξαγωγή της πρότασης ρύθμισης, ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Ειρηνοδικείου. Λόγοι της ανακοπής είναι αποκλειστικά: α) η ανακρίβεια των στοιχείων που έχει υποβάλει ο οφειλέτης, και β) η μειωμένη ικανοποίηση της απαίτησης του πιστωτή σε σχέση με την ικανοποίηση που θα προέκυπτε από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεσή της και η επίδοση γίνεται εντός πέντε (5) ημερών από την κατάθεση της ανακοπής. Ως επίδοση προς τον οφειλέτη και τους λοιπούς πιστωτές νοείται και η υποβολή αντιγράφου της ανακοπής στην πλατφόρμα του μηχανισμού. Η ανακοπή συζητείται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η απόφαση του Ειρηνοδικείου δεν υπόκειται σε έφεση. 4. Με την οριστική υποβολή της αίτησης, οι συμμετέχοντες πιστωτές δύνανται να υποβάλλουν αντιπρόταση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 2Α του άρθρου 71, η οποία περιλαμβάνει πρόταση εκποίησης των λοιπών ακινήτων του οφειλέτη, πλην της κύριας κατοικίας κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου της περ. ε) του άρθρου 217, σε όποια έκταση απαιτείται για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων. Σε αυτή την περίπτωση, για τον υπολογισμό των μηνιαίων δόσεων της ρύθμισης που περιλαμβάνεται στην αντιπρόταση των χρηματοδοτικών φορέων σύμφωνα με το υπολογιστικό εργαλείο της παρ. 2Α του άρθρου 71, λαμβάνεται υπόψη ως αξία ακίνητης περιουσίας μόνο η αξία της κύριας κατοικίας, όπως αυτή εξειδικεύεται στην απόφαση της παρ. 5 του άρθρου 71, και η εκποίηση των λοιπών κατά τα ανωτέρω ακινήτων αναγράφεται ως όρος στη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Κατά την εφαρμογή της παρούσας διασφαλίζεται ότι στο Δημόσιο δεν επιφυλάσσεται χειρότερη μεταχείριση από αυτή που θα ίσχυε σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, κατά τα οριζόμενα στην περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 21. 5. Για οφειλέτες που εμπίπτουν στην παρ. 3, οι πιστωτές υποχρεούνται στην υποβολή της αντιπρότασης της παρ. 4. Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης δύναται να αποδεχθεί ή να απορρίψει την αντιπρόταση αυτή. Σε περίπτωση που η κύρια κατοικία ανήκει κατά ιδανικό μερίδιο και σε έτερο συνοφειλέτη ή εγγυητή για οφειλή του αιτούντος, είναι υποχρεωτική η συνυποβολή της αίτησης και η συνυπογραφή της σύμβασης από αυτόν προκειμένου να υποβληθεί η αντιπρόταση της παρ. 4. Η συνυποβολή της αίτησης και η συνυπογραφή της σύμβασης από τον συνοφειλέτη ή τον εγγυητή δεν θίγουν τα δικαιώματά του που απορρέουν από τυχόν απόφαση υπαγωγής του στον ν. 3869/2010 (Α’ 130) ή στον ν. 4605/2019 (Α’ 52) και δεν θεωρουνται ως έκπτωσή του από αυτά. Η συνυπογραφή της σύμβασης από τον συνοφειλέτη ή εγγυητή επιφέρει τα αποτελέσματα της παρ. 4 του άρθρου 27. 6. Μετά την υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης, κατόπιν της αντιπρότασης της παρ. 4, και υπό τον όρο της τήρησης αυτής, δεν επιτρέπονται στους καταλαμβανόμενους πιστωτές σύμφωνα με την περ. ιγ) της παρ. 1 του άρθρου 6, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης στην κύρια κατοικία του αιτούντος, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επ’ αυτής, η εγγραφή υποθήκης ή η τροπή προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη. Ωστόσο, επιτρέπονται: α) η αναγγελία του πιστωτή σε πλειστηριασμό που επισπεύδεται από τρίτο, και β) η διατήρηση υφιστάμενων υποθηκών, προσημειώσεων και λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων. Σε περίπτωση αθέτησης της καταρτισθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 27, επέρχονται οι έννομες συνέπειες του άρθρου αυτού, παύει να υφίσταται ο περιορισμός του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και είναι δυνατή η τροπή προσημείωσης σε υποθήκη από καταλαμβανόμενο στη σύμβαση πιστωτή. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι επιτρεπτή η εκ νέου ρύθμιση των ποσών που είχαν ρυθμιστεί με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης που αθετήθηκε με νέα αίτηση εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών. 7. Η διαδικασία εκποίησης διενεργείται με μοναδικό εκτελεστό τίτλο τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, εφόσον βεβαιώνεται η καταχώρισή της στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 29. Για την έναρξη της διαδικασίας εξάγεται αντίγραφο από την πλατφόρμα. 8. Δεν απαιτείται για την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης η επίδοση αντιγράφου με επιταγή προς εκτέλεση, μη εφαρμοζομένου του άρθρου 924 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Η διαδικασία εκποίησης ξεκινάει με πρωτοβουλία του χρηματοδοτικού φορέα που έχει την υψηλότερη ενυπόθηκη απαίτηση, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν αναρτηθεί στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 29, ο οποίος δίνει, επί του αντιγράφου της σύμβ

ΠτωχΚ Άρθρο 28

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 86.2%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 28: Επιδότηση καταβολής δόσεων 1. Σε οφειλέτες που πληρούν τα κριτήρια των επόμενων παραγράφων, και εφόσον έχουν ρυθμίσει ή δεν έχουν καθυστερήσει για χρονικό διάστημα άνω των ενενήντα (90) ημερών τις οφειλές τους προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, παρέχεται επιδότηση για την αποπληρωμή των δανείων που εξασφαλίζονται με την κύρια κατοικία τους, για πέντε (5) έτη από την ημερομηνία της αίτησης. Προκειμένου να λάβουν την επιδότηση αυτή, θα πρέπει να υποβάλουν την αίτηση του άρθρου 8. Σε περίπτωση που το σύνολο των οφειλών τους είναι ενήμερο, εκδίδεται από την πλατφόρμα του άρθρου 29 βεβαίωση ενήμερων οφειλών, προκειμένου να εκκινήσει η καταβολή της επιδότησης, άλλως αυτή παρέχεται κατόπιν υπογραφής της σύμβασης αναδιάρθρωσης του άρθρου 14. 2. Για τη λήψη της επιδότησης της παρ. 1, ο οφειλέτης πρέπει να πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Έχει εμπράγματο δικαίωμα, αποκλειστικής ή κατ’ ιδανικό μερίδιο, κυριότητας, πλήρους ή ψιλής, ή επικαρπίας σε ακίνητο, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία του και βρίσκεται στην Ελλάδα. β) Για την εμπράγματη εξασφάλιση της οφειλής έχει εγγραφεί, πριν την υποβολή της αίτησης του άρθρου 8, υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο, που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία του οφειλέτη. γ) Το σύνολο των οφειλών του προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής ασφάλισης είναι τουλάχιστον είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. δ) Το υπόλοιπο της οφειλής από το δάνειο που εξασφαλίζεται με την κύρια κατοικία του οφειλέτη, δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό τριάντα πέντε χιλιάδων (135.000) ευρώ προκειμένου για μονοπρόσωπ ο νοικοκυριό, το οποίο προσαυξάνεται κατά το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος, έως του ανώτατου ποσού των διακοσίων δέκα πέντε χιλιάδων (215.000) ευρώ ανά πιστωτή. ε) Το δάνειο δεν έχει καταγγελθεί σε χρονικό διάστημα πέραν του ενός (1) έτους από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 8. στ) Έχει επέλθει μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων ως εξής: στα. Οφειλέτες των οποίων οι μέσες μικτές μηνιαίες αποδοχές, αφαιρουμένων πρόσθετων ή άλλων έκτακτων αποδοχών των τελευταίων έξι (6) μηνών πριν την υποβολή της αίτησης παρουσίασαν μείωση, σε σχέση με τους αντίστοιχους έξι (6) προηγούμενους μήνες, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα: i) για ποσά έως χίλια (1.000) ευρώ, μείωση ίση ή μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%), ii) για ποσά μεγαλύτερα των χιλίων (1.000) ευρώ, μείωση ίση ή μεγαλύτερη του τριάντα τοις εκατό (30%), όπως οι αποδοχές αυτές δηλώνονται στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και την Ενιαία Αρχή Πληρωμών. στβ. Ελεύθεροι επαγγελματίες ή φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, των οποίων τα έσοδα του τελευταίου εξαμήνου πριν την υποβολή της αίτησης παρουσίασαν μείωση ίση ή μεγαλύτερη του τριάντα τοις εκατό (30%), σε σχέση με το αντίστοιχο προηγούμενο εξάμηνο, όπως αυτό προκύπτει από τις περιοδικές φορολογικές δηλώσεις στγ. Σε περίπτωση εποχικής απασχόλησης ή δραστηριότητας, συγκρίνονται οι αποδοχές ή τα έσοδα του τελευταίου ενός (1) έτους πριν την υποβολή της αίτησης, σε σχέση με το προηγούμενο έτος, προκειμένου να εντοπιστεί η μείωση. Ως «εποχική» νοείται η απασχόληση ή δραστηριότητα που παρέχεται σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, υποκαταστήματα ή παραρτήματα επιχειρήσεων οι οποίες από τη φύση τους, τις καιρικές ή ιδιαίτερες συνθήκες ή λόγω των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών λειτουργούν κατά ημερολογιακό έτος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) και μικρότερο από εννέα (9) μήνες, κατά το υπόλοιπο δε χρονικό διάστημα του ημερολογιακού έτους δεν απασχολούν προσωπικό που υπερβαίνει το 25% του μέσου όρου του προσωπικού, το οποίο απασχολούν κατά την περίοδο αιχμής της δραστηριότητάς τους. ζ) Λόγω της μείωσης που παρουσίασαν τα οικογενειακά εισοδήματα, σύμφωνα με την περ. στ΄, πληροί τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια και λοιπά κριτήρια που εκάστοτε ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74). Τα εν λόγω εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια ελέγχονται κατά το χρονικό σημείο της αίτησης του άρθρου 8 και εάν προκύπτει ότι τα εισοδηματικά αυτά κριτήρια υπολείπονται των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, λαμβάνονται υπόψη ως κριτήριο τα εν λόγω εισοδηματικά κριτήρια, προσαυξημένα κατά ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό (15%). η) Αποδέχθηκε τη ρύθμιση που πρότειναν οι πιστωτές για όλες τις οφειλές του στο πλαίσιο της εξωδικαστικής ρύθμισης αυτών δυνάμει του άρθρου 14, σε περίπτωση που οι οφειλές δεν ήταν ενήμερες. Στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τα άρθρα 21 και 22. θ) Να μην λαμβάνει ταυτόχρονα άλλη επιδότηση ή επιχορήγηση ή άλλη κρατική ενίσχυση, για το δάνειο πρώτης κατοικίας που επιδοτείται με το παρόν. ι) Να είναι φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερος ως προς τις υποχρεώσεις του μετά τη συνολική αναδιάρθρωση των οφειλών. ια) Σε περίπτωση που οφειλή που πρόκειται να λάβει επιδότηση έχει υπαχθεί οριστικά στις διατάξεις του ν. 3869/2010 (A΄ 130), εφόσον εγκριθεί η επιδότηση του παρόντος, ο οφειλέτης παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει συνεισφορά του Δημοσίου, σύμφωνα με τα εδάφια πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 (A΄ 130). Οφειλέτες που έχουν υποβάλει αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 (A΄ 130), η οποία εκκρεμεί σε πρώτο βαθμό, χωρίς να έχει συζητηθεί, μπορούν να υποβάλουν την αίτηση του άρθρου 8. Αν οι αιτούντες ρυθμίσουν συναινετικά μέσω σύμβασης αναδιάρθρωσης τις οφειλές που είναι επιδεκτικές για την καταβολή επιδότησης κατά το παρόν, η δίκη του ν. 3869/2010 καταργείται ως προς τις οφειλές που ρυθμίστηκαν συναινετικά. 3. Η υποβολή αίτησης για την επιδότηση δόσης συνεπάγεται ως προς το Δημόσιο την παροχή άδειας για την πρόσβαση στο σύνολο των στοιχείων του οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 12. Η πρόσβαση αυτή παρέχεται τόσο για την έγκριση της επιδότησης όσο και για τη διενέργεια περιοδικών ελέγχων της πλήρωσης των προϋποθέσεων χορήγησης. 4. Το μέγιστο ποσό της επιδότησης δόσης, για τα νοικοκυριά που πληρούν τα κριτήρια της παρ. 3 ορίζεται ως ακολούθως: α) Για τον αιτούντα: εβδομήντα (70) ευρώ ανά μήνα. β) Για κάθε επιπλέον μέλος του νοικοκυριού προσαύξηση κατά τριάντα πέντε (35) ευρώ τον μήνα. γ) Στη μονογονεϊκή οικογένεια χορηγείται επιπλέον προσαύξηση τριάντα πέντε (35) ευρώ τον μήνα. δ) Στα νοικοκυριά με απροστάτευτο/α τέκνο/α, χορηγείται επιπλέον προσαύξηση τριάντα πέντε (35) ευρώ τον μήνα για κάθε απροστάτευτο τέκνο. ε) Ως ανώτατο όριο του Επιδόματος Στέγασης ορίζονται τα διακόσια δέκα (210) ευρώ μηνιαίως, ανεξαρτήτως της σύνθεσης του νοικοκυριού. 5. Η επιδότηση δόσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ακόλουθα όρια: α) ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) επί της μηνιαίας δόσης, προκειμένου για δάνεια εξυπηρετούμενα ή δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μέχρι ενενήντα (90) ημέρες κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 8. β) ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί της μηνιαίας δόσης, προκειμένου για δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 8. γ) ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) επί της μηνιαίας δόσης, προκειμένου για

ΠτωχΚ Άρθρο 22

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: ν. 5072/2023
Σχετικότητα 85.0%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 22: Κανόνες και περιορισμοί στις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών Ισχύουν ως προς τις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, πέραν των προβλέψεων υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται βάσει εξουσιοδοτήσεων που παρέχονται στον παρόντα νόμο, και οι ακόλουθοι κανόνες και περιορισμοί: α) Είναι άκυρος ο όρος σύμβασης αναδιάρθρωσης, που προβλέπει: 1. την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης σε περισσότερες από διακόσιες σαράντα (240) δόσεις, 2. τη ρύθμιση οφειλών που έχουν ήδη ρυθμισθεί βάσει του παρόντος κεφαλαίου ή του ν. 4469/2017 (Α’ 62), ανεξάρτητα αν η ρύθμιση είναι σε ισχύ, 3. την τμηματική αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανά χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν τον μήνα, 4. την καταβολή μηνιαίας δόσης μικρότερης των πενήντα (50) ευρώ, 5. την παροχή περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, 6. την ικανοποίηση απαιτήσεων του Δημοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης με άλλα ανταλλάγματα αντί χρηματικού ποσού. β) Αν στη σύμβαση αναδιάρθρωσης προβλέπεται διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, αυτή γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο τον χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και όχι τον χρόνο λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυτής, είτε η καταβολή γίνεται εφάπαξ είτε σε δόσεις. Η διαγραφή των οφειλών της παρούσας τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς αποπληρωμής των ρυθμιζόμενων οφειλών προς το Δημόσιο ή τον αντίστοιχο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Η διαγραφή οφειλών βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών υπέρ τρίτων, γίνεται από τη Φορολογική Διοίκηση. γ) Επί των οφειλών προς το Δημόσιο που ρυθμίζονται δυνάμει της σύμβασης αναδιάρθρωσης δεν υπολογίζονται περαιτέρω τόκοι ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής, δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα του άρθρου 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4987/2022, Α’ 206) και του άρθρου 6 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). Σε περίπτωση ολικής προεξόφλησης της ρύθμισης, με καταβολή από τον οφειλέτη ή συμψηφισμό ή από απόδοση κατασχέσεων ή από παρακράτηση, χορηγείται έκπτωση στο σύνολο των ανεξόφλητων τόκων καταβολής που έχουν υπολογιστεί και, σύμφωνα με το υπολογιστικό εργαλείο του άρθρου 71, αντιστοιχούν στις δόσεις της ρύθμισης που προεξοφλούνται. δ) Το ποσό αποπληρωμής, μη συμπεριλαμβανομένου του τόκου της ρύθμισης, που, κατ’ εφαρμογή του υπολογιστικού εργαλείου του άρθρου 71, αντιστοιχεί στις οφειλές από παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους που εντάσσονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης δεν υπολείπεται του ύψους της βασικής οφειλής αυτών. ε) Η διαγραφή ασφαλιστικών εισφορών απαγορεύεται. στ) Οι έννομες συνέπειες της ρύθμισης των άρθρων 23, 25 και 26 επέρχονται όχι μόνο ως προς τον αιτούντα, αλλά και ως προς τυχόν τρίτα πρόσωπα που έχουν κατά νόμο εις ολόκληρον ευθύνη για τις οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση. Ειδικά στην περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 7, οι έννομες συνέπειες του πρώτου εδαφίου επέρχονται επιπλέον ως προς το υπό εκκαθάριση νομικό πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχουν βεβαιωθεί οι οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση.

ΠτωχΚ Άρθρο 26

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 85.0%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 26: Τήρηση και ολοκλήρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης από τον οφειλέτη 1. Ο οφειλέτης οφείλει να τηρεί τη ρύθμιση και να καταβάλει το σύνολο των δόσεων, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Με την καταβολή του συνόλου των οφειλόμενων δόσεων σε κάθε καταλαμβανόμενο πιστωτή, ολοκληρώνεται επιτυχώς η ρύθμιση και απ οσβέννυται το τμήμα της απαίτησης που υπερβαίνει το ποσό της ρύθμισης που τον αφορά, με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων του κάθε πιστωτή έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη ή δικαιωμάτων των πιστωτών με δικαιώματα επιφύλαξης κυριότητας. 2. Στην περίπτωση της επιτυχούς ολοκλήρωσης της ρύθμισης κατά την παρ. 1, κάθε καταλαμβανόμενος πιστωτής παρέχει στον οφειλέτη πιστοποίηση της ρυθμισμένης απαίτησής του σύμφωνα με την σύμβαση αναδιάρθρωσης. 3. Η πιστοποίηση της παρ. 2 αποτελεί τίτλο εξόφλησης ρυθμι σμένης απαίτησης και διαγραφής για το ποσό του διαγράφηκε από το σύνολο των απαιτήσεων του πιστωτή που καταλαμβάνονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης και υποκαθιστά τη συναίνεση του δανειστή που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 1330 του Αστικού Κώδικα για την εξάλειψη της προσημείωσης. 4. Η πιστοποίηση μπορεί να εκδίδεται και μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του άρθρου 29.

ΑΚ Άρθρο 346

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)Τροποποίηση: 02/04/2012
Σχετικότητα 85.6%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 346: Έναρξη τόκων με επίδοση αγωγής Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης..

ΚΕΔΕ Άρθρο 6

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 85.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 6: Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής 1. Για οποιοδήποτε ποσό χρέους γίνεται ληξιπρόθεσμο, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 53 του Κ.Φ.Δ. Για χρέη από συμβάσεις οι τόκοι ορίζονται ως ανωτέρω, εκτός αν προβλέπεται άλλη ρύθμιση με ρητό όρο της σύμβασης, και υπολογίζονται από την επόμενη ημέρα της προθεσμίας που πρέπει, σύμφωνα με τη σύμβαση, να καταβληθεί η οφειλή μερικά ή ολικά. 2. Η πίστωση χρηματικών ποσών έναντι συγκεκριμένης οφειλής αποσβένει την υποχρέωση του οφειλέτη με την ακόλουθη σειρά: α) έξοδα είσπραξης, β) τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής, γ) τυχόν επιβληθέν πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής και δ) αρχικό ποσό της οφειλής. 3. Οι τόκοι της παρ. 1 υπολογίζονται και επί των εσόδων υπέρ ΟΤΑ, ειδικών ταμείων και εν γένει νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που συνεισπράττονται με τα δημόσια έσοδα από την ΑΑΔΕ. 4. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητά απαλλαγή των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και αυτών προς τους τρίτους, των οποίων η είσπραξη έχει ανατεθεί στην ΑΑΔΕ, από τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής της παρ. 1 και το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον η μη εμπρόθεσμη καταβολή οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Απαλλαγή δεν χορηγείται, αν δεν έχουν εξοφληθεί, πριν από το αίτημα απαλλαγής, όλοι οι φόροι για τους οποίους έχουν επιβληθεί τόκοι και το τυχόν πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής. Το αίτημα απαλλαγής απευθύνεται στον Διοικητή της ΑΑΔΕ και: α) υποβάλλεται εγγράφως, β) περιέχει τα στοιχεία και τον Α.Φ.Μ. του οφειλέτη, γ) φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή νόμιμα εξουσιοδοτημένου προσώπου και δ) περιγράφει όλα τα γεγονότα και περιλαμβάνει τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ανωτέρα βία. Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός τριάντα (30) ημερών και κοινοποιεί την απόφαση στον οφειλέτη κατά το άρθρο 5 του Κ.Φ.Δ. Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. 5. Αναστολή είτε του νόμιμου ή εκτελεστού τίτλου βεβαίωσης ή είσπραξης είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων διοικητικής εκτέλεσης, από τον νόμο ή βάσει απόφασης δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, δεν απαλλάσσει τα χρέη από τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής της παρ. 1 του άρθρου 53 του Κ.Φ.Δ., για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή, για το ποσό που εντέλει οφείλεται. 6. Δεν υπόκεινται στους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής οι από κάθε αιτία οφειλές: α) των στρατευμένων με υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, από την πρώτη ημέρα του μήνα της στράτευσής τους, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του τρίτου μήνα από την αποστράτευσή τους, του μήνα της αποστράτευσης θεωρουμένου ως πρώτου, με εξαίρεση τα ελλείμματα της δημόσιας διαχείρισης και β) των ανηλίκων, για όσο διάστημα στερούνται εκπροσώπησης και επί ένα εξάμηνο μετά την απόκτηση αυτής. 7. Σε περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου δεν είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του Κ.Φ.Δ., οι διατάξεις αυτού υπερισχύουν, για τα έσοδα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

ΚΦΔ Άρθρο 87

Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 5104/2024)
Σχετικότητα 84.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΦΔ Άρθρο 87: Πίστωση και συμψηφισμός καταβολών, αποδόσεων και επιστροφών σε ανεξόφλητες δόσεις ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής και απώλεια ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής 1. Καταβολές έναντι δόσεων ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής που χορηγούνται βάσει νόμου ή απόφασης διοικητικού οργάνου, αποδόσεις από παρακράτηση των πιστοποιητικών του άρθρου 12 που έχουν διενεργηθεί ή διενεργούνται μέχρι την 29η Απριλίου 2024, καθώς και επιστροφές φόρων και αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που έχουν εκκαθαριστεί ή εκκαθαρίζονται από τη Φορολογική Διοίκηση έως και την ανωτέρω ημερομηνία, εφόσον εκκρεμεί η πίστωση ή ο συμψηφισμός τους, πιστώνονται κατά προτεραιότητα και κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, με την ακόλουθη σειρά: α) Σε ανεξόφλητες εκπρόθεσμες δόσεις ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής που χορηγούνται βάσει νόμου ή απόφασης διοικητικού οργάνου, στις οποίες έχουν υπαχθεί οφειλές των ιδίων προσώπων, κατά σειρά παλαιότητας αυτών. Στην περίπτωση αυτή, η βασική οφειλή εκάστης ανεξόφλητης εκπρόθεσμης δόσης προγενέστερης αυτών, για τις οποίες επιτρέπεται η καθυστέρηση καταβολής επιβαρύνεται, αντί των οριζόμενων επιβαρύνσεων της εκάστοτε ρύθμισης σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις αυτής, με τον τόκο εκπρόθεσμης καταβολής που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 52 του παρόντος και την παρ. 1 του άρθρου 6 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190), ο οποίος υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία η εκάστοτε δόση κατέστη ληξιπρόθεσμη και μέχρι την ημερομηνία καταβολής, απόδοσης, συνάντησης ανταπαιτήσεων κατά περίπτωση ή την ημερομηνία της τελευταίας δόσης του προγράμματος ρύθμισης εάν είναι προγενέστερη από την ημερομηνία καταβολής, απόδοσης, συνάντησης ανταπαιτήσεων. β) Σε ανεξόφλητες ληξιπρόθεσμες δόσεις βεβαιωμένων οφειλών εκτός ρύθμισης τμηματικής καταβολής των ανωτέρω προσώπων, κατά σειρά παλαιότητας αυτών. Η πίστωση ή ο συμψηφισμός, σύμφωνα με τα ανωτέρω, διενεργείται κεντρικά, μέσω των Πληροφοριακών Συστημάτων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.). 2. Αν, μετά την πίστωση ή τον συμψηφισμό των ποσών της παρ. 1, δεν έχει επέλθει εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων των ρυθμίσεων και δεν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις τήρησης αυτών, διενεργείται κεντρικά η απώλειά τους. 3. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η πίστωση ή ο συμψηφισμός καθώς και η απώλεια των ως άνω ρυθμίσεων δύναται να διενεργείται και από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Κέντρα Βεβαίωσης και Είσπραξης, το Κέντρο Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου και το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων. 4. Το παρόν δεν εφαρμόζεται στα άρθρα 5 έως 30 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί θεμάτων εξωδικαστικής ρύθμισης χρηματικών οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, στον ν. 4469/2017 (Α’ 62), περί του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, καθώς και στις ρυθμίσεις τμηματικής καταβολής, των οποίων οι όροι τηρούνται. 5. Από την κατάθεση του παρόντος παρέχεται πληροφόρηση για τις οφειλές της περίπτωσης α) της παρ. 1 στην ψηφιακή πύλη «myAADE» της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. 6. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος.

ΕισΝΑΚ Άρθρο 109

Εισαγωγικός Νόμος Αστικού Κώδικα (Π.Δ. 456/1984)Τροποποίηση: 23/02/1946
Σχετικότητα 84.1%
Κείμενο Άρθρου
ΕισΝΑΚ Άρθρο 109: Με διάταγμα, ύστερα από πρόταση των υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, ορίζεται κάθε φορά το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας. Με όμοιο διάταγμα μπορεί να ορίζεται το ανώτατο κάθε φορά ποσοστό τόκου που οφείλεται από δικαιοπραξία. Προκειμένου για οφειλή από δικαιοπραξία, ο συμφωνημένος με αυτή θεμιτός τόκος ισχύει και για την υπερημερία που επήλθε, αν είναι ανώτερος από τον τόκο υπερημερίας. Εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικές διατάξεις που κανονίζουν διαφορετικά το ποσοστό ή την έναρξη του τόκου ως προς τις οφειλές ή τις απαιτήσεις του δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

ΠτωχΚ Άρθρο 7

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: Ν. 5313/2026
Σχετικότητα 83.2%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 7: Πεδίο εφαρμογής 1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα μπορεί να υποβάλει αίτηση για εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών. 2. Από το πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 εξαιρούνται: α) οι πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών που λειτουργούν στην Ελλάδα, β) οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ), καθώς και οι διαχειριστές τους, γ) τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα, δ) οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. 3. Η υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών δεν επιτρέπεται εφόσον: α) το σύνολο των οφειλών του προσώπου της παρ. 1 σε χρηματοδοτικούς φορείς, στο Δημόσιο και στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) το πρόσωπο της παρ. 1 έχει υποβάλει αίτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για την επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης ή για την κήρυξή του σε πτώχευση ή για υπαγωγή στη διαδικασία του ν. 3588/2007 (Α΄ 153) ή του ν. 3869/2010 (Α΄ 130) ή του ν. 4605/2019 (Α΄ 52) ή του ν. 4469/2017 (Α΄ 62), εκτός εάν έχει υπάρξει έγκυρη παραίτησή του από τις εν λόγω διαδικασίες, μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών, γ) το πρόσωπο της παρ. 1 έχει τεθεί σε λύση ή εκκαθάριση. Οφειλές προς το Δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος νομικού προσώπου της παρούσας περίπτωσης δύνανται να ρυθμιστούν με αίτηση τρίτου προσώπου, που έχει κατά νόμο εις ολόκληρον ευθύνη με το υπό εκκαθάριση νομικό πρόσωπο για τις βεβαιωμένες σε βάρος του οφειλές, εφόσον ο αιτών δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζονται τεχνικά και άλλα θέματα για την απεικόνιση στην πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών των οφειλών του νομικού προσώπου σε αίτηση συνυπεύθυνων προσώπων, δ) έχει εκδοθεί οριστική απόφαση υπαγωγής σε μία από τις αναφερόμενες στην περ. β΄ διαδικασίες ή στη διαδικασία του άρθρου 68 του ν. 4307/2015, ή έχει συζητηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου η αίτηση υπαγωγής του στις παραπάνω διαδικασίες και εκκρεμεί η έκδοση δικαστικής απόφασης ή δεν έχουν παρέλθει δεκαπέντε (15) τουλάχιστον μήνες από την απόφαση υπαγωγής ή δεν έχουν παρέλθει τουλάχιστον δώδεκα (12) μήνες από την με οποιοδήποτε τρόπο ολοκλήρωση διαδικασίας του παρόντος Κεφαλαίου Α΄ ή ε) εα) οι οδήποτε φυσικό πρόσωπο, καθώς και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο στη διαχείριση νομικού προσώπου από τον νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή με δικαστική απόφαση, και ιδίως αυτό που φέρει την ιδιότητα του προέδρου ή του διευθύνοντος συμβούλου ή του διαχειριστή ή του ε ταίρου, έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση για ένα από τα ακόλουθα αδικήματα: i) φοροδιαφυγή, ii) νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υπεξαίρεση, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, δωροληψία, λαθρεμπορία, καταδολίευση δανειστών, χρεοκοπία, ή απάτη, σε βαθμό κακουργήματος. Στην περίπτωση της απάτης, αν ο παθών είναι το Δημόσιο ή Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, αρκεί η καταδίκη σε βαθμό πλημμελήματος, εβ) ειδικά επί νομικών προσώπων, η ποινική καταδίκη των προσώπων της υποπερ. εα΄ πρέπει να αφορά αξιόποινη πράξη που τελέστηκε στο πλαίσιο της δραστηριότητας του νομικού προσώπου που αιτείται την ένταξή του στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών, στ) ο οφειλέτης, ο οποίος έχει εξυπηρετούμενες ή ενήμερες οφειλές προς το σύνολο των πιστωτών του, δεν επικαλείται γεγονότα από τα οποία να προκύπτει η επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης σε ποσοστό είκοσι τουλάχιστον τοις εκατό (20%). Η επιδείνωση της παρούσας μπορεί να οφείλεται είτε στη μείωση των εισοδημάτων του είτε στην αύξηση των δαπανών του. 4. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος δεν υπάγονται απαιτήσεις από ανακτήσεις κρατικών ενισχύσεων λόγω παραβίασης της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 3 του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90), οφειλές από τελωνειακούς δασμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποτελούν έσοδό της και αποδίδονται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, οφειλές προς αλλοδαπό Δημόσιο, καθώς και οφειλές υπέρ τρίτων.

ΠτωχΚ Άρθρο 71

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 82.0%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 71: Εξουσιοδοτικές διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου 1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μπορεί να τροποποιούνται το περιεχόμενο της αίτησης και ο κατάλογος των στοιχείων, εγγράφων και δικαιολογητικών των άρθρων 9 και 10. Με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να προβλέπεται ότι ορισμένα από τα στοιχεία, έγγραφα ή δικαιολογητικά απαιτούνται μόνο σε κάποιες κατηγορίες υποθέσεων, καθώς και ότι ορισμένα δεν υποβάλλονται υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση, αλλά μπορούν να υποβληθούν το αργότερο έως τη λήξη της διαπραγμάτευσης. Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου δύναται να εισαχθεί πρότυπη κατάσταση για την αποτύπωση των βασικών στοιχείων των χρηματοοικονομικών καταστάσεων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μπορούν να ρυθμίζονται τεχνικά και λεπτομερειακά θέματα της διαδικασίας διαπραγμάτευσης, καθώς και να τροποποιούνται οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 16. Με την απόφαση αυτή μπορεί ιδίως: α) να καθορίζεται διαδικασία συμπλήρωσης των στοιχείων της αίτησης, καθώς και διόρθωσης των σφαλμάτων της, β) να ορίζονται προθεσμίες για συγκεκριμένες ενέργειες, όταν τέτοιες προθεσμίες δεν ορίζονται στον νόμο, γ) να εξειδικεύονται τα κριτήρια αποδοχής της αίτησης των οφειλετών της περ. στ΄ της παρ. 3 του άρθρου 7, δ) να προβλέπεται διαδικασία παράτασης της προθεσμίας σε συγκεκριμένη περίπτωση, όταν η μη τήρησή της οφείλεται σε λόγους, τους οποίους δεν μπορεί να ελέγξει το μέρος που ζητά την παράταση, ε) να καθορίζεται διαδικασία διαγραφής της αίτησης με ταυτόχρονη επανυποβολή της, όταν υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα, τα οποία κατά τον χρόνο διαπίστωσής τους δεν μπορούν να διορθωθούν με εισαγωγή των στοιχείων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, στ) να καθορίζονται θέματα που αφορούν την επικοινωνία και τον συντονισμό των συμμετεχόντων πιστωτών, του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης ως προς τη συμμετοχή τους στην διαδικασία αναδιάρθρωσης οφειλών μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ενδεικτικά να ορίζεται συντονιστής των συμμετεχόντων πιστωτών βάσει της κατάταξής του ως προς ειδικό προνόμιο ή του ύψους των απαιτήσεών του κατά του οφειλέτη, ζ) να προβλέπεται ως επιλογή κατά τη διακριτική ευχέρεια των χρηματοδοτικών φορέων η χρήση υπολογιστικού εργαλείου για τον προσδιορισμό των όρων της σύμβασης αναδιάρθρωσης, το οποίο: ζα) θα καθορίζει σε δόσεις το τελικό ποσό αποπληρωμής καθώς και τη χρονική περίοδο αποπληρωμής ανά καταλαμβανόμενο πιστωτή λαμβάνοντας υπόψη, i. την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη με όρους καθαρής παρούσας αξίας, ii. την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η οποία για τα ακίνητα δεν μπορεί να υπολείπεται της αξίας του άρθρου 11, και iii. την κατάταξη των απαιτήσεων των πιστωτών στο προϊόν της ρευστοποίησης, προκειμένου να προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό ανάκτησης ανά καταλαμβανόμενο πιστωτή, ζβ) θα παράγει τα τελικά ποσά αποπληρωμής εφαρμόζοντας τους ακόλουθους κανόνες: i. Δεν επιτρέπεται: αα) να φέρουν οποιονδήποτε καταλαμβανόμενο πιστωτή σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ανεξάρτητα από τον χρόνο επιβολής κατάσχεσης ή επίδοσης επιταγής προς εκτέλεση και ββ) να έχει ως αποτέλεσμα, οποιοσδήποτε από τους μη συναινούντες πιστωτές, ο οποίος έχει κυριότητα επί πράγματος ή είναι εκδοχέας απαιτήσεων, ιδίως, στο πλαίσιο χρηματοδοτικής μίσθωσης ή πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και έχει δικαίωμα να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κατά του οφειλέτη από τα περιουσιακά στοιχεία αυτά, να υποχρεωθεί να λάβει ποσά μικρότερα από αυτά που θα ελάμβανε ή θα λάβει ασκώντας τα συμβατικά του δικαιώματα σε σχέση με τα περιουσιακά αυτά στοιχεία. ii. Ποσά και άλλα ανταλλάγματα που απομένουν μετά την κατά προτεραιότητα κατανομή ποσών και άλλων ανταλλαγμάτων, σύμφωνα με την περ. i, κατανέμονται σε όλους τους καταλαμβανόμενους πιστωτές συμμέτρως κατά το μέρος των απαιτήσεών τους που απομένει ανεξόφλητο. iii. Δεν θα παραβιάζει το άρθρο 22. iv. Για τον υπολογισμό των ποσών διανομής μεταξύ των καταλαμβανόμενων πιστωτών, από τις απαιτήσεις των πιστωτών τους αφαιρούνται προηγουμένως: A) το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα, B) ποσοστό ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα αναφερόμενα στις υποπερ. A΄ και B΄ ποσά συνυπολογίζονται στη διανομή μόνο στην περίπτωση και κατά την έκταση που το επιτρέπει η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη και αποπληρώνονται, εν όλω ή εν μέρει, μόνο εφόσον έχουν αποπληρωθεί πλήρως οι λοιπές απαιτήσεις των πιστωτών. Σε αντίθετη περίπτωση τα ανωτέρω ποσά διαγράφονται μετά την ολοσχερή εξόφληση όλων των οφειλών με βάση τη σύμβαση αναδιάρθρωσης. v. Θα βασίζεται σε στοιχεία διαθέσιμα σε συμμετέχοντες πιστωτές και παρεχόμενα από τον οφειλέτη (σε περίπτωση ασυμφωνίας των στοιχείων αυτών, επιλέγονται τα στοιχεία που προέρχονται από τους συμμετέχοντες πιστωτές) ως προς τα ακόλουθα: Α) Συνολικό ύψος υποχρεώσεων του οφειλέτη προς κάθε πρόσωπο, Β) συνολική αξία της περιουσίας του οφειλέτη, Γ) ετήσιο εισόδημά του, και Δ)τρέχουσες υποχρεώσεις του προς πιστωτές εκτός των καταλαμβανομένων πιστωτών. η) να καθορίζονται θέματα που αφορούν την παροχή βεβαίωσης για την επίτευξη σύμβασης αναδιάρθρωσης του παρόντος κεφαλαίου, και θ) να καθορίζεται το κόστος συμμετοχής στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και το πρόσωπο ή πρόσωπα που ευθύνονται για την κάλυψή του, καθώς και για τυχόν σχετικά έξοδα ή δαπάνες. 2Α. Σε περίπτωση που κατά τη διακριτική ευχέρεια των χρηματοδοτικών φορέων δεν γίνει χρήση του υπολογι στικού εργαλείου, αυτοί δύνανται, για να κάνουν πρόταση αναδιάρθρωσης στον οφειλέτη, να συναξιολογήσουν την ικανότητα συνεισφοράς στην αποπληρωμή των συνοφειλετών του στους χρηματοδοτικούς φορείς, όπως και την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων αυτών. Για τον λόγο αυτόν είναι δυνατή η πρόσκληση των συνοφειλετών χρηματοδοτικών φορέων, που κατά περίπτωση ορίζουν οι χρηματοδοτικοί φορείς. Τα τεχνικά και λεπτομερειακά θέματα της διαδικασίας πρόσκλησης των συνοφειλετών χρηματοδοτικών φορέων και η ανταπόκριση αυτών αναφέρονται στην κοινή απόφαση της παρ. 5. Η θετική ανταπόκριση συνοφειλέτη χρηματοδοτικού φορέα συνεπάγεται αυτοδίκαια την εφαρμογή των άρθρων 10 και 12. Η αντιπρόταση των τραπεζών κατά την παρούσα, προκύπτει επίσης από σχετικό υπολογισ

ΠτωχΚ Άρθρο 39

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 82.9%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 39: Περιεχόμενο της συμφωνίας εξυγίανσης 1. Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να έχει ως αντικείμενο οποιαδήποτε ρύθμιση του ενεργητικού και του παθητικού του οφειλέτη και ιδίως: α) Τη μεταβολή των όρων των υποχρεώσεων του οφειλέτη χωρίς περιορισμό, συμπεριλαμβανομένων και τρεχουσών ή συναφθεισών ρυθμίσεων με φορείς του Δημοσίου ή Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. Η μεταβολή αυτή δύναται ενδεικτικά να συνίσταται στη μεταβολή του χρόνου εκπλήρωσης των απαιτήσεων, περιλαμβανομένης της τροποποίησης των όρων υπό τους οποίους δύναται να ζητηθεί η πρόωρη αποπληρωμή τους, στη μεταβολή του επιτοκίου, στην αντικατάσταση της υποχρέωσης καταβολής επιτοκίου με την υποχρέωση καταβολής μέρους των κερδών, στην αντικατάσταση απαιτήσεων με μετατρέψιμες ή μη ομολογίες έκδοσης του οφειλέτη ή στην υποχρέωση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών να δεχθούν την εναλλαγή υποθηκικής ή ενεχυρικής τάξης υπέρ νέων πιστωτών του οφειλέτη. β) Την κεφαλαιοποίηση υποχρεώσεων του οφειλέτη με την έκδοση μετοχών κάθε είδους ή κατά περίπτωση εταιρικών μεριδίων. Πριν από την κεφαλαιοποίηση δύναται να λαμβάνει χώρα μείωση του μετοχικού κεφαλαίου για την απόσβεση ζημιών ή για το σχηματισμό αποθεματικού. γ) Τη ρύθμιση των σχέσεων των πιστωτών μεταξύ τους μετά από την επικύρωση της συμφωνίας είτε υπό την ιδιότητά τους ως πιστωτών είτε σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή μεταβίβασης επιχείρησης σε νέο φορέα, υπό την ιδιότητά τους ως μετόχων ή εταίρων. Ενδεικτικά η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να προβλέπει ότι μία κατηγορία πιστωτών δεν δύναται να ζητήσει την αποπληρωμή των απαιτήσεων προς αυτή πριν από την πλήρη ικανοποίηση μιας άλλης, να ρυθμίζει θέματα διοίκησης της επιχείρησης του οφειλέτη μετά την κεφαλαιοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών ή μετά τη μεταβίβαση επιχείρησης σε νέο φορέα, να ρυθμίζει θέματα σε σχέση με τη μεταβίβαση των μετοχών ή εταιρικών μεριδίων που θα προκύψουν από την κεφαλαιοποίηση (ή τη μεταβίβαση επιχείρησης σε νέο φορέα), όπως ενδεικτικά δικαίωμα ή υποχρέωση των μετόχων μειοψηφίας σε περίπτωση πώλησης της πλειοψηφίας των μετοχών να πωλήσουν τις μετοχές τους με τους ίδιους όρους με τους οποίους γίνεται η πώληση της πλειοψηφίας. δ) Τη μείωση των απαιτήσεων έναντι του οφειλέτη. ε) Την εκποίηση επί μέρους περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. στ) Την ανάθεση της διαχείρισης της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο με βάση οποιαδήποτε έννομ η σχέση περιλαμβανομένης ενδεικτικά της εκμίσθωσης ή της σύμβασης διαχείρισης. ζ) Τη μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο ή σε εταιρεία των πιστωτών κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 64. η) Την αναστολή των ατομικών και συλλογικών διώξεων των πιστωτών για ορισμένο διάστημα μετά την επικύρωση της συμφωνίας. Η αναστολή αυτή δεν θα δεσμεύει τους μη συμβαλλόμενους πιστωτές, καθώς και τους πιστωτές των οποίων η συναίνεση συνάγεται σύμφωνα με το άρθρο 35 για διάστημα που υπερβαίνει τους τρείς (3) μήνες από την επικύρωση της συμφωνίας. θ) Τη λήψη από τον οφειλέτη ή από φορέα στον οποίο μεταβιβάζεται επιχειρηματική δραστηριότητα του οφειλέτη ενδιάμεσης ή νέας χρηματοδότησης για τη διατήρηση της αξίας της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης ή, αντιστοίχως, για την εφαρμογή του επιχειρηματικού σχεδίου μετά την εξυγίανση. ι) Τον διορισμό προσώπου που θα επιβλέπει την εκτέλεση των όρων της συμφωνίας εξυγίανσης ασκώντας τις εξουσίες που του δίνονται κατά τους όρους της συμφωνίας εξυγίανσης. ια) Την καταβολή συμπληρωματικών ποσών προς εξόφληση απαιτήσεων σε περίπτωση βελτίωσης της οικονομικής θέσης του οφειλέτη. Η συμφωνία πρέπει να ορίζει με ακρίβεια τις προϋποθέσεις καταβολής των ποσών αυτών. ιβ) Οι εγγυήσεις, οι ασφαλίσεις πιστώσεων και άλλες συμβάσεις με αντίστοιχο αποτέλεσμα υπέρ απαιτήσεων που κεφαλαιοποιούνται τρέπονται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, σε δικαίωμα προαίρεσης του πιστωτή να πωλήσει στον εγγυητή ή ασφαλιστή τις μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια που προκύπτουν από την κεφαλαιοποίηση του χρέους κατά τον χρόνο στον οποίο θα καθίστατο κατά τους όρους του ληξιπρόθεσμο το χρέος και για ποσό ίσο με το άθροισμα του κεφαλαίου και των τυχόν τόκων που καλύπτονται από την εγγύηση. Το δικαίωμα προαίρεσης δύναται να ασκηθεί εντός δύο (2) μηνών από τον χρόνο κατά τον οποίο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη η υποχρέωση που κεφαλαιοποιήθηκε και, αν είναι ήδη ληξιπρόθεσμη κατά την κεφαλαιοποίηση, εντός δύο (2) μηνών από την τελευταία. 2. Δεν θίγονται οι πιστώσεις που είναι εξασφ αλισμένες με συμφωνία χρηματοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 (Α΄ 263) στο μέτρο που ικανοποιούνται από την ασφάλεια αυτή, εκτός αν συμφωνήσει διαφορετικά ο ασφαλειολήπτης. 3. Οι υποχρεώσεις που μπορεί να μεταρρυθμίζει η συμφωνία εξυγίανσης περιλαμβάνουν και τις υπό αίρεση ή τις άγνωστες υποχρεώσεις του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων και των υποχρεώσεων από μελλοντική κατάπτωση εγγυήσεων, οι οποίες έχουν παρασχεθεί ως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης. 4. Με τη συμφωνία εξυγίανσης δεν θίγονται κεκτημένα δικαιώματα σε επαγγελματικές συντάξεις. 5. Η συμφωνία εξυγίανσης δεν θίγει: α) το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης και εργασιακής κινητοποίησης των εργαζομένων, β) το δικαίωμα στην ενημέρωση και τη διαβούλευση σύμφωνα με την Οδηγία 2002/14/ΕΚ και την Οδηγία 2009/38/ΕΚ, και γ) τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τις Οδηγίες 98/59/ΕΚ, 2001/23/ΕΚ και 2008/94/ΕΚ.

ΠτωχΚ Άρθρο 23

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 82.5%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 23: Αποτελέσματα των συμβάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών με το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης Η θέση σε ισχύ σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών στην οποία τεκμαίρεται η συναίνεση του Δημοσίου ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης σύμφωνα με την περ. γ΄ της παρ. 2, καθώς και την παρ. 4 του άρθρου 21, παράγει τα ακόλουθα αποτελέσματα ως προς το Δημόσιο ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, αντιστοίχως: α. Από την ημερομηνία ισχύος της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης, ισχύουν τα ακόλουθα ως προς το Δημόσιο: i. αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης, ii. αναστέλλεται η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέ λλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα, iii. κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης και υπό την προϋπόθεση ότι: α) έχει εξοφληθεί τουλάχιστον η πρώτη δόση της ρύθμισης δυνάμει αυτής, β) έχουν εξοφληθεί ή τακτοποιηθεί με νόμιμο τρόπο, με αναστολή είσπραξης ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οι μη υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές και γ) έχουν υποβληθεί οι προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, καθώς και η προβλεπόμενη Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.), εντός τριών (3) μηνών από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους, μετά από αίτηση του οφειλέτη, η Φορολογική Διοίκηση αποφασίζει ότι οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων σε βάρος του οφειλέτη δεν καταλαμβάνουν μελλοντικές απαιτήσεις. Η απόφαση αυτή εκδίδεται, ανεξάρτητα από το εάν οι κατασχέσεις επιβλήθηκαν για υπαγόμενες ή μη στη σύμβαση οφειλές και γνωστοποιείται στον τρίτο. Ποσά απαιτήσεων που γεννώνται μετά την ως άνω γνωστοποίηση, αποδεσμεύονται και αποδίδονται κατά νόμο, ενώ ποσά απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από αυτήν, αποδίδονται στο Δημόσιο. Αν ανατραπεί ή ακυρωθεί η σύμβαση, οι ανωτέρω κατασχέσεις αναπτύσσουν πλήρως τις έννομες συνέπειές τους, αναφορικά με τις μελλοντικές απαιτήσεις, από τη γνωστοποίηση της ανατροπής στον τρίτο. Τυχόν αποκτηθέντα δικαιώματα ή αξιώσεις τρίτων δεν αντιτάσσονται έναντι του κατασχόντος Δημοσίου. Οι κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά για οφειλές υπαγόμενες στη σύμβαση, αίρονται μετά από αίτηση του οφειλέτη, εφόσον έχει εξοφληθεί ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού προς καταβολή στο Δημόσιο ποσού της σύμβασης. Στις περιπτώσεις των ανωτέρω εδαφίων, ποσά που έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο, δεν επιστρέφονται. β. Από την ημερομηνία ισχύος της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης, ισχύουν τα ακόλουθα ως προς τον Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης: i. Αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης. ii. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄ 136) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με αυτά ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα. γ. Με την υπαγωγή στις ως άνω ρυθμίσεις αναστέλλεται η παραγραφή των ρυθμιζόμενων οφειλών καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος αυτών και δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής. δ. Για τη χορήγηση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας στον οφειλέτη εφαρμόζονται το άρθρο 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170) και οι κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού. Η ρύθμιση οφειλών στο πλαίσιο του παρόντος θεωρείται ως ρύθμιση τμηματικής καταβολής για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ανωτέρω σύμβαση. ε. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας στον οφειλέτη, που δεσμεύονται από την απόφαση επικύρωσης σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις των φορέων. Η ρύθμιση οφειλών στο πλαίσιο του παρόντος θεωρείται ως ρύθμιση τμηματικής καταβολής για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ανωτέρω σύμβαση.

ΚΟΔΚΔΛ Άρθρο 27

Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 4938/2022)
Σχετικότητα 82.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΟΔΚΔΛ Άρθρο 27: Ολομέλεια - Τμήματα 1. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου δικάζει σε τμήματα και σε Ολομέλεια. Κάθε τμήμα συγκροτείται από τον πρόεδρό του και τέσσερις (4) αρεοπαγίτες. Η Ολομέλεια συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον νόμιμο αναπληρωτή του και από το ήμισυ τουλάχιστον των λοιπών μελών του Αρείου Πάγου (πλήρης Ολομέλεια). 2. Όταν η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δικάζει πολιτικές ή ποινικές υποθέσεις, αποτελείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και εναλλάξ, κατά δικάσιμο, από τους αντιπροέδρους και τους αρεοπαγίτες που κληρώνονται κατ’ έτος και συνεδριάζει νομίμως με την παρουσία δεκαεπτά (17) τουλάχιστον μελών (τακτική Ολομέλεια). Αν λόγω έλλειψης ή κωλύματος δεν αρκούν για τη συγκρότηση της τακτικής Ολομέλειας οι κληρωθέντες, καλούνται για τη συγκρότησή της αρεοπαγίτες της άλλης σειράς, κατά την τάξη της κλήρωσής τους. Στην πλήρη Ολομέλεια υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας, γ) οι περιπτώσεις που το τμήμα αρνείται την εφαρμογή νόμου ως αντισυνταγματικού και δ) οι περιπτώσεις που το τμήμα πρόκειται να εκδώσει απόφαση αντίθετη με προηγούμενη θέση της ολομέλειας ή τμήματος του Αρείου Πάγου, για το ίδιο θέμα. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Η τακτική Ολομέλεια παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στην πλήρη Ολομέλεια, αν σχηματισθεί πλειοψηφία με διαφορά μίας (1) μόνο ψήφου. Η απόφαση της Ολομέλειας λαμβάνεται μετά από διάσκεψη, στην οποία αρκεί να παρίστανται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον μέλη (τακτική Ολομέλεια) ή είκοσι εννέα (29) μέλη (πλήρης Ολομέλεια) εκ των συμμετεχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης μελών αυτής, εφόσον τα ελλείποντα μέλη έχουν αποβιώσει ή αποχωρήσει από την υπηρεσία ή συντρέχει στο πρόσωπό τους σοβαρό κώλυμα, που αναφέρεται στο πρακτικό της διάσκεψης. 3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ορίζονται τα πολιτικά και ποινικά τμήματα, η συγκρότησή τους, οι αρμοδιότητες κάθε τμήματος και ρυθμίζονται η εσωτερική οργάνωση, ο τρόπος διεξαγωγής των εργασιών και κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά στην εύρυθμη λειτουργία του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ορίζεται επίσης ο τρόπος κατανομής των αιτήσεων αναιρέσεως μεταξύ των ποινικών τμημάτων του δικαστηρίου. 4. Με απόφαση της Ολομέλειας σε συμβούλιο, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η σύνθεση των τμημάτων, με κατανομή σε αυτά των μελών του Αρείου Πάγου. Για την κατανομή λαμβάνονται υπόψη οι προτιμήσεις των αντιπροέδρων και των αρεοπαγιτών, όπως και η αρχαιότητά τους, προκειμένου να υπηρετούν σε κάθε τμήμα και αρχαιότεροι αρεοπαγίτες. Κατά την κατανομή μπορεί να ορίζονται για κάθε τμήμα και αναπληρωτές αρεοπαγίτες, που υπηρετούν σε άλλα τμήματα. Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου μπορεί κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους να συμπληρώνει τη σύνθεση ορισμένων τμημάτων από άλλα τμήματα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από ειδικές υπηρεσιακές ανάγκες. Η πράξη αυτή του Προέδρου έχει προσωρινή ισχύ μέχρι να ληφθεί σχετική απόφαση από την Ολομέλεια, η οποία συγκαλείται εντός τριάντα (30) ημέρων και η απόφασή της να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5. Στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας, πλήρους και τακτικής, και των ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου παρίσταται ο εισαγγελέας του δικαστηρίου. Στις συνεδριάσεις των τμημάτων που εκδικάζουν πολιτικές υποθέσεις ο εισαγγελέας παρίσταται μόνο αν είναι διάδικος ή έχει υποβάλει, έως την έναρξη της δικασίμου, έγγραφη πρόταση την οποία αναπτύσσει και προφορικά. 6. Αν δεν υπάρχει, κωλύεται ή είναι απών, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αναπληρώνεται από αντεισαγγελέα κατά τη σειρά της αρχαιότητάς του.

ΚΠολΔ Άρθρο 580

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 82.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 580: 1. Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για υπέρβαση δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα να ασχοληθούν πια με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας. 2. Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο. 3. Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. 4. Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. 5. Αν ο Άρειος Πάγος, δικάζοντας σε ολομέλεια, απορρίψει τους λόγους αναίρεσης που παραπέμφθηκαν στην ολομέλεια και υπάρχουν και άλλοι λόγοι αναίρεσης που δεν έχουν παραπεμφθεί, η υπόθεση αναπέμπεται στο τμήμα που την παρέπεμψε, στο οποίο συζητείται με κλήση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 568. Αν αναιρέσει την απόφαση, παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 3.

ΚΠΔ Άρθρο 524

Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019)Τροποποίηση: 12/11/2021
Σχετικότητα 81.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠΔ Άρθρο 524: Συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής 1. Η συζήτηση στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ. 2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα. Επίσης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 134. Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. 2. Αν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνο από εκείνον που καταδικάστηκε ή σε όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470..

ΠτωχΚ Άρθρο 30

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: Ν. 5104/2024
Σχετικότητα 81.1%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 30: Συνεργασία χρηματοδοτικών φορέων 1. Όταν περισσότεροι του ενός χρηματοδοτικοί φορείς έχουν ή διαχειρίζονται ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις έναντι του ίδιου οφειλέτη, ως προς τον οποίον υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών του υποχρεώσεων, αυτοί μπορεί να συνεργάζονται, προκειμένου να επεξεργαστούν και να υποβάλουν στον οφειλέτη κοινή πρόταση, με σκοπό την εξεύρεση βιώσιμης λύσης. Προς τον σκοπό τούτο, τα ανωτέρω πρόσωπα μπορούν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους όσες πληροφορίες απαιτούνται, προκειμένου να αξιολογήσουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη και να διαμορφώσουν τους όρους της κοινής πρότασης, την οποία θα υποβάλουν, στο πλαίσιο του παρόντος κεφαλαίου. 2. Με την επιφύλαξη της τήρησης των όρων του ειδικού πλαισίου της παρ. 3, οι χρηματοδοτικοί φορείς μπορούν να ορίζουν από κοινού κανόνες που αφορούν τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες του παρόντος κεφαλαίου, έχοντας και την υποχρέωση δημοσιοποίησής τους: α) προϋποθέσεις εξέτασης ή/και αποδοχής αιτήσεων, β) διαδικασία αυτοματοποιημένης επεξεργασίας στοιχείων, γ) διαδικασία παραγωγής προτάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών, δ) τη θέση όρων αποδοχής, ενδεικτικά ότι η προσφορά είναι δεκτική αποδοχής μόνο συνολικά και όχι μόνο σε επί μέρους σημεία της, ε) τον τρόπο και τα μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, των οφειλετών για τις διαδικασίες και όρους του παρόντος άρθρου, στ) την έκδοση της πιστοποίησης της παρ. 2 του άρθρου 26, και ζ) τη διαμόρφωση και χρήση εργαλείων έγκαιρης προειδοποίησης και μηχανισμών ειδοποίησης για την αποφυγή της αφερεγγυότητας των οφειλετών τους. 3. Οι όροι της παρ. 2 μπορεί να διαφοροποιούνται κατά είδος οφειλέτη, ενδεικτικά, ως προς φυσικά πρόσωπα των οποίων οι οφειλές δεν αφορούν εμπορική, επαγγελματική ή επιχειρηματική δραστηριότητα ή την εγγύηση πρωτοφειλών ή συνοφειλών που αφορούν μια ή περισσότερες από τις δραστηριότητες αυτές, και ως προς επιχειρήσεις ανάλογα με το μέγεθός τους ή το ύψος των οφειλών τους ανά φορέα ή και συνολικά. 4. Οι χρηματοδοτικοί φορείς δικαιούνται να ρυθμίζουν δάνεια ή πιστώσεις οποιουδήποτε είδους προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για τα οποία τους έχει παρασχεθεί η εγγύηση του ελληνικού δημοσίου χωρίς περιορισμό ως προς όλους τους γενικούς και ειδικούς όρους αυτών, ιδίως δε ως προς τη διάρκεια, το επιτόκιο, το ποσό της δόσης και την περιοδικότητα των δόσεων. Ανεξαρτήτως της ρύθμισης, οι ως άνω παρασχεθείσες υπέρ των χρηματοδοτικών φορέων εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου διατηρούν την ισχύ τους στο σύνολό τους, χωρίς να επέρχεται ποσοτική αύξηση της εγγυητικής του ευθύνης. Η παραγραφή των αξιώσεων των χρηματοδοτικών φορέων κατά του ελληνικού δημοσίου, ως εγγυητή, καθώς και η οριζόμενη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις προθεσμία υποβολής αιτημάτων κατάπτωσης, αναστέλλονται από την ημερομηνία οριστικής υποβολής της αίτησης του άρθρου 8 μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση της διαδικασίας της αίτησης, καθώς και για όσο χρονικό διάστημα η σύμβαση αναδιάρθρωσης με την οποία ρυθμίζονται οφειλές για τις οποίες έχει παρασχεθεί η εγγύηση του ελληνικού δημοσίου είναι σε ισχύ. Αιτήματα κατάπτωσης που έχουν ήδη υποβληθεί μέχρι την ημερομηνία οριστικής υποβολής της αίτησης του άρθρου 8, επίδικα ή μη, παραμένουν ισχυρά. 4Α. Εφόσον η διαδικασία ολοκληρωθεί επιτυχώς και τεθεί σε ισχύ η καταρτισθείσα Σύμβαση Αναδιάρθρωσης, κατά την υλοποίηση, η οφειλή δύναται να παρακολουθείται σε νέο λογαριασμό, στον οποίο αποτυπώνονται τα χαρακτηριστικά της ρύθμισης. 4Β. Εάν προβλέπεται ποσό διαγραφής, οι χρηματοδοτικοί φορείς δικαιούνται να ζητήσουν από το ελληνικό δημόσιο ως εγγυητή την εφάπαξ πληρωμή του εγγυημένου μέρους του ποσού αυτού ως συνόλου, με αίτημα προς την αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που υποβάλλεται άμεσα μετά τη θέση σε ισχύ της Σύμβασης Αναδιάρθρωσης. Το ελληνικό δημόσιο προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του ως εγγυητής ως προς το ποσό της κύριας οφειλής που διαγράφεται πλήρως, χωρίς τη βεβαίωση του ποσού αυτού, ως εσόδου του ελληνικού δημοσίου, σε βάρος του φυσικού ή νομικού προσώπου, στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία και με αναλογική εφαρμογή της διαδικασίας των περ. β, γ, και δ της παρ. 6 του άρθρου 101 του ν. 4549/2018 (Α’ 105). 4Γ . Η καταγγελία της Σύμβασης Αναδιάρθρωσης για οποιονδήποτε λόγο που προβλέπεται στον παρόντα, στις εν ισχύι υπουργικές αποφάσεις που αφορούν στον εξωδικαστικό μηχανισμό, καθώς και στη Σύμβαση Αναδιάρθρωσης και τα Παραρτήματα αυτής, η οποία έχει ως συνέπεια την απώλεια της ρύθμισης ως προς τον καταγγέλλοντα χρηματοδοτικό φορέα, επί δανείων ή πιστώσεων εγγυημένων από το ελληνικό δημόσιο συνεπάγεται την αναβίωση της οφειλής αυτής στο ύψος που είχε πριν από τη Σύμβαση Αναδιάρθρωσης, η οποία καθίσταται στο σύνολό της ληξιπρόθεσμη και άμεσα απαιτητή, αφαιρουμένων ποσών που εν τω μεταξύ καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω ρύθμισης, καθώς και από το ελληνικό δημόσιο ως εγγυητή. Ο χρηματοδοτικός φορέας δικαιούται να υποβάλει προς το Ελληνικό Δημόσιο αίτημα κατάπτωσης για το εγγυημένο υπόλοιπο της οφειλής όπως διαμορφώθηκε, κατά τα άνω, μετά την αναβίωση. Τα παραπάνω ισχύουν και για τα εγγυημένα από το ελληνικό δημόσιο δάνεια προς φυσικά πρόσωπα ή ομάδες φυσικών προσώπων, κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων για την υποβολή αιτημάτων κατάπτωσης, ανά δόση, σύμφωνα με τις οικείες υπουργικές αποφάσεις παροχής της εγγύησης, της καταγγελίας της Σύμβασης Αναδιάρθρωσης, η οποία συνιστά και καταγγελία της ρυθμισθείσας σύμβασης. 4Δ. Για τις οφειλές από δάνεια ή πιστώσεις με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, η αίτηση του άρθρου 8 συνυποβάλλεται και η Σύμβαση Αναδιάρθρωσης συνυπογράφεται υποχρεωτικά από όλους τους ενεχόμενους (οφειλέτη, συνοφειλέτες, εγγυητές πλην του ελληνικού δημοσίου).

ΚΠολΔ Άρθρο 561

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 81.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 561: 1. Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20. 2. Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

ΚΠολΔ Άρθρο 559

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2002
Σχετικότητα 81.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 559: Αναίρεση επιτρέπεται μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας, 3) αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί, 4) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, 5) αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46, 6) αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, 7) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 9) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, 10) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (διεγράφησαν λέξεις.) 11) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, 12) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, 13) αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, 14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, 15) αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση, 16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, 17) αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, 18) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, 19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 20) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

ΠτωχΚ Άρθρο 5

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 80.0%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 5: Σκοπός 1. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου ρυθμίζουν θέματα εξωδικαστικής ρύθμισης χρηματικών οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός αποσκοπεί να παρέχει στους συμμετέχοντες πιστωτές λειτουργικό περιβάλλον διαμόρφωσης προτάσεων ρύθμισης των οφειλών του οφε ιλέτη και αποφυγής του κινδύνου αφερεγγυότητάς του, έπειτα από αίτηση του οφειλέτη ή έπειτα από δική τους πρωτοβουλία. 2. Οι χρηματοδοτικοί φορείς διατηρούν διακριτική ευχέρεια ως προς την υποβολή πρότασης ρύθμισης οφειλών και ως προς το περιεχόμενό της και δεν υποχρεούνται να υποβάλουν προτάσεις σε όλες τις περιπτώσεις που τους απευθύνεται αίτηση. Αποτελέσματα ως προς το σύνολο των χρηματοδοτικών φορέων και, υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος, ως προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, παράγονται εντούτοις, εφόσον η πλειοψηφία των χρηματοδοτικών φορέων αποδέχεται την αίτηση και συναινεί στη διατύπωση συγκεκριμένης πρότασης ρύθμισης οφειλών.

ΠτωχΚ Άρθρο 60

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 80.7%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 60: Αποτελέσματα της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης 1. Από την επικύρωσή της, η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτή, ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία εξυγίανσης. 2. Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να ρυθμίσει απαιτήσεις που γεννώνται μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της επικυρωτικής απόφασης. 3. Τα δικαιώματα των πιστωτών κατά των εγγυητών και συνοφειλετών εις ολόκληρον του οφειλέτη, καθώς και τα υφιστάμενα δικαιώματά τους σε περιουσιακά αντικείμενα τρίτων, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση κατά του οφειλέτη, μόνο αν συμφωνεί ρητά ο πιστωτής, ενώ η παρ. 2 του άρθρου 37 δεν εφαρμόζεται για την παροχή της συναίνεσης αυτής. 4. Η διάταξη της παρ. 3 ισχύει και σε σχέση με τις εγγυήσεις που παρέχονται από το Δημόσιο εφόσον περιορίζεται με τη συμφωνία το ποσό του εγγυημένου από τον άνω φορέα κεφαλαίου. Σε περίπτωση που δεν συναινεί ο πιστωτής, οι άνω εγγυήσεις δεν θίγονται στο σύνολό τους ως προς το εκάστοτε ανεξόφλητο εγγυημένο κεφάλαιο. Η παραγραφή των δικαιωμάτων των πιστωτών κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως εγγυητή, καθώς και η τυχόν οριζόμενη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις προθεσμία υποβολής αιτημάτων κατάπτωσης, αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης επικύρωσης και για όσο χρονικό διάστημα η συμφωνία είναι σε ισχύ, και σε κάθε περίπτωση μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αίτησης επικύρωσης. 5. Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από εγγυητή ή συνοφειλέτη εις ολόκληρον, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι των τελευταίων, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής, με τον ίδιο τρόπο που ευθύνεται κατά τη συμφωνία έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτούς. 6. Με την επικύρωση της συμφωνίας: α) Αίρεται αυτοδικαίως η απαγόρευση ή το κώλυμα έκδοσης επιταγών που είχε επιβληθεί στον οφειλέτη πριν από την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης. β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη των πλημμελημάτων της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43), καθώς και της καθυστέρησης καταβολής οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄ 136), εφόσον οι παραπάνω πράξεις έχουν τελεσθεί πριν από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 44. Η αναστολή δ εν υπόκειται στον χρονικό περιορισμό της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα και ισχύει για όσο χρονικό διάστημα προβλέπεται να διαρκέσει η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης και υπό τον όρο της εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων. γ) Οι ρυθμιζόμενες με τη συμφωνία εξυγίανσης οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης καθίστανται ενήμερες υπό τον όρο τήρησης της συμφωνίας εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να χορηγούν τις αντίστοιχες βεβαιώσεις ενημερότητας, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στη συμφωνία εξυγίανσης. δ) Εφόσον προβλέπεται στη συμφωνία εξυγίανσης, αίρονται τυχόν κατασχέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, που έχουν ως αιτία ρυθμιζόμενες με τη συμφωνία οφειλές.

ΠτωχΚ Άρθρο 225

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: ν. 5113/2024
Σχετικότητα 80.3%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 225: Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Πρώτου και Δεύτερου 1. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών προσδιορίζονται οι όροι της σύμβασης παραχώρησης προς τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και, ιδίως, η διάρκεια της παραχώρησης, οι ειδικότερες υποχρεώσεις και αρμοδιότητες του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, ενδεικτικά ως προς τη συντήρηση των αποκτουμένων ακινήτων, η τυχόν παροχή κρατικής εγγύησης προς αυτόν, οι ελάχιστες προϋποθέσεις που αφορούν τη σύσταση, οργάνωση, διαχείριση και λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένης και της πρόσληψης εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), τα μέτρα διασφάλισης της ακριβοδίκαιης εκπλήρωσης από τον παραχωρησιούχο των υποχρεώσεών του κατά το νόμο, οι συνέπειες της καταγγελίας της σύμβασης παραχώρησης, η δυνατότητα υποκατάστασης του παραχωρησιούχου για τη διασφάλιση της ομαλής εξυπηρέτησης των συμφερόντων που εξυπηρετεί ο Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης, καθώς και κάθε ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας. Με όμοια απόφαση ορίζονται οι ειδικοί όροι και τα τεχνικά ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής του παραχωρησιούχου. 1Α. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, μετά από κοινή εισήγηση της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης, καθορίζονται η διαδικασία τήρησης του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, τα δικαιώματα, οι όροι και οι διαδικασίες πρόσβασης, το περιεχόμενο και τα δικαιολογητικά αιτήσεων και άλλων τρόπων επικοινωνίας, η διασύνδεσή του με το πληροφοριακό σύστημα ευθύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή και η ενσωμάτωσή του σε αυτό και κάθε ειδικό ή τεχνικό θέμα και απαραίτητη λεπτομέρεια που αφορά στη σύσταση και λειτουργία του. 2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται κάθε ειδικότερο διαδικαστικό ζήτημα που αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων και αρμοδιοτήτων του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και η διαδικασία της μεταβίβασης δικαιωμάτων επί της κύριας κατοικίας σε αυτόν. 3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών προσδιορίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα που αφορά τη μίσθωση της κύριας κατοικίας στον οφειλέτη και, ιδίως, το μίσθωμα και το τίμημα επαναγοράς από τον οφειλέτη, τις λοιπές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και του οφειλέτη, ως προς την κύρια κατοικία, τη μισθωτική σύμβαση και την υπερημερία του οφειλέτη, τις μισθωτικές του υποχρεώσεις, το καταβαλλόμενο ποσό κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος επαναγοράς και τους λοιπούς όρους καταβολής του τιμήματος επαναγοράς, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας. Το οριζόμενο σύμφωνα με την απόφαση αυτή τίμημα επαναγοράς οφείλει να ανταποκρίνεται στην εμπορική αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος επαναγοράς και να διασφαλίζει προς όφελος του φορέα εύλογη συμμετοχή σε τυχόν υπεραξία του ακινήτου ή, σε περίπτωση όπου η αξία του ακινήτου έχει μειωθεί σε σχέση προς το τίμημα που κατέβαλε για την απόκτησή του ο φορέας, την εύλογη προσαρμογή του προς όφελος του οφειλέτη. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα που αφορά στην παροχή του στεγαστικού επιδόματος, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), στους ευάλωτους οφειλέτες. 5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται η αρμόδια υπηρεσία και η διαδικασία βάσει της οποίας διαπιστώνεται ότι οφειλέτης εμπίπτει στην κατηγορία του ευάλωτου οφειλέτη, η αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της βεβαίωσης ευάλωτου οφειλέτη, η διαδικασία και τα πιστοποιητικά που απαιτούνται για την έκδοση της βεβαίωσης του ευάλωτου οφειλέτη, καθώς και κάθε ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται τα ποσοστά αναπηρίας και τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια βάσει των οποίων άτομα με αναπηρία εντάσσονται στην κατηγορία του ευάλωτου οφειλέτη, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ του άρθρου 217.

ΠτωχΚ Άρθρο 289

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: ν. 4890/2022
Σχετικότητα 80.2%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 289: Ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών στις Δ.Ο.Υ. και τα Ελεγκτικά Κέντρα 1. Οφειλές βεβαιωμένες στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα Ελεγκτικά Κέντρα που δεν τελούν σε καθεστώς ρύθμισης και έχουν βεβαιωθεί κατά το διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.7.2021, μπορούν, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, να υπαχθούν σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής σε έως και εβδομήντα δύο (72) μηνιαίες δόσεις, με την επιφύλαξη του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παρ. 7, εφόσον πληρούται ένα από τα ακόλουθα κριτήρια: α) εφόσον πρόκειται για οφειλέτες, φυσικά πρόσωπα επιτηδευματίες, νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που επλήγησαν λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19 και έχουν κύριο ΚΑΔ δραστηριότητας που ορίζεται στη σχετική κατ’ εξουσιοδότησην απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, β) εφόσον πρόκειται για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα μη επιτηδευματίες: βα) είτε η σύμβαση εργασίας τους ανεστάλη για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.7.2021, λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, σύμφωνα με το άρθρο δέκατο τρίτο της από 14.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 64), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4682/2020 (Α’ 76), το άρθρο 11 της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 68), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 (Α’ 83) και το άρθρο 68 του ν. 4756/2020 (Α’ 235), ββ) είτε έλαβαν αποζημίωση ειδικού σκοπού με μονομερή δήλωση για οποιαδήποτε χρονικό διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.7.2021, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν. 4756/2020 και το άρθρο 13 της από 14.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4682/2020, βγ) είτε εντάχθηκαν στον μηχανισμό ενίσχυσης «ΣΥ- ΝΕΡΓ ΑΣΙΑ» για οποιαδήποτε χρονικό διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.7.2021, σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 4690/2020 (Α’ 104), το άρθρο 123 του ν. 4714/2020 και το άρθρο 40 του ν. 4778/2021 (Α’ 26), βδ) είτε έλαβαν μειωμένο μίσθωμα για οποιαδήποτε χρονικό διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.7.2021 και έχουν αποζημιωθεί κατόπιν ελέγχου των δηλώσεων «COVID-19», σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020, την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4690/2020 και το άρθρο 27 του ν. 4772/2021 (Α’ 17), βε) είτε ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ οποιοδήποτε διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.7.2021. Επιπλέον, εντάσσονται στη ρύθμιση ανεξαρτήτως των ανωτέρω κριτηρίων και ημερομηνίας βεβαίωσής τους, οφειλές για τις οποίες έχει χορηγηθεί αναστολή είσπραξης και παράταση καταβολής, σύμφωνα με την από 11.3.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020, την από 30.3.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 75), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 (Α’ 86), την από 1.5.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 90), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4690/2020 (Α’ 104) και τον ν. 4690/2020. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον πρόκειται για οφειλέτες της περ. α), στους οποίους επιβλήθηκε το μέτρο της προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας οποτεδήποτε κατά το χρονικό διάστημα από 27.10.2020 έως 31.7.2021, επιτρέπεται να εντάσσονται στη ρύθμιση οφειλές που βεβαιώθηκαν κατά το διάστημα από 1.3.2020 έως 31.7.2021 και οφειλές, που ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης, έληξαν κατά το διάστημα από 1.3.2020 έως 31.7.2021 και έχουν υπαχθεί από 27.10.2020 έως την έναρξη ισχύος του παρόντος σε καθεστώς ρύθμισης της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/ 2013 (Α’ 107), υπό τον όρο ότι η ρύθμιση αυτή βρίσκεται σε ισχύ κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για τη δόση Οκτωβρίου των ρυθμίσεων της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του προηγούμενου εδαφίου, ως καταληκτική ημερομηνία καταβολής ορίζεται η 15η Νοεμβρίου 2021. 2. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση. Σε περίπτωση που υφίσταται τεχνική αδυναμία ηλεκτρονικής υποβολής της αίτησης, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία, η οποία είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής. 3. Βασικές οφειλές της παρ. 1 από την ημερομηνία υπαγωγής τους στη ρύθμιση αντί των τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής σύμφωνα με το ν.δ. 356/1974 (Α’ 90, Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων [Κ.Ε.Δ.Ε.]) και τον ν. 4174/2013 (Α’ 170, Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας [Κ.Φ.Δ.]) επιβαρύνονται με τόκο δυόμιση εκατοστιαίων μονάδων (2,5%) ετησίως υπολογισμένο. Κατ’ εξαίρεση, βασικές οφειλές που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης έως και τριανταέξι (36) μηνιαίων δόσεων δεν επιβαρύνονται με τόκο. 4. Για τις οφειλές της παρ. 1, η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση, που ανέρχεται σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%). 5. Η υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση συντελείται με την καταβολή της πρώτης δόσης. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2022. Οι επόμενες δόσεις της ρύθμισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών. Με την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήματος για υπαγωγή στη ρύθμιση, τα αποδιδόμενα ποσά από συμψηφισμούς του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., από παρακρατήσεις αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ. και από μέτρα αναγκαστικής είσπραξης μπορούν να καλύπτουν την πρώτη δόση, εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσμίας του δευτέρου εδαφίου και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. 6. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης ορίζεται σε τριάντα (30) ευρώ για ρυθμίσεις οφειλών συνολικού ύψους, συμπεριλαμβανομένων τόκων και προσαυξήσεων, έως χίλια (1.000) ευρώ και σε πενήντα (50) ευρώ για ρυθμίσεις οφειλών συνολικού ύψους, συμπεριλαμβανομένων τόκων και προσαυξήσεων, άνω των χιλίων (1.000) ευρώ. 7. Η ρύθμιση απόλλυται με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου των οφειλών, σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης, εάν ο οφειλέτης δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών. 8. Με την υπαγωγή στο πρόγραμμα ρύθμισης και με την προϋπόθεση της τήρησης αυτού, δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα των άρθρων 6 του Κ.Ε.Δ.Ε. και 57 του Κ.Φ.Δ.. 9. Η υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση παρέχει στον οφειλέτη και τα ακόλουθα ευεργετήματα: α) χορηγείται σε αυτόν αποδεικτικό ενημερότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ., β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43) ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα, γ) αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κινητών ή ακινήτων, με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά μόνο οφειλές που ρυθμίζονται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, πριν από την υπαγωγή στη ρύθμιση, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές, λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Αν ο οφειλέτης απολέσει τη ρύθμιση, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί, συνεχίζονται. 10. Το Δημόσιο και μετά την υπαγωγή και συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση διατηρεί το δικαίωμα: α) να επιβάλει κατασχέσεις και ν

ΠτωχΚ Άρθρο 291

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: ν. 4842/2021
Σχετικότητα 80.0%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 291: Επανένταξη πληγέντων από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 στις ρυθμίσεις 1. Οφειλέτες με οφειλές βεβαιωμένες στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα Ελεγκτικά Κέντρα και δόσεις ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής, για τις οποίες έχουν χορηγηθεί αναστολή είσπραξης και παράταση καταβολής, σύμφωνα με την από 11.3.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α’ 76), την από 30.3.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 75), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 (Α’ 86), την από 1.5.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 90), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4690/2020 (Α’ 104) και τον ν. 4690/2020, οι οποίοι απώλεσαν κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος 1η Μαρτίου 2020 έως και 31 Ιουλίου 2021 ρύθμιση τμηματικής καταβολής σύμφωνα με: α) τα άρθρα 1 έως και 17 του ν. 4321/2015 (Α’ 32), β) τα άρθρα 98 έως και 109 του ν. 4611/2019 (Α’ 73) και γ) τον ν. 4469/2017 (Α’ 62), δύνανται να επανενταχθούν στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις για την υπολειπόμενη οφειλή και για τον εναπομείναντα αριθμό δόσεων της ρύθμισης κατόπιν αίτησής τους. Η επανένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση συντελείται με την καταβολή των δόσεων των μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2021, η οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα Οκτωβρίου 2021 μαζί με τη δόση του μηνός Οκτωβρίου 2021. Η καταληκτική ημερομηνία της αναβιώσασας ρύθμισης επεκτείνεται κατά το πλήθος των δόσεων που ήταν ανεξόφλητες την ημέρα της αναβίωσης. 2. Οφειλέτες που ανήκουν στις ακόλουθες κατηγορίες: (α) εφόσον πρόκειται για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα επιτηδευματίες, νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που επλήγησαν λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, να έχουν κύριο ΚΑΔ δραστηριότητας που ορίζεται σύμφωνα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, (β) εφόσον πρόκειται για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα μη επιτηδευματίες: (βα) είτε η σύμβαση εργασίας τους να ανεστάλη για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.07.2021, λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, σύμφωνα με το άρθρο δέκατο τρίτο της από 14.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 64), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4682/2020 (Α’ 76), το άρθρο 11 της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 68), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 (Α’ 83) και το άρθρο 68 του ν. 4756/2020 (Α’ 235), (ββ) είτε έλαβαν αποζημίωση ειδικού σκοπού με μονομερή δήλωση για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.07.2021, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν. 4756/2020 και το άρθρο 13 της από 14.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4682/2020, (βγ) είτε εντάχθηκαν στον μηχανισμό ενίσχυσης «ΣΥΝ-ΕΡΓ ΑΣΙΑ» για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.07.2021, σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 4690/2020, το άρθρο 123 του ν. 4714/2020 και το άρθρο 40 του ν. 4778/2021 (Α’ 26), (βδ) είτε έλαβαν μειωμένο μίσθωμα για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.07.2021 και έχουν αποζημιωθεί κατόπιν ελέγχου των δηλώσεων «COVID», σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020, την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4690/2020 (Α’ 104) και το άρθρο 27 του ν. 4772/2021 Α’ 17), (βε) είτε ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ οποιοδήποτε διάστημα από 1ης.3.2020 έως 31.07.2021 και οι οποίοι απώλεσαν κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος 1ης.3.2020 έως και 31η.7. 2021 ρύθμιση τμηματικής καταβολής σύμφωνα με: i) τα άρθρα 1 έως και 17 του ν. 4321/2015, ii) τα άρθρα 98 έως και 109 του ν. 4611/2019 και iii) τον ν. 4469/2017 δύνανται να επανενταχθούν στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις για την υπολειπόμενη οφειλή και για τον εναπομείναντα αριθμό δόσεων της ρύθμισης κατόπιν αίτησής τους. Η επανένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση συντελείται με την καταβολή των δόσεων των μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2021, η οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα Οκτωβρίου 2021 μαζί με τη δόση του μηνός Οκτωβρίου 2021. Η καταληκτική ημερομηνία της αναβιώσασας ρύθμισης επεκτείνεται κατά το πλήθος των δόσεων που ήταν ανεξόφλητες την ημέρα της αναβίωσης.

ΠτωχΚ Άρθρο 27

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: Ν. 5313/2026
Σχετικότητα 79.7%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 27: Αθέτηση της σύμβασης αναδιάρθρωσης από τον οφειλέτη και καταγγελία από καταλαμβανόμενο πιστωτή 1. Αν ο οφειλέτης καταστεί υπερήμερος ως προς καταβολές της σύμβασης αναδιάρθρωσης, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικά είτε την αξία τριών (3) δόσεων είτε την αξία τουλάχιστον του τρία τοις εκατό (3%) του συνολικά οφειλομένου ποσού σύμφωνα με την επιτευχθείσα ρύθμιση, οποιοσδήποτε καταλαμβανόμενος πιστωτής δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Καταγγελία από καταλαμβανόμενο πιστωτή συνεπάγεται την απώλεια της ρύθμισης ως προς τον πιστωτή αυτόν. 2. Η απώλεια της ρύθμισης ως προς οποιονδήποτε πιστωτή συνεπάγεται την αναβίωση των απαιτήσεων του πιστωτή αυτού στο ύψος που είχαν πριν από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, οι οποίες, αφαιρουμένων ποσών που τυχόν καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της ρύθμισης, καθίστανται άμεσα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και συνεχίζουν να εκτοκίζονται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Η απώλεια της ρύθμισης ως προς καταλαμβανόμενο πιστωτή δεν ασκεί επίδραση στη νομική θέση των λοιπών καταλαμβανόμενων πιστωτών. 3. Η σύμβαση αναδιάρθρωσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ. 2 του άρθρου 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) για το σύνολο των αναφερομένων στην παρ. 2 απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς. Το απόγραφο εκδίδεται ατελώς από τον δικαστή ή τον Πρόεδρο του Μονομελούς Πρωτοδικείου της κατοικίας ή της έδρας του οφειλέτη, στη γραμματεία του οποίου έχει κατατεθεί από οποιονδήποτε καταλαμβανόμενο πιστωτή η σύμβαση αναδιάρθρωσης. Απόγραφο χορηγείται σε κάθε καταλαμβανόμενο πιστωτή που δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επισπεύδεται κατά το παρόν άρθρο, επιτρέπονται όλα τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται κατά την κείμενη νομοθεσία. Δεν είναι αναγκαία η χορήγηση απογράφου για τη διαδικασία εκποίησης των παρ. 4 έως 14 του άρθρου 14. 4. Για το σύνολο των απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς, η σύμβαση αναδιάρθρωσης ως εκτελεστός τίτλος ισχύει τόσο κατά του οφειλέτη όσο και κατά των εγγυητών, συνοφειλετών και ασφαλειοδοτών που έχουν συμβληθεί στη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Η σύμβαση αναδιάρθρωσης επιτρέπει την εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης και προσημείωσης υποθήκης δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 724 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Τρίτα πρόσωπα έναντι των οποίων εκτείνεται κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας η εκτελεστότητα και δεν έχουν συμβληθεί δικαιούνται να ασκήσουν την ανακοπή του άρθρου 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εντός προθεσμίας είκοσι (20) εργασίμων ημερών από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και να προτείνουν αντιρρήσεις που αφορούν στη δική τους ατομική υποχρέωση.

ΚΕΔΕ Άρθρο 64

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 79.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 64: Ρύθμιση χρεών πτωχών και υπό εξυγίανση ή συνδιαλλαγή οφειλετών του Δημοσίου 1. Τα πτωχευτικά χρέη των πτωχών οφειλετών του Δημοσίου που είναι βεβαιωμένα ή καταχωρισμένα στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ μπορεί να ρυθμίζονται, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ, μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2386/1996 (Α΄ 43), στην οποία προστίθενται ως μέλος ένας Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) και δύο υπάλληλοι της Διεύθυνσης Είσπραξης και Επιστροφών της ΑΑΔΕ ως εισηγητές, εφόσον το συνολικό βασικό χρέος δεν υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) ευρώ. Αν το συνολικό βασικό χρέος υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, το αίτημα εξετάζεται από το Ν.Σ.Κ. 2. Ως βασικό χρέος θεωρείται το σύνολο των βεβαιωμένων ή καταχωρισμένων χρεών, έστω και αν αυτά δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα, όπως το ύψος τους έχει διαμορφωθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ρύθμισης, μετά και από τυχόν πληρωμή ή νόμιμη διαγραφή, χωρίς τους τόκους ή τις προσαυξήσεις και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής. 3. Η ρύθμιση μπορεί να αφορά είτε στην απαλλαγή του πτωχού οφειλέτη από την καταβολή μέρους ή όλων των τόκων ή προσαυξήσεων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, των φορολογικών προσαυξήσεων και προστίμων με εφάπαξ καταβολή του υπολοίπου, είτε στην καταβολή του βασικού χρέους και των τόκων ή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, σε συνεχείς μηνιαίες δόσεις, είτε σε συνδυασμό και των δύο περιπτώσεων. Ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβεί τις ενενήντα (90). Από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για τη ρύθμιση οι δόσεις δεν επιβαρύνονται με επιπλέον τόκους ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εκτός εάν καθυστερήσει η καταβολή τους, οπότε επιβάλλεται επί του καθυστερούμενου ποσού τόκος ή προσαύξηση ίση με ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) για κάθε μήνα καθυστέρησης. Η πρώτη δόση πρέπει να καταβληθεί μέσα σε δύο (2) μήνες από την ημερομηνία αποδοχής της ρύθμισης από τον οφειλέτη και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα καθενός από τους επόμενους μήνες. 4. Η ρύθμιση τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εμπρόθεσμης πληρωμής τριών (3) συνεχών μηνιαίων δόσεων. Σε περίπτωση πλήρους συμμόρφωσης του οφειλέτη προς τους όρους της ρύθμισης, το ποσό των τόκων ή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, των φορολογικών προσαυξήσεων και προστίμων από τα οποία απαλλάχθηκε με τη ρύθμιση ο οφειλέτης, διαγράφεται από τα οικεία βιβλία της ΑΑΔΕ, εκτός εάν υπάρχουν συνυπόχρεα για την καταβολή του πρόσωπα, οπότε αναζητούνται από αυτά. Σε περίπτωση πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, η ρύθμιση ανατρέπεται αυτοδίκαια, χωρίς δήλωση του Δημοσίου, με συνέπεια να καθίσταται αμέσως απαιτητό το υπόλοιπο χρέος με το σύνολο των τόκων ή προσαυξήσεων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής με τις οποίες επιβαρύνεται από τη βεβαίωση ή καταχώρισή του μέχρι την εξόφλησή του. 5. Η αποδοχή της ρύθμισης από τον πτωχό οφειλέτη γίνεται με ρητή, ανεπιφύλακτη και χωρίς όρους δήλωσή του που καταχωρίζεται στο σώμα της απόφασης για τη ρύθμιση και υπογράφεται από αυτόν παρουσία του Προϊσταμένου της υπηρεσίας της ΑΑΔΕ που είναι αρμόδιος για την είσπραξη της οφειλής μέσα σε έναν (1) μήνα από την πρόσκλησή του. Η αποδοχή της ρύθμισης αποτελεί αναγνώριση της ύπαρξης και του ύψους του παλαιού χρέους (βασικού και τόκων ή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής). 6. Από την ημέρα υποβολής της αίτησης ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή των χρεών που υπάγονται σε αυτή. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο αναστολή λήγει με την πάροδο της προθεσμίας καταβολής της τελευταίας δόσης της ρύθμισης κατά τα οριζόμενα στην απόφαση της παρ. 1 ή με την έκδοση απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης ή με την έγγραφη άρνηση αποδοχής της ρύθμισης ή με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την αποδοχή αυτής, κατά περίπτωση, η δε παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός (1) έτους από το χρονικό σημείο λήξης της αναστολής. 7. Για τη ρύθμιση απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) να έχει κηρυχθεί και να βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης κατά τον χρόνο εξέτασης της αίτησης ο αιτών, είτε οι ρυθμιζόμενες οφειλές είναι βεβαιωμένες σε βάρος του ιδίου ή τα στοιχεία της καταχώρισης τους αφορούν αυτόν είτε αυτός ευθύνεται για την καταβολή τους με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, έστω και αν το τελευταίο δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, β) τα χρέη να είναι προς το Δημόσιο ή και προς τρίτους, μόνο εφόσον έχουν συμβεβαιωθεί με τα χρέη προς το Δημόσιο, γ) τα χρέη να είναι πτωχευτικά, δ) ο αιτών να μην έχει καταδικασθεί, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πτώχευσης, για το αδίκημα της δόλιας χρεωκοπίας, υπό την ισχύ του άρθρου 684 του Εμπορικού Νόμου σε συνδυασμό με το άρθρο 398 του Π.Κ. (π.δ. 283/1985, Α΄ 106), ή για το αδίκημα της χρεωκοπίας, όταν αυτό έχει τελεστεί με δόλο, υπό την ισχύ του άρθρου 171 του ν. 3588/2007 (Α΄ 153) και του άρθρου 197 του ν. 4738/2020 (Α΄ 207), ούτε να έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή να εκκρεμεί ποινική δίκη για τα αδικήματα αυτά. 8. Η Επιτροπή γνωμοδοτεί για την αποδοχή ή μη της αίτησης ρύθμισης του πτωχού οφειλέτη μετά από συνεκτίμηση στοιχείων, που αφορούν στην προσωπική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και από τα οποία αποδεικνύεται η οικονομική αδυναμία άμεσης ή και εφάπαξ πληρωμής του συνόλου ή μέρους των χρεών του και στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται το επισφαλές ή μη της είσπραξης των απαιτήσεων του Δημοσίου. Στο πλαίσιο αυτό συνεκτιμώνται ιδίως: α) η ύπαρξη κινητής ή ακίνητης περιουσίας του πτωχού, η αξία και τα τυχόν βάρη αυτής, β) η εν γένει οικονομική και επαγγελματική κατάσταση, η ηλικία, η κατάσταση της υγείας του πτωχού και των μελών της οικογένειάς του, γ) οι προς τρίτους υποχρεώσεις του (υποχρέωση διατροφής, χρέη προς ασφαλιστικά ταμεία και ιδιώτες), δ) το ύψος και το είδος των χρεών (βασικού και τόκων ή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής), ε) το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία της πτώχευσης, η ύπαρξη ή μη πτωχευτικής περιουσίας και η αξία αυτής, η αναγγελία ή μη άλλων πιστωτών, τα προνόμια και το ύψος των απαιτήσεων αυτών. 9. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως για τη ρύθμιση χρεών οφειλετών που έχουν συνάψει συμφωνία συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης, η οποία επικυρώθηκε δικαστικά κατά τις διατάξεις του ν. 3588/2007 ή του ν. 4738/2020, υπό την προϋπόθεση ότι τα χρέη δεν ρυθμίζονται από τη συμφωνία και γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από τη δικαστική επικύρωσή της ανεξαρτήτως χρόνου βεβαίωσης. Στην περίπτωση αυτή αρμόδιο γνωμοδοτικό όργανο για την εξέταση του αιτήματος ρύθμισης είναι η επιτροπή της παρ. 1 του παρόντος ανεξαρτήτως ύψους οφειλής. 10. Με αποφάσεις του Διοικητή της ΑΑΔΕ, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται διαδικαστικές λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Ν4756 Άρθρο 33

Μέτρα ενίσχυσης εργαζομένων, κοινωνικοασφαλιστικές ρυθμίσεις (Ν. 4756/2020)Τροποποίηση: Ν. 4821/2021
Σχετικότητα 79.2%
Κείμενο Άρθρου
Ν4756 Άρθρο 33: Επανένταξη πληγέντων από την πανδημία του κορωνοϊού σε καθεστώς ρύθμισης 1. Οφειλέτες που ανήκουν στις ακόλουθες κατηγορίες, οι οποίοι απώλεσαν κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από 1η Μαρτίου 2020 έως και 31η Ιουλίου 2021 ρύθμιση τμηματικής καταβολής, δύνανται να επανενταχθούν στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις για την υπολειπόμενη οφειλή και για τον εναπομένοντα αριθμό δόσεων της ρύθμισης: (α) οφειλέτες με ασφαλιστικές οφειλές που είχαν υπαχθεί σε καθεστώς ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής, για τις οποίες έχει χορηγηθεί παράταση καταβολής των δόσεων κατά τρεις (3) μήνες στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19, σύμφωνα με την από 11.3.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α’ 76), την από 20.3.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 68), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 (Α’ 83), την από 30.3.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 75), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 (Α’ 86), την από 13.4.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 84), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4690/2020 (Α’ 104) και την από 1.5.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 90), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4690/2020 (Α’ 104), (β) εργοδότες, αυτοπασχολούμενοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες που επλήγησαν λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, και έχουν κύριο ΚΑΔ δραστηριότητας που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, (γ) εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις με κύριο ΚΑΔ δραστηριότητας της ως άνω απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, με αναστολή σύμβασης εργασίας για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα από 1ης.3.2020 μέχρι 31.7.2021. 2. Η επανένταξη των οφειλετών στη ρύθμιση συντελείται με την καταβολή της δόσης του μηνός Αυγούστου 2021, η οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα Σεπτεμβρίου 2021 μαζί με τη δόση του μηνός Σεπτεμβρίου 2021. Η προθεσμία καταβολής όλων των επόμενων δόσεων της αναβιώσασας ρύθμισης παρατείνεται κατά το πλήθος των δόσεων που ήταν ανεξόφλητες την ημέρα της αναβίωσης. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύναται να ανακαθορίζεται το χρονικό διάστημα της απώλειας των ρυθμίσεων της παρ. 1, να παρατείνεται η ημερομηνία πληρωμής της παρ. 2, και να καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διαδικασίας επανένταξης σύμφωνα με το παρόν.

Ν5193 Άρθρο 220

Ενίσχυση της Κεφαλαιαγοράς (Ν. 5193/2025)Τροποποίηση: Ν. 5301/2026
Σχετικότητα 78.9%
Κείμενο Άρθρου
Ν5193 Άρθρο 220: Τρόπος υπολογισμού ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης σε περιπτώσεις ανάκτησης ενίσχυσης ως επιδότησης επιτοκίου 1. Το ακαθάριστο ισοδύναμο της επιχορήγησης, σε περιπτώσεις ανάκτησης ενίσχυσης που χορηγήθηκε με τη μορφή επιδότησης επιτοκίου επί κεφαλαιοποιημένων υφιστάμενων οφειλών, ισούται με τη διαφορά μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο υπόχρεος, με βάση το κόστος δανεισμού του από την αγορά, και των τόκων που πραγματικά κατέβαλε στο πλαίσιο της επιδότησης, εφόσον προσκομιστεί προς τούτο κατάλληλη τεκμηρίωση σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 έως 4 από τον λήπτη της ενίσχυσης. Τα ανωτέρω ισχύουν και για εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί το στάδιο της περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 5000/2022 (Α’ 226), περί διαδικασίας υλοποίησης της απόφασης ανάκτησης, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος. 2. Το κόστος δανεισμού του λήπτη της ενίσχυσης από την αγορά υπολογίζεται, με βάση τη μέση σταθμισμένη τιμή επιτοκίου, όπως αυτή εξάγεται από τις υφιστάμενες, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης με επιδότηση επιτοκίου, συμβάσεις δανεισμού που έχει συνάψει ο υπόχρεος, με αντίστοιχα κατά το δυνατόν χαρακτηριστικά αλλά χωρίς κρατική στήριξη. Για την εξαγωγή του κόστους δανεισμού από την αγορά, δύναται, σε περίπτωση έλλειψης στοιχείων επιτοκίων, να ληφθεί υπόψη συμπληρωματικά ο μέσος μηνιαίος όρος μακροπρόθεσμων δανείων των εμπορικών τραπεζών κατά τον χρόνο της επιδότησης. 3. Οι τόκοι που αναλογούν στο κόστος δανεισμού από την αγορά κατά την περίοδο αυτή και για το ποσό που κεφαλαιοποιήθηκε, υπολογίζονται με βάση τη μέση σταθμισμένη τιμή επιτοκίου της παρ. 2, αφού αφαιρεθούν οι τόκοι που καταβλήθηκαν τελικά από τον υπόχρεο, όπως αυτοί βεβαιώνονται από τις προσκομισθείσες καταστάσεις. 4. Η αρμόδια υπηρεσία της π αρ. 2 του άρθρου 30 και του άρθρου 31 του ν. 5000/2022 καλεί εγγράφως τον υπόχρεο να προσκομίσει εντός ευλόγου χρόνου τις υφιστάμενες κατά τον χρόνο σύναψης της επιδοτούμενης σύμβασης δανείου, συμβάσεις δανεισμού, κατάσταση των τόκων, που καταβλήθηκαν από τον υπόχρεο, κατά την περίοδο της ρύθμισης, καθώς και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο. 5. Αν ο υπόχρεος, παρά την πρόσκλησή του, δεν προσκομίσει στοιχεία ή τα στοιχεία που προσκομίσει κριθούν από την αρμόδια υπηρεσία ως ελλιπή, το προς ανάκτηση ποσό βάσης ισούται με το συνολικό ποσό της ληφθείσας επιδότησης επιτοκίου. 6. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 5000/2022.

Ν4548 Άρθρο 60

Ανώνυμες Εταιρείες (Ν. 4548/2018)Τροποποίηση: Ν. 5193/2025
Σχετικότητα 77.0%
Κείμενο Άρθρου
Ν4548 Άρθρο 60: Όροι και πρόγραμμα ομολογιακού δανείου 1. Οι όροι του ομολογιακού δανείου, ιδίως αυτοί που αφορούν το ανώτατο ποσό του δανείου, τη μορφή, την ονομαστική αξία ή τον αριθμό των ομολογιών, τον τρόπο καταβολής του ομολογιακού δανείου, το επιτόκιο, τον τρόπο προσδιορισμού αυτού, τα ωφελήματα και τις εξασφαλίσεις που παρέχονται στους ομολογιούχους, τον ορισμό πληρεξουσίου καταβολών, την οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδα, το εφαρμοστέο δίκαιο, τα αρμόδια δικαστήρια, την τυχόν συμφωνία διαιτησίας, το χρόνο αποπληρωμής και εν γένει της εξόφλησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις ομολογίες, τη διαδικασία καταγγελίας και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να διατεθούν οι ομολογίες, καθορίζονται ελεύθερα από την εκδότρια. 2. Το ομολογιακό δάνειο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλους όρους. Ενδεικτικά επιτρέπονται οι εξής όροι: α) ότι αντί καταβολής τόκου θα αποδίδονται στους ομολογιούχους άλλες ομολογίες που εκδίδονται από την εκδότρια για το σκοπό αυτόν, β) ότι το ομολογιακό δάνειο δεν έχει ρητή λήξη, οπότε η εκδότρια εξοφλεί το ομολογιακό δάνειο κατά το χρόνο της επιλογής της, γ) ότι η υποχρέωση καταβολής τόκου ή επιστροφής του κεφαλαίου τελεί υπό αίρεση, ή ότι σε σχέση με τις μετατρέψιμες ομολογίες, ότι είναι δυνατή η κεφαλαιοποίηση και των δεδουλευμένων τόκων, δ) ότι οι ομολογιούχοι δανειστές θα ικανοποιούνται ύστερα από τους υπόλοιπους πιστωτές της εκδότριας ή ύστερα από ορισμένη κατηγορία πιστωτών, ε) ότι το ομολογιακό δάνειο είναι εξασφαλισμένο με εμπράγματες ή άλλες ασφάλειες, Το επιτόκιο του ομολογιακού δανείου συμφωνείται ελεύθερα, χωρίς να εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις για το ανώτατο δικαιοπρακτικό επιτόκιο. 3. Η εκδότρια εκδίδει πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου, το οποίο περιέχει τους όρους του δανείου και δεσμεύει τον ομολογιούχο και κάθε καθολικό ή ειδικό διάδοχό του, καθώς και κάθε τρίτο που έλκει δικαιώματα από τα παραπάνω πρόσωπα. 4. Στο πρόγραμμα ορίζονται επίσης ο τρόπος απόδειξης της ιδιότητας του ομολογιούχου για την είσπραξη των τόκων και του κεφαλαίου και γενικά για την άσκηση των δικαιωμάτων από τις ομολογίες. Αν το πρόγραμμα δεν περιέχει σχετική πρόβλεψη, σε περίπτωση ενσώματων ομολογιών απαιτείται η προσκόμιση των τίτλων και η σημείωση της άσκησης του δικαιώματος επ’ αυτών, ενώ σε περίπτωση ομολογιών σε λογιστική μορφή η απόδειξη της ιδιότητας του ομολογιούχου διενεργείται βάσει ενημέρωσης από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, εφόσον παρέχει υπηρεσίες μητρώου ή μέσω των συμμετεχόντων και εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων σε κάθε άλλη περίπτωση. 5. Αν δεν εκδίδεται ενημερωτικό δελτίο σε σχέση με το ομολογιακό δάνειο, το πρόγραμμα πρέπει να περιέχει τον ιστότοπο, στον οποίο είναι αναρτημένες οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις για τις τρεις τελευταίες χρήσεις της εταιρείας, στο μέτρο που υφίστανται. Αν δεν υπάρχει τέτοιος ιστότοπος, οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις πρέπει να προσαρτώνται στο πρόγραμμα. 6. Από τη λήξη του ομολογιακού δανείου ο ομολογιούχος ασκεί τα δικαιώματά του ατομικώς, εκτός αν προβλέπουν διαφορετικά οι όροι του δανείου. 7. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, δεν επιτρέπεται η τροποποίηση του δανείου με όρους που είναι δυσμενέστεροι για τους ομολογιούχους των αρχικών, εκτός αν η συνέλευση των ομολογιούχων έχει δώσει την έγκρισή της με την πλειοψηφία που προβλέπεται στους όρους του δανείου, και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου της ονομαστικής αξίας των ομολογιών, οι κάτοχοι των οποίων έχουν δικαίωμα ψήφου. Δεν αποκλείεται οι όροι του δανείου να προβλέπουν ομοφωνία για τη λήψη αυτών των αποφάσεων. Η έγκριση αυτή δημοσιεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 68. Σε ομολογιακά δάνεια με ομολογίες εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης («Εισηγμένες Ομολογίες») εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι παράγραφοι 9 και 10, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον ν. 4738/2020 (Α' 207), περί ρύθμισης οφειλών και παροχής δεύτερης ευκαιρίας. Οι όροι του προγράμματος ομολογιακού δανείου με Εισηγμένες Ομολογίες δεν επιτρέπεται να προβλέπουν ποσοστά απαρτίας ή πλειοψηφίας ανώτερα των τριών τετάρτων (3/4) της ανεξόφλητης ονομαστικής αξίας του ομολογιακού δανείου για τη λήψη αποφάσεων στα θέματα της παρ. 10. 8. Ενδεικτικά η συνέλευση των ομολογιούχων μπορεί να εγκρίνει, σύμφωνα με την παράγραφο 7 την τροποποίηση του προγράμματος σε σχέση με τα ακόλουθα θέματα: α) τη μεταβολή του χρόνου που καθίστανται απαιτητοί οι τόκοι, για την μεταβολή του ύψους του επιτοκίου ή ακόμη και για το μηδενισμό αυτού, β) τη μεταβολή του χρόνου που καθίσταται απαιτητό το κεφάλαιο ή και για τον περιορισμό του ύψους του κεφαλαίου, γ) την εισαγωγή όρου, σύμφωνα με τον οποίο οι ομολογιούχοι δανειστές θα ικανοποιούνται ύστερα από ορισμένους ή όλους τους υπολοίπους πιστωτές, δ) την κεφαλαιοποίηση του ομολογιακού δανείου ή την τροπή του σε άλλους τίτλους ή για την ανταλλαγή των ομολογιών με τίτλους εκδόσεως της εκδότριας ή τρίτου, ε) την εναλλαγή υποθηκικής ή ενεχυρικής τάξης ή για την υποκατάσταση ασφαλειών του ομολογιακού δανείου με άλλες ή για την παραίτηση από ασφάλειες, στ) την παραίτηση από το δικαίωμα καταγγελίας ή τον περιορισμό αυτού, ζ) για τη μεταβολή του νομίσματος του ομολογιακού δανείου, η) την αναδοχή, στερητική ή σωρευτική, των υποχρεώσεων από το ομολογιακό δάνειο, θ) την τροποποίηση οποιουδήποτε άλλου όρου του προγράμματος ή οποιασδήποτε σύμβασης σε σχέση με το ομολογιακό δάνειο. 9. Σε ομολογιακά δάνεια με ομολογίες εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης («Εισηγμένες Ομολογίες»), επιτρέπεται στους όρους του ομολογιακού δανείου να ορίζεται ότι, για τροποποίηση του δανείου με όρους που είναι δυσμενέστεροι για τους ομολογιούχους των αρχικών: α) εφόσον δεν επιτευχθεί η οριζόμενη στην παρ. 7 πλειοψηφία ελλείψει απαρτίας των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου της ονομαστικής αξίας των ομολογιών, οι κάτοχοι των οποίων έχουν δικαίωμα ψήφου, και β) υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν αντιταχθεί στην προτεινόμενη τροποποίηση του δανείου ομολογιούχοι που εκπροσωπούν τουλάχιστον το εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) του συνόλου της ονομαστικής αξίας των ομολογιών με δικαίωμα ψήφου, προς λήψη αποφάσεων για θέματα που περιέχονται στους όρους του ομολογιακού δανείου, η συνέλευση των ομολογιούχων βρίσκεται σε απαρτία και λαμβάνει έγκυρα αποφάσεις επ' αυτών όταν παρίστανται σε αυτή ομολογιούχοι δανειστές, η ονομαστική αξία των ομολογιών των οποίων στην πρώτη επαναληπτική συνέλευση υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της ανεξόφλητης ονομαστικής αξίας του ομολογιακού δανείου και, ελλείψει απαρτίας, το τριάντα τρία τοις εκατό (33%) της ανεξόφλητης ονομαστικής αξίας του ομολογιακού δανείου σε τυχόν επαναληπτική συνέλευση. Οι εν λόγω αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δύο τρίτων (2/3) της ονομαστικής αξίας των εκπροσωπούμενων στη συνέλευση ομολογιών, εί

ΚΠολΔ Άρθρο 744

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 77.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 744: Το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.

ΠτωχΚ Άρθρο 220

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 77.8%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 220: Μίσθωση κύριας κατοικίας 1. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίζεται σε δώδεκα (12) έτη. 2. Το μίσθωμα ορίζεται με βάση απόδοση που αντιστοιχεί προς το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά τον τελευταίο μήνα, για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσ αρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η αναθεώρηση του μισθώματος γίνεται ετησίως στην επέτειο της κατάρτισης της μίσθωσης. 3. Το δικαιώματα του οφειλέτη από την μίσθωση καθώς και το δικαίωμα επαναγοράς του άρθρου 222 δεν μεταβιβάζονται, εκτός από την περίπτωση καθολικής διαδοχής του.

ΠτωχΚ Άρθρο 34

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: Ν. 5193/2025
Σχετικότητα 77.8%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 34: Συμφωνία εξυγίανσης και απαιτούμενη πλειοψηφία πιστωτών 1. Προκειμένου να επικυρωθεί συμφωνία εξυγίανσης πρέπει να παρασχεθεί συναίνεση από τον οφειλέτη και από πιστωτές του που εκπροσωπούν αφενός περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των απαιτήσεων που έχουν ειδικό προνόμιο και αφετέρου περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των λοιπών απαιτήσεων, σε κάθε περίπτωση όσων θίγονται από τη συμφωνία εξυγίανσης. Θεωρείται ότι δεν θίγεται η απαίτηση ενός πιστωτή όταν, κατά τη συμφωνία εξυγίανσης, δεν επηρεάζεται η νομική κατάσταση που είχε πριν από την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης. Η συναίνεση των πιστωτών σε συμφωνία εξυγίανσης μπορεί να παρασχεθεί και μέσω ηλεκτρονικής ψηφοφορίας που διεξάγεται όπως προβλέπεται στην κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 72 υπουργική απόφαση. 2. Η επικύρωση συμφωνίας, η οποία έχει συναφθεί μόνον από πιστωτές, που συγκεντρώνουν το ποσοστό της παρ. 1, χωρίς τη σύμπραξη του οφειλέτη, είναι δυνατή, εφόσον ο οφειλέτης βρίσκεται, κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, σε παύση πληρωμών. 3. Τα ποσοστά της παρ. 1 υπολογίζονται με βάση κατάσταση πιστωτών που επισυνάπτεται στη συμφωνία εξυγίανσης. Η ημερομηνία που φέρει η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να είναι προγενέστερη των τριών (3) ημερολογιακών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της συμφωνίας στο δικαστήριο. Στην κατάσταση των πιστωτών συμπεριλαμβάνονται όλοι οι πιστωτές, ανεξαρτήτως γενικών ή ειδικών προνομίων, οι απαιτήσεις των οποίων υπήρχαν κατά την ημερομηνία του προηγούμενου εδαφίου, έστω και αν δεν είναι ληξιπρόθεσμες. Πιστωτές από αμφοτεροβαρείς συμβάσεις περιλαμβάνονται μόνο στο μέτρο που έχουν εκπληρώσει τη δική τους παροχή προς τον οφειλέτη ή που έχουν αξίωση αποζημίωσης μετά από υπαναχώρηση από τη σύμβαση. Πιστωτές θεωρούνται επίσης κα ι όσοι έχουν απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από την ημερομηνία του δεύτερου εδαφίου μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων. 4. Για τις ανάγκες του υπολογισμού των ποσοστών της παρ. 1, δεν λαμβάνονται υπόψη οι πάσης φύσης απαιτήσεις υπό αίρεση. 5. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που περιλαμβάνονται στην κατάσταση της παρ. 3 πρέπει να προκύπτουν από τα βιβλία του οφειλέτη ή να έχουν αναγνωριστεί ή να έχουν πιθανολογηθεί με απόφαση δικαστηρίου οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας, ακόμη και με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία να έχει κοινοποιηθεί στον οφειλέτη το αργότερο κατά την ημερομηνία που φέρει η κατάσταση της παρ. 3. Στην περίπτωση της συμφωνίας της παρ. 2, η κατάσταση των πιστωτών της παρ. 3 συντάσσεται με βάση στοιχεία που αντλούνται από τις πλέον πρόσφατες δημοσιευμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη, εφόσον υπάρχουν, τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη, τα βιβλία και στοιχεία που διαθέτουν οι συμβαλλόμενοι πιστωτές, και αποφάσεις δικαστηρίων οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων που εκδίδονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 6. Στην κατάσταση της παρ. 3 μπορούν να περιλαμβάνονται και απαιτήσεις πιστωτών χρηματοδοτικών φορέων, για τις οποίες έχει παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Ανεξαρτήτως των όρων της συμφωνίας εξυγίανσης, οι ως άνω παρασχεθείσες υπέρ των χρηματοδοτικών φορέων εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου διατηρούν την ισχύ τους στο σύνολό τους, χωρίς να επέρχεται ποσοτική αύξηση της εγγυητικής του ευθύνης. Η παραγραφή των αξιώσεων των χρηματοδοτικών φορέων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως εγγυητή, καθώς και η οριζόμενη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις προθεσμία υποβολής αιτημάτων κατάπτωσης, αναστέλλονται από την ημερομηνία οριστικής υποβολής της αίτησης του άρθρου 44 μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης, καθώς και για όσο χρονικό διάστημα η επικυρωθείσα συμφωνία εξυγίανσης διατηρείται σε ισχύ. Αιτήματα κατάπτωσης που έχουν ήδη υποβληθεί μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης του άρθρου 44, επίδικα ή μη, παραμένουν ισχυρά. 7. Εφόσον η διαδικασία της εξυγίανσης ολοκληρωθεί επιτυχώς και επικυρωθεί το σχέδιο εξυγίανσης, κατά την υλοποίηση του σχεδίου, η οφειλή δύναται να εξυπηρετείται σε νέο λογαριασμό, στον οποίο αποτυπώνονται τα χαρακτηριστικά της συμφωνίας. 8. Αν η επικυρωμένη συμφωνία εξυγίανσης προβλέπει μείωση των απαιτήσεων έναντι του οφειλέτη, οι χρηματοδοτικοί φορείς δικαιούνται να ζητήσουν από το Ελληνικό Δημόσιο ως εγγυητή την εφάπαξ πληρωμή του εγγυημένου μέρους του διαγραφέντος ποσού, με την άμεση υποβολή σχετικού αιτήματος προς την αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Το Ελληνικό Δημόσιο εξοφλεί τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής ως προς το ποσό της κύριας οφειλής που διαγράφεται πλήρως, χωρίς τη βεβαίωση του ποσού αυτού, ως εσόδου του Ελληνικού Δημοσίου, σε βάρος του φυσικού ή νομικού προσώπου, στην αρμόδια υπηρεσία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και με αναλογική εφαρμογή των περιπτώσεων β ’, γ’ και δ’ της παρ. 6 του άρθρου 101 του ν. 4549/2018 (Α’ 105). 9. Αν ακυρωθεί η συμφωνία εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 63, επί δανείων ή πιστώσεων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο αναβιώνουν οι οφειλές στο προ της συμφωνίας εξυγίανσης ανερχόμενο ύψος, το οποίο καθίσταται στο σύνολό του ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό, με την επιφύλαξη ποσών που εν τω μεταξύ καταβλήθηκαν. Ο χρηματοδοτικός φορέας δικαιούται να υποβάλει προς το Ελληνικό Δημόσιο αίτημα κατάπτωσης για το εγγυημένο υπόλοιπο της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε, κατά τα άνω, μετά από την αναβίωση

ΚΠολΔ Άρθρο 560

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 16/09/2024
Σχετικότητα 77.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 560: Περιπτώσεις επιτρεπόμενης αναίρεσης Κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων, που υπάγονται στην παρ. 2 του άρθρου 18, καθώς και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της παρ. 2 του άρθρου 18, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ν4674 Άρθρο 26

Αναπτυξιακοί Οργανισμοί ΟΤΑ (Ν. 4674/2020)
Σχετικότητα 77.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν4674 Άρθρο 26: Χρεωστικά ανοίγματα των ΟΤΑ 1. Τα πάσης φύσεως υφιστάμενα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσά χρεωστικών ανοιγμάτων των ΟΤΑ πρώτου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών, τα οποία δεν έχουν ρυθμιστεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 81 του ν. 4316/2014 (Α΄ 270), εξοφλούνται ατόκως σε είκοσι (20) ισόποσες ετήσιες δόσεις, κατόπιν σχετικών αιτήσεων των ΟΤΑ προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Οι εν λόγω αιτήσεις υποβάλλονται εντός διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, διάστημα κατά το οποίο αναστέλλεται η λήψη μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την αναγκαστική είσπραξη των σχετικών οφειλών. Η καταβολή των δόσεων πραγματοποιείται μέσω παρακράτησης από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (Κ.Α.Π.) των υπόχρεων δήμων, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από την 31η Δεκεμβρίου 2020. Η σχετική αίτηση των ΟΤΑ συνεπάγεται αυτοδικαίως την ανέκκλητη εκχώρηση προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του ποσοστού των Κ.Α.Π. που αντιστοιχούν στις δόσεις της ρύθμισης, σύμφωνα με την παρούσα, χωρίς να απαιτείται η τήρηση οποιουδήποτε τύπου. 2. Τα οφειλόμενα ποσά ορίζονται στο ύψος αυτών που έχουν βεβαιωθεί ή επαναβεβαιωθεί οίκοθεν στην Κεντρική Υπηρεσία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, υπέρ αυτού, με βάση τα στοιχεία που διέθετε, απαλλασσόμενα από τόκους υπερημερίας μετά την 1η Ιουλίου 2013. Τα ποσά που έχουν βεβαιωθεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Ταμείου Παρακαταθηκών, σύμφωνα με τον Κ.Ε.Δ.Ε., κατά το μέρος τους που αφορούν τόκους υπερημερίας από 1ης Ιουλίου 2013 μέχρι σήμερα, διαγράφονται, ανεξάρτητα από την εξέλιξη τυχόν υφιστάμενης εκκρεμοδικίας. Το εναπομείναν ποσό παραμένει βεβαιωμένο, χωρίς να παράγει τόκους εφεξής και απομειώνεται σε κάθε ετήσια παρακράτηση δόσης των Κ.Α.Π.. Κατά το χρονικό διάστημα εξυπηρέτησης των ρυθμίσεων της παρούσης αναστέλλονται η παραγραφή της οφειλής και η συνέχιση της διαδικασίας ή η λήψη μέτρων διοικητικής εκτέλεσης για την αναγκαστική είσπραξή της. Τα ποσά που προκύπτουν από την εφαρμογή της διατάξεως αυτής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως το ύψος της δόσης, διαγραφόμενοι τόκοι υπερημερίας, εναπομείναν ποσό και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, εξειδικεύονται με διαπιστωτική πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. 3. Οι όροι των ρυθμίσεων στις οποίες έχουν υπαχθεί οφειλές χρεωστικών ανοιγμάτων των ΟΤΑ πρώτου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, βάσει προγενέστερων νομοθετικών ρυθμίσεων, διατηρούνται σε ισχύ και παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Ποσά που εισπράχθηκαν από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο πλαίσιο λήψης μέτρων διοικητικής εκτέλεσης για την αναγκαστική είσπραξη βεβαιωμένων οφειλών από χρεωστικά ανοίγματα των ΟΤΑ πρώτου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών δεν αναζητούνται και δεν επιστρέφονται σε καμία περίπτωση, με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου. Εφόσον ακυρωθεί, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η διοικητική εκτέλεση του προηγούμενου εδαφίου, με επακόλουθο την επιστροφή των ποσών που εισπράχθηκαν, ο οφειλέτης δύναται να αιτηθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την υπαγωγή του στις διατάξεις της παρούσης, εντός διμήνου από την κοινοποίηση σε αυτόν της προαναφερόμενης απόφασης. 4. Στην περίπτωση προσδιορισμού με αμετάκλητη δικαστική απόφαση του ποσού του χρεωστικού ανοίγματος, σε διαφορετικό ύψος από το βεβαιωμένο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά Κ.Ε.Δ.Ε., αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με αυτή, το ύψος του ποσού των δόσεων που απομένουν ή τυχόν επιπλέον ποσό που παρακρατήθηκε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων επιστρέφεται ατόκως στον ΟΤΑ ή το Ν.Π.Δ.Δ. αυτού.

ΠτωχΚ Άρθρο 170

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: ν. 5072/2023
Σχετικότητα 77.6%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 170: Φορολογικές και διοικητικές διευκολύνσεις - εξαιρετικές διατάξεις 1. Η ωφέλεια των νομικών προσώπων, καθώς και των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, και η οποία προκύπτει από τη διαγραφή ή ρύθμιση μέρους ή του συνόλου των χρεών τους ως αποτέλεσμα: α. Αναδιάρθρωσης οφειλών στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, ή β. συμφωνίας εξυγίανσης του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, ανεξάρτητα από τη συναίνεση του οικείου πιστωτή, ή γ. απαλλαγής που προβλέπεται στα άρθρα 192 έως 196, δεν θεωρείται δωρεά και δεν αποτελεί εισόδημα. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται ως ειδικότερη κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, συμπεριλαμβανομένης της παρ. 6 του άρθρου 21, του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167), καθώς και του άρθρου 62 του ν. 4389/2016 (A΄ 94). 2. H ωφέλεια των φυσικών προσώπων που δεν εμπίπτουν στην παρ. 1 και προκύπτει από τη διαγραφή ή ρύθμιση μέρους ή του συνόλου των χρεών τους ως αποτέλεσμα: α. Αναδιάρθρωσης οφειλών στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, ή β. απαλλαγής που προβλέπεται στα άρθρα 192 έως 196, δεν θεωρείται δωρεά και δεν αποτελεί εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 5 του ν. 4172/2013. 3. Το κέρδος από τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατ’ εφαρμογή συμφωνίας εξυγίανσης, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου του παρόντος νόμου ή της εκκαθάρισης του Κεφαλαίου Β΄ του Πέμπτου Μέρους του Δευτέρου Βιβλίου του παρόντος νόμου απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων. 4. Με την επιφύλαξη της παρ. 6, κάθε σύμβαση που συνάπτεται και κάθε πράξη που ενεργείται στο πλαίσιο της πτωχευτικής εκκαθάρισης του Κεφαλαίου Β΄ του Πέμπτου Μέρους του Δευτέρου Βιβλίου, της εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου ή της συμφωνίας εξυγίανσης του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου ή της άσκησης του δικαιώματος του άρθρου 219, οι συνεπεία αυτής επί μέρους μεταβιβάσεις, οι μεταγραφές και κάθε άλλη πράξη για την πραγμάτωσή τους, απαλλάσσονται από τέλη χαρτοσήμου και κάθε άλλον έμμεσο φόρο ή τέλος (πλην ΦΠΑ για τον οποίο εφαρμόζεται ο Κώδικας ΦΠΑ και ο Φ.Μ.Α.). Οι απαλλαγές αυτές επέρχονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται η υποβολή οποιασδήποτε σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, να μνημονεύονται ούτε να προσαρτώνται πιστοποιητικά της φορολογικής διοίκησης οποιασδήποτε μορφής ή χρήσης, ούτε οποιασδήποτε άλλης δημόσιας υπ ηρεσίας, οργανισμού ή εταιρείας ή των Ο.Τ.Α. κάθε βαθμού, ούτε βεβαιώσεις ή υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων προβλεπόμενες σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου. Κατ’ εξαίρεση γίνεται μνεία και προσαρτώνται αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος για τα μεταβιβαζόμενα δικαιώματα σε ακίνητα περιοχών στις οποίες υφίσταται κτηματολόγιο και τοπογραφικό διάγραμμα του άρθρου 5 του ν. 651/1977 (Α΄ 207), όπου απαιτείται κατά την κείμενη νομοθεσία. Οι υποθηκοφύλακες και προϊστάμενοι κτηματολογικών γραφείων καταχωρούν υποχρεωτικά τη σύμβαση μεταβίβασης στα οικεία βιβλία, κατά τα παραπάνω κατ’ εξαίρεση προβλεπόμενα. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται και σε περιπτώσεις συμβολαιογραφικών πράξεων που αφορούν σε δικαιοπραξίες του συνδίκου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και αφορούν τον οφειλέτη. 5. Οι διατάξεις της περ. γ΄ της παρ. 4 του άρθρου 26 του ν. 4172/2013 ισχύουν και για τις συμφωνίες εξωδικαστικού συμβιβασμού και εξυγίανσης του Κεφαλαίου Α΄ και του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου του Πρώτου Βιβλίου, αντιστοίχως. 6. Κάθε σύμβαση που συνάπτεται και κάθε πράξη που ενεργείται κατά τα άρθρα 64, 160, ή 219, οι συνεπεία αυτής επιμέρους μεταβιβάσεις, οι μεταγραφές και κάθε άλλη πράξη για την πραγμάτωσή τους, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα του Δημοσίου ή τρίτων, καθώς και τελών χαρτοσήμου με εξαίρεση τον Φ.Π.Α. για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α.. Οι απαλλαγές αυτές επέρχονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται και η υποβολή οποιασδήποτε σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). 7. Ο σύνδικος δεν απαιτείται να προσκομίσει πιστοποιητικά φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας του οφειλέτη ή οποιαδήποτε άλλα πιστοποιητικά για τη λήψη δανείων, πιστοδοτήσεων και χρηματοδοτήσεων οποιασδήποτε μορφής, ή για οποιαδήποτε συναλλαγή του γενικά με το Δημόσιο. Κατ’ εξαίρεση προσκομίζεται το πιστοποιητικό του άρθρου 54Α του Κ.Φ.Δ., στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται. 8. Σε σύμβαση μεταβίβασης που συνάπτεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, δεν απαιτείται, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, να μνημονεύονται ή να προσαρτώνται πιστοποιητικά της φορολογικής διοίκησης οποιασδήποτε μορφής ή χρήσης, ούτε οποιασδήποτε άλλης δημόσιας υπηρεσίας, οργανισμού ή εταιρείας ή των Ο.Τ.Α. ή πολεοδομική αρχή κάθε βαθμού, ούτε βεβαιώσεις ή υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων προβλεπόμενες σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου. Κατ’ εξαίρεση γίνεται μνεία και προσαρτώνται αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος για τα μεταβιβαζόμενα δικαιώματα σε ακίνητα περιοχών στις οποίες λειτουργεί κτηματολόγιο και τοπογραφικό διάγραμμα του άρθρου 5 του ν. 651/1977 (Α΄ 207), όπου απαιτείται κατά την κείμενη νομοθεσία. Οι υποθηκοφύλακες και προϊστάμενοι κτηματολογικών γραφείων καταχωρούν υποχρεωτικά τη σύμβαση μεταβίβασης στα οικεία βιβλία, κατά τα παραπάνω κατ’ εξαίρεση προβλεπόμενα. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται και σε περιπτώσεις συμβολαιογραφικών πράξεων που αφορούν σε δικαιοπραξίες του συνδίκου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και αφορούν τον οφειλέτη. Το κύρος της μεταβίβασης δεν εξαρτάται από τη νομική ή πραγματική κατάσταση του πράγματος κατά τη μεταβίβασή του. 9. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 έως 8, το άρθρο 31 του ν. 2778/1999 (Α’ 295), καθώς και η εξαίρεση της περ. ζ) της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002 (Α’ 330), εφαρμόζονται αναλογικά στην περίπτωση του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 217 του παρόντος.

ΚΤΑ Άρθρο 513

Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ν. 5314/2026)
Σχετικότητα 77.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΤΑ Άρθρο 513: Διευκολύνσεις οφειλετών 1. Οι κάθε είδους βεβαιωμένες οφειλές προς τους δήμους και τις περιφέρειες δύνανται, κατόπιν αίτησης των οφειλετών, πριν ή μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής αυτών, να ρυθμίζονται και να καταβάλλονται σε δύο (2) έως σαράντα οκτώ (48) μηνιαίες δόσεις. Κατά τα λοιπά για την εφαρμογή της παρούσας εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της υποπαρ. Α.2 της παρ. Α’ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107), που ισχύουν για την υποπερ. (ii) της περ. 1α αυτής. 2. Με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου, αντίστοιχα, καθορίζεται γενικό, αντικειμενικό πλαίσιο κριτηρίων για τον προσδιορισμό του αριθμού των δόσεων της παρ. 1, το οποίο εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλες τις αιτήσεις ρύθμισης. Στα κριτήρια λαμβάνονται ιδίως υπόψη το ύψος της οφειλής, η παλαιότητα αυτής και η συνέπεια του οφειλέτη σε τυχόν προηγούμενες ρυθμίσεις, καθώς και κάθε άλλο αντικειμενικό και ποσοτικώς προσδιορίσιμο στοιχείο σχετικό με την εξυπηρέτηση της οφειλής. 3. Αρμόδιο όργανο για την παροχή των διευκολύνσεων της παρ. 1 και τη ρύθμιση είναι ο ταμίας για βασική οφειλή ποσού έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, η δημοτική ή περιφερειακή επιτροπή, αντίστοιχα, για βασική οφειλή ποσού μεγαλύτερου των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ και το δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο, αντίστοιχα, για βασική οφειλή ποσού μεγαλύτερου των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η απόφαση του αρμόδιου οργάνου της παρούσας για την υπαγωγή σε ρύθμιση και τον αριθμό των δόσεων είναι αιτιολογημένη, με ρητή αναφορά στα κριτήρια του πλαισίου της παρ. 2. 4. Ειδικά για τους δικαιούχους του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος των άρθρων 235 του ν. 4389/2016 (Α’ 94) και 29 του ν. 4659/2020 (Α’ 21), με απόφαση του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου, αντίστοιχα, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του, δύναται να αποφασίζεται η μείωση ή διαγραφή των τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής και των προστίμων, καθώς και η διαγραφή έως ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) της κύριας οφειλής. 5. Για οφειλές των περιφερειών, των οποίων η ταμειακή υπηρεσία διεξάγεται από τη Φορολογική Διοίκηση, αρμόδια όργανα για τη χορήγηση των διευκολύνσεων του παρόντος είναι τα οριζόμενα στην παρ. 3. 6. Από το παρόν εξαιρούνται οι οφειλές από συμβάσεις.

ΠτωχΚ Άρθρο 74

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: Ν. 5024/2023
Σχετικότητα 77.2%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 74: Τελικές διατάξεις του Μέρους Δευτέρου 1. Αν ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών, με την αίτηση για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης του κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου πρέπει να συνυποβάλλεται με το ίδιο δικόγραφο αίτηση για την κήρυξη πτώχευσης κατά το άρθρο 79. Παράλειψη συνυποβολής αίτησης πτώχευσης δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης του παρόντος κεφαλαίου, είναι όμως δυνατή η υποβολή αίτησης πτώχευσης από τους πιστωτές ή τον εισαγγελέα πρωτοδικών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 79. Το άρθρο 127 εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση. Αν το δικαστήριο δεχθεί την αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, απορρίπτει την αίτηση κήρυξης πτώχευσης με την απόφαση με την οποία επικυρώνει τη συμφωνία. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, προχωρεί στην εξέταση της αίτησης πτώχευσης. 2. Οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως σε αιτήσεις του οφειλέτη, πιστωτών ή του εισαγγελέα πρωτοδικών για την κήρυξη πτώχευσης, οι οποίες εκκρεμούν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης του παρόντος κεφαλαίου και σε αιτήσεις του οφειλέτη, πιστωτών ή του εισαγγελέα πρωτοδικών οι οποίες κατατίθενται στο χρονικό διάστημα μετά από την υποβολή της αίτησης αυτής. Στην περίπτωση αυτή και μετά από αίτημα του οφειλέτη ή πιστωτή, η αίτηση κήρυξης της πτώχευσης είτε συνεκδικάζεται είτε αναβάλλεται για συνεκδίκαση με την αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης. 3. Αν ο οφειλέτης περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών μετά την υποβολή αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, οφείλει να υποβάλει αίτηση πτώχευσης και δύναται να ζητήσει την αναστολή της εξέτασης της αίτησης πτώχευσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως επικυρώσεως. 4 . A ν ο ο φ ε ι λ έτης είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 3190/1955 (Α΄ 91), αναστέλλεται από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 44 μέχρι την έκδοση απόφασης επ’ αυτής, η έκδοση απόφασης για τη λύση της εταιρείας. 5. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών υπέρ τρίτων, ακόμα και εάν δεν έχουν παρέλθει δώδεκα (12) μήνες από τη με οποιονδήποτε τρόπον ολοκλήρωση της διαδικασίας του Κεφαλαίου Α’ που είχε εκκινήσει με την αρχική αίτηση. Με τη νέα αίτηση δύναται να ζητείται να ρυθμισθούν οφειλές προς το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που βεβαιώθηκαν μέχρι την υποβολή της ή που τροποποιήθηκαν για οποιονδήποτε λόγο. Οι ρυθμίσεις που έχουν επιτευχθεί με συμβάσεις αναδιάρθρωσης στο πλαίσιο της αρχικής αίτησης διατηρούνται στο ακέραιο, εκτός και αν έχουν τροποποιηθεί οι βεβαιωμένες οφειλές που ρυθμίστηκαν με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, οπότε και υπολογίζονται εκ νέου από το υπολογιστικό εργαλείο του άρθρου 71. Εάν μετά την υποβολή της νέας αίτησης προκύψει από τα καταχωριζόμενα στην πλατφόρμα στοιχεία ότι δεν υπάρχουν οι κατά τα ανωτέρω οφειλές που δικαιολογούν την υποβολή της, αυτή αυτοδίκαια θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα. Αν η διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου δεν έχει ολοκληρωθεί, με την οριστική υποβολή της νέας αίτησης, ακυρώνεται η αρχική αίτηση του οφειλέτη, προκειμένου να συμπεριληφθεί το σύνολο των οφειλών του προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. 6. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται η υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του Κεφαλαίου Α’ σε οφειλέτες που δεν είχαν παραιτηθεί από τη διαδικασία του ν. 4469/2017 (Α’ 62), χωρίς να υπαχθούν στον νόμο αυτόν, ή είχαν υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία του ν. 4469/2017 και για οποιοδήποτε λόγο δεν έχει επιτευχθεί σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.

ΚΠολΔ Άρθρο 76

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 77.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 76: 1. Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. 2. Η διάταξη της παρ. 1 δεν εφαρμόζεται στο συμβιβασμό, στην αναγνώριση, στην παραίτηση από τη δίκη και στη συμφωνία για διαιτησία. 3. Οι απόντες ομόδικοι καλούνται σε κάθε μεταγενέστερη διαδικαστική πράξη. 4. Η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους.

ΚΠολΔ Άρθρο 563

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 76.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 563: 1. Η αίτηση αναίρεσης υπάγεται στον Άρειο Πάγο, ο οποίος δικάζει σε ολομέλεια ή σε τμήμα. 2. Στην αρμοδιότητα της ολομέλειας του Αρείου Πάγου υπάγονται α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων που παραπέμπονται για εκδίκαση στην ολομέλεια με κοινό πρακτικό του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με απόφαση του τμήματος που δικάζει. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους της αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας. Το τμήμα που δικάζει είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην ολομέλεια αν η απόφασή του για την αίτηση αναίρεσης, αναιρετική ή απορριπτική, λαμβάνεται με πλειοψηφία μια ψήφου ή αν αρνείται να εφαρμόσει νόμο ως αντισυνταγματικό. "Αν όμως το ζήτημα της συνταγματικότητας έχει ήδη κριθεί με απόφαση της ολομέλειας, η παραπομπή είναι δυνητική"*. 3. Αν η παραπομπή στην ολομέλεια γίνεται με πρακτικό του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο πρόεδρος ορίζει συγχρόνως δικάσιμο της ολομέλειας τηρώντας τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 568.

Ν4412 Άρθρο 358

Δημόσιες Συμβάσεις (Ν. 4412/2016)
Σχετικότητα 76.2%
Κείμενο Άρθρου
Ν4412 Άρθρο 358: Γραφείο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Νομική Υπηρεσία - Εξουσιοδοτική διάταξη 1. Στην Αρχή συστήνεται Γραφείο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ), με αρμοδιότητα τη δικαστική και γενικότερα τη νομική υποστήριξη της Αρχής, καθώς και την παροχή νομικών γνωμοδοτήσεων. Το Γραφείο Νομικού Συμβουλίου λειτουργεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις περί Ν.Σ.Κ. και στελεχώνεται από μέλη του κύριου προσωπικού του, με βαθμούς Νομικού Συμβούλου, Παρέδρου και Δικαστικού Πληρεξουσίου του Ν.Σ.Κ. 2. Η Αρχή, με απόφαση του Προέδρου της, παρέχει στο Γραφείο Νομικού Συμβουλίου του Ν.Σ.Κ. την απαραίτητη για τη στέγαση και λειτουργία του υλικοτεχνική υποδομή και διαθέτει για τη γραμματειακή του υποστήριξη, έναν τουλάχιστον (1) διοικητικό υπάλληλο της Αρχής. 3. Ο Πρόεδρος της Αρχής υπογράφει τα ερωτήματα προς το Ν.Σ.Κ. για θέματα αρμοδιότητας της Αρχής, αποδέχεται τις σχετικές γνωμοδοτήσεις και εγκρίνει τα πρακτικά γνωμοδοτήσεων του Ν.Σ.Κ. σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις της Αρχής. 4. Το Γραφείο Νομικού Συμβουλίου δεν γνωμοδοτεί επί ζητημάτων που τίθενται με εκκρεμείς ενώπιον της Αρχής προσφυγές του άρθρου 360, ούτε η Αρχή απευθύνει ερωτήματα προς το Ν.Σ.Κ. με αντικείμενο τέτοια ζητήματα. 5. Στην Αρχή συστήνεται Νομική Υπηρεσία η οποία τελεί υπό την εποπτεία του Γραφείου Νομικού Συμβουλίου του Ν.Σ.Κ. και έχει ως προϊστάμενο τον εκάστοτε προϊστάμενο του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Ν.Σ.Κ. Στη Νομική Υπηρεσία συστήνονται επτά (7) θέσεις έμμισθων δικηγόρων, στις οποίες προσλαμβάνονται με πάγια αντιμισθία δικηγόροι παρ’ Αρείω Πάγω, οι οποίοι διαθέτουν πενταετή τουλάχιστον εμπειρία και εξειδίκευση στο αντικείμενο του δικαίου των δημόσιων συμβάσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208), κατόπιν προκήρυξης, που εκδίδει η Αρχή και στην οποία προσδιορίζονται τα ειδικότερα προσόντα και ο τρόπος απόδειξής τους για την κατάληψη της συγκεκριμένης θέσης. Για τον καθορισμό των αποδοχών των έμμισθων δικηγόρων εφαρμόζεται η περ. γ΄ της παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176). Η κατοχή θέσης έμμισθου δικηγόρου της Αρχής είναι ασυμβίβαστη προς την κατοχή κάθε άλλης θέσης σε φορέα του δημοσίου τομέα κατά την έννοια της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143). Οι έμμισθοι δικηγόροι δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνουν υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον εντολέα, πλην της Αρχής. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής συνιστά λόγο καταγγελίας της έμμισθης εντολής τους εκ μέρους της Αρχής.

ΚΠολΔ Άρθρο 552

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 75.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 552: Με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων.

Ν2882 Άρθρο 20

Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (Ν. 2882/2001)Τροποποίηση: 18/04/2013
Σχετικότητα 75.5%
Κείμενο Άρθρου
Ν2882 Άρθρο 20: Οριστικός προσδιορισμός αποζημίωσης «1. Αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το εφετείο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 με τριμελή σύνθεση. 2. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς εφετείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής. Εάν κάποιος από τους ενδιαφερομένους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερομένους εξήντα ημέρες. Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9.» 3. Το δικόγραφο της αίτησης κατατίθεται στη γραμματεία του εφετείου. Ο πρόεδρος του εφετείου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα ημέρες ούτε μακρότερο από σαράντα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης. Ακολούθως η αίτηση επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται μέσα σε είκοσι ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως. Εάν εκείνοι κατά των οποίων απευθύνεται η αίτηση είναι κάτοικοι αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η επίδοση πρέπει να γίνει τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, παρατεινομένου αναλόγως του χρόνου ορισμού της δικασίμου. 4. Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινό καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση. Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος, προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά. 5. Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης. 6. Οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 7 έως και 9 του προηγούμενου άρθρου 19 εφαρμόζονται αναλόγως. Το εφετείο δύναται, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για τη διάγνωση της αλήθειας, να διακόψει ή να παρατείνει τη συζήτηση σε περισσότερες συνεδριάσεις, οι οποίες δεν δύναται να απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από είκοσι ημέρες. Πάντως η έκδοση της οριστικής απόφασης δεν επιτρέπεται να βραδύνει περισσότερο από ένα έτος από την άσκηση της αίτησης. 7. Το εφετείο δύναται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, εφόσον είναι απαραίτητη για τη διάγνωση της αλήθειας. Η πραγματογνωμοσύνη ενεργείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 368 και επομένων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κατ' απόκλιση από τις διατάξεις αυτές: α) το δικαστήριο εκδίδει την απόφαση για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και το διορισμό των πραγματογνωμόνων μέσα σε είκοσι ημέρες από τη συζήτηση, β) εάν διατάχθηκε έγγραφη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων , αυτή υποβάλλεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την όρκισή τους και γ) εάν διατάχθηκε προφορική γνωμοδότηση, οι πραγματογνώμονες εκθέτουν τη γνώμη τους ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη νέα συζήτηση. Με την απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη και διορίζεται πραγματογνώμονας, προσδιορίζεται συγχρόνως και η νέα δικάσιμος για την περαιτέρω συζήτηση, η οποία δεν δύναται να απέχει περισσότερο από εξήντα ημέρες από τη δημοσίευση της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης. 8. Το εφετείο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα ημέρες από την τελευταία συζήτηση της αίτησης. 9. Αν η απόφαση του εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η τυχόν επιπλέον αποζημίωση καταβάλλεται στο δικαιούχο ή παρακατατίθεται σε προθεσμία έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης. Σε περίπτωση μη κοινοποίησης η προθεσμία είναι ένα έτος από την έκδοση της απόφασης. Τυχόν μεταγενέστερη κατάθεση επιβαρύνεται με τον ισχύοντα εκάστοτε νόμιμο τόκο. «10. Εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης.»

Ν4820 Άρθρο 197Α

Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4820/2021)Τροποποίηση: Ν. 5162/2024
Σχετικότητα 75.3%
Κείμενο Άρθρου
Ν4820 Άρθρο 197Α: Χορήγηση χρηματοδοτήσεων υπό τη μορφή δανείου για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών πρώτης κατοικίας και ενεργειακής αναβάθμισης ιδιοκτησιών μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας - Εξουσιοδοτικές διατάξεις 1. Στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι δυνατή η χρηματοδότηση υπό τη μορφή δανείου φυσικών προσώπων για την αγορά πρώτης κατοικίας και την ενεργειακή αναβάθμιση ιδιοκτησιών φυσικών προσώπων, με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό που είναι αρμόδιος για την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης, συνάπτει συμφωνίες χρηματοδότησης με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Α.Ε., ύστερα από εισήγηση της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης. Στο πλαίσιο των συμφωνιών αυτών, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα αναλαμβάνει τη διαχείριση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για την εκπλήρωση των σκοπών του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Στη συμφωνία χρηματοδότησης καθορίζονται επιπλέον οι όροι για τη διαχείριση των πόρων από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Α.Ε., τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα. 2. Με κοινή απόφαση του αρμόδιου για την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης Υπουργού, των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και Περιβάλλοντος και Ενέργειας και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών: α) ορίζεται η διαδικασία διάθεσης των αναγκαίων κεφαλαίων στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Α.Ε., β) ανοίγονται και τηρούνται ειδικοί τραπεζικοί λογαριασμοί για τη διακίνηση των εν λόγω κεφαλαίων και παρέχεται κάθε αναγκαία εντολή, εξουσιοδότηση και πληρεξουσιότητα για τη διενέργεια αναλήψεων, καταθέσεων, χρεώσεων, πιστώσεων και μεταφορών από και προς τους λογαριασμούς αυτούς, γ) ορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορήγησης των δανείων και της επιδότησης επιτοκίου στα φυσικά πρόσωπα, τα κριτήρια και ο τρόπος ελέγχου των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας των ωφελούμενων των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, δ) ορίζεται η εκπροσώπηση του Ελληνικού Δημοσίου στις σχετικές δανειακές συμβάσεις που συνάπτονται στο όνομα και για λογαριασμό του και ε) ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας. 3. Με κοινή απόφαση του αρμόδιου για την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης Υπουργού και του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται τα θέματα λογιστικής παρακολούθησης των δανείων των παρ. 1 και 2, από το Δημόσιο, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. 4. Με απόφαση του αρμόδιου για την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης Υπουργού συστήνονται Επενδυτικά Συμβούλια, τα οποία είναι αρμόδια για την παρακολούθηση της σύναψης και εκτέλεσης των δανειακών συμβάσεων των παρ. 1 και 2. Με την ίδια απόφαση, καθορίζονται οι αρμοδιότητες, η σύνθεση, οι προϋποθέσεις για τη νόμιμη συγκρότηση και λειτουργία, οι αποζημιώσεις και αμοιβές των τακτικών και αναπληρωματικών μελών των Επενδυτικών Συμβουλίων, η αμοιβή του γραμματέα κατά τις συνεδριάσεις τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας. Για τον καθορισμό των αποζημιώσεων και αμοιβών του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί αμοιβών συλλογικών οργάνων. 5. Στα δάνεια που χορηγούνται με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 εφαρμόζεται και το άρθρο 59 του ν. 4915/2022 (Α΄ 63), περί ρυθμίσεων για τα δάνεια από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. 6. Τα δάνεια που χορηγούνται με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 απαλλάσσονται της εισφοράς της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α΄ 178).

ΚΔΕλΣ Άρθρο 90

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 75.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 90: Μέτρα για διασφάλιση της εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου Αν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κρίνει, εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων, ότι οι αιτήσεις που εκκρεμούν στο Δικαστήριο είναι ανέφικτο να εκδικασθούν και να περατωθούν εντός ευλόγου χρόνου, μπορεί να λάβει ένα από τα ακόλουθα μέτρα ή συνδυασμό τους: (α) Κατατάσσει τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει προσδιορισθεί ακόμη δικάσιμος ανά θεματική κατηγορία, ανάλογα με την ταυτότητα ή ομοιότητα των νομικών ζητημάτων που τίθενται σ’ αυτές και για όσες από αυτές υφίσταται απόφαση της Ολομέλειας ή πάγια νομολογία Τμήματος που επιλύουν το κύριο ζήτημα που τίθεται σ’ αυτές εκδίδει πράξη συνεκδίκασης και τις εισάγει προς εκδίκαση σύμφωνα με την ειδική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 91. (β) Αν έχει εντοπίσει κατηγορία όμοιων θεματικώς υποθέσεων μεγάλου αριθμού στις οποίες τίθεται νομικό ζήτημα που, αν επιλυθεί από την Ολομέλεια, θα καταστεί δυνατή η εισαγωγή τους προς εκδίκαση στη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 91, κινεί τη διαδικασία της παραπομπής στην Ολομέλεια σοβαρού ζητήματος σύμφωνα με τις παρ. 1 του άρθρου 162 και 1 του άρθρου 163. (γ) Ορίζει δικαστή για να εξετάσει αν υπόθεση ή κατηγορία υποθέσεων που εκκρεμούν στο Δικαστήριο υπάγονται στις περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 91. (δ) Επί αγωγών που υπάγονται στην περ. α’ , ζητεί, πριν από την εισαγωγή τους προς εκδίκαση, την παροχή πληροφοριών και στοιχείων από την αρμόδια διοικητική αρχή, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση προδικαστικής απόφασης. (ε) Εισάγει υπόθεση απευθείας στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, όταν συντρέχει περίπτωση από αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 296.

ΠτωχΚ Άρθρο 12

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: ν. 5072/2023
Σχετικότητα 75.2%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 12: Άδεια για την επεξεργασία και την κοινοποίηση των στοιχείων που δηλώνονται στην αίτηση 1. Με την αίτηση παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για κοινοποίηση στους συμμετέχοντες πιστωτές, επεξεργασία και διασταύρωση από αυτούς των δεδομένων του, τα οποία περιλαμβάνονται στην αίτ ηση, των δεδομένων του που προσδιορίζονται στο άρθρο 10, των εγγράφων και στοιχείων που απαιτούνται σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου, όσο και άλλων δεδομένων του που βρίσκονται στην κατοχή των συμμετεχόντων πιστωτών για τους σκοπούς της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών. Η άδεια του προηγούμενου εδαφίου συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 (Α΄ 270) και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170). Επίσης, με την αίτηση υπαγωγής παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για κοινοποίηση σε όλους τους συμμετέχοντες πιστωτές, του περιεχομένου και των συνοδευτικών και υποστηρικτικών στοιχείων και εγγράφων της αίτησης. 2. α) Ειδικότερα, η άδεια της παρ. 1 καταλαμβάνει και τα εξής κατά περίπτωση, στοιχεία και έγγραφα: αα. δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων (E.1) ή δήλωση φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (Ν) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών, αβ. κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε.3) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών, αγ. δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε.9) των τελευταίων πέντε (5) ετών, εφόσον προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής της, αδ. πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος (εκκαθαριστικό) του τελευταίου φορολογικού έτους, αε. πράξη διοικητικού προσδιορισμού του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του τελευταίου φορολογικού έτους, αστ. καταστάσεις βεβαιωμένων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση και προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, αζ. αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης του οφειλέτη ή του πρόεδρου του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου για ανώνυμες εταιρείες, του διαχειριστή για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, των ομόρρυθμ ων εταίρων και των διαχειριστών για προσωπικές εταιρείες και των φυσικών προσώπων που είναι αλληλέγγυα με τον οφειλέτη εκ του νόμου για την παράλειψη καταβολής οφειλών, αη. πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης, πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αίτησης πτώχευσης και κάθε άλλο στοιχείο που αφορά τον οφειλέτη και καταχωρείται στο ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213, αθ. πιστοποιητικό περί μη λύσης της εταιρείας από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), εφόσον ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, αι. αναφορικά με τις απαιτήσεις προς πιστωτικά ιδρύματα, το οφειλόμενο ποσό ανά πιστωτή, αια. στοιχεία αναφορικά με καταθέσεις και χρηματοπιστωτικά προϊόντα που τηρούνται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καθώς και την εκτιμώμενη αξία τους, και αιβ. τα στοιχεία βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων επί των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος που βρίσκονται στη διάθεση των χρηματοδοτικών φορέων και στοιχεία για την εμπορική αξία των ακινήτων περιουσιακών στοιχείων. β) Τα στοιχεία και έγγραφα της παρούσας αντλούνται αυτόματα εκκινώντας από την τελευταία διαθέσιμη έκδοσή τους, εφόσον δεν έχει παρέλθει η αντίστοιχη προθεσμία υποβολής τους βάσει της κείμενης νομοθεσίας. Μετά την παρέλευση των προβλεπόμενων προθεσμιών η αυτόματη άντληση των εγγράφων εκκινεί από την τελευταία έκδοση για την οποία υπάρχει υποχρέωση υποβολής. 3. Σε περίπτωση αίτησης φυσικού προσώπου παρέχεται επιπλέον της άδειας της παρ. 1, η άδεια ανάκτησης, η οποία περιλαμβάνει και τα στοιχεία και έγγραφα που αφορούν τον ή τη σύζυγο ή τον συμβίο ή τη συμβία του οφειλέτη και τα εξαρτώμενα μέλη. Ο σύζυγος ή η σύζυγος ή ο συμβίος ή η συμβία και τα εξαρτώμενα μέλη συνυπογράφουν την αίτηση για την παροχή της παραπάνω άδειας ανάκτησης. Ο σύζυγος ή η σύζυγος δεν συνυπογράφουν την αίτηση για την παροχή της παραπάνω άδειας ανάκτησης, εάν έχει λάβει χώρα διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, η οποία έχει δηλωθεί στη Φορολογική Διοίκηση πριν την υποβολή της αίτησης. 4. Η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α΄ 75) του οφειλέτη για την ακρίβεια και την πληρότητα του περιεχομένου της αίτησης και των υποβληθέντων εγγράφων. Ο αιτών ενημερώνεται κατά την υποβολή της αίτησης για τις συνέπειες της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, όπως αυτές προβλέπονται στην παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986. 5. Αν αποδεικνύεται με δημόσια έγγραφα, ότι τα κατά την παρ. 4 δηλούμενα είναι ανακριβή, τότε, ρύθμιση που τυχόν επιτευχθεί σύμφωνα με το παρόν, θεωρείται αυτοδικαίως άκυρη, ο οφειλέτης εκπίπτει όλων των δικαιωμάτων που απέκτησε βάσει της ρύθμισης και οφείλει να καταβάλει στον πιστωτή την προ ρυθμίσεως οφειλή, μειωμένη κατά τα ποσά που καταβλήθηκαν και ο θιγόμενος πιστωτής μπορεί να επισπεύσει άμεσα αναγκαστική εκτέλεση. Η εν λόγω οφειλή επιβαρύνεται με επιτόκιο ίσο με το ανώτατο παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες. 6. Οι χρηματοδοτικοί φορείς ενημερώνουν την ηλεκτρονική πλατφόρμα με τα στοιχεία καταθέσεων, κινήσεων λογαριασμών, οφειλών, εξασφαλίσεων οφειλών, συνοφειλετών, εγγυητών, καθώς και χρηματοοικονομικών προϊόντων των προσώπων της παρ. 2 που σχετίζονται άμεσα με αυτούς, εντός της προθεσμίας που προκύπτει από την κοινή απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 71. Το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εφόσον διαπιστώσει ότι ο χρηματοδοτικός φορέας δεν συμμορφώνεται με τις ως άνω υποχρεώσεις για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις εξήντα (60) ημέρες, δύναται να επιβάλει στον χρηματοδοτικό φορέα πρόστιμο έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, αφού καλέσει τον χρηματοδοτικό φορέα σε ακρόαση. Το ύψος της κύρωσης εξαρτάται από τη βαρύτητα αυτής, τη σημασία και τον όγκο των στοιχείων που δεν υποβάλλονται και την υποτροπή του φορέα που έχει υποπέσει στην παράβαση.

ΠΔ18 Άρθρο 50

Οργανισμός Συμβουλίου της Επικρατείας (Π.Δ. 18/1989)Τροποποίηση: Ν. 4274/2014
Σχετικότητα 75.2%
Κείμενο Άρθρου
ΠΔ18 Άρθρο 50: Συνέπειες απόφασης 1. Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη. 2. Η απόρριψη της αίτησης δεν αποκλείει την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου κατά της ίδιας πράξης από άλλον που έχει το δικαίωμα αυτό. 3. Στις περιπτώσεις παραλείψεων όταν το Συμβούλιο δέχεται την αίτηση παραπέμπει την υπόθεση στην αρμόδια αρχή για να εκτελέσει την οφειλόμενη ενέργεια. 3α. Το δικαστήριο, ανάγεται σε ακύρωση της διοικητικής πράξης που προσβλήθηκε με αίτηση ακυρώσεως λόγω πλημμέλειας που μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων και εφόσον κρίνει, ενόψει της φύσης της πλημμέλειας, και της επίδρασής της στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξης, ότι η ακύρωση της πράξης δεν είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νομιμότητας και για τη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, καθώς και σε περίπτωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του αιτούντος, μπορεί, κατ' εκτίμηση και των εννόμων συμφερόντων των διαδίκων, να εκδώσει προδικαστική απόφαση, η οποία κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, και να ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία είτε να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια ώστε να αρθεί η πλημμέλεια είτε να εκπληρώσει την οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια τάσσοντας προς τούτο αποκλειστική εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα ούτε μεγαλύτερη από τρεις μήνες. Κανένα στοιχείο δεν λαμβάνεται υπόψη αν προσκομισθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας και εντός δεκαπενθημέρου, οι λοιποί διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα με τους ισχυρισμούς τους επί των ενεργειών της Διοίκησης και των στοιχείων που αυτή προσκόμισε. Σε περίπτωση εφαρμογής των οριζόμενων στα προηγούμενα εδάφια, η δημοσίευση της προδικαστικής απόφασης συνεπάγεται την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, κατά το μέρος που δεν έχει εκτελεστεί έως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης. 3β. Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικούμενων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης. 3γ. Η διαπίστωση παρανομίας της κανονιστικής πράξης κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχό της, για λόγους αναγόμενους στην αρμοδιότητα του εκδόντος την απόφαση οργάνου και σε παράβαση ουσιώδους τύπου είναι δυνατόν να μην οδηγήσει σε ακύρωση ατομικής πράξης, εφόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, έχει παρέλθει μακρό, ανάλογα με τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της κανονιστικής πράξης που ελέγχεται παρεμπιπτόντως και οι συνέπειες της παρανομίας της σε βάρος της ατομικής πράξης μπορεί να κλονίσουν την ασφάλεια του δικαίου. 3δ. Η εφαρμογή των παραγράφων 3)α, 3)β, και 3)γ δεν θίγει τις αποζημιωτικές αξιώσεις. 4. Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παράγραφος 5 του Συντάγματος , πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου, ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα , υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση. 5. Οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο.

Ν4756 Άρθρο 32

Μέτρα ενίσχυσης εργαζομένων, κοινωνικοασφαλιστικές ρυθμίσεις (Ν. 4756/2020)Τροποποίηση: Ν. 4855/2021
Σχετικότητα 74.9%
Κείμενο Άρθρου
Ν4756 Άρθρο 32: Ρύθμιση ασφαλιστικών εισφορών — επέκταση ρύθμισης 1. Η προθεσμία καταβολής οφειλών από ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών, αυτοαπασχολούμενων και ελευθέρων επαγγελματιών, η οποία παρατάθηκε μέχρι την 30ή Απριλίου 2021 στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19, σύμφωνα με το άρθρο 3 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α΄ 76), το άρθρο 23 της από 30.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 75), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 (Α΄ 86), το άρθρο όγδοο της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 68), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 (Α΄ 83), τα άρθρα εικοστό τρίτο και εικοστό πέμπτο της από 30.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 (Α΄ 86), το άρθρο 10 του ν. 4684/2020 και το άρθρο πέμπτο της από 1.5.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 90), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4690/2020 (Α΄ 104), παρατείνεται εκ νέου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2021. Οι ανωτέρω ασφαλιστικές οφειλές, μετά τη λήξη της παράτασης της προθεσμίας καταβολής, δύνανται να υπαχθούν σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής έως και εβδομήντα δύο (72) μηνιαίων δόσεων. Στη ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου δύνανται να υπαχθούν, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, και οφειλές ασφαλιστικών εισφορών περιόδων απασχόλησης Φεβρουαρίου 2020 έως Ιουνίου 2021, απαιτητών από 1ης.3.2020 έως 31.7.2021, που δεν τελούν σε καθεστώς ρύθμισης, εφόσον πρόκειται για εργοδότες ή για αυτοπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες που επλήγησαν λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19 και έχουν κύριο ΚΑΔ δραστηριότητας που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον πρόκειται για εργοδότες, αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, στους οποίους επιβλήθηκε το μέτρο της προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας οποτεδήποτε στο διάστημα από 27.10.2020 έως 31.7.2021, επιτρέπεται να εντάσσονται στη ρύθμιση, μετά από επιλογή του οφειλέτη, οφειλές ασφαλιστικών εισφορών περιόδων απασχόλησης Φεβρουαρίου 2020 έως Ιουνίου 2021, απαιτητών από 1ης.3.2020 έως 31.7.2021, που έχουν υπαχθεί ή θα υπαχθούν σε καθεστώς ρύθμισης της υποπαρ. ΙΑ.1 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), από 27.10.2020 έως τη δημοσίευση του παρόντος. 2. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο.). Κατ’ εξαίρεση, όπου υπάρχει αδυναμία πιστοποίησης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, η αίτηση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Κ.Ε.Α.Ο. και μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής εξυπηρέτησης πολιτών στον ιστότοπο του e-Ε.Φ.Κ.Α. Αρμόδια όργανα για την έκδοση της απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση είναι οι προϊστάμενοι των περιφερειακών υπηρεσιών του Κ.Ε.Α.Ο. 3. Βασικές οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση της παρ. 1, κεφαλαιοποιούνται κατά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και, αντί τόκων, πρόσθετων τελών και προσαυξήσεων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, επιβαρύνονται από τον επόμενο μήνα από αυτόν της υπαγωγής στη ρύθμιση, με επιτόκιο δυόμιση εκατοστιαίων μονάδων (2,5%) ετησίως υπολογιζόμενο. Κατ’ εξαίρεση, βασικές οφειλές που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης έως και τριάντα έξι (36) μηνιαίων δόσεων δεν επιβαρύνονται με επιτόκιο. 4. Η υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση συντελείται με την καταβολή της πρώτης δόσης. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2022. Οι επόμενες δόσεις της ρύθμισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα καταβολής της πρώτης δόσης. Με την απόφαση υπαγωγής στη ρύθμιση καθορίζονται το ποσό κάθε δόσης, ο αριθμός των δόσεων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 5. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης ορίζεται σε πενήντα (50) ευρώ. 6. Ο οφειλέτης δύναται να επιλέξει, σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης, την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου των ρυθμισμένων οφειλών, χωρίς την επιβάρυνση επιτοκίου. 7. Η ρύθμιση του παρόντος απόλλυται, εάν ο οφειλέτης δεν καταβάλει ποσό δόσεων που αντιστοιχεί σε δύο (2) δόσεις της ρύθμισης. 8. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής και οι λοιποί όροι, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, παρέχονται στον οφειλέτη τα εξής ευεργετήματα: α) χορηγείται σε αυτόν αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας διμηνιαίας ισχύος, β) στις επιχειρήσεις της περ. ε’ της παρ. 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179) χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για την είσπραξη λογαριασμών δημοσίου έργου, εφόσον για το έργο, για το οποίο χορηγείται το αποδεικτικό, δεν υφίστανται τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής, χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας με παρακράτηση ποσού ίσου με την οφειλή, γ) αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. Ειδικά για κατασχέσεις στα χέρια τρίτων που έχουν επιβληθεί έως την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση του παρόντος, το μέτρο της κατάσχεσης αίρεται με την υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση, κατόπιν σχετικού αιτήματος, και αποδιδόμενα ποσά από κατασχέσεις εις χείρας τρίτων πριν την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη τρεχουσών δόσεων της ρύθμισης, δ) αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος του οφειλέτη, κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136), και αναστέλλεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα, ε) αναστέλλεται η εκτέλεση ποινής που έχει επιβληθεί ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, αυτή διακόπτεται. Η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση, αναστέλλεται και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της ρύθμισης. 9. Η απώλεια της ρύθμισης επιφέρει τις ακόλουθες συνέπειες: α) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, β) τη μετατροπή ως άμεσα απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής και των προηγούμενων τόκων, πρόσθετων τελών και προσαυξήσεων, γ) την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής με όλα τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέσα. 10. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος υποβάλλεται μέχρι τις 31.1.2022. 11. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύναται να παρατείνονται οι προθεσμίες υποβολής της σχετικής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και καταβολής της πρώτης δόσης, να επανακαθορίζονται η διαδικασία υπαγωγής και τα αρμόδια όργανα της παρ. 2, να προβλέπονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, και να ρυθμίζονται τυχόν ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος.

ΚΠολΔ Άρθρο 106

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 74.7%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 106: Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Ν5306 Άρθρο 189

Κώδικας Χωροταξίας - Πολεοδομίας «Νικόλαος Ταγαράς» (Ν. 5306/2026)
Σχετικότητα 74.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν5306 Άρθρο 189: Μεταβατικές διατάξεις - Εξουσιοδοτική διάταξη 1. Τα άρθρα 183 έως 187 εφαρμόζονται και επί ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων που έχουν κηρυχθεί πριν από τις 9.12.2020, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4759/2020 (Α’ 245). 2. Τα άρθρα 183 έως 187 εφαρμόζονται και σε περίπτωση άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, σε συμμόρφωση με δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί πριν από τις 9.12.2020 ή που πρόκειται να εκδοθεί επί προσφυγής με αίτημα την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης που έχει κατατεθεί και συζητηθεί πριν από τις 9.12.2020. Η παραίτηση του προσφεύγοντος από υποθέσεις που δεν έχουν συζητηθεί ακόμη και έχουν ως αντικείμενο την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης δεν κωλύει την άσκηση του δικαιώματός του να υποβάλει την αίτηση που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 184. 3. Το Πράσινο Ταμείο δύναται να καλύπτει το σύνολο της προσήκουσας αποζημίωσης, με δικαιούχο της καταβολής τον δήμο, για την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, με σκοπό τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων της παρ. 1 στο πλαίσιο ειδικού χρηματοδοτικού προγράμματος, το οποίο εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, υπό τους όρους που ορίζονται στην απόφαση της έγκρισής του, εφόσον, εντός έξι (6) μηνών από την καταβολή, συνταχθεί και κυρωθεί από τον οικείο δήμο πράξη εφαρμογής ή πράξη αναλογισμού και υποβληθεί από τον δικαιούχο της αποζημίωσης αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης. Σε περίπτωση: α) μη τήρησης των άνω προϋποθέσεων, ή β) αν το αρμόδιο δικαστήριο απέρριψε την κατά το άρθρο 26 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν. 2882/2001, Α’ 17) αίτηση αναγνώρισης δικαιούχου της αποζημίωσης, ή γ) με αμετάκλητη απόφασή του κατά την τακτική διαδικασία αναγνώρισε ότι ο ιδιώτης δεν είναι κύριος του ρυμοτομούμενου, επειδή το ακίνητο ανήκει στο Δημόσιο, σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε φορείς του δημόσιου τομέα, η γενομένη καταβολή λογίζεται ως αχρεώστητη και το Πράσινο Ταμείο αναζητεί από τον δήμο τα ποσά που κατέβαλε. Αν καθοριστεί με δικαστική απόφαση δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 185 προσωρινή ή οριστική μονάδα χαμηλότερη από την προσήκουσα, κατά την παρ. 3 του άρθρου 184, η διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας από το Πράσινο Ταμείο αποζημίωσης και εκείνης που καθορίστηκε δικαστικά λογίζεται ως αχρεώστητη καταβολή και το Ταμείο αναζητεί από τον δήμο το επιπλέον καταβληθέν ποσό με κάθε νόμιμο μέσο. Στο ειδικό χρηματοδοτικό πρόγραμμα, το οποίο εγκρίνεται με την κοινή υπουργική απόφαση του πρώτου εδαφίου, προβλέπονται οι διαδικασίες, με τις οποίες ανακτώνται τα ποσά που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, μετά από τη σύνταξη της πράξης αναλογισμού ή εφαρμογής ή τον δικαστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης ή τη δικαστική αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, στις οποίες δύνανται να συμπεριληφθούν προβλέψεις ιδίως για τον καταλογισμό, τη δέσμευση διαθεσίμων και τον ορισμό υπολόγων. 4. Ο Κ.Α.Α.Α. εφαρμόζεται συμπληρωματικά προς το παρόν Κεφάλαιο.

Ν4756 Άρθρο 71

Μέτρα ενίσχυσης εργαζομένων, κοινωνικοασφαλιστικές ρυθμίσεις (Ν. 4756/2020)
Σχετικότητα 74.4%
Κείμενο Άρθρου
Ν4756 Άρθρο 71: Καταβολή δόσεων εκκαθάρισης ετών 2017, 2018 και 2019 1. Σε περίπτωση που από την εκκαθάριση των ασφαλιστικών εισφορών ετών 2017, 2018 και 2019 αυτοαπασχολουμένων, ελεύθερων επαγγελματιών με πολλαπλή ή μη δραστηριότητα και προσώπων που υπάγονται στην ασφάλιση του τ. ΟΓΑ προκύπτει διαφορά που πρέπει να καταβληθεί από τους ασφαλισμένους (χρεωστικό υπόλοιπο) αυτή καταβάλλεται, ισομερώς κατανεμημένη, σε πέντε (5) μηνιαίες δόσεις, ανεξαρτήτως του ύψους του ποσού της μηνιαίας δόσης. 2. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την 31η.3.2021. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα. Ο οφειλέτης δύναται να επιλέξει, σε οποιοδήποτε στάδιο, την εφάπαξ εξόφληση του υπόλοιπου αριθμού των δόσεων. 3. Εάν η μηνιαία δόση οφειλής δεν καταβληθεί εμπρόθεσμα, επιβάλλεται ο προβλεπόμενος τόκος σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία επί του ποσού της μηνιαίας δόσης που καταβάλλεται εκπρόθεσμα.

ΚΠολΔ Άρθρο 1041

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 74.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1041: 1. Το μονομελές πρωτοδικείο, ορίζει τη μηνιαία αποζημίωση του διαχειριστή και του επόπτη. Οι διατάξεις του άρθρου 1034 παρ. 2 εδάφ. δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, εφαρμόζονται και εδώ. 2. Αν ο οφειλέτης δεν έχει τα μέσα για τη διατροφή του, το μονομελές πρωτοδικείο ορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να του πληρώνεται κάθε μήνα για τα απαραίτητα έξοδα της διατροφής του και της διατροφής της οικογένειάς του. Οι διατάξεις του άρθρου 1034 παρ. 2 εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εφαρμόζονται και εδώ. 3. Αν ο οφειλέτης κατοικεί μέσα στο ακίνητο, έχει το δικαίωμα να εξακολουθήσει να κατοικεί εκεί και μετά την επιβολή της αναγκαστικής διαχείρισης. 4. Ο οφειλέτης όταν ορίζεται διαχειριστής δεν έχει δικαίωμα μηνιαίας αποζημίωσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 576

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 73.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 576: 1. Σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως του ποιος επισπεύδει τη συζήτηση, η αναίρεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή, ενώ σε κάθε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. 2. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. 3. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. «Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.» 4. Κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τις παραγρ. 1 έως 3 δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας.

ΚΕΔΕ Άρθρο 73

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)Τροποποίηση: Ν. 5222/2025
Σχετικότητα 73.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 73: Διάκριση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης 1. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και οι συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα: α) Έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες με βάση τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της φορολογικής διοίκησης και από τις έρευνες αυτές δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων ή διαπιστώθηκε η καθ' οιονδήποτε τρόπο εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων που δεν υπόκεινται σε ακύρωση ή σε διάρρηξη κατά τα άρθρα 939 έως 946 του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων ή απαιτήσεων κατά των ανωτέρω ευθυνόμενων προσώπων με επίσπευση του Δημοσίου ή τρίτων ή από τον εκκαθαριστή στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης και η παύση των εργασιών της πτώχευσης, εφόσον έχει λάβει χώρα κήρυξη των ευθυνόμενων προσώπων σε πτώχευση, η οποία δεν έχει περατωθεί. Η εκμίσθωση τραπεζικής θυρίδας από οφειλέτη ή συνυπόχρεο πρόσωπο δεν κωλύει τον χαρακτηρισμό των οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης, ακόμα και πριν λάβει χώρα η διάρρηξη αυτής, εφόσον έχει ήδη επιβληθεί κατάσχεση στα χέρια τρίτου, β) έχει υποβληθεί αίτηση ποινικής δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α' 43) σε όσες περιπτώσεις συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή δεν είναι δυνατή η υποβολή αυτής, γ) έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από ειδικά ορισμένο ελεγκτή της αρμόδιας υπηρεσίας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ο οποίος πιστοποιεί, με βάση ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περ. α' και β' και είναι αντικειμενικά αδύνατη η είσπραξη των οφειλών. Κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση εφαρμογής της περ. α' ή της υποπερ. βα' της περ. β' της παρ. 1Α, με την έκθεση ελέγχου πιστοποιείται, αντί της συνδρομής της περ. α' της παρούσας, η συνδρομή των προϋποθέσεων των διατάξεων αυτών, κατά περίπτωση. Αν ο οφειλέτης ή συνυπόχρεος έχει αποβιώσει και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της υποπερ. ββ' της περ. β' της παρ. 1Α, ειδικά ως προς τον αποβιώσαντα οφειλέτη ή συνυπόχρεο πιστοποιείται μόνο η συνδρομή της περίπτωσης αυτής. Για εταιρείες που τελούν υπό κρατικό έλεγχο ή στις οποίες ασκείται κρατική εποπτεία και οι οποίες τελούν υπό εκκαθάριση ή πτώχευση απαιτείται η αναγγελία του Δημοσίου στις διαδικασίες αυτές και η συνδρομή των περ. β' και γ'. Για οφειλές που αφορούν κοινότητες ομογενειακών οργανώσεων που έχουν στην κυριότητά τους ελληνικά σχολεία στην αλλοδαπή απαιτείται η συνδρομή της περ. γ'. 1Α. α) Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην περ. α' της παρ. 1, χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης οφειλές, παρά την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή συνυπόχρεου προσώπου, αν για τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: αα) Η συνολική αξία της κυριότητας και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με τη συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή, δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του ύψους της οφειλής και σε κάθε περίπτωση το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, όπως η αξία αυτή προκύπτει, κατά σειρά, από εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή, όπου υπάρχει, ή από το ποσό του αθροίσματος της φορολογητέας αξίας των δικαιωμάτων αυτών για τον υπολογισμό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων σύμφωνα με τον ν. 4223/2013 (Α' 287), όπως αυτό προκύπτει από την τελευταία συντεθείσα πράξη προσδιορισμού φόρου, ή από την έκθεση κατάσχεσης. Αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου αλλά η συνολική αξία της κυριότητας και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ως ανεπίδεκτη είσπραξης χαρακτηρίζεται η οφειλή που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου ποσού της αξίας αυτών. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ο χαρακτηρισμός οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο τον χρόνο καταχώρησης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων. αβ) Η συνολική αξία της κινητής περιουσίας του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων, ακόμα και αν η κατάσχεση αυτής δεν κατέστη δυνατόν να επιβληθεί παρά την έγγραφη παραγγελία της αρμόδιας φορολογικής ή τελωνειακής αρχής, είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με το ύψος της συνολικής βασικής ληξιπρόθεσμης οφειλής και δεν υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, όπως η αξία αυτή προκύπτει, κατά σειρά, από εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή ή από την έκθεση κατάσχεσης ή από άλλο πρόσφορο για τον σκοπό αυτό στοιχείο. Αν η συνολική αξία της κυριότητας και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί κινητών του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, ως ανεπίδεκτη είσπραξης χαρακτηρίζεται η οφειλή που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου ποσού της αξίας αυτών. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ο χαρακτηρισμός οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο τον χρόνο καταχώρησης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων. β) Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην περ. α' της παρ. 1, ως ανεπίδεκτες είσπραξης χαρακτηρίζονται οφειλές και στις ακόλουθες περιπτώσεις: βα) Αν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την υπαγωγή της επιχείρησης του οφειλέτη, φυσικού ή νομικού προσώπου, σε διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης ή από τη λύση του νομικού προσώπου και η τρέχουσα συνολική αξία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας και της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με τη συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή, η οποία δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του ύψους της οφειλής και σε κάθε περίπτωση το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η τρέχουσα συνολική αξία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας και της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ως ανεπίδεκτη είσπραξης χαρακτηρίζεται η οφειλή που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου ποσού της αξίας αυτών, κατ' ανάλογη εφαρμογή του τρίτου εδαφίου της υποπερ. αα' της περ. α' της παρούσας. Για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων, ο υπολογισμός της αξίας του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας γίνεται με βάση βεβαίωση του εκκαθαριστή, ενώ για τα συνυπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζεται η περ. α' της παρούσας. Αν δεν χορηγείται βεβαίωση του εκκαθαριστή για τον υπολογισμό της αξίας του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας, για τον χαρακτηρισμό της οφειλής ως ανεπίδεκτης, κατ' εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παρούσας υποπερίπτωσης και υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται σε αυτό, δύναται

ΚΕΔΕ Άρθρο 84

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 73.7%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 84: Μεταβατικές διατάξεις 1. Τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 2 του παρόντος Κώδικα, εφαρμόζονται και επί των ήδη εκδοθέντων μέχρι την 31η.12.2013, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία, νόμιμων τίτλων, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων επιβολής πολλαπλών τελών, εφόσον το σύννομο της είσπραξης ή της εκτέλεσης δεν έχει αμφισβητηθεί δικαστικά ή, στην περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης, η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί στην ουσία της σε πρώτο βαθμό, μέχρι την 31η.12.2013. Κάθε είδους απαιτήσεις των τελωνείων, μέχρι την 31η.12.2013, δεν απαιτείται να έχουν καταχωριστεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, προκειμένου να γίνουν σύννομα η είσπραξη και η εκτέλεση και όλες οι σχετικές εισπράξεις και πράξεις εκτέλεσης λογίζονται σύννομες, εφόσον δεν έχει εγερθεί δικαστική αμφισβήτηση ή, στην περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης, η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί στην ουσία της σε πρώτο βαθμό μέχρι την παραπάνω ημερομηνία. 2. Τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90) παύουν να υπολογίζονται μετά από την 21η.3.2015. 3. Για τις απαιτήσεις οι οποίες έχουν καταχωριστεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ μέχρι και την 31η.12.2013, εφαρμόζεται το άρθρο 6 του ν.δ. 356/1974, όπως ίσχυε έως την ανωτέρω ημερομηνία, ως προς τον υπολογισμό και το ανώτατο όριο των προσαυξήσεων. Το ίδιο ισχύει για τις τελωνειακές απαιτήσεις για τις οποίες αποκτήθηκε νόμιμος τίτλος μέχρι και την ως άνω ημερομηνία. 4. Το άρθρο 6 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και για τις οφειλές σε κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ή Αρχή, πλην της ΑΑΔΕ, οι οποίες βεβαιώνονται μετά την 31η.12.2014 και για την είσπραξη τους εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα, εκτός εάν από ειδικές διατάξεις ορίζεται διαφορετικά. 5. Για προγράμματα πλειστηριασμού που εκδίδονται μετά από κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης της παρ. 5 του άρθρου 39 του παρόντος Κώδικα, η τιμή πρώτης προσφοράς επαναπροσδιορίζεται και ορίζεται στην εμπορική αξία του ακινήτου, όπως αυτή καθορίζεται κατ’ αναλογική εφαρμογή της παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου. 6. Η παρ. 3 του άρθρου 59 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζεται αναλόγως: α) στους πίνακες διανομής που συντάσσουν οι σύνδικοι πτώχευσης σε πτωχεύσεις που διέπονται από τον ν. 3588/2007 (Α΄ 153) και τις προϊσχύουσες αυτού διατάξεις και β) σε όλα τα Ν.Π.Δ.Δ., και τους οργανισμούς και φορείς κοινωνικής ασφάλισης των οποίων οι απαιτήσεις εισπράττονται κατά τον Κώδικα. 7. Σε εκκρεμείς πτωχεύσεις που έχουν εκκινήσει πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3588/2007, το Δημόσιο μπορεί να προβαίνει σε αναγκαστική εκτέλεση της περιουσίας του πτωχεύσαντος οφειλέτη του, πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής, ανεξάρτητα από την ύπαρξη υπέρ αυτού γενικού ή ειδικού προνομίου επί της περιουσίας του. 8. Σε εκκρεμείς πτωχεύσεις που έχουν εκκινήσει πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3588/2007, η προθεσμία ανακοπής πτωχευτικού συμβιβασμού για το Δημόσιο είναι δεκαπέντε (15) ημέρες από την κοινοποίηση της έκθεσης συνέλευσης των πιστωτών με δικαστικό επιμελητή στη Διεύθυνση Εισπράξεων και Επιστροφών της ΑΑΔΕ. 9. Το άρθρο 62 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζεται ως εξής: α) Οι παρ. 1 έως και 3 εφαρμόζονται σε διαδικασίες διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν η κατάσχεση ή η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση αντίστοιχα διενεργείται μετά την 1η.1.2016, με εξαίρεση την παραπομπή στο άρθρο 977Α του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου αυτού. β) Η παρ. 4 εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, σε διαδικασίες πτώχευσης του ν. 3588/2007 που αρχίζουν από 19.8.2015, με εξαίρεση την παραπομπή στο άρθρο 156Α του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία εφαρμόζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου αυτού, ή σε διαδικασίες πτώχευσης του ν. 4738/2020 (Α΄ 207). Ως έναρξη της διαδικασίας νοείται η κατάθεση αίτησης πτώχευσης. γ) Στις λοιπές διαδικασίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι προϊσχύουσες διατάξεις.

Ν5072 Άρθρο 13

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 73.7%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 13: Σχέση με τον δανειολήπτη, γνωστοποίηση των μεταβιβάσεων και μεταγενέστερες γνωστοποιήσεις (άρθρο 10 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Οι αγοραστές πιστώσεων και οι διαχειριστές πιστώσεων υποχρεούνται στις σχέσεις τους με τους δανειολήπτες: α) να ενεργούν καλόπιστα, δίκαια και επαγγελματικά, β) να παρέχουν στους δανειολήπτες πληροφορίες που δεν είναι παραπλανητικές, ασαφείς ή ψευδείς, γ) να σέβονται και να προστατεύουν τα προσωπικά στοιχεία και την ιδιωτική ζωή των δανειοληπτών, δ) να επικοινωνούν με τους δανειολήπτες με τρόπο που δεν συνιστά παρενόχληση, καταναγκασμό ή αθέμιτη επιρροή. Οι υποχρεώσεις των άρθρων 4 και 5, των παρ. 2 και 3 του άρθρου 6 και των άρθρων 8 και 10 του ν. 3758/2009 (Α’ 68) ισχύουν και για τους αγοραστές και διαχειριστές πιστώσεων. 2. Οι διαχειριστές πιστώσεων θεωρούνται δανειστές και προμηθευτές κατά την έννοια του ν. 2251/1994 (Α’ 191) και υποχρεούνται να συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία περί προστασίας καταναλωτή, με τον Κώδικα Δεοντολογίας, με τους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση πιστώσεων που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένου του ν. 4438/2016 (Α’ 220), καθώς και με όλες τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που σχετίζονται με πιστώσεις που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοδοτικά ιδρύματα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος και να λαμβάνουν ειδική μέριμνα για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες. 3. Επί μεταβιβάσεως των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, ο διαχειριστής πιστώσεων συνεχίζει τη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας που είχε ήδη ξεκινήσει από το στάδιο, στο οποίο ήταν πριν από τη μεταβίβαση. 4. Μετά από οποιαδήποτε μεταβίβαση των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο μιας σύμβασης πίστωσης ή της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, σε αγοραστή πιστώσεων, καθώς επίσης και όποτε ζητείται από τον δανειολήπτη, ο αγοραστής πιστώσεων ή, όταν έχει ορισθεί για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων, η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος ή ο διαχειριστής πιστώσεων, αποστέλλει στον δανειολήπτη γνωστοποίηση που συντάσσεται σε γλώσσα σαφή και κατανοητή για το ευρύ κοινό, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, στην οποία περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα εξής: α) πληροφορίες για την πραγματοποιηθείσα μεταβίβαση, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας μεταβίβασης, β) τα στοιχεία ταυτότητας και τα στοιχεία επικοινωνίας του αγοραστή πιστώσεων, γ) μετά τον διορισμό του, τα στοιχεία ταυτότητας και τα στοιχεία επικοινωνίας του διαχειριστή πιστώσεων ή της οντότητας που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ ΕΕ ή της οντότητας που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος, δ) μετά τον διορισμό του, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την άδεια λειτουργίας του διαχειριστή πιστώσεων που έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 του παρόντος ή τα άρθρα 5 και 7 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ε) εφόσον συντρέχει περίπτωση, τα στοιχεία ταυτότητας και τα στοιχεία επικοινωνίας του παρόχου πιστωτικών υπηρεσιών του άρθρου 15, στ) παρουσιαζόμενη με διακριτό τρόπο, αναφορά του σημείου επικοινωνίας με τον αγοραστή πιστώσεων ή, όταν έχει ορισθεί για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων, με την οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή την οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος, ή με τον διαχειριστή πιστώσεων και, κατά περίπτωση, με τον πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών, από τον οποίο μπορούν να λαμβάνονται πληροφορίες όταν χρειάζεται, ζ) πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που οφείλει ο δανειολήπτης κατά τη στιγμή της γνωστοποίησης, με αναλυτική καταγραφή των ποσών που οφείλονται ως κεφάλαιο, τόκοι, προμήθειες και άλλες επιτρεπόμενες χρεώσεις, η) δήλωση ότι εξακολουθεί να ισχύει όλη η σχετική νομοθεσία που αφορά ιδίως στην εκτέλεση των συμβάσεων, την προστασία των καταναλωτών, τα δικαιώματα του δανειολήπτη, θ) την ονομασία, τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας των αρμόδιων αρχών, του κράτους μέλους στο οποίο ο δανειολήπτης έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, τα κεντρικά του γραφεία και στις οποίες ο δανειολήπτης μπορεί να υποβάλει καταγγελία, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους. 5. Σε κάθε μεταγενέστερη γνωστοποίηση προς τον δανειολήπτη, ο αγοραστής πιστώσεων ή, όταν έχει ορισθεί για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων, η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 3 του παρόντος, ή ο διαχειριστής πιστώσεων, περιλαμβάνει τις πληροφορίες που ορίζονται στην περ. στ) της παρ. 4, εκτός αν πρόκειται για την πρώτη γνωστοποίηση μετά από τον διορισμό νέου διαχειριστή πιστώσεων, οπότε περιλαμβάνει και τις πληροφορίες που ορίζονται στις περ. γ) και δ) της παρ. 4. 6. Οι παρ. 4 και 5 ισχύουν με την επιφύλαξη ειδικότερων πρόσθετων απαιτήσεων για τις γνωστοποιήσεις. 7. Οι διαχειριστές πιστώσεων διαθέτουν ηλεκτρονικό σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης, μέσω του οποίου ο δανειολήπτης λαμβάνει άμεση ενημέρωση αναφορικά με την οφειλή του, η οποία περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα εξής: α) πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που οφείλει ο δανειολήπτης, με αναλυτική καταγραφή των ποσών που οφείλονται ως κεφάλαιο, τόκοι, προμήθειες, τυχόν άλλες χρεώσεις, καθώς και το ισχύον επιτόκιο, β) την περιοδικότητα των δόσεων, το ύψος τους, την ημερομηνία πληρωμής κάθε δόσης, το τρέχον υπόλοιπο, καθώς και τον λογαριασμό εξυπηρέτησης της οφειλής. 8. Το ηλεκτρονικό σύστημα της παρ. 7 επικαιροποιείται, ως προς τα στοιχεία των περ. α) και β) της παρ. 7, τουλάχιστον κάθε πρώτη ημερολογιακή ημέρα εκάστου μηνός. 9. Η πρόσβαση του δανειολήπτη στο ηλεκτρονικό σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης πραγματοποιείται επιγραμμικά (online) μέσω προσωπικών κωδικών πρόσβασης που χορηγεί ο διαχειριστής πιστώσεων μετά από τη διαδικασία ταυτοποίησης του δανειολήπτη.

ΚΠολΔ Άρθρο 533

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 73.7%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 533: 1. Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι παραδεκτή, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. 2. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση.

ΚΠολΔ Άρθρο 741

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 73.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 741: Εφαρμογή διατάξεων της εκούσιας δικαιοδοσίας Τα άρθρα 1 έως 590, καθώς και οι περ. γ) έως στ) της παρ. 1 του άρθρου 591, εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή.

Ν5193 Άρθρο 185

Ενίσχυση της Κεφαλαιαγοράς (Ν. 5193/2025)
Σχετικότητα 73.4%
Κείμενο Άρθρου
Ν5193 Άρθρο 185: Μεταβατική ρύθμιση Μέρους Ζ’ - Πεδίο εφαρμογής περ. δ) παρ. 3 άρθρου 7 ν. 4738/2020 Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών, κατά παρέκκλιση της περ. δ) της παρ . 3 του άρθρου 7 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), σε οφειλέτες των οποίων οι αιτήσεις απορρίφθηκαν και εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 14 του ως άνω νόμου για τη ρύθμιση οφειλών προς τους χρηματοδοτικούς φορείς, το δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Αν οι οφειλέτες αυτοί έχουν ήδη ρυθμίσει τις οφειλές προς το δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης με την προηγούμενη αίτηση, οι οφειλές αυτές θεωρούνται ως ρυθμισμένες για τους σκοπούς της νέας αίτησης. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης για την επαναρρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης στο πλαίσιο της εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών, κατά παρέκκλιση της περ. δ) της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), σε οφειλέτες-νομικά πρόσωπα τα οποία είχαν λάβει πρόταση ρύθμισης βάσει του «εύλογου ποσοστού κέρδους» επί του κύκλου εργασιών τους, και απώλεσαν τη ρύθμιση του εξωδικαστικού μηχανισμού λόγω μη καταβολής τριών (3) τουλάχιστον δόσεων κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος.

ΚΠολΔ Άρθρο 633

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 73.4%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 633: 1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής. «2. Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την ως άνω δεύτερη επίδοση. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής έχει συνέπειες δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.» «2Α. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., περί ασφαλιστικών μέτρων, να χορηγήσει αναστολή μ ε ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724.» «3. Εάν η διαταγή πληρωμής που έχει εκτελεστεί, ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει με τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της ανακοπής, το δικαστήριο διατάζει, εάν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του ανακόπτοντος. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.».

ΠτωχΚ Άρθρο 86

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 73.1%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 86: Προληπτικά μέτρα 1. Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου κατά το άρθρο 78 δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Η αίτηση συζητείται κατόπιν κλήτευσης του οφειλέτη. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από ή προς τον οφειλέτη, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών ή να ορίσει μεσεγγυούχο. Η απόφαση υποβάλλεται στη δημοσιότητα της παρ. 2 του άρθρου 84. 2. Η αναστολή της παρ. 1 δεν καταλαμβάνει ενέργειες εκτέλεσης ενέγγυων πιστωτών του οφειλέτη επί περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων έχουν λάβει εμπράγματη εξασφάλιση, με μόνη εξαίρεση την περίπτωση που η αίτηση πτώχευσης περιλαμβάνει με τρόπο παραδεκτό αίτημα εκποίησης του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79, και εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων έχει παραχωρηθεί ασφάλεια αποτελούν μέρος λειτουργικού συνόλου. 3. Τα προληπτικά μέτρα της π αρ. 1 δεν μπορούν να θίγουν τα δικαιώματα από συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 (Α΄ 263) ή από ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, ανεξάρτητα από το αν η ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού περιέχεται σε συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ή σε συμφωνία της οποίας αποτελεί μέρος η συμφωνία παροχής ασφάλειας, καθώς και τα δικαιώματα του εκδοχέα απαίτησης που εκχωρήθηκε από τον οφειλέτη στον πιστωτή προς εξασφάλιση ή προς ικανοποίησή του από το προϊόν της είσπραξης. Επίσης, δεν θίγεται το δικαίωμα καταγγελίας και απόδοσης του μισθίου σε περίπτωση σύμβασης μίσθωσης, εφόσον ο οφειλέτης είναι υπερήμερος ως προς την καταβολή έξι (6) ή περισσότερων μηνιαίων μισθωμάτων. 4. Η παροχή των προληπτικών μέτρων της παρ. 1 συνεπάγεται την αυτοδίκαιη άρση κάθε υφιστάμενου μέτρου προστασίας των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ιδίως βάσει των διατάξεων του ν. 3869/2010 (Α΄ 130) και του ν. 4605/2019 (Α΄ 52), καθώς και την κατάργηση κάθε σχετικής εκκρεμούς διαδικασίας. 5. Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με τη δημοσιοποίηση της απόφασης του δικαστηρίου στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης.

ΚΤΑ Άρθρο 272

Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ν. 5314/2026)
Σχετικότητα 72.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΤΑ Άρθρο 272: Διευκολύνσεις οφειλετών Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης 1. Στους οφειλέτες των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.), παρέχονται διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής των οφειλών τους, κατόπιν απόφασης του γενικού διευθυντή αυτών. Η ρύθμιση των οφειλών δεν δύναται να εκτείνεται σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών και σε περισσότερες από εξήντα (60) δόσεις. Για το επιτόκιο των δόσεων εφαρμόζεται η παρ. 3 της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107), περί της πάγιας ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών. 2. Στη ρύθμιση του παρόντος υπάγονται νομικά και φυσικά πρόσωπα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη εμπορικής ιδιότητας, τη διακοπή της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ή τη διακοπή ή αλλαγή της ιδιότητας λόγω της οποίας δημιουργήθηκε η οφειλή. 3. Η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση, αναστέλλεται και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της ρύθμισης. 4. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης, την απώλεια των τυχόν ευεργετημάτων της ρύθμισης, και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής της εάν ο οφειλέτης δεν καταβάλει: α) ποσό δόσεων που αντιστοιχεί σε δύο (2) συνεχόμενες δόσεις της ρύθμισης ή β) δύο (2) λογαριασμούς, που αντιστοιχούν στις τρέχουσες οφειλές του για ύδρευση και αποχέτευση, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμοι. 5. Ζητήματα περί καταβολής των οφειλών, παροχής τυχόν ευεργετημάτων, διαδικασιών υπαγωγής της ρύθμισης, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα εφαρμογής του παρόντος ρυθμίζονται με του κανονισμούς του άρθρου 258, περί κανονισμών λειτουργίας και διαχείρισης Δ.Ε.Υ.Α.

ΚΤΑ Άρθρο 448

Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ν. 5314/2026)
Σχετικότητα 72.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΤΑ Άρθρο 448: Μεταβατικές διατάξεις 1. Το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης (Τ.Τ.Α.) επιβάλλεται από την 1η Ιανουαρίου 2027, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και τις σχετικές κανονιστικές αποφάσεις των οικείων δημοτικών συμβουλίων, οι οποίες εκδίδονται εντός του 2026. Οι διατάξεις περί επιβολής του Τ.Τ.Α. εφαρμόζονται επί λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος που αφορούν περιόδους κατανάλωσης οι οποίες αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2027 και εφεξής. Για περιόδους κατανάλωσης που έχουν αρχίσει πριν από την ημερομηνία αυτή, οι σχετικές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο έναρξης της οικείας περιόδου κατανάλωσης, ανεξαρτήτως του χρόνου έκδοσης του λογαριασμού. 2. Ο Φόρος Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων (Φ.Η.Χ.) και το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (Τ.Α.Π.) επιβάλλονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος και έως την 31η Δεκεμβρίου 2026, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 1080/1980 (Α’ 246) και το άρθρο 24 του ν. 2130/1993 (Α’ 62). Οφειλές από Φ.Η.Χ. και Τ.Α.Π. βεβαιώνονται και εισπράττονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Δ’ του παρόντος Μέρους, περί του Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης. 3. Διαδικασίες βεβαίωσης, είσπραξης, ρύθμισης, συμψηφισμού, επιστροφής ή αναγκαστικής εκτέλεσης ή κατάσχεσης εις χείρας τρίτου που αφορούν οφειλές Φ.Η.Χ. και Τ.Α.Π. και ανάγονται σε υποχρεώσεις ή απαιτήσεις που γεννήθηκαν έως και την 31η Δεκεμβρίου 2026 συνεχίζονται και μετά την 1η Ιανουαρίου 2027, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε νέα πράξη ή διαδικασία λόγω της κατάργησης των εν λόγω τελών. 4. Οι κανονιστικές αποφάσεις επιβολής των τελών, εισφορών και δικαιωμάτων που αφορούν στο έτος 2026 συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026. 5. Από την 31η Δεκεμβρίου 2026, ο λογαριασμός που τηρείται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με τίτλο «Έσοδα υπέρ δήμων και κοινοτήτων από το τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π)» κλείνει. Τυχόν χρηματικό υπόλοιπο μεταφέρεται στον λογαριασμό με τίτλο «Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι των Δήμων», προστίθεται στους προς απόδοση Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους των Δήμων και κατανέμεται στους δήμους της χώρας σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 446, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων. 6. Η διάρκεια και η είσπραξη των φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών που είχαν εκχωρήσει οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ή εκχωρούν οι δήμοι και οι περιφέρειες για την ασφάλεια και την εξυπηρέτηση των δανείων, παρατείνονται αυτοδικαίως έως την πλήρη εξόφληση των δανείων αυτών. 7. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, τα αδιάθετα κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υπόλοιπα από εισπραχθέντα ποσά των τελών: α) Της παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 3870/2010 (Α’ 138) περί ειδικών ρυθμίσεων, και β) της παρ. 13 (14) του άρθρου 25 του ν. 1828/1989 περί εσόδων δήμων και κοινοτήτων (Α’ 2), τα οποία καταργούνται με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, δύνανται να διατίθενται για τους σκοπούς των περ. α) έως δ) της παρ. 2 του άρθρου 428, περί ανταποδοτικού τέλους απαλλοτρίωσης. 8. Έσοδα, για τα οποία έχουν αποσταλεί αποσπάσματα βεβαιωτικών καταλόγων μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2027, βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και ειδικότερα τα άρθρα 70, 71, 79 και 84 του β.δ. 24/9-20.10.1958 (Α’ 171), τα άρθρα 3, 4, 5, 52, 53, 68, 69, 84 και 85 του β.δ. 17/5-15.6.1959 (Α’ 114), τα άρθρα 21 και 22 του ν.δ. 318/1969 (Α’ 212), το άρθρο 3 του ν. 505/1976 (Α’ 353), το άρθρο 61 του ν. 1416/1984 (Α’ 18), το άρθρο 27 του ν. 1828/1989 (Α’ 2), τα άρθρα 54, 55 και 61 του π.δ. 16/1989 (Α’ 6), το άρθρο 166Α του ν. 3463/2006 και το άρθρο 2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). 9. Για όσο χρόνο ισχύει η παρ. 4 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (Α’ 152), ως τελικές αποδόσεις εσόδων από τον τακτικό προϋπολογισμό στους δήμους και στις περιφέρειες αντίστοιχα, λογίζονται τα ποσά που αποδόθηκαν με καταβολές βάσει των προβλεπόμενων εσόδων ανά έτος. Ως άρθρα 259 και 260 τα οποία αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της ανωτέρω διάταξης νοούνται εφεξής τα άρθρα 434 και 435 του παρόντος, αντίστοιχα.

ΠτωχΚ Άρθρο 16

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)Τροποποίηση: ν. 5072/2023
Σχετικότητα 72.5%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 16: Προθεσμία για την υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης 1. Αν δεν υπογραφεί η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία οριστικής υποβολής της αίτησης, η διαδικασία θεωρείται περατωθείσα ως άκαρπη. Σε περίπτωση που τίθεται από αρμόδια υπηρεσία προθεσμία θεραπείας κατά την περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 21, η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται για δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες. Σε κάθε περίπτωση, εντός της προθεσμίας του παρόντος άρθρου, οι συμμετέχοντες πιστωτές, που είναι χρηματοδοτικοί φορείς, έχουν τη δυνατότητα να απορρίψουν την αίτηση του οφειλέτη και να μην καταθέσουν πρόταση ρύθμισης. Με την κοινοποίηση της απόρριψης και της αιτιολογίας αυτής, η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης περαιώνεται άμεσα ως άκαρπη. Αν στην κατά τα ανωτέρω δίμηνη προθεσμία μεσολαβεί ο μήνας Αύγουστος, εφαρμόζεται αναλογικά η παρ. 2 του άρθρου 147 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Α’ 182, π.δ. 503/1985) και το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν συνυπολογίζεται. 2. Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία της παρ. 1, ιδίως λόγω διορθώσεων στην αίτηση ή λόγω χορήγησης παρατάσεων ή αναζήτησης συμπληρωματικών εγγράφων, πριν τη χορήγηση της πρότασης αναδιάρθρωσης, τα στοιχεία οφειλών της αίτησης του οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του αντλούνται εκ νέου και η αίτηση επικαιροποιείται με τις οφειλές που ισχύουν κατά την ημερομηνία της εκ νέου άντλησης.

Ν4640 Άρθρο 9

Διαμεσολάβηση (Ν. 4640/2019)
Σχετικότητα 72.1%
Κείμενο Άρθρου
Ν4640 Άρθρο 9: Αποτελέσματα της διαμεσολάβησης στην παραγραφή, την αποσβεστική προθεσμία και τις δικονομικές προθεσμίες 1. Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ή η συμφωνία της εκούσιας προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης του άρθρου 5, αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων, εφόσον αυτές έχουν αρχίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 261, 262 και 263 ΑΚ, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου που ανεστάλησαν, συνεχίζονται την επομένη της σύνταξης του πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή της επίδοσης δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή της με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωσης ή κατάργησης της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει αιρέσεις ή προθεσμίες ή οποιονδήποτε άλλον όρο από τον οποίον εξαρτάται η ενάσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμφωνία, τότε η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται από την πλήρωση της αιρέσεως ή του όρου ή την παρέλευση της προθεσμίας. 3. Οι δικονομικές προθεσμίες της παραγράφου 1 συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή από την επίδοση δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή από την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση ή κατάργηση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η συνέχιση των δικονομικών προθεσμιών δικαιολογείται για αντικείμενα της δίκης που δεν καλύπτονται από τη συμφωνία των μερών.

Ν5306 Άρθρο 390

Κώδικας Χωροταξίας - Πολεοδομίας «Νικόλαος Ταγαράς» (Ν. 5306/2026)
Σχετικότητα 71.0%
Κείμενο Άρθρου
Ν5306 Άρθρο 390: Μειώσεις προστίμων σε ειδικές ομάδες πληθυσμού 1. Άτομα με αναπηρία με ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, καθώς και πρόσωπα που φιλοξενούν περισσότερο από ένα (1) έτος ή επιβαρύνονται φορολογικά από πρόσωπα με την ανωτέρω ιδιότητα, με ατομικό εισόδημα έως σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ ή οικογενειακό εισόδημα έως εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ, για την υπαγωγή στο άρθρο 384 καταβάλλουν ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του ενιαίου ειδικού προστίμου, ανεξαρτήτως περιορισμού κύριας κατοικίας και υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων. Το ποσοστό της αναπηρίας πιστοποιείται με Γνωστοποίηση Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΓΑΠΑ), που έχει εκδοθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας. 2. Άτομα με αναπηρία με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, καθώς και πρόσωπα που φιλοξενούν περισσότερο από ένα έτος ή επιβαρύνονται φορολογικά από πρόσωπα με την ανωτέρω ιδιότητα, με ατομικό εισόδημα έως δεκαοκτώ χιλιάδες (18.000) ευρώ ή οικογενειακό εισόδημα έως είκοσι τέσσερις χιλιάδες (24.000) ευρώ, για την υπαγωγή στο άρθρο 384 της κύριας κατοικίας τους καταβάλλουν ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του ενιαίου ειδικού προστίμου και υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων. 3. Παλιννοστούντες ομογενείς, οι οποίοι έχουν εγγραφεί στα μητρώα ή τα δημοτολόγια δήμου, για την υπαγωγή στο άρθρο 384 της κύριας κατοικίας τους καταβάλλουν ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του ενιαίου ειδικού προστίμου και υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου εφαρμόζονται και για τους μόνιμους κατοίκους της Θράκης, καθώς και για τα ακίνητα αυτών στη Θράκη. Για την περίπτωση έλλειψης τίτλων ιδιοκτησίας, τα δικαιολογητικά καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 4. Για την υπαγωγή στο άρθρο 384 της κύριας κατοικίας πολυτέκνων με ατομικό εισόδημα έως σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ ή οικογενειακό εισόδημα έως ογδόντα χιλιάδες (80.000) ευρώ, αυτοί καταβάλλουν ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του ενιαίου ειδικού προστίμου και υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων. Πολύτεκνοι του πρώτου εδαφίου, για την υπαγωγή στο άρθρο 384 της δευτερεύουσας κατοικίας τους, με επιφάνεια μικρότερη των ογδόντα (80) τετραγωνικών μέτρων, καταβάλλουν ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του ενιαίου ειδικού προστίμου και υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων. 5. Τρίτεκνοι με ατομικό εισόδημα έως εικοσιπέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ ή οικογενειακό εισόδημα έως σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, για την υπαγωγή στο άρθρο 384 της κύριας κατοικίας τους καταβάλλουν ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του ενιαίου ειδικού προστίμου και υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων. Η παρούσα εφαρμόζεται και για τις μονογονεϊκές οικογένειες. 6. Μακροχρόνια άνεργοι, για την υπαγωγή στο άρθρο 384 της κύριας κατοικίας τους καταβάλλουν ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του ενιαίου ειδικού προστίμου και υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων. Κατά τα δύο (2) πρώτα έτη από την υποβολή της δήλωσης υπαγωγής αναστέλλεται η καταβολή των δόσεων. 7. Άτομα τα οποία είναι δικαιούχοι του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, για την υπαγωγή στο άρθρο 384 της κύριας κατοικίας τους καταβάλλουν ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του ενιαίου ειδικού προστίμου και υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης. Κατά τα δύο (2) πρώτα έτη από την υποβολή της δήλωσης υπαγωγής αναστέλλεται η καταβολή των δόσεων. 8. Για τα άτομα των παρ. 6 και 7 καταβάλλεται παράβολο ποσού πενήντα (50) ευρώ, εφόσον η κύρια κατοικία τους έχει εμβαδόν έως και εκατόν πενήντα (150) τετραγωνικά μέτρα. 9. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και για τις αιτήσεις της παρ. 1 του άρθρου 414.

ΑΠ 6/2026

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2026Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 100.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Η υπόθεση εισήχθη με προδικαστικό ερώτημα του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων προς ερμηνεία διατακτικού προηγούμενης απόφασής του. - Η διάδικη δομή περιλαμβάνει την αιτούσα και πιστώτρια τράπεζα/διαχειρίστρια απαιτήσεων, με πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ αμφοτέρων. - Η έννομη σχέση υπάγεται στον ν. 3869/2010: με την 16/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων έγινε δεκτή η αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση οφειλών (άρθρα 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 ν. 3869/2010). - Ως προς την κύρια κατοικία της αιτούσας: το δικαστήριο προσδιόρισε συνολική οφειλή 144.500 ευρώ (85% της εμπορικής αξίας 170.000 ευρώ) σε 240 μηνιαίες δόσεις, μετά τετραετή περίοδο καταβολών 350 ευρώ/μήνα. - Με την 244/2019 απόφαση μεταρρυθμίστηκε μόνο η διάρκεια και το ποσό της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2: 300 μηνιαίες δόσεις ύψους 481,66 ευρώ, με έναρξη σύμφωνα με τη μεταρρυθμιστική κρίση. - Το διατακτικό όρισε ότι οι δόσεις θα είναι έντοκες, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς τις Πράξεις Κύριας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 20Α § 1 ΚΠολΔ επιτρέπει την εισαγωγή προδικαστικού ερωτήματος στην Πλήρη Ολομέλεια για νέο δυσχερές ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, εφόσον το ένδικο βοήθημα/μέσο ασκήθηκε μετά την 1-1-2022 (άρθρα 2, 116, 120 ν. 4842/2021). Το άρθρο 80 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, απαιτεί άμεσο έννομο συμφέρον για πρόσθετη παρέμβαση, ενώ το άρθρο 90 περ. ζ’ ν. 4194/2013 και το άρθρο 10 § 15 ν. 2251/1994 προβλέπουν ειδικές νομιμοποιήσεις για Δικηγορικούς Συλλόγους και ενώσεις καταναλωτών. Το άρθρο 316 ΚΠολΔ επιτρέπει ερμηνεία απόφασης όταν το διατακτικό είναι ασαφές ή γεννά αμφιβολίες, χωρίς αλλοίωση του διατακτικού, και κατά το άρθρο 317 § 2 ΚΠολΔ η ερμηνεία αναζητά την αληθή βούληση του δικαστή. Επί της ουσίας, το άρθρο 9 § 2 ν. 3869/2010 (αναγκαστικού δικαίου, σε συνάρτηση με τα άρθρα 2 §1, 21 §1, 25 §1α Συντάγματος) ρυθμίζει εξαίρεση κύριας κατοικίας με έντοκες μηνιαίες καταβολές χωρίς ανατοκισμό, με επιτόκιο έως της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικών δανείων, βάσει στατιστικού δελτίου ΤτΕ και επιτοκίου αναφοράς ΠΚΑ ΕΚΤ, και με κριτήριο τη μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής (άρθρο 14 §1 ν. 4346/2015, άρθρο 62 §2 ν. 4549/2018). Ο κανόνας περί τόκων ως παρεπόμενης παροχής διέπεται από το άρθρο 293 ΑΚ. Απαράδεκτες παρεμβάσεις απορρίπτονται ελλείψει άμεσου εννόμου συμφέροντος (άρθρα 80, 68 ΚΠολΔ). Το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων είχε δεχθεί ότι: (α) με την 16/2012 απόφασή του ρυθμίστηκαν τα χρέη της αιτούσας κατά το άρθρο 8 §2 ν. 3869/2010 με μηνιαίες καταβολές 350 ευρώ επί τετραετία και, για διάσωση κύριας κατοικίας κατά το άρθρο 9 §2, προσδιορίστηκε ποσό 144.500 ευρώ (85% εμπορικής αξίας 170.000 ευρώ) σε 240 δόσεις· (β) με την 244/2019 απόφαση μεταρρυθμίστηκε η διάρκεια/δόση της ρύθμισης του άρθρου 9 §2 σε 300 μηνιαίες δόσεις των 481,66 ευρώ· (γ) στο διατακτικό ορίστηκε ότι οι δόσεις φέρουν τόκο χωρίς ανατοκισμό με το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο στεγαστικού, κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο ΤτΕ και επιτόκιο αναφοράς ΠΚΑ ΕΚΤ. Ενώπιον της Ολομέλειας προέκυψε ζήτημα αν το επιτόκιο υπολογίζεται επί του συνολικού κεφαλαίου ή επί της μηνιαίας δόσης και, περαιτέρω, ο τρόπος υπολογισμού σε καθεστώς κυμαινόμενου ή σταθερού επιτοκίου. Εξετάστηκε επίσης το παραδεκτό πρόσθετων παρεμβάσεων. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίμαχη διατύπωση του διατακτικού είναι ασαφής ως προς τη βάση τοκοφορίας και χρήζει ερμηνείας. Σταθμίζοντας τον αναγκαστικό χαρακτήρα και τον σκοπό του ν. 3869/2010 (μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής, αποφυγή υπέρογκων επιβαρύνσεων), έκρινε ότι ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνεται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου. Διευκρίνισε ότι: (i) όταν έχει οριστεί κυμαινόμενο επιτόκιο, ο υπολογισμός γίνεται διακριτά ανά μήνα καταβολής κάθε δόσης, με βάση τα περιοδικά στατιστικά δελτία της ΤτΕ και το επιτόκιο αναφοράς ΠΚΑ ΕΚΤ· (ii) όταν έχει οριστεί σταθερό επιτόκιο, ο υπολογισμός ισχύει επί της δόσης για όλη τη διάρκεια από την έναρξη έως τη λήξη της ρύθμισης. Ως προς τις πρόσθετες παρεμβάσεις, έγιναν παραδεκτές εκείνες με άμεσο έννομο συμφέρον (ενδεικτικά Δικηγορικοί Σύλλογοι, ενώσεις καταναλωτών, τράπεζες/εταιρίες διαχείρισης), ενώ απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες των Εργατοϋπαλληλικών Κέντρων και τμήμα παρέμβασης φυσικού προσώπου κατά μη διαδίκου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τον αναγκαστικό χαρακτήρα και τον τελολογικό προσανατολισμό του ν. 3869/2010 (μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής, αποτροπή υπέρμετρης επιβάρυνσης), έκρινε ότι η διατύπωση του διατακτικού της 16/2012 απόφασης (όπως μεταρρυθμίστηκε με τις 1072/2012 και 244/2019) είναι ασαφής ως προς τη βάση υπολογισμού του επιτοκίου και απαιτεί ερμηνεία. Κατόπιν αυτού, αποφάνθηκε ότι, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, ο τόκος υπολογίζεται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνόλου του κεφαλαίου, ώστε να συμβιβάζεται η ικανοποίηση των πιστωτών με την προστασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι σε καθεστώς κυμαινόμενου επιτοκίου ο υπολογισμός γίνεται διακριτά για κάθε μήνα, βάσει των στατιστικών δελτίων της Τράπεζας της Ελλάδος και του επιτοκίου αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, ενώ σε σταθερό επιτόκιο εφαρμόζεται σταθερά επί της δόσης από την έναρξη έως τη λήξη της ρύθμισης. Ως προς τις πρόσθετες παρεμβάσεις, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες εκείνες των Εργατοϋπαλληλικών Κέντρων και μέρος παρέμβασης φυσικού προσώπου κατά μη διαδίκου, λόγω έλλειψης άμεσου εννόμου συμφέροντος, ενώ οι λοιπές κρίθηκαν παραδεκτές. Η υπόθεση παραπέμφθηκε, κατά το άρθρο 20Α παρ. 5 ΚΠολΔ, στο Μονομελές Πρωτοδικείο (πρώην Ειρηνοδικείο) Ιωαννίνων για ολοκλήρωση της εκδίκασης. Δεν διαλαμβάνεται ρύθμιση δικαστικών εξόδων στο σκεπτικό ή στο διατακτικό.
Τελική Απόφαση
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφαίνεται, κατά πλειοψηφία, ότι: η διάταξη της με αριθ. 16/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, όπως μεταρρυθμίστηκε με τις με αριθ. 1072/2012 και 244/2019 αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου, είναι ασαφής και χρήζει ερμηνείας ως προς το (ερμηνευτικό) ζήτημα σχετικά με το κατά πόσο το επιτόκιο που θεσπίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 πρέπει να υπολογίζεται από την έναρξη της ρύθμισης στο σύνολο του οριζόμενου κεφαλαίου οφειλής του δανειολήπτη και να υπολογίζονται οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις απόσβεσης της συνολικής οφειλής εκ κεφαλαίου και τόκων για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης ή εάν πρέπει το επιτόκιο αυτό να υπολογίζεται αυτοτελώς δι' εκάστη των μηνιαίων δόσεων κατά το μήνα εξόφλησής της, ως προς το οποίο προσήκει η απάντηση ότι, κατά την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ως προς τον υπολογισμό του (επιτοκίου) παραπάνω. Παραπέμπει την υπόθεση, για την ολοκλήρωση της εκδίκασής της, στο Μονομελές Πρωτοδικείο (πρώην Ειρηνοδικείο) Ιωαννίνων.

ΑΠ 2/2024

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Υπερχρεωμένη δανειολήπτρια υπήχθη στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 με την 16/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, όπως μεταρρυθμίσθηκε με τις 1072/2012 και 244/2019 αποφάσεις. Η απόφαση όρισε υποχρέωση καταβολής μηνιαίων δόσεων ύψους 481,66€ επί 300 μήνες για το υπόλοιπο των απαιτήσεων της πιστώτριας μετά από τετραετία και διανομή τιμήματος εκποίησης ακινήτου. Η καταβολή θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο κατά το χρόνο αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 316 ΚΠολΔ ορίζει ότι το δικαστήριο που εξέδωσε απόφαση μπορεί να την ερμηνεύσει αν είναι ασαφής ή γεννά αμφιβολίες, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό. Η ερμηνεία περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθούς έννοιας και τον καθορισμό των αόριστων σημείων, αναζητώντας την αληθινή βούληση του δικαστή. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το διατακτικό της 16/2012 απόφασης, όπως μεταρρυθμίσθηκε, είναι όμοιο σε όλες τις αποφάσεις υπαγωγής υπερχρεωμένων στο Ν. 3869/2010 όσον αφορά τον εκτοκισμό των μηνιαίων δόσεων. Έχει εκδοθεί μεγάλος αριθμός αποφάσεων διαφόρων Ειρηνοδικείων με αντικρουόμενες κρίσεις για το αν χρήζει ερμηνείας το διατακτικό και τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου. Εφαρμόζοντας το άρθρο 20Α παρ.1 ΚΠολΔ, η Επιτροπή εξέτασε αν τίθεται νέο δυσχερές ερμηνευτικό νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, το οποίο δεν έχει κριθεί από τον Άρειο Πάγο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η εισαγωγή της αίτησης στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου διατάχθηκε διότι το νομικό ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου των μηνιαίων δόσεων κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 δεν έχει κριθεί με απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι δυσχερές και γενικότερου ενδιαφέροντος, καθόσον έχει συνέπειες σε ευρύτερο κύκλο προσώπων. Το διατακτικό της 16/2012 απόφασης είναι όμοιο σε όλες τις εκδοθείσες αποφάσεις υπαγωγής υπερχρεωμένων και έχουν εκδοθεί πολλές αποφάσεις διαφόρων Ειρηνοδικείων με αντικρουόμενες κρίσεις για το αν το επιτόκιο υπολογίζεται σε κάθε μηνιαία δόση ή στο συνολικό κεφάλαιο.
Τελική Απόφαση
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ: 1. Να εισαχθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η εκκρεμής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων από 06-12-2023 (αριθμ. κατάθ. δικ. 41/19-12-2023) αίτηση της Β. Τ. του Δ. κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Intrum Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και το διακριτικό τίτλο "Intrum Hellas Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", περί ερμηνείας της υπ' αριθμ. 16/2012 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, όπως μεταρρυθμίσθηκε με τις 1072/2012 και 244/2019 αποφάσεις αυτού, προκειμένου να κρίνει, αν το αναφερόμενο στο ιστορικό της παρούσας πράξης διατακτικό χρήζει ή όχι ερμηνείας ως προς τον υπολογισμό του επιτοκίου των μηνιαίων δόσεων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας και σε καταφατική περίπτωση, α) αν το επιτόκιο, που θεσπίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, πρέπει να υπολογίζεται από την έναρξη της ρύθμισης, επί του συνόλου του οριζομένου κεφαλαίου οφειλής του δανειολήπτη και να υπολογίζονται οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις απόσβεσης της συνολικής οφειλής, κατά κεφάλαιο και τόκους, ή β) το επιτόκιο αυτό θα υπολογίζεται επί εκάστης των μηνιαίων δόσεων κατά το μήνα της εξόφλησής της, στην τελευταία δε περίπτωση, αν το επιτόκιο αυτό θα υπολογίζεται για όλο το χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης έως την εξόφληση κάθε δόσης ή μόνο από τον ορισθέντα με τη ρύθμιση μήνα καταβολής κάθε δόσης έως την εξόφλησή της. 2. Να δημοσιευθεί η πράξη αυτή στις ημερήσιες εφημερίδες "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" και "ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ" με δαπάνη του Δικαστηρίου και να αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου. Η παρούσα πράξη συνεπάγεται την αναστολή της εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα, εξαιρουμένης της προσωρινής δικαστικής προστασίας.

ΑΠ 5/2022

Δικονομικό Δίκαιο2022Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Προγενέστερη ουσία: Εκδόθηκε η 254/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιντικής κατ’ εφαρμογή του ν. 3869/2010, επί αίτησης που είχε κατατεθεί την 1-11-2013. - Δομή μερών/ρόλοι: Ο αιτών υπερχρεωμένος οφειλέτης· καθ’ ων πιστώτριες τράπεζες και εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων. - Νομική σχέση/ρύθμιση: Υπαγωγή σε ρύθμιση του ν. 3869/2010 με μηδενικές καταβολές κατά το άρθρο 8 και εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση, με υποχρέωση καταβολών για τη διάσωσή της κατά το άρθρο 9 παρ. 2. - Προ της παρούσας διαδικασίας γεγονότα: Η κύρια κατοικία περιγράφηκε ως ισόγεια οικία 110 τ.μ. με παρακολουθήματα (αποθήκη 60 τ.μ., στάβλος 56 τ.μ.) και οικόπεδο 1.915 τ.μ.· αντικειμενική αξία 50.850 ευρώ, με ανώτατο 80% προς καταβολή 40.680 ευρώ. Ορίστηκαν μηνιαίες καταβολές 169,50 ευρώ επί 20 έτη (40.680/240). Έναρξη καταβολών έξι μήνες μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Επιτόκιο: χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Τέθηκε ζήτημα αν ο υπολογισμός επιτοκίου αφορά τη μηνιαία δόση ή το συνολικό κεφάλαιο και αν συνυπολογίζεται η εισφορά του νόμου 128/1975 ή άλλα τέλη/έξοδα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 20Α § 1 εδ. α ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ν. 4842/2021 (άρθρα 2 και 120), προβλέπει μηχανισμό προδικαστικού ερωτήματος προς τον Άρειο Πάγο για νέα δυσχερή ερμηνευτικά ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Κατά το άρθρο 116 § 1α του ν. 4842/2021, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 § 1 του ν. 4871/2021, οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται στα ένδικα βοηθήματα και δικόγραφα που κατατίθενται μετά την 1-1-2022. Περαιτέρω, το άρθρο 316 ΚΠολΔ ορίζει ότι ερμηνεία δικαστικής απόφασης επιτρέπεται από το ίδιο δικαστήριο, με την ίδια διαδικασία και μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου, όταν η απόφαση είναι ασαφής ή με αμφίβολο νόημα· η ερμηνεία αποβλέπει στην αποκατάσταση του αληθινού νοήματος χωρίς να μεταβάλλει το διατακτικό, χωρίς επανεκτίμηση αποδείξεων ή συμπλήρωση παραλείψεων. Το άρθρο 317 § 2 ΚΠολΔ προσδιορίζει τη διαδικαστική εισαγωγή της αίτησης ερμηνείας και το άρθρο 318 § 1 εδ. α’ ΚΠολΔ την υπαγωγή στην εκούσια δικαιοδοσία. Το Ειρηνοδικείο Σιντικής είχε δεχθεί ότι με την 254/2017 απόφασή του, εκδοθείσα επί της με αριθμό 58/1-11-2013 αίτησης, ρυθμίστηκαν τα χρέη του αιτούντος κατά τον ν. 3869/2010, ορίστηκαν μηδενικές καταβολές κατά το άρθρο 8, εξαιρέθηκε της εκποίησης η κύρια κατοικία (οικία 110 τ.μ., αποθήκη 60 τ.μ., στάβλος 56 τ.μ., οικόπεδο 1.915 τ.μ.) και επιβλήθηκε υποχρέωση καταβολής 169,50 ευρώ μηνιαίως επί 20 έτη (40.680/240), εντόκως χωρίς ανατοκισμό, με μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου κυμαινόμενο κατά τον χρόνο αποπληρωμής βάσει στατιστικού δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Ετέθη ζήτημα αν το επιτόκιο υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης ή επί του συνολικού κεφαλαίου και αν συνυπολογίζεται η εισφορά του νόμου 128/1975 ή άλλα τέλη/έξοδα. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 316 ΚΠολΔ για ερμηνεία, διότι η 254/2017 απόφαση καθορίζει με σαφήνεια το ποσό της δόσης, το επιτόκιο, τον τρόπο και τη βάση υπολογισμού· η μη μνεία περί της εισφοράς του νόμου 128/1975 ή λοιπών τελών δεν δημιουργεί ασάφεια και διέπεται από ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, ενώ τυχόν διευκρίνιση δεν μπορεί να μεταβάλει το διατακτικό. Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 116 § 1α ν. 4842/2021 (ως διορθώθηκε με άρθρο 65 § 1 ν. 4871/2021) η διαδικασία του άρθρου 20Α ΚΠολΔ εφαρμόζεται μόνο σε ένδικα βοηθήματα/δικόγραφα κατατεθέντα μετά την 1-1-2022, ενώ η απόφαση 254/2017 εκδόθηκε επί αίτησης 58/1-11-2013· συνεπώς, ο μηχανισμός του άρθρου 20Α ΚΠολΔ δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπόθεση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Με βάση τις παραδοχές ότι: (i) η υπ’ αριθμ. 254/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιντικής καθορίζει ρητά τη μηνιαία δόση (169,50 ευρώ), το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του επί ποσού 40.680 ευρώ, και ότι η έλλειψη ειδικής μνείας για την εισφορά του νόμου 128/1975 ή λοιπά τέλη/έξοδα δεν γεννά ασάφεια ούτε μπορεί να καλυφθεί χωρίς μεταβολή του διατακτικού (άρθρο 316 ΚΠολΔ), και (ii) η διαδικασία του άρθρου 20Α ΚΠολΔ, κατά το άρθρο 116 παρ.1α του ν. 4842/2021 όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4871/2021 και σε συνάφεια με τα άρθρα 2 και 120 ν.4842/2021, εφαρμόζεται σε ένδικα βοηθήματα και δικόγραφα που κατατίθενται μετά την 1-1-2022, ενώ η επίμαχη απόφαση εκδόθηκε επί της με αριθμό 58/1-11-2013 αίτησης, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 20Α ΚΠολΔ στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Ειρηνοδικείο Σιντικής για έκδοση οριστικής απόφασης. Δεν περιλαμβάνεται διάταξη περί δικαστικών δαπανών.
Τελική Απόφαση
Κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 20Α του Κ.Πολ.Δ. Αναπέμπει την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Σιντικής για έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτής.

ΕφΠειρ 235/2026

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η υπόθεση αφορά έφεση του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος κατά της 27/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ως καθολικού διαδόχου του Ειρηνοδικείου Νίκαιας) επί αίτησης ερμηνείας απόφασης εκούσιας δικαιοδοσίας ν. 3869/2010. Εφεσίβλητες είναι δύο εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων· η πρώτη δεν παρέστη, ενώ η δεύτερη παρέστη και άσκησε κύρια παρέμβαση ως μη δικαιούχος διάδικος υπέρ αλλοδαπής εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων λόγω μεταβίβασης κατά την εκκρεμοδικία. Το 2017 εκδόθηκε η 220/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας που υπήγαγε τον αιτούντα στον ν. 3869/2010: όρισε καταβολές 330 ευρώ μηνιαίως για τέσσερα έτη (άρθρο 8) και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία, επιβάλλοντας συνολική καταβολή 18.725,26 ευρώ με 120 μηνιαίες δόσεις των 156,04 ευρώ, έντοκα χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου, αναπροσαρμοζόμενο με το επιτόκιο αναφοράς των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ (άρθρο 9 παρ. 2), με έναρξη τέσσερα έτη μετά τη δημοσίευση (4-9-2017). Ο αιτών ζήτησε ερμηνεία για: (α) τον τρόπο εκτοκισμού της ρύθμισης διάσωσης κατοικίας (επί δόσης ή συνόλου), (β) τη διόρθωση ασυμφωνίας σκεπτικού–διατακτικού ως προς τις καταβολές του άρθρου 8 (350 έναντι 330 ευρώ) και (γ) την αφαίρεση ποσού 8.694,98 ευρώ που είχε καταβάλει από 10/2013 έως 9/2021 κατ’ εφαρμογή προσωρινής διαταγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση ως προς τον εκτοκισμό του άρθρου 9 παρ. 2 και σιώπησε για το (β) και (γ).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις του ΚΠολΔ για το παραδεκτό και εμπρόθεσμο της έφεσης (άρθρα 495, 511, 513 §1β, 516, 518 §1, 533, 524 §1) και έκρινε τη νομιμοποίηση της εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων κατά τους ν. 4354/2015 (άρθρα 1 περ. γ, 2 §4) και το δεδικασμένο του μη δικαιούχου διαδίκου (άρθρο 325 ΚΠΟΛΔ). Δέχθηκε παραδεκτά την κύρια παρέμβαση (άρθρα 79, 747, 752 ΚΠΟΛΔ) και τη συνεκδίκαση (άρθρα 31 §1, 246, 285 εδ. α’, 741 ΚΠολΔ). Σε ερημοδικία της πρώτης εφεσίβλητης προχώρησε στην ουσία (άρθρα 754 εδ. β’, 115 §2 ΚΠΟΛΔ). Ως προς την ερμηνεία απόφασης, εφάρμοσε τον κανόνα ότι αυτή αποβλέπει στην αποσαφήνιση ασαφειών ή ασυμφωνιών σκεπτικού–διατακτικού χωρίς αλλοίωση ουσίας ή επανεκτίμηση αποδείξεων, και διακρίνεται από τη διόρθωση (άρθρα 315–316 ΚΠολΔ). Αρμόδιο είναι το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 19 ΚΠΟΛΔ). Διαπίστωσε ότι η 220/2017 απόφαση όρισε για το άρθρο 8 μηνιαίες καταβολές 330 ευρώ επί τετραετία, ενώ στο σκεπτικό αναφέρεται ποσό 350 ευρώ, δημιουργώντας προφανή δυσαρμονία. Για τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 όρισε 18.725,26 ευρώ σε 120 δόσεις των 156,04 ευρώ, έντοκα χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου αναπροσαρμοζόμενο με το επιτόκιο αναφοράς της ΕΚΤ. Ο ισχυρισμός περί αφαίρεσης των καταβολών 8.694,98 ευρώ της προσωρινής διαταγής δεν είχε τεθεί στο πρωτοβάθμιο στάδιο και προϋποθέτει νέα ουσιαστική κρίση. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι το ζήτημα της ασυμφωνίας 330/350 ευρώ εμπίπτει στην ερμηνεία και έπρεπε να αποσαφηνιστεί, ενώ το αίτημα αφαίρεσης των καταβολών εκφεύγει του πεδίου της ερμηνείας, καθώς θα απαιτούσε επανεκτίμηση αποδείξεων και νέα διάγνωση. Έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση, δίκασε ερήμην την πρώτη εφεσίβλητη, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και ερμήνευσε τη 220/2017 απόφαση, διευκρινίζοντας ότι η μηνιαία δόση του άρθρου 8 παρ. 2 ανέρχεται σε 330 ευρώ για τέσσερα έτη, με συνακόλουθες διατάξεις για σημείωση, επιστροφή παραβόλου και συμψηφισμό δαπανών.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Επί της έφεσης: Η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και κατέληξε σε διαφορετική κρίση ως προς το αίτημα ερμηνείας για το τελικό ποσό της μηνιαίας καταβολής του άρθρου 8 παρ. 2 (δυσαρμονία 350 στο σκεπτικό έναντι 330 στο διατακτικό). Κατ’ αποδοχή των σχετικών λόγων, η έφεση έγινε δεκτή, και η 27/2025 απόφαση εξαφανίστηκε. Στάδιο 2 – Επί της αίτησης ερμηνείας: Κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση. Η ασυμφωνία σκεπτικού–διατακτικού της 220/2017 απόφασης επί της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 3869/2010 επιδέχεται ερμηνείας. Ερμηνεύθηκε ότι ο αιτών οφείλει να καταβάλει μηνιαία δόση 330 ευρώ επί τέσσερα έτη, συμμέτρως προς τους πιστωτές, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μήνα, αρχής από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση. Το πρόσθετο αίτημα περί αφαίρεσης των καταβολών 8.694,98 ευρώ της προσωρινής διαταγής δεν χωρεί στη διαδικασία ερμηνείας (άρθρα 315–316 ΚΠολΔ) και απορρίφθηκε. Παραβόλο ερημοδικίας δεν ορίστηκε διότι η απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 14 ν. 3869/2010). Διατάχθηκε επιστροφή του παραβόλου της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠΟΛΔ). Η δικαστική δαπάνη συμψηφίστηκε λόγω μερικής νίκης και μερικής ήττας (άρθρα 178, 183 ΚΠΟΛΔ).
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 5-3-2026 κύρια παρέμβαση της δεύτερης εφεσίβλητης που ασκήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από με αριθμό έκθεση κατάθεση δικογράφου ……………/2025 έφεση. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ΄ αριθμόν 27/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από με αριθμό έκθεση δικογράφου ……../2024 αίτηση που κατατέθηκε στην γραμματεία του καταργηθέντος Ειρηνοδικείου Νίκαιας. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από με αριθμό έκθεση δικογράφου …………/2024 αίτηση που κατατέθηκε στην γραμματεία του καταργηθέντος Ειρηνοδικείου Νίκαιας. ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ την με αριθμό 220/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας (ήδη καταργηθέντος από 16-9-2024) που δίκασε κατά την εκούσια δικαιοδοσία ν.3869/2010 και δη ως προς το διατακτικό της για την διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος ως προς το τελικό ποσό καταβολής εκάστης δόσης για την τήρηση της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ.2 ν.3869/2010 και ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΖΕΙ ότι για την τήρηση της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ.2 ν.3869/2010 ο αιτών οφείλει να καταβάλει μηνιαία δόση ποσού 330 ευρώ επί τέσσερα χρόνια συμμέτρως προς τους πιστωτές του καταβλητέες εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μήνα αρχής γενόμενης από τον πρώτο μήνα μετά την δημοσίευση της απόφασης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την υπό της Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου σημείωση της παρούσης στο πρωτότυπο της ερμηνευόμενης απόφασης και την αναγραφή στα αντίγραφα ή στα αποσπάσματα της τελευταίας του αριθμού και της ημερομηνίας της ερμηνευτικής απόφασης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης με αριθμό ……………../2025 e- παράβολο στον εκκαλούντα. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

ΑΠ 690/2024

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 92.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Αίτηση υπαγωγής στο ν. 3869/2010 έγινε δεκτή εν μέρει από το Ειρηνοδικείο και, κατόπιν έφεσης πιστωτή ΝΠΔΔ, επικυρώθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας (ως Εφετείο). - Διάδικοι/ρόλοι: Ο πρώτος αιτών και η δεύτερη αιτούσα (σύζυγοι, γονείς τριών ανηλίκων) έναντι πιστωτών, μεταξύ των οποίων ΝΠΔΔ και τράπεζα. - Νομική σχέση: Στεγαστικά δάνεια από τον πιστωτή ΝΠΔΔ (έτος 2007) με παρακράτηση από μισθό και καταναλωτικό δάνειο του πρώτου αιτούντος από τράπεζα. Εγγραφή υποθήκης 200.000 ευρώ υπέρ ΝΠΔΔ στην κύρια κατοικία του πρώτου αιτούντος. - Προγενέστερα πραγματικά: Ο πρώτος αιτών, μόνιμος διοικητικός υπάλληλος Δ.Ε., μηνιαίος μισθός 1.070,76 ευρώ. Η δεύτερη αιτούσα, μόνιμη υπάλληλος τεχνολογικής εκπαίδευσης, 1.062,62 ευρώ. Επίδομα τριτέκνων 1.980 ευρώ ετησίως. Μίσθωμα από κατάστημα κυριότητας της δεύτερης αιτούσας 100 ευρώ μηνιαίως. Συνολικό μηνιαίο καθαρό εισόδημα 2.400 ευρώ. Μηνιαίο κόστος διαβίωσης οικογένειας 1.800 ευρώ, με πρόσθετες ιατροφαρμακευτικές δαπάνες για τέκνο περίπου 500 ευρώ μηνιαίως. Προ της κρίσης (2007) καθαρές αποδοχές: ο πρώτος αιτών 2.031,81 ευρώ, η δεύτερη αιτούσα 2.100 ευρώ· μείωση συνολικών αποδοχών από το 2012 κατά περίπου 1.997 ευρώ μηνιαίως. - Οφειλές: Πρώτος αιτών προς ΝΠΔΔ στεγαστικό, ανεξόφλητο υπόλοιπο 65.385,58 ευρώ (31-12-2015), μηνιαία δόση 389,13 ευρώ· προς τράπεζα καταναλωτικό, ανεξόφλητο 16.974,26 ευρώ (24-7-2015), μηνιαία δόση 211,00 ευρώ. Δεύτερη αιτούσα προς ΝΠΔΔ στεγαστικό, ανεξόφλητο 100.870,30 ευρώ (31-12-2015), μηνιαία δόση 600,30 ευρώ. Παρακρατήσεις δόσεων ανεστάλησαν τον 1/2016 με προσωρινή διαταγή. - Περιουσία: Κύρια κατοικία στην Ηγουμενίτσα, διαμέρισμα α’ ορόφου 119,06 τ.μ., ημιτελές ισόγειο 68,82 τ.μ., χώρος στάθμευσης 68,85 τ.μ., κάθετη ιδιοκτησία με ποσοστό 368,60/1000, αποκλειστική χρήση 279,20 τ.μ., οικόπεδο 757,62 τ.μ. Αντικειμενική αξία κύριας κατοικίας 90.299,01 ευρώ. Ο πρώτος αιτών 50% Ι.Χ. 1.500 κ.εκ., αξίας 2.250 ευρώ. Η δεύτερη αιτούσα: 1/9 ελαιοπεριβόλου 9.980 τ.μ. με 50 ελαιόδεντρα, 100% κατάστημα 57,915 τ.μ. με 62,44/1000, 5/12 αγροτεμαχίου 3.404 τ.μ. (πραγματική 3.000 τ.μ.), 50% Ι.Χ. 1.500 κ.εκ., αξίας 2.250 ευρώ. Άλλες αξιόλογες καταθέσεις/κινητά δεν υπάρχουν. - Δικαστική ρύθμιση: Καταβολές άρθρου 8 παρ. 2 ν. 3869/2010: 238,17 ευρώ μηνιαίως (πρώτος αιτών) και 400,00 ευρώ (δεύτερη αιτούσα) για δύο έτη και έναν μήνα. Ρύθμιση άρθρου 9 παρ. 2: Διάσωση κύριας κατοικίας με συνολική καταβολή 71.559,84 ευρώ (μικρότερη του 80% της αξίας, 72.239,20 ευρώ) σε 18 έτη/216 δόσεις των 331,29 ευρώ, επιμερισμός 263,01 ευρώ στο ΝΠΔΔ και 68,28 ευρώ στην τράπεζα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 § 1 του ν. 3869/2010 προβλέπει ότι φυσικά πρόσωπα χωρίς πτωχευτική ικανότητα που έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής δύνανται να ζητήσουν ρύθμιση, με το βάρος επίκλησης/απόδειξης δόλου στον πιστωτή. Η αδυναμία κρίνεται από τη σχέση ρευστότητας προς ληξιπρόθεσμες οφειλές και εύλογες δαπάνες διαβίωσης. Το άρθρο 8 § 2 του ίδιου νόμου θεσπίζει ρύθμιση με μηνιαίες καταβολές, ενώ το άρθρο 9 § 2 προβλέπει εξαίρεση κύριας κατοικίας και υποχρέωση καταβολής μέχρι 80% της αντικειμενικής αξίας. Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου· κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 93 § 3 Συντ. και το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ανυπαρξία/αντίφαση/ανεπάρκεια αιτιολογιών), ενώ το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ αποκλείει τον αναιρετικό έλεγχο της εκτίμησης αποδείξεων. Ως προς την κλήτευση απολειπόμενου αναγκαίου ομοδίκου, εφαρμόζονται τα άρθρα 576 ΚΠολΔ και 76 § 1 περ. β’ ΚΠολΔ, καθώς και το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ) για δήλωση παράστασης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας (ως Εφετείο) είχε δεχθεί ότι ο πρώτος αιτών (μισθός 1.070,76 ευρώ) και η δεύτερη αιτούσα (1.062,62 ευρώ), με τρία ανήλικα τέκνα, λαμβάνουν 1.980 ευρώ ετησίως επίδομα τριτέκνων και 100 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα, με συνολικό καθαρό μηνιαίο εισόδημα 2.400 ευρώ. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης ανέρχεται σε 1.800 ευρώ, με πρόσθετες ιατρικές δαπάνες 500 ευρώ για τέκνο. Οι αρχικές καθαρές αποδοχές το 2007 ήταν 2.031,81 και 2.100 ευρώ αντίστοιχα, με μεταγενέστερη μείωση κατά ~1.997 ευρώ/μήνα. Οφειλές: στεγαστικό του πρώτου προς ΝΠΔΔ 65.385,58 ευρώ (31-12-2015, δόση 389,13 ευρώ), καταναλωτικό προς τράπεζα 16.974,26 ευρώ (δόση 211,00 ευρώ), στεγαστικό της δεύτερης προς ΝΠΔΔ 100.870,30 ευρώ (δόση 600,30 ευρώ). Κύρια κατοικία αξίας 90.299,01 ευρώ. Έκρινε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, απουσία δόλου, ρύθμιση άρθρου 8 § 2 (238,17 και 400,00 ευρώ/μήνα για 2 έτη και 1 μήνα) και, κατ’ άρθρο 9 § 2, διάσωση κατοικίας με καταβολή 71.559,84 ευρώ σε 216 δόσεις (331,29 ευρώ), κατανεμόμενες 263,01 ευρώ στο ΝΠΔΔ και 68,28 ευρώ στην τράπεζα. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος διαπίστωσε ότι η απούσα τράπεζα κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ώστε η συζήτηση να χωρήσει κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ. Επί της ουσίας, έκρινε ότι οι παραδοχές του Εφετείου για εισοδήματα, δαπάνες διαβίωσης, οφειλές και ιατρικές ανάγκες συγκροτούν επαρκές πόρισμα ως προς τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και την έλλειψη δόλου, χωρίς παραβίαση των άρθρων 1 § 1 και 9 § 2 ν. 3869/2010 (μη συντρέχουσες οι προϋποθέσεις του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Οι αιτιάσεις περί ελλιπών αιτιολογιών (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες/αβάσιμες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Η προσβολή του προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κρίθηκε επίσης απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά της αποδεικτικής εκτίμησης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Με βάση τις παραδοχές του Εφετείου περί εισοδημάτων (2.400 ευρώ/μήνα), εύλογων δαπανών διαβίωσης (1.800 ευρώ/μήνα), σημαντικών ιατρικών δαπανών (500 ευρώ/μήνα), μειώσεων αποδοχών (~1.997 ευρώ/μήνα) και ύψους/δομής των οφειλών (δόσεις 389,13, 600,30 και 211,00 ευρώ), το αναιρετικώς ανέλεγκτο πόρισμα περί μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής και έλλειψης δόλου ήταν σαφές και επαρκώς αιτιολογημένο. Δεν προέκυψε παραβίαση των άρθρων 1 παρ. 1 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ώστε ο λόγος του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι προβαλλόμενες πλημμέλειες του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες/αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε επιχειρήματα που ανάγονται στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η αιτίαση περί ελλιπούς αιτιολογίας στον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας (άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την αποδεικτική εκτίμηση (άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, δεν επιδικάσθηκαν, καθόσον η ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010 («Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται») κατισχύει και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 746 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει, την, από 11-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ../19-7-2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 62/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΑΠ 259/2026

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2026Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 91.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστικό πλαίσιο: Αίτηση ρύθμισης οφειλών φυσικού προσώπου κατά τον Ν. 3869/2010, με αίτημα διάσωσης κύριας κατοικίας κατά το άρθρο 9. - Δομή διαδίκων: Ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς πτωχευτική ικανότητα· πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα/ΝΠΔΔ. - Νομική σχέση: Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών και εξαίρεση κύριας κατοικίας από εκποίηση με καταβολές· ρευστοποίηση λοιπής ρευστοποιήσιμης περιουσίας. - Προγενέστερα πραγματικά: Ο αιτών βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο· χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία ακίνητο στο οποίο κατέχει ψιλή κυριότητα 1/2 εξ αδιαιρέτου, με επικαρπωτές τους γονείς του και ψιλό συγκύριο τον αδελφό του. - Αριθμητικά στοιχεία: Κύρια κατοικία: οικόπεδο 477,59 τ.μ. με δύο μονοκατοικίες 88,87 τ.μ. και 70,72 τ.μ. (έτη 1980 και 1973) και αποθήκη 47,89 τ.μ. (1973), στη θέση «ΓΟΥΒΑ ή ΚΟΤΡΩΝΑΚΙΑ» Τρίπολης, ΚΑΕΚ 032252805056/0/0· αντικειμενική αξία του ποσοστού ψιλής κυριότητας του αιτούντος: 28.438,52 €· εμπορική αξία του ποσοστού ψιλής κυριότητας: 27.000 €· έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης: 3.000 €· ποσό για διάσωση κύριας κατοικίας: 24.000 € σε 120 δόσεις· καταβολές προς τον πιστωτή: 114,72 € μηνιαίως για 36 μήνες. Λοιπό ακίνητο: οικόπεδο 308,10 τ.μ. με μονοκατοικία 78,50 τ.μ. (1955) και αποθήκη 11,20 τ.μ. (1955), πλήρης κυριότητα, αντικειμενική αξία 60.479,6 €, κρίνεται συμφέρουσα η ρευστοποίησή του.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010 προβλέπει ρευστοποίηση περιουσίας όταν αυτό απαιτείται για ικανοποίηση πιστωτών, ενώ η παρ. 2α (ως προστέθηκε με παρ. 3 άρθρου 62 Ν. 4549/2018 και εφαρμόζεται και σε εκκρεμείς δίκες κατ’ άρθρο 68 παρ. 8) ρυθμίζει ότι, για την τιμή πρώτης προσφοράς και την εκτίμηση της εμπορικής αξίας, διορίζεται πιστοποιημένος εκτιμητής εφόσον ζητηθεί με παραδεκτό αίτημα, χωρίς να απαιτείται υποχρεωτικά η προσκόμιση έκθεσης πιστοποιημένου εκτιμητή όταν υφίσταται επαρκές αποδεικτικό υλικό. Κατά τα άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ανακριτικό σύστημα της εκούσιας δικαιοδοσίας το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την εξακρίβωση της αλήθειας. Κατά τα άρθρα 560 αρ. 1 και 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα ή έλλειψη νόμιμης βάσης (έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια αιτιολογιών σε ουσιώδες ζήτημα), ενώ η εκτίμηση αποδείξεων δεν ελέγχεται (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η συνταγματική επιταγή ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 93 παρ. 3 Σ) δεν επιβάλλει παράθεση της μείζονος πρότασης. Η τιμή πρώτης προσφοράς μπορεί να στηριχθεί στα άρθρα 993 παρ. 2 και 995 ΚΠολΔ. Τα έξοδα εκτέλεσης υπολογίζονται κατά το άρθρο 15 Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του Πτωχευτικού Κώδικα. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς πτωχευτική ικανότητα, χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία ακίνητο στο οποίο κατέχει ψιλή κυριότητα 1/2 εξ αδιαιρέτου (οικόπεδο 477,59 τ.μ. με δύο μονοκατοικίες 88,87 τ.μ. και 70,72 τ.μ., έτη 1980 και 1973, και αποθήκη 47,89 τ.μ., θέση «ΓΟΥΒΑ ή ΚΟΤΡΩΝΑΚΙΑ» Τρίπολης, ΚΑΕΚ 032252805056/0/0) με επικαρπωτές τους γονείς και ψιλό συγκύριο τον αδελφό, και ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 9. Προσδιόρισε την αντικειμενική αξία του ποσοστού του σε 28.438,52 €, την εμπορική αξία σε 27.000 € και τα έξοδα εκτέλεσης σε 3.000 €, στηριζόμενο ιδίως σε έκθεση εκτίμησης 28.11.2018 Αρχιτέκτονα Μηχανικού, και όρισε ποσό 24.000 € για διάσωση της κατοικίας. Έκρινε επίσης συμφέρουσα τη ρευστοποίηση άλλου ακινήτου (πλήρης κυριότητα οικοπέδου 308,10 τ.μ. με μονοκατοικία 78,50 τ.μ. και αποθήκη 11,20 τ.μ., αντικειμενική αξία 60.479,6 €). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τον λόγο ότι απαιτείται υποχρεωτικά πιστοποιημένος εκτιμητής και διαπίστωσε ότι το εφετείο ορθά έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα έκθεση μη πιστοποιημένου εκτιμητή, αφού ο νόμος δεν επιβάλλει υποχρεωτική προσκόμιση τέτοιας έκθεσης και δεν υποβλήθηκε σχετικό παραδεκτό αίτημα για διορισμό. Εξέτασε επίσης την αιτίαση περί ελλιπούς αιτιολογίας για τα 3.000 € εξόδων εκτέλεσης και έκρινε ότι οι αιτιολογίες είναι σαφείς και επαρκείς, επιτρέποντας τον αναιρετικό έλεγχο, χωρίς να απαιτείται παράθεση διατάξεων στη μείζονα πρόταση. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι λόγοι από τα άρθρα 560 αρ. 1 και 560 αρ. 6 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν παραβίασε ουσιαστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 ούτε στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: (α) Η κρίση του εφετείου ότι δεν απαιτείται κατ’ αρχήν έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή για τον προσδιορισμό της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας και η στήριξη στον προσκομισθέντα τεχνικό προσδιορισμό (εμπορική αξία 27.000 €, έξοδα εκτέλεσης 3.000 €, καθορισμός ποσού 24.000 €) είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένες, χωρίς αντιφάσεις, και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. (β) Η αιτίαση περί μη παράθεσης των εφαρμοστέων διατάξεων για τα έξοδα εκτέλεσης δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 93 παρ. 3) δεν απαιτεί παράθεση της μείζονος πρότασης, ενώ το εφετείο έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Κατόπιν αυτών, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά τα σκέλη του από τα άρθρα 560 αρ. 1 και 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, απορρίφθηκε ως αβάσιμος και η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, δεν ορίστηκε παράβολο διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται (άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998). Δεν επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη λόγω της ειδικής ρύθμισης της εκούσιας δικαιοδοσίας στον Ν. 3869/2010 (άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ Ν. 3869/2010), κατισχύουσας του άρθρου 746 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 15.5.2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ` αριθμ. 44/2023 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.

ΑΠ 93/2026

Δικονομικό Δίκαιο · Πτωχευτικό Δίκαιο2026Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 91.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ο αιτών, διάγων το 62ο έτος της ηλικίας, έγγαμος με δύο ενήλικα τέκνα ηλικίας 38 και 37 ετών, συνταξιούχος στρατιωτικός εν αποστρατεία από το έτος 2009, με μηνιαία σύνταξη περίπου 1.469 ευρώ, διαρκώς μειούμενη. Η σύζυγός του ασχολείται με αγροτικές εργασίες, αποκερδαίνοντας ετησίως κατά μέσο όρο 2.000 ευρώ από αγροτικές ενισχύσεις. Ετήσιο εισόδημα: 29.921,68 € (2012), 19.664,86 € (2013), 19.982,37 € (2014). Μηνιαίες βιοτικές ανάγκες οικογένειας περίπου 900 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης (κατατέθηκε 14-6-2013) είχε αναλάβει τις εξής οφειλές προς τους πιστωτές: Α) Εθνική Τράπεζα: καταναλωτικό δάνειο 21.252,69 €, πιστωτική κάρτα 3.923,79 €, πιστωτική κάρτα 6.783,56 € - σύνολο 31.960,04 €. Β) Άλφα Τράπεζα: δάνειο 12.006,65 €. Γ) Τράπεζα Πειραιώς (ως ειδικής διαδόχου της Marfin/Cyprus Popular Bank): δάνειο 'Όλα σε 1' 21.190,69 €, δάνειο Dixons 317,73 €, πιστωτική κάρτα 6.118,14 €, πιστωτική κάρτα 15,95 €, πιστωτική κάρτα 953,91 €, καταναλωτικό δάνειο 26.556,73 € - σύνολο 55.153,15 €. Δ) Τέταρτη πιστώτρια: δάνειο 28.196,14 €. Ε) Eurobank (ως ειδικής διαδόχου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου): καταναλωτικό δάνειο 28.898,78 €, πιστωτική κάρτα 2.241,90 €, πιστωτική κάρτα 12.684,25 € - σύνολο 43.824,93 €. ΣΤ) Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων: στεγαστικό δάνειο 128.957,46 €. Συνολική οφειλή: 300.098,37 ευρώ. Περιουσιακά στοιχεία: α) διαμέρισμα τετάρτου ορόφου με στοιχεία Δ-1, επιφάνειας 136,43 τ.μ., και β) χώρος στάθμευσης υπογείου ΧΣ-9, επιφάνειας 17,53 τ.μ., σε πολυκατοικία στο Αγρίνιο, συνολικής αντικειμενικής αξίας 118.552,00 ευρώ - αποτελεί την κύρια κατοικία του οφειλέτη, για την οποία υποβλήθηκε αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση κατ' άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010. Επί του ακινήτου έχει εγγραφεί υπέρ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων υποθήκη ποσού 153.000 ευρώ την 04.05.2005. Διαθέτει επίσης αυτοκίνητο VOLKSWAGEN PASSAT 1.595 c.c., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2002, εμπορικής αξίας 2.000 ευρώ, σε ακινησία από 22.12.2011. Την 01.06.2009 είχε καταβληθεί στον αιτούντα εφάπαξ βοήθημα 47.242,82 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 38.486,53 ευρώ διέθεσε προς εξόφληση και μερική αποπληρωμή οφειλών. Η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής οφείλεται στη μείωση των εισοδημάτων του λόγω της οικονομικής κρίσης και δεν αποδίδεται σε δόλο, διότι κατά τον χρόνο ανάληψης των οφειλών αποκόμιζε ικανοποιητικά εισοδήματα. Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 125/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγρινίου που δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη και εξαίρεσε την κύρια κατοικία από την εκποίηση. Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων άσκησε την από 16-4-2019 έφεση μόνον για τα κεφάλαια της απόρριψης ως αόριστης της ένστασης δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής και της εσφαλμένης επιβολής του τρόπου καταβολής (έναντι παρακράτησης από τις μηνιαίες αποδοχές κατ' άρθρο 62 ν. 2114/1994). Η υπ' αριθ. 126/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, ως Εφετείου δικάσαντος, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 522 ΚΠολΔ ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, εξειδικεύοντας, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης. Το αίτημα της έφεσης και οι λόγοι που το στηρίζουν οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, ώστε το εφετείο περιορίζεται στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης ή πρόσθετων λόγων, καθώς και στην έρευνα ζητημάτων που προηγούνται ως αναγκαία προαπαιτούμενα και εξετάζονται αυτεπαγγέλτως. Σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν με λόγο έφεσης δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, ούτε επιτρέπεται εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της απόφασης βάσει αυτών. Επί οριστικής απόφασης που δέχτηκε την ύπαρξη του δικαιώματος και απέρριψε επιμέρους κονδύλιο, όταν εκκαλείται μόνο το απορριφθέν κονδύλιο, υπάρχει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος, που δεσμεύει το εφετείο. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό μη προταθέντα νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός των τριών περιοριστικά αναφερόμενων εξαιρέσεων (παράβαση μη προβλητέα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σφάλμα προκύπτον από την ίδια την απόφαση, ισχυρισμός δημόσιας τάξης), για τη συνδρομή των οποίων απαιτείται ρητή επίκληση και αναφορά του χρόνου και τρόπου πρότασης στο αναιρετήριο. Το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου είχε δεχθεί ότι ο αιτών είναι 62 ετών, συνταξιούχος στρατιωτικός με μηνιαία σύνταξη περί τα 1.469 ευρώ, οφείλει συνολικά 300.098,37 ευρώ σε έξι πιστωτές, διαθέτει ως κύρια κατοικία διαμέρισμα 136,43 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 118.552 ευρώ βεβαρημένο με υποθήκη του ΤΠΔ ποσού 153.000 ευρώ, ότι έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής λόγω μείωσης εισοδημάτων εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής στον ν. 3869/2010. Η έφεση του ΤΠΔ είχε ασκηθεί μόνον ως προς τα κεφάλαια της απόρριψης της ένστασης δόλιας περιέλευσης ως αόριστης και του τρόπου καταβολής έναντι παρακράτησης κατ' άρθρο 62 ν. 2114/1994. Εφαρμόζοντας τους ανωτέρω κανόνες, το αναιρετικό δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο μοναδικός λόγος αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 ως προς τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών αφορά κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που δ...
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, διότι αφορούσε κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης (συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του αιτούντος στον ν. 3869/2010 και ιδίως μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών) που δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο με την από 16-4-2019 έφεση του ΤΠΔ - οι λόγοι της οποίας περιορίζονταν στην απόρριψη ως αόριστης της ένστασης δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής και στην εσφαλμένη επιβολή καταβολής έναντι παρακράτησης κατ' άρθρο 62 ν. 2114/1994 - με συνέπεια να υφίσταται ως προς το δικαίωμα ένταξης δεδικασμένο που δέσμευε το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, ο δε λόγος αναίρεσης δεν συνάπτεται με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ. Επιπροσθέτως, ο λόγος απορρίφθηκε και κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν διελάμβανε στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά από το αναιρεσείον ως εκκαλούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η δε έρευνά του από τον Άρειο Πάγο μετά την τελεσίδικη απόφαση θα μετέβαλε αυτόν σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού. Δεν περιελήφθη διάταξη περί παραβόλου, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, ούτε διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' ν. 3869/2010 που υπερισχύει του άρθρου 746 ΚΠολΔ και ορίζει ότι δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται.

ΑΠ 455/2025

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 90.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Υπόθεση ρύθμισης οφειλών φυσικού προσώπου κατά ν. 3869/2010 με μοναδικό πιστωτή ΝΠΔΔ (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων). - Διάδικοι: το ΝΠΔΔ ως καθ’ ου πιστωτής και η αιτούσα-οφειλέτρια. - Σχέση: στεγαστικό και επισκευαστικό δάνειο από το ΝΠΔΔ με εκχώρηση ποσοστού μισθού της οφειλέτριας για την εξυπηρέτηση των δόσεων. - Προ της δίκης: η οφειλέτρια είναι έγγαμη με τέσσερα, ήδη ενήλικα, τέκνα· εργάζεται ως νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο ... με μηνιαίο μισθό περίπου ... ευρώ, βαίνοντα μειούμενο· ο σύζυγος εργαζόταν ως υδραυλικός και από ...-2013 είναι άνεργος και εγγεγραμμένος στον ΟΑΕΔ· μετακόμισαν στο χωριό Σ. συγκατοικώντας με τους γονείς του συζύγου για μείωση εξόδων· η ίδια και ο υιός της πάσχουν από σοβαρές ασθένειες· οι μηνιαίες βιοτικές ανάγκες της οικογένειας ανέρχονται σε ... – 1....0 ευρώ περίπου. - Οφειλές: α) στεγαστικό δάνειο (σύμβαση αριθ. ...) ποσού ... ευρώ· β) επισκευαστικό δάνειο (σύμβαση αριθ. ...) ποσού ... ευρώ· συνολικά ... ευρώ· εξασφαλισμένα με υποθήκη για ποσό ... ευρώ, εγγραφείσα την ....2...4. - Περιουσία: κύρια κατοικία διαμέρισμα Α1, επιφάνειας ... τ.μ. με ... τ.μ. ημιυπαίθριο, ΚΑΕΚ ...· αποθήκη Υ5, ... τ.μ., ΚΑΕΚ ...· συνολική αντικειμενική αξία ... ευρώ· ΙΧΕ μάρκας ..., ... c.c., έτους 2...7, αξίας περίπου ... ευρώ, μη πρόσφορο προς εκποίηση. - Αιτία οικονομικής επιδείνωσης: μείωση εισοδημάτων λόγω γενικότερης οικονομικής κρίσης, αυξημένο κόστος διαβίωσης εξαμελούς οικογένειας. - Ρυθμίσεις που τέθηκαν: μηνιαίες καταβολές άρθρου 8 παρ. 2 ... ευρώ για 5 έτη (με συνυπολογισμό 36 μηνών προσωρινών καταβολών από 4/2014 έως 3/2017, οριστική ρύθμιση 24 μηνών) και καταβολή διαφοράς ... ευρώ εντός έτους μετά τη λήξη, έντοκα με επιτόκιο Πράξεων Αναχρηματοδότησης ΕΚΤ +2,5· για διάσωση κύριας κατοικίας άρθρου 9 παρ. 2: ... ευρώ μηνιαίως για 240 μήνες, μετά περίοδο χάριτος 36 μηνών, με κυμαινόμενο στεγαστικό επιτόκιο και προνομιακή ικανοποίηση εμπραγμάτως ασφαλισμένων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010 επιτρέπει σε φυσικά πρόσωπα χωρίς πτωχευτική ικανότητα που, χωρίς δόλο, έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, να ζητήσουν ρύθμιση οφειλών· τον δόλο αποδεικνύει ο πιστωτής. Η αδυναμία κρίνεται από τη ρευστότητα και τις βιοτικές ανάγκες, λαμβάνοντας υπόψη εισόδημα και ρευστοποιήσιμη περιουσία, και οι καταβολές καθορίζονται κατά το άρθρο 8 § 2 ν. 3869/2010 με σεβασμό αξιοπρεπούς διαβίωσης. Κατά το άρθρο 62 ν. 2214/1994 η εκχώρηση ποσοστού μισθού προς το Τ.Π.Δ. για εξυπηρέτηση στεγαστικών δανείων είναι ισχυρή και εξασφαλιστική· σε συνδυασμό με το άρθρο 455 ΑΚ η εκχώρηση δεν αποσβένει την ενοχή αλλά ρυθμίζει τον τρόπο καταβολής, ώστε στο πλαίσιο του ν. 3869/2010 το δικαστήριο μπορεί να αναπροσαρμόσει το ποσό της δόσης, ενώ ο τρόπος πληρωμής μέσω παρακράτησης διατηρείται. Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κρινόμενη βάσει των ανελέγκτως δεκτών παραδοχών (άρθρο 561 ΚΠολΔ). Λόγος που στηρίζεται σε εσφαλμένη πραγματική προϋπόθεση είναι αλυσιτελής και απαράδεκτος. Ο πιστωτής φέρει το βάρος ειδικής και ορισμένης επίκλησης του δόλου (άρθρο 262 ΚΠολΔ). Το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι η αιτούσα, νοσηλεύτρια με μηνιαίο μισθό περίπου ... ευρώ, έγγαμη με τέσσερα ενήλικα τέκνα, με σύζυγο άνεργο από ...-2013, μετέβη με την οικογένεια σε χωριό για μείωση εξόδων· οι βιοτικές ανάγκες ανέρχονται σε ... – 1....0 ευρώ/μήνα· υφίστανται σοβαρά προβλήματα υγείας για την ίδια και τον υιό της. Οι οφειλές της προς το Τ.Π.Δ. ήταν: στεγαστικό ... ευρώ (σύμβαση ...), επισκευαστικό ... ευρώ (σύμβαση ...), συνολικά ... ευρώ, εξασφαλισμένα με υποθήκη ποσού ... ευρώ (....2...4) επί διαμερίσματος Α1 (... τ.μ. + ... τ.μ. ημιυπ.) ΚΑΕΚ ... και αποθήκης Υ5 ... τ.μ. ΚΑΕΚ ..., αντικειμενικής αξίας ... ευρώ· το ΙΧΕ (... c.c., 2...7) αξίας ... ευρώ δεν είναι πρόσφορο προς εκποίηση. Η αδυναμία πληρωμών προέκυψε από μείωση εισοδημάτων λόγω οικονομικής κρίσης. Ρύθμισε: άρθρο 8 § 2 μηνιαία ... ευρώ για 5 έτη, με συνυπολογισμό 36 μηνών προσωρινών καταβολών (4/2014–3/2017) και καταβολή διαφοράς ... ευρώ εντός έτους μετά τη λήξη, έντοκα με επιτόκιο ΠΚΑ ΕΚΤ +2,5· άρθρο 9 § 2: ... ευρώ μηνιαίως για 240 μήνες μετά περίοδο χάριτος 36 μηνών, με κυμαινόμενο στεγαστικό επιτόκιο, προνομιακά υπέρ των εμπραγμάτως ασφαλισμένων· η εκχώρηση μισθού προς το Τ.Π.Δ. δεν αναιρεί την αδυναμία. Εφαρμόζοντας τα ως άνω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τον λόγο περί δόλου και διαπίστωσε ότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010, κρίνοντας μόνιμη και γενική αδυναμία χωρίς δόλο και απορρίπτοντας τον αόριστο ισχυρισμό του πιστωτή. Ως προς τον δεύτερο λόγο, διαπίστωσε ότι το Εφετείο δεν κατάργησε τη σύμβαση εκχώρησης αλλά μόνο περιόρισε το ύψος της μηνιαίας παρακράτησης κατά τις ρυθμίσεις των άρθρων 8 § 2 και 9 § 2 ν. 3869/2010· επομένως ο λόγος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη παραδοχή περί άρσης της παρακράτησης, είναι αλυσιτελής και απαράδεκτος.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ απορρίφθηκε διότι, με βάση τις ανελέγκτως δεκτές παραδοχές (μη ύπαρξη δόλου, μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, εισοδήματα περίπου ... ευρώ, ανεργία συζύγου από ...-2013, βιοτικές ανάγκες ... – 1....0 ευρώ, συνολικές οφειλές ... ευρώ), το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010. Ο ισχυρισμός του πιστωτή περί δόλιας περιέλευσης κρίθηκε απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν προβλήθηκαν ειδικά περιστατικά κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, και πάντως απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, διότι ήταν αλυσιτελής: η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κατήργησε τον συμφωνημένο τρόπο καταβολής μέσω εκχώρησης μισθού κατά το άρθρο 62 ν. 2214/1994 και τα άρθρα 455 επ. ΑΚ, αλλά, εφαρμόζοντας τα άρθρα 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, αναπροσάρμοσε μόνο το ύψος των μηνιαίων δόσεων που θα παρακρατούνται από τις αποδοχές της οφειλέτριας. Ως συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Δεν επιδικάσθηκε δικαστική δαπάνη: δεν εφαρμόζεται το άρθρο 746 ΚΠολΔ λόγω της ειδικότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ.6 εδάφ. β` ν. 3869/2010, κατά το οποίο δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, ρύθμιση εφαρμοστέα και στην αναιρετική δίκη.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει, την, από ...-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2022), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. .../2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΑΠ 802/2021

Πτωχευτικό Δίκαιο2021Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 90.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Προϊστορία: Σύμβαση στεγαστικού δανείου, εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης 122.083 ευρώ στην κύρια κατοικία των οφειλετών. - Δομή μερών: Οφειλέτες είναι σύζυγοι· ο οφειλέτης εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος, η οφειλέτρια είναι άνεργη μετά από απόλυση το 2016. - Νομική σχέση: Στεγαστικό δάνειο προς τους δύο οφειλέτες, μοναδικός πιστωτής η τράπεζα. - Χρονολόγιο και αίτια αδυναμίας: Προοδευτική μείωση οικογενειακών εισοδημάτων λόγω οικονομικής κρίσης· επίσχεση εργασίας και ανεργία της οφειλέτριας, με παύση επιδόματος ΟΑΕΔ· αύξηση κόστους ζωής και γέννηση δεύτερου τέκνου. - Περιουσία: Κύρια κατοικία διαμέρισμα 80,50 τ.μ. στην Καλλιθέα, συγκυριότητα 50% εκάστου· αντικειμενική αξία ιδανικού μεριδίου εκάστου 38.253,60 ευρώ· ΙΧΕ NISSAN ALMERA 1.500 cc, πρώτης κυκλοφορίας 2005. - Οικονομικά στοιχεία: Δηλωθέντα εισοδήματα οφειλέτη 2010–2016: 14.006,54, 6.938,62, 12.554,70, 12.193,28, 11.539,27 ευρώ· της οφειλέτριας αντίστοιχα: 15.013,87, 15.332,24, 0, 9.240,73, 5.324,74 ευρώ· τρέχων καθαρός μισθός οφειλέτη ~820 ευρώ. - Οφειλές: Εκάτερος οφείλει 56.559,05 ευρώ από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου. - Ρύθμιση: Μηνιαίες καταβολές 20 ευρώ εκάστου για 5 έτη· περίοδος χάριτος 5 έτη· για διάσωση κατοικίας 63,75 ευρώ/μήνα εκάστου για 20 έτη, συνολικά 15.301,44 ευρώ (40% της αντικειμενικής αξίας του μεριδίου).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 9 § 2 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4161/2013, ορίζει ότι για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας, με δυνατότητα περιόδου χάριτος και χωρίς ανατοκισμό, ενώ οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι ικανοποιούνται προνομιακά. Τα κριτήρια για το ύψος των μηνιαίων καταβολών συνάγονται συστηματικά από το άρθρο 8 § 5 Ν. 3869/2010 (ανεργία, υγεία, ανεπαρκές εισόδημα κ.λπ.), εφαρμόζονται δε σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του άρθρου 8 § 2. Κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται αναίρεση για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, η οποία κρίνεται με βάση τα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), ενώ το δικαστήριο αναιρετικού ελέγχου επισκοπεί τη δικογραφία (άρθρο 562 αρ.2 ΚΠολΔ). Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών είχε δεχθεί ότι οι οφειλέτες σύζυγοι, γονείς δύο ανηλίκων, έχουν μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο την κύρια κατοικία τους (διαμέρισμα 80,50 τ.μ., συγκυριότητα 50% εκάστου, αξία μεριδίου 38.253,60 ευρώ) και ο καθένας οφείλει 56.559,05 ευρώ από στεγαστικό δάνειο με προσημείωση 122.083 ευρώ. Ο οφειλέτης εργάζεται με καθαρό μισθό ~820 ευρώ, η οφειλέτρια είναι άνεργη μετά το 2016· τα οικογενειακά εισοδήματα μειώθηκαν σημαντικά από το 2011 λόγω κρίσης και ανεργίας. Έκρινε εύλογες δαπάνες διαβίωσης περίπου 1.000 ευρώ και όρισε: καταβολές 20 ευρώ μηνιαίως εκάστου για 5 έτη (άρθρο 8 § 2) και, για διάσωση της κατοικίας, μετά 5ετή περίοδο χάριτος, 63,75 ευρώ μηνιαίως εκάστου επί 20 έτη (σύνολο 15.301,44 ευρώ = 40% της αξίας του μεριδίου), συνεκτιμώντας εξαιρετικούς λόγους. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε τον μοναδικό λόγο αναίρεσης της τράπεζας και διαπίστωσε ότι η διατύπωση «μέχρι και στο 80%» θέτει ανώτατο και όχι κατώτατο όριο, επιτρέποντας καθορισμό χαμηλότερου ποσοστού όταν τα κριτήρια του άρθρου 8 συνεκτιμώνται. Έκρινε ότι το δικαστήριο της ουσίας ορθά προέταξε τη ρύθμιση του άρθρου 8 § 2, συνεκτίμησε εισοδήματα και βιοτικές ανάγκες, αναγνώρισε εξαιρετικούς λόγους και καθόρισε οφειλές κάτω του 80%. Η αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 9 § 2 απορρίφθηκε, διότι δεν συντρέχει παραβίαση ουσιαστικού δικαίου κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η φράση του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 «μέχρι και στο 80% της αντικειμενικής αξίας» θεσπίζει ανώτατο όριο, επιτρέποντας τον καθορισμό χαμηλότερου ποσοστού, και ότι η ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 εφαρμόζεται σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 και τα κριτήρια της παρ. 5 του άρθρου 8, τα οποία επιβάλλεται να συνεκτιμηθούν (εισοδήματα, εύλογες δαπάνες διαβίωσης, ανεργία κ.λπ.). Με βάση τις ανελέγκτως δεκτές παραδοχές (οφειλή 56.559,05 ευρώ εκάστου, αξία μεριδίου κατοικίας 38.253,60 ευρώ, τεκμηριωμένη οικονομική αδυναμία, τετραμελής οικογένεια), ο καθορισμός ποσού 15.301,44 ευρώ (40% της αντικειμενικής αξίας μεριδίου) ανά οφειλέτη, με μηνιαίες δόσεις 63,75 ευρώ επί 20 έτη μετά από 5ετή περίοδο χάριτος και προγενέστερες καταβολές 20 ευρώ/μήνα επί 5 έτη, συνιστά ορθή εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 2. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της τράπεζας από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ. Βδ’ ΚΠολΔ). Δεν επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη λόγω της ειδικής ρύθμισης της εκουσίας δικαιοδοσίας των υποθέσεων του Ν. 3869/2010 (άρθρο 3 εδ. β’ Ν. 3869/2010) και της πρόβλεψης του άρθρου 8 παρ.6 εδ. β’ Ν. 3869/2010 («δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»), που κατισχύει του άρθρου 746 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 14.02.2019 (αρ.κατ. 23/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 13133/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας). ΚΑΙ Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα Τράπεζα κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΑΠ 761/2025

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 90.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Προηγούμενη πορεία: Ο αιτών υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στον Ν. 3869/2010. Το Ειρηνοδικείο την απέρριψε κατ’ ουσίαν, ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο (ως Εφετείο) την έκανε εν μέρει δεκτή, ρύθμισε τα χρέη και εξαίρεσε την κύρια κατοικία. - Δομή διαδίκων: Αναιρεσείουσα τράπεζα· αναιρεσίβλητος ο αιτών οφειλέτης. - Νομική σχέση: Στεγαστικό δάνειο με προσημείωση υποθήκης επί κύριας κατοικίας. Μεταβίβαση απαίτησης σε εταιρεία ειδικού σκοπού και διαχείριση από εταιρεία διαχείρισης· εξώδικη πρόσκληση 13-05-2013 από την εταιρεία ειδικού σκοπού. - Χρονολόγιο πριν τη δίκη: Ο αιτών διατηρούσε ατομική επιχείρηση από 12-09-2001 έως 25-09-2012· από 23-11-2012 εγγράφηκε άνεργος και παραμένει μακροχρόνια άνεργος. Η σύζυγος εργάζεται από 04-12-2016 με μερική απασχόληση (μεικτά 322,356· καθαρά 270,776). Έλαβε επιδότηση ΟΑΕΔ (11,406 ημερησίως για 12-04-2013 έως 11-01-2014), ΚΕΑ, κοινωνικά τιμολόγια και κάρτα αλληλεγγύης. - Περιουσία: Κύρια κατοικία διαμέρισμα Ζ-1 75,58 τ.μ. στον 7ο όροφο, με αποκλειστική χρήση ανοικτής θέσης στάθμευσης Ρ-1 10,12 τ.μ., τμήμα δώματος 24 τ.μ., αποθήκη Υ-2 7 τ.μ. - Οφειλές και ποσά: Στεγαστικό δάνειο 140.000 ευρώ (04-07-2006), 396 δόσεις, μηνιαία δόση περίπου 400€, τελευταία ενήμερη δόση 381,406 (10%: 38,14). Προεξοφλήσεις 10.000 ευρώ στις 02/03-10-2007 και 10.000 ευρώ στις 02-04-2008 έως 07-04-2008. Από 01-2013 παύση πληρωμών. Βεβαίωση 11-04-2017: οφειλή 111.329,416 (103.797,526 κεφάλαιο, 6.463,64€ τόκοι, 1.068,25€ έξοδα). Συνολικές καταβολές περίπου 40.000€. Μηνιαίο κόστος διαβίωσης οικογένειας περίπου 800€. - Αιτία οικονομικής επιδείνωσης: Δραματική συρρίκνωση κύκλου εργασιών, διακοπή επιχείρησης 2012 και παρατεταμένη ανεργία του αιτούντος.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 68 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 556, 557 και 73 ΚΠολΔ, απαιτεί ενεργητική νομιμοποίηση και έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, τα οποία ο Άρειος Πάγος ερευνά και αυτεπαγγέλτως, ενώ κατά το άρθρο 577 §§ 1-2 ΚΠολΔ η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη αν λείπουν. Κατά το άρθρο 225 §§ 1-3 ΚΠολΔ, η ειδική διαδοχή επίδικου δικαιώματος μετά την εκκρεμοδικία δεν μεταβάλλει τη δίκη· μόνος νομιμοποιούμενος παραμένει ο αρχικός διάδικος, ενώ ο ειδικός διάδοχος παρεμβαίνει. Για τις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 225 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010, φυσικό πρόσωπο χωρίς πτωχευτική ικανότητα που περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση· την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Ο δόλος νοείται κατά τον ΑΚ 330 και ΠΚ 27 § 1, περιλαμβάνοντας και τον ενδεχόμενο δόλο, και μπορεί να είναι αρχικός ή μεταγενέστερος. Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης· το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ αποκλείει τον αναιρετικό έλεγχο της εκτίμησης αποδείξεων. Για το ορισμένο των λόγων απαιτείται στο αναιρετήριο παράθεση των πλήρων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης, όχι αποσπασματικά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο αιτών συνήψε στις 04-07-2006 στεγαστικό δάνειο 140.000 ευρώ, με μηνιαία δόση περίπου 400€, και εξυπηρετούσε κανονικά έως 12/2012, πραγματοποιώντας προεξοφλήσεις 10.000 ευρώ (02/03-10-2007) και 10.000 ευρώ (02-04-2008 έως 07-04-2008). Από 01-2013 επήλθε παύση πληρωμών· κατά 11-04-2017 η οφειλή ανερχόταν σε 111.329,416 (103.797,526 κεφάλαιο, 6.463,64€ τόκοι, 1.068,25€ έξοδα), με τελευταία ενήμερη δόση 381,406 (10%: 38,14). Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της τετραμελούς οικογένειας ήταν περίπου 800€. Ο αιτών διατηρούσε επιχείρηση έως 25-09-2012, οπότε τη διέκοψε λόγω κάμψης εργασιών, έκτοτε είναι μακροχρόνια άνεργος· η σύζυγος εργάζεται μερικώς αμειβόμενη. Διαπιστώθηκε ότι τα πραγματικά (και μη δηλωθέντα) εισοδήματα προ του 2012 επαρκούσαν για την εξυπηρέτηση του δανείου και τη διαβίωση, ενώ μετά τη διακοπή επήλθε ανυπαίτια μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Η ένσταση δόλου της τράπεζας απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η μεταβίβαση της απαίτησης μετά την κατάθεση της αίτησης του Ν. 3869/2010 δεν επηρέασε τη νομιμοποίηση: νομιμοποιούμενη παρέμεινε η αναιρεσείουσα τράπεζα, οπότε η ένσταση απαραδέκτου απορρίφθηκε. Οι προβαλλόμενοι λόγοι από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ ήταν απαράδεκτοι ως αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο παρατέθηκαν αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης. Περαιτέρω, και κατ’ ουσίαν, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010, παρείχε επαρκείς, σαφείς αιτιολογίες για την έλλειψη δόλου και τη μόνιμη αδυναμία πληρωμών και η απόφαση είχε νόμιμη βάση, χωρίς να πλήττεται η κύρια αιτιολογία της.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Κατόπιν τούτου, οι λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν προεχόντως ως αόριστοι και απαράδεκτοι, διότι στο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονταν οι πλήρεις, αλλά αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης. Σε κάθε περίπτωση κρίθηκαν και αβάσιμοι, αφού το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, θεμελιώνοντας την ανυπαίτια μόνιμη αδυναμία πληρωμών και απορρίπτοντας αιτιολογημένα την ένσταση δόλιας περιέλευσης. Ως προς τη νομιμοποίηση, απορρίφθηκε η ένσταση απαραδέκτου της αναίρεσης λόγω μεταβίβασης της απαίτησης, διότι η μεταβίβαση έλαβε χώρα μετά την κατάθεση της αίτησης του Ν. 3869/2010 και, κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ, η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων. Για τα δικαστικά έξοδα, διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ δεν επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη, κατ’ άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ Ν. 3869/2010 («Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»), ρύθμιση που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 9-12-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΑΠ 1630/2025

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 90.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Προηγούμενες αποφάσεις: Το Ειρηνοδικείο Κέρκυρας με την 292/2017 δέχθηκε την αίτηση του οφειλέτη για υπαγωγή στον Ν. 3869/2010, ρύθμισε τις οφειλές του, ήρε οριστικώς την αυτόματη μηνιαία παρακράτηση από τη σύνταξή του και εξαίρεσε την κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Κατά της απόφασης άσκησε έφεση ο οφειλέτης μόνο ως προς δέσμευση εφάπαξ παροχής 46.157,45 ευρώ και ως προς την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας· οι πιστώτριες τράπεζες δεν άσκησαν ένδικα μέσα. - Δεσμός με Τ.Π.Κ.Δ.: Υφίστατο μηνιαία παρακράτηση από τη σύνταξη του οφειλέτη υπέρ του Τ.Π.Κ.Δ. και δέσμευση εφάπαξ αποζημίωσης 46.157,45 ευρώ. - Ρυθμίσεις δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου: Με την 1604/2019 ήρθη η μηνιαία παρακράτηση από τη σύνταξη και η δέσμευση της εφάπαξ αποζημίωσης 46.157,45 ευρώ, και ορίστηκαν μηνιαίες καταβολές προς Τ.Π.Κ.Δ. 265,18 ευρώ και 19,25 ευρώ για δύο δανειακές συμβάσεις (οφειλές 157.736,37 ευρώ και 11.449,27 ευρώ). Με την 29/2022 εξαιρέθηκε από εκποίηση η κύρια κατοικία, υποχρεώθηκε ο οφειλέτης να καταβάλει εφάπαξ 10.000,00 ευρώ στο Τ.Π.Κ.Δ., δόθηκε περίοδος χάριτος 12 μηνών και επιβλήθηκαν μηνιαίες δόσεις 152,41 ευρώ για 240 μήνες για ποσό 36.579,20 ευρώ, βάσει αντικειμενικής αξίας 58.224,00 ευρώ (80%: 46.579,20 ευρώ).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο μόνο μέσα στα όρια των παραπόνων της έφεσης και τυχόν πρόσθετων λόγων, κατά τη γενική αρχή της διαθέσεως του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ., ενώ ο εφεσίβλητος προτείνει ισχυρισμούς άμυνας κατ’ άρθρο 527 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. Ζητήματα που δεν προσβάλλονται με την έφεση δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως και δεσμεύουν λόγω δεδικασμένου. Λόγοι αναιρέσεως κατά κεφαλαίων μη μεταβιβασθέντων είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω, τα άρθρα 62 Ν. 2214/1994 και 455 Α.Κ. ρυθμίζουν την εκχώρηση μέρους αποδοχών/σύνταξης και εφάπαξ προς το Τ.Π.Δ. χάριν καταβολής, η οποία παραμένει ισχυρή· οι ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 (ιδίως άρθρα 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2) επιδρούν αναπροσαρμόζοντας το παρακρατούμενο ποσό ανάλογα με τις δυνατότητες του οφειλέτη, χωρίς να αίρουν την εκχώρηση. Ως προς την ερημοδικία των δύο τραπεζών, εφαρμόστηκε το άρθρο 576 Κ.Πολ.Δ. μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι η 292/2017 του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας έκανε δεκτή την αίτηση του οφειλέτη για υπαγωγή στον Ν. 3869/2010. Ο ίδιος άσκησε έφεση μόνο για: (α) δέσμευση υπέρ Τ.Π.Κ.Δ. εφάπαξ παροχής 46.157,45 ευρώ και (β) την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας· οι πιστώτριες δεν άσκησαν έφεση ή αντέφεση. Με την 1604/2019 ήρθη η μηνιαία παρακράτηση από τη σύνταξη και η δέσμευση της εφάπαξ αποζημίωσης 46.157,45 ευρώ και ορίστηκαν μηνιαίες καταβολές 265,18 ευρώ και 19,25 ευρώ προς Τ.Π.Κ.Δ. για οφειλές 157.736,37 ευρώ και 11.449,27 ευρώ. Με την 29/2022 εξαιρέθηκε η κύρια κατοικία, επιβλήθηκε εφάπαξ 10.000,00 ευρώ προς Τ.Π.Κ.Δ. και μηνιαίες δόσεις 152,41 ευρώ για 240 μήνες επί ποσού 36.579,20 ευρώ (80% επί αντικειμενικής 58.224,00 ευρώ). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως περί οικογενειακών-διατροφικών δεδομένων και δόλιας περιέλευσης και διαπίστωσε ότι άπτονται της κατ’ αρχήν συνδρομής των προϋποθέσεων υπαγωγής στον Ν. 3869/2010, κεφάλαιο που δεν μεταβιβάστηκε με την έφεση του οφειλέτη, συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι. Ως προς τον τρίτο λόγο, διαπίστωσε ότι το Εφετείο, αίροντας κάθε μηνιαία παρακράτηση από τη σύνταξη και την εφάπαξ παροχή υπέρ Τ.Π.Κ.Δ., εφάρμοσε εσφαλμένα τα άρθρα 62 Ν. 2214/1994, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 και 455, 460, 461 Α.Κ., διότι η εκχώρηση παραμένει ισχυρή και απλώς αναπροσαρμόζεται στο ποσό που ορίζει η ρύθμιση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, διότι η κρίση για τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής στον Ν. 3869/2010 δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης, αφού ο οφειλέτης προσέβαλε με την έφεσή του μόνο επιμέρους κεφάλαια (δέσμευση εφάπαξ 46.157,45 ευρώ και αντικειμενική αξία κύριας κατοικίας) και δεν υπήρξε έφεση/αντέφεση από τις πιστώτριες. Ως εκ τούτου, το Εφετείο δεσμευόταν από το δεδικασμένο της 292/2017 ως προς τη βασική υπαγωγή και δεν μπορούσε να ερευνήσει αντίθετους ισχυρισμούς, με συνέπεια οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι να είναι απαράδεκτοι (άρθρα 522, 106, 527 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ο τρίτος λόγος έγινε δεκτός: το Εφετείο, αίροντας πλήρως τη μηνιαία παρακράτηση από τη σύνταξη και την εφάπαξ αποζημίωση υπέρ του Τ.Π.Δ., παραβίασε τα άρθρα 62 Ν. 2214/1994, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 και 455, 460, 461 Α.Κ., διότι η εκχώρηση χάριν καταβολής παραμένει ισχυρή μετά τη ρύθμιση και απλώς αναπροσαρμόζεται ως προς το ποσό, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη. Κατά συνέπεια, η αναίρεση έγινε εν μέρει δεκτή, αναιρέθηκαν οι 1604/2019 και 29/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας (ως Εφετείου) κατά το αναφερόμενο μέρος και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κόστη: Δεν ορίστηκε παράβολο, επειδή το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται (άρθρον 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998). Δεν επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα, διότι στην ειδική διαδικασία του Ν. 3869/2010 υπερισχύει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ («Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»), μη εφαρμοζομένου του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί τις υπ' αριθμ. 1604/2019 και 29/2022 αποφάσεις του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά το αναφερόμενο, στο αιτιολογικό της παρούσας, μέρος. Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

ΑΠ 550/2018

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2018Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 90.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Υπόθεση υπαγωγής οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010. Διάδικοι: ο οφειλέτης και πιστωτικά ιδρύματα, με τη σύζυγό του συνοφειλέτρια σε δύο στεγαστικά. - Ο οφειλέτης, 54 ετών, έγγαμος, πατέρας δύο ενηλίκων φοιτητριών, μη έμπορος, εργάζεται ως καθηγητής φυσικής αγωγής. Η σύζυγος επίσης καθηγήτρια φυσικής αγωγής. - Μηνιαία εισοδήματα: ο οφειλέτης 1.440,77 ευρώ, η σύζυγος 1.210,12 ευρώ, σύνολο 2.650,89 ευρώ. Βιοτικές ανάγκες οικογένειας: περίπου 1.800 ευρώ/μήνα. Προ της κρίσης: συνολικά μηνιαία εισοδήματα 4.367 ευρώ (2010) και 3.518 ευρώ (2011). Έως το 2012 κατέβαλλαν περίπου 1.600 ευρώ/μήνα σε δόσεις. - Οφειλές (έτος 2012): 362.177,26 ευρώ (στεγαστικό σύμβαση 65000025… προς τράπεζα), 58.796,12 ευρώ (στεγαστικό 650000259895 προς τράπεζα), 5.400,40 ευρώ (πιστωτική κάρτα 479273029259… προς τράπεζα), 7.188,92 ευρώ (πιστωτική κάρτα 92/2011 προς τράπεζα), 6.149,95 ευρώ (πιστωτική κάρτα 499954300657… προς τράπεζα). Συνολικό ύψος οφειλών: 439.712,65 ευρώ. - Κύρια κατοικία: μονοκατοικία 201,62 τ.μ. με υπόγειο 156,74 τ.μ., συγκυριότητα 1/2 με τη σύζυγο, βαρυνόμενη με προσημειώσεις υποθήκης των δύο στεγαστικών. Αντικειμενική αξία 170.000 ευρώ (μερίδιο οφειλέτη 85.000 ευρώ). Για διάσωση απαιτείται καταβολή 70% της αξίας μεριδίου (59.500 ευρώ): μετά τετραετία καταβολών 18.381,75 ευρώ (382,95 x 48) απομένουν 41.118,25 ευρώ σε 240 δόσεις των 171,32 ευρώ, με όρους επιτοκίου όπως ορίστηκαν. Δυνατότητα καταβολής: 400 ευρώ/μήνα για 48 μήνες. Άλλα περιουσιακά: δύο Ι.Χ.Ε. (2003 1.400 κ.εκ. και 1995), μικρής αξίας, μη πρόσφορα προς εκποίηση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 573 § 1 και 576 § 2 Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπει τη συνέχιση της συζήτησης παρά την απουσία διαδίκου που κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010 καθιερώνει το δικαίωμα φυσικών προσώπων χωρίς πτωχευτική ικανότητα να ρυθμίσουν οφειλές και να απαλλαγούν, εφόσον έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής· την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Το άρθρο 8 § 1 και § 2 του ίδιου νομοθετήματος ορίζει ότι το δικαστήριο ελέγχει τις απαιτήσεις και, αν τα περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούν, καθορίζει μηνιαίες καταβολές τετραετίας, λαμβάνοντας υπόψη εισοδήματα, δυνατότητα συνεισφοράς συζύγου και βιοτικές ανάγκες. Κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται αναίρεση για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, ενώ κατά το άρθρο 560 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται αναίρεση όταν η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανυπαρξίας, αντιφάσεων ή ανεπάρκειας αιτιολογιών σε ουσιώδες ζήτημα. Κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ. η εκτίμηση αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο οφειλέτης και η σύζυγός του, αμφότεροι καθηγητές φυσικής αγωγής, είχαν σημερινό οικογενειακό εισόδημα 2.650,89 ευρώ και βιοτικές ανάγκες περίπου 1.800 ευρώ, με σημαντική μείωση αποδοχών από το 2010 (4.367 ευρώ) και το 2011 (3.518 ευρώ). Έως το 2012 εξυπηρετούσαν δάνεια με μηνιαίες καταβολές περίπου 1.600 ευρώ. Οι οφειλές ανέρχονταν συνολικά σε 439.712,65 ευρώ, αναλυόμενες σε δύο στεγαστικά και τρεις πιστωτικές κάρτες, με τη σύζυγο συνοφειλέτρια στα στεγαστικά. Η κύρια κατοικία ήταν μονοκατοικία 201,62 τ.μ. με υπόγειο 156,74 τ.μ., αξίας 170.000 ευρώ (μερίδιο οφειλέτη 85.000 ευρώ), βεβαρημένη με προσημειώσεις. Κρίθηκε δυνατό να καταβάλλει 400 ευρώ μηνιαίως για 48 μήνες και, για τη διάσωση της κατοικίας, να καταβληθεί το 70% της αξίας μεριδίου (59.500 ευρώ) με υπόλοιπο 41.118,25 ευρώ σε 240 δόσεις των 171,32 ευρώ, υπό τους όρους επιτοκίου που αναφέρονται. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε ότι οι παραδοχές του Εφετείου τεκμηριώνουν μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο, κατ’ άρθρα 1 § 1 και 8 § 2 ν. 3869/2010, και ότι η υπαγωγή στις ρυθμίσεις και ο καθορισμός καταβολών έγιναν με ορθή υπαγωγή. Διαπίστωσε ότι δεν υφίσταται παραβίαση ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1) ούτε έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 560 αριθμ. 6), διότι οι αιτιολογίες είναι σαφείς και επαρκείς. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί ελλείψεων ως προς χρόνους σύναψης δανείων, ύψη δόσεων και κινήσεις καρτών κρίθηκαν ως πλήττουσες την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 § 1), άρα αβάσιμες ή απαράδεκτες.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Σύμφωνα με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 για μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο, ενόψει του σημερινού οικογενειακού εισοδήματος 2.650,89 ευρώ, των βιοτικών αναγκών περίπου 1.800 ευρώ, της μείωσης αποδοχών από το 2010 και 2011 και του συνολικού ύψους οφειλών 439.712,65 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του ν. 3869/2010 και διέγνωσε τη δυνατότητα καταβολών 400 ευρώ μηνιαίως για 48 μήνες και τη ρύθμιση για τη διάσωση της κύριας κατοικίας. Επομένως, δεν συντρέχουν οι πλημμέλειες του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δικ., διότι δεν υπήρξε παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και οι αιτιολογίες είναι επαρκείς και συνεκτικές. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας (περί χρόνων σύναψης δανείων, ύψους δόσεων, κινήσεων καρτών και αναλυτικών δαπανών) απορρίφθηκαν διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και είναι ανέλεγκτες αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Κατόπιν αυτού, η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού. Δεν επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα, διότι στη διαδικασία του ν. 3869/2010 δεν εφαρμόζεται το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., αλλά η ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010 («Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 9.6.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2016 αίτηση για αναίρεση της 74/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΑΠ 692/2024

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 90.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Αναίρεση κατά της υπ’ αριθ. 12/2022 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της υπ’ αριθ. 181/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαμίας. - Δομή διαδίκων: Ο αιτών-οφειλέτης έναντι πολλών πιστωτών, μεταξύ των οποίων φορέας κοινωνικής ασφάλισης, δημόσια υπηρεσία απασχόλησης και δύο τράπεζες. - Νομικό πλαίσιο σχέσης: Αίτηση ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου (ν. 3869/2010), με επίκληση έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής, αίτημα εξαίρεσης κύριας κατοικίας και ρύθμισης με μηνιαίες καταβολές κατά τα άρθρα 8 §1-2 και 9 §2 ν. 3869/2010. - Προγενέστερη πορεία: Η αίτηση κατατέθηκε στις 13-10-2017. Το Ειρηνοδικείο απέρριψε ως μη νόμιμη την υπαγωγή των οφειλών προς τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης κρίνοντας αντισυνταγματική τη ρύθμιση, και απέρριψε κατ’ ουσίαν ως προς τους λοιπούς πιστωτές. Ο αιτών άσκησε έφεση. - Καθοριστικά στοιχεία: Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι οφειλές προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης υπάγονται στον ν. 3869/2010 και προστάτευσε την κύρια κατοικία. Η αντικειμενική αξία της κατοικίας ορίστηκε σε 28.822,50 ευρώ και επιβλήθηκε καταβολή 17.293,50 ευρώ (60% της αντικειμενικής), σε 240 μηνιαίες δόσεις των 72 ευρώ, εντόκως χωρίς ανατοκισμό, με επιτόκιο σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και αναφορά στις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ επιτρέπει αναίρεση κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων και πρωτοδικείων (σε εφέσεις κατ’ αυτών) μόνο για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υφίσταται όταν ο κανόνας δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμόσθηκε χωρίς να συνέτρεχαν ή κακώς ερμηνεύθηκε/υπεβλήθη τα πραγματικά περιστατικά. Κατά τα άρθρα 744 και 759 § 3 ΚΠολΔ, στην εκουσία δικαιοδοσία ισχύει ανακριτικό σύστημα και το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να συλλέγει αποδείξεις και να εφαρμόζει το ισχύον δίκαιο, μη δεσμευόμενο από το άρθρο 533 § 2 ΚΠολΔ· τούτο ισχύει και κατ’ έφεση. Η προστασία κύριας κατοικίας ρυθμίζεται από το άρθρο 9 § 2 ν. 3869/2010: μετά τον ν. 4346/2015 (άρθρο 14 § 11) και τον ν. 4549/2018 (άρθρο 62 § 2 και άρθρο 68 § 11), εφαρμόζονται οι νεότερες προϋποθέσεις και το σύστημα αποπληρωμής, με ειδικά εισοδηματικά/περιουσιακά κριτήρια και κανόνες διανομής (κατ’ αναλογική εφαρμογή άρθρων 974 επ. ΚΠολΔ). Ως προς την υπαγωγή οφειλών προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, το άρθρο 1 § 2 εδ. β’ περ. γ’ ν. 3869/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με την ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του ν. 4336/2015) εντάσσει τις σχετικές οφειλές στη ρύθμιση, με περιορισμούς που κρίνονται με βάση συνταγματικά κριτήρια (άρθρα 4 § 1 και 5, 22 § 5, 78 Συντ.). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι οι οφειλές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης υπάγονται στο ν. 3869/2010 και ότι η διάταξη του άρθρου 1 § 2 εδ. β’ περ. γ’ δεν είναι αντισυνταγματική. Για τη διάσωση της κύριας κατοικίας εφάρμοσε το άρθρο 9 § 2 ν. 3869/2010 όπως ίσχυε πριν από τις μεταρρυθμίσεις των ν. 4346/2015 και ν. 4549/2018. Έκρινε ότι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας είναι 28.822,50 ευρώ και όρισε καταβολή 17.293,50 ευρώ (60% της αντικειμενικής) σε διακόσιες σαράντα (240) μηνιαίες δόσεις των 72 ευρώ, εντόκως χωρίς ανατοκισμό, με επιτόκιο κατά το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και αναφορά στο επιτόκιο πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τον πρώτο λόγο και διαπίστωσε ότι η κρίση περί συνταγματικότητας της υπαγωγής των ασφαλιστικών οφειλών στην προστασία του ν. 3869/2010 συνάδει με το άρθρο 1 § 2 εδ. β’ περ. γ’ του νόμου και τις συνταγματικές διατάξεις, οπότε ο λόγος είναι αβάσιμος. Επί του δεύτερου λόγου, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αίτηση κατατέθηκε μετά την 1-1-2016 και ότι η εφετειακή απόφαση δημοσιεύθηκε μετά την 14-6-2018, καθώς και ότι στην εκουσία δικαιοδοσία δεν εφαρμόζεται το άρθρο 533 § 2 ΚΠολΔ, έκρινε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όφειλε να εφαρμόσει το άρθρο 9 § 2 ν. 3869/2010 όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4549/2018. Η μη εφαρμογή της νεότερης διάταξης συνιστά παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και καθιστά βάσιμο τον λόγο αναίρεσης ως προς το κεφάλαιο της διάσωσης της κύριας κατοικίας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. β’ περ. γ’ ν. 3869/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με την ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του ν. 4336/2015), κρίνοντας ότι η υπαγωγή οφειλών από ασφαλιστικές εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης στις ρυθμίσεις του νόμου συμβιβάζεται με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 78 του Συντάγματος, καθώς ο νομοθετικός περιορισμός θεσπίστηκε με αντικειμενικά κριτήρια και είναι πρόσφορος, αναγκαίος και ανάλογος για την επιδίωξη σκοπών δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ έγινε δεκτός, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα προϊσχύσασα εκδοχή του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, ενώ ήταν εφαρμοστέα η εκδοχή μετά τον ν. 4549/2018 (άρθρο 62 παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 11 και το άρθρο 14 παρ. 11 ν. 4346/2015), ενόψει ότι η αίτηση κατατέθηκε μετά την 1-1-2016 και η απόφαση του Εφετείου δημοσιεύθηκε μετά την 14-6-2018 και, επιπλέον, στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν εφαρμόζεται το άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά παραδοχή του λόγου αυτού, αναιρέθηκε η απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο περί διάσωσης της κύριας κατοικίας και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάστηκε: δεν εφαρμόσθηκε το άρθρο 746 ΚΠολΔ, διότι στην ειδική διαδικασία του ν. 3869/2010 ισχύει η ειδικότερη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β’ ν. 3869/2010 («Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»), η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί τη με αριθ. 12/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μόνο ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΑΠ 1050/2021

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2021Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 90.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Υπόθεση υπαγωγής οφειλέτη στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 με αίτημα ρύθμισης οφειλών και εξαίρεσης κύριας κατοικίας από ρευστοποίηση. - Πιστωτές περιλαμβάνουν ΝΠΔΔ που χορήγησε στεγαστικό δάνειο με συμφωνία εκχώρησης αποδοχών και λοιπές τραπεζικές εταιρείες. - Στεγαστικό δάνειο εξυπηρετούνταν με παρακράτηση/εκχώρηση μέρους μισθού/σύνταξης. Ο οφειλέτης είναι στρατιωτικός εν αποστρατεία (αντισμήναρχος), βαρύνεται με διατροφή συζύγου και υιού 25 ετών (φοιτητή), και αμφότεροι οι σύζυγοι είναι άνεργοι. - Ο οφειλέτης εισέπραξε εφάπαξ 74.695 ευρώ, από το οποίο κατέβαλε 46.645,69 ευρώ στον πιστωτή ΝΠΔΔ και 16.338,58 ευρώ στις λοιπές τράπεζες, απομένοντος υπολοίπου εφάπαξ 1.220 ευρώ. - Συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη: 153.663,35 ευρώ. Οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα: 1.220 ευρώ, ανεπαρκές για βασικές βιοτικές ανάγκες. - Κύρια κατοικία: 50% εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος στον συνοικισμό …, επιφάνειας 118,88 τ.μ., εξαιρέθηκε από εκποίηση. - Ρύθμιση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου: καταβολή 300 ευρώ/μήνα επί 4ετία συμμέτρως στους πιστωτές (119,96 ευρώ/μήνα προς το ΝΠΔΔ επί 4ετία) και, για τη διάσωση κύριας κατοικίας, 141,25 ευρώ/μήνα για 15 έτη μετά την τετραετή περίοδο χάριτος.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 ν. 3869/2010 (όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 85 παρ. Α1 ν. 3995/2011) θέτει το πλαίσιο υπαγωγής φυσικών προσώπων σε ρύθμιση οφειλών, εξαιρώντας περιοριστικά ορισμένες κατηγορίες (άρθρο 1 παρ. 2) και προβλέποντας συνολική ικανοποίηση πιστωτών (άρθρο 8 παρ. 2) και απαγόρευση δικαστικών εξόδων (άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β). Η εκχώρηση απολαβών υπέρ του ΤΠΔ (άρθρο 62 ν. 2214/1994 και άρθρο 25 παρ. 6 ν. 3867/2010) δεν συνιστά εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010. Κατά τα άρθρα 455 επ. ΑΚ, 3 ν. 2844/2000 και 10 ν. 3156/2003 (ιδίως παρ. 6, 8, 10, 14), η εκχώρηση/τιτλοποίηση απαιτήσεων απαιτεί καταχώριση και, για τη δίκη του ν. 3869/2010, γνωστοποίηση αντικλήτου (άρθρο 2 παρ. 5 ν. 3869/2010, άρθρο 11 παρ. 5 και 19 παρ. 2 ν. 4161/2013, άρθρο 142 ΚΠολΔ). Στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει το ανακριτικό σύστημα (άρθρα 744, 759 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ως προς την αναιρεσιμότητα, εφαρμόζονται τα άρθρα 560 αρ. 1 και 6, 561 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, ενώ η ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 ν. 3869/2010 υπερισχύει των γενικών για δαπάνες. Για το αναιρούμενο μέρος, το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ επιτρέπει την κράτηση και εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο αιτών, στρατιωτικός εν αποστρατεία, με συνολικές οφειλές 153.663,35 ευρώ, βαρυνόμενος με διατροφή συζύγου και υιού 25 ετών, με οικογενειακό εισόδημα 1.220 ευρώ, περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Από εφάπαξ 74.695 ευρώ κατέβαλε 46.645,69 ευρώ στο ΤΠΔ και 16.338,58 ευρώ σε λοιπές τράπεζες (υπόλοιπο 1.220 ευρώ). Εξαίρεσε την κύρια κατοικία (50% διαμερίσματος 118,88 τ.μ.) και όρισε καταβολές 300 ευρώ/μήνα για 4 έτη (119,96 ευρώ στο ΤΠΔ) και 141,25 ευρώ/μήνα για 15 έτη για διάσωση κατοικίας. Απέρριψε ένσταση τιτλοποίησης/εκχώρησης διότι δεν προσκομίστηκε το Παράρτημα Ι της σύμβασης πώλησης που θα κατονόμαζε τον αιτούντα. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι οφειλές από στεγαστικό δάνειο του ΤΠΔ υπάγονται στον ν. 3869/2010 και ότι η εκχώρηση μέρους αποδοχών δεν αποκλείει τη ρύθμιση, ιδίως όταν η ικανοποίηση των πιστωτών θίγει στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες. Η ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ορθώς απορρίφθηκε, αφού δεν αποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο δάνειο περιλαμβανόταν στο Παράρτημα της σύμβασης τιτλοποίησης ούτε είχε γνωστοποιηθεί αντίκλητος. Δεν υπήρχε υποχρέωση αυτεπάγγελτης συλλογής περαιτέρω αποδείξεων. Αντιθέτως, ως προς τα δικαστικά έξοδα, το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα το δίκαιο, καθόσον το άρθρο 8 παρ. 6 ν. 3869/2010 απαγορεύει επιδίκαση δαπάνης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο απέρριψε τους λόγους αναίρεσης ως προς την υπαγωγή της απαίτησης του ΤΠΔ στον ν. 3869/2010, κρίνοντας ότι οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια του ΤΠΔ υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 1 ν. 3869/2010, παρά την εκχώρηση αποδοχών (άρθρο 62 ν. 2214/1994, άρθρο 25 παρ. 6 ν. 3867/2010), όταν η εξυπηρέτηση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών. Επί της ένστασης έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης λόγω τιτλοποίησης, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η ένταξη του συγκεκριμένου δανείου στο Παράρτημα Ι της σύμβασης (άρθρα 455 ΑΚ, 3 ν. 2844/2000, 10 ν. 3156/2003) ούτε είχε γνωστοποιηθεί αντίκλητος κατά άρθρο 2 παρ. 5 ν. 3869/2010 (άρθρα 11 παρ. 5, 19 παρ. 2 ν. 4161/2013, 142 ΚΠολΔ), οπότε ο αρχικός πιστωτής νομιμοποιείται παθητικά. Οι αιτιάσεις περί ελλιπούς αυτεπάγγελτης απόδειξης απορρίφθηκαν υπό το ανακριτικό σύστημα (άρθρα 744, 759 παρ. 3 ΚΠολΔ). Αντιθέτως, έγινε δεκτός ο 3ος πρόσθετος λόγος: το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β ν. 3869/2010 επιδικάζοντας δικαστική δαπάνη. Κατ’ άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος κράτησε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος και διέταξε την απάλειψη της διάταξης περί δικαστικών εξόδων από την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν ορίστηκε παράβολο (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998) και δεν επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη λόγω της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 6 ν. 3869/2010.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ' αρ. 9040/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) κατά το μέρος αυτής, που αφορά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης. Διακρατεί την υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο. Διατάσσει την απάλειψη από την προσβαλλόμενη απόφαση της διάταξης αυτής περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ".

ΑΠ 488/2021

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2021Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 89.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Η υπόθεση αφορά αίτηση υπαγωγής σε ρύθμιση οφειλών φυσικού προσώπου χωρίς πτωχευτική ικανότητα (Ν. 3869/2010) και εξαίρεση κύριας κατοικίας από ρευστοποίηση. - Διαδικαστικά, η αναιρεσείουσα είναι η αιτούσα/εκκαλούσα· αναιρεσίβλητες είναι τρεις πιστώτριες τράπεζες. Η 1η και 2η δεν παρέστησαν στον Άρειο Πάγο. - Η αιτούσα είναι συνταξιούχος του Δημοσίου (γέννηση 1946) με μηνιαίο εισόδημα 1.067,59 ευρώ (δική της σύνταξη) και 360 ευρώ (σύνταξη θανόντος συζύγου), σύνολο 1.427,59 ευρώ. Μόνιμες δαπάνες διαβίωσης: 616 ευρώ/μήνα. Έχει παύσει να εξυπηρετεί τα δάνεια τουλάχιστον από το 2011. Είχε εξωδικαστικό διακανονισμό με τράπεζα για πιστωτική κάρτα 2.926,88 ευρώ με μηνιαία καταβολή 33 ευρώ. - Οφειλές: (1) προς Γενική Τράπεζα από πιστωτική κάρτα: 1.048,27 ευρώ· (2) προς Εμπορική Τράπεζα από πιστωτική κάρτα: 3.876,13 ευρώ· (3) προς Marfin Egnatia Bank: (α) πιστωτική κάρτα: 3.920,17 ευρώ, (β) καταναλωτικό δάνειο: 87.129,46 ευρώ (ως εγγυήτρια, πρωτοφειλέτρια η θυγατέρα, με προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία), (γ) στεγαστικό δάνειο: 43.668,02 ευρώ (ως εγγυήτρια, με προσημείωση στην κατοικία)· (4) προς Τράπεζα Eurobank από καταναλωτικό: 35.731,40 ευρώ· (5) προς Alpha Τράπεζα: (α) καταναλωτικό: 21.005,74 ευρώ, (β) καταναλωτικό: 27.465,02 ευρώ. Σύνολο: 223.949,92 ευρώ. - Περιουσία: δικαίωμα επικαρπίας 10/16 εξ αδιαιρέτου επί διαμερίσματος Δ-1, 4ου ορόφου, 96 τ.μ., στην Αθήνα, κύρια κατοικία της (και της θυγατέρας). Αντικειμενική αξία της επικαρπίας: 24.840 ευρώ (ΕΝΦΙΑ 2014). Εμπορική αξία όλου ακινήτου κατά τον χρόνο χορήγησης δανείων: 150.000 ευρώ. - Προ της αναίρεσης, το Εφετείο όρισε μηνιαίες καταβολές 811,59 ευρώ επί 4ετία και για τη διάσωση της κύριας κατοικίας καταβολές επί 10ετία: 599,80 ευρώ και 300,61 ευρώ, βάσει 85% της εμπορικής αξίας 150.000 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 9 § 2 Ν. 3869/2010, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 85 § 5 Ν. 3996/2011 (προστασία και της επικαρπίας) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 § 1 Ν. 4161/2013, προβλέπει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση, με καταβολές που δύνανται να ανέρχονται έως το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας· οι ρυθμίσεις της 4ης έκδοσης (Ν. 4346/2015) δεν καταλαμβάνουν αιτήσεις κατατεθείσες έως 31-12-2015 (άρθρο 14 § 11 Ν. 4346/2015). Όταν ο οφειλέτης έχει επικαρπία, η καταβολή αφορά την αξία του δικαιώματος της επικαρπίας. Κατά το άρθρο 533 § 2 ΚΠολΔ, το εφετείο, κρίνoντας κατ’ ουσίαν μετά εξαφάνιση, εφαρμόζει τον νόμο που ισχύει κατά τη δημοσίευση της δικής του απόφασης. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικού κανόνα. Ως προς τη διαδικασία παράστασης, τα άρθρα 576 § 2 και 226 § 4 ΚΠολΔ ορίζουν ότι μετά από αναβολή, η εγγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση και, αν οι απόντες έχουν νομίμως κλητευθεί, η συζήτηση προχωρεί. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι η εκκαλούσα (γεν. 1946) είναι συνταξιούχος με μηνιαίο εισόδημα 1.427,59 ευρώ και αναγκαίες δαπάνες 616 ευρώ, με συνολικές οφειλές 223.949,92 ευρώ προς πέντε πιστώτριες (με αναλυτικά ποσά ανά σύμβαση), εκ των οποίων δύο εμπραγμάτως ασφαλισμένες λόγω προσημειώσεων. Διαπίστωσε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και όρισε καταβολές 811,59 ευρώ μηνιαίως επί τετραετία (άρθρο 8 § 2 Ν. 3869/2010). Ως προς την κύρια κατοικία, στην οποία η εκκαλούσα έχει επικαρπία 10/16 σε διαμέρισμα 96 τ.μ., με αντικειμενική αξία επικαρπίας 24.840 ευρώ (ΕΝΦΙΑ 2014) και εμπορική αξία όλου ακινήτου 150.000 ευρώ, έκανε δεκτή την εξαίρεση από εκποίηση και επέβαλε για 10 έτη μηνιαίες δόσεις 599,80 ευρώ και 300,61 ευρώ, υπολογίζοντας στο 85% της εμπορικής αξίας. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 9 § 2 Ν. 3869/2010 και διαπίστωσε ότι το εφετείο όφειλε, μετά την εξαφάνιση και ουσιαστική κρίση, να εφαρμόσει την έκδοση του νόμου που ίσχυε κατά τη δημοσίευση της απόφασής του (Ν. 4161/2013), ήτοι υπολογισμό έως 80% της αντικειμενικής αξίας και, επί επικαρπίας, επί της αξίας του δικαιώματος της επικαρπίας. Αντ’ αυτού υπολόγισε 85% της εμπορικής αξίας του πλήρους ακινήτου. Το σφάλμα αυτό συνιστά ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, οπότε ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίθηκε βάσιμος, ενώ ο δεύτερος, επικουρικός, κατέστη αλυσιτελής.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι το εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 9 § 2 Ν. 3869/2010 (όπως ισχύει μετά τον Ν. 4161/2013), διότι για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αναιρεσείουσας, η οποία έχει δικαίωμα επικαρπίας 10/16 εξ αδιαιρέτου, υπολόγισε μηνιαίες καταβολές με βάση το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου (150.000 ευρώ), αντί να υπολογίσει έως 80% της αντικειμενικής αξίας του δικαιώματος της επικαρπίας. Ενόψει της εξαφάνισης της πρωτόδικης και της κατ’ ουσίαν εκδίκασης, το εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τον νόμο που ίσχυε κατά τη δημοσίευση της δικής του απόφασης (άρθρο 533 § 2 ΚΠολΔ και άρθρο 14 § 11 Ν. 4346/2015). Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης έγινε δεκτός και η προσβαλλόμενη αναιρέθηκε κατά το κεφάλαιο καθορισμού της μηνιαίας δόσης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας· ο δεύτερος, επικουρικός λόγος, κρίθηκε αλυσιτελής. Η υπόθεση παραπέμφθηκε, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Δεν επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 § 6 εδ. β Ν. 3869/2010, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ' αρ. 4013/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά το μέρος αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. ΚΑΙ Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΑΠ 778/2022

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2022Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 89.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Υπόθεση υπαγωγής σε ρύθμιση οφειλών ν. 3869/2010, με αναίρεση κατά της υπ’ αριθμ. 275/2017 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας. - Διάδικοι: η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, φυσικό πρόσωπο – αιτών ρύθμιση οφειλών. - Ο αιτών ζήτησε ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τέσσερα πιστωτικά ιδρύματα, συνολικού ύψους 274.773,69 ευρώ, και εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από εκποίηση. - Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ρύθμισε τα χρέη με μηνιαίες καταβολές πενταετίας και εξαίρεσε την κύρια κατοικία, επιβάλλοντας για τη διάσωσή της μηνιαία καταβολή 495,61 ευρώ με έναρξη τεσσεράμισι έτη μετά τη δημοσίευση της απόφασης, χωρίς ανατοκισμό και με επιτόκιο όπως στο στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με το επιτόκιο ΠΚΑ της ΕΚΤ. - Η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι ο αιτών δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι είχε λάβει 11 τραπεζικά προϊόντα από τέσσερα πιστωτικά ιδρύματα (2 στεγαστικά συνολικά 140.000 ευρώ και 9 καταναλωτικά συνολικά 130.000 ευρώ), ότι το οικογενειακό εισόδημα προερχόταν κυρίως από μισθό και ότι διέθεσε 170.000 ευρώ για ανακαίνιση και επίπλωση κατοικίας. - Λοιπά ακίνητα του αιτούντος: οικόπεδο 981 τ.μ. με ισόγεια αποθήκη 50 τ.μ. (αντικειμενική αξία 11.819,70 ευρώ) και δύο αγροτεμάχια με ποσοστά συγκυριότητας 12,5% και 62,5% (αντικειμενικές αξίες μεριδίων 4.358,88 και 6.069,06 ευρώ). Στο οικόπεδο έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της αναιρεσείουσας στις 25-5-2012 για 76.320 ευρώ. - Τα ανωτέρω λοιπά ακίνητα κρίθηκαν μη ρευστοποιήσιμα λόγω μικρών αξιών, θέσης, καθεστώτος συνιδιοκτησίας και βάρους που εξασφαλίζει απαίτηση πολλαπλάσια της αξίας.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010 απαιτεί ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, με τον δόλο να νοείται κατά τους γενικούς κανόνες (άρθρο 330 ΑΚ και άρθρο 27 § 1 ΠΚ) και να μπορεί να είναι αρχικός ή μεταγενέστερος. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής και ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται ορισμένα (άρθρο 262 ΚΠολΔ), με ειδική αναφορά στα τραπεζικά προϊόντα, στο αρχικό και τελικό ύψος τους, στον χρόνο λήψης, στις οικονομικές δυνατότητες (ή ευλόγως αναμενόμενες) του οφειλέτη και στην πρόβλεψη/αποδοχή της αδυναμίας πληρωμής. Κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται παράβαση ουσιαστικού δικαίου, ενώ το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ (σε συνάφεια με το άρθρο 93 § 3 Συντ.) ιδρύει λόγο για έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογιών. Το άρθρο 9 § 1 ν. 3869/2010 προϋποθέτει ρευστοποιήσιμη περιουσία και αναγκαιότητα εκποίησης, με κριτήρια αγοραστικού ενδιαφέροντος και ουσιώδους καθαρού προϊόντος. Η εκτίμηση αποδείξεων είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) και, αν το διατακτικό είναι ορθό αλλά η αιτιολογία εσφαλμένη, η αναίρεση απορρίπτεται (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο αιτών ζήτησε ρύθμιση οφειλών συνολικού ύψους 274.773,69 ευρώ και εξαίρεση της κύριας κατοικίας. Ρύθμισε τα χρέη με μηνιαίες καταβολές επί πενταετία και όρισε για τη διάσωση της κύριας κατοικίας μηνιαία καταβολή 495,61 ευρώ, χωρίς ανατοκισμό και με επιτόκιο όπως στο στατιστικό δελτίο της ΤτΕ, αναπροσαρμοζόμενο με το επιτόκιο ΠΚΑ της ΕΚΤ. Απέρριψε ως αόριστη την ένσταση δόλου της τράπεζας. Ως προς λοιπά ακίνητα του οφειλέτη: οικόπεδο 981 τ.μ. με ισόγεια αποθήκη 50 τ.μ. (αντικειμενική αξία 11.819,70 ευρώ) και με προσημείωση 76.320 ευρώ, και δύο αγροτεμάχια με ποσοστά 12,5% και 62,5% (με αντικειμενικές αξίες 4.358,88 και 6.069,06 ευρώ). Έκρινε ότι δεν είναι ρευστοποιήσιμα λόγω μικρών αξιών, θέσης, συνιδιοκτησίας και του βάρους στο οικόπεδο. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, παρότι η εφετειακή αιτιολογία απαιτούσε αχρείαστα πρόσθετα στοιχεία (όπως εξαπάτηση), το διατακτικό περί απαραδέκτου της ένστασης δόλου ήταν ορθό, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιόρισε τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία (αρχικό/τελικό ύψος κάθε προϊόντος, χρόνο λήψης, εισοδήματα, δαπάνες, ύψος δόσεων), ώστε να θεμελιωθεί ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τον χαρακτηρισμό των λοιπών ακινήτων ως μη ρευστοποιήσιμων, έκρινε ότι η απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες υπό το άρθρο 9 § 1 ν. 3869/2010, και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας πλήττουν απαράδεκτα την εκτίμηση αποδείξεων.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρίφθηκε κατ’ άρθρο 578 ΚΠολΔ: το Εφετείο εσφαλμένα απαίτησε πρόσθετα στοιχεία για τη δολιότητα, όμως το διατακτικό του ήταν ορθό, διότι η ένσταση δόλου της αναιρεσείουσας ήταν αόριστη, χωρίς προσδιορισμό για κάθε τραπεζικό προϊόν του αρχικού και τελικού ύψους, του χρόνου σύναψης, των τότε εισοδημάτων, των δαπανών και της μηνιαίας δόσης, ώστε να θεμελιωθεί πρόβλεψη και αποδοχή της αδυναμίας πληρωμών. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ απορρίφθηκε ως αβάσιμος: η αναιρεσιβαλλόμενη περιέχει πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες για τον χαρακτηρισμό των λοιπών ακινήτων ως μη ρευστοποιήσιμων κατά το άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 (περιγραφή, θέση, ποσοστά συγκυριότητας, αντικειμενικές αξίες, ύπαρξη προσημείωσης), ενώ τα παράπονα της αναιρεσείουσας ανάγονται σε ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ως προς τα δικαστικά έξοδα και το παράβολο: διατάχθηκε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε` ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και ισχύει κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015). Δεν επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη, διότι στη διαδικασία του ν. 3869/2010 υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδάφ. β` ν. 3869/2010 έναντι του άρθρου 746 ΚΠολΔ (βλ. και άρθρο 3 εδάφ. β` ν. 3869/2010).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 26/11/2019 αίτηση αναίρεσης της υπ` αριθμ. 275/2017 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΑΠ 1477/2025

Πτωχευτικό Δίκαιο · Αναγκαστική Εκτέλεση2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 89.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Η υπόθεση αφορά αίτηση υπαγωγής σε ρύθμιση οφειλών κατά Ν. 3869/2010, με αντικείμενο και την εξαίρεση κύριας κατοικίας από εκποίηση, και εκδόθηκε κατ’ έφεση από το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. - Διάδικοι είναι οι αιτούντες (ζεύγος) και πιστωτές τους, μεταξύ των οποίων το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δύο τράπεζες και το Ελληνικό Δημόσιο. - Ο αιτών έχει αποκλειστική κυριότητα σε οικόπεδο με διώροφη κατοικία με υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, εμβαδού 50, 115 και 115 τ.μ., ανεγερθείσα το 2007, στο Καστράκι Ευπαλίου Δωρίδας (περί τα 6 χλμ από Ναύπακτο και πλησίον παραθαλάσσιων οικισμών). Η κατοικία αποτελεί κύρια κατοικία της οικογένειας των αιτούντων. Η εμπορική αξία κρίθηκε 100.000 ευρώ, με εκτιμώμενα έξοδα εκτέλεσης 5.000 ευρώ, αφήνοντας 95.000 ευρώ ως υποχρεωτικό αντάλλαγμα διάσωσης. - Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όρισε: (α) ρύθμιση με μηνιαίες καταβολές για τρία έτη συνολικά 184,45 ευρώ, διανεμόμενα: 67,41 ευρώ στην ALPHA, 97 ευρώ στη Eurobank και 20 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων· (β) εξαίρεση κύριας κατοικίας με μηνιαία δόση 395,83 ευρώ επί 240 μήνες, έντοκα χωρίς ανατοκισμό, με επιτόκιο μέσου στεγαστικού με κυμαινόμενο επιτόκιο κατά το στατιστικό δελτίο Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο ΠΚΑ ΕΚΤ· (γ) διανομή της δόσης 395,83 ευρώ: 90% (356,24 ευρώ) στην Eurobank ως έχουσα ειδικό προνόμιο και το υπόλοιπο 39,59 ευρώ συμμέτρως στους ανέγγυους πιστωτές. Η έναρξη της δόσης των 395,83 ευρώ τέθηκε τον Απρίλιο 2024, μετά τη λήξη της ρύθμισης του άρθρου 8 και την ολοκλήρωση σπουδών της ενήλικης κόρης των αιτούντων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 576 § 1-3 ΚΠολΔ ορίζει τον έλεγχο κλήτευσης σε περίπτωση ερημοδικίας στη συζήτηση αναιρέσεως και τη συνέχιση της δίκης αν ο απόντας διάδικος έχει νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί. Το άρθρο 14 Ν. 3869/2010 αποκλείει την ανακοπή ερημοδικίας στις αποφάσεις εκουσίας δικαιοδοσίας του νόμου αυτού. Το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ θεμελιώνει λόγο αναίρεσης για παράβαση ουσιαστικού δικαίου. Για τη διανομή καταβολών της διάσωσης κύριας κατοικίας, εφαρμόζεται το άρθρο 9 § 2 Ν. 3869/2010, με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. ΚΠολΔ. Τα άρθρα 975, 977 και 1007 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 ΚΕΔΕ και το άρθρο 63 Ν. 2214/1994, καθορίζουν τα προνόμια του Δημοσίου, τα οποία απολαμβάνει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Κατά το άρθρο 62 Ν. 2214/1994 και το άρθρο 455 ΑΚ, η εκχώρηση μισθού υπέρ του ΤΠΔ είναι έγκυρη ως τρόπος εξυπηρέτησης του δανείου· το πλαίσιο του Ν. 3869/2010 επιτρέπει την αναπροσαρμογή του ύψους της δόσης χωρίς κατάργηση του τρόπου καταβολής μέσω παρακράτησης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, δικάσαν ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο αιτών κατέχει ως κύρια κατοικία διώροφη οικία με υπόγειο στο Καστράκι Ευπαλίου (50, 115, 115 τ.μ., κατασκευή 2007), αξίας 100.000 ευρώ, με έξοδα εκτέλεσης 5.000 ευρώ, προσδιορίζοντας αντάλλαγμα διάσωσης 95.000 ευρώ σε 20 έτη, με μηνιαία δόση 395,83 ευρώ έντοκα χωρίς ανατοκισμό. Διένειμε 90% της δόσης (356,24 ευρώ) στη Eurobank ως ειδικώς προνομιούχο και 39,59 ευρώ συμμέτρως στους ανέγγυους πιστωτές. Προηγουμένως ρύθμισε χρέη με μηνιαίες καταβολές 184,45 ευρώ επί τριετία, διανέμοντας 67,41 ευρώ στην ALPHA, 97 ευρώ στη Eurobank και 20 ευρώ στο ΤΠΔ. Κατέταξε το ΤΠΔ εντός του 10% των ανέγγυων απαιτήσεων. Εφαρμόζοντας τα ως άνω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε αυτεπαγγέλτως την κλήτευση των απολιπόμενων πιστωτριών και, διαπιστώνοντας νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση, προχώρησε στη συζήτηση. Διαπίστωσε ότι, κατά τη διανομή της δόσης της διάσωσης, το δικαστήριο της ουσίας παρέβλεψε τα γενικά προνόμια του ΤΠΔ, το οποίο απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου, και εσφαλμένα το κατέταξε μεταξύ των ανέγγυων για το 10%. Ως προς τον ισχυρισμό περί κατάργησης της εκχώρησης μισθού, έκρινε ότι η απόφαση της ουσίας απλώς αναπροσάρμοσε το ύψος της μηνιαίας δόσης δυνάμει των άρθρων 8 § 2 και 9 § 2 Ν. 3869/2010, χωρίς να μεταβάλει τον τρόπο καταβολής μέσω παρακράτησης, οπότε ο σχετικός λόγος στηρίχθηκε σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ έγινε δεκτός, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διανομή των καταβολών της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 (συνολικό αντάλλαγμα 95.000 ευρώ, μηνιαία δόση 395,83 ευρώ), κατέταξε τις απαιτήσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων εντός του 10% των ανέγγυων, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 975, 977 και 1007 ΚΠολΔ και του άρθρου 61 ΚΕΔΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 63 Ν. 2214/1994, από τις οποίες προκύπτει ότι το ΤΠΔ απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου και οι απαιτήσεις του κατατάσσονται ως γενικώς προνομιούχες. Ο δεύτερος λόγος απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι στηρίχθηκε σε εσφαλμένη προϋπόθεση: το δικαστήριο της ουσίας δεν απέκλεισε την καταβολή μέσω παρακράτησης κατ’ άρθρο 62 Ν. 2214/1994, αλλά, στο πλαίσιο των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, αναπροσάρμοσε το ύψος της μηνιαίας δόσης προς το ΤΠΔ, διατηρώντας τον τρόπο καταβολής. Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναιρέσεως έγινε δεκτή εν μέρει: αναιρέθηκε η απόφαση ως προς το κεφάλαιο της κατάταξης του ΤΠΔ και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο, με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δεν ορίσθηκε παράβολο, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν υπέχει σχετική υποχρέωση (άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998). Δεν επιδικάσθηκαν δικαστικά έξοδα, διότι στην ειδική διαδικασία του Ν. 3869/2010 (άρθρο 3 εδ. β’) επικρατεί η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β’ («Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»), που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αντί του άρθρου 746 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 11/ΕΜ/2021 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. Και Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

ΑΠ 1850/2024

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 89.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Προηγούμενη πορεία: Η πρωτόδικη αίτηση υπαγωγής στον ν. 3869/2010 απορρίφθηκε· η έφεση απορρίφθηκε τελεσίδικα. - Δομή διαδίκων: Ο αιτών-οφειλέτης έναντι τριών πιστωτριών τραπεζών/φορέα· πρόσθετη παρέμβαση διαχειρίστριας απαιτήσεων υπέρ μιας πιστώτριας. - Οικογενειακή και εργασιακή κατάσταση: Ο οφειλέτης, γεννηθείς 1959, τέλεσε γάμο το 2004, λύση 2016· δύο τέκνα (γενν. 2004, 2006). Εργάζεται σε Κέντρο Υγείας με μηνιαίο μισθό 925,09 ευρώ και επιπλέον ως μουσικός με 200 ευρώ/μήνα. Καταβάλλει διατροφή 330 ευρώ/μήνα από 10-6-2016. - Εισοδήματα: Ετήσιο 2016: 11.709,52 ευρώ (μηνιαίο ~1.175,79 συν 200 ευρώ από μουσική). Οικογενειακά εισοδήματα 2006–2015: 26.505,76· 32.873,19 (1.574,39 σύζυγος, 31.298,80 ο ίδιος)· 40.836,02 (5.820,70 σύζυγος, 35.015,32 ο ίδιος)· 45.336 (2.797,20 σύζυγος, 42.539,78 ο ίδιος)· 40.913,73 (1.511,40 σύζυγος, 39.402,33 ο ίδιος)· 32.962,39 (1.511,40 σύζυγος, 31.450,99 ο ίδιος)· 17.461,99 (1.229,46 σύζυγος, 16.232,53 ο ίδιος)· 14.133,84 (1.229,26 σύζυγος, 12.904,58 ο ίδιος)· 11.869,26 (564,26 σύζυγος, 11.305 ο ίδιος)· φορολογικό 2014: 11.012,98 (0,16 σύζυγος, 11.012,82 ο ίδιος)· φορολογικό 2015: 11.112,13 (0 σύζυγος, 11.112,13 ο ίδιος). Κατά 2011 μέσο μηνιαίο οικογενειακό 1.455,16 ευρώ. - Περιουσία: Πλήρης κυριότητα κατά 50% σε αγροτεμάχιο 13.156,60 τ.μ. με διώροφη μονοκατοικία 101,44 τ.μ. στη Θέση "..." Κρύα Βρύση, Δ.Δ. Κηρίνθου, Δήμος Κηρέως (τίτλος ...-2006). Δήλωση επιπλέον αγροτεμαχίων: 33,33% από 12.623,50 τ.μ., 50% από 13.303 τ.μ., και 400 τ.μ., χωρίς προσκομισμένους τίτλους. - Οφειλές: Προς 1η τράπεζα: (α) σύμβαση δανείου υπόλοιπο 47.974,43 ευρώ (κεφ. 38.000, τόκοι 9.156,32), (β) στεγαστικό με προσημείωση 217.990,84 ευρώ (κεφ. 186.794,44, τόκοι 20.000,44, έξοδα 273,38), (γ) καταναλωτικό 234,61 ευρώ (κεφ. 218,34, τόκοι 15,86). Προς 2η τράπεζα: καταναλωτικό 509,23 ευρώ (κεφ. 362,48, τόκοι 146,75). Προς 3η πιστώτρια: δάνειο μικροεπισκευών 6.840,94 ευρώ (κεφ. 6.066,81, τόκοι υπερημερ. 497,62, επιπλέον υπερημερ. 276,51). - Προγενέστερες συμβάσεις: 18-10-2006 στεγαστικό 190.000 ευρώ· στις 29-6-2011 οφειλή 186.794,44 ευρώ. 2010 δάνειο 34.261,21 ευρώ για εξόφληση οφειλών καταναλωτικής πίστης. 2011 δάνειο 38.000 ευρώ για εξόφληση τριών προϊόντων (υπόλοιπα 34.266, 277, 967 ευρώ). Δόσεις περί τα 800–900 ευρώ/μήνα και συνολική διάρκεια 480 μηνών.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010 απαιτεί, για την υπαγωγή σε ρύθμιση, μόνιμη αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο, με το βάρος απόδειξης του δόλου στον πιστωτή. Κατά το άρθρο 330 ΑΚ και τη συναφή έννοια του άρθρου 27 § 1 ΠΚ, δόλος υπάρχει όταν ο οφειλέτης προβλέπει ως ενδεχόμενο την αδυναμία πληρωμών και αποδέχεται το αποτέλεσμα, ακόμη και μέσω υπερδανεισμού. Κατά το άρθρο 262 § 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των θεμελιωτικών περιστατικών. Σε αναιρετικό επίπεδο, το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύει λόγο για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης (έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια αιτιολογιών), σε συνάφεια με το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και το άρθρο 93 § 3 Συντ. Η εκτίμηση αποδείξεων δεν ελέγχεται (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Διαδικαστικά, εφαρμόζονται τα άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ και το άρθρο 14 ν. 3869/2010 (έφεση/αναίρεση), τα άρθρα 576 ΚΠολΔ (συζήτηση ερήμην), 76 § 1 περ. β’ ΚΠολΔ (αναγκαστική ομοδικία), 80, 752 § 2 και 246 ΚΠολΔ (πρόσθετη παρέμβαση/συνεκδίκαση), 553 § 1, 741, 769 και 564 § 3 ΚΠολΔ (παραδεκτό αναίρεσης). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο αιτών είναι διαζευγμένος με δύο ανήλικα τέκνα, εργάζεται με μηνιαίο μισθό 925,09 ευρώ και πρόσθετο εισόδημα 200 ευρώ, καταβάλλει διατροφή 330 ευρώ, και τα οικογενειακά εισοδήματα 2006–2015 κυμάνθηκαν στα αναφερόμενα ποσά, με μέσο μηνιαίο οικογενειακό κατά το 2011 ύψους 1.455,16 ευρώ. Κατέχει κατά 50% αγροτεμάχιο 13.156,60 τ.μ. με διώροφη οικία 101,44 τ.μ. και δήλωσε επιπλέον αγροτεμάχια χωρίς τίτλους. Οι οφειλές του προς τις πιστώτριες ανέρχονταν, μεταξύ άλλων, σε 217.990,84 ευρώ (στεγαστικό με προσημείωση), 47.974,43 ευρώ (τοκοχρεωλυτικό), 234,61 ευρώ και 509,23 ευρώ (καταναλωτικά), και 6.840,94 ευρώ (μικροεπισκευών). Είχε λάβει το 2006 στεγαστικό 190.000 ευρώ (οφειλή το 2011: 186.794,44 ευρώ), το 2010 δάνειο 34.261,21 ευρώ για εξόφληση καταναλωτικών και το 2011 δάνειο 38.000 ευρώ για ρύθμιση τριών προϊόντων. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι τα εισοδήματα δεν επαρκούσαν για δόσεις περίπου 800–900 ευρώ/μήνα και αξιοπρεπή διαβίωση, και ότι ο αιτών, προβλέποντας την αδυναμία, αποδέχθηκε τον υπερδανεισμό, συνιστώντας δόλο. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τον λόγο του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ και διαπίστωσε ότι η εφετειακή απόφαση περιέχει επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον δόλο, με συγκεκριμένα στοιχεία για εισοδήματα, οικογενειακή κατάσταση, ύψος δανείων, δόσεις και βιοτικές ανάγκες. Ως προς τον λόγο του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, έκρινε ότι η ένσταση της πιστώτριας περί δόλου είχε προταθεί παραδεκτά και ήταν ορισμένη, περιγράφοντας τα κρίσιμα περιστατικά χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση όλων των οικονομικών δεδομένων ή όλων των συμβάσεων. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις στόχευαν στην ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων και είναι απαράδεκτες, με συνέπεια την απόρριψη όλων των αναιρετικών λόγων.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτιολογίες της εφετειακής απόφασης ως προς την κατάγνωση δόλου του αιτούντος πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, καθώς παρατίθενται συγκεκριμένα και επαρκή περιστατικά για τα εισοδήματα, τις δανειακές υποχρεώσεις (217.990,84 ευρώ, 47.974,43 ευρώ, 6.840,94 ευρώ, 234,61 ευρώ, 509,23 ευρώ), τις δόσεις και τις βιοτικές ανάγκες, επιτρέποντας τον αναιρετικό έλεγχο· συνεπώς ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. Επίσης, ως προς τον λόγο του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διαπίστωσε ότι η ένσταση της πιστώτριας περί δόλου προτάθηκε παραδεκτά και ήταν ορισμένη κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ και το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, χωρίς να απαιτείται αναλυτική αναφορά όλων των οικονομικών στοιχείων ή των επί μέρους συμβάσεων· ο λόγος απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε στο σύνολό της. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, ενώ δεν επιδικάσθηκε δικαστική δαπάνη, διότι στη διαδικασία του ν. 3869/2010 εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β’ του ν. 3869/2010 (και όχι το άρθρο 746 του ΚΠολΔ), κατά το οποίο δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την, από ...-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. .../2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΑΠ 490/2021

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2021Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 89.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Υπόθεση υπαγωγής σε ρύθμιση οφειλών φυσικού προσώπου (Ν. 3869/2010) μετά από έφεση τραπεζικού πιστωτή και αναιρετική κρίση. - Διάδικοι: η αιτούσα – αναιρεσείουσα οφειλέτρια έναντι δύο πιστωτών (τράπεζα και ΝΠΔΔ – ΟΑΕΔ). Τρίτη τράπεζα δεν είχε πλέον απαίτηση. - Νομική σχέση: εγγύηση και κληρονομική διαδοχή σε καταναλωτικό δάνειο προς την τράπεζα· επισκευαστικό δάνειο από ΟΕΚ/ΟΑΕΔ με προσημείωση. - Προ της δίκης: ο σύζυγος απεβίωσε το 2011· η οφειλέτρια έμεινε άνεργη· οι δύο θυγατέρες σπουδάζουν και διαμένουν σε μίσθωση με μίσθωμα 220 ευρώ· η μία λαμβάνει 253 ευρώ από σύνταξη πατέρα. - Οφειλές: 17.757,40 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο (οφειλή της οφειλέτριας ως εγγυήτριας και κληρονόμου)· 7.245,09 ευρώ από επισκευαστικό δάνειο ΟΕΚ/ΟΑΕΔ· συνολικά 25.002,49 ευρώ. - Εισόδημα: σύνταξη χηρείας 1.025 ευρώ μηνιαίως, με μεταγενέστερη δήλωση διόρθωσης σε 715 ευρώ. - Περιουσία: κύρια κατοικία διαμέρισμα 103,15 τ.μ. με βοηθητικούς χώρους 14,40 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 50.034,38 ευρώ· αυτοκίνητο 1.100 κ.εκ. μικρής αξίας (~4.000 ευρώ) μη πρόσφορο προς εκποίηση. - Λόγοι οικονομικής αδυναμίας: θάνατος συζύγου, ανεργία, έξοδα σπουδών τέκνων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 8 § 2 Ν. 3869/2010 επιβάλλει, όταν τα περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούν, τον καθορισμό μηνιαίων καταβολών για 3–5 έτη, σταθμίζοντας εισοδήματα, συνεισφορά συζύγου και βιοτικές ανάγκες. Το άρθρο 8 § 5 Ν. 3869/2010 προβλέπει, σε εξαιρετικές περιστάσεις, μικρές ή μηδενικές καταβολές και δυνατότητα επαναπροσδιορισμού. Το άρθρο 9 § 2 Ν. 3869/2010 (όπως τροποπ. με άρθρο 17 § 1 Ν. 4161/2013) επιτρέπει εξαίρεση κύριας κατοικίας και ρύθμιση μέχρι 80% της αντικειμενικής αξίας, με δυνατότητα περιόδου χάριτος. Κατά τα άρθρα 560 αρ. 1 και 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναιρετικά ελέγχεται παραβίαση ουσιαστικού δικαίου ή έλλειψη νόμιμης βάσης/ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Τα άρθρα 744 και 759 § 3 ΚΠολΔ (ανακριτικό σύστημα) επιτρέπουν στο δικαστήριο να λαμβάνει αυτεπαγγέλτως κάθε πρόσφορο μέτρο και να συνεκτιμά μεταβολές και συμπληρώσεις της ιστορικής βάσης. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών είχε δεχθεί ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της αιτούσας ανέρχονται σε 25.002,49 ευρώ (17.757,40 ευρώ προς τράπεζα και 7.245,09 ευρώ προς ΟΑΕΔ). Το μηνιαίο εισόδημά της ήταν σύνταξη χηρείας 1.025 ευρώ και το κόστος διαβίωσης 700 ευρώ. Υποχρέωσε την αιτούσα σε μηνιαίες καταβολές άρθρου 8 § 2 ύψους 300 ευρώ για τριετία (10.800 ευρώ) και, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας αντικειμενικής αξίας 50.034,38 ευρώ, σε καταβολές άρθρου 9 § 2 με βάση το 80% (40.028 ευρώ), ορίζοντας δόση 167 ευρώ για 15 έτη (30.060 ευρώ) μετά την τριετία· πρώτα ικανοποιείται ο ΟΑΕΔ για 4.122 ευρώ και μετά η τράπεζα. Αγνόησε μεταγενέστερη δήλωση της αιτούσας περί μείωσης σύνταξης στα 715 ευρώ. Εφαρμόζοντας τους ανωτέρω κανόνες, ο Άρειος Πάγος διαπίστωσε ότι το δικαστήριο της ουσίας συνδύασε τις ρυθμίσεις των άρθρων 8 § 2 και 9 § 2 με τρόπο που οδηγεί σε συνολική καταβολή 40.860 ευρώ, υπερβαίνοντας το συνολικό χρέος 25.002,49 ευρώ, χωρίς σαφή αιτιολόγηση για το ποσό και τη διάρκεια των δόσεων. Περαιτέρω, δεν συνεκτιμήθηκαν, κατά το ανακριτικό σύστημα, τα επικαιροποιημένα οικονομικά στοιχεία (μείωση σύνταξης σε 715 ευρώ), κρίσιμα για τον καθορισμό των καταβολών και ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 8 § 5. Οι ελλείψεις συνιστούν ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 8 § 2, 8 § 5 και 9 § 2 Ν. 3869/2010 και έλλειψη νόμιμης βάσης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά της 2ης αναιρεσίβλητης (CREDICOM/PRAXIA BANK), διότι ουδείς αναιρετικός λόγος την αφορούσε και δεν υφίστατο έννομο συμφέρον έναντί της. Κατά τα λοιπά, έγιναν δεκτοί οι 1ος (σκέλη Α και Β), 2ος και 4ος λόγοι από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ: το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 § 2, 8 § 5 και 9 § 2 Ν. 3869/2010 (σε συνδυασμό με το άρθρο 2 § 1 Συντάγματος), διότι όρισε καταβολές 300 ευρώ/μήνα επί 3 έτη (10.800 ευρώ) και 167 ευρώ/μήνα επί 15 έτη (30.060 ευρώ) για την κύρια κατοικία βάσει του 80% της αντικειμενικής αξίας (40.028 ευρώ), με αποτέλεσμα το άθροισμα 40.860 ευρώ να υπερβαίνει τη συνολική οφειλή 25.002,49 ευρώ, και διέλαβε ασαφείς/ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς ποσά και διάρκεια. Επίσης, δεν ελήφθη υπόψη η επικαιροποιημένη δήλωση της αιτούσας περί μείωσης της σύνταξης στα 715 ευρώ, κρίσιμη για τον προσδιορισμό των καταβολών υπό το ανακριτικό σύστημα. Κατ’ αποτέλεσμα, αναιρέθηκε η υπ’ αρ. 1/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών κατά τα κεφάλαια των συνδυασμένων καταβολών των άρθρων 8 § 2 και 9 § 2 και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, για νέα κρίση (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Δεν επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα λόγω της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β Ν. 3869/2010.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 15-03-2019 (αρ.κατ.1/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία CREDICOM, ήδη μετονομασθείσα σε PRAXIA BANK. Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), κατά το μέρος της υπόθεσης, που αναφέρεται στο σκεπτικό . Παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί περαιτέρω, κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Και Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει αυτή καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΑΠ 2110/2025

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 89.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Προγενέστερη διαδικαστική κατάσταση: Εκδόθηκε η 559/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, μερικώς δεκτική αίτησης υπαγωγής σε ρύθμιση ν. 3869/2010 και εξαίρεσης κύριας κατοικίας. - Δομή διαδίκων: Ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς πτωχευτική ικανότητα· πιστώτριες είναι μία τράπεζα και ένα πιστωτικό ΝΠΔΔ. - Νομική σχέση: Χρηματοδοτήσεις μέσω πιστωτικής κάρτας και στεγαστικού δανείου· αίτημα υπαγωγής σε ρύθμιση οφειλών και διάσωση κύριας κατοικίας κατά ν. 3869/2010. - Πραγματικά περιστατικά πριν τη δίκη: Ο αιτών, δημοτικός υπάλληλος, έγγαμος (δεύτερος γάμος) με ένα ανήλικο τέκνο και ένα ενήλικο από προηγούμενο γάμο. Καθαρές μηνιαίες αποδοχές (Μάιος 2021) 1.144 ευρώ· η σύζυγος με μερική απασχόληση και καθαρές μηνιαίες αποδοχές 587,57 ευρώ. Δήλωσε ετήσια εισοδήματα: 2009: 18.394,89 ευρώ· 2010: 18.429,29 ευρώ· 2011: 17.763,40 ευρώ· 2012: 16.639,96 ευρώ· 2013 (οικ. 2014): 13.909,18 ευρώ· 2014 (φορολ.): 13.717,44 ευρώ· 2015: 15.289,63 ευρώ· 2016: 14.727,70 ευρώ· 2017: 15.366,96 ευρώ· 2018: 16.442,07 ευρώ· 2019: 17.309,03 ευρώ. Έλαβε έξοδα κίνησης από την υπηρεσία του: 2007: 3.900 ευρώ· 2008: 3.974,62 ευρώ· 2009: 4.820 ευρώ· 2010: 3.166,43 ευρώ· 2011: 2.920,19 ευρώ. Περιουσία: διαμέρισμα 50,99 τ.μ. στον Πειραιά (αντικειμενική αξία 36.330,38 ευρώ) ως κύρια κατοικία· αποθήκη 5,93 τ.μ. (718,27 ευρώ)· 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου 247 τ.μ. στη Σαλαμίνα (θέση «ΜΠΑΤΣΙ»)· Ι.Χ.Ε. 1.390 cc και δίκυκλο. Οφειλές κατά την κατάθεση: προς την πιστώτρια τράπεζα 1.385,92 ευρώ (πιστωτική κάρτα) και προς το πιστωτικό ΝΠΔΔ 116.769,15 ευρώ (στεγαστικό)· σύνολο 118.155,07 ευρώ. Λόγοι επιδείνωσης: αρνητική οικονομική συγκυρία με μείωση/καθήλωση μισθών και επιβάρυνση τόκων υπερημερίας. - Αποφασισθέντα ποσά ρύθμισης πρωτοδίκως: μηνιαίες καταβολές 180 ευρώ για 60 μήνες· για διάσωση κύριας κατοικίας καταβολή 80% αντικειμενικής αξίας (29.638,92 ευρώ) σε 240 δόσεις των 123,50 ευρώ, έντοκα χωρίς ανατοκισμό.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 577 § 1-2 ΚΠολΔ επιβάλλει προηγούμενο έλεγχο παραδεκτού της αναίρεσης, περιλαμβανομένου του εμπροθέσμου. Κατά τα άρθρα 553 § 1 και 321 ΚΠολΔ, αναίρεση ασκείται κατά τελεσίδικων αποφάσεων· η πρωτόδικη καθίσταται τελεσίδικη μετά την πάροδο της προθεσμίας έφεσης (άρθρο 518 § 1-2 ΚΠολΔ) ή παραίτηση, ενώ η προθεσμία αναίρεσης ηρεμεί όσο διαρκεί η έφεση (άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ). Το άρθρο 576 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 ΚΠολΔ ρυθμίζει τη συζήτηση ερήμην: αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νομίμως, η συζήτηση προχωρεί· επί ν. 3869/2010 υπάρχει αναγκαστική παθητική ομοδικία των πιστωτών (άρθρο 76 § 1 περ. β’ ΚΠολΔ). Το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010 απαιτεί μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών χωρίς δόλο, συναγόμενη από τη σχέση ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών. Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (όμοιο με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με το άρθρο 93 § 3 Συντ., αναίρεση επιτρέπεται όταν η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω παντελούς, αντιφατικής ή ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς ζητήματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης. Το Ειρηνοδικείο Πειραιώς είχε δεχθεί ότι ο αιτών, δημοτικός υπάλληλος, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.144 ευρώ και σύζυγο με 587,57 ευρώ, έχει κύρια κατοικία διαμέρισμα 50,99 τ.μ. (αντικειμενική αξία 36.330,38 ευρώ), αποθήκη 5,93 τ.μ. (718,27 ευρώ), 1/2 οικοπέδου 247 τ.μ. και οχήματα. Οι οφειλές του κατά την αίτηση ήταν 1.385,92 ευρώ προς την πιστώτρια τράπεζα (πιστωτική κάρτα) και 116.769,15 ευρώ προς το πιστωτικό ΝΠΔΔ (στεγαστικό), σύνολο 118.155,07 ευρώ. Έκρινε ότι υφίσταται μόνιμη αδυναμία πληρωμής και όρισε καταβολές 180 ευρώ για 60 μήνες (άρθρο 8 § 2) και, για διάσωση κύριας κατοικίας, το 80% της αντικειμενικής αξίας (29.638,92 ευρώ) σε 240 δόσεις των 123,50 ευρώ (άρθρο 9 § 2). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος διαπίστωσε: α) ότι, μετά την επίδοση της πρωτόδικης στις 31-3-2023, η προθεσμία έφεσης έληξε στις 2-5-2023 και της αναίρεσης στις 1-6-2023, οπότε η αναίρεση κατατέθηκε εμπροθέσμως στις 25-5-2023· β) ότι η απολειπόμενη πιστώτρια τράπεζα κλητεύθηκε νομίμως και η συζήτηση χωρεί κατ’ άρθρα 576, 226 § 4 και 575 ΚΠολΔ· και γ) ως προς την ουσία, ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν προσδιορίζει το ύψος της μηνιαίας δόσης των δανείων, ώστε να ελεγχθεί η σχέση ρευστότητας, οφειλών και βιοτικών αναγκών, με αποτέλεσμα ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος και έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ έγινε δεκτός διότι η αναιρεσιβαλλόμενη στερείται νόμιμης βάσης: δεν εκτίθεται το ύψος της μηνιαίας δόσης των δανείων, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3869/2010. Η πλημμέλεια συνιστά ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ουσιώδους για την έκβαση της δίκης. Ο δεύτερος λόγος παρέλκει ως αλυσιτελής. Κατόπιν τούτων, η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή, αναιρέθηκε η 559/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Δεν ορίστηκε διάταξη περί παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, ως Ν.Π.Δ.Δ., δεν υποχρεούται σε καταβολή παραβόλου. Δεν επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 εδ. β’ ν. 3869/2010 και του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β’ ν. 3869/2010, ως ειδικών ρυθμίσεων που αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ'αριθμ.559/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

ΑΠ 845/2025

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Οφειλέτης, γεννηθείς το 1976, έγγαμος με τρία τέκνα ηλικίας 15, 13 και 11 ετών, εργαζόμενος στο ΥΕΘΑ/ΓΕΣ με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 974,80 ευρώ. Σύζυγος δημόσια υπάλληλος στο Υπουργείο Περιβάλλοντος με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.258,26 ευρώ. Συνολικό οικογενειακό εισόδημα 2.233,06 ευρώ μηνιαίως. Οφειλές προς πιστωτές: α) προς Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων: 54.873,99 ευρώ από ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο (λογ. ...), 107.458,11 ευρώ από ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο (λογ. ...), 16.538,13 ευρώ από δάνειο μικροεπισκευών, β) προς τράπεζα: 1.642,45 ευρώ. Περιουσιακά στοιχεία: διαμέρισμα 120 τ.μ. στον Βύρωνα, έτους κατασκευής 1965, κυριότητας σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 46.777,50 ευρώ (του ποσοστού του), χρησιμοποιούμενο ως κύρια κατοικία, και αυτοκίνητο DACIA DUSTER 2011, αξίας 3.000 ευρώ. Περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής λόγω μειώσεων μισθών από το 2011 και μετά.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 προβλέπει ότι φυσικά πρόσωπα χωρίς πτωχευτική ικανότητα που περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών δικαιούνται ρύθμιση των οφειλών τους. Το άρθρο 8 παρ. 2 ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα εισοδήματα του οφειλέτη, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζει αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το οικογενειακό εισόδημα ανερχόταν σε 2.233,06 ευρώ μηνιαίως, οι δαπάνες διαβίωσης σε 1.200 ευρώ "περίπου", και οι μηνιαίες δόσεις δανείων σε 1.200 ευρώ "περίπου". Δέχθηκε ότι υφίσταται μόνιμη αδυναμία πληρωμής καθώς η εξόφληση των πιστωτών θα γινόταν σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών της οικογένειας. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια του νόμου, η χρήση της φράσης "περίπου" για τον προσδιορισμό των δαπανών και των δόσεων δημιούργησε ασάφεια ως προς το εάν υφίσταται πράγματι μόνιμη αδυναμία πληρωμής, καθώς από την αντιπαραβολή των ποσών θα μπορούσε να απομείνει υπόλοιπο 633,06 ευρώ για εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφή και ενδοιαστική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Ειδικότερα, η χρήση της φράσης "ανέρχονται στο ποσό 1.200 ευρώ περίπου" τόσο για τις δαπάνες διαβίωσης όσο και για τις μηνιαίες δόσεις των δανείων, δεν επιτρέπει σαφή κρίση ως προς το εάν ο οφειλέτης βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Από την αντιπαραβολή του καθαρού οικογενειακού εισοδήματος 2.233,06 ευρώ με τις δαπάνες διαβίωσης 1.200 ευρώ και τις καταβολές 400 ευρώ (200 ευρώ του οφειλέτη και 200 ευρώ της συζύγου), απομένει υπόλοιπο 633,06 ευρώ που θα μπορούσε να διατεθεί για εξυπηρέτηση δανειακών υποχρεώσεων. Η ασάφεια αυτή καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο και στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7009/2020 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.

ΑΠ 1052/2023

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2023Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Η υπόθεση αφορά αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 και έφεση του πιστωτή ΝΠΔΔ, με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως Εφετείου να επιβεβαιώνει σε μεγάλο μέρος τη ρύθμιση. - Διάδικοι: ο οφειλέτης (άνδρας) και δύο πιστωτές, μεταξύ των οποίων ΝΠΔΔ (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) και εταιρία παροχής πιστώσεων. - Νομική σχέση: στεγαστικό δάνειο προς τον οφειλέτη με εκχώρηση/παρακράτηση ποσοστού αποδοχών κατά το άρθρο 62 ν. 2214/1994 και σύμβαση πίστωσης με πιστωτική κάρτα με δεύτερη πιστώτρια. - Προδικία/γεγονότα: Ο οφειλέτης, συνταξιούχος στρατιωτικός από το 2011, έλαβε στεγαστικό το 2006 όταν το οικογενειακό εισόδημα ήταν περίπου 2.200 ευρώ/μήνα. Μετά την οικονομική κρίση μειώθηκαν οι αποδοχές του (περικοπή επιδομάτων) και η σύζυγος έμεινε άνεργη (έκλεισε η επιχείρηση όπου εργαζόταν), έχοντας μόνο μίσθωμα 300 ευρώ/μήνα. Από τη σύνταξη του οφειλέτη παρακρατούνταν 391,38 ευρώ/μήνα για το δάνειο. Τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας ~350 ευρώ/μήνα, βασικές δαπάνες διαβίωσης οικογένειας ~600 ευρώ/μήνα, μετακίνηση 85 ευρώ/μήνα, ιατρικά ~150 ευρώ/μήνα. - Περιουσία: Κύρια κατοικία (μεζονέτα) στην Αλεξανδρούπολη, υπόγειο 59,05 τ.μ., ισόγειο 59,22 τ.μ. (ημιυπαίθριος 9,27 τ.μ.), 1ος όροφος 40,34 τ.μ. (ημιυπαίθριος 7,56 τ.μ.), αντικειμενική αξία 67.628,45 ευρώ. Μερίδιο 4/16 επί 50% αγροτεμαχίου/οικοπέδου στη Θεσσαλονίκη με παλαιά κατοικία, μη άρτιο και δυσχερώς εκποιήσιμο. ΙΧ 1591 κ.εκ., πινακίδες κατατεθειμένες από 28.12.2017. - Οφειλές: προς ΝΠΔΔ από σύμβαση στεγαστικού 107.116,70 ευρώ (εμπράγματη ασφάλεια στην κύρια κατοικία) και προς εταιρία κάρτας 2.356,48 ευρώ. Σύνολο 109.473,18 ευρώ. Αίτημα εξαίρεσης κύριας κατοικίας από εκποίηση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010 προβλέπει υπαγωγή φυσικών προσώπων χωρίς πτωχευτική ικανότητα που, χωρίς δόλο, περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής. Η έννοια του δόλου αντλείται από το άρθρο 330 ΑΚ και, ως προς τη διάκριση άμεσου/ενδεχόμενου, από το άρθρο 27 § 1 ΠΚ. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής και ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να είναι ορισμένος (άρθρο 262 § 1 ΚΠολΔ), ιδίως όταν επικαλείται υπερδανεισμό: απαιτείται προσδιορισμός των προϊόντων, ύψους, χρόνου λήψης, οικονομικών δυνατοτήτων και πρόβλεψης/αποδοχής του αποτελέσματος. Κατά το άρθρο 62 ν. 2214/1994, η εκχώρηση αποδοχών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων διασφαλίζει την είσπραξη αλλά δεν εξαιρεί τις οφειλές από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010. Στην αναιρετική διαδικασία, λόγοι από τον αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ελέγχουν παραβίαση ουσιαστικού δικαίου ή έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ δεν επιτρέπεται έλεγχος της εκτίμησης αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Λόγος που πλήττει την αποτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος. Για εξαίρεση κύριας κατοικίας (άρθρο 9 § 2 ν. 3869/2010, και 9 § 2β όπως προστέθηκε με άρθρο 62 § 3 ν. 4549/2018), απαιτείται διασφάλιση ότι ο πιστωτής δεν τίθεται σε χειρότερη θέση από την αναγκαστική εκτέλεση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο οφειλέτης, συνταξιούχος στρατιωτικός, με σύνταξη 675,95 ευρώ και παρακράτηση 391,38 ευρώ, με σύζυγο χωρίς μισθωτή εργασία και έσοδο μισθώματος 300 ευρώ, έχει κύρια κατοικία αξίας 67.628,45 ευρώ και λοιπή μη αξιοποιήσιμη περιουσία. Οι οφειλές του ανέρχονται σε 107.116,70 ευρώ προς το ΝΠΔΔ (εμπραγμάτως ασφαλισμένο στεγαστικό) και 2.356,48 ευρώ προς εταιρία κάρτας. Έκρινε ότι περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και ρύθμισε: μηνιαίες καταβολές 180 ευρώ για 36 μήνες (σύμμετρα) και, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, 37.500 ευρώ σε 240 δόσεις των 156,25 ευρώ, με επιτόκιο κατά τα οριζόμενα, αποτρέποντας χειρότερη θέση του εμπραγμάτως ασφαλισμένου πιστωτή. Όρισε ότι, έναντι του ΝΠΔΔ, οι μετά τη ρύθμιση καταβολές θα παρακρατούνται από τις αποδοχές κατά το άρθρο 62 ν. 2214/1994. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, ο Άρειος Πάγος εξέτασε ότι οι οφειλές προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ότι η εκχώρηση αποδοχών παραμένει, με προσαρμογή του ποσοστού σύμφωνα με τη δικαστική ρύθμιση. Διαπίστωσε ότι η απορριπτική κρίση του Εφετείου για τον δόλο είναι σύννομη και αιτιολογημένη, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία και χωρίς εσφαλμένη υπαγωγή. Ο λόγος περί αξίας κατοικίας απορρίφθηκε ως απαράδεκτος διότι πλήττει την εκτίμηση αποδείξεων, και ο λόγος περί μη διασφάλισης της θέσης του πιστωτή απορρίφθηκε ως αβάσιμος, αφού η ρύθμιση (37.500 ευρώ, 240 δόσεις) ανταποκρίνεται στο ελάχιστο αναμενόμενο από εκτέλεση, αφαιρουμένων εξόδων, με τιμή πρώτης προσφοράς στα 2/3.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις του ν. 3869/2010 έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου και καταλαμβάνουν και οφειλές από στεγαστικά δάνεια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων που εξυπηρετούνται μέσω εκχώρησης αποδοχών κατά το άρθρο 62 ν. 2214/1994, η οποία δεν αναιρεί την υπαγωγή αλλά προσαρμόζεται στο καθοριζόμενο ποσοστό παρακράτησης. Διαπίστωσε ότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τα άρθρα 1 § 1 και 9 § 2 ν. 3869/2010, απέρριψε νομίμως την ένσταση δόλιας περιέλευσης λόγω ανεπίδεικτων αποδείξεων και επαρκών αιτιολογιών, και καθόρισε ρύθμιση που διασφαλίζει ότι ο εμπραγμάτως ασφαλισμένος πιστωτής δεν τίθεται σε χειρότερη θέση από αναγκαστική εκτέλεση (ελάχιστο αναμενόμενο 37.500 ευρώ, 240 δόσεις των 156,25 ευρώ). Ο λόγος κατά της εκτίμησης της εμπορικής αξίας της κατοικίας απορρίφθηκε ως απαράδεκτος διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι λοιποί λόγοι από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, μη συντρέχουσας παραβίασης ουσιαστικού δικαίου ή έλλειψης νόμιμης βάσης. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε στο σύνολό της. Ως προς τα έξοδα: δεν ορίστηκε παράβολο, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν υπέχει σχετική υποχρέωση (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάστηκε, καθόσον στη διαδικασία του ν. 3869/2010 δεν εφαρμόζεται το άρθρο 746 ΚΠολΔ, αλλά η ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' ν. 3869/2010, εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική δίκη, και η υπόθεση υπάγεται στη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' ν. 3869/2010).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 2-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2020 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (ειδική διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).

ΑΠ 1072/2024

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Αίτηση υπαγωγής στον Ν. 3869/2010 κρίθηκε πρωτοδίκως, με εν μέρει αποδοχή και ρυθμίσεις οφειλών και εξαίρεση κύριας κατοικίας, κατόπιν της οποίας ο πιστωτής άσκησε αναίρεση. - Διάδικοι/ρόλοι: Η αιτούσα υπερχρεωμένη οφειλέτρια· πολλοί πιστωτές, μεταξύ τους ΝΠΔΔ και τραπεζικά ιδρύματα· εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων παρενέβη υπέρ πιστωτή ως μη δικαιούχος διάδικος. - Νομικές σχέσεις: Η αιτούσα οφειλέτρια σε καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια· εγγυήτρια σε δάνεια του συζύγου της. Εμπράγματες ασφάλειες: προσημειώσεις υποθήκης στην κύρια κατοικία της (εγγραφές 03-06-2002 και 14-01-2003) και στο αγροτεμάχιο του συζύγου. - Προγενέστερα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα δημόσιος υπάλληλος (διοικητική υπάλληλος νοσοκομείου), έγγαμη με ένα τέκνο. Καθαρές μηνιαίες αποδοχές 972,64 ευρώ. Τα εισοδήματά της αυξάνονταν έως το 2011 (περί τα 16.471,90 ευρώ ετησίως) και μειώθηκαν έως το 2016 (περί τα 11.664 ευρώ). Ο σύζυγος διατηρεί καφετέρια από το 1997, με εισοδήματα που κατέρρευσαν μετά το 2006 (έως και μηδενικά σε ορισμένα έτη) και οφειλές προς Δ.Ο.Υ. Κύρια κατοικία: διαμέρισμα 114,00 τ.μ., έτους 2002, αντικειμενικής αξίας 69.126,75 ευρώ. ΙΧ αυτοκίνητο BMW 1.6L, πρώτης άδειας 31-01-2006, αξίας έως 6.500 ευρώ. - Ποσά οφειλών: α) Καταναλωτικό δάνειο προς πιστώτρια τράπεζα: 15.010,10 ευρώ. β) Στεγαστικό δάνειο προς την ίδια τράπεζα: 22.997,13 ευρώ. γ) Τοκοχρεωλυτικό δάνειο με οφειλέτη τον σύζυγο και την αιτούσα εγγυήτρια: 96.708,76 ευρώ (εκ των οποίων 2.872,07 ευρώ τόκοι). δ) Καταναλωτικό δάνειο του συζύγου με εγγυήτρια την αιτούσα: 14.063,35 ευρώ (κεφάλαιο 12.677,05 ευρώ, τόκοι 1.040,60 ευρώ, τόκοι υπερημερίας 345,70 ευρώ). ε) Δάνειο ΝΠΔΔ: 67.063,23 ευρώ (59.750,19 ευρώ κεφάλαιο + 7.313,04 ευρώ μετά από καταβολές 210,67 ευρώ). Μετά συνυπολογισμό 29 μηνών καταβολών: 14.122,70 ευρώ, 21.636,45 ευρώ, 91.150,33 ευρώ, 13.769,86 ευρώ, αντιστοίχως, και 67.063,23 ευρώ προς το ΝΠΔΔ. Καθορίστηκαν μηνιαίες καταβολές 250,00 ευρώ για 31 μήνες, επιμεριζόμενες 80,70 ευρώ στο ΝΠΔΔ και επιμέρους ποσά στους λοιπούς πιστωτές, και για διάσωση κύριας κατοικίας συνολικό ποσό 55.301,40 ευρώ σε 240 δόσεις των 230,42 ευρώ, μετά περίοδο χάριτος 31 μηνών.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 576 § 1-3 ΚΠολΔ επιβάλλει στον Άρειο Πάγο να ελέγξει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση και, αν ο απόντας κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον αντίδικο που επισπεύδει, να προχωρήσει στη συζήτηση. Τα άρθρα 80, 81 § 1, 83, 215 § 1 και 568 § 4 ΚΠολΔ ρυθμίζουν την πρόσθετη παρέμβαση ακόμη και για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, με προϋπόθεση εννόμου συμφέροντος και εμπρόθεσμη κοινοποίηση. Κατά τα άρθρα 1 § 1 και 8 §§ 1-2 Ν. 3869/2010 (ως ίσχυαν), προϋποτίθεται μόνιμη γενική αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο και το δικαστήριο καθορίζει μηνιαίες καταβολές βάσει καθαρών εισοδημάτων, περιουσίας και βιοτικών αναγκών. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ελλιπών/αντιφατικών αιτιολογιών επί ουσιώδους ζητήματος, ενώ το άρθρο 560 § 1 ΚΠολΔ ιδρύει λόγο για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού δικαίου. Το άρθρο 9 § 2 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν τον Ν. 4336/2015, προέβλεπε ρύθμιση μέχρι 80% της αντικειμενικής αξίας με προνομιακή ικανοποίηση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών κατά σειρά τάξεως. Στις υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα (άρθρα 744 και 759 § 3 ΚΠολΔ). Το Ειρηνοδικείο Πύργου είχε δεχθεί ότι η αιτούσα είναι δημόσιος υπάλληλος με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 972,64 ευρώ, έγγαμη με ένα τέκνο, ότι ο σύζυγος έχει ασταθή εισοδήματα από επιχείρηση, και ότι η αιτούσα κατέχει κύρια κατοικία 114,00 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 69.126,75 ευρώ, βεβαρημένη με προσημειώσεις (03-06-2002, 14-01-2003). Κατέγραψε οφειλές 15.010,10 ευρώ, 22.997,13 ευρώ, 96.708,76 ευρώ, 14.063,35 ευρώ και 67.063,23 ευρώ, και μετά συνυπολογισμό 29 μηνών καταβολών όρισε 31 μηνιαίες καταβολές συνολικά 250,00 ευρώ (επιμερισμός μεταξύ πιστωτών) και, για εξαίρεση της κύριας κατοικίας, συνολικό ποσό 55.301,40 ευρώ σε 240 δόσεις των 230,42 ευρώ, με έναρξη μετά 31 μήνες. Ρητώς ανέφερε ότι από τις καταβολές διάσωσης θα ικανοποιηθούν «συμμέτρως» οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές μέχρι 55.301,40 ευρώ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τον λόγο του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ και διαπίστωσε ότι η απόφαση δεν προσδιόρισε το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων εξυπηρέτησης δανείων της αιτούσας, ώστε να καταστεί ελέγξιμη η σχέση καθαρών εισοδημάτων, βιοτικών αναγκών και δόσεων· έτσι στερήθηκε νόμιμης βάσης στο κρίσιμο ζήτημα της γενικής αδυναμίας πληρωμής. Περαιτέρω, επί του άρθρου 560 § 1 ΚΠολΔ, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε το άρθρο 9 § 2 Ν. 3869/2010 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4336/2015, διατάσσοντας σύμμετρη ικανοποίηση, ενώ έπρεπε, λόγω χρόνου κατάθεσης της αίτησης, να εφαρμόσει το προϊσχύσαν καθεστώς προνομιακής ικανοποίησης κατά τάξη. Οι βάσιμοι αυτοί λόγοι οδήγησαν σε αναίρεση και παραπομπή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ. έγινε δεκτός, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιόρισε το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της αιτούσας για εξυπηρέτηση δανείων, με συνέπεια ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος της μόνιμης γενικής αδυναμίας πληρωμής κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Ο τρίτος λόγος από το άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. έγινε δεκτός, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4336/2015 (σύμμετρη ικανοποίηση), ενώ έπρεπε, λόγω χρόνου κατάθεσης (21-3-2014), να εφαρμόσει το προϊσχύσαν καθεστώς προνομιακής ικανοποίησης των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών κατά σειρά τάξεως, κατά παράβαση και των άρθρων 1272 και 1300 Α.Κ. Οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι κατέστησαν αλυσιτελείς. Κατ’ άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Παράβολο δεν οφείλεται (άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998). Δεν επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα: το άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ. δεν εφαρμόζεται λόγω της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του Ν. 3869/2010 («Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»).
Τελική Απόφαση
Δέχεται την από 21-2-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πύργου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 14/2018 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΑΠ 1486/2022

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2022Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Αναίρεση κατά απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που δίκασε ως Εφετείο σε υπόθεση ν. 3869/2010. - Διάδικοι: ο αιτών-οφειλέτης (άνδρας). Πιστώτριες δύο τράπεζες. Προσθέτως παρεμβαίνουσα διαχειρίστρια απαιτήσεων ως ειδική πληρεξούσια και αντίκλητος εταιρείας ειδικού σκοπού, ειδικής διαδόχου μίας πιστώτριας. - Σχέσεις: ο οφειλέτης είχε λάβει δανειακά προϊόντα από την πρώτη πιστώτρια και είχε εγγυηθεί πίστωση στη δεύτερη. Οι απαιτήσεις της πρώτης μεταβιβάστηκαν σε εταιρεία ειδικού σκοπού και ανατέθηκε διαχείριση στην παρεμβαίνουσα. - Προ της δίκης: Ο οφειλέτης εργαζόταν ως ασφαλιστικός υπάλληλος μέχρι το 2013 και έκτοτε παρέμεινε άνεργος. Διαγνώστηκε το 2014 με σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (67% αναπηρία) και το 2018 με «σάρκωμα kapozi» και «ακανθοκυτταρικό καρκίνο ορθοπρωκτικού σωλήνα» (80% αναπηρία), λαμβάνοντας σύνταξη αναπηρίας περίπου 300 ευρώ μηνιαίως και προσωρινό επίδομα 680 ευρώ ανά δίμηνο. Είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ασφαλιστικό φορέα 8.117,68 ευρώ την 1-5-2008. - Ποσά οφειλών κατά την κατάθεση της αίτησης: στην πρώτη πιστώτρια: πιστωτική κάρτα 4.547,88 ευρώ· στεγαστικό δάνειο 73.399,76 ευρώ· στεγαστικό δάνειο 61.803,40 ευρώ· στεγαστικό δάνειο 36.504,19 ευρώ. Στη δεύτερη πιστώτρια, ως εγγυητής σε πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό: 37.606,72 ευρώ. Σύνολο 213.869,95 ευρώ. Συνολική μηνιαία δόση περίπου 1.500 ευρώ (προς την πρώτη 1.239 ευρώ). Ετήσια εισοδήματα-μέσοι μηνιαίοι: 2008: 18.069,24€ (1.505,77€)· 2009: 15.644,32€ (1.303,69€)· 2010: 14.125,17€ (1.177,09€)· 2011: 18.987,87€ (1.582,32€)· 2012: 15.288,57€ (1.274,04€)· 2013: 17.316,95€ (1.443,07€)· 2014: 9.083,20€ (756,93€)· φορολ. 2015: 6.127,43€· φορολ. 2016: 11.387,64€ (εκ των οποίων 9.393,23€ αυτοτελώς φορολογούμενα).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπει πρόσθετη παρέμβαση τρίτου για υποστήριξη διαδίκου μέχρι αμετάκλητης απόφασης, ακόμη και για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, εφόσον υπάρχει έννομο συμφέρον· το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. την καθιστά αυτοτελή όταν η ισχύς της απόφασης εκτείνεται στις έννομες σχέσεις παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο, με συνέπειες αναγκαίας ομοδικίας (άρθρα 76 έως 78 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τα άρθρα 1 περ. γ’ και 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, οι εταιρίες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι και το δεδικασμένο καταλαμβάνει τον δικαιούχο. Το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 θέτει προϋπόθεση μη δόλιας μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, με την απόδειξη του δόλου από τον πιστωτή, ενώ η έννοια του δόλου αντλείται από το άρθρο 330 Α.Κ. και το άρθρο 27 παρ. 1 Π.Κ. Η ένσταση δόλου πρέπει, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, να είναι ορισμένη, ήτοι να αναφέρει τα ληφθέντα προϊόντα, ύψη, χρόνο, οικονομικές δυνατότητες και την πρόβλεψη-αποδοχή της αδυναμίας. Λόγω αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 περ. β’ Κ.Πολ.Δ.), ο ισχυρισμός ενός πιστωτή ωφελεί τους λοιπούς και μπορεί να συμπληρωθεί από αυτούς, ενώ κατά το άρθρο 765 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και στο εφετείο. Οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 Κ.Πολ.Δ. ελέγχουν παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης, όχι όμως την εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με σεβασμό και στο άρθρο 93 παρ. 3 Συντ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο αιτών ανέλαβε χρέη προς την πρώτη πιστώτρια από: πιστωτική κάρτα 4.547,88€, στεγαστικά δάνεια 73.399,76€, 61.803,40€ και 36.504,19€, και ως εγγυητής προς τη δεύτερη 37.606,72€, με σύνολο 213.869,95€. Η συνολική μηνιαία δόση ανερχόταν περί τα 1.500€ (1.239€ προς την πρώτη). Τα ετήσια εισοδήματά του ανάγονταν μηνιαίως μεταξύ 1.177,09€ και 1.582,32€ (2008-2011) και κατόπιν μειώθηκαν (2014: 756,93€). Είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ασφαλιστικό φορέα 8.117,68€ από 1-5-2008. Από το 2013 ήταν άνεργος και από το 2014-2018 διαγνώστηκαν σοβαρές παθήσεις (67% και 80% αναπηρία), με παροχές 300€ μηνιαίως και 680€ ανά δίμηνο. Έκρινε ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από ενδεχόμενο δόλο, αποδεχόμενος τον κίνδυνο αδυναμίας εξυπηρέτησης με βάση τα εισοδήματα και τις νέες αναλήψεις (2008, 2011). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε ότι οι πιστώτριες προέβαλαν στο εφετείο ορισμένα την ένσταση δόλου, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 765 Κ.Πολ.Δ., και συμπληρωματικά λόγω αναγκαστικής ομοδικίας. Διαπίστωσε ότι το εφετείο προσδιόρισε συγκεκριμένα προϊόντα, ποσά, χρόνους, οικονομικές δυνατότητες και την πρόβλεψη-αποδοχή της αδυναμίας, και αιτιολόγησε επαρκώς χωρίς αντιφάσεις. Έτσι, δεν συνέτρεξε ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 1 ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ. (άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ούτε έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 560 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.), ενώ τα λοιπά παράπονα αφορούσαν ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το δικαστήριο έκρινε ότι ο ισχυρισμός των πιστωτριών περί δόλιας περιέλευσης του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής προτάθηκε ορισμένα στο εφετείο, επιτρεπτώς κατ’ άρθρο 765 Κ.Πολ.Δ., και δύναται να συμπληρώνεται μεταξύ πιστωτών λόγω αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 περ. β’ Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς και σαφείς παραδοχές για τα συγκεκριμένα προϊόντα, ποσά (συνολικό υπόλοιπο 213.869,95€, μηνιαίες δόσεις περίπου 1.500€), χρόνους σύναψης (2008, 2011), οικονομικές δυνατότητες (μέσοι μηνιαίοι μισθοί 1.177,09€–1.582,32€) και την πρόβλεψη-αποδοχή της αδυναμίας εξυπηρέτησης, θεμελιώνοντας ενδεχόμενο δόλο κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 330 Α.Κ. Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. απορρίφθηκε διότι δεν υπήρξε ευθεία παραβίαση ουσιαστικού δικαίου, και ο λόγος του άρθρου 560 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. απορρίφθηκε διότι η απόφαση έχει νόμιμη βάση και επαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα υπόλοιπα παράπονα αφορούν ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε στο σύνολό της. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Δεν επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη, λόγω της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010, που κατισχύει της διάταξης του άρθρου 746 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
-Απορρίπτει την από 27-5-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 123/03-6-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 48/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

ΑΠ 605/2025

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Η υπόθεση αφορά αίτηση ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου και εξαίρεση κύριας κατοικίας, με τελεσίδικη απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο. - Διάδικοι: η αναιρεσείουσα (οφειλέτρια, χήρα), πολλοί πιστωτές-τράπεζες και εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων. - Νομικό πλαίσιο: διαδικασία ν. 3869/2010, με αναγκαστική παθητική ομοδικία πιστωτών. - Προ της αναίρεσης: το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε οφειλές κατά άρθρο 8 παρ. 2 ν. 3869/2010 με μηνιαίες καταβολές 864,59 ευρώ για 3 έτη, απέρριψε την εξαίρεση κύριας κατοικίας κατά άρθρο 9 παρ. 2 και διέταξε εκποίηση λοιπών ακινήτων. - Οικονομικά στοιχεία: τρέχον μηνιαίο εισόδημα της οφειλέτριας 1.244,59 ευρώ από συντάξεις, με πρόσθετη οικονομική ενίσχυση 150,00 ευρώ από ενήλικο υιό (σύνολο 1.394,59 ευρώ). Εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίστηκαν σε 530,00 ευρώ/μήνα. - Περιουσία: κύρια κατοικία διαμέρισμα 80 τ.μ. στον Πειραιά (ποσοστό συγκυριότητας 193,50/1000) με αξία 49.697,68 ευρώ (ΕΝΦΙΑ 2021)· δικαίωμα υψούν 80 τ.μ. επί του ίδιου ακινήτου· κληρονομικό δικαίωμα 50% σε αποθήκη 54 τ.μ. με αξία 6.648,48 ευρώ (ΕΝΦΙΑ 2021)· οικόπεδο 123 τ.μ. με προκατασκευασμένη οικία 28 τ.μ. στη θέση Άγιοι Πάντες Γαλαξίδι, αξίας 7.880,78 ευρώ (ΕΝΦΙΑ 2021)· αγροτεμάχιο 580 τ.μ. στο Ν. Φωκίδος (εκτιμώμενη αξία 4.000,00 ευρώ).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ επιτρέπει τη συζήτηση παρά την απουσία διαδίκου εφόσον έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα· σε αναγκαστική παθητική ομοδικία (άρθρο 76 § 1 περ. β’ ΚΠολΔ) η συζήτηση χωρεί και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο. Κατά το άρθρο 553 § 1 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που δεν προσβάλλονται με ανακοπή ερημοδικίας· εφόσον προβλέπεται ανακοπή (άρθρο 502 ΚΠολΔ), η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ), ενώ δεν ισχύει στον Άρειο Πάγο η συμπόρευση προθεσμιών του άρθρου 513 § 1 εδ. β’ περ. β’ ΚΠολΔ. Στη δίκη του ν. 3869/2010 το άρθρο 14 αποκλείει ανακοπή ερημοδικίας. Η διετής προθεσμία του άρθρου 564 § 3 ΚΠολΔ (κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο § 2 ν. 4335/2015) εφαρμόζεται όταν δεν προκύπτει επίδοση. Ως προς την ουσία, το άρθρο 9 § 2 ν. 3869/2010 (όπως τροποπ. με ν. 4346/2015 και άρθρο 62 § 2, άρθρο 68 § 11 ν. 4549/2018) απαιτεί, μεταξύ άλλων, το μηνιαίο διαθέσιμο εισόδημα να μην υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσαυξημένες κατά 70%. Οι εύλογες δαπάνες, κατά το άρθρο 5 § 3 ν. 3869/2010, καθορίζονται από το δικαστήριο με συνεκτίμηση των ορίων ΕΛΣΤΑΤ/Κυβερνητικού Συμβουλίου (ν. 4224/2013), χωρίς δεσμευτικότητα. Ο λόγος του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ θεμελιώνεται σε παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, ενώ τα «πράγματα» του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β’ ΚΠολΔ (και 560 § 5) αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς νόμιμα προταθέντες. Ως προς τη νομιμοποίηση, το άρθρο 2 § 4 ν. 4354/2015 παρέχει κατ’ εξαίρεση ενεργητική νομιμοποίηση στις ΕΔΑΔΠ και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά τον ν. 3156/2003 (άρθρο 10 § 14). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά (ως Εφετείο) είχε δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα λαμβάνει 1.244,59 ευρώ μηνιαίως από συντάξεις και επιπλέον 150,00 ευρώ από τον ενήλικο υιό της (σύνολο 1.394,59 ευρώ). Προσδιόρισε εύλογες δαπάνες διαβίωσης σε 530,00 ευρώ/μήνα. Δέχθηκε ρύθμιση κατά άρθρο 8 § 2 ν. 3869/2010 με μηνιαίες καταβολές 864,59 ευρώ για 3 έτη, απέρριψε την εξαίρεση κύριας κατοικίας κατά άρθρο 9 § 2 και διέταξε εκποίηση λοιπών ακινήτων. Κατέγραψε περιουσία: διαμέρισμα 80 τ.μ. στον Πειραιά (αξία 49.697,68 ευρώ), δικαίωμα υψούν 80 τ.μ., 50% αποθήκης 54 τ.μ. (6.648,48 ευρώ), οικόπεδο 123 τ.μ. με προκατασκευασμένη οικία 28 τ.μ. στο Γαλαξίδι (7.880,78 ευρώ) και αγροτεμάχιο 580 τ.μ. (εκτίμηση 4.000,00 ευρώ). Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, ο Άρειος Πάγος εξέτασε αυτεπαγγέλτως την κλήτευση και, διαπιστώνοντας νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση, προχώρησε στη συζήτηση. Έκρινε ότι η προσβαλλόμενη είναι τελεσίδικη και αναιρετή ως προς τους ερημοδικασθέντες πιστωτές, αφού ο ν. 3869/2010 (άρθρο 14) δεν επιτρέπει ανακοπή ερημοδικίας. Ως προς τον πρώτο λόγο, το σκέλος που προέβαλε πλημμέλειες χωρίς πλήρη παράθεση παραδοχών κρίθηκε απαράδεκτο και αόριστο, ενώ το σκέλος περί δεσμευτικότητας των ορίων ΕΛΣΤΑΤ απορρίφθηκε ως αβάσιμο, διότι ο δικαστής δύναται να καθορίσει τις εύλογες δαπάνες (530,00 ευρώ) και το εισοδηματικό κριτήριο (1.394,59 ευρώ > 901,00 ευρώ) δεν πληρούται. Ο ισχυρισμός περί έλλειψης νομιμοποίησης της ΕΔΑΔΠ απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 § 4 ν. 4354/2015. Ο δεύτερος λόγος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, επειδή τα επικληθέντα δεν συνιστούν «πράγματα» κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 (και 560 § 5) ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ερημοδικασθέντες πιστωτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και, ενόψει του άρθρου 14 ν. 3869/2010 που δεν προβλέπει ανακοπή ερημοδικίας, η προσβαλλόμενη είναι τελεσίδικη και επιδεκτική αναίρεσης. Ο πρώτος λόγος αναίρεσης απορρίφθηκε: κατά το πρώτο σκέλος ως απαράδεκτος και αόριστος, διότι παρατίθενται αποσπασματικές παραδοχές χωρίς να προσδιορίζεται το νομικό σφάλμα· κατά το δεύτερο σκέλος ως αβάσιμος, διότι ο καθορισμός των ευλόγων δαπανών διαβίωσης κατά το άρθρο 9 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 3 ν. 3869/2010 γίνεται κατ’ εκτίμηση του δικαστή και δεν δεσμεύεται από τα όρια της ΕΛΣΤΑΤ· με δαπάνες 530,00 ευρώ και εισόδημα 1.394,59 ευρώ, το όριο του 70% (901,00 ευρώ) υπερβαίνεται και το εισοδηματικό κριτήριο δεν πληρούται. Το σκέλος περί ενεργητικής νομιμοποίησης της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας απορρίφθηκε ως αβάσιμο, διότι οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά τον ν. 3156/2003 (άρθρο 10 παρ. 14). Ο δεύτερος λόγος (άρθρο 560 παρ. 5 ΚΠολΔ) απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, επειδή τα επικληθέντα δεν αποτελούν «πράγματα» κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδ. β’ ΚΠολΔ. Ως προς τα έξοδα, διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ δεν επιδικάσθηκε δικαστική δαπάνη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 6 εδάφ. β’ ν. 3869/2010.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 14-10-2022 (αριθμ. εκθ.κατάθ. 9416/18-10-2022) αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ..../1-7-2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΑΠ 1061/2022

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2022Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Η υπόθεση αφορά αίτηση υπαγωγής σε ρύθμιση οφειλών φυσικού προσώπου κατά τον ν. 3869/2010, με έφεση που έγινε δεκτή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (ως Εφετείο) και κατόπιν αναίρεση από ΝΠΔΔ δανειστή. - Ο αιτών είναι άνδρας, δικαστικός υπάλληλος στο Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας, σε διάσταση, με ένα ανήλικο τέκνο, με υποχρέωση διατροφής. - Διατηρεί σχέση δανεισμού με ΝΠΔΔ δανειστή από ένα στεγαστικό και ένα επισκευαστικό δάνειο. Οι οφειλές ανήλθαν συνολικά σε 71.223,21 ευρώ. Μία οφειλή είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης. - Προ της δίκης: Τα δηλωθέντα εισοδήματα ήταν 15.268,04 (2013), 14.516,88 (2014), 15.154,87 (2015), 13.841,34 (2016), 14.602,34 ευρώ (2017). Ο αιτών κατέχει 50/100 ιδιοκτησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας 86,50 τ.μ. και αποθήκης 10 τ.μ., αντικειμενικής αξίας μεριδίου 58.375,69 ευρώ. Η κατοικία υπήρξε κύρια κατοικία έως τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης. - Η εξυπηρέτηση των δανείων γινόταν με παρακράτηση από τις αποδοχές βάσει εκχώρησης, με αποτέλεσμα να μην υφίστανται ληξιπρόθεσμες οφειλές, αλλά η συνολική επιβάρυνση, μαζί με διατροφή, μείωση εισοδημάτων και οικονομική συγκυρία, οδήγησε σε αρνητική σχέση ρευστότητας και αδυναμία κάλυψης βιοτικών αναγκών.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010 ορίζει ότι φυσικά πρόσωπα χωρίς πτωχευτική ικανότητα που, χωρίς δόλο, έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών, δύνανται να ζητήσουν ρύθμιση· η αδυναμία κρίνεται με βάση τη ρευστότητα σε σχέση με ληξιπρόθεσμα χρέη και τις αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης. Το άρθρο 62 ν. 2214/1994 (όπως τροπ.) προβλέπει εκχώρηση αποδοχών για δάνεια ΤΠΔ, ενώ το άρθρο 25 § 6 ν. 3867/2010 επιτρέπει στο ΤΠΔ εξυπηρετικές ρυθμίσεις χωρίς απαλλαγή. Οι οφειλές προς ΤΠΔ δεν εξαιρούνται από τον ν. 3869/2010 και η κάλυψη πιστωτών σε βάρος στοιχειωδών βιοτικών αναγκών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών. Κατά το άρθρο 14 ν. 3869/2010, οι αποφάσεις υπόκεινται σε αναίρεση κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ: αριθ. 1 (παραβίαση ουσιαστικού δικαίου) και αριθ. 6 (έλλειψη νόμιμης βάσης). Το άρθρο 9 § 1 και § 2 ν. 3869/2010 επιτρέπει εξαίρεση κύριας κατοικίας με ρύθμιση έως 80% της αντικειμενικής αξίας, χωρίς νομοθετημένα κριτήρια για το ύψος των μηνιαίων καταβολών. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι ο αιτών, δικαστικός υπάλληλος, γεννηθείς 3-8-1967, σε διάσταση και πατέρας ανηλίκου (7-12-2004), είχε εισοδήματα 15.268,04 (2013), 14.516,88 (2014), 15.154,87 (2015), 13.841,34 (2016), 14.602,34 ευρώ (2017). Κατέχει 50/100 οριζόντιας ιδιοκτησίας 86,50 τ.μ. και αποθήκης 10 τ.μ., αντικειμενικής αξίας μεριδίου 58.375,69 ευρώ, που αποτέλεσε κύρια κατοικία. Διαθέτει δύο δάνεια (στεγαστικό και επισκευαστικό) προς τον αναιρεσείοντα με συνολική οφειλή 71.223,21 ευρώ, εκ των οποίων μία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση. Η μείωση εισοδημάτων, υποχρέωση διατροφής και διάσπαση συμβίωσης, σε συνδυασμό με τη γενική οικονομική συγκυρία, προκάλεσαν αρνητική σχέση ρευστότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμών χωρίς δόλο. Ρύθμισε τα χρέη ορίζοντας 100 ευρώ μηνιαίως επί πενταετία και, για διάσωση κύριας κατοικίας, 100 ευρώ μηνιαίως επί 20 έτη με εντόκως αποπληρωμή. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τον λόγο από 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ και διαπίστωσε ότι το δικαστήριο της ουσίας ορθά υπήγαγε την περίπτωση σε ν. 3869/2010: η μη ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής προς ΤΠΔ, λόγω εκχώρησης μισθού, δεν αποκλείει μόνιμη αδυναμία όταν δεν καλύπτονται στοιχειώδεις ανάγκες. Ως προς τον λόγο από 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ περί ανεπαρκών αιτιολογιών για το ποσό κάτω του 80% της αντικειμενικής αξίας, έκρινε ότι το Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς (οικονομικές δυνατότητες, ηλικία, βιοτικές ανάγκες) και έχει διακριτική ευχέρεια να καθορίσει καταβολές (100 ευρώ x 240 μήνες = 24.000 ευρώ) χωρίς νομοθετημένα κριτήρια. Οι προβαλλόμενοι λόγοι απορρίφθηκαν.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3869/2010: το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά δέχθηκε ότι, ακόμη και χωρίς ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων λόγω εκχώρησης μισθού, συντρέχει μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών όταν η εξυπηρέτηση του δανείου συνεπάγεται αδυναμία κάλυψης των βασικών βιοτικών αναγκών. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 και αριθ. 6 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ως προς τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ρύθμιση της διάσωσης κύριας κατοικίας κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 δεν επιβάλλει κατώτατο όριο 80% της αντικειμενικής αξίας και δεν απαιτεί ειδικά νομοθετημένα κριτήρια· το Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόκλιση (καθορισμός 100 ευρώ μηνιαίως επί 20 έτη, ήτοι 24.000 ευρώ), λαμβάνοντας υπόψη οικονομικές δυνατότητες, ηλικία και βιοτικές ανάγκες. Ο λόγος απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Ως προς τη δικαστική δαπάνη, δεν περιελήφθη διάταξη επιδίκασης κατ’ άρθρο 746 ΚΠολΔ, διότι εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β’ ν. 3869/2010 («Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»). Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει, την από 7-1-2020 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 685/2/7-1-2020), αίτηση, για αναίρεση της 13852/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΑΠ 647/2025

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Αναίρεση κατά της 40/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας (ως Εφετείου) που έκρινε υπόθεση ν. 3869/2010. - Διάδικοι: ο οφειλέτης (αιτών) και οι πιστωτές του, μεταξύ των οποίων τραπεζικές εταιρείες και ΝΠΔΔ. - Νομικό πλαίσιο: αίτηση ρύθμισης οφειλών ν. 3869/2010 με αίτημα εξαίρεσης κύριας κατοικίας και ρύθμισης καταβολών. - Προγενέστερα γεγονότα: το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την αίτηση για δόλο. Το δευτεροβάθμιο δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, όρισε καταβολές και εξαίρεσε ακίνητα από εκποίηση. - Περιουσία οφειλέτη: πλήρης κυριότητα διαμερίσματος Α’ υπέρ το ισόγειο, 136,00 τ.μ., σε οικόπεδο 263,07 τ.μ., με αντικειμενική αξία 78.226,79 ευρώ, το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία. Συγκυριότητα 1/2 εξ αδιαιρέτου σε 480/1000 εξ αδιαιρέτου του ίδιου οικοπέδου, αντιστοιχούντων σε δικαίωμα υψούν ορόφου πάνω από τον υπάρχοντα πρώτο όροφο. Συγκυριότητα 1/2 σε Ι.Χ. αυτοκίνητο 1349 c.c., έτους 2001. - Ρυθμίσεις που τέθηκαν από το δευτεροβάθμιο: συνολικό ποσό 62.581,43 ευρώ (80% της αντικειμενικής αξίας) προς ικανοποίηση εμπραγμάτως ασφαλισμένων απαιτήσεων, αποπληρωμή σε 240 μηνιαίες δόσεις των 260,76 ευρώ, με περίοδο χάριτος 51 μηνών. Εξαίρεση από εκποίηση της κύριας κατοικίας και του ως άνω δικαιώματος υψούν. Κρίθηκε απρόσφορη η ρευστοποίηση του 1/2 εξ αδιαιρέτου δικαιώματος υψούν και του 1/2 του Ι.Χ., λόγω έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος, παλαιότητας και κόστους εκποίησης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 576 ΚΠολΔ ρυθμίζει τη συζήτηση παρά την απουσία διαδίκου και απαιτεί νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση· σε αναγκαστική ομοδικία (άρθρο 76 §1 περ. β’ ΚΠολΔ) η έλλειψη κλήτευσης καθιστά απαράδεκτη τη συζήτηση για όλους. Το άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη μέσω του άρθρου 573 §1 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ και τα άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1-2 ΚΠολΔ, η αναίρεση είναι παραδεκτή αν είναι εμπρόθεσμη, με την αναστολή προθεσμιών κατά τα άρθρα 83 §1 ν. 4790/2021 και το ν. 4792/2021. Ως προς την ουσία: τα άρθρα 14 ν. 3869/2010 και 560 ΚΠολΔ επιτρέπουν αναίρεση για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ) και για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ), με όριο τον αναιρετικό έλεγχο του άρθρου 561 §1 ΚΠολΔ. Το άρθρο 9 §1 ν. 3869/2010 προβλέπει ρευστοποίηση μόνο αν υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία και η εκποίηση είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση, με κριτήρια αγοραστικού ενδιαφέροντος και καθαρού προϊόντος. Το άρθρο 9 §2 ν. 3869/2010 (όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 17 §1 ν. 4161/2013) επιτρέπει εξαίρεση της κύριας κατοικίας και ρύθμιση ικανοποίησης μέχρι 80% της αντικειμενικής αξίας. Η αιτιολογία ελέγχεται κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, σε συνάφεια με το άρθρο 93 §3 Συντάγματος και το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, χωρίς να επιτρέπεται έλεγχος στάθμισης αποδείξεων (άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, δικάζοντας ως Εφετείο, είχε δεχθεί ότι η κύρια κατοικία του οφειλέτη είναι διαμέρισμα 136,00 τ.μ. σε οικόπεδο 263,07 τ.μ., με αντικειμενική αξία 78.226,79 ευρώ, και ότι ο οφειλέτης κατέχει επίσης 1/2 εξ αδιαιρέτου των 480/1000 του ίδιου οικοπέδου ως δικαίωμα υψούν ορόφου πάνω από τον υπάρχοντα πρώτο όροφο, καθώς και 1/2 εξ αδιαιρέτου Ι.Χ. 1349 c.c., έτους 2001. Εξαίρεσε την κύρια κατοικία από εκποίηση και, για τη διάσωσή της, όρισε ικανοποίηση μέχρι 80% της αντικειμενικής αξίας, ήτοι 62.581,43 ευρώ, αποπληρωτέα σε 240 μηνιαίες δόσεις των 260,76 ευρώ, με περίοδο χάριτος 51 μηνών. Έκρινε απρόσφορη τη ρευστοποίηση του 1/2 εξ αδιαιρέτου δικαιώματος υψούν και του 1/2 του Ι.Χ., λόγω είδους δικαιώματος, έλλειψης βεβαίου αγοραστικού ενδιαφέροντος, παλαιότητας και δυσανάλογου κόστους/χρόνου εκποίησης. Εφαρμόζοντας τα παραπάνω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε την κλήτευση των αναιρεσιβλήτων και, διαπιστώνοντας νομιμότητα, προχώρησε στη συζήτηση. Για τους λόγους αναίρεσης από άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ έκρινε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε τα άρθρα 9 §1 και §2 ν. 3869/2010 και διέλαβε επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απροσοδοφόρα εκποίηση του δικαιώματος υψούν και του Ι.Χ. Οι αιτιάσεις περί ελλιπούς αιτιολογίας συνιστούν ανεπίτρεπτη επίκριση της εκτίμησης αποδείξεων κατά το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, οι λόγοι απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι/απαράδεκτοι, και η αναίρεση απορρίφθηκε.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το δικαστήριο έκρινε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, δικάζοντας ως Εφετείο, εφάρμοσε ορθά τα άρθρα 9 παρ. 1 και 2 του ν. 3869/2010: καθόρισε την προνομιακή ικανοποίηση έως το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας (78.226,79 ευρώ), ήτοι 62.581,43 ευρώ, σε 240 μηνιαίες δόσεις των 260,76 ευρώ με περίοδο χάριτος 51 μηνών, και αιτιολόγησε επαρκώς ότι η εκποίηση του 1/2 εξ αδιαιρέτου δικαιώματος υψούν και του 1/2 του Ι.Χ. (1349 c.c., 2001) είναι απρόσφορη λόγω έλλειψης βέβαιου αγοραστικού ενδιαφέροντος, του είδους του δικαιώματος και του δυσανάλογου κόστους/χρόνου εκποίησης. Επομένως, δεν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), ούτε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ), ενώ οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ως προς τα δικαστικά έξοδα, δεν επιδικάστηκαν, διότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 746 ΚΠολΔ στην ειδική διαδικασία του ν. 3869/2010 (άρθρ. 3 εδάφ. β’ ν. 3869/2010), όπου κατισχύει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010 (“Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται”).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει, την από 10-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2023), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 40/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΑΠ 1601/2024

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Προηγούμενη απόφαση: Το Ειρηνοδικείο Χαλκίδας με την ...2017 απόφαση (διορθωθείσα με την ...2020) ρύθμισε τα χρέη δύο συζύγων κατά ν. 3869/2010 και εξαίρεσε από εκποίηση την κύρια κατοικία και Ι.Χ. του οφειλέτη. - Διάδικοι/ρόλοι: Ο αιτών της Α' αίτησης (δημόσιος υπάλληλος) και η αιτούσα της Β' αίτησης (δημόσια υπάλληλος) είναι σύζυγοι με δύο τέκνα. - Νομική σχέση: Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων (ν. 3869/2010) έναντι πιστωτών, περιλαμβανομένων τραπεζών και ΝΠΔΔ. - Προ της δίκης πραγματικά περιστατικά: Οι αιτούντες περιήλθαν σε οριστική παύση πληρωμών στα τέλη του 2012 λόγω μείωσης εισοδημάτων. Το ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα το 2008 ήταν 38.210,87 ευρώ (μηνιαίως 3.184,24), το 2009 42.826,34 (3.568,86), το 2011 32.501,71 (2.708,48), το 2012 34.376,90 (2.864,71), το 2013 31.968,21 (2.664,02), το 2014 32.105,32 (2.675,44), το 2015 31.273,84 (2.606,15), το 2016 33.332,80 (2.777,73). Το 2017 το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ήταν 2.525,50 ευρώ. Βιοτικές ανάγκες εκτιμήθηκαν σε 1.800,00 ευρώ/μήνα. Η κύρια κατοικία βαρύνεται με προσημείωση υποθήκης 216.000 ευρώ υπέρ τράπεζας και υποθήκη 70.000 ευρώ υπέρ ΝΠΔΔ. - Ποσά οφειλών: Για τον αιτούντα: προς τράπεζα από στεγαστικό 210.323,03 ευρώ (έως ...2015), προς τράπεζα από καταναλωτικό 11.610,12 ευρώ (έως 06-12-2012), προς ΝΠΔΔ από δάνειο μικροεπισκευών 18.014,52 ευρώ (έως 30-06-2012) και από δάνειο επισκευών 36.892,36 ευρώ (έως 29-05-2017). Σύνολο 276.840,03 ευρώ. Για την αιτούσα: προς τράπεζα από στεγαστικό 210.323,03 ευρώ (έως ...2015), προς τράπεζα από καταναλωτικό 6.295,93 ευρώ (έως 06-12-2012), προς ΝΠΔΔ από δάνειο επισκευών-βελτιώσεων 14.240,26 ευρώ (έως 30-06-2012) και από δάνειο επισκευών 36.913,71 ευρώ (έως 29-05-2017), και επιπλέον απαίτηση τράπεζας από καταναλωτικό ως εγγυήτρια 11.610,12 ευρώ (κεφάλαιο 11.530,99, τόκοι 79,13, επιτόκιο 7,5%). Σύνολο 279.383,05 ευρώ. Μηνιαίες αποδοχές 2017: ο αιτών 1.204,00 ευρώ συν παρακράτηση 190,00 υπέρ πιστωτή (σύνολο 1.394,00), η αιτούσα 951,50 ευρώ συν παρακράτηση 180,00 (σύνολο 1.131,50).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ επιβάλλει, όταν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο, τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της νομιμότητας και εμπροθέσμου της κλήτευσης του απόντος διαδίκου και, αν αυτή είναι σύννομη και εμπρόθεσμη, τη συνέχιση της συζήτησης παρά την απουσία του. Το άρθρο 1 § 1 του ν. 3869/2010 απαιτεί, για την υπαγωγή σε ρύθμιση, μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο, με αξιολόγηση της ρευστότητας βάσει εισοδημάτων και ρευστοποιήσιμης περιουσίας και με διασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης. Κατά το άρθρο 14 ν. 3869/2010, οι αποφάσεις υπάγονται σε αναίρεση κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ· ειδικότερα, το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), ως κύρωση του άρθρου 93 § 3 Συντ., ιδρύει λόγο αναίρεσης αν η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης, αντιφατικότητας ή ανεπαρκείας αιτιολογιών σε ουσιώδη ζητήματα. Η ελάσσονα πρόταση πρέπει να καλύπτει όλα τα πραγματικά στοιχεία του εφαρμοστέου κανόνα, περιλαμβανομένης της αναγραφής των καθαρών εισοδημάτων εργασίας και των δεδομένων που επιτρέπουν τη στάθμιση ρευστότητας, οφειλών και βιοτικών αναγκών. Το Ειρηνοδικείο Χαλκίδας είχε δεχθεί ότι οι αιτούντες, σύζυγοι με δύο τέκνα, ο πρώτος και η δεύτερη δημόσιοι υπάλληλοι, είχαν συνολικό μηνιαίο εισόδημα 2.525,50 ευρώ (2017) και βιοτικές ανάγκες 1.800,00 ευρώ/μήνα. Καθόρισε τις οφειλές: για τον αιτούντα 210.323,03 ευρώ (στεγαστικό), 11.610,12 ευρώ (καταναλωτικό), 18.014,52 ευρώ (μικροεπισκευές), 36.892,36 ευρώ (επισκευές), σύνολο 276.840,03 ευρώ· για την αιτούσα 210.323,03 ευρώ (στεγαστικό), 6.295,93 ευρώ (καταναλωτικό), 14.240,26 ευρώ και 36.913,71 ευρώ (επισκευών), και ως εγγυήτρια 11.610,12 ευρώ, σύνολο 279.383,05 ευρώ. Διαπίστωσε μείωση οικογενειακών εισοδημάτων (π.χ. 38.210,87 ευρώ το 2008· 42.826,34 το 2009· 32.501,71 το 2011· 34.376,90 το 2012· 31.968,21 το 2013· 32.105,32 το 2014· 31.273,84 το 2015· 33.332,80 το 2016), έκρινε οριστική παύση πληρωμών από τέλη 2012 και εξαίρεσε την κύρια κατοικία (βαρυμένη με προσημείωση 216.000 ευρώ και υποθήκη 70.000 ευρώ) και Ι.Χ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε πρώτα τη νομιμότητα κλήτευσης των αναιρεσιβλήτων και προχώρησε στη συζήτηση κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη, ως προς τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών κατά το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010, δεν παραθέτει τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα των αιτούντων ούτε το ύψος των μηνιαίων δόσεων προς τους πιστωτές, ώστε να καταστεί δυνατή η αντιπαραβολή ρευστότητας, βιοτικών δαπανών και οφειλών. Η έλλειψη αυτών των ουσιωδών στοιχείων καθιστά ανεπαρκείς τις αιτιολογίες επί κρίσιμου ζητήματος και στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα την αποδοχή του σχετικού λόγου, την αλυσιτελή εξέταση των λοιπών λόγων και την παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση φέρει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010: δεν εκτίθενται τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα των αιτούντων ούτε το ύψος των μηνιαίων δόσεων έναντι των πιστωτών, ώστε να ελεγχθεί η σχέση ρευστότητας, βιοτικών αναγκών και οφειλών. Η ανεπάρκεια αυτή στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (σε συνάφεια με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και το άρθρο 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος). Κατόπιν τούτου, έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ενώ η έρευνα των λοιπών λόγων (άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), περιλαμβανομένου του κεφαλαίου για την ικανοποίηση πιστωτών από καταβολές προς διάσωση πρώτης κατοικίας (άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010), παρελκύει ως αλυσιτελής. Η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ως προς δικαστικά έξοδα/παράβολο: δεν ορίζεται επιστροφή παραβόλου, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται σε παράβολο· δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη, καθόσον στη διαδικασία του ν. 3869/2010 επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. Β' του Ν. 3869/2010 («δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»), ενώ το άρθρο 3 εδ. Β' Ν. 3869/2010 και το άρθρο 746 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζονται κατά τα εκτιθέμενα.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ......2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδος. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.

ΑΠ 81/2025

Προστασία Καταναλωτή · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Αναίρεση κατά απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου που επικύρωσε την πρωτόδικη απόρριψη αίτησης υπαγωγής στον ν. 3869/2010. - Διάδικοι/ρόλοι: Η αιτούσα-αναιρεσείουσα είναι φυσικό πρόσωπο· αναιρεσίβλητη είναι τράπεζα· ασκήθηκε αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση από διαχειρίστρια εταιρεία απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου της τράπεζας. - Νομική σχέση: Δανειακές συμβάσεις στεγαστικής πίστης με την τράπεζα, μία ως πρωτοφειλέτρια, μία ως εγγυήτρια, και μία ακόμη στεγαστική πίστη· ρύθμιση καταβολής μειωμένης μηνιαίας δόσης. - Προδικία/πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα είναι διαζευγμένη (από 2012) με δύο τέκνα (γενν. 2002 και 2006). Κατοικεί με τα τέκνα σε διαμέρισμα στο Αιγάλεω, με ψιλή κυριότητα 50% σε καθένα από τα τέκνα (μεταβίβαση από την ίδια) και επικαρπία στους γονείς της. Κατέχει μονοκατοικία στο Δήμο Σικυωνίων. Ο πρώην σύζυγος συνέχιζε να εξυπηρετεί τη δική του δανειακή σύμβαση. Η αιτούσα εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών εταιρείας. - Ποσά/δεδομένα: Μηνιαίες αποδοχές 1.539,73 ευρώ. Ετήσια εισοδήματα (ενδεικτικά): 27.049,04 ευρώ (2015), 27.735 ευρώ (2018). Ακίνητο: μονοκατοικία 114,56 τ.μ. κύριοι χώροι και 41,60 τ.μ. βοηθητικοί, αντικειμενική αξία 72.403,80 ευρώ. Οφειλές: α) 2.732,17 ευρώ (στεγαστικό 2004), β) 199.982,84 CHF (στεγαστικό 2008 ως εγγυήτρια), γ) 336.651,36 CHF (στεγαστικό 2007 ως πρωτοφειλέτρια). Συνολική μηνιαία δόση περί τα 500 ευρώ (τέλος 2015, κατόπιν ρύθμισης) και, κατά το 15-1-2016, δεν υπερέβαινε τα 700 ευρώ· επί μέρους δόση 303 ευρώ για δάνειο σε ευρώ με υπόλοιπο 2.428,60 ευρώ. Εκτιμώμενες εύλογες δαπάνες διαβίωσης: 1.000 ευρώ/μήνα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010 προβλέπει ότι φυσικά πρόσωπα χωρίς πτωχευτική ικανότητα που έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών μπορούν να ζητήσουν ρύθμιση· το βάρος επίκλησης/απόδειξης του δόλου φέρει ο πιστωτής. Κατά το άρθρο 8 § 1 και § 2 ν. 3869/2010, όταν δεν γίνεται δεκτό σχέδιο, το δικαστήριο ελέγχει τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 και, αφαιρώντας τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, ορίζει καταβολές εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία/εισοδήματα το επιτρέπουν. Ως προς τον αναιρετικό έλεγχο, το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύει λόγο για παράβαση ουσιαστικού δικαίου μόνο με βάση τα δεκτά πραγματικά του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ αφορά έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανυπαρξίας, αντίφασης ή ανεπάρκειας αιτιολογιών σε ουσιώδες ζήτημα· κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση αποδείξεων δεν ελέγχεται αναιρετικά. Το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών είχε δεχθεί ότι η αιτούσα είναι διαζευγμένη με δύο ανήλικα τέκνα, εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος, διαθέτει μονοκατοικία 114,56 τ.μ. (βοηθ. 41,60 τ.μ.) αντικειμενικής αξίας 72.403,80 ευρώ και φέρει οφειλές 2.732,17 ευρώ (στεγαστικό 2004), 199.982,84 CHF (ως εγγυήτρια, 2008) και 336.651,36 CHF (ως πρωτοφειλέτρια, 2007). Η μηνιαία συνολική δόση, κατόπιν ρύθμισης, ήταν περίπου 500 ευρώ στο τέλος του 2015 και κατά τον 1/2016 δεν υπερέβαινε τα 700 ευρώ (περιλαμβανομένης δόσης 303 ευρώ για υπόλοιπο 2.428,60 ευρώ). Το ετήσιο εισόδημα ήταν 27.049,04 ευρώ (2015) και 27.735 ευρώ (2018), με διαθέσιμο μηνιαίο εισόδημα περί τα 1.865,70–1.917,87 ευρώ, ενώ οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίστηκαν σε 1.000 ευρώ/μήνα. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε ότι, με βάση τις ανελέγκτως γενόμενες παραδοχές, τα εισοδήματα της αιτούσας επαρκούσαν για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης και των ρυθμισμένων δόσεων, ώστε να μην συντρέχει μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής κατά το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010. Διαπίστωσε ότι η εφετειακή απόφαση περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για εισοδήματα, δόσεις και δαπάνες, επιτρέποντας τον αναιρετικό έλεγχο, και ότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις υπό τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτες. Συνεπώς, οι λόγοι του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ απορρίπτονται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Με βάση τις παραδοχές για τα ετήσια εισοδήματα της αιτούσας (27.049,04 ευρώ το 2015 και 27.735 ευρώ το 2018), τη ρυθμισμένη μηνιαία δόση περίπου 500 ευρώ (και, μετά την 15-1-2016, μη υπερβαίνουσα τα 700 ευρώ), και τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης 1.000 ευρώ/μήνα, το δικαστήριο έκρινε ότι υφίστατο δυνατότητα ταυτόχρονης κάλυψης δαπανών και δόσεων, άρα δεν αποδεικνυόταν μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010. Ως εκ τούτου, δεν παραβιάστηκε ουσιαστικός κανόνας δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και η απόφαση είχε νόμιμη βάση με επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ), ενώ οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ανήγαντο στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δεν επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη, καθόσον στην ειδική διαδικασία του ν. 3869/2010 εφαρμόζεται το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β’ του ν. 3869/2010 και όχι το άρθρο 746 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με το άρθρο 3 εδ. β’ του ν. 3869/2010.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την, από 16-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΑΠ 549/2022

Πτωχευτικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2022Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 88.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Προγενέστερη πορεία: Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 282/2018 του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης και 237/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (ως Εφετείου). - Δομή μερών: Ο αιτών είναι συνταξιούχος, έγγαμος με η σύζυγό του και με μία ενήλικη θυγατέρα που διαμένουν μαζί του. - Σχέση/χρέη: Ο αιτών έλαβε στεγαστικό δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με εκχώρηση μισθού και έχει και οφειλή σε ανώνυμη τραπεζική εταιρία. - Χρονολόγιο/περιουσία και εισοδήματα: Ο αιτών εργαζόταν ως πολιτικό προσωπικό (ελαιοχρωματιστής) και από το 2015 λαμβάνει προσωρινή σύνταξη 6.801,84 ευρώ ετησίως (566,82 ευρώ μηνιαίως). Είναι κύριος ισόγειας κατοικίας 127,57 τ.μ., που αποτελεί κύρια κατοικία. Η σύζυγος είχε κατάστημα ψιλικών (2004-2012), εργάστηκε ως καθαρίστρια με 70 ευρώ μηνιαίως έως το 2014 και από το 2014 είναι άνεργη. Ο αιτών έχει προβλήματα υγείας (κάταγμα, σακχαρώδης διαβήτης με ινσουλίνη). Η σύζυγος παρουσίασε το 2015 κακοήθες μελάνωμα και υποβάλλεται σε αγωγή. Η θυγατέρα είναι άνεργη. Τα παλαιότερα ετήσια εισοδήματα ζεύγους: 2013: 12.898,52 ευρώ, 2014: 12.642,47 ευρώ και 514,44 ευρώ, 2015: 12.742,47 ευρώ και 811,67 ευρώ, 2016: 13.742,47 ευρώ και 0,34 ευρώ. - Οφειλές/ποσά: Προς ΤΠΔ, από σύμβαση 11/16017/16.10.2002, 77.790,03 ευρώ, με α’ υποθήκη (τ.209, α/α 34). Προς ανώνυμη τραπεζική εταιρία, 4.669,24 ευρώ. Μηνιαία παρακράτηση δόσης ΤΠΔ: 450,88 ευρώ. - Δαπάνες/βιωτικές ανάγκες: Μηνιαίες λειτουργικές δαπάνες κατοικίας περίπου 250 ευρώ. Βασικές δαπάνες διατροφής/ένδυσης δύο ενηλίκων 350 ευρώ. Μετακινήσεις και ιατροφαρμακευτικές δαπάνες περίπου 150 ευρώ. Συνολικές ανάγκες κατ’ ελάχιστο 750 ευρώ μηνιαίως. Δεν καταβάλλεται μίσθωμα. Η αγορά εργασίας και η ηλικία της συζύγου εμποδίζουν νέα απασχόληση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1 § 1 του ν. 3869/2010 προβλέπει ότι φυσικά πρόσωπα χωρίς πτωχευτική ικανότητα που έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών δικαιούνται ρύθμιση, με το βάρος απόδειξης του δόλου στον πιστωτή. Η έννοια της αδυναμίας συνδέεται με τη ρευστότητα και τη δυνατότητα κάλυψης βιοτικών αναγκών, αξιολογούμενη και υπό το πρίσμα αξιοπρεπούς διαβίωσης, ενώ ο προσδιορισμός ληξιπροθέσμου εδράζεται και στα άρθρα 323 και 340 ΑΚ. Κατά το άρθρο 62 ν. 2214/1994 (όπως ισχύει) τα στεγαστικά δάνεια ΤΠΔ εξυπηρετούνται με εκχώρηση αποδοχών, χωρίς όμως ειδική εξαίρεση από τον ν. 3869/2010· το άρθρο 25 § 6 ν. 3867/2010 προβλέπει δυνατότητες διευθέτησης, όχι απαλλαγής. Η υπαγωγή καλύπτει και οφειλές προς ΤΠΔ, ακόμη και αν το δάνειο εμφανίζεται ενήμερο μέσω εκχώρησης, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος στοιχειωδών αναγκών. Κατά το άρθρο 14 ν. 3869/2010 επιτρέπεται έφεση και αναίρεση· οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ιδίως αριθ. 1 και 6) ελέγχουν παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και νόμιμη βάση, ενώ το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ αποκλείει έλεγχο εκτίμησης αποδείξεων. Η διαδικασία προχωρά παρά την απουσία διαδίκου υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης (ως Εφετείο) είχε δεχθεί ότι ο αιτών, συνταξιούχος από το 2015 με μηνιαία σύνταξη 566,82 ευρώ, έγγαμος με άνεργη σύζυγο (με σοβαρό πρόβλημα υγείας από το 2015) και άνεργη ενήλικη θυγατέρα, διαμένει σε κύρια κατοικία 127,57 τ.μ. και οφείλει: (1) προς ΤΠΔ, από σύμβαση 11/16017/16.10.2002, 77.790,03 ευρώ με α’ υποθήκη (τ.209, α/α 34), με μηνιαία παρακράτηση δόσης 450,88 ευρώ, (2) προς ανώνυμη τραπεζική εταιρία, 4.669,24 ευρώ. Κατέγραψε μηνιαίες λειτουργικές δαπάνες 250 ευρώ, βασικές δαπάνες διατροφής/ένδυσης δύο ενηλίκων 350 ευρώ και ιατροφαρμακευτικές/μετακινήσεις 150 ευρώ, ήτοι ελάχιστες ανάγκες 750 ευρώ. Επισήμανε μείωση εισοδημάτων (οικονομική κρίση, παύση λειτουργίας καταστήματος της συζύγου), καθώς και προβλήματα υγείας του αιτούντος. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τους προβαλλόμενους λόγους και διαπίστωσε ότι το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά δεδομένα στον ν. 3869/2010: η εξυπηρέτηση του ενήμερου δανείου ΤΠΔ μέσω εκχώρησης δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών όταν το εισόδημα δεν επαρκεί για στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες. Η έλλειψη ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν αποκλείει την υπαγωγή, εφόσον η αναγκαστική εκπλήρωση στερεί τα αναγκαία διαβίωσης. Οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης κρίθηκαν επαρκείς και σαφείς, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, και δεν προέκυψε ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοστέων διατάξεων.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον ν. 3869/2010, δεχόμενο πως ο οφειλέτης μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση ακόμη και χωρίς ληξιπρόθεσμη οφειλή όταν, λόγω εκχώρησης αποδοχών για ενήμερο δάνειο προς το ΤΠΔ και χαμηλού εισοδήματος (566,82 ευρώ μηνιαίως), δεν δύναται να καλύψει στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες (ελάχιστες ανάγκες 750 ευρώ/μήνα, με μηνιαία δόση ΤΠΔ 450,88 ευρώ). Έκρινε ότι η παρακράτηση βάσει εκχώρησης δεν αποκλείει την ένταξη και ότι η δυνατότητα εξωδικαστικής ρύθμισης του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010 δεν αναιρεί τη δικαστική διαδικασία του ν. 3869/2010. Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, καθώς δεν υπήρξε παραβίαση ουσιαστικού δικαίου ούτε έλλειψη νόμιμης βάσης. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, δεν επιδικάσθηκαν (άρθρο 746 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται), διότι υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδάφ. β` του ν. 3869/2010 («Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται»).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει, την από 21-11-2019 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/2019), αίτηση, για αναίρεση της 237/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

93.000+ αποφάσεις · 16.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →