Ελευθέρωση εγγυητή ΑΚ 862-864: πταίσμα δανειστή, παραίτηση από ασφάλειες/ενστάσεις, απαλλαγή από την εγγύηση

Κύρια νομική θέση:
Κατά τη νομολογία, η ένσταση ελευθέρωσης του εγγυητή κατά ΑΚ Άρθρο 862 ευδοκιμεί μόνο αν ο εγγυητής επικαλεστεί και αποδείξει συγκεκριμένα: α) πταίσμα του δανειστή, β) ότι εξαιτίας αυτού κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη, και γ) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των δύο. Η παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως ή ακόμη και από τα ευεργετήματα των άρθρων 862 επ. δεν αποκλείει την απαλλαγή όταν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια του δανειστή, ενώ για το ΑΚ Άρθρο 863 απαιτείται παραίτηση από ασφάλεια και ζημία του εγγυητή.

1. Νομικό πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

- ΑΚ Άρθρο 862
Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 1073/2015, ΕφΠειρ 123/2018, ΕφΠειρ 258/2021, ΑΠ 1159/2020, ΑΠ 1216/2019, ΕφΠειρ 230/2019, ΑΠ 377/2011, ΑΠ 419/2013, ΑΠ 2115/2025, ΑΠ 999/2013, ΕφΠειρ 211/2023, ΕφΠειρ 715/2020, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 1993/2022.

- ΑΚ Άρθρο 863
Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 1073/2015, ΑΠ 1159/2020, ΕφΠειρ 555/2024.

- ΑΚ Άρθρο 864
Όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα.
Δεν εντοπίζεται ειδική νομολογιακή ανάπτυξη του άρθρου αυτού στο συγκεκριμένο ερώτημα πέρα από την κανονιστική του λειτουργία.

- ΑΚ Άρθρο 855
Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση δίζησης).

- ΑΚ Άρθρο 857
Ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης, ιδίως αν παραιτήθηκε απ’ αυτήν ή εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης.

- ΑΚ Άρθρο 853
Ο εγγυητής μπορεί να προτείνει εναντίον του δανειστή τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη.

- ΑΚ Άρθρο 330
Ορίζει την έννοια της αμέλειας. Εφαρμόζεται ιδίως στις ΑΠ 1159/2020, ΑΠ 2115/2025, ΑΠ 1993/2022.

- ΑΚ Άρθρο 332
Άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 1073/2015, ΕφΠειρ 258/2021, ΑΠ 1216/2019, ΕφΠειρ 230/2019, ΑΠ 377/2011, ΑΠ 419/2013, ΑΠ 2115/2025, ΕφΠειρ 211/2023, ΕφΠειρ 715/2020, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 1993/2022.

- ΑΚ Άρθρο 867 και ΑΚ Άρθρο 868
Ρυθμίζουν ειδικές περιπτώσεις ελευθέρωσης του εγγυητή λόγω μη δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης μετά από αξίωση του εγγυητή. Πρόκειται για δικαιώματα ενδοτικού δικαίου και μπορεί να συμφωνηθεί παραίτηση: ΑΠ 2115/2025.

Βάρος απόδειξης

Γενικός κανόνας είναι το ΚΠολΔ Άρθρο 338: κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του. Για το συγκεκριμένο ουσιαστικό ζήτημα, το βάρος απόδειξης προσδιορίζεται νομολογιακά: ο εγγυητής φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του πταίσματος, της αδυναμίας ικανοποίησης και της αιτιώδους συνάφειας.

2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

- ΑΠ 419/2013
Σχετικότητα: Η υπόθεση αφορά παρατεταμένη αδράνεια τράπεζας μετά την καταγγελία, ενώ υπήρχαν πλοία που υποβαθμίζονταν και μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή ικανοποίησης.
Κρίση: Η οφειλή ανερχόταν σε 20.397.828 δρχ. και τόκους 9.263.304 δρχ. Τα πλοία πωλήθηκαν το 1995 για 60.002.000 δρχ., ενώ η αξία τους είχε εκτιμηθεί περί τα 100.000.000 δρχ.
Εφαρμογή: Υποστηρίζει ισχυρά ότι η παρατεταμένη αδράνεια του δανειστή, όταν οδηγεί σε απομείωση της αξίας των ασφαλειών ή της περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί, μπορεί να συνιστά τουλάχιστον βαριά αμέλεια κατά ΑΚ Άρθρο 862.

- ΑΠ 377/2011
Σχετικότητα: Η υπόθεση αφορά ενεργητική κακή διαχείριση ποσού που είχε προσφερθεί για εξόφληση του δανείου.
Κρίση: Κατατέθηκαν 4.000.000 δολ. στις 23-4-1977. Η τράπεζα δημιούργησε χρεωστικές διαφορές, με ενδεικτικό παράδειγμα τόκο κατάθεσης 8.883,33 δολ. έναντι τόκων δανείου 149.589,04 δολ.
Εφαρμογή: Θεμελιώνει ότι όχι μόνο η αδράνεια αλλά και θετικές πράξεις κακής διαχείρισης του δανειστή μπορούν να συνιστούν βαριά αμέλεια και να επιφέρουν ελευθέρωση του εγγυητή κατά ΑΚ Άρθρο 862.

- ΕφΠειρ 258/2021
Σχετικότητα: Η υπόθεση αφορά πολλαπλές υπαίτιες ενέργειες της δανείστριας που συνέβαλαν στην οικονομική κατάρρευση της πρωτοφειλέτιδας.
Κρίση: Η διαταγή πληρωμής αφορούσε 750.941,17 ευρώ κεφάλαιο, τόκους από 21-3-2008 και 23.000 ευρώ έξοδα. Η τράπεζα είχε εισπράξει 933.692 ευρώ από ενεχυρασμένο λογαριασμό, ενώ είχε καταβάλει εγγυητική επιστολή 1.170.004 ευρώ.
Εφαρμογή: Είναι η ισχυρότερη απόφαση υπέρ εγγυητή όταν υπάρχουν συγκεκριμένες υπαίτιες πράξεις του δανειστή με σαφή αιτιώδη σύνδεσμο προς την αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη. Επιβεβαιώνει επίσης ότι η παραίτηση από το άρθρο 862 δεν καλύπτει δόλο ή βαριά αμέλεια, κατ’ εφαρμογή των ΑΚ Άρθρο 332 και ΑΚ Άρθρο 174.

- ΕφΠειρ 211/2023
Σχετικότητα: Η υπόθεση αφορά μη έγκαιρη καταγγελία και μη επίσπευση εκτέλεσης επί ενυπόθηκου σκάφους, με αποτέλεσμα απομείωση της αξίας του.
Κρίση: Χορηγηθέν κεφάλαιο 380.000 €. Κατά τη λήξη η οφειλή ήταν 422.523,20 €, ενώ στις 23.10.2017 464.154,25 €, μειωθείσα κατά 2.643,35 €, με υπολειπόμενο 461.510,90 €.
Εφαρμογή: Ενισχύει το επιχείρημα ότι η μεθοδευμένη αδράνεια στην καταγγελία και στην εκτέλεση επί εμπράγματης ασφάλειας, όταν οδηγεί σε απομείωση της αξίας της, μπορεί να θεμελιώσει απαλλαγή κατά ΑΚ Άρθρο 862.

- ΕφΠειρ 555/2024
Σχετικότητα: Η υπόθεση αφορά ευθέως παραίτηση του δανειστή από εμπράγματες ασφάλειες που υπερκάλυπταν την απαίτηση.
Κρίση: Η διαχειρίστρια αποδέχθηκε καταβολή 850.000 ευρώ και συναίνεσε στην εξάλειψη πολλών προσημειώσεων, μεταξύ αυτών α’ τάξης 4.250.000 ευρώ. Οι εναπομείνασες εξασφαλίσεις ήταν γ’ τάξης επί δύο διαμερισμάτων συνολικής αξίας 277.000 ευρώ, ενώ ακολούθησε κατάσχεση εννέα ιδιοκτησιών εκτίμησης 1.149.000 ευρώ.
Εφαρμογή: Είναι η κρισιμότερη απόφαση για το ΑΚ Άρθρο 863. Υποστηρίζει ότι η παραίτηση από ασφάλειες που υπερκάλυπταν την απαίτηση, με γνώση των συνεπειών, συνιστά δόλο ή τουλάχιστον βαριά αμέλεια και ελευθερώνει τον εγγυητή.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

- ΑΠ 1073/2015
Στηρίζει τη θέση ότι η ένσταση απορρίπτεται όταν είναι αόριστη. Στην υπόθεση δεν προσδιορίστηκαν οι αξίες των ακινήτων, τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτριας και τα πραγματικά δεδομένα που να θεμελιώνουν γνώση του δανειστή για επερχόμενη αφερεγγυότητα.
Αντίκρουση: Ο ισχυρισμός του εγγυητή πρέπει να εξειδικεύει αξίες, χρόνο, περιουσιακά στοιχεία και αιτιώδη σύνδεσμο. Αν αυτά υπάρχουν, η απόφαση διαφοροποιείται.

- ΑΠ 1159/2020
Στηρίζει τη θέση ότι η απλή αδράνεια ως προς εμπράγματη ασφάλεια δεν αρκεί για το ΑΚ Άρθρο 863, αφού απαιτείται ρητή πράξη παραίτησης από την ασφάλεια. Επίσης έκρινε ότι δεν υπήρξε πταίσμα κατά ΑΚ Άρθρο 862, επειδή ο πρωτοφειλέτης δεν είχε ακίνητη περιουσία εξαρχής και η ρευστοποίηση του ενεχύρου δεν θα κάλυπτε την απαίτηση.
Αντίκρουση: Αν στην υπόθεσή σας υπάρχει θετική συναίνεση σε εξάλειψη προσημείωσης, άρση υποθήκης ή άλλη σαφής εγκατάλειψη ασφάλειας, τότε η υπόθεση διαφοροποιείται και προσεγγίζει την ΕφΠειρ 555/2024. Αντίστοιχα, αν ο πρωτοφειλέτης διέθετε επαρκή περιουσία σε κρίσιμο χρόνο, διαφοροποιείται και ως προς το ΑΚ Άρθρο 862.

3. Απαντήσεις στα επιμέρους ερωτήματα

α) Ποιο είναι το βάρος απόδειξης;

Με βάση τη νομολογία, το βάρος επίκλησης και απόδειξης το φέρει ο εγγυητής.

Αυτό προκύπτει ρητά από την ΕφΠειρ 123/2018, η οποία δέχεται ότι ο εγγυητής οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει:
- την υπαίτια συμπεριφορά του δανειστή,
- τη συνάφεια αυτής με την αδυναμία ικανοποίησης,
- και ειδικά ότι η έγκαιρη ικανοποίηση θα ήταν δυνατή επειδή ο πρωτοφειλέτης διέθετε επαρκή περιουσία.

Το ίδιο ενισχύεται από τις ΑΠ 1073/2015 και ΑΠ 1993/2022, όπου απορρίφθηκαν ή αναιρέθηκαν κρίσεις λόγω έλλειψης συγκεκριμένων παραδοχών για:
- τον χρόνο που ο πρωτοφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος,
- την οικονομική του κατάσταση πριν από αυτό,
- την αξία των περιουσιακών του στοιχείων,
- και τον αιτιώδη σύνδεσμο.

Άρα, πρακτικά, ο εγγυητής πρέπει να αποδείξει σωρευτικά:
1. ποια ακριβώς πράξη ή παράλειψη του δανειστή συνιστά πταίσμα,
2. πότε έλαβε χώρα,
3. ποια ήταν τότε η περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη ή η αξία της ασφάλειας,
4. ότι αν ο δανειστής ενεργούσε έγκαιρα/ορθά, θα μπορούσε να ικανοποιηθεί,
5. ότι σήμερα η ικανοποίηση κατέστη αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερέστερη εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς.

β) Ποιες πράξεις ή παραλείψεις θεμελιώνουν απαλλαγή κατά ΑΚ Άρθρο 862;

Από τις αποφάσεις προκύπτουν οι εξής κατηγορίες:

1. Παρατεταμένη αδράνεια στην καταδίωξη του πρωτοφειλέτη, όταν στο μεταξύ αυτός καθίσταται αφερέγγυος
- ΑΠ 419/2013
- ΕφΠειρ 211/2023

2. Μη έγκαιρη καταγγελία ή μη έγκαιρο κλείσιμο λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύεται ότι η καθυστέρηση επέτρεψε διόγκωση της οφειλής ή απώλεια δυνατότητας ικανοποίησης
- ως πιθανή βάση: ΕφΠειρ 123/2018, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 1993/2022
- αλλά απαιτείται αυστηρή εξειδίκευση· διαφορετικά απορρίπτεται.

3. Μη αξιοποίηση ή κακή διαχείριση διαθέσιμων μέσων ικανοποίησης
- ΑΠ 377/2011: κακή διαχείριση κατατεθειμένου ποσού που θα οδηγούσε σε εξόφληση.

4. Υπαίτιες ενέργειες του δανειστή που συμβάλλουν στην οικονομική κατάρρευση του πρωτοφειλέτη
- ΕφΠειρ 258/2021

5. Παράλειψη εκτέλεσης επί εμπράγματης ασφάλειας με αποτέλεσμα απομείωση της αξίας της, όταν συνδέεται αιτιωδώς με την αδυναμία ικανοποίησης
- ΑΠ 419/2013
- ΕφΠειρ 211/2023

Αντίθετα, δεν αρκούν:
- γενικές αιτιάσεις περί αδράνειας χωρίς προσδιορισμό περιουσιακών στοιχείων: ΑΠ 1073/2015, ΕφΠειρ 123/2018
- απλή αδράνεια χωρίς απόδειξη ότι θα υπήρχε ουσιαστικό αποτέλεσμα: ΑΠ 1159/2020
- μη λήψη μέτρων για δικαίωμα του πρωτοφειλέτη κατά τρίτου, όταν αυτό κρίνεται εκτός πεδίου του ΑΚ Άρθρο 862: ΑΠ 2115/2025

γ) Τι απαιτείται για απαλλαγή κατά ΑΚ Άρθρο 863;

Για το ΑΚ Άρθρο 863 απαιτούνται:
1. ύπαρξη ασφάλειας αποκλειστικά για την ασφαλιζόμενη απαίτηση,
2. παραίτηση του δανειστή από αυτήν,
3. ζημία του εγγυητή.

Η ΑΠ 1159/2020 δέχεται ότι απλή αδράνεια δεν αρκεί· απαιτείται ρητή πράξη παραίτησης από την ασφάλεια.

Η ΕφΠειρ 555/2024 είναι η πιο ευνοϊκή απόφαση για τον εγγυητή: δέχθηκε απαλλαγή όταν ο δανειστής συναίνεσε σε εξάλειψη προσημειώσεων που υπερκάλυπταν την απαίτηση, αφήνοντας ουσιαστικά ακάλυπτη την απαίτηση και στρεφόμενος μετά αποκλειστικά κατά του εγγυητή.

Η ΑΠ 1073/2015 δείχνει ότι χωρίς προσδιορισμό αξιών και ζημίας, η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη.

δ) Τι σημαίνει το ΑΚ Άρθρο 864 στο πλαίσιο του ερωτήματος;

Το ΑΚ Άρθρο 864 ορίζει ότι όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα.
Δεν εντοπίζεται ειδική νομολογιακή ανάπτυξη για ιδιαίτερο ζήτημα εφαρμογής του άρθρου αυτού στο συγκεκριμένο πραγματικό. Άρα, στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, το άρθρο λειτουργεί ως γενικός κανόνας παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγύησης.

ε) Ισχύει η απαλλαγή αν ο εγγυητής έχει παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως ως αυτοφειλέτης;

Ναι, κατ’ αρχήν η παραίτηση από την ένσταση διζήσεως δεν αποκλείει την επίκληση του ΑΚ Άρθρο 862.

Αυτό προκύπτει από:
- ΑΠ 999/2013: η εφαρμογή του άρθρου 862 δεν αποκλείεται από παραίτηση του εγγυητή από το δικαίωμα διζήσεως κατά ΑΚ Άρθρο 855
- ΑΠ 1886/2014: η παραίτηση από διζήση δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 862
- ΑΠ 377/2011, ΑΠ 419/2013, ΕφΠειρ 258/2021, ΕφΠειρ 211/2023: όλες αφορούν εγγυητές ως αυτοφειλέτες ή με ευρείες παραιτήσεις, χωρίς αυτό να αποκλείει κατ’ αρχήν την ένσταση.

Ωστόσο, πρέπει να γίνει διάκριση:

- Η παραίτηση από τη διζήση κατά ΑΚ Άρθρο 857 σημαίνει ότι ο δανειστής δεν υποχρεούται να στραφεί πρώτα κατά του πρωτοφειλέτη.
- Δεν σημαίνει όμως ότι ο δανειστής μπορεί ατιμωρητί, με δόλο ή βαριά αμέλεια, να ματαιώσει την ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.

Επιπλέον, η νομολογία δέχεται ότι ακόμη και παραίτηση από τα ίδια τα δικαιώματα των άρθρων 862 επ. είναι κατ’ αρχήν δυνατή, αλλά μόνο για ελαφρά αμέλεια:
- ΑΠ 1216/2019
- ΑΠ 1073/2015
- ΕφΠειρ 258/2021
- ΑΠ 2115/2025

Άρα:
- αν αποδεικνύεται μόνο ελαφρά αμέλεια και υπάρχει έγκυρη παραίτηση από το άρθρο 862, ο εγγυητής ενδέχεται να μη ελευθερώνεται: ΑΠ 1216/2019
- αν αποδεικνύεται δόλος ή βαριά αμέλεια, η παραίτηση δεν ισχύει λόγω ΑΚ Άρθρο 332 και ΑΚ Άρθρο 174.

4. Προτεινόμενη επιχειρηματολογία

Κύρια επιχειρήματα υπέρ του εγγυητή

1. Αυστηρή σύνδεση πταίσματος - αδυναμίας ικανοποίησης
- Επικαλεστείτε ΑΚ Άρθρο 862 και τις ΑΠ 419/2013, ΕφΠειρ 258/2021, ΕφΠειρ 211/2023.
- Δείξτε ότι σε συγκεκριμένο χρόνο ο πρωτοφειλέτης ή η ασφάλεια είχε επαρκή αξία και ότι η αδράνεια/ενέργεια του δανειστή οδήγησε στην απώλειά της.

2. Εξειδίκευση περιουσιακών στοιχείων και χρόνου
- Για να αποφύγετε την απόρριψη ως αόριστης ένστασης, ακολουθήστε το αρνητικό πρότυπο των ΑΠ 1073/2015, ΕφΠειρ 123/2018, ΑΠ 1993/2022.
- Αναφέρετε συγκεκριμένα ακίνητα, κινητά, λογαριασμούς, αξίες, ημερομηνίες, στάδιο αφερεγγυότητας.

3. Αν υπάρχει άρση/εξάλειψη ασφάλειας, θεμελιώστε πρωτίστως ΑΚ Άρθρο 863
- Επικαλεστείτε ΕφΠειρ 555/2024.
- Τονίστε ότι δεν πρόκειται για απλή αδράνεια αλλά για θετική παραίτηση από ασφάλεια.

4. Αντιμετώπιση συμβατικής παραίτησης
- Αν ο εγγυητής έχει παραιτηθεί ως αυτοφειλέτης ή από τα άρθρα 862 επ., επικαλεστείτε ΑΚ Άρθρο 332, ΑΚ Άρθρο 174, και τις ΑΠ 1216/2019, ΕφΠειρ 258/2021, ΑΠ 377/2011, ΑΠ 419/2013.
- Υποστηρίξτε ότι η παραίτηση δεν καλύπτει δόλο ή βαριά αμέλεια.

Διάκριση από αντίθετη νομολογία

- Από ΑΠ 1159/2020: αν δεν υπάρχει ρητή παραίτηση από ασφάλεια, μην στηρίξετε το επιχείρημα αποκλειστικά στο ΑΚ Άρθρο 863.
- Από ΑΠ 1216/2019: αν τα περιστατικά δείχνουν μόνο ελαφρά αμέλεια, η ύπαρξη συμβατικής παραίτησης είναι σοβαρό εμπόδιο.
- Από ΑΠ 1073/2015 και ΕφΠειρ 123/2018: αποφύγετε γενικόλογη επίκληση «η τράπεζα άργησε» χωρίς αποτίμηση της ζημίας.

5. Νομολογιακή ισχύς

Παγία, με μία κρίσιμη διάκριση:

- Παγίως γίνεται δεκτό ότι το ΑΚ Άρθρο 862 απαιτεί πταίσμα, αδυναμία ικανοποίησης και αιτιώδη συνάφεια.
- Παγίως γίνεται δεκτό ότι ο εγγυητής φέρει το βάρος ειδικής επίκλησης και απόδειξης.
- Παγίως γίνεται δεκτό ότι η παραίτηση δεν καλύπτει δόλο ή βαριά αμέλεια.
- Για το ΑΚ Άρθρο 863, επίσης σταθερά προκύπτει ότι απαιτείται παραίτηση από ασφάλεια και ζημία, με την ΑΠ 1159/2020 να απαιτεί ρητή πράξη παραίτησης και την ΕφΠειρ 555/2024 να δείχνει πότε αυτή θεμελιώνεται.

Η αβεβαιότητα δεν αφορά τον κανόνα, αλλά την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών και τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς ως ελαφράς ή βαριάς αμέλειας.

6. Πρακτικές συστάσεις

1. Δομήστε την ένσταση με χρονολόγιο
- ημερομηνία υπερημερίας,
- ημερομηνία που ο δανειστής όφειλε να ενεργήσει,
- ημερομηνία καταγγελίας/εκτέλεσης,
- ημερομηνία απώλειας περιουσίας ή απομείωσης ασφάλειας.

2. Αποδείξτε αξίες
- αξία ακινήτων/πλοίων/οχημάτων/λογαριασμών στον κρίσιμο χρόνο,
- ύψος απαίτησης τότε,
- ποιο μέρος θα καλυπτόταν αν ο δανειστής ενεργούσε έγκαιρα.

3. Μην αρκεστείτε σε γενική επίκληση “αδράνειας”
- Χρησιμοποιήστε το πρότυπο των ΑΠ 1993/2022 και ΕφΠειρ 123/2018 ως checklist για το τι πρέπει να περιληφθεί.

4. Αν υπάρχει εξάλειψη προσημείωσης/υποθήκης, προτάξτε το ΑΚ Άρθρο 863
- με κύρια παραπομπή στην ΕφΠειρ 555/2024.

5. Αν υπάρχει συμβατική παραίτηση του εγγυητή
- εξετάστε αν τα περιστατικά αρκούν για χαρακτηρισμό ως βαριά αμέλεια ή δόλο· αλλιώς η ΑΠ 1216/2019 είναι δυσμενής.

6. Πρώτες αποφάσεις που θα επικαλούμουν σε υπόμνημα υπέρ εγγυητή
- ΑΠ 419/2013
- ΕφΠειρ 258/2021
- ΕφΠειρ 555/2024
- επικουρικά ΑΠ 377/2011 και ΕφΠειρ 211/2023

Αν θέλετε, μπορώ στο επόμενο βήμα να σας δώσω έτοιμο σχέδιο ένστασης/ισχυρισμού για ανακοπή ή προτάσεις, δομημένο ειδικά σε:
α) ΑΚ Άρθρο 862,
β) ΑΚ Άρθρο 863,
γ) αντιμετώπιση ρήτρας παραίτησης του εγγυητή.

ΑΚ Άρθρο 862

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 95.9%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 862: Απόσβεση της εγγύησης Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.

ΑΚ Άρθρο 863

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 95.7%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 863: Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής.

ΑΚ Άρθρο 864

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 94.8%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 864: Όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα.

ΑΚ Άρθρο 857

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 91.6%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 857: Ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης: 1. Αν παραιτήθηκε απ' αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης. 2. Αν η δίωξη του πρωτοφειλέτη έγινε σημαντικά δύσκολη λόγω μεταβολής της κατοικίας ή διαμονής του μετά τη συνομολόγηση της εγγύησης. 3. Αν ο πρωτοφειλέτης κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ο δανειστής δεν έχει ενέχυρο σε πράγμα του. 4. Αν είναι φανερό ότι η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη.

ΑΚ Άρθρο 868

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 91.5%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 868: Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου απαιτείται καταγγελία του δανειστή για να γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, ο εγγυητής μπορεί, αφού περάσει ένα έτος αφότου εγγυήθηκε, να αξιώσει από το δανειστή να καταγγείλει και να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα, και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία. Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί με την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται.

ΑΚ Άρθρο 867

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 90.9%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 867: Εγγύηση για αόριστο χρόνο Εκείνος που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, να αξιώσει από το δανειστή να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία. Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί με την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται.

ΚΔΕλΣ Άρθρο 243

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 90.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 243: Βάρος απόδειξης 1. Κάθε διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, εκτός αν ο νόμος που διέπει την επίδικη σχέση ορίζει διαφορετικά. 2. Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα σε ανταπόδειξη. 3. Ο διάδικος κατά του οποίου αντιτάσσεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο, έχει το βάρος της ανατροπής του. 4. Αν ιδιώτης διάδικος που φέρει κατ’ αρχήν το βάρος της απόδειξης σύμφωνα με τις παρ. 1 και 3 δεν δύναται να αποδείξει εν όλω ή εν μέρει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται, επειδή τα αποδεικτικά στοιχεία βρίσκονται στην κατοχή δημόσιου φορέα αντίδικου του στη δίκη, το Δικαστήριο μπορεί να ορίσει, έπειτα από αίτηση του ιδιώτη διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, ότι ο δημόσιος φορέας υποχρεούται να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία.

ΑΚ Άρθρο 866

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 89.5%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 866: Εγγύηση για ορισμένο χρόνο Εκείνος που εγγυήθηκε για ορισμένο μόνο χρόνο ελευθερώνεται από την εγγύηση, αν ο δανειστής δεν επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα από την πάροδο αυτού του χρόνου και δεν συνεχίσει την σχετική διαδικασία χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

ΑΚ Άρθρο 853

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 88.3%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 853: Ενστάσεις του εγγυητή Ο εγγυητής μπορεί να προτείνει εναντίον του δανειστή τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, και αν ακόμη αυτός παραιτηθεί απ' αυτές μετά τη συνομολόγηση της εγγύησης.

ΑΚ Άρθρο 330

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 87.7%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 330: Ευθύνη λόγω πταίσματος Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

ΑΚ Άρθρο 312

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 87.1%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 312: Αν το δικαίωμα της επιλογής έχει ο οφειλέτης και η μία παροχή γίνει αδύνατη από πταίσμα του δανειστή, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα ή να καταβάλει την παροχή που σώζεται και να απαιτήσει αποζημίωση γι' αυτή που έγινε αδύνατη ή να θεωρήσει τον εαυτό του απαλλαγμένο από κάθε υποχρέωση.

ΑΚ Άρθρο 859

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 86.8%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 859: Ο εγγυητής που ικανοποίησε το δανειστή δεν έχει αναγωγή, αν παρέλειψε να αντιτάξει βάσιμες ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.

ΑΚ Άρθρο 861

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 85.4%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 861: Δικαίωμα του εγγυητή για ασφάλεια Ο εγγυητής μπορεί να απαιτήσει από τον πρωτοφειλέτη ασφάλεια και πριν ακόμη γίνει απαιτητή η οφειλή: 1. Αν χειροτέρεψε η περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη. 2. Αν η δίωξη του πρωτοφειλέτη έγινε σημαντικά δύσκολη λόγω μεταβολής της κατοικίας ή της διαμονής του μετά τη συνομολόγηση της εγγύησης. 3. Αν ο πρωτοφειλέτης έγινε υπερήμερος. 4. Αν ο εγγυητής καταδικάστηκε να καταβάλει την οφειλή.

ΑΚ Άρθρο 855

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 85.3%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 855: Ένσταση δίζησης Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση δίζησης).

ΑΚ Άρθρο 313

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 85.2%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 313: Αν το δικαίωμα της επιλογής έχει ο δανειστής και η μία παροχή γίνει αδύνατη από πταίσμα του, έχει δικαίωμα ο δανειστής ή να ζητήσει την παροχή που σώζεται και να αποζημιώσει τον οφειλέτη γι' αυτή που έγινε αδύνατη ή να θεωρήσει ότι η ενοχή έχει αποσβεσθεί.

ΑΚ Άρθρο 314

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 85.0%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 314: Αν το δικαίωμα της επιλογής έχει ο δανειστής και η μία παροχή γίνει αδύνατη από πταίσμα του οφειλέτη, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει ή την παροχή που σώζεται ή αποζημίωση γι' αυτή που έγινε αδύνατη.

ΑΚ Άρθρο 851

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 84.9%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 851: Έκταση της ευθύνης του εγγυητή Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.

ΑΚ Άρθρο 1243

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 84.4%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1243: Απόσβεση του ενεχύρου Απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται ιδίως: 1. με την απόσβεση της απαίτησης για χάρη της οποίας έχει συσταθεί. 2. με την απόδοση του πράγματος από το δανειστή στον ενεχυραστή ή στον κύριο. 3. με τη μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυραστή ή τον κύριο ότι παραιτείται από το ενέχυρο. 4. με την ένωση στο ίδιο πρόσωπο της κυριότητας και του δικαιώματος του ενεχύρου.

ΑΚ Άρθρο 1219

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 84.2%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1219: Ενστάσεις του ενεχυραστή Ο ενεχυραστής, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να προτείνει απέναντι στο δανειστή τις ενστάσεις που έχει ο οφειλέτης κατά της απαίτησης και αν ακόμη αυτός παραιτηθεί από τις ενστάσεις αυτές.

ΚΠολΔ Άρθρο 952

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 83.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 952: "Αν με την κατάσχεση που έχει επιβληθεί δεν ικανοποιείται ή αν πιθανολογείται ότι με την κατάσχεση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί εντελώς η απαίτηση του δανειστή, μπορεί με αίτηση του δανειστή να υποχρεωθεί ο οφειλέτης, κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 έως 866, να υποβάλει αναλυτικό κατάλογο όλων των περιουσιακών του στοιχείων με ακριβή αναφορά του τόπου όπου αυτά βρίσκονται. Ως προς τις απαιτήσεις θα πρέπει να αναφέρονται η νομική αιτία, το αντικείμενο, ο οφειλέτης, οι τυχόν εξασφαλίσεις και τα τυχόν υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα. Από τον κατάλογο θα πρέπει να προκύπτουν επίσης οι απαλλοτριώσεις ακινήτων που έλαβαν χώρα την τελευταία πενταετία πριν από την υποβολή της αίτησης. Ο οφειλέτης θα πρέπει να βεβαιώνει συγχρόνως με όρκο ότι ο κατάλογος περιέχει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, καθώς και τις ως άνω απαλλοτριώσεις, ότι δεν παραλείπει κανένα στοιχείο και ότι έκανε κάθε προσπάθεια, για να εξακριβώσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία".

ΚΠολΔ Άρθρο 296

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 83.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 296: Ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς συναίνεση του εναγομένου. Η παραίτηση είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντιρρήσεις και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.

ΑΚ Άρθρο 865

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 83.6%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 865: Αν επήλθε σύγχυση κύριας οφειλής και εγγύησης στο ίδιο πρόσωπο, τα δικαιώματα του δανειστή δεν παραβλάπτονται.

ΕΚ Άρθρο 24

Κώδικας Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025)
Σχετικότητα 83.6%
Κείμενο Άρθρου
ΕΚ Άρθρο 24: Βάρος απόδειξης 1. Όταν ο βλαπτόμενος προβάλλει ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης και αποδεικνύει ενώπιον δικαστηρίου ή αρμόδιας διοικητικής αρχής πραγματικά γεγονότα από τα οποία μπορεί να συναχθεί άμεση ή έμμεση διάκριση, το αντίδικο μέρος ή η διοικητική αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει στο δικαστήριο ότι δεν συνέτρεξαν περιστάσεις που συνιστούν παραβίαση της αρχής αυτής. 2. Η ρύθμιση της ανωτέρω παραγράφου δεν ισχύει στην ποινική δίκη. 3. Η ρύθμιση της παρ. 1 ισχύει και στην περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου.

ΑΚ Άρθρο 869

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 83.4%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 869: Εγγύηση υπέρ του εργαζομένου ή εργολάβου Εκείνος που εγγυήθηκε υπέρ εργαζομένου ή εργολάβου ελευθερώνεται, αν ο δανειστής αμέλησε να ασκήσει στον εργαζόμενο ή στον εργολάβο την επιβαλλόμενη εποπτεία και από την παράλειψη αυτή γεννήθηκε ή αυξήθηκε η οφειλή.

ΑΚ Άρθρο 1284

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 83.0%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1284: Χειροτέρευση του ενυποθήκου Αν από υπαιτιότητα του οφειλέτη κινδυνεύει να χειροτερέψει το ενυπόθηκο ή να ελαττωθεί η αξία του, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει είτε την παράλειψη ή άρση των επιβλαβών πράξεων, είτε την άμεση εξόφληση του χρέους, είτε τέλος την παραχώρηση άλλης ανάλογης υποθήκης. Αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

ΚΕΔΕ Άρθρο 78

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 82.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 78: Εγγυητές Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα για τους οφειλέτες εφαρμόζονται και κατά των εγγυητών. Οι εγγυητές έχουν την ίδια ευθύνη με τους οφειλέτες και δεν έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την ένσταση της δίζησης. Κατά των εγγυητών λαμβάνονται όλα τα μέτρα που προβλέπονται για τους οφειλέτες, χωρίς να απαιτείται βεβαίωση του χρέους σε βάρος τους.

ΑΚ Άρθρο 1233

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 81.5%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1233: Με άδεια του δικαστηρίου έχει δικαίωμα ο δανειστής και μετά την απόσβεση της απαίτησής του να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος στον οφειλέτη, αν έχει εναντίον του άλλη απαίτηση που συνομολογήθηκε μετά τη σύσταση του ενεχύρου και έγινε απαιτητή πριν από τη λήξη της απαίτησης που ασφαλίζεται με το ενέχυρο. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο δανειστής και κατά του τρίτου ενεχυραστή, αν έχει εναντίον του απαίτηση με τους ίδιους όρους.

ΚΠΔ Άρθρο 178

Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019)Τροποποίηση: 18/11/2019
Σχετικότητα 81.4%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠΔ Άρθρο 178: Αποδεικτικά μέσα Βάρος απόδειξης 1. Στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικών μέσων. Κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι: α) οι ενδείξεις· β) η αυτοψία· γ) η πραγματογνωμοσύνη· δ) η ομολογία του κατηγορουμένου· ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα. 2. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ του. Οι δικαστές «και οι εισαγγελείς» είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. 3. Οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής είναι προς όφελος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου.

ΑΚ Άρθρο 852

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 80.0%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 852: Ο εγγυητής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν ευθύνεται για παρεπόμενες παροχές που είχαν συμφωνηθεί και ήταν απαιτητές κατά το χρόνο της εγγύησης. Για τέτοιες παροχές που γίνονται απαιτητές μετά την εγγύηση, ο εγγυητής σε περίπτωση αμφιβολίας ευθύνεται μόνο αν κατά το χρόνο της εγγύησης γνώριζε την ύπαρξή τους.

ΚΠολΔ Άρθρο 294

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 79.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 294: Ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 πριν από την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο. Η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.

ΑΚ Άρθρο 856

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 79.3%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 856: Σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, η αναγκαστική εκτέλεση που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο πρέπει να επιχειρηθεί στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του. Αν ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, πρέπει να επιχειρήσει εκτέλεση και σ' αυτά.

ΚΕΔΕ Άρθρο 67

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 79.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 67: Παραλείψεις, ακυρότη τες και πλημμέλειες 1. Παραλείψεις, ακυρότητε ς ή πλημμέλειες που αφορούν στη διαδικασία απόκτησης οποιουδήποτε νόμιμου ή εκτελεστού τίτλου του άρθρου 2, τη διαδικασία της εκτέλεσης, καθώς και τις ίδιες τις πράξεις εκτέλεσης, μπορούν να προταθούν από τον οφειλέτη ως λόγος ακύρωσης, μόνο εάν ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει αυτές, καθώς και ότι εξαιτίας τους υπέστη βλάβη. Το δικαστήριο κηρύσσει την ακυρότητα μόνο όταν κατά την κρίση του προκλήθηκε βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο οφειλέτης μπορεί επιπλέον να προσβάλει με ανακοπή τον πλειστηριασμό, εάν δεν του κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού. Ο λόγος αυτός ανακοπής μπορεί να προταθεί και από τους ενυπόθηκους δανειστές. 2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη ανακοπή ακύρωσης των μέχρι τον πλειστηριασμό πράξεων εκτέλεσης. Ομοίως, μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη και στους ενυπόθηκους δανειστές ανακοπή ακύρωσης του πλειστηριασμού, εάν κοινοποιήθηκε σε αυτούς έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή εάν αυτοί έλαβαν με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του πλειστηριασμού μέχρι και την ημέρα της διενέργειάς του. 3. Εάν η εκτέλεση ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εξαιτίας της παράλειψης προθεσμίας ή δικονομικού τύπου, ο υπαίτιος της ακυ ρότητας μπορεί να υποχρεωθεί με την ίδια απόφαση στην καταβολή των εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε τόσο το Δημόσιο όσο και ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης του.

ΑΚ Άρθρο 1239

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 79.3%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1239: Απαγορευμένες συμφωνίες Είναι άκυρη η συμφωνία που γίνεται προτού καταστεί απαιτητό το ασφαλιζόμενο χρέος, σύμφωνα με την οποία αν ο δανειστής δεν ικανοποιηθεί εμπρόθεσμα, η κυριότητα του πράγματος περιέρχεται ή πρέπει να μεταβιβαστεί σ' αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για τη συμφωνία, με την οποία ο δανειστής απαλλάσσεται εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος από τις διατυπώσεις για την εκποίηση του πράγματος.

ΑΚ Άρθρο 1211

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 79.0%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1211: Σύσταση Για τη σύσταση ενεχύρου απαιτείται παράδοση του πράγματος από τον κύριο στο δανειστή και συμφωνία των δύο ότι ο δανειστής αποκτά ενέχυρο στο πράγμα. Η συμφωνία απαιτείται να γίνει με έγγραφο συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό με βέβαιη χρονολογία και να προσδιορίζει την απαίτηση, καθώς επίσης να περιγράφει το ενεχυραζόμενο πράγμα. Αντί για περιγραφή στο σώμα του εγγράφου αρκεί να προσαρτάται σ' αυτό ιδιαίτερος κατάλογος.

ΑΚ Άρθρο 332

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)Τροποποίηση: 21/08/2002
Σχετικότητα 78.9%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 332: Συμφωνία για μη ευθύνη από πταίσμα "Άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Άκυρη είναι επίσης η εκ των προτέρων συμφωνία ότι δεν θα ευθύνεται ο οφειλέτης και για ελαφριά ακόμη αμέλεια, αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφειλέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής . Το ίδιο ισχύει και αν η απαλλακτική ρήτρα περιέχεται σε όρο της σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ή αν με τη ρήτρα απαλλάσσεται ο οφειλέτης από την ευθύνη για προσβολή αγαθών που απορρέουν από την προσωπικότητα και ιδίως της ζωής, της υγείας, της ελευθερίας ή της τιμής".

ΑΚ Άρθρο 1683

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)Τροποποίηση: 30/12/1996
Σχετικότητα 78.5%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1683: Η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, από την οποία εξαρτάται η ισχύς ορισμένων ή και όλων των δικαιοπραξιών αυτού που έχει υποβληθεί σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, παρέχεται εγγράφως, μόνο πριν από την επιχείρηση της πράξης. Αν ο δικαστικός συμπαραστάτης αρνείται να συναινέσει, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του συμπαραστατουμένου. Οι πράξεις του συμπαραστατουμένου, για τις οποίες ο νόμος απαιτεί τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, είναι άκυρες, αν επιχειρήθηκαν χωρίς αυτή τη συναίνεση. Την ακυρότητα προτείνει μόνο ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο συμπαραστατούμενος και οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοί του.

ΑΚ Άρθρο 860

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 78.4%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 860: Ο συνεγγυητής που ικανοποίησε το δανειστή έχει αναγωγή εναντίον των λοιπών συνεγγυητών στην έκταση που, σύμφωνα με το άρθρο 487, ευθύνονται μεταξύ τους οι οφειλέτες εις ολόκληρον.

Ν5123 Άρθρο 9

Εκσυγχρονισμός Θεσμικού Πλαισίου για το Ενέχυρο (Ν. 5123/2024)
Σχετικότητα 77.8%
Κείμενο Άρθρου
Ν5123 Άρθρο 9: Ικανοποίηση ενεχυρούχου δανειστή 1. Ο ενεχυρούχος δανειστής δικαιούται να εισπράξει μόνος του χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία την ενεχυρασμένη απαίτηση μετά την παρέλευση δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα καταστεί ληξιπρόθεσμη, εν όλω ή εν μέρει, η απαίτησή του κατά του ενεχυραστή. Η είσπραξη γίνεται κατά την έκταση που απαιτείται για την ικανοποίηση της απαίτησής του. 2. Εάν λήξει η ενεχυρασμένη απαίτηση προτού λήξει η ασφαλιζόμενη απαίτηση, ο ενεχυρούχος δανειστής δικαιούται να την εισπράξει, όπως ορίζεται στα άρθρα 1252 και 1253 του Αστικού Κώδικα. 3. Αν επιβληθεί από τρίτο κατάσχεση στην ενεχυρασθείσα απαίτηση, ο οφειλέτης οφείλει να γνωστοποιήσει την ύπαρξη ενεχύρου με την κατά το άρθρο 985 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δήλωσή του. 4. Όταν περιέρχεται στον ενεχυραστή κινητό πράγμα σε εκπλήρωση ενεχυρασθείσας μη χρηματικής απαίτησης, το συσταθέν ενέχυρο επεκτείνεται αυτοδίκαια και επ’ αυτού υπέρ του ενεχυρούχου δανειστή.

ΑΚ Άρθρο 1228

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 77.8%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1228: Κίνδυνος των συμφερόντων του δανειστή Αν κινδυνεύει η ασφάλεια του δανειστή επειδή απειλείται καταστροφή ή ουσιώδης μείωση της αξίας του πράγματος, έχει αυτός το δικαίωμα να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, εκτός αν ο ενεχυραστής συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα σε εύλογη προθεσμία που του τάσσεται. Ο πλειστηριασμός γίνεται όπως ο πλειστηριασμός κινητού που έχει κατασχεθεί. Το εκπλειστηρίασμα υποκαθίσταται στο πράγμα και κατατίθεται δημόσια. Η πώληση των πραγμάτων που έχουν χρηματιστηριακή αξία γίνεται χρηματιστηριακώς.

ΑΚ Άρθρο 1226

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 77.8%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1226: Παράβαση υποχρεώσεων από το δανειστή Αν ο δανειστής προσβάλλει τα δικαιώματα του ενεχυραστή, αυτός μπορεί να απαιτήσει την παράδοση του πράγματος σε μεσεγγυούχο που διορίζεται από το δικαστήριο, ή τη δημόσια κατάθεση του πράγματος, αν είναι δεκτικό κατάθεσης. Τη δαπάνη φέρει ο δανειστής.

Ν4548 Άρθρο 73

Ανώνυμες Εταιρείες (Ν. 4548/2018)
Σχετικότητα 77.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν4548 Άρθρο 73: Ασφάλεια 1. Οι απαιτήσεις από ομολογιακά δάνεια του νόμου αυτού μπορεί να ασφαλίζονται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα με κάθε είδους εμπράγματη ασφάλεια ή εγγύηση. Η ασφάλεια αυτή μπορεί να λαμβάνεται πριν, κατά ή και μετά την έκδοση του ομολογιακού δανείου. 2. Η εγγύηση παρέχεται με έγγραφη δήλωση του εγγυητή που περιέχεται στο πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου ή με σύμβαση εγγύησης που συνάπτεται με τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων. Οι κάθε μορφής εμπράγματες ασφάλειες παραχωρούνται στο όνομα του εκπροσώπου των ομολογιούχων και για λογαριασμό των ομολογιούχων ή και προσώπων που έχουν απαιτήσεις κατά της εκδότριας που συνδέονται με το ομολογιακό δάνειο, με σύμβαση μεταξύ του παρέχοντος την ασφάλεια και του εκπροσώπου. Θεωρείται ότι συνδέονται με το ομολογιακό δάνειο ενδεικτικά οι απαιτήσεις από συμβάσεις αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου, καθώς και οι απαιτήσεις από πιστωτικές και άλλες συμβάσεις που διέπονται από σύμβαση-πλαίσιο, η οποία κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου διέπει και το ομολογιακό δάνειο. 3. Σε περίπτωση ομολογιακού δανείου που διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο, οι εμπράγματες ασφάλειες και εγγυήσεις παραχωρούνται στο όνομα προσώπου που, κατά το δίκαιο που διέπει το ομολογιακό δάνειο, μπορεί να κατέχει εμπράγματες ασφάλειες και εγγυήσεις στο όνομά του για λογαριασμό των ομολογιούχων. Όπου απαιτείται για τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας η καταχώριση οποιουδήποτε εγγράφου ή της παραπάνω σύμβασης σε οποιαδήποτε αρχή ή μητρώο ή κτηματολόγιο, η καταχώριση πραγματοποιείται στο όνομα του εκπροσώπου, με ρητή μνεία ότι η ασφάλεια χορηγείται για την εξασφάλιση απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο. 4. Στην υποθήκη και το ενέχυρο εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8/1923 (Α΄ 224), καθώς και του άρθρου 2 του ν.δ. 4001/1959. Εκτελεστό τίτλο αποτελεί η σύμβαση, με την οποία παρασχέθηκε η εμπράγματη ασφάλεια. Οι διατάξεις των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7-13.8/1923 εφαρμόζονται ανάλογα και επί ενεχυριάσεως ονομαστικής απαίτησης σε ασφάλεια ομολογιακού δανείου. Σε περίπτωση ασφάλειας σε μετρητά, χρηματοπιστωτικά μέσα ή πιστωτικές απαιτήσεις, με την έννοια του ν. 3301/2004 (Α΄ 263), εφαρμόζεται ο τελευταίος.

ΑΚ Άρθρο 858

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 77.6%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 858: Αναγωγή και υποκατάσταση του εγγυητή Ο εγγυητής, εφόσον ικανοποίησε το δανειστή και έχει δικαίωμα αναγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

ΑΚ Άρθρο 1303

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)Τροποποίηση: 18/02/1983
Σχετικότητα 77.2%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1303: Έχουν ιδίως δικαίωμα να ζητήσουν την εγγραφή υποθήκης υπέρ άλλου: 1. οι δανειστές του οφειλέτη, αν ο ίδιος αμελεί να εγγράψει την υποθήκη, για την οποία έχει τίτλο. 2. ο εγγυητής, αν ο δανειστής αμελεί να εγγράψει την υποθήκη, για την οποία έχει τίτλο προς εξασφάλιση της απαίτησής του κατά του πρωτοφειλέτη. 3. ο επίτροπος, ο παρεπίτροπος, ή κάθε συγγενής, για την εγγραφή υποθήκης υπέρ του επιτροπευομένου στα ακίνητα του επιτρόπου.

ΑΚ Άρθρο 1254

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 77.2%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1254: Όταν λήξει το ασφαλιζόμενο χρέος, αν η ενεχυρασμένη απαίτηση δεν είναι χρηματική, ο ενεχυρούχος δανειστής την εισπράττει μόνος και επέρχονται οι συνέπειες της ενεχύρασης πράγματος του ενεχυραστή. Αν η ενεχυρασμένη απαίτηση είναι χρηματική, έχει δικαίωμα επίσης ο δανειστής να την εισπράξει αλλά μόνο κατά το ποσόν που απαιτείται για την ικανοποίησή του. Αντί για τέτοια είσπραξη έχει δικαίωμα να απαιτήσει να του εκχωρηθεί η απαίτηση αντί καταβολής. Δεν δικαιούται σε άλλη διάθεση της ενεχυρασμένης απαίτησης.

ΑΚ Άρθρο 1490

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 76.9%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1490: Αν ένας από τους ανιόντες ή τους κατιόντες δεν είναι σε θέση να δώσει διατροφή, η υποχρέωση βαρύνει εκείνον που είναι υπόχρεος ύστερα από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και όταν, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η δικαστική επιδίωξη στην ημεδαπή εναντίον εκείνου που έχει την υποχρέωση. Στην περίπτωση που καταβάλλει τη διατροφή, αντί για τον αμέσως υπόχρεο, άλλο πρόσωπο, αυτό υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα δικαιώματα εκείνου που την έλαβε: 1. αν κατέβαλε τη διατροφή δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου. 2. αν πρόκειται για το κράτος ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή κοινωφελές ίδρυμα που ανέλαβε τη διατροφή του δικαιούχου ανηλίκου στη θέση του υπόχρεου συγγενή του. 3. αν πρόκειται για ιδιώτες, στους οποίους ανατέθηκε η επιμέλεια του προσώπου του δικαιούχου ανηλίκου, σύμφωνα με τα άρθρα 1513, 1514, 1532, 1533 και 1535. 4. αν ο δικαιούχος της διατροφής είναι ανήλικος και τη διατροφή κατέβαλε, στη θέση του υπόχρεου γονέα του, ο σύζυγος του τελευταίου.

ΑΚ Άρθρο 288

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 76.3%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 288: Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ν5123 Άρθρο 13

Εκσυγχρονισμός Θεσμικού Πλαισίου για το Ενέχυρο (Ν. 5123/2024)
Σχετικότητα 76.2%
Κείμενο Άρθρου
Ν5123 Άρθρο 13: Πλασματικό ενέχυρο κινητών 1. Ενέχυρο σε κινητό πράγμα συστήνεται και χωρίς παράδοση της κατοχής, με συμφωνία μεταξύ του κυρίου του πράγματος και του δανειστή, η οποία καταχωρίζεται με πρωτοβουλία οποιουδήποτε μέρους στο μητρώο του άρθρου 15. Η συμφωνία καταρτίζεται με ιδιωτικό ή ηλεκτρονικό έγγραφο. Το ενέχυρο μπορεί να συσταθεί υπέρ υφιστάμενης ή μελλοντικής απαίτησης, καθώς και απαίτησης υπό αίρεση ή προθεσμία, ανεξάρτητα από το είδος αυτής και μπορεί να αφορά σε περισσότερα πράγματα, καθώς και σε ομάδα πραγμάτων ή δικαιωμάτων με μεταβαλλόμενη σύνθεση (κυμαινόμενη ασφάλεια). Έναντι των τρίτων η ενεχυρίαση ισχύει από την εγγραφή στο μητρώο του άρθρου 15. 2. Αν κατά τη σύσταση του ενεχύρου δανειστής και οφειλέτης είναι επιχειρήσεις ή επαγγελματίες και το ενέχυρο πράγματος παρέχεται για τις ανάγκες της επιχείρησης ή του επαγγέλματος του οφειλέτη, εφόσον υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση ενεχύρου, δικαιούται ο πιστωτής να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 40 του από 17.7/13.8.1923 ν.δ. (Α΄ 224). 3. Η αναγκαστική εκτέλεση για τις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2 επισπεύδεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1011Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Ν5123 Άρθρο 8

Εκσυγχρονισμός Θεσμικού Πλαισίου για το Ενέχυρο (Ν. 5123/2024)
Σχετικότητα 76.2%
Κείμενο Άρθρου
Ν5123 Άρθρο 8: Καταβολή και ελευθέρωση του οφειλέτη 1. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από την οφειλή και ελευθερώνεται έναντι του ενεχυραστή, εφόσον την καταβάλει στον ενεχυρούχο δανειστή και εγγραφεί στο μητρώο του άρθρου 15 η πράξη απόσβεσης και εξάλειψης του ενεχύρου. 2. Μετά από την εξάλειψη του ενεχύρου από το μητρώο του άρθρου 15, η ύπαρξή του δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτων.

ΑΚ Άρθρο 386

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 76.0%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 386: Σύμβαση για διαδοχικές τμηματικές παροχές Αν η σύμβαση είναι εκτελεστέα κατά διαδοχικές τμηματικές παροχές και ο οφειλέτης περιήλθε σε υπερημερία ή υπαίτια αδυναμία ως προς μία τμηματική παροχή, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση ή να υπαναχωρήσει ως προς μόνη την παροχή αυτή. Τα ίδια δικαιώματα έχει ως προς τις υπολειπόμενες παροχές μόνο αν η καθυστέρηση ή αδυναμία ως προς την τμηματική παροχή είναι τόσο ουσιώδης, ώστε ο δανειστής δεν έχει πια συμφέρον για το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης ή αν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι δεν θα εκπληρωθούν οι υπολειπόμενες παροχές. Με τους όρους αυτούς το δικαίωμα του δανειστή για αποζημίωση ή υπαναχώρηση εκτείνεται και στο μέρος της σύμβασης που εκτελέστηκε ήδη.

ΑΚ Άρθρο 1218

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 75.9%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1218: Ασφαλιζόμενο χρέος Το ενέχυρο ασφαλίζει την απαίτηση σε όλη της την έκταση ιδίως τους τόκους, την ποινική ρήτρα, τις αξιώσεις του δανειστή εξαιτίας δαπανών που έκανε στο πράγμα, τα δικαστικά έξοδα, καθώς και τα έξοδα για την εκποίηση του ενεχύρου. Αν το ενέχυρο έχει συσταθεί για εξασφάλιση ξένης οφειλής, δικαιοπραξία οφειλέτη και δανειστή που γίνεται μετά την ενεχύραση δεν μπορεί να καταστήσει επαχθέστερη τη θέση του ενεχυραστή.

ΠτωχΚ Άρθρο 102

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 75.8%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 102: Οφειλέτες εις ολόκληρον 1. Επί οφειλής εις ολόκληρον ο πιστωτής έχει δικαίωμα, εάν κηρυχθεί σε πτώχευση τουλάχιστον ένας από τους συνοφειλέτες, να απαιτήσει από κάθε συνοφειλέτη και εγγυητή την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής του, εάν κατέστη απαιτητή κατά την πραγματική λήξη της. Σε περίπτωση υπερκάλυψης της απαίτησής του, αποδίδει το επιπλέον σε εκείνον τον συνοφειλέτη ή εγγυητή, κατά περίπτωση, που θα είχε δικαίωμα αναγωγής κατά των άλλων. 2. Συνοφειλέτης και εγγυητής και μετά την πτώχευση συνεχίζουν να ευθύνονται έναντι του πιστωτή, ανεξαρτήτως τυχόν απαλλαγής του πρωτοφειλέτη σύμφωνα με το Όγδοο Μέρος του παρόντος βιβλίου. 3. Συνοφειλέτης εις ολόκληρον και εγγυητής συμμετέχουν στην πτώχευση συνοφειλέτη ή πρωτοφειλέτη αντίστοιχα, με βάση απαίτηση που θα αποκτούσαν στο μέλλον υπό την αίρεση ικανοποίησης του πιστωτή από αυτούς.

ΚΔιοικΔ Άρθρο 256

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: 20/09/2002
Σχετικότητα 75.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 256: Αντένσταση "1. Αν ασκηθεί ένσταση, τα πρόσωπα των οποίων με την ένσταση αμφισβητείται η εκλογή ή η ανακήρυξη, καθώς και εκείνοι στην εκλογή ή ανακήρυξη των οποίων μπορεί να επιδράσει η απόφαση που θα εκδοθεί μπορούν, και μετά την πάροδο της προθεσμίας της ένστασης, να ασκήσουν αντένσταση, ακόμη και αν, κατά οποιονδήποτε τρόπο, έχουν αποδεχθεί την προσβαλλόμενη πράξη ή έχουν παραιτηθεί από την άσκηση κατ' αυτής ένστασης." 2. Με την αντένσταση μπορούν να προβληθούν λόγοι αντίστοιχοι προς αυτούς που προβάλλονται με την ένσταση, οι οποίοι όμως είναι δυνατόν να στηρίζονται και σε διαφορετικά, από ότι εκείνοι, πραγματικά γεγονότα. 3. Η αντένσταση ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται σε τρία (3) αντίγραφα στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η ένσταση και επιδίδεται, με τη φροντίδα αυτού που το άσκησε, στους λοιπούς διαδίκους, το αργότερο τρεις (3) ημέρες πριν από την πρώτη δικάσιμο. 4. Η συνεκδίκαση της ένστασης και της αντένστασης είναι υποχρεωτική. 5. Οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 253 και της παρ.3 του άρθρου 254 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση της αντένστασης. 6. Αν η ένσταση απορριφθεί ως απαράδεκτη ή αν εκείνος που την άσκησε παραιτηθεί από αυτήν, απορρίπτεται και η αντένσταση. Στις περιπτώσεις αυτές, αν η αντένσταση έχει ασκηθεί μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 248 προθεσμία για την άσκηση ένστασης, ισχύει ως αυτοτελής ένσταση. Το παραδεκτό της αντένστασης δεν επηρεάζεται αν η ένσταση απορριφθεί για ουσιαστικούς λόγους.

ΑΚ Άρθρο 848

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 75.3%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 848: Εγγύηση μπορεί να δοθεί και για οφειλή μελλοντική ή υπό αίρεση.

ΚΠολΔ Άρθρο 724

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 75.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 724: 1. Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής. 2. Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται και κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1, αν πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης.

ΚΔιοικΔ Άρθρο 197

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: 17/07/1999
Σχετικότητα 75.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 197: Δεδικασμένο 1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το, ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. Δεδικασμένο δημιουργείται, επίσης, και όταν το, κατά την προηγούμενη περίοδο ζήτημα, κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να το κρίνει, και εφόσον η απόφανσή του γι' αυτό ήταν αναγκαία προκειμένου τούτο να αποφανθεί για το κύριο ζήτημα. 2. Το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις οι οποίες, είτε ύστερα από προβολή τους είτε αυτεπαγγέλτως, εξετάστηκαν ή έπρεπε να εξεταστούν από το δικαστήριο, καθώς και σε εκείνες οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να εξεταστούν από αυτό αυτεπαγγέλτως, αλλά, αν και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν. Οι τελευταίες αυτές ενστάσεις δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο αν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την άσκηση ευθέως του οικείου ένδικου βοηθήματος. 3. Το αναφερόμενο στις προηγούμενες παραγράφους δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διατέλεσαν διάδικοι, καθώς και αυτών που έγιναν, κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας της, καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εκτείνεται δε και σε εκείνους από τους οποίους, σύμφωνα με το νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης. Το δεδικασμένο που ισχύει για τον πρωτοφειλέτη καλύπτει και τον εγγυητή, και το αντίστροφο. Το δεδικασμένο που ισχύει για το νομικό πρόσωπο εκτείνεται και στα μέλη του.

ΚΔιοικΔ Άρθρο 264

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: 17/07/1999
Σχετικότητα 75.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 264: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η' ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ 1. Η δίκη καταργείται: α) αν, για οποιονδήποτε λόγο, εκλείψει το αντικείμενό της ή β) αν, πριν από το πέρας της τελευταίας συζήτησης, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους ή επέλθει στο πρόσωπό του μεταβολή που να επηρεάζει την ικανότητά του προς διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. Η κατάργηση διαπιστώνεται με απόφαση του δικαστηρίου. 2. Παραίτηση από την ένσταση ή από άλλο ένδικο βοήθημα δεν επιτρέπεται. 3. Ως προς την παραίτηση από τα, κατά την παρ. 1 του άρθρου 261, ένδικα μέσα έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 143.

ΑΚ Άρθρο 1297

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 74.9%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1297: Αν δοθεί υποθήκη για εξασφάλιση εγγύησης, ο τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου κτήματος έχει δικαίωμα να απαιτήσει να εναχθεί πρώτα ο πρωτοφειλέτης. Εξαιρείται η περίπτωση που ο εγγυητής είναι και πρωτοφειλέτης.

ΚΠολΔ Άρθρο 262

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 25/07/2011
Σχετικότητα 74.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 262: 1. Η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. «Ο ενιστάμενος μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.» 2. Ενστάσεις από δικαίωμα τρίτου επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.

ΑΚ Άρθρο 1252

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 74.4%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1252: Είσπραξη της απαίτησης που έχει ενεχυραστεί Εφόσον το ασφαλιζόμενο χρέος δεν έληξε, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος την ενεχυρασμένη απαίτηση, αν δεν είναι χρηματική. Από την είσπραξη ο δανειστής έχει ενέχυρο σε πράγμα του ενεχυραστή.

ΑΚ Άρθρο 458

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 74.3%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 458: Μεταβίβαση παρεπόμενων δικαιωμάτων Με την εκχώρηση μεταβιβάζονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση καθώς και τα προνόμια τα οποία στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση συνδέονται με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης. Προνόμια που συνδέονται με το πρόσωπο του δανειστή δεν μεταβιβάζονται.

ΑΚ Άρθρο 328

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 73.7%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 328: Ο δανειστής μπορεί να αποκρούσει το δικαίωμα της επίσχεσης παρέχοντας ασφάλεια. Η ασφάλεια με εγγυητή αποκλείεται.

Ν4270 Άρθρο 126

Δημοσιονομική Διαχείριση (Ν. 4270/2014)
Σχετικότητα 73.5%
Κείμενο Άρθρου
Ν4270 Άρθρο 126: Εγγυήσεις 1.Το Υπουργείο Οικονομικών είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την παροχή εγγυήσεων για λογαριασμό του Δημοσίου. Το Υπουργείο Οικονομικών δεν παρέχει εγγυήσεις του Δημοσίου για την κάλυψη υποχρεώσεων επιχειρήσεων του Δημοσίου ή ιδιωτικών επιχειρήσεων που είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά, με εξαίρεση: α. εγγυήσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3723/2008 (Α' 20), β. εγγυήσεις που παρέχονται στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων κ.λπ.) και στο Ταμείο Κοινωνικής Ανάπτυξης (Τ.Κ.Α.Σ.Ε.) για δάνεια που χορηγούν σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και πιστωτικά ιδρύματα και μόνο για επενδυτικούς σκοπούς, γ. εγγυήσεις που παρέχονται στην Τράπεζα της Ελλάδος προς εξασφάλιση απαιτήσεων αυτής κατά πιστωτικών ιδρυμάτων, δ. εγγυήσεις που παρέχονται σε από εταιρείες των οποίων η πλειοψηφία το μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να διασφαλιστεί η παροχή υπηρεσιών δημοσίου ενδιαφέροντος. Το κατά περίπτωση ύψος της προμήθειας για τη χορήγηση των εγγυήσεων για δάνεια προς πιστωτικά ιδρύματα των περιπτώσεων β' και γ' καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. 2.Στην αρμόδια για τις εγγυήσεις του Δημοσίου Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τηρούνται ειδικά βιβλία παρακολούθησης των παρεχόμενων εγγυήσεων, στα οποία καταχωρούνται όλα τα στοιχεία που αφορούν την πορεία των σχέσεων του Δημοσίου από τις εγγυήσεις αυτές. 3.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση της εγγύησής του μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή, τόσο κατά του πρωτοφειλέτη, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 4.Εάν η εγγύηση δεν χορηγήθηκε έγκυρα λόγω πταίσματος του δανειστή ή πιστωτή, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. 5.Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. 6.Οι προς είσπραξη απαιτήσεις του Δημοσίου ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή, κατά του οφειλέτη, κατά του εγγυητή και κατά των λοιπών συνυπόχρεων, οι οποίες βεβαιώνονται «με στενή έννοια» από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στις Δ.Ο.Υ., παραγράφονται μετά την παρέλευση δέκα (10) ετών από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο, μετά την με στενή έννοια βεβαίωσή τους, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες. Οι προς είσπραξη απαιτήσεις του Δημοσίου από την ίδια ως άνω αιτία που έχουν βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου παραγράφονται μετά την παρέλευση δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσής του.

ΑΚ Άρθρο 847

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 73.2%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 847: Έννοια Με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή.

ΑΚ Άρθρο 1292

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 73.1%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1292: Με την εμπράγματη αγωγή ο δανειστής μπορεί να επιδιώξει την εξόφληση του χρέους με την αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου κτήματος, μόλις το χρέος γίνει απαιτητό.

ΑΚ Άρθρο 1234

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 72.8%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1234: Ο ενεχυραστής τρίτος έχει δικαίωμα, όταν γίνει απαιτητή η οφειλή, να την καταβάλει και να αναλάβει το πράγμα. Με την καταβολή υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

ΑΚ Άρθρο 1318

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 72.5%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1318: Απόσβεση της υποθήκης επέρχεται επίσης: 1. με την ολοσχερή εξαφάνιση του ενυπόθηκου κτήματος. 2. με την παραίτηση του δανειστή. 3. με τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου κτήματος και την καταβολή του εκπλειστηριάσματος. 4. με την παρέλευση της προθεσμίας με την οποία είχε παραχωρηθεί η υποθήκη.

ΚΔΕλΣ Άρθρο 50

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 71.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 50: Δυνητική ομοδικία 1. Περισσότεροι μπορούν, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσουν κοινή αίτηση δικαστικής προστασίας κατά της ίδιας πράξης ή παράλειψης, εφόσον οι λόγοι που προβάλλουν στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση, ή, αν πρόκειται περί αγωγής, εφόσον συνδέονται με κοινό δικαίωμα ή τα δικαιώματά τους στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, νομική και πραγματική βάση. 2. Κατά περισσότερων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορεί να ασκηθεί κοινή αίτηση δικαστικής προστασίας, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη του ενός έχει ενσωματωθεί στην πράξη ή την παράλειψη του άλλου ή κοινή αγωγή, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνδέονται με κοινή υποχρέωση ή οι υποχρεώσεις τους πηγάζουν από την ίδια νομική και πραγματική αιτία. 3. Για απαιτήσεις από συντάξεις, έστω και αν βασίζονται σε παράνομες πράξεις, εφαρμόζονται οι παρ. 1 και 2 και όταν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς, έστω και μη ισόποσες, απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, νομική βάση. Ομοδικία συντρέχει και όταν για τους αιτούντες δικαστική προστασία έχει εκδοθεί μία πράξη με ξεχωριστά για τον καθένα κεφάλαια ή περισσότερες αυτοτελείς για τον καθένα πράξεις. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η συνδρομή και των προϋποθέσεων της συνάφειας. 4. Η δυνητική ομοδικία δεν επηρεάζει τις ουσιαστικές έννομες σχέσεις των ομοδίκων. Οι διαδικαστικές πράξεις του ενός δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλους. 5. Κάθε ομόδικος έχει δικαίωμα, κατά χωρισμό του κοινού δικογράφου έως την πρώτη συζήτηση, να ασκήσει νέο ένδικο βοήθημα, οπότε ως χρονολογία άσκησής του θεωρείται εκείνη του κοινού δικογράφου.

Ν2664 Άρθρο 7Α

Εθνικό Κτηματολόγιο (Ν. 2664/1998)
Σχετικότητα 71.8%
Κείμενο Άρθρου
Ν2664 Άρθρο 7Α: ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ - Οι πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία 1. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, για τη διόρθωση της οποίας ισχύουν όσα ορίζονται στα άρθρα 6 και 7, μέχρι την οριστικοποίησή της ισχύουν τα ακόλουθα α) Τα μη καταχωρισθέντα στις πρώτες εγγραφές δικαιώματα μεταβιβάζονται και επιβαρύνονται σύμφωνα με τις οικείες γι` αυτά διατάξεις, χωρίς να απαιτείται και η τήρηση της τυχόν προβλεπόμενης στις διατάξεις αυτές προϋπόθεσης της εγγραφής της σχετικής πράξης σ το κτηματολόγιο. Σε περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας, εφόσον ο μεταβιβάζων δεν έχει ασκήσει και καταχωρίσει στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου την αγωγή που προβλέπεται στην παράγραφο 2του άρθρου 6, την εγγραφή αναπληρώνει η εκ μέρους του αποκτώντος άσκηση και η με επιμέλειά του καταχώριση της αγωγής αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Σε περίπτωση σύστασης περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος ή εγγραπτέου ενοχικού δικαιώματος, η αγωγή αυτή μπορεί να ασκηθεί είτε από τον μη εγγεγραμμένο στο Κτηματολόγιο κύριο είτε από τον αποκτώντα το περιορισμένο εμπράγματο ή εγγραπτέο ενοχικό, αντίστοιχα, δικαίωμα είτε και από τους δύο από κοινού Η αγωγή καταχωρίζεται με επιμέλεια του ενάγοντος στο Κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου και αναπληρώνει την εγγραφή της πράξης στο κτηματολόγιο. Τα παραπάνω ισχύουν αναλόγως και για κάθε μεταγενέστερη μεταβίβαση ή επιβάρυνση του δικαιώματος, για την οποία καταχωρίζεται σχετική σημείωση στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής γίνεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ 3 του παρόντος νόμου. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και στην κτήση δικαιώματος με αναγκαστική εκτέλεση. β) Για την εκ μέρους του δανειστή εγγραφή υποθήκης, προσημείωσης υποθήκης, κατάσχεσης, μεσεγγύησης ή άλλης δέσμευσης της εξουσίας διάθεσης σε δικαίωμα που δεν έχει καταχωρισθεί στις πρώτες εγγραφές και δεν έχει στο μεταξύ μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, απαιτείται, πέραν των όσων προβλέπουν οι ισχύουσες για τη σύσταση των εν λόγω βαρών διατάξεις, να ασκηθεί από τον δανειστή και να καταχωρισθεί με επιμέλειά του στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου και η αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του παρόντος νόμου. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση των κατά το άρθρο 992 παρ. 1 εδ. β` του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων διάρρηξης καταδολιευτικών εκποιήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 939 και επόμενα του Αστικού Κώδικα. Στη συζήτηση της αγωγής προσεπικαλείται υπο χρεωτικά, με επιμέλεια του ενάγοντος δανειστή, ο φερόμενος ως δικαιούχος του μη καταχωρισθέντος δικαιώματος οφειλέτης. Στην περίπτωση καταδολιευτικών πράξεων που διαρρήχθηκαν, στη συζήτηση προσεπικαλούνται οι συμβαλλόμενοι σε αυτή. Εάν η προσεπίκληση παραλειφθεί, το δικαστήριο, με αίτηση οποιουδήποτε από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως, αναβάλλει τη συζήτηση και ορίζει προθεσμία για την προσεπίκληση. Εφόσον η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο προϊστάμενος του Κτηματολογικού γραφείου, κατά τον έλεγχο νομιμότητας που διενεργεί για τη σχετική εγγραφή, περιορίζεται στη διακρίβωση της συνδρομής των παραπάνω προϋποθέσεων, μη εφαρμοζόμενης εν προκειμένω τη ς διάταξης του άρθρου 16 παρ 1 περ. Ε. Τα βάρη και οι δεσμεύσεις της εξουσίας διάθεσης που καταχωρίζονται σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα, καθώς επίσης κάθε παράγωγο από αυτά δικαίωμα και κάθε πράξη που στηρίζεται σε αυτά, τελούν υπό την αναβλητική αίρεση της έκδοσης αμετάκλητης απόφασης επί της αγωγής του δανειστή, με την οποία ο οφειλέτης θα αναγνωρίζεται ως δικαιούχος του μη καταχωρισθέντος αρχικά δικαιώματος. Στην περίπτωση που το μη καταχωρισθέν στις πρώτες εγγραφές δικαίωμα μεταβιβάσθηκε επιβαρύνθηκε σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση α. της παρούσας παραγράφου, το κτηθέν δικαίωμα μπορεί να επιβαρυνθεί με υποθήκη, προσημείωση υποθήκης, κατάσχεση ή άλλη δέσμευση της εξουσίας διάθεσης χωρίς να απαιτείται η άσκηση νέας αγωγής εκ μέρους του δανειστή. Στην τελευταία περίπτωση τα βάρη και οι δεσμεύσεις της εξουσίας διάθεσης, καθώς επίσης κάθε παράγωγο από αυτά δικαίωμα και κάθε πράξη που στηρίζεται σε αυτά, τελούν υπό την αναβλητική αίρεση της έκδοσης αμετάκλητης απόφασης επί της αγωγής που προβλέπεται στην περίπτωση α` της παρούσας παραγράφου γ) Σε περίπτωση που καταχωρισμένο στο κτηματολόγιο δικαίωμα έχει νομίμως επιβαρυνθεί πριν από τις πρώτες εγγραφές με υποθήκη, προσημείωση υποθήκης, κατάσχεση, μεσεγγύηση ή άλλη δέσμευση της εξουσίας διάθεσης, που δεν εμφαίνεται στις πρώτες εγγραφές, κάθε εξουσία που πηγάζει από τις οικείες για τα βάρη αυτά δια τάξεις μπορεί να ασκηθεί και κάθε επόμενη πράξη, που στηρίζεται σε αυτά, μπορεί να διενεργηθεί, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος ή και κάθε τρίτος που έχει έν νομο συμφέρον θα ασκήσει την αγωγή του άρθρου 6 παρ.2, με την οποία θα ζητεί την αναγνώριση του μη καταχωρισθέντος στις πρώτες εγγραφές βάρους ή της μη καταχωρισθείσας δέσμευσης της εξουσίας διάθεσης, αντίστοιχα, και θα επιμεληθεί την εγγραφή της στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Στην περίπτωση που την αγωγή αυτή ασκεί τρίτος, στη σχετική δίκη προσεπικαλεί υποχρεωτικά και τον φερόμενο ως δικαιούχο του βάρους ή ως υπέρ ου η δέσμευση της εξουσίας διάθεσης, αντίστοιχα. Σε περίπτωση που η προσεπίκληση παραλειφθεί, το δικαστήριο, με αίτηση οποιουδήποτε από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως, αναβάλλει τη συζήτηση και ορίζει προθεσμία για την προσεπίκληση. Εφόσον η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο προϊστάμενος του κτηματολογικού γραφείου, κατά τον έλεγχο νομιμότητας που διενεργεί για τη σχετική εγγραφή, περιορίζεται στη διακρίβωση της συνδρομής των παραπάνω προϋποθέσεων, μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διάταξης του άρθρου 16 παρ.1 περίπτωση ε`. Το κύρος των πράξεων που διενεργούνται σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα και των δικαιωμάτων που στηρίζονται σε αυτές τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έκδοσης αμετάκλητης απόφασης, με την οποία θα γίνεται δεκτή η ως άνω αγωγή. 2. Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης στο ακίνητο μετά τις πρώτες εγγραφές, η προβλεπόμενη στο άρθρο 999 παρ. 3 εδάφιο ο` του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας υποχρέωση επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης προς τους ενυπόθηκους και τους προσημειούχους δανειστές, καθώς επίσης η προβλεπόμενη στις παραγράφους 1 και 3 εδάφιο β` του ίδιου άρθρου υποχρέωση μνείας του αριθμού των υποθηκών και προσημειώσεων στο δημοσιευόμενο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης αφορούν τόσο στις εγγεγραμμένες στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών όσο και στις υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών που βαρύνουν το ακίνητο, σύμφωνα με τις εγγραφές του βιβλίου υποθηκών που τηρούσε το αρμόδιο υποθηκοφυλακείο μέχρι την έναρξη λειτ

ΑΚ Άρθρο 1679

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)Τροποποίηση: 30/12/1996
Σχετικότητα 71.8%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1679: Όταν το δικαστήριο υποβάλλει τον συμπαραστατούμενο σε συνδυασμό στερητικής και επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης, ορίζει ρητά στην απόφασή του ποιες πράξεις δεν μπορεί ο συμπαραστατούμενος να επιχειρεί αυτοπροσώπως και ποιες δεν μπορεί να επιχειρεί χωρίς τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του. Ο συνδυασμός μπορεί να συνίσταται και στο να αφαιρεί το δικαστήριο από αυτόν τον οποίο υποβάλλει σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, την αυτοπρόσωπη διοίκηση της περιουσίας του, είτε στερώντας του ταυτόχρονα και την ελεύθερη διάθεση των εισοδημάτων από αυτήν είτε όχι, και να την αναθέτει στον δικαστικό συμπαραστάτη.

ΑΚ Άρθρο 1209

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 71.8%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 1209: Έννοια Σε ξένο κινητό πράγμα μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα.

ΑΠ 1073/2015

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2015Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δανειστής παρείχε πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό σε εταιρεία στις 2-2-1995, για την οποία τρίτος υπέγραψε ως εγγυητής, έχοντας ήδη ενεργήσει ως εγγυητής σε προγενέστερη σύμβαση στις 29-6-1994. Υπεγράφη πρόσθετη πράξη αύξησης της εγγύησης κατά 50.000.000 δρχ., σε τυποποιημένα έντυπα όμοια με την αρχική σύμβαση, την οποία ο εγγυητής γνώριζε. Μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία, η συνεργασία συνεχίστηκε και εκδόθηκαν επιταγές από τον εγγυητή, που παραδόθηκαν ως ενέχυρο για την εξασφάλιση της απαίτησης. Ο δανειστής είχε προσημειώσει υποθήκη σε τέσσερα ακίνητα του βασικού μετόχου της εταιρείας και συναίνεσε στην ανάκλησή τους. Παράλληλα, δόθηκε προθεσμία πληρωμής μέχρι τα τέλη του 1997, οπότε η εταιρεία φέρεται ότι κατέστη αφερέγγυα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή καταστεί αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη· παραίτηση ισχύει μόνο για ελαφρά αμέλεια, όχι για δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρα 332 και 174 ΑΚ). Το άρθρο 863 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν ο δανειστής παραιτηθεί από ασφάλειες αποκλειστικά για την απαίτηση και προκληθεί ζημία στον εγγυητή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εγγυητής είχε ήδη εγγυηθεί προγενέστερες συμβάσεις (29-6-1994, 2-2-1995) και υπέγραψε πρόσθετη αύξηση 50.000.000 δρχ. σε όμοια τυποποιημένα έντυπα, γνωρίζοντας τους όρους. Παρέμειναν συναλλακτικές σχέσεις και παραδόθηκαν επιταγές ως ενέχυρο. Αναφέρθηκαν τέσσερα ακίνητα με προσημείωση υπέρ του δανειστή και ανάκλησή της, χωρίς να προσδιορίζονται οι αξίες ή συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας πριν τον 6/1995, ούτε πραγματικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν γνώση του δανειστή για επερχόμενη αφερεγγυότητα. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 862 και 863 ΑΚ, έκρινε ότι χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για αξίες, περιουσιακή κατάσταση και αιτιώδη συνάφεια, δεν θεμελιώνεται πταίσμα (δόλος/βαριά αμέλεια) ή ζημία από παραίτηση ασφάλειας, άρα δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ελευθέρωσης του εγγυητή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι: (α) οι αιτιάσεις περί απάτης προσέβαλαν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), (β) ο ισχυρισμός περί μη λήψης υπόψη «πράγματος» δεν στοιχειοθετήθηκε (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), (γ) οι ενστάσεις ελευθέρωσης του εγγυητή βάσει των άρθρων 862 και 863 ΑΚ κρίθηκαν αόριστες, επειδή δεν προσδιορίστηκαν η αξία των τεσσάρων ακινήτων, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτριας πριν τον Ιούνιο 1995 και γεγονότα που να θεμελιώνουν γνώση του δανειστή για αδυναμία εκπλήρωσης, και (δ) ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ήταν αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2012 αίτηση του Ε. Α. για αναίρεση της 1517/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕφΠειρ 123/2018

Αστικό Δίκαιο · Τραπεζικό Δίκαιο2018Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκκαλείται η 3956/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, κατά τακτική διαδικασία, δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε τους εναγόμενους, ως πρωτοφειλέτρια εταιρία και εγγυητή, εις ολόκληρον. Οι εναγόμενοι, ως εκκαλούντες, προέβαλαν λόγους εσφαλμένης ερμηνείας νόμου και πλημμελούς εκτίμησης αποδείξεων. Η ένδικη σχέση προέρχεται από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό της 5-2-2007 μέχρι 1.000.000 ευρώ ή ισόποσο σε δολάρια ΗΠΑ, με όρους εκτοκισμού, δυνατότητα καταγγελίας και ανατοκισμού. Ο δεύτερος εναγόμενος εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως και αποδεχόμενος μεταβολές των όρων. Υπήρξε διαδοχή πιστωτικού ιδρύματος και σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, με καταγγελία άδειας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Προδικαστικά, από το 2009 έως το 2010 οι πλευρές διαπραγματεύθηκαν αναδιάρθρωση, με προτάσεις περαιτέρω εγγυήσεων και αναλήψεων χρέους από τρίτες εταιρίες, που δεν έγιναν δεκτές. Οι καταβολές σταμάτησαν τον Αύγουστο 2011. Απεστάλη εξώδικη όχληση 27-12-2012. Η σύμβαση καταγγέλθηκε στις 10-7-2013 και οι λογαριασμοί έκλεισαν με υπόλοιπα 437.023,91 ευρώ και 849.783,84 δολ. ΗΠΑ. Εξώδικη πρόσκληση επιδόθηκε στις 31-7-2013. Κατά την κατάθεση αγωγής (20-1-2015) η οφειλή ήταν 437.102,70 ευρώ και 849.783,84 δολ. ΗΠΑ (κατά μετατροπή 624.703,26 ευρώ). Το Πρωτοδικείο επιδίκασε συνολικά 1.061.805,96 ευρώ με τόκο από 1-8-2013.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη· την υπαίτια συμπεριφορά και τη συνάφεια με την αδυναμία ικανοποίησης οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εγγυητής. Ως πταίσμα μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να συνιστά και η επί μακρόν αμέλεια του δανειστή να επιδιώξει είσπραξη, εφόσον ο οφειλέτης στο μεταξύ κατέστη αφερέγγυος. Απαιτείται ειδικός ισχυρισμός ότι η έγκαιρη ικανοποίηση θα ήταν δυνατή, επειδή ο οφειλέτης διέθετε επαρκή περιουσία, ώστε να τελεσφορούσε η εκτέλεση. Κατά το άρθρο 863 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται αν ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες αποκλειστικά για την απαίτηση, με ζημία του εγγυητή. Εξετάστηκε επίσης ένσταση κατ’ άρθρο 288 ΑΚ λόγω μη πληροφόρησης του εγγυητή. Αποδείχθηκε ότι από το 2009 έως και Σεπτέμβριο 2011 τα μέρη βρίσκονταν, με πρωτοβουλία των οφειλετών, σε διαπραγματεύσεις αναδιάρθρωσης· οι καταβολές σταμάτησαν τον Αύγουστο 2011. Η πιστώτρια απέρριψε προτάσεις ανάληψης χρέους/εγγυήσεων (μεταξύ άλλων λόγω όρου άρσης προσωπικών εγγυήσεων και ζημιογόνων οικονομικών στοιχείων της προτεινόμενης εταιρίας). Εξώδικη όχληση απεστάλη στις 27-12-2012 και καταγγελία στις 10-7-2013, με επιδόσεις 7-1-2013 και 31-7-2013. Ο δεύτερος εναγόμενος ήταν μέχρι Αύγουστο 2011 ο μοναδικός μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της πρωτοφειλέτριας και συμμετείχε/γνώριζε τις διαπραγματεύσεις και την εξέλιξη της πίστωσης. Τα υπόλοιπα λογαριασμών και η οφειλή προκύπτουν από τα βιβλία της τράπεζας και δεν αμφισβητήθηκαν ειδικώς. Με βάση τα ανωτέρω, ο λόγος περί ελευθερώσεως του εγγυητή απορρίφθηκε ως μη νόμιμος: ο εγγυητής δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένη παύση πληρωμών προ του 2011 ούτε εξήγησε γιατί η δικαστική επιδίωξη σε προγενέστερο χρόνο θα ήταν αποτελεσματική (δεν προσδιόρισε περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτριας). Η επίκληση διαπραγματεύσεων δεν θεμελιώνει πταίσμα του δανειστή. Η ένσταση κατ’ άρθρο 288 ΑΚ απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι ο εγγυητής είχε γνώση της οφειλής και ενημερώθηκε με τις επιδόσεις. Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης απορρίφθηκαν και η εκκαλουμένη κρίθηκε ορθή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο λόγος έφεσης με τον οποίο προσεπικλήθηκε ελευθέρωση του εγγυητή κατά το άρθρο 862 ΑΚ απορρίφθηκε διότι, κατά τα εκτεθέντα, τα μέρη βρίσκονταν έως το 2011 σε διαπραγματεύσεις, δεν προσετέθη ειδικός ισχυρισμός περί παύσης καταβολών πριν τον Αύγουστο 2011 ούτε εξειδικεύθηκε γιατί η προγενέστερη δικαστική επιδίωξη θα τελεσφορούσε (έλλειψη επίκλησης επαρκούς περιουσίας της πρωτοφειλέτριας). Η κρίση του Πρωτοδικείου περί απόρριψης της ένστασης επιβεβαιώθηκε. Ο λόγος έφεσης περί μη πληροφόρησης του εγγυητή (288 ΑΚ) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού ο εγγυητής, ως μοναδικός μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος μέχρι Αύγουστο 2011, γνώριζε την εξέλιξη της πίστωσης και έλαβε τις εξώδικες οχλήσεις (7-1-2013, 31-7-2013). Κατ’ ακολουθία, η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος των εκκαλούντων κατά τα άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που προκαταβλήθηκε (ποσού 200,00 ευρώ) κατά το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν στην ουσία της . ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των παραβόλων με αριθμούς ……../2015 σειράς Α ΤΑΧΔΙΚ και ……../2016 σειράς Α Δημοσίου. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, ποσού εξακοσίων (600) ευρώ.

ΕφΠειρ 258/2021

Αστικό Δίκαιο · Τραπεζικό Δίκαιο2021Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό εκδικάστηκε έφεση της εκκαλούσας (πιστωτικό ίδρυμα υπό ειδική εκκαθάριση) κατά της υπ’ αριθμ. 1647/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε δεχθεί ανακοπή των εφεσιβλήτων και ακυρώσει διαταγή πληρωμής. Η έφεση προσέβαλε την ουσιαστική κρίση και την εκτίμηση αποδείξεων. Οι εφεσίβλητοι (δύο άνδρες) ήταν εγγυητές, εις ολόκληρον, σε σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό της πρωτοφειλέτιδας ανώνυμης εταιρείας. Η διαταγή πληρωμής (2015) αφορούσε 750.941,17 ευρώ κεφάλαιο, τόκους από 21-3-2008 και 23.000 ευρώ έξοδα. Προβλήθηκαν λόγοι: ελευθέρωση εγγυητών κατ’ άρθρο 862 ΑΚ λόγω πταίσματος της δανείστριας και, επικουρικά, καταχρηστικότητα (άρθρο 281 ΑΚ) και ζητήματα τόκων. Προηγήθηκαν: σύμβαση πίστωσης (2005) με αύξηση ορίου (2006) και εγγυήσεις των εφεσιβλήτων. Η εκκαλούσα ενήργησε ως ανάδοχος/σύμβουλος στην απόπειρα εισαγωγής/πώλησης της εταιρείας και ως μεσεγγυούχος μετοχών. Εκδόθηκε υπ’ αριθμ. …./6-8-2007 εγγυητική επιστολή 1.170.004 ευρώ υπέρ τρίτου, η οποία καταβλήθηκε· εισπράχθηκαν 933.692 ευρώ από ενεχυρασμένο λογαριασμό και παρέμεινε υπόλοιπο 236.312 ευρώ. Η αρχική καταγγελία της πίστωσης (Μάρτιος 2008) κρίθηκε άκυρη, επιβλήθηκαν και ακυρώθηκαν κατασχέσεις επί μετοχών παρά όρους μεσεγγύησης. Μετά ματαίωση εξαγοράς και διακοπές υπηρεσιών ΟΤΕ, η πρωτοφειλέτιδα κατέρρευσε και κηρύχθηκε σε πτώχευση (2009). Το 2015 επανακαταγγέλθηκε η σύμβαση και εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Πταίσμα μπορεί να συνίσταται σε πράξεις ή παραλείψεις, ακόμη και σε παράλειψη έγκαιρης καταδίωξης. Παραίτηση του εγγυητή από το ευεργέτημα αυτό είναι δυνατή μόνον για περιπτώσεις ελαφράς αμέλειας· είναι άκυρη σε δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρα 332, 174 ΑΚ). Η προβολή της ένστασης απαιτεί ειδική επίκληση των περιστατικών και της οικονομικής κατάστασης του πρωτοφειλέτη πριν γίνει αναξιόχρεος. Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δύναται να στηρίζεται σε λόγους κατά της ύπαρξης της απαίτησης (άρθρο 632 ΚΠολΔ). Ενστάσεις απαραδέκτου απορρίπτονται αν δεν πλήττουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Αποδείχθηκαν: η εκκαλούσα ενήργησε ταυτόχρονα ως δανείστρια, ανάδοχος/σύμβουλος των μετόχων της πρωτοφειλέτιδας και διαμεσολαβητής/σύμβουλος του αντισυμβαλλόμενου επενδυτή, δημιουργώντας σύγκρουση συμφερόντων (αναφερόμενη στην ΠΔΠΕ 2577/2006). Εξέδωσε και κατέβαλε εγγυητική επιστολή 1.170.004 ευρώ προς τρίτο παρά τη γνωστοποιηθείσα δικαστική αμφισβήτηση, εισέπραξε 933.692 ευρώ από ενεχυρασμένο λογαριασμό, επέβαλε κατασχέσεις επί μετοχών κατά παράβαση σύμβασης μεσεγγύησης, προέβη σε άκυρη καταγγελία της πίστωσης παρά προσωρινή διαταγή, δεν απέδωσε τις μετοχές ώστε να καταστεί δυνατή χρηματοδότηση και συνέδραμε σε ενέργειες που οδήγησαν σε ματαίωση εξαγοράς/συγχώνευσης. Ακολούθησε οικονομική κατάρρευση και πτώχευση της πρωτοφειλέτιδας. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι οι ανωτέρω συμπεριφορές της εκκαλούσας συνιστούν υπαίτιες ενέργειες με αιτιώδη συνάφεια προς την αδυναμία ικανοποίησης από την πρωτοφειλέτιδα. Η ένσταση του άρθρου 862 ΑΚ ήταν ορισμένη και παραδεκτή, ενώ οι ρήτρες παραίτησης δεν κάλυπταν δόλο/βαριά αμέλεια. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί περί έλλειψης πταίσματος ή αιτιώδους συνάφειας και περί διαδικαστικού απαραδέκτου απορρίφθηκαν. Ως εκ τούτου, η πρωτόδικη αποδοχή της ένστασης και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής ορθώς κρίθηκαν, η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσία, ενώ δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις επιβολής χρηματικής ποινής κατ’ άρθρο 205 ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσία διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης αποδείξεων δεν ευδοκίμησαν: η ένσταση ελευθερώσεως του εγγυητή κατ’ άρθρο 862 ΑΚ ήταν ορισμένη και νόμιμη, οι ρήτρες παραίτησης δεν κάλυπταν δόλο/βαριά αμέλεια, και από τις αποδείξεις προέκυψε υπαίτια συμπεριφορά της δανείστριας με αιτιώδη συνάφεια προς την αδυναμία ικανοποίησης από την πρωτοφειλέτιδα. Η πρωτόδικη κρίση ήταν ορθή. Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού συμψηφίσθηκαν, επειδή η ερμηνεία του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου κρίθηκε ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ). Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 205 ΚΠολΔ για επιβολή χρηματικής ποινής στην εκκαλούσα. Διατάχθηκε η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά την έφεση. Απορρίπτει αυτήν κατ΄ουσία. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο, το κατατεθέν, από την εκκαλούσα, παράβολο (e-παράβολο με κωδικό αριθμό ……………../2019), ποσού 100 ευρώ.

ΑΠ 1159/2020

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2020Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δανειστής χορήγησε πίστωση μέσω πιστωτικής κάρτας το 2000 για αγορά αυτοκινήτου (NISSAN ALMERA, 1.498 κ.εκ.) τιμήματος 12.765,96 ευρώ, εξόφληση σε 60 δόσεις των 260,57 ευρώ. Συμφωνήθηκε παρακράτηση κυριότητας και ενέχυρο στο αυτοκίνητο υπέρ του δανειστή. Τρεις εγγυητές ευθύνονταν εις ολόκληρον, παραιτημένοι από ευεργέτημα διζήσεως και ενστάσεις (ΑΚ 853, 858, 862, 864, 866-868). Ο πρωτοφειλέτης από τους πρώτους μήνες καθυστέρησε δόσεις. Εστάλησαν επιστολές 26.4.2001 και 13.9.2001 προς πρωτοφειλέτη και εγγυητές. Ένας εγγυητής απεβίωσε 4.3.2002, αφήνοντας κληρονόμους (ποσοστά 8,74%, 33,04%, 24,79%), με οφειλή τότε 1.921,16 ευρώ. Καμία καταβολή 2/2002–1.3.2004· οφειλή 10.448,18 ευρώ. Εξώδικη 15.1.2004 με προθεσμία 3 ημερών και πρόσκληση απόδοσης οχήματος. Καταβολή 4.000 ευρώ στις 5.4.2004· τότε εμπορική αξία οχήματος 8.200 ευρώ, ληξιπρόθεσμη οφειλή 6.638,17 ευρώ· σε καταγγελία το σύνολο θα ανερχόταν σε 11.562,21 ευρώ. Έκτοτε καμία καταβολή. Επιστολή 27.10.2005 προς κληρονόμους (οφειλή 14.728,30 ευρώ). Εξώδικα 19.9.2006 (επίδοση 26.10.2006) και 22.11.2006 (επίδοση 22.2.2007) με καταγγελία· κατάλοιπο 17.951,25 ευρώ· αξία οχήματος 7.000 ευρώ. Ο πρωτοφειλέτης δεν διέθετε ακίνητη περιουσία.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Το άρθρο 863 ΑΚ απαιτεί ρητή παραίτηση του δανειστή από ασφάλεια για να απαλλαγεί ο εγγυητής· απλή αδράνεια δεν αρκεί. Κατά τα άρθρα 560 αριθ. 1 και 5 ΚΠολΔ, αναιρετικός έλεγχος χωρεί για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικού δικαίου και μη λήψη υπόψη ουσιωδών ισχυρισμών. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο πρωτοφειλέτης δεν είχε ακίνητη περιουσία ήδη κατά τη σύμβαση, υπήρχαν τρεις εγγυητές, και ο δανειστής απέστειλε οχλήσεις (26.4.2001, 13.9.2001, 15.1.2004, 27.10.2005, 19.9.2006, 22.11.2006). Στις 5.4.2004 καταβλήθηκαν 4.000 ευρώ· τότε η αξία του ενεχύρου ήταν 8.200 ευρώ, η ληξιπρόθεσμη οφειλή 6.638,17 ευρώ, ενώ σε καταγγελία το σύνολο θα ανερχόταν σε 11.562,21 ευρώ. Το 22.11.2006 το κατάλοιπο ήταν 17.951,25 ευρώ και η αξία του οχήματος 7.000 ευρώ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πταίσμα του δανειστή που να κατέστησε αδύνατη την ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη· οι ενέργειές του ήταν εύλογες και η ρευστοποίηση του ενεχύρου δεν θα κάλυπτε την απαίτηση και τα έξοδα. Δεν υπήρξε ρητή πράξη παραίτησης από το ενέχυρο κατά το άρθρο 863 ΑΚ. Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί περί μεταβολής περιουσίας και αξίας του οχήματος ελήφθησαν υπόψη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο αναιρετικός λόγος κατ’ άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ απορρίφθηκε διότι, με βάση τις παραδοχές ότι ο πρωτοφειλέτης στερούνταν ακίνητης περιουσίας εξαρχής, ότι ο δανειστής απέστειλε επανειλημμένες οχλήσεις και ότι η ρευστοποίηση του ενεχυρασμένου οχήματος (αξία 8.200 ευρώ το 2004, 7.000 ευρώ το 2006) δεν επαρκούσε για την κάλυψη της συνολικής απαίτησης (6.638,17 ευρώ ληξιπρόθεσμη τότε και 11.562,21 ευρώ σε περίπτωση καταγγελίας· κατάλοιπο 17.951,25 ευρώ το 2006), δεν συνέτρεξε πταίσμα του δανειστή κατά το άρθρο 862 ΑΚ. Ο λόγος από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ απορρίφθηκε γιατί οι κρίσιμοι ισχυρισμοί περί αξίας ενεχύρου και περιουσιακής κατάστασης συνεκτιμήθηκαν. Ο λόγος περί άρθρου 863 ΑΚ απορρίφθηκε, διότι δεν υπήρξε θετική πράξη παραίτησης από το ενέχυρο· η απλή αδράνεια δεν αρκεί για απαλλαγή του εγγυητή.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 26-9-2018 αίτηση των Κ. Κ. και λοιπών, για αναίρεση της με αριθμό 599/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΑΠ 1216/2019

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2019Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πιστωτικός συνεταιρισμός χορήγησε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ύψους 30.000.000 δρχ. σε πιστούχο που ασχολούνταν με εμπόριο ζωοτροφών και ηλεκτρικών ειδών. Εγγυητής εγγυήθηκε την πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, παραιτούμενος από το δικαίωμα διζήσεως και τις ενστάσεις των άρθρων 862 επ. ΑΚ. Ο λογαριασμός εξασφαλίστηκε με ενεχυρίαση επιταγών πελατείας του πιστούχου, χωρίς προσημείωση υποθήκης λόγω καλής οικονομικής κατάστασης του πιστούχου. Από τέλη Δεκεμβρίου 2001 άρχισαν οικονομικές δυσχέρειες με απλήρωτες επιταγές. Τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2002 εκδόθηκαν πολλές διαταγές πληρωμής σε βάρος του πιστούχου. Ο πιστούχος συνέχισε να χρησιμοποιεί την πίστωση μέχρι 15.7.2002, οπότε ο πιστωτικός συνεταιρισμός έκλεισε τον λογαριασμό με χρεωστικό υπόλοιπο 44.896,00 ευρώ. Η ακίνητη περιουσία του πιστούχου είχε προσημειωθεί από Αγροτική Τράπεζα στις 31.5.2000 για 85.000.000 δρχ., η κινητή περιουσία (ΙΧΕ αξίας 10.805,00 ευρώ, εμπορεύματα αξίας 69.442,00 ευρώ, κινητά πράγματα αξίας 5.340,00 ευρώ) κατασχέθηκε από τρίτους δανειστές τον Ιούνιο-Ιούλιο 2002.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Η διάταξη έχει ενδοτικό χαρακτήρα και ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του ευεργετήματος, όχι όμως για δόλο ή βαριά αμέλεια του δανειστή (άρθρο 332 ΑΚ). Πταίσμα εκδηλώνεται με ενέργειες ή παραλείψεις που καθιστούν αδύνατη την ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι από Δεκέμβριο 2001 άρχισαν οικονομικές δυσχέρειες του πιστούχου, αλλά οι επιταγές πελατείας πληρώνονταν κατά βάση εγκαίρως. Οι διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν τέλη Μαΐου και Ιουνίου 2002, με ενδείξεις στον Τειρεσία τον Ιούλιο 2002. Οι κατασχέσεις εμπορευμάτων και κινητής περιουσίας έγιναν την ίδια περίοδο, ενώ η ακίνητη περιουσία είχε προσημειωθεί από το 2000. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η παράλειψη κλεισίματος του λογαριασμού πριν τις 16.7.2002 συνιστά ελαφρά αμέλεια, όχι βαριά. Επομένως, ο εγγυητής που είχε παραιτηθεί εγκύρως της ένστασης του άρθρου 862 ΑΚ δεν ελευθερώνεται από την υποχρέωση καταβολής της οφειλής.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη ελαφράς αμέλειας του πιστωτικού συνεταιρισμού και όχι βαριάς αμέλειας. Η παραδοχή ότι από Δεκέμβριο 2001 είχαν αρχίσει οικονομικά προβλήματα και ότι μετά επτά μήνες προχώρησε σε μέτρα δεν συνιστά αντίφαση, εφόσον η χρηματοδότηση συνεχιζόταν κανονικά γιατί οι επιταγές πληρώνονταν εγκαίρως και η πληροφόρηση από τον Τειρεσία για τις διαταγές πληρωμής ελήφθη στις 15.7.2002. Η παράλειψη κλεισίματος του λογαριασμού νωρίτερα συνιστά ελαφρά αμέλεια, που δεν ελευθερώνει τον εγγυητή που είχε παραιτηθεί εγκύρως της ένστασης του άρθρου 862 ΑΚ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 25.5.2017 αίτηση αναίρεσης των Μ. χας Χ. Μ., Σ. Μ., Ι. Μ. και Ε. Μ. κατά της 24/2017 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την κατάθεση του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΕφΠειρ 230/2019

Αστικό Δίκαιο · Τραπεζικό Δίκαιο2019Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκκαλείται από τον ενάγοντα-εκκαλούντα η υπ’ αριθ. 383/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν αγωγή του και επιδίκασε έξοδα εις βάρος του. Ο εκκαλών, ως εγγυητής-αυτοφειλέτης, στρέφεται κατά τραπεζικού ιδρύματος (εφεσίβλητη) ζητώντας αναγνώριση ελευθερώσεως από εγγυήσεις ή απαγόρευση ασκήσεως αξιώσεών της ως καταχρηστικών. Στις 21.06.2011 και 21.07.2011 η εφεσίβλητη, με έδρα Λονδίνο και υποκατάστημα Πειραιά, χορήγησε δύο έντοκα δάνεια σε ναυτιλιακές εταιρείες Νήσων Μάρσαλ, ποσών έως 17.000.000 USD (για ναυπήγηση του φ/γ «T.L.») και έως 14.000.000 USD (για αγορά του φ/γ «T.N.»). Λήφθηκαν εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις (πρώτη ναυτική υποθήκη, εκχωρήσεις, εγγυήσεις διαχειρίστριας και προσωπική εγγύηση του εκκαλούντος ως αυτοφειλέτη). Οι δανειολήπτριες ανήκαν σε όμιλο του εκκαλούντος. Τα δάνεια εξυπηρετήθηκαν έως 9/2014 και 7/2015. Λόγω έντονης πτώσης ναυλαγοράς ζητήθηκαν διευκολύνσεις. Συμφωνήθηκε de facto moratorium έως 7/2016 υπό όρους. Τον 1/2016 συμφωνήθηκε πληρωμή τόκων, χωρίς τήρηση. Στις 10.03.2016 συνήφθη πίστωση 750.000 USD μέσω αλληλόχρεου, με πώληση του «T.N.» για διάλυση αντί 2.597.000 USD (15.04.2016) και υποθήκη διαμερίσματος του εκκαλούντος στην Ελβετία, η οποία δεν ολοκληρώθηκε. Συμφωνία συνολικού διακανονισμού δεν υπεγράφη. Με «Notice of Default» 15.06.2016 καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις (υπόλοιπα 7.480.783,36 USD και 12.618.444,62 USD). Κατόπιν εντολών αγγλικού δικαστηρίου, το «T.L.» παραδόθηκε και πλειστηριάστηκε στη Ναμίμπια με πλειστηρίασμα 11.000.000 USD.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 862 Α.Κ. ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή καταστεί αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Η εκ των προτέρων παραίτηση από το ευεργέτημα αυτό δεν ισχύει για δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρα 332 εδ. α΄ και 174 Α.Κ.). Πταίσμα μπορεί να συνίσταται σε ενέργειες ή παραλείψεις του δανειστή (ενδεικτικά καθυστέρηση καταδιώξεως, μη αποδοχή παροχής, παράλειψη αναγγελίας κ.λπ.), την ύπαρξη των οποίων αποδεικνύει ο εγγυητής. Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. απαγορεύεται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος· ως προς τράπεζες, η σχέση πιστώσεως διέπεται από τις αρχές καλής πίστης και συναλλακτικών ηθών (άρθρα 178, 200, 288 Α.Κ.), με δυνατότητα ανεκτής καθυστέρησης και αποφυγής εσπευσμένης καταγγελίας μόνο κατόπιν στάθμισης βιωσιμότητας, ασφάλειας απαιτήσεων και εντάσεως κρίσης. Έκτακτη καταγγελία ορισμένου χρόνου προϋποθέτει σπουδαίο λόγο, δηλαδή ουσιώδη διακινδύνευση της επιστροφής. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα δύο δάνεια χορηγήθηκαν με ισχυρές εξασφαλίσεις (πρώτες υποθήκες, εκχωρήσεις, εγγυήσεις). Η εξυπηρέτηση διεκόπη εντός πτωτικής ναυλαγοράς. Συμφωνήθηκε προσωρινό moratorium, δόθηκε πίστωση 750.000 USD, πωλήθηκε για διάλυση το «T.N.» (2.597.000 USD), αλλά δεν ολοκληρώθηκε υποθήκη ελβετικού ακινήτου του εκκαλούντος ούτε υπεγράφη συνολικός διακανονισμός. Η εφεσίβλητη καταγγέλλει με υπόλοιπα 7.480.783,36 USD και 12.618.444,62 USD. Με εντολές αγγλικού δικαστηρίου το «T.L.» παραδόθηκε και πλειστηριάστηκε στη Ναμίμπια έναντι 11.000.000 USD. Η τράπεζα είχε επιδείξει ανοχή, το moratorium εξαρχής ήταν εύλογης διάρκειας, η διάσωση του «T.L.» δεν ήταν βιώσιμη, και τα τιμήματα ήταν σύμμετρα με την αγορά. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι δεν προέκυψε πταίσμα της τράπεζας που προκάλεσε αδυναμία ικανοποίησης από τις πρωτοφειλέτριες ώστε να ενεργοποιηθεί το άρθρο 862 Α.Κ. Ούτε η καταγγελία και οι ενέργειες ρευστοποίησης υπερέβησαν προφανώς τα όρια καλής πίστης και κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος κατά το άρθρο 281 Α.Κ. Η αγωγή ήταν ουσιαστικά αβάσιμη, ορθώς απορρίφθηκε πρωτοδίκως, και η έφεση απορρίπτεται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε διότι, βάσει των δεκτών πραγματικών περιστατικών, η εφεσίβλητη τράπεζα δεν ενήργησε με δόλο ή αμέλεια ώστε να καταστεί αδύνατη η ικανοποίησή της από τις πρωτοφειλέτριες (άρθρο 862 Α.Κ.), επέδειξε εύλογη ανοχή (προσωρινό moratorium, πίστωση 750.000 USD), οι συνθήκες της ναυλαγοράς δεν καθιστούσαν βιώσιμη τη διάσωση του πλοίου «T.L.», και τα πλειστηριάσματα/τιμήματα ήταν ανάλογα με την κατάσταση και την αγορά· συνεπώς δεν συντρέχει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας και ρευστοποίησης (άρθρο 281 Α.Κ.). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το προκαταβληθέν παράβολο της έφεσης διατάχθηκε να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο κατ’ άρθρο 495§3 εδάφ. ε΄ Κ.Πολ.Δ. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού επιβλήθηκαν εις βάρος του ηττώμενου εκκαλούντος υπέρ της εφεσίβλητης, σύμφωνα με τα άρθρα 183, 176 εδάφ. α΄, 189§1 και 191§2 Κ.Πολ.Δ., οριζόμενα σε 850,00€.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ΄ουσίαν την έφεση κατά της υπ΄ αριθμ. 383/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς – Τμήμα Ναυτικών Διαφορών. Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης ορίζει δε το ποσό αυτών σε οκτακόσια πενήντα ευρώ (850,00€). Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΑΠ 377/2011

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2011Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δανείστρια τράπεζα χορήγησε στις 9-4-1976 δάνειο ύψους 4.000.000 δολ. ΗΠΑ σε ναυτιλιακή εταιρεία, με εξόφληση σε δέκα εξαμηνιαίες δόσεις των 400.000 δολ. (πρώτη 30-9-1977, τελευταία 31-3-1982) και τόκους καταβαλλόμενους ανά εξαμηνία. Παρεσχέθησαν εμπράγματες ασφάλειες: υποθήκες επί των πλοίων «Δ.», «Δ(2)» και «Χ. Σ.» νηολογίου Πειραιώς. Εγγυητής ανέλαβε ως αυτοφειλέτης, με παραίτηση από ένσταση διζήσεως και από άρθρα 862, 863 ΑΚ. Τον Απρίλιο 1977 η οφειλέτρια προσέφερε προεξόφληση και κατέθεσε στις 23-4-1977 4.000.000 δολ. στο κατάστημα Λονδίνου, με εντολή για δεσμευμένο λογαριασμό ώστε να καλύπτονται οι δόσεις ή να γίνει προπληρωμή. Η τράπεζα διέσπασε το ποσό σε δέκα προθεσμιακές καταθέσεις, αποτρέποντας την προπληρωμή και δημιουργώντας χρεωστικές διαφορές τόκων (π.χ. πρώτη κατάθεση τόκοι 8.883,33 δολ. με επιτόκιο 5 9/16%, ενώ τόκοι δανείου εξαμηνίας 149.589,04 δολ. με 7,5%).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται όταν από πταίσμα του δανειστή καθίσταται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη· η παραίτηση από ευεργετήματα δεν ισχύει έναντι δόλου ή βαριάς αμέλειας (άρθρο 332 εδ. 1 και 174 ΑΚ). Παράλληλα, το άρθρο 559 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ καθορίζει τα όρια αναιρετικού ελέγχου ως προς παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ απαιτεί προβολή «πράγματος» για σχετικό λόγο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατατέθηκαν 4.000.000 δολ. στις 23-4-1977 με εντολή για δεσμευμένο λογαριασμό ώστε να καλύπτονται δόσεις ή προπληρωμή. Η τράπεζα, αντί ενιαίας κυλιόμενης εξαμηνιαίας κατάθεσης, διέσπασε το ποσό σε δέκα προθεσμιακές, με λήξεις 30-9-1977 έως 31-3-1982, αποτρέποντας προπληρωμή και προκαλώντας χρεωστικές διαφορές (π.χ. τόκος 8.883,33 δολ. έναντι τόκων δανείου 149.589,04 δολ.). Με ενιαία κατάθεση, λόγω ανόδου επιτοκίων, το δάνειο θα εξοφλείτο πλήρως με τους τόκους. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, έκρινε ότι η επιλογή της τράπεζας συνιστά βαριά αμέλεια που καθιστά αδύνατη την ικανοποίηση από τον οφειλέτη, επιφέροντας ελευθέρωση του εγγυητή. Δεν απαιτούνταν προσφυγή στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ούτε εφαρμογή των άρθρων 455 επ. ΑΚ, και οι αναιρετικοί λόγοι περί παραβίασης ουσιαστικού δικαίου και νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του στο ότι ο συμφωνημένος τρόπος ενιαίας, κυλιόμενης εξαμηνιαίας κατάθεσης των 4.000.000 δολ. θα οδηγούσε σε πλήρη, εμπρόθεσμη εξόφληση του δανείου με τους τόκους. Η τράπεζα, διαιρώντας το ποσό σε δέκα προθεσμιακές καταθέσεις, απέκλεισε την προπληρωμή και δημιούργησε χρεωστικές διαφορές (π.χ. 8.883,33 δολ. έναντι 149.589,04 δολ.), πράξη που συνιστά βαριά αμέλεια. Κατ’ αποτέλεσμα, ο εγγυητής ελευθερώθηκε κατά το άρθρο 862 ΑΚ, η ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου από το Εφετείο ήταν ορθή, δεν συνέτρεχε έλλειψη νόμιμης βάσης, και οι αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 19-11-2009 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ'αριθμό 257/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΑΠ 419/2013

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2013Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δανείστρια τράπεζα χορήγησε το 1988 δάνειο 19.600.000 δρχ. σε εταιρεία για μετασκευή δύο ξύλινων παραδοσιακών πλοίων, με προϋπολογιζόμενο κόστος 80.000.000 δρχ. Εγγυητής συμβλήθηκε ως αυτοφειλέτης, με συμβατική παραίτηση από δικαιώματα εγγυητή. Προβλέφθηκαν δικαιώματα λήψης κατοχής και εκποίησης των πλοίων. Η πρώτη δόση (1-7-1989) δεν καταβλήθηκε, ενώ οι μετασκευές ολοκληρώθηκαν τον Μάιο και Νοέμβριο 1989. Στις 16-5-1990 ζητήθηκε εξόφληση και στις 29-11-1990 καταγγέλθηκε η σύμβαση με υπόλοιπο 20.397.828 δρχ. και τόκους 9.263.304 δρχ. Από το 1991 έως τα μέσα του 1994 τα πλοία έμειναν ουσιαστικά εκτός λειτουργίας στη μαρίνα, με επιδεινούμενες φθορές, ενώ είχε επιτραπεί περιορισμένη κίνηση εντός λιμένος. Η αξία τους εκτιμήθηκε αρχικά σε 50.000.000 δρχ. ανά πλοίο και κατόπιν σε 80.000.000 δρχ., αλλά τελικά πωλήθηκαν το 1995 για 60.002.000 δρχ., με κατάταξη της δανείστριας στο προϊόν για 37.468.209 δρχ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση από τον οφειλέτη· παραίτηση από το ευεργέτημα ισχύει μόνο για ελαφρά αμέλεια, ενώ σε δόλο ή βαριά αμέλεια προσκρούει στα άρθρα 332 και 174 ΑΚ. Επιπλέον, το άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ απαιτεί «αμέσως» απόδειξη των αποσβεστικών ισχυρισμών, συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού ελευθερώσεως του εγγυητή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι δόθηκε δάνειο 19.600.000 δρχ. για μετασκευές δύο πλοίων (κόστος 80.000.000 δρχ.), με τον εγγυητή ως αυτοφειλέτη. Η πρωτοφειλέτιδα δεν κατέβαλε δόσεις από 1-7-1989, η σύμβαση καταγγέλθηκε στις 29-11-1990 (υπόλοιπο 20.397.828 δρχ., τόκοι 9.263.304 δρχ.). Από 1991 έως μέσα 1994 η τράπεζα αδράνησε ενώ τα πλοία έμειναν ουσιαστικά εκτός λειτουργίας και υπέστησαν φθορές. Το 1995 πωλήθηκαν για 60.002.000 δρχ., μολονότι η αξία τους, μετά τις μετασκευές, προσέγγιζε τουλάχιστον 100.000.000 δρχ. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 862, 332 και 174 ΑΚ, έκρινε ότι η παρατεταμένη αδράνεια της δανείστριας συνιστά τουλάχιστον βαριά αμέλεια που κατέστησε την πλήρη ικανοποίηση ανέφικτη, απελευθερώνοντας τον εγγυητή. Εφαρμόζοντας το άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη νόμιμα έγγραφα που παρείχαν άμεση απόδειξη του ισχυρισμού και απέρριψε τους αναιρετικούς λόγους περί εσφαλμένης εφαρμογής και μη επιτρεπτών αποδεικτικών μέσων.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αδράνεια της δανείστριας από το 1991 έως τα μέσα του 1994, παρά τη γνωστή αδυναμία πληρωμής της πρωτοφειλέτιδας και την προβλέψιμη απομείωση της αξίας των πλοίων λόγω ακινησίας, συνιστά τουλάχιστον βαριά αμέλεια που επέφερε μειωμένο τίμημα (60.002.000 δρχ.) έναντι της προσδοκώμενης αξίας (περί τα 100.000.000 δρχ.), καθιστώντας ανέφικτη την πλήρη ικανοποίηση και απελευθερώνοντας τον εγγυητή κατά το άρθρο 862 ΑΚ. Το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις και θεμελίωσε την κρίση του σε έγγραφα που παρέχουν «αμέσως» απόδειξη κατά το άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ. Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ (αριθ. 1, 11α, 14) κρίθηκαν αβάσιμοι.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 6-3-2009 αίτηση της εταιρίας "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ." για αναίρεση της 877/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΑΠ 2115/2025

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο · Προστασία Καταναλωτή2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Εκκρεμεί αναίρεση κατά τελεσίδικης απόφασης που επικύρωσε διαταγή πληρωμής βάσει σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και εγγυήσεις. - Δανειακή σχέση: το πιστωτικό ίδρυμα χορήγησε σε ο πρωτοφειλέτη (υιό του αναιρεσείοντος) πίστωση με σύμβαση του ...-2008, με συνεγγυήτρια τη σύζυγο του πρωτοφειλέτη και μεταγενέστερα, με σύμβαση 3-6-2009, ο αναιρεσείων εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος από τις ενστάσεις των άρθρων 853, 855, 862, 863, 864, 866, 867, 868 ΑΚ. - Χρονικά γεγονότα: στις 30-5-2011 ο αναιρεσείων κοινοποίησε εξώδικη γνωστοποίηση για έγγαμη διάσταση του πρωτοφειλέτη, επικείμενη εκποίηση του μοναδικού ακινήτου της συνεγγυήτριας και αξίωση του πρωτοφειλέτη κατά αυτής (ΑΚ 1400), ζητώντας άμεσες ενέργειες. Είχε εκδοθεί προσωρινή διαταγή απαγόρευσης διάθεσης του ακινήτου έως 23-9-2011. Στις 21-7-2011 η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε τους λογαριασμούς με χρεωστικά υπόλοιπα 23.516 ευρώ και 83.004 ευρώ. Στις 4-8-2011 η συνεγγυήτρια πώλησε το ακίνητο με τίμημα 125.000 ευρώ, που πιστώθηκε έως 28-9-2011. - Ο αναιρεσείων προέβαλε: (α) ελευθέρωση κατά ΑΚ 862 λόγω βαρείας αμέλειας της τράπεζας και επικουρικά κατά ΑΚ 867-868, (β) ακυρότητα προδιατυπωμένων όρων παραίτησης κατ’ άρθρο 2 παρ. 6-7 ν. 2251/1994, (γ) καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (ΑΚ 281, 288), επικαλούμενος ότι είναι 76 ετών, συνταξιούχος, με αναπηρία >80%, και ότι έχει προσημειωθεί το μοναδικό ακίνητό του, όπου κατοικεί. - Η απαίτηση κατά της διαταγής πληρωμής ανερχόταν σε 106.520,19 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη· η εκ των προτέρων παραίτηση ισχύει μόνο για ελαφρά αμέλεια, ενώ για δόλο ή βαρεία αμέλεια προσκρούει στα άρθρα 332 εδ. α’ και 174 ΑΚ. Η έννοια της αμέλειας προσδιορίζεται στο άρθρο 330 εδ. β’ ΑΚ, ενώ ο βαθμός της υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τα άρθρα 867-868 ΑΚ, για εγγύηση αορίστου χρόνου, θεσπίζουν ελευθέρωση αν ο δανειστής, κατόπιν αξίωσης του εγγυητή, δεν επιδιώξει δικαστικώς εντός μηνός την απαίτηση· τα δικαιώματα αυτά είναι ενδοτικού δικαίου και μπορεί να συμφωνηθεί παραίτηση. Τα άρθρα 851, 855 και 857 ΑΚ ρυθμίζουν την έκταση της ευθύνης και την ένσταση διζήσεως, της οποίας η παραίτηση είναι έγκυρη ιδίως όταν ο εγγυητής εγγυάται ως αυτοφειλέτης. Κατά το άρθρο 2 παρ. 6-7 ν. 2251/1994, καταχρηστικοί ΓΟΣ είναι άκυροι, όμως όρος που απηχεί ενδοτικού δικαίου διάταξη (όπως η ΑΚ 857) εξαιρείται από τον έλεγχο. Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγοι για μη νόμιμη βάση (αρ. 19), ευθεία παραβίαση (αρ. 1), μη λήψη «πράγματος» (αρ. 8), αίτηση αδίκαστη (αρ. 9), μη λήψη αποδεικτικών μέσων (αρ. 11 γ’) και παραμόρφωση εγγράφου (αρ. 20) είναι παραδεκτοί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις· αντιφατικοί λόγοι απορρίπτονται (άρθρα 118 αρ. 4, 566 §1, 577 §3 ΚΠολΔ), ενώ κατά το άρθρο 562 §2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι λόγοι που στηρίζονται σε μη νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς. Τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ απαγορεύουν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης είχε δεχθεί ότι χορηγήθηκε πίστωση (…-2008) με συνεγγύηση της συζύγου και ότι ο αναιρεσείων εγγυήθηκε (3-6-2009) ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος από τις ενστάσεις των άρθρων 853, 855, 862-868 ΑΚ. Στις 30-5-2011 ο αναιρεσείων γνωστοποίησε διάσταση, επικείμενη εκποίηση του μοναδικού ακινήτου της συνεγγυήτριας και την αξίωση ΑΚ 1400, ενώ υπήρξε προσωρινή διαταγή έως 23-9-2011. Η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε τους λογαριασμούς στις 21-7-2011 (υπόλοιπα 23.516 και 83.004 ευρώ). Παρά την προσωρινή απαγόρευση, το ακίνητο εκποιήθηκε στις 4-8-2011 έναντι 125.000 ευρώ. Έκρινε ότι: δεν αποδείχθηκε πταίσμα της τράπεζας κατά την είσπραξη από τον πρωτοφειλέτη, ούτε βραδύτητα καταγγελίας· η επίκληση αμελείας αφορούσε διασφάλιση απαίτησης του πρωτοφειλέτη κατά τρίτου, εκτός πεδίου ΑΚ 862· ο πρωτοφειλέτης διατηρεί απαίτηση ΑΚ 1400· ο όρος 4 ισχύει και αποκλείει τα δικαιώματα ΑΚ 867-868· ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας (ΑΚ 281, 288) ήταν μη νόμιμος. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος εξέτασε τους λόγους αναιρέσεως και διαπίστωσε ότι όσοι στηρίζονταν στον αρ. 19 ΚΠολΔ προέβαλαν ουσιαστικά παράπονα κατ’ εκτίμησης αποδείξεων, οι υπό αρ. 8 και 9 ήταν απαράδεκτοι ή αλυσιτελείς, οι υπό αρ. 11 γ’ και 20 προβάλλονταν αντιφατικώς ή δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις, ενώ η επίκληση δικαστικής ομολογίας δεν είχε νομίμως προβληθεί (άρθρο 562 §2 ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, άρα ο αρ. 19 δεν χωρεί. Ο προδιατυπωμένος όρος παραίτησης από τη διζήση απηχεί το άρθρο 857 ΑΚ και εξαιρείται από τον έλεγχο του ν. 2251/1994 (Οδηγία 93/13, άρθρο 1 §2), οπότε ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώθηκε παραβίαση των άρθρων 862, 867, 868 ΑΚ ούτε έλλειψη νόμιμης βάσης στις παραδοχές του Εφετείου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι αναιρέσεως που επικαλέστηκαν εκ πλαγίου παραβίαση (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες για την απουσία πταίσματος της τράπεζας κατά την ΑΚ 862, τη μη βραδύτητα καταγγελίας και το ισχύον δικαίωμα του πρωτοφειλέτη κατά ΑΚ 1400. Οι αιτιάσεις περί εφαρμογής των άρθρων 867-868 ΑΚ απορρίφθηκαν, διότι ο εγγυητής είχε παραιτηθεί εγκύρως από τα σχετικά δικαιώματα με τον όρο 4 της σύμβασης εγγυήσεως. Ο ισχυρισμός περί ακυρότητας προδιατυπωμένων όρων κατ’ άρθρο 2 παρ. 6-7 ν. 2251/1994 κρίθηκε απαράδεκτος, επειδή ο όρος παραίτησης από τη διζήση απηχεί το άρθρο 857 ΑΚ και εξαιρείται από τον έλεγχο (Οδηγία 93/13, άρθρο 1 παρ. 2). Οι λόγοι από τους αριθμούς 8, 9, 11 περ. γ’ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι (λόγω μη λήψεως «πράγματος» ή αίτησης αδίκαστης που δεν συνέτρεχε, ή λόγω αντιφατικής σωρεύσεως, ή μη νομίμου προβολής κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή ως αβάσιμοι. Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης (ΑΚ 281, 288) και ο συναφής πρόσθετος λόγος ανακοπής απορρίφθηκαν ως μη νόμιμοι, άρα ο αρ. 19 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται. Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε στο σύνολό της. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, ορισθέντα σε 2.700 ευρώ (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 06.05.2021 αίτηση του Ε. Χ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 97/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΕφΠειρ 555/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Αστικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμιο στάδιο: η εκκαλούμενη 4116/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς απέρριψε ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ. Ο ανακόπτων άσκησε έφεση, σωρεύοντας αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά της εφεσίβλητης (διαχειρίστριας απαιτήσεων εταιρείας ειδικού σκοπού). - Δικονομικοί ρόλοι: εκκαλών (άνδρας) κατά εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου (SPV) τραπεζικής απαίτησης μετά από τιτλοποίηση. - Νομική σχέση: σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό προς ομόρρυθμη εταιρεία. Ο εκκαλών συμβλήθηκε ως εγγυητής (αυτοφειλέτης). Η απαίτηση μεταβιβάστηκε στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την από 29.11.2018 σύμβαση πώλησης και την από 27.12.2018 σύμβαση μεταβίβασης, νομίμως καταχωρημένες στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών· διαχειρίστρια απαιτήσεων η εφεσίβλητη. - Χρονολόγιο: 1.7.2005 πίστωση 500.000 ευρώ· 8.11.2006 επαύξηση σε 1.400.000 ευρώ με νέα δήλωση εγγύησης· 11.2.2008 επαύξηση σε 2.940.000 ευρώ με νέα εγγύηση· 22.9.2008 επαύξηση σε 6.000.000 ευρώ (ο εκκαλών είχε ήδη αποχωρήσει από την πιστούχο)· 17.10.2012 καταγγελία, κλείσιμο λογαριασμού· διαταγή πληρωμής 2014. 25.11.2014 επίδοση απογράφου με επιταγή. 27.4.2021 κατάσχεση επί δύο διαμερισμάτων Ε-1 και Ε-2, πλειστηριασμοί 8.12.2021 και 5.5.2022 ματαιώθηκαν μετά από καταβολές 10.000 ευρώ. 15.10.2021 η διαχειρίστρια συμφώνησε με την πρωτοφειλέτιδα και λοιπούς εγγυητές (όχι τον εκκαλούντα) καταβολή 850.000 ευρώ και συναίνεση εξάλειψης πολλών προσημειώσεων, μεταξύ αυτών και α’ τάξης 4.250.000 ευρώ επί οικοπέδου της πρωτοφειλέτιδας. Ακολούθησε προσύμφωνο και συμβόλαιο πώλησης των ιδιοκτησιών, με καταβολή του ποσού. - Εκτέλεση: 29.5.2023 νέα επιταγή και 19.6.2023 κατάσχεση σε εννέα οριζόντιες ιδιοκτησίες του εκκαλούντος (εκτίμηση 1.149.000 ευρώ), με πλειστηριασμό 31.1.2024. Η εκτιμηθείσα αξία των δύο παλαιότερα κατασχεθέντων διαμερισμάτων (γ’ τάξη υποθήκη) ανήλθε σε 131.000 και 146.000 ευρώ (σύνολο 277.000 ευρώ). Η διαταγή πληρωμής επιδίκασε 1.780.080 ευρώ (κεφάλαιο) και 30.261 ευρώ (δαπάνη).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνες: Για την εγγύηση σε πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ο εγγυητής ευθύνεται παρεπομένως για το κατάλοιπο μέχρι του ποσού της εγγύησης και μόνον για πρόσθετες πράξεις που αποδέχθηκε. Ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση από τον οφειλέτη (ΑΚ 862), ενώ κάθε εκ των προτέρων παραίτηση από ευθύνη λόγω δόλου ή βαριάς αμέλειας είναι άκυρη (ΑΚ 332, 174). Κατά ΑΚ 863 ο εγγυητής απαλλάσσεται όταν ο δανειστής παραιτείται από ασφάλειες και ζημιώνεται ο εγγυητής· η παραίτηση μπορεί να είναι ρητή ή να προκύπτει από παράλειψη επιδίωξης ασφαλίσματος. Η συμβατική παραίτηση του εγγυητή από τα άρθρα 862-864 είναι κατ’ αρχήν έγκυρη, όχι όμως όταν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια του δανειστή. Ως προς την αναστολή εκτέλεσης (άρθρο 938 ΚΠολΔ), μετά το Ν. 4842/2021 παρέχεται μόνο με το ένδικο μέσο και εφόσον πιθανολογείται ευδοκίμηση και ανεπανόρθωτη βλάβη· ειδική προθεσμία ισχύει μόνο για πλειστηριασμούς. Αν η έφεση ευδοκιμήσει και η υπόθεση κρατηθεί, το Εφετείο αναδικάζει (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Διαπιστώσεις: Ο εκκαλών εγγυήθηκε τις αυξήσεις της πίστωσης με δηλώσεις που περιείχαν παραίτηση από ΑΚ 862-864 υπό τον όρο μη συνδρομής δόλου/βαριάς αμέλειας. Υπήρχαν εκτεταμένες εμπράγματες ασφάλειες, συμπεριλαμβανομένης προσημείωσης 4.250.000 ευρώ επί οικοπέδου της πρωτοφειλέτιδας. Η εφεσίβλητη, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου, αποδέχθηκε καταβολή 850.000 ευρώ και συναίνεσε στην εξάλειψη πολλών προσημειώσεων υπέρ της απαίτησης, χωρίς συμμετοχή του εκκαλούντος, οδηγώντας σε εκτέλεση αποκλειστικά κατά της περιουσίας του. Μετά την παραίτηση από ασφάλειες, οι μόνες εναπομείνασες εξασφαλίσεις ήταν γ’ τάξης επί δύο διαμερισμάτων του εκκαλούντος (συνολικής αξίας 277.000 ευρώ) και ακολούθησε κατάσχεση εννέα ιδιοκτησιών του (εκτίμηση 1.149.000 ευρώ). Ο Άρειος Πάγος 899/2024 είχε αναιρέσει κατά το μέρος της μη ελευθέρωσης, αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι η εκτεταμένη παραίτηση της εφεσίβλητης από ασφάλειες που υπερκάλυπταν την απαίτηση, με γνώση των συνεπειών και χωρίς διασφάλιση επαρκούς κάλυψης, συνιστά δόλο, τουλάχιστον δε βαριά αμέλεια. Κατά συνέπεια, η συμβατική παραίτηση του εκκαλούντος από τα ευεργετήματα δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή και ο εγγυητής ελευθερώνεται (ΑΚ 863). Η έφεση ευδοκίμησε, η πρωτόδικη απορριπτική κρίση αναιρέθηκε και, κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο ακύρωσε την επιταγή και την κατάσχεση. Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου λόγω ήδη χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής μέχρι την έκδοση της απόφασης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Παραδοχή έφεσης: Το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση ελευθερώσεως του εγγυητή εκ του άρθρου 863 ΑΚ ως νόμω αβάσιμη. Το Εφετείο έκρινε ότι η εφεσίβλητη παραιτήθηκε, με δόλο ή τουλάχιστον βαριά αμέλεια, από εμπράγματες ασφάλειες που υπερκάλυπταν την απαίτηση, κατόπιν καταβολής 850.000 ευρώ και πώλησης του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της πρωτοφειλέτιδας, αφήνοντας ουσιωδώς ακάλυπτη την απαίτηση και στρέφοντας την εκτέλεση αποκλειστικά κατά του εκκαλούντος. Λόγω της συνδρομής δόλου/βαριάς αμέλειας, η συμβατική παραίτηση του εκκαλούντος από το δικαίωμα του άρθρου 863 ΑΚ δεν ισχύει. Ως εκ τούτου, η έφεση έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν και η 4116/2023 απόφαση εξαφανίσθηκε (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 – Αναδίκαση: Κρατώντας την υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τις πράξεις εκτέλεσης σε βάρος του εκκαλούντος, ήτοι την από 29.5.2023 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο απογράφου της διαταγής πληρωμής του 2014 και την υπ’ αριθμ…./19.6.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, καθώς και το απόσπασμά της. Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου λόγω ήδη χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ) και επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εφεσίβλητης για αμφότερους τους βαθμούς (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση, μετά της αιτήσεως αναστολής, τυπικά. Δέχεται την έφεση κατ’ ουσίαν. Απορρίπτει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος, κατά την άσκηση της έφεσης, παραβόλου στον εκκαλούντα. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ.4116/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς Κρατεί και δικάζει την από 12.7.2023 ανακοπή. Δέχεται την ανακοπή. Ακυρώνει την από 29.5.2023 σε βάρος του ανακόπτοντος-εκκαλούντος επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ……/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ’αριθμ…./19.6.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας του, καθώς και το υπ’αριθμ…../29.6.2023 απόσπασμα αυτής, της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, …………….. Επιβάλλει στην καθ’ης η ανακοπή – εφεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος – εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500 €).

ΑΠ 999/2013

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2013Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πιστωτής (τράπεζα) παρείχε στον οφειλέτη ετήσιες πιστώσεις (σιτοδάνεια) μετά τον θάνατο εγγυητή στις 23-9-1978, έως και το έτος 1993, με μηδενισμό των προηγούμενων οφειλών σε κάθε νέα ετήσια χορήγηση. Μέχρι τον Ιούνιο του 1993 οι πιστώσεις εξοφλούνταν εμπρόθεσμα και ο οφειλέτης ήταν συνεπής. Το 1994 προέκυψε αιφνίδια κατάσταση «αναξιόχρεου» του οφειλέτη, η οποία δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί βάσει της προηγούμενης συνεπούς συμπεριφοράς. Υπήρχε αλληλόχρεος λογαριασμός και ζήτημα περί καταγγελίας για οριστικό κλείσιμό του.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, και το πταίσμα μπορεί να συνίσταται σε δόλο, βαριά ή ελαφρά αμέλεια, μέσω ενεργειών ή παραλείψεων. Η εφαρμογή δεν αποκλείεται από παραίτηση του εγγυητή από τη διζήση κατά το άρθρο 855 ΑΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι πιστώσεις εξοφλούνταν εμπρόθεσμα μέχρι τον Ιούνιο 1993, ότι ο οφειλέτης ήταν συνεπής, ότι χορηγούνταν ετήσια σιτοδάνεια από το 1978 έως το 1993 με μηδενισμό προηγούμενων οφειλών, και ότι το 1994 αναφάνηκε αιφνίδια αναξιόχρεο του οφειλέτη, το οποίο δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί από τον πιστωτή. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το δικαστήριο εξέτασε αν υφίσταται πταίσμα του δανειστή που να έχει καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη. Έκρινε ότι, λόγω της μέχρι 6/1993 συνεπούς εξόφλησης και της απροσδόκητης μεταβολής το 1994, δεν στοιχειοθετείται αμέλεια του δανειστή και, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ελευθέρωσης του εγγυητή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο λόγος αναιρέσεως περί μη καταγγελίας για οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού ήταν απαράδεκτος, διότι προτάθηκε για πρώτη φορά σε αναιρετικό επίπεδο, κατά παράβαση του άρθρου 585 § 2 εδ. β’ ΚΠολΔ. Ο λόγος περί ελευθέρωσης εγγυητή απορρίφθηκε ως αβάσιμος, επειδή οι πιστώσεις εξοφλούνταν μέχρι τον 6/1993, η μεταγενέστερη αναξιοχρέωση το 1994 δεν ήταν προβλέψιμη και δεν αποδείχθηκε πταίσμα του δανειστή που να καθιστά αδύνατη την ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη, οπότε το άρθρο 862 ΑΚ εφαρμόστηκε ορθά.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 11 Απριλίου 2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 17/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΕφΠειρ 211/2023

Αστικό Δίκαιο · Τραπεζικό Δίκαιο2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικασία: Έφεση των εναγομένων κατά της υπ’ αριθμ. 2273/2020 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, επιδικάζοντας απαίτηση τραπεζικού ιδρύματος και διαρρηγνύοντας ως καταδολιευτική μεταβίβαση ακινήτου. Η έφεση επιδιώκει εξαφάνιση και αναδίκαση. - Διάδικοι/Ρόλοι: Πρώτος εναγόμενος – εκκαλών (δανειολήπτης), δεύτερη εναγομένη – εκκαλούσα (εγγυήτρια και σύζυγος του δανειολήπτη), τρίτος εναγόμενος – εκκαλών (υιός, λήπτης γονικής παροχής). Εφεσίβλητη είναι ανώνυμη τραπεζική εταιρεία. - Νομική σχέση: Σύμβαση δανείου 30.5.2008 με τραπεζικό ίδρυμα για αγορά νεότευκτου σκάφους αναψυχής· εγγραφή πρώτης απλής ναυτικής υποθήκης επί του σκάφους· η δεύτερη εναγομένη εγγυήτρια ως αυτοφειλέτιδα με παραίτηση από ενστάσεις. Τροποποιήσεις 2010 και 2011 με αναγνώριση οφειλής και αναδιάρθρωση αποπληρωμής. - Προϊστορία: Από τέλος 2013 δημιουργήθηκαν ληξιπρόθεσμες δόσεις. Απόφαση ασφαλιστικών 3946/2014 απέρριψε εγγραφή προσημείωσης σε ακίνητα της εγγυήτριας. Η δεύτερη εναγομένη με γονική παροχή 21.5.2014 μετέβιβασε την ψιλή κυριότητα διαμερίσματος στον τρίτο εναγόμενο. Το δάνειο έληξε 6.6.2016. Η τράπεζα απέστειλε πρόσκληση 23.10.2017. - Ποσά: Χορηγηθέν κεφάλαιο 380.000 €. Κατά τη λήξη: 422.523,20 €. Στις 23.10.2017: 464.154,25 €, μειωθέν κατά 2.643,35 € λόγω υπολογισμού τόκων σε έτος 360 ημερών· υπολειπόμενο 461.510,90 €. Η αξία ψιλής κυριότητας διαμερίσματος: 100.000 € (μεταβίβαση), 80.000 € (άσκηση αγωγής).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνες: Το άρθρο 178 ΑΚ προβλέπει ακυρότητα δικαιοπραξίας αντίθετης στα χρηστά ήθη, ενώ το άρθρο 179 ΑΚ απαιτεί αθροιστικά προφανή δυσαναλογία παροχής-αντιπαροχής, κατάσταση ανάγκης/κουφότητας/απειρίας και εκμετάλλευσή της. Το άρθρο 281 ΑΚ αποκλείει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, με συνεκτίμηση καλής πίστης και συναλλακτικών ηθών (άρθρα 200, 288 ΑΚ). Κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη· παραίτηση καταλαμβάνει μόνον ελαφρά αμέλεια, όχι δόλο/βαριά αμέλεια (άρθρο 332 ΑΚ). Ως προς την απόδειξη, ένορκες βεβαιώσεις και αποσπάσματα λογιστικών βιβλίων λαμβάνονται υπόψη (άρθρα 422, 13.2 συμβάσεως), ενώ η ρήτρα υπολογισμού τόκων σε έτος 360 ημερών αντίκειται στην αρχή της διαφάνειας. Πραγματικά: Συνήφθη δάνειο 30.5.2008 ποσού 380.000 € για αγορά σκάφους, με ναυτική υποθήκη και εγγύηση της δεύτερης εναγομένης ως αυτοφειλέτιδας. Ακολούθησαν δύο τροποποιήσεις (2010, 2011) με αναγνώριση οφειλής και νέο πλάνο δόσεων. Από το τέλος 2013 ο δανειολήπτης κατέστη σε διαρκή υπερημερία. Αίτηση προσημείωσης επί ακινήτων της εγγυήτριας απορρίφθηκε (3946/2014). Η δεύτερη εναγομένη μετέβιβασε 21.5.2014 την ψιλή κυριότητα διαμερίσματος στον υιό της λόγω γονικής παροχής. Η τράπεζα δεν κατήγγειλε εγκαίρως ούτε επέσπευσε εκτέλεση επί του ενυπόθηκου σκάφους, παρά την υποβάθμιση της αξίας του με την πάροδο ετών. Κατά τη λήξη (6.6.2016) η οφειλή ήταν 422.523,20 €· στις 23.10.2017 464.154,25 €, μείωση 2.643,35 € λόγω έτους 360 ημερών· υπολειπόμενο 461.510,90 €. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι η εγγύηση δεν συνήφθη με εκμετάλλευση απειρίας ούτε συντρέχει προφανής δυσαναλογία, άρα δεν υφίσταται ακυρότητα κατά τα άρθρα 178-179 ΑΚ. Αντιθέτως, διαπίστωσε πταίσμα της δανείστριας (δόλο ή τουλάχιστον βαριά αμέλεια) από τη μεθοδευμένη αδράνεια καταγγελίας/εκτέλεσης, που οδήγησε σε απομείωση της αξίας του υποθηκευμένου πλοίου και καθιστά αδύνατη την πλήρη ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη· επομένως η εγγυήτρια ελευθερώνεται κατά το άρθρο 862 ΑΚ, μη δεσμευόμενη από προγενέστερη παραίτηση. Για τη γονική παροχή κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πρόθεση βλάβης της τράπεζας, άρα δεν συντρέχουν προϋποθέσεις διάρρηξης. Η απαίτηση κατά του πρωτοφειλέτη υφίσταται κατά το υπολειπόμενο ποσό με τόκους υπερημερίας από 24.10.2017.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (παραδοχή έφεσης): Η εκκαλουμένη εξαφανίζεται διότι: (α) ο ισχυρισμός ακυρότητας της εγγύησης λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη απορρίπτεται, αφού δεν αποδείχθηκαν εκμετάλλευση απειρίας ούτε προφανής δυσαναλογία κατά τα άρθρα 178-179 ΑΚ, αλλά (β) η ένσταση ελευθερώσεως της εγγυήτριας κατ’ άρθρο 862 ΑΚ είναι βάσιμη, επειδή από δόλο ή, σε κάθε περίπτωση, βαριά αμέλεια της δανείστριας, η οποία παρέλειψε επί μακρόν να καταγγείλει και να επιδιώξει αναγκαστική εκτέλεση επί του ενυπόθηκου σκάφους, κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη· η προγενέστερη παραίτηση της εγγυήτριας δεν καλύπτει δόλο/βαριά αμέλεια (άρθρο 332 ΑΚ). Επιπλέον, το αίτημα διάρρηξης της γονικής παροχής απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμο, λόγω έλλειψης πρόθεσης βλάβης. Στάδιο 2 (αναδίκαση): Η αγωγή απορρίπτεται κατά της δεύτερης και του τρίτου εναγομένου και ως προς το αίτημα διάρρηξης. Γίνεται εν μέρει δεκτή κατά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οφείλει το υπολειπόμενο ποσό με συμβατικούς τόκους υπερημερίας από 24.10.2017 (υπολογισμός χωρίς την επιβάρυνση λόγω έτους 360 ημερών). Τα δικαστικά έξοδα κατανέμονται αναλόγως μερικής νίκης/ήττας (άρθρο 178 § 1 ΚΠολΔ) και επιβάλλεται μέρος των εξόδων της εφεσίβλητης σε βάρος του πρώτου εναγομένου (άρθρα 183, 189 παρ. 1, 191 § 2 ΚΠολΔ). Διατάσσεται η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στους εκκαλούντες (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση τυπικά. Δέχεται την έφεση κατ’ουσίαν. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου στους εκκαλούντες. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ.2273/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κρατεί και δικάζει την από 16.5.2019 αγωγή. Απορρίπτει αυτήν, ως προς την δεύτερη και τον τρίτο των εναγομένων – εκκαλούντων. Δέχεται αυτήν εν μέρει, ως προς τον πρώτο εναγόμενο -εκκαλούντα. Υποχρεώνει τον πρώτο εναγόμενο – εκκαλούντα να καταβάλει στην ενάγουσα – εφεσίβλητη το ποσό των τετρακοσίων εξήντα μίας χιλιάδων πεντακοσίων δέκα ευρώ και ενενήντα λεπτών (461.510,90), με τους συμβατικούς τόκους υπερημερίας από την 24.10.2017 μέχρι την εξόφληση. Επιβάλλει στον πρώτο εναγόμενο – εκκαλούντα μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας – εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων ευρώ (4.800 €).

ΕφΠειρ 715/2020

Προστασία Καταναλωτή · Αστικό Δίκαιο2020Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά απέρριψε ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας τα κύρια αιτήματα αγωγής του ενάγοντος και δέχθηκε εν μέρει το επικουρικό αίτημά του, κηρύσσοντας άκυρο όρο (άρθρο 7) τριών πρόσθετων πράξεων ρύθμισης κατά το μέρος που προέβλεπε παραίτηση του εγγυητή από δικαιώματα των άρθρων 862-863 και 866-868 ΑΚ για δόλο ή βαριά αμέλεια του δανειστή. Η εναγομένη τραπεζική εταιρία άσκησε έφεση κατά του δεκτού μέρους του επικουρικού αιτήματος. Ο ενάγων, ως εγγυητής, υπέγραψε στις 22-12-2010 τρεις πρόσθετες πράξεις ρύθμισης οφειλών δανείων του πατέρα του, τα οποία είχαν αρχικώς χορηγηθεί από την εναγομένη (2005: 45.000 ευρώ για εξόφληση άλλου δανείου, 2005: 55.000 ευρώ για βελτίωση-επισκευή κατοικίας, 2007: 50.000 ευρώ για βελτίωση-επισκευή κατοικίας). Οι οφειλές ρυθμίστηκαν αναγνωριζόμενες σε 42.525,39 ευρώ, 51.785,25 ευρώ και 49.180,44 ευρώ αντίστοιχα. Επί του ίδιου ακινήτου είχαν εγγραφεί προσημειώσεις 54.000, 66.000 και 60.000 ευρώ. Το άρθρο 7 των πρόσθετων πράξεων προέβλεπε ευθύνη του εγγυητή ως πρωτοφειλέτη, παραίτηση από την ένσταση διζήσεως και από μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη. Με καταγγελία 3-4-2014 η τράπεζα καθόρισε τις οφειλές ληξιπρόθεσμες και εξέδωσε τρεις διαταγές πληρωμής στις 14-7-2014 (47.659,60 ευρώ, 54.226,46 ευρώ, 57.261,52 ευρώ), οι οποίες επιδόθηκαν χωρίς να ασκηθούν ανακοπές. Ο πρωτοφειλέτης είχε αιτηθεί υπαγωγή στον ν. 3869/2010 (άρθρο 4 παρ.1), που απορρίφθηκε με οριστική απόφαση, και έλαβε αργότερα προσωρινή διαταγή επί νέας αίτησης. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η τράπεζα ενήργησε εντός ευλόγου χρόνου και προσήκοντα για την είσπραξη.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το ν. 2251/1994, άρθρο 2 παρ. 5-7, οι γενικοί όροι συναλλαγών ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή, είναι άκυροι όταν προκαλούν ουσιώδη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας και ελέγχονται ως προς τη διαφάνεια. Η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ (άρθρο 3 παρ. 1, άρθρο 8) θεμελιώνει τον έλεγχο για «σημαντική ανισορροπία», ενώ η εθνική ρύθμιση, ερμηνευόμενη σύμφωνά της, απαιτεί ουσιώδη διατάραξη. ΓΟΣ που αποκλίνουν από καθοδηγητικού χαρακτήρα ενδοτικού δικαίου ή περιορίζουν θεμελιώδη δικαιώματα ελέγχονται για καταχρηστικότητα. Κατά τον ΑΚ 862, ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη· είναι δυνατή παραίτηση από το ευεργέτημα, όχι όμως για δόλο ή βαριά αμέλεια (ΑΚ 332 εδ. α’, 174). Το βάρος επίκλησης και απόδειξης του πταίσματος φέρει ο εγγυητής. Από τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις αποδείχθηκαν τρεις δανειακές συμβάσεις του πρωτοφειλέτη (2005, 2005, 2007), τρεις πρόσθετες πράξεις ρύθμισης στις 22-12-2010 με συμμετοχή του ενάγοντος ως εγγυητή και αναγνώριση των αντίστοιχων οφειλών (42.525,39 ευρώ, 51.785,25 ευρώ, 49.180,44 ευρώ), καθώς και προσημειώσεις επί του ίδιου ακινήτου. Το άρθρο 7 των πρόσθετων πράξεων προέβλεπε παραίτηση από την ένσταση διζήσεως και από μη προσωποπαγείς ενστάσεις. Η τράπεζα κατήγγειλε τις συμβάσεις στις 3-4-2014 και πέτυχε έκδοση και επίδοση διαταγών πληρωμής στις 14-7-2014, χωρίς άσκηση ανακοπών. Ο πρωτοφειλέτης αιτήθηκε υπαγωγή στον ν. 3869/2010, με απόρριψη της πρώτης αιτήσεως και προσωρινή διαταγή επί μεταγενέστερης. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι ο επίμαχος ΓΟΣ είναι διατυπωμένος ευανάγνωστα και κατανοητά και καθιστά σαφείς τις υποχρεώσεις του εγγυητή, χωρίς παραβίαση της αρχής διαφάνειας ή πρόκληση ουσιώδους διατάραξης σε βάρος του. Περαιτέρω, από τις ενέργειες της τράπεζας προκύπτει ότι επιδίωξε την ικανοποίηση κατά του πρωτοφειλέτη εντός ευλόγου χρόνου και με προσήκοντα μέτρα, οπότε δεν αποδείχθηκε πταίσμα, ιδίως δόλος ή βαριά αμέλεια, ικανό να θεμελιώσει ελευθέρωση του εγγυητή κατά ΑΚ 862. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο που κήρυξε άκυρο τον όρο 7 κατά το μέρος παραίτησης για δόλο ή βαριά αμέλεια και δέχθηκε εν μέρει το επικουρικό αίτημα, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση έγινε δεκτή διότι το άρθρο 7 των πρόσθετων πράξεων ρύθμισης είναι σαφές και διαφανές και η τράπεζα δεν παραβίασε την αρχή διαφάνειας του ν. 2251/1994, ούτε αποδείχθηκε ότι από δόλο ή βαριά αμέλεια της κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη, ώστε να συντρέξει ελευθέρωση του εγγυητή κατά ΑΚ 862. Επομένως, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε άκυρο τον όρο 7 κατά το μέρος παραίτησης για δόλο ή βαριά αμέλεια και έπρεπε να εξαφανιστεί η απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό, με παραπομπή σε εκ νέου κρίση από το Εφετείο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επί της ουσίας, το Εφετείο, κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί ακυρότητας του ΓΟΣ και ελευθέρωσης του εγγυητή, διότι δεν διαπιστώθηκε καταχρηστικότητα ή παραβίαση διαφάνειας, ούτε πταίσμα της τράπεζας κατά την επιδίωξη της απαίτησης. Ο ενάγων-εφεσίβλητος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης-εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 ΚΠολΔ) ποσού 600 ευρώ, ενώ διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου έφεσης ποσού 150 ευρώ στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και κατ΄ ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 197/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά το μέρος που δέχθηκε σκέλος του επικουρικού αιτήματος της από 8.3.2018 (με αριθμ. καταθ. …./2018) αγωγής και αναγνώρισε ως άκυρο το άρθρο 7 των ενδίκων προσθέτων πράξεων ρύθμισης οφειλών κατά το μέρος που προβλέπει παραίτηση του εγγυητή-ενάγοντα από τα δικαιώματα που θεμελιώνονται επί των άρθρων 862, 863 και 866-868 ΑΚ για δόλο ή βαριά αμέλεια του δανειστή. Κρατεί και δικάζει την από 8.3.2018 αγωγή, ως προς το ίδιο επικουρικό αίτημα Απορρίπτει το ανωτέρω επικουρικό αίτημα της αγωγής Καταδικάζει τον ενάγοντα- εφεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης-εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του παραβόλου έφεσης ( με κωδικό ……../2019) ποσού 150 ευρώ.

ΑΠ 1886/2014

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2014Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πιστούχος έλαβε πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό αρχικού ορίου 10.000.000 δρχ., αυξημένου σε 30.000.000 δρχ., με όρους: κάλυψη της πίστωσης με επιταγές τρίτων, περιοδικό κλείσιμο και τριμηνιαίο ανατοκισμό, επιτόκιο 16,75%, αποδεικτική δύναμη αποσπασμάτων βιβλίων και δικαίωμα της τράπεζας για καταγγελία και άμεση απαιτητότητα. Εγγυητής ανέλαβε ως αυτοφειλέτης, παραιτήθηκε από διζήση και αναγνώρισε τα αποσπάσματα βιβλίων ως πλήρη απόδειξη. Ο λογαριασμός εξασφαλίστηκε με ενεχυρίαση επιταγών πελατείας. Τον Δεκέμβριο 2001 οκτώ επιταγές του πιστούχου δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης κεφαλαίων· τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο 2002 πολλές επιταγές επίσης δεν πληρώθηκαν. Παρά τις δυσχέρειες, ο πιστούχος συνέχισε να χρησιμοποιεί την πίστωση μέχρι 15-7-2002, οπότε ο λογαριασμός έκλεισε με χρεωστικό υπόλοιπο 44.896 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 559 § 19 ΚΠολΔ προβλέπει λόγο αναιρέσεως όταν η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανύπαρκτων, αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών σε ζητήματα ουσιώδη. Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση από τον οφειλέτη· η παραίτηση από διζήση δεν αποκλείει την εφαρμογή της διάταξης, ιδίως έναντι δόλου ή βαρείας αμέλειας (άρθρο 332 εδ. 1 ΑΚ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι συμφωνήθηκαν τριμηνιαίος ανατοκισμός και επιτόκιο 16,75%, αποδεικτική δύναμη βιβλίων, κάλυψη με επιταγές, καθώς και παραίτηση του εγγυητή από διζήση. Ο πιστούχος είχε αρχικά φερεγγυότητα, αλλά από 12/2001 οκτώ επιταγές δεν πληρώθηκαν, ενώ κατά 3/2002-4/2002 μεγάλος αριθμός επιταγών επίσης δεν πληρώθηκε. Ο πιστούχος συνέχισε να χρησιμοποιεί την πίστωση μέχρι 15-7-2002 και το υπόλοιπο ανήλθε σε 44.896 ευρώ. Εφαρμόζοντας τα παραπάνω, το δικαστήριο εξέτασε αν η ουσιαστική κρίση περί μη πταίσματος της τράπεζας ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Διαπίστωσε ελλείψεις: δεν αιτιολογήθηκε αν υφίσταται ελαφρά αμέλεια και δεν εξηγήθηκε επαρκώς η συνέχιση της πίστωσης μετά τις επανειλημμένες απλήρωτες επιταγές, στοιχείο κρίσιμο για τον έλεγχο του άρθρου 862 ΑΚ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) διότι με ανεπαρκείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό ελευθέρωσης του εγγυητή κατά το άρθρο 862 ΑΚ: α) δεν αιτιολόγησε ειδικά αν συντρέχει ελαφρά αμέλεια της πιστώτριας, παρά τη μη παραδοχή παραίτησης από την ένσταση ελευθέρωσης, και β) δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη συνέχιση χορήγησης πίστωσης ενώ είχαν εμφανιστεί από 12/2001 και κατά 3-4/2002 επανειλημμένες απλήρωτες επιταγές, μέχρι το κλείσιμο τον 7/2002. Ως εκ τούτου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ κρίθηκε βάσιμος.
Τελική Απόφαση
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί μερικώς την υπ' αριθ.603/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΑΠ 1993/2022

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2022Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δανείστρια τράπεζα χορήγησε σε ανώνυμη εταιρεία πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό αρχικού ύψους 115.000 ευρώ, η οποία αυξήθηκε σταδιακά σε 400.000 ευρώ, 500.000 ευρώ και τελικά 700.000 ευρώ κατά τα έτη 2006 και 2007. Εγγυήτρια υπέγραψε μόνο την πρώτη πρόσθετη πράξη για το ποσό των 400.000 ευρώ. Η πιστούχος εταιρεία διέθετε άδεια πρακτορείου τύπου με καθαρό ποσοστό κέρδους 18,5% επί της αξίας των διακινούμενων εντύπων. Η εταιρεία είχε αναλάβει δανειακές υποχρεώσεις από άλλες τράπεζες (Εμπορική Τράπεζα 914.000 ευρώ, Εθνική Τράπεζα 300.000 ευρώ) και οφειλές προς άλλη εταιρεία ύψους 3.310.120,11 ευρώ. Τα κέρδη της εταιρείας παρουσίαζαν αισθητή μείωση από το 2002 έως το 2007, με μείωση μεγαλύτερη του 60% κατά τα έτη 2006-2007. Το έτος 2008 η πιστούχος ανέλαβε επιπλέον δανεισμό από ΑΤΕΒΑΝΚ (50.000 ευρώ), Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα (100.000 ευρώ) και Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων (240.000 ευρώ). Η εγγυήτρια ήταν φαρμακοποιός, διέμενε μόνιμα στην Αθήνα και είχε τυπική συμμετοχή στο διοικητικό συμβούλιο της πιστούχου χωρίς αρμοδιότητα διαχείρισης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει την ελευθέρωση του εγγυητή εάν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Οι προϋποθέσεις είναι: α) αδυναμία ικανοποίησης από τον πρωτοφειλέτη, β) πταίσμα του δανειστή (δόλος ή οποιοσδήποτε βαθμός αμέλειας), γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος και της αδυναμίας ικανοποίησης. Η αιτιώδης συνάφεια έχει χρονική διάσταση και δεν υπάρχει αν ο πρωτοφειλέτης στερείτο ανέκαθεν περιουσιακών στοιχείων. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η τράπεζα αύξησε την πίστωση κατά 300.000 ευρώ τα έτη 2006-2007, ενώ τα κέρδη της εταιρείας είχαν μειωθεί άνω του 60%, και ότι η τράπεζα γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει από τη βάση δεδομένων Τειρεσίας ότι η πιστούχος είχε οφειλές άνω των 7.000.000 ευρώ. Δέχθηκε ότι η τράπεζα αμέλησε επί μακρόν να καταδιώξει την πρωτοφειλέτρια και δεν επιδίωξε εγκαίρως την είσπραξη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρχε βαριά αμέλεια της τράπεζας, αλλά δεν προσδιόρισε το ακριβές χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης, τον χρόνο που έκλεισε ο λογαριασμός, πότε ακριβώς η πρωτοφειλέτρια κατέστη αναξιόχρεη, και ποια ήταν η αξία των περιουσιακών της στοιχείων πριν την αναξιοχρεία, στοιχεία αναγκαία για την κρίση του αιτιώδους συνδέσμου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς κρίσιμα ζητήματα. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν διέλαβε παραδοχές σχετικά με: α) το ακριβές χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης πίστωσης, τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, τον χρόνο δικαστικής επιδίωξης είσπραξης από την πρωτοφειλέτρια, και τον χρόνο που όφειλε η τράπεζα να κλείσει τον λογαριασμό, β) την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτριας πριν καταστεί αναξιόχρεη, τον ακριβή χρόνο που κατέστη αναξιόχρεη, και την αξία των περιουσιακών στοιχείων (εντύπων, αυτοκινήτων, χρημάτων) που διέθετε πριν τη διόγκωση του χρέους. Οι ελλείψεις αυτές καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πταίσματος της τράπεζας και της αδυναμίας ικανοποίησής της, προϋπόθεση αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ' αριθ. 47/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΑΠ 765/2024

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Τράπεζα χορήγησε στις 28.7.2010 δάνειο ύψους 2.000.000 ευρώ σε ανώνυμη εταιρεία, εξοφλητέο σε οκτώ εξαμηνιαίες δόσεις με λήξη την 30.6.2014. Το δάνειο τελούσε υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 70%, σύμφωνα με τις υπ' αριθ. 2/49086/0025/2009 και 2/54979/0025/2009 υπουργικές αποφάσεις. Ως εξασφάλιση είχε ληφθεί προσωπική εγγύηση μετόχου και εκχώρηση δικαιωμάτων από ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Στις 29.12.2011, μετά την καταβολή της πρώτης δόσης, επαναπροσδιορίστηκε η καταβολή των υπολοίπων δόσεων λόγω οικονομικών προβλημάτων της δανειολήπτριας. Στις 18.9.2012 η ασφαλιστική εταιρεία ακύρωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο λόγω μη αποδοχής του από τη δανειολήπτρια. Στις 25.2.2013 η δανειολήπτρια κηρύχθηκε σε πτώχευση με συνολικές οφειλές 35.000.000 ευρώ και χρόνο παύσης πληρωμών την 15.1.2012. Η τράπεζα καταγγέλλοντας τη σύμβαση στις 24.4.2013 ανήγγειλε απαίτηση 1.955.375,34 ευρώ πλέον τόκων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Η διάταξη εφαρμόζεται συμπληρωματικά στις εγγυήσεις του Δημοσίου κατά τον ν. 2322/1995, εφόσον δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις. Ως πταίσμα νοείται δόλος, βαριά ή ελαφρά αμέλεια του δανειστή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η τράπεζα, κατά την υπογραφή της πρόσθετης πράξης στις 29.12.2011 για μετάθεση των δόσεων και κατά την ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στις 18.9.2012, όφειλε και μπορούσε να διαπιστώσει την οικονομική κατάσταση της δανειολήπτριας, η οποία διαφαινόταν δεινή, όπως καταδεικνύει η ταχεία οικονομική κατάρρευση και πτώχευση στις 25.2.2013. Η τράπεζα δεν προέβη σε έλεγχο των οικονομικών της δανειολήπτριας, ούτε έλαβε πρόσθετες εξασφαλίσεις ή επιδίωξε την είσπραξη της απαίτησης, ενώ η δανειολήπτρια διέθετε ακόμη περιουσιακά στοιχεία. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι η αδυναμία ικανοποίησης της τράπεζας οφείλεται σε αμέλεια των υπαλλήλων της, που δεν ενήργησαν για τη διασφάλιση της απαίτησης σε κρίσιμες χρονικές στιγμές, όταν ήταν ακόμη εφικτό, με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να ελευθερώνεται από την εγγύηση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 862 ΑΚ, δεχόμενο ότι η τράπεζα από αμέλεια των υπαλλήλων της δεν προέβη σε έλεγχο της οικονομικής κατάστασης της δανειολήπτριας κατά τους κρίσιμους χρόνους (29.12.2011 και 18.9.2012), ούτε έλαβε πρόσθετες εξασφαλίσεις ή επιδίωξε την είσπραξη της απαίτησης, ενώ διαφαινόταν η αδυναμία αποπληρωμής και η πιθανή οικονομική κατάρρευση της οφειλέτριας, η οποία διέθετε ακόμη περιουσιακά στοιχεία. Η αδυναμία ικανοποίησης της τράπεζας οφείλεται σε δικό της πταίσμα, με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να ελευθερώνεται από την εγγύηση που είχε παράσχει για το χορηγηθέν δάνειο.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 4.2.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1358/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΑΠ 237/2024

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Τράπεζα σύναψε με ανώνυμη εταιρεία τρεις δανειακές συμβάσεις: α) χρεολυτικό δάνειο ποσού 3.121.360,39 ευρώ στις 23-5-2007, β) χρεολυτικό δάνειο ποσού 1.500.000 ευρώ στις 23-5-2007, και γ) σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 150.000.000 δραχμών (440.205,43 ευρώ) στις 4-11-1996. Οι δύο πρώτες συμβάσεις καλύπτονταν από εγγύηση του Δημοσίου σε ποσοστό 80%, σύμφωνα με τον Ν. 2322/1995 και τις ΥΑ 2/27281/0025/8-8-2006 και 2/95281/0025/16-1-2009. Για εξασφάλιση εγγράφηκε υποθήκη Δ' σειράς ποσού 3.697.088,31 ευρώ σε ακίνητο της πιστούχου. Η πιστούχος έπαυσε να καταβάλλει τις δόσεις από την 31-12-2010 για τις δύο πρώτες συμβάσεις και από την 31-12-2011 για την τρίτη. Η τράπεζα κατήγγειλε τις συμβάσεις στις 17-11-2016 και 22-12-2016, με το χρεωστικό υπόλοιπο να ανέρχεται σε 5.255.404,32 ευρώ, 2.343.470,80 ευρώ και 172.873,28 ευρώ αντίστοιχα. Η πιστούχος είχε αρνηθεί να υπαχθεί σε νέα ρύθμιση το 2010.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου υπάρχει πταίσμα όταν ο δανειστής αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή αμελεί τη διεξαγωγή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη. Την υπαίτια συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η τράπεζα, από βαριά αμέλειά της, δεν προχώρησε σε καταγγελία των συμβάσεων εντός ευλόγου χρόνου από την παύση εξυπηρέτησής τους το 2011, αλλά κατήγγειλε αυτές μόλις το 2016, μετά από 5 έτη. Δεν επεδίωξε τον εξοπλισμό της απαίτησής της με εκτελεστό τίτλο ούτε προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση, παραβιάζοντας την υποχρέωση των Υπουργικών Αποφάσεων να επιδιώξει την είσπραξη με την ίδια επιμέλεια που δείχνει για δάνεια χωρίς εγγύηση Δημοσίου. Ωστόσο, το Εφετείο δεν ανέφερε ποια ήταν η περιουσιακή κατάσταση της πρωτοφειλέτριας και του εγγυητή πριν και μετά την καταγγελία, ώστε να διακριβωθεί αν πρόκειται για επιγενόμενη αναξιοχρεότητα αιτιωδώς συνδεόμενη με την αμέλεια της τράπεζας. Δεν αναφέρθηκε αν το υποθηκευμένο ακίνητο εξακολούθησε να υφίσταται και αν επαρκούσε για ικανοποίηση των απαιτήσεων.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης ελευθέρωσης του άρθρου 862 ΑΚ. Το Εφετείο δεν ανέφερε ποια ήταν η περιουσιακή κατάσταση της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και του εγγυητή κατά την κατάρτιση των δανειακών συμβάσεων και μετά την καταγγελία τους, ώστε να διακριβωθεί αν κατά το χρονικό διάστημα της αμέλειας της τράπεζας θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση και αν πρόκειται για επιγενόμενη αδυναμία ικανοποίησης. Δεν υπάρχει αναφορά αν το υποθηκευμένο ακίνητο εξακολούθησε να υφίσταται μετά την καταγγελία και αν επαρκούσε για ικανοποίηση των απαιτήσεων. Η αόριστη αναφορά ότι η αμελής συμπεριφορά είχε ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα την αδυναμία ικανοποίησης δεν αναπληρώνει την έλλειψη συγκεκριμένων παραδοχών για την επιγενόμενη αναξιοχρεότητα των οφειλετών.
Τελική Απόφαση
-ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 1693/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. -ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. -ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Και -ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΑΠ 1998/2025

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Προδικαστική θέση: Εκδόθηκε απόφαση Εφετείου που απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αντικείμενο αγωγή ελευθερώσεως εγγυητών. - Διάδικοι/ρόλοι: Η αναιρεσείουσα είναι ενάγουσα-εκκαλούσα και εγγυήτρια. Αναιρεσίβλητη είναι τράπεζα ως δανείστρια. Συνδιαδικούμενες ήταν η πρωτοφειλέτρια ετερόρρυθμη εταιρεία και η τρίτη εναγόμενη, νόμιμη εκπρόσωπός της. Υπήρξε ομόδικος ενάγων-εκκαλών (μη διάδικος στην αναίρεση). - Νομικό πλαίσιο σχέσης: Σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού με εγγύηση της αναιρεσείουσας υπέρ της τράπεζας για οφειλή της πρωτοφειλέτριας εταιρείας. - Προ της δίκης πραγματικά περιστατικά: Η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε ότι έλαβαν χώρα πωλήσεις οριζοντίων ιδιοκτησιών που αποτελούσαν εργολαβικό αντάλλαγμα, το τίμημα των οποίων εισέπραξαν η πρωτοφειλέτρια εταιρεία και η τρίτη εναγόμενη, χωρίς η τράπεζα να μεριμνήσει για την ικανοποίησή της. Ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα δεν κατήγγειλε εγκαίρως τον αλληλόχρεο λογαριασμό και παρείχε νέα πίστωση ενώ επισπευδόταν πλειστηριασμός. - Επιπλέον περιστατικό: Στις 15.10.2018 κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων ιδιοκτησίας της, μεταξύ των οποίων ακίνητο που αυτή χρησιμοποιούσε ως κύρια κατοικία, με αναφορά σε διαφορετικό ποσοστό συγκυριότητας από αυτό της κατακυρωτικής έκθεσης (λόγος εφέσεως που κρίθηκε αλυσιτελής).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ επιβάλλει στον Άρειο Πάγο αυτεπάγγελτο έλεγχο νομιμότητας κλήτευσης απολειπόμενου διαδίκου και, αν είναι σύννομη και εμπρόθεσμη, επιτρέπει τη συζήτηση ερήμην του. Από τα άρθρα 522, 552, 553 και 566 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η έφεση απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, αναιρετέα είναι μόνο η εφετειακή απόφαση, ενώ αν προσβάλλονται σωρευτικά πρωτόδικη και εφετειακή, το αναιρετήριο κατατίθεται στη γραμματεία εκάστου δικαστηρίου, επί ποινή απαραδέκτου για εκείνη όπου δεν κατατέθηκε (συμπληρωματικά προς άρθρο 495 §§ 1-2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ απαιτείται στον λόγο να ορίζεται ο παραβιασθείς ουσιαστικός κανόνας και το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα, ενώ το εδ. β προστατεύει την ορθή χρήση διδαγμάτων κοινής πείρας, με εξειδίκευση στο αναιρετήριο. Το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ θεμελιώνει πλημμέλεια για παράλειψη εξέτασης «πραγμάτων», και το αρ. 14 για εσφαλμένη κρίση περί ορισμένου. Κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση από τον οφειλέτη· ο εγγυητής φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης συγκεκριμένων περιστατικών (ενέργεια/παράλειψη δανειστή, δυνατότητα έγκαιρης ικανοποίησης από περιουσία πρωτοφειλέτη), με συναφή παραδείγματα αμέλειας και τη διασύνδεση με το 863 ΑΚ. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών είχε δεχθεί ότι η κοινή έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και του ομοδίκου της κατά της 448/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν. Ως προς τον ισχυρισμό ελευθερώσεως του εγγυητή κατ’ άρθρο 862 ΑΚ, έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, διότι δεν εκτίθενται: ποια περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτριας εταιρείας υπήρχαν προς ικανοποίηση, πότε υπήρχαν, ποιο το ύψος του τιμήματος από πωλήσεις οριζοντίων ιδιοκτησιών ως εργολαβικό αντάλλαγμα και πότε εισπράχθηκε, ούτε αν τα στοιχεία αυτά επαρκούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο· επίσης δεν εκτίθεται πότε κατέστη αναξιόχρεη η πρωτοφειλέτρια. Περαιτέρω, έκρινε αλυσιτελείς ορισμένους λόγους εφέσεως που δεν έπλητταν την πρωτόδικη κρίση. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος διαπίστωσε ότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης ήταν αόριστος: στο σκέλος του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α δεν προσδιορίστηκε ο συγκεκριμένος ουσιαστικός κανόνας που παραβιάστηκε ούτε το νομικό σφάλμα, και στο σκέλος του εδ. β δεν εξειδικεύθηκαν τα παραβιασθέντα διδάγματα κοινής πείρας, ο συνδεόμενος κανόνας και ο τρόπος παραβίασης. Ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως. Κατά παραδοχή επικουρικά, και ο προβαλλόμενος αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος ήταν αβάσιμος, αφού η κρίση περί αοριστίας της βάσης του άρθρου 862 ΑΚ ήταν σύννομη λόγω έλλειψης των αναγκαίων συγκεκριμένων περιστατικών. Επιπλέον, το αίτημα αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης ήταν απαράδεκτο, γιατί το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως απαιτεί το άρθρο 566 § 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 495 §§ 1-2 ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε κατά το σκέλος με το οποίο ζητήθηκε η εξαφάνιση της πρωτόδικης 448/2019 απόφασης ως απαράδεκτη, διότι το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε και στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Κατά το λοιπό σκέλος κατά της εφετειακής 140/2021 απόφασης, οι λόγοι αναίρεσης απορρίφθηκαν: ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α και εδ. β ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας επειδή δεν προσδιορίστηκε ο παραβιασθείς ουσιαστικός κανόνας ούτε τα συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας και ο τρόπος παραβίασής τους· ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τους κρίσιμους λόγους εφέσεως. Επικουρικά κρίθηκε αβάσιμος και ως προς τον αρ. 14 ΚΠολΔ, αφού η αγωγή υπό το άρθρο 862 ΑΚ ήταν αόριστη: δεν εκτίθεντο τα αναγκαία συγκεκριμένα περιστατικά (περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτριας, χρόνος ύπαρξής τους, ύψος και χρόνος των εισπράξεων από πωλήσεις, επάρκεια για ικανοποίηση, χρόνος επέλευσης αναξιοχρείας) που απαιτούνται για ελευθέρωση εγγυητή λόγω πταίσματος του δανειστή. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου των 450 ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο (παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ) και επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα κατά της αναιρεσείουσας υπέρ των αναιρεσιβλήτων, ορισθέντα σε 2.700 ευρώ (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 15-6-2023 και με αριθμό κατάθεσης 26/15-6.2023 αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη κατά το αιτητικό της με το οποίο ζητείται η εξαφάνιση της με αριθμό 448/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Απορρίπτει την ως άνω, από 15-6-2023 με αριθμό κατάθεσης 26/15-6-2023, αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 140/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΑΠ 173/2024

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πιστωτικό ίδρυμα χορήγησε την 13-6-2007 χρεολυτικό δάνειο ύψους 3.247.308,12 ευρώ σε εταιρεία, με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% και εμπράγματες ασφάλειες. Το δάνειο τροποποιήθηκε την 19-3-2009 ως προς τον χρόνο εξόφλησης (16 εξαμηνιαίες δόσεις, πρώτη 30-6-2009, τελευταία 31-12-2016). Εκταμίευση 4-9-2007 ποσού 3.443.378,56 ευρώ. Η πρωτοφειλέτρια κατέβαλε μέχρι 26-2-2009 και έκτοτε δεν κατέβαλε δόσεις, περιλαμβανομένων των 30-6-2009 και 31-12-2009. Στις 17-11-2011 έγινε καταγγελία, με ανεξόφλητο υπόλοιπο 3.699.181,89 ευρώ και γνωστοποίηση 25-11-2011. Υπήρχαν ασφάλειες: προσημείωση 699.000 ευρώ (μετατράπηκε σε υποθήκη 4-12-2013) επί κληροτεμαχίου υπ’ αριθ. 577 με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 25.286 τ.μ., με κτίρια 4.434 τ.μ., και υποθήκη υπέρ του εγγυητή 2.700.000 ευρώ επί του ίδιου και δύο ακόμη ακινήτων (3.248,60 τ.μ. και 8.062 τ.μ., με βιομηχανικά κτίσματα). Προτάθηκαν ρυθμίσεις με ΥΑ 2/9852/0025/30.06.2009 και ΥΑ 2/31728/0025/30.06.2010, αλλά ο πρωτοφειλέτης δεν υπέγραψε. Ο πιστωτής δεν προέβη επί μακρό χρόνο σε ενέργειες είσπραξης ή εκτέλεσης. Ο πιστωτής ανέφερε ότι πρωτοφειλέτης και εγγυητές στερούνται επαρκούς περιουσίας.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή καταστεί αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Η παράλειψη επιδίωξης της απαίτησης για ικανό χρόνο που οδηγεί σε αναξιοχρεότητα του πρωτοφειλέτη μπορεί να συνιστά πταίσμα. Περαιτέρω, το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπει αναίρεση αν η απόφαση στερείται επαρκών αιτιολογιών σε ουσιώδες ζήτημα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο πρωτοφειλέτης σταμάτησε πληρωμές από 26-2-2009, δεν κατέβαλε τις δόσεις 30-6-2009 και 31-12-2009, η καταγγελία έγινε 17-11-2011 με υπόλοιπο 3.699.181,89 ευρώ και δεν ακολουθήθηκαν ενέργειες είσπραξης μέχρι το 2017. Υπήρχαν εμπράγματες ασφάλειες επί κληροτεμαχίου ΚΑΕΚ ... 25.286 τ.μ. με κτίρια 4.434 τ.μ. και επί δύο ακόμη ακινήτων (3.248,60 τ.μ. και 8.062 τ.μ.). Προσφέρθηκαν ρυθμίσεις το 2009 και 2010, που δεν υιοθετήθηκαν. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, έκρινε ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε αμέλεια του δανειστή, δεν αιτιολόγησε αν ο πρωτοφειλέτης και οι αυτοφειλέτες κατέστησαν εκ των υστέρων αναξιόχρεοι ούτε προσδιόρισε την περιουσιακή τους κατάσταση πριν και μετά την αδράνεια, ούτε την τύχη/επάρκεια των ασφαλειών. Η έλλειψη αυτών των παραδοχών καθιστά ανεπαρκείς τις αιτιολογίες κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίφθηκε, διότι ο τέταρτος λόγος έφεσης ήταν ορισμένος: επικαλέστηκε ρητά το άρθρο 862 ΑΚ και τα πραγματικά περιστατικά της αμελούς συμπεριφοράς του δανειστή. Αντιθέτως, ο λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έγινε δεκτός, επειδή το Εφετείο, παρότι δέχθηκε αδράνεια του δανειστή (μη ενέργειες είσπραξης επί πολυετία μετά την καταγγελία της 17-11-2011, ανεξόφλητο 3.699.181,89 ευρώ), δεν διαπίστωσε αν ο πρωτοφειλέτης και οι αυτοφειλέτες κατέστησαν εκ των υστέρων αναξιόχρεοι ούτε προσδιόρισε την περιουσιακή τους κατάσταση πριν και μετά, ούτε την επάρκεια/διατήρηση των εμπράγματων ασφαλειών (κληροτεμάχιο ΚΑΕΚ ..., 25.286 τ.μ., κτίρια 4.434 τ.μ., λοιπά ακίνητα). Η έλλειψη αυτών των κρίσιμων παραδοχών καθιστά ανεπαρκές το σκεπτικό για την εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ, οπότε αναιρείται εν μέρει η απόφαση και παραπέμπεται.
Τελική Απόφαση
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 231/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΑΠ 2093/2013

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2013Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Υπήρξε πιστωτική σχέση μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτριας εταιρίας, με τρίτο πρόσωπο να υπογράφει σύμβαση εγγύησης για τις οφειλές της εταιρίας. Η εταιρία εκτελούσε έργα ως υπεργολάβος υπό ανάδοχο σε σύμβαση με δήμο. Το πρόσωπο που υπέγραψε την εγγύηση θεώρησε ότι το έγγραφο αφορούσε εκχώρηση απαιτήσεων από την εκτέλεση έργων. Δεν προκύπτει παράλειψη του δανειστή να λάβει πρόσφορα μέτρα για την ικανοποίηση της απαίτησης κατά του πρωτοφειλέτη ούτε συμπεριφορά βαρείας αμέλειας από τον δανειστή.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει απαλλαγή του εγγυητή όταν, από πταίσμα του δανειστή (περιλαμβανομένης της βαρείας αμέλειας), καθίσταται δυσχερής ή αδύνατη η ικανοποίηση της απαίτησης από τον πρωτοφειλέτη. Σε συνδυασμό με το άρθρο 332 § 1 ΑΚ, το πταίσμα του δανειστή αξιολογείται ως λόγος περιορισμού ή εξάλειψης της ευθύνης του εγγυητή. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εγγυητής υπέγραψε σύμβαση εγγύησης στο πλαίσιο πιστωτικής σχέσης με εταιρία υπεργολάβο έργων και ανάδοχο, θεωρώντας ότι επρόκειτο για εκχώρηση απαιτήσεων. Δεν αποδείχθηκε ότι ο δανειστής, από πταίσμα ή βαρεία αμέλεια, παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ικανοποίηση της απαίτησης κατά του πρωτοφειλέτη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το δικαστήριο εξέτασε αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις απαλλαγής του εγγυητή λόγω υπαιτιότητας του δανειστή. Εφόσον δεν προέκυψε παράλειψη ή βαρεία αμέλεια του δανειστή ως προς τη λήψη μέτρων κατά του πρωτοφειλέτη, έκρινε ότι δεν υφίσταται λόγος απαλλαγής του εγγυητή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κρίθηκε απαράδεκτος λόγω μη συνάφειας με προσβληθέντα κεφάλαια (άρθρο 569 §2 ΚΠολΔ). Ο πρώτος λόγος αναίρεσης ήταν αόριστος, καθώς δεν αναφέρθηκε νόμιμη πρόταση του σχετικού ισχυρισμού στο δικαστήριο ουσίας (άρθρο 562 §2 ΚΠολΔ). Οι λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 19 απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, επειδή η εφετειακή απόφαση είχε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες. Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ’ απορρίφθηκε, διότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 απορρίφθηκε, διότι ο ισχυρισμός περί απαλλαγής του εγγυητή κατ’ άρθρο 862 ΑΚ εξετάστηκε και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε πταίσμα ή βαρεία αμέλεια του δανειστή στη λήψη μέτρων κατά του πρωτοφειλέτη.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 1 Ιουνίου 2010 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ'αριθ.88/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης και τους από 2 Οκτωβρίου 2012 πρόσθετους αυτής λόγους. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΑΠ 168/2026

Αστικό Δίκαιο · Τραπεζικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2026Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Με σύμβαση δανείου της 30.5.2008 η δανείστρια τραπεζική εταιρεία χορήγησε στον πρώτο αναιρεσίβλητο-οφειλέτη δάνειο ποσού 380.000 ευρώ για τη χρηματοδότηση αγοράς νεότευκτου σκάφους τύπου Majesty 44, αποπληρωτέο σε δεκατρείς εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη, σύζυγος του οφειλέτη, εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, παραιτηθείσα της ένστασης διζήσεως· συμφωνήθηκε ρητά (όρος 18.3) ότι η εγγυήτρια δεν ελευθερώνεται έστω και αν για λόγο που βαρύνει ή όχι τη δανείστρια κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή της, ούτε σε περίπτωση καθυστέρησης ή αμέλειας στη δικαστική επιδίωξη. Προς εξασφάλιση εγγράφηκε στις 3.7.2008 απλή ναυτική υποθήκη υπέρ της δανείστριας επί του σκάφους μέχρι ποσού 494.000 ευρώ. Ακολούθησαν τρεις τροποποιητικές συμφωνίες (20.1.2010, 30.9.2010, 24.5.2011) με αναγνώριση οφειλής και ρύθμιση δόσεων· τέταρτη συμφωνία (25.4.2012) δεν καταρτίστηκε τελικά. Από τέλους 2013 ο οφειλέτης κατέστη υπερήμερος. Στις 17.1.2014 η δανείστρια αιτήθηκε ασφαλιστικά μέτρα για εγγραφή προσημείωσης 250.000 ευρώ επί ακινήτων της εγγυήτριας (διαμέρισμα 136 τ.μ. στην Ηλιούπολη και αγροτικό 1.750 τ.μ. στην Ιεράπετρα), αίτηση που απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 3946/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ληξιπρόθεσμες οφειλές 23.859,40 ευρώ στις 19.11.2013, ύπαρξη ναυτικής υποθήκης). Παρά τις από 22.2.2014, 28.2.2014, 3.7.2014 και 26.9.2014 εξώδικες οχλήσεις του οφειλέτη για βιώσιμη ρύθμιση, η δανείστρια ουδέποτε προέβη σε καταγγελία της σύμβασης ούτε σε αναγκαστική εκτέλεση επί του σκάφους, του οποίου η αγοραία αξία κατά το 2014 κυμαινόταν 350.000-390.000 ευρώ, μειώθηκε σε 300.000 ευρώ το 2017 και 240.000 ευρώ το 2019. Το χρεωστικό υπόλοιπο στις 23.10.2017 ανερχόταν σε 464.154,25 ευρώ, εκ των οποίων 196.762,83 ευρώ ήταν τόκοι· έγιναν καταβολές 119.690,33 ευρώ μέχρι τέλους 2013. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη μεταβίβασε με γονική παροχή (συμβολαιογραφική πράξη 2014) την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος στον τρίτο αναιρεσίβλητο υιό της. Με την υπ' αριθμ. 211/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που είναι η προσβαλλόμενη, έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 2273/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, υποχρεώθηκε μόνον ο πρώτος αναιρεσίβλητος να καταβάλει 461.510,90 ευρώ νομιμοτόκως από 24.10.2017 και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τη δεύτερη και τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ θεσπίζει τον κανόνα ελευθερώσεως του εγγυητή εφόσον από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, η εφαρμογή δε της διάταξης δεν αποκλείεται από ενδεχόμενη παραίτηση από το δικαίωμα διζήσεως κατ' άρθρο 855 ΑΚ. Λόγω του ενδοτικού της χαρακτήρα, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων από το ευεργέτημα της ελευθερώσεως, όχι όμως για την περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας του δανειστή, καθόσον κατά το άρθρο 332 εδ. α' ΑΚ είναι άκυρη (174 ΑΚ) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία αποκλεισμού ή περιορισμού της ευθύνης από δόλο ή βαριά αμέλεια. Πταίσμα του δανειστή υπάρχει και όταν αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 68, 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν το διατακτικό στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, και η μία δεν πλήττεται καθόλου ή αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτονται ως αλυσιτελείς. Κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την έφεση η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο εντός των ορίων που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους· κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε με έφεση ή αντέφεση δεν μεταβιβάζεται και τυχόν εξέταση σφαλμάτων μη προταθέντων στοιχειοθετεί την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά είχε δεχθεί ότι η δανείστρια τράπεζα, παρά τις επανειλημμένες εξώδικες οχλήσεις του οφειλέτη από αρχές 2014 για βιώσιμη ρύθμιση και την απόρριψη της αίτησής της για προσημείωση, δεν προέβη σε καταγγελία της σύμβασης, αν και είχε συμβατικό δικαίωμα από την έναρξη της υπερημερίας, και κώφευε στις εκκλήσεις του οφειλέτη, ενώ η αξία του υποθηκευμένου πλοίου (530.000 ευρώ κατά την εγγραφή της υποθήκης, 350.000-390.000 ευρώ το 2014) επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης (368.588,64 ευρώ στις 19.11.2013), στη συνέχεια δε μειώθηκε σε 300.000 ευρώ το 2017 και 240.000 ευρώ το 2019. Είχε δεχθεί ότι η μη έγκαιρη καταγγελία ήταν μεθοδευμένη και δόλια, αποβλέποντας στη διόγκωση του χρέους με τη διατήρηση του ανατοκισμού (καταβολές 119.690,33 ευρώ έναντι 380.000, υπόλοιπο 464.154,25 ευρώ με τόκους 196.762,83 ευρώ), και σε κάθε περίπτωση οφειλόταν σε βαριά αμέλεια. Είχε δεχθεί επίσης ότι το ποσό 2.643,35 ευρώ έπρεπε να αφαιρεθεί λόγω υπολογισμού τόκων με βάση έτος 360 ημερών (όρος αντίθετος στην αρχή διαφάνειας), παραδοχή της εκκαλουμένης που δεν είχε προσβληθεί με λόγο έφεσης. Εφαρμόζοντας τα παραπάνω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά της δεύτερης εναγομένης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες κύριες αιτιολογίες — α) στο δόλο της δανείστριας περί τη διόγκωση του χρέους με διατήρηση του ανατοκισμού και β) στη βαριά αμέλειά της λόγω της διαρκούς υπερημερίας και ηθελημένης μη ρύθμισης της οφειλής. Διαπίστωσε ότι ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης πλήττουν μόνο τη δεύτερη αιτιολογία της βαριάς αμέλειας, ενώ η αιτιολογία του δόλου δεν πλήττεται καθόλου, με συνέπεια να καθίστανται αλυσιτελείς. Ως προς τον τρίτο λόγο διαπίστωσε ότι οι εκκαλούντες δεν προσέβαλαν με έφεση το κεφάλαιο που αφορούσε τη μείωση κατά 2.643,35 ευρώ, ούτε η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση γι' αυτό, οπότε δεν μεταβιβάστηκε στη δευτεροβάθμια δίκη και δεν εξετάστηκε από το Εφετείο, η δε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης έγινε μόνο για ενότητα της ...
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για παραβίαση των άρθρων 862 και 332 ΑΚ) απορρίφθηκαν ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά της εγγυήτριας στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες κύριες αιτιολογίες (δόλος και βαριά αμέλεια της δανείστριας), και οι λόγοι αυτοί πλήττουν μόνο τη δεύτερη αιτιολογία της βαριάς αμέλειας, αφήνοντας απρόσβλητη την αιτιολογία του δόλου που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό. Ο τρίτος λόγος (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι το κεφάλαιο της μείωσης κατά 2.643,35 ευρώ λόγω υπολογισμού τόκων με βάση έτος 360 ημερών δεν είχε προσβληθεί με έφεση από κανέναν διάδικο, οπότε δεν μεταβιβάστηκε στη δευτεροβάθμια δίκη κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ και δεν εξετάστηκε από το Εφετείο, η δε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης έγινε μόνο για την ενότητα της εκτέλεσης. Το σκέλος του τρίτου λόγου και ο τέταρτος λόγος, που έπλητταν το κεφάλαιο της ακύρωσης της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, απορρίφθηκαν ως αλυσιτελείς και απαράδεκτοι μετά την ανεπιτυχή προσβολή της απόρριψης της αγωγής περί απόδοσης δανείου ως προς την εγγυήτρια. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ύψους 2.700 ευρώ λόγω της ήττας της, κατ' άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΕφΠειρ 744/2025

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 94.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Έφεση των εναγομένων-εκκαλούντων κατά της 358/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ερήμην), με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή της ενάγουσας εταιρίας. Το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ’ ουσίαν. - Διάδικοι και ρόλοι: Δύο άνδρες εκκαλούντες-εναγόμενοι (εγγυητές). Εφεσίβλητη-ενάγουσα ανώνυμη εταιρία εμπορίας πετρελαιοειδών. - Νομική σχέση: Ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας 20-9-2012 μεταξύ της ενάγουσας και πρατηριούχου για αποκλειστική προμήθεια καυσίμων επί 5ετία, πίστωση 13 ημερών και πιστωτικό όριο 130.000 ευρώ (50.000 ευρώ θερινούς μήνες). Αναγνώριση προγενέστερης οφειλής 44.000 ευρώ σε 60 άτοκες δόσεις. Χορήγηση εμπορευματικής πίστωσης 86.000 ευρώ σε 60 άτοκες δόσεις. Αποδοχή 60 συναλλαγματικών (59 x 2.165 ευρώ και 1 x 2.265 ευρώ). Οι εναγόμενοι εγγυητές παραιτήθηκαν από δίζηση και διαίρεση, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες· τριτεγγύηση συναλλαγματικής 260.000 ευρώ και υπόσχεση συναίνεσης σε προσημείωση υποθήκης 260.000 ευρώ. - Προγενέστερα γεγονότα: Παραδόσεις καυσίμων 3-2-2014 έως 24-2-2014. Τελευταία παραλαβή 30-4-2014. Επιστολή παύσης λειτουργίας 30-9-2014 από τον πρατηριούχο. Εξώδικη όχληση 22-10-2018· έκδοση διαταγής πληρωμής 652/2018 και απόρριψη ανακοπής με απόφαση 2448/2019 κατά του πρωτοφειλέτη. - Οφειλές: Ανεξόφλητο τίμημα έξι τιμολογίων 62.213,22 ευρώ. Υπόλοιπο από αναγνώριση χρέους 28.607,00 ευρώ. Υπόλοιπο από εμπορευματική πίστωση 56.416,38 ευρώ (συμπερ. 488,38 ευρώ υπολοίπου δόσης 20-6-2014). Σύνολο 147.236,60 ευρώ, με νόμιμο τόκο από τις αντίστοιχες δήλες ημέρες. Ισχυρισμοί εναγομένων: εικονικότητα εγγύησης, καταχρηστική άσκηση (ΑΚ 281), ελευθέρωση εγγυητών (ΑΚ 862).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται παραδεκτά και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρα 19, 495, 498, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, λαμβανομένων υπόψη των αναστολών/παρατάσεων προθεσμιών του άρθρου 49 παρ. 1-2 Ν. 4963/2022, σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 4690/2020 και το άρθρο 83 παρ. 1 περ. α Ν. 4790/2021, και με κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Αν εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, το Εφετείο κρατεί και δικάζει την υπόθεση (άρθρα 528, 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η αγωγή πώλησης/εγγύησης στηρίζεται στις διατάξεις ΑΚ 341, 345, 346, 361, 481, 847, 848, 851, 854 και στις ΚΠολΔ 907, 908, με τήρηση των δικονομικών προϋποθέσεων (άρθρα 42-44, 215 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η καταχρηστικότητα κρίνεται κατά άρθρο 281 ΑΚ: απαιτούνται, πέραν αδράνειας, ειδικές περιστάσεις συνδεόμενες αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του δικαιούχου. Ελευθέρωση εγγυητή κατά άρθρο 862 ΑΚ απαιτεί πταίσμα του δανειστή που καθιστά αδύνατη την ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη· πρέπει να εκτεθούν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία/δυνατότητα ικανοποίησης. Ρυθμίσεις περί αποδείξεων: άρθρα 336 παρ. 3, 339, 395, 422 παρ. 1 ΚΠολΔ. Δαπάνες: άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 63, 68, 84 παρ. 1 Ν. 4194/2013. Πραγματικά: Αποδείχθηκαν η σύναψη της σύμβασης 20-9-2012 με 5ετή αποκλειστικότητα, πίστωση 13 ημερών και όρια 130.000/50.000 ευρώ, αναγνώριση προγενέστερης οφειλής 44.000 ευρώ σε 60 δόσεις και εμπορευματική πίστωση 86.000 ευρώ σε 60 δόσεις, αποδοχή 60 συναλλαγματικών και ρήτρες εγγύησης/τριτεγγύησης από τους εναγομένους. Παραδόθηκαν καύσιμα 3-2-2014 έως 24-2-2014, ανεξόφλητα 62.213,22 ευρώ. Υπόλοιπα δόσεων: 28.607,00 ευρώ (αναγνώριση) και 56.416,38 ευρώ (πίστωση, συμπερ. 488,38 ευρώ). Ο πρατηριούχος κοινοποίησε παύση 30-9-2014. Η ενάγουσα όχλησε (22-10-2018), έλαβε διαταγή πληρωμής 652/2018, και απορρίφθηκε η ανακοπή 2448/2019. Δεν αποδείχθηκε εικονικότητα εγγύησης. Εφαρμογή: Η έφεση είναι παραδεκτή/εμπρόθεσμη με καταβληθέν παράβολο και, λόγω ερημοδικίας κατωτέρω και προβληθεισών ουσιαστικών ισχυρίσεων, κρίθηκε βάσιμη, η εκκαλουμένη εξαφανίστηκε και η υπόθεση δικάστηκε εκ νέου. Τα ανεξόφλητα τιμήματα και οι ληξιπρόθεσμες δόσεις βαρύνουν τον πρωτοφειλέτη και, δυνάμει της ρητής εγγύησης, τους εναγόμενους εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες. Ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και αντιφατικός, ελλείψει ειδικών περιστάσεων. Η ένσταση άρθρου 862 ΑΚ απορρίφθηκε, διότι δεν εκτέθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία περί δυνατότητας έγκαιρης ικανοποίησης από περιουσία του πρωτοφειλέτη, ενώ η ενάγουσα επέδειξε δικαστική δραστηριότητα και οι εκδόσεις τιμολογίων έγιναν εντός ορίων/προθεσμιών. Κατ’ ακολουθίαν, η αγωγή έγινε δεκτή και επιδικάσθηκαν τα αιτηθέντα ποσά με νόμιμο τόκο, καθώς και δαπάνες και επιστροφή παραβόλου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Παραδοχή έφεσης: Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση την 5-4-2023 εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτή ανεστάλη/παρατάθηκε δυνάμει του άρθρου 49 παρ. 1-2 Ν. 4963/2022 σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 4690/2020 και το άρθρο 83 παρ. 1 περ. α Ν. 4790/2021. Κατατέθηκε το παράβολο του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Εφόσον οι εκκαλούντες προέβαλαν αιτιολογημένη άρνηση και καταλυτικές ενστάσεις και είχε προηγηθεί ερημοδικία τους πρωτοδίκως, η έφεση έγινε δεκτή κατ’ άρθρο 532 ΚΠολΔ, η εκκαλουμένη εξαφανίστηκε και η υπόθεση κρατήθηκε προς ουσιαστική κρίση (άρθρα 528, 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 — Ουσία διαφοράς: Αποδείχθηκε ότι ο πρωτοφειλέτης οφείλει: (α) ανεξόφλητο τίμημα έξι τιμολογίων καυσίμων συνολικά 62.213,22 ευρώ (λήξεις 17-2-2014, 17-2-2014, 18-2-2014, 21-2-2014, 3-3-2014, 10-3-2014), (β) 39 δόσεις αναγνώρισης χρέους 28.607,00 ευρώ (λήξεις μηνιαίες 21-7-2014 έως 21-9-2017) και (γ) υπόλοιπο/δόσεις εμπορευματικής πίστωσης 56.416,38 ευρώ (από 21-6-2014 έως 21-9-2017), σύνολο 147.236,60 ευρώ, με νόμιμο τόκο από τις αντίστοιχες δήλες ημέρες. Η εικονικότητα της εγγύησης δεν αποδείχθηκε. Ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας (ΑΚ 281) απορρίφθηκε ως μη νόμιμος λόγω έλλειψης ειδικών περιστάσεων. Η ένσταση ελευθέρωσης εγγυητή (ΑΚ 862) απορρίφθηκε, διότι δεν προσεκόμισαν συγκεκριμένα στοιχεία για δυνατότητα έγκαιρης ικανοποίησης από περιουσία του πρωτοφειλέτη και η ενάγουσα ενήργησε δικαστικά. Επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος των εναγομένων-εκκαλούντων 6.500,00 ευρώ (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 63, 68, 84 παρ. 1 Ν. 4194/2013) και διατάχθηκε επιστροφή παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 358/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία). ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 358/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία). ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 10-12-2019 με αριθμό κατάθεσης γενικό ………/2019 και ειδικό …../2019 αγωγή. ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των εκατόν σαράντα επτά χιλιάδων διακοσίων τριάντα έξι ευρώ και εξήντα λεπτών (147.236,60 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που το κάθε μερικότερο ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συγκεκριμένα : Α) α) ποσό 15.704,85 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 17-2-2014, β) ποσό 15.543,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 17-2-2014, γ) ποσό 10.867,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 18-2-2014, δ) ποσό 3.714,41 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-2-2014, ε) ποσό 7.719,86 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 3-3-2014 και στ) ποσό 8.663,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 10-3-2014, Β) 1) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-7-2014, 2) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-8-2014, 3) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-9-2014, 4) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-10-2014, 5) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-11-2014, 6) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-12-2014, 7) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-1-2015, 8) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-2-2015, 9) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-3-2015, 10) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-4-2015, 11) ποσό 733,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-5-2015, 12) ποσό 733,00 ευρώ με το ν...

ΑΠ 1431/2019

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2019Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πρωτοφειλέτης και εγγυητής κατήρτισαν σύμβαση στεγαστικού δανείου με τράπεζα ποσού 78.000 ευρώ. Η σύμβαση προέβλεπε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης πρώτης τάξης για 93.600 ευρώ σε ακίνητο επαρκούς αξίας (όρος 9.01), με τον όρο αυτό να είναι κύριος και ουσιώδης, και σε περίπτωση παραβίασής του να θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας (όρος 12). Εγγυητής ανέλαβε ευθύνη ως αυτοφειλέτης και παραιτήθηκε από την ένσταση ελευθερώσεως του άρθρου 862 ΑΚ (όρος 15). Προσκομίσθηκε στην τράπεζα επικυρωμένο από δικηγόρο αντίγραφο συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα στην Πάτρα, τίμημα 78.000 ευρώ), στην επικεφαλίδα του οποίου αναγραφόταν νοθευμένη αντικειμενική αξία 47.167,06 ευρώ αντί της αληθούς 17.167,06 ευρώ που αναγραφόταν στη σελίδα 14 του συμβολαίου. Η τράπεζα, βασιζόμενη στο νοθευμένο έγγραφο, κατήρτισε τη σύμβαση και εγγράψε προσημείωση υποθήκης. Όταν αποκαλύφθηκε η νόθευση, η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση και κήρυξε το δάνειο ληξιπρόθεσμο με υπόλοιπο 77.611,45 ευρώ. Πρωτοφειλέτης πρότεινε εκχώρηση μισθωμάτων 250 ευρώ μηνιαίως από το εκμισθωμένο ακίνητο. Εγγυητής είχε αγοράσει την ίδια ημέρα γειτονικό διαμέρισμα με το ίδιο συμβόλαιο, επίσης με νοθευμένη αντικειμενική αξία, αλλά η νόθευση αποκαλύφθηκε πριν τη χορήγηση δανείου σε αυτόν.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του ευεργετήματος αυτού, όχι όμως για δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρο 332 εδ.α ΑΚ). Η αμέλεια κατά το άρθρο 330 εδ.β ΑΚ υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Βαριά αμέλεια συντρέχει όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου είναι ασυνήθιστα μεγάλη και ιδιαίτερα σοβαρή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας θεώρησαν την αναγραφόμενη στην επικεφαλίδα του θεωρημένου από δικηγόρο συμβολαίου αντικειμενική αξία (47.167,06 ευρώ) ως ακριβή, χωρίς να τη διασταυρώσουν με τη σελίδα 14 όπου αναγραφόταν η αληθής αξία (17.167,06 ευρώ). Η αλλοίωση του πρώτου ψηφίου ήταν προσεκτική, προσομοίαζε με τυπωμένο αριθμό και δεν δημιουργούσε με την πρώτη ματιά εντύπωση χειρόγραφης προσθήκης. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 330 εδ.β ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η αμέλεια των υπαλλήλων ήταν ελαφρά και όχι βαριά, καθώς η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου δεν ήταν ασυνήθιστα μεγάλη. Επομένως, η έγκυρη παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση ελευθερώσεως (άρθρο 862 ΑΚ) για περιπτώσεις ελαφράς αμέλειας τον καθιστά υπεύθυνο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η αμέλεια των οργάνων της τράπεζας ήταν ελαφρά και όχι βαριά. Οι υπάλληλοι θεώρησαν ακριβή την αντικειμενική αξία 47.167,06 ευρώ που αναγραφόταν στην επικεφαλίδα του θεωρημένου από δικηγόρο συμβολαίου, χωρίς να τη διασταυρώσουν με τη σελίδα 14 όπου αναγραφόταν η αληθής αξία 17.167,06 ευρώ, λόγω της προσεκτικής αλλοίωσης που προσομοίαζε με τυπωμένο αριθμό. Η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου δεν ήταν ασυνήθιστα μεγάλη ώστε να συνιστά βαριά αμέλεια. Ο εγγυητής είχε παραιτηθεί έγκυρα από την ένσταση ελευθερώσεως του άρθρου 862 ΑΚ για περιπτώσεις ελαφράς αμέλειας (άρθρο 332 εδ.α ΑΚ), επομένως ευθύνεται για την εξόφληση της οφειλής. Δεν συνέτρεξε ουσιώδης πλάνη του εγγυητή κατά την κατάρτιση της σύμβασης.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 22.12.2017 αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση της με αριθμό 5602/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΑΠ 899/2024

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" έλαβε από τράπεζα πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό αρχικού ποσού 500.000 ευρώ με σύμβαση αριθ. 15884/2005. Εγγυητές της σύμβασης ήταν τρεις εταίροι. Με πρόσθετη πράξη αριθ. 16.../2006 η πίστωση αυξήθηκε σε 1.400.000 ευρώ και με πρόσθετη πράξη αριθ. 17.../2008 σε 2.940.000 ευρώ. Εγγυητής συμμετείχε στην εταιρία με ποσοστό 20% από 30.6.2005 και αποχώρησε την 31.5.2008. Με δήλωση εγγύησης 11.2.2008 οι εγγυητές παραιτήθηκαν από τα δικαιώματα των άρθρων 862-864 ΑΚ εφόσον δεν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια της τράπεζας, και από τα δικαιώματα των άρθρων 865-869 ΑΚ, με όρο ελευθέρωσης αν η τράπεζα δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση εντός έτους από την καταγγελία. Η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση την 17.10.2012 και η καταγγελία επιδόθηκε στην πιστούχο την 31.10.2012. Η τράπεζα παρείχε συναίνεση για εξάλειψη προσημειώσεων υποθηκών συνολικού ποσού άνω των 6.000.000 ευρώ που εξασφάλιζαν την πίστωση. Χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού 1.780.080,86 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ το άρθρο 863 ΑΚ προβλέπει ελευθέρωση του εγγυητή εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες. Τα άρθρα 867-868 ΑΚ παρέχουν στον εγγυητή αόριστου χρόνου δικαίωμα να αξιώσει από τον δανειστή να επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση εντός μηνός, ελευθερούμενος σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Οι διατάξεις αυτές είναι ενδοτικού δικαίου και επιτρέπουν παραίτηση του εγγυητή από τα δικαιώματά του. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι με τη δήλωση εγγύησης 11.2.2008 ο εγγυητής παραιτήθηκε από τα δικαιώματα των άρθρων 862-864 ΑΚ εφόσον δεν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια της τράπεζας, και από τα δικαιώματα των άρθρων 865-869 ΑΚ, με όρο ελευθέρωσης αν η τράπεζα δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση εντός έτους. Η δήλωση αυτή δεν είχε προσυπογραφεί από τους νόμιμους εκπροσώπους της τράπεζας. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το Εφετείο έκρινε ότι η δήλωση εγγύησης ήταν δεσμευτική ως προς την εγγυητική ευθύνη αλλά όχι ως προς τον όρο ελευθέρωσης λόγω έλλειψης προσυπογραφής, χωρίς να αιτιολογήσει γιατί η ίδια δήλωση ήταν μερικώς δεσμευτική. Επίσης δέχθηκε απεριόριστη παραίτηση από το άρθρο 863 ΑΚ παρά τον όρο περί δόλου ή βαριάς αμέλειας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναιρέσεως έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών. Το Εφετείο αντιφατικά δέχθηκε ότι η δήλωση εγγύησης 11.2.2008 δεσμεύει τον εγγυητή ως προς την εγγυητική ευθύνη παρά την έλλειψη προσυπογραφής από την τράπεζα, αλλά δεν δεσμεύει την τράπεζα ως προς τον όρο ελευθέρωσης του εγγυητή σε περίπτωση μη δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης εντός έτους, χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς γιατί η ίδια δήλωση είναι μερικώς δεσμευτική. Επιπλέον, ενώ ο εγγυητής παραιτήθηκε από τα δικαιώματα των άρθρων 862-864 ΑΚ υπό την προϋπόθεση μη συνδρομής δόλου ή βαριάς αμέλειας της τράπεζας, το Εφετείο δέχθηκε απεριόριστη παραίτηση από το άρθρο 863 ΑΚ και παρέλειψε να διερευνήσει την ισχύ του όρου και την έκταση της ευθύνης του εγγυητή σε περίπτωση συνδρομής δόλου ή βαριάς αμέλειας της τράπεζας κατά την παραίτηση από τις ασφάλειες.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ' αριθ. 836/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν. Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΕφΠειρ 745/2025

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 93.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Έφεση των ηττηθέντων εναγομένων (εκκαλούντες) κατά της 357/2021 οριστικής απόφασης του ΜονΠρ Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην τους και έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας (εφεσίβλητης). Το Εφετείο έκανε τυπικά δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση και κράτησε την υπόθεση για εκδίκαση στην ουσία. - Διάδικοι/ρόλοι: Δύο άνδρες εκκαλούντες – εναγόμενοι ως εγγυητές. Μία ανώνυμη εταιρία ως εφεσίβλητη – ενάγουσα. - Νομική σχέση: Σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης πρατηρίου καυσίμων (1-12-2007) μεταξύ ενάγουσας και πρατηριούχου, με αποκλειστική προμήθεια καυσίμων και σύστημα συντήρησης εξοπλισμού. Οι εναγόμενοι εγγυήθηκαν αόριστα και εις ολόκληρον όλες τις οφειλές του πρατηριούχου, παραιτούμενοι από δικαιώματα διζήσεως/διαιρέσεως και από άρθρα 853, 854, 856, 862, 863, 868 ΑΚ. Παρείχαν πρόσθετες εξασφαλίσεις: τριτεγγύηση σε συναλλαγματική 103.000 ευρώ και υπόσχεση συναίνεσης σε προσημείωση. - Χρονολόγιο: Τροποποίηση 16-7-2012 (παράταση έως 31-8-2015). Η σύμβαση συνεχίστηκε άτυπα έως 24-10-2016 (παράδοση μισθίου). Η ενάγουσα εξέδωσε διαταγές πληρωμής κατά του πρωτοφειλέτη το 2014 και 2015 και πέτυχε οριστική απόφαση το 2020. Οι εναγόμενοι προέβαλαν εικονικότητα εγγύησης, καταχρηστικότητα και ελευθέρωση λόγω πταίσματος δανείστριας. - Ποσά: Απλήρωτα τιμολόγια πώλησης καυσίμων 95.757,98 ευρώ (2014, 2016) και τιμολόγια συντήρησης 3.003,59 ευρώ (2014-2016), σύνολο 98.761,57 ευρώ, με νόμιμο τόκο από τις κατ’ είδος δηλούμενες ημερομηνίες ληξιπροθεσμίας κάθε τιμολογίου.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά ΚΠολΔ 532, όταν η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε ερήμην και ο εκκαλών προβάλλει λόγους ουσίας, η έφεση γίνεται τυπικά δεκτή και το Εφετείο, δυνάμει των άρθρων 528 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, εξαφανίζει την εκκαλουμένη και κρατεί την υπόθεση. Κατά ΑΚ 138, εικονική δικαιοπραξία προϋποθέτει συμφωνημένη προσποίηση και κοινή γνώση εικονικότητας από τα συμβαλλόμενα μέρη. Κατά ΑΚ 281, η άσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική μόνο αν, πέραν μακράς αδράνειας, συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που καθιστούν την επιδίωξη μη ανεκτή, ιδίως εφόσον έχει δημιουργηθεί ευλόγως στον οφειλέτη πεποίθηση μη άσκησης. Κατά ΑΚ 862, ο εγγυητής ελευθερώνεται αν, από πταίσμα του δανειστή, κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη· απαιτείται ειδική επίκληση και απόδειξη ότι, αν ο δανειστής ενεργούσε εγκαιρότερα, η ικανοποίηση θα επιτυγχανόταν από συγκεκριμένη περιουσία του πρωτοφειλέτη. Το Δικαστήριο εξακρίβωσε ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν ρητή, αόριστης διάρκειας, εις ολόκληρον εγγύηση υπέρ του πρατηριούχου, με παραιτήσεις από σχετικά ευεργετήματα και πρόσθετες εξασφαλίσεις (συναλλαγματική 103.000 ευρώ και υπόσχεση προσημείωσης). Η σύμβαση παρατάθηκε το 2012 και έληξε με παράδοση μισθίου στις 24-10-2016. Ο πρωτοφειλέτης δεν εξόφλησε 19 τιμολόγια καυσίμων και 10 τιμολόγια συντήρησης, συνολικού ποσού 98.761,57 ευρώ, ληξιπρόθεσμα κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες. Η επίκληση «τυπικής» εγγύησης δεν επιβεβαιώθηκε αποδεικτικά. Η ενάγουσα προέβη προ της αγωγής σε δικαστικές ενέργειες κατά του πρωτοφειλέτη (διαταγές πληρωμής 2014 και 2015 και οριστική απόφαση 2020). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο αξιολόγησε την ένσταση εικονικότητας ως αναπόδεικτη, την ένσταση καταχρηστικότητας ως νομικά αβάσιμη διότι η μακρά αδράνεια, χωρίς ειδικές περιστάσεις και με προφορικές οχλήσεις, δεν αρκεί, και την ένσταση ΑΚ 862 ως αβάσιμη λόγω έλλειψης ειδικής επίκλησης περιουσίας του πρωτοφειλέτη και διότι η δανείστρια άσκησε εμπρόθεσμα μέσα κατά αυτού. Κατ’ ακολουθίαν, μετά την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, η αγωγή κρίθηκε ουσιαστικά βάσιμη και οι εγγυητές υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον στο οφειλόμενο ποσό με νόμιμο τόκο ανά επιμέρους απαίτηση. Επιβλήθηκαν σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα για δύο βαθμούς, με επιστροφή του παραβόλου της έφεσης λόγω αποδοχής της.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Παραδοχή έφεσης: Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, λαμβανομένης υπόψη της αναστολής/παράτασης κατ’ άρθρο 49 Ν. 4963/2022 (σε συνδυασμό με άρθρο 74 Ν. 4690/2020 και άρθρο 83 Ν. 4790/2021). Κατατέθηκε το παράβολο του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ενόψει ερημοδικίας στο πρωτοβάθμιο και προβολής ουσιαστικών λόγων, η έφεση έγινε δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ), η εκκαλουμένη εξαφανίστηκε και η υπόθεση κρατήθηκε προς εκδίκαση (άρθρα 528, 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 — Ουσία αγωγής: Αποδείχθηκε ανείσπρακτο συνολικό ποσό 98.761,57 ευρώ (95.757,98 ευρώ από πώληση καυσίμων και 3.003,59 ευρώ από συντήρηση), ληξιπρόθεσμο κατά τις αναφερόμενες ανά τιμολόγιο ημερομηνίες. Η ένσταση εικονικότητας της εγγύησης (άρθρο 138 ΑΚ) απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη. Η ένσταση καταχρηστικότητας (άρθρο 281 ΑΚ) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, διότι η επικαλούμενη αδράνεια δεν συνοδεύτηκε από ειδικές περιστάσεις. Η ένσταση ελευθέρωσης του εγγυητή (άρθρο 862 ΑΚ) απορρίφθηκε, επειδή δεν εκτέθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία περιουσίας του πρωτοφειλέτη ούτε αποδείχθηκε πταίσμα της δανείστριας, αντιθέτως είχαν ληφθεί δικαστικά μέτρα (διαταγές πληρωμής 2014/2015 και οριστική απόφαση 2020). Έγινε δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκαν οι νόμιμοι τόκοι ανά επιμέρους απαίτηση από τις δηλούμενες ημερομηνίες. Δικαστικά έξοδα: Επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγομένων – εκκαλούντων, για δύο βαθμούς, κατά τα άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 63, 68, 84 παρ. 1 Ν. 4194/2013. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 357/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία). ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 357/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία). ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 10-12-2019 με αριθμό κατάθεσης γενικό ………./2019 και ειδικό ………/2019 αγωγή. ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των ενενήντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων εξήντα ενός ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (98.761,57 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που το κάθε μερικότερο ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συγκεκριμένα : Α) 1) ποσό 9.794,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 28-3-2014, 2) ποσό 7.352,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 3-4-2014, 3) ποσό 8.889,87 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 5-4-2014, 4) ποσό 11.002,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 10-4-2014, 5) ποσό 4.859,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 31-8-2014, 6) ποσό 7.862,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 3-9-2014, 7) ποσό 4.203,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 5-9-2014, 8) ποσό 4.227,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 7-9-2014, 9) ποσό 4.043,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 12-9-2014, 10) ποσό 3.539,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 14-9-2014, 11) ποσό 4.169,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 17-9-2014, 12) ποσό 3.543,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 19-9-2014, 13) ποσό 2.729,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-9-2014, 14) ποσό 4.341,03 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 23-9-2014, 15) ποσό 3.335,56 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 25-9-2014, 16) ποσό 4.177,46 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 26-9-2014, 17) ποσό 3.220,62 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2014, 18) ποσό 2.797,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 4-2-2016, 19) ποσό 1.667,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-9-2016, και Β) 1) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2014, 2) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2015, 3) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-4-2015, 4) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-7-2015, 5) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2015, 6) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2016, 7) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-4-2016, 8) ποσό 302,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-7-2016, 9) ποσό 302,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2016 και 10) ποσό 302,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2017. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εναγόμενων – εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας – εφεσίβλητης, και για ...

ΕφΠειρ 510/2023

Τραπεζικό Δίκαιο · Ναυτικό Δίκαιο2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 93.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Πρωτοβάθμια απόφαση (Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς 860/2020) δέχθηκε αγωγή τράπεζας κατά εγγυήτριας, απέρριψε ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση και πρόσθετη παρέμβαση. Η εκκαλούσα είναι η ηττηθείσα εναγόμενη-εγγυήτρια· εφεσίβλητη η ενάγουσα τράπεζα. Στο εφετείο ασκήθηκαν απλές πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της εκκαλούσας από δύο πρόσωπα, εκ των οποίων η μία ασκήθηκε μόνο με προτάσεις. Το 2009 η δικαιοπάροχος κυπριακή τράπεζα χορήγησε σε δύο ναυτιλιακές εταιρείες δάνειο 27.000.000 USD, εκταμιευθέν πλήρως στις 29-12-2009, με 40 τριμηνιαίες χρεωλυτικές δόσεις, επιτόκιο LIBOR + 3,5% και πρώτες προτιμώμενες ναυτικές υποθήκες στα πλοία P και L. Η εκκαλούσα εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτρια, με εφαρμοστέο στο δάνειο αγγλικό δίκαιο και στο συμφωνητικό εγγύησης ελληνικό δίκαιο και δικαιοδοσία Πειραιά. Ακολούθησαν διαδοχικές διαδοχές: διασυνοριακή συγχώνευση (2010) και πώληση-μεταβίβαση των ελληνικών εργασιών στην ενάγουσα (26-3-2013) κατ’ έγκριση ΚΤ Κύπρου (υπ’ αρ. 97/26-3-2013) και ΕΠΑΘ ΤτΕ (66/3/26-3-2013). Από 29-12-2014 οι δανειολήπτριες δεν κατέβαλαν δόσεις. Στάλθηκαν οχλήσεις (2-2-2017, 14-6-2017), αναγγελία υπερημερίας (11-8-2017) και καταγγελία (18-8-2017). Οφειλές κατά καταγγελία: κεφάλαιο 18.486.628,96 USD, συμβατικοί τόκοι 2.103.362,94 USD, υπερημερίας 596.640,69 USD· συνολικό υπόλοιπο 21.186.632,59 USD, που ανήλθε στις 26-9-2018 σε 23.587.317,30 USD συν 251.667,56 €. Εκποιήσεις: πλοίο P στη Σιγκαπούρη (31-8-2018, εισπραχθέντα 6.811.286 USD) και πλοίο L στη Σαγκάη (Νοέμβριος 2019, εισπραχθέντα 1.809.996,30 USD, εκκρεμεί 1.150.000 USD). Η αγωγή ζητούσε αναγνώριση οφειλής 3.500.000 USD με τόκους.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κρίθηκε ότι η απλή πρόσθετη παρέμβαση επιτρέπεται και στο εφετείο (άρθρα 80, 81 ΚΠολΔ), αλλά ασκείται όπως αγωγή, δηλαδή με κατάθεση δικογράφου και επίδοση (άρθρα 81 §1 και 215 §1 ΚΠολΔ). Αν ασκηθεί με προτάσεις είναι απαράδεκτη. Η πρόσθετη παρέμβαση δεν διευρύνει τα όρια της έφεσης (άρθρα 80, 82 εδ. α, 522 ΚΠολΔ). Για την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας αρκούν τα κανονιστικά μέτρα εξυγίανσης: κατά το άρθρο 3 §2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ και το άρθρο 13 ν. 17(1)/2013, καθώς και το υπ’ αρ. 97/26-3-2013 Διάταγμα ΚΤ Κύπρου, η μεταβίβαση παράγει αυτοδικαίως αποτελέσματα σε όλη την ΕΕ, χωρίς αναγγελία. Λόγοι ακυρότητας πράξης μεταβίβασης κατά τα άρθρα 178, 179, 939 ΑΚ απαιτούν ειδική ιστορική βάση (άρθρο 216 §1 ΚΠολΔ). Ο εγγυητής απαλλάσσεται μόνο αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη (άρθρο 862 ΑΚ), με δυνατότητα παραίτησης για ελαφρά αμέλεια, όχι για δόλο ή βαριά αμέλεια. Το δικαστήριο διαπίστωσε: σύναψη δανείου 27.000.000 USD (23-12-2009), εκταμίευση 29-12-2009, εγγύηση της εκκαλούσας ως αυτοφειλέτριας, υποθήκες στα πλοία P και L, και επιλογή ελληνικού δικαίου για την εγγύηση. Έλαβε χώρα διαδοχή και μεταβίβαση των ελληνικών εργασιών (26-3-2013) βάσει εγκρίσεων ΚΤ Κύπρου και ΕΠΑΘ ΤτΕ. Επιδείχθηκαν οχλήσεις (2017), καταγγελία (18-8-2017), και αποσπάσματα λογαριασμών που αποδεικνύουν υπόλοιπα. Πραγματοποιήθηκαν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμοί των πλοίων σε Σιγκαπούρη και Κίνα, με εισπράξεις κατώτερες του οφειλόμενου κεφαλαίου. Η μία πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε μόνο με προτάσεις. Αξιολόγησε ότι η πρόσθετη παρέμβαση χωρίς δικόγραφο είναι απαράδεκτη. Η ενάγουσα απέκτησε νομίμως την επίδικη απαίτηση χωρίς ανάγκη αναγγελίας, επομένως νομιμοποιείται ενεργητικά. Οι ισχυρισμοί περί αντίθεσης στα χρηστά ήθη ή καταδολίευσης είναι αόριστοι. Η ρήτρα απόδειξης με αποσπάσματα βιβλίων είναι έγκυρη και δεν ανατράπηκε. Δεν αποδείχθηκε δόλος ή βαριά αμέλεια της τράπεζας κατά την επιδίωξη της ικανοποίησης· αντιθέτως διαπραγματεύθηκε αναδιάρθρωση, όχλησε, κατήγγειλε και ενήργησε διεθνώς για εκτέλεση. Η διακύμανση αξιών πλοίων δεν ήταν προβλέψιμη με βεβαιότητα. Συνεπώς, η ένσταση του άρθρου 862 ΑΚ απορρίπτεται και οι λόγοι έφεσης δεν ευδοκιμούν.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν διότι: (α) η ενάγουσα απέκτησε νομίμως και αυτοδικαίως τις επίδικες απαιτήσεις από τη μεταβίβαση των ελληνικών εργασιών της κυπριακής τράπεζας, κατά το άρθρο 3 §2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ, το άρθρο 13 ν. 17(1)/2013 και το υπ’ αρ. 97/26-3-2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, χωρίς να απαιτείται αναγγελία, και συνεπώς νομιμοποιείται ενεργητικά· (β) οι ισχυρισμοί περί αντίθεσης στα χρηστά ήθη και καταδολίευσης ήταν αόριστοι και απορριπτέοι· (γ) η ένσταση απαλλαγής της εγγυήτριας κατ’ άρθρο 862 ΑΚ απορρίφθηκε, γιατί δεν αποδείχθηκε δόλος ή βαριά αμέλεια της τράπεζας: αυτή όχλησε, κατήγγειλε (18-8-2017) και επισπεύσθηκε σε διεθνείς εκτελέσεις των πλοίων P και L, ενώ η διακύμανση των αξιών δεν ήταν προβλέψιμη με βεβαιότητα. Επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα εις βάρος της εκκαλούσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της καλούσας (εφεσίβλητης), σύμφωνα με τα άρθρα 176, 182 §1, 183 και 191 §2 ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης, ποσού 150 ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο κατά το άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση (με τον πρόσθετο λόγο της) και την απλή πρόσθετη παρέμβαση της …… και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τυπικά την απλή πρόσθετη παρέμβαση της ……….. που ασκήθηκε με τις προτάσεις.- ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση (με τον πρόσθετο λόγο της) και την απλή πρόσθετη παρέμβαση της ………, κατ’ ουσίαν .- ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος για την έφεση αυτή ως άνω παραβόλου (ποσού 150 ευρώ) στο Δημόσιο Ταμείο.- ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος της εκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη της καλούσας (εφεσίβλητης) για τον παρόντα ( δεύτερο) βαθμό, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.- ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος της παρεμβαίνουσας ………. τη δικαστική δαπάνη της καλούσας (εφεσίβλητης) για τον παρόντα βαθμό, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.-

ΑΠ 1296/2017

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2017Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 93.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εγγυητής εγγυήθηκε την εκπλήρωση υποχρεώσεων ομόρρυθμης εταιρείας από σύμβαση πίστωσης ποσού 40.000 ευρώ. Τον Δεκέμβριο 2006 αποχώρησε από την εταιρεία, μεταβιβάζοντας το 30% του ποσοστού του στον νεοεισερχόμενο εταίρο και το 10% σε άλλη εταίρο. Με το συμφωνητικό αποχώρησης οι νέοι εταίροι υπεισήλθαν στο σύνολο των υποχρεώσεών του και απαλλάχθηκε από τις οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Γνωστοποίησε την αποχώρησή του στη δανείστρια τράπεζα και ζήτησε αντικατάστασή του ως εγγυητή από τον νέο εταίρο, ο οποίος ήταν υπάλληλος της τράπεζας, απολύτως φερέγγυος, κύριος διαμερίσματος επιφανείας 118 τ.μ. αξίας 150.000 ευρώ, ελεύθερου βαρών. Η τράπεζα αρνήθηκε την αντικατάσταση. Από Μάιο 2007 η πιστούχος ήταν ασυνεπής στην καταβολή των δόσεων, με άτακτες καταβολές και καθυστερήσεις 2-5 μηνών. Η τράπεζα κατάγγειλε τη σύμβαση μόλις στις 9-5-2011, δύο και πλέον χρόνια μετά την έναρξη της υπερημερίας. Τον Ιούλιο 2009 ο νέος εταίρος αποχώρησε από την εταιρεία και τον Σεπτέμβριο 2009 επιβάρυνε το ακίνητό του με προσημείωση υποθήκης 108.000 ευρώ. Η πρωτοφειλέτρια κατέστη αναξιόχρεη.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Πταίσμα περιλαμβάνει δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά, και εκδηλώνεται με ενέργειες ή παραλείψεις. Βαριά αμέλεια υπάρχει όταν ο δανειστής αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως εν αγνοία του εγγυητή και ο οφειλέτης καθίσταται αναξιόχρεος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η τράπεζα αρνήθηκε αδικαιολόγητα να αντικαταστήσει τον εγγυητή με τον νέο εταίρο, ο οποίος ήταν απολύτως φερέγγυος και κύριος ακινήτου αξίας 150.000 ευρώ, ελεύθερου βαρών. Περαιτέρω, από Μάιο 2007 η πιστούχος ήταν ασυνεπής στις δόσεις, αλλά η τράπεζα καθυστέρησε να καταγγείλει τη σύμβαση έως Μάιο 2011, δύο και πλέον χρόνια αργότερα. Κατά το διάστημα αυτό ο αξιόχρεος εταίρος αποχώρησε και επιβάρυνε την περιουσία του. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η συνδυασμένη άρνηση αντικατάστασης του εγγυητή και η καθυστέρηση καταγγελίας της σύμβασης παρά την υπερημερία συνιστούν βαριά αμέλεια των οργάνων της τράπεζας, που κατέστησε αδύνατη την ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια, η οποία κατέστη αναξιόχρεη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 862 ΑΚ, θεμελιώνοντας την ελευθέρωση του εγγυητή στον συνδυασμό δύο γεγονότων: α) την άρνηση της τράπεζας να δεχθεί την αντικατάστασή του από τον νέο εταίρο της πρωτοφειλέτριας, ο οποίος ήταν απολύτως φερέγγυος και κύριος ακινήτου αξίας 150.000 ευρώ, και β) την καθυστέρηση της τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης και να απαιτήσει την είσπραξη των οφειλομένων από τον εις ολόκληρον ενεχόμενο αξιόχρεο ομόρρυθμο εταίρο, παρά την επί μακρόν ασυνέπεια της πιστούχου από Μάιο 2007. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά βαριά αμέλεια των οργάνων της τράπεζας, που κατέστησε αδύνατη την ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια, η οποία κατέστη αναξιόχρεη.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 23 Νοεμβρίου 2015 αίτηση της Τράπεζας "... A.E." για αναίρεση της 3432/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΑΠ 828/2025

Αστικό Δίκαιο · Διοικητικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 93.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ανώνυμη εταιρεία συσκευαστηρίου πατάτας είχε συνάψει με τράπεζα σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία εγγυήθηκαν προσωπικά δύο φυσικά πρόσωπα. Με την από 22/5/2007 πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλών συνεβλήθησαν ως εγγυητές και οι δύο εγγυητές, αναγνωρίζοντας οφειλή 795.060,61 ευρώ. Το Ελληνικό Δημόσιο παρείχε εγγύηση σε ποσοστό 80% για τη ρύθμιση οφειλών ύψους 1.025.156,00 ευρώ με ημερομηνία 30.6.2006, με όρο διατήρησης των υφιστάμενων εξασφαλίσεων. Με μεταγενέστερη ΥΑ του 2009 δόθηκε δυνατότητα νέας ρύθμισης με ρητό όρο "οι ήδη ληφθείσες εξασφαλίσεις να παραμένουν ισχυρές". Στην από 12/3/2010 πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής συνεβλήθη ως εγγυητής μόνο ο ένας από τους δύο αρχικούς εγγυητές. Η πρωτοφειλέτρια εταιρεία δεν κατέβαλε την πρώτη χρεολυτική δόση που έληγε την 31/12/2010. Η τράπεζα έκλεισε τον λογαριασμό στις 6/6/2012 με χρεωστικό υπόλοιπο 1.219.517,98 ευρώ και ζήτησε κατάπτωση εγγύησης ποσού 864.298,01 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Κατά το ν. 2322/1995, το Ελληνικό Δημόσιο παρέχει εγγύηση για τραπεζικές χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων με υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν τους όρους. Το άρθρο 11 παρ. 4 ν. 2322/1995 προβλέπει ότι το Δημόσιο ελευθερώνεται αν από υπαιτιότητα του δανειστή δεν συνέτρεχαν ή εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης. Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικότερες του άρθρου 862 ΑΚ και έχουν επιτακτικό χαρακτήρα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην από 22/5/2007 πρόσθετη πράξη συνεβλήθησαν δύο εγγυητές, ενώ στην από 12/3/2010 πρόσθετη πράξη ρύθμισης συνεβλήθη μόνο ο ένας. Η ΥΑ του 2009 όριζε ρητά ως όρο παροχής εγγύησης "οι ήδη ληφθείσες εξασφαλίσεις να παραμένουν ισχυρές". Η 25η Διεύθυνση ΓΛΚ είχε επισημάνει στην τράπεζα την ανάγκη διόρθωσης, αλλά δεν προέβη σε τροποποίηση. Εφαρμόζοντας το άρθρο 11 παρ. 4 ν. 2322/1995, το δικαστήριο έκρινε ότι η μη σύμπραξη της δεύτερης εγγυήτριας συνιστά παράβαση του όρου διατήρησης των εξασφαλίσεων, που οφείλεται σε πταίσμα της τράπεζας. Η παράλειψη αυτή αφαιρεί από το Δημόσιο το αναγωγικό δικαίωμα κατά της εγγυήτριας και καθιστά άκυρη την εγγύηση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 4 ν. 2322/1995, δεχόμενο ότι παραβιάστηκαν οι όροι χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη σύναψη της από 12.3.2010 πρόσθετης πράξης, καθώς δεν συμβλήθηκε σ' αυτήν η εγγυήτρια Α. Π., κατά παράβαση του σχετικού όρου της χορηγηθείσας εγγύησης. Η παράλειψη αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα της τράπεζας, η οποία δεν μερίμνησε ώστε να συμπράξει στην πρόσθετη πράξη η εγγυήτρια της αρχικής οφειλής, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αυτή υπόχρεη της νέας αναγνώρισης και το Δημόσιο να μην έχει έναντι αυτής αναγωγικό δικαίωμα για την περίπτωση καταβολής της καταπεσούσας εγγύησης.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 28.7.2023 με αριθ. κατάθ. 675/25.8.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 798/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΑΠ 815/2021

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2021Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 93.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σύμβαση μισθώσεως ακινήτου από 12/7/2010 με αρχικό μηνιαίο μίσθωμα 1.125 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως. Με την 6/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου το μίσθωμα μειώθηκε σε 844 ευρώ μηνιαίως. Μισθωτής καθυστερούσε την καταβολή μισθωμάτων από τον Απρίλιο 2012. Εκμισθωτής Δήμος απέστειλε εξώδικες οχλήσεις στις 20/3/2013 για οφειλές ύψους 10.455,70 ευρώ. Με απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής στις 28/8/2014 εγκρίθηκε ρύθμιση οφειλών σε 72 δόσεις των 253,03 ευρώ. Μισθωτής κατέβαλε μερικώς οφειλές, με τελευταία καταβολή στις 5/5/2015 ποσού 324,14 ευρώ. Συνολική οφειλή κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής: 34.814,23 ευρώ. Εγγυητής ενημερώθηκε για τις ενέργειες του εκμισθωτή. Επαγγελματικός εξοπλισμός αξίας 35.000 ευρώ εισκομισμένος στο μίσθιο.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Πταίσμα συνιστά δόλος ή αμέλεια, έστω και ελαφρά. Βαριά αμέλεια υπάρχει όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου είναι ασυνήθιστα μεγάλη και ιδιαίτερα σοβαρή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εκμισθωτής Δήμος επεδίωκε ανά τακτά χρονικά διαστήματα να εισπράξει τα οφειλόμενα μισθώματα, αποστέλλοντας εξώδικες οχλήσεις στις 20/3/2013, εγκρίνοντας ρύθμιση οφειλών σε 72 δόσεις στις 28/8/2014, παρέχοντας αναστολή ενδίκων μέσων στις 16/3/2016, και τελικά αποφασίζοντας την έναρξη διαδικασίας ενδίκων μέσων στις 10/6/2016, ενημερώνοντας τον εγγυητή. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πταίσμα ή αμέλεια των οργάνων του Δήμου, καθώς αντέδρασε εντός ευλόγου χρόνου με συνεχείς ενέργειες είσπραξης και ρυθμίσεις, χωρίς να μπορεί να προβλέψει την αναξιοχρεότητα του μισθωτή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πταίσμα του εκμισθωτή Δήμου κατά το άρθρο 862 ΑΚ, καθώς επεδίωκε ανά τακτά χρονικά διαστήματα την είσπραξη των οφειλομένων μισθωμάτων με εξώδικες οχλήσεις, ρυθμίσεις οφειλών και τελικά δικαστική διαδικασία, ενημερώνοντας τον εγγυητή. Επίσης, η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε νομίμως, καθώς η απαίτηση αποδεικνυόταν εγγράφως από το μισθωτήριο και τις επιδοθείσες εξώδικες οχλήσεις που περιλάμβαναν το περιεχόμενο της αποφάσεως αναπροσαρμογής του μισθώματος, χωρίς να απαιτείται λεπτομερής έκθεση του τρόπου υπολογισμού των μισθωμάτων, αρκούσης της εξατομίκευσης της απαίτησης.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 19-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ.194/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

ΑΠ 1114/2024

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 93.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πιστούχος εταιρεία έλαβε πίστωση μέσω ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, με αρχικό όριο 60.000.000 δρχ., αυξηθέν έως 1.670.000 ευρώ, με εγγυήσεις δύο φυσικών προσώπων. Στις 7-8-2012 οι λογαριασμοί έκλεισαν και στις 13-8-2012 καταγγέλθηκε η σύμβαση, με οφειλή 467.456,00 ευρώ πλέον τόκων. Είχαν συσταθεί ενεχύρα σε 24.680 μετοχές τράπεζας· τιμές κλεισίματος: 29-1-2009: 6,20 ευρώ, 13-5-2009: 7,96 ευρώ (σύνολο 196.452,80 ευρώ), 10-6-2010: 4,50 ευρώ, ενώ στις 14-3-2012 η συνολική αξία δεν υπερέβαινε 20.000 ευρώ. Τον Ιανουάριο 2009 οι εγγυητές μετέβιβασαν χαριστικά σε ανήλικο κατιόντα δύο ακίνητα: α) εξοχική μεζονέτα (υπόγειο 50 τ.μ. και ισόγειο 50 τ.μ., συμμετοχή 25% σε κοινόχρηστα), β) μεζονέτα με ΚΑΕΚ … στο Πανόραμα (υπόγειο 75,92 τ.μ. και ισόγειο 59,67 τ.μ.), με παρακράτηση ισόβιου δικαιώματος οίκησης. Εμπορικές αξίες κατά κρίσιμο χρόνο: 120.000 και 200.000 ευρώ αντίστοιχα (50% έκαστου: 60.000 και 200.000). Λοιπή περιουσία: αγρός 6.496,66 τ.μ. (36.000 ευρώ), δύο αγροτεμάχια 3.080 και 2.000 τ.μ. (60.960 ευρώ), διαμέρισμα 102,71 τ.μ. (220.000 ευρώ), προσημειώσεις 220.000 και 52.000 ευρώ. Κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων το κατάλοιπο υπερέβαινε 480.000 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 2 § 4 του ν. 4354/2015 νομιμοποιεί τις εταιρίες διαχείρισης, ως μη δικαιούχους διαδίκους, να παρίστανται σε κάθε στάδιο δίκης και το δεδικασμένο καταλαμβάνει τον δικαιούχο. Παράλληλα, τα άρθρα 939 επ. ΑΚ απαιτούν απαλλοτρίωση προς βλάβη δανειστή, ανεπάρκεια λοιπής περιουσίας και δόλο οφειλέτη, ενώ τα άρθρα 862-863 ΑΚ προβλέπουν απαλλαγή εγγυητή μόνο αν η ικανοποίηση κατέστη αδύνατη από πταίσμα του δανειστή. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η πίστωση αυξήθηκε έως 1.670.000 ευρώ και οι λογαριασμοί έκλεισαν στις 7-8-2012 με οφειλή 467.456 ευρώ. Το 2009 μεταβιβάστηκαν χαριστικά δύο ακίνητα αξίας 260.000 ευρώ σε ανήλικο. Η λοιπή περιουσία των εγγυητών ανερχόταν σε 58.480 και 278.480 ευρώ αντίστοιχα. Υφίστατο ενέχυρο σε 24.680 μετοχές, με αξία 196.452,80 ευρώ στις 13-5-2009 αλλά κάτω από 20.000 ευρώ στις 14-3-2012. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 939 ΑΚ (ανεπάρκεια και πρόθεση βλάβης). Η μη ρευστοποίηση των ενεχυριασμένων μετοχών κατά τη λειτουργία του αλληλόχρεου δεν συνιστά πταίσμα της τράπεζας, διότι το ενέχυρο σκοπεί στην κάλυψη του καταλοίπου κατά το κλείσιμο, άρα δεν επέρχεται απαλλαγή κατ’ άρθρα 862-863 ΑΚ. Η παρέμβαση της διαχειρίστριας ήταν παραδεκτή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι: (α) δεν υφίσταται πταίσμα της δανείστριας για μη ρευστοποίηση των 24.680 ενεχυριασμένων μετοχών όσο λειτουργούσε ο αλληλόχρεος λογαριασμός, αφού το ενέχυρο εξασφαλίζει το κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο· συνεπώς δεν επέρχεται ελευθέρωση εγγυητών κατ’ άρθρα 862-863 ΑΚ, (β) πληρούνται οι όροι του άρθρου 939 ΑΚ: χαριστικές μεταβιβάσεις το 2009 σε ανήλικο ακινήτων αξίας 260.000 ευρώ, με υπόλοιπη περιουσία 58.480 ευρώ και 278.480 ευρώ αντίστοιχα, έναντι οφειλής 467.456 ευρώ (από 8-8-2012) και γνώση/πρόθεση βλάβης λόγω ανεπάρκειας, και (γ) ο λόγος από τον αριθ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί διδαγμάτων κοινής πείρας ήταν απαράδεκτος, μη αφορών ερμηνεία κανόνα δικαίου.
Τελική Απόφαση
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 4-9-2019 αίτηση αναιρέσεως και την από 28-8-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2817/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

93.000+ αποφάσεις · 16.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →