Ακύρωση πειθαρχικής απόφασης — ελλιπής αιτιολογία, παράβαση αρχής αναλογικότητας

Δημιουργία έρευνας:

Κύρια Νομική Θέση

Με βάση το διαθέσιμο υλικό, η ακύρωση ή μεταρρύθμιση πειθαρχικής απόφασης μπορεί να στηριχθεί ισχυρά ιδίως σε δύο άξονες: α) στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς τα πραγματικά περιστατικά και την απάντηση στους ουσιώδεις ισχυρισμούς του διωκομένου, και β) στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Στην περίπτωσή σας, το κρίσιμο επιχείρημα είναι ότι η απόφαση για «πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων» χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη πράξη, χρόνο και τόπο προσκρούει στις απαιτήσεις του ΥΚ Άρθρο 140, ενώ η επιβολή 6μηνης προσωρινής παύσης παρά 18ετή υπηρεσία, άψογο μητρώο και ηπιότερη μεταχείριση συναδέλφων ενισχύει σοβαρά λόγο δυσανάλογης κύρωσης κατά το ΥΚ Άρθρο 109.

1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΥΚ Άρθρο 140
Ορίζει ότι η πειθαρχική απόφαση πρέπει να είναι έγγραφη και να μνημονεύει, μεταξύ άλλων:

  • τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο,
  • την αιτιολογία της απόφασης, η οποία επιβάλλεται να είναι ειδική και να απαντά σε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του πειθαρχικώς διωκομένου.

Εφαρμόζεται στην ΣτΕ Α2495/2021.

ΥΚ Άρθρο 109
Προσδιορίζει τις πειθαρχικές ποινές και, στην παρ. 2, επιβάλλει για την επιμέτρηση της ποινής να συνεκτιμώνται:

  • οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος,
  • η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου,
  • η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του μητρώο,
  • και να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.

Εφαρμόζεται στις ΣτΕ Α2495/2021, ΣτΕ Α1932/2021, ΣτΕ Α1651/2016, ΣτΕ Α2062/2020, ΣτΕ Α2333/2022, ΣτΕ Α1650/2016, ΣτΕ Α1649/2016.

ΥΚ Άρθρο 107
Απαριθμεί τα πειθαρχικά παραπτώματα. Από το υλικό προκύπτει ότι για ζητήματα «πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων» η νομολογία συνδέει ιδίως:

  • την παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος,
  • την αδικαιολόγητη αποχή,
  • τη μη τήρηση ωραρίου,
  • την αμέλεια ή ατελή εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος.

Εφαρμόζεται στη ΣτΕ Α1932/2021.

ΥΚ Άρθρο 124
Απαιτεί το παραπεμπτήριο έγγραφο να προσδιορίζει επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα.
Εφαρμόζεται στην ΣτΕ Α2495/2021.

ΥΚ Άρθρο 127
Η πειθαρχική ανάκριση είναι κατ’ αρχήν υποχρεωτική ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου, εκτός ειδικών εξαιρέσεων. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η παράλειψή της είναι ανεκτή μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αναμφισβήτητα από τον φάκελο ή συντρέχει άλλη νόμιμη εξαίρεση.
Εφαρμόζεται στις ΣτΕ Α1651/2016, ΣτΕ Α3746/2014.

ΥΚ Άρθρο 141
Προβλέπει ένσταση κατά αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων και ορίζει ότι όταν το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει μετά από ένσταση του υπαλλήλου ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να χειροτερεύει τη θέση του.
Χρήσιμο για τη στρατηγική επιλογή ενδικοφανούς προσβολής.

ΥΚ Άρθρο 142
Ρυθμίζει την προσφυγή ενώπιον του διοικητικού εφετείου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανάλογα με την ποινή και το όργανο που έκρινε.
Εφαρμόζεται στην ΣτΕ Α2495/2021 ως προς την καθ’ ύλην αρμοδιότητα.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

ΣτΕ Α1932/2021

  • Σχετικότητα: Αφορά πειθαρχική κύρωση για παραβάσεις σχετικές με υπηρεσιακή παρουσία, απουσίες και πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων, όπου το Δικαστήριο στάθμισε ρητά τη μακρά υπηρεσία, το λευκό πειθαρχικό μητρώο και σοβαρές προσωπικές περιστάσεις.
  • Κρίση: Αντί της οριστικής παύσης, επιβλήθηκε προσωρινή παύση έξι (6) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.
  • Εφαρμογή: Ενισχύει άμεσα τον ισχυρισμό ότι, κατά το ΥΚ Άρθρο 109, η ποινή δεν μπορεί να επιμετράται αφηρημένα, αλλά απαιτεί συγκεκριμένη συνεκτίμηση της υπηρεσιακής εικόνας και των προσωπικών δεδομένων. Εφόσον στη δική σας υπόθεση υπάρχει 18ετής υπηρεσία και άψογο μητρώο, η απόφαση αυτή στηρίζει ότι τα στοιχεία αυτά έπρεπε να αξιολογηθούν ρητά και ουσιαστικά.

ΣτΕ Α2495/2021

  • Σχετικότητα: Αφορά έλεγχο νομιμότητας πειθαρχικής διαδικασίας και ειδικότερα την επάρκεια του παραπεμπτηρίου και της πειθαρχικής απόφασης ως προς τον προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών κατά χρόνο και τόπο.
  • Κρίση: Το Δικαστήριο έκρινε νόμιμο το παραπεμπτήριο και την κλήση σε απολογία επειδή περιείχαν συγκεκριμένα περιστατικά με αναφορά σε επιμέρους ημερομηνίες, τόπους και πράξεις.
  • Εφαρμογή: Λειτουργεί υπέρ σας εξ αντιδιαστολής. Αν στη δική σας υπόθεση η απόφαση μιλά γενικά για «πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων» χωρίς συγκεκριμένη πράξη, χρόνο και τόπο, τότε δεν πληρούται το πρότυπο ειδικότητας που το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε αναγκαίο με βάση το ΥΚ Άρθρο 140 και το ΥΚ Άρθρο 124.

ΣτΕ Α1494/2020

  • Σχετικότητα: Αφορά ακύρωση πειθαρχικής απόφασης λόγω πλημμελούς αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση του παραπτώματος.
  • Κρίση: Ακυρώθηκε η πειθαρχική απόφαση, διότι η αιτιολογία δεν αρκούσε για να στηρίξει το αποδιδόμενο παράπτωμα.
  • Εφαρμογή: Ενισχύει τον λόγο ακύρωσης περί ελλιπούς αιτιολογίας. Αν η απόφαση δεν εξειδικεύει ποια ακριβώς υπηρεσιακή πράξη ή παράλειψη συνιστά την «πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων», υπάρχει σοβαρό έρεισμα να προβληθεί ότι η αιτιολογία είναι ανεπαρκής κατά το ΥΚ Άρθρο 140.

ΣτΕ Α2067/2020

  • Σχετικότητα: Αφορά επιμέτρηση ποινής με συνεκτίμηση της πολύ καλής υπηρεσιακής εικόνας και της έλλειψης άλλων επιβαρυντικών στοιχείων.
  • Κρίση: Μεταρρυθμίστηκε η οριστική παύση και επιβλήθηκε προσωρινή παύση έξι (6) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.
  • Εφαρμογή: Υποστηρίζει ότι η υπηρεσιακή εικόνα και η συνολική διαδρομή του υπαλλήλου αποτελούν κρίσιμο παράγοντα επιμέτρησης κατά το ΥΚ Άρθρο 109. Άρα, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί γιατί παρά το άψογο μητρώο επιλέχθηκε τόσο βαριά ποινή, η αιτιολογία της είναι ελλιπής και ως προς την αναλογικότητα.

ΣτΕ Α1650/2016

  • Σχετικότητα: Αφορά την αρχή ότι η επίκληση ελαφρυντικών δεν δεσμεύει αυτομάτως το πειθαρχικό όργανο, αλλά πρέπει να συνεκτιμάται στο πλαίσιο της αναλογικότητας.
  • Κρίση: Απορρίφθηκε η προσφυγή και διατηρήθηκε η οριστική παύση λόγω εξαιρετικής βαρύτητας των πράξεων.
  • Εφαρμογή: Σας βοηθά αναλογικά, διότι δείχνει ότι η μη αποδοχή ελαφρυντικών είναι ανεκτή μόνο όταν η απόφαση εξηγεί, σε σχέση με τη βαρύτητα των συγκεκριμένων πράξεων, γιατί δεν αρκεί η ηπιότερη ποινή. Αν εδώ δεν υπάρχει καν συγκεκριμένη πράξη, η μη ουσιαστική στάθμιση του άψογου μητρώου είναι ακόμη πιο προβληματική.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

ΣτΕ Α1651/2016

  • Ποια θέση στηρίζει: Ο αντίδικος θα επικαλεστεί ότι, στην υπαλληλική προσφυγή, το δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη έλεγχο ουσίας, άρα λόγοι περί πλημμελούς αιτιολογίας της πειθαρχικής απόφασης είναι αλυσιτελείς.
  • Αντίκρουση: Η απόφαση αυτή αφορά υπόθεση με εξαιρετικά συγκεκριμένο και βαρύ αποδεικτικό υλικό (καταγεγραμμένες συνομιλίες, επιταγές περίπου 411.138,60 ευρώ, προσημειωμένα χαρτονομίσματα 205.570 ευρώ). Στη δική σας υπόθεση, εφόσον λείπει ο συγκεκριμένος προσδιορισμός της πράξης ήδη από την πειθαρχική απόφαση, πρέπει να τονισθεί ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς η «πλημμελής διατύπωση», αλλά η αδυναμία ελέγχου της ίδιας της στοιχειοθέτησης του παραπτώματος κατά το ΥΚ Άρθρο 140.

ΣτΕ Α2495/2021

  • Ποια θέση στηρίζει: Ο αντίδικος μπορεί να επικαλεστεί ότι διαδικαστικές πλημμέλειες είναι αλυσιτελείς αν δεν προβάλλεται συγκεκριμένη βλάβη.
  • Αντίκρουση: Η ίδια απόφαση δέχθηκε τη νομιμότητα επειδή υπήρχε αναλυτική περιγραφή περιστατικών με συγκεκριμένες ημερομηνίες και τόπους. Επομένως, δεν βοηθά τη Διοίκηση αν στη δική σας υπόθεση λείπει ακριβώς αυτό το στοιχείο. Εδώ η βλάβη είναι συγκεκριμένη: ο υπάλληλος δεν μπορούσε να αμυνθεί αποτελεσματικά έναντι αόριστης κατηγορίας.

2. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

Κύρια επιχειρήματα

1. Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της πειθαρχικής απόφασης
Να προβληθεί ότι η απόφαση παραβιάζει το ΥΚ Άρθρο 140, διότι δεν μνημονεύει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο.
Η ΣτΕ Α2495/2021 δείχνει ότι η νομιμότητα της πειθαρχικής κρίσης προϋποθέτει συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους πράξεις, ημερομηνίες και τόπους.
Η ΣτΕ Α1494/2020 ενισχύει ότι πλημμελής αιτιολογία δεν αρκεί για τη στήριξη πειθαρχικής κύρωσης.

2. Ανεπαρκής στοιχειοθέτηση του παραπτώματος της “πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων”
Από το υλικό προκύπτει ότι η νομολογία δέχεται πειθαρχικό παράπτωμα όταν υπάρχουν συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις, όπως μη τήρηση παρουσιολογίου, απουσίες χωρίς άδεια, μη τήρηση ωραρίου, συγκεκριμένες υπηρεσιακές παραλείψεις: ΣτΕ Α1932/2021.
Αν εδώ δεν αναφέρεται ποια ακριβώς πράξη ή παράλειψη τελέστηκε, η υπαγωγή στο ΥΚ Άρθρο 107 είναι αόριστη.

3. Παράβαση της αρχής της αναλογικότητας
Κατά το ΥΚ Άρθρο 109 παρ. 2, έπρεπε να συνεκτιμηθούν η 18ετής υπηρεσία, το άψογο μητρώο και η συνολική υπηρεσιακή εικόνα.
Η ΣτΕ Α1932/2021 και η ΣτΕ Α2067/2020 δείχνουν ότι το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη λευκή πειθαρχική διαδρομή και στις προσωπικές/υπηρεσιακές συνθήκες κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Εφόσον σε ταυτόσημες υποθέσεις συναδέλφων επιβλήθηκε έγγραφη επίπληξη, πρέπει να προβληθεί ότι η 6μηνη προσωρινή παύση είναι δυσανάλογη και άνιση ως προς την πειθαρχική μεταχείριση, ιδίως αν η απόφαση δεν εξηγεί τη διαφοροποίηση.

4. Μη απάντηση σε ουσιώδεις ισχυρισμούς
Αν στην απολογία είχαν προβληθεί το άψογο μητρώο, η μακρά υπηρεσία και η ηπιότερη μεταχείριση συναδέλφων, η απόφαση όφειλε, κατά το ΥΚ Άρθρο 140, να απαντήσει ειδικά σε αυτούς.
Η παράλειψη αυτή ενισχύει τον λόγο ακύρωσης.

Διάκριση από αντίθετη νομολογία

  • Οι αποφάσεις ΣτΕ Α1651/2016, ΣτΕ Α2062/2020, ΣτΕ Α2036/2021, ΣτΕ Α1650/2016, ΣτΕ Α1649/2016 αφορούν ιδιαιτέρως βαριά παραπτώματα: χρηματισμό, δωροδοκία, παραλαβή 10.000 ευρώ από ελεγχόμενο, εκβιαστικές συμπεριφορές, σοβαρή διαφθορά.
  • Στις υποθέσεις αυτές η αυστηρή ποινή δικαιολογήθηκε από εξαιρετικά συγκεκριμένα και σοβαρά περιστατικά.
  • Άρα, δεν είναι συγκρίσιμες με υπόθεση όπου αποδίδεται γενικά «πλημμελής εκτέλεση καθηκόντων» χωρίς εξειδίκευση πράξης.

3. Νομολογιακή Ισχύς

Περιορισμένη προς παγία υπέρ της ανάγκης ειδικής αιτιολογίας και στάθμισης αναλογικότητας.

Υπάρχουν αρκετές αποφάσεις που συγκλίνουν στα εξής:

  • η πειθαρχική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη: ΣτΕ Α2495/2021, ΣτΕ Α1494/2020,
  • η ποινή πρέπει να επιμετράται με βάση την υπηρεσιακή εικόνα και την αναλογικότητα: ΣτΕ Α1932/2021, ΣτΕ Α2067/2020, ΣτΕ Α2062/2020, ΣτΕ Α1650/2016.

Ωστόσο, η ακριβής έκβαση εξαρτάται έντονα από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και από το αν η υπόθεση εκδικαστεί με πλήρη έλεγχο ουσίας, οπότε ορισμένοι λόγοι περί αιτιολογίας μπορεί να θεωρηθούν αλυσιτελείς, κατά τη λογική της ΣτΕ Α1651/2016.

4. Πρακτικές Συστάσεις

1. Να προβληθεί πρώτα ο λόγος αοριστίας/έλλειψης ειδικής αιτιολογίας
Επίκληση: ΥΚ Άρθρο 140, ΥΚ Άρθρο 124, ΣτΕ Α2495/2021, ΣτΕ Α1494/2020.
Να ζητηθεί να επισημανθεί ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένη πράξη, χρόνος, τόπος, ούτε τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης.

2. Να αναπτυχθεί αυτοτελώς ο λόγος αναλογικότητας
Επίκληση: ΥΚ Άρθρο 109, ΣτΕ Α1932/2021, ΣτΕ Α2067/2020.
Να τονισθούν:

  • 18 χρόνια υπηρεσίας,
  • άψογο μητρώο,
  • έλλειψη προηγούμενων πειθαρχικών ποινών,
  • ηπιότερη μεταχείριση συναδέλφων σε ταυτόσημες υποθέσεις.

3. Να τεκμηριωθεί η σύγκριση με τους συναδέλφους
Το επιχείρημα αυτό δεν αρκεί αφηρημένα. Χρειάζεται να αποδειχθεί ότι οι υποθέσεις είναι πράγματι ταυτόσημες ως προς:

  • τα πραγματικά περιστατικά,
  • τον νομικό χαρακτηρισμό,
  • το πειθαρχικό όργανο,
  • τον χρόνο τέλεσης,
  • τυχόν επιβαρυντικά/ελαφρυντικά στοιχεία.

Αν αυτό αποδειχθεί, ενισχύεται σοβαρά ο ισχυρισμός περί δυσανάλογης και άνισης μεταχείρισης.

4. Να ζητηθεί επικουρικά μεταρρύθμιση της ποινής
Αν το δικαστήριο δεν δεχθεί πλήρη ακύρωση, να ζητηθεί επικουρικά η μετατροπή της 6μηνης προσωρινής παύσης σε ηπιότερη ποινή, με βάση τη λογική της ΣτΕ Α1932/2021 και της ΣτΕ Α2067/2020.

5. Να ελεγχθεί το αρμόδιο ένδικο βοήθημα
Με βάση το ΥΚ Άρθρο 141 και το ΥΚ Άρθρο 142, πρέπει να κριθεί αν προηγείται ένσταση ή αν χωρεί απευθείας προσφυγή, ανάλογα με το όργανο που εξέδωσε την απόφαση και το είδος της ποινής.

Συμπέρασμα

Με βάση τις διαθέσιμες πηγές, το ισχυρότερο σχήμα επιχειρηματολογίας είναι το εξής:

  • η απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη κατά το ΥΚ Άρθρο 140, επειδή δεν εξειδικεύει τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που συγκροτεί την «πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων»,
  • δεν προκύπτει νόμιμη και ελέγξιμη υπαγωγή στο ΥΚ Άρθρο 107,
  • και, σε κάθε περίπτωση, η ποινή της 6μηνης προσωρινής παύσης είναι δυσανάλογη κατά το ΥΚ Άρθρο 109, ενόψει της 18ετούς υπηρεσίας, του άψογου μητρώου και της ηπιότερης μεταχείρισης συναδέλφων σε ταυτόσημες υποθέσεις.

Οι απαντήσεις παράγονται με τεχνητή νοημοσύνη και ενδέχεται να περιέχουν σφάλματα. Επαληθεύστε τις παραπομπές πριν από κάθε χρήση.

ΥΚ Άρθρο 140

Υπαλληλικός ΚώδικαςΤροποποίηση: Ν. 5225/2025
Σχετικότητα 93.9%
Κείμενο Άρθρου
ΥΚ Άρθρο 140: Πειθαρχική απόφαση 1. Η πειθαρχική απόφαση διατυπώνεται εγγράφως. 2. Στην απόφαση μνημονεύονται: α) ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής της, β) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του μονομελούς πειθαρχικού οργάνου ή των μελών του συλλογικού πειθαρχικού οργάνου, γ) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του κρινόμενου, δ) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο, ε) η υποβολή ή όχι απολογίας, στ) η αιτιολογία της απόφασης, η οποία επιβάλλεται να είναι ειδική και να απαντά σε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του πειθαρχικώς διωκομένου, ζ) η γνώμη των μελών του συλλογικού οργάνου που μειοψήφησαν και η) η απαλλαγή του κρινόμενου ή η ποινή που του επιβάλλεται. Αν η πειθαρχική απόφαση περί της ενοχής του διωκομένου λαμβάνεται κατά πλειοψηφία, όλα τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου ψηφίζουν για την επιβλητέα ποινή. Λευκή ψήφος ή αποχή από την ψηφοφορία δεν επιτρέπεται. Η παράλειψη των στοιχείων που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ), εκτός του ονοματεπώνυμου, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της απόφασης, εφόσον αυτά προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. 3. Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από το όργανο που την εκδίδει. Όταν αυτή εκδίδεται από συλλογικό όργανο, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα. 4. Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται σε αντίγραφο με τη φροντίδα της υπηρεσίας στον υπάλληλο και γνωστοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση ή προσφυγή, με ταυτόχρονη ενημέρωση του πειθαρχικού οργάνου που εξέδωσε την απόφαση. Η κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 138. Στον υπάλληλο γνωστοποιείται επίσης η τυχόν δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον αρμόδιου οργάνου ή ένδικου βοηθήματος και η σχετική προθεσμία άσκησής τους. 5. Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.

ΥΚ Άρθρο 109

Υπαλληλικός ΚώδικαςΤροποποίηση: Ν. 5225/2025
Σχετικότητα 93.1%
Κείμενο Άρθρου
ΥΚ Άρθρο 109: Πειθαρχικές ποινές 1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α) η έγγραφη επίπληξη, β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών, γ) η στέρηση του δικαιώματος χορήγησης μισθολογικού κλιμακίου από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, δ) η αφαίρεση έως τεσσάρων (4) μισθολογικών κλιμακίων, ε) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, στ) η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου και η απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου κατ’ αναπλήρωση ή με ειδικές διατάξεις για διάστημα από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, ζ) η αφαίρεση της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου για τη θητεία ή το υπόλοιπό της και η απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου με γενικές ή ειδικές διατάξεις για διάστημα από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, η) ο υποβιβασμός έως δύο (2) βαθμούς, θ) η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως δώδεκα (12) μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και ι) η οριστική παύση. 1Α. Η ποινή της οριστικής παύσης της περ. ι) της παρ. 1 μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: α) Των πράξεων, με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία, β) της άσκησης εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας ή της συμμετοχής σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 ή της άσκησης έργων ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34, γ) της κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαίωσης, με την επιφύλαξη του άρθρου 20, δ) οποιασδήποτε πράξης κατά της γενετήσιας ελευθερίας, και ειδικότερα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας άλλου προσώπου ή και οποιασδήποτε πράξης οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, εντός και εκτός υπηρεσίας, ε) των εγκλημάτων σχετικά με την υπηρεσία κατά τον Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019, Α ’ 95) ή άλλους ειδικούς νόμους, στ) της απόκτησης οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, ζ) της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός υπηρεσίας, η) της παράβασης της υποχρέωσης εχεμύθειας, θ) της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) 4120 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εργάσιμες ημέρες εντός μίας διετίας, ι) της εξαιρετικώς σοβαρής απείθειας, ια) της άμεσης ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχής σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στον φορέα, στον οποίο ο υπάλληλος υπηρετεί, ιβ) της εμμονής σε άρνηση προσέλευσης για εξέταση από υγειονομική επιτροπή, ιγ) της για δύο (2) συνεχόμενες αξιολογικές περιόδους άρνησης υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος, ιδ) για οποιοδήποτε παράπτωμα, αν κατά τα τρία (3) προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, είχαν επιβληθεί στον υπάλληλο τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή αν κατά τα δύο (2) προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός. 2. Για την επιβολή οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής σε υπάλληλο συνεκτιμώνται οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος, η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου, καθώς και η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του μητρώο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. 3. Όταν επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές των περ . ε) έως θ) της παρ. 1 και συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από τρεις χιλιάδες (3.000) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματα των περ. γ) περί εγκλημάτων σχετικά με την υπηρεσία κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, δ) περί απόκτησης οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών και ε) περί αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εντός ή εκτός υπηρεσίας της παρ. 1 του άρθρου 107 που σχετίζονται με οικονομικό αντικείμενο, καθώς και των περ. κε) περί άσκησης εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας ή συμμετοχής σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 ή άσκησης έργων ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34, και λγ) περί κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαίωσης, με την επιφύλαξη του άρθρου 20 περί ανάκλησης διορισμού, της παρ. 1 του άρθρου 107, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από δέκα χιλιάδες (10.000) έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. 4.α. Για τα παραπτώματα των περ. α), γ), δ), θ) της παρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού. Για το παράπτωμα της περ. ι) της παρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού, εφόσον η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων υπερβαίνει τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εργάσιμες ημέρες εντός μίας διετίας. β. Για τα παραπτώματα των περ. ιδ), ιε), ιστ), ιη), ιθ), κα), κβ), κδ), κε) της παρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου. Για το παράπτωμα της περ. ιθα) της παρ. 1 του άρθρου 107, περί άρνησης υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος, δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου, ίσου με τις αποδοχές δύο (2) μηνών. γ. Για τα λοιπά παραπτώματα μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση, με την επιφύλαξη της περ. ιδ) της παρ. 1Α. δ. Για τα παραπτώματα των περ. λγ) και λδ) της πα ρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη της προσωρινής παύσης.

ΥΚ Άρθρο 107

Υπαλληλικός ΚώδικαςΤροποποίηση: Ν. 5225/2025
Σχετικότητα 90.4%
Κείμενο Άρθρου
ΥΚ Άρθρο 107: Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων 1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι: α) Πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία. β) Κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος. γ) Τα εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους. δ) Η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών. ε) Η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας. στ) Η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας ή η παράλειψη δήλωσης κωλύματος συμφέροντος. ζ) Η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σύμφωνα με τον ν. 3896/2010 (Α’ 207), η παραβίαση της αρχής της ίσης 4118 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 μεταχείρισης και της καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σύμφωνα με τον ν. 4443/2016 (Α’ 232, διόρθωση σφάλματος Α ’ 23/1.3.2017), η χρήση γλώσσας έμφυλης διάκρισης, κατά την άσκηση των καθηκόντων. ζα) Η εκδήλωση κάθε μορφής βίας και παρενόχλησης στην εργασία, σύμφωνα με τον ν. 4808/2021 (Α’ 101), κατά την άσκηση των καθηκόντων. η) Η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του παρόντος. θ) Η σοβαρή απείθεια. ι) Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων. ια) Η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 27 του παρόντος, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων. ιβ) Η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές. ιγ) Η προδήλως αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η υπαίτια μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. ιδ) Η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων. ιε) Η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση. ιστ) Η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί. ιζ) Η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις. ιη) Η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από Ανεξάρτητες Αρχές και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου. ιθ) Η αδικαιολόγητα μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης αξιολόγησης ή η σύνταξη έκθεσης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων. ιθα) Η άρνηση υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος. κ) Η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας. κα) Η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας. κβ) Η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή τον χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών. κγ) Η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία. κδ) Η παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 110 του παρόντος ή η παράλειψη ή καθυστέρηση έκδοσης διαπιστωτικής πράξης έκπτωσης από την υπηρεσία. κε) Η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας ή η συμμετοχή σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 ή η άσκηση έργων ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34. κστ) Η απλή απείθεια. κζ) Η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του. κη) Η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος. κθ) Η άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) και η μη εφαρμογή των διατάξεων περί απλούστευσης των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρατίας. λ) Το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα της μη εμφάνισης ή της άρνησης κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 130. λα) Η μη εκτέλεση τελεσίδικης πειθαρχικής απόφασης σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 144. λβ) Η μη ανάρτηση ή η μη έγκαιρη ανάρτηση στο διαδίκτυο των πράξεων που είναι αναρτητέες σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 77 του ν. 4727/2020 (Α’ 184). λγ) Η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως, με την επιφύλαξη του άρθρου 20 περί ανάκλησης διορισμού. λδ) Οποιαδήποτε πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας, καθώς και ειδικότερα η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας άλλου προσώπου ή και οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, εντός και εκτός υπηρεσίας. Επιβαρυντική περίσταση αποτελεί η τέλεση των πράξεων αυτών σε βάρος ανηλίκων ή και η τέλεση των πράξεων αυτών από υπαλλήλους κατά κατάχρηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων. 2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ. 3. Σε καμία περίπτωση, δεν συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά ή αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή κατά την έννοια της περ. ε) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης.

ΥΚ Άρθρο 142

Υπαλληλικός ΚώδικαςΤροποποίηση: Ν. 5225/2025
Σχετικότητα 89.7%
Κείμενο Άρθρου
ΥΚ Άρθρο 142: Προσφυγή 1. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης. 2. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που κρίνουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό και επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή, πλην της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου αποδοχών έως ενός (1) μηνός, με την επιφύλαξη της παρ. 1. 3. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας με αίτημα την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης και ενώπιον του διοικητικού εφετείου κατά τα ειδικώς οριζόμενα στις διατάξεις περί πειθαρχικής αρμοδιότητας του Διοικητή της Αρχής. 4. Η προθεσμία για την άσκηση της ανωτέρω προσφυγής αρχίζει από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του αρμόδιου διοικητικού εφετείου διέπονται από τις κείμενες διατάξεις με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 5. 5. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το αρ - 4138 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 μόδιο διοικητικό εφετείο μπορεί, ύστερα από αίτηση του προσφεύγοντος, με απόφασή του να αναστείλει την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη του προσφεύγοντος ή ευδοκίμηση της προσφυγής, εκτός εάν λόγοι δημοσίου συμφέροντος αποκλείουν τη χορήγηση της αναστολής. Στην περίπτωση χορήγησης αναστολής, η εκδίκαση της προσφυγής γίνεται μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) μηνών από τη χορήγησή της, άλλως η χορηγηθείσα αναστολή εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης παύει να ισχύει, εκτός εάν το δικαστήριο κατά τη χορήγηση της αναστολής έχει κρίνει διαφορετικά. 6. Σε κάθε περίπτωση, η εκδίκαση της προσφυγής από το Συμβούλιο της Επικρατείας ή από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο γίνεται μέσα σε οκτώ (8) μήνες από την περιέλευσή της στο οικείο δικαστήριο. 7. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το διοικητικό εφετείο, όταν κρίνουν ύστερα από προσφυγή του υπαλλήλου, δεν μπορούν να χειροτερεύουν τη θέση του.

ΥΚ Άρθρο 141

Υπαλληλικός ΚώδικαςΤροποποίηση: Ν. 5225/2025
Σχετικότητα 89.0%
Κείμενο Άρθρου
ΥΚ Άρθρο 141: Ένσταση 1. Οι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων του άρθρου 118 υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμόδιου Κλιμακίου του πειθαρχικού συμβουλίου. 2. Οι αποφάσεις των Κλιμακίων του πειθαρχικού συμβουλίου δεν υπόκεινται σε ένσταση. 3. Ένσταση ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου δικαιούνται να ασκήσουν: α) ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και β) υπέρ της διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου, κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο Υπουργός, καθώς και ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. 4. Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό. Ασκηθείσα ένσταση υπέρ της διοίκησης κοινοποιείται υποχρεωτικώς στον υπάλληλο με την ενημέρωση ότι έχει τη δυνατότητα υποβολής αντιρρήσεων εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της ένστασης υπέρ της διοίκησης ή από την πλήρη γνώση αυτής. 5. Το πειθαρχικό συμβούλιο, όταν κρίνει μετά από ένσταση του υπαλλήλου ή υπέρ του, δεν μπορεί να χειροτερεύει τη θέση του. Όταν κρίνει ένσταση υπέρ της διοίκησης, δεν μπορεί να επιβάλει ελαφρότερη ποινή από αυτήν που επιβλήθηκε. Όταν ασκούνται ενστάσεις τόσο από τον υπάλληλο όσο και υπέρ της διοίκησης, το πειθαρχικό συμβούλιο τις κρίνει από κοινού και δεν δεσμεύεται ως προς την ποινή που θα επιβάλλει. 6. Η προθεσμία για την άσκηση ένστασης και η άσκησή της, καθώς και η προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων και η υποβολή τους αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης. Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων κατά τον χρόνο της αναστολής διατηρούνται σε ισχύ. 7. Η ένσταση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου στο πειθαρχικό συμβούλιο. Η κατάθεση της ένστασης πραγματοποιείται επί αποδείξει, με κάθε πρόσφορο μέσο. Για την κατάθεση της ένστασης συντάσσεται πράξη στο σώμα της ένστασης, που φέρει ημερομηνία κατάθεσης και παραλαβής, το όνομα και την υπογραφή αυτού που κατέθεσε, εφόσον κατατίθεται αυτοπροσώπως, και το όνομα και την υπογραφή αυτού που παρέλαβε την ένσταση. Η ένσταση κοινοποιείται υποχρεωτικά από τον ενιστάμενο στην υπηρεσία του υπαλλήλου, προκειμένου να αποσταλεί στο πειθαρχικό συμβούλιο ο πλήρης φάκελος της πειθαρχικής υπόθεσης και σε περίπτωση υποβολής ένστασης υπέρ της διοίκησης και στον διωκόμενο υπάλληλο. Στις περιπτώσεις αποστολής της ένστασης με συστημένη αλληλογραφία, ως ημερομηνία κατάθεσης λογίζεται η ημερομηνία κατάθεσης της συστημένης αλληλογραφίας στο ταχυδρομικό κατάστημα. 8. [Καταργείται].

ΥΚ Άρθρο 124

Υπαλληλικός ΚώδικαςΤροποποίηση: Ν. 5225/2025
Σχετικότητα 84.9%
Κείμενο Άρθρου
ΥΚ Άρθρο 124: Διαδικασία και συνέπειες παραπομπής 1. Στο έγγραφο, με το οποίο η υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 123, πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος υπάλληλος. 2. Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο σύμφωνα με τις διατάξεις του 4130 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 άρθρου 138 και αποστέλλεται με το φάκελο της υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο. Αν κατά τη διαδικασία ανακύψουν ευθύνες και για άλλους υπαλλήλους που δεν περιλαμβάνονται στο παραπεμπτήριο έγγραφο, το συμβούλιο τους καλεί σε απολογία και συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία χωρίς γνωστοποίηση του παραπεμπτηρίου. Στην περίπτωση αυτήν μπορεί να αποφασίζει τη συνεκδίκαση των παραπτωμάτων αυτών με τα παραπτώματα των περιλαμβανομένων στο παραπεμπτήριο. 3. Η έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου καταργεί την εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία ενώπιον άλλου πειθαρχικού οργάνου για τις ίδιες πειθαρχικά ελεγχόμενες πράξεις. 4. Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται. 5. Κατά την εξέταση της πειθαρχικής υπόθεσης από το αρμόδιο Κλιμάκιο, ο εισηγητής μπορεί να ζητεί να προσκομισθούν στοιχεία που λείπουν ή είναι χρήσιμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Οι αρχές προς τις οποίες απευθύνεται ο εισηγητής έχουν υποχρέωση να αποστείλουν αμελλητί τα στοιχεία και τις πληροφορίες που τους ζητεί. Ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών, μαζί με τον υπόλοιπο φάκελο της υπόθεσης πριν από την απολογία του, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 135. 6. Σε περιπτώσεις εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 117, η έκθεση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και το διαβιβαστικό έγγραφο του Διοικητή της Αρχής υπέχουν θέση παραπεμπτηρίου εγγράφου κατά την έννοια του παρόντος άρθρου και αναζήτηση συμπληρωματικών στοιχείων πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 του παρόντος. 7. Συμπληρωματικό παραπεμπτήριο έγγραφο εκδίδεται και κοινοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο, αν από τη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης για το παράπτωμα, για το οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί στο πειθαρχικό συμβούλιο, προκύπτει ότι τέλεσε και άλλο ή άλλα πειθαρχικά παραπτώματα ή προκειμένου να συμπεριληφθούν νέα στοιχεία που τροποποιούν ή συμπληρώνουν ουσιωδώς το αρχικό παραπεμπτήριο έγγραφο.

ΥΚ Άρθρο 127

Υπαλληλικός ΚώδικαςΤροποποίηση: Ν. 5225/2025
Σχετικότητα 84.3%
Κείμενο Άρθρου
ΥΚ Άρθρο 127: Πειθαρχική ανάκριση 1. Πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται μόνο κατά τη διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου και είναι υποχρεωτική, με εξαίρεση τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Όταν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτουν από τον φάκελο κατά τρόπο αναμφισβήτητο, μετά από ειδική κρίση του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη μη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης, κατά την οποία λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη αίτημα του διωκόμενου για εξέταση μαρτύρων, οι οποίοι δεν έχουν εξεταστεί ήδη σε οποιοδήποτε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, β) όταν ο υπάλληλος ομολογεί με την απολογία του κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα, γ) όταν ο υπάλληλος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα, δ) όταν έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση συμφώνως με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α ’ 96) για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα, ε) όταν έχει διενεργηθεί, πριν από την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου, ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.) ή άλλη ένορκη εξέταση για την απόδοση πειθαρχικού παραπτώματος σε συγκεκριμένο υπάλληλο, εφόσον αυτός ήταν σε θέση να ασκήσει τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 126. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου ή άλλου ελεγκτικού οργάνου της διοίκησης, στ) όταν έχει προηγηθεί πειθαρχική συνδιαλλαγή, η οποία κατέληξε σε σύνταξη πρακτικού συνδιαλλαγής. 2. Η πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται από μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου, το οποίο ορίζεται με απόφαση του Συντονιστή, η οποία εκδίδεται κατόπιν αιτήματος του Προέδρου του Κλιμακίου. 3. Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις που απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις, με αιτιολογημένη απόφαση του Συντονιστή δύναται να ανατίθεται η διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης σε μόνιμο υπάλληλο τουλάχιστον ομοιόβαθμο του διωκομένου που υπηρετεί σε διαφορετικό φορέα από τον φορέα όπου τελέστηκε το παράπτωμα. Αν σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν υπάρχει επαρκής αριθμός υπαλλήλων που να πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση, η διεξαγωγή της πειθαρχικής ανάκρισης ανατίθεται σε υπάλληλο του εποπτεύοντος Υπουργείου. Δεν ενεργούν πειθαρχική ανάκριση: α) τα μέλη του Κλιμακίου, τακτικά και αναπληρωματικά, στα οποία έχει ανατεθεί η υπόθεση, β) το μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου που έχει οριστεί εισηγητής της υπόθεσης, γ) τα πρόσωπα, στα οποία αποδίδεται το πειθαρχικό παράπτωμα, δ) οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι που έχουν εκδώσει την πειθαρχική απόφαση η οποία κρίνεται κατ’ ένσταση, ε) τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει ένορκη διοικητική εξέταση, στ) τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη. Ο εγκαλούμενος μπορεί να ζητήσει, με έγγραφη αίτηση μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την κλήση του για εξέταση, την εξαίρεση εκείνου που διεξάγει την ανάκριση. Στην αίτηση πρέπει να εκτίθενται, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, οι λόγοι της εξαίρεσης και να αναφέρονται τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί. Για την αίτηση εξαίρεσης αποφασίζει το Κλιμάκιο. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, οι ανακριτικές πράξεις που διενεργήθηκαν στο μεταξύ, είναι άκυρες και επαναλαμβάνονται εξαρχής. 4. Όποιος διεξάγει ανάκριση δικαιούται να ενεργήσει ανακριτικές πράξεις και εκτός της έδρας του. Επίσης, δικαιούται να ζητήσει την ενέργεια ανακριτικών πράξεων και εκτός της έδρας του από οποιαδήποτε διοικητική αρχή. 5. Η πειθαρχική ανάκριση είναι μυστική. 6. Η πειθαρχική ανάκριση περατώνεται εντός ενός (1) μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της σχετικής απόφασης του Συντονιστή στο μέλος του Συμβουλίου ή στον υπάλληλο, που θα τη διενεργήσει, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με πλήρως αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής. Η παράταση αυτή δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα. 7. Η πειθαρχική ανάκριση μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων παραπτωμάτων του ίδιου υπαλλήλου εφόσον προκύπτουν επαρκή στοιχεία. 8. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος ο οποίος ορίζεται από τον ενεργούντα την ανάκριση. 9. Το άρθρο 136Β, περί της δυνατότητας παράστασης του διωκομένου με τη χρήση τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης εφαρμόζεται αναλόγως.

ΣτΕ 2495/2021

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2021Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 93.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτών ήταν μόνιμος υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατηγορίας ΔΕ, κλάδου Δενδροανθοκηπουρών. Διενεργήθηκαν ένορκες διοικητικές εξετάσεις: με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου (12.4.2016) και με πράξη του Προέδρου (16.11.2016), οι οποίες έλαβαν χώρα στις 5-6.12.2016. Η έκθεση 1483/15.12.2016 περιέγραψε συγκεκριμένα περιστατικά: μη εκτέλεση καθηκόντων και άρνηση χρήσης εργαλείων, εγκατάλειψη γεωργικού ελκυστήρα σε διάφορα σημεία του Ζαππείου Κήπου, αδικαιολόγητες αποχές ή αποχωρήσεις (ενδεικτικά 19.2.2016, 3.3.2016, 4.3.2016, 7.3.2016, 9.3.2016, 22.3.2016, 5.4.2016, 11.4.2016, 5.5.2016, 6.10.2016), και χρήση απρεπών εκφράσεων προς προϊσταμένους/συναδέλφους. Συντάχθηκε παραπεμπτήριο 28/12.1.2017 προς το Β΄ Κοινό Πειθαρχικό Συμβούλιο. Ο αιτών είχε προηγούμενα πειθαρχικά παραπτώματα και διοικητικές αναφορές από υπηρεσιακά όργανα. Εφαρμοζόταν ο Υπαλληλικός Κώδικας και ο οργανισμός του νομικού προσώπου (π.δ. 295/1998).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 124 §1-2 του ν. 3528/2007 απαιτεί επακριβή παραπεμπτήριο με προσδιορισμό τόπου, χρόνου και περιστατικών, ενώ το άρθρο 134 §1-2 επιβάλλει προηγούμενη κλήση σε απολογία με σαφή περιγραφή. Κατά το άρθρο 117 §3 περ. α΄, πειθαρχικώς προϊστάμενος σε ΝΠΔΔ είναι ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου, και το άρθρο 126 §2 απαιτεί διενέργεια ΕΔΕ από υπάλληλο μη κατώτερου βαθμού. Το άρθρο 15 §8 του ν. 2690/1999 ορίζει ότι η υπογραφή του προέδρου αρκεί για τη νόμιμη υπόσταση πράξεων συλλογικού οργάνου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η έκθεση ΕΔΕ 1483/15.12.2016 περιέλαβε αναλυτικές ερωτήσεις με συγκεκριμένες ημερομηνίες και τόπους, και ακολούθησε παραπεμπτήριο 28/12.1.2017 με επανάληψη των πραγματικών περιστατικών. Η ΕΔΕ διατάχθηκε αρμοδίως από τον Πρόεδρο, ως πειθαρχικώς προϊστάμενο, και διενεργήθηκε από υπαλλήλους βαθμών Α΄ και Β΄ του κλάδου ΔΕ Διοικητικού-Λογιστικού. Οι αιτιάσεις περί ημερήσιας διάταξης και εισηγητή του διοικητικού συμβουλίου δεν συνοδεύονταν από επίκληση συγκεκριμένης βλάβης και προβάλλονται αλυσιτελώς. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι το παραπεμπτήριο και η κλήση σε απολογία ήταν επαρκώς αιτιολογημένα, η ΕΔΕ νόμιμη και οι διαδικαστικές πλημμέλειες αλυσιτελείς μετά την ουσιαστική κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου. Με βάση τα περιστατικά, η «αδικαιολόγητη αποχή» περιλαμβάνει και άρνηση εκτέλεσης καθηκόντων χωρίς απομάκρυνση, και η συνολική ποινή οριστικής παύσης τηρεί την αναλογικότητα κατά το άρθρο 109.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσφυγή παραπέμφθηκε, κατά το μέρος που αφορά απόφαση προσωρινής παύσης, στο καθ’ ύλην αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο (άρθρο 142 §2 περ. β΄ ΥΚ και άρθρο 4 §1 ν. 2944/2001). Κατά τα λοιπά, απορρίφθηκε διότι: α) οι προβαλλόμενες πλημμέλειες στη συνεδρίαση/λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου που αποφάσισε την παραπομπή είναι αλυσιτελείς μετά την έκδοση αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου που κρίνει κατά νόμο και ουσία, χωρίς επίκληση συγκεκριμένης βλάβης, β) η ΕΔΕ διατάχθηκε και διενεργήθηκε από αρμόδια όργανα (πρόεδρος ως πειθαρχικώς προϊστάμενος, εξεταστής/γραμματέας με κατάλληλους βαθμούς), γ) το παραπεμπτήριο και η κλήση σε απολογία περιείχαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά επαρκώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο, δ) από τα στοιχεία του φακέλου αποδείχθηκαν επανειλημμένες πράξεις μη εκτέλεσης καθηκόντων, αδικαιολόγητης αποχής, εγκατάλειψης υπηρεσιακού πράγματος και απρεπούς συμπεριφοράς, και ε) η ποινή της οριστικής παύσης είναι πρόσφορη και αναλογική κατά το άρθρο 109 ΥΚ.
Τελική Απόφαση
Παραπέμπει την υπό κρίση προσφυγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 353/24.4.2015 αποφάσεως του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

ΣτΕ 1932/2021

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2021Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 93.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Υπάλληλος κλάδου ΠΕ Πολιτικών Μηχανικών με βαθμό Β΄ στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων. Από 8.8.2011 έως 20.1.2012 υπήρξαν απουσίες χωρίς άδεια, με εμφανίσεις στις 13.10.2011 (παραίτηση), 8.11.2011 (ανάκληση), 15.11.2011 (αίτημα εξαίρεσης από προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα). Από 23.1.2012 έως 13.9.2012 παρουσιαζόταν χωρίς χρήση ηλεκτρονικής κάρτας ούτε υπογραφή παρουσιολογίου, εγκατεστημένη αρχικά σε γραφείο 5ου ορόφου και μετά τη μετεγκατάσταση (1.6.2012, οδός Στρωμνίτσης 53) σε γραφείο άλλης διεύθυνσης. Μακρά υπηρεσία από το 1982, προϋπηρεσία ως προϊσταμένη, νοσηλεία το 2004, έκτοτε συχνή μη ανάθεση αντικειμένου. Το 2007 απέκτησε τέκνο με προβλήματα υγείας, μονογονεϊκή οικογένεια. Εγγραφή σε διδακτορικό (παράταση έως 30.1.2015) χωρίς εκπαιδευτική άδεια (άρθρο 9 παρ. 14 ν. 4057/2012).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 106 ν. 3528/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο ν. 4057/2012, πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου. Το άρθρο 107 ν. 3528/2007 ορίζει ως παραπτώματα, μεταξύ άλλων, την παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος, την αδικαιολόγητη αποχή (περ. ι’), τη μη τήρηση ωραρίου (περ. κζ’) και την αμέλεια ή ατελή εκπλήρωση καθήκοντος (περ. κη’), ενώ πριν την αντικατάσταση περιελάμβανε την αδικαιολόγητη αποχή (περ. δ’). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος δεν τηρούσε το ηλεκτρονικό/χειρόγραφο παρουσιολόγιο από 8.8.2011 έως 13.9.2012, είχε απουσίες χωρίς αίτηση και άδεια μεταξύ 8.8.2011 και 20.1.2012 και δεν συμμορφωνόταν με το ωράριο. Παράλληλα, μετά τη νοσηλεία του 2004 δεν του ανατίθεντο καθήκοντα επί μακρόν, υπήρχε μακρά υπηρεσία και λευκό πειθαρχικό μητρώο, καθώς και σοβαρές οικογενειακές επιβαρύνσεις ως μονογονεϊκή οικογένεια με τέκνο με προβλήματα υγείας. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 106 και 107 ν. 3528/2007, το δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται πλημμελής εκτέλεση καθηκόντων λόγω μη τήρησης παρουσιολογίου, αδικαιολόγητων απουσιών και μη συνεπούς τήρησης ωραρίου. Ωστόσο, συνεκτιμώντας τη συνολική υπηρεσιακή εικόνα, την έλλειψη προηγούμενων παραπτωμάτων, τη μη ανάθεση καθηκόντων και τις προσωπικές/οικογενειακές περιστάσεις, προσδιόρισε ως προσήκουσα ποινή την προσωρινή παύση έξι μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών, αντί της οριστικής παύσης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η πράξη μη τήρησης παρουσιολογίου επί μακρό χρονικό διάστημα, οι απουσίες χωρίς νόμιμη άδεια και η μη συνεπής τήρηση του ωραρίου συγκροτούν πειθαρχικό παράπτωμα πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων κατά τα άρθρα 106 και 107 ν. 3528/2007. Όμως, λόγω της μακράς και καλής υπηρεσιακής διαδρομής, του λευκού πειθαρχικού μητρώου, της μη ανάθεσης καθηκόντων μετά τη νοσηλεία, και των σοβαρών προσωπικών/οικογενειακών προβλημάτων, η επιβολή της οριστικής παύσης είναι δυσανάλογη· προσήκει η προσωρινή παύση έξι μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών και συνακόλουθη μεταρρύθμιση της πειθαρχικής απόφασης.
Τελική Απόφαση
Δέχεται εν μέρει την προσφυγή. Μεταρρυθμίζει την 14/30-10-2013 απόφαση του Β΄ Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Επιβάλλει στην προσφεύγουσα την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.

ΣτΕ 1651/2016

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2016Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 93.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η υπάλληλος ήταν μόνιμη του κλάδου ΔΕ με βαθμό Γ σε ασφαλιστικό ν.π.δ.δ., υπηρετώντας από το 1985 σε οικονομικές υπηρεσίες, με δυνατότητα υπογραφής επιταγών και καθήκοντα ελέγχου απολογισμών. Σχεδιάστηκε μεθόδευση επανεξόφλησης ήδη εξοφλημένων τιμολογίων χρήσεων 2011-2012 συνολικού ποσού περίπου 1.141.000 ευρώ, αξιοποιώντας την αποπληρωμή ληξιπροθέσμων με έκπτωση 8% (πιστωτικά τιμολόγια και αποδείξεις είσπραξης). Στις 3-4.10.2013 έλαβαν χώρα συναντήσεις και τηλεφωνικές συνομιλίες, καταγραφείσες από αρμόδιες αρχές, όπου η υπάλληλος συμμετείχε ενεργά, καθορίζοντας τραπεζικούς λογαριασμούς και ζητώντας «αμοιβή» 50% επί των επανεισπραττόμενων ποσών. Στις 22-30.10.2013 κατατέθηκαν τα δικαιολογητικά, εκδόθηκαν επιταγές περίπου 411.138,60 ευρώ και προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα 205.570 ευρώ για παράδοση στην ομάδα. Στις 1.11.2013 έγινε παραλαβή του ποσού και συνελήφθησαν οι εμπλεκόμενοι, ενώ στην οικία της υπαλλήλου βρέθηκε πιστόλι 6,35 mm χωρίς άδεια και 34 σφαίρες.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 107 § 1 του ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, πειθαρχικά παραπτώματα είναι, μεταξύ άλλων, η παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος, η απόκτηση οικονομικού οφέλους, η αναξιοπρεπής συμπεριφορά και η χρήση ιδιότητας ή πληροφοριών για ιδιωτικά συμφέροντα. Το άρθρο 109 προβλέπει τις ποινές και ελάχιστα όρια για σοβαρά παραπτώματα, ενώ το άρθρο 108 επιβάλλει συνεκτίμηση προσωπικότητας, συνθηκών και αναλογικότητας. Το άρθρο 111 ρυθμίζει τη συγχώνευση ποινών, και το άρθρο 127 § 1 επιτρέπει παράλειψη πειθαρχικής ανάκρισης όταν τα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν σαφώς. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι μέσω καταγεγραμμένων τηλεφωνικών συνομιλιών και συναντήσεων στις 3-4.10.2013, η υπάλληλος συμμετείχε ενεργά σε σχέδιο επανεξόφλησης ήδη εξοφλημένων απαιτήσεων, καθορίζοντας διαδικασίες, τραπεζικούς λογαριασμούς και ποσοστά «αμοιβής» 50%. Κατατέθηκαν πιστωτικά τιμολόγια κατ’ εφαρμογή του ν. 4132/2013 (έκπτωση 8%), εκδόθηκαν επιταγές περίπου 411.138,60 ευρώ και προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα 205.570 ευρώ. Στην οικία της βρέθηκε πιστόλι 6,35 mm χωρίς άδεια. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 107, 108, 109 και 111, το δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετούνται τα παραπτώματα της παράβασης καθήκοντος, απόκτησης οφέλους, αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς και χρήσης ιδιότητας/πληροφοριών. Με ιδία στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και των συνθηκών, η επιβληθείσα οριστική παύση είναι προσήκουσα, ενώ οι αιτιάσεις περί αναλογικότητας και αιτιολογίας είναι αλυσιτελείς λόγω πλήρους ελέγχου ουσίας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι αποδείχθηκε, με καταγραφές συνομιλιών/συναντήσεων και έγγραφα (πιστωτικά τιμολόγια, αποδείξεις, επιταγές), ότι η υπάλληλος συμμετείχε ενεργά σε μεθόδευση επανείσπραξης ήδη εξοφλημένων απαιτήσεων σε βάρος ν.π.δ.δ., χρησιμοποιώντας την υπηρεσιακή ιδιότητα και πληροφορίες για ιδιωτικό όφελος και ζητώντας «αμοιβή» 50%. Επιπλέον, στην κατοικία της βρέθηκε πυροβόλο όπλο χωρίς άδεια, στοιχείο αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς. Με βάση τα άρθρα 107 και 109 του ΥΚ, τα παραπτώματα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά και δικαιολογούν την οριστική παύση. Οι λόγοι περί παραβίασης αναλογικότητας και πλημμελούς αιτιολογίας κρίθηκαν αλυσιτελείς, καθώς το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη ουσιαστικό έλεγχο και ιδία επιμέτρηση της ποινής.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την προσφυγή.

ΣτΕ 2062/2020

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2020Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 92.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτών ήταν υπάλληλος βαθμού Α΄ του κλάδου ΔΕ Εφοριακών σε Δ.Ο.Υ. Στις 9.12.2009 απαίτησε και στις 14.12.2009 έλαβε ποσό 1.500 ευρώ από επιτηδευματία, για να μη καταλογίσει φορολογική παράβαση στη διαδικασία διακοπής εργασιών· συνελήφθη στην υπηρεσία με προσημειωμένα χαρτονομίσματα από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων. Με έγγραφο της 3.2.2011 παραπέμφθηκε στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο και κατόπιν στο Δευτεροβάθμιο, το οποίο στις 14.7.2015 επέβαλε ποινή οριστικής παύσης για παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό νόμο και χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Στις 1.11.2016 εκδόθηκε ποινική καταδίκη (φυλάκιση 14 μηνών με αναστολή) για παθητική δωροδοκία, η οποία κατέστη αμετάκλητη, και στις 12.6.2017 διαπιστώθηκε αυτοδίκαιη έκπτωση από την Υπηρεσία με πράξη της αρμόδιας Αρχής.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 114 § 3 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από αμετάκλητη ποινική απόφαση ως προς τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος. Το άρθρο 108 του ίδιου Κώδικα προβλέπει αναλογική εφαρμογή αρχών του ποινικού δικαίου και το άρθρο 103 § 4 του Συντάγματος την πλήρη ουσιαστική κρίση στην υπαλληλική προσφυγή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπάλληλος, ως εφοριακός, απαίτησε στις 9.12.2009 και έλαβε στις 14.12.2009 ποσό 1.500 ευρώ, συνελήφθη με προσημειωμένα χαρτονομίσματα στην υπηρεσία και καταδικάστηκε αμετακλήτως (6306/2016) σε φυλάκιση 14 μηνών με αναστολή για παθητική δωροδοκία. Πειθαρχικώς, της επιβλήθηκε η οριστική παύση. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έλαβε δεσμευτικά τα περιστατικά της ποινικής απόφασης και τα υπήγαγε στα άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007, κρίνοντας ότι τελέσθηκαν παράβαση καθήκοντος και χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής διαγωγή εντός υπηρεσίας. Συνεκτιμώντας τις συνθήκες και τη βαρύτητα, έκρινε την οριστική παύση πρόσφορη και αναλογική, ενώ οι αιτιάσεις περί ελλιπούς αιτιολογίας και εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων είναι αλυσιτελείς.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι η αμετάκλητη ποινική καταδίκη για παθητική δωροδοκία δεσμεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν τα πειθαρχικά παραπτώματα της παράβασης καθήκοντος και της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς διαγωγής κατά τα άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007. Λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα και τις ειδικές συνθήκες (απαίτηση και λήψη χρηματικού ανταλλάγματος εντός υπηρεσίας), η ποινή της οριστικής παύσης κρίθηκε πρόσφορη και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 4 ν. 4325/2015). Οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς αιτιολογίας και εσφαλμένης εκτίμησης αποδεικτικών μέσων είναι αλυσιτελείς, καθώς το δικαστήριο προβαίνει σε ίδια ουσιαστική κρίση (άρθρο 103 § 4 Συντάγματος).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την προσφυγή.

ΣτΕ 2333/2022

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2022Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 91.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Υπάλληλος κατηγορίας ΔΕ σε Κέντρο Υγείας απουσίασε αδικαιολόγητα για χρονικά διαστήματα 17.10.2012–15.11.2012 και 18.11.2012–17.12.2012, υπερβαίνοντας τις 22 συνεχόμενες και 30 εργάσιμες ημέρες εντός έτους. Προσκόμισε παραποιημένες ιατρικές γνωματεύσεις για να δικαιολογήσει την απουσία. Διατάχθηκε ΕΔΕ και παραπέμφθηκε στο αρμόδιο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο επέβαλε προσωρινή παύση 6 μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών· η ποινή επιβεβαιώθηκε από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με νομικό χαρακτηρισμό ως αναξιοπρεπή συμπεριφορά και αδικαιολόγητη αποχή. Υπήρξε τελεσίδικη και αμετάκλητη ποινική καταδίκη για πλαστογραφία με χρήση. Η υπηρεσιακή εικόνα ήταν χωρίς προηγούμενες πειθαρχικές κυρώσεις και συντρέχουν οικογενειακές επιβαρύνσεις.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 1 ν. 3528/2007, πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν η αναξιοπρεπής συμπεριφορά και η αδικαιολόγητη αποχή από καθήκοντα, ενώ το άρθρο 109 παρ. 1 του ίδιου νόμου προβλέπει προσωρινή παύση έως δώδεκα μήνες. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος ισχύει η αρχή της αναλογικότητας. Επιπλέον, το άρθρο 142 παρ. 3 Υ.Κ. και το πλαίσιο του ν. 4057/2012 θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του ΣτΕ να επιβάλλει μείζονα ποινή κατόπιν προσφυγής, ενώ τα άρθρα 82 και 102 ν. 4622/2019 ρυθμίζουν την εκπροσώπηση της αρμόδιας αρχής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος απουσίασε αδικαιολόγητα από 17.10.2012–15.11.2012 και 18.11.2012–17.12.2012 και χρησιμοποίησε παραποιημένες ιατρικές βεβαιώσεις για δικαιολόγηση της απουσίας. Επιβλήθηκε αρχικά ποινή 6 μηνών από τα πειθαρχικά συμβούλια. Υπήρξε τελεσίδικη και αμετάκλητη ποινική καταδίκη για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Ελήφθησαν υπόψη θετική υπηρεσιακή εικόνα, λευκό πειθαρχικό μητρώο και οικογενειακά δεδομένα. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007 και την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 Σ, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα παραπτώματα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά και η ποινή των 6 μηνών ανεπαρκής. Συνεκτιμώντας την υπηρεσιακή διαδρομή και τα κοινωνικά στοιχεία, επέβαλε προσωρινή παύση 12 μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών ως αναλογική κύρωση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσφυγή έγινε δεκτή διότι αποδείχθηκε αδικαιολόγητη αποχή για μεγάλα διαστήματα και χρήση παραποιημένων ιατρικών εγγράφων, επιβεβαιωμένες από αμετάκλητη ποινική καταδίκη για πλαστογραφία, γεγονότα που προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στα παραπτώματα. Η ποινή των 6 μηνών κρίθηκε δυσανάλογα επιεικής έναντι της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης. Με αναπροσαρμογή βάσει της αρχής της αναλογικότητας και συνεκτίμηση υπηρεσιακής εικόνας και προσωπικών περιστάσεων, επιβλήθηκε προσωρινή παύση 12 μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.
Τελική Απόφαση
Δέχεται την προσφυγή. Εξαφανίζει την 411/2018 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και επιβάλλει στον καθ’ ου η προσφυγή Β.Μ. την ποινή της προσωρινής παύσης δώδεκα (12) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών. Επιβάλλει, συμμέτρως, στον Υπουργό Εσωτερικών και στον Β.Μ. τη δικαστική δαπάνη της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρω.

ΣτΕ 1650/2016

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2016Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 90.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ο αιτών ήταν υπάλληλος–ελεγκτής της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων με βαθμό Α΄. Στις 21 και 22.06.2007, βάσει εντολής ελέγχου, μετέβη με ομάδα σε επιχειρήσεις στην Εύβοια και διενήργησε φορολογικούς ελέγχους. Ιδιοκτήτες επιχειρήσεων κατήγγειλαν ότι, με επίκληση επιβολής προστίμων για ανύπαρκτες παραβάσεις, ζητήθηκαν και ελήφθησαν ποσά (ενδεικτικά 5.000 ευρώ, 1.600 ευρώ, 1.200 ευρώ). Κατά τη σύλληψη βρέθηκαν στην κατοχή της ομάδας χρηματικά ποσά, μεταξύ των οποίων δεσμίδα 5.000 ευρώ με σφραγίδα τραπέζης. Διενεργήθηκε Ε.Δ.Ε. και επανέλεγχος υποθέσεων· εκδόθηκαν υπηρεσιακά σημειώματα και αποφάσεις επιβολής προστίμων όπου διαπιστώθηκαν παραβάσεις. Έλεγχος περιουσιακής κατάστασης του υπαλλήλου δεν ανέδειξε αδικαιολόγητη μεταβολή. Ο υπάλληλος αρνήθηκε ότι ζήτησε χρήματα, αναφέροντας ότι συνάδελφος έλαβε ποσά μετά τον έλεγχο. Πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε τέλεση παραπτωμάτων και επέβαλε οριστική παύση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 108 του ν. 3528/2007, αρχές του ποινικού δικαίου εφαρμόζονται αναλόγως στο πειθαρχικό, συμπεριλαμβανομένου του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ το άρθρο 109 του ίδιου νόμου επιβάλλει συνεκτίμηση συνθηκών τέλεσης, προσωπικότητας και υπηρεσιακής εικόνας και τήρηση της αναλογικότητας για την επιμέτρηση της ποινής. Το άρθρο 103 § 4 του Συντάγματος καθιερώνει πλήρη ουσιαστικό έλεγχο στην υπαλληλική προσφυγή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος, ως ελεγκτής, στις 21–22.06.2007 διενήργησε ελέγχους σε επιχειρήσεις στην Εύβοια και, με απειλή επιβολής προστίμων για ανύπαρκτες παραβάσεις, εξαναγκάστηκαν ιδιοκτήτες να καταβάλουν ποσά. Βρέθηκαν σημαντικά χρηματικά ποσά στην κατοχή της ομάδας, περιλαμβανομένης δεσμίδας 5.000 ευρώ. Η Ε.Δ.Ε. και ο επανέλεγχος κατέδειξαν παραβάσεις σε αρκετές επιχειρήσεις και τήρηση τυπικών διαδικασιών, χωρίς αδικαιολόγητη μεταβολή περιουσίας του υπαλλήλου. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 107 παρ. 1 περ. β και 109 ν. 3528/2007, το δικαστήριο εκτίμησε τη βαρύτητα και τις συνθήκες των πράξεων ως χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας και παράβαση καθήκοντος. Οι επικληθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις δεν δεσμεύουν τον πειθαρχικό δικαστή, και, ενόψει της σοβαρότητας, η οριστική παύση κρίθηκε αναλογική.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι από τα στοιχεία του πειθαρχικού και ποινικού φακέλου τεκμηριώθηκε τέλεση σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων (παράβαση καθήκοντος και χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής διαγωγή) με εκβιαστική συμπεριφορά κατά τη διενέργεια ελέγχων. Οι αιτιάσεις περί πλημμελούς αιτιολογίας, εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων και παραβίασης της αναλογικότητας είναι αλυσιτελείς, δεδομένου του πλήρους ουσιαστικού ελέγχου από το Δικαστήριο. Η επίκληση ελαφρυντικών περιστάσεων και του τεκμηρίου αθωότητας δεν επιβάλλει αποδοχή ή μείωση ποινής· συνεκτιμήθηκαν η υπηρεσιακή εικόνα και οι ειδικές συνθήκες, αλλά η βαρύτητα και οι συνέπειες των πράξεων καθιστούν την οριστική παύση νόμιμη και αναλογική κατά το άρθρο 109 ν. 3528/2007.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την προσφυγή.

ΣτΕ 2036/2021

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2021Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 90.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτών ήταν υπάλληλος Διεύθυνσης Δασών, κλάδου ΠΕ Γεωτεχνικών, και συμμετείχε ως πρόεδρος/μέλος σε επιτροπές ελέγχου έργων (μέτρο 2.2 του ΕΠΑΑ-ΑΥ 2000-2006 και μέτρο 6.3 του ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας). Κατά τους ελέγχους διαπίστωσε παρατυπίες σε παραστατικά εξόφλησης, συνέταξε αναφορές προς αρμόδιες αρχές και κατείχε σχετικά έγγραφα. Στις 16.1.2008, ευρισκόμενη σε κανονική άδεια, συνάντησε εκτός υπηρεσίας επενδυτή που τελούσε υπό τον έλεγχό της σε καφετέρια, μετακινήθηκαν στο αυτοκίνητό της και παρέλαβε φάκελο με προσημειωμένα χαρτονομίσματα 10.000 ευρώ. Ακολούθησε σύλληψη από αστυνομικούς. Διενεργήθηκε ΕΔΕ και πειθαρχική ανάκριση, με πόρισμα περί παραλαβής χρημάτων. Πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο επέβαλε προσωρινή παύση 6 μηνών, ενώ δευτεροβάθμιο επέβαλε οριστική παύση για παράβαση καθήκοντος, αποδοχή υλικής εύνοιας και αναξιοπρεπή διαγωγή.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 3528/2007 ο υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται εντός και εκτός υπηρεσίας άξια της κοινής εμπιστοσύνης. Το άρθρο 106 προσδιορίζει το υπαλληλικό καθήκον, ενώ το άρθρο 107 §1 περ. β και ιζ ορίζει ως παραπτώματα την παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα και την αποδοχή υλικής εύνοιας. Το άρθρο 109 §2 περ. β, γ, δ προβλέπει την οριστική παύση για τα ανωτέρω και για χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή. Κατά το άρθρο 108 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 και εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου έβδομου §4) εφαρμόζονται αναλόγως αρχές του ποινικού δικαίου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπάλληλος, υπηρετώντας στη Διεύθυνση Δασών και συμμετέχοντας ως πρόεδρος/μέλος σε επιτροπές ελέγχου (μέτρο 2.2 και μέτρο 6.3), στις 16.1.2008 συνάντησε εκτός υπηρεσίας επενδυτή που τελούσε υπό τον έλεγχό της, σε καφετέρια, και ζήτησε να μεταβούν στο αυτοκίνητό της, όπου παρέλαβε φάκελο με προσημειωμένα χαρτονομίσματα ποσού 10.000 ευρώ. Είχαν προηγηθεί αναφορές και εκθέσεις της για παρατυπίες του ίδιου επενδυτή και της συναφούς εταιρίας. Η ίδια επικαλέστηκε ότι επρόκειτο για μεσολάβηση σε συναλλαγή. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο εφάρμοσε τον κανόνα ότι η παραλαβή χρημάτων από ελεγχόμενο πρόσωπο, εκτός υπηρεσίας και με προσπάθεια αποφυγής δημοσιότητας, συνιστά συμπεριφορά απάδουσα προς τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα και στοιχειοθετεί χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή, ανεξαρτήτως προθέσεως ιδιοποίησης ή δυνατότητας μεταβολής υπηρεσιακών εκθέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα και τις περιστάσεις, η οριστική παύση κρίθηκε προσήκουσα.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι: (α) η αναβλητική απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου στερείται εκτελεστότητας και προσβάλλεται απαραδέκτως, (β) η πρωτοβάθμια απόφαση έχει ενσωματωθεί στη δευτεροβάθμια και έχει απωλέσει εκτελεστό χαρακτήρα, και (γ) ως προς τη δευτεροβάθμια απόφαση, οι πράξεις της υπαλλήλου (συνάντηση εκτός υπηρεσίας με ελεγχόμενο επενδυτή και παραλαβή φακέλου με 10.000 ευρώ) συνιστούν χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή κατά τα άρθρα 27, 106, 107 και 109 του ν. 3528/2007· ενόψει της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης, η ποινή της οριστικής παύσης είναι προσήκουσα. Οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς αιτιολογίας, εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων, αναλογικότητας και ελαφρυντικών κρίθηκαν αλυσιτελείς λόγω της εξ υπαρχής ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την προσφυγή.

ΣτΕ 1649/2016

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2016Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 90.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Υπάλληλος ελεγκτικής υπηρεσίας συμμετείχε σε τριμελή ομάδα ελέγχου της ΥΠΕΕ βάσει εντολής 12621/21.06.2007 για ελέγχους σε επιχειρήσεις στον Νομό Ευβοίας και στη νήσο Σκύρο στις 21-22.06.2007, σύμφωνα με το άρθρο 30 ν. 3296/2004. Καταγγελίες επιχειρηματιών ανέφεραν ότι, μετά από ελέγχους λογιστικών βιβλίων, ζητήθηκαν χρηματικά ποσά (5.000 ευρώ, 1.600 ευρώ, 1.200 ευρώ και απόπειρα 1.000 ευρώ) με απειλή επιβολής προστίμων για ανύπαρκτες παραβάσεις. Κατά τη σύλληψη κατασχέθηκαν χρήματα, μεταξύ των οποίων δεσμίδα 5.000 ευρώ με τράπεζα σφραγισμένη. Διενεργήθηκε ΕΔΕ και συγκεντρώθηκαν απολογίες και καταθέσεις. Ο υπάλληλος δεν διαχώρισε εγκαίρως τη θέση του ούτε κατήγγειλε τη συμπεριφορά των συναδέλφων του στην υπηρεσία.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 108 ν. 3528/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4057/2012, αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου εφαρμόζονται αναλόγως στο πειθαρχικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών. Το άρθρο 109 ν. 3528/2007 προβλέπει τις πειθαρχικές ποινές, την αρχή της αναλογικότητας και ότι η οριστική παύση επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, για παράβαση καθήκοντος και για χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ομάδα ελέγχου ενήργησε στις 21-22.06.2007 και, με απειλές επιβολής προστίμων για ανύπαρκτες παραβάσεις, αποκόμισε χρηματικά ποσά από επιχειρηματίες, ενώ κατασχέθηκαν επί τόπου χρήματα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ο υπάλληλος γνώριζε τις πράξεις, δεν τις αποκήρυξε, ούτε ενημέρωσε εγκαίρως την υπηρεσία, και αποδέχθηκε την παράνομη συμπεριφορά. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά συνιστά χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας, ανεξάρτητα από την ποινική παράβαση καθήκοντος, και ότι η επίκληση ελαφρυντικών δεν υποχρεώνει σε αποδοχή ούτε σε μείωση ποινής. Συνεκτιμώντας τη βαρύτητα και τις συνθήκες τέλεσης, η οριστική παύση είναι πρόσφορη και αναλογική.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι, από τα στοιχεία του πειθαρχικού και ποινικού φακέλου, αποδείχθηκε ότι ο υπάλληλος, ενεργώντας ως ελεγκτής, ανέχθηκε και αποδέχθηκε πράξεις εξαναγκασμού επιχειρηματιών για καταβολή χρημάτων, στοιχειοθετώντας χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Οι λόγοι περί πλημμελούς αιτιολογίας, εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων και παραβίασης της αναλογικότητας κρίθηκαν αλυσιτελείς, ενώ η επίκληση ελαφρυντικών περιστάσεων και τεκμηρίου αθωότητας δεν επιβάλλει κατ’ ανάγκη μείωση της ποινής. Η επιβληθείσα οριστική παύση θεωρήθηκε εύλογη και σύμφωνη με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα και την αρχή της αναλογικότητας.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την προσφυγή.

ΣτΕ 1494/2020

Δημόσια Υπηρεσία2020Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 90.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτών υπηρετούσε ως υπάλληλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α’ σε Γενικό Προξενείο. Στις 27.7.2015 υπέβαλε αναφορά (ΑΣ190) προς την προϊσταμένη αρχή για προβλήματα δυσλειτουργίας του Γραφείου κατά το διάστημα 29.06–07.08.2015, όταν απουσίαζε με άδεια ο Προϊστάμενος. Η αναφορά περιείχε κριτικές φράσεις για παραλείψεις του Προϊσταμένου. Διαπιστώθηκε η ύπαρξη αρχείου σε υπηρεσιακό υπολογιστή με ονομασία συνδεόμενη με τον Προϊστάμενο και τη λέξη “ΚΟΠΑΝΑ”, για το οποίο ο αιτών εξήγησε ότι ήταν εσωτερική κωδικοποίηση. Απεστάλη κλήση σε απολογία στις 02.09.2015 και υποβλήθηκε απολογητικό υπόμνημα στις 18.09.2015. Με απόφαση 29.10.2015 επιβλήθηκε έγγραφη επίπληξη από Γενικό Πρόξενο, που επικυρώθηκε από πειθαρχικό συμβούλιο, με επίκληση έλλειψης σεβασμού κατά το άρθρο 81 ν. 3566/2007 και εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 10 §§ 1-2 του Συντάγματος, οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες οφείλουν να ενεργούν και να απαντούν αιτιολογημένα, ενώ πριν από την κοινοποίηση τελικής απόφασης και χωρίς άδεια της αρχής δεν επιτρέπεται δίωξη για παραβάσεις της αναφοράς. Το άρθρο 81 παρ. 2 περ. δ του ν. 3566/2007 τυποποιεί ως πειθαρχικό παράπτωμα την έλλειψη προς τους ανωτέρους προσήκοντος σεβασμού. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών, υπάλληλος ΟΕΥ Α’, υπέβαλε την ΑΣ190/27.7.2015 αναφορά προς την προϊσταμένη αρχή για δυσλειτουργίες του Γραφείου κατά την απουσία του προϊσταμένου (29.06–07.08.2015), περιλαμβάνοντας κριτικές φράσεις αλλά χωρίς ανοίκειες ή υβριστικές εκφράσεις. Διαπιστώθηκε επίσης η ύπαρξη αρχείου σε υπηρεσιακό υπολογιστή με ονομασία σχετιζόμενη με τον προϊστάμενο και τη λέξη “ΚΟΠΑΝΑ”, για το οποίο ο αιτών παρείχε εξηγήσεις. Ακολούθησαν κλήση σε απολογία (02.09.2015) και επιβολή έγγραφης επίπληξης (29.10.2015), που επικυρώθηκε από το Πειθαρχικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι οι διατυπωθείσες κρίσεις στην εσωτερική αναφορά, ως έκφανση του δικαιώματος του άρθρου 10, δεν συνιστούν αυτοτελώς έλλειψη προσήκοντος σεβασμού ελλείψει υβριστικών εκφράσεων. Ως εκ τούτου, η αιτιολογία της πειθαρχικής απόφασης που θεμελίωσε την επίπληξη στην έλλειψη σεβασμού ήταν πλημμελής.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσβαλλόμενη πειθαρχική απόφαση ακυρώθηκε διότι η αναφορά του υπαλλήλου προς την προϊσταμένη αρχή, με κριτικές διατυπώσεις για δυσλειτουργίες, δεν περιείχε ανοίκειες ή υβριστικές εκφράσεις ώστε να στοιχειοθετείται η έλλειψη προσήκοντος σεβασμού του άρθρου 81 παρ. 2 περ. δ ν. 3566/2007. Συνεπώς, η αιτιολογία του Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ήταν πλημμελής και δεν μπορούσε να στηρίξει την επιβληθείσα ποινή. Οι λοιποί λόγοι κρίθηκαν αλυσιτελείς.
Τελική Απόφαση
Ακυρώνει την Π16α/Π80Ο3α-56676/5-12-2016 απόφαση του Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με το σκεπτικό.

ΣτΕ 2067/2020

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2020Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 90.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Υπάλληλος σε υπηρεσία τουρισμού ελέγχθηκε από το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης μετά από ανώνυμη καταγγελία (3.3.2010). Η έκθεση ελέγχου (157/Α/2013) κατέγραψε περιουσιακό όφελος 354.718,53 ευρώ κατά τα έτη 2000–2010, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Καταγράφηκαν καταθέσεις και κινήσεις όπως: 24.7.2001 ποσό 6.988.000 δρχ. (20.507,70 ευρώ) στην Εθνική Τράπεζα, 3.3.2005 κατάθεση 72.000 ευρώ από πώληση οιναποθήκης, 25.10.2006 κατάθεση 11.574,45 ευρώ, καθώς και πράξεις REPOS. Ο υπάλληλος επικαλέστηκε εισοδήματα τέως συζύγου (ελεύθερη επαγγελματίας), έσοδα επιχείρησης αρτ-καφέ (έναρξη 11.6.2001), δάνεια και ασφαλιστική αποζημίωση (8.000 ευρώ, 15.6.2006), χωρίς επαρκή απόδειξη αντιστοίχισης με συγκεκριμένες καταθέσεις. Υπήρξε μετατροπή ερειπωμένης οιναποθήκης σε κατοικία 106,80 τ.μ., με αμφισβητούμενο κόστος σε σχέση με δάνειο 20.000.000 δρχ. Πρωτοβάθμιο ΠΣ επέβαλε προσωρινή παύση 6 μηνών, δευτεροβάθμιο ΠΣ οριστική παύση, κρίνοντας αδικαιολόγητο ποσό 320.610,83 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 106 παρ. 1-2 και το άρθρο 109 παρ. 2 περ. δ’ του ν. 3528/2007 ορίζουν ότι πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε υπαίτια παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος, περιλαμβανομένης της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός υπηρεσίας, που επισύρει ποινές έως και την οριστική παύση κατά το άρθρο 109. Κατά το άρθρο 14 του ν. 2690/1999, η σύνθεση συλλογικού οργάνου μπορεί να συνεχιστεί με αναπληρωματικό μέλος που μετείχε λόγω κωλύματος του τακτικού. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος, κατά τα έτη 2000–2010, δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά για να δικαιολογήσει συγκεκριμένες καταθέσεις και χρηματικές ροές (ενδεικτικά 24.7.2001, 3.3.2005, 25.10.2006), ούτε το κόστος μετατροπής οιναποθήκης σε κατοικία 106,80 τ.μ., ενώ οι αιτιάσεις περί εισοδημάτων τέως συζύγου, δανείων, ασφαλιστικής αποζημίωσης και ταμειακών ροών επιχείρησης ήταν αόριστες ή αναπόδεικτες. Εφαρμόζοντας το άρθρο 109 παρ. 2 περ. δ’ ν. 3528/2007, το δικαστήριο έκρινε ότι η μη δικαιολόγηση σημαντικού ποσού σε σχέση με τα εισοδήματα στοιχειοθετεί το παράπτωμα. Ωστόσο, συνεκτιμώντας την πολύ καλή υπηρεσιακή εικόνα, την έλλειψη χρηματισμού, τη σχετική υπεύθυνη δήλωση και την μη άσκηση ποινικής δίωξης, μετρίασε την ποινή σε προσωρινή παύση έξι μηνών. Οι ενστάσεις περί κακής σύνθεσης του ΠΣ απορρίφθηκαν ως αβάσιμες βάσει του άρθρου 14 ν. 2690/1999.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η προσφυγή έγινε εν μέρει δεκτή διότι, παρά τη στοιχειοθέτηση του πειθαρχικού παραπτώματος του άρθρου 109 παρ. 2 δ’ Υ.Κ. λόγω μη δικαιολόγησης σημαντικών τραπεζικών καταθέσεων και περιουσιακού οφέλους σε σχέση με τα δηλωθέντα εισοδήματα, συνέτρεξαν λόγοι μετριασμού της ποινής: πολύ καλή υπηρεσιακή εικόνα και προγενέστερη ευδόκιμη υπηρεσία, μη απόδοση χρηματισμού, υποστηρικτική υπεύθυνη δήλωση της τέως συζύγου και μη άσκηση ποινικής δίωξης για φοροδιαφυγή ή νομιμοποίηση εσόδων. Οι λόγοι περί κακής σύνθεσης του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου απορρίφθηκαν, καθώς η συμμετοχή αναπληρωματικών μελών ήταν νόμιμη κατά το άρθρο 14 του ν. 2690/1999. Ο φορέας στον οποίο ο υπάλληλος δεν υπηρετούσε πλέον (Ε.Ο.Τ.) αποβλήθηκε λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης.
Τελική Απόφαση
Αποβάλλει από τη δίκη τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού. Δέχεται εν μέρει την προσφυγή. Μεταρρυθμίζει την 390/19.5.2017 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης (και ήδη Υπουργείου Εσωτερικών) και επιβάλλει στον προσφεύγοντα την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.

ΣτΕ 3746/2014

Δημόσια Υπηρεσία · Δικονομικό Δίκαιο2014Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα 90.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αιτών ήταν μόνιμος υπάλληλος κλάδου ΤΕ Εποπτών Δημόσιας Υγείας, μέλος γραμματείας Εξεταστικής Επιτροπής του π.δ. 148/1994 για άδειες μανικιούρ-πεντικιούρ. Κατόπιν Ε.Δ.Ε. επιβλήθηκε έγγραφη επίπληξη για υπέρβαση και πλημμελή εκπλήρωση καθήκοντος (συμπλήρωση υπεύθυνων δηλώσεων αντί δικαιολογητικών, μη ενημέρωση προϊσταμένης, υπόδειξη υποβολής ελλιπών δικαιολογητικών). Ακολούθησε ποινική δίωξη για δωροληψία μετά από αστυνομικό έλεγχο με προσημειωμένα χαρτονομίσματα· επήλθε καταδίκη και στη συνέχεια αναίρεση και αθώωση. Σε πειθαρχικό επίπεδο: αρχική προσωρινή παύση 12 μηνών από πρωτοβάθμιο συμβούλιο, εξαφάνιση λόγω παράνομης σύνθεσης και υπέρβασης ανώτατου ορίου, νέα κρίση με προσωρινή παύση 6 μηνών, και τελικά από δευτεροβάθμιο συμβούλιο ποινή 6 μηνών για χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Ο Γενικός Επιθεωρητής άσκησε ένσταση κατά της δεύτερης πρωτοβάθμιας αποφάσεως και προσφυγή ζητώντας βαρύτερη ποινή.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 5 του ν. 3613/2007, ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης έχει δικαίωμα προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά τελεσίδικων πειθαρχικών αποφάσεων για αδικήματα που δύνανται να επισύρουν οριστική παύση ή υποβιβασμό. Το άρθρο 103 § 4 του Συντάγματος κατοχυρώνει την πειθαρχική κρίση από συμβούλια και την προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ τα άρθρα 141–142 ΥΚ ρυθμίζουν τα όρια επιδείνωσης της θέσης του υπαλλήλου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος τιμωρήθηκε με έγγραφη επίπληξη για υπέρβαση/πλημμελή εκπλήρωση καθήκοντος, και μεταγενέστερα με προσωρινή παύση 6 μηνών για χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Διαπίστωσε επίσης ότι ο Γενικός Επιθεωρητής δεν άσκησε ένσταση κατά της πρώτης πρωτοβάθμιας αποφάσεως, αλλά άσκησε ένσταση κατά της μετ’ αναπομπή δεύτερης, και ότι υπήρξε ποινική αθώωση μετά από προηγούμενη καταδίκη. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, η πλειοψηφία έκρινε ότι δεν τίθεται ανεπίτρεπτη χειροτέρευση, δεδομένης της ένστασης κατά της δεύτερης πρωτοβάθμιας αποφάσεως και της αυτοτελούς αρμοδιότητας προσφυγής. Περαιτέρω έκρινε ότι δεν παραβιάζεται η αρχή non bis in idem και ότι κατ’ άρθρα 127/128 ΥΚ δεν απαιτείται νέα ανάκριση όταν τα περιστατικά προκύπτουν επαρκώς από ποινική/διοικητική έρευνα.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι λόγοι περί παραβίασης της αρχής «non bis in idem», διότι οι επιβληθείσες ποινές αφορούσαν διαφορετικά πειθαρχικά παραπτώματα, και περί υποχρέωσης διενέργειας νέας πειθαρχικής ανάκρισης, αφού τα πραγματικά περιστατικά προέκυπταν επαρκώς από την ποινική διαδικασία και την Ε.Δ.Ε. Κατόπιν τούτων και ενόψει της σπουδαιότητας των ζητημάτων σχετικά με την έκταση της αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τα όρια επιδείνωσης της θέσης του υπαλλήλου, η υπόθεση παραπέμφθηκε προς συνεκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος και ορίστηκε δικάσιμος.
Τελική Απόφαση
Συνεκδικάζει τις δύο προσφυγές. Παραπέμπει αυτές στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος και ορίζει δικάσιμο την 29-1-2015.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

124.000+ αποφάσεις · 24.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →