Κλοπή ΠΚ 377 — ατιμώρητο λόγω ιδιαίτερα μικρής αξίας κλοπιμαίων, κριτήρια εκτίμησης

Κύρια Νομική Θέση

Με βάση το διαθέσιμο υλικό, το ζήτημα του άρθρου ΠΚ Άρθρο 377 δεν κρίνεται αποκλειστικά από το αριθμητικό ύψος της αξίας, αλλά από την αξία του αντικειμένου κατά τον χρόνο τέλεσης και, κατά τη νομολογία που παρατίθεται, και σε συνάρτηση με την οικονομική κατάσταση του παθόντος. Στην περίπτωσή σας, αφαίρεση τροφίμων αξίας 17,40€ από σούπερ μάρκετ παρέχει σοβαρή βάση προβολής του άρθρου ΠΚ Άρθρο 377, ιδίως λόγω της πολύ χαμηλής αξίας και του είδους των πραγμάτων, αλλά το υλικό δεν περιέχει απόφαση με όμοια πραγματικά περιστατικά ώστε να συναχθεί βεβαιότητα περί ατιμωρησίας.

Περαιτέρω, το ίδιο το ΠΚ Άρθρο 377 προβλέπει όχι μόνο επιεικέστερη ποινική μεταχείριση για πράγμα μικρής αξίας, αλλά και δυνατότητα να κριθεί η πράξη ατιμώρητη, αν τελέστηκε «από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση» του αντικειμένου. Αυτό είναι το ισχυρότερο επιχείρημα με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτετε.


1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΠΚ Άρθρο 372
Ορίζει τη βασική μορφή της κλοπής: αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

ΠΚ Άρθρο 377
Ορίζει ότι αν το έγκλημα του άρθρου 372 έχει αντικείμενο πράγμα μικρής αξίας, επιβάλλεται χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας.
Περαιτέρω, «αν, όμως, η πράξη τελέστηκε από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση του αντικειμένου της κλοπής ή υπεξαίρεσης, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη».

ΠΚ Άρθρο 36
Αφορά τη μειωμένη ικανότητα καταλογισμού. Από τα πραγματικά περιστατικά που παραθέτετε (φοιτητής 22 ετών, χαμηλό εισόδημα, χωρίς ποινικό μητρώο), δεν προκύπτει από μόνο του πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού. Το χαμηλό εισόδημα ή η ένδεια δεν ταυτίζονται, κατά το κείμενο της διάταξης, με μειωμένη ικανότητα καταλογισμού.

ΠΚ Άρθρο 79
Χρήσιμο επικουρικά για την επιμέτρηση της ποινής, αφού το δικαστήριο συνεκτιμά, μεταξύ άλλων, τη βλάβη που προκλήθηκε, τα αίτια που ώθησαν τον υπαίτιο, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και τη διαγωγή του μετά την πράξη.

ΠΚ Άρθρο 84
Χρήσιμο επικουρικά για ελαφρυντικές περιστάσεις, ιδίως:
- άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ: έντιμη προηγούμενη ζωή
- άρθρο 84 παρ. 2 β' ΠΚ: μεγάλη ένδεια
- άρθρο 84 παρ. 2 δ' ΠΚ: ειλικρινής μετάνοια και επιδίωξη άρσης ή μείωσης των συνεπειών
- άρθρο 84 παρ. 2 ε' ΠΚ: καλή συμπεριφορά μετά την πράξη

ΠΚ Άρθρο 104Β
Παρέχει δυνατότητα δικαστικής άφεσης της ποινής σε πλημμέλημα, αν η βλάβη ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας ή αν ο υπαίτιος έχει αποκαταστήσει την προσβολή, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια. Μπορεί να προβληθεί επικουρικά, αν δεν γίνει δεκτό το ατιμώρητο του ΠΚ Άρθρο 377.

ΠΚ Άρθρο 381
Ιδιαίτερα κρίσιμο πρακτικά:
- παρ. 1: για το έγκλημα του άρθρου 377 απαιτείται έγκληση
- παρ. 2: το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα
- παρ. 3: μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα και καταβάλει και τόκους υπερημερίας, μπορεί να απαλλάσσεται από κάθε ποινή

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

Άρειος Πάγος 714/2019
- Σχετικότητα: Η απόφαση αφορά αυτοτελή ισχυρισμό περί εφαρμογής του άρθρου 377 ΠΚ σε κλοπή μικρής αξίας και τονίζει ότι η απόρριψή του απαιτεί ειδική αιτιολογία για τη συγκεκριμένη πράξη.
- Κρίση: Η αναίρεση έγινε μερικά δεκτή, επειδή η απορριπτική κρίση για το άρθρο 377 ΠΚ αναφερόταν σε άλλη πράξη του ίδιου κατηγορουμένου. Στα πραγματικά περιστατικά υπήρχε κλοπή 30 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ενισχύει τη θέση ότι ο ισχυρισμός περί ΠΚ Άρθρο 377 πρέπει να προβληθεί ρητά και το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει ειδικά και συγκεκριμένα. Για την υπόθεσή σας, αν προβληθεί ότι τα τρόφιμα αξίας 17,40€ είναι μικρής αξίας και ότι προορίζονταν για άμεση ανάλωση, το δικαστήριο δεν μπορεί να απορρίψει αόριστα τον ισχυρισμό.

Άρειος Πάγος 1204/2011
- Σχετικότητα: Αφορά ευθέως το άρθρο 377 § 1α ΠΚ και τα κριτήρια εκτίμησης της ευτελούς αξίας.
- Κρίση: Το αντικείμενο ήταν ένα κινητό τηλέφωνο Nokia 3510 και 10 ευρώ. Ο ισχυρισμός περί ευτελούς αξίας κρίθηκε αόριστος, επειδή δεν περιείχε την οικονομική κατάσταση του παθόντος, και πάντως όχι ευτελής, ιδίως επειδή ο παθών ήταν μαθητής.
- Εφαρμογή: Η απόφαση είναι χρήσιμη κυρίως ως προς τη δομή του ισχυρισμού: πρέπει να εξειδικεύεται όχι μόνο η αξία, αλλά και στοιχεία που επιτρέπουν στο δικαστήριο να την αξιολογήσει. Στη δική σας υπόθεση, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναπτυχθεί ειδικά: α) η αξία 17,40€, β) το είδος των πραγμάτων (τρόφιμα), γ) ο χαρακτήρας του παθόντος ως σούπερ μάρκετ, ώστε να διαφοροποιηθεί από περιπτώσεις αφαίρεσης από φυσικό πρόσωπο ή μαθητή.

Άρειος Πάγος 1205/2011
- Σχετικότητα: Επίσης αφορά το άρθρο 377 παρ. 1 α' ΠΚ και την ανάγκη ορισμένου αυτοτελούς ισχυρισμού.
- Κρίση: Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ευτελούς αξίας κρίθηκε αόριστος, επειδή δεν παρατέθηκαν η αγοραία αξία των πραγμάτων και η οικονομική κατάσταση της παθούσας.
- Εφαρμογή: Ενισχύει τη στρατηγική ότι ο ισχυρισμός πρέπει να είναι πλήρως ορισμένος. Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να αναφερθούν συγκεκριμένα: συνολική αξία 17,40€, είδος αγαθών, ότι πρόκειται για καταναλωτικά αγαθά άμεσης ανάλωσης, και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανάγκη.

Άρειος Πάγος 80/2012
- Σχετικότητα: Αφορά την εκτίμηση της αξίας κατά τον χρόνο τέλεσης και την κρίση αν ένα αντικείμενο είναι ευτελούς αξίας.
- Κρίση: Αφαίρεση περίπου 80 λίτρων πετρελαίου αξίας περίπου 70 ευρώ. Κρίθηκε ότι, υπό τα οικονομικά δεδομένα του χρόνου τέλεσης και σε συνάρτηση με τα πρόσωπα, η αξία δεν ήταν ευτελής.
- Εφαρμογή: Ενισχύει αναλογικά το επιχείρημα ότι η αξία 17,40€ είναι αισθητά χαμηλότερη από ποσό που ήδη κρίθηκε μη ευτελές. Δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι τα 17,40€ είναι μικρή αξία, αλλά επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι η παρούσα περίπτωση βρίσκεται πολύ χαμηλότερα στην κλίμακα αποτίμησης.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

Άρειος Πάγος 1204/2011
- Ο αντίδικος θα την επικαλεστεί για να υποστηρίξει ότι η ευτελής αξία δεν κρίνεται μόνο αριθμητικά και ότι απαιτείται αναφορά και στην οικονομική κατάσταση του παθόντος.
- Αντίκρουση: Στην υπόθεσή σας ο παθών δεν είναι μαθητής ή φυσικό πρόσωπο με περιορισμένη οικονομική δυνατότητα, αλλά σούπερ μάρκετ. Άρα τα πραγματικά περιστατικά διαφοροποιούνται ουσιωδώς. Επιπλέον, εδώ το αντικείμενο είναι τρόφιμα και όχι κινητό τηλέφωνο.

Άρειος Πάγος 80/2012
- Ο αντίδικος μπορεί να επικαλεστεί ότι η κρίση περί μικρής/ευτελούς αξίας είναι κατ’ ουσίαν πραγματική και αναιρετικώς ανέλεγκτη.
- Αντίκρουση: Αυτό δεν αναιρεί τη δυνατότητα προβολής του ΠΚ Άρθρο 377, αλλά σημαίνει ότι πρέπει να δομηθεί ισχυρό πραγματικό υπόβαθρο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο: ακριβής αξία, είδος αγαθών, συνθήκες ανάγκης, απουσία επαγγελματικής ή συστηματικής δράσης, χαμηλό εισόδημα, ενδεχόμενη άμεση αποκατάσταση.

Δεν εντοπίστηκε αντίθετη νομολογία στις διαθέσιμες αποφάσεις που να αποκλείει, σε περίπτωση τροφίμων πολύ χαμηλής αξίας, την εφαρμογή του ΠΚ Άρθρο 377 ή του ατιμωρήτου λόγω ανάγκης για άμεση χρήση ή ανάλωση.


2. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

Κύριο επιχείρημα 1: Εφαρμογή του ΠΚ Άρθρο 377 λόγω μικρής αξίας
Να προβληθεί ότι το αντικείμενο της κλοπής ήταν τρόφιμα συνολικής αξίας 17,40€, δηλαδή πράγματα προδήλως χαμηλής οικονομικής αξίας.
Στήριξη:
- ΠΚ Άρθρο 377
- αναλογικά Άρειος Πάγος 80/2012, όπου ποσό 70 ευρώ δεν κρίθηκε ευτελές, άρα η παρούσα αξία είναι σημαντικά χαμηλότερη
- Άρειος Πάγος 714/2019, για την ανάγκη ειδικής απάντησης του δικαστηρίου στον ισχυρισμό

Κύριο επιχείρημα 2: Ατιμώρητο λόγω ανάγκης για άμεση χρήση ή ανάλωση
Αυτό είναι το ισχυρότερο επιχείρημα με βάση το κείμενο του νόμου. Το ΠΚ Άρθρο 377 ρητά προβλέπει ότι, αν η πράξη τελέστηκε «από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση» του αντικειμένου, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη.
Για να στηριχθεί, πρέπει να αναπτυχθούν πραγματικά:
- ότι τα αφαιρεθέντα ήταν τρόφιμα
- ότι ο κατηγορούμενος είχε χαμηλό οικογενειακό εισόδημα
- ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη συνήθειας κλοπής
- ότι πρόκειται για φοιτητή 22 ετών, χωρίς ποινικό μητρώο
- ότι τα τρόφιμα προορίζονταν για άμεση κατανάλωση και όχι για μεταπώληση ή αποθήκευση

Το υλικό δεν περιέχει απόφαση που να εφαρμόζει το δεύτερο εδάφιο του ΠΚ Άρθρο 377 σε τρόφιμα, αλλά η διάταξη το καλύπτει άμεσα.

Κύριο επιχείρημα 3: Επικουρικά, επιεικέστερη μεταχείριση ή άφεση ποινής
Αν δεν γίνει δεκτό το ατιμώρητο:
- να ζητηθεί εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του ΠΚ Άρθρο 377 (χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας)
- να προβληθεί ΠΚ Άρθρο 104Β παρ. 1 α' και β', εφόσον υπάρξει αποκατάσταση της ζημίας
- να προβληθούν ελαφρυντικά του ΠΚ Άρθρο 84, ιδίως:
- 84 παρ. 2 α' έντιμη προηγούμενη ζωή
- 84 παρ. 2 β' μεγάλη ένδεια
- 84 παρ. 2 δ' ειλικρινής μετάνοια και άρση συνεπειών

Κρίσιμη δικονομική παρατήρηση
Ο ισχυρισμός περί ΠΚ Άρθρο 377 πρέπει να είναι ορισμένος, σύμφωνα με τη λογική των Άρειος Πάγος 1204/2011 και Άρειος Πάγος 1205/2011. Δεν αρκεί να λεχθεί απλώς «ήταν μικρής αξίας». Πρέπει να αναφερθούν:
1. η ακριβής αξία: 17,40€
2. το είδος: τρόφιμα
3. ο παθών: σούπερ μάρκετ
4. οι προσωπικές συνθήκες: χαμηλό οικογενειακό εισόδημα, χωρίς ποινικό μητρώο
5. ο σκοπός: άμεση χρήση ή ανάλωση


3. Νομολογιακή Ισχύς

Περιορισμένη.

Υπάρχουν περισσότερες από μία αποφάσεις για το άρθρο 377 ΠΚ, αλλά οι διαθέσιμες αποφάσεις αφορούν κυρίως:
- κινητό τηλέφωνο και 10 ευρώ (1204/2011)
- τσάντα/σκουλαρίκια χωρίς επαρκή προσδιορισμό αξίας (1205/2011)
- πετρέλαιο αξίας περίπου 70 ευρώ (80/2012)
- κλοπή 30 ευρώ με πλημμελή αιτιολογία απόρριψης του ισχυρισμού (714/2019)

Δεν υπάρχει στο υλικό απόφαση με τρόφιμα μικρής αξίας και επίκληση του ατιμωρήτου λόγω άμεσης ανάλωσης. Άρα η νομολογία είναι χρήσιμη για τα κριτήρια και τη δικονομική διατύπωση του ισχυρισμού, όχι όμως ως πλήρως όμοιο προηγούμενο.


4. Πρακτικές Συστάσεις

1. Προβάλετε πρωτίστως το ΠΚ Άρθρο 377 με δύο διαζευκτικά σκέλη:
- πράγμα μικρής αξίας
- πράξη από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση, άρα δυνατότητα ατιμωρήτου

2. Διατυπώστε τον ισχυρισμό ορισμένα, σύμφωνα με τη νομολογιακή απαίτηση των Άρειος Πάγος 1204/2011 και Άρειος Πάγος 1205/2011:
- ακριβές ποσό 17,40€
- ακριβής περιγραφή τροφίμων
- οικονομική κατάσταση κατηγορουμένου
- φύση παθόντος ως εμπορικής επιχείρησης
- έλλειψη προηγούμενης παραβατικότητας
- απουσία στοιχείων επαγγελματικής ή κατ’ εξακολούθηση δράσης

3. Συγκεντρώστε αποδείξεις ανάγκης:
- βεβαίωση σπουδών
- φορολογικά στοιχεία οικογένειας ή στοιχεία χαμηλού εισοδήματος
- τυχόν κοινωνική έρευνα ή έγγραφα που αποδεικνύουν οικονομική δυσχέρεια
- τυχόν άμεση κατανάλωση/χρήση των τροφίμων

4. Εξετάστε άμεση πλήρη ικανοποίηση του ζημιωθέντος, διότι το ΠΚ Άρθρο 381 παρ. 2 και 3 παρέχει πολύ ισχυρές δυνατότητες εξάλειψης αξιοποίνου ή απαλλαγής από κάθε ποινή, ανάλογα με το στάδιο της διαδικασίας.

5. Επικουρικά, ζητήστε:
- ΠΚ Άρθρο 104Β
- ελαφρυντικά του ΠΚ Άρθρο 84
- επιεική επιμέτρηση κατά ΠΚ Άρθρο 79

6. Μην στηρίξετε τη γραμμή στο ΠΚ Άρθρο 36, εκτός αν υπάρχουν πραγματικά στοιχεία ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής. Από τα δεδομένα που δώσατε, το άρθρο αυτό δεν φαίνεται πρόσφορο.


Συμπέρασμα

Με βάση αποκλειστικά το παρεχόμενο υλικό, η υπόθεση εμφανίζει σοβαρή νομική βάση για επίκληση του ΠΚ Άρθρο 377, ιδίως:
- λόγω της πολύ χαμηλής αξίας των κλοπιμαίων (17,40€),
- λόγω του ότι πρόκειται για τρόφιμα,
- και κυρίως λόγω της ειδικής πρόβλεψης του νόμου για ατιμώρητο όταν η πράξη τελέστηκε από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση.

Η ασφαλέστερη στρατηγική είναι:
1. κύρια επίκληση ΠΚ Άρθρο 377,
2. πλήρως ορισμένος ισχυρισμός με βάση Άρειος Πάγος 1204/2011, 1205/2011, 714/2019,
3. άμεση αποκατάσταση της ζημίας με επίκληση ΠΚ Άρθρο 381,
4. επικουρικά ΠΚ Άρθρο 104Β, ΠΚ Άρθρο 84, ΠΚ Άρθρο 79.

Αν θέλετε, μπορώ να σας συντάξω αμέσως και έτοιμο σχέδιο αυτοτελούς ισχυρισμού για το ακροατήριο στηριγμένο μόνο στις παραπάνω διατάξεις και αποφάσεις.

ΠΚ Άρθρο 377
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 95.9%
ΠΚ Άρθρο 377: Κλοπή και υπεξαίρεση μικρής αξίας Αν τα εγκλήματα των άρθρων 372 και 375 παρ. 1 έχουν αντικείμενο πράγμα μικρής αξίας, επιβάλλεται χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αν, όμως, η πράξη τελέστηκε από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση του αντικειμένου της κλοπής ή υπεξαίρεσης, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση κλοπής ή υπεξαίρεσης που έχει ως αντικείμενο υλικό μέσο πληρωμής πλην των μετρητών.
ΠΚ Άρθρο 372
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.0%
ΠΚ Άρθρο 372: Κλοπή 1. Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή. 2. Κινητό πράγμα θεωρείται κατά τον Κώδικα και η ηλεκτρική και κάθε άλλης μορφής ενέργεια.
ΠΚ Άρθρο 36
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 100.0%
ΠΚ Άρθρο 36: Μειωμένη ικανότητα καταλογισμού 1. Αν εξαιτίας κάποιας από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, επιβάλλεται μειωμένη ποινή (άρθρο 83). 2. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση υπαίτιας κατά την έννοια του άρθρου 35 πρόκλησης της μειωμένης ικανότητας.
ΠΚ Άρθρο 104Β
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.7%
ΠΚ Άρθρο 104Β: Λόγοι δικαστικής άφεσης της ποινής 1. Το δικαστήριο μπορεί να μην επιβάλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος αν: α) η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας, β) ο υπαίτιος έχει αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που έχει προκαλέσει στον παθόντα, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια, γ) ο υπαίτιος έχει πληγεί ιδιαίτερα σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης του, ή δ) έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος. Για να κρίνει το δικαστήριο αν δεν θα επιβάλλει ποινή ελέγχει αν αυτή, εξαιτίας μίας των ανωτέρω περιστάσεων, δεν εμφανίζεται πλέον αναγκαία ή εμφανίζεται δυσανάλογα επαχθής. 2. Το δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος, αν έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης μεταξύ αυτού και του παθόντος.
ΠΚ Άρθρο 79
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.9%
ΠΚ Άρθρο 79: Δικαστική επιμέτρηση της ποινής 1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή της. 3. Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4. Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) τ ο ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε.
ΠΚ Άρθρο 378
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.9%
ΠΚ Άρθρο 378: Φθορά ξένης ιδιοκτησίας «1. Όποιος καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή. Αν το πράγμα είναι μικρής αξίας ή η ζημία που προκλήθηκε είναι ελαφρά, ο υπαίτιος τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αν το πράγμα είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή τοποθετημένο σε δημόσιο χώρο ή η πράξη έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή». 2. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος αν το αντικείμενο της πράξης που προβλέπεται στο εδάφιο α' της προηγούμενης παραγράφου είναι πράγμα που χρησιμεύει για κοινό όφελος ή καλλιτεχνικό ή ιστορικό μνημείο ή αν η φθορά έγινε με φωτιά ή με εκρηκτικές ύλες.
ΠΚ Άρθρο 84
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.6%
ΠΚ Άρθρο 84: Ελαφρυντικές περιστάσεις 1. Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. 2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.» 3. Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.
ΠΚ Άρθρο 387
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.0%
ΠΚ Άρθρο 387: Απάτη μικρής αξίας Αν η ζημία που προκλήθηκε από τα εγκλήματα των άρθρων 386 και 386Α είναι μικρής αξίας, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 377.
ΠΚ Άρθρο 374
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.8%
ΠΚ Άρθρο 374: Διακεκριμένη κλοπή 1. Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: α) ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας, β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο, βα) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα προορισμένο από τη θέση του ή από την κατασκευή του για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας ή την ασφάλεια της συγκοινωνίας μέσων σταθερής τροχιάς, πλοίων ή αεροσκαφών, ββ) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα που αποτελεί τμήμα εξοπλισμού δικτύου μεταφοράς ή διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή δικτύου αποχέτευσης ομβρίων και ακαθάρτων υδάτων, γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, δ) τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση κλοπών, ε) η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα. 2. Αν η κλοπή στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι έτη.
ΠΚ Άρθρο 381
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.5%
ΠΚ Άρθρο 381: Γενική Διάταξη 1. Για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 374Α, στην παρ. 1 του άρθρου 375, στο άρθρο 377, στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 378 και στην παρ. 1 του άρθρου 379 απαιτείται έγκληση. 2. Το αξιόποινο των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου για την πράξη, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος. Στην περίπτωση του άρθρου 374Α, μαζί με την απόδοση του πράγματος απαιτείται και η πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος. 3. Εάν ο υπαίτιος των πλημμελημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδώσει αποδεδειγμένα, ιδίως ενώπιον δημόσιας αρχής ή με τραπεζική κατάθεση ή με μη ανακλητή δημόσια παρακατά θεση, το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, μπορεί να απαλλάσσεται από κάθε ποινή εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος. 4. Εάν ο υπαίτιος των κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδώσει αποδεδειγμένα, ιδίως ενώπιον δημόσιας αρχής ή με τραπεζική κατάθεση ή με μη ανακλητή δημόσια παρακατά θεση, το πράγμα ή ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος, τιμωρείται με μειωμένη ποινή κατ’ άρθρο 83 και εφόσον κριθεί από τις περιστάσεις, αν η απόδοση ή η πλήρης ικανοποίηση λάβει χώρα μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, μπορεί να απαλλαγεί από κάθε ποινή.
ΠΚ Άρθρο 83
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.1%
ΠΚ Άρθρο 83: Μειωμένη ποινή Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλον προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών ή κάθειρξη έως δεκατέσσερα (14) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως δώδεκα (12) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία.
ΠΚ Άρθρο 80
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.3%
ΠΚ Άρθρο 80: Επιμέτρηση και απότιση χρηματικής ποινής 1. Κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του α) τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του υπαιτίου γι’ αυτήν, β) την προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα βα) τα καθαρά έσοδα που αποκτά από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, ββ) άλλα τυχόν εισοδήματα και εν γένει την περιουσία του, καθώς και βγ) τις οικογενειακές του υποχρεώσεις. Άλλες υποχρεώσεις του μπορούν επίσης να συνυπολογισθούν από το δικαστήριο. 2. [Καταργείται]. 3. [Καταργείται]. 4. [Καταργείται]. 5. [Καταργείται]. 6. Σε περίπτωση μη καταβολής της χρηματικής ποινής σύμφωνα με τα παραπάνω αυτή ή το μη καταβληθέν μέρος, βεβαιώνεται κατά το άρθρο 553 ΚΠΔ.
ΚΠΔ Άρθρο 49
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 80.8%
ΚΠΔ Άρθρο 49: Αποχή από την ποινική δίωξη κακουργημάτων υπό όρους 1. Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 216 παρ. 3 και 4, 242 παρ. 3, 4 και 5, 375 παρ. 2 και 3, «386 παρ. 1 εδάφιο β' και παρ. 2, 386Α παρ. 1 εδάφιο β' και παρ. 3, 386Β παρ. 1 περ. β'» και 390 παρ. 1 εδ. Β' και 2 ΠΚ και στους νόμους 1599/1986, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013 ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών και εφόσον συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, να απόσχει προσωρινά από την ποινική δίωξη με αιτιολογημένη διάταξή του, υπό τον όρο ότι αυτός στον οποίο αποδίδεται η πράξη θα αποκαταστήσει πλήρως την προκληθείσα ζημία, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας. Για τον λόγο αυτόν, ο εισαγγελέας καλεί αυτόν στον οποίο αποδίδεται η πράξη, καθώς και τον παθόντα να εμφανισθούν ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου. Σε περίπτωση απόπειρας ως αποκατάσταση νοείται η χρηματική ικανοποίηση του ζημιωθέντος λόγω της ηθικής βλάβης, η οποία για την εφαρμογή των διατάξεων της αποχής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με την επιφύλαξη της διεκδίκησης τυχόν υπερβαινουσών το ως άνω ποσό αξιώσεων στα πολιτικά δικαστήρια. Σε περιπτώσεις συμμετοχής, η καταβολή του χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της προκληθείσα ς ζημίας από έναν συμμέτοχο, ωφελεί και τους υπολοίπους. Αν κάποιος από τους συμμέτοχους δεν επιθυμεί την αποχή υπό όρους, η υπόθεση χωρίζεται και ακολουθείται ως προς αυτόν η τακτική διαδικασία. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν επεκτείνεται στα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται στα ως άνω εγκλήματα, ως προς τα οποία η δικογραφία χωρίζεται με πράξη του εισαγγελέα. 2. Ο εισαγγελέας ορίζει στον υπόχρεο χρονικό διάστημα για την αποκατάσταση της ζημίας που δεν υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες, το οποίο μπορεί να παραταθεί για ακόμη τέσσερις (4)μήνες. Η διάταξη του άρθρου 113 ΠΚ εφαρμόζεται και εδώ. 3. Εφόσον ο υπόχρεος αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία, ο εισαγγελέας εκδίδει διάταξη με την οποία απέχει από την ποινική δίωξη υπό τον όρο ότι ο υπαίτιος δεν θα τελέσει ομοειδές κακούργημα ή πλημμέλημα εντός τριετίας από την έκδοση της ως άνω διάταξης, την οποία κοινοποιεί στον Εισαγγελέα Εφετών για τη σύμφωνη γνώμη του. Αν δεν τελεστεί ομοειδής αξιόποινη πράξη εντός της παραπάνω τριετίας, η αποχή από την ποινική δίωξη καθίσταται οριστική. Οι διατάξεις του άρθρου 113 ΠΚ για την αναστολή της παραγραφής του αξιο ποίνου εφαρμόζονται και εδώ, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 ΠΚ. Σε περίπτωση παραβίασης του όρου αυτού, η ποινική δίωξη, για την οποία αποφασίστηκε η υφ' όρον αποχή, κινείται μόλις η καταδίκη για το έγκλημα που τελέστηκε εντός της τριετίας καταστεί αμετάκλητη. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 301. 4. Οι διατάξεις των παρ. 3, 6 και 7 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως.
ΠΚ Άρθρο 405
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.7%
ΠΚ Άρθρο 405: «Γενική διάταξη 1. Για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 387 και 389, στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 390, στο άρθρο 397 και στην παρ. 1 του άρθρου 404 απαιτείται έγκληση. 2. Το αξιόποινο των εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 386, στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 386Α και στα άρθρα 386Β, 387, 389, 390, 394, 397 και 404 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου. Η μερική μόνο ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. 3. Εάν ο υπαίτιος των πλημμελημάτων της παρ. 2 μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα, ιδίως ενώπιον δημόσιας αρχής ή με τραπεζική κατάθεση ή με μη ανακλητή δημόσια παρακατάθεση, το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος, μπορεί να απαλλάσσεται από κάθε ποινή. 4. Εάν ο υπαίτιος των κακουργημάτων που προβλέπονται στην παρ. 2, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα, ιδίως ενώπιον δημόσιας αρχής ή με τραπεζική κατάθεση ή με μη ανακλητή δημόσια παρακατάθεση, το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος, τιμωρείται με μειωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 και εφόσον κριθεί από τις περιστάσεις, αν η πλήρης ικανοποίηση λάβει χώρα μέχρι την αμετάκλητ η παραπομπή, μπορεί να απαλλαγεί από κάθε ποινή.
ΚΠΔ Άρθρο 48
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 80.2%
ΚΠΔ Άρθρο 48: Αποχή από την ποινική δίωξη πλημμελημάτων υπό όρους 1. Στις περιπτώσεις πλημμελήματος που απειλείται στον νόμο με ποινή φυλάκισης έως τριών (3) ετών με ή χωρίς χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών - και εφόσον συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής - να απόσχει προσωρινά από την ποινική δίωξη με αιτιολογημένη διάταξή του, υπό τον όρο ότι αυτός στον οποίο αποδίδεται η πράξη, θα συναινέσει να εκπληρώσει όρους που κρίνονται ως κατάλληλοι να ικανοποιήσουν το δημόσιο συμφέρον για τη δίωξη και να μειώσουν τις συνέπειες της πράξης. Για τον λόγο αυτόν, ο εισαγγελέας καλεί αυτόν στον οποίο αποδίδεται η πράξη, να εμφανισθεί ενώπιόν του μόνος του ή με συνήγορο. Τέτοιοι όροι είναι ιδίως: α) η ουσιώδης προσπάθεια συμφιλίωσης με το ν παθόντα, β) η καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού σε φιλανθρωπική οργάνωση ή σε κοινωφελές ταμείο, γ) η συμμόρφωση σε υφιστάμενη υποχρέωση διατροφής, δ) η συμμετοχή σε πρόγραμμα κοινωνικής εκπαίδευσης, ε) η παρακολούθηση ορισμένου αριθμού μαθημάτων οδήγησης. Τα εδάφια ένα έως και τρία εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις απόπειρας ή συμμετοχής. 2. Στις περιπτώσεις των πλημμελημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 216, 242 παρ. 1 και 2, «375 παρ. 1, «386 παρ. 1 εδάφιο α, 386Α παρ. 1, 386Β παρ. 1 περ. α' και 390 παρ. 1 εδάφιο α' ΠΚ» και στους νόμους 1599/1986, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013 ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών και εφόσον συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, να απόσχει προσωρινά από την ποινική δίωξη με αιτιολογημένη διάταξή του, υπό τον όρο ότι αυτός στον οποίο αποδίδεται η πράξη θα αποκαταστήσει πλήρως την προκληθείσα ζημία καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας. Για τον λόγο αυτόν ο εισαγγελέας καλεί αυτόν, στον οποίο αποδίδεται η πράξη, να εμφανισθεί ενώπιόν του μόνος του ή με συνήγορο και, αν το κρίνει αναγκαίο, προηγουμένως τον παθόντα. Στην απόπειρα των πράξεων του πρώτου εδαφίου αρκεί η δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του ότι έχουν ικανοποιηθεί. 3. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας προσωρινής αποχής από την ποινική δίωξη ενημερώνεται ο παθών από την αξιόποινη πράξη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να διατυπώσει εγγράφως ή προφορικά τις απόψεις του στον εισαγγελέα, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα. 4. Ο εισαγγελέας ορίζει στον υπόχρεο εκπλήρωσης των όρων χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, το οποίο μπορεί να παραταθεί για ακόμη τρεις (3) μήνες. Η διάταξη του άρθρου 113 ΠΚ εφαρμόζεται και εδώ. Ο εισαγγελέας μπορεί με τη συναίνεση του καθ' ου οι όροι, να προβεί στην τροποποίηση ή άρση ειδικότερων όρων. 5. Εφόσον αυτός στον οποίο τέθηκαν οι όροι τους τηρήσει, ο εισαγγελέας εκδίδει διάταξη με την οποία απέχει οριστικά από την ποινική δίωξη την οποία κοινοποιεί στον Εισαγγελέα Εφετών για τη σύμφωνη γνώμη του. 6. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των όρων από το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πράξη, η αρχική συναίνεσή του για την εφαρμογή της διαδικασίας δεν επιτρέπεται να αξιοποιηθεί σε βάρος του σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας. 7. Αν στις ως άνω περιπτώσεις έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη, το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παραπέμπεται να δικαστεί η υπόθεση μπορεί, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, να παύσει προσωρινά την ποινική δίω ξη, επιβάλλοντας κατά την κρίση του στον κατηγορούμενο τους ανάλογους προς την πράξη όρους. [Οι παρ. 2 έως 5 ισχύουν αντιστοίχως]. 8. Η παραπάνω διαδικασία αποχής από την ποινική δίωξη, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί εκ νέου για το ίδιο πρόσωπο σε περίπτωση τέλεσης ομοειδούς εγκλήματος.
ΠΚ Άρθρο 137
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.1%
ΠΚ Άρθρο 137: Έμπρακτη μετάνοια 1. Στις περιπτώσεις των άρθρων 134 και 135, ο δράστης μένει ατιμώρητος αν με δική του θέληση παρεμπόδισε την επέλευση του αποτελέσματος που επιδίωξε με την πράξη του ή συντέλεσε αποφασιστικά στη ματαίωσή του. 2. Αν στις περιπτώσεις του άρθρου 134 ο δράστης συντέλεσε αποφασιστικά στην αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος, τιμωρείται με ποινή μειωμένη. Το δικαστήριο όμως μπορεί, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, να κρίνει την πράξη του ατιμώρητη.
ΠΚ Άρθρο 394
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.8%
ΠΚ Άρθρο 394: Αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος 1. Όποιος αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος από το οποίο προέρχεται το πράγμα, με φυλάκιση έως τρία (3) έτη, και αν πρόκειται για πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. 2. Αν το αντικείμενο της πράξης της προηγούμενης παραγράφου είναι μικρής αξίας, ο δράστης τιμωρείται με χρηματική ποινή. 3. Με τα πράγματα που προέρχονται από αξιόποινη πράξη εξομοιώνεται και το τίμημά τους, καθώς επίσης και τα αντικείμενα που αποκτήθηκαν μέσω αυτών». «4. Όποιος κατέχει κλεμμένο ή παρανόμως ιδιοποιημένο υλικό μέσο πληρωμής πλην των μετρητών, καθώς και όποιος προμηθεύεται ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ιδιοποιείται κλεμμένο υλικό μέσο πληρωμής πλην των μετρητών, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή.
ΠΚ Άρθρο 375
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.4%
ΠΚ Άρθρο 375: Υπεξαίρεση 1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών κα ι χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παρ. 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 3. Αν η υπεξαίρεση στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη. 4. Με το ξένο πράγμα εξομοιώνεται και: α) το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να το πουλήσει, καθώς και β) το κινητό πράγμα που απέκτησε ο υπαίτιος με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε.
ΠΚ Άρθρο 26
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.0%
ΠΚ Άρθρο 26: Υπαιτιότητα στα κακουργήματα και πλημμελήματα Τα κακουργήματα και πλημμελήματα τιμωρούνται μόνο όταν τελούνται με δόλο. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος, τα πλημμελήματα τιμωρούνται και όταν τελούνται από αμέλεια.
ΠΚ Άρθρο 133
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.0%
ΠΚ Άρθρο 133: Νεαροί ενήλικες Όταν ο δράστης κατά τον χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21ο) έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο μπορεί: α) να διατάξει τον περιορισμό του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (άρθρο 54) εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, λόγω της νεαρής ηλικίας και ότι ο περιορισμός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκλημάτων, ή β) να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 εδ. Β’ του άρθρου 130. Ο κρατούμενος μπορεί να παραμείνει στο ειδικό σωφρονιστικό κατάστημα νέων μέχρι την ηλικία των είκοσι πέντε (25) ετών.
ΠΚ Άρθρο 2
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.9%
ΠΚ Άρθρο 2: Αναδρομική ισχύς του ηπιότερου νόμου 1. Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. 2. Αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας.
ΚΠΔ Άρθρο 311
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 77.8%
ΚΠΔ Άρθρο 311: Περιεχόμενο του βουλεύματος 1. Το συμβούλιο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία, όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, εκτός αν στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται να παύσει προσωρινά η δίωξη σύμφωνα με τα άρθρα 310 παρ. 1 στοιχ. γ και 312 παρ. 1, ή όταν το γεγονός δεν συνιστά αξιόποινη πράξη ή όταν υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ή τον καταλογισμό. Αν έγινε παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης ή ανάκλησή της ή αν η πράξη αμνηστεύθηκε ή παραγράφηκε το αξιόποινό της ή αν ο κατηγορούμενος πέθανε, το συμβούλιο παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Στην περίπτωση που συντρέχει δεδικασμένο ή δεν υπάρχει έγκληση, η αίτηση ή η άδεια που απαιτείται για τη δίωξη (άρθρο 56), το συμβούλιο κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. 2. Το συμβούλιο στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου έχει την υποχρέωση να διατάξει συγχρόνως την απόδοση σε ορισμένο πρόσωπο ως ιδιοκτήτη των πραγμάτων που αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων που κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν στην ανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 259. Η διάταξη αυτή του βουλεύματος απέναντι σε τρίτους που δεν είναι διάδικοι στην ποινική διαδικασία (άρθρο 70) και που δεν υπέβαλαν τις αξιώσεις τους στο δικαστικό συμβούλιο έχει προσωρινή ισχύ και δεν τους εμποδίζει να προσφύγουν στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. Αν από την ανάκριση προκύπτει ότι ο ιδιοκτήτης είναι άγνωστο πρόσωπο, το συμβούλιο διατάσσει την εξακολούθηση της μεσεγγύησης και της φύλαξης, που προβλέπονται στα άρθρα 259 και 267. Είναι δυνατό όμως και να αντικαταστήσει συγχρόνως το φύλακα, ωσότου λυθεί το ζήτημα της κυριότητας από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. Επίσης το συμβούλιο διατάσσει την δήμευση των πραγμάτων που κατά τον νόμο πρέπει να δημευτούν. Κατά της διάταξης του βουλεύματος για την απόδοση ή δήμευση επιτρέπεται έφεση στους διαδίκους και στον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις έκρινε το δικαστικό συμβούλιο. 3. Στις περιπτώσεις της παρ. 1, αν παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής ή θανάτου του κατηγορουμένου ή κηρυχθεί απαράδεκτη, το συμβούλιο διατάσσει την απόδοση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων στον παθόντα, αν από τα στοιχεία της ανάκρισης ήθελε προκύψει ότι αυτά προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την αξιόποινη πράξη και συνιστούν την περιουσιακή ζημία που υπέστη αυτός. Διαφορετικά διατάσσεται η δήμευσή τους, εφόσον αυτή προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις. Στις προηγούμενες περιπτώσεις εφαρμόζεται αναλόγως και η διάταξη της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.
ΠΚ Άρθρο 85
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.7%
ΠΚ Άρθρο 85: Συρροή λόγων μείωσης της ποινής Όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84 ΠΚ), εφαρμόζεται μόνο μία (1) φορά η μείωση της ποινής, σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83. Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι λόγοι του πρώτου εδαφίου και οι ελαφρυντικές περιστάσεις.
Ν3500 Άρθρο 17
Ν. 3500/2006 - Ενδοοικογενειακή Βία
Σχετικότητα: 77.0%
Ν3500 Άρθρο 17: Ποινική δίωξη 1. Η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα των άρθρων 6, 7, 9 και 10 ασκείται αυτεπαγγέλτως. 2. Σε βάρος του υπαιτίου εφαρμόζεται η διαδικασία των άρθρων 417 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
ΠΚ Άρθρο 42
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.9%
ΠΚ Άρθρο 42: Έννοια και ποινή της απόπειρας 1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). 2. Το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ατιμώρητη την απόπειρα πλημμελήματος για το οποίο ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης όχι ανώτερη από ένα έτος ή μόνο χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις τέλεσης του εγκλήματος. 3. Αν ο υπαίτιος απόπειρας ενός εγκλήματος που τιμωρείται βαρύτερα όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα (άρθρο 29), προκαλέσει με υπαιτιότητά του το αποτέλεσμα αυτό, τιμωρείται με την ποινή του εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 83, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατ' άλλη διάταξη.
ΚΠΔ Άρθρο 45
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 76.6%
ΚΠΔ Άρθρο 45: Αποχή από την ποινική δίωξη 1. Στις περιπτώσεις του εγκλήματος της εκβίασης, που τελείται με την απειλή ότι θα αποκαλυφθεί αξιόποινη πράξη ή της απάτης, που αν την καταμήνυε ο παθών ήταν ενδεχόμενο να αποκαλυφθεί από την ανάκριση ενοχή του για άλλη συναφή με την απάτη πράξη και να διωχθεί ποινικά, μπορεί ο εισαγγελέας, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, με αιτιολογημένη διάταξή του να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη για την πράξη της οποίας η αποκάλυψη απειλήθηκε με την εκβίαση ή για την οποία ήταν δυνατό να διωχθεί αυτός που εξαπατήθηκε, με την προϋπόθεση ότι η δίωξή της, συγκρινόμενη με τη βαρύτητα της εκβίασης ή της απάτης που επρόκειτο να διωχθούν, δεν είναι απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. 2. Στις περιπτώσεις πλημμελήματος που απειλείται στον νόμο με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές ή με παροχή κοινωφελούς εργασίας, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί με αιτιολογημένη διάταξή του, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη, αν κρίνει ότι δεν υφίσταται σοβαρό δημόσιο συμφέρον για τη δίωξη και συντρέχουν ειδικές συνθήκες κατά την τέλεση της πράξης, όπως ιδίως συντρέχον πταίσμα του θύματος, έλλειψη βούλησής του για δίωξη, μικρές συνέπειες της πράξης ή συγκεκριμένες ιδιότητες στο πρόσωπο που αποδίδεται αυτή, όπως για παράδειγμα ασθένεια, γήρας, αναπηρία ή όταν το τελευταίο προσπάθησε να αποκαταστήσει άμεσα τη συντελεσθείσα προσβολή. 3. Αν στις ως άνω περιπτώσεις έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη με απευθείας κλήση στο ακροατήριο, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2, συναινεί δε και ο κατηγορούμενος, αν είναι παρών, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη.
ΠΚ Άρθρο 122
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.3%
ΠΚ Άρθρο 122: Αναμορφωτικά μέτρα 1. Αναμορφωτικά μέτρα είναι: α) η επίπληξη του ανηλίκου, β) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του, γ) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια, δ) η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων, ε) η συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος για έκφραση συγγνώμης και εν γένει για εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, στ) η αποζημίωση του θύματος ή η κατ’ άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο, ζ) η παρακολούθηση κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς, η) η φοίτηση σε σχολές επαγγελματικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης, θ) η παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής, θα) η παρακολούθηση ειδικών εκπαιδευτικών, καλλιτεχνικών ή πολιτιστικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς, θβ) η παρακολούθηση προγραμμάτων αθλητισμού και η συμμετοχή σε αθλητικά σωματεία, ι) η παροχή κοινωφελούς εργασίας, ια) η ανάθεση της επιμέλειας και επιτήρησης του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων και ιβ) η τοποθέτηση σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό ίδρυμα αγωγής. 2. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ως πρόσθετα αναμορφωτικά μέτρα επιπλέον υποχρεώσεις που αφορούν στον τρόπο ζωής του ανηλίκου ή στη διαπαιδαγώγησή του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιβάλει δύο ή περισσότερα από τα μέτρα που προβλέπονται στις περ. α’ έως και ια’ της παρ. 1. «3. Η επιλογή του αναμορφωτικού μέτρου που πρόκειται να επιβληθεί διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας, για την εφαρμογή της οποίας τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περ. α' έως θβ' της παρ. 1 προτάσσονται των υπολοίπων. Το περιεχόμενο και η διάρκεια κάθε μέτρου πρέπει να είναι ανάλογα προς τη βαρύτητα της πράξης που έχει τελεστεί, την προσωπικότητα του ανηλίκου και τις βιοτικές του συνθήκες. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών, ρυθμίζονται όλα τα θέματα που αφορούν στην επιβολή και εκτέλεση των μέτρων της πρώτης παραγράφου.». 4. Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται η μέγιστη διάρκεια του αναμορφωτικού μέτρου.
ΠΚ Άρθρο 27
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 75.6%
ΠΚ Άρθρο 27: Δόλος 1. Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται. 2. Όπου ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος. Και όπου ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεστεί με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος απαιτείται ο δράστης να έχει επιδιώξει να προκαλέσει αυτό το αποτέλεσμα.
ΚΠΔ Άρθρο 60
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 75.2%
ΚΠΔ Άρθρο 60: Εξέταση νομικών ζητημάτων αστικής φύσης στην ποινική δίκη 1. Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. 2. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με τον νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου.
ΚΠΔ Άρθρο 43
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 75.0%
ΚΠΔ Άρθρο 43: «Έναρξη ποινικής δίωξης - Τρόποι κίνησης - Αρχειοθέτηση 1. Ο εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται ή διαβιβάζοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών στην περίπτωση της επόμενης παραγράφου ή υποβάλλοντας αίτηση για την έκδοση ποινικής διαταγής (άρθρο 409). Στα κακουργήματα ή πλημμελήματα για τα οποία απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή τα οποία υπάγονται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, καθώς και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας μονομελούς εφετείου (περ. δ' άρθρου 110), κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 2 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνησή της. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και επί ανηλίκων, για πράξεις που αν τις διέπραττε ενήλικος, θα διατασσόταν προκαταρκτική εξέταση. Αν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου των οργάνων ελέγχου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ή άλλων ελεγκτικών αρχών και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον η ποινική δίωξη που πρόκειται να ασκηθεί αναφέρεται σε πράξεις ίδιες με εκείνες για τις οποίες διενεργήθηκε η Ε.Δ.Ε. ή αναφέρονται στο πόρισμα ή την έκθεση ελέγχου. 2. Αν διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση αρμόδιας κατά τον νόμο για έλεγχο αρχής για πλημμέλημα των προσώπων της περ. δ' του άρθρου 110, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κινεί την ποινική δίωξη διαβιβάζοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών με σχέδιο κλητηρίου θεσπίσματος. Αν ο εισαγγελέας εφετών κρίνει ότι δεν συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο με απευθείας κλήση, υποβάλλει σχετική πρόταση στο συμβούλιο εφετών διατηρώντας το δικαίωμα να διατάξει προηγουμένως προανάκριση για τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού. 3. Αν η μήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών τη θέτει στο αρχείο με συνοπτικά αιτιολογημένη πράξη του. 4. Αν έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 της παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση αρμόδιας κατά τον νόμο για έλεγχο αρχής και ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, θέτει την υπόθεση στο αρχείο και, υποβάλλοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, αναφέρει σε αυτόν τους λόγους για τους οποίους δεν άσκησε ποινική δίωξη. Ο τελευταίος, αν δεν συμφωνεί, έχει δικαίωμα να παραγγείλει είτε τη συμπλήρωση προκαταρκτικής εξέτασης είτε την άσκηση ποινικής δίωξης, εκθέτοντας στην παραγγελία του συνοπτικά τους λόγους που την δικαιολογούν, προσδιορίζοντας σαφώς τα νομικά χαρακτηριστικά της αξιόποινης πράξης. 5. Μήνυση ή αναφορά η οποία υποβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο ανωνύμως ή με ανύπαρκτο όνομα, ή χωρίς να τηρούνται οι προϋποθέσεις των παρ. 2 και 4 του άρθρου 42, τίθεται αμέσως στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Όταν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που μνημονεύονται ειδικά στην παραγγελία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, διατάσσεται η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. 6. Ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνον όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών, τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή καλεί τον μηνυ όμενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση για παροχή εξηγήσεων».
ΠτωχΚ Άρθρο 165
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 75.0%
ΠτωχΚ Άρθρο 165: Διαδικασία εκποίησης κινητών μικρής αξίας Τα κινητά του οφειλέτη αξίας μικρότερης από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, σύμφωνα με τη μέση τιμή των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών της παρ. 4 του άρθρου 162, εκποιούνται ως μία ή περισσότερες ομάδες πραγμάτων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 162 έως και 164.
ΠΚ Άρθρο 14
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 75.0%
ΠΚ Άρθρο 14: Έννοια της αξιόποινης πράξης 1. Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή σε εκείνον που την τέλεσε, η οποία τιμωρείται από τον νόμο. 2. Στις διατάξεις των ποινικών νόμων ο όρος «πράξη» περιλαμβάνει και τις παραλείψεις.
ΠΚ Άρθρο 380
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.7%
ΠΚ Άρθρο 380: Ληστεία 1. Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή. 2. Αν από την πράξη επήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. 3. Οι ποινές των προηγούμενων παραγράφων επιβάλλονται και σε εκείνον που καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω να κλέβει και μεταχειρίζεται σωματική βία εναντίον προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής για να διατηρήσει το κλοπιμαίο.
Ν4139 Άρθρο 43
Ν. 4139/2013 - Ναρκωτικά
Σχετικότητα: 74.4%
Ν4139 Άρθρο 43: Προδικασία - Αρμοδιότητες 1. Για την εκδίκαση των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 20, 22, 24 παράγραφος 2, 25 παράγραφος 1 εδάφιο τέταρτο και 30 παράγραφος 4 περίπτωση δ', αρμόδιο είναι το μονομελές εφετείο, ενώ για την εκδίκαση των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 23 είναι το τριμελές εφετείο. Τα δικαστήρια αυτά συνεδριάζουν σε ιδιαίτερες δικασίμους κατά τις οποίες προσδιορίζονται μόνο υποθέσεις που αφορούν τα ανωτέρω εγκλήματα. Για την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών τα ποινικά εφετεία μπορεί να συνεδριάζουν και κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εκτός από τον Αύγουστο, κατά τον οποίο μπορεί να συνεδριάζουν αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι προς τούτο. 2. Για τα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 20, 21, 22, 23, 24, 25, 29 και 30 του Κεφαλαίου Δ': α) Η ανάκριση στις πόλεις Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης διεξάγεται από ανακριτές στους οποίους ανατίθεται αποκλειστικά η ανάκριση μόνο αυτών των εγκλημάτων. β) Για την επιβολή ή συνέχιση της προσωρινής κράτησης πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει αν ο κατηγορούμενος είναι εξαρτημένος. γ) Μόλις περατωθεί η ανάκριση, η δικογραφία υποβάλλεται από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι προκύπτουν ενδείξεις και ότι δεν πρέπει να την επιστρέψει για να συμπληρωθεί, εισάγει, εφόσον συμφωνεί και ο πρόεδρος εφετών, την υπόθεση στο ακροατήριο με απευθείας κλήση, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή. Αν ο εισαγγελέας εφετών κρίνει ότι δεν συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο με απευθείας κλήση, εισάγει την υπόθεση με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών, που αποφασίζει σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 309-315 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν κρίνει ότι οι πράξεις έχουν χαρακτήρα πλημμελήματος, αποφαίνεται σχετικώς με αιτιολογημένη διάταξη και με παραγγελία του προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών εισάγεται η υπόθεση από τον τελευταίο στο συμβούλιο πλημμελειοδικών. 3. Σε περίπτωση εισαγωγής με απευθείας κλήση, για τη διάρκεια της ισχύος του εντάλματος σύλληψης και για τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου αποφαίνεται με διάταξή του, κατά της οποίας δεν χωρεί προσφυγή, ο πρόεδρος εφετών. Για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους, αποφαίνεται το συμβούλιο εφετών. Αν διατάχθηκε η διατήρηση της ισχύος εντάλματος σύλληψης, ο εισαγγελέας εφετών με διάταξή του, της οποίας δεν απαιτείται τοιχοκόλληση, διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο ως προς τον κατηγορούμενο που φυγοδικεί, μέχρι να προσέλθει ή να συλληφθεί. 4. Σε περίπτωση περισσότερων κατηγορουμένων, το συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφανθεί για ποιους δεν προκύπτουν ενδείξεις και για ποιους πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει η ποινική δίωξη ή να χωριστεί ως προς αυτούς η υπόθεση. Αν για μερικούς από τους κατηγορουμένους δεν περατώθηκε η ανάκριση και προβλέπεται ότι η περάτωσή της θα καθυστερήσει, ο ανακριτής, με διάταξή του που δεν υπόκειται σε προσφυγή, μπορεί να διατάσσει το χωρισμό ως προς αυτούς και συνεχίζει την ανάκριση για τους λοιπούς κατηγορουμένους. 5. Για τις παραβάσεις του νόμου αυτού ο ανακριτής μπορεί να μεταβαίνει και να ενεργεί ανακριτικές πράξεις και έξω από την έδρα του ή και σε άλλη δικαστική περιφέρεια μετά από προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση του εισαγγελέα εφετών. 6. Οι ελληνικές δικαστικές αρχές του τόπου της έδρας ή της πραγματικής εγκαταστάσεως του νομικού προσώπου προς όφελος του οποίου διαπράχθησαν αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα, έχουν δικαιοδοσία και αρμοδιότητα διώξεως και εκδικάσεως των πράξεων αυτών.
ΚΠΔ Άρθρο 53
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 74.3%
ΚΠΔ Άρθρο 53: Δίωξη μόνο με έγκληση «1. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στον Ποινικό Κώδικα ή σε άλλους νόμους, η ποινική δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση του παθόντος. Ο εγκαλών κατά την υποβολή της έγκλησης, για τα απολύτως κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, ενώπιον κάθε αρμόδιας αρχής καταθέτει παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.). Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Αν δεν κατατεθεί παράβολο, η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξαιρούνται από την κατάθεση παραβόλου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3226/2004 (Α' 24). Δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου για τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσι ας ζωής, τα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας, τα εγκλήματα ρατσιστικών διακρίσεων (άρθρο 82Α ΠΚ) και τα εγκλήματα παραβιάσεων της ίσης μεταχείρισης. Για αξιόποινες πράξεις που τελούνται σε βάρος δημοσίων οργάνων και υπαλλήλων κατά την άσκηση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σε αυτούς, ο παθών υποβάλλει την έγκληση ατελώς και χωρίς την κατάθεση παραβόλου. Κατά της διάταξης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, με την οποία η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω μη κατάθεσης παραβόλου, δεν επιτρέπεται άσκηση προσφυγής κατά το άρθρο 52». 2. Αφού υποβληθεί η έγκληση, η ποινική δίωξη προχωρεί όπως και στα εγκλήματα που διώκονται αυτεπαγγέλτως. Αν η δίωξη ασκήθηκε χωρίς έγκληση, η σχετική με την έγκληση δήλωση μπορεί να γίνει από τον παθόντα και στο ακροατήριο πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στον πρώτο βαθμό.
ΠΚ Άρθρο 44
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.0%
ΠΚ Άρθρο 44: Υπαναχώρηση 1. Η απόπειρα μένει ατιμώρητη αν ο δράστης, αφού άρχισε την εκτέλεση της αξιόποινης πράξης, δεν την ολοκλήρωσε με τη θέλησή του και όχι από εξωτερικά εμπόδια. 2. Αν ο δράστης αποτυχημένου εγκλήματος δεν επαναλάβει άμεσα την πράξη του, με δική του θέληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια, τιμωρείται με την ποινή της απόπειρας μειωμένη στο μισό. 3. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται και ο δράστης που ολοκλήρωσε την πράξη του, παρεμπόδισε όμως με τη θέλησή του την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος. Το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την απόπειρα ατιμώρητη. Τα ίδια ισχύουν και αν το αποτέλεσμα δεν επήλθε από άλλη αιτία και o δράστης κατέβαλε πάντως σοβαρή προσπάθεια για να το αποτρέψει. Οι πράξεις των εδαφίων α' και γ' μένουν ατιμώρητες, αν πρόκειται για έγκλημα το αξιόποινο του οποίου εξαλείφεται με έμπρακτη μετάνοια. 4. Οι προηγούμενες παράγραφοι εφαρμόζονται και για τον συμμέτοχο που με τη θέλησή του εμπόδισε την ολοκλήρωση της πράξης ή την επέλευση του αποτελέσματος. ΙI. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
ΚΠΔ Άρθρο 312
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 73.8%
ΚΠΔ Άρθρο 312: Προσωρινή παύση της ποινικής δίωξης 1. Παύει προσωρινά η δίωξη, και ο προσωρινά κρατούμενος απολύεται, αν υπάρχουν ενδείξεις, δεν είναι όμως επαρκείς για να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο. Σε αυτή την περίπτωση, τότε μόνο μπορεί να διωχθεί πάλι ο κατηγορούμενος για την ίδια πράξ η, αν οι ενδείξεις που υπήρχαν εναντίον του και που δεν κρίθηκαν επαρκείς ενισχυθούν με νέες, που δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως στην κρίση του συμβουλίου. Ο εισαγγελέας συγκεντρώνει με οποιονδήποτε τρόπο κρίνει σκόπιμο τις νέες ενδείξεις και οφείλει να τις υποβάλει προηγουμένως στο συμβούλιο, περιμένοντας ωσότου το βούλευμα επιτρέψει τη νέα δίωξη. 2. Αν η δίωξη έπαυσε προσωρινά με βούλευμα του συμβουλίου εφετών ή με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών, που επικυρώθηκε με βούλευμα του συμβουλίου εφετών, την άδεια για νέα δίωξη την παρέχει το συμβούλιο εφετών. Αν αυτό επιτρέψει τη νέα δίωξη και αφού γίνει η ανάκριση στο πλημμελειοδικείο, το συμβούλιο εφετών αποφασίζει κατ' ουσία και στην περίπτωση ακόμα που έχουν περιληφθεί στη νέα δίωξη πρόσωπα που αρχικά δεν είχαν διωχθεί. 3. Και όταν το συμβούλιο παύει προσωρινά την ποινική δίωξη, διατάσσει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, αν κρίνει ότι τα πράγματα που αφαιρέθηκαν ή τα πειστήρια δεν είναι χρήσιμα για ενδεχόμενη νέα δίωξη.
ΠΚ Άρθρο 98
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 73.8%
ΠΚ Άρθρο 98: Έγκλημα κατ' εξακολούθηση 1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96 Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. 2. Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. ΙV. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
ΠΚ Άρθρο 263Α
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 73.4%
ΠΚ Άρθρο 263Α: Ευνοϊκά μέτρα 1. [Καταργείται] 2. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 236 παρ. 1, 2 και 3 και 237 παρ. 2 και 3 ή ο συμμέτοχος στις πράξεις των άρθρων 235 παρ. 1, 2 και 3, 237 παρ. 1 και 239 έως 260, καθώς και του άρθρου 390, όταν τελείται από υπάλληλο, συμβάλει ουσιωδώς, με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής υπαλλήλου στις πράξεις αυτές, τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 99. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας ποινικής δίωξης κατά του υπαιτίου για ορισμένο χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αλήθεια των εισφερόμενων στοιχείων. Την αναστολή της δίωξης μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο, εφόσον τα στοιχεία εισφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό. Με το ίδιο βούλευμα ή απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η άρση ή η αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν επιβληθεί. Αν μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης προκύψει ότι τα εισφερθέντα από τον υπαίτιο στοιχεία δεν ήσαν επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του υπαλλήλου, το σχετικό βούλευμα ή απόφαση ανακαλείται και συνεχίζεται κατά του υπαιτίου η ανασταλείσα ποινική δίωξη. 3. Υπάλληλος, υπαίτιος ή συμμέτοχος για την τέλεση των πράξεων των άρθρων 235 έως 260, καθώς και του άρθρου 390, ο οποίος συμβάλλει ουσιωδώς, με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής στις πράξεις αυτές άλλων υπαλλήλων που κατέχουν θέση ανώτερη της δικής του, ή συμμέτοχος μη υπάλληλος στις πράξεις αυτές, εξαιρουμένης της τελέσεως από αυτόν της πράξης του άρθρου 236 ΠΚ, τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2, εφόσον ο ίδιος έχει μεταβιβάσει στο Δημόσιο όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχει αποκτήσει, αμέσως ή εμμέσως, από την τέλεση ή τη συμμετοχή στην τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων. Αν κατ' εξαίρεση η μεταβίβαση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το δικαστήριο μπορεί να επιφυλαχθεί ως προς την επί ποινής κρίση του, διακόπτοντας προς τούτο τη διαδικασία για ορισμένη ημερομηνία και χωρίς το χρονικό περιορισμό του άρθρου 352 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην περίπτωση αυτή ορίζει και τις συγκεκριμένες μεταβιβάσεις ή άλλες ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί ο δράστης για να τύχει του σχετικού ευεργετήματος. Με την απόφαση περί διακοπής της δίκης το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την άρση ή την αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν επιβληθεί. 4. α) Αν κάποιος από τους υπαιτίους των εγκλημάτων των άρθρων 235 έως 260, 390 και 396 ή πράξεων νομιμοποίησης εσόδων που προέρχονται άμεσα από τις συγκεκριμένες εγκληματικές δραστηριότητες, εισφέρει αποδεικτικά στοιχεία για τη συμμετοχή στις πράξεις αυτές προσώπων που διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί, το δικαστικό συμβούλιο, με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισα γγελέα, διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης και την αμελλητί παραπομπή της δικογραφίας στη Βουλή. Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει το δικαστήριο και όταν τα στοιχεία εισφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό. Με το ίδιο βούλευμα ή απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η άρση ή η αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν ταχθεί. β) Αν η Βουλή κρίνει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, ότι τα στοιχεία δεν είναι επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού, το βούλευμα ή η απόφαση ανακαλείται και η ανασταλείσα ποινική δίωξη συνεχίζεται. Αν η Βουλή αποφασίσει την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταδίκης από το Ειδικό Δικαστήριο, ο κατά το προηγούμενο εδάφιο συμμέτοχος που εισέφερε τα αποδεικτικά στοιχεία τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2. 5. Αν η κίνηση της ποινικής διαδικασίας δεν είναι δυνατή λόγω εξάλειψης του αξιόποινου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 86 παρ. 3 εδ. Β' του Συντάγματος, στον κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παρ. 2. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2.
ΠΚ Άρθρο 68
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 73.1%
ΠΚ Άρθρο 68: Δήμευση 1. Αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους, και όσα αποκτήθηκαν με αυτά αμέσως ή εμμέσως, επίσης και αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμετόχους. Αν τα παραπάνω αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία έχουν αναμειχθεί με περιουσία που αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η σχετική περιουσία υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία των αναμειχθέντων αντικειμένων. 2. Δήμευση δεν επιβάλλεται, όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι αυτή είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη, όπως όταν υπάρχει κίνδυνος να αποστερήσει τον καταδικασθέντα ή τρίτο, ιδίως την οικογένειά τους, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους ή να προκαλέσει σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ανάλογα περιορισμένη δήμευση ή να επιβάλει χρηματική ποινή, σύμφωνα με την παράγραφο 4. 3. Αν τα αντικείμενα ή τα περιουσιακά στοιχεία της παραγράφου 1 δεν υπάρχουν πλέον ή δεν έχουν βρεθεί, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει δήμευση (αναπληρωματική δήμευση) σε ίσης, κατά το χρόνο έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, αξίας περιουσιακά στοιχεία του δράστη. 4. Αν το δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει δήμευση στα αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία των προηγούμενων παραγράφων, επειδή αυτά δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν ή ανήκουν εν όλω ή εν μέρει σε τρίτο, στον οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί δήμευση, μπορεί να επιβάλει στον δράστη χρηματική ποινή μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των αντικειμένων αυτών. 5. Η δήμευση επιβάλλεται σε τρίτο αν τα αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάσθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από τον δράστη σε αυτόν ή αν αποκτήθηκαν από αυτόν ή περιήλθαν με άλλο τρόπο σε αυτόν, εφόσον κατά το χρόνο κτήσης των περιουσιακών στοιχείων γνώριζε ότι ενδέχεται να προέρχονται από κακούργημα ή πλημμέλημα εκ δόλου και ότι σκοπός της μεταβίβασής τους ήταν να αποφευχθεί η δήμευση. Η γνώση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, πρέπει να προκύπτει από το συνδυασμό περισσότερων ειδικά αναφερόμενων στην απόφαση του δικαστηρίου περιστατικών, όπως ιδίως ότι η μεταβίβαση ή η απόκτηση του περιουσιακού στοιχείου πραγματοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα σημαντικά κατώτερο από την αγοραία αξία ή από εκείνο που θα προέκυπτε, με βάση τη συνήθη πρακτική, στις ο ικείες βιοτικές σχέσεις. Η δήμευση επιβάλλεται στον τρίτο μόνο εφόσον δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος του δράστη δήμευση του ανταλλάγματος που έλαβε για τη μεταβίβαση ή αναπληρωματική δήμευση. Όταν ο τρίτος είναι νομικό πρόσωπο, εξετάζεται αν υπήρχε η προβλεπόμενη γνώση σχετικά με την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων, σε όποιον έχει εξουσία εκπροσώπησής του ή είναι εξουσιοδοτημένος για τη λήψη αποφάσεων ή για την άσκηση ελέγχου, στο πλαίσιο του νομικού προσώπου ή της επιχείρησης ή σε όποιον ασκεί εν τοις πράγμασι τα καθήκοντα αυτά. 6. Σε κάθε περίπτωση δήμευσης, το δικαστήριο αποφασίζει αν αυτά που δημεύθηκαν, επιβάλλεται να καταστραφούν ή αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το δημόσιο συμφέρον ή για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του θύματος. ΙΙΙ. ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΠΚ Άρθρο 378Α
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 72.8%
ΠΚ Άρθρο 378Α: Φθορά έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων 1. Όποιος καταστρέφει, βλάπτει, ρυπαίνει, αλλοιώνει με οποιονδήποτε τρόπο τη μορφή ή καθιστά ανέφικτη ή δυσχερή τη χρήση έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου, το οποίο εκτίθεται ή φυλάσσεται σε κοινόχρηστους χώρους, εσωτερικούς ή εξωτερικούς χώρους του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού ή εποπτευόμενων ή αναγνωρισμένων από αυτό, ή σε οποιονδήποτε χώρο όπου εκτίθενται ή φυλάσσονται τα έργα τέχνης και συλλεκτικά αντικείμενα δυνάμει συμβάσεων μεταξύ των ανωτέρω φορέων και τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. 2. Αν η πράξη της παρ. 1 τελέστηκε από αμέλεια, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος ή με χρηματική ποινή. 3. Αν πρόκειται για έργο τέχνης ή συλλεκτικό αντικείμενο αξίας άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και η πράξη της παρ. 1 έγινε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης ή από δύο ή περισσότερους ενωμένους για την τέλεσή της, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
ΠΚ Άρθρο 1
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 72.8%
ΠΚ Άρθρο 1: Καμία ποινή χωρίς νόμο Έγκλημα δεν υπάρχει χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της καθώς και την επιβλητέα γι' αυτή ποινή.
ΚΠΔ Άρθρο 139
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 72.8%
ΚΠΔ Άρθρο 139: Αιτιολογίες 1. Οι αποφάσεις, οι ποινικές διαταγές και τα βουλεύματα, καθώς και οι διατάξεις του ανακριτή και του εισαγγελέα, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα, ενώ η καταδικαστική απόφαση και το παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να αναφέρουν και τον αριθμό του άρθρου του ποινικού νόμου που εφαρμόζεται. Μόνη η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου δεν αρκεί για την αιτιολογία. 2. Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
ΚΠΔ Άρθρο 178
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 72.8%
ΚΠΔ Άρθρο 178: Αποδεικτικά μέσα Βάρος απόδειξης 1. Στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικών μέσων. Κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι: α) οι ενδείξεις· β) η αυτοψία· γ) η πραγματογνωμοσύνη· δ) η ομολογία του κατηγορουμένου· ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα. 2. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ του. Οι δικαστές «και οι εισαγγελείς» είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. 3. Οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής είναι προς όφελος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου.
ΚΠΔ Άρθρο 59
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 72.5%
ΚΠΔ Άρθρο 59: Προδικαστικά ζητήματα στην ποινική δίκη 1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. «2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, και 363 ΠΚ, όταν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών διαπιστώσει, πως για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη ή διενεργείται προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση της παρ. 2 του άρθρου 245, ή έχει ασκηθεί αγωγή ή αίτηση ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, αναβάλλει με πράξη του που περιέχει συνοπτική αιτιολογία, κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης ή της πολιτικής δίκης». 3. Στις περιπτώσεις που υποβάλλεται μήνυση ή έγκληση σε βάρος των οργάνων ελέγχου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας για παράβαση των άρθρων 224, 229, 242, 259, 362, 363 ΠΚ, που τέλεσαν με πόρισμα, έκθεση ή κατάθεση κατά τη διάρκεια επιθεώρησης ή ελέγχου ή εξαιτίας αυτών, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την ένορκη διοικητική εξέταση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε κατά του υπαιτίου με βάση την έκθεση, το πόρισμα ή την κατάθεση των ανωτέρω, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. 4. Στις περιπτώσεις οποιασδήποτε από τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης εισόδου στη χώρα και εξόδου από αυτή, της κατοχής και της χρήσης ταξιδιωτικών εγγράφων ή δελτίων ταυτοτήτων ή αδειών διαμονής ή άλλων εγγράφων πλαστών ή γνησίων, που εκδόθηκαν για άλλο πρόσωπο, της παράνομης εργασίας και της πορνείας ή άλλης πράξης διευκόλυνσής τους, που φέρεται ότι διαπράχθηκε από θύμα εγκλήματος των άρθρων 323Α, 348 παρ. 2, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351Α ΠΚ, του άρθρου 29 παρ. 5 και 6 και του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, εξαιτίας της σε βάρος του συμπεριφοράς του δράστη των ανωτέρω πράξεων, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την αυτεπάγγελτη προανάκριση αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια κατά του θύματος έως το τέλος της ποινικής δίωξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα που τελέσθηκαν σε βάρος του θύματος, αν η απόφαση είναι καταδικαστική, δεν ασκείται ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες πράξεις του. Ο εισαγγελέας, ωστόσο, μπορεί με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη, ακόμα κι αν η απόφαση δεν είναι καταδικαστική ή αν η καταγγελία τεθεί στο αρχείο αγνώστων δραστών, αν από τα στοιχεία της δικογραφίας κρίνει ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν θύμα εμπορίας ανθρώπων. 5. Αν έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του θύματος των αξιόποινων πράξεων της παρ. 4, το δικαστήριο αναστέλλει τη δίκη έως το τέλος της ποινικής δίωξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα που τελέσθηκαν σε βάρος του θύματος, αν η απόφαση είναι καταδικαστική, παύει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες πράξεις του. Επίσης, το δικαστήριο μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, ακόμα και αν η απόφαση δεν είναι καταδικαστική, αν από τα στοιχεία της δικογραφίας κρίνει ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν θύμα εμπορίας ανθρώπων.
ΠΚ Άρθρο 227
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 72.1%
ΠΚ Άρθρο 227: Έμπρακτη μετάνοια Στις περιπτώσεις του άρθρου 224 η πράξη μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος με την ελεύθερη θέλησή του ανακάλεσε ενώπιον της ίδιας αρχής την ψευδή κατάθεση με νέα κατάθεση. Η ανάκληση αυτή δεν απαλλάσσει από την ποινή τον υπαίτιο, αν η αρχή έχει ήδη εκδώσει απόφαση ή αν επήλθε σε άλλον κάποια έννομη επιβλαβής συνέπεια.
ΚΠΔ Άρθρο 37
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 72.1%
ΚΠΔ Άρθρο 37: Αυτεπάγγελτη δίωξη Όταν δεν απαιτείται έγκληση ή αίτηση, η ποινική δίωξη κινείται αυτεπάγγελτα, ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη πληροφορία ότι διαπράχθηκε αξιόποινη πράξη.
ΠΚ Άρθρο 172
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 71.8%
ΠΚ Άρθρο 172: Ελευθέρωση φυλακισμένου 1. Όποιος με πρόθεση ελευθερώνει φυλακισμένο ή άλλον που κρατείται νόμιμα με διαταγή της αρχής τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. 2. Αν ο δράστης της πράξης της προηγούμενης παραγράφου είναι υπάλληλος επιφορτισμένος με τη φύλαξη ή άλλο πρόσωπο επιφορτισμένο με την υποχρέωση αυτή τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή, εφόσον ο δράστης ήταν επιφορτισμένος με τη φύλαξη αυτού που απέδρασε. 3. Ο εξ αμελείας υπαίτιος μένει ατιμώρητος αν με δική του προσπάθεια συλληφθεί εντός ενός μηνός εκείνος που απέδρασε.
Ν3500 Άρθρο 13
Ν. 3500/2006 - Ενδοοικογενειακή Βία
Σχετικότητα: 71.7%
Ν3500 Άρθρο 13: Ποινικές συνέπειες 1. Η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης καταχωρίζεται σε ειδική μερίδα στο δελτίο ποινικού μητρώου και τηρείται για χρονικό διάστημα ίσο προς τον εκ του νόμου προβλεπόμενο χρόνο παραγραφής του εγκλήματος στο οποίο αφορά. 2. Αν ο ενδιαφερόμενος συμμορφωθεί προς τους όρους της ποινικής διαμεσολάβησης για χρονικό διάστημα τριών ετών, τότε η σχετική διαδικασία ολοκληρώνεται και εξαλείφεται η ποινική αξίωση της πολιτείας για το έγκλημα που αφορά. 3. Η διαπιστούμενη από τον εισαγγελέα υπαίτια μη ολοκλήρωση της ποινικής διαμεσολάβησης ή η άσκηση ποινικής δίωξης για αδίκημα του παρόντος που τελέστηκε κατά τη διάρκειά της, διακόπτει τη διαδικασία και προκαλεί την αναδρομική άρση των επελθόντων αποτελεσμάτων. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο, η δε ποινική διαδικασία συνεχίζεται κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χωρίς να επιτρέπεται πλέον η υποβολή νέου αιτήματος για ποινική διαμεσολάβηση τόσο για την ίδια υπόθεση όσο και για κάθε επόμενη με τον ίδιο δράστη. Το σχετικό υλικό τίθεται σε ειδικό αρχείο ενδοοικογενειακής βίας της εισαγγελίας για χρήση μόνο από εισαγγελικό λειτουργό. 4. Ενόσω διαρκεί η διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης, τελεί σε εκκρεμοδικία η πράξη στην οποία αυτή αφορά. Η άσκηση ποινικής δίωξης για πράξη για την οποία εξαλείφθηκε η ποινική αξίωση της πολιτείας, λόγω ολοκληρώσεως της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης, είναι απαράδεκτη. Η παραγραφή της πράξης αναστέλλεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης. 5. Η άρνηση ενός εκ των διαδίκων μερών να δεχθεί τη διαμεσολάβηση ή η αποτυχία ολοκληρώσεώς της, για οποιαδήποτε αιτία, δεν επάγονται σε βάρος αυτών καμία αρνητική ουσιαστική ή δικονομική συνέπεια στην ποινική δίκη που επακολουθεί. 6. Στην παρ. 3 του άρθρου 574 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται στοιχείο γ', το οποίο έχει ως εξής: «γ) η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης σε εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας.»
ΚΠΔ Άρθρο 313
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 71.7%
ΚΠΔ Άρθρο 313: Παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο Το συμβούλιο αποφασίζει την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, όταν διαπιστώσει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του για ορισμένη πράξη. Ομοίως, κατ' εξαίρεση των οριζομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 311, το δικαστικό συμβούλιο διατάσσει την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου και όταν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση απαλλαγής από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και επιβολής μέτρου θεραπείας κατά το άρθρο 69Α ΠΚ. Αν κατά του κατηγορουμένου έχει εκδοθεί ένταλμα προσωρινής κράτησης, το σχετικό βούλευμα του συμβουλίου εκδίδεται υποχρεωτικά εντός τριάντα ημερών από την υποβολή σε αυτό της πρότασης του εισαγγελέα.
ΚΠΔ Άρθρο 51
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 71.7%
ΚΠΔ Άρθρο 51: Έγκληση του παθόντος «1. Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2, 3 και 4.» 2. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξή του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα. «3. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, απορρίπτει την έγκληση με διάταξή του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα». 4. Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παρ. 1 και 6, 44, 45, 47, 48, 49 και 50 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση.
ΠΚ Άρθρο 209
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 71.5%
ΠΚ Άρθρο 209: «Παραποίηση και νόθευση άυλων μέσων πληρωμής 1. Όποιος παραποιεί ή νοθεύει άυλο μέσο πληρωμής με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσιο, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Με ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, με τον ίδιο σκοπό, προμηθεύεται, κατέχει ή διαθέτει το παραποιημένο ή νοθευμένο άυλο μέσο πληρωμής της παρ. 1. 3. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις μικρής αξίας άυλων μέσων πληρωμής, οι πράξεις της παρ. 1 τιμωρούνται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη και οι πράξεις της παρ. 2 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έως ένα (1) έτος».
ΚΠΔ Άρθρο 372
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 71.2%
ΚΠΔ Άρθρο 372: Έξοδα. Τύχη των πραγμάτων που κατασχέθηκαν Με την τελειωτική απόφαση οι διάδικοι που ηττήθηκαν στη δίκη καταδικάζονται στα έξοδα (άρθρα 577 επ.). Με την ίδια απόφαση το δικαστήριο διατάσσει να αποδοθούν στον ιδιοκτήτη τα πράγματα που αφαιρέθηκαν και τα πειστήρια, όσα κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν κατά την ανάκριση και δεν έγινε άρση της κατάσχεσής τους σύμφωνα με το άρθρο 269. Διατάσσει επίσης τη δήμευση των αντικειμένων που πρέπει να δημευτούν. Στις προηγούμενες περιπτώσεις εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 311 παρ. 2.
ΠΚ Άρθρο 231
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 71.0%
ΠΚ Άρθρο 231: Υπόθαλψη - Παρεμπόδιση δικαιοσύνης 1. Όποιος εν γνώσει ματαιώνει τη δίωξη άλλου για κακούργημα ή πλημμέλημα που διέπραξε τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή. 2. Η υπόθαλψη μπορεί να μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος την τέλεσε υπέρ κάποιου οικείου του. 3. Όποιος παρεμποδίζει την απονομή της δικαιοσύνης, ασκώντας αυθαίρετη παρέμβαση, πριν ή κατά τη διάρκεια έρευνας οποιασδήποτε αρχής ή σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης, με χρήση σωματικής βίας, απειλής, εκφοβισμού, παραπλάνησης, με κατάχρηση θέσης εξουσίας ή εξάρτησης οποιασδήποτε φύσης ή με υπόσχεση ωφελήματος, έναντι άλλου, προκειμένου αυτός να δώσει ψευδή κατάθεση ή να καθυστερήσει να τη δώσει ή να μεταβάλει την κατάθεσή του ή να αρνηθεί να καταθέσει ή να αποκρύψει, καταστρέψει, αλλοιώσει, αφαιρέ σει, αντικαταστήσει αποδεικτικά στοιχεία ή να παρεμποδίσει την πρόσβαση σε αυτά ή τη χρήση τους, εφόσον η πράξη του δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή αν η διερευνώμενη πράξη αφορά πλημμέλημα, και β) με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή αν η διερευνώμενη πράξη αφορά κακούργημα. 4. Με τις ποινές της παρ. 3 τιμωρείται και όποιος πριν ή κατά τη διάρκεια έρευνας οποιασδήποτε αρχής ή σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης αποκρύπτει, καταστρέφει, αλλοιώνει, αφαιρεί, αντικαθιστά αποδεικτικά στοιχεία ή παρεμποδίζει την πρόσβαση σε αυτά ή τη χρήση τους, εφόσον η πράξη του δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.
ΠΚ Άρθρο 187Γ
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 70.9%
ΠΚ Άρθρο 187Γ: Ευνοϊκά μέτρα 1. Αν κάποιος από τους υπαιτίους των πράξεων των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 187 ή των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 187Α καταστήσει δυνατή με αναγγελία στην αρχή την πρόληψη της διάπραξης ενός από τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα, ή με τον ίδιο τρόπο συμβάλλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της οργάνωσης ή στην πλήρη εξιχνίαση εγκλήματος της οργάνωσης που τελέστηκε από άλλον, απαλλάσσεται από την ποινή για τις πράξεις αυτές . Αν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με αιτιολογημένη διάταξή του απέχει από την άσκησή της και υποβάλλει τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η ως άνω διάταξη μαζί με τη σύμφωνη γνώμη κοινοποιείται στον Εισαγγελέα, που εποπτεύει τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας, για την ενημέρωσή του. 2. Αν στην περίπτωση της παρ. 1 ο υπαίτιος έχει τελέσει κάποιο από τα επιδιωκόμενα εγκλήματα ή έχει τελέσει κάποιο από τα εγκλήματα της παρ. 1 του άρθρου 187Α, το δικαστήριο του επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή αυτής της ποινής, εκτιμώντας ιδίως την έκταση της συμμετοχής του υπαιτίου στην οργάνωση και τον βαθμό της συμβολής του στην εξάρθρωσή της ή την πλήρη εξιχνίαση του ιδίου ή άλλου εγκλήματός της. 3. Για όποιον καταγγέλλει αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν σε βάρος του από εγκληματική οργάνωση, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί, εφόσον η καταγγελία πιθανολογείται βάσιμη, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, να απόσχει προσωρινά από την ποινική δίωξη για παραβάσεις του νόμου περί αλλοδαπών και περί εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων, ώσπου να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τις πράξεις που καταγγέλθηκαν. Αν η κατηγορία αποδειχθεί βάσιμη, η αποχή από την ποινική δίωξη γίνεται οριστική. 4. Η απέλαση αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στη χώρα και καταγγέλλουν αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν από εγκληματική ή τρομοκρατική οργάνωση αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τις πράξεις που καταγγέλθηκαν. Όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή της απέλασης χορηγείται στους αλλοδαπούς άδεια παραμονής κατά παρέκκλιση από την ισχύουσα νομοθεσία περί αλλοδαπών. 5. Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, αν ο υπαίτιος πλημμελήματος ή κακουργήματος που τιμωρείται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης πλην εκείνων που προβλέπονται στις διατάξεις του 19ου Κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα, πριν από την αμετάκλ ητη καταδίκη του και με δική του πρωτοβουλία συντελέσει ουσιωδώς, με την παροχή πληροφοριών, στην εξάρθρωση εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή την πλήρη εξιχνίαση κακουργήματος των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, ή την πλήρη εξιχνίαση εγκλήμ ατός της ή οποιουδήποτε άλλου κακουργήματος, ή την ανακάλυψη και σύλληψη δράστη τους, το δικαστήριο του επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83) εφόσον η βαρύτητα της πράξης του και ο βαθμός ενοχής του είναι προδήλως υποδεέστερα σε σύγκριση με τη βαρύτητα των πράξεων και τον βαθμό ενοχής των δραστών, που αφορούσαν οι πληροφορίες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αν η πράξη του υπαιτίου αφορά πλημμέλημα, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από τη ποινή. Επιπλέον, μπορεί να διατάξει τη μερική ή την πλήρη αναστολή της ποινής φυλάκισης, που του επιβλήθηκε, ή την έκτισή της στην κατοικία του ή τη μετατροπή της σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, ανεξάρτητα από τη συνδρομή των όρων που προβλέπονται στα άρθρα 82Α, 99, 104Α και 105. Αν οι ανωτέρω όροι συντρέξουν μετά την αμετάκλητη καταδίκη του υπαιτίου, το αρμόδιο συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απόλυσή του από τις φυλακές υπό όρο, ανεξάρτητα από τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 105Β. 6. Αν για την εξάρθρωση εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή την πλήρη εξιχνίαση κακουργήματος των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, ή την πλήρη εξιχνίαση εγκλήματός της ή οιουδήποτε άλλου κακουργήματος, ή την ανακάλυψη και σύλληψη δράστη τους, είναι αναγκαία η προσωρινή αποφυλάκιση του ανωτέρω υπαιτίου, το αρμόδιο Συμβούλιο μπορεί, ύστερα από κατά περίπτωση αίτηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος ή της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας και πρόταση του οικείου Εισαγγελέα, να διατάξει την προσωρινή, για ορισμένο χρόνο απόλυσή του από τη φυλακή, εφόσον τούτη κρίνεται αναγκαία για την επαλήθευση της πληροφορίας. Μετά την πάροδο του ορισθέντος χρόνου συνεχίζεται η φυλάκιση του υπαιτίου. 7. Για την αναγγελία που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 και την παροχή πληροφοριών που ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου 187Γ, συντάσσεται έκθεση από ανακριτικούς υπαλλήλους της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος ή της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά περίπτωση, η οποία υπογράφεται από τον δηλούντα και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα που εποπτεύει την εν λόγω διεύθυνση, ο οποίος την τηρεί σε ειδικό, απόρρητο αρχείο και αναθέτει στην αρμόδια διεύθυνση τη διακρίβωση της βασιμότητας των ισχυρισμών του. Η αναφορά της διεύθυνσης με τα αποτελέσματα της έρευνας συσχετίζεται με την έκθεση και υποβάλλονται μαζί στο Δικαστήριο, που δικάζει το κακούργημα ή το πλημμέλημα εκείνου που παρείχε τις πληροφορίες, κατόπιν αιτήσεώς του. Το δικάζον Δικαστήριο λαμβάνει γνώση των ανωτέρω εγγράφων και συνεδριάζει σε Συμβούλιο προκειμένου να αποφανθεί για τη χορήγηση ή μη των ανωτέρω ευεργετημάτων. Στην αιτιολογία της απόφασης γίνεται μνεία μόνο του διαβιβαστικού εγγράφου το υ ως άνω Εισαγγελέα και της νομικής βάσης της χορήγησης ή μη του ευεργετήματος χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
ΠΚ Άρθρο 30
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 70.7%
ΠΚ Άρθρο 30: Πραγματική πλάνη 1. Δεν πράττει με δόλο όποιος κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν. Αν όμως η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα αμέλειας. 2. Δεν καταλογίζονται στο δράστη περιστατικά που κατά το νόμο επαυξάνουν το αξιόποινο της πράξης του, αν τα αγνοούσε. ΙV. ΛΟΓΟΙ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ
Ν4139 Άρθρο 23
Ν. 4139/2013 - Ναρκωτικά
Σχετικότητα: 70.5%
Ν4139 Άρθρο 23: Ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις 1. Με ισόβια κάθειρξη ή με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι εξακόσιες χιλιάδες (600.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22: α) όταν η πράξη του αφορά ναρκωτικά, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα) και είτε προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη ή θάνατο σε τρίτον είτε προκάλεσαν επικίνδυνη σωματική βλάβη στην υγεία πολλών ατόμων, β) όταν είναι ενήλικος και τελεί τις άνω πράξεις κατ' επάγγελμα με σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών από ανήλικο ή μεταχειρίζεται με οποιονδήποτε τρόπο ανήλικο πρόσωπο κατά την τέλεση των πράξεων αυτών. 2. Με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22: α) όταν κατ' επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ' επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, β) όταν μετέρχεται κατά την τέλεση των πράξεων αυτών ή προς το σκοπό διαφυγής του τη χρήση όπλων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2168/ 1993.
ΠΚ Άρθρο 177
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 70.5%
ΠΚ Άρθρο 177: Παραβίαση κατάσχεσης Όποιος με πρόθεση καταστρέφει, βλάπτει ή υφαιρεί κατασχεμένο πράγμα τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή.
ΠΚ Άρθρο 45
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 70.5%
ΠΚ Άρθρο 45: Συναυτουργοί Αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός.
Ν4640 Άρθρο 31
Ν. 4640/2019 - Διαμεσολάβηση
Σχετικότητα: 70.4%
Ν4640 Άρθρο 31: Νομική βοήθεια Οι διατάξεις του ν. 3226/2004 (Α΄ 24) για την παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος εφαρμόζονται αναλογικά για τους διαμεσολαβητές και τους νομικούς παραστάτες του άρθρου 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζονται η διαδικασία καταβολής, οι προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης των προσώπων αυτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα που αφορά την εφαρμογή του παρόντος. Με όμοια απόφαση καθορίζεται και η αποζημίωση των προσώπων της παρούσας, που έχουν ήδη διορισθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος και πριν από τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης περί δημιουργίας Μητρώου Διαμεσολαβητών Νομικής Βοήθειας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 29.
ΠΚ Άρθρο 370Β
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 70.1%
ΠΚ Άρθρο 370Β: Παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή σε δεδομένα 1. Όποιος κατά παράβαση μέτρου προστασίας και χωρίς δικαίωμα αποκτά πρόσβαση σε μέρος ή στο σύνολο συστήματος πληροφοριών ή σε ηλεκτρονικά δεδομένα τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις η πράξη μένει ατιμώρητη. 2. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νόμιμου κατόχου του συστήματος πληροφοριών ή των δεδομένων, η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται μόνο αν απαγορεύεται ρητά από εσωτερικό κανονισμό ή από έγγραφη απόφαση του κατόχου ή αρμόδιου υπαλλήλου του. 3. Αν η πράξη της παραγράφου 1 αναφέρεται σε επιστημονικά ή επαγγελματικά απόρρητα επιχείρησης του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. 4. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νόμιμου κατόχου των στοιχείων καθώς και αν το απόρρητο είναι ιδιαίτερα μεγάλης οικονομικής αξίας, επιβάλλεται φυλάκιση και χρηματική ποινή. 5. Για την ποινική δίωξη των πράξεων των παραγράφων 1 και 4 απαιτείται έγκληση.
ΚΠΔ Άρθρο 177
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 69.6%
ΚΠΔ Άρθρο 177: Αρχή της ηθικής απόδειξης 1. Οι δικαστές δεν ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, πρέπει όμως να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την απροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και που αφορά την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδείξεων, αιτιολογώντας πάντοτε ειδικά και εμπεριστατωμένα με ποια αποδεικτικά μέσα και με ποιους συλλογισμούς σχημάτισαν τη δικανική τους κρίση. 2. Αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία.
Ν2882 Άρθρο 15
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 69.6%
Ν2882 Άρθρο 15: Εκτίμηση αξίας απαλλοτριωμένου ακινήτου 1. «Επιτροπή προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου ή απαλλοτριωμένου ακινήτου και του ύψους της τυχόν οφειλόμενης κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερης αποζημίωσης.» Η επιτροπή αποτελείται από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού, ως πρόεδρο, έναν υπάλληλο της οικείας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας οριζόμενο από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας και έναν εμπειρογνώμονα, οριζόμενο, με αναπληρωτή, κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Τα μέλη της επιτροπής που είναι υπάλληλοι αναπληρώνονται σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος από τους νόμιμους ή οριζόμενους αναπληρωτές τους. Ως γραμματέας της επιτροπής με τον αναπληρωτή του ορίζεται με πράξη του προέδρου αυτής υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας. «Η σύνθεση της Επιτροπής μπορεί να διευρύνεται μέχρι πέντε (5) μέλη, υπαλλήλους που κατέχουν ειδικές γνώσεις πολεοδομίας, τοπογραφίας, καθώς και οικοδομικών κατασκευών, γεωπονίας ή δασολογίας ή ηλεκτρολογίας ή μηχανολογίας και μεταλλειολογίας, μέλη των επίσημων επαγγελματικών οργανώσεων της ειδικότητας τους, στις περιπτώσεις που στα απαλλοτριούμενα περιλαμβάνονται κτήρια, γεωργικές εκμεταλλεύσεις, φυτείες και φυτώρια, δασικές εκτάσεις, ουσιώδεις ηλεκτρομηχανολογικές παραγωγικές εγκαταστάσεις και μεταλλεία αντίστοιχα κατά την κρίση του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας. Οι ανωτέρω εντός δέκα (10) ημερών προτείνονται από τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας τους, ύστερα από σχετικό αίτημα του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας.» 2. Η κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επιτροπή επιλαμβάνεται του έργου της οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, η οποία υποβάλλεται στον Πρόεδρο αυτής. Προκειμένου ειδικώς για τον προσδιορισμό της κατά την παράγραφο 4 του όρθρου 13 αποζημίωσης, η επιτροπή επιλαμβάνεται μόνον ύστερα από αίτηση του ιδιοκτήτη. "Μέσα σε πέντε ημέρες από τη λήψη της αίτησης αυτής ο πρόεδρος της επιτροπής οφείλει να ζητήσει από τον Πρόεδρο του κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 19 δικαστηρίου να ορίσει έναν εμπειρογνώμονα με έναν αναπληρωτή." Ο ορισμός του εμπειρογνώμονα και του αναπληρωτή του γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 372 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με απλή πράξη, της οποίας αντίγραφο αποστέλλεται στον Πρόεδρο της επιτροπής. Ορισμός του εμπειρογνώμονα και του αναπληρωτή του δύναται να γίνει και πριν από την κατά το άρθρο 1 δημοσίευση της απόφασης κήρυξης της απαλλοτρίωσης, αλλά πάντως μετά την κατά το άρθρο 3 ανακοίνωση. 3. Η επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και, μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων που υποβλήθηκαν σε αυτόν , καταρτίζει, μέσα σε τριάντα ημέρες από τη λήψη της πράξης ορισμού του εμπειρογνώμονα, έκθεση στην οποία περιγράφεται λεπτομερώς η κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του, καθώς και οι τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού και εκτιμάται αιτιολογημένα και αναλυτικά η αξία του κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13, καθώς και το ύψος της τυχόν οφειλόμενης κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ιδιαίτερης αποζημίωσης. Εάν προκύψει διαφωνία για την αξία του απαλλοτριωμένου, καταχωρίζονται στην έκθεση όλες οι γνώμες που διατυπώθηκαν. Η έκθεση υποβάλλεται στη συνέχεια, κατά τα άρθρα 17 και επόμενα, στο αρμόδιο δικαστήριο ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορεί να καθορίζονται πρότυπα για την σύνταξη των εκθέσεων της παραγράφου αυτής, κατ' είδος απαλλοτριουμένου ακινήτου και επικειμένου, με τα οποία θα προσδιορίζονται ορισμένοι από τους προσδιοριστικούς παράγοντες της αξίας τους, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την σύνταξη της έκθεσης του άρθρου αυτού.» 4. Εάν η κατά την προηγούμενη παράγραφο έκθεση δεν συντάχθηκε, για οποιονδήποτε λόγο, μέσα σε σαράντα (40) τουλάχιστον ημέρες από την υποβολή της αίτησης για τη διενέργεια της εκτίμησης, ο Πρόεδρος της Επιτροπής υποχρεούται να χορηγεί έκθεση εκτίμησης της αξίας του ακινήτου σύμφωνα με το αντικειμενικό σύστημα αξιών σε κάθε ενδιαφερόμενο. 5. Τα μέσα για τη μετάβαση της επιτροπής στο απαλλοτριούμενο τα διαθέτει ο υπόχρεος προς αποζημίωση. Στα μέλη της επιτροπής και το γραμματέα αυτής, καταβάλλεται αμοιβή κατά τις κείμενες διατάξεις, η οποία βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση. 6. Σε περιπτώσεις κηρύξεων απαλλοτριώσεων μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή ο υπόχρεος προς αποζημίωση δύναται να ζητήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας καθορισμού της αποζημίωσης είτε τη σύνταξη έκθεσης εκτίμησης των απαλλοτριωμένων από ανεξάρτητο και πιστοποιημένο Εκτιμητή είτε τη σύνταξη έκθεσης προεκτίμησης από την Επιτροπή του άρθρου 15. Η έκθεση του ανεξάρτητου Εκτιμητή καλύπτει το σύνολο της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, την μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων μετά την απαλλοτρίωση και την ύπαρξη ή μη ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 653/1977 (Α' 214). Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παρ. 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου. «7. Ειδικά σε περιπτώσεις απαλλοτριώσεων για έργα που συγχρηματοδοτούνται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και άλλα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πέραν της εκτίμησης της Επιτροπής της παραγράφου 1, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή ο υπόχρεος προς αποζημίωση ζητάει τη σύνταξη έκθεσης εκτίμησης των απαλλοτριούμενων της παραγράφου 6 από ανεξάρτητο και πιστοποιημένο Εκτιμητή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 6.» «8. Όλα τα εκτιμητικά όργανα του παρόντος, καθώς και εκείνα που προβλέπονται από τις ειδικές διατάξεις του τέταρτου άρθρου του ν. 3555/07 (Α'81) και του άρθρου 12 του ν. 3894/10 (Α' 204) των οποίων οι εκθέσεις αποτελούν στοιχείο προδικασίας, αποφαίνονται επί της μείωσης αξίας των απομενόντων ακινήτων μετά την απαλλοτρίωση, κατ' άρθρο 13 παράγραφος 4 του παρόντος ή της άρσης της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών κατ' άρθρο 33 του ν. 2971/01 (Α'285), μόνο ύστερα από αίτημα κάθε ενδιαφερόμενου θιγομένου.»
ΠΚ Άρθρο 207
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 69.4%
ΠΚ Άρθρο 207: «Παραχάραξη νομίσματος και άλλων υλικών μέσων πληρωμής 1. Όποιος παραποιεί ή νοθεύει νόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, ή κατέχει πλαστό νόμισμα με τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος, με τον ίδιο σκοπό, παραποιεί ή νοθεύει κάθε άλλο υλικό μέσο πληρωμής, εκτός από το νόμισμα, όπως πιστωτικές κάρτες, χρεωστικές κάρτες και λοιπές κάρτες που εκδίδονται από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ταξιδιωτικές επιταγές, λοιπές επιταγές και συναλλαγματικές. 2Α. Με ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, με τον ίδιο σκοπό, προμηθεύεται ή κατέχει το παραποιημένο ή νοθευμένο υλικό μέσο της παρ. 2. 3. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις μικρού αριθμού πλαστών ή μικρής φερόμενης αξίας τους, οι πράξεις των παρ. 1 και 2 τιμωρούνται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη και οι πράξεις της παρ. 2Α με ποινή φυλάκισης έως ένα (1) έτος».
Ν3500 Άρθρο 10Α
Ν. 3500/2006 - Ενδοοικογενειακή Βία
Σχετικότητα: 69.4%
Ν3500 Άρθρο 10Α: Ειδικές διατάξεις 1. Αν τα εγκλήματα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 1 έχουν τελεστεί από υπότροπο, τα όρια της ποινής αυξάνονται σύμφωνα με το άρθρο 82Α του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95). Υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών για αδίκημα ενδοοικογενειακής βίας που τέλεσε εντός των προηγούμενων δέκα (10) ετών από τον χρόνο τέλεσης της πράξης. 2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων που εμπίπτουν στον παρόντα νόμο, η ανώτερη των δύο (2) ετών στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν μετατρέπεται και δεν αναστέλλεται με κανέναν τρόπο, τυχόν δε ασκηθείσα έφεση δεν έχει αναστέλλουσα ισχύ. Περιοριστικοί όροι που αποσκοπούν στην προστασία του θύματος, και ιδίως η απαγόρευση προσέγγισης και κάθε είδους επικοινωνίας με το θύμα και άτομα του συγγενικού του περιβάλλοντος, μπορούν να επιβληθούν από το δικαστήριο και ως παρεπόμενη ποινή με τη δημοσίευση της καταδικαστικής απόφασης, στην οποία καθορίζεται και η διάρκειά τους. Η εκτέλεση της παρεπόμενης ποινής δεν αναστέλλεται. 3. Στα κακουργήματα που τιμωρούνται με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη και σε όσα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη με παραγγελία κυρίας ανάκρισης, επιβάλλεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96) και τον παρόντα νόμο, κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκεί ούτε αυτός, προσωρινή κράτηση, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 286 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης και ιδίως όταν η πράξη τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα ή κατά συρροή ή κατ' εξακολούθηση ή καθ' υποτροπή κατά την έννοια του παρόντος νόμου και την εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου, κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Στα πλημμελήματα το ανώτατο όριο των ανωτέρω μέτρων είναι έως έξι (6) μήνες, μη δυνάμενο να παραταθεί, με ενδιάμεσο έλεγχο της διάρκειας αυτών στους τρεις (3) μήνες. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι γενικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιβολή των μέτρων αυτών. 4. Για τα αδικήματα του άρθρου 1 ο αρμόδιος εισαγγελέας δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, να παραγγέλλει στις υπηρεσίες των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143), την κατά προτεραιότητα και κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε ειδικής ή γενικής διάταξης, απόσπαση ή μετάθεση του υπαλλήλου-θύματος ενδοοικογενειακής βίας, σε θέση αντίστοιχη, λαμβανομένων υπόψιν των τυπικών προσόντων που απαιτούνται από τον φορέα υποδοχής. Για την αξιολόγηση του αιτήματος λαμβάνονται υπόψη ιδίως τα χαρακτηριστικά της αξιόποινης πράξης, ο κίνδυνος για την ασφάλεια του θύματος, η σωματική και ψυχική υγεία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, οι οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του θύματος, καθώς και η αναγκαιότητα αλλαγής εργασιακού περιβάλλοντος. Για την εφαρμογή της παρούσας απαιτείται προηγούμενη αίτηση του θύματος στην υπηρεσία του, η οποία, αφού επισυναφθεί εισήγηση του φορέα υποδοχής, διαβιβάζεται από αυτή, αμελλητί, στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν ο φορέας υποδοχής δεν αποστείλει την εισήγησή του εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη λήψη του αιτήματος, συνάγεται η συμφωνία του. Η απόσπαση ή μετάθεση του υπαλλήλου που πραγματοποιείται κατόπιν της ανωτέρω εισαγγελικής παραγγελίας υλοποιείται υποχρεωτικά με την έκδοση σχετικής απόφασης από το αρμόδιο όργανο διορισμού των ανωτέρω φορέων, το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της εισαγγελικής παραγγελίας. Η απόσπαση ή μετάθεση ισχύει για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από την εμφάνιση στην υπηρεσία, με δυνατότητα ισόχρονης παράτασης με νεότερη εισαγγελική παραγγελία κατά την ανωτέρω διαδικασία και μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά τριών (3) ετών. 5. Η προδικασία για τα αδικήματα του παρόντος διεξάγεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο και η εκδίκασή τους προσδιορίζεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα. Η διαδικασία του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί περάτωσης κύριας ανάκρισης, κατ' εξαίρεση εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κακουργημάτων του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του καθ' ύλην δικαστηρίου παραπομπής. 6. Σε κάθε περίπτωση αναβολής της εκδίκασης των αδικημάτων του άρθρου 1 στο πλαίσιο της διαδικασίας των άρθρων 417 έως 427 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν ο χρόνος αναβολής δεν υπερβαίνει τις τρεις (3) ημέρες, και για λόγους ανωτέρας βίας τις πέντε (5), η κράτηση διατηρείται, εκτός αν το δικαστήριο, αφού ακούσει και το θύμα, κρίνει αιτιολογημένα ότι δεν συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων. 7. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 135 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί μη παραπομπής σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο για αυτόφωρα εγκλήματα σε βάρος δικαστικών λειτουργών, εφαρμόζεται και για όλα τα εγκλήματα του παρόντος. 8. Ο εισαγγελέας πρωτοδικών που επιλαμβάνεται καταγγελίας για ενδοοικογενειακή βία εξετάζει άμεσα και αυτεπαγγέλτως την περίπτωση εφαρμογής του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 1532 του Αστικού Κώδικα, περί συνεπειών κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, και, αν κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του, προβαίνει σε σχετική σημείωση στο σώμα της δικογραφίας.
ΠΚ Άρθρο 53
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 69.1%
ΠΚ Άρθρο 53: Φυλάκιση Η διάρκεια της φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, ούτε είναι κατώτερη των δέκα ημερών.
ΠΚ Άρθρο 386
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 68.9%
ΠΚ Άρθρο 386: Απάτη 1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.
Ν4139 Άρθρο 29
Ν. 4139/2013 - Ναρκωτικά
Σχετικότητα: 68.9%
Ν4139 Άρθρο 29: Καλλιέργεια κάνναβης, χρήση ναρκωτικών ουσιών, πλαστογραφία ιατρικής συνταγής 1. Όποιος, για δική του αποκλειστικά χρήση, με οποιονδήποτε τρόπο προμηθεύεται ή κατέχει ναρκωτικά, σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση ή κάνει χρήση αυτών ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε (5) μηνών. Η διαπίστωση του σκοπού εξυπηρέτησης της δικής του αποκλειστικά χρήσης γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της καθαρότητας και της ποσότητας του συγκεκριμένου ναρκωτικού, σε συνδυασμό με τη συχνότητα χρήσης, το χρόνο χρήσης, την ημερήσια δόση και τις ιδιαίτερες ανάγκες χρήσης του συγκεκριμένου χρήστη. 2. Ο δράστης της πράξης της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να κριθεί ατιμώρητος, εάν το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης και την προσωπικότητα του δράστη, κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη ήταν εντελώς περιστασιακή και δεν είναι πιθανόν να επαναληφθεί. 3. Καταδικαστικές αποφάσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν καταχωρίζονται στα αντίγραφα των δελτίων ποινικού μητρώου. 4. Με φυλάκιση μέχρι δύο ετών τιμωρείται όποιος καταρτίζει πλαστή, νοθεύει ή χρησιμοποιεί πλαστή ιατρική συνταγή χορήγησης ναρκωτικών με σκοπό τη χρήση τους από τον ίδιο.
ΠΚ Άρθρο 51
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 68.9%
ΠΚ Άρθρο 51: Ποινές στερητικές της ελευθερίας 1. Ποινές στερητικές της ελευθερίας είναι η κάθειρξη, η φυλάκιση και ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. 2. Για τις πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, η ημέρα υπολογίζεται σε είκοσι τέσσερις ώρες, η εβδομάδα σε επτά ημέρες, ο μήνας και το έτος σύμφωνα με το ημερολόγιο που ισχύει. 3. Ο χρόνος της ποινής επιμετράται πάντοτε σε πλήρεις ημέρες, εβδομάδες, μήνες και έτη.
ΕΚ Άρθρο 263
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 68.6%
ΕΚ Άρθρο 263: Ποινικές κυρώσεις 1. Ο εργοδότης ή ο διευθυντής ή ο επιτετραμμένος ή ο με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα εκπρόσωπος επιχείρησης που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 257 έως 265, ο οποίος παραβαίνει τις υποχρεώσεις των άρθρων 258, 259 και 261 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή (άρθρο 137 παρ . 2 εδάφιο τρίτο του ν. 5090/2024 (Α’ 30) ή και με τις δύο αυτές ποινές (άρθρο 576). 2. Αν με διοικητική πράξη, η οποία κατέστη οριστική με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή δεν προσβλήθηκε δικαστικά, έχει επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, για τα αυτά πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην ποινική δίωξη, το ποινικό δικαστήριο συνεκτιμά το επιβληθέν πρόστιμο κατά την επιμέτρηση της ποινής και μπορεί να απαλλάξει τον υπαίτιο από κάθε ποινή. 3. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν διαφορετική ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν.
80/2012
2012Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.0%
Στις 8.6.2005 περί ώρα 01:00, παθών είχε σταθμεύσει φορτηγό έξω από επιχείρηση. Πλησίον του οχήματος υπήρχαν τέσσερα δοχεία με σωληνάκι που μετέφερε πετρέλαιο από το ρεζερβουάρ. Δράστες προσέγγισαν με δύο επιβατικά αυτοκίνητα, έλαβαν τα δοχεία και απομακρύνθηκαν. Η αφαίρεση αφορούσε ποσότητα πετρελαίου κίνησης περίπου 80 λίτρων, σε τέσσερα δοχεία των περίπου 20 λίτρων έκαστο. Η αξία της ποσότητας, με βάση τα οικονομικά δεδομένα του χρόνου τέλεσης, ήταν περίπου 70 ευρώ. Η πράξη τελέστηκε από κοινού από δύο άτομα, ενεργώντας από κοινού με άλλα δύο.
Το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠΔ απαιτούν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στις καταδικαστικές αποφάσεις, ενώ το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ προβλέπει λόγο αναίρεσης για έλλειψή της. Το άρθρο 377 § 1 ΠΚ ορίζει ότι κλοπή αντικειμένου ευτελούς αξίας τιμωρείται ελαφρότερα, με κριτήριο την αξία κατά τον χρόνο τέλεσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στις 8.6.2005, με χρήση σωληνακίου, αφαιρέθηκε από φορτηγό ποσότητα πετρελαίου περίπου 80 λίτρων, σε τέσσερα δοχεία των 20 λίτρων, αξίας περί τα 70 ευρώ, με ενέργειες από κοινού από δύο άτομα μαζί με δύο ακόμη. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, εξέτασε αν η απόφαση περιέχει σαφή αναφορά στα αποδεικτικά μέσα και στα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κλοπής και αν η αξία συνιστά «ευτελή». Έκρινε ότι η αιτιολογία είναι πλήρης και ότι, υπό τα οικονομικά δεδομένα του χρόνου τέλεσης και σε συνάρτηση με τα πρόσωπα, η αξία δεν είναι ευτελής.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με σαφή παραδοχές για τα αποδεικτικά μέσα και τα περιστατικά της κλοπής. Ο λόγος περί ευτελούς αξίας κρίθηκε απαράδεκτος καθόσον πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την αξία και αβάσιμος, επειδή, βάσει των δεκτών πραγματικών περιστατικών (περί τα 80 λίτρα πετρελαίου αξίας περίπου 70 ευρώ) και των οικονομικών δεδομένων του χρόνου τέλεσης, το αντικείμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ευτελούς αξίας.
Απορρίπτει την από 5.10.2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου E. C. κατά της 9334/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
1204/2011
2011Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.6%
Οι πράξεις τελέστηκαν στις 23, 25, 26 και 27 Οκτωβρίου 2002. Αντικείμενο κλοπής ήταν ένα κινητό τηλέφωνο Nokia 3510 και 10 ευρώ. Τα θύματα ήταν ανήλικοι/μαθητές. Ο δράστης ζούσε με τη μητέρα του, ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές εργαζόμενος, χωρίς άλλη αξιόποινη συμπεριφορά μέχρι τότε. Μετά τις πράξεις ζήτησε συγγνώμη, επέστρεψε αντικείμενα και, όπου δεν ήταν δυνατό, προσέφερε το αντίτιμο της αξίας τους. Για επτά έτη επέδειξε καλή συμπεριφορά, είχε συνεχή εργασία και καθαρό ποινικό μητρώο, συμπεριλαμβανομένης απασχόλησης σε τηλεοπτικό σταθμό.
Το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 139 ΚΠΔ, απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, ενώ το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ θεμελιώνει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ή εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ ορίζει τα στοιχεία της κλοπής και το άρθρο 377 § 1α ΠΚ προβλέπει την ευτελή αξία, η οποία κρίνεται με βάση την αξία κατά τις συναλλαγές και την οικονομική κατάσταση του παθόντος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ζητήθηκαν ελαφρυντικά για έντιμο βίο, ειλικρινή μετάνοια και καλή μεταγενέστερη συμπεριφορά (άρθρο 84 § 2 περ. α', δ', ε' ΠΚ), επικαλούμενα εργασία, απουσία προηγούμενης παραβατικότητας, συγγνώμη, επιστροφή αντικειμένων και οικονομική αποκατάσταση. Ως προς την ευτελή αξία, τέθηκαν συγκεκριμένα αντικείμενα (Nokia 3510 και 10 ευρώ) και ότι ο παθών ήταν μαθητής. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο εξέτασε τα στοιχεία όλων των τομέων συμπεριφοράς για τον έντιμο βίο, την ειλικρίνεια της μεταμέλειας και τη θετική κοινωνική δράση, κρίνoντας ότι δεν αποδείχθηκαν επαρκώς. Τον ισχυρισμό περί ευτελούς αξίας τον έκρινε αόριστο, επειδή δεν περιείχε την οικονομική κατάσταση του παθόντος, και πάντως όχι ευτελή δεδομένης της ιδιότητας του παθόντος ως μαθητή.
Απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί περί ελαφρυντικών διότι δεν αποδείχθηκε έντιμος βίος σε όλους τους τομείς του άρθρου 84 § 2 περ. α' ΠΚ, ούτε ειλικρινής μετάνοια και αναζήτηση άρσης/μείωσης των συνεπειών (περ. δ'), ούτε θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση μετά την πράξη (περ. ε'). Ο ισχυρισμός περί ευτελούς αξίας κρίθηκε αόριστος, επειδή δεν ανέφερε την οικονομική κατάσταση του παθόντος, και εν πάση περιπτώσει το αντικείμενο δεν ήταν ευτελούς αξίας, ιδίως αφού ο παθών ήταν μαθητής. Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ ήταν αβάσιμοι και η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί, με επιβολή εξόδων κατά το άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ.
Απορρίπτει την από 17 Μαΐου 2010 αίτηση του Έ.-Γ.-Α. Ν. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3054/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
714/2019
2019Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.1%
Κατηγορούμενος, ενεργώντας από κοινού με άλλον, στις 11-3-2012 αφαίρεσε με σωματική βία τσάντα μάρκας Prada από παθούσα, η οποία περιείχε γυαλιά μυωπίας, χρηματικό ποσό 7 ευρώ και άλλα προσωπικά αντικείμενα. Στις 15-3-2012 οι ίδιοι αφαίρεσαν αιφνιδιαστικά τσάντα από άλλη παθούσα, η οποία περιείχε χρηματικό ποσό 30 ευρώ και άλλα προσωπικά αντικείμενα. Συνελήφθησαν αμέσως μετά τη δεύτερη πράξη από αστυνομικά όργανα, έχοντας κάτω από τη σέλα του δικύκλου οχήματος την αφαιρεθείσα τσάντα.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ ορίζει ότι η κλοπή συνίσταται στην αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Το άρθρο 377 ΠΚ προβλέπει επιεική μεταχείριση όταν το αντικείμενο είναι ευτελούς αξίας. Όταν υποβάλλεται αυτοτελής ισχυρισμός περί ευτελούς αξίας, απαιτείται ειδική αιτιολογία της απορριπτικής κρίσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε δύο πράξεις: ληστεία με αφαίρεση 7 ευρώ και τσάντας Prada αξίας πλέον των 100 ευρώ, και κλοπή με αφαίρεση 30 ευρώ. Ο κατηγορούμενος προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί ευτελούς αξίας. Εφαρμόζοντας το άρθρο 377 ΠΚ, το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αναφερόμενο στην πράξη της ληστείας (7 ευρώ και τσάντα Prada), ενώ η κατηγορία κλοπής αφορούσε την αφαίρεση 30 ευρώ. Η αντίφαση αυτή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού καθιστά αδύνατο τον έλεγχο ορθής εφαρμογής του νόμου.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε μερικά δεκτή διότι, ενώ η κατηγορία της κλοπής αφορούσε την αφαίρεση χρηματικού ποσού 30 ευρώ από την τσάντα της Γ. Β., η απορριπτική κρίση του δικαστηρίου επί του αυτοτελούς ισχυρισμού περί ευτελούς αξίας αναφερόταν παρά ταύτα στην πράξη της ληστείας σε βάρος της Ε. Γ., από την οποία αφαιρέθηκε χρηματικό ποσό 7 ευρώ. Η αντίφαση αυτή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού καθιστά αδύνατο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του άρθρου 377 ΠΚ και συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο.
Αναιρεί μερικά την απόφαση 2332/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και ειδικότερα ως προς το κεφάλαιο απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού από το άρθρο 377 ΠΚ. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15-2-2019 αίτηση αναίρεσης (αρ.εκθ. 2/2019) του Α. Μ. του Χ. κατά της πιο πάνω απόφασης.
1205/2011
2011Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.0%
Δύο πρόσωπα, ηλικίας 19 ετών, στις 03.04.2003 και ώρα 02:30 στο Ηράκλειο, κατέβηκαν από αυτοκίνητο (οδηγός και συνοδηγός), χτύπησαν παθούσα και αφαίρεσαν τσάντα με το περιεχόμενο και σκουλαρίκια. Η παθούσα ενημέρωσε άμεσα συγγενικό πρόσωπο (κόρη), η οποία τη μετέφερε στο νοσοκομείο. Η παθούσα υπέβαλε στις 03.04.2003 και 10.04.2003 δηλώσεις, εκφράζοντας ρητά τη βούληση για ποινική δίωξη για εξύβριση αρχικά και κατόπιν για σωματική βλάβη και κλοπή. Δεν προσδιορίσθηκαν η αγοραία αξία των κλοπιμαίων ούτε στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της παθούσας.
Το άρθρο 308 ΠΚ ορίζει την απλή σωματική βλάβη, ενώ το άρθρο 318 § 1 ΠΚ προβλέπει ότι διώκεται μόνο κατ’ έγκληση. Το άρθρο 117 § 1 ΠΚ τάσσει τρίμηνη προθεσμία για την έγκληση. Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ ορίζει τα στοιχεία της κλοπής και το άρθρο 377 § 1 α’ ΠΚ την ευτελή αξία. Τα άρθρα 93 § 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούν ειδική αιτιολογία, ενώ τα άρθρα 170 § 2 και 333 § 2 ΚΠΔ αφορούν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στις 03.04.2003, ώρα 02:30, δύο δράστες στο Ηράκλειο, ενεργώντας από κοινού (οδηγός και συνοδηγός), χτύπησαν παθούσα και αφαίρεσαν τσάντα με περιεχόμενο και σκουλαρίκια. Η παθούσα υπέβαλε δηλώσεις στις 03.04.2003 και 10.04.2003, δηλώνοντας ρητά τη βούληση για ποινική δίωξη για εξύβριση, και στη συνέχεια για σωματική βλάβη και κλοπή. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, εξέτασε την ύπαρξη εμπρόθεσμης έγκλησης για την απλή σωματική βλάβη και τη συνδρομή των στοιχείων της κλοπής από κοινού. Αξιολόγησε τον ισχυρισμό περί ευτελούς αξίας και έκρινε ότι απαιτεί επίκληση αγοραίας αξίας και οικονομικής κατάστασης του παθόντος, στοιχεία που δεν παρατέθηκαν.
Απορρίφθηκε ο λόγος υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 § 1 η’ ΚΠΔ), διότι υπήρξε έγκληση για την απλή σωματική βλάβη: η παθούσα δήλωσε στις 03.04.2003 τη βούληση για δίωξη (εξύβριση) και στις 10.04.2003 για σωματική βλάβη και κλοπή, εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 117 § 1 ΠΚ. Οι αιτιάσεις περί ελλείψεως αιτιολογίας απορρίφθηκαν, επειδή η απόφαση προσδιορίζει σαφώς την κοινή δράση (οδηγός και συνοδηγός κατέβηκαν για να χτυπήσουν και να αφαιρέσουν την τσάντα και τα σκουλαρίκια) και τον σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, καλύπτοντας τα στοιχεία των άρθρων 372 § 1 και 308 ΠΚ. Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ευτελούς αξίας ήταν αόριστος, αφού δεν παρατέθηκαν η αγοραία αξία των πραγμάτων και η οικονομική κατάσταση της παθούσας, οπότε δεν απαιτείτο ιδιαίτερη απάντηση· συνεπώς ο λόγος για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 510 § 1 β’ ΚΠΔ) απορρίφθηκε.
Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 874/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
3/2017
2017Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 85.8%
Κατηγορούμενος διατηρούσε μισθωμένο ασκεπή χώρο 100 τ.μ. σε οικόπεδο 4 στρεμμάτων όπου λειτουργούσε συνεργείο επισκευής φορτηγών, για αποθήκευση ανταλλακτικών που εμπορευόταν προς την Αίγυπτο. Στις 16-17/12/2007 απολέσθηκε φορτηγό αξίας 70.000 ευρώ (έτος κατασκευής 2004, αγορασμένο το 2005). Η καρότσα του φορτηγού βρέθηκε στη μάντρα τρίτου προσώπου, οικογενειακού φίλου του ιδιοκτήτη του οικοπέδου, προσφερόμενη προς πώληση αντί 3.000 ευρώ. Το φορτηγό διαλύθηκε στο συνεργείο, τα ανταλλακτικά πωλήθηκαν και η καρότσα παραδόθηκε ως αμοιβή για τη χρήση του χώρου, των εργαλείων και του γερανού. Κατηγορούμενος είχε λευκό ποινικό μητρώο, ήταν στην Ελλάδα από το 1987, εργαζόταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ μέχρι το 2006, υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις και ανέτρεφε τρία τέκνα.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ ορίζει ότι για τη στοιχειοθέτηση της κλοπής απαιτείται αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Η αξία του αντικειμένου δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτεί σαφή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, των αποδείξεων και της νομικής υπαγωγής, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το φορτηγό αξίας 70.000 ευρώ αφαιρέθηκε, διαλύθηκε στο συνεργείο και η καρότσα του προσφερόταν προς πώληση αντί 3.000 ευρώ. Δέχθηκε ότι τα προσκομισθέντα τιμολόγια δεν κάλυπταν την απόκτηση της καρότσας λόγω χρονολογικών ασυμφωνιών και ασυμβατότητας με τα περιγραφόμενα είδη. Η πολύ μικρή τιμή προσφοράς σε σχέση με την αξία του φορτηγού υποδήλωνε γνώση της κλοπής. Εφαρμόζοντας το άρθρο 372 παρ.1 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η αναφορά της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στο σκεπτικό επαρκεί, καθώς το αιτιολογικό και το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται. Η παράλειψη επανάληψης στο διατακτικό δεν συνιστά αντίφαση ή ασάφεια.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι το δικαστήριο διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφέροντας με σαφήνεια την αφαίρεση του φορτηγού αξίας 70.000 ευρώ και τον σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Η αναφορά της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στο σκεπτικό επαρκεί, καθώς το αιτιολογικό και το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται. Οι ισχυρισμοί για τις ελαφρυντικές περιστάσεις ήταν αόριστοι, καθώς δεν επικαλέστηκαν θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση αλλά μόνο συνήθη συμπεριφορά, εκπλήρωση υποχρεώσεων και ανυπαρξία άλλης καταδίκης. Η ανάγνωση απόφασης από άλλη δίκη δεν δημιούργησε ακυρότητα, αφού δεν προβλήθηκε αντίρρηση κατά την ανάγνωσή της.
Απορρίπτει την από 27-5-2015 αίτηση (με αριθ. Κατ..../2015) και τους από 31-8-2015 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της απόφασης 875/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που παραστάθηκε, από πεντακόσια (500) ευρώ.
185/2023
2023Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 85.5%
Κατηγορούμενος αφαίρεσε κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο έως τον Μάιο 2015 από μάντρα οικοδομών οικοδομικά υλικά (υλικά με ISO). Η αξία των αφαιρεθέντων υλικών κατά το χρόνο της αφαίρεσης υπολειπόταν της αγοραίας αξίας που αναγραφόταν στο κατηγορητήριο και ισούτο με το 1/3 της αγοραίας τους αξίας. Στο κατηγορητήριο αναγραφόταν συνολική αξία 43.970,58 ευρώ. Κατηγορούμενος προσκόμισε τιμολόγια που αφορούσαν σε ποσότητες μικρότερες των αφαιρεθέντων κινητών πραγμάτων.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει ότι η κλοπή τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Η αξία του αντικειμένου ως ιδιαίτερα μεγάλης κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας με βάση τις συνθήκες της αγοράς. Η καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση δεν χαρακτήριζε την αξία των αφαιρεθέντων πραγμάτων ως ιδιαίτερα μεγάλη στο σκεπτικό ή διατακτικό, αλλά κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επιπλέον, δημιουργήθηκε ασάφεια ως προς το συνολικό ποσό της αξίας (43.970,58 ευρώ ή το 1/3 αυτού δηλαδή 16.656,86 ευρώ). Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί αιτιολογίας, το δικαστήριο έκρινε ότι οι αντιφάσεις και ασάφειες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης.
Η απόφαση αναιρέθηκε διότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ενώ σε κανένα σημείο του σκεπτικού ή διατακτικού δεν χαρακτηρίζεται η αξία των αφαιρεθέντων πραγμάτων ως ιδιαίτερα μεγάλη, στο διατακτικό κηρύσσεται ο κατηγορούμενος ένοχος για κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, γεγονός που καθιστά την αιτιολογία αντιφατική και ασαφή. Περαιτέρω, δημιουργείται ασάφεια ως προς το συνολικό ποσό της αξίας των κλοπιμαίων (43.970,58 ευρώ ή 16.656,86 ευρώ), στοιχείο αναγκαίο για την συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Με τις ελλείψεις, αντιφάσεις και ασάφειες αυτές, ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ δεν είναι εφικτός.
Αναιρεί την υπ' αριθμ.663/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
339/2023
2023Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 85.5%
Οικιακή βοηθός ανέλαβε τη φροντίδα ηλικιωμένων γονέων σε διπλοκατοικία, όπου στο ισόγειο διέμενε η θυγατέρα τους με τα παιδιά της. Οι δύο κατοικίες επικοινωνούσαν με εξωτερική μεταλλική σκάλα και οι πόρτες των κουζινών παρέμεναν ξεκλείδωτες. Η υπερήλικη γυναίκα νοσηλεύτηκε για δέκα ημέρες λόγω κατάγματος ισχίου, ενώ η θυγατέρα της ταξίδεψε για μία εβδομάδα στο Λονδίνο. Ο ηλικιωμένος άνδρας έπασχε από νόσο Αλτσχάιμερ στο αρχικό στάδιο. Ο εγγονός, 18 ετών, έλειπε καθημερινά πολλές ώρες λόγω μαθητικών υποχρεώσεων. Αφαιρέθηκαν από την οικία χρυσαφικά (4 χρυσοί σταυροί με αλυσίδες, τρεις χρυσές λίρες, δύο χρυσά δαχτυλίδια με πέτρες, χρυσή ταυτότητα, δύο χρυσά βραχιόλια, χρυσά σκουλαρίκια με μενταγιόν, χρυσό τσαρουχάκι, χρυσό δαχτυλίδι με αμέθυστο, χρυσά μενταγιόν και βραχιόλια, ασημένια αλυσίδα και βραχιόλι), ρούχα και τρόφιμα, συνολικής αξίας 10.000 ευρώ. Ο εγγονός είδε την οικιακή βοηθό με δύο μαύρες σακούλες σκουπιδιών γεμάτες.
Το άρθρο 372 παρ. 1α του ΠΚ προβλέπει ότι όποιος αφαιρεί ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται για κλοπή. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της υφιστάμενης ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας κατοχής υπό του δράστου προς το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη, εκμεταλλευόμενη την απουσία των μελών της οικογένειας, τη διανοητική κατάσταση του ηλικιωμένου και το γεγονός ότι ο εγγονός έλειπε πολλές ώρες, αφαίρεσε στις 15.2.2015 από την οικία διάφορα χρυσαφικά, ρούχα και τρόφιμα συνολικής αξίας 10.000 ευρώ. Ο εγγονός την είδε με δύο μαύρες σακούλες γεμάτες και η κατηγορουμένη δικαιολογήθηκε αναληθώς. Εντός του Τμήματος Ασφαλείας προσπάθησε να αποδώσει μέρος της αξίας των κλοπιμαίων. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 372 του ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία του εγκλήματος της κλοπής. Η αιτιολογία περιλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος και τους συλλογισμούς υπαγωγής, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο ή αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφέροντας με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς υπαγωγής στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Το δικαστήριο αξιολόγησε στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα χωρίς επιλεκτική εκτίμηση. Οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης αξιολόγησης αποδεικτικών στοιχείων, παράλειψης αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και παράλειψης μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης, καθώς πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.9.2022 αίτηση της Μ. Β. του Π., ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 1645/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
653/2013
2013Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 85.0%
Εργαζόμενος ως πωλητής/διανομέας σε επιχείρηση ψιλικών και τσιγάρων από Μάιο 2002 έως Φεβρουάριο 2005 χειριζόταν καθημερινά εισπράξεις σε κέρματα, τα οποία συσκευάζονταν σε φυσίγγια των 50 ευρώ ή σακουλάκια. Ο εργοδότης, μετά από επισημάνσεις λογιστή για αύξηση κεφαλαίου κίνησης και έλλειμμα ταμείου, άρχισε να τηρεί ταμείο κερμάτων και στο τέλος 2004 διαπίστωνε ημερήσια έλλειψη 100-150 ευρώ. Στις αρχές 2005 εγκαταστάθηκε κρυφό κύκλωμα παρακολούθησης χωρίς τοποθέτηση ενημερωτικών σημάτων, κατά παράβαση του άρθρου 11 ν. 2472/1997. Διαπιστώθηκε αφαίρεση κερμάτων κατά μέσο όρο 150 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα στο διάστημα 10-1-2005 έως 28-2-2005, συνολικά 6.000 ευρώ (40 εργάσιμες). Αναφέρθηκε προφορική παραδοχή αφαίρεσης ποσότητας κερμάτων κατά το τελευταίο δεκαήμερο. Δεν προβλήθηκε αυτοτελής ισχυρισμός ότι το αντικείμενο ήταν ευτελούς αξίας.
Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ ορίζει την κλοπή ως αφαίρεση ξένου κινητού από την κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Το άρθρο 98 § 2 ΠΚ επιτρέπει τον συνολικό υπολογισμό της αξίας στις κατ’ εξακολούθηση πράξεις. Το άρθρο 177 § 2 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9, 9Α, 19 § 3 Σ και τον ν. 2472/1997, απαγορεύει τη χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, εκτός εάν, κατ’ αρχήν υπέρ του κατηγορουμένου, είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο μέσο, υπό την αρχή της αναλογικότητας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι εργαζόμενος αφαιρούσε σε 40 εργάσιμες ημέρες (10-1-2005 έως 28-2-2005) περίπου 150 ευρώ ημερησίως σε κέρματα (συνολικά 6.000 ευρώ) από το ταμείο της επιχείρησης, κρύβοντάς τα στις τσέπες. Εντοπίστηκε έλλειμμα κερμάτων και είχε εγκατασταθεί κρυφή κάμερα χωρίς νόμιμη ενημέρωση. Δεν προβλήθηκε αυτοτελής ισχυρισμός περί ευτελούς αξίας. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι στοιχειοθετείται απλή κλοπή κατ’ εξακολούθηση, με συνολική αξία μη ιδιαίτερα μεγάλης, χωρίς ανάγκη ειδικού προσδιορισμού αξίας. Η μεταβολή από υπεξαίρεση σε απλή κλοπή δεν επιδείνωσε τη θέση του κατηγορουμένου. Η βιντεοσκόπηση, νομίμως μη αναγνωσθείσα λόγω παράνομης κτήσης και μη μοναδικότητας για την άμυνα, δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί.
Απορρίφθηκαν οι αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας, διότι το δικαστήριο της ουσίας αιτιολόγησε επαρκώς την απλή κλοπή κατ’ εξακολούθηση (40 εργάσιμες ημέρες, 150 ευρώ ημερησίως, σύνολο 6.000 ευρώ) και τη μεταβολή νομικού χαρακτηρισμού χωρίς χειροτέρευση, ενώ δεν είχε προβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός περί ευτελούς αξίας που να απαιτεί ειδική αιτιολόγηση. Απορρίφθηκαν οι αιτιάσεις περί έλλειψης ακροάσεως, διότι η βιντεοκασέτα αποκτήθηκε παράνομα χωρίς ενημέρωση (ν. 2472/1997, άρθρο 11) και δεν ήταν το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο μέσο υπέρ της κατηγορουμένης κατά την αρχή της αναλογικότητας· συνεπώς ορθώς δεν ελήφθη υπόψη. Οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση αποδείξεων (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα), είναι αναιρετικώς ανέλεγκτες, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 (στοιχ. Δ, Β, α) κρίθηκαν αβάσιμοι.
Απορρίπτει την από 25.1.2013 (υπ' αριθμό εκθέσεως 3/2013) αίτηση της Έ. Τ. του Σ., κατοίκου ... για αναίρεση της 53/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Σ. Β., που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
664/2017
2017Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 84.3%
Δύο δράστες ενώθηκαν για να διαπράττουν κλοπές στην περιοχή του Βόλου κατά το χρονικό διάστημα από 18.4.2011 έως 16.7.2011. Στις 25/26.06.2011, έσπασαν το τζάμι του παραθύρου του μπάνιου διώροφης ενιαίας κατοικίας επί της οδού στο Βόλο, εισήλθαν σε αυτήν και αφαίρεσαν διάφορα κοσμήματα-χρυσαφικά συνολικής αξίας 1.500 ευρώ, το ποσό των 2.000 ευρώ σε μετρητά και δύο κλειδιά αυτοκινήτων. Οι δράστες συνελήφθησαν στις 17.07.2011 για διάπραξη ενόπλων ληστειών στην ευρύτερη περιοχή του Βόλου. Στην κατοχή του ενός δράστη βρέθηκαν τα δύο κλειδιά των αυτοκινήτων του παθόντος, όπως προκύπτει από την έκθεση απόδοσης κατασχεθέντων της 21.7.2011.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ ορίζει ότι η κλοπή συνίσταται στην αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Το άρθρο 374 εδάφ. δ' ΠΚ προβλέπει επιβαρυντική μεταχείριση όταν η κλοπή τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες. Η αξία του αντικειμένου δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της κλοπής, εκτός αν υποβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός για κλοπή ευτελούς αξίας κατά το άρθρο 377 ΠΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι δράστες είχαν ενωθεί για διάπραξη κλοπών κατά το διάστημα 18.4.2011-16.7.2011, εισήλθαν στην οικία δια θραύσης τζαμιού, αφαίρεσαν κοσμήματα αξίας 1.500 ευρώ, μετρητά 2.000 ευρώ και δύο κλειδιά αυτοκινήτων. Στην κατοχή του κατηγορουμένου βρέθηκαν τα κλειδιά των αυτοκινήτων του παθόντος. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 372 και 374 παρ. δ' ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η συνολική αξία των κλοπιμαίων (3.500 ευρώ συν τα κλειδιά) δεν ήταν ευτελούς αξίας, και ότι δεν απαιτείται ειδική αναφορά της αξίας όταν η κατηγορία αφορά ένωση για διάπραξη κλοπών, καθώς το ύψος των κλοπιμαίων είναι αδιάφορο για την επιβαρυντική περίσταση της ένωσης.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της διακεκριμένης κλοπής από κοινού. Ειδικότερα, η απόφαση ανέφερε ότι οι δράστες είχαν ενωθεί για διάπραξη κλοπών, εισήλθαν στην οικία δια θραύσης και αφαίρεσαν αντικείμενα συνολικής αξίας 3.500 ευρώ συν δύο κλειδιά αυτοκινήτων που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου. Η συνολική αξία δεν ήταν αντικειμενικά ευτελούς αξίας, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά της αξίας καθόσον η κατηγορία κατά το άρθρο 374 παρ. δ' ΠΚ αφορά την ένωση δύο ή περισσοτέρων για διάπραξη κλοπών, όπου είναι αδιάφορο το ύψος των κλοπιμαίων.
Απορρίπτει την με αριθμό ...18.10.2016 δήλωση - αίτηση αναίρεσης του R. J. V. S. του A. και M. για αναίρεση της 109-118/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρούσης διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
1215/2025
2025Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 84.3%
Πρόσωπο που παρείχε υπηρεσίες φροντίδας σε ηλικιωμένη σύζυγο κατοίκου απέκτησε εμπιστοσύνη του συζύγου. Στις 18-05-2021 ο παθών ανέλαβε 25.000 ευρώ από τραπεζικό λογαριασμό. Έδωσε 1.500 ευρώ ως δάνειο στον φροντιστή και, κατόπιν παρότρυνσης, έκρυψε τα υπόλοιπα 23.500 ευρώ σε σακούλα τοποθετημένη στο επάνω μέρος ντουλάπας της οικίας. Τη θέση γνώριζαν μόνο ο παθών και ο φροντιστής. Μετά τη λήξη της σχέσης παροχής υπηρεσιών την 01-12-2021, τα χρήματα δεν βρέθηκαν στο σημείο. Κατά το χρονικό διάστημα 18-05-2021 έως 01-12-2021 τα χρήματα αφαιρέθηκαν από την κατοχή του παθόντος και ενσωματώθηκαν στην περιουσία του φροντιστή.
Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ ορίζει τα στοιχεία της κλοπής και προβλέπει αυξημένη ποινική μεταχείριση όταν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ενώ τα άρθρα 93 § 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατά το άρθρο 510 § 1 ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης είναι η έλλειψη αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο παθών ανέλαβε 25.000 ευρώ στις 18-05-2021, εκ των οποίων 23.500 ευρώ κρύφτηκαν σε σακούλα στο επάνω μέρος ντουλάπας της οικίας, θέση γνωστή μόνο στον παθόντα και στον φροντιστή. Μεταξύ 18-05-2021 και 01-12-2021 το ποσό αφαιρέθηκε από την κατοχή του παθόντος και ιδιοποιήθηκε, με σαφή αναφορά σε χρόνο, τόπο, τρόπο δράσης και κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση της ουσίας περιέχει επαρκή αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα περιστατικά στην 372 § 1 περ. β’ ΠΚ. Ο προσδιορισμός της «ιδιαίτερα μεγάλης αξίας» είναι πραγματικό ζήτημα, αναιρετικώς ανέλεγκτο, και οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων είναι απαράδεκτες.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει με πληρότητα τα πραγματικά στοιχεία της κλοπής (χρόνος 18-05-2021 έως 01-12-2021, τόπος οικία, τρόπος αφαίρεσης από ντουλάπα, ποσό 23.500 €) και τα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, εκπληρώνοντας την ειδική αιτιολογία των άρθρων 93 § 3 Σ και 139 ΚΠΔ. Η διάταξη του άρθρου 372 § 1 περ. β’ ΠΚ ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε ορθά, χωρίς ευθεία ή εκ πλαγία παραβίαση. Ο χαρακτηρισμός της αξίας ως «ιδιαίτερα μεγάλης» αποτελεί πραγματικό ζήτημα της ουσίας και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτες. Κατ’ αποτέλεσμα, οι λόγοι του άρθρου 510 § 1 (Δ’ και Ε’) κρίθηκαν αβάσιμοι και η αναίρεση απορρίφθηκε, με επιβολή δικαστικών εξόδων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-4-2025 αίτηση της Ε. Σ. του Η., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 771/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
209/2024
2024Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 83.9%
Κατηγορούμενος μετέβη πρωί Κυριακής στις 6-3-2016 σε χωριό, κάθισε σε καφενείο δίπλα στην οικία παθούσας με οπτική επαφή. Όταν η παθούσα, μητέρα ατόμου με ειδικές ανάγκες, μετέβη στην εκκλησία μεταξύ 8:00-9:00 π.μ., εισήλθε στην οικία σπάζοντας το τζάμι του παραθύρου. Αφαίρεσε από το ντουλάπι της κουζίνας χρηματικό ποσό 10.000 ευρώ και από το υπνοδωμάτιο χρηματικό ποσό 40.000 ευρώ σε χαρτονομίσματα των 100, 50 και 20 ευρώ, που η παθούσα είχε κρυμμένα σε βαλίτσα ταξιδιού για τις ανάγκες του τέκνου της. Κατηγορούμενος έπασχε από επιπωματική ψυχωσική συνδρομή επί οριακής νοημοσύνης, είχε αναγνωρισθεί ποσοστό αναπηρίας 67% και είχε κριθεί ανίκανος για βιοποριστικό επάγγελμα. Είχε προηγουμένως καταδικαστεί για κλοπή σε βάρος άλλης ηλικιωμένης στο ίδιο χωριό.
Το άρθρο 372 παρ.1 ΠΚ προβλέπει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Δεν απαιτείται κατονομασία του προσώπου στην κατοχή του οποίου βρισκόταν το πράγμα, αρκεί να προσδιορίζεται ως τρίτο έναντι του δράστη. Η αξία του αντικειμένου δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης και δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός εκτός αν υποβληθεί ισχυρισμός ευτελούς αξίας κατά το άρθρο 377 ΠΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος μετέβη στο χωριό έχοντας προσχεδιάσει την κλοπή, κάθισε στο καφενείο με οπτική επαφή στην οικία της παθούσας, εισήλθε σπάζοντας το τζάμι όταν αυτή έφυγε για την εκκλησία και αφαίρεσε συνολικά 50.000 ευρώ. Παρά την ψυχική νόσο του, δεν αποδείχθηκε ότι είχε εκλείψει ή μειωθεί σημαντικά η ικανότητα καταλογισμού. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 περ.α', 27 και 372 παρ.1 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι ο τρόπος δράσης με προσχεδιασμό, παρατήρηση κινήσεων και προετοιμασία αλιβιού αποδεικνύει πλήρη ικανότητα αντίληψης του αδίκου της πράξης.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά. Αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (50.000 ευρώ), οι αποδείξεις και οι συλλογισμοί υπαγωγής στις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 περ.α', 27 και 372 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Διευκρινίζεται με επάρκεια ότι η ικανότητα του κατηγορουμένου να αντιληφθεί το άδικο της πράξης δεν είχε εκλείψει ούτε μειωθεί σημαντικά εξαιτίας της ψυχικής νόσου, όπως προέκυψε από τον προσχεδιασμένο τρόπο δράσης του.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.6.2023 αίτηση του Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 113/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
1387/2024
2024Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 83.9%
Δράστης αφαίρεσε και πώλησε σε επιχειρηματία του εξωτερικού μεταχειρισμένο συγκρότημα παραγωγής σκυροδέματος μάρκας …, με αριθμό κυκλοφορίας ΑΜ 299, με όλα τα εξαρτήματα, συνολικής αξίας 40.000 ευρώ. Το πράγμα ανήκε σε τρίτο και φυλασσόταν σε εργοτάξιο φράγματος, με σκοπό να πωληθεί από τον κύριό του. Η αποσυναρμολόγηση και φόρτωση σε φορτηγά έγινε από εργαζόμενο στο εργοτάξιο και μεταφορέα, κατόπιν εντολής του δράστη, ο οποίος εμφανίστηκε ως κύριος. Ακολούθησε εξαγωγή μέσω Τελωνείου Ελευσίνας και μεταφορά με το πλοίο Grande Europa στον Λίβανο. Ο ενδιάμεσος έμπορος διαπίστωσε στις αρχές Φεβρουαρίου 2016 ότι το συγκρότημα είχε αφαιρεθεί, ενώ δέκα ημέρες νωρίτερα (τέλη Ιανουαρίου 2016) βρισκόταν ακόμη στη θέση του. Ο δράστης γνώριζε ότι το συγκρότημα είχε περιέλθει προηγουμένως στην κυριότητα του παθόντος και είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον αγοράς χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία.
Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ ορίζει τα στοιχεία της κλοπής (αφαίρεση ξένου κινητού από κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης). Τα άρθρα 93 § 3 Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ το άρθρο 510 § 1 ΚΠοινΔ θεμελιώνει λόγους αναίρεσης για έλλειψή της ή για εσφαλμένη ερμηνεία/εφαρμογή. Η παραγραφή προβάλλεται ως αυτοτελής ισχυρισμός και απαιτεί ειδική απάντηση (άρθρα 171 § 2, 333 § 2 ΚΠοινΔ). Η αξία δεν αποτελεί στοιχείο της βασικής μορφής κλοπής. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι το συγκρότημα σκυροδέματος αξίας 40.000 ευρώ αφαιρέθηκε και πωλήθηκε από τον δράστη, αποσυναρμολογήθηκε, εξήχθη μέσω Τελωνείου Ελευσίνας και μεταφέρθηκε με το Grande Europa στον Λίβανο. Η αφαίρεση έλαβε χώρα μετά τα μέσα Ιανουαρίου 2016, αφού στις αρχές Φεβρουαρίου 2016 διαπιστώθηκε η έλλειψή του, ενώ δέκα ημέρες πριν (τέλη Ιανουαρίου) βρισκόταν στη θέση του. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της κλοπής. Η αιτιολογία για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού παραγραφής ήταν ειδική και σαφής, στηριγμένη στο χρονικό της αφαίρεσης (μετά τα μέσα Ιανουαρίου 2016). Η μνεία της αξίας 40.000 ευρώ, χωρίς ρητό χαρακτηρισμό ως «ιδιαίτερα μεγάλης», δεν δημιουργεί ασάφεια ούτε μεταβάλλει τη βασική μορφή της κλοπής. Δεν προέκυψε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ενοχή και ιδίως για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού παραγραφής, στηριζόμενη σε σαφή χρονικά δεδομένα ότι η αφαίρεση έλαβε χώρα μετά τα μέσα Ιανουαρίου 2016 (διαπίστωση έλλειψης στις αρχές Φεβρουαρίου και ύπαρξη δέκα ημέρες πριν). Η απλή μνεία της αξίας του αντικειμένου (40.000 ευρώ) χωρίς χαρακτηρισμό «ιδιαίτερα μεγάλης» δεν δημιουργεί ασάφεια ούτε αλλοιώνει τη βασική μορφή του άρθρου 372 § 1 ΠΚ. Όλα τα αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν κατά το είδος τους και οι αντίθετες αιτιάσεις πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων. Επομένως, οι λόγοι του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες ως διαφωνία με την αξιολόγηση των αποδείξεων.
-Απορρίπτει την από 26-1-2024 και με αριθμό έκθεσης 2/30-1-2024 αίτηση του Ι. Κ. του Α. και της Φ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. -Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
1582/2013
2013Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 83.1%
Δράστης εισήλθε επανειλημμένα σε κατάστημα τροφίμων χρησιμοποιώντας αντικλείδι που είχε αποκτήσει μέσω της κόρης του ιδιοκτήτη, με σκοπό να αφαιρέσει χρήματα από το ταμείο. Στις 23, 24, 27, 28, 29, 30, 31 Δεκεμβρίου 2005 και 2, 3 Ιανουαρίου 2006 αφαιρέθηκαν κάθε φορά 40 ευρώ. Στις 4 Ιανουαρίου 2006, ώρα 03:00, εισήλθε ξανά για αφαίρεση χρημάτων, αλλά η πράξη δεν ολοκληρώθηκε λόγω παρουσίας αστυνομικών στο εσωτερικό. Ο δράστης τράπηκε σε φυγή και το όχημά του βρέθηκε ξεκλείδωτο, ένδειξη σύντομης παραμονής. Προβλήθηκε ισχυρισμός ότι ο σκοπός εισόδου ήταν συνάντηση με την κόρη του ιδιοκτήτη, με προγενέστερη ερωτική σχέση, ο οποίος κρίθηκε μη πειστικός.
Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ προβλέπει ότι κλοπή τελείται όταν αφαιρείται ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, και τελειούται μόλις το πράγμα τεθεί στη φυσική εξουσία του δράστη. Το άρθρο 42 § 1 ΠΚ ορίζει ότι απόπειρα υπάρχει όταν επιχειρείται πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, περιλαμβάνοντας ενέργειες σε οργανικό δεσμό με την πράξη, που οδηγούν άμεσα στην πραγμάτωσή της αν δεν ανακοπούν. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο δράστης, με χρήση αντικλειδιού, εισήλθε κατ’ επανάληψη στο κατάστημα και αφαίρεσε από το ταμείο 40 ευρώ κάθε φορά (23–31.12.2005 και 2–3.1.2006). Στις 4.1.2006, ώρα 03:00, εισήλθε με τον ίδιο τρόπο με σκοπό αφαίρεσης χρημάτων, αλλά η πράξη ανακόπηκε λόγω παρουσίας αστυνομικών· τράπηκε σε φυγή και το όχημά του βρέθηκε ξεκλείδωτο, ενισχύοντας τον σκοπό σύντομης παραμονής. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι οι αφαιρέσεις συνιστούν τετελεσμένη κλοπή και η είσοδος της 4.1.2006 αποτελεί αρχή εκτέλεσης που θεμελιώνει απόπειρα κλοπής. Ο σκοπός ιδιοποίησης συνάγεται σαφώς από τον τρόπο δράσης και τα περιστατικά.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου φέρει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθή υπαγωγή στα άρθρα 372 § 1 και 42 § 1 ΠΚ. Επαρκώς αιτιολογήθηκε ότι η είσοδος στο κατάστημα με σκοπό αφαίρεσης χρημάτων, η οποία ανακόπηκε από την παρουσία αστυνομικών, συνιστά απόπειρα κλοπής, ενώ οι επανειλημμένες αφαιρέσεις των 40 ευρώ με χρήση αντικλειδιού συνιστούν τετελεσμένη κλοπή κατ’ εξακολούθηση. Ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης τεκμαίρεται από τον τρόπο δράσης και τα πραγματικά περιστατικά. Δεν απαιτείται λεπτομερής εξατομίκευση κάθε επί μέρους πράξης για την πληρότητα της αιτιολογίας. Οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων είναι απαράδεκτες, καθώς προσβάλλουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση.
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 7/7 Οκτωβρίου 2013 αίτηση του Π. Π. του Α., για αναίρεση της 106/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
1205/2023
2023Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 83.0%
Βοηθός φαρμακείου εργαζόταν από το 2006 στο φαρμακείο, αρχικά του πατέρα της εγκαλούσας και από 21-3-2012 της ίδιας της εγκαλούσας. Στις 8-12-2016 και ώρα 07:49 π.μ., χωρίς να ανοίξει φώτα, γρίλιες, υπολογιστή και ταμειακή μηχανή, παρέδωσε σε συγχωριανή της δύο κουτιά βρεφικού γάλακτος αξίας 25 ευρώ και κρέμα χεριών αξίας 7 ευρώ, συνολικής αξίας 32 ευρώ. Η πελάτισσα έδωσε 5 ευρώ και έλαβε πίσω 2 ευρώ. Η βοηθός δεν εξέδωσε απόδειξη, δεν κατέγραψε την πίστωση στο τετράδιο ούτε σε αυτοκόλλητο χαρτί. Το υπόλοιπο ποσό των 29 ευρώ καταβλήθηκε αργότερα από την πελάτισσα στη βοηθό εν αγνοία της εγκαλούσας, η οποία το ενθυλάκωσε.
Το άρθρο 487 ΚΠΔ απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, με σαφή έκθεση των πραγματικών και νομικών πλημμελειών που αποδίδονται στην πρωτόδικη απόφαση. Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ (ν. 4619/2019) ορίζει ότι όποιος αφαιρεί ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η έφεση του Εισαγγελέα αναφερόταν γενικά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα και στη συνέχεια ανέλυε ειδικότερα τις καταθέσεις μαρτύρων, το βιντεοληπτικό υλικό και έγγραφα, αιτιολογώντας γιατί εκτιμήθηκαν πλημμελώς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Δέχθηκε ότι η βοηθός παρέδωσε προϊόντα με πίστωση, δεν κατέγραψε την οφειλή, και ενθυλάκωσε το τίμημα που καταβλήθηκε εν αγνοία της εργοδότιδας. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 487 ΚΠΔ και 372 ΠΚ, το Εφετείο έκρινε ότι η έφεση περιείχε την απαιτούμενη αιτιολογία και ότι η βοηθός, κρατώντας τα χρήματα που αναλογούσαν στο τίμημα, διέκοψε την κατοχή της εργοδότιδας και θεμελίωσε τη δική της, ιδιοποιούμενη το ποσό των 29 ευρώ παρανόμως.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η έφεση του Εισαγγελέα περιείχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφερόταν σε όλα τα αποδεικτικά μέσα και ανέλυε ειδικότερα τα περισσότερα, αιτιολογώντας την εσφαλμένη εκτίμησή τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το Εφετείο δεν υπερέβη την εξουσία του κρίνοντας την έφεση παραδεκτή. Η απόφαση περιέχει την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κλοπής: η βοηθός παρέδωσε προϊόντα αξίας 29 ευρώ με πίστωση, δεν κατέγραψε την οφειλή, και ενθυλάκωσε το τίμημα που καταβλήθηκε εν αγνοία της εργοδότιδας, διακόπτοντας την κατοχή της και θεμελιώνοντας τη δική της.
Απορρίπτει την από 8-3-2023 αίτηση της Α. Σ. για αναίρεση της με αριθμό 434/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
674/2021
2021Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 82.8%
Κατηγορούμενος αφαίρεσε στις 15-10-2013 από διαμέρισμα επί της οδού στη Ν. Πεντέλη, όπου διέμενε εγκαλούσα με τα τρία ανήλικα τέκνα της, πολύ μεγάλο αριθμό κινητών πραγμάτων που αποτελούσαν την οικοσκευή του διαμερίσματος. Τα αφαιρεθέντα περιελάμβαναν ηλεκτρικές συσκευές (ψυγείο SIEMENS 2010, κουζίνα BOSCH 2010, πλυντήρια, τηλεοράσεις 42' και 40'), όργανα γυμναστικής, συλλογές (13 εικόνες, ασημένιες δραχμές, παράσημα πολέμων), έπιπλα (κρεβάτια ΙΚΕΑ MALM, γραφεία, τραπεζαρία, καναπέδες), σκεύη μαγειρέματος, υαλικά, μαχαιροπήρουνα, λευκά είδη (15 σετ υπέρδιπλα σεντόνια, 15 σετ μονά σεντόνια, 15 σετ πετσέτες), εργαλεία, ρούχα (περίπου 80 ζευγάρια παπούτσια, 20 παλτά, 30 ταγιέρ, 100 μπλουζές, 30 τσάντες συμπεριλαμβανομένης 1 Louis Vuitton), χαλιά, φωτιστικά, βρεφικά είδη και προσωπικά αντικείμενα. Γείτονες είδαν κατηγορούμενο να παίρνει τα πράγματα με φορτηγό και μόνο αυτός είχε κλειδιά του διαμερίσματος.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει ότι όποιος αφαιρεί ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται αφαίρεση με θετική ενέργεια ξένου κινητού πράγματος με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Αντικείμενο κλοπής είναι όλα τα δια της αυτής πράξης αφαιρεθέντα ξένα κινητά πράγματα. Η αξία του αντικειμένου δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης και δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας, εφόσον δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε από το διαμέρισμα όπου διέμενε η εγκαλούσα με τα τρία ανήλικα τέκνα της πολύ μεγάλο αριθμό κινητών πραγμάτων που αποτελούσαν την οικοσκευή, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους. Η παράλειψη αριθμητικού προσδιορισμού ορισμένων αντικειμένων, ελαχίστων σε σχέση με τον πολύ μεγάλο αριθμό των κλαπέντων, δεν αναιρεί την υπόστασή τους ως πραγμάτων. Εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 372 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς εκθέτει με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκθέτοντας με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής. Η παράλειψη αριθμητικού προσδιορισμού ελαχίστων αντικειμένων σε σχέση με τον πολύ μεγάλο αριθμό των κλαπέντων πραγμάτων δεν αναιρεί την υπόστασή τους ως υλικών αντικειμένων και δεν μπορούσε να επηρεάσει την κρίση για την επιβλητέα ποινή. Το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 372 παρ. 1α ΠΚ και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Απορρίπτει την αίτηση του Χ. Θ. για την αναίρεση της με αριθμό ΗΤ1.760/9-11-2020 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
633/2022
2022Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 82.7%
Κατηγορούμενος εργαζόμενος στη ΔΕΗ Μεγαλόπολης τέλεσε τρεις κλοπές κατά το χρονικό διάστημα από 19/2/2013 έως 23/12/2014. Πρώτη κλοπή: Στις 19/2/2013 αφαίρεσε από συνεργεία ΔΕΗ Μεγαλόπολης διάφορα εργαλεία αξίας 7.105 ευρώ (γεννήτρια, αντλία κενού, πολύμετρα, κλειδιά, ηλεκτροσυγκόλληση, δράπανα, τροχούς, τόρνα κ.ά.). Δεύτερη κλοπή: Από 22/10/2014 έως 23/12/2014 αφαίρεσε από ελαιοτριβείο εταιρείας ελαιόλαδο 1.500 κιλών, αλυσοπρίονο HUSQVARNA 136, χρηματικό ποσό 500 ευρώ και κρασί 20 κιλών, συνολικής αξίας 6.500 ευρώ. Τρίτη κλοπή: Από 15/7/2014 έως 30/7/2014 αφαίρεσε από περιφραγμένο χώρο εργασίας εργαλεία αξίας 6.200 ευρώ (πιεστική αντλία LEADER, γεννήτρια πετρελαιοκίνητη LOMBARDINI, ηλεκτροσυγκόλληση BLUE BIRD, τροχό ΜΑΚΙΤΑ). Μέρος των κλοπιμαίων βρέθηκε στην αποθήκη του κατηγορουμένου, συμπεριλαμβανομένου διαρρηκτικού εργαλείου (σκύλα). Συνολική αξία κλοπιμαίων: 19.805 ευρώ.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ (παλαιό και νέο) ορίζει ότι όποιος αφαιρεί ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται, και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με αυξημένη ποινή. Η νέα διάταξη είναι επιεικέστερη και εφαρμόζεται αναδρομικά. Το άρθρο 502 παρ. 1, 3 και 4 ΚΠΔ ορίζει ότι μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επανεξετάζει την υπόθεση εξ αρχής, καλύπτοντας κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης διαδικασίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε κινητά πράγματα συνολικής αξίας 19.805 ευρώ (7.105 + 6.500 + 6.200 ευρώ) από τρεις παθόντες σε τρεις χωριστές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση. Μέρος των κλοπιμαίων βρέθηκε στην αποθήκη του και αναγνωρίστηκε από τους παθόντες. Το Εφετείο δέχτηκε τυπικά την έφεση και εξέτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση. Εφαρμόζοντας το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ, το δικαστήριο χαρακτήρισε τα κλοπιμαία ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με βάση το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη αιτιολογία. Κατά το άρθρο 502 ΚΠΔ, οι ακυρότητες της πρωτόδικης διαδικασίας καλύφθηκαν με την κατ' ουσίαν εκδίκαση από το Εφετείο, το οποίο είχε αρμοδιότητα εφόσον η υπόθεση εισήχθη αρμοδίως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι το Τριμελές Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά την έφεση και εξέτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κάλυψε κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης διαδικασίας και δεν υποχρεούνταν να απαντήσει σε ισχυρισμούς περί ακυροτήτων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφέροντας με σαφήνεια όλα τα αφαιρεθέντα κινητά πράγματα, την αξία τους (7.105 + 6.500 + 6.200 = 19.805 ευρώ συνολικά), τον τρόπο αφαίρεσης και τον σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Ο χαρακτηρισμός των κλοπιμαίων ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας είναι ανελέγκτως ορθός με βάση το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη αιτιολογία. Το έγκλημα διώκεται αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 381 ΠΚ, άρα δεν υπήρχε υπέρβαση εξουσίας. Το Εφετείο είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει την έφεση, εφόσον η υπόθεση εισήχθη αρμοδίως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη μεταγενέστερη μεταβολή του νομοθετικού χαρακτηρισμού με τον ν. 4619/2019.
Απορρίπτει την με αρ. 8/19-4-2021 αίτηση, του Γ. Γ. του Δ., που κατοικεί στο ... ... για αναίρεση της με αριθμό 66Α ,77/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
951/2012
2012Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 82.1%
Δράστης αφαίρεσε στις 19-7-2004 από κατάστημα στον χώρο αφίξεων διεθνούς αερολιμένα συσκευές (ράδιο CD αυτοκινήτου και φορητό CD) αξίας 324 ευρώ. Στις 6-8-2004 αφαίρεσε από κατάστημα στον χώρο αναχωρήσεων κοσμήματα (20 κολιέ, 33 βραχιόλια, 9 σκουλαρίκια, 1 μπρελόκ) αξίας 1.039 ευρώ. Τα αντικείμενα της δεύτερης πράξης αποδόθηκαν περίπου 1,5 ώρα μετά. Ο παθών ανέφερε ότι δεν έχει άλλη αξίωση και δεν επιθυμεί ποινική δίωξη. Ο δράστης είχε φοιτητική ιδιότητα με υποτροφία, νόμιμη εργασία, συμμετοχή σε εθελοντισμό, τέλεσε γάμο το 2007, απέκτησε τέκνα το 2009 και πρόσφατα, διέμεινε με οικογένεια, στήριζε οικονομικά οικείους, και αντιμετώπιζε αυξημένες οικογενειακές ανάγκες λόγω σοβαρής ασθένειας της μητέρας. Για επτά έτη μετά την πράξη επέδειξε καλή κοινωνική και οικογενειακή συμπεριφορά.
Το άρθρο 384 § 3 ΠΚ προβλέπει ότι ο υπαίτιος πλημμελημάτων (άρθρα 372, 373, 375-377, 381, 382 ΠΚ) απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν έως το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδώσει το πράγμα και ο παθών δηλώσει ότι δεν έχει άλλη αξίωση ή ικανοποιηθεί πλήρως. Το άρθρο 84 § 2 ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 83 και 85 ΠΚ, ορίζει τις ελαφρυντικές περιστάσεις (πρότερος έντιμος βίος, ειλικρινής μετάνοια, μετέπειτα καλή συμπεριφορά), με την ειλικρινή μετάνοια να απαιτεί εμπράκτως άρση ή μείωση των συνεπειών πέραν της απλής ομολογίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στις 19-7-2004 αφαιρέθηκαν συσκευές αξίας 324 ευρώ από κατάστημα αφίξεων και στις 6-8-2004 κοσμήματα αξίας 1.039 ευρώ από κατάστημα αναχωρήσεων. Τα αφαιρεθέντα της δεύτερης πράξης αποδόθηκαν περίπου 1,5 ώρα μετά, χωρίς επίκληση ειδικής δήλωσης του παθόντος περί έλλειψης άλλης αξίωσης. Προβλήθηκαν ισχυρισμοί για πρότερο έντιμο βίο και μετέπειτα καλή συμπεριφορά, με στοιχεία σπουδών, εργασίας, οικογένειας, εθελοντισμού και πολυετούς καλής διαγωγής. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, εξέτασε αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 384 § 3 ΠΚ για απαλλαγή (απόδοση και δήλωση παθόντος) και έκρινε ότι η απλή ομολογία μετά τη σύλληψη δεν θεμελιώνει ειλικρινή μετάνοια. Ο ισχυρισμός για απαλλαγή της δεύτερης πράξης ήταν αόριστος λόγω έλλειψης επίκλησης δήλωσης παθόντος, ενώ οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί (άρθρο 384 § 3 για άλλη πράξη και άρθρο 84 § 2 α’ και ε’) απαιτούσαν ειδική αιτιολόγηση που παραλείφθηκε.
Η μερική αναίρεση κρίθηκε αναγκαία διότι το δικαστήριο ουσίας απέρριψε σιωπηρά αυτοτελείς ισχυρισμούς: α) την απαλλαγή κατά το άρθρο 384 § 3 ΠΚ για μία επί μέρους πράξη κλοπής και β) την αναγνώριση ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 α’ και ε’ ΠΚ, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός απαλλαγής για τη δεύτερη πράξη ήταν αόριστος, αφού δεν επικαλείτο ότι ο παθών δήλωσε έλλειψη άλλης αξίωσης μετά την απόδοση, και ο ισχυρισμός περί ειλικρινούς μετανοίας δεν στηριζόταν σε εμπράκτως άρση ή μείωση των συνεπειών, αλλά σε απλή ομολογία μετά τη σύλληψη. Οι λοιποί λόγοι (έλλειψη αιτιολογίας για την ενοχή, εκ πλαγίου παραβίαση) απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, επειδή το σκεπτικό αλληλοσυμπληρωνόταν με το διατακτικό και περιείχε τα αναγκαία στοιχεία.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2595/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη ως προς τις διατάξεις α) για την απόρριψη εν μέρει του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος την περί απαλλαγής του από την πράξη της κλοπής της 19-7-2004 και της αναγνωρίσεως στον αναιρεσείοντα των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ β) την επιβολή ποινής. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την 21-11-2011 αίτηση αναιρέσεως. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
338/2014
2014Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 81.8%
Δύο πρόσωπα δρούσαν από κοινού στην Τήνο, την περίοδο Μαρτίου–Μαΐου 2007, στοχεύοντας εξοχικές κατοικίες και αποθήκη κατά την απουσία ιδιοκτητών. Αφαίρεσαν επανειλημμένα ξένα κινητά με σκοπό παράνομη ιδιοποίηση: σκαπτικό Makita αξίας 850 ευρώ από αποθήκη, συσκευή DVD, βίντεο, δύο ηχεία συνολικής αξίας περίπου 400 ευρώ και κουμπαρά με περίπου 400 ευρώ από κατοικία, κόφτη πλακιδίων αξίας ~100 ευρώ από νεοανεγειρόμενη οικοδομή, φωτογραφική μηχανή αξίας 80 ευρώ, ραδιοκασετόφωνο αυτοκινήτου 200 ευρώ και επαναφορτιζόμενο τρυπάνι 80 ευρώ από εξοχική κατοικία, καθώς και εργαλεία (κατσαβίδια, τριβεία, τρυπάνια, φακοί). Κατά νόμιμη κατ’ οίκον έρευνα σε δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ο ένας δράστης βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα κλοπιμαία, τα οποία αναγνωρίστηκαν από τους ιδιοκτήτες. Υπήρχε υποδομή: εξερεύνηση περιοχών για εντοπισμό εξοχικών, επιλογή χρόνου απουσίας και εφοδιασμός με διαρρηκτικά εργαλεία, ενδεικτική πρόθεσης επαναληπτικής δράσης για πορισμό εισοδήματος.
Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ ορίζει ότι κλοπή συνιστά η αφαίρεση ξένου κινητού από την κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Το άρθρο 374 ΠΚ προβλέπει διακεκριμένες περιπτώσεις (από κοινού από ενωθέντες δράστες και κατ’ επάγγελμα/κατά συνήθεια), ενώ το άρθρο 13 περ. στ’ ΠΚ εξειδικεύει τα κριτήρια του κατ’ επάγγελμα και της κατά συνήθεια. Τα άρθρα 93 § 3 Σ και 139 ΚΠοινΔ απαιτούν ειδική αιτιολογία· το άρθρο 510 § 1 Δ’–Ε’ ΚΠοινΔ θεμελιώνει αναιρετικούς λόγους για έλλειψη αιτιολογίας ή εσφαλμένη εφαρμογή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατά Μάρτιο–Μάιο 2007 τελέστηκαν πέντε κλοπές: αφαιρέθηκαν, μεταξύ άλλων, σκαπτικό αξίας 850 ευρώ, συσκευές και ηχεία αξίας ~400 ευρώ, κουμπαράς ~400 ευρώ, κόφτης ~100 ευρώ, φωτογραφική μηχανή 80 ευρώ. Τα αντικείμενα βρέθηκαν σε δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ένας δράστης και αναγνωρίστηκαν από τους ιδιοκτήτες. Προέκυψε οργανωμένη υποδομή (εξερεύνηση περιοχών, επιλογή εξοχικών σε απουσία, διαρρηκτικά εργαλεία) και κοινή δράση δύο προσώπων. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε επαρκώς αιτιολογημένη τη βασική κλοπή, τη συναυτουργία, την ένωση για κλοπές και την κατ’ επάγγελμα τέλεση (επανειλημμένη δράση και σκοπός πορισμού εισοδήματος). Ως προς την κατά συνήθεια επιβαρυντική περίσταση, η αιτιολογία περιορίστηκε στον νομικό ορισμό χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν σταθερή ροπή και αντικοινωνικότητα, γεγονός που θεμελίωσε λόγο αναιρέσεως και επέβαλε μερική αναίρεση και παραπομπή για νέα κρίση επί της ποινής.
Έγινε δεκτός ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ διότι η επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια κλοπής δεν αιτιολογήθηκε ειδικά και εμπεριστατωμένα: η απόφαση επανέλαβε τον νομικό ορισμό χωρίς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν σταθερή ροπή και αντικοινωνικότητα. Αντίθετα, οι λόγοι περί εσφαλμένης αιτιολογίας ή εφαρμογής ως προς τη βασική κλοπή, τη συναυτουργία, την ένωση για κλοπές και την κατ’ επάγγελμα τέλεση απορρίφθηκαν, επειδή η απόφαση ανέφερε με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα και την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις προσέβαλαν την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Αναιρεί εν μέρει την αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 41/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα P. ή Γ. R. του R. και μόνον: α) ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της κακουργηματικής κλοπής και β) ως προς την ποινή που επιβλήθηκε σ' αυτόν για την εν λόγω πράξη. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπό κρίση από 25-11-2013 (υπ' αριθ. 8693/27-11-2013) δήλωση - αίτηση αναιρέσεως.
47/2013
2013Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 81.4%
Παθούσα βάδιζε πεζή στη Νίκαια, επί της οδού Άνω Τζουμαγιάς, στις 11-11-2003, ώρα 12:15. Συνοδηγός σε μοτοποδήλατο προσέγγισε και άρπαξε την τσάντα της από το αριστερό χέρι. Η τσάντα περιείχε δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, άδεια οδήγησης, κάρτα ανάληψης τραπεζικών χρημάτων, ποσό 450 ευρώ και διάφορα προσωπικά αντικείμενα. Η παθούσα αναγνώρισε τον δράστη με βεβαιότητα, συγκρατώντας ιδιαίτερα χαρακτηριστικό βλέμμα. Άλλη μάρτυρας, θύμα παρόμοιας κλοπής στις 3-11-2003 στη Νίκαια, αναγνώρισε το ίδιο πρόσωπο ως δράστη. Ο κατηγορούμενος εργαζόταν σε βιομηχανία με ωράριο 08:30–16:30 την ημέρα της κλοπής, γεγονός που επικαλέστηκε ως άλλοθι μέσω σχετικών βεβαιώσεων και μαρτυριών από συνάδελφο και σύζυγο.
Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ απαιτεί για την κλοπή αφαίρεση ξένου κινητού από την κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης· η αφαίρεση συνίσταται σε άρση της ξένης κατοχής και θεμελίωση νέας από τον δράστη. Η αξία δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης και ειδικός προσδιορισμός της απαιτείται μόνο αν προβάλλεται αυτοτελής ισχυρισμός ευτελούς αξίας (άρθρο 377 ΠΚ). Κατά τα άρθρα 93 § 3 Συντ. και 139 ΚΠοινΔ, η απόφαση πρέπει να φέρει ειδική, εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στις 11-11-2003, ώρα 12:15, στη Νίκαια, συνοδηγός σε μοτοποδήλατο άρπαξε τσάντα πεζής, αφαιρώντας έγγραφα, κάρτα ανάληψης, άδεια οδήγησης και 450 ευρώ. Η παθούσα αναγνώρισε τον δράστη με βεβαιότητα, επικαλούμενη ιδιαίτερο βλέμμα· δεύτερη μάρτυρας, θύμα κλοπής στις 3-11-2003, επίσης τον αναγνώρισε. Ο ισχυρισμός περί άλλουθι βασίστηκε σε ωράριο 08:30–16:30 και σχετικές βεβαιώσεις. Εφαρμόζοντας το άρθρο 372 § 1 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι επήλθε άρση της κατοχής και σκοπός ιδιοποίησης, στοιχειοθετώντας κλοπή. Η αναγνώριση από δύο μάρτυρες κρίθηκε πειστική και υπερίσχυσε του άλλουθι. Εφόσον δεν προβάλλεται ισχυρισμός ευτελούς αξίας, δεν απαιτήθηκε ειδικός προσδιορισμός της αξίας.
Η καταδικαστική κρίση στηρίχθηκε σε σαφή και πλήρη αιτιολογία που κάλυψε όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της κλοπής: αφαίρεση τσάντας με έγγραφα και 450 ευρώ στις 11-11-2003, ώρα 12:15, στη Νίκαια, με σκοπό ιδιοποίησης. Η αναγνώριση του δράστη από την παθούσα, ενισχυόμενη από δεύτερη μάρτυρα-θύμα, κρίθηκε κατηγορηματική και αξιόπιστη, ενώ ο ισχυρισμός περί άλλουθι με ωράριο 08:30–16:30 δεν κρίθηκε πειστικός. Η απόφαση μνημόνευσε τα αποδεικτικά μέσα κατά είδος, χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις, και εφάρμοσε ορθά το άρθρο 372 ΠΚ, χωρίς ανάγκη ειδικού προσδιορισμού της αξίας, αφού δεν τέθηκε ζήτημα ευτελούς αξίας. Ως εκ τούτου, οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι.
Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2011 (ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκηθείσα) αίτηση του Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 688/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
478/2025
2025Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 81.3%
Κατηγορούμενος, από κοινού με άγνωστη γυναίκα, εισήλθε επανειλημμένα σε υποκαταστήματα σούπερ μάρκετ στην Άρτα κατά τις ημέρες 15-04-2017, 22-04-2017 και 29-04-2017. Αφαίρεσε οινοπνευματώδη ποτά και ξυριστικές μηχανές συνολικής αξίας άνω των 2.000 ευρώ, τοποθετώντας τα σε ειδικές θήκες στο εσωτερικό του μπουφάν του. Στις 29-04-2017 περί ώρα 10:30, αφού αφαίρεσε προϊόντα αξίας 330 ευρώ από υποκατάστημα επί της οδού, διευθυντής του καταστήματος τον ακολούθησε στην έξοδο διαπιστώνοντας το φουσκωμένο μπουφάν. Κατηγορούμενος απώθησε βίαια τον διευθυντή προκαλώντας πτώση του στο έδαφος, ακολούθησε πάλη μεταξύ τους μέχρι άλλοι υπάλληλοι τον ακινητοποίησαν. Η δράση του στις 22-04-2017 καταγράφηκε από κλειστό κύκλωμα καμερών. Μετά τη σύλληψή του δεν παρατηρήθηκαν άλλες κλοπές οινοπνευματωδών ποτών.
Το άρθρο 380 παρ.3 ΠΚ προβλέπει ότι όποιος καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω να κλέβει και μεταχειρίζεται σωματική βία εναντίον προσώπου για να διατηρήσει το κλοπιμαίο τιμωρείται με κάθειρξη. Απαιτείται κλοπή, αυτόφωρη κατάληψη, βία για διατήρηση του πράγματος και δόλια προαίρεση. Η βίαιη απώθηση εμπίπτει στην έννοια της βίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε προϊόντα αξίας 330 ευρώ, καταλήφθηκε από τον διευθυντή με φουσκωμένο μπουφάν, απώθησε βίαια τον διευθυντή προκαλώντας πτώση του, ακολούθησε πάλη μέχρι την ακινητοποίησή του. Επίσης διαπίστωσε επαναλαμβανόμενες κλοπές συνολικής αξίας άνω των 2.000 ευρώ από τα ίδια καταστήματα, με καταγραφή από κάμερες και διακοπή των κλοπών μετά τη σύλληψη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 380 παρ.3 ΠΚ, το δικαστήριο εξέτασε τη συνδρομή όλων των στοιχείων της ληστρικής κλοπής και της κλοπής κατ' εξακολούθηση, συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρίες, πρακτικά, έγγραφα, απολογία), και κατέληξε στην ενοχή με πλήρη αιτιολογία χωρίς αντιφάσεις.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκθέτοντας με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ληστρικής κλοπής (αφαίρεση κινητών αξίας 330 ευρώ, αυτόφωρη κατάληψη, βίαιη απώθηση του διευθυντή με πτώση και πάλη για διατήρηση κλοπιμαίων) και της κλοπής κατ' εξακολούθηση (επαναλαμβανόμενες αφαιρέσεις συνολικής αξίας άνω των 2.000 ευρώ). Το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα χωρίς επιλεκτική αξιολόγηση, ενώ η δόλια προαίρεση εξυπακούεται από την πραγμάτωση των περιστατικών. Δεν υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης ούτε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, αφού η ενοχή αποδείχθηκε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού χωρίς αμφιβολία.
Απορρίπτει την από 14/11/2024 αίτηση του κατηγορούμενου Π. Τ. του S., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ Μαλανδρίνου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 183/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Ιωαννίνων, Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
805/2023
2023Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 81.0%
Δράστης ενωμένος με τρία ακόμη πρόσωπα τελούσε κατ’ εξακολούθηση κλοπές σε αγροτική περιοχή από 21-11-2014 έως 20-11-2015, διαπράττοντας 13 μερικότερες πράξεις. Αφαιρέθηκαν, μεταξύ άλλων: 2.800 κιλά λίπασμα (YARA 34,4 AMNITRA, αξίας 1.680 €), 20.850 κιλά σιτάρι σκληρού τύπου SIMETO (αξίας 10.000 €), 185 σακιά λιπάσματος TEOFERT DAP 18-46-0 (4.800 €), 125 σακιά λιπάσματος 40 κιλών (2.000 €), 148 σακιά NUTRIFOS CLASSIC 16-20-0 (+13S) 40 κιλών (3.000 €), 190 σακιά λιπασμάτων διαφόρων τύπων (περίπου 7,5 τόνοι, 2.000 €), 400 κιλά κριθάρι και 10.500 κιλά σιτάρι (4.300 €), εργαλεία και μηχανήματα. Κλάπηκε και χρησιμοποιήθηκε για περαιτέρω κλοπές ΙΧΦ MERCEDES· αφαιρέθηκαν και αντικείμενα από το όχημα. Μεγάλες ποσότητες των αφαιρεθέντων (π.χ. 109 σακιά σπόρου 5,45 τόνων, 118 σακιά λιπάσματος ~4,7 τόνοι, 98 σακιά σιτάρι κ.λπ.) βρέθηκαν σε αποθήκη που κατείχε και χρησιμοποιούσε ο δράστης. Καταγράφηκαν συνεχείς τηλεφωνικές επικοινωνίες του με τους λοιπούς συμμετόχους πριν και κατά τη διάρκεια των κλοπών.
Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ ορίζει τα στοιχεία της κλοπής (αφαίρεση ξένου κινητού από κατοχή άλλου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης). Το άρθρο 98 ΠΚ προβλέπει το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, με αυτοτέλεια κάθε μερικότερης πράξης. Τα άρθρα 93 § 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ απαιτούν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ το άρθρο 510 § 1 δ’ ΚΠΔ θεμελιώνει λόγο αναίρεσης για έλλειψή της. Για το ελαφρυντικό του σύννομου βίου εφαρμόζεται το άρθρο 84 § 2 περ. α ΠΚ και απαιτείται σαφής και ορισμένη προβολή αυτοτελούς ισχυρισμού. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι τελέστηκαν 13 κλοπές σε διάφορους τόπους και χρόνους (2014-2015), με αφαιρέσεις μεγάλων ποσοτήτων (π.χ. 20.850 κιλά σιτάρι, 2.800 κιλά λίπασμα, 185 και 148 σακιά λιπασμάτων, 10.500 κιλά σιτάρι κ.ά.), αξιών έως 10.000 €. Σημαντικά από τα κλοπιμαία βρέθηκαν στην αποθήκη του δράστη και υπήρξαν συνεχείς τηλεφωνικές επαφές με τους λοιπούς συμμετόχους. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι τα περιστατικά θεμελιώνουν συναυτουργία σε κλοπές κατ’ εξακολούθηση και ότι η απόφαση της ουσίας έχει επαρκή αιτιολογία με κατ’ είδος αναφορά αποδεικτικών μέσων. Ο ισχυρισμός περί απλής αποδοχής προϊόντων κλοπής αναιρείται από τα ευρήματα και τις επικοινωνίες. Ο αυτοτελής ισχυρισμός για το ελαφρυντικό προτάθηκε αόριστα, χωρίς πραγματικά περιστατικά, άρα δεν απαιτείται ειδική απάντηση.
Η αναιρεσιβαλλόμενη περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλληλοσυμπληρούμενη με το διατακτικό, ως προς όλα τα στοιχεία της κλοπής κατ’ εξακολούθηση (13 μερικότερες πράξεις) και την συναυτουργία, στηριζόμενη ιδίως στην ανεύρεση σημαντικών ποσοτήτων κλοπιμαίων στην αποθήκη του δράστη και στις συνεχείς τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους λοιπούς. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για δόλο. Ο λόγος περί εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση. Ο αυτοτελής ισχυρισμός για το ελαφρυντικό του σύννομου βίου προβλήθηκε αορίστως, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, άρα δεν γεννήθηκε υποχρέωση ειδικής αιτιολογίας και, πάντως, απορρίφθηκε αιτιολογημένα. Καμία ουσιαστική ή εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 98 και 372 ΠΚ δεν προέκυψε· ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίφθηκε και επιβλήθηκαν έξοδα (250 €).
Απορρίπτει την με αρ. 12/23-11-2022 αίτηση του Κ. Κ. του Η., κατοίκου …, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 622/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
1385/2018
2018Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.8%
Κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από τέλος Οκτωβρίου 2011 έως 25-11-2011, εισήλθαν σε περιφραγμένο οικόπεδο ιδιοκτησίας παθούσας, εντός του οποίου υπήρχαν τρεις ανεξάρτητες νεοαναγειρόμενες τουριστικές κατοικίες. Αφαίρεσαν από το εσωτερικό του οικοπέδου: 58 κουτιά πλακιδίων δαπέδου αξίας 2.019 ευρώ, μία ηλεκτρογεννήτρια μάρκας Mitsubishi αξίας 750 ευρώ και πλάκες (μπετοφόρμ) αξίας 6.500 ευρώ, συνολικής αξίας 9.269 ευρώ. Κατηγορούμενοι είχαν ζήσει έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή έως τον χρόνο τέλεσης της πράξης.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ ορίζει ότι όποιος αφαιρεί ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας κατοχής από το δράστη με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία όταν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι αφαίρεσαν από περιφραγμένο οικόπεδο αντικείμενα συνολικής αξίας 9.269 ευρώ (58 κουτιά πλακιδίων αξίας 2.019 ευρώ, ηλεκτρογεννήτρια αξίας 750 ευρώ, πλάκες αξίας 6.500 ευρώ) με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Δέχθηκε ότι η αξία των αντικειμένων είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι το σκεπτικό και το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται και εκθέτουν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καθιστώντας περιττή τη διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (9.269 ευρώ), οι αποδείξεις και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής στο άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ. Η ταύτιση του σκεπτικού με το διατακτικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού το διατακτικό περιέχει αναλυτικά και με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, καθιστώντας περιττή τη διαφοροποίηση.
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 3/2018 έκθεση των 1. Κ. Μ. και 2. Π. Μ. του Ι. (αμφότεροι), κατοίκων ..., περί αναιρέσεως της υπ' άριθμ 887/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας και Καταδικάζει του αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για έκαστο τούτων σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
31/2022
2022Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.7%
Στις 8-4-2014, περί ώρα 19:30, δύο άτομα μετέβησαν με φορτηγό αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες που έφερε γερανό σε ιδιωτικό ακάλυπτο χώρο όπου αποθηκεύονταν μηχανήματα και υλικά τεχνικών έργων. Ο χώρος δεν είχε συνήθεις περιφράξεις αλλά είχε περιμετρικά υπερυψωμένη ποσότητα χώματος (ανάχωμα). Επιχείρησαν να φορτώσουν κυλιόμενη μεταφορική ταινία φορτώσεως οικοδομικών υλικών αξίας 25.000 ευρώ. Καταλήφθηκαν από αστυνομικούς κατά τη διάρκεια της επιχείρησης φόρτωσης. Προ 20ημέρου είχαν αφαιρέσει από τον ίδιο χώρο άλλα αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένων δύο άλλων όμοιων ταινιών, τα οποία εντοπίστηκαν σε εργοτάξιο τρίτου.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει ότι όποιος αφαιρεί ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται, και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, απόπειρα υπάρχει όταν ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, δηλαδή πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι επιχειρούσαν να φορτώσουν με γερανό την ταινία αξίας 25.000 ευρώ, ότι ο χώρος είχε ανάχωμα που καταδείκνυε ότι ήταν ελεγχόμενος και τα αντικείμενα προστατευμένα, και ότι προ 20ημέρου είχαν αφαιρέσει άλλα αντικείμενα από τον ίδιο χώρο. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια των άρθρων 372 και 42 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η επιχείρηση φόρτωσης συνιστούσε αρχή εκτέλεσης της κλοπής, ότι η ύπαρξη αναχώματος αποκλείει την πλάνη περί εγκατάλειψης, και ότι η προηγούμενη αφαίρεση άλλων αντικειμένων αποδεικνύει τον δόλο ιδιοποίησης.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε επαρκή αιτιολογία. Το δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς την αξία των 25.000 ευρώ βασιζόμενο στην εκτίμηση του ιδιοκτήτη και απέρριψε την εκτίμηση του κατηγορουμένου ως προσχηματική. Η επιχείρηση φόρτωσης με γερανό συνιστούσε αρχή εκτέλεσης της κλοπής. Ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης απορρίφθηκε διότι το ανάχωμα καταδείκνυε ότι ο χώρος ήταν ελεγχόμενος και τα αντικείμενα προστατευμένα, όχι εγκαταλελειμμένα. Η προηγούμενη αφαίρεση άλλων αντικειμένων προ 20ημέρου από τον ίδιο χώρο αποδείκνυε τον δόλο ιδιοποίησης. Η επιμέτρηση της ποινής ήταν επαρκώς αιτιολογημένη με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής.
Παραθέτει στην προσβαλλόμενη υπ' αρ. 92/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας τα άρθρα 1,14 παρ. 1, 26 εδ. α', 27 παρ. 1, 42 παρ. 1,45,372 παρ. 1 β' ΠΚ. Απορρίπτει την από 23-4-2021 αίτηση, υπ' αρ. 1/2021, του Χ. Κ. του Χ. , κατοίκου ... (... ) για αναίρεση της υπ' αρ. 92/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) €.
342/2019
2019Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.7%
Κατηγορούμενος, στις 25-4-2015, περί ώρα 01:10, επιχείρησε να παραβιάσει την πόρτα καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος για να εισέλθει και να αφαιρέσει αντικείμενα, αλλά έγινε αντιληπτός από τον ιδιοκτήτη και τράπηκε σε φυγή. Την ίδια ημέρα εισήλθε σε οικία παραβιάζοντας παράθυρο κρεβατοκάμαρας και αφαίρεσε φορητό υπολογιστή μάρκας SAMSUNG και κινητό τηλέφωνο. Επίσης την ίδια ημέρα εισήλθε σε αποθήκη οικίας και αφαίρεσε σακούλα με απορρυπαντικά και τσάντα με πατάτες. Αναγνωρίσθηκε από τους παθόντες και ομολόγησε τις πράξεις του, τις οποίες απέδωσε στη χρήση ναρκωτικών ουσιών και στην εξάρτησή του από αυτές. Από το έτος 2004 είχε καταδικασθεί επανειλημμένα για πράξεις κλοπής. Παρακολουθούσε από 12/3/2018 Θεραπευτικό Πρόγραμμα Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων και δεν έκανε χρήση ναρκωτικών, όπως προέκυπτε από τοξικολογικούς ελέγχους.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει ότι όποιος αφαιρεί ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση. Το άρθρο 374 περ. ε' ΠΚ προβλέπει κάθειρξη μέχρι 10 ετών αν η κλοπή τελέστηκε κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση ή την υποδομή προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη. Τα άρθρα 34 και 36 ΠΚ απαιτούν διατάραξη πνευματικών λειτουργιών ή συνείδησης που επηρεάζει την ικανότητα καταλογισμού. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να παραβιάσει κατάστημα, εισήλθε σε οικία παραβιάζοντας παράθυρο και αφαίρεσε φορητό υπολογιστή και κινητό τηλέφωνο, και εισήλθε σε αποθήκη αφαιρώντας απορρυπαντικά και πατάτες. Από την επανειλημμένη τέλεση και την υποδομή που διαμόρφωσε προέκυψε σκοπός πορισμού εισοδήματος. Ο ισχυρισμός τοξικομανίας ήταν αόριστος, χωρίς αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν τα στοιχεία της κλοπής κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ο ισχυρισμός περί ελλείψεως ή μειώσεως καταλογισμού απορρίφθηκε ως αόριστος, καθώς δεν προσδιορίσθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη διατάραξη πνευματικών λειτουργιών, ενώ η τοξικομανία από μόνη της δεν συνιστά λόγο ελαττωμένου καταλογισμού.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, τα αποδεικτικά μέσα και τους νομικούς συλλογισμούς για την υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 26 παρ.1 α, 27, 98, 372 παρ.1-374 στοιχ. ε' ΠΚ. Ο ισχυρισμός περί τοξικομανίας ήταν αόριστος, καθώς δεν εκτέθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θα θεμελίωναν διατάραξη πνευματικών λειτουργιών ή ελαττωμένο καταλογισμό. Δεν προσκομίσθηκε ιατρική εξέταση που να αποδεικνύει εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, ενώ το έγγραφο του Κέντρου Απεξάρτησης ανέφερε ότι δεν έκανε χρήση ναρκωτικών. Ο ισχυρισμός κρίθηκε προσχηματικός και απορρίφθηκε, καθώς η τοξικομανία από μόνη της δεν αποτελεί λόγο άρσης ή μείωσης καταλογισμού.
Απορρίπτει την από 1 Οκτωβρίου 2018, υπ' αριθμ. 1172/2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2928/2018 απόφασης του Δ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
1387/2022
2022Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.6%
Κατηγορούμενος, μαζί με συγκατηγορουμένους, διέπραξε κλοπές κινητών πραγμάτων (κοσμημάτων, ρολογιών, εργαλείων, ηλεκτρονικών συσκευών) συνολικής αξίας 70.300 ευρώ από διάφορα καταστήματα και οικίες κατά το χρονικό διάστημα από 19-01-2013 έως 19-04-2013. Συγκεκριμένα, στις 15-03-2013 αφαίρεσαν κοσμήματα αξίας 5.000 ευρώ από χρυσοχοείο, στις 18-19-01-2013 αφαίρεσαν αυτοκίνητο και χρηματικό ποσό 13.200 ευρώ και χρυσαφικά αξίας 3.000 ευρώ, στις 11-02-2013 αφαίρεσαν κοσμήματα αξίας 30.000 ευρώ από κοσμηματοπωλείο, και στις 26-27-03-2013 αφαίρεσαν κοσμήματα αξίας 15.000 ευρώ. Κατηγορούμενος εξεταζόμενος από αστυνομικά όργανα στις 20-04-2013 κατέθεσε ψευδώς ότι ονομάζεται D. D. N. A. του G., αποκρύπτοντας τα πραγματικά του στοιχεία K. D. A. I. Βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων κλοπιμαία, διαρρηκτικά εργαλεία, πλαστές ταυτότητες, και κλειδιά αποθήκης που είχε μισθώσει ο κατηγορούμενος με ψευδή στοιχεία.
Το άρθρο 372 παρ. 1 του νέου ΠΚ (ν. 4619/2019, 4637/2019) προβλέπει για την κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή, σε βαθμό πλημμελήματος. Το άρθρο 374 εδ. δ' και ε' του παλαιού ΠΚ προέβλεπε κάθειρξη μέχρι δέκα ετών για κλοπή από δύο ή περισσότερους που ενώθηκαν ή από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, σε βαθμό κακουργήματος. Το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ καθιερώνει την αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ποινικού νόμου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν από κοινού κλοπές κινητών πραγμάτων συνολικής αξίας 70.300 ευρώ κατ' εξακολούθηση. Η αξία προσδιορίστηκε από τις καταθέσεις των παθόντων, τα έγγραφα εκτίμησης των κλοπιμαίων, και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο νέος ΠΚ δεν προβλέπει πλέον ως κακούργημα την κλοπή από δύο ή περισσότερους που ενώθησαν, αλλά μόνο όταν η αξία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ. Εφαρμόζοντας τη διαχρονική σύγκριση των διατάξεων, το δικαστήριο κατέληξε ότι ο νέος νόμος (άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ) είναι επιεικέστερος, καθώς προβλέπει ποινή σε βαθμό πλημμελήματος αντί κακουργήματος. Η καταδίκη σε πλημμέλημα δεν συνιστά χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, αλλά εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 372 παρ. 1 του νέου ΠΚ ως επιεικέστερο του άρθρου 374 εδ. δ' και ε' του παλαιού ΠΚ, καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα για πλημμέλημα αντί κακουργήματος. Η πράξη της κλοπής από δύο ή περισσότερους που ενώθησαν, που προβλεπόταν ως κακούργημα υπό τον παλαιό ΠΚ, δεν διώκεται πλέον ως κακούργημα υπό τον νέο ΠΚ, εκτός αν η αξία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνολική αξία των κλοπιμαίων ανερχόταν σε 70.300 ευρώ. Η εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου δεν συνιστά χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου ούτε υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, αλλά εφαρμογή της αρχής του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ.
Απορρίπτει την από 23-4-2021 δήλωση αναίρεσης του D. K. του A., κατοίκου ... κατά της υπ' αριθμ.3/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-
425/2022
2022Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.6%
Κατηγορούμενος αλβανικής υπηκοότητας, γεννηθείς το 1989. Εξοχική κατοικία πλήρως εξοπλισμένη με οικιακές συσκευές και ρουχισμό, χρησιμοποιούμενη περιοδικά από τον ιδιοκτήτη. Κατά το χρονικό διάστημα από 16.11.2012 έως 27.12.2012, παραβιάστηκε αλουμινένιο παράθυρο της ισόγειας οικίας και αφαιρέθηκαν: ένα ψυγείο μάρκας SIEMENS χρώματος ΙΝΟΧ, ένα πλυντήριο ρούχων λευκού χρώματος, μία ηλεκτρική κουζίνα μάρκας PITSOS λευκού χρώματος, δύο τηλεοράσεις (μάρκας PANASONIC και LG) χρώματος σκούρο γκρι, και όλα τα είδη οικιακού ρουχισμού και ιματισμού, συνολικής αξίας 10.000 ευρώ. Δακτυλικά αποτυπώματα του κατηγορουμένου βρέθηκαν στις 31.12.2012 σε πλαστικό δοχείο φαγητού επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τον ιδιοκτήτη, δεν είχε επισκεφθεί την οικία και δεν είχε απασχοληθεί στην περιοχή για συγκομιδή ελαιοκάρπου. Οι αφαιρεθείσες συσκευές είχαν παλαιότητα 3 έως 4 ετών.
Το άρθρο 372 παρ. 1 Π.Κ., όπως ίσχυε πριν την 1-7-2019, προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών για κλοπή αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ενώ με τον νέο Π.Κ. (ν. 4619/2019) προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ., εφαρμόζεται η διάταξη που οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι αφαιρέθηκαν πέντε μεγάλες οικιακές συσκευές (ψυγείο, πλυντήριο, κουζίνα, δύο τηλεοράσεις) και πολλά είδη οικιακού εξοπλισμού και ιματισμού, συνολικής αξίας 10.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε πλήρη οικοσκευή. Τα δακτυλικά αποτυπώματα του κατηγορουμένου βρέθηκαν σε οικιακό δοχείο στην κουζίνα της κλειστής οικίας, χωρίς να υπάρχει άλλη εξήγηση για την παρουσία του. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 372 Π.Κ., το δικαστήριο έκρινε ότι η αξία των 10.000 ευρώ είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς αφορά πλήρη οικοσκευή με ηλεκτρικές συσκευές. Ως προς την ποινή, εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως η επιεικέστερη διάταξη του νέου Π.Κ. που προβλέπει χαμηλότερο κατώτατο όριο ποινής.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως προς την ενοχή διότι το δικαστήριο διέλαβε επαρκή αιτιολογία για όλα τα στοιχεία του εγκλήματος της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Η ανεύρεση δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατηγορουμένου σε οικιακό δοχείο εντός κλειστής οικίας, χωρίς να υπάρχει άλλη εξήγηση για την παρουσία του, μαρτυρεί την πρόσφατη είσοδό του με σκοπό την αφαίρεση των πραγμάτων. Η συνολική αξία των κλαπέντων (10.000 ευρώ), που αντιστοιχεί σε πλήρη οικοσκευή με πέντε μεγάλες ηλεκτρικές συσκευές και πολλά είδη ρουχισμού, κρίθηκε κυριαρχικά ως ιδιαίτερα μεγάλη. Η απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει μόνο ως προς την ποινή, διότι εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως η επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 372 Π.Κ. που ισχύει από 1-7-2019, η οποία προβλέπει χαμηλότερο κατώτατο όριο ποινής φυλάκισης (ένα έτος αντί δύο ετών).
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 68/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και δη ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 26.4.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 68/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
755/2024
2024Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.4%
Κατηγορούμενος επισκέφθηκε κατάστημα αντιπροσωπείας αυτοκινήτων στη Σπάρτη την 23η Μαρτίου 2017. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, ενώ βρισκόταν μόνος σε γραφείο υπαλλήλου, αφαίρεσε χάρτινο φάκελο χρώματος πράσινου, διαστάσεων 35 Χ 26 εκατοστών, που έφερε εξωτερικά στοιχεία "ΙΚΤΕΟ ΛΑΚΩΝΙΑΣ - ΑΡΚΑΔΙΑΣ", ο οποίος ήταν τοποθετημένος επάνω στο τραπέζι και περιείχε συνολικά 11.300 ευρώ. Από το ποσό αυτό, 10.000 ευρώ προέρχονταν από προκαταβολή αγοραπωλησίας οχήματος της εταιρείας "Κ. Κ. Α.Ε." και 1.300 ευρώ από ημερήσιες εισπράξεις της εταιρείας "ΙΚΤΕΟ ΛΑΚΩΝΙΑΣ - ΑΡΚΑΔΙΑΣ". Κατηγορούμενος δεν έφερε δικό του φάκελο κατά την επίσκεψη. Μετά την αφαίρεση, κατηγορούμενος προσπάθησε να επιστρέψει το ποσό των 1.300 ευρώ με εξώδικη δήλωση και παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά ο νόμιμος εκπρόσωπος αρνήθηκε την παραλαβή απαιτώντας ολόκληρο το ποσό.
Το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο κινητό πράγμα παράνομα με σκοπό την ιδιοποίησή του. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της υφιστάμενης ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας κατοχής από τον δράστη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία όταν αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε φάκελο που περιείχε 11.300 ευρώ από το γραφείο της εταιρείας, ενώ βρισκόταν μόνος, χωρίς να έχει φέρει δικό του φάκελο. Ο φάκελος ήταν ογκώδης λόγω του μεγάλου χρηματικού ποσού και έφερε εξωτερικά αναγραφή "ΙΚΤΕΟ ΛΑΚΩΝΙΑΣ - ΑΡΚΑΔΙΑΣ", οπότε ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν ήταν δικός του. Για το ποσό των 1.300 ευρώ εξαλείφθηκε το αξιόποινο κατ' άρθρο 381 παρ. 2 ΠΚ λόγω απόδοσης πριν την πρώτη εξέταση. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία της κλοπής για το ποσό των 10.000 ευρώ, καθώς υπήρξε αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή του νόμιμου εκπροσώπου με δόλο και σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκθέτοντας με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κλοπής, τις αποδείξεις και τους συλλογισμούς υπαγωγής στο άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ. Ως προς την απόρριψη του αιτήματος διακοπής, υπήρξε πρόταση της Αντεισαγγελέως και η παρεμπίπτουσα απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, κρίνοντας το αίτημα αλυσιτελές. Ως προς την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο εφάρμοσε ορθώς το άρθρο 79 ΠΚ, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου με βάση τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία.
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 1/2023 αίτηση του αναιρεσείοντος, Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 220/23-3-2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
537/2020
2020Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.4%
Η πράξη τελέστηκε στις 18-4-2004 σε κατοικία. Δύο δράστες, που είχαν ενωθεί με σκοπό τη διάπραξη κλοπών, εισήλθαν στην οικία, ερεύνησαν χώρους και αφαίρεσαν κοσμήματα συνολικής αξίας 8.000 ευρώ. Για τη διαφυγή χρησιμοποιήθηκε Ι.Χ. φορτηγό με αριθμό κυκλοφορίας μη προσδιορισμένο, στο οποίο ανέμεναν δύο συνεργοί (οδηγός και συνοδηγός), παρακολουθώντας τον χώρο και έτοιμοι να ειδοποιήσουν σε περίπτωση αστυνομικής παρουσίας. Η αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων δεν υπερέβαινε το νομοθετικό όριο για κακουργηματική κλοπή κατά το ισχύον μετά την 1-7-2019 δίκαιο.
Το άρθρο 2 § 1 ΠΚ καθιερώνει την αναδρομική εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου έως την αμετάκλητη εκδίκαση. Μετά την 1.7.2019, τα άρθρα 372 και 374 ΠΚ τροποποιήθηκαν: η επιβαρυντική περίπτωση της ένωσης για διάπραξη κλοπών καταργήθηκε και κακουργηματική κλοπή προβλέπεται μόνο όταν συντρέχουν οι νέες προϋποθέσεις (ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή υπέρβαση του νομοθετικού ορίου). Κατά τα άρθρα 111-113 ΠΚ η παραγραφή των πλημμελημάτων είναι 5 έτη, με αναστολή έως 3 κατά την κύρια διαδικασία. Το άρθρο 511 ΚΠΔ επιβάλλει αυτεπάγγελτη εφαρμογή ευμενέστερου νόμου και παραγραφής, αν η αναίρεση είναι παραδεκτή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πράξη τελέστηκε στις 18-4-2004, με είσοδο σε κατοικία και αφαίρεση κοσμημάτων αξίας 8.000 ευρώ, από δύο δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, ενώ δύο συνεργοί ανέμεναν σε όχημα. Με το προγενέστερο δίκαιο είχε κριθεί διακεκριμένη κλοπή κακουργηματικού χαρακτήρα και επιβλήθηκε κάθειρξη 5 ετών. Με το νέο ΠΚ, πρόκειται για κλοπή με διάρρηξη, τιμωρούμενη σε βαθμό πλημμελήματος. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι ο νέος ΠΚ είναι ευμενέστερος, αφού καταργεί την επιβαρυντική περίπτωση της ένωσης και δεν συντρέχει η κακουργηματική προϋπόθεση της αξίας άνω του νομοθετικού ορίου. Η πράξη αναταξινομείται σε πλημμέλημα, για το οποίο είχε παρέλθει χρόνος άνω της οκταετίας (5 έτη παραγραφής + έως 3 έτη αναστολής), συνεπώς το αξιόποινο εξαλείφθηκε. Κατά το άρθρο 469 ΚΠΔ, το ευεργετικό αποτέλεσμα επεκτάθηκε και στους συγκατηγορουμένους.
Ο νέος ΠΚ (άρθρο 374) κατήργησε την επιβαρυντική περίπτωση της ένωσης για διάπραξη κλοπών, οπότε, κατ’ άρθρο 2 ΠΚ, εφαρμόζεται ο ευμενέστερος νόμος και η πράξη κατατάσσεται ως πλημμέλημα (κλοπή με διάρρηξη χωρίς υπέρβαση του νομοθετικού ορίου αξίας). Από 18-4-2004 μέχρι τη συζήτηση είχε παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των 8 ετών (5 έτη παραγραφής + έως 3 έτη αναστολής), οπότε το αξιόποινο εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής. Επομένως, έγινε δεκτή η αναίρεση, αναιρέθηκε η καταδικαστική απόφαση και παύθηκε οριστικά η ποινική δίωξη, με επέκταση του ευεργετικού αποτελέσματος στους συγκατηγορουμένους κατ’ άρθρο 469 ΚΠΔ.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 136/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη εναντίον της αναιρεσείουσας Σ. Κ. του Ι., για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής και πιο συγκεκριμένα του ότι, η Σ. Κ. του Γ. και η αναιρεσείουσα: "Στον πιο κάτω τόπο και χρόνο, τέλεσαν από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακεκριμένης κλοπής, που τελέστηκε από κοινού, αφού είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, αφαιρώντας από την κατοχή των ιδιοκτητών τους ξένα εν όλω σε αυτές κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, η πράξη δε αυτή προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Στη ... στις 18-4-2004, ενεργώντας από κοινού και έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, αφού εισήλθαν στην οικία της Α. Β. και ερεύνησαν αυτήν, αφαίρεσαν από την κρεβατοκάμαρα της παθούσας χρυσαφικά της συνολικής αξίας 8.000 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα και στη συνέχεια, προκειμένου να διαφύγουν, επιβιβάστηκαν στο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., όπου επέβαιναν οι συνεργοί τους Σ. Κ. και Α. Κ.". Επεκτείνει το αναιρετικό, ως άνω αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης και ως προς τους καταδικασθέντες συγκατηγορουμένους της αναιρεσείουσας 1) Σ. Κ. του Γ., 2) Σ. Κ. του Γ. και 3) Α. Κ. του Θ.. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη εναντίον της Σ. Κ. του Γ. για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής και πιο συγκεκριμένα του ότι η Σ. Κ. του Γ. και η αναιρεσείουσα Σ. Κ. του Ι.: ''Στον πιο κάτω τόπο και χρόνο, τέλεσαν από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακεκριμένης κλοπής, που τελέστηκε από κοινού, αφού είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, αφαιρώντας από την κατοχή των ιδιοκτητών τους ξένα εν όλω σε αυτές κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, η πράξη δε αυτή προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Στη ... στις 18-4-2004, ενεργώντας από κοινού και έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, αφού εισήλθαν στην οικία της Α. Β. και ερεύνησαν αυτήν, αφαίρεσαν από την κρεβατοκάμαρα της παθούσας χρυσαφικά της συνολικής αξίας 8.000 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα και στη συνέχεια προκειμένου να διαφύγουν, επιβιβάστηκαν στο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., όπου επέβαιναν οι συνεργοί τους Σ. Κ. και Α. Κ.. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη εναντίων των 1) Σ. Κ. του Γ. και 2) Α. Κ. του Θ., για την πράξη της απλής συνέργειας από κοινού, στην πράξη της διακεκριμένης κλοπής και πιο συγκεκριμένα του ότι: Στη ..., στις 18-4-2004, με πρόθεση παρέσχον απλή συνδρομή στις συγκατηγορούμενές τους, Σ. Κ., και Σ. Κ., κατά την τέλεση από αυτές της άδικης πράξης της διακεκριμένης κλοπής, καθώς είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές. Ειδικότερα, στον άνω τόπο και χρόνο, οι άνω συγκατηγορούμενές τους, ενεργώντας από κοινού και έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, αφού εισήλθαν στην οικία της Α. Β. και ερεύνησαν αυτήν, αφαίρεσαν από την κρεβατοκάμαρα αυτής, χρυσαφικά της συνολικής αξίας 8.000 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα και στη συνέχεια έσπευσαν να επιβιβαστούν στο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., όπου επέβαιναν αυτοί, ο μεν 3ος κατηγορούμενος (Σ. Κ.) ως οδηγός και η 4η κατηγορουμένη σύζυγος του (Α. Κ.), ως συνοδηγός. Αυτοί δε παρείχαν απλή συνδρομή στις ανωτέρω συγκατηγορούμενές τους κατά την τέλεση της άδικης πράξης που προαναφέρθηκε, γνωρίζοντας την από κοινού δράση τους και την ένωσή τους για τον προαναφερθέντα σκοπό, να αφαιρέσουν δηλαδή από την κατοχή της ιδιοκτήτριας ξένα κινητά πράγματα και να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και αποδεχόμενοι το σκοπό αυτό, προκειμένου να συμβάλουν στην πραγμάτωσή του, παρέμεναν με το άνω αυτοκίνητο έξω από την οικία της παθούσας, παρακολουθώντας τις κινήσεις της και των τρίτων και προσέχοντας να ειδοποιήσουν τις συγκατηγορούμενές τους μόλις εμφανιστούν αστυνομικοί και μόλις αυτές εξήλθαν από την οικία της παθούσας, αφού είχαν αφαιρέσει τα ξένα χρυσαφικά αξίας 8.000 ευρώ, έθεσαν σε λειτουργία το αυτοκίνητο για να τραπούν σε φυγή και να διευκολύνουν τη φυγή τους.
23/2020
2020Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 80.2%
Δύο κατηγορούμενοι ενήργησαν από κοινού και, στις 28.3.2013, ώρα 16:00, μέσα σε κατάστημα, αφαίρεσαν από την κατοχή τρίτου χρηματικό ποσό 150 ευρώ με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Μετά την πράξη ακολούθησε πολυετής σύννομη ζωή: συνεχής ιδιωτική απασχόληση κατά τα έτη 2014-2018, συμμετοχή σε εθελοντικές δράσεις και αιμοδοσία, παρακολούθηση σπουδών, αθλητική δραστηριότητα, τήρηση περιοριστικών όρων, έγγαμη συμβίωση και γέννηση τέκνου. Για περίπου πέντε έτη δεν υφίστανται νέες καταδίκες. Από 1.7.2019 για την απλή κλοπή προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και έχει καταργηθεί η παρεπόμενη αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
Το άρθρο 372 § 1 ΠΚ ορίζει τα στοιχεία της κλοπής, ενώ μετά την 1.7.2019 προβλέπει ποινή φυλάκισης έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Το άρθρο 2 § 1 ΠΚ επιβάλλει την εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου. Το άρθρο 84 § 2 ΠΚ καθορίζει ελαφρυντικές περιστάσεις: υπό στοιχ. α’ (σύννομη προτέρα ζωή) και υπό στοιχ. ε’ (καλή μεταγενέστερη συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στις 28.3.2013, ώρα 16:00, αφαιρέθηκαν από την κατοχή παθόντος 150 ευρώ εντός καταστήματος, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Διαπίστωσε επίσης μεταγενέστερη σύννομη πορεία: συνεχής εργασία στα έτη 2014-2018, οικογενειακή αποκατάσταση με τέκνο, εθελοντισμός και αιμοδοσία, σπουδές/αθλητική δραστηριότητα, τήρηση περιοριστικών όρων και απουσία νέων καταδικών επί περίπου πέντε έτη. Από 1.7.2019 καταργήθηκε η αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρο 61 ΠΚ). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι πρέπει να ισχύσει το ηπιότερο πλαίσιο του άρθρου 372 § 1 ΠΚ και να απαλειφθεί η παρεπόμενη ποινή. Περαιτέρω, η αξιολόγηση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 α’ και ε’ απαιτεί ειδική αιτιολόγηση βάσει των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων για τη σύννομη προτέρα ζωή και την καλή μεταγενέστερη συμπεριφορά, η οποία δεν είχε παρασχεθεί και επιβάλλει νέα κρίση για την ποινή.
Εφαρμόστηκαν αυτεπαγγέλτως οι επιεικέστερες διατάξεις του νέου ΠΚ (άρθρο 2 § 1 ΠΚ): για την απλή κλοπή το ανώτατο πλαίσιο είναι έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και η παρεπόμενη αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων έχει καταργηθεί, οπότε η σχετική διάταξη απαλειφθεί. Επιπλέον, η απορριπτική κρίση για το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 § 2 ε’ ΠΚ) στερείτο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ η νέα εκδοχή του άρθρου 84 § 2 α’ είναι επιεικέστερη. Κατά συνέπεια, αναιρέθηκε εν μέρει η απόφαση ως προς την ποινή και τη μη αναγνώριση των ελαφρυντικών και παραπέμφθηκε για νέα κρίση.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ.3698/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και δη ως προς τη διάταξή της περί επιβολής της ποινής . Απαλείφει τη διάταξη της παραπάνω απόφασης περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων διάρκειας τριών ετών. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, εφόσον είναι εφικτό.
857/2020
2020Άρειος ΠάγοςΠοινικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 79.9%
Κατηγορούμενοι για διακεκριμένη κλοπή κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από δράστες που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Αφαίρεσαν από διάφορες αγροτικές περιοχές πλαστικές κλούβες (τελάρα) συνολικής αξίας 23.200 ευρώ κατά το διάστημα από Οκτώβριο 2002 έως Ιούλιο 2004. Συγκεκριμένα: 7.000 τελάρα αξίας 13.000 ευρώ, 1.500 τελάρα αξίας 3.000 ευρώ, 1.500 τελάρα, 2.000 τελάρα και άγνωστο αριθμό τελάρων. Διατηρούσαν αποθηκευτικούς χώρους στην Παραλία Διστόμου, Λιβαδειά και Αλίαρτο και είχαν αγοράσει φορτηγό αυτοκίνητο για τη μεταφορά των κλοπιμαίων. Ο πρώτος κατηγορούμενος επιχείρησε επίσης απόπειρα κλοπής έξι τελάρων στις 6 Ιουλίου 2004.
Το άρθρο 2§1 του νέου ΠΚ (Ν.4619/2019, ισχύοντος από 1-7-2019) καθιερώνει την αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Το άρθρο 374 § 1 του νέου ΠΚ απάλειψε τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατά συναυτουργία και κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης κλοπής, με αποτέλεσμα η διακεκριμένη κλοπή να καθίσταται πλημμέλημα εκτός αν η αξία υπερβαίνει 120.000 ευρώ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν για διακεκριμένη κλοπή με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 374 περ. δ' και ε' του παλαιού ΠΚ (κατά συναυτουργία και κατ' επάγγελμα/συνήθεια) σε βαθμό κακουργήματος. Η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων ήταν 23.200 ευρώ, ποσό κάτω του ορίου των 120.000 ευρώ. Οι πράξεις τελέστηκαν από Οκτώβριο 2002 έως Ιούλιο 2004. Εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το άρθρο 374 § 1 του νέου ΠΚ ως επιεικέστερο, οι πράξεις μετατράπηκαν σε πλημμελήματα. Κατά τα άρθρα 111-113 ΠΚ, η παραγραφή πλημμελημάτων είναι πενταετής συν τριετής αναστολή (οκταετία συνολικά). Από την τέλεση (2002-2004) μέχρι τη συζήτηση (21-1-2020) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας, επομένως το αξιόποινο εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή και η ποινική δίωξη έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής, διότι με την εφαρμογή του επιεικέστερου άρθρου 374 § 1 του νέου ΠΚ (ισχύοντος από 1-7-2019), που απάλειψε τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατά συναυτουργία και κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης κλοπής, οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες μετατράπηκαν από κακουργήματα σε πλημμελήματα, αφού η συνολική αξία των αφαιρεθέντων (23.200 ευρώ) δεν υπερβαίνει το όριο των 120.000 ευρώ. Συνεπεία της μετατροπής, από την τέλεση των πράξεων (Οκτώβριο 2002 - Ιούλιο 2004) μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης (21-1-2020) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας (πενταετής παραγραφή πλημμελημάτων συν τριετής αναστολή), με αποτέλεσμα την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 34/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας. ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Δ. Μ. του Σ. , κατοίκου ... και 2) Σ. Μ. του Σ. , κατοίκου ... (... ), για τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από δράστες που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και τον πρώτο τούτων και για την πράξη της απόπειρας κλοπής και συγκεκριμένα του ότι: Στους τόπους και κατά τους χρόνους που αναφέρονται πιο κάτω ενεργώντας με πρόθεση από κοινού και έχοντας ενωθεί μεταξύ τους για να διαπράττουν κλοπές τέλεσαν τα παρακάτω αξιόποινα αδικήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: I) Με περισσότερες από μία πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα: 1) Στην αγροτική περιοχή ... κατά το διάστημα από τον Απρίλιο 2004 μέχρι τις 6 Ιουλίου 2004 αφαίρεσαν από τον αποθηκευτικό χώρο του αγροκτήματος του Τ. Α. του Κ. επτά χιλιάδες (7.000) πλαστικές κλούβες (τελάρα), με το λογότυπο "….." συνολικής αξίας 13..00 ευρώ που ανήκαν στον ιδιοκτήτη του κτήματος Α. Τ. , τις οποίες μετέφεραν στην Παραλία Διστόμου, στη Λιβαδειά και στην Αλίαρτο όπου διατηρούν αποθηκευτικούς χώρους πλαστικών τελάρων, για να τις ιδιοποιηθούν παράνομα. 2) Στο 90 περίπου χιλιόμετρο της νέας εθνική οδού…., στις 15 Ιουλίου 2004, αφαίρεσαν από την καρότσα του φορτηγού αυτοκίνητου του Γ. Σ. του Α. μια ζυγαριά, μαζί με το ταμείο και την άδεια παράγωγού λαϊκών αγορών, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. 3) Στην αγροτική περιοχή "... " που βρίσκεται στο 83.5 χιλιόμετρο της νέας εθνικής οδού …… κατά το διάστημα από τις 25 Φεβρουαρίου 2004 μέχρι τις 27 Φεβρουαρίου 2004, αφαίρεσαν από την αποθήκη του Κ. Γ. του Ι. 1.500 πλαστικές κλούβες (τελάρα) συνολικής αξίας 3.000€, με σκοπό να τις ιδιοποιηθούν παράνομα. 4)Στην αγροτική περιοχή ... στη θέση "... ", στις 15 προς 16 Μαΐου 2003 και κατά τον Οκτώβριο του 2003, αφαίρεσαν από την αποθήκη των αδελφών Μ. Δ. και Α. του Σ. , 1.500 πλαστικές κλούβες (τελάρα), ιδιοκτησίας του πρώτου, που έφεραν λογότυπο "…….", με σκοπό να τις ιδιοποιηθούν παράνομα και οι οποίες βρέθηκαν στην κατοχή του Μ. Ν. , στις ... . 5) Στην αγροτική περιοχή και θέση τον Ιανουάριο του 2003, αφαίρεσαν από την αποθήκη του Μ. Δ. του Σ. 2.000 πλαστικές κλούβες (τελάρα) συσκευασίας αγροτικών προϊόντων χρώματος λευκά και κόκκινα με το λογότυπο "………". με σκοπό να τις ιδιοποιηθούν παράνομα και τμήμα αυτών βρέθηκε στην κατοχή του Μ. Ν. , στις ... . 6) Στην αγροτική περιοχή ... στο διάστημα από τις 11 μέχρι τις 23 Οκτωβρίου 2002, αφαίρεσαν από τον Χ. Γ. του Ι. , άγνωστο μέχρι τώρα αριθμό από πλαστικές κλούβες (τελάρα), για να τις ιδιοποιηθούν παράνομα. Επιπλέον ο πρώτος εξ'αυτών, στην αγροτική περιοχή …... στις 6 Ιουλίου 2004, έχοντας αποφασίσει τη διάπραξη του εγκλήματος της κλοπής που αναφέρεται πιο κάτω, επιχείρησε•πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού του εγκλήματος που δεν ολοκληρώθηκε, τελικά από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Συγκεκριμένα, ενώ εισήλθε με το IX φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιοκτησίας του πρώτου (Δ. Μ. ) στον αποθηκευτικό χώρο του αγροκτήματος του Τ. Α. του Α. και αφού φόρτωσα σ' αυτό το φορτηγό έξι (6) πλαστικές κλούβες (τελάρα) μεταφοράς αγροτικών προϊόντων, με σκοπό να τις ιδιοποιηθεί παράνομα, τελικά δεν ολοκλήρωσε την πράξη του όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, επειδή ο ιδιοκτήτης Α. Τ. αντελήφθη την κλοπή και ειδοποίησε την Αστυνομία που συνέλαβαν τον πρώτο από αυτούς, Δ. Μ. . Εξ άλλου, από την επανειλημμένη τέλεση από τους ίδιους του παραπάνω εγκλήματος, καθώς και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής του (διατηρούσαν αποθηκευτικούς χώρους, για να τοποθετούν τα αφαιρεθέντα τελάρα και αγόρασαν φορτηγό αυτοκίνητο για τη μεταφορά των κλοπιμαίων), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →