Ακύρωση πειθαρχικής απόφασης — ελλιπής αιτιολογία, παράβαση αρχής αναλογικότητας

Κύρια Νομική Θέση

Με βάση το διαθέσιμο υλικό, η ακύρωση ή μεταρρύθμιση πειθαρχικής απόφασης μπορεί να στηριχθεί ισχυρά ιδίως σε δύο άξονες: α) στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς τα πραγματικά περιστατικά και την απάντηση στους ουσιώδεις ισχυρισμούς του διωκομένου, και β) στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Στην περίπτωσή σας, το κρίσιμο επιχείρημα είναι ότι η απόφαση για «πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων» χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη πράξη, χρόνο και τόπο προσκρούει στις απαιτήσεις του ΥΚ Άρθρο 140, ενώ η επιβολή 6μηνης προσωρινής παύσης παρά 18ετή υπηρεσία, άψογο μητρώο και ηπιότερη μεταχείριση συναδέλφων ενισχύει σοβαρά λόγο δυσανάλογης κύρωσης κατά το ΥΚ Άρθρο 109.

1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΥΚ Άρθρο 140
Ορίζει ότι η πειθαρχική απόφαση πρέπει να είναι έγγραφη και να μνημονεύει, μεταξύ άλλων:
- τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο,
- την αιτιολογία της απόφασης, η οποία επιβάλλεται να είναι ειδική και να απαντά σε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του πειθαρχικώς διωκομένου.
Εφαρμόζεται στην ΣτΕ Α2495/2021.

ΥΚ Άρθρο 109
Προσδιορίζει τις πειθαρχικές ποινές και, στην παρ. 2, επιβάλλει για την επιμέτρηση της ποινής να συνεκτιμώνται:
- οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος,
- η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου,
- η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του μητρώο,
- και να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
Εφαρμόζεται στις ΣτΕ Α2495/2021, ΣτΕ Α1932/2021, ΣτΕ Α1651/2016, ΣτΕ Α2062/2020, ΣτΕ Α2333/2022, ΣτΕ Α1650/2016, ΣτΕ Α1649/2016.

ΥΚ Άρθρο 107
Απαριθμεί τα πειθαρχικά παραπτώματα. Από το υλικό προκύπτει ότι για ζητήματα «πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων» η νομολογία συνδέει ιδίως:
- την παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος,
- την αδικαιολόγητη αποχή,
- τη μη τήρηση ωραρίου,
- την αμέλεια ή ατελή εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος.
Εφαρμόζεται στη ΣτΕ Α1932/2021.

ΥΚ Άρθρο 124
Απαιτεί το παραπεμπτήριο έγγραφο να προσδιορίζει επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα.
Εφαρμόζεται στην ΣτΕ Α2495/2021.

ΥΚ Άρθρο 127
Η πειθαρχική ανάκριση είναι κατ’ αρχήν υποχρεωτική ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου, εκτός ειδικών εξαιρέσεων. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η παράλειψή της είναι ανεκτή μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αναμφισβήτητα από τον φάκελο ή συντρέχει άλλη νόμιμη εξαίρεση.
Εφαρμόζεται στις ΣτΕ Α1651/2016, ΣτΕ Α3746/2014.

ΥΚ Άρθρο 141
Προβλέπει ένσταση κατά αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων και ορίζει ότι όταν το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει μετά από ένσταση του υπαλλήλου ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να χειροτερεύει τη θέση του.
Χρήσιμο για τη στρατηγική επιλογή ενδικοφανούς προσβολής.

ΥΚ Άρθρο 142
Ρυθμίζει την προσφυγή ενώπιον του διοικητικού εφετείου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανάλογα με την ποινή και το όργανο που έκρινε.
Εφαρμόζεται στην ΣτΕ Α2495/2021 ως προς την καθ’ ύλην αρμοδιότητα.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

ΣτΕ Α1932/2021
- Σχετικότητα: Αφορά πειθαρχική κύρωση για παραβάσεις σχετικές με υπηρεσιακή παρουσία, απουσίες και πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων, όπου το Δικαστήριο στάθμισε ρητά τη μακρά υπηρεσία, το λευκό πειθαρχικό μητρώο και σοβαρές προσωπικές περιστάσεις.
- Κρίση: Αντί της οριστικής παύσης, επιβλήθηκε προσωρινή παύση έξι (6) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.
- Εφαρμογή: Ενισχύει άμεσα τον ισχυρισμό ότι, κατά το ΥΚ Άρθρο 109, η ποινή δεν μπορεί να επιμετράται αφηρημένα, αλλά απαιτεί συγκεκριμένη συνεκτίμηση της υπηρεσιακής εικόνας και των προσωπικών δεδομένων. Εφόσον στη δική σας υπόθεση υπάρχει 18ετής υπηρεσία και άψογο μητρώο, η απόφαση αυτή στηρίζει ότι τα στοιχεία αυτά έπρεπε να αξιολογηθούν ρητά και ουσιαστικά.

ΣτΕ Α2495/2021
- Σχετικότητα: Αφορά έλεγχο νομιμότητας πειθαρχικής διαδικασίας και ειδικότερα την επάρκεια του παραπεμπτηρίου και της πειθαρχικής απόφασης ως προς τον προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών κατά χρόνο και τόπο.
- Κρίση: Το Δικαστήριο έκρινε νόμιμο το παραπεμπτήριο και την κλήση σε απολογία επειδή περιείχαν συγκεκριμένα περιστατικά με αναφορά σε επιμέρους ημερομηνίες, τόπους και πράξεις.
- Εφαρμογή: Λειτουργεί υπέρ σας εξ αντιδιαστολής. Αν στη δική σας υπόθεση η απόφαση μιλά γενικά για «πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων» χωρίς συγκεκριμένη πράξη, χρόνο και τόπο, τότε δεν πληρούται το πρότυπο ειδικότητας που το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε αναγκαίο με βάση το ΥΚ Άρθρο 140 και το ΥΚ Άρθρο 124.

ΣτΕ Α1494/2020
- Σχετικότητα: Αφορά ακύρωση πειθαρχικής απόφασης λόγω πλημμελούς αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση του παραπτώματος.
- Κρίση: Ακυρώθηκε η πειθαρχική απόφαση, διότι η αιτιολογία δεν αρκούσε για να στηρίξει το αποδιδόμενο παράπτωμα.
- Εφαρμογή: Ενισχύει τον λόγο ακύρωσης περί ελλιπούς αιτιολογίας. Αν η απόφαση δεν εξειδικεύει ποια ακριβώς υπηρεσιακή πράξη ή παράλειψη συνιστά την «πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων», υπάρχει σοβαρό έρεισμα να προβληθεί ότι η αιτιολογία είναι ανεπαρκής κατά το ΥΚ Άρθρο 140.

ΣτΕ Α2067/2020
- Σχετικότητα: Αφορά επιμέτρηση ποινής με συνεκτίμηση της πολύ καλής υπηρεσιακής εικόνας και της έλλειψης άλλων επιβαρυντικών στοιχείων.
- Κρίση: Μεταρρυθμίστηκε η οριστική παύση και επιβλήθηκε προσωρινή παύση έξι (6) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.
- Εφαρμογή: Υποστηρίζει ότι η υπηρεσιακή εικόνα και η συνολική διαδρομή του υπαλλήλου αποτελούν κρίσιμο παράγοντα επιμέτρησης κατά το ΥΚ Άρθρο 109. Άρα, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί γιατί παρά το άψογο μητρώο επιλέχθηκε τόσο βαριά ποινή, η αιτιολογία της είναι ελλιπής και ως προς την αναλογικότητα.

ΣτΕ Α1650/2016
- Σχετικότητα: Αφορά την αρχή ότι η επίκληση ελαφρυντικών δεν δεσμεύει αυτομάτως το πειθαρχικό όργανο, αλλά πρέπει να συνεκτιμάται στο πλαίσιο της αναλογικότητας.
- Κρίση: Απορρίφθηκε η προσφυγή και διατηρήθηκε η οριστική παύση λόγω εξαιρετικής βαρύτητας των πράξεων.
- Εφαρμογή: Σας βοηθά αναλογικά, διότι δείχνει ότι η μη αποδοχή ελαφρυντικών είναι ανεκτή μόνο όταν η απόφαση εξηγεί, σε σχέση με τη βαρύτητα των συγκεκριμένων πράξεων, γιατί δεν αρκεί η ηπιότερη ποινή. Αν εδώ δεν υπάρχει καν συγκεκριμένη πράξη, η μη ουσιαστική στάθμιση του άψογου μητρώου είναι ακόμη πιο προβληματική.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

ΣτΕ Α1651/2016
- Ποια θέση στηρίζει: Ο αντίδικος θα επικαλεστεί ότι, στην υπαλληλική προσφυγή, το δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη έλεγχο ουσίας, άρα λόγοι περί πλημμελούς αιτιολογίας της πειθαρχικής απόφασης είναι αλυσιτελείς.
- Αντίκρουση: Η απόφαση αυτή αφορά υπόθεση με εξαιρετικά συγκεκριμένο και βαρύ αποδεικτικό υλικό (καταγεγραμμένες συνομιλίες, επιταγές περίπου 411.138,60 ευρώ, προσημειωμένα χαρτονομίσματα 205.570 ευρώ). Στη δική σας υπόθεση, εφόσον λείπει ο συγκεκριμένος προσδιορισμός της πράξης ήδη από την πειθαρχική απόφαση, πρέπει να τονισθεί ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς η «πλημμελής διατύπωση», αλλά η αδυναμία ελέγχου της ίδιας της στοιχειοθέτησης του παραπτώματος κατά το ΥΚ Άρθρο 140.

ΣτΕ Α2495/2021
- Ποια θέση στηρίζει: Ο αντίδικος μπορεί να επικαλεστεί ότι διαδικαστικές πλημμέλειες είναι αλυσιτελείς αν δεν προβάλλεται συγκεκριμένη βλάβη.
- Αντίκρουση: Η ίδια απόφαση δέχθηκε τη νομιμότητα επειδή υπήρχε αναλυτική περιγραφή περιστατικών με συγκεκριμένες ημερομηνίες και τόπους. Επομένως, δεν βοηθά τη Διοίκηση αν στη δική σας υπόθεση λείπει ακριβώς αυτό το στοιχείο. Εδώ η βλάβη είναι συγκεκριμένη: ο υπάλληλος δεν μπορούσε να αμυνθεί αποτελεσματικά έναντι αόριστης κατηγορίας.

2. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

Κύρια επιχειρήματα

1. Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της πειθαρχικής απόφασης
Να προβληθεί ότι η απόφαση παραβιάζει το ΥΚ Άρθρο 140, διότι δεν μνημονεύει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο.
Η ΣτΕ Α2495/2021 δείχνει ότι η νομιμότητα της πειθαρχικής κρίσης προϋποθέτει συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους πράξεις, ημερομηνίες και τόπους.
Η ΣτΕ Α1494/2020 ενισχύει ότι πλημμελής αιτιολογία δεν αρκεί για τη στήριξη πειθαρχικής κύρωσης.

2. Ανεπαρκής στοιχειοθέτηση του παραπτώματος της “πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων”
Από το υλικό προκύπτει ότι η νομολογία δέχεται πειθαρχικό παράπτωμα όταν υπάρχουν συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις, όπως μη τήρηση παρουσιολογίου, απουσίες χωρίς άδεια, μη τήρηση ωραρίου, συγκεκριμένες υπηρεσιακές παραλείψεις: ΣτΕ Α1932/2021.
Αν εδώ δεν αναφέρεται ποια ακριβώς πράξη ή παράλειψη τελέστηκε, η υπαγωγή στο ΥΚ Άρθρο 107 είναι αόριστη.

3. Παράβαση της αρχής της αναλογικότητας
Κατά το ΥΚ Άρθρο 109 παρ. 2, έπρεπε να συνεκτιμηθούν η 18ετής υπηρεσία, το άψογο μητρώο και η συνολική υπηρεσιακή εικόνα.
Η ΣτΕ Α1932/2021 και η ΣτΕ Α2067/2020 δείχνουν ότι το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη λευκή πειθαρχική διαδρομή και στις προσωπικές/υπηρεσιακές συνθήκες κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Εφόσον σε ταυτόσημες υποθέσεις συναδέλφων επιβλήθηκε έγγραφη επίπληξη, πρέπει να προβληθεί ότι η 6μηνη προσωρινή παύση είναι δυσανάλογη και άνιση ως προς την πειθαρχική μεταχείριση, ιδίως αν η απόφαση δεν εξηγεί τη διαφοροποίηση.

4. Μη απάντηση σε ουσιώδεις ισχυρισμούς
Αν στην απολογία είχαν προβληθεί το άψογο μητρώο, η μακρά υπηρεσία και η ηπιότερη μεταχείριση συναδέλφων, η απόφαση όφειλε, κατά το ΥΚ Άρθρο 140, να απαντήσει ειδικά σε αυτούς.
Η παράλειψη αυτή ενισχύει τον λόγο ακύρωσης.

Διάκριση από αντίθετη νομολογία

- Οι αποφάσεις ΣτΕ Α1651/2016, ΣτΕ Α2062/2020, ΣτΕ Α2036/2021, ΣτΕ Α1650/2016, ΣτΕ Α1649/2016 αφορούν ιδιαιτέρως βαριά παραπτώματα: χρηματισμό, δωροδοκία, παραλαβή 10.000 ευρώ από ελεγχόμενο, εκβιαστικές συμπεριφορές, σοβαρή διαφθορά.
- Στις υποθέσεις αυτές η αυστηρή ποινή δικαιολογήθηκε από εξαιρετικά συγκεκριμένα και σοβαρά περιστατικά.
- Άρα, δεν είναι συγκρίσιμες με υπόθεση όπου αποδίδεται γενικά «πλημμελής εκτέλεση καθηκόντων» χωρίς εξειδίκευση πράξης.

3. Νομολογιακή Ισχύς

Περιορισμένη προς παγία υπέρ της ανάγκης ειδικής αιτιολογίας και στάθμισης αναλογικότητας.

Υπάρχουν αρκετές αποφάσεις που συγκλίνουν στα εξής:
- η πειθαρχική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη: ΣτΕ Α2495/2021, ΣτΕ Α1494/2020,
- η ποινή πρέπει να επιμετράται με βάση την υπηρεσιακή εικόνα και την αναλογικότητα: ΣτΕ Α1932/2021, ΣτΕ Α2067/2020, ΣτΕ Α2062/2020, ΣτΕ Α1650/2016.

Ωστόσο, η ακριβής έκβαση εξαρτάται έντονα από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και από το αν η υπόθεση εκδικαστεί με πλήρη έλεγχο ουσίας, οπότε ορισμένοι λόγοι περί αιτιολογίας μπορεί να θεωρηθούν αλυσιτελείς, κατά τη λογική της ΣτΕ Α1651/2016.

4. Πρακτικές Συστάσεις

1. Να προβληθεί πρώτα ο λόγος αοριστίας/έλλειψης ειδικής αιτιολογίας
Επίκληση: ΥΚ Άρθρο 140, ΥΚ Άρθρο 124, ΣτΕ Α2495/2021, ΣτΕ Α1494/2020.
Να ζητηθεί να επισημανθεί ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένη πράξη, χρόνος, τόπος, ούτε τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης.

2. Να αναπτυχθεί αυτοτελώς ο λόγος αναλογικότητας
Επίκληση: ΥΚ Άρθρο 109, ΣτΕ Α1932/2021, ΣτΕ Α2067/2020.
Να τονισθούν:
- 18 χρόνια υπηρεσίας,
- άψογο μητρώο,
- έλλειψη προηγούμενων πειθαρχικών ποινών,
- ηπιότερη μεταχείριση συναδέλφων σε ταυτόσημες υποθέσεις.

3. Να τεκμηριωθεί η σύγκριση με τους συναδέλφους
Το επιχείρημα αυτό δεν αρκεί αφηρημένα. Χρειάζεται να αποδειχθεί ότι οι υποθέσεις είναι πράγματι ταυτόσημες ως προς:
- τα πραγματικά περιστατικά,
- τον νομικό χαρακτηρισμό,
- το πειθαρχικό όργανο,
- τον χρόνο τέλεσης,
- τυχόν επιβαρυντικά/ελαφρυντικά στοιχεία.
Αν αυτό αποδειχθεί, ενισχύεται σοβαρά ο ισχυρισμός περί δυσανάλογης και άνισης μεταχείρισης.

4. Να ζητηθεί επικουρικά μεταρρύθμιση της ποινής
Αν το δικαστήριο δεν δεχθεί πλήρη ακύρωση, να ζητηθεί επικουρικά η μετατροπή της 6μηνης προσωρινής παύσης σε ηπιότερη ποινή, με βάση τη λογική της ΣτΕ Α1932/2021 και της ΣτΕ Α2067/2020.

5. Να ελεγχθεί το αρμόδιο ένδικο βοήθημα
Με βάση το ΥΚ Άρθρο 141 και το ΥΚ Άρθρο 142, πρέπει να κριθεί αν προηγείται ένσταση ή αν χωρεί απευθείας προσφυγή, ανάλογα με το όργανο που εξέδωσε την απόφαση και το είδος της ποινής.

Συμπέρασμα

Με βάση τις διαθέσιμες πηγές, το ισχυρότερο σχήμα επιχειρηματολογίας είναι το εξής:

- η απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη κατά το ΥΚ Άρθρο 140, επειδή δεν εξειδικεύει τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που συγκροτεί την «πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων»,
- δεν προκύπτει νόμιμη και ελέγξιμη υπαγωγή στο ΥΚ Άρθρο 107,
- και, σε κάθε περίπτωση, η ποινή της 6μηνης προσωρινής παύσης είναι δυσανάλογη κατά το ΥΚ Άρθρο 109, ενόψει της 18ετούς υπηρεσίας, του άψογου μητρώου και της ηπιότερης μεταχείρισης συναδέλφων σε ταυτόσημες υποθέσεις.

Αν θέλετε, μπορώ αμέσως να σας δώσω και έτοιμο σχέδιο λόγων προσφυγής/ένστασης σε δικογραφική μορφή, μόνο με βάση τις παραπάνω πηγές.

ΥΚ Άρθρο 140
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 93.9%
ΥΚ Άρθρο 140: Πειθαρχική απόφαση 1. Η πειθαρχική απόφαση διατυπώνεται εγγράφως. 2. Στην απόφαση μνημονεύονται: α) ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής της, β) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του μονομελούς πειθαρχικού οργάνου ή των μελών του συλλογικού πειθαρχικού οργάνου, γ) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του κρινόμενου, δ) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο, ε) η υποβολή ή όχι απολογίας, στ) η αιτιολογία της απόφασης, η οποία επιβάλλεται να είναι ειδική και να απαντά σε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του πειθαρχικώς διωκομένου, ζ) η γνώμη των μελών του συλλογικού οργάνου που μειοψήφησαν και η) η απαλλαγή του κρινόμενου ή η ποινή που του επιβάλλεται. Αν η πειθαρχική απόφαση περί της ενοχής του διωκομένου λαμβάνεται κατά πλειοψηφία, όλα τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου ψηφίζουν για την επιβλητέα ποινή. Λευκή ψήφος ή αποχή από την ψηφοφορία δεν επιτρέπεται. Η παράλειψη των στοιχείων που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ), εκτός του ονοματεπώνυμου, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της απόφασης, εφόσον αυτά προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. 3. Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από το όργανο που την εκδίδει. Όταν αυτή εκδίδεται από συλλογικό όργανο, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα. 4. Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται σε αντίγραφο με τη φροντίδα της υπηρεσίας στον υπάλληλο και γνωστοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση ή προσφυγή, με ταυτόχρονη ενημέρωση του πειθαρχικού οργάνου που εξέδωσε την απόφαση. Η κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 138. Στον υπάλληλο γνωστοποιείται επίσης η τυχόν δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον αρμόδιου οργάνου ή ένδικου βοηθήματος και η σχετική προθεσμία άσκησής τους. 5. Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.
ΥΚ Άρθρο 109
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 93.1%
ΥΚ Άρθρο 109: Πειθαρχικές ποινές 1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α) η έγγραφη επίπληξη, β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών, γ) η στέρηση του δικαιώματος χορήγησης μισθολογικού κλιμακίου από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, δ) η αφαίρεση έως τεσσάρων (4) μισθολογικών κλιμακίων, ε) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, στ) η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου και η απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου κατ’ αναπλήρωση ή με ειδικές διατάξεις για διάστημα από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, ζ) η αφαίρεση της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου για τη θητεία ή το υπόλοιπό της και η απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου με γενικές ή ειδικές διατάξεις για διάστημα από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, η) ο υποβιβασμός έως δύο (2) βαθμούς, θ) η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως δώδεκα (12) μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και ι) η οριστική παύση. 1Α. Η ποινή της οριστικής παύσης της περ. ι) της παρ. 1 μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: α) Των πράξεων, με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία, β) της άσκησης εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας ή της συμμετοχής σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 ή της άσκησης έργων ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34, γ) της κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαίωσης, με την επιφύλαξη του άρθρου 20, δ) οποιασδήποτε πράξης κατά της γενετήσιας ελευθερίας, και ειδικότερα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας άλλου προσώπου ή και οποιασδήποτε πράξης οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, εντός και εκτός υπηρεσίας, ε) των εγκλημάτων σχετικά με την υπηρεσία κατά τον Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019, Α ’ 95) ή άλλους ειδικούς νόμους, στ) της απόκτησης οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, ζ) της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός υπηρεσίας, η) της παράβασης της υποχρέωσης εχεμύθειας, θ) της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) 4120 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εργάσιμες ημέρες εντός μίας διετίας, ι) της εξαιρετικώς σοβαρής απείθειας, ια) της άμεσης ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχής σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στον φορέα, στον οποίο ο υπάλληλος υπηρετεί, ιβ) της εμμονής σε άρνηση προσέλευσης για εξέταση από υγειονομική επιτροπή, ιγ) της για δύο (2) συνεχόμενες αξιολογικές περιόδους άρνησης υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος, ιδ) για οποιοδήποτε παράπτωμα, αν κατά τα τρία (3) προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, είχαν επιβληθεί στον υπάλληλο τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή αν κατά τα δύο (2) προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός. 2. Για την επιβολή οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής σε υπάλληλο συνεκτιμώνται οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος, η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου, καθώς και η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του μητρώο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. 3. Όταν επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές των περ . ε) έως θ) της παρ. 1 και συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από τρεις χιλιάδες (3.000) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματα των περ. γ) περί εγκλημάτων σχετικά με την υπηρεσία κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, δ) περί απόκτησης οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών και ε) περί αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εντός ή εκτός υπηρεσίας της παρ. 1 του άρθρου 107 που σχετίζονται με οικονομικό αντικείμενο, καθώς και των περ. κε) περί άσκησης εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας ή συμμετοχής σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 ή άσκησης έργων ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34, και λγ) περί κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαίωσης, με την επιφύλαξη του άρθρου 20 περί ανάκλησης διορισμού, της παρ. 1 του άρθρου 107, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από δέκα χιλιάδες (10.000) έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. 4.α. Για τα παραπτώματα των περ. α), γ), δ), θ) της παρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού. Για το παράπτωμα της περ. ι) της παρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού, εφόσον η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων υπερβαίνει τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εργάσιμες ημέρες εντός μίας διετίας. β. Για τα παραπτώματα των περ. ιδ), ιε), ιστ), ιη), ιθ), κα), κβ), κδ), κε) της παρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου. Για το παράπτωμα της περ. ιθα) της παρ. 1 του άρθρου 107, περί άρνησης υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος, δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου, ίσου με τις αποδοχές δύο (2) μηνών. γ. Για τα λοιπά παραπτώματα μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση, με την επιφύλαξη της περ. ιδ) της παρ. 1Α. δ. Για τα παραπτώματα των περ. λγ) και λδ) της πα ρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη της προσωρινής παύσης.
Ν4412 Άρθρο 352
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 92.4%
Ν4412 Άρθρο 352: Πειθαρχική Διαδικασία 1. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει νομίμως και αποφασίζει με την παρουσία όλων των μελών του. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. 2. Ως πειθαρχικά παραπτώματα θεωρούνται: α) η παράβαση διατάξεων του παρόντος και εν γένει της ισχύουσας νομοθεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, β) η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, γ) η παράνομη απόκτηση, κατά την άσκηση των καθηκόντων του εγκαλουμένου ή εξ αφορμής αυτών, οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος του ιδίου ή τρίτου προσώπου και δ) η υπαίτια πρόκληση ζημίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Αρχής. 2. Οι επιβαλλόμενες από το Πειθαρχικό Συμβούλιο ποινές είναι: α) έγγραφη επίπληξη, β) πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών και γ) οριστική παύση. 3. Σε περίπτωση επιβολής εντός διετίας δύο (2) πειθαρχικών ποινών επίπληξης και προστίμου στον Πρόεδρο, σε Σύμβουλο ή σε μέλος της Αρχής για το ίδιο ή διαφορετικό πειθαρχικό παράπτωμα, ο Πρόεδρος, ο Σύμβουλος ή το μέλος εκπίπτουν αυτοδικαίως από τη θέση τους, με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης. 4. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο στις εξής περιπτώσεις: α) αν το πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά ταυτόχρονα και αξιόποινη πράξη, β) αν ο εγκαλούμενος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, απέκτησε ή επιδίωξε να αποκτήσει οικονομικό όφελος ή αντάλλαγμα υπέρ του ιδίου ή τρίτου προσώπου, γ) αν παραβιάστηκε η υποχρέωση εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας, δ) αν παραβιάστηκαν οι παρ. 2 έως 5 του άρθρου 349, ε) αν προκλήθηκε υπαιτίως ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Αρχής. 5. Μετά από την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας κατά την παρ. 1 του άρθρου 351, ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου υποχρεούται να καλέσει τον εγκαλούμενο σε προηγούμενη ακρόαση και παροχή έγγραφων εξηγήσεων με κλήση, η οποία αναφέρει το αποδιδόμενο παράπτωμα και επιδίδεται στον εγκαλούμενο με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο. Στην κλήση αναφέρεται η ημερομηνία ακρόασης του εγκαλουμένου ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η οποία δεν μπορεί να απέχει λιγότερο των δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της κλήσης. Πριν από την ακρόαση και την παροχή έγγραφων εξηγήσεων, ο εγκαλούμενος δικαιούται να λάβει γνώση του φακέλου της υπόθεσης. 6. Κατά την ακρόαση, ο εγκαλούμενος υποβάλλει ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου τις έγγραφες εξηγήσεις του, παρέχει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις, απαντά σε ερωτήσεις και εν γένει διευκολύνει το έργο του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Μετά από την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας, το Πειθαρχικό Συμβούλιο διασκέπτεται αυθημερόν και εκδίδει απόφαση, η οποία: α) είτε κρίνει ικανοποιητικές και επαρκείς τις εξηγήσεις του εγκαλούμενου και παύει την πειθαρχική διαδικασία, β) είτε δίδει εντολή στον Πρόεδρο του Συμβουλίου να συντάξει έκθεση πειθαρχικού παραπτώματος στην οποία περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, το κατά την παρ. 2 πειθαρχικό παράπτωμα και ορίζεται ημέρα και ώρα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη συζήτηση της υπόθεσης, στην οποία καλείται να παραστεί ο εγκαλούμενος, εφόσον το επιθυμεί και με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ως άνω απόφαση και στις δύο περιπτώσεις επιδίδεται στον εγκαλούμενο με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο. 7. Κατά την εφαρμογή της περ. β) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 6, κατά την ορισθείσα ημέρα συνεδρίασης, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί, κατά την κρίση του, να εξετάσει μάρτυρες, μετά δε από την προφορική ενώπιόν του απολογία του εγκαλούμενου ή, σε περίπτωση μη εμφανίσεώς του, μετά από τη διαπίστωση της νόμιμης κλήτευσής του, εκδίδει αμέσως την απόφασή του. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει τη συμπλήρωση της έκθεσης πειθαρχικού παραπτώματος και την επανάληψη της συζήτησης. Στην περίπτωση αυτή καλείται ο εγκαλούμενος με νέα κλήση, στην οποία ορίζεται νέα ημέρα και ώρα συζήτησης, η οποία επιδίδεται, σύμφωνα με την παρ. 6. Η επίδοση αυτή μπορεί να παραλειφθεί, εφόσον ο εγκαλούμενος κατά την πρώτη συζήτηση ήταν παρών και του γνωστοποιήθηκε η νέα ημερομηνία συζήτησης. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί επίσης να αναβάλει άπαξ τη λήψη απόφασης, προκειμένου να εξετάσει ή να επανεξετάσει μάρτυρες, ορίζοντας για τον λόγο αυτόν νέα ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, κλήση του εγκαλουμένου απαιτείται μόνο εάν αυτός ήταν απών. Οι μάρτυρες προσέρχονται με επιμέλεια των ενδιαφερομένων. Η μη προσέλευση των μαρτύρων δεν κωλύει τη λήψη απόφασης. 8. Η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι ειδικώς αιτιολογημένη, συντάσσεται εγγράφως και τηρούνται συνοπτικά πρακτικά των συνεδριάσεων. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από εκκρεμή ποινική δίωξη. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει αυτοδίκαια την πειθαρχική διαδικασία, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί όμως να διατάξει την αναστολή της μέχρι την περάτωση της ποινικής δίκης. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. 9. Σε περίπτωση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για αδίκημα σχετιζόμενο με παραβάσεις του παρόντος ή για αδίκημα που συνεπάγεται κώλυμα διορισμού ή έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α΄ 26), εκδίδεται απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την οποία διαπιστώνεται η οριστική παύση του καταδικασθέντος. 10. Τα πειθαρχικά παραπτώματα της παρ. 2 παραγράφονται μετά πενταετία από την τέλεσή τους. Πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Η κατά την παρ. 5 κλήση για ακρόαση και για έγγραφες εξηγήσεις διακόπτει την ως άνω παραγραφή. Στην περίπτωση αυτή, ο συνολικός χρόνος παραγραφής δεν μπορεί να υπερβεί τα επτά (7) έτη, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου και της περίπτωσης της αναστολής της πειθαρχικής διαδικασίας κατά την παρ. 8, οπότε και ο χρόνος παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος δεν συμπληρώνεται πριν από την παρέλευση έτους από την ημερομηνία δημοσίευσης της αμετάκλητης απόφασης ποινικού δικαστηρίου. 11. Οι διατάξεις του Μέρους Ε΄ («Πειθαρχικό Δίκαιο») του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) εφαρμόζονται αναλόγως.
ΥΚ Άρθρο 107
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.4%
ΥΚ Άρθρο 107: Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων 1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι: α) Πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία. β) Κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος. γ) Τα εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους. δ) Η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών. ε) Η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας. στ) Η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας ή η παράλειψη δήλωσης κωλύματος συμφέροντος. ζ) Η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σύμφωνα με τον ν. 3896/2010 (Α’ 207), η παραβίαση της αρχής της ίσης 4118 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 μεταχείρισης και της καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σύμφωνα με τον ν. 4443/2016 (Α’ 232, διόρθωση σφάλματος Α ’ 23/1.3.2017), η χρήση γλώσσας έμφυλης διάκρισης, κατά την άσκηση των καθηκόντων. ζα) Η εκδήλωση κάθε μορφής βίας και παρενόχλησης στην εργασία, σύμφωνα με τον ν. 4808/2021 (Α’ 101), κατά την άσκηση των καθηκόντων. η) Η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του παρόντος. θ) Η σοβαρή απείθεια. ι) Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων. ια) Η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 27 του παρόντος, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων. ιβ) Η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές. ιγ) Η προδήλως αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η υπαίτια μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. ιδ) Η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων. ιε) Η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση. ιστ) Η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί. ιζ) Η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις. ιη) Η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από Ανεξάρτητες Αρχές και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου. ιθ) Η αδικαιολόγητα μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης αξιολόγησης ή η σύνταξη έκθεσης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων. ιθα) Η άρνηση υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος. κ) Η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας. κα) Η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας. κβ) Η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή τον χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών. κγ) Η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία. κδ) Η παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 110 του παρόντος ή η παράλειψη ή καθυστέρηση έκδοσης διαπιστωτικής πράξης έκπτωσης από την υπηρεσία. κε) Η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας ή η συμμετοχή σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 ή η άσκηση έργων ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34. κστ) Η απλή απείθεια. κζ) Η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του. κη) Η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος. κθ) Η άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) και η μη εφαρμογή των διατάξεων περί απλούστευσης των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρατίας. λ) Το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα της μη εμφάνισης ή της άρνησης κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 130. λα) Η μη εκτέλεση τελεσίδικης πειθαρχικής απόφασης σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 144. λβ) Η μη ανάρτηση ή η μη έγκαιρη ανάρτηση στο διαδίκτυο των πράξεων που είναι αναρτητέες σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 77 του ν. 4727/2020 (Α’ 184). λγ) Η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως, με την επιφύλαξη του άρθρου 20 περί ανάκλησης διορισμού. λδ) Οποιαδήποτε πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας, καθώς και ειδικότερα η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας άλλου προσώπου ή και οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, εντός και εκτός υπηρεσίας. Επιβαρυντική περίσταση αποτελεί η τέλεση των πράξεων αυτών σε βάρος ανηλίκων ή και η τέλεση των πράξεων αυτών από υπαλλήλους κατά κατάχρηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων. 2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ. 3. Σε καμία περίπτωση, δεν συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά ή αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή κατά την έννοια της περ. ε) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης.
ΥΚ Άρθρο 142
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.7%
ΥΚ Άρθρο 142: Προσφυγή 1. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης. 2. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που κρίνουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό και επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή, πλην της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου αποδοχών έως ενός (1) μηνός, με την επιφύλαξη της παρ. 1. 3. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας με αίτημα την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης και ενώπιον του διοικητικού εφετείου κατά τα ειδικώς οριζόμενα στις διατάξεις περί πειθαρχικής αρμοδιότητας του Διοικητή της Αρχής. 4. Η προθεσμία για την άσκηση της ανωτέρω προσφυγής αρχίζει από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του αρμόδιου διοικητικού εφετείου διέπονται από τις κείμενες διατάξεις με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 5. 5. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το αρ - 4138 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 μόδιο διοικητικό εφετείο μπορεί, ύστερα από αίτηση του προσφεύγοντος, με απόφασή του να αναστείλει την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη του προσφεύγοντος ή ευδοκίμηση της προσφυγής, εκτός εάν λόγοι δημοσίου συμφέροντος αποκλείουν τη χορήγηση της αναστολής. Στην περίπτωση χορήγησης αναστολής, η εκδίκαση της προσφυγής γίνεται μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) μηνών από τη χορήγησή της, άλλως η χορηγηθείσα αναστολή εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης παύει να ισχύει, εκτός εάν το δικαστήριο κατά τη χορήγηση της αναστολής έχει κρίνει διαφορετικά. 6. Σε κάθε περίπτωση, η εκδίκαση της προσφυγής από το Συμβούλιο της Επικρατείας ή από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο γίνεται μέσα σε οκτώ (8) μήνες από την περιέλευσή της στο οικείο δικαστήριο. 7. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το διοικητικό εφετείο, όταν κρίνουν ύστερα από προσφυγή του υπαλλήλου, δεν μπορούν να χειροτερεύουν τη θέση του.
Ν4640 Άρθρο 17
Ν. 4640/2019 - Διαμεσολάβηση
Σχετικότητα: 89.2%
Ν4640 Άρθρο 17: Πειθαρχικό Δίκαιο Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ 1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη διαδικασία. 2. Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από την Επιτροπή Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου και από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης. 3. Κανένας δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο επιβάλλεται μόνο μία πειθαρχική ποινή. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. 4. Η με οποιονδήποτε τρόπο άρση του ποινικά κολάσιμου χαρακτήρα της πράξης ή η ολική ή μερική άρση των συνεπειών της ποινικής καταδίκης δεν αίρουν τον πειθαρχικά κολάσιμο χαρακτήρα της πράξης. Β. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ 1. Πειθαρχικό παράπτωμα μπορεί να τελεστεί με πράξη ή παράλειψη του διαμεσολαβητή στο πλαίσιο των καθηκόντων του, η οποία είναι αντίθετη προς τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές απορρέουν από τον παρόντα νόμο και συνδέονται άρρηκτα με τη διαμεσολάβηση, καθώς και από τον Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών. 2. Πειθαρχικά παραπτώματα του διαμεσολαβητή αποτελούν ιδίως η χρησιμοποίηση της ιδιότητάς του για την επιδίωξη παράνομων σκοπών και η εν γένει αναξιοπρεπής ή απρεπής συμπεριφορά του. 3. Κάθε κακούργημα που τελείται από διαμεσολαβητή ως και κάθε εκ δόλου πλημμέλημα ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του διαμεσολαβητή, αποτελεί αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα. 4. Η μη τήρηση της αρχής της αμεροληψίας και της εχεμύθειας από μέρους του διαμεσολαβητή συνιστά σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα. Γ . ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ 1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται δύο (2) έτη μετά την τέλεσή τους. 2. Ο χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες, με την υποβολή της πειθαρχικής αναφοράς ενώπιον της Επιτροπής Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου, από τα μέρη ή οποιονδήποτε τρίτο συμμετέχει στη διαδικασία διαμεσολάβησης ή από τον Πρόεδρο της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης, ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικά επιλήψιμες πράξεις διαμεσολαβητή ή λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση τέτοιων πράξεων. Δ. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ 1. Οι πειθαρχικές ποινές είναι: α) η σύσταση, β) η έγγραφη επίπληξη, γ) η προσωρινή ανάκληση της διαπίστευσης έως και ένα (1) έτος, δ) η οριστική ανάκληση της διαπίστευσης. 2. Η ποινή της οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης επιβάλλεται μόνο σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων. Τέτοιες προϋποθέσεις συντρέχουν ιδίως αν ο διαμεσολαβητής: α) καταδικάστηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή για οποιοδήποτε εκ δόλου πλημμέλημα ασυμβίβαστο με τον θεσμό της διαμεσολάβησης, β) τιμωρήθηκε κατ’ επανάληψη με ποινή προσωρινής ανάκλησης της διαπίστευσης τουλάχιστον για έξι (6) μήνες συνολικά εντός τριετίας. 3. Όταν πρόκειται για παράπτωμα που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο μπορεί να μην επιβάλει ποινή, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί το παράπτωμα. Ε.ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΣΗΣ 1. Ο διαμεσολαβητής, στον οποίο έχει επιβληθεί οριστική ή προσωρινή ανάκληση διαπίστευσης, δεν επιτρέπεται να ενεργεί ως διαμεσολαβητής για όσο χρόνο αυτή διαρκεί. 2. Το κύρος της επιτυχούς έκβασης της διαμεσολάβησης και του συμφωνητικού που καταρτίστηκε δεν θίγεται από την ποινή που επιβλήθηκε στον διαμεσολαβητή. 3. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης οφείλει να ενημερώνει τα μητρώα του άρθρου 29 του παρόντος για την επιβληθείσα προσωρινή ή οριστική ανάκληση της διαπίστευσης του διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του. ΣΤ. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓ ΑΝΑ 1. Η Επιτροπή Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου,που ορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, διακρίνεται σε πρωτοβάθμια επιτροπή μονομελούς σύνθεσης και δευτεροβάθμια επιτροπή τριμελούς σύνθεσης, με ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη. Η θητεία των μελών της είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται. Μέλος της δευτεροβάθμιας επιτροπής δεν μπορεί να είναι το μέλος που εξέδωσε την πρωτοβάθμια πειθαρχική απόφαση. Αν η Επιτροπή Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί η ποινή της οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης, τότε αρμόδια προς τούτο είναι η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης που συνεδριάζει σε Ολομέλεια. 2. Οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για τις δηλώσεις αποχής και εξαίρεσης των δικαστών ισχύουν αναλογικά. 3. Αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη όταν αφορά τόσα μέλη του πειθαρχικού οργάνου ώστε να καθίσταται αδύνατη η νόμιμη συγκρότησή του. 4. Για κάθε ειδικότερο θέμα πειθαρχικού ελέγχου αποφασίζει η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, οι αποφάσεις της οποίας εκτελούνται με επιμέλεια του Προέδρου της ή του μέλους της που ειδικά ορίστηκε από αυτόν. 5. Για την υποβολή αναφοράς κατά διαμεσολαβητή απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου η κατάθεση παράβολου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, το ύψος του οποίου αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών.
Ν3852 Άρθρο 234
Ν. 3852/2010 - Καλλικράτης
Σχετικότητα: 89.1%
Ν3852 Άρθρο 234: Πειθαρχική διαδικασία 1. Οι πειθαρχικές ποινές της αργίας και της έκπτωσης επιβάλλονται με αιτιολογημένη απόφαση του Επόπτη Ο.Τ.Α., αφού προηγηθεί απολογία του εγκαλουμένου ή παρέλθει η προθεσμία που έχει τάξει ο Επόπτης Ο.Τ.Α. με γραπτή κλήση στον εγκαλούμενο, χωρίς ο τελευταίος να έχει απολογηθεί. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες. 2. Για την επιβολή των πειθαρχικών ποινών της αργίας και τη διάρκειά της, καθώς και της έκπτωσης απαιτείται σύμφωνη γνώμη πειθαρχικού συμβουλίου, το οποίο αποτελείται: α) από έναν πρόεδρο Εφετών του Διοικητικού Εφετείου στο οποίο υπάγεται η έδρα της ΑΥΕ Ο.Τ.Α. ή το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο, β) δύο δικαστές με το βαθμό του Εφέτη που υπηρετούν στο ανωτέρω Διοικητικό Εφετείο, με τους αναπληρωτές τους, γ) δύο δικαστές με το βαθμό του Εφέτη που υπηρετούν στο Εφετείο στο οποίο υπάγεται η έδρα της ΑΥΕ Ο.Τ.Α., με τους αναπληρωτές τους, δ) έναν Προϊστάμενο Διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών, με τον αναπληρωτή του και ε) τρεις αιρετούς εκπροσώπους της οικείας Περιφερειακής Ένωσης Δήμων, όταν ελέγχεται πειθαρχικά αιρετός δήμων ή της Ένωσης Περιφερειών, όταν ελέγχεται πειθαρχικά αιρετός περιφέρειας, ως μέλη. Γραμματέας του συμβουλίου και αναπληρωτής του ορίζεται με απόφαση του Επόπτη Ο.Τ.Α. υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού της ΑΥΕ Ο.Τ.Α. Τεύχος Α’ 133/19.07.2018 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 3. Ο εγκαλούμενος μπορεί να εμφανίζεται αυτοπροσώπως, καθώς και με πληρεξούσιο δικηγόρο ή να εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο στο συμβούλιο. Το συμβούλιο συνεδριάζει σε δημόσια συνεδρίαση για την οποία συντάσσονται πρακτικά, μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να εκτιμά οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. Η σύμφωνη γνώμη παρέχεται ύστερα από μυστική διάσκεψη, δύο (2) μήνες το αργότερο, αφότου το συμβούλιο έλαβε το σχετικό παραπεμπτικό έγγραφο του Επόπτη Ο.Τ.Α.. Η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος, στο οποίο έχει υποπέσει ο εγκαλούμενος. 4. Σε περίπτωση παραπομπής στο πειθαρχικό συμβούλιο, το παραπεμπτήριο προς αυτό έγγραφο πρέπει να είναι αιτιολογημένο και να διαλαμβάνει πρόταση επί της ποινής, αφού ληφθεί υπόψη η απολογία του πειθαρχικώς διωκόμενου. Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται. 5. Το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί: α) να παράσχει σύμφωνη γνώμη ως προς την πρόταση του Επόπτη, β) να μην παράσχει σύμφωνη γνώμη, εφόσον κρίνει ότι δεν συντρέχει πειθαρχική ευθύνη του ελεγχόμενου και γ) να προτείνει στον Επόπτη την επιβολή ηπιότερης ή αυστηρότερης ποινής. Στην περίπτωση γ΄ η πρόταση του πειθαρχικού συμβουλίου είναι υποχρεωτική για τον Επόπτη. 6. Τα δικαστικά μέλη του συμβουλίου της παραγράφου 2 ορίζονται με απόφαση του οργάνου που διευθύνει το οικείο δικαστήριο, ύστερα από αίτημα του Επόπτη Ο.Τ.Α.. Με την ίδια απόφαση ορίζονται και τα αναπληρωματικά μέλη, εφόσον ο αριθμός αυτών που υπηρετούν είναι επαρκής. 7. Οι αιρετοί εκπρόσωποι της οικείας Περιφερειακής Ένωσης Δήμων ή οι αιρετοί εκπρόσωποι της Ένωσης Περιφερειών μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της οικείας Ένωσης. 8. Ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών, μαζί με τον αναπληρωτή του, ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών. 9. Το συμβούλιο της παραγράφου 2 συγκροτείται για δύο (2) χρόνια με απόφαση του Επόπτη Ο.Τ.Α. και το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη λήξη της θητείας του προηγούμενου. Τα αρμόδια όργανα για τον ορισμό μελών στο πειθαρχικό συμβούλιο, σύμφωνα με την παράγραφο 6, οφείλουν να ορίσουν αυτά εντός ενός μήνα από την υποβολή του αιτήματος του Επόπτη. 10. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του Επόπτη Ο.Τ.Α. να προσφύγει κατ’ αυτής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο κρίνει την υπόθεση και κατ’ ουσίαν. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης που επιβάλλει την ποινή. Αν ασκηθεί η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η επιτροπή αναστολών του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του προσφεύγοντος, κρίνει για τη χορήγηση ή μη αναστολής εκτέλεσης της ποινής σταθμίζοντας και τη συνδρομή του δημόσιου συμφέροντος. Σε περίπτωση κατάθεσης αίτησης αναστολής, η ποινή που έχει επιβληθεί δεν εκτελείται εωσότου εκδοθεί η απόφαση της επιτροπής αναστολών.
ΥΚ Άρθρο 141
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.0%
ΥΚ Άρθρο 141: Ένσταση 1. Οι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων του άρθρου 118 υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμόδιου Κλιμακίου του πειθαρχικού συμβουλίου. 2. Οι αποφάσεις των Κλιμακίων του πειθαρχικού συμβουλίου δεν υπόκεινται σε ένσταση. 3. Ένσταση ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου δικαιούνται να ασκήσουν: α) ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και β) υπέρ της διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου, κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο Υπουργός, καθώς και ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. 4. Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό. Ασκηθείσα ένσταση υπέρ της διοίκησης κοινοποιείται υποχρεωτικώς στον υπάλληλο με την ενημέρωση ότι έχει τη δυνατότητα υποβολής αντιρρήσεων εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της ένστασης υπέρ της διοίκησης ή από την πλήρη γνώση αυτής. 5. Το πειθαρχικό συμβούλιο, όταν κρίνει μετά από ένσταση του υπαλλήλου ή υπέρ του, δεν μπορεί να χειροτερεύει τη θέση του. Όταν κρίνει ένσταση υπέρ της διοίκησης, δεν μπορεί να επιβάλει ελαφρότερη ποινή από αυτήν που επιβλήθηκε. Όταν ασκούνται ενστάσεις τόσο από τον υπάλληλο όσο και υπέρ της διοίκησης, το πειθαρχικό συμβούλιο τις κρίνει από κοινού και δεν δεσμεύεται ως προς την ποινή που θα επιβάλλει. 6. Η προθεσμία για την άσκηση ένστασης και η άσκησή της, καθώς και η προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων και η υποβολή τους αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης. Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων κατά τον χρόνο της αναστολής διατηρούνται σε ισχύ. 7. Η ένσταση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου στο πειθαρχικό συμβούλιο. Η κατάθεση της ένστασης πραγματοποιείται επί αποδείξει, με κάθε πρόσφορο μέσο. Για την κατάθεση της ένστασης συντάσσεται πράξη στο σώμα της ένστασης, που φέρει ημερομηνία κατάθεσης και παραλαβής, το όνομα και την υπογραφή αυτού που κατέθεσε, εφόσον κατατίθεται αυτοπροσώπως, και το όνομα και την υπογραφή αυτού που παρέλαβε την ένσταση. Η ένσταση κοινοποιείται υποχρεωτικά από τον ενιστάμενο στην υπηρεσία του υπαλλήλου, προκειμένου να αποσταλεί στο πειθαρχικό συμβούλιο ο πλήρης φάκελος της πειθαρχικής υπόθεσης και σε περίπτωση υποβολής ένστασης υπέρ της διοίκησης και στον διωκόμενο υπάλληλο. Στις περιπτώσεις αποστολής της ένστασης με συστημένη αλληλογραφία, ως ημερομηνία κατάθεσης λογίζεται η ημερομηνία κατάθεσης της συστημένης αλληλογραφίας στο ταχυδρομικό κατάστημα. 8. [Καταργείται].
ΥΚ Άρθρο 110
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.6%
ΥΚ Άρθρο 110: Δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων 1. Η δίωξη και η τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. 2. Κατ’ εξαίρεση, για παραπτώματα που θα επέσυραν την ποινή της έγγραφης επίπληξης, η δίωξη απόκειται στη διακριτική εξουσία των πειθαρχικών οργάνων, τα οποία λαμβάνουν υπόψη αφενός το συμφέρον της υπηρεσίας και αφετέρου τις συνθήκες διάπραξής τους και 4121 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 την υπηρεσιακή γενικώς διαγωγή του υπαλλήλου. Αν το πειθαρχικό όργανο αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, υποχρεούται να ενημερώσει, με αιτιολογημένη έκθεσή του, τους ανώτερους πειθαρχικώς προϊσταμένους. Αντίγραφο της έκθεσης χορηγείται στον υπάλληλο. 3. Δεν επιτρέπεται δεύτερη πειθαρχική δίωξη για την ίδια πράξη. 4. Η βαθμολογική ή η μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμο παραπτώματος που διαπράχτηκε πριν από την εξέλιξη αυτή. 5. Πράξεις που έχουν τελεστεί από υπάλληλο κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του σε δημόσια υπηρεσία, οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα που δεν περιλαμβάνεται στη Γενική Κυβέρνηση, όπως αυτή ορίζεται στο ανωτέρω άρθρο, τιμωρούνται πειθαρχικά, εάν δεν έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής τους. 6. Αν σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα ασκείται πειθαρχική δίωξη εναντίον υπαλλήλου ο οποίος, με τις πληροφορίες που παρέσχε στις διωκτικές αρχές, συνέβαλε ουσιωδώς στην αποκάλυψη και δίωξή τους, για τη συνέχιση της διαδικασίας το πειθαρχικό όργανο οφείλει να αποδείξει ότι η δίωξη που άσκησε δεν οφείλεται στην προαναφερθείσα ουσιώδη συμβολή του υπαλλήλου. 7. Με την επιφύλαξη των π αρ. 3 και 4 του άρθρου 18 του ν. 4990/2022 (Α’ 210), περί προστασίας προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις ενωσιακού δικαίου, δεν διώκεται πειθαρχικά υπάλληλος, ο οποίος προέβη σε αναφορά παραβιάσεων, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4990/2022, είτε με εσωτερική ή εξωτερική αναφορά είτε με δημόσια αποκάλυψη, καθώς και με αναφορά στα οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4990/2022 περί προϋποθέσεων για την προστασία των αναφερόντων.
ΠΔ18 Άρθρο 56
Π.Δ. 18/1989 - Κωδικοποίηση διατάξεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα: 87.8%
ΠΔ18 Άρθρο 56: Λόγοι αναιρέσεως 1.Λόγοι αναιρέσεως είναι: α) Υπέρβαση καθηκόντων ή καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του διοικητικού δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. β) Μη νόμιμη συγκρότηση ή κακή σύνθεσή του. γ) Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. δ) Εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελής εφαρμογή του νόμου που διέπει την επίδικη σχέση και ε) Ύπαρξη δύο ή περισσότερων τελεσίδικων αποφάσεων που είναι αντιφατικές μεταξύ τους στην ίδια υπόθεση και για τους ίδιους διαδίκους. 2.Λόγοι που αφορούν πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή δεν δόθηκε απάντηση σε ισχυρισμό που έχει προβληθεί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, αν δεν τον περιγράφουν σαφώς και δεν παραπέμπουν συγκεκριμένως στο δικόγραφο με το οποίο έχει προβληθεί ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας.
ΠΔ18 Άρθρο 45
Π.Δ. 18/1989 - Κωδικοποίηση διατάξεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα: 87.6%
ΠΔ18 Άρθρο 45: Αίτηση ακυρώσεως 1.Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου. 2.Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη αν στρέφεται κατά εκτελεστής πράξης, κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο ενδικοφανής προσφυγή, που ασκείται κατά νόμο μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη ή άλλου οργάνου και καθιστά, δυνατή την επανεξέταση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ακυρώσεως επιτρέπεται μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της προσφυγής. Αν παρέλθει η προθεσμία που τάσσει τυχόν ειδικώς ο νόμος για την έκδοση αποφάσεως επί της ανωτέρω προσφυγής ή, σε περίπτωση που δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά της τεκμαιρόμενης, από την πάροδο της προθεσμίας, απορρίψεως της προσφυγής. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η απόφαση επί της προσφυγής, που τυχόν εκδόθηκε οποτεδήποτε έως τη συζήτηση. Η απόφαση αυτή μπορεί πάντως και αυτοτελώς να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως. 3.Σε περίπτωση διοικητικής διαδικασίας που προβλέπει περισσότερα στάδια για την κατ’ ουσίαν κρίση της υπόθεσης, αν το όργανο ενδιάμεσης βαθμίδας παραλείψει να αποφανθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία επί της προσφυγής που απευθύνεται σ’ αυτό ή, αν δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, μέσα σε ένα τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει μέσα στη νόμιμη προθεσμία κατά της παράλειψης αυτής στο ανώτερου βαθμού όργανο, στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο σύνολό της. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. 4.Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται στους όρους της παραγράφου 1, η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και κατά της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Η αρχή θεωρείται ότι αρνείται την ενέργεια αυτή όταν παρέλθει άπρακτη η ειδική προθεσμία που τυχόν τάσσει ο νόμος, διαφορετικά όταν παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση, η οποία εί,ναι υποχρεωμένη να χορηγεί ατελώς βεβαίωση για την ημέρα υποβολής της αίτησης αυτής. Αίτηση ακυρώσεως που ασκείται πριν παρέλθουν οι παραπάνω προθεσμίες είναι απαράδεκτη. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκείται παραδεκτώς κατά σιωπηρής αρνήσεως λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η τυχόν μεταγενέστερη ρητή αρνητική πράξη της Διοίκησης, η οποία μπορεί πάντως να προσβάλλεται και αυτοτελώς. 5.Δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές, που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. 6. Περισσότεροι μπορούν, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσουν κοινή αίτηση ακυρώσεως κατά των ίδιων πράξεων ή παραλείψεων προβάλλοντας με κοινό έννομο συμφέρον κοινούς λόγους ακυρώσεως ερειδόμενους επί της αυτής νομικής και πραγματικής βάσεως. Ο αριθμός των ομοδίκων σε κάθε δικόγραφο που κατατίθεται από 1ης.6.2020 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πενήντα (50). Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους. Σε περίπτωση έλλειψης συνάφειας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς την πρώτη προσβαλ λόμενη πράξη και τις συναφείς με αυτήν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τις υπόλοιπες.
ΥΚ Άρθρο 144
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.5%
ΥΚ Άρθρο 144: Εκτέλεση απόφασης 1. Η πειθαρχική απόφαση, κατά της οποίας δεν προβλέπεται δικαίωμα ένστασης ή κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένσταση, καθώς και η απόφαση που εκδίδεται επί της ένστασης εκτελείται, εκτός εάν έχει διαταχθεί αναστολή σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 142. Η εκτέλεση γίνεται από την οικεία υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Παράλειψη εκτέλεσης της ποινής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. 2. Σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής. 3. Κατά τον χρόνο της προσωρινής παύσης ο υπάλληλος απέχει από κάθε υπηρεσία. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας. 4. Όποιος τιμωρείται: α) με υποβιβασμό, δεν κρίνεται για προαγωγή ούτε ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου με οποιονδήποτε τρόπο, εάν δεν παρέλθει από την ημερομηνία εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που απαιτείται για προαγωγή, β) με αφαίρεση μισθολογικών κλιμακίων, δεν κατατάσσεται στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, εάν δεν παρέλθει από την ημερομηνία εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που απαιτείται για αλλαγή μισθολογικού κλιμακίου. 5. Η πειθαρχική απόφαση, η οποία επιβάλλει πρόστιμο ως ποινή ή χρηματικό ποσό ως διοικητική κύρωση, 4139 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 εκτελείται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που εντέλλεται την πληρωμή των αποδοχών του υπαλλήλου. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση, το πρόστιμο και το ποσό της διοικητικής κύρωσης εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη δημοσίων εσόδων. Για την καταβολή βαρύνεται αποκλειστικά ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και όχι οι κληρονόμοι του. Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμβάνει ο υπάλληλος κατά τον χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Όταν αυτό ορίζεται έως το ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του, παρακρατείται εφάπαξ από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την τελεσιδικία της απόφασης. Όταν είναι μεγαλύτερο, παρακρατείται τμηματικώς κατά μήνα. Η μηνιαία παρακράτηση καθορίζεται με την πειθαρχική απόφαση και δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερη από το ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του υπαλλήλου. 6. Αν ο διωκόμενος υπάλληλος αθωωθεί αμετάκλητα και εφόσον υποβάλλει σχετικό αίτημα, περίληψη της απόφασης αναρτάται βάσει του αιτήματος του υπαλλήλου στην ιστοσελίδα του φορέα ή δημοσιεύεται σε εφημερίδα που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Έντυπου Τύπου της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, τηρουμένων των διατάξεων περί προστασίας προσωπικών δεδομένων τρίτων προσώπων.
ΚΔ Άρθρο 158
Κώδικας Δικηγόρων
Σχετικότητα: 86.1%
ΚΔ Άρθρο 158: Έλεγχος των πειθαρχικών συμβουλίων 1. Στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διαβιβάζονται από τον γραμματέα του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου οι αποφάσεις αυτού, οι οποίες καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του Εισαγγελέα. 2. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά οποιασδήποτε απόφασης του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου εντός τριών (3) μηνών από την καταχώρησή της στο βιβλίο της εισαγγελίας. Η προσφυγή ασκείται είτε για εσφαλμένη ή πλημμελή εφαρμογή του νόμου είτε για λόγους ουσιαστικής εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών.
ΥΚ Άρθρο 124
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.9%
ΥΚ Άρθρο 124: Διαδικασία και συνέπειες παραπομπής 1. Στο έγγραφο, με το οποίο η υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 123, πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος υπάλληλος. 2. Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο σύμφωνα με τις διατάξεις του 4130 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 άρθρου 138 και αποστέλλεται με το φάκελο της υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο. Αν κατά τη διαδικασία ανακύψουν ευθύνες και για άλλους υπαλλήλους που δεν περιλαμβάνονται στο παραπεμπτήριο έγγραφο, το συμβούλιο τους καλεί σε απολογία και συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία χωρίς γνωστοποίηση του παραπεμπτηρίου. Στην περίπτωση αυτήν μπορεί να αποφασίζει τη συνεκδίκαση των παραπτωμάτων αυτών με τα παραπτώματα των περιλαμβανομένων στο παραπεμπτήριο. 3. Η έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου καταργεί την εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία ενώπιον άλλου πειθαρχικού οργάνου για τις ίδιες πειθαρχικά ελεγχόμενες πράξεις. 4. Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται. 5. Κατά την εξέταση της πειθαρχικής υπόθεσης από το αρμόδιο Κλιμάκιο, ο εισηγητής μπορεί να ζητεί να προσκομισθούν στοιχεία που λείπουν ή είναι χρήσιμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Οι αρχές προς τις οποίες απευθύνεται ο εισηγητής έχουν υποχρέωση να αποστείλουν αμελλητί τα στοιχεία και τις πληροφορίες που τους ζητεί. Ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών, μαζί με τον υπόλοιπο φάκελο της υπόθεσης πριν από την απολογία του, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 135. 6. Σε περιπτώσεις εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 117, η έκθεση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και το διαβιβαστικό έγγραφο του Διοικητή της Αρχής υπέχουν θέση παραπεμπτηρίου εγγράφου κατά την έννοια του παρόντος άρθρου και αναζήτηση συμπληρωματικών στοιχείων πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 του παρόντος. 7. Συμπληρωματικό παραπεμπτήριο έγγραφο εκδίδεται και κοινοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο, αν από τη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης για το παράπτωμα, για το οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί στο πειθαρχικό συμβούλιο, προκύπτει ότι τέλεσε και άλλο ή άλλα πειθαρχικά παραπτώματα ή προκειμένου να συμπεριληφθούν νέα στοιχεία που τροποποιούν ή συμπληρώνουν ουσιωδώς το αρχικό παραπεμπτήριο έγγραφο.
ΠτωχΚ Άρθρο 249
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.7%
ΠτωχΚ Άρθρο 249: Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο 1. Οι αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με εξαίρεση εκείνες που επιβάλλουν την επίπληξη σύμφωνα με το άρθρο 245, υπόκεινται σε έφεση εκ μέρους του καταδικασθέντος. Επίσης, σε έφεση ασκούμενη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης υ πόκεινται όλες οι αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η έφεση ασκείται ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου. 2. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι πενταμελές και αποτελείται από τον Πρόεδρο και τέσσερα (4) Τεύχος A’ 124/18.07.2021 ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 8449 μέλη, καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους, με τριετή θητεία. Με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 260 ορίζονται ως Πρόεδρος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με τον αναπληρωτή του, ένας αρεοπαγίτης και ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους, ένας καθηγητής ή αναπληρωτής καθηγητής νομικής σχολής Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.), εν ενεργεία ή ομότιμος, ένας δικηγόρος που έχει συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορία και προτείνεται από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, ένας λογιστής φοροτεχνικός Α΄ τάξης με εικοσαετή τουλάχιστον προϋπηρεσία που προτείνεται από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και ένας νόμιμος ελεγκτής με εικοσαετή τουλάχιστον προϋπηρεσία που προτείνεται από την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.). *** Η παρ.2 τροποποιήθηκε ως άνω με το άρθρο 37 παρ.6 Ν.4818/2021, ΦΕΚ Α 124/18.7.2021.
ΥΚ Άρθρο 122Α
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.5%
ΥΚ Άρθρο 122Α: Πειθαρχική συνδιαλλαγή 1. Σε περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, τα οποία δεν επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης και είτε εξ αυτών δεν έχει προκληθεί οικονομική ζημία είτε η προκληθείσα ζημία έχει αποκατασταθεί πλήρως από τον υπάλληλο, το ανώτατο μονομελές πειθαρχικό όργανο του φορέα, μετά από αίτημα του πειθαρχικώς διωκόμενου υπαλλήλου, το οποίο μπορεί να υποβληθεί μετά την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μέχρι και την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης ή την παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο, καλεί τον υπάλληλο να εμφανιστεί ενώπιόν του σε συνδιαλλαγή. Ο πειθαρχικώς προϊστάμενος αξιολογεί βάσει των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, του είδους του παραπτώματος, των συνθηκών τέλεσης, της προσωπικότητας του διωκόμενου υπαλλήλου και της εν γένει υπηρεσιακής του διαδρομής, εάν δύναται να εκδοθεί πρακτικό συνδιαλλαγής. 2. Το πρακτικό συνδιαλλαγής περιέχει κατ’ ελάχιστον: α) τον τόπο και τον χρόνο έκδοσής του, β) το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του πειθαρχικώς προϊσταμένου, γ) το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητα και τον βαθμό του διωκόμενου υπαλλήλου, δ) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο, ε) την υποβολή αιτήματος συνδιαλλαγής εκ μέρους του διωκόμενου υπαλλήλου, στ) πλήρη αιτιολογία για τους λόγους που, κατά την κρίση του πειθαρχικώς προϊσταμένου, επιτρέπουν τη συνδιαλλαγή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ζ) βεβαίωση περί απουσίας οικονομικής ζημίας ή περί 4129 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 πλήρους αποκατάστασης της οικονομικής ζημίας, που προκλήθηκε στον φορέα και η) ρητή και σαφή δήλωση ομολογίας του πειθαρχικώς διωκομένου περί αποδοχής της πειθαρχικής ευθύνης για τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις. 3. Το πρακτικό συνδιαλλαγής υπογράφεται από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο και από τον διωκόμενο υπάλληλο και δεν ανακαλείται. Εντός πέντε (5) ημερών από την κατάρτισή του, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος διαβιβάζει το πρακτικό συνδιαλλαγής, με το σύνολο του πειθαρχικού φακέλου στο πειθαρχικό συμβούλιο. 4. Το πειθαρχικό συμβούλιο, εκτιμώντας το πρακτικό συνδιαλλαγής και τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις συνδιαλλαγής, κηρύσσει ένοχο τον διωκόμενο και επιβάλλει σε αυτόν πειθαρχική ποινή, η οποία δεν μπορεί να είναι ανώτερη του προστίμου αποδοχών πέντε (5) μηνών και, σε περίπτωση συρροής περισσότερων αδικημάτων, του προστίμου αποδοχών δέκα (10) μηνών. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της συνδιαλλαγής, εφαρμόζεται η παρ. 9. 5. Αίτημα συνδιαλλαγής δύναται να υποβληθεί και μετά την παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο πριν από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 1 έως 4. Το αίτημα εξετάζεται από το αρμόδιο Κλιμάκιο του πειθαρχικού συμβουλίου και εφόσον επιτευχθεί συνδιαλλαγή, συντάσσεται πρακτικό συνδιαλλαγής σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 και ακολούθως το πειθαρχικό συμβούλιο κηρύσσει ένοχο τον διωκόμενο και επιβάλλει σε αυτόν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, εκτός από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή για το αποδιδόμενο στον διωκόμενο πειθαρχικό παράπτωμα. 6. Κατά του πρακτικού συνδιαλλαγής και της απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου, που εκδίδεται κατά την παρούσα διαδικασία, δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο. 7. Αν επιτευχθεί συνδιαλλαγή, πριν από την ολοκλήρωση πειθαρχικής ανάκρισης ή κλήσης σε απολογία, αυτές θεωρούνται περατωμένες. 8. Τα αιτήματα πειθαρχικής συνδιαλλαγής εξετάζονται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα κατά απόλυτη προτεραιότητα. 9. Αν δεν επιτευχθεί η συνδιαλλαγή, η αίτηση θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται μαζί με το οικείο υλικό, και αντίγραφά τους δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας.
ΥΚ Άρθρο 127
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.3%
ΥΚ Άρθρο 127: Πειθαρχική ανάκριση 1. Πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται μόνο κατά τη διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου και είναι υποχρεωτική, με εξαίρεση τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Όταν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτουν από τον φάκελο κατά τρόπο αναμφισβήτητο, μετά από ειδική κρίση του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη μη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης, κατά την οποία λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη αίτημα του διωκόμενου για εξέταση μαρτύρων, οι οποίοι δεν έχουν εξεταστεί ήδη σε οποιοδήποτε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, β) όταν ο υπάλληλος ομολογεί με την απολογία του κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα, γ) όταν ο υπάλληλος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα, δ) όταν έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση συμφώνως με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α ’ 96) για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα, ε) όταν έχει διενεργηθεί, πριν από την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου, ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.) ή άλλη ένορκη εξέταση για την απόδοση πειθαρχικού παραπτώματος σε συγκεκριμένο υπάλληλο, εφόσον αυτός ήταν σε θέση να ασκήσει τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 126. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου ή άλλου ελεγκτικού οργάνου της διοίκησης, στ) όταν έχει προηγηθεί πειθαρχική συνδιαλλαγή, η οποία κατέληξε σε σύνταξη πρακτικού συνδιαλλαγής. 2. Η πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται από μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου, το οποίο ορίζεται με απόφαση του Συντονιστή, η οποία εκδίδεται κατόπιν αιτήματος του Προέδρου του Κλιμακίου. 3. Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις που απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις, με αιτιολογημένη απόφαση του Συντονιστή δύναται να ανατίθεται η διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης σε μόνιμο υπάλληλο τουλάχιστον ομοιόβαθμο του διωκομένου που υπηρετεί σε διαφορετικό φορέα από τον φορέα όπου τελέστηκε το παράπτωμα. Αν σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν υπάρχει επαρκής αριθμός υπαλλήλων που να πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση, η διεξαγωγή της πειθαρχικής ανάκρισης ανατίθεται σε υπάλληλο του εποπτεύοντος Υπουργείου. Δεν ενεργούν πειθαρχική ανάκριση: α) τα μέλη του Κλιμακίου, τακτικά και αναπληρωματικά, στα οποία έχει ανατεθεί η υπόθεση, β) το μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου που έχει οριστεί εισηγητής της υπόθεσης, γ) τα πρόσωπα, στα οποία αποδίδεται το πειθαρχικό παράπτωμα, δ) οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι που έχουν εκδώσει την πειθαρχική απόφαση η οποία κρίνεται κατ’ ένσταση, ε) τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει ένορκη διοικητική εξέταση, στ) τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη. Ο εγκαλούμενος μπορεί να ζητήσει, με έγγραφη αίτηση μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την κλήση του για εξέταση, την εξαίρεση εκείνου που διεξάγει την ανάκριση. Στην αίτηση πρέπει να εκτίθενται, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, οι λόγοι της εξαίρεσης και να αναφέρονται τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί. Για την αίτηση εξαίρεσης αποφασίζει το Κλιμάκιο. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, οι ανακριτικές πράξεις που διενεργήθηκαν στο μεταξύ, είναι άκυρες και επαναλαμβάνονται εξαρχής. 4. Όποιος διεξάγει ανάκριση δικαιούται να ενεργήσει ανακριτικές πράξεις και εκτός της έδρας του. Επίσης, δικαιούται να ζητήσει την ενέργεια ανακριτικών πράξεων και εκτός της έδρας του από οποιαδήποτε διοικητική αρχή. 5. Η πειθαρχική ανάκριση είναι μυστική. 6. Η πειθαρχική ανάκριση περατώνεται εντός ενός (1) μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της σχετικής απόφασης του Συντονιστή στο μέλος του Συμβουλίου ή στον υπάλληλο, που θα τη διενεργήσει, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με πλήρως αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής. Η παράταση αυτή δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα. 7. Η πειθαρχική ανάκριση μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων παραπτωμάτων του ίδιου υπαλλήλου εφόσον προκύπτουν επαρκή στοιχεία. 8. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος ο οποίος ορίζεται από τον ενεργούντα την ανάκριση. 9. Το άρθρο 136Β, περί της δυνατότητας παράστασης του διωκομένου με τη χρήση τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης εφαρμόζεται αναλόγως.
ΚΠΔ Άρθρο 510
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.1%
ΚΠΔ Άρθρο 510: Λόγοι αναίρεσης 1. Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο: Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171), Β) η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, καθώς και η κατά το άρθρο 172 παρ. 2 έλλειψη ακρόασης, Γ) η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, Δ) η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, Ε) η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ΣΤ) η παραβίαση του δεδικασμένου και της εκκρεμοδικίας, Ζ) η καθ' ύλη αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που δίκασε, Η) η παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης (άρθρο 476) ή ως ανυποστήρικτης (άρθρο 501 παρ. 1), Θ) η υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν: α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση (άρθρα 41 και 53) ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 56) ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (άρθρο 438). 2. Από τους παραπάνω λόγους ο Άρειος Πάγος ερευνά τους υπό στοιχεία Α', ΣΤ', Ζ', Η' και Θ' προβαλλόμενους, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας. 3. Εκτός από τους πιο πάνω λόγους μπορούν να προταθούν, σε ό,τι αφορά το μέρος της απόφασης το σχετικό με την απόδοση όσων αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων, και οι λόγοι αναίρεσης οι οποίοι προβλέπονται από την πολιτική δικονομία.
ΠτωχΚ Άρθρο 245
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.3%
ΠτωχΚ Άρθρο 245: Πειθαρχικές ποινές 1. Πειθαρχικές ποινές κατά σειρά βαρύτητας είναι: α) η έγγραφη επίπληξη, β) η επιβολή προστίμου ύψους έως και είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και, σε περίπτωση υποτροπής, προστίμου ύψους έως και σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, γ) η προσωρινή απαγόρευση ανάληψης καθηκόντων διαχειριστή αφερεγγυότητας ή απασχόλησης σε αυτά για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως δώδεκα (12) μήνες, δ) η προσωρινή αφαίρεση της άδειας για χρονικό διάστημα έως δύο (2) ετών, η οποία επιβάλλεται ιδίως σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων περί κωλυμάτων και η παραίτηση από τη θέση στην οποία έχει διορισθεί χωρίς σπουδαίο λόγο, και ε) η οριστική αφαίρεση της άδειας και διαγραφή από το μητρώο. 2. Κάθε πειθαρχική ποινή καταχωρίζεται στο μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας ή στο μητρώο πιστοποιημένων προσώπων, κατά περίπτωση.
Ν3852 Άρθρο 233
Ν. 3852/2010 - Καλλικράτης
Σχετικότητα: 83.3%
Ν3852 Άρθρο 233: Πειθαρχική ευθύνη 1. Την πειθαρχική δικαιοδοσία ως προς τους περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, περιφερειακούς συμβούλους, δημάρχους, αντιδημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, προέδρους κοινοτήτων και συμβούλους κοινότητας, η οποία αφορά παραβάσεις των καθηκόντων τους, ασκεί ο Επόπτης Ο.Τ.Α. 2. Στους αιρετούς της παραγράφου 1 επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές της αργίας έως έξι (6) μηνών και της έκπτωσης. 3. Ο Επόπτης Ο.Τ.Α. μπορεί να επιβάλλει τις πειθαρχικές ποινές της προηγούμενης παραγράφου στους αιρετούς που αναφέρονται σε αυτή: α. αν έχουν διαπράξει σοβαρή παράβαση των καθηκόντων τους ή υπέρβαση της αρμοδιότητάς τους από δόλο ή βαριά αμέλεια, β. αν έχουν διαπράξει παραβάσεις των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί σύμφωνα με ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. 4. Οι πειθαρχικές ποινές της παραγράφου 2 επιβάλλονται ύστερα από προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 234. 5. Τα πειθαρχικά παραπτώματα της παραγράφου 3 υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την ημέρα που διαπράχθηκαν.
ΠτωχΚ Άρθρο 243
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.1%
ΠτωχΚ Άρθρο 243: Πειθαρχικά παραπτώματα του διαχειριστή αφερεγγυότητας ή του πιστοποιημένου προσώπου είναι: α) η παραβίαση υποχρέωσης του διαχειριστή αφερεγγυότητας σύμφωνα με διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένου του κώδικα δεοντολογίας της παρ. 1 του άρθρου 262, β) η μη αποδοχή του διορισμού του, χωρίς σπουδαίο λόγο, ή η παραίτησή του, χωρίς σπουδαίο λόγο, γ) η παράβαση των καθηκόντων του διαχειριστή, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, δ) η απόκτηση παράνομου οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ίδιου του διαχειριστή αφερεγγυότητας, του πιστοποιημένου προσώπου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, ε) η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων συμπεριλαμβανομένης και της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκτέλεσή τους, στ) η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας για γεγονότα και πληροφορίες, των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και ζ) κάθε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με την ιδιότητά του, η οποία πλήττει το κύρος του επαγγέλματος.
ΥΚ Άρθρο 118
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.4%
ΥΚ Άρθρο 118: Αρμοδιότητα πειθαρχικώς προϊσταμένων 1. Όλοι οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι μπορούν να επιβάλλουν την ποινή της έγγραφης επίπληξης. Την ποινή του προστίμου μπορούν να επιβάλλουν οι εξής με τις πιο κάτω διακρίσεις: α) ο Υπουργός, έως και τις αποδοχές πέντε (5) μηνών, β) ο Γενικός Γραμματέας Υπουργείου ή Γενικής Γ ραμματείας, ο Υπηρεσιακός Γραμματέας Υπουργείου, ο Γραμματέας και ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο Ειδικός Γραμματέας Υπουργείου, ο Επόπτης Ο.Τ.Α., ο Διοικητής του Αγίου Όρους, ο πρόεδρος ή ο επικεφαλής ανεξάρτητης αρχής, ο διοικητής ή ο πρόεδρος συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί διοίκηση, ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και οι αρχηγοί του στρατού ξηράς, του ναυτικού και της αεροπορίας, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος έως και τις αποδοχές τεσσάρων (4) μηνών, γ) οι διοικητές μονάδων και σχολών των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής, οι διευθυντές καταστημάτων και οι προϊστάμενοι στρατιωτικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών των σωμάτων ασφαλείας ή του λιμενικού σώματος, αν είναι ανώτατοι αξιωματικοί, έως και τις αποδοχές δύο (2) μηνών και αν είναι ανώτεροι έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός, δ) ο υποδιοικητής, ο γενικός γραμματέας ή ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας νομικού προσώπου έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός, ε) ο πρύτανης Α.Ε.Ι. έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός. Ο κοσμήτορας σχολής Α.Ε.Ι., έως και τα δύο τρίτα (2/3) των μηνιαίων αποδοχών, στ) ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης έως και τα δύο τρίτα (2/3) των μηνιαίων αποδοχών, ζ) ο προϊστάμενος διεύθυνσης έως και το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών. 2. Η αρμοδιότητα των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστη, εκτός εάν από διάταξη νόμου προβλέπεται διαφορετικά. 3. Αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι εκείνος στον οποίο υπάγεται οργανικά ο υπάλληλος κατά τον χρόνο τέλεσης του παραπτώματος. Αν ο υπάλληλος υπηρετεί σε άλλη υπηρεσία από αυτή της οργανικής του θέσης, αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο υπάλληλος κατά τον χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος, εφόσον το πειθαρχικό παράπτωμα σχετίζεται με την άσκηση καθηκόντων του στην υπηρεσία αυτή. Αν ο υπάλληλος κατά την τέλεση του παραπτώματος δεν υπηρετεί στην οργανική του θέση, αλλά σε άλλη υπηρεσία που δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα, αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι ο επικεφαλής του φορέα της οργανικής θέσης, ο οποίος επιλαμβάνεται είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτημα του επικεφαλής της υπηρεσίας, όπου τελέστηκε το παράπτωμα. 4. Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως. 5. Αν έχουν επιληφθεί αρμοδίως περισσότεροι πειθαρχικώς προϊστάμενοι, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται μόνο από εκείνον που κάλεσε πρώτος σε απολογία τον υπάλληλο. Ο ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος έχει, σε κάθε περίπτωση, δικαίωμα να ζητήσει την παραπομπή σε αυτόν της πειθαρχικής υπόθεσης, εφόσον δεν έχει εκδοθεί πειθαρχική απόφαση. 6. Αν ο πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο οποίος έχει επιληφθεί, κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του, παραπέμπει την υπόθεση σε οποιονδήποτε ανώτερο αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενο μέχρι και τον Υπουργό ή τον επικεφαλής του φορέα. Αν ο Υπουργός ή ο επικεφαλής του φορέα κρίνουν ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη και της δικής τους αρμοδιότητας, παραπέμπουν την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο. Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 117 η παραπομπή γίνεται από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.
ΚΔ Άρθρο 139
Κώδικας Δικηγόρων
Σχετικότητα: 81.6%
ΚΔ Άρθρο 139: Γενικές αρχές 1. Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη. 2. Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από τα Πειθαρχικά Συμβούλια. 3. Η ποινική διαδικασία δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Ο πειθαρχικός δικαστής δύναται να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, έως ότου περατωθεί η ποινική. Σε περίπτωση αθώωσης στην ποινική δίκη, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται αν έχει τιμωρηθεί ο διωχθείς. Πάντως, οι διαπιστώσεις που εμπεριέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα, για την ύπαρξη ή μη ορισμένων γεγονότων, γίνονται δεκτές και στην πειθαρχική δίκη. 4. Κανένας δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο και επιβάλλεται μόνο μία πειθαρχική ποινή. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Διαφορετική νομική υπαγωγή των ίδιων περιστατικών δεν καθιστά την πειθαρχική αγωγή νέα. 5. Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής. 6. Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο άρση του ποινικώς κολάσιμου της πράξης ή η ολική ή μερική άρση των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης. 7. Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας και εσωτερικοί κανονισμοί του οικείου δικηγορικού συλλόγου, αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων του Συλλόγου και αποφάσεις της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις που είναι ευμενέστερες, για τον διωκόμενο. 8. Παραίτηση ή μετάθεση του δικηγόρου πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης δεν παρακωλύει την εξέλιξή της ούτε την καταργεί.
ΚΠολΔ Άρθρο 559
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 81.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 559: Αναίρεση επιτρέπεται μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας, 3) αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί, 4) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, 5) αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46, 6) αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, 7) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 9) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, 10) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (διεγράφησαν λέξεις.) 11) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, 12) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, 13) αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, 14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, 15) αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση, 16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, 17) αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, 18) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, 19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 20) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
ΥΚ Άρθρο 114
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.2%
ΥΚ Άρθρο 114: Σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας με την ποινική δίκη 1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. 2. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. 3. Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. 4. Αν μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται ο υπάλληλος ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση των παραπτωμάτων που επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται με τη διαδικασία του άρθρου 143. Επίσης επαναλαμβάνεται η πειθαρχική διαδικασία, αν μετά την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης, με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη, για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά ο υπάλληλος. 5. Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται και όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική πειθαρχική απόφαση, χωρίς να έχει λάβει υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε. 6. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών έχει υποχρέωση να ανακοινώνει αμέσως στην υπηρεσία του υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ’ αυτού. Ο Γραμματέας του Δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην ίδια υπηρεσία τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και τις εκδιδόμενες σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις κατά του υπαλλήλου. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση, στην υπηρεσία του υπαλλήλου. Αν δεν προκύπτει η υπηρεσία του υπαλλήλου, η ανακοίνωση των προηγούμενων εδαφίων γίνεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και η αρμόδια υπηρεσία αναζητείται από τα στοιχεία του υπαλλήλου που τηρούνται στο Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου. Με την επιφύλαξη των καταδικαστικών αποφάσεων όπου η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι υποχρεωτική, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα οφείλουν εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών μετά την ως άνω ενημέρωσή τους να αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του υπαλλήλου.
Ν3852 Άρθρο 220
Ν. 3852/2010 - Καλλικράτης
Σχετικότητα: 80.5%
Ν3852 Άρθρο 220: Υπηρεσιακές μεταβολές- βαθμολογική εξέλιξη 1. Στον Επόπτη Ο.Τ.Α. επιβάλλονται οι εξής πειθαρχικές ποινές: α) η έγγραφη επίπληξη, β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές τριών (3) μηνών, γ) η οριστική παύση. 2. Την πειθαρχική εξουσία επί του Επόπτη Ο.Τ.Α. ασκεί ο Υπουργός Εσωτερικών και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Ο Υπουργός Εσωτερικών μπορεί να επιβάλλει στον Επόπτη Ο.Τ.Α. την ποινή της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου έως τις αποδοχές τριών (3) μηνών. Την ποινή της οριστικής παύσης επιβάλλει το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο Υπουργός Εσωτερικών. Τεύχος Α’ 133/19.07.2018 3. Ο Υπουργός Εσωτερικών παύει από τη θέση του τον Επόπτη Ο.Τ.Α. σε περίπτωση διάπραξης σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων, μετά από σύμφωνη γνώμη του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, καθώς και σε περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων του ή ύστερα από αίτηση παραίτησής του. 4. Κατά της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών ή του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλει ποινή, ασκείται προσφυγή ουσίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Για τον Επόπτη Ο.Τ.Α. ισχύουν κατά τα λοιπά οι πειθαρχικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. 5. Όταν ως Επόπτης Ο.Τ.Α. υπηρετεί μόνιμος δημόσιος υπάλληλος και επιβληθεί σε αυτόν η ποινή της παύσης λόγω σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος στην άσκηση των καθηκόντων του, σύμφωνα με την παράγραφο 2, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο κρίνει, στη συνέχεια, εάν η σοβαρότητα του διαπραχθέντος πειθαρχικού παραπτώματος επιβάλλει και να απολυθεί από τη θέση του δημοσίου υπαλλήλου ή να του επιβληθεί άλλη πειθαρχική ποινή. 6. Αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο για τα θέματα που αφορούν το προσωπικό των ΑΥΕ Ο.Τ.Α. είναι το οικείο συμβούλιο του Υπουργείου Εσωτερικών. 7. Την πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Ο.Τ.Α. ασκούν: α. Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εποπτείας Ο.Τ.Α. β. Ο Επόπτης Ο.Τ.Α. 8. Αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για τα θέματα που αφορούν το προσωπικό των ΑΥΕ Ο.Τ.Α. είναι το κοινό Πειθαρχικό Συμβούλιο των υπαλλήλων του Υπουργείου Εσωτερικών, των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των φορέων που υπάγονται σε αυτές. 9. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται, ως προς το προσωπικό της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Ο.Τ.Α., οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα.
ΚΔ Άρθρο 142
Κώδικας Δικηγόρων
Σχετικότητα: 80.2%
ΚΔ Άρθρο 142: Πειθαρχικές ποινές 1. Οι πειθαρχικές ποινές είναι: α) η σύσταση, β) η επίπληξη, γ) το πρόστιμο από πεντακόσια (500) μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, δ) η προσωρινή παύση από το δικηγορικό λειτούργημα έως δώδεκα (12) μήνες και ε) η οριστική παύση από το δικηγορικό λειτούργημα. Οι ποινές της επίπληξης και του προστίμου μπορούν να επιβληθούν και σωρευτικά». 2. Η ποινή της οριστικής παύσης επιβάλλεται μόνο σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν και ο βαθμός υπαιτιότητας του διωκόμενου μαρτυρούν ότι αυτός δεν έχει συναίσθηση των βασικών υποχρεώσεών του ως δικηγόρου ή θίγουν σοβαρά το κύρος του δικηγορικού λειτουργήματος. Τέτοιες προϋποθέσεις συντρέχουν: α) αν ο διωκόμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα για κακούργημα, β) αν καταδικάσθηκε αμετάκλητα για οποιοδήποτε πλημμέλημα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6 του Κώδικα, γ) (ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΩΣ ΜΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ). 3. (ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΩΣ ΜΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ). 4. Η παρ. 2 του άρθρου 7 δεν εφαρμόζεται κατά την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης.
ΥΚ Άρθρο 119Γ
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.0%
ΥΚ Άρθρο 119Γ: Αρμοδιότητα των Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα 1. Τα Τριμελή Κλιμάκια συνεδριάζουν για να: α) εξετάσουν, κατόπιν παραπομπής, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 123 και 124, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, υποθέσεις που αφορούν σε πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία δεν μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, και μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε άλλη ποινή. Αν το Τριμελές Κλιμάκιο κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα δύναται να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, παραπέμπει την υπόθεση στο Πενταμελές Κλιμάκιο, το οποίο, εξετάζοντάς την, μπορεί να επιβάλλει οποιαδήποτε ποινή, β) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις που υποβάλλονται από τον υπάλληλο ή υπέρ του κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων, με την επιφύλαξη των περ. γ) και ε) της παρ. 2, γ) γνωμοδοτήσουν για τη δυνητική θέση υπαλλήλων σε καθεστώς αργίας και τη συνέχιση αυτής κατά το άρθρο 104 και εξετάσουν αιτήματα επιστροφής αποδοχών αργίας ή αναστολής άσκησης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 105. 2. Τα Πενταμελή Κλιμάκια συνεδριάζουν για να: α) εξετάσουν, κατόπιν παραπομπής, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 123 και 124, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, υποθέσεις που αφορούν σε πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, και μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή, β) εξετάσουν, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, τις πειθαρχικές υποθέσεις των προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και άλλων ανώτατων υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., συμπεριλαμβανομένων των Υπηρεσιακών Γραμματέων και των Συντονιστών Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, γ) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις που υποβάλλονται από τον υπάλληλο ή υπέρ του κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων που επιβάλλουν πειθαρχική ποινή προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών και άνω, δ) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις που υποβάλλονται υπέρ της Διοίκησης κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων, ε) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις για την ίδια υπόθεση, οι οποίες έχουν ασκηθεί υπέρ της Διοίκησης και από τον υπάλληλο ή υπέρ του. 3. Το Ειδικό Πενταμελές Κλιμάκιο συνεδριάζει για να εξετάσει κατ’ απόλυτη προτεραιότητα υποθέσεις, για τις οποίες μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και οι οποίες θίγουν σοβαρά το κύρος της Υπηρεσίας και προκαλούν το δημόσιο αίσθημα.
Ν3852 Άρθρο 237
Ν. 3852/2010 - Καλλικράτης
Σχετικότητα: 79.7%
Ν3852 Άρθρο 237: Παύση 1. Περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι, πρόεδροι κοινοτήτων και μέλη συμβουλίων κοινότητας επιτρέπεται να παυθούν για σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη έκθεση του οικείου Επόπτη Ο.Τ.Α. και σύμφωνη γνώμη πειθαρχικού συμβουλίου, το οποίο αποτελείται: α) από έναν πρόεδρο Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ως πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, β) δύο εφέτες, που έχουν τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στο βαθμό αυτόν και υπηρετούν στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με τους αναπληρωτές τους, γ) δύο εφέτες, που έχουν τριετή τουλάχιστον υπηρεσία Τεύχος Α’ 133/19.07.2018 στο βαθμό αυτόν και υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, με τους αναπληρωτές τους, δ) έναν προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών, με τον αναπληρωτή του και ε) τον πρόεδρο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, προκειμένου για τους αιρετούς των δήμων, ή τον πρόεδρο της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας, προκειμένου για τους αιρετούς των περιφερειών, με τους αναπληρωτές τους. Τα δικαστικά μέλη του συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά, ορίζονται από το όργανο που διευθύνει το οικείο δικαστήριο. Ο ανωτέρω προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης και ο αναπληρωτής του ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών. Οι αναπληρωτές του προέδρου της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας και του προέδρου της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτών. Το πειθαρχικό συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών με θητεία δύο (2) ετών. 2. Για τον ίδιο λόγο και με την ίδια διαδικασία, μπορεί να διαλυθεί ένα δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο. Η διάλυση αυτή επιφέρει και τη διάλυση των συμβουλίων των κοινοτήτων, καθώς και την παύση των προέδρων των κοινοτήτων με μόνιμο πληθυσμό έως 300 κατοίκους. Στην περίπτωση αυτή γίνεται νέα εκλογή σύμφωνα με το άρθρο 56, εφόσον πρόκειται για δημοτικό συμβούλιο, ή το άρθρο 158 εφόσον πρόκειται για περιφερειακό συμβούλιο. 3. Κατά της απόφασης της παραγράφου 1 που διατάσσει την παύση, ο παυθείς μπορεί να ασκήσει προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίησή της σε αυτόν. 4. Καθήκοντα γραμματέα του συμβουλίου της παραγράφου 1 εκτελεί υπάλληλος της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών του κλάδου ΠΕ Διοικητικού με βαθμό Α΄, που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Εσωτερικών. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 10 του άρθρου 234 εφαρμόζονται αναλόγως.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 129
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.7%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 129: Υποχρεώσεις της Διοίκησης «1. Το Δημόσιο και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου προς τα οποία γίνονται οι κατά το προηγούμενο άρθρο επιδόσεις, έχουν υποχρέωση να αποστέλλουν στο δικαστήριο τον κατά το άρθρο 149 διοικητικό φάκελο, με αναλυτική έκθεση απόψεων για τη διαφορά και, ειδικότερα, για τους προβαλλόμενους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς. 2. «Η έκθεση με τον κατά την προηγούμενη παράγραφο διοικητικό φάκελο διαβιβάζονται στο δικαστήριο τριάντα (30) ημέρες τουλάχιστον πριν από τη δικάσιμο». Στις υποθέσεις, για τις οποίες η κατά το άρθρο 128 προθεσμία έχει συντμηθεί, τα στοιχεία αυτά διαβιβάζονται στο δικαστήριο τουλάχιστον οκτώ ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης διαβίβασης, η υπόθεση αναβάλλεται, αν το ζητήσει εκείνος που έχει ασκήσει το ένδικο βοήθημα ή μέσο ή εκείνος που έχει ασκήσει την παρέμβαση. Για την αναβολή αυτή γίνεται ιδιαίτερη μνεία στα πρακτικά. 3. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης παράλειψης της διαβίβασης ή εκπρόθεσμης διαβίβασης προς το δικαστήριο των στοιχείων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, το δικαστήριο καταλογίζει σε βάρος της αρχής και υπέρ του αντιδίκου της χρηματική ποινή εκατό έως πεντακόσια ευρώ. Ως αδικαιολόγητη θεωρείται η παράλειψη της διαβίβασης ή η εκπρόθεσμη διαβίβαση, εφόσον δεν παρέχονται στο δικαστήριο επαρκείς εξηγήσεις. Η ανωτέρω ποινή καταλογίζεται με την οριστική απόφαση, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα. Χωρεί, πάντως, αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας. 4. Αν στη δικάσιμο που ορίζεται μετά την πρώτη αναβολή η αρχή δεν διαβιβάσει τα κατά την παράγραφο 1 στοιχεία, το δικαστήριο προβαίνει υποχρεωτικά σε συζήτηση της υπόθεσης και, εφόσον από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια των ισχυρισμών των διαδίκων, αποφαίνεται κατ' ουσίαν επί της διαφοράς, εκδίδοντας οριστική απόφαση. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3. 5. Η παράλειψη της διαβίβασης ή η εκπρόθεσμη διαβίβαση προς το δικαστήριο των στοιχείων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό αδίκημα των αρμόδιων για την ενέργεια αυτή υπαλλήλων. Η σχετική πειθαρχική δίκη ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις για το πειθαρχικό δίκαιο κάθε κατηγορίας υπαλλήλων. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να ζητήσει και ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με έγγραφό του προς τον αρμόδιο Υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτήν, καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης, η πειθαρχική δε απόφαση εκδίδεται το αργότερο μέσα σε έξι μήνες από τη λήψη του εγγράφου για την άσκησή της και κοινοποιείται στον πρόεδρο του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. 6. Η χρηματική ποινή που καταλογίστηκε σε βάρος της αρχής σύμφωνα με την παράγραφο 3 καταλογίζεται περαιτέρω και ανεξαρτήτως της πειθαρχικής διώξεως που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, με πράξη του αρμόδιου οργάνου σε βάρος του υπαλλήλου που είχε την ευθύνη για την εμπρόθεσμη διαβίβαση των στοιχείων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 και σωρευτικά σε βάρος του προϊσταμένου της οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης, στην οποία υπηρετούσε ο υπάλληλος κατά το χρονικό διάστημα που συντελέστηκε η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων των παραγράφων 1 και 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται η διαδικασία καταλογισμού και είσπραξης της χρηματικής ποινής και ρυθμίζεται κάθε σχετικό ζήτημα για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.»
ΚΠΔ Άρθρο 251
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.6%
ΚΠΔ Άρθρο 251: Καθήκοντα εκείνου που ενεργεί την ανάκριση - Αρχή της αναλογικότητας 1. Ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι στους οποίους έχουν ανατεθεί ανακριτικές πράξεις κατά το άρθρο «249 παρ. 2 και 3» οφείλουν χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα και τους υπαιτίους του, να εξετάζουν μάρτυρες και κατηγορουμένους, να μεταβαίνουν επί τόπου για ενέργεια αυτοψίας, αφού πάρουν μαζί τους, αν υπάρχει ανάγκη, ιατροδικαστές ή άλλους πραγματογνώμονες, να διεξάγουν έρευνες, να καταλαμβάνουν πειστήρια και γενικά να ενεργούν οτιδήποτε είναι αναγκαίο για τη συλλογή και τη διατήρηση των αποδείξεων, καθώς και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος. 2. Κατά τη διενέργεια κάθε ανακριτικής πράξης ο ανακριτής «και οι ανακριτικοί υπάλληλοι» οφείλουν να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος).
ΥΚ Άρθρο 104
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.3%
ΥΚ Άρθρο 104: Δυνητική θέση σε αργία - Αναστολή άσκησης καθηκόντων 1. Αν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος μπορεί να τίθεται σε αργία, κατόπιν γνωμοδότησης του πειθαρχικού συμβουλίου, ο υπάλληλος, κατά του οποίου: α) Έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα, το οποίο μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία με την επιφύλαξη των περ. γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 103. Ειδικά, προκειμένου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος ο υπάλληλος μπορεί να τίθεται σε αργία, εφόσον έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο για το αδίκημα αυτό. β) Έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα, το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης. γ) Υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για έκνομη διαχείριση, οι οποίες στηρίζονται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή αρμόδιου επιθεωρητή. 2. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και πριν γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα, όπου υπηρετεί, το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του. Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδίκαια, εάν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του μέτρου της αναστολής δεν του κοινοποιηθεί η πράξη της παρ. 3 κατόπιν γνωμοδότησης του πειθαρχικού συμβουλίου. 3. Η πράξη, με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του, εκδίδεται από τον οικείο Υπουργό ή τον επικεφαλής της Ανεξάρτητης Αρχής ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή, αν δεν υπάρχει, από τον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ύστερα από γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία απαιτείται προηγούμενη ακρόαση αυτού από το πειθαρχικό συμβούλιο. 4. Εντός τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την πάροδο ενός (1) έτους από τη θέση σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτήσει, ύστερα από ερώτημα του αρμόδιου διοικητικού οργάνου για τη συνέχιση ή μη της αργίας, άλλως η αργία αίρεται. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδίκαια μετά από την πάροδο δύο (2) ετών από την έκδοση της απόφασης θέσης του υπαλλήλου σε αργία. 5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση της πράξης επαναφοράς ή αυτοδίκαια από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης που δεν συνεπάγεται έκπτωση ή την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης, η οποία δεν επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή από τη συμπλήρωση της διετίας κατά την παρ. 4. 6. Σε περιπτώσεις δημοσίου συμφέροντος, ο υπάλληλος δύναται, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου, να μετακινείται υποχρεωτικά ή να μετατίθεται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του υπηρεσιακού συμβουλίου από την οργανική μονάδα, όπου υπηρετεί, για τη διασφάλιση της αντικειμενικότητας της διαδικασίας διερεύνησης διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος ή ποινικού αδικήματος και της εύρυθμης λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας. Σε περίπτωση μετάθεσης, το υπηρεσιακό συμβούλιο εξετάζει κατ’ απόλυτη προτεραιότητα το ερώτημα και γνωμοδοτεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.
ΥΚ Άρθρο 120
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.2%
ΥΚ Άρθρο 120: Αρμοδιότητα υπηρεσιακών συμβουλίων "1. Τα πειθαρχικά συμβούλια μπορεί να επιβάλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή. Τα πειθαρχικά συμβούλια κρίνουν σε πρώτο βαθμό ύστερα από παραπομπή της υπόθεσης σε αυτά και σε δεύτερο βαθμό ύστερα από άσκηση ένστασης κατά αποφάσεων πειθαρχικών προϊσταμένων. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφαίνεται σε δεύτερο βαθμό ύστερα από ένσταση κατά αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων και σε πρώτο βαθμό για την εκδίκαση του παραπτώματος της παραγράφου 2 του άρθρου 122 του παρόντος. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των ανωτάτων υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο κρίνει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. 2. Αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο είναι το συμβούλιο της υπηρεσίας στην οποία υπάγεται οργανικά ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 117 του παρόντος. Προκειμένου για υπάλληλο ο οποίος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος υπηρετεί με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση σε άλλη υπηρεσία, αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο είναι το συμβούλιο της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί εφόσον το πειθαρχικό παράπτωμα σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του στην υπηρεσία αυτή. 3. Συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ περισσότερων πειθαρχικών συμβουλίων για την κρίση του ίδιου παραπτώματος αίρονται από τον πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Οι καταφατικές συγκρούσεις αίρονται, εφόσον δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση ενός τουλάχιστον από τα συμβούλια που έχουν επιληφθεί. Οι αποφατικές συγκρούσεις αίρονται, εφόσον οι αποφάσεις δύο τουλάχιστον συμβουλίων που έχουν κηρυχθεί αναρμόδια, είναι τελεσίδικες. Για την άρση απαιτείται αίτηση της υπηρεσίας ή του υπαλλήλου. Αν πρόκειται για καταφατική σύγκρουση, την άρση μπορεί να τη ζητήσει και ο πρόεδρος ενός από τα πειθαρχικά συμβούλια που έχουν επιληφθεί."
ΠΔ18 Άρθρο 50
Π.Δ. 18/1989 - Κωδικοποίηση διατάξεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα: 78.6%
ΠΔ18 Άρθρο 50: (άρθρα 50, παρ. 1, 2, 3, 5 ν.δ. 170/1973, 30 ν. 702/1977) Συνέπειες απόφασης 1.Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη. 2.Η απόρριψη της αίτησης δεν αποκλείει την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου κατά της ίδιας πράξης από άλλον που έχει το δικαίωμα αυτό. 3.Στις περιπτώσεις παραλείψεων όταν το Συμβούλιο δέχεται την αίτηση παραπέμπει την υπόθεση στην αρμόδια αρχή για να εκτελέσει την οφειλόμενη ενέργεια. 4.Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από την δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση. 5.Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτηση που κρίθηκε από το Συμβούλιο.
Ν3852 Άρθρο 252
Ν. 3852/2010 - Καλλικράτης
Σχετικότητα: 78.2%
Ν3852 Άρθρο 252: Πειθαρχικό Δίκαιο – Δικαιοδοσία 1. Οι διατάξεις του Πειθαρχικού Δικαίου του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α ’ 26), όπως κάθε φορά ισχύουν, εφαρμόζονται και για τους υπαλλήλους των ΟΤΑ β ’ Βαθμού. 2. Πειθαρχική δικαιοδοσία στους υπαλλήλους ασκούν: α) Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι τους, 4147 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 β) το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα, γ) ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, δ) το διοικητικό εφετείο, ε) το Συμβούλιο της Επικρατείας. 3. Πειθαρχικώς προϊστάμενοι είναι: α) Ο περιφερειάρχης για όλους τους υπαλλήλους που υπάγονται στην αρμοδιότητά του, β) ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, γ) ο Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, δ) ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης. 4. Όλοι οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι μπορούν να επιβάλουν την ποινή της έγγραφης επίπληξης. Την ποινή του προστίμου μπορούν να επιβάλουν οι εξής: α) Ο περιφερειάρχης έως και τις αποδοχές πέντε (5) μηνών, β) ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, έως και τις αποδοχές τεσσάρων (4) μηνών, γ) ο Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, έως και τα δύο τρίτα (2/3) των μηνιαίων αποδοχών, δ) ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης, έως και το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών. 5. [Καταργείται]
ΥΚ Άρθρο 145
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.2%
ΥΚ Άρθρο 145: Διαγραφή πειθαρχικών ποινών "1. Διαγράφονται αυτοδικαίως η ποινή της επίπληξης μετά τρία (3) έτη, του προστίμου μετά οκτώ (8) έτη και οι λοιπές ποινές, εκτός από τις ποινές της οριστικής και προσωρινής παύσης και του υποβιβασμού, μετά δέκα (10) έτη, εφόσον κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε με άλλη ποινή. Ο χρόνος της διαγραφής υπολογίζεται από την εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής. 2. Ο πειθαρχικός φάκελος ποινής που διαγράφεται, αφαιρείται από το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελεί στοιχείο κρίσης του."
ΥΚ Άρθρο 119Β
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.0%
ΥΚ Άρθρο 119Β: Λειτουργία των Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα - Εξουσιοδοτική διάταξη 1. Με απόφαση του Συντονιστή συγκροτούνται τα Κλιμάκια του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ως εξής: α) τα Τριμελή Κλιμάκια, τα οποία αποτελούνται από έναν (1) Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, έναν (1) Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) και έναν (1) Δικαστικό Πληρεξούσιο του Ν.Σ.Κ. με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους, β) τα Πενταμελή Κλιμάκια, τα οποία αποτελούνται από έναν (1) Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, δύο (2) Παρέδρους του Ν.Σ.Κ. και δύο (2) Δικαστικούς Πληρεξουσίους του Ν.Σ.Κ. με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους και γ) το Ειδικό Πενταμελές Κλιμάκιο, το οποίο αποτελείται από τον Συντονιστή, δύο (2) Νομικούς Συμβούλους του Κράτους, με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους, έναν (1) Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. και έναν (1) Δικαστικό Πληρεξούσιο του Ν.Σ.Κ., με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους. Στα Κλιμάκια προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμό λειτουργός. Με την ίδια απόφαση του Συντονιστή κατανέμονται και οι καθ’ ύλην αρμοδιότητες των Κλιμακίων. 2. Οι αποφάσεις των Τριμελών και των Πενταμελών Κλιμακίων κατά την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών, τα οποία διατυπώνουν τη γνώμη τους και ψηφίζουν κατά σειρά αρχαιότητας, αρχίζοντας από το νεότερο μέλος. Σε κάθε Κλιμάκιο ως εισηγητές ορίζονται με πράξη του Προέδρου του μόνο μέλη αυτού, τακτικά ή αναπληρωματικά. Κατ’ εξαίρεση, με απόφαση του Συντονιστή, μετά από αιτιολογημένο αίτημα του Προέδρου του Κλιμακίου, δύναται τακτικά και αναπληρωματικά μέλη άλλων Κλιμακίων να ορίζονται εισηγητές χωρίς δικαίωμα ψήφου. Δεν επιτρέπεται η αποχή από την ψηφοφορία ή η λευκή ψήφος. 3. Τα Τριμελή Κλιμάκια βρίσκονται σε απαρτία όταν είναι παρόντα όλα τα μέλη τους. Τα Πενταμελή Κλιμάκια βρίσκονται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τρία (3) τουλάχιστον μέλη τους, στα οποία απαραιτήτως περιλαμβάνεται ο Πρόεδρος του Κλιμακίου ή ο αναπληρωτής του. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης. Αν υπάρξει ισοψηφία, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Αν κατά τη διάσκεψη διατυπώνονται για κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο (2) γνώμες, με αποτέλεσμα να μην σχηματίζεται πλειοψηφία, όσοι ακολουθούν την ασθενέστερη οφείλουν να ακολουθήσουν μία από τις επικρατέστερες. 4. Δεν δύναται να είναι μέλη των Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου όσοι έχουν τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή ή εκκρεμεί σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη ή δεν μπορούν να ασκήσουν καθήκοντα μέλους του Πειθαρχικού Συμβουλίου με πλήρη θητεία ενόψει συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας και αποχώρησης από την Υπηρεσία. 5. Στα Τριμελή ή Πενταμελή Κλιμάκια δύναται, ύστερα από αίτηση του διωκόμενου υπαλλήλου, να παραστεί, χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκπρόσωπος τριτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, προκειμένου να τοποθετηθεί είτε εγγράφως είτε προφορικά ενώπιον του Κλιμακίου. Η μη παράσταση του ανωτέρω εκπροσώπου δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας. 6. Η λειτουργία των Κλιμακίων διέπεται συμπληρωματικά από τα άρθρα 13 έως 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45) περί συγκρότησης, σύνθεσης, συνεδριάσεων, λειτουργίας και περί αποφάσεων, αντίστοιχα. 7. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία εκδίδεται κατόπιν εισήγησης του Συντονιστή του Πειθαρχικού Συμβουλίου, εκδίδεται Κανονισμός Λειτουργίας του Πειθαρχικού Συμβουλίου, για τη ρύθμιση επιμέρους θεμάτων εσωτερικής διάρθρωσης και λειτουργίας του Πειθαρχικού Συμβουλίου, που δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος ή με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Με την ίδια απόφαση δύναται να καθορίζεται ενιαίος τύπος εγγράφων για τις διαδικασίες, που υλοποιούνται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο.
ΠτωχΚ Άρθρο 254
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.8%
ΠτωχΚ Άρθρο 254: Ακροαματική διαδικασία και έκδοση απόφασης από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο 1. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο διωκόμενος μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με δικηγόρο. Ασκεί το δικαίωμα υπεράσπισής του, καλώντας με δική του ευθύνη, χωρίς υποχρεωτική προδικασία, μάρτυρες για να καταθέσουν υπέρ του ή για την υπόθεσή του. 2. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο μέσα σε έξι (6) το αργότερο μήνες από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση. Ο χρόνος αυτός παρατείνεται αναλόγως, εάν έχει διαταχθεί η αναστολή της πειθαρχικής δίωξης. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που έγινε δεκτή αίτηση εξαίρεσης και, εξαιτίας της ανέφικτης συγκρότησης του Πειθαρχικού Συμβουλίου με νέα σύνθεση, παραπέμπεται η υπόθεση σε άλλο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η απόφαση κοινοποιείται στον διωχθέντα και στον Υπουργό Οικονομικών. 3. Αν το πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά και αξιόποινη πράξη, η αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση, καθώς και το απαλλακτικό βούλευμα δεν εμποδίζουν το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο να εκδικάσει την υπόθεση στην ουσία της και να εκδώσει απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη του τη σχετική ποινική δικογραφία, την οποία οφείλει να αποστείλει σε αντίγραφα ο αρμόδιος εισαγγελέας, ύστερα από σχετική αίτηση του εισηγητή της υπόθεσης.
ΕΚ Άρθρο 109
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 77.6%
ΕΚ Άρθρο 109: Συνέπειες παραβάσεων 1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 107 και 108 είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέστηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 107 και 108 τιμωρείται με φυλάκιση ή χρηματική ποινή (άρθρο 5 του ν. 1338/1983 - Α ’ 36, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 1440/1984 - Α ’ 70). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα.
ΥΚ Άρθρο 143
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.6%
ΥΚ Άρθρο 143: Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας 1. Την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 114, ζητούν: α) ο υπάλληλος, όταν έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση κατόπιν αίτησής του, η οποία υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από τότε που η ποινική απόφαση κατέστη αμετάκλητη και β) υποχρεωτικά τα όργανα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 123, όταν έχει εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τότε που κατέστη αμετάκλητη ή από τότε που έλαβαν γνώση. 2. Η αίτηση για την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας απευθύνεται στο πειθαρχικό συμβούλιο. 3. Αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ελαφρότερη ποινή ή να απαλλαγεί ο υπάλληλος. Αν ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί με οριστική ή προσωρινή παύση ή υποβιβασμό, το υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί μετά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας και την έκδοση απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου να αποφασίσει και τη βαθμολογική ή μισθολογική του αποκατάσταση. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο υπάλληλος παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενώνεται.
ΠΔ18 Άρθρο 23
Π.Δ. 18/1989 - Κωδικοποίηση διατάξεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα: 76.6%
ΠΔ18 Άρθρο 23: Απόψεις της Διοίκησης και φάκελος της υπόθεσης - Στοιχεία των διαδίκων 1. Το καθ’ ού η αίτηση ακύρωσης ή η προσφυγή Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έχει την υποχρέωση να εκθέσει τις απόψεις του για καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους, διευκρινίζοντας σαφώς το συναφές με κάθε λόγο πραγματικό μέρος. 2. Η έκθεση των απόψεων της Διοίκησης και ο φάκελος της υπόθεσης αποστέλλονται στο Δικαστήριο εντός τριών (3) μηνών από την επίδοση του ενδίκου βοηθήματος σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 21. Εντός της ίδιας προθεσμίας προσκομίζουν και οι λοιποί διάδικοι κάθε στοιχείο για την απόδειξη του εννόμου συμφέροντος και των πραγματικών ισχυρισμών τους. Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 20Α, η έκθεση και ο φάκελος αποστέλλονται τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο που ορίζεται με την πράξη της παρ. 3 του άρθρου 20, εφόσον η επίδοση του ενδίκου βοηθήματος και της πράξης ορισμού δικασίμου γίνει τουλάχιστον δύο (2) μήνες πριν από τη δικάσιμο. Σε διαφορετική περίπτωση η έκθεση και ο φάκελος αποστέλλονται σε εύλογο χρόνο πριν από τη δικάσιμο. Αν υποβληθούν πρόσθετοι λόγοι, η Διοίκηση μπορεί πάντοτε να συμπληρώνει τις απόψεις της εντός εύλογου χρόνου από την επίδοσή τους. Η παρ. 2 του άρθρου 25 και η παρ. 2 του άρθρου 33 εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή. 3. Την έκθεση απόψεων της Διοίκησης προσυπογράφουν ο νομικός σύμβουλος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου που έχει εντολή να υποστηρίζει τα συμφέροντά τους, καθώς και οι καθ’ ύλην αρμόδιοι υπάλληλοι, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις διοικητικές πράξεις και με την ευθύνη που καθιερώνουν οι κανόνες αυτοί. 4. Η έκθεση των απόψεων της Διοίκησης και ο φάκελος που τη συνοδεύει υποβάλλονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα από την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162 του ν. 4764/2020 (Α’ 256). Η έκθεση απόψεων και το διαβιβαστικό έγγραφο, αν υπάρχει, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του ν. 4727/2020 (Α’ 184). Στην έκθεση απόψεων επισημαίνονται διακριτά τα έγγραφα που αποτελούν περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που αποστέλλεται και περιέχουν στοιχεία στα οποία η Διοίκηση ζητεί να μην επιτραπεί η πρόσβαση των λοιπών διαδίκων για τον λόγο ότι παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.
ΠΔ18 Άρθρο 52
Π.Δ. 18/1989 - Κωδικοποίηση διατάξεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα: 76.5%
ΠΔ18 Άρθρο 52: Αναστολή εκτέλεσης 1. Αν υποβληθεί αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αρμόδια αρχή μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε την αίτηση ακύρωσης, να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. 2. Επιτροπή που συγκροτείται κάθε φορά από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου τμήματος και απαρτίζεται από τον ίδιο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, τον Πάρεδρο ή τον Εισηγητή που ορίζεται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 20 ή τον εισηγητή της υπόθεσης που ορίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 20, και έναν (1) Σύμβουλο, μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακύρωσης, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση, η οποία εκδίδεται σε συμβούλιο. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου Τμήματος μπορεί να εισαγάγει την αίτηση, λόγω της σπουδαιότητας των ζητημάτων που ανακύπτουν, σε Επιτροπή με πενταμελή σύνθεση. Αν η Επιτροπή Τμήματος διαπιστώνει αντίθετη νομολογία, παραπέμπει με πρακτικό την αίτηση στην Επιτροπή της Ολομέλειας με πενταμελή σύνθεση. Στις Επιτροπές με πενταμελή σύνθεση, εκτός από τα μέλη που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, μετέχουν Σύμβουλοι. Σε περίπτωση παραπομπής στην Επιτροπή της Ολομέλειας, εισηγητής παραμένει εκείνος που είχε οριστεί αρχικά, εφόσον είναι Σύμβουλος ή Πάρεδρος, άλλως ως εισηγητής ορίζεται με την παραπεμπτική απόφαση Σύμβουλος, επικουρούμενος από τον Εισηγητή που μετείχε στην ίδια Επιτροπή. Οι Πάρεδροι και οι Εισηγητές συμμετέχουν στις ανωτέρω επιτροπές με αποφασιστική ψήφο. 3. Με πράξη που συντάσσεται επάνω στο δικόγραφο της αίτησης, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου Τμήματος τάσσει προθεσμία στην αρμόδια αρχή, για να διαβιβάσει στο Δικαστήριο τον φάκελο της υπόθεσης και τις απόψεις της Διοίκησης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται το άρθρο 20. Η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση, με επιμέλεια του αιτούντος, στην αρμόδια αρχή, αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναστολής με την πράξη του Προέδρου. Με το δικόγραφο αυτό επιδίδεται και αντίγραφο του κυρίου δικογράφου. Μέχρι τη λήξη της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου ο αιτών οφείλει να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζει τους ισχυρισμούς του. 4. Αντίγραφο της αίτησης αναστολής επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος και σε οποιονδήποτε έχει δικαίωμα να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη. Ο τελευταίος δικαιούται να υποβάλει ενώπιον της Επιτροπής υπόμνημα και πριν ακόμη ασκήσει παρέμβαση. Το υπόμνημα υπόκειται στα τέλη της αίτησης αναστολής. 5. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου Τμήματος μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την αίτηση αναστολής ή αυτοτελώς μετά από την κατάθεσή της, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης, η οποία καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής αποφαίνεται ο Πρόεδρος το ταχύτερο δυνατόν μετά από την προσκόμιση του αποδεικτικού επίδοσης στην αρμόδια αρχή της αίτησης αναστολής που περιέχει το σχετικό αίτημα ή της αίτησης αναστολής και της αυτοτελούς αίτησης για τη χορήγηση προσωρινής διαταγής. Η αρμόδια αρχή μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις της μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις ο Πρόεδρος αποφαίνεται και χωρίς τις πιο πάνω επιδόσεις, οι οποίες, σε περίπτωση έκδοσης προσωρινής διαταγής, γίνονται από τον αιτούντα αμέσως. Σε διαφορετική περίπτωση η προσωρινή διαταγή ανακαλείται κατά τη διάταξη του επόμενου εδαφίου. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής και μπορεί να ανακληθεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, από τον Πρόεδρο ή την Επιτροπή. Η αίτηση για ανάκληση προσωρινής διαταγής επιδίδεται με επιμέλεια αυτού που την υπέβαλε σε εκείνον που άσκησε την αίτηση αναστολής, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την επίδοση. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, η ανάκληση της προσωρινής διαταγής μπορεί να γίνεται και πριν από την επίδοση της σχετικής αίτησης στον αιτούντα. 6. Η αίτηση διαλαμβάνει τους ειδικούς λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτέλεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αίτηση γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης ακύρωσης. Η αίτηση, όμως, μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αναστολή της εκτέλεσης θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 7. Αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Η Επιτροπή, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να ασκεί ταυτόχρονα τις αρμοδιότητες του συμβουλίου του άρθρου 34Γ για το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των άρθρων 34Α και 34Β. 8. Η Επιτροπή, εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. 9. Η απόφαση της Επιτροπής για την αίτηση αναστολής μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση της αρμόδιας αρχής ή εκείνου που θα είχε δικαίωμα παρέμβασης στην ακυρωτική δίκη. Την ανάκληση μπορεί να δικαιολογήσουν μόνο νεότερα κρίσιμα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Επιτροπής κατά την έκδοση της απόφασής της ή μεταβολή των δεδομένων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης. 10. Αν απορριφθεί η αίτηση αναστολής, επιτρέπεται η άσκηση νέας αίτησης υπό τις προϋποθέσεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 9, που εφαρμόζεται αναλόγως. 11. Αν υποβληθεί παραίτηση από την αίτηση αναστολής, συντάσσεται πρακτικό και αποδίδεται το παράβολο στον αιτούντα. Μετά από την έκδοση οριστικής απόφασης για το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο, η εκκρεμής αίτηση αναστολής τίθεται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Γ ραμματέα, με την οποία αποδίδεται και το παράβολο στον αιτούντα. 12. Ως προς τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 39.
ΠτωχΚ Άρθρο 246Α
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.2%
ΠτωχΚ Άρθρο 246Α: Διαγραφή πειθαρχικών ποινών 1. Μετά την εκτέλεσή τους, οι πειθαρχικές ποινές διαγράφονται, ως εξής: α) η επίπληξη, μετά τα τρία (3) έτη, β) η επιβολή προστίμου, μετά τα οκτώ (8) έτη, και γ) οι λοιπές ποινές, μετά τα δέκα (10) έτη, αν κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε με άλλη ποινή. Οι ποινές της οριστικής και προσωρινής αφαίρεσης της άδειας και διαγραφής από το μητρώο, δεν διαγράφονται. 2. Ο πειθαρχικός φάκελος ποινής που διαγράφεται, αφαιρείται από το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελεί στοιχείο κρίσης του.
ΥΚ Άρθρο 105
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 76.2%
ΥΚ Άρθρο 105: Συνέπειες αργίας 1. Ο υπάλληλος, ο οποίος έχει τεθεί σε αναστολή καθηκόντων ή τελεί σε κατάσταση αργίας, απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του. 2. Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας ή αναστολής άσκησης καθηκόντων καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί αμετάκλητα με πειθαρχική ποινή προστίμου αποδοχών έως τεσσάρων (4) μηνών. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί αμετάκλητα από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή δεν επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για έκνομη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών που παρακρατήθηκε. Ειδικά στην περίπτωση αναστολής άσκησης καθηκόντων, το μέρος των αποδοχών που παρακρατήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής επιστρέφεται αν ο υπάλληλος δεν τεθεί σε δυνητική αργία σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 104. 3. Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, παύει να δικαιούται αποδοχές αργίας. 4. Κατά τη διάρκεια της αργίας και της αναστολής άσκησης καθηκόντων εφαρμόζονται τα άρθρα 31 έως 35, περί περιορισμών των υπαλλήλων και ασυμβίβαστων έργων ή ιδιοτήτων, και δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε υπηρεσιακή μεταβολή του υπαλλήλου. 5. Σε περίπτωση υποχρεωτικής μετακίνησης ή μετάθεσης σύμφωνα με την π αρ. 6 του άρθρου 104, ο υπάλληλος δύναται να επανέλθει κατόπιν αίτησής του, στην οργανική μονάδα, από την οποία μετακινήθηκε ή μετατέθηκε, εφόσον απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ή ποινική ευθύνη ή δεν του επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή του επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή έως το πρόστιμο αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών.
ΥΚ Άρθρο 68
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.9%
ΥΚ Άρθρο 68: Απόσπαση «1. Η απόσπαση, ήτοι η απομάκρυνση του υπαλλήλου για ορισμένο χρονικό διάστημα από την υπηρεσία στην οποία ανήκει η οργανική θέση που κατέχει και η ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων σε άλλη υπηρεσία, διενεργείται για την κάλυψη επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών προσωρινού χαρακτήρα, και αφορά την άσκηση καθηκόντων κλάδου για τον οποίο ο υπάλληλος διαθέτει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση την οποία ανήκει οργανικά. 2. Επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων δημοσίων υπηρεσιών κάθε μορφής ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου σε υπηρεσία άλλου Υπουργείου ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε ΟΤΑ α' και β' βαθμού ή σε Ν.Π.Ι.Δ., σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες στο ΕΣΚ. 3. Επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλου από μία αρχή σε άλλη του ίδιου Υπουργείου ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που εποπτεύεται από τον οικείο Υπουργό, αντιστρόφως και μεταξύ αυτών, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες στο πλαίσιο της ενδοϋπουργικής κινητικότητας. 4. Η απόφαση απόσπασης εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των σχετικών αιτήσεων. 5. Η διάρκεια των ανωτέρω αποσπάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα (1) έτος συνολικά. Με πρωτοβουλία της υπηρεσίας υποδοχής και συναίνεση του υπαλλήλου είναι δυνατή η παράτασή της για τρεις (3) μήνες. Κατ' εξαίρεση η απόσπαση σε υπηρεσία απομακρυσμένης -παραμεθόριας περιοχής δύναται να παραταθεί κατά ένα (1) έτος. 6. Η απόσπαση παύει αυτοδικαίως, όταν λήξει το χρονικό όριο της παραγράφου 5. Ο υπάλληλος με τη λήξη της απόσπασης επανέρχεται υποχρεωτικά στη θέση του χωρίς άλλη διατύπωση. Αν εκκρεμεί αίτημα μετάταξης του αποσπασμένου υπαλλήλου στον ίδιο φορέα, η απόσπαση παρατείνεται μέχρι τη δημοσίευση της πράξης μετάταξης και πάντως όχι πέραν των τριών (3) μηνών από τη λήξη της απόσπασης. 7. Οι αποδοχές του αποσπασμένου υπαλλήλου καταβάλλονται από την υπηρεσία υποδοχής. 8. Απαγορεύεται η απόσπαση υπαλλήλου, με γενικές ή ειδικές διατάξεις, πριν παρέλθει διετία από το διορισμό του. 9. Απαγορεύεται η απόσπαση υπαλλήλου που έχει επιλεγεί ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας, εάν προηγουμένως δεν έχει γίνει δεκτή αίτηση απαλλαγής του από τα εν λόγω καθήκοντα. Αν ο αποσπασμένος υπάλληλος επιλεγεί ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας, παύει αυτοδικαίως η απόσπαση από την τοποθέτησή του ως προϊσταμένου. 10. Η απόσπαση μπορεί να παύει οποτεδήποτε πριν από τη λήξη του χρονικού ορίου της παραγράφου 5 για λόγους αναγόμενους στην υπηρεσία. 11. Δεν επιτρέπεται απόσπαση υπαλλήλου πριν παρέλθει διετία από τη λήξη της προηγούμενης απόσπασης, με εξαίρεση την απόσπαση για συνυπηρέτηση συζύγων και την απόσπαση σε υπηρεσία απομακρυσμένης-παραμεθόριας περιοχής. 12. Διατηρούνται σε ισχύ μόνο οι ειδικές διατάξεις που προβλέπεται ρητά ότι εξαιρούνται από το ΕΣΚ.»
ΚΠολΔ Άρθρο 553
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 74.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 553: 1. Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο εξαιτίας καθ' ύλην αναρμοδιότητας και εκείνων που έχουν εκδοθεί κατά παράβαση του αρ. 46 από το δικαστήριο στο οποίο έγινε η παραπομπή, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. 2. Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση.
ΥΚ Άρθρο 9
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.7%
ΥΚ Άρθρο 9: Απόλυση από άλλη θέση για πειθαρχικούς λόγους Δεν διορίζονται υπάλληλοι όσοι απολύθηκαν από θέση δημόσιας υπηρεσίας ή Ο.Τ.Α. ή άλλου νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στην περ. α ’ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα που δεν περιλαμβάνεται στη Γενική Κυβέρνηση, όπως αυτή ορίζεται στο ανωτέρω άρθρο, λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζομένου, αν δεν παρέλθει δεκαετία από την απόλυση. Για τη διαπίστωση του ως άνω κωλύματος διορισμού υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση από τον ενδιαφερόμενο, το αληθές περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια υπηρεσία διορισμού με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στο Μητρώο Απογραφής Ελληνικού Δημοσίου. Το παρόν ισχύει και για όσους υπαλλήλους απώλεσαν την υπαλληλική τους ιδιότητα και ακολούθως τους επιβλήθηκε αμετάκλητα η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης λόγω συνέχισης της πειθαρχικής διαδικασίας μετά τη λύση της υπαλληλικής τους σχέσης.
ΠΔ18 Άρθρο 17
Π.Δ. 18/1989 - Κωδικοποίηση διατάξεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα: 74.7%
ΠΔ18 Άρθρο 17: Άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων 1. Τα ένδικα βοηθήματα και μέσα ενώπιον του Συμβουλίου ασκούνται δια καταθέσεως δικογράφου. 2. Το δικόγραφο πρέπει να περιέχει το όνομα εκείνου που ασκεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο, την ηλεκτρονική διεύθυνση, τη διεύθυνση της κατοικίας του, τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, την προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση, τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο, χρονολογία και υπογραφή. 3. Η αόριστη μνεία στα δικόγραφα ως προσβαλλόμενης και κάθε συναφούς πράξης ή απόφασης δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο να ερευνήσει από την άποψη αυτή την υπόθεση. 4. Τα δικόγραφα της αίτησης ακυρώσεως, της προσφυγής και της αίτησης αναιρέσεως, που ασκούνται από ιδιώτη, υπογράφονται μόνο από δικηγόρο. Τα δικόγραφα των ενδίκων αυτών βοηθημάτων και μέσων, όταν ασκούνται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπογράφονται από τον οικείο λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή δικηγόρο. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους, την παρέμβαση, την τριτανακοπή, την αίτηση ερμηνείας ή διόρθωσης αποφάσεως και την αίτηση αναστολής εκτελέσεως. 5. Όταν η προσφυγή ασκείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το δικόγραφο υπογράφεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους, την παρέμβαση, την τριτανακοπή και την αίτηση ερμηνείας ή διόρθωσης αποφάσεως. 6. Τα δικόγραφα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, καθώς και τα δικόγραφα πρόσθετων λόγων και παρεμβάσεων δεν υπερβαίνουν τις τριάντα (30) σελίδες. Σε περίπτωση υπέρβασης του αριθμού αυτού, η Γ ραμματεία, κατόπιν συνεννοήσεως με τον Πρόεδρο του αρμόδιου σχηματισμού, καλεί πριν από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια τον πληρεξούσιο δικηγόρο να περιορίσει την έκταση του δικογράφου στους ανωτέρω αριθμούς σελίδων εντός προθεσμίας η οποία δεν υπερβαίνει τον έναν (1) μήνα. Η πρόσκληση του δικηγόρου, η οποία μπορεί να γίνει με κάθε τρόπο από τον αρμόδιο γραμματέα, βεβαιώνεται από τον ίδιο με καταχώριση σχετικής σημείωσης στον φάκελο της δικογραφίας, την οποία χρονολογεί και υπογράφει. Τα ως άνω προσαρμοσμένα δικόγραφα είναι τα μόνα που λαμβάνονται υπόψη για την εκδίκαση της υπόθεσης και επιδίδονται στους διαδίκους σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Εμπρόθεσμη επίδοση του αρχικού (μη προσαρμοσμένου) δικογράφου, πριν από την κατά τα ανωτέρω προσαρμογή του, θεωρείται έγκυρη. Στην περίπτωση αυτή, το προσαρμοσμένο δικόγραφο δεν επιδίδεται και ο αρμόδιος γραμματέας γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο μέσο στους διαδίκους την κατάθεσή του και καταχωρίζει σχετική βεβαίωση σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο. Ως άσκηση του οικείου δικονομικού δικαιώματος νοείται σε κάθε περίπτωση η κατάθεση του αρχικού δικογράφου. Άλλα δικόγραφα, καθώς και τα υπομνήματα των διαδίκων, τα οποία υπερβαίνουν τις είκοσι (20) σελίδες, απορρίπτονται ως απαράδεκτα στο σύνολό τους με τη δικαστική απόφαση που εκδίδεται για το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Με τον Κανονισμό του Συμβουλίου της Επικρατείας θεσπίζονται ειδικότερες ρυθμίσεις για τη μορφή και το περιεχόμενο των δικογράφων. 7. Εντός ενός (1) μηνός από τη λήξη της προθεσμίας που τέθηκε για την προσαρμογή του αρχικού δικογράφου ο διάδικος που δεν υπέβαλε καθόλου το προσαρμοσμένο δικόγραφο ή το υπέβαλε κατά τρόπο μη σύμφωνο με την παρ. 6, έχει δικαίωμα να καταθέσει νέο προσαρμοσμένο δικόγραφο, τηρώντας το όριο σελίδων της παρ. 6, αφού καταβάλει παράβολο ίσο προς το τριπλάσιο του παραβόλου που προβλέπεται για το οικείο ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμοζόμενης κατά τα λοιπά της παρ. 6. Αν δεν προβλέπεται παράβολο για συγκεκριμένο δικόγραφο (πρόσθετοι λόγοι, παρέμβαση), για την κατάθεση του προσαρμοσμένου δικογράφου κατατίθεται παράβολο ίσο προς το τριπλάσιο του παράβολου που προβλέπεται για το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο. Αν το δικαίωμα αυτό του διαδίκου δεν ασκηθεί σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται με απόφαση του δικαστικού σχηματισμού σε συμβούλιο του άρθρου 34Γ που εκδίδεται κατά το άρθρο 34Α και διατάσσεται η κατάπτωση του κατατεθέντος παράβολου. Κάθε άλλο δικόγραφο, εκτός από το ένδικο βοήθημα ή μέσο, απορρίπτεται ως απαράδεκτο με τη δικαστική απόφαση που εκδίδεται για το ένδικο βοήθημα ή μέσο.
ΚΠολΔ Άρθρο 566
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 74.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 566: Στοιχεία αναιρετηρίου 1. Το αναιρετήριο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει, της προσβαλλόμενης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης. 1Α. Το αναιρετήριο δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) σελίδες, το δικόγραφο πρόσθετων λόγων τις είκοσι (20) σελίδες, των προτάσεων και των υπομνημάτων τις δέκα (10) σελίδες, της αίτησης αναστολής, κατά το άρθρο 565, τις πέντε (5) σελίδες. Στο όριο των προσδιοριζόμενων για τα ως άνω δικόγραφα σελίδων δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία των διαδίκων μερών, η διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε περίπτωση ουσιώδους υπέρβασης του αριθμού αυτού, η Γραμματεία ενημερώνει τον Πρόεδρο του αρμόδιου Τμήματος ή της Ολομέλειας, ο οποίος με πράξη του, που εκδίδεται αμέσως μετά την κατάθεση και τον προσδιορισμό της δικασίμου του δικογράφου αυτού, καλεί τον πληρεξούσιο δικηγόρο να περιορίσει την έκταση του δικογράφου στους ανωτέρω αριθμούς σελίδων εντός προθεσμίας η οποία δεν υπερβαίνει τον έναν (1) μήνα. Η πρόσκληση του δικηγόρου, η οποία μπορεί να γίνει με κάθε τρόπο από τον αρμόδιο γραμματέα, βεβαιώνεται από τον ίδιο με καταχώριση σχετικής σημείωσης στον φάκελο της δικογραφίας, την οποία χρονολογεί και υπογράφει. Τα ως άνω προσαρμοσμένα δικόγραφα είναι τα μόνα που λαμβάνονται υπόψη για την εκδίκαση της υπόθεσης και επιδίδονται στους διαδίκους σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Εμπρόθεσμη επίδοση του αρχικού, μη προσαρμοσμέν ου, δικογράφου, πριν από την κατά τα ανωτέρω προσαρμογή του, θεωρείται έγκυρη. Στην περίπτωση αυτή, το προσαρμοσμένο δικόγραφο δεν επιδίδεται και ο αρμόδιος γραμματέας γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο μέσο στους διαδίκους την κατάθεσή του και καταχωρίζει σχετική βεβαίωση σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο. Ως άσκηση του οικείου δικονομικού δικαιώματος νοείται σε κάθε περίπτωση η κατάθεση του αρχικού δικογράφου. Σε περίπτωση μη προσαρμογής του οικείου δικογράφου στο προβλεπόμενο, ως ανωτέρω, όριο σελίδων, δεν λαμβάνονται υπόψη λόγοι ή ισχυρισμοί, που περιλαμβάνονται στις πλεονάζουσες σελίδες αυτού. Με τον Κανονισμό λειτουργίας του Αρείου Πάγου, θεσπίζονται ειδικότερες ρυθμίσεις για τη μορφή και το περιεχόμενο των δικογράφων. 2. Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.
Ν4412 Άρθρο 372
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 74.6%
Ν4412 Άρθρο 372: Δικαστική προστασία - Αρμόδιο δικαστήριο 1. Όποιος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και υφίσταται ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από ενδεχόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί δημόσιων συμβάσεων, μπορεί, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης και ακύρωσης των αποφάσεων της Α.Ε.Π.Π.. Το αυτό ισχύει και σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής. Δικαίωμα άσκησης του ως άνω ένδικου βοηθήματος έχει και η αναθέτουσα αρχή, αν η Α.Ε.Π.Π. κάνει δεκτή την προδικαστική προσφυγή, αλλά και αυτός του οποίου έχει γίνει εν μέρει δεκτή η προδικαστική προσφυγή. Με την απόφαση της Α.Ε.Π.Π. λογίζονται ως συμπροσβαλλόμενες και όλες οι συναφείς προς την εν λόγω απόφαση πράξεις ή παραλείψεις της αναθέτουσας αρχής, εφόσον έχουν εκδοθεί ή συντελεστεί, αντιστοίχως, έως τη συζήτηση της αίτησης. Όταν η Α.Ε.Π.Π. απορρίπτει την προδικαστική προσφυγή, νομιμοποιούνται παθητικώς η Α.Ε.Π.Π. και η αναθέτουσα αρχή. Όταν η Α.Ε.Π.Π. κάνει δεκτή την προδικαστική προσφυγή, νομιμοποιείται παθητικώς μόνο η Α.Ε.Π.Π.. 2. Η αίτηση αναστολής και ακύρωσης περιλαμβάνει μόνο αιτιάσεις που είχαν προταθεί με την προδικαστική προσφυγή ή αφορούν στη διαδικασία ενώπιον της Α.Ε.Π.Π. ή το περιεχόμενο των αποφάσεών της. Η αναθέτουσα αρχή, εφόσον ασκήσει την αίτηση της παρ. 1, μπορεί να προβάλει και οψιγενείς ισχυρισμούς αναφορικά με τους επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την άμεση ανάθεση της σύμβασης. 3. Αρμόδιο για την εκδίκαση των υποθέσεων του παρόντος είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής. Κατ’ εξαίρεση, διαφορές οι οποίες προκύπτουν κατά την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης έργων ή υπηρεσιών και δημόσιων συμβάσεων, οι οποίες υλοποιούνται ως Συμπράξεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.) σύμφωνα με τον ν. 3389/2005 (Α’ 232), εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ομοίως, διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ, με εκτιμώμενη αξία μεγαλύτερη των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. 4. Η αίτηση ασκείται εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ ή από την παρέλευση της προθεσμίας για την έκδοση απόφασης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 367 περί διαδικασίας λήψης απόφασης και συνεπειών των αποφάσεων της ΕΑΔΗΣΥ. Η δικάσιμος για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης δεν πρέπει να απέχει πέραν των εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση του δικογράφου. Ο Πρόεδρος του αρμοδίου Τμήματος ορίζει με πράξη του τον εισηγητή, καθώς και την ημέρα και την ώρα εκδίκασης της αίτησης. Αντίγραφο της αίτησης με κλήση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος προς την ΕΑΔΗΣΥ, προς την αναθέτουσα αρχή, αν δεν έχει ασκήσει αυτή την αίτηση, για να προσκομίσει τον φάκελο της υπόθεσης και τις απόψεις της, καθώς και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο, την κλήτευση του οποίου διατάσσει με πράξη του ο Πρόεδρος ή ο προεδρεύων του αρμοδίου Δικαστηρίου ή Τμήματος, έως την επόμενη ημέρα από την κατάθεση της αίτησης. Σε περίπτωση άσκησης της αίτησης από την αναθέτουσα αρχή, αυτή διαβιβάζει στο αρμόδιο δικαστήριο τον φάκελο, η δε αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ επέχει θέση απόψεων αυτής επί των λόγων ακύρωσης, οι οποίες μπορούν να συμπληρωθούν με υπόμνημα. Ο αιτών υποχρεούται επί ποινή απαραδέκτου του ενδίκου βοηθήματος να προβεί στις παραπάνω κοινοποιήσεις εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) ημερών από την έκδοση και την παραλαβή της ως άνω πράξης του Δικαστηρίου. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ως άνω κοινοποίηση της αίτησης κατατίθεται η παρέμβαση και διαβιβάζονται ο φάκελος και οι απόψεις της αναθέτουσας αρχής. Εντός της ίδιας προθεσμίας κατατίθενται στο Δικαστήριο και τα στοιχεία που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Επιπρόσθετα, η παρέμβαση κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος στα λοιπά μέρη της δίκης εντός δύο (2) ημερών από την κατάθεσή της, αλλιώς λογίζεται ως απαράδεκτη. Το διατακτικό της δικαστικής απόφασης εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση της αίτησης της παρ. 1 ή από την προθεσμία για την υποβολή υπομνημάτων. 5. Για την άσκηση της αίτησης οι οικονομικοί φορείς καταβάλλουν παράβολο, το ύψος του οποίου ανέρχεται σε ποσοστό μηδέν κόμμα πέντε τοις εκατό (0,5%) της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και ανώτερο από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Το ήμισυ του ποσού του παραβόλου καταβάλλεται κατά την κατάθεση της αίτησης και, αν η αίτηση απορριφθεί, ο αιτών καταδικάζεται στην καταβολή του υπολοίπου με την απόφαση του Δικαστηρίου. Το παράβολο εκδίδεται υπέρ του Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτηρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) και υπέρ του Δημοσίου, σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) και σαράντα τοις εκατό (40%) του συνολικού ύψους αντιστοίχως, το οποίο καταμερίζεται σε δύο αντίστοιχους Κ.Α.Ε.. Σε περίπτωση άσκησης αίτησης εκ μέρους αναθέτουσας αρχής, ισχύουν οι γενικές διατάξεις, ανάλογα με τη φύση της αναθέτουσας αρχής. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής αποδοχής της αίτησης, το Δικαστήριο διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αιτούντα. Σε περίπτωση ακύρωσης απόφασης της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, που είχε απορρίψει προσφυγή, το Δικαστήριο διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της προσφυγής. Το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτημα της αναθέτουσας αρχής, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να διατάξει την απόδοση του παράβολου, ακόμα και αν απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης. Επί προφανώς απαράδεκτης ή αβάσιμης αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να απαγγείλει τον πολλαπλασιασμό του συνολικού παράβολου στο προσήκον μέτρο και έως του δύο τοις εκατό (2%) της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, συνεκτιμώντας τη ζημία για το γενικό συμφέρον από την καθυστερημένη ανάθεση της σύμβασης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται το άρθρο 36 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8). 6. Η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου της παρ. 3 κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή της παρ. 7 το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί διαφορετικά. Επίσης, η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης κωλύουν την πρόοδο της διαδικασίας ανάθεσης για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από την άσκηση της αίτησης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή της παρ. 7 το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί διαφορετικά. 7. Μέχρι την παρέλευση της εκ του νόμου αναστολής της προόδου της διαδικασίας κατά την παρ. 6, και εφόσον έχουν γίνει προσηκόντως οι προβλεπόμενες στην παρ. 4 κοινοποιήσεις της αίτησης, ο Πρόεδρος Εφετών του οικείου Διοικητικού Εφετείου ή ο Εφέτης που αυτός ορίζει, καθώς και ο Πρόεδρος ή ο προεδρεύων της Ολομέλειας ή του οικείου σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας αντίστοιχα, αποφαίνονται επί του αιτήματος αναστολής με προσωρινή διαταγή
ΥΚ Άρθρο 119Δ
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 74.4%
ΥΚ Άρθρο 119Δ: Αρμοδιότητες του Συντονιστή του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα 1. Ο Συντονιστής του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα συγκαλεί το Πειθαρχικό Συμβούλιο και μεριμνά για τη λειτουργία των Κλιμακίων του, καθώς και για την εν γένει άσκηση των αρμοδιοτήτων του. 2. Ο Συντονιστής, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο των ορισθέντων Νομικών Συμβούλων του Κράτους στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. 3. Ο Συντονιστής του Πειθαρχικού Συμβουλίου έχει, ιδίως, τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Ορίζει με απόφασή του τους Προέδρους, τα μέλη και τους Γραμματείς των Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου και τους αναπληρωτές τους. Ως Πρόεδροι ορίζονται μόνο Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους με την επιφύλαξη της παρ . 1 του άρθρου 119Β. Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών, β) κατανέμει τις πειθαρχικές υποθέσεις στα επιμέρους αρμόδια Κλιμάκια του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Αν διαπιστωθεί αναρμοδιότητα του Κλιμακίου του Πειθαρχικού Συμβουλίου, στο οποίο κατανεμήθηκε αρχικά η υπόθεση, αναπέμπεται με απόφαση του Κλιμακίου στον Συντονιστή για την εκ νέου κατανομή της. Συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ περισσότερων Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου για την κρίση του ίδιου παραπτώματος αίρονται από τον Συντονιστή. γ) ορίζει κατ’ εξαίρεση εισηγητή σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 119Β, δ) θέτει στους Προέδρους των Κλιμακίων τα χρονοδιαγράμματα, εντός των οποίων πρέπει να διεκπεραιώνονται οι πειθαρχικές υποθέσεις που τους ανατίθενται και διασφαλίζει την τήρησή τους, ε) υποβάλλει ανά εξάμηνο στους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, καθώς και στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. έκθεση πεπραγμένων του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, όπου καταγράφεται συνοπτικός απολογισμός του έργου του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ιδίως, ο αριθμός 4127 Τεύχος A’ 152/02.09.2025 των συνεδριάσεων, ο αριθμός των εισερχόμενων υποθέσεων, η πορεία των εκκρεμών υποθέσεων, ο αριθμός των περαιωμένων υποθέσεων και η έκβασή τους, στ) δύναται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτημα του αρμόδιου Υπουργού ή του επικεφαλής του φορέα ή του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας κατά την παρ. 4 του άρθρου 117, να εισάγει, με αιτιολογημένη απόφασή του, ενώπιον του αρμόδιου Κλιμακίου του Πειθαρχικού Συμβουλίου πειθαρχική υπόθεση, προκειμένου αυτή να εξετασθεί κατά προτεραιότητα, σε περίπτωση που είτε αφορά σε μείζονος βαρύτητας πειθαρχικό παράπτωμα, ιδίως παράπτωμα, το οποίο, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, είτε επίκειται παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος, ζ) ορίζει το μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή τον υπάλληλο που θα διεξάγει πειθαρχική ανάκριση, η) αν διαπιστωθεί από το Κλιμάκιο αναρμοδιότητα του οργάνου που παραπέμπει την πειθαρχική υπόθεση, αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για την εκ νέου παραπομπή της εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από το αρμόδιο όργανο, θ) συγκαλεί σε ολομέλεια τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη συζήτηση επί θεμάτων που αφορούν στο όργανο, ι) προεδρεύει στο Πενταμελές Κλιμάκιο, στην περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 119Β.
ΚΠΔ Άρθρο 164
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 74.1%
ΚΠΔ Άρθρο 164: Ευθύνη οργάνων της επίδοσης και όσων αρνούνται να παραλάβουν το έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση. 1. Εκείνος που κάνει την επίδοση, και από ασυγχώρητη αμέλεια παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 155 -160 και 162, τιμωρείται πειθαρχικά. Αν η παράβαση ανακαλυφθεί στο ακροατήριο και ιδίως όταν αυτή προκύπτει από έγγραφο της δικογραφίας, το δικαστήριο που δικάζει την ποινική υπόθεση επιβάλλει υποχρεωτικά στον υπαίτιο την πειθαρχική ποινή επίπληξης ή προστίμου πενήντα έως εκατόν πενήντα (50 έως 150) ευρώ ή και τις βαρύτερες ποινές που προβλέπουν οι πειθαρχικές διατάξεις από τις οποίες διέπεται, ανάλογα με το βαθμό της υπαιτιότητάς του. Αν η παράβαση είναι και αξιόποινη μπορεί να επιβληθεί και η προβλεπόμενη ποινή. Αν ο υπαίτιος είναι απών, η απόφαση επιδίδεται σε αυτόν. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση διαβιβάζεται με επιμέλεια του εισαγγελέα της έδρας στην προϊσταμένη αρχή αυτού που ενήργησε την επίδοση. Αν ο υπαίτιος δεν παρίσταται, έχει δικαίωμα να ζητήσει, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τότε που του επιδόθηκε η απόφαση την αναθεώρησή της από το ίδιο δικαστήριο. Σε αυτήν την περίπτωση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα. 2. Όσοι αρνούνται να παραλάβουν το έγγραφο που τους επιδίδεται ή να υπογράψουν το επιδοτήριο τιμωρούνται για απείθεια σύμφωνα με τις διατάξεις του ποινικού κώδικα.
ΚΔ Άρθρο 159
Κώδικας Δικηγόρων
Σχετικότητα: 73.8%
ΚΔ Άρθρο 159: Εκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων 1. Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων εκτελούνται με επιμέλεια του προέδρου του δικηγορικού συλλόγου, του οποίου μέλος αποτελεί ο τιμωρημένος δικηγόρος, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον Κώδικα. 2. Η σύσταση, η επίπληξη και το πρόστιμο γνωστοποιούνται εγγράφως στον τιμωρηθέντα από τον πρόεδρο του συλλόγου. Ο Σύλλογος παρακρατεί ή συμψηφίζει τα πρόστιμα με τα ποσά των διανεμητικών λογαριασμών και των μερισμάτων που δικαιούται ο τιμωρηθείς ή εισπράττονται με τη διαδικασία είσπραξης των δημοσίων εσόδων και κατατίθενται στο ταμείο του συλλόγου. Αν δεν καταβληθεί το πρόστιμο είναι απαράδεκτη η υποβολή της ετήσιας δήλωσης. Οι αποφάσεις, με τις οποίες επιβάλλονται ποινές οριστικής παύσης ή προσωρινής τουλάχιστον ενός μηνός, δημοσιεύονται στο νομικό τύπο με δαπάνη του δικηγόρου που τιμωρήθηκε η οποία εισπράττεται, όπως και τα πρόστιμα, και τοιχοκολλούνται επιπλέον στα γραφεία του συλλόγου. Οι αποφάσεις που επιβάλλουν οριστική ή προσωρινή παύση γνωστοποιούνται στους εισαγγελείς και στους γραμματείς όλων των δικαστηρίων όπου υπηρετεί ο τιμωρημένος. 3. Ο δικηγόρος που τιμωρήθηκε οφείλει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τη γνωστοποίηση της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης και εφόσον του επιβλήθηκε ποινή οριστικής ή προσωρινής παύσης να προσέλθει στα γραφεία του συλλόγου, στον οποίο ανήκει και να παραδώσει το δελτίο της δικηγορικής του ταυτότητας. Από την επόμενη ημέρα της παράδοσης του δελτίου αρχίζει η έκτιση της ποινής. Αν δεν έχει εφοδιασθεί με δελτίο ταυτότητας, τότε καταθέτει σχετική υπεύθυνη δήλωση και από την επόμενη ημέρα της κατάθεσης της δήλωσης αυτής, αρχίζει η έκτιση της ποινής. Αν δεν κατατεθεί το δελτίο της ταυτότητάς του ή η υπεύθυνη δήλωση, η έκτιση της ποινής αρχίζει με την παρέλευση της κατά τα άνω πενθήμερης προθεσμίας γνωστοποίησης της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης οπότε συντρέχει και περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 175 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα. Αν ο δικηγόρος τιμωρηθεί με την ποινή της οριστικής παύσης, αποβάλλει αυτοδίκαια την ιδιότητα του δικηγόρου. 4. Αν η απόφαση για την οριστική παύση εξαφανισθεί από νεότερη δικαστική απόφαση, ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να επαναδιορισθεί μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου που ήταν μέλος του πριν την καταδίκη του.
ΑΚ Άρθρο 180
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 73.8%
ΑΚ Άρθρο 180: Έννοια της ακυρότητας Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 42
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 72.5%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 42: Καλόπιστη διεξαγωγή της δίκης 1. Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, οι εκπρόσωποι και οι δικαστικοί πληρεξούσιοι οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, να τηρούν το καθήκον της αλήθειας και να αποφεύγουν ενέργειες που προδήλως παρελκύουν τη δίκη. «2. Αν ο ιδιώτης διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπος ή ο δικαστικός πληρεξούσιός του υποπέσει σε παράβαση των κανόνων της προηγούμενης παραγράφου, το δικαστήριο, με την οριστική του απόφαση, επιβάλλει σε αυτόν χρηματική ποινή από εκατόν πενήντα (150) έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ». Προς τούτο, αν, κατά τη συζήτηση ή τη διάσκεψη της υπόθεσης, διαπιστωθεί ότι συντρέχει ενδεχομένως περίπτωση επιβολής της κατά την προηγούμενη περίοδο ποινής, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με πράξη του, καλεί το συγκεκριμένο πρόσωπο να εκθέσει εγγράφως τις απόψεις του μέσα σε τασσόμενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία. 3. Αν από τη διεξαγωγή της δίκης προκύψει ότι συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, διοικητικού οργάνου, επειδή αυτό, εν γνώσει του, έχει εκδηλώσει πράξη ή έχει προβεί σε υλική ενέργεια, προδήλως παράνομη, ή, εν γνώσει του, κατά πρόδηλη παράβαση του νόμου, έχει παραλείψει οφειλόμενη ενέργεια, το δικαστήριο, με ειδική απόφασή του που εκδίδει ως συμβούλιο, παραπέμπει το ζήτημα στη Διοίκηση. Στην περίπτωση αυτή, η έγερση πειθαρχικής αγωγής ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου είναι υποχρεωτική και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής δίκης ανακοινώνεται στο δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει αν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης των εκπροσώπων του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για παράβαση των κανόνων της παραγράφου 1. «4. Αν από την έρευνα του φακέλου της υπόθεσης προκύψουν υπόνοιες για παράνομη ενέργεια ή παράλειψη διοικητικού οργάνου, η οποία μπορεί να επισύρει κατά νόμο τον προσωπικό καταλογισμό του ή διαπιστωθούν πλημμέλειες ή κενά της διοικητικής διαδικασίας αποστέλλεται, με πρωτοβουλία του εισηγητή δικαστή, αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, από την οποία προκύπτει η σχετική ενέργεια, παράλειψη ή πλημμέλεια, με ειδική επισήμανση αυτής στο οικείο διαβιβαστικό έγγραφο, στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, προκειμένου ο τελευταίος, ύστερα από σχετική έρευνα, να ενημερώσει το αρμόδιο για την υποβολή της αίτησης καταλογισμού όργανο και να προβεί σε κάθε άλλη απαιτούμενη ενέργεια της αρμοδιότητάς του.»
ΥΚ Άρθρο 103
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 72.1%
ΥΚ Άρθρο 103: Αυτοδίκαιη αργία 1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία: α) Ο υπάλληλος, ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή βούλευμα ή δικαστική απόφαση, εφόσον δεν ανεστάλη η εκτέλεση αυτής ή της ποινής, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση ή ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή περιοριστικοί όροι σε αντικατάσταση προσωρινής κράτησης. β) Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή. γ) Ο υπάλληλος, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. δ) Ο υπάλληλος, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε κακούργημα και εφόσον έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα στο ακροατήριο. 2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθή-κοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. 3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία ή επανόδου εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο.
Ν3852 Άρθρο 6Β
Ν. 3852/2010 - Καλλικράτης
Σχετικότητα: 72.0%
Ν3852 Άρθρο 6Β: 1. α. Ο Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης είναι υπεύθυνος για την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής για θέματα που αφορούν στην αποκεντρωμένη διοίκηση. Ειδικότερα: αα) Εκπροσωπεί την αποκεντρωμένη διοίκηση και προΐσταται όλων των υπηρεσιών και των υπαλλήλων της, αβ) κατευθύνει, συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει τη δράση των υπηρεσιών και των υπαλλήλων της προς την κατεύθυνση της υλοποίησης των σχεδιαζόμενων κυβερνητικών πολιτικών, της εξυπηρέτησης ή περαιτέρω εξειδίκευσης των στρατηγικών τους στόχων και της διαχείρισης ενδεχόμενων κρίσεων ή κινδύνων, αγ) μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και προς τον σκοπό αυτό συνεργάζεται με τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης για κάθε θέμα αρμοδιότητας του τελευταίου. β. Ο Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με απόφασή του, που αναρτάται στην ιστοσελίδα του προγράμματος «Διαύγεια», δύναται να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και το δικαίωμα υπογραφής στους προϊσταμένους των υπηρεσιακών μονάδων των οποίων προΐσταται. γ. Ο Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης είναι πειθαρχικώς προϊστάμενος των υπαλλήλων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και μπορεί να επιβάλει την ποινή του προστίμου έως και τις αποδοχές δύο (2) μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 109 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. [ν. 3528/2007 (Α' 26)]. δ. Ο Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ασκεί, επίσης, τις αρμοδιότητες αναφορικά με τους χερσαίους συνοριακούς σταθμούς. 2. Ο Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορεί: (α) να συστήνει, με απόφασή του, επιτροπές ή ομάδες εργασίας από δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους, καθώς και ιδιώτες εμπειρογνώμονες για τη μελέτη, συλλογή και επεξεργασία στοιχείων ή την εκτέλεση έργου συναφούς με τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών των οποίων προΐσταται. Με την ίδια απόφαση μπορεί να καθορίζεται και ο χρόνος ολοκλήρωσης της εργασίας ή του έργου. Η αμοιβή ή αποζημίωση των επιτροπών ή ομάδων αυτών καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176) περί αμοιβών συλλογικών οργάνων, (β) να αναθέτει, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε ερευνητικά κέντρα ή επιστημονικά ινστιτούτα τη διενέργεια ερευνών και τη σύνταξη μελετών ή άλλων επιστημονικών εργασιών, που σχετίζονται με τον σκοπό και τις αρμοδιότητες της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. 3. Κατά των πράξεων του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που αφορούν στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του ασκείται η ειδική διοικητική προσφυγή του άρθρου 8 του ν. 3200/1955 (Α' 97) ενώπιον του καθ' ύλην αρμοδίου Υπουργού. Κατά των πράξεων του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, που αφορούν στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του ως προϊσταμένου των υπηρεσιών και του προσωπικού της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η ειδική διοικητική προσφυγή του άρθρου 8 του ν. 3200/1955 ασκείται ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών. Για θέματα προσωπικού, αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών για την εξέταση των εν λόγω προσφυγών είναι το Τμήμα Προσωπικού Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. 4. Η πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ασκείται από: α. τον Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, β. τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, γ. τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης, δ. τον προϊστάμενο Διεύθυνσης, ε. το Α' Κοινό Πειθαρχικό Συμβούλιο για το Υπουργείο Εσωτερικών, συμπεριλαμβανομένων και των Γενικών Γραμματειών του, καθώς και τους φορείς που υπάγονται σε αυτό, και τις επτά (7) Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τους φορείς που υπάγονται σε αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 146Β του ν. 3528/2007 και το άρθρο 1 της υπ' αρ. 13312/19.2.2021 (Β' 813) απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών περί της σύστασης των ενιαίων πειθαρχικών συμβουλίων, στ. το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για τους Προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων και των Συντονιστών, του άρθρου 146Α του ν. 3528/2007 και σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 33 του ν. 4795/2021 (Α' 62). 5. Αν ο Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, απουσιάζει ή κωλύεται ή για οποιονδήποτε λόγο λήξει η θητεία του και μέχρι να ορισθεί νέος από τον Υπουργό Εσωτερικών, ασκεί τα καθήκοντά του ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή ο ασκών καθήκοντα ή ο αναπληρωτής Συντονιστής και ελλείψει αυτού, ο αρχαιότερος προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με την επιφύλαξη των άρθρων 24 και 65 του ν. 4270/2014 (Α' 143) περί προϊσταμένων οικονομικών υπηρεσιών λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και διατακτών, αντιστοίχως. Αν, στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου, λήξει η θητεία του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο Υπουργός Εσωτερικών ξεκινά άμεσα τη διαδικασία επιλογής νέου Γραμματέα. 6. Τον Γραμματέα επικουρεί στο έργο του «Γραφείο Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης» για τη λειτουργία του οποίου εφαρμόζονται τα άρθρα 45 έως 48 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), που αφορούν στην οργάνωση και στελέχωση των ιδιαίτερων γραφείων των Γενικών Γραμματέων των Υπουργείων.
ΚΠολΔ Άρθρο 556
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 71.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 556: 1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. 2. Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον..
ΠτωχΚ Άρθρο 251
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 70.4%
ΠτωχΚ Άρθρο 251: Προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση 1. Η προκαταρτική πειθαρχική εξέταση είναι συνοπτική και σύντομη και διαρκεί τριάντα (30) ημέρες κατ’ ανώτατο όριο. Περατώνεται είτε με γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις του προσώπου, κατά του οποίου στρέφεται, είτε με πράξη, με την οποία τίθεται η υπόθεση στο αρχείο. 2. Το μέλος του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που διενεργεί την προκαταρτική πειθαρχική εξέταση, μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να αναζητά κάθε άλλο πρόσφορο νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Κατά τη διεξαγωγή της προκαταρτικής εξέτασης φροντίζει ώστε να μην προσβάλλονται η τιμή και η υπόληψη του διαχειριστή, του οποίου η συμπεριφορά ερευνάται. 3. Δεν διενεργείται προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση γι α πράξεις, για τις οποίες έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα. 4. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας έχει την υποχρέωση να ενημερώσει τον Πρόεδρο της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος διαχειριστή αφερεγγυότητας. Την ίδια υποχρέωση έχει και σε περίπτωση έκδοσης παραπεμπτικού ή απαλλακτικού βουλεύματος, τελεσίδικης αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης σε βάρος διαχειριστή, αποστέλλοντας πλήρη αντίγραφα, εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοσή τους.
ΚΔ Άρθρο 152
Κώδικας Δικηγόρων
Σχετικότητα: 70.2%
ΚΔ Άρθρο 152: Προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση 1. Προκαταρκτική εξέταση είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσής του. 2. Ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή ο αρχαιότερος από τους προέδρους των πειθαρχικών τμημάτων στις περιφέρειες όπου λειτουργούν περισσότερα πειθαρχικά τμήματα, ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικώς επιλήψιμες πράξεις δικηγόρου ή λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση από ανακοίνωση δικαστικής ή εν γένει δημόσιας αρχής ή ακόμα και αυτεπάγγελτα, χωρίς την υποβολή αναφοράς, ευθύς μόλις λάβει με οποιονδήποτε τρόπο ίδια γνώση για τέλεση τέτοιων πράξεων, παραγγέλλει τη διενέργεια προκατ αρκτικής εξέτασης, την οποία αναθέτει σε μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου. Αναφορά για την οποία δεν έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο, καθώς και αναφορά η οποία δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προδήλως αβάσιμη κατ' ουσία ή ανεπίδεκτη οποιασδήποτε εκτίμησης, αρχειοθετείται με απόφαση του Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρχαιότερου από τους προέδρους των πειθαρχικών τμημάτων στις περιφέρειες όπου λειτουργούν περισσότερα πειθαρχικά τμήματα. Κατά της απόφασης αυτής δεν χωρεί προσφυγή. Το ύψος του πα ραβόλου που απαιτείται για το παραδεκτό της αναφοράς, καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του πειθαρχικού συμβουλίου. Ανώνυμες αναφορές και καταγγελίες δεν λαμβάνονται υπόψη και αρχειοθετούνται αμέσως. 3. Η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία ανάθεσής της, αφού προηγουμένως κληθεί να δώσει εξηγήσεις, γραπτές ή προφορικές, ο κατονομαζόμενος δικηγόρος. Το μέλος του Πειθαρχικού Συμβούλιου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση, μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να αναζητά κάθε άλλο πρόσφορο νόμιμο αποδεικτικό μέσο. 4. [Έχει καταργηθεί] 5. [Έχει καταργηθεί] 6. Δεν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για πράξεις, για τις οποίες έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα. 7. α) Ο αρμόδιος εισαγγελέας, σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος δικηγόρου για αυτεπάγγελτα διωκόμενο έγκλημα, οφείλει να ανακοινώνει την ποινική δίωξη στον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Η ανακοίνωση περιλαμβάνει τις ποινικές διατάξεις για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη και σε περίληψη τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την πράξη και συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφα της οικείας ποινικής δικογραφίας. β) Οι γραμματείς των δικαστηρίων ή των δικαστικών συμβουλίων "έχουν υποχρέωση" να διαβιβάζουν στον οικείο δικηγορικό σύλλογο τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα "κάθε" βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς και τις πρωτόδικες, τελεσίδικες και αμετάκλητες καταδικαστικές ή απαλλακτικές αποφάσεις που αφορούν σε δικηγόρο, μαζί με αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας που αφορούν τις σε βάρος του δικηγόρου κατηγορίες.
ΚΔ Άρθρο 153
Κώδικας Δικηγόρων
Σχετικότητα: 70.1%
ΚΔ Άρθρο 153: Άσκηση πειθαρχικής δίωξης «1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται ενώπιον του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αποκλειστικά από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εφόσον από την αιτιολογημένη έκθεση της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτουν σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο δικηγόρο. Δεν διώκεται πειθαρχικά δικηγόρος εκ μόνης της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ή Εταίρου δικηγορικής Εταιρείας για πράξεις ή παραλείψεις αυτής, ως νομικού προσώπου. Στο έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς ο τόπος, ο χρόνος και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος δικηγόρος». 2. Το έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης μαζί με το πόρισμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου αποστέλλονται αμέσως στον Πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων τμημάτων στο πειθαρχικό συμβούλιο της έδρας του πολιτικού εφετείου, ο σχετικός φάκελος διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του τμήματος που έχει τα περισσότερα χρόνια ενεργούς δικηγορίας. Ο τελευταίος διενεργεί κλήρωση ενώπιον των Προέδρων όλων των τμημάτων της ίδιας εφετειακής περιφέρειας για το ποιο τμήμα θα χρεωθεί την υπόθεση μεταξύ όλων των τμημάτων που έχουν συγκροτηθεί στην έδρα του πολιτικού εφετείου.
Ν4555 Άρθρο 277
Ν. 4555/2018 - Κλεισθένης Ι
Σχετικότητα: 69.9%
Ν4555 Άρθρο 277: Η παρ. 5 του άρθρου 85 του ν. 3528/2007, που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του ν. 4464/ 2017 (Α΄46), αντικαθίσταται ως εξής: «5. Για την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου και του παρόντος άρθρου λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά η εν τοις πράγμασι άσκηση καθηκόντων ευθύνης επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης ή Τμήματος αντίστοιχα, που έχει διανυθεί σε Υπουργεία, Γενικές και Ειδικές Γ ραμματείες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, Ν.Π.Δ.Δ., Ανεξάρτητες Αρχές, Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ βαθμού και Ν.Π.Δ.Δ. αυτών, σε αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στη Γενική Κυβέρνηση, όπως εκάστοτε οριοθετείται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.» Ο διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων για τις οποίες δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί η πρώτη συνεδρίαση του αρμόδιου συλλογικού οργάνου. Αποκλειστικά για τις περιπτώσεις αυτές, τυχόν πρόσθετα δικαιολογητικά για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας σε Ν.Π.Ι.Δ. δύναται να υποβάλλονται ενώπιον του οργάνου αυτού εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
ΚΕΔΕ Άρθρο 67
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 69.6%
ΚΕΔΕ Άρθρο 67: Παραλείψεις, ακυρότη τες και πλημμέλειες Παραλείψεις, ακυρότητες και πλημμέλειες 1. Παραλείψεις, ακυρότητε ς ή πλημμέλειες που αφορούν στη διαδικασία απόκτησης οποιουδήποτε νόμιμου ή εκτελεστού τίτλου του άρθρου 2, τη διαδικασία της εκτέλεσης, καθώς και τις ίδιες τις πράξεις εκτέλεσης, μπορούν να προταθούν από τον οφειλέτη ως λόγος ακύρωσης, μόνο εάν ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει αυτές, καθώς και ότι εξαιτίας τους υπέστη βλάβη. Το δικαστήριο κηρύσσει την ακυρότητα μόνο όταν κατά την κρίση του προκλήθηκε βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο οφειλέτης μπορεί επιπλέον να προσβάλει με ανακοπή τον πλειστηριασμό, εάν δεν του κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού. Ο λόγος αυτός ανακοπής μπορεί να προταθεί και από τους ενυπόθηκους δανειστές. 2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη ανακοπή ακύρωσης των μέχρι τον πλειστηριασμό πράξεων εκτέλεσης. Ομοίως, μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη και στους ενυπόθηκους δανειστές ανακοπή ακύρωσης του πλειστηριασμού, εάν κοινοποιήθηκε σε αυτούς έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή εάν αυτοί έλαβαν με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του πλειστηριασμού μέχρι και την ημέρα της διενέργειάς του. 3. Εάν η εκτέλεση ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εξαιτίας της παράλειψης προθεσμίας ή δικονομικού τύπου, ο υπαίτιος της ακυ ρότητας μπορεί να υποχρεωθεί με την ίδια απόφαση στην καταβολή των εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε τόσο το Δημόσιο όσο και ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης του.
ΕΚ Άρθρο 422
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 69.1%
ΕΚ Άρθρο 422: Κανονισμοί εργασίας 1. Επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή εργασίες εν γένει, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή ή το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, στο οποίο ανήκουν (δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, δήμοι, οργανισμοί, ιδρύματα κ.λπ. ), εφόσον απασχολούν περισσότερους από εβδομήντα (70) εργαζομένους, οφείλουν να καταρτίσουν, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος Τμήματος με την επιφύλαξη των περ. στ της παρ. 1 του άρθρου 395 και περ. α της παρ. 4 του άρθρου 436, κανονισμό εργασίας, με τον οποίο ρυθμίζονται, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, οι σχέσεις που διαμορφώνονται κατά την εκτέλεση της εργασίας μεταξύ της επιχείρησης και του προσωπικού που απασχολείται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται η υποχρέωση κατάρτισης Κανονισμού να επεκτείνεται και σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες εν γένει, οι οποίες απασχολούν λιγότερους από εβδομήντα (70), αλλά τουλάχιστον σαράντα (40), εργαζομένους. 2. Οι Κανονισμοί δεν αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής σύμβασης εργασίας εάν δεν έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου και δεν είναι ανά πάσα στιγμή αναρτημένοι σε εμφανή και προσιτά για τους εργαζομένους σημεία του τόπου εργασίας. 3. Για πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία καθορίζονται σε κάθε Κανονισμό εργασίας, δύναται να προβλέπεται η επιβολή των ακόλουθων ποινών στον παραβάτη εργαζόμενο: α) Προφορική ή έγγραφη παρατήρηση, β) επίπληξη, γ) πρόστιμο μέχρι ποσοστό 25% του μισθού που αντιστοιχεί σε μία ημέρα ή του ημερομισθίου του εργαζομένου, δ) υποχρεωτική αποχή από την εργασία (προσωρινή απόλυση) για δέκα (10) κατ’ ανώτατο όριο ημέρες κάθε ημερολογιακού έτους, εφόσον ο εργαζόμενος διαπράξει καθ’ υποτροπή σοβαρή πειθαρχική παράβαση. Στον περιορισμό της περ. δ της παρούσας παραγράφου δεν υπόκεινται οι επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή εργασίες στις οποίες η πειθαρχική εξουσία ασκείται από πειθαρχικό συμβούλιο ή στις οποίες υφίσταται δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. Επιτρέπεται η άσκηση έφεσης, εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της επιβολής της ποινής της υποχρεωτικής αποχής από την εργασία, ενώπιον της κατά τόπο αρμόδιας επιτροπής εργασίας της παρ. 1 και της περ. ζ της παρ. 2 του άρθρου 8 του π.δ. 369/1989 (Α’ 164) που λειτουργεί στην οικεία περιφερειακή ενότητα, η οποία αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής. 4. Με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου θεσπίζονται επίσης οι κανονισμοί των επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή εργασιών που δεν υποχρεούνται να καταρτίζουν κανονισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του, εφόσον το ζητήσουν αυτές. 5. Τα πρόστιμα περιέρχονται στη Δ.ΥΠ.Α. και διατίθενται για την εκπλήρωση των σκοπών της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 4921/2022 (Α’ 75).
ΠΚ Άρθρο 235
Ποινικός Κώδικας
Σχετικότητα: 68.9%
ΠΚ Άρθρο 235: Δωροληψία υπαλλήλου 1. Υπάλληλος ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα ανεξαρτήτως αξίας ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργεια ή παράλειψή του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Αν ο υπαίτιος τελεί την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. 2. Αν η ως άνω ενέργεια ή παράλειψη του υπαιτίου αντίκειται στα καθήκοντα του, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. Αν ο υπαίτιος τελεί την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατ' επάγγελμα τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ. 3. Υπάλληλος ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, για τον εαυτό του ή για άλλον, αθέμιτη παροχή περιουσιακής φύσης, επωφελούμενος από την ιδιότητά του, τιμωρείται με φυλάκιση, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη. 4. Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή επιθεωρητές ή πρόσωπα που έχουν την εξουσία λήψης αποφάσεων ή ελέγχου σε υπηρεσίες του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου τιμωρούνται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη, αν με παράβαση συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος δεν απέτρεψαν από αμέλεια πρόσωπο που τελεί υπό τις εντολές τους ή υπόκειται στον έλεγχό τους από την τέλεση πράξης των προηγούμενων παραγράφων. 5. Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και όταν οι πράξεις τελούνται από λειτουργούς ή άλλους υπαλλήλους που απασχολούνται με οποιαδήποτε συμβατική σχέση σε: α) όργανο ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, β) κάθε δημόσιο διεθνή ή υπερεθνικό οργανισμό ή φορέα, ανεξαρτήτως αν εδρεύει στην Ελλάδα ή η Ελλάδα είναι μέλος αυτού, καθώς και από κάθε πρόσωπο, αποσπασμένο ή όχι, που εκτελεί καθήκοντα τα οποία αντιστοιχούν σε αυτά που εκτελούν οι λειτουργοί ή άλλοι υπάλληλοι, ακόμα κι αν οι πράξεις των περ. α' και β' δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας όπου τελέστηκαν. Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και όταν οι πράξεις τελούνται από υπάλληλο ξένης χώρας.
Ν3852 Άρθρο 247
Ν. 3852/2010 - Καλλικράτης
Σχετικότητα: 68.9%
Ν3852 Άρθρο 247: Αποσπάσεις 1. Αποσπάσεις υπαλλήλων των περιφερειών σε δημόσιες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου διενεργούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως ισχύουν. Η σχετική απόφαση εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον αρμόδιο ή εποπτεύοντα Υπουργό. Επιτρέπεται η απόσπασή τους και σε δήμους της χωρικής αρμοδιότητας της περιφέρειας, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του οικείου δημάρχου και απόφασης του περιφερειάρχη. 2. Απόσπαση για προσωπικούς λόγους είναι δυνατή κατ’ εξαίρεση και εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν. 3. Η διάρκεια των ανωτέρω αποσπάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη συνολικά. Με αίτηση του υπαλλήλου, η απόσπαση μπορεί να παρατείνεται για ένα (1) ακόμη έτος. 4. Η απόσπαση παύει αυτοδικαίως όταν λήξει το χρονικό όριο της προηγούμενης παραγράφου. Ο υπάλληλος με τη λήξη της απόσπασης επανέρχεται υποχρεωτικά στη θέση του, χωρίς άλλη διατύπωση. 5. Απαγορεύεται η απόσπαση υπαλλήλου που έχει επιλεγεί ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας. Σε περίπτωση που ο αποσπασμένος υπάλληλος επιλεγεί, ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας, επέρχεται αυτοδίκαιη παύση της απόσπασης, από την τοποθέτησή του ως προϊσταμένου. 6. Η απόσπαση μπορεί να παύει οποτεδήποτε πριν από τη λήξη του χρονικού ορίου της παραγράφου 3 του παρόντος για λόγους αναγόμενους στην υπηρεσία. 7. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος, αποσπασμένος υπάλληλος που συμπλήρωσε τριετία συνεχώς ή διακεκομμένα, δεν επιτρέπεται να αποσπασθεί πριν να παρέλθει τριετία από τη λήξη της προηγούμενης απόσπασης. Για εξαιρετικούς λόγους επιτρέπεται απόσπαση ή παράτασή της μέχρι τεσσάρων (4) μηνών. 8. Απαγορεύεται η απόσπαση του υπαλλήλου πριν από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής του υπηρεσίας. 9. Με την απόφαση της απόσπασης καθορίζεται η υπηρεσία, η οποία επιβαρύνεται με τη μισθοδοσία του αποσπασμένου υπαλλήλου. 10. Επιτρέπεται η απόσπαση σε γραφεία βουλευτών ή Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τις ισχύουσες ειδικές διατάξεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού. 11.α. Με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού, ύστερα από γνώμη των συλλογικών οργάνων διοίκησης νομικών προσώπων που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είναι οριοθετημένος κατά το χρόνο υποβολής του σχετικού αιτήματος, είναι δυνατή η απόσπαση στα γραφεία των περιφερειαρχών και αντιπεριφερειαρχών έως επτά (7) και τριών (3), αντιστοίχως, υπαλλήλων. β. Η διάρκεια των προηγούμενων αποσπάσεων είναι διετής με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης. γ. Στην ανωτέρω απόφαση απόσπασης καθορίζεται ο φορέας ο οποίος επιβαρύνεται με τη μισθοδοσία του αποσπώμενου. 11α. 11.α. Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού ή του εποπτεύοντος Υπουργού και σύμφωνη γνώμη του οικείου οργάνου διοίκησης νομικού προσώπου επιτρέπεται η απόσπαση ύστερα από υποβολή σχετικού αιτήματος, στα γραφεία των περιφερεια ρχών και αντιπεριφερειαρχών έως επτά (7) και τριών (3), αντιστοίχως, υπαλλή- λων δημόσιων υπηρεσιών και φορέων του δημόσιου τομέα, καθώς και υπαλλήλων Ο.Τ.A. α’ και β’ βαθμού. Η διάρκεια των αποσπάσεων είναι ίση με τη διάρκεια της θητείας των περιφερειαρχών και αντιπεριφερειαρχών. Η διάρκεια της κατά τα ως άνω απόσπασης στα γραφεία αντιπεριφερειαρχών δύναται να παραταθεί και μετά τον ορισμό νέων αντιπεριφερειαρχών, εφόσον οι τελευταίοι δηλώσουν τη συγκατάθεσή τους για τη διατήρηση των αποσπασμένων υπαλλήλων. Για την παράταση της απόσπασης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον οικείο Περιφερειάρχη ή αντιπεριφερειάρχη εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τον ορισμό τους. Στις αποσπάσεις της παρούσας παραγράφου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 16 του άρθρου ένατου του ν. 4057/2012 (Α’ 54), από την έναρξη ισχύος της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 3979/2011 (Α’ 138). Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνουν και το ήδη υπηρετούν με απόσπαση προσωπικό στα γραφεία περιφερειαρχών και αντιπεριφερειαρχών. Η κατά τα προηγούμενα εδάφια απόσπαση δύναται να παραταθεί και μετά την εγκατάσταση νέων περιφερειακών αρχών, εφόσον ο νέος περιφερειάρχης ή αντιπεριφερειάρχης δηλώσει τη συγκατάθεσή του για τη διατήρηση των αποσπασμένων, εντός της άνω προθεσμίας των πέντε (5) ημερών. Για την παράταση της απόσπασης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον περιφερειάρχη ή τον αντιπεριφερειάρχη.
ΥΚ Άρθρο 40
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 68.4%
ΥΚ Άρθρο 40: Δοκιμαστική υπηρεσία - Μονιμοποίηση *^*^ ΒΛ. ΣΧΟΛΙΑ 1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που διορίζονται σε οργανικές θέσεις, διανύουν δύο (2) έτη δοκιμαστικής υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της οποίας απολύονται για λόγους που ανάγονται στην υπηρεσία τους μόνο μετά από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. 2. Οι δόκιμοι υπάλληλοι, κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής υπηρεσίας τους, παρακολουθούν προγράμματα εισαγωγικής εκπαίδευσης που οργανώνονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 47 του παρόντος. 3. Με τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας οι υπάλληλοι μονιμοποιούνται αυτοδίκαια, με εξαίρεση τους υπαλλήλους στους οποίους έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή για τους οποίους υφίσταται πειθαρχική εκκρεμότητα ή υπάρχει δυσμενής έκθεση αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις για τη μονιμοποίηση ή μη αποφαίνεται το υπηρεσιακό συμβούλιο εντός δύο (2) μηνών από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας. Για την αυτοδίκαιη μονιμοποίηση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του οργάνου που είναι αρμόδιο για το διορισμό. 4. Κατά της απόφασης του υπηρεσιακού συμβουλίου για την απόλυση δοκίμου υπαλλήλου, σύμφωνα με την παρ. 1, καθώς και κατά της απόφασης περί μη μονιμοποίησης του σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας. 5. Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και της Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.) δεν διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία. 6. Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν δοκιμαστική υπηρεσία μεγαλύτερης διάρκειας εξακολουθούν να ισχύουν.
ΥΚ Άρθρο 38
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 68.2%
ΥΚ Άρθρο 38: Αστική ευθύνη ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ 1. Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε ζημιά την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια. Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις του. 2. Σε περίπτωση δόλου του υπαλλήλου, αυτός παραπέμπεται υποχρεωτικώς στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Σε περίπτωση βαρείας αμέλειας, αν ο υπάλληλος παραπεμφθεί, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, μπορεί να καταλογίσει σε αυτόν μέρος μόνο της ζημιάς που επήλθε στο Δημόσιο ή της αποζημίωσης που το τελευταίο υποχρεώθηκε να καταβάλει. 3. Αν περισσότεροι υπάλληλοι προξένησαν από κοινού ζημιά στο Δημόσιο, ευθύνονται εις ολόκληρον κατά τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου. 4. Η αξίωση του Δημοσίου κατά υπαλλήλων του για αποζημίωση στις περιπτώσεις της παρ. 1 παραγράφεται σε πέντε (5) έτη. Στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, η πενταετία αρχίζει αφότου το αρμόδιο όργανο για την υποβολή της αίτησης καταλογισμού έλαβε γνώση της ζημιάς και του λόγου αυτής, και στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου, αφότου το Δημόσιο κατέβαλε την αποζημίωση. 5. Η αστική ευθύνη των δημόσιων υπολόγων και των διατακτών διέπεται από τις ειδικές γι' αυτούς διατάξεις. 6. Ειδικές διατάξεις για την προσωπική αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων έναντι των τρίτων διατηρούνται σε ισχύ.
ΥΚ Άρθρο 26
Υπαλληλικός Κώδικας
Σχετικότητα: 68.1%
ΥΚ Άρθρο 26: Εχεμύθεια 1. Ο υπάλληλος οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για θέματα που χαρακτηρίζονται ως απόρρητα από τις κείμενες διατάξεις. Οφείλει επίσης να τηρεί εχεμύθεια σε κάθε περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από την κοινή πείρα και λογική, για γεγονότα ή πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ' ευκαιρία αυτών. 2. Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν αντιτάσσεται στις περιπτώσεις που προβλέπεται δικαίωμα των πολιτών να λαμβάνουν γνώση των διοικητικών εγγράφων. 3. Μαρτυρία ή πραγματογνωμοσύνη για θέματα απόρρητα επιτρέπεται μόνο με άδεια του οικείου Υπουργού. «4. Ο υπάλληλος που έχει χαρακτηρισθεί ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος κατά το άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεν παραλείπεται σε διαδικασία προαγωγής ούτε υπόκειται σε οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία ή τιμωρείται, απολύεται ή καθ' οιονδήποτε τρόπο υφίσταται άλλη δυσμενή διακριτική μεταχείριση αμέσως ή εμμέσως και ιδίως σε θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης, μετακίνησης ή τοποθέτησης, κατά τη διάρκεια του αναγκαίου για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης χρόνου.»
ΚΠΔ Άρθρο 38
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 67.9%
ΚΠΔ Άρθρο 38: Υποχρέωση για την ανακοίνωση αξιόποινης πράξης 1. Οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να ανακοινώσουν χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο εισαγγελέα οτιδήποτε πληροφορούνται με κάθε τρόπο για αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως. 2. Οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και εκείνοι στους οποίους ανατέθηκε προσωρινά δημόσια υπηρεσία, έχουν την ίδια υποχρέωση για τις αξιόποινες πράξεις της παρ. 1, αν πληροφορήθηκαν γι' αυτές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. 3. Η ανακοίνωση γίνεται γραπτώς και πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που υπάρχουν και αφορούν την αξιόποινη πράξη, τους δράστες και τις αποδείξεις.
ΣτΕ Α2495/2021
2021Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.7%
Αιτών ήταν μόνιμος υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατηγορίας ΔΕ, κλάδου Δενδροανθοκηπουρών. Διενεργήθηκαν ένορκες διοικητικές εξετάσεις: με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου (12.4.2016) και με πράξη του Προέδρου (16.11.2016), οι οποίες έλαβαν χώρα στις 5-6.12.2016. Η έκθεση 1483/15.12.2016 περιέγραψε συγκεκριμένα περιστατικά: μη εκτέλεση καθηκόντων και άρνηση χρήσης εργαλείων, εγκατάλειψη γεωργικού ελκυστήρα σε διάφορα σημεία του Ζαππείου Κήπου, αδικαιολόγητες αποχές ή αποχωρήσεις (ενδεικτικά 19.2.2016, 3.3.2016, 4.3.2016, 7.3.2016, 9.3.2016, 22.3.2016, 5.4.2016, 11.4.2016, 5.5.2016, 6.10.2016), και χρήση απρεπών εκφράσεων προς προϊσταμένους/συναδέλφους. Συντάχθηκε παραπεμπτήριο 28/12.1.2017 προς το Β΄ Κοινό Πειθαρχικό Συμβούλιο. Ο αιτών είχε προηγούμενα πειθαρχικά παραπτώματα και διοικητικές αναφορές από υπηρεσιακά όργανα. Εφαρμοζόταν ο Υπαλληλικός Κώδικας και ο οργανισμός του νομικού προσώπου (π.δ. 295/1998).
Το άρθρο 124 §1-2 του ν. 3528/2007 απαιτεί επακριβή παραπεμπτήριο με προσδιορισμό τόπου, χρόνου και περιστατικών, ενώ το άρθρο 134 §1-2 επιβάλλει προηγούμενη κλήση σε απολογία με σαφή περιγραφή. Κατά το άρθρο 117 §3 περ. α΄, πειθαρχικώς προϊστάμενος σε ΝΠΔΔ είναι ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου, και το άρθρο 126 §2 απαιτεί διενέργεια ΕΔΕ από υπάλληλο μη κατώτερου βαθμού. Το άρθρο 15 §8 του ν. 2690/1999 ορίζει ότι η υπογραφή του προέδρου αρκεί για τη νόμιμη υπόσταση πράξεων συλλογικού οργάνου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η έκθεση ΕΔΕ 1483/15.12.2016 περιέλαβε αναλυτικές ερωτήσεις με συγκεκριμένες ημερομηνίες και τόπους, και ακολούθησε παραπεμπτήριο 28/12.1.2017 με επανάληψη των πραγματικών περιστατικών. Η ΕΔΕ διατάχθηκε αρμοδίως από τον Πρόεδρο, ως πειθαρχικώς προϊστάμενο, και διενεργήθηκε από υπαλλήλους βαθμών Α΄ και Β΄ του κλάδου ΔΕ Διοικητικού-Λογιστικού. Οι αιτιάσεις περί ημερήσιας διάταξης και εισηγητή του διοικητικού συμβουλίου δεν συνοδεύονταν από επίκληση συγκεκριμένης βλάβης και προβάλλονται αλυσιτελώς. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι το παραπεμπτήριο και η κλήση σε απολογία ήταν επαρκώς αιτιολογημένα, η ΕΔΕ νόμιμη και οι διαδικαστικές πλημμέλειες αλυσιτελείς μετά την ουσιαστική κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου. Με βάση τα περιστατικά, η «αδικαιολόγητη αποχή» περιλαμβάνει και άρνηση εκτέλεσης καθηκόντων χωρίς απομάκρυνση, και η συνολική ποινή οριστικής παύσης τηρεί την αναλογικότητα κατά το άρθρο 109.
Η προσφυγή παραπέμφθηκε, κατά το μέρος που αφορά απόφαση προσωρινής παύσης, στο καθ’ ύλην αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο (άρθρο 142 §2 περ. β΄ ΥΚ και άρθρο 4 §1 ν. 2944/2001). Κατά τα λοιπά, απορρίφθηκε διότι: α) οι προβαλλόμενες πλημμέλειες στη συνεδρίαση/λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου που αποφάσισε την παραπομπή είναι αλυσιτελείς μετά την έκδοση αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου που κρίνει κατά νόμο και ουσία, χωρίς επίκληση συγκεκριμένης βλάβης, β) η ΕΔΕ διατάχθηκε και διενεργήθηκε από αρμόδια όργανα (πρόεδρος ως πειθαρχικώς προϊστάμενος, εξεταστής/γραμματέας με κατάλληλους βαθμούς), γ) το παραπεμπτήριο και η κλήση σε απολογία περιείχαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά επαρκώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο, δ) από τα στοιχεία του φακέλου αποδείχθηκαν επανειλημμένες πράξεις μη εκτέλεσης καθηκόντων, αδικαιολόγητης αποχής, εγκατάλειψης υπηρεσιακού πράγματος και απρεπούς συμπεριφοράς, και ε) η ποινή της οριστικής παύσης είναι πρόσφορη και αναλογική κατά το άρθρο 109 ΥΚ.
Παραπέμπει την υπό κρίση προσφυγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 353/24.4.2015 αποφάσεως του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
ΣτΕ Α1932/2021
2021Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.6%
Υπάλληλος κλάδου ΠΕ Πολιτικών Μηχανικών με βαθμό Β΄ στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων. Από 8.8.2011 έως 20.1.2012 υπήρξαν απουσίες χωρίς άδεια, με εμφανίσεις στις 13.10.2011 (παραίτηση), 8.11.2011 (ανάκληση), 15.11.2011 (αίτημα εξαίρεσης από προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα). Από 23.1.2012 έως 13.9.2012 παρουσιαζόταν χωρίς χρήση ηλεκτρονικής κάρτας ούτε υπογραφή παρουσιολογίου, εγκατεστημένη αρχικά σε γραφείο 5ου ορόφου και μετά τη μετεγκατάσταση (1.6.2012, οδός Στρωμνίτσης 53) σε γραφείο άλλης διεύθυνσης. Μακρά υπηρεσία από το 1982, προϋπηρεσία ως προϊσταμένη, νοσηλεία το 2004, έκτοτε συχνή μη ανάθεση αντικειμένου. Το 2007 απέκτησε τέκνο με προβλήματα υγείας, μονογονεϊκή οικογένεια. Εγγραφή σε διδακτορικό (παράταση έως 30.1.2015) χωρίς εκπαιδευτική άδεια (άρθρο 9 παρ. 14 ν. 4057/2012).
Σύμφωνα με το άρθρο 106 ν. 3528/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο ν. 4057/2012, πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου. Το άρθρο 107 ν. 3528/2007 ορίζει ως παραπτώματα, μεταξύ άλλων, την παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος, την αδικαιολόγητη αποχή (περ. ι’), τη μη τήρηση ωραρίου (περ. κζ’) και την αμέλεια ή ατελή εκπλήρωση καθήκοντος (περ. κη’), ενώ πριν την αντικατάσταση περιελάμβανε την αδικαιολόγητη αποχή (περ. δ’). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος δεν τηρούσε το ηλεκτρονικό/χειρόγραφο παρουσιολόγιο από 8.8.2011 έως 13.9.2012, είχε απουσίες χωρίς αίτηση και άδεια μεταξύ 8.8.2011 και 20.1.2012 και δεν συμμορφωνόταν με το ωράριο. Παράλληλα, μετά τη νοσηλεία του 2004 δεν του ανατίθεντο καθήκοντα επί μακρόν, υπήρχε μακρά υπηρεσία και λευκό πειθαρχικό μητρώο, καθώς και σοβαρές οικογενειακές επιβαρύνσεις ως μονογονεϊκή οικογένεια με τέκνο με προβλήματα υγείας. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 106 και 107 ν. 3528/2007, το δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται πλημμελής εκτέλεση καθηκόντων λόγω μη τήρησης παρουσιολογίου, αδικαιολόγητων απουσιών και μη συνεπούς τήρησης ωραρίου. Ωστόσο, συνεκτιμώντας τη συνολική υπηρεσιακή εικόνα, την έλλειψη προηγούμενων παραπτωμάτων, τη μη ανάθεση καθηκόντων και τις προσωπικές/οικογενειακές περιστάσεις, προσδιόρισε ως προσήκουσα ποινή την προσωρινή παύση έξι μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών, αντί της οριστικής παύσης.
Η πράξη μη τήρησης παρουσιολογίου επί μακρό χρονικό διάστημα, οι απουσίες χωρίς νόμιμη άδεια και η μη συνεπής τήρηση του ωραρίου συγκροτούν πειθαρχικό παράπτωμα πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων κατά τα άρθρα 106 και 107 ν. 3528/2007. Όμως, λόγω της μακράς και καλής υπηρεσιακής διαδρομής, του λευκού πειθαρχικού μητρώου, της μη ανάθεσης καθηκόντων μετά τη νοσηλεία, και των σοβαρών προσωπικών/οικογενειακών προβλημάτων, η επιβολή της οριστικής παύσης είναι δυσανάλογη· προσήκει η προσωρινή παύση έξι μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών και συνακόλουθη μεταρρύθμιση της πειθαρχικής απόφασης.
Δέχεται εν μέρει την προσφυγή. Μεταρρυθμίζει την 14/30-10-2013 απόφαση του Β΄ Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Επιβάλλει στην προσφεύγουσα την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.
ΣτΕ Α1651/2016
2016Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.6%
Η υπάλληλος ήταν μόνιμη του κλάδου ΔΕ με βαθμό Γ σε ασφαλιστικό ν.π.δ.δ., υπηρετώντας από το 1985 σε οικονομικές υπηρεσίες, με δυνατότητα υπογραφής επιταγών και καθήκοντα ελέγχου απολογισμών. Σχεδιάστηκε μεθόδευση επανεξόφλησης ήδη εξοφλημένων τιμολογίων χρήσεων 2011-2012 συνολικού ποσού περίπου 1.141.000 ευρώ, αξιοποιώντας την αποπληρωμή ληξιπροθέσμων με έκπτωση 8% (πιστωτικά τιμολόγια και αποδείξεις είσπραξης). Στις 3-4.10.2013 έλαβαν χώρα συναντήσεις και τηλεφωνικές συνομιλίες, καταγραφείσες από αρμόδιες αρχές, όπου η υπάλληλος συμμετείχε ενεργά, καθορίζοντας τραπεζικούς λογαριασμούς και ζητώντας «αμοιβή» 50% επί των επανεισπραττόμενων ποσών. Στις 22-30.10.2013 κατατέθηκαν τα δικαιολογητικά, εκδόθηκαν επιταγές περίπου 411.138,60 ευρώ και προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα 205.570 ευρώ για παράδοση στην ομάδα. Στις 1.11.2013 έγινε παραλαβή του ποσού και συνελήφθησαν οι εμπλεκόμενοι, ενώ στην οικία της υπαλλήλου βρέθηκε πιστόλι 6,35 mm χωρίς άδεια και 34 σφαίρες.
Σύμφωνα με το άρθρο 107 § 1 του ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, πειθαρχικά παραπτώματα είναι, μεταξύ άλλων, η παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος, η απόκτηση οικονομικού οφέλους, η αναξιοπρεπής συμπεριφορά και η χρήση ιδιότητας ή πληροφοριών για ιδιωτικά συμφέροντα. Το άρθρο 109 προβλέπει τις ποινές και ελάχιστα όρια για σοβαρά παραπτώματα, ενώ το άρθρο 108 επιβάλλει συνεκτίμηση προσωπικότητας, συνθηκών και αναλογικότητας. Το άρθρο 111 ρυθμίζει τη συγχώνευση ποινών, και το άρθρο 127 § 1 επιτρέπει παράλειψη πειθαρχικής ανάκρισης όταν τα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν σαφώς. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι μέσω καταγεγραμμένων τηλεφωνικών συνομιλιών και συναντήσεων στις 3-4.10.2013, η υπάλληλος συμμετείχε ενεργά σε σχέδιο επανεξόφλησης ήδη εξοφλημένων απαιτήσεων, καθορίζοντας διαδικασίες, τραπεζικούς λογαριασμούς και ποσοστά «αμοιβής» 50%. Κατατέθηκαν πιστωτικά τιμολόγια κατ’ εφαρμογή του ν. 4132/2013 (έκπτωση 8%), εκδόθηκαν επιταγές περίπου 411.138,60 ευρώ και προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα 205.570 ευρώ. Στην οικία της βρέθηκε πιστόλι 6,35 mm χωρίς άδεια. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 107, 108, 109 και 111, το δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετούνται τα παραπτώματα της παράβασης καθήκοντος, απόκτησης οφέλους, αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς και χρήσης ιδιότητας/πληροφοριών. Με ιδία στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και των συνθηκών, η επιβληθείσα οριστική παύση είναι προσήκουσα, ενώ οι αιτιάσεις περί αναλογικότητας και αιτιολογίας είναι αλυσιτελείς λόγω πλήρους ελέγχου ουσίας.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι αποδείχθηκε, με καταγραφές συνομιλιών/συναντήσεων και έγγραφα (πιστωτικά τιμολόγια, αποδείξεις, επιταγές), ότι η υπάλληλος συμμετείχε ενεργά σε μεθόδευση επανείσπραξης ήδη εξοφλημένων απαιτήσεων σε βάρος ν.π.δ.δ., χρησιμοποιώντας την υπηρεσιακή ιδιότητα και πληροφορίες για ιδιωτικό όφελος και ζητώντας «αμοιβή» 50%. Επιπλέον, στην κατοικία της βρέθηκε πυροβόλο όπλο χωρίς άδεια, στοιχείο αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς. Με βάση τα άρθρα 107 και 109 του ΥΚ, τα παραπτώματα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά και δικαιολογούν την οριστική παύση. Οι λόγοι περί παραβίασης αναλογικότητας και πλημμελούς αιτιολογίας κρίθηκαν αλυσιτελείς, καθώς το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη ουσιαστικό έλεγχο και ιδία επιμέτρηση της ποινής.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α2062/2020
2020Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.6%
Αιτών ήταν υπάλληλος βαθμού Α΄ του κλάδου ΔΕ Εφοριακών σε Δ.Ο.Υ. Στις 9.12.2009 απαίτησε και στις 14.12.2009 έλαβε ποσό 1.500 ευρώ από επιτηδευματία, για να μη καταλογίσει φορολογική παράβαση στη διαδικασία διακοπής εργασιών· συνελήφθη στην υπηρεσία με προσημειωμένα χαρτονομίσματα από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων. Με έγγραφο της 3.2.2011 παραπέμφθηκε στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο και κατόπιν στο Δευτεροβάθμιο, το οποίο στις 14.7.2015 επέβαλε ποινή οριστικής παύσης για παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό νόμο και χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Στις 1.11.2016 εκδόθηκε ποινική καταδίκη (φυλάκιση 14 μηνών με αναστολή) για παθητική δωροδοκία, η οποία κατέστη αμετάκλητη, και στις 12.6.2017 διαπιστώθηκε αυτοδίκαιη έκπτωση από την Υπηρεσία με πράξη της αρμόδιας Αρχής.
Σύμφωνα με το άρθρο 114 § 3 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από αμετάκλητη ποινική απόφαση ως προς τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος. Το άρθρο 108 του ίδιου Κώδικα προβλέπει αναλογική εφαρμογή αρχών του ποινικού δικαίου και το άρθρο 103 § 4 του Συντάγματος την πλήρη ουσιαστική κρίση στην υπαλληλική προσφυγή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπάλληλος, ως εφοριακός, απαίτησε στις 9.12.2009 και έλαβε στις 14.12.2009 ποσό 1.500 ευρώ, συνελήφθη με προσημειωμένα χαρτονομίσματα στην υπηρεσία και καταδικάστηκε αμετακλήτως (6306/2016) σε φυλάκιση 14 μηνών με αναστολή για παθητική δωροδοκία. Πειθαρχικώς, της επιβλήθηκε η οριστική παύση. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έλαβε δεσμευτικά τα περιστατικά της ποινικής απόφασης και τα υπήγαγε στα άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007, κρίνοντας ότι τελέσθηκαν παράβαση καθήκοντος και χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής διαγωγή εντός υπηρεσίας. Συνεκτιμώντας τις συνθήκες και τη βαρύτητα, έκρινε την οριστική παύση πρόσφορη και αναλογική, ενώ οι αιτιάσεις περί ελλιπούς αιτιολογίας και εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων είναι αλυσιτελείς.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι η αμετάκλητη ποινική καταδίκη για παθητική δωροδοκία δεσμεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν τα πειθαρχικά παραπτώματα της παράβασης καθήκοντος και της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς διαγωγής κατά τα άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007. Λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα και τις ειδικές συνθήκες (απαίτηση και λήψη χρηματικού ανταλλάγματος εντός υπηρεσίας), η ποινή της οριστικής παύσης κρίθηκε πρόσφορη και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 4 ν. 4325/2015). Οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς αιτιολογίας και εσφαλμένης εκτίμησης αποδεικτικών μέσων είναι αλυσιτελείς, καθώς το δικαστήριο προβαίνει σε ίδια ουσιαστική κρίση (άρθρο 103 § 4 Συντάγματος).
Απορρίπτει την προσφυγή.
1835/2022
2022Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.2%
Εργαζόμενη προσελήφθη στις 6-12-1988 από δημοτική επιχείρηση ύδρευσης-αποχέτευσης (ΝΠΙΔ) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Στις 10-4-1989 τοποθετήθηκε ως διευθύντρια και στις 20-11-1989 η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Διορίστηκε μόνιμη υπάλληλος ΠΕ στο Δήμο το 1990, αποσπάστηκε στην επιχείρηση για δύο πενταετίες, επανήλθε στο Δήμο το 1999, αποσπάστηκε σε πολιτικό γραφείο βουλευτή, και το 2003 αποσπάστηκε εκ νέου στην επιχείρηση ως διευθύντρια. Το 2007 μετατάχθηκε οριστικά στην επιχείρηση. Με απόφαση Εφετείου 458/2009 κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας ήταν έγκυρη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Στις 27-4-2016 το ΔΣ της επιχείρησης επέβαλε πειθαρχική ποινή οριστικής απόλυσης και στις 13-5-2016 καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας. Οι λόγοι ήταν: α) πλημμελής χειρισμός τεσσάρων δικαστικών υποθέσεων με ζημία για την επιχείρηση, β) άρνηση υπογραφής επιταγής 40.000 ευρώ για δικαστικό συμβιβασμό, γ) λήψη αποδοχών αδείας 2.275,97 ευρώ που επέστρεψε άμεσα, δ) απουσίες από την υπηρεσία το 2016. Εργαζόμενη προσέφερε υπηρεσίες άνω των 25 ετών χωρίς προηγούμενα παράπονα.
Το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας, αν και αναιτιώδης, ελέγχεται ως προς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος), εξετάζοντας αν υπάρχουν ηπιότερα μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του σκοπού. Το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβλέπει αναίρεση για έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η εργαζόμενη, ακόμη και αν προέβη σε εσφαλμένους χειρισμούς δικαστικών υποθέσεων, δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά που δικαιολογεί οριστική απόλυση. Δέχθηκε ότι η ευθύνη για τις δικαστικές ζημίες δεν βάρυνε αποκλειστικά την εργαζόμενη, ότι η άρνηση υπογραφής επιταγής οφειλόταν σε έλλειψη εγγράφων, ότι επέστρεψε άμεσα τις αποδοχές αδείας και αθωώθηκε ποινικά, και ότι οι απουσίες ήταν δικαιολογημένες. Εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας, το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να επιβληθούν ηπιότερα μέτρα (επιπλήξεις, χρηματική ποινή, προσωρινή παύση) αντί οριστικής απόλυσης. Ωστόσο, οι αιτιολογίες ήταν ασαφείς και ενδοιαστικές: δεν διευκρίνισε αν τα παραπτώματα ήταν πραγματικά, δεν προσδιόρισε τα εναλλακτικά μέτρα, δεν εξέτασε την αθροιστική βαρύτητα των παραπτωμάτων, και περιείχε αντιφάσεις ως προς την κοινοποίηση εγγράφων και το χρόνο άρνησης υπογραφής επιταγής.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε ασαφείς, ανεπαρκείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναφορικά με την καταχρηστικότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης της αρχής της αναλογικότητας. Το Εφετείο δεν διευκρίνισε με σαφήνεια αν τα πειθαρχικά παραπτώματα ήταν πραγματικά, δεν προσδιόρισε ποια ήταν τα προβλεπόμενα από τον ΟΕΥ ηπιότερα μέτρα που όφειλε να επιλέξει η εργοδότρια αντί της καταγγελίας, δεν εξέτασε αν τα παραπτώματα αθροιστικά δικαιολογούσαν οριστική απόλυση, και διέλαβε αντιφάσεις ως προς την κοινοποίηση εγγράφων και το χρόνο άρνησης υπογραφής επιταγής. Οι ασάφειες αυτές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 1 Συντάγματος.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 81/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλον Δικαστή, εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΣτΕ Α1365/2020
2020Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.7%
Υπάλληλος κλάδου ΤΕ Εποπτών Δημόσιας Υγείας, αναπληρωτής γραμματέας εξεταστικής επιτροπής του άρθρου 4 π.δ. 148/1994, ζήτησε από ιδιώτη χρηματικό ποσό για να συμπληρώσει ελλιπή δικαιολογητικά ώστε να συμμετάσχει σε εξετάσεις άδειας τεχνίτη περιποίησης χεριών-ποδιών (30-9-2002). Συνελήφθη στις 26-9-2002 με προσημειωμένα χαρτονομίσματα στο γραφείο υπηρεσίας. Προηγήθηκε Ε.Δ.Ε. (πόρισμα 24-1-2003) και επιβλήθηκε έγγραφη επίπληξη για υπέρβαση και πλημμελή εκπλήρωση καθήκοντος. Ακολούθησε παραπομπή στο υπηρεσιακό συμβούλιο για παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό νόμο και αναξιοπρεπή διαγωγή· αρχική προσωρινή παύση 12 μηνών εξαφανίστηκε για τυπικούς λόγους και επεβλήθη εκ νέου προσωρινή παύση 6 μηνών. Στην ποινική δίκη, αρχική καταδίκη εξαφανίστηκε και εκδόθηκε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, με κρίση ότι η ζητηθείσα ενέργεια δεν ανήκε στην αρμοδιότητα του υπαλλήλου.
Το άρθρο 3 § 5 του ν. 3613/2007 προβλέπει δικαίωμα προσφυγής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και εξουσία του Συμβουλίου της Επικρατείας να επιβάλλει τις βαρύτερες ποινές (οριστική παύση ή υποβιβασμό), σε συνάφεια με το άρθρο 103 § 4 του Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 § 1. Σύμφωνα με το άρθρο 114 του Υπαλληλικού Κώδικα και το άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ, η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής, με δεσμευτικότητα της αμετάκλητης ποινικής κρίσης μόνο ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος, ως αναπληρωτής γραμματέας της εξεταστικής επιτροπής, ζήτησε από ιδιώτη χρηματικό ποσό για να καταστήσει πλήρη τα δικαιολογητικά συμμετοχής στην εξέταση, ότι συνελήφθη με προσημειωμένα χαρτονομίσματα στην υπηρεσία, και ότι υφίσταται αμετάκλητη ποινική αθώωση επειδή η ζητηθείσα ενέργεια δεν ανάγετο στην αρμοδιότητά του. Επίσης, προηγήθηκαν πειθαρχικές αποφάσεις επιβάλλουσες ποινές επί διαφορετικών παραπτωμάτων. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν παραβιάζεται η αρχή «non bis in idem», ότι η δεσμευτικότητα της ποινικής αθωώσεως αφορά μόνο τον κύκλο αρμοδιοτήτων, ενώ τα αποδεδειγμένα περιστατικά στοιχειοθετούν «χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή και ανάξια» διαγωγή εντός υπηρεσίας. Λόγω της βαρύτητας και της προσβολής της εμπιστοσύνης των πολιτών, επιβλήθηκε η οριστική παύση, κατ’ εφαρμογή του ν. 3613/2007.
Έγινε δεκτό ότι ο υπάλληλος ζήτησε χρηματικό αντάλλαγμα για να διευκολύνει τη συμπλήρωση ελλιπών δικαιολογητικών, γεγονός αποδεικνυόμενο από τη σύλληψη με προσημειωμένα χαρτονομίσματα και το συνολικό αποδεικτικό υλικό. Η αμετάκλητη ποινική αθώωση δεσμεύει μόνο ως προς την έλλειψη αρμοδιότητας για την τελεση δωροληψίας και δεν αποκλείει τον πειθαρχικό καταλογισμό για «χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή και ανάξια» διαγωγή. Δεν συνέτρεξε παραβίαση της αρχής «non bis in idem», καθώς οι προγενέστερες πειθαρχικές ποινές αφορούσαν διαφορετικά παραπτώματα (υπέρβαση και πλημμελή εκπλήρωση καθήκοντος). Ενόψει της σοβαρότητας της συμπεριφοράς και της ανάγκης προστασίας της ακεραιότητας της διοίκησης, κρίθηκε προσήκουσα η ποινή της οριστικής παύσης, την οποία το Συμβούλιο της Επικρατείας δύναται να επιβάλει κατά νόμο επί προσφυγής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης.
Συνεκδικάζει τις προσφυγές. Δέχεται την προσφυγή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Απορρίπτει την προσφυγή του Κ.Β.
ΣτΕ Α2333/2022
2022Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.6%
Υπάλληλος κατηγορίας ΔΕ σε Κέντρο Υγείας απουσίασε αδικαιολόγητα για χρονικά διαστήματα 17.10.2012–15.11.2012 και 18.11.2012–17.12.2012, υπερβαίνοντας τις 22 συνεχόμενες και 30 εργάσιμες ημέρες εντός έτους. Προσκόμισε παραποιημένες ιατρικές γνωματεύσεις για να δικαιολογήσει την απουσία. Διατάχθηκε ΕΔΕ και παραπέμφθηκε στο αρμόδιο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο επέβαλε προσωρινή παύση 6 μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών· η ποινή επιβεβαιώθηκε από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με νομικό χαρακτηρισμό ως αναξιοπρεπή συμπεριφορά και αδικαιολόγητη αποχή. Υπήρξε τελεσίδικη και αμετάκλητη ποινική καταδίκη για πλαστογραφία με χρήση. Η υπηρεσιακή εικόνα ήταν χωρίς προηγούμενες πειθαρχικές κυρώσεις και συντρέχουν οικογενειακές επιβαρύνσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 1 ν. 3528/2007, πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν η αναξιοπρεπής συμπεριφορά και η αδικαιολόγητη αποχή από καθήκοντα, ενώ το άρθρο 109 παρ. 1 του ίδιου νόμου προβλέπει προσωρινή παύση έως δώδεκα μήνες. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος ισχύει η αρχή της αναλογικότητας. Επιπλέον, το άρθρο 142 παρ. 3 Υ.Κ. και το πλαίσιο του ν. 4057/2012 θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του ΣτΕ να επιβάλλει μείζονα ποινή κατόπιν προσφυγής, ενώ τα άρθρα 82 και 102 ν. 4622/2019 ρυθμίζουν την εκπροσώπηση της αρμόδιας αρχής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος απουσίασε αδικαιολόγητα από 17.10.2012–15.11.2012 και 18.11.2012–17.12.2012 και χρησιμοποίησε παραποιημένες ιατρικές βεβαιώσεις για δικαιολόγηση της απουσίας. Επιβλήθηκε αρχικά ποινή 6 μηνών από τα πειθαρχικά συμβούλια. Υπήρξε τελεσίδικη και αμετάκλητη ποινική καταδίκη για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Ελήφθησαν υπόψη θετική υπηρεσιακή εικόνα, λευκό πειθαρχικό μητρώο και οικογενειακά δεδομένα. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007 και την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 Σ, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα παραπτώματα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά και η ποινή των 6 μηνών ανεπαρκής. Συνεκτιμώντας την υπηρεσιακή διαδρομή και τα κοινωνικά στοιχεία, επέβαλε προσωρινή παύση 12 μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών ως αναλογική κύρωση.
Η προσφυγή έγινε δεκτή διότι αποδείχθηκε αδικαιολόγητη αποχή για μεγάλα διαστήματα και χρήση παραποιημένων ιατρικών εγγράφων, επιβεβαιωμένες από αμετάκλητη ποινική καταδίκη για πλαστογραφία, γεγονότα που προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στα παραπτώματα. Η ποινή των 6 μηνών κρίθηκε δυσανάλογα επιεικής έναντι της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης. Με αναπροσαρμογή βάσει της αρχής της αναλογικότητας και συνεκτίμηση υπηρεσιακής εικόνας και προσωπικών περιστάσεων, επιβλήθηκε προσωρινή παύση 12 μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.
Δέχεται την προσφυγή. Εξαφανίζει την 411/2018 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και επιβάλλει στον καθ’ ου η προσφυγή Β.Μ. την ποινή της προσωρινής παύσης δώδεκα (12) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών. Επιβάλλει, συμμέτρως, στον Υπουργό Εσωτερικών και στον Β.Μ. τη δικαστική δαπάνη της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρω.
ΣτΕ Α1650/2016
2016Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.9%
Ο αιτών ήταν υπάλληλος–ελεγκτής της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων με βαθμό Α΄. Στις 21 και 22.06.2007, βάσει εντολής ελέγχου, μετέβη με ομάδα σε επιχειρήσεις στην Εύβοια και διενήργησε φορολογικούς ελέγχους. Ιδιοκτήτες επιχειρήσεων κατήγγειλαν ότι, με επίκληση επιβολής προστίμων για ανύπαρκτες παραβάσεις, ζητήθηκαν και ελήφθησαν ποσά (ενδεικτικά 5.000 ευρώ, 1.600 ευρώ, 1.200 ευρώ). Κατά τη σύλληψη βρέθηκαν στην κατοχή της ομάδας χρηματικά ποσά, μεταξύ των οποίων δεσμίδα 5.000 ευρώ με σφραγίδα τραπέζης. Διενεργήθηκε Ε.Δ.Ε. και επανέλεγχος υποθέσεων· εκδόθηκαν υπηρεσιακά σημειώματα και αποφάσεις επιβολής προστίμων όπου διαπιστώθηκαν παραβάσεις. Έλεγχος περιουσιακής κατάστασης του υπαλλήλου δεν ανέδειξε αδικαιολόγητη μεταβολή. Ο υπάλληλος αρνήθηκε ότι ζήτησε χρήματα, αναφέροντας ότι συνάδελφος έλαβε ποσά μετά τον έλεγχο. Πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε τέλεση παραπτωμάτων και επέβαλε οριστική παύση.
Σύμφωνα με το άρθρο 108 του ν. 3528/2007, αρχές του ποινικού δικαίου εφαρμόζονται αναλόγως στο πειθαρχικό, συμπεριλαμβανομένου του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ το άρθρο 109 του ίδιου νόμου επιβάλλει συνεκτίμηση συνθηκών τέλεσης, προσωπικότητας και υπηρεσιακής εικόνας και τήρηση της αναλογικότητας για την επιμέτρηση της ποινής. Το άρθρο 103 § 4 του Συντάγματος καθιερώνει πλήρη ουσιαστικό έλεγχο στην υπαλληλική προσφυγή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος, ως ελεγκτής, στις 21–22.06.2007 διενήργησε ελέγχους σε επιχειρήσεις στην Εύβοια και, με απειλή επιβολής προστίμων για ανύπαρκτες παραβάσεις, εξαναγκάστηκαν ιδιοκτήτες να καταβάλουν ποσά. Βρέθηκαν σημαντικά χρηματικά ποσά στην κατοχή της ομάδας, περιλαμβανομένης δεσμίδας 5.000 ευρώ. Η Ε.Δ.Ε. και ο επανέλεγχος κατέδειξαν παραβάσεις σε αρκετές επιχειρήσεις και τήρηση τυπικών διαδικασιών, χωρίς αδικαιολόγητη μεταβολή περιουσίας του υπαλλήλου. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 107 παρ. 1 περ. β και 109 ν. 3528/2007, το δικαστήριο εκτίμησε τη βαρύτητα και τις συνθήκες των πράξεων ως χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας και παράβαση καθήκοντος. Οι επικληθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις δεν δεσμεύουν τον πειθαρχικό δικαστή, και, ενόψει της σοβαρότητας, η οριστική παύση κρίθηκε αναλογική.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι από τα στοιχεία του πειθαρχικού και ποινικού φακέλου τεκμηριώθηκε τέλεση σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων (παράβαση καθήκοντος και χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής διαγωγή) με εκβιαστική συμπεριφορά κατά τη διενέργεια ελέγχων. Οι αιτιάσεις περί πλημμελούς αιτιολογίας, εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων και παραβίασης της αναλογικότητας είναι αλυσιτελείς, δεδομένου του πλήρους ουσιαστικού ελέγχου από το Δικαστήριο. Η επίκληση ελαφρυντικών περιστάσεων και του τεκμηρίου αθωότητας δεν επιβάλλει αποδοχή ή μείωση ποινής· συνεκτιμήθηκαν η υπηρεσιακή εικόνα και οι ειδικές συνθήκες, αλλά η βαρύτητα και οι συνέπειες των πράξεων καθιστούν την οριστική παύση νόμιμη και αναλογική κατά το άρθρο 109 ν. 3528/2007.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α2610/2020
2020Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.9%
Αιτών ήταν υπάλληλος κατηγορίας ΤΕ του κλάδου Λογιστικής σε Νοσοκομείο. Το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο της αρμόδιας Υγειονομικής Περιφέρειας εξέδωσε την απόφαση 13/23.9.2016 επιβάλλοντας την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης για αδικαιολόγητη αποχή από την υπηρεσία επί διάστημα άνω των 22 συνεχών εργάσιμων ημερών. Ο Διοικητής του Νοσοκομείου εξέδωσε την απόφαση 10889/26.5.2017, με την οποία λύθηκε η υπαλληλική σχέση από 10.4.2017, σε εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης. Εκδόθηκε επίσης η βεβαίωση 1411781235/31.5.2017 περί διαγραφής από τα Μητρώα Ανθρώπινου Δυναμικού του Ελληνικού Δημοσίου. Το Νοσοκομείο τελεί υπό εποπτεία του Υπουργείου.
Το άρθρο 1 § 2 περ. ζ’ του ν. 702/1977, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 § 2 του ν. 3900/2010, αναθέτει στο Συμβούλιο της Επικρατείας την εκδίκαση αιτήσεων ακύρωσης συναφών με προσφυγές κατά πειθαρχικών αποφάσεων υπαλλήλων. Το άρθρο 21 § 2 περ. β’ του π.δ. 18/1989 επιτρέπει προφορική παρέμβαση της εποπτεύουσας αρχής υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 § 6 του ν. 4325/2015, υπάλληλος στον οποίο έχει επιβληθεί οριστική παύση δεν δικαιούται αποδοχές αργίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η βεβαίωση διαγραφής από τα Μητρώα αποτελεί πράξη εκτέλεσης της απόφασης λύσης της υπαλληλικής σχέσης και στερείται αυτοτελούς εκτελεστότητας. Δέχθηκε ότι η λύση της σχέσης εκδόθηκε κατ’ εκτέλεση πειθαρχικής απόφασης οριστικής παύσης για αδικαιολόγητη αποχή άνω των 22 εργάσιμων ημερών και ότι δεν προβλήθηκε ειδικός ισχυρισμός περί λυσιτέλειας της ζητούμενης προστασίας. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε αρμόδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας, δέχθηκε την παρέμβαση της εποπτεύουσας αρχής και θεώρησε ότι, ακόμη και αν ακυρωνόταν η πράξη λύσης, η Διοίκηση θα όφειλε να εκδώσει νέα πράξη απόλυσης λόγω της ισχύουσας πειθαρχικής παύσης, ενώ δεν υφίσταται αξίωση αποδοχών αργίας, καθιστώντας την αίτηση αλυσιτελή.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: (α) η πράξη διαγραφής από τα Μητρώα είναι απλή εκτελεστική ενέργεια και προσβάλλεται απαραδέκτως ως στερούμενη εκτελεστότητας, (β) η κύρια πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης στηρίζεται σε ισχύουσα πειθαρχική απόφαση οριστικής παύσης, οπότε ακόμη και τυχόν ακύρωσή της θα επέβαλλε την έκδοση νέας πράξης με το ίδιο περιεχόμενο, και (γ) δεν υφίσταται δικαίωμα σε αποδοχές αργίας κατά το άρθρο 3 § 6 του ν. 4325/2015 ούτε προβλήθηκε συγκεκριμένος ισχυρισμός για τη λυσιτέλεια της δικαστικής προστασίας, καθιστώντας την αίτηση αλυσιτελή.
Απορρίπτει την αίτηση.
ΣτΕ Α2036/2021
2021Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.8%
Αιτών ήταν υπάλληλος Διεύθυνσης Δασών, κλάδου ΠΕ Γεωτεχνικών, και συμμετείχε ως πρόεδρος/μέλος σε επιτροπές ελέγχου έργων (μέτρο 2.2 του ΕΠΑΑ-ΑΥ 2000-2006 και μέτρο 6.3 του ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας). Κατά τους ελέγχους διαπίστωσε παρατυπίες σε παραστατικά εξόφλησης, συνέταξε αναφορές προς αρμόδιες αρχές και κατείχε σχετικά έγγραφα. Στις 16.1.2008, ευρισκόμενη σε κανονική άδεια, συνάντησε εκτός υπηρεσίας επενδυτή που τελούσε υπό τον έλεγχό της σε καφετέρια, μετακινήθηκαν στο αυτοκίνητό της και παρέλαβε φάκελο με προσημειωμένα χαρτονομίσματα 10.000 ευρώ. Ακολούθησε σύλληψη από αστυνομικούς. Διενεργήθηκε ΕΔΕ και πειθαρχική ανάκριση, με πόρισμα περί παραλαβής χρημάτων. Πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο επέβαλε προσωρινή παύση 6 μηνών, ενώ δευτεροβάθμιο επέβαλε οριστική παύση για παράβαση καθήκοντος, αποδοχή υλικής εύνοιας και αναξιοπρεπή διαγωγή.
Σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 3528/2007 ο υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται εντός και εκτός υπηρεσίας άξια της κοινής εμπιστοσύνης. Το άρθρο 106 προσδιορίζει το υπαλληλικό καθήκον, ενώ το άρθρο 107 §1 περ. β και ιζ ορίζει ως παραπτώματα την παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα και την αποδοχή υλικής εύνοιας. Το άρθρο 109 §2 περ. β, γ, δ προβλέπει την οριστική παύση για τα ανωτέρω και για χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή. Κατά το άρθρο 108 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 και εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου έβδομου §4) εφαρμόζονται αναλόγως αρχές του ποινικού δικαίου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπάλληλος, υπηρετώντας στη Διεύθυνση Δασών και συμμετέχοντας ως πρόεδρος/μέλος σε επιτροπές ελέγχου (μέτρο 2.2 και μέτρο 6.3), στις 16.1.2008 συνάντησε εκτός υπηρεσίας επενδυτή που τελούσε υπό τον έλεγχό της, σε καφετέρια, και ζήτησε να μεταβούν στο αυτοκίνητό της, όπου παρέλαβε φάκελο με προσημειωμένα χαρτονομίσματα ποσού 10.000 ευρώ. Είχαν προηγηθεί αναφορές και εκθέσεις της για παρατυπίες του ίδιου επενδυτή και της συναφούς εταιρίας. Η ίδια επικαλέστηκε ότι επρόκειτο για μεσολάβηση σε συναλλαγή. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο εφάρμοσε τον κανόνα ότι η παραλαβή χρημάτων από ελεγχόμενο πρόσωπο, εκτός υπηρεσίας και με προσπάθεια αποφυγής δημοσιότητας, συνιστά συμπεριφορά απάδουσα προς τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα και στοιχειοθετεί χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή, ανεξαρτήτως προθέσεως ιδιοποίησης ή δυνατότητας μεταβολής υπηρεσιακών εκθέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα και τις περιστάσεις, η οριστική παύση κρίθηκε προσήκουσα.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι: (α) η αναβλητική απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου στερείται εκτελεστότητας και προσβάλλεται απαραδέκτως, (β) η πρωτοβάθμια απόφαση έχει ενσωματωθεί στη δευτεροβάθμια και έχει απωλέσει εκτελεστό χαρακτήρα, και (γ) ως προς τη δευτεροβάθμια απόφαση, οι πράξεις της υπαλλήλου (συνάντηση εκτός υπηρεσίας με ελεγχόμενο επενδυτή και παραλαβή φακέλου με 10.000 ευρώ) συνιστούν χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή κατά τα άρθρα 27, 106, 107 και 109 του ν. 3528/2007· ενόψει της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης, η ποινή της οριστικής παύσης είναι προσήκουσα. Οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς αιτιολογίας, εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων, αναλογικότητας και ελαφρυντικών κρίθηκαν αλυσιτελείς λόγω της εξ υπαρχής ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α1649/2016
2016Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.7%
Υπάλληλος ελεγκτικής υπηρεσίας συμμετείχε σε τριμελή ομάδα ελέγχου της ΥΠΕΕ βάσει εντολής 12621/21.06.2007 για ελέγχους σε επιχειρήσεις στον Νομό Ευβοίας και στη νήσο Σκύρο στις 21-22.06.2007, σύμφωνα με το άρθρο 30 ν. 3296/2004. Καταγγελίες επιχειρηματιών ανέφεραν ότι, μετά από ελέγχους λογιστικών βιβλίων, ζητήθηκαν χρηματικά ποσά (5.000 ευρώ, 1.600 ευρώ, 1.200 ευρώ και απόπειρα 1.000 ευρώ) με απειλή επιβολής προστίμων για ανύπαρκτες παραβάσεις. Κατά τη σύλληψη κατασχέθηκαν χρήματα, μεταξύ των οποίων δεσμίδα 5.000 ευρώ με τράπεζα σφραγισμένη. Διενεργήθηκε ΕΔΕ και συγκεντρώθηκαν απολογίες και καταθέσεις. Ο υπάλληλος δεν διαχώρισε εγκαίρως τη θέση του ούτε κατήγγειλε τη συμπεριφορά των συναδέλφων του στην υπηρεσία.
Σύμφωνα με το άρθρο 108 ν. 3528/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4057/2012, αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου εφαρμόζονται αναλόγως στο πειθαρχικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών. Το άρθρο 109 ν. 3528/2007 προβλέπει τις πειθαρχικές ποινές, την αρχή της αναλογικότητας και ότι η οριστική παύση επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, για παράβαση καθήκοντος και για χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ομάδα ελέγχου ενήργησε στις 21-22.06.2007 και, με απειλές επιβολής προστίμων για ανύπαρκτες παραβάσεις, αποκόμισε χρηματικά ποσά από επιχειρηματίες, ενώ κατασχέθηκαν επί τόπου χρήματα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ο υπάλληλος γνώριζε τις πράξεις, δεν τις αποκήρυξε, ούτε ενημέρωσε εγκαίρως την υπηρεσία, και αποδέχθηκε την παράνομη συμπεριφορά. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά συνιστά χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας, ανεξάρτητα από την ποινική παράβαση καθήκοντος, και ότι η επίκληση ελαφρυντικών δεν υποχρεώνει σε αποδοχή ούτε σε μείωση ποινής. Συνεκτιμώντας τη βαρύτητα και τις συνθήκες τέλεσης, η οριστική παύση είναι πρόσφορη και αναλογική.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι, από τα στοιχεία του πειθαρχικού και ποινικού φακέλου, αποδείχθηκε ότι ο υπάλληλος, ενεργώντας ως ελεγκτής, ανέχθηκε και αποδέχθηκε πράξεις εξαναγκασμού επιχειρηματιών για καταβολή χρημάτων, στοιχειοθετώντας χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Οι λόγοι περί πλημμελούς αιτιολογίας, εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων και παραβίασης της αναλογικότητας κρίθηκαν αλυσιτελείς, ενώ η επίκληση ελαφρυντικών περιστάσεων και τεκμηρίου αθωότητας δεν επιβάλλει κατ’ ανάγκη μείωση της ποινής. Η επιβληθείσα οριστική παύση θεωρήθηκε εύλογη και σύμφωνη με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα και την αρχή της αναλογικότητας.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α1494/2020
2020Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια Υπηρεσία
Σχετικότητα: 90.7%
Αιτών υπηρετούσε ως υπάλληλος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Α’ σε Γενικό Προξενείο. Στις 27.7.2015 υπέβαλε αναφορά (ΑΣ190) προς την προϊσταμένη αρχή για προβλήματα δυσλειτουργίας του Γραφείου κατά το διάστημα 29.06–07.08.2015, όταν απουσίαζε με άδεια ο Προϊστάμενος. Η αναφορά περιείχε κριτικές φράσεις για παραλείψεις του Προϊσταμένου. Διαπιστώθηκε η ύπαρξη αρχείου σε υπηρεσιακό υπολογιστή με ονομασία συνδεόμενη με τον Προϊστάμενο και τη λέξη “ΚΟΠΑΝΑ”, για το οποίο ο αιτών εξήγησε ότι ήταν εσωτερική κωδικοποίηση. Απεστάλη κλήση σε απολογία στις 02.09.2015 και υποβλήθηκε απολογητικό υπόμνημα στις 18.09.2015. Με απόφαση 29.10.2015 επιβλήθηκε έγγραφη επίπληξη από Γενικό Πρόξενο, που επικυρώθηκε από πειθαρχικό συμβούλιο, με επίκληση έλλειψης σεβασμού κατά το άρθρο 81 ν. 3566/2007 και εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 §§ 1-2 του Συντάγματος, οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες οφείλουν να ενεργούν και να απαντούν αιτιολογημένα, ενώ πριν από την κοινοποίηση τελικής απόφασης και χωρίς άδεια της αρχής δεν επιτρέπεται δίωξη για παραβάσεις της αναφοράς. Το άρθρο 81 παρ. 2 περ. δ του ν. 3566/2007 τυποποιεί ως πειθαρχικό παράπτωμα την έλλειψη προς τους ανωτέρους προσήκοντος σεβασμού. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών, υπάλληλος ΟΕΥ Α’, υπέβαλε την ΑΣ190/27.7.2015 αναφορά προς την προϊσταμένη αρχή για δυσλειτουργίες του Γραφείου κατά την απουσία του προϊσταμένου (29.06–07.08.2015), περιλαμβάνοντας κριτικές φράσεις αλλά χωρίς ανοίκειες ή υβριστικές εκφράσεις. Διαπιστώθηκε επίσης η ύπαρξη αρχείου σε υπηρεσιακό υπολογιστή με ονομασία σχετιζόμενη με τον προϊστάμενο και τη λέξη “ΚΟΠΑΝΑ”, για το οποίο ο αιτών παρείχε εξηγήσεις. Ακολούθησαν κλήση σε απολογία (02.09.2015) και επιβολή έγγραφης επίπληξης (29.10.2015), που επικυρώθηκε από το Πειθαρχικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι οι διατυπωθείσες κρίσεις στην εσωτερική αναφορά, ως έκφανση του δικαιώματος του άρθρου 10, δεν συνιστούν αυτοτελώς έλλειψη προσήκοντος σεβασμού ελλείψει υβριστικών εκφράσεων. Ως εκ τούτου, η αιτιολογία της πειθαρχικής απόφασης που θεμελίωσε την επίπληξη στην έλλειψη σεβασμού ήταν πλημμελής.
Η προσβαλλόμενη πειθαρχική απόφαση ακυρώθηκε διότι η αναφορά του υπαλλήλου προς την προϊσταμένη αρχή, με κριτικές διατυπώσεις για δυσλειτουργίες, δεν περιείχε ανοίκειες ή υβριστικές εκφράσεις ώστε να στοιχειοθετείται η έλλειψη προσήκοντος σεβασμού του άρθρου 81 παρ. 2 περ. δ ν. 3566/2007. Συνεπώς, η αιτιολογία του Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ήταν πλημμελής και δεν μπορούσε να στηρίξει την επιβληθείσα ποινή. Οι λοιποί λόγοι κρίθηκαν αλυσιτελείς.
Ακυρώνει την Π16α/Π80Ο3α-56676/5-12-2016 απόφαση του Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με το σκεπτικό.
ΣτΕ Α2067/2020
2020Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.7%
Υπάλληλος σε υπηρεσία τουρισμού ελέγχθηκε από το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης μετά από ανώνυμη καταγγελία (3.3.2010). Η έκθεση ελέγχου (157/Α/2013) κατέγραψε περιουσιακό όφελος 354.718,53 ευρώ κατά τα έτη 2000–2010, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Καταγράφηκαν καταθέσεις και κινήσεις όπως: 24.7.2001 ποσό 6.988.000 δρχ. (20.507,70 ευρώ) στην Εθνική Τράπεζα, 3.3.2005 κατάθεση 72.000 ευρώ από πώληση οιναποθήκης, 25.10.2006 κατάθεση 11.574,45 ευρώ, καθώς και πράξεις REPOS. Ο υπάλληλος επικαλέστηκε εισοδήματα τέως συζύγου (ελεύθερη επαγγελματίας), έσοδα επιχείρησης αρτ-καφέ (έναρξη 11.6.2001), δάνεια και ασφαλιστική αποζημίωση (8.000 ευρώ, 15.6.2006), χωρίς επαρκή απόδειξη αντιστοίχισης με συγκεκριμένες καταθέσεις. Υπήρξε μετατροπή ερειπωμένης οιναποθήκης σε κατοικία 106,80 τ.μ., με αμφισβητούμενο κόστος σε σχέση με δάνειο 20.000.000 δρχ. Πρωτοβάθμιο ΠΣ επέβαλε προσωρινή παύση 6 μηνών, δευτεροβάθμιο ΠΣ οριστική παύση, κρίνοντας αδικαιολόγητο ποσό 320.610,83 ευρώ.
Το άρθρο 106 παρ. 1-2 και το άρθρο 109 παρ. 2 περ. δ’ του ν. 3528/2007 ορίζουν ότι πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε υπαίτια παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος, περιλαμβανομένης της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός υπηρεσίας, που επισύρει ποινές έως και την οριστική παύση κατά το άρθρο 109. Κατά το άρθρο 14 του ν. 2690/1999, η σύνθεση συλλογικού οργάνου μπορεί να συνεχιστεί με αναπληρωματικό μέλος που μετείχε λόγω κωλύματος του τακτικού. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος, κατά τα έτη 2000–2010, δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά για να δικαιολογήσει συγκεκριμένες καταθέσεις και χρηματικές ροές (ενδεικτικά 24.7.2001, 3.3.2005, 25.10.2006), ούτε το κόστος μετατροπής οιναποθήκης σε κατοικία 106,80 τ.μ., ενώ οι αιτιάσεις περί εισοδημάτων τέως συζύγου, δανείων, ασφαλιστικής αποζημίωσης και ταμειακών ροών επιχείρησης ήταν αόριστες ή αναπόδεικτες. Εφαρμόζοντας το άρθρο 109 παρ. 2 περ. δ’ ν. 3528/2007, το δικαστήριο έκρινε ότι η μη δικαιολόγηση σημαντικού ποσού σε σχέση με τα εισοδήματα στοιχειοθετεί το παράπτωμα. Ωστόσο, συνεκτιμώντας την πολύ καλή υπηρεσιακή εικόνα, την έλλειψη χρηματισμού, τη σχετική υπεύθυνη δήλωση και την μη άσκηση ποινικής δίωξης, μετρίασε την ποινή σε προσωρινή παύση έξι μηνών. Οι ενστάσεις περί κακής σύνθεσης του ΠΣ απορρίφθηκαν ως αβάσιμες βάσει του άρθρου 14 ν. 2690/1999.
Η προσφυγή έγινε εν μέρει δεκτή διότι, παρά τη στοιχειοθέτηση του πειθαρχικού παραπτώματος του άρθρου 109 παρ. 2 δ’ Υ.Κ. λόγω μη δικαιολόγησης σημαντικών τραπεζικών καταθέσεων και περιουσιακού οφέλους σε σχέση με τα δηλωθέντα εισοδήματα, συνέτρεξαν λόγοι μετριασμού της ποινής: πολύ καλή υπηρεσιακή εικόνα και προγενέστερη ευδόκιμη υπηρεσία, μη απόδοση χρηματισμού, υποστηρικτική υπεύθυνη δήλωση της τέως συζύγου και μη άσκηση ποινικής δίωξης για φοροδιαφυγή ή νομιμοποίηση εσόδων. Οι λόγοι περί κακής σύνθεσης του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου απορρίφθηκαν, καθώς η συμμετοχή αναπληρωματικών μελών ήταν νόμιμη κατά το άρθρο 14 του ν. 2690/1999. Ο φορέας στον οποίο ο υπάλληλος δεν υπηρετούσε πλέον (Ε.Ο.Τ.) αποβλήθηκε λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης.
Αποβάλλει από τη δίκη τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού. Δέχεται εν μέρει την προσφυγή. Μεταρρυθμίζει την 390/19.5.2017 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης (και ήδη Υπουργείου Εσωτερικών) και επιβάλλει στον προσφεύγοντα την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.
ΣτΕ Α415/2012
2012Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.6%
Αιτών, υπάλληλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τιμωρήθηκε με οριστική παύση από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο (αποφάσεις 264/26.2.2008 και 267/1.4.2008) για χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εκτός υπηρεσίας. Προηγήθηκε αμετάκλητη ποινική καταδίκη από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο (2009), επικυρωμένη με την 1294/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, για ανθρωποκτονία από πρόθεση της συζύγου, τελεσθείσα στις 12.11.2005 σε υπόγειο κατοικίας, με επανειλημμένα κτυπήματα στο κεφάλι και στη συνέχεια απόρριψη του πτώματος στον ποταμό, καθώς και προσπάθεια καθαρισμού και συγκάλυψης. Αναγνωρίστηκε ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου και επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 18 ετών. Εφαρμοστέος ήταν ο Υπαλληλικός Κώδικας (Ν. 3528/2007) και το π.δ. 18/1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 114 § 1 και 3 Ν. 3528/2007, η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και δεσμεύεται από αμετάκλητη ποινική κρίση ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Το άρθρο 109 § 2 περ. δ Ν. 3528/2007 ορίζει ότι η χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής διαγωγή εντός ή εκτός υπηρεσίας συνιστά παράπτωμα που δύναται να επιφέρει οριστική παύση. Κατά το άρθρο 43 § 1 π.δ. 18/1989, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξετάζει εξ υπαρχής, αποδίδει ορθό νομικό χαρακτηρισμό και μπορεί να επιβάλει την ποινή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών, υπάλληλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είχε τιμωρηθεί με οριστική παύση για διαγωγή εκτός υπηρεσίας. Από αμετάκλητη απόφαση ΜΟΕ (2009), επικυρωμένη με 1294/2010 ΑΠ, προκύπτει καταδίκη για ανθρωποκτονία από πρόθεση της συζύγου, τελεσθείσα 12.11.2005 σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με πράξεις βίας και απόπειρα συγκάλυψης. Προβλήθηκαν ισχυρισμοί περί τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ, άρθρο 14 § 2 ΔΣΑΠΔ) και προσβολής αξιοπρεπούς διαβίωσης (άρθρα 17, 2 § 1 Συντ., άρθρο 1 ΠΠΠ). Εφαρμόζοντας τα άρθρα 114 και 109 Ν. 3528/2007, έγιναν δεκτά δεσμευτικά τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά και χαρακτηρίστηκε η πράξη ως χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής διαγωγή εκτός υπηρεσίας. Κατ’ άρθρο 43 § 1 π.δ. 18/1989, οι αιτιάσεις περί αιτιολογίας και αναλογικότητας των πειθαρχικών αποφάσεων είναι αλυσιτελείς, ενώ οι ισχυρισμοί περί τεκμηρίου αθωότητας και αξιοπρεπούς διαβίωσης απορρίπτονται. Η οριστική παύση κρίθηκε εύλογη και προσήκουσα.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι η αμετάκλητη ποινική απόφαση δεσμεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του παραπτώματος, τα οποία συνιστούν χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εκτός υπηρεσίας κατά το άρθρο 109 § 2 περ. δ Ν. 3528/2007. Με βάση το είδος, τη βαρύτητα και τις συνθήκες τελέσεως της πράξης, η οριστική παύση κρίθηκε εύλογη και προσήκουσα. Οι λόγοι περί πλημμελούς αιτιολογίας και παραβίασης της αναλογικότητας των πειθαρχικών αποφάσεων είναι αλυσιτελείς λόγω εξ υπαρχής ελέγχου του ΣτΕ (άρθρο 43 § 1 π.δ. 18/1989). Οι ισχυρισμοί περί τεκμηρίου αθωότητας και προσβολής αξιοπρεπούς διαβίωσης απορρίπτονται ενόψει της αμετάκλητης καταδίκης και του προσηκόντως επιβληθέντος πειθαρχικού μέτρου.
Απορρίπτει την υπό κρίση προσφυγή.
ΣτΕ Α3746/2014
2014Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.5%
Αιτών ήταν μόνιμος υπάλληλος κλάδου ΤΕ Εποπτών Δημόσιας Υγείας, μέλος γραμματείας Εξεταστικής Επιτροπής του π.δ. 148/1994 για άδειες μανικιούρ-πεντικιούρ. Κατόπιν Ε.Δ.Ε. επιβλήθηκε έγγραφη επίπληξη για υπέρβαση και πλημμελή εκπλήρωση καθήκοντος (συμπλήρωση υπεύθυνων δηλώσεων αντί δικαιολογητικών, μη ενημέρωση προϊσταμένης, υπόδειξη υποβολής ελλιπών δικαιολογητικών). Ακολούθησε ποινική δίωξη για δωροληψία μετά από αστυνομικό έλεγχο με προσημειωμένα χαρτονομίσματα· επήλθε καταδίκη και στη συνέχεια αναίρεση και αθώωση. Σε πειθαρχικό επίπεδο: αρχική προσωρινή παύση 12 μηνών από πρωτοβάθμιο συμβούλιο, εξαφάνιση λόγω παράνομης σύνθεσης και υπέρβασης ανώτατου ορίου, νέα κρίση με προσωρινή παύση 6 μηνών, και τελικά από δευτεροβάθμιο συμβούλιο ποινή 6 μηνών για χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Ο Γενικός Επιθεωρητής άσκησε ένσταση κατά της δεύτερης πρωτοβάθμιας αποφάσεως και προσφυγή ζητώντας βαρύτερη ποινή.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 5 του ν. 3613/2007, ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης έχει δικαίωμα προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά τελεσίδικων πειθαρχικών αποφάσεων για αδικήματα που δύνανται να επισύρουν οριστική παύση ή υποβιβασμό. Το άρθρο 103 § 4 του Συντάγματος κατοχυρώνει την πειθαρχική κρίση από συμβούλια και την προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ τα άρθρα 141–142 ΥΚ ρυθμίζουν τα όρια επιδείνωσης της θέσης του υπαλλήλου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος τιμωρήθηκε με έγγραφη επίπληξη για υπέρβαση/πλημμελή εκπλήρωση καθήκοντος, και μεταγενέστερα με προσωρινή παύση 6 μηνών για χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας. Διαπίστωσε επίσης ότι ο Γενικός Επιθεωρητής δεν άσκησε ένσταση κατά της πρώτης πρωτοβάθμιας αποφάσεως, αλλά άσκησε ένσταση κατά της μετ’ αναπομπή δεύτερης, και ότι υπήρξε ποινική αθώωση μετά από προηγούμενη καταδίκη. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, η πλειοψηφία έκρινε ότι δεν τίθεται ανεπίτρεπτη χειροτέρευση, δεδομένης της ένστασης κατά της δεύτερης πρωτοβάθμιας αποφάσεως και της αυτοτελούς αρμοδιότητας προσφυγής. Περαιτέρω έκρινε ότι δεν παραβιάζεται η αρχή non bis in idem και ότι κατ’ άρθρα 127/128 ΥΚ δεν απαιτείται νέα ανάκριση όταν τα περιστατικά προκύπτουν επαρκώς από ποινική/διοικητική έρευνα.
Απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι λόγοι περί παραβίασης της αρχής «non bis in idem», διότι οι επιβληθείσες ποινές αφορούσαν διαφορετικά πειθαρχικά παραπτώματα, και περί υποχρέωσης διενέργειας νέας πειθαρχικής ανάκρισης, αφού τα πραγματικά περιστατικά προέκυπταν επαρκώς από την ποινική διαδικασία και την Ε.Δ.Ε. Κατόπιν τούτων και ενόψει της σπουδαιότητας των ζητημάτων σχετικά με την έκταση της αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τα όρια επιδείνωσης της θέσης του υπαλλήλου, η υπόθεση παραπέμφθηκε προς συνεκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος και ορίστηκε δικάσιμος.
Συνεκδικάζει τις δύο προσφυγές. Παραπέμπει αυτές στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος και ορίζει δικάσιμο την 29-1-2015.
ΣτΕ Α1297/2023
2023Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.8%
Υπάλληλος κλάδου ΔΕ χειριστών/εμφανιστών ιατρικών μηχανημάτων διορίστηκε το 2009. Υποβλήθηκε σε ολική θυρεοειδεκτομή (28.1.2013) και ιατροί εργασίας συνέστησαν αποφυγή έκθεσης σε ιοντίζουσα ακτινοβολία. Αποσπάστηκε σε νοσοκομείο με μαγνητικό τομογράφο (2015–2018) και επέστρεψε στην υπηρεσία στις 9.7.2018. Αίτηση άδειας άνευ αποδοχών απορρίφθηκε λόγω υποστελέχωσης. Με αποφάσεις 17.8.2018 (προσωρινά) και 4.10.2018 (οριστικά) τοποθετήθηκε στον χώρο εμφάνισης ψηφιακών ακτινογραφιών του Ακτινοδιαγνωστικού Τμήματος, εκτός χώρων λήψης. Βεβαίωση Ιατρού Εργασίας (24.9.2018) έκρινε καταλληλότητα υπό όρο μη έκθεσης, καταγράφοντας μηδενικές δόσεις mSv για εργαζόμενους και επισημαίνοντας θεωρητικό κίνδυνο από ατύχημα. Το τμήμα διέθετε άδεια λειτουργίας και τακτικούς ελέγχους. Ο υπάλληλος δεν προσήλθε μετά 15.9.2018 και θεωρήθηκε αδικαιολόγητα απών από 16.9.2018 έως 20.12.2018. Προηγήθηκε απαλλαγή σε παλαιότερη υπόθεση (2017) για διαφορετικό διάστημα.
Το άρθρο 107 § 1 περ. ι του ν. 3528/2007 χαρακτηρίζει ως πειθαρχικό παράπτωμα την αδικαιολόγητη αποχή, ενώ το άρθρο 109 § 1, § 2 και § 4 α του ίδιου Κώδικα ορίζει τις ποινές και τις αρχές επιμέτρησης. Κατά το άρθρο 108 § 1–2 του ν. 3528/2007 εφαρμόζονται αναλόγως αρχές του ποινικού δικαίου, ιδίως η κατάσταση ανάγκης και η πλάνη, με αναφορά στο άρθρο 25 § 1 ΠΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 2690/1999, τα συλλογικά όργανα τηρούν αμεροληψία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος είχε τοποθετηθεί στον χώρο εμφάνισης ψηφιακών ακτινογραφιών, εκτός χώρων λήψης, κατόπιν βεβαίωσης Ιατρού Εργασίας (24.9.2018) περί καταλληλότητας υπό τον όρο μη έκθεσης. Το Ακτινοδιαγνωστικό Τμήμα διέθετε άδεια λειτουργίας και τακτικούς ελέγχους, χωρίς ένδειξη έκθεσης. Παρά τις προσκλήσεις και την οριστική τοποθέτηση (4.10.2018), ο υπάλληλος απουσίασε συνεχώς από 16.9.2018 έως 20.12.2018. Ως προς την αμεροληψία, δεν στοιχειοθετήθηκε ιδιαίτερος δεσμός ή προειλημμένη γνώμη μέλους του πειθαρχικού συμβουλίου. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007, κρίθηκε ότι η αποχή ήταν αδικαιολόγητη, αφού δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένος κίνδυνος στον καθορισμένο χώρο, ούτε συντρέχει κατάσταση ανάγκης (άρθρο 25 § 1 ΠΚ) ή πραγματική πλάνη. Κατ’ εκτίμηση των συνθηκών υγείας και ψυχολογικής κατάστασης, η ποινή μετριάστηκε σε προσωρινή παύση έξι μηνών. Λόγω μεταρρύθμισης της πειθαρχικής απόφασης, ακυρώθηκε η διαπιστωτική πράξη αυτοδίκαιης αργίας (άρθρο 103 § 1 ν. 3528/2007).
Η υπαλληλική αποχή κρίθηκε αδικαιολόγητη διότι, παρά την οριστική τοποθέτηση σε χώρο χωρίς έκθεση σε ιοντίζουσα ακτινοβολία και τη βεβαίωση Ιατρού Εργασίας περί καταλληλότητας υπό προϋποθέσεις, δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένος και υπαρκτός κίνδυνος για την υγεία. Ο φόβος ατυχήματος δεν αρκεί για άρση του άδικου χαρακτήρα (άρθρο 25 § 1 ΠΚ) ούτε θεμελιώνει πραγματική πλάνη. Οι ισχυρισμοί περί μεροληψίας του πειθαρχικού συμβουλίου απορρίφθηκαν ως αναπόδεικτοι. Ωστόσο, συνεκτιμώντας το χρόνιο πρόβλημα υγείας και την ψυχολογική κατάσταση, η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης κρίθηκε δυσανάλογη και μεταρρυθμίστηκε σε προσωρινή παύση έξι μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών. Ως παρακολουθηματική συνέπεια, ακυρώθηκε η πράξη αυτοδίκαιης αργίας.
Δέχεται εν μέρει την προσφυγή. Μεταρρυθμίζει την 1/2020 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής και επιβάλλει στην προσφεύγουσα την ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών. Δέχεται την αίτηση ακυρώσεως. Ακυρώνει την 21897/7.12.2020 διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων Αθηνών «Παν. & Αγλαΐα Κυριακού».
ΣτΕ Α1784/2014
2014Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.8%
Αιτών ήταν πολιτικός υπάλληλος κλάδου ΠΕ Μηχανικών σε υπηρεσία του Υπουργείου. Από 14.10.2011 έως 12.4.2012 απείχε συνεχώς από τα καθήκοντά του χωρίς αίτηση άδειας ή ενημέρωση. Εκδόθηκαν υπηρεσιακά έγγραφα κλήσης σε απολογία στις 10.11.2011 και 29.11.2011, στα οποία δεν ανταποκρίθηκε. Διατάχθηκε ΕΔΕ στις 12.12.2011 και στο πόρισμα 8.2.2012 καταγράφηκε αδικαιολόγητη απουσία. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε οριστική παύση με πρακτικό 9.4.2013, λαμβάνοντας υπόψη και δύο προηγούμενες έγγραφες επιπλήξεις (2007, 2008) για παρόμοιο παράπτωμα. Η κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης επιχειρήθηκε στις 2.8.2013 στη δηλωμένη κατοικία με θυροκόλληση από αστυνομικό όργανο, χωρίς να ακολουθήσει παράδοση αντιγράφου στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα και ταχυδρομική ειδοποίηση κατά το άρθρο 128 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 140 § 4 και το άρθρο 138 του ν. 3528/2007, η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται στον υπάλληλο και η επίδοση γίνεται όπως ορίζει το άρθρο 138. Το άρθρο 128 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 ν. 3994/2011, επιτρέπει θυροκόλληση όταν δεν ευρίσκεται ο παραλήπτης, αλλά απαιτεί, εντός των επόμενων εργάσιμων ημερών, παράδοση αντιγράφου στο αστυνομικό τμήμα και ταχυδρομική ειδοποίηση. Ως προς την ουσία, το άρθρο 107 § 1 περ. ι και το άρθρο 109 § 1, 2, 5α ν. 3528/2007 ρυθμίζουν το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής και τις ποινές με τήρηση της αναλογικότητας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης έγινε με θυροκόλληση στη δηλωμένη κατοικία, χωρίς να τηρηθούν οι συμπληρωματικές ενέργειες του άρθρου 128 ΚΠολΔ. Επίσης, από τον πειθαρχικό φάκελο προέκυψε συνεχής απουσία επί μήνες χωρίς αίτηση άδειας ή δικαιολογητικά, προηγούμενες επιπλήξεις για το ίδιο παράπτωμα και αβάσιμη επίκληση ανωτέρας βίας χωρίς προσκόμιση αποδεικτικών. Εφαρμόζοντας τα ως άνω, η ελλιπής κοινοποίηση δεν εκκίνησε την προθεσμία για ενδικοφανή ένσταση, καθιστώντας παραδεκτή την προσφυγή. Ωστόσο, η συνεχής και αδικαιολόγητη αποχή υπερέβη το όριο του άρθρου 109 § 5α, σε συνδυασμό με το ιστορικό παραπτωμάτων, και συνεκτιμήθηκαν οι συνθήκες και η υπηρεσιακή εικόνα· έτσι η επιλογή της οριστικής παύσης κρίθηκε σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι η αδικαιολόγητη αποχή του υπαλλήλου από τα καθήκοντά του επί συνεχές διάστημα πολλών μηνών αποδείχθηκε από τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, ενώ οι επικληθείσες λόγοι ανωτέρας βίας δεν τεκμηριώθηκαν. Δεδομένης της υπέρβασης του κατωφλίου του άρθρου 109 § 5α ν. 3528/2007 και της ύπαρξης δύο προηγούμενων πειθαρχικών επιπλήξεων, η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης θεωρήθηκε αναλογική και νόμιμη.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α1065/2012
2012Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.7%
Ο αιτών ήταν υπάλληλος ελεγκτικής υπηρεσίας κατηγορίας ΔΕ. Στις 31.7.2003 συμμετείχε σε έλεγχο επιχείρησης, όπου κατασχέθηκαν βιβλία και στοιχεία, και στις 4.9.2003 του ανατέθηκε επεξεργασία των κατασχεθέντων. Στις 6.11.2003 υποβλήθηκε καταγγελία για εκβίαση με μεσολάβηση τρίτου προσώπου. Καταγράφηκαν τηλεφωνικές συνομιλίες (11–17.11.2003) σχετικά με απαίτηση χρηματικού ανταλλάγματος. Στις 18.11.2003 ο καταγγέλλων παρέδωσε σε τρίτο προσημειωμένα χρήματα και επιταγή, τα οποία στη συνέχεια παραδόθηκαν στον αιτούντα, ο οποίος συνελήφθη αμέσως μετά την παραλαβή. Διενεργήθηκε ΕΔΕ με πορισματικές εκθέσεις και παραπέμφθηκε πειθαρχικά. Το πρωτοβάθμιο υπηρεσιακό συμβούλιο επέβαλε στις 5.7.2006 προσωρινή παύση για 6 μήνες. Κατόπιν ενστάσεων, το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο στις 7.10.2008 επέβαλε οριστική παύση. Προηγήθηκαν και βουλεύματα ποινικών δικαστηρίων που παρέπεμπαν τον αιτούντα σε δίκη.
Σύμφωνα με τα άρθρα 107 παρ. 1 και 109 παρ. 2 του ν. 2683/1999, πειθαρχικά παραπτώματα είναι, μεταξύ άλλων, η παράβαση καθήκοντος και η χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής διαγωγή· για αυτά δύναται να επιβληθεί οριστική παύση. Ταυτόσημες ρυθμίσεις περιλαμβάνει ο ν. 3528/2007, ενώ παραπτώματα τελεσθέντα προ της ισχύος του διέπονται, ως προς την ουσία, από το προϊσχύσαν δίκαιο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπάλληλος ελεγκτικής υπηρεσίας (ΔΕ) συμμετείχε σε έλεγχο επιχείρησης στις 31.7.2003, κατασχέθηκαν βιβλία, και μετά καταγγελία στις 6.11.2003 καταγράφηκαν συνομιλίες για καταβολή χρημάτων μέσω τρίτου. Στις 18.11.2003 παραλήφθηκαν προσημειωμένα χρήματα και επιταγή, ο υπάλληλος έλαβε τη σακούλα και συνελήφθη. Προηγήθηκε ΕΔΕ, επιβλήθηκε στις 5.7.2006 προσωρινή παύση και στις 7.10.2008 οριστική παύση. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 107 και 109 του ν. 2683/1999, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω συμπεριφορά συνιστά χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας, βαριά προσβλητική για το κύρος της αρχής. Η βαρύτητα και οι συνθήκες θεμελιώνουν την ποινή της οριστικής παύσης ως ανάλογη. Οι ισχυρισμοί περί αναιτιολόγητου της διοικητικής κρίσης απορρίφθηκαν ως αλυσιτελείς λόγω πλήρους ουσιαστικού ελέγχου.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι από το πειθαρχικό φάκελο, τα πορίσματα της ΕΔΕ και τα καταγεγραμμένα περιστατικά προέκυψε ότι ο υπάλληλος υπέπεσε σε χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή εντός υπηρεσίας· για το παράπτωμα αυτό η οριστική παύση προβλέπεται από το άρθρο 109 παρ. 2 του ν. 2683/1999 και κρίθηκε προσήκουσα λόγω της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης. Επιπλέον, οι αιτιάσεις περί αναιτιολόγητου της διοικητικής απόφασης είναι αλυσιτελείς, αφού το δικαστήριο προέβη σε πλήρη ουσιαστική εκτίμηση.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α725/2021
2021Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.6%
Υπάλληλος του κλάδου ΤΕ Διοικητικού–Λογιστικού με βαθμό Γ΄, αποσπασμένη έως 28.2.2011, δεν προσήλθε στην υπηρεσία από 1.3.2011 έως 21.3.2011. Κατά το 2011 απουσίασε χωρίς άδεια από 14.10 έως 28.10 (10 εργάσιμες) και από 28.11 έως 2.12 (5 εργάσιμες), ενώ είχε ήδη εξαντλήσει την κανονική άδεια ετών 2010 και 2011. Κατά το 2012 απουσίασε αδικαιολόγητα στις 16.4 (μετά τη λήξη αναρρωτικής άδειας στις 15.4) και στις 10.7 (μετά τη λήξη κανονικής άδειας στις 9.7). Επιπλέον, απουσίασε από 11.7 έως 4.8 (18 εργάσιμες) και από 6.8 έως 25.8 (15 εργάσιμες), προσκομίζοντας εκ των υστέρων ιδιωτικές ιατρικές γνωματεύσεις χωρίς εμπρόθεσμες αιτήσεις και χωρίς γνωμάτευση αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής κατά το άρθρο 56. Προγενέστερα είχε τιμωρηθεί με 10μηνη προσωρινή παύση για αδικαιολόγητες απουσίες το 2012–2013.
Σύμφωνα με το άρθρο 114 § 3 του ν. 3528/2007, η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από αμετάκλητη ποινική απόφαση μόνο ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Κατά τα άρθρα 107 §1 περ. ι και 109 §5α του ίδιου νόμου, η αδικαιολόγητη αποχή άνω των 22 συνεχών ή 30 εντός έτους εργάσιμων ημερών επισύρει κατ’ ελάχιστο υποβιβασμό, ενώ η οριστική παύση δύναται να επιβληθεί ιδίως σε υποτροπή. Τα άρθρα 48, 49, 54–56 καθορίζουν το πλαίσιο κανονικών και αναρρωτικών αδειών και την υποχρέωση εμπρόθεσμων αιτήσεων. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπάλληλος απουσίασε χωρίς άδεια σε συγκεκριμένα διαστήματα το 2011 και 2012, έχοντας εξαντλήσει τις κανονικές άδειες, και δεν υπέβαλε εμπρόθεσμες αιτήσεις αναρρωτικής άδειας ούτε έλαβε γνωματεύσεις της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής για τις απουσίες Ιουλίου–Αυγούστου 2012. Η μεταγενέστερη (13.1.2017) γνωμάτευση άλλης επιτροπής κρίθηκε ανεπίκαιρη και μη ικανή να δικαιολογήσει τις απουσίες. Υπήρξε προηγούμενη πειθαρχική ποινή για όμοια παραπτώματα. Εφαρμόζοντας το άρθρο 114 §3, το Δικαστήριο έλαβε δεσμευτικά μόνο τα πραγματικά περιστατικά από την ποινική απόφαση και προέβη σε ίδια υπαγωγή. Εν όψει υπέρβασης του ορίου των 30 ημερών εντός έτους, της μη τήρησης της διαδικασίας αναρρωτικών αδειών και της υποτροπής, έκρινε ότι το παράπτωμα στοιχειοθετείται και η οριστική παύση είναι πρόσφορη και αναλογική κατά το άρθρο 109.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι από τα έντυπα αδειών και την έκθεση ελέγχου προέκυψε αδικαιολόγητη αποχή από τα καθήκοντα για χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν το όριο του άρθρου 109 §5α ν. 3528/2007. Οι ισχυρισμοί περί κανονικών ή αναρρωτικών αδειών κρίθηκαν αβάσιμοι: η κανονική άδεια είχε εξαντληθεί, δεν είχε ζητηθεί ή χορηγηθεί επιπλέον άδεια κατά το άρθρο 49, και οι αναρρωτικές άδειες δεν ζητήθηκαν εμπρόθεσμα ούτε εγκρίθηκαν από αρμόδια υγειονομική επιτροπή κατά το άρθρο 56. Η μεταγενέστερη γνωμάτευση του 2017 κρίθηκε ανεπίκαιρη και μη ικανή να νομιμοποιήσει τις απουσίες του 2012. Λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας της παράβασης και της υποτροπής (προγενέστερη 10μηνη προσωρινή παύση για όμοιες απουσίες), η ποινή της οριστικής παύσης θεωρήθηκε η προσήκουσα, καθιστώντας αλυσιτελείς τους λοιπούς λόγους περί αναλογικότητας.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α640/2018
2018Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.6%
Αιτών υπηρετούσε ως Προϊστάμενος στην Α΄ Δ.Ο.Υ. και ανέθεσε σε εφοριακό ελεγκτή τακτικό έλεγχο επιχείρησης με εντολή της 22.10.2007. Κατά τις επαφές με τον ελεγχόμενο ζητήθηκαν 2.000 ευρώ για επίσπευση ελέγχου και αργότερα απαιτήθηκε ποσό 30.000 ευρώ, με απειλή επιβολής μείζονος διοικητικού προστίμου, ώστε να εμφανισθούν παραβάσεις ως ήσσονος σημασίας. Στις 15.4.2008 εντοπίστηκε σε χώρο υπηρεσίας φάκελος με προσημειωμένα χρήματα. Ακολούθησαν διοικητικές ενέργειες: εντολή προκαταρκτικής/ΕΔΕ και ελέγχου περιουσιακής κατάστασης (άρθρο 125), προσωρινή και υποχρεωτική αργία, κλήση σε απολογία (άρθρο 134) και παραπομπή στο Πειθαρχικό για παράβαση καθήκοντος και χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή. Υπήρξε αμετάκλητη ποινική απόφαση που διαπίστωσε πράξεις παθητικής δωροδοκίας και ηθικής αυτουργίας σε εκβίαση, καθώς και άλλη τελεσίδικη κρίση για ζήτηση και λήψη 2.000 ευρώ για προτεραιοποίηση ελέγχου. Το πειθαρχικό επέβαλε οριστική παύση.
Σύμφωνα με το άρθρο 114 ν. 3528/2007, όπως ισχύει μετά το άρθρο δεύτερο ν. 4057/2012, η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής, αλλά το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από αμετάκλητη ποινική κρίση ως προς την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών. Κατά τα άρθρα 108 και 109 ν. 3528/2007, οι αρχές του ποινικού δικαίου εφαρμόζονται αναλόγως, οι ελαφρυντικές περιστάσεις συνεκτιμώνται χωρίς υποχρεωτική μείωση της ποινής, και η οριστική παύση προβλέπεται για παράβαση καθήκοντος και αναξιοπρεπή διαγωγή. Το άρθρο 103 §4 Συντ. παρέχει πλήρη ουσιαστικό έλεγχο στην προσφυγή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξε αμετάκλητη ποινική απόφαση (2013, επικυρωθείσα το 2016) που κατέγραψε ως πραγματικά περιστατικά ζήτηση/λήψη χρημάτων, απειλές για επιβολή υψηλού διοικητικού προστίμου και χρήση υπηρεσιακής θέσης για ιδιωτικό όφελος. Προέκυψαν διοικητικές ενέργειες: αργία, ΕΔΕ και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης (χωρίς αδικαιολόγητο πλουτισμό), κλήση σε απολογία και επιβολή οριστικής παύσης για τα δύο παραπτώματα. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο, δεσμευόμενο ως προς τα πραγματικά περιστατικά από την ποινική κρίση, υπήγαγε τις πράξεις σε «παράβαση καθήκοντος» και «χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή». Συνεκτίμησε το είδος/βαρύτητα και τις συνθήκες τέλεσης, έκρινε ότι ελαφρυντικά δεν επιβάλλουν κατ’ ανάγκη μείωση, και θεώρησε την οριστική παύση πρόσφορη και αναλογική.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι αμετάκλητη ποινική απόφαση διαπίστωσε τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά (ζήτηση/λήψη χρημάτων, απειλή επιβολής προστίμου, εκμετάλλευση υπηρεσιακής θέσης), δεσμεύοντας την πειθαρχική κρίση κατά το άρθρο 114 ν. 3528/2007. Τα περιστατικά συνιστούν παράβαση καθήκοντος και χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή διαγωγή, για τις οποίες η οριστική παύση είναι νόμιμη και αναλογική (άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007). Οι αιτιάσεις περί ελλιπούς αιτιολογίας, εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδείξεων και μη συνεκτίμησης ελαφρυντικών είναι αλυσιτελείς υπό τον πλήρη ουσιαστικό έλεγχο της προσφυγής και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμες, αφού οι ελαφρυντικές περιστάσεις δεν επιβάλλουν αυτοτελώς μείωση ποινής (άρθρα 108 και 109).
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α2133/2024
2024Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.3%
Ιατρός κλάδου Ε.Σ.Υ., Επιμελητής Β', ειδικότητας Γενικής Ιατρικής, υπηρετούσε στο Περιφερειακό Ιατρείο Πλατέος του Κέντρου Υγείας Αλεξάνδρειας του Γενικού Νοσοκομείου Βέροιας. Διορίστηκε επί θητεία με την Υ10α/Γ.Π.63745/2-8-2005 απόφαση. Κατά το χρονικό διάστημα 2006-2007 και πρώτο τετράμηνο 2009 εξέδωσε 411 συνταγές κατά το 2006-2007 και 326 κατά το πρώτο τετράμηνο του 2009, με εμφάνιση περιοδικότητας εκτελέσεως στο φαρμακείο Γ.Α. στην Περιστερά Θεσσαλονίκης. Ασφαλισμένοι στους οποίους αναφέρονταν οι συνταγές δεν είχαν σχέση ως προς κατοικία και τόπο εργασίας με το Πλατύ, αλλά διέμεναν στη Θεσσαλονίκη ή σε χωριά Θεσσαλονίκης (Περιστερά, Λιβάδι). Πολλοί ασφαλισμένοι δήλωσαν ότι δεν τον γνώριζαν, δεν επισκέφθηκαν το ιατρείο του, δεν έπασχαν από παθήσεις για τις οποίες συνταγογραφήθηκαν φάρμακα, και είχαν σταθερή αγωγή από άλλον θεράποντα ιατρό. Υπήρχε ανακολουθία αριθμών συνταγής και ημερομηνιών έκδοσης στα συνταγολόγια ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Συνταγές εμφάνιζαν μηδενικά ή μειωμένα ποσοστά συμμετοχής χωρίς δικαιολόγηση, συνταγογράφηση άνω των δύο εμβαλαγίων χωρίς δικαιολογία, και μη εγγραφή φαρμάκων στα βιβλιάρια υγείας. Με την 1062/2014 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (αμετάκλητη) καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 μηνών για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, αφορώντας 50 συγκεκριμένες συνταγές. Διενεργήθηκε Ε.Δ.Ε. με το ΕΜΠ9/28-2-2011 πόρισμα. Ιατρός υπέβαλε παραίτηση στις 28-5-2014 για λόγους υγείας που απορρίφθηκε λόγω εκκρεμούς πειθαρχικής διώξεως (άρθρο 148 παρ. 2 Υ.Κ.). Προσκόμισε ιατρικά πιστοποιητικά και γνωματεύσεις Ειδικού Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης για διπολική διαταραχή, με νοσηλείες από 6-5-2012 έως 29-5-2012, 21-1-2013 έως 29-1-2013, 31-10-2013 έως 11-11-2013 και 6-10-2016 έως 12-10-2016. Έκανε χρήση αναρρωτικής άδειας 287 ημερών κατά την τελευταία πενταετία.
Το άρθρο 114 παρ. 3 του Υπαλληλικού Κώδικα ορίζει ότι το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από αμετάκλητη ποινική απόφαση μόνο ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. Το άρθρο 106 του Υ.Κ. απαιτεί για τη στοιχειοθέτηση πειθαρχικού παραπτώματος τη σύντρεξη αντικειμενικών προϋποθέσεων παραβάσεως υπαλληλικού καθήκοντος και υποκειμενικών προϋποθέσεων (πρόθεση ή αμέλεια), με εξαίρεση την έλλειψη ικανότητας προς καταλογισμό. Το Δικαστήριο διαπίστωσε, δεσμευόμενο από την 1062/2014 αμετάκλητη απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ότι ιατρός τέλεσε τις πράξεις συνταγογραφίας χωρίς εξέταση ασφαλισμένων, χωρίς ανάγκη φαρμακευτικής αγωγής και χωρίς οι ασφαλισμένοι να λάβουν τα φάρμακα, για τουλάχιστον 50 συνταγές. Απέρριψε τον ισχυρισμό έλλειψης καταλογισμού λόγω διπολικής διαταραχής, καθώς τα προσκομισθέντα ιατρικά πιστοποιητικά και γνωματεύσεις αφορούσαν μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα (2012-2016) και όχι τα κρίσιμα έτη 2006-2007 και 2009, ενώ ομοίου περιεχομένου ισχυρισμοί απορρίφθηκαν και στην ποινική δίκη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 107 παρ. 1 περ. β' του ν. 3528/2007, το άρθρο 77 παρ. 1 περ. δ' του ν. 2071/1992, το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 3418/2005 και το άρθρο 2 παρ. 1 και 3 του π.δ. 121/2008, το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετούνται τα πειθαρχικά παραπτώματα παραβάσεως καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα και παραβάσεως κανόνων ιατρικής δεοντολογίας. Ο τρόπος τελέσεως των πράξεων (πλήθος συνταγών, μεθοδικότητα, συστηματικότητα) αποδεικνύει ότι ιατρός ενήργησε με τρόπο ασύμβατο προς άτομο με ουσιώδη διαταραχή ικανότητας προς καταλογισμό.
Η προσφυγή του ιατρού απορρίφθηκε διότι τέλεσε με επαναλαμβανόμενες πράξεις τα πειθαρχικά παραπτώματα της παραβάσεως καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα (άρθρο 107 παρ. 1 περ. β' ν. 3528/2007) και της παραβάσεως κανόνων ιατρικής δεοντολογίας (άρθρο 77 παρ. 1 περ. δ' ν. 2071/1992, άρθρο 6 παρ. 4 ν. 3418/2005, άρθρο 2 π.δ. 121/2008), συνταγογραφώντας τουλάχιστον 50 συνταγές χωρίς εξέταση ασφαλισμένων, χωρίς ιατρική αναγκαιότητα και χωρίς οι ασφαλισμένοι να λάβουν τα φάρμακα, όπως διαπιστώθηκε αμετακλήτως με την 1062/2014 καταδικαστική απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η προσφυγή της Γενικής Επιθεωρήτριας Δημόσιας Διοίκησης έγινε δεκτή και επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσεως (άρθρο 109 παρ. 2 περ. β' Υ.Κ., άρθρο 77 παρ. 7 ν. 2071/1992) διότι, λαμβανομένων υπ' όψιν του είδους, της βαρύτητας και των ειδικότερων συνθηκών τελέσεως των πειθαρχικών παραπτωμάτων (μεθοδικότητα, συστηματικότητα, πλήθος συνταγών κατά τα έτη 2006-2007 και 2009), σε συνδυασμό με την εν γένει υπηρεσιακή εικόνα και την απόρριψη του ισχυρισμού έλλειψης καταλογισμού, η ποινή της προσωρινής παύσης δύο ετών που επιβλήθηκε από το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο ήταν ανεπαρκής και δεν τηρούσε την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος).
Απορρίπτει την προσφυγή του Κ. Μ.. Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Δέχεται την προσφυγή της Γενικής Επιθεωρήτριας Δημόσιας Διοίκησης. Ακυρώνει την από 29-6-2015 απόφαση του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου ιατρών Ε.Σ.Υ. Επιβάλλει στον Κ. Μ. την ποινή της οριστικής παύσεως και Απαλλάσσει τον Κ. Μ. από τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου.
ΣτΕ Α940/2021
2021Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.1%
Αιτών ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετών στη Μεταφραστική Υπηρεσία από 3.12.2010 έως 7.1.2014 και τοποθετημένος στο Τμήμα Μεταφράσεων Αγγλικής. Κατόπιν καταγγελιών, ο Γενικός Γραμματέας διέταξε ένορκη διοικητική εξέταση και εκδόθηκε πόρισμα (18.12.2013) που κατέγραψε συστηματική έκδοση επισήμων μεταφράσεων εκτός κανονικής διαδικασίας. Ο αιτών επικύρωσε μεταφράσεις χωρίς προηγούμενη αίτηση και απόδειξη ταμείου, με εικονικούς αριθμούς που αντιστοιχούσαν σε άλλες μεταφράσεις (ενδεικτικά: 38342/18.4.2013 και 38342/19.4.2013 για τρεις μεταφράσεις· προσπάθεια με 34208/22.4.2013· 142111/21.11.2011· 20693/20.3.2012). Διαπιστώθηκε άγνοια του αρχείου δειγμάτων υπογραφών μεταφραστών και χρήση μη εξουσιοδοτημένων υπογραφών. Η τυπική διαδικασία προέβλεπε κοπή απόδειξης (τριπλότυπο), χρέωση στο βιβλίο μεταφραστή, σφράγιση από υπάλληλο και υπογραφή προϊσταμένου ως θεώρηση γνησίου, αλλά αυτά παραλείπονταν. Ο αιτών κλήθηκε σε απολογία (20.2.2014) και παραπέμφθηκε πειθαρχικά, ενώ τέθηκε σε αυτοδίκαιη αργία (14.4.2014).
Σύμφωνα με το άρθρο 81 § 1 και το άρθρο 10 του ν. 3566/2007, για τα πειθαρχικά θέματα των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Τα άρθρα 106, 107 και 109 του ν. 3528/2007, όπως ίσχυαν πριν και μετά το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, ορίζουν την έννοια του πειθαρχικού παραπτώματος, περιλαμβάνουν την «αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά» και προβλέπουν την επιβολή προσωρινής παύσης, με συνεκτίμηση των συνθηκών και της αναλογικότητας (άρθρο 7 ν. 4057/2012). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος, ως προϊστάμενος του Τμήματος Αγγλικής, επικύρωσε κατά σύστημα μεταφράσεις εκτός της προβλεπόμενης διαδικασίας, χωρίς έκδοση απόδειξης και με εικονικούς αριθμούς (142111/2011, 20693/2012, 38342/2013), ενώ χρησιμοποιήθηκαν μη εξουσιοδοτημένες υπογραφές. Δήλωσε άγνοια του αρχείου δειγμάτων υπογραφών και δεν προέβη σε ελέγχους, παρά τον θεσμικό ρόλο του. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η συμπεριφορά συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα «αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο» και δικαιολογεί την ποινή της προσωρινής παύσης. Ο ισχυρισμός περί φόρτου εργασίας ή ευθύνης άλλων υπαλλήλων δεν αναιρεί την αυτοτελή πειθαρχική ευθύνη. Η ποινή τριών μηνών κρίνεται ανάλογη, λαμβανομένων υπόψη της θέσης, των συνθηκών και της βαρύτητας των παραπτωμάτων.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι από το πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης, τα συνοδευτικά έγγραφα και τις συγκεκριμένες μεταφράσεις με εικονικούς αριθμούς αποδείχθηκε ότι ο υπάλληλος επικύρωνε επισήμως μεταφράσεις εκτός της νόμιμης διαδικασίας και με μη εξουσιοδοτημένες υπογραφές. Τα πραγματικά περιστατικά υπάγονται στον κανόνα του άρθρου 107 ν. 3528/2007 περί αναξιοπρεπούς ή ανάξιας συμπεριφοράς και θεμελιώνουν πειθαρχική ευθύνη. Η επίκληση φόρτου εργασίας και η ενδεχόμενη ευθύνη άλλων δεν αίρουν την αυτοτελή ευθύνη. Η επιβληθείσα ποινή προσωρινής παύσης τριών μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών είναι σύμφωνη με το άρθρο 109 ν. 3528/2007 και την αρχή της αναλογικότητας, κατόπιν συνεκτίμησης της θέσης, των συνθηκών τέλεσης και της υπηρεσιακής εικόνας. Συνεπώς, δεν υφίσταται λόγος ακύρωσης της πειθαρχικής απόφασης.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α601/2019
2019Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.9%
Αιτών ήταν δημοτικός υπάλληλος με καθήκοντα εισπράκτορα εσόδων του Δήμου κατά το διάστημα 1.1.2011–31.12.2012, ορισμένος με αποφάσεις Δημάρχου. Η ταμειακή υπηρεσία λειτουργούσε με γραφείο εσόδων και γραφείο ταμείου σύμφωνα με ΟΕΥ και το β.δ. 17.5.1959. Υπήρχαν αδυναμίες στο μηχανογραφικό σύστημα και ανύπαρκτος εσωτερικός έλεγχος (μη θεωρημένα/αριθμημένα διπλότυπα, ελλιπείς ημερήσιες καταστάσεις). Ο αιτών εξέδιδε αποδείξεις είσπραξης για τέλη ύδρευσης, τις ακύρωνε χωρίς την προβλεπόμενη πράξη ακύρωσης και με τον ίδιο αριθμό εξέδιδε νέα σε άλλους οφειλέτες. Σε 12 συγκεκριμένες περιπτώσεις εισέπραξε ποσά (π.χ. 11.7.2011, 29.11.2011, 9.5.2012, 2.7.2012, 7.9.2012, 9.11.2012, 12.11.2012, 26.11.2012, 13.12.2012) που δεν κατατέθηκαν στο ταμείο, καθώς και μία μέσω ταχυδρομικής επιταγής. Ποινικά αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών για 31 περιστατικά που είχαν τεθεί στη ποινική δίκη, ενώ πειθαρχικά εξετάστηκαν συνολικά 63 περιπτώσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 118 του ν. 3584/2007 και το άρθρο 114 του ν. 3528/2007, η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική, αλλά το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από αμετάκλητη ποινική απόφαση μόνο ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση, εφόσον τα περιστατικά ταυτίζονται. Η ερμηνεία τελεί υπό το φως του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος, ως δημοτικός εισπράκτορας (2011–2012), λειτουργούσε σε περιβάλλον ελλιπούς μηχανογραφικού ελέγχου και ανύπαρκτου εσωτερικού ελέγχου. Εξέδιδε και ακύρωνε διπλότυπα χωρίς την προβλεπόμενη πράξη, επανεκδίδοντας με ίδιο αριθμό σε άλλους οφειλέτες, ενώ οι εισπράξεις δεν κατατίθεντο στο ταμείο κατά το β.δ. 17.5.1959. Ποινικά αθωώθηκε για 31 ταυτιζόμενες περιπτώσεις, αλλά η πειθαρχική δίωξη κάλυπτε επιπλέον περιστατικά. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το Δικαστήριο έλαβε ως δεσμευτική την αθώωση μόνο για τις 31 ταυτιζόμενες περιπτώσεις και αξιολόγησε αυτοτελώς τις λοιπές. Κατά το β.δ. 17.5.1959, η μη εισαγωγή εισπράξεων στο ταμείο και η παράτυπη ακύρωση διπλοτύπων συγκροτούν έλλειμμα και παράβαση καθήκοντος. Υπάγοντας τα περιστατικά στα άρθρα 107 παρ. 1 περ. β και δ ν. 3528/2007 και 110 ν. 3584/2007, δέχθηκε τέλεση παραπτωμάτων και επιμέτρησε ποινή οριστικής παύσης.
Ο Υπουργός Εσωτερικών αποβλήθηκε λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι, παρά τη δεσμευτική αθώωση για 31 ταυτιζόμενες περιπτώσεις, αποδείχθηκε για λοιπές περιπτώσεις ότι ο υπάλληλος, ως δημοτικός εισπράκτορας, εισέπραξε τέλη ύδρευσης, εξέδωσε και ακύρωσε παραστατικά χωρίς την προβλεπόμενη διαδικασία του β.δ. 17.5.1959 και δεν απέδωσε τις εισπράξεις στο ταμείο του Δήμου, ιδιοποιούμενος τα ποσά. Τα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν πειθαρχικά παραπτώματα παραβίασης υπαλληλικού καθήκοντος και απόκτησης οικονομικού οφέλους (άρθρο 107 παρ. 1 περ. β, δ ν. 3528/2007 σε συνδυασμό με άρθρο 110 ν. 3584/2007). Λόγοι περί πλημμελούς αιτιολογίας, αναλογικότητας και τεκμηρίου αθωότητας κρίθηκαν αλυσιτελείς στο πλαίσιο της υπαλληλικής προσφυγής. Η βαρύτητα και οι συνθήκες τέλεσης δικαιολογούν την ποινή της οριστικής παύσης.
Αποβάλλει από τη δίκη τον Υπουργό Εσωτερικών. Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α2669/2017
2017Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.6%
Αιτών ήταν μόνιμος υπάλληλος Δήμου, ασκών καθήκοντα εισπράκτορα. Στις 12.2.2013 δημοτική υπηρεσία απέστειλε ειδοποιήσεις, ενώ πολίτες επέδειξαν εξοφλητικά διπλότυπα. Ο υπάλληλος είχε εκδώσει διπλότυπα εισπράξεως και εν συνεχεία, την ίδια ημέρα, προέβαινε σε ακυρώσεις χωρίς τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 55 § 2 Β.Δ. 17-5/15-6-1959 (χωρίς πρωτότυπο δελτίο, χωρίς ενημέρωση/έγκριση). Από 29.1.2007 έως αρχές 2013 καταγράφηκαν 395 ακυρώσεις (συνολικό ποσό 234.046,58 ευρώ), με ζημία για τον Δήμο 96.861,44 ευρώ και 102 περιπτώσεις μεταγενέστερης εξόφλησης με νέα διπλότυπα από τον ίδιο υπάλληλο. Διενεργήθηκε ΕΔΕ και πειθαρχική ανάκριση, που επιβεβαίωσαν συστηματικές παρατυπίες και ιδιοποίηση πλεονάσματος. Ο υπάλληλος τέθηκε σε αυτοδίκαιη αργία και κινήθηκε ποινική διαδικασία για υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
Σύμφωνα με τα άρθρα 110 και 111 του ν. 3584/2007 και τα άρθρα 107 και 109 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν, μεταξύ άλλων, η αμέλεια/ατελής εκπλήρωση καθήκοντος, η απόκτηση οικονομικού οφέλους, η χρησιμοποίηση της υπαλληλικής ιδιότητας και η αναξιοπρεπής συμπεριφορά· οι ποινές επιμετρώνται με αναλογικότητα. Το άρθρο 55 § 2 του Β.Δ. 17-5/15-6-1959 προβλέπει ειδική διαδικασία ακύρωσης διπλοτύπων. Σύμφωνα με το άρθρο 103 § 4 Συντάγματος, η υπαλληλική προσφυγή κρίνεται κατά νόμο και ουσία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος, ενεργώντας ως εισπράκτορας, από 29.1.2007 έως αρχές 2013 προέβη σε 395 ακυρώσεις διπλοτύπων (ποσό 234.046,58 ευρώ), συχνά χωρίς πρωτότυπο δελτίο και χωρίς ενημέρωση ή έγκριση, δημιουργώντας πλεόνασμα εκτός επίσημης ταμειακής απεικόνισης. Προέκυψε ζημία 96.861,44 ευρώ για τον Δήμο, ενώ σε 102 περιπτώσεις οι οφειλές τακτοποιήθηκαν μεταγενέστερα με νέα διπλότυπα που εξέδιδε ο ίδιος. Η ΕΔΕ και η πειθαρχική ανάκριση επιβεβαίωσαν την κατ’ εξακολούθηση παραβίαση της διαδικασίας. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά στοιχειοθετεί αμέλεια/ατελή εκπλήρωση καθήκοντος, απόκτηση οικονομικού οφέλους, χρησιμοποίηση ιδιότητας και αναξιοπρεπή συμπεριφορά. Η παράβαση της νόμιμης διαδικασίας, η έκταση και επανάληψη των πράξεων, το ύψος της ζημίας και η έλλειψη μεταμέλειας καθιστούν πρόσφορη και αναλογική την ποινή της οριστικής παύσης.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι αποδείχθηκε κατ’ ουσίαν ότι ο υπάλληλος προέβη, κατ’ εξακολούθηση, σε παράνομες ακυρώσεις διπλοτύπων εισπράξεως χωρίς τήρηση του άρθρου 55 § 2 Β.Δ. 17-5/15-6-1959, δημιούργησε πλεόνασμα εκτός επίσημης διαχείρισης και ιδιοποιήθηκε ποσά, με διαπιστωμένη ζημία για τον Δήμο. Οι αιτιάσεις περί μηχανογραφικών λαθών, κακής οργάνωσης και έλλειψης εκπαίδευσης κρίθηκαν αβάσιμες. Λαμβανομένων υπόψη της βαρύτητας, έκτασης και επαναληπτικότητας των παραπτωμάτων, του ύψους της ζημίας και της έλλειψης μεταμέλειας, η οριστική παύση θεωρήθηκε αναλογική και πρόσφορη ποινή. Επιπλέον, ο Δήμος δεν νομιμοποιείται παθητικώς, καθόσον η προσβαλλόμενη πράξη προέρχεται από το Περιφερειακό Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Αποβάλλει από τη δίκη το Δήμο Παλλήνης. Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α626/2023
2023Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.3%
Αιτών ήταν μόνιμος υπάλληλος κλάδου ΔΕ Φύλαξης–Πληροφόρησης σε αρχαιολογικό χώρο, υπεύθυνος β’ βάρδιας για συγκέντρωση εισπράξεων εισιτηρίων και απόδοσή τους στον διαχειριστή. Κατόπιν εντολών του αρμόδιου φορέα διενεργήθηκαν έλεγχοι (16.4.2014, 28.4.2014, 7.5.2014) που κατέληξαν σε έκθεση διαχείρισης με διαπιστωμένο έλλειμμα 80.400 ευρώ (20.100 εισιτήρια των 4 ευρώ). Ακολούθησε Ε.Δ.Ε. και παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο για παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος, παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα, αναξιοπρεπή συμπεριφορά και αμέλεια/ατελή εκπλήρωση. Η κλήση σε απολογία εκδόθηκε (8.5.2015) και, μη δυναμένης επίδοσης, τοιχοκολλήθηκε στην υπηρεσία (20.5.2015) σύμφωνα με το άρθρο 138. Στη συνεδρίαση ο υπάλληλος εμφανίστηκε, ζήτησε αναβολή επικαλούμενος μη παραλαβή και αρνήθηκε τα περιστατικά. Επιβλήθηκε οριστική παύση. Ποινικά καταδικάστηκε για υπεξαίρεση στην υπηρεσία μεγάλης αξίας με αποφάσεις 291/2018 και 366/2021, οι οποίες έγιναν αμετάκλητες.
Σύμφωνα με το άρθρο 114 § 3 ν. 3528/2007, το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από αμετάκλητη ποινική απόφαση ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. Τα άρθρα 134, 135 και 138 ν. 3528/2007 καθιερώνουν την υποχρεωτική κλήση σε απολογία, το δικαίωμα γνώσης του φακέλου και τους κανόνες επίδοσης, ενώ η νομολογία δέχεται ότι πλημμέλειες της κλήσης καλύπτονται αν ο διωκόμενος απολογηθεί χωρίς επιφύλαξη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι έλεγχοι διαχείρισης εισιτηρίων στον αρχαιολογικό χώρο ανέδειξαν έλλειμμα 80.400 ευρώ, ακολούθησε Ε.Δ.Ε. και παραπομπή για συγκεκριμένα παραπτώματα. Η κλήση σε απολογία τοιχοκολλήθηκε κατά το άρθρο 138, ο υπάλληλος παρέστη και ζήτησε αναβολή χωρίς να προβάλει συγκεκριμένους ουσιώδεις ισχυρισμούς πέραν γενικής άρνησης. Υπήρξε αμετάκλητη ποινική καταδίκη για υπεξαίρεση στην υπηρεσία ταυτόσημων πραγματικών περιστατικών. Εφαρμόζοντας το άρθρο 114 § 3, το Δικαστήριο έλαβε δεσμευτικά τα κριθέντα από την ποινική απόφαση και απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό περί μη διάπραξης. Οι αιτιάσεις για μη νόμιμη κλήση/αναβολή κρίθηκαν αλυσιτελείς ελλείψει ειδικών ισχυρισμών, ενώ, ενόψει του είδους και βαρύτητας των παραπτωμάτων, η οριστική παύση είναι πρόσφορη και αναλογική κατά τα άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι υφίσταται αμετάκλητη ποινική καταδίκη που δεσμεύει την πειθαρχική και δικαστική κρίση ως προς τα πραγματικά περιστατικά (άρθρο 114 § 3 ν. 3528/2007), καθιστώντας απαράδεκτους τους ισχυρισμούς περί μη διάπραξης. Οι λόγοι περί μη νόμιμης κλήσης σε απολογία και ανάγκης αναβολής απορρίφθηκαν ως αλυσιτελείς, αφού δεν προβλήθηκαν συγκεκριμένοι ουσιώδεις ισχυρισμοί ανεξάρτητοι από τα αμετάκλητα κριθέντα. Τέλος, συνεκτιμώντας τη βαρύτητα και τις συνθήκες των παραπτωμάτων, τον βαθμό υπαιτιότητας και την υπηρεσιακή εικόνα, κρίθηκε ότι η ποινή της οριστικής παύσης είναι η προσήκουσα και αναλογική κατά τα άρθρα 107 και 109 ν. 3528/2007.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α721/2020
2020Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.2%
Αιτών, υπάλληλος κλάδου Διοικητικού με βαθμό Γ, υπηρέτησε ως οικονομικός διαχειριστής σε προξενική αρχή από 30.10.2010 έως 30.12.2014. Διενεργήθηκε το 2016 οικονομικός-διαχειριστικός έλεγχος με διαπιστώσεις για έτος 2015 (εισπράξεις τελών θεωρήσεων 8.136.120 λίρες Τουρκίας, μεταφορές 8.086.811,01 λίρες Τουρκίας, λοιπές χρεώσεις 79.052,72 λίρες Τουρκίας). Η ΕΔΕ διαπίστωσε: α) απόκλιση ταμειακού-λογιστικού υπολοίπου, με άτυπο αρχείο excel και καταγραφή ελλείμματος 51.842,99 λίρες Τουρκίας (28.11.2014), β) 18 εμβάσματα από λογαριασμούς της αρχής σε ιδιωτικούς, συνολικά 85.454,62 λίρες Τουρκίας, γ) χρηματοδότηση εξαγοράς οχήματος για δωρεά στο προξενείο με τίμημα 7.000 ευρώ, το οποίο κυκλοφορούσε ανασφάλιστο έως 8.4.2016. Ο Υπουργός παρέπεμψε τον αιτούντα στο Πειθαρχικό Συμβούλιο (18.11.2016) για παραπτώματα βάσει άρθρου 107 ΥΚ και άρθρου 81 ν. 3566/2007. Το Πειθαρχικό επέβαλε προσωρινή παύση 12 μηνών.
Σύμφωνα με το άρθρο 126 ν. 3528/2007, η ΕΔΕ αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων και δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης. Το άρθρο 130 προβλέπει δικαίωμα πρότασης μαρτύρων, ενώ το άρθρο 132 επιβάλλει την ανωμοτί εξέταση του διωκόμενου. Όταν η ΕΔΕ δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου αλλά αποτέλεσε βάση άσκησης δίωξης και ο υπάλληλος εξετάστηκε ενόρκως, το πειθαρχικό συμβούλιο οφείλει, κατά το άρθρο 127 παρ. 5, να διενεργήσει συμπληρωματική ανάκριση ώστε να εξετασθεί ανωμοτί. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ΕΔΕ κατευθύνθηκε στη διερεύνηση ευρημάτων χωρίς προσδιορισμό διωκόμενου προσώπου και ο υπάλληλος εξετάστηκε ενόρκως. Παρά την επισήμανση του πληρεξουσίου, το πειθαρχικό συμβούλιο δεν προέβη σε συμπληρωματική ανάκριση για ανωμοτί εξέταση και προχώρησε στην επιβολή ποινής προσωρινής παύσης. Εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η παράλειψη ανωμοτί εξέτασης μετά από μη προσωποποιημένη ΕΔΕ συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, επιβάλλοντας την εξαφάνιση της πειθαρχικής απόφασης και αναπομπή στη Διοίκηση για τήρηση νόμιμης διαδικασίας.
Η προσφυγή έγινε δεκτή διότι η πειθαρχική απόφαση εκδόθηκε κατόπιν διαδικασίας που παρέβη ουσιώδη τύπο: μετά από ΕΔΕ μη στραφείσα κατά συγκεκριμένου προσώπου και ενόρκως εξετάσθεντος υπαλλήλου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν διενήργησε την απαιτούμενη συμπληρωματική ανάκριση για ανωμοτί εξέταση κατά τα άρθρα 126, 130, 132 και 127 ν. 3528/2007. Συνεπώς, η απόφαση εξαφανίστηκε και η υπόθεση αναπέμφθηκε στη Διοίκηση για νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας, χωρίς να απαιτηθεί εξέταση των λοιπών λόγων.
Δέχεται την προσφυγή. Εξαφανίζει την Π16α/Π8Ρ62α-56674/5.12.2016 απόφαση του Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Εξωτερικών. Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, σύμφωνα με το σκεπτικό.
ΣτΕ Α1802/2019
2019Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.2%
Αιτών ήταν ιατρός, Διευθυντής καρδιοχειρουργικής κλινικής σε νοσοκομείο. Στις 7.7.2014 απαίτησε από νοσηλευόμενο ασθενή με έμφραγμα χρηματικό ποσό για να πραγματοποιήσει αορτοστεφανιαία παράκαμψη, μειώνοντας την απαίτηση λόγω οικονομικής αδυναμίας. Στις 9.7.2014 έλαβε προσημειωμένα χαρτονομίσματα, τα οποία βρέθηκαν σε θυλάκιο υποκαμίσου του κατά σωματική έρευνα· βρέθηκαν επίσης 355 ευρώ και σημειώσεις με αναγραφές ποσών προς άλλους συμμετέχοντες σε επεμβάσεις. Στις 10.7.2014 ανεστάλη η άσκηση καθηκόντων για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ακολούθησε παραπομπή από το Διοικητικό Συμβούλιο στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό, στη συνέχεια στο Κεντρικό Πειθαρχικό, διενεργήθηκε πειθαρχική ανάκριση από Σ.Ε.Υ.Υ.Π. (πόρισμα Μαΐου 2016) και στις 1.3.2017 επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 1 ν. 2071/1992 και τα άρθρα 107 παρ. 1, 109 παρ. 2 και 5 και 108 παρ. 2 ν. 3528/2007, η δωροληψία (λήψη αμοιβής ή άλλης περιουσιακής παροχής για ιατρική υπηρεσία) και η αναξιοπρεπής συμπεριφορά συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα που δύνανται να τιμωρηθούν με οριστική παύση, κατόπιν στάθμισης αναλογικότητας. Το άρθρο 140 απαιτεί κοινοποίηση αποφάσεως και γνωστοποίηση ένδικων μέσων, ενώ το άρθρο 142 παρ. 4 ορίζει την έναρξη προθεσμίας από κοινοποίηση ή πλήρη γνώση. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών, ως Διευθυντής καρδιοχειρουργικής κλινικής, απαίτησε και έλαβε χρηματικό ποσό από νοσηλευόμενο ασθενή για προγραμματισμένη επέμβαση, με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα να ευρίσκονται στο υποκάμισό του κατά την αυτόφωρη σύλληψη. Επιπλέον, εντοπίστηκαν πρόσθετα χρήματα και σημειώσεις με αναγραφές ποσών προς άλλους εμπλεκόμενους. Η πειθαρχική ανάκριση του Σ.Ε.Υ.Υ.Π. επιβεβαίωσε τα περιστατικά. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο χαρακτήρισε τις πράξεις ως δωροληψία και αναξιοπρεπή συμπεριφορά, εκτιμώντας τη βαρύτητα, τις συνθήκες και την υπαιτιότητα, και έκρινε πρόσφορη την οριστική παύση. Οι αιτιάσεις περί ελλιπούς αιτιολογίας και μη γνωστοποίησης ένδικων μέσων απορρίφθηκαν, αφού η προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως και δεν επήλθε δικονομική βλάβη.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι αποδείχθηκε ότι ο αιτών απαίτησε και έλαβε οικονομική παροχή για ιατρική πράξη, πράξη που συνιστά δωροληψία κατά το άρθρο 77 ν. 2071/1992 και αναξιοπρεπή συμπεριφορά κατά το άρθρο 107 παρ. 1 ν. 3528/2007. Λαμβανομένων υπόψη της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης, η ποινή της οριστικής παύσης κρίθηκε αναλογική και πρόσφορη. Οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αιτιολογίας και μη αναγραφής ένδικων μέσων στην πειθαρχική απόφαση απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι ή άνευ εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι η προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως και δεν υπήρξε δικονομική βλάβη.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α1636/2024
2024Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.1%
Αιτών ήταν διπλωματικός υπάλληλος (Γραμματέας Πρεσβείας Α’) και Διευθύνων το Προξενικό Γραφείο σε Πρεσβεία τρίτης χώρας (2.1.2013–22.6.2016). Τον Ιούλιο 2015, όταν ασκούσε καθήκοντα Επιτετραμμένου, απουσίασε εκτός χώρας τρεις φορές (17–20.7, 23–26.7, 30.7–2.8). Τον Ιούλιο 2015 εκδόθηκαν 134 εθνικές θεωρήσεις τύπου D (σύνολο 2015: 560). Διαπιστώθηκαν αιτήσεις Schengen με ανυπόγραφες φόρμες, ελλιπή δικαιολογητικά και χωρίς βιομετρικά. Στο Προξενικό Γραφείο εισπράττονταν συστηματικά αυξημένα προξενικά τέλη: για Visa C 2.200.000–2.600.000 ριάλ αντί ~1.900.000–2.000.000, για Visa D 6.500.000–7.200.000 ριάλ αντί ~5.600.000–6.000.000, ενώ στα παραστατικά αναγραφόταν το νόμιμο ποσό. Τα επιπλέον ποσά συγκεντρώνονταν και αποδίδονταν στον οικονομικό διαχειριστή (αιτών). Στη διαδικασία 15 αιτήσεων για άδειες διαμονής «οικονομικά ανεξάρτητων» ο αιτών μεσολάβησε, προτείνοντας συγγενικά πρόσωπα ως αντίκλητο/μεταφραστή και δικηγόρο, με κοινό τόπο επικοινωνίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 136 § 1-2 του ν. 3528/2007 και το άρθρο 35 § 5 του ν. 3566/2007, η έγκαιρη κλήση και η δυνατότητα παράστασης/απολογίας ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου αποτελούν ουσιώδεις τύπους της διαδικασίας. Κατά το άρθρο 171 ΚΔΔ, οι αποφάσεις πειθαρχικών συμβουλίων αποτελούν δημόσια έγγραφα και αποδεικνύουν όσα έγιναν ενώπιόν τους, εκτός αν προσβληθούν ως πλαστά. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών παρέστη στη συνεδρίαση της 26.6.2017, εξετάστηκαν μάρτυρες, τέθηκαν ερωτήσεις από μέλη και πληρεξούσιους, και, λόγω προχωρημένης ώρας, του χορηγήθηκε προθεσμία για συμπληρωματικό υπόμνημα. Το υπόμνημα της 28.6.2017, μολονότι εκπρόθεσμο, ελήφθη υπόψη. Δεν προέκυψε επιθυμία μελών για περαιτέρω ερωτήσεις προς τον αιτούντα ούτε συγκεκριμένη βλάβη από τη μη νέα προφορική ακρόαση. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 136 ν. 3528/2007, 35 § 5 ν. 3566/2007 και 171 ΚΔΔ, κρίθηκε ότι οι εγγυήσεις ακρόασης τηρήθηκαν επαρκώς και δεν υφίσταται ακυρότητα. Παράλληλα, βάσει των άρθρων 11, 13, 16, 19 του Κανονισμού (ΕΚ) 810/2009, η έλλειψη υπογραφής/βιομετρικών και ελλείψεων στα δικαιολογητικά καθιστά μη νόμιμη την επεξεργασία/έκδοση θεώρησης, στοιχειοθετώντας παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι: (α) δεν διαπιστώθηκαν πλημμέλειες στην ακρόαση ενώπιον του Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, καθώς ο αιτών παρέστη, εξετάστηκαν μάρτυρες και του δόθηκε επαρκής δυνατότητα υποβολής συμπληρωματικού υπομνήματος· (β) αποδείχθηκαν σοβαρές παραβάσεις καθηκόντων: συστηματική επεξεργασία/έκδοση θεωρήσεων με ανυπόγραφες αιτήσεις, ελλιπή δικαιολογητικά και χωρίς βιομετρικά (άρθρα 11, 13, 19 Κανονισμού 810/2009), επανειλημμένη απουσία από τη θέση κατά την επιτετραμμενία (άρθρο 107 παρ. 1 περ. β΄, ε΄ ΥΚ), λειτουργία παράνομου συστήματος είσπραξης υπερβάλλοντων προξενικών τελών με αναντιστοιχία παραστατικών (άρθρο 107 παρ. 1 περ. β΄, ε΄ ΥΚ, άρθρο 81 παρ. 2 περ. στ΄ ν. 3566/2007), και διαμεσολάβηση υπέρ τρίτων με χρήση της υπηρεσιακής ιδιότητας (άρθρο 107 παρ. 1 περ. ιδ΄ ΥΚ). Η βαρύτητα των παραπτωμάτων δικαιολογεί την ποινή της οριστικής παύσης.
Απορρίπτει την προσφυγή.
ΣτΕ Α1613/2012
2012Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.1%
Αιτών ήταν υπάλληλος Δήμου, κλάδου ΔΕ1 με βαθμό Β’, με καθήκοντα στο γραφείο Δημοτικού Νεκροταφείου. Χωρίς αρμοδιότητα είσπραξης, εισέπραττε από δημότες τέλη ταφής και συναφείς δαπάνες, εξέδιδε διπλότυπα όμοια με τα του Ταμείου με σφραγίδα Δήμου και ιδιοποιείτο τα ποσά. Η δραστηριότητα έλαβε χώρα από το 1995 έως Μάρτιο 2001, με συνολικό ποσό τουλάχιστον 6.065.740 δρχ. Ο αιτών κλήθηκε σε απολογία (23.6.2006 και 8.8.2006), έλαβε γνώση της δικογραφίας και υπέβαλε έγγραφες απολογίες. Το Υπηρεσιακό – Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε την οριστική παύση και ο Δήμος εξέδωσε πράξη εκτέλεσης. Υπήρξε αμετάκλητη ποινική καταδίκη που βεβαίωσε τα ίδια πραγματικά περιστατικά (πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση και υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα).
Σύμφωνα με το άρθρο 201 § 2 περ. δ του Κώδικα Κατάστασης Προσωπικού ΟΤΑ, η πειθαρχική απόφαση πρέπει να μνημονεύει το αποδιδόμενο παράπτωμα και τον χρόνο και τόπο τελέσεως, ενώ τυχόν ελλείψεις καλύπτονται με παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου. Περαιτέρω, το άρθρο 118 του Κώδικα Κατάστασης Δ&Κ Υπαλλήλων δεσμεύει το πειθαρχικό όργανο από αμετάκλητη ποινική απόφαση ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος έλαβε γνώση της δικογραφίας, εκλήθη σε απολογία δύο φορές και υπέβαλε εγγράφως απολογίες. Η απόφαση του πειθαρχικού οργάνου ενσωμάτωσε εισήγηση με ειδική αναφορά σε αποδεικτικά στοιχεία και παρέπεμψε σε έγγραφα (καταλογισμούς, αποδείξεις), περιγράφοντας τη συμπεριφορά (είσπραξη τελών χωρίς αρμοδιότητα, χρήση διπλοτύπων, ιδιοποίηση ποσών) στο χρονικό διάστημα 1995–2001. Υπήρξε αμετάκλητη ποινική κρίση που βεβαίωσε τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτιολογία της πειθαρχικής αποφάσεως είναι επαρκής, συμπληρούμενη από τα παραπεμπόμενα στοιχεία, και ότι δεσμεύεται από την αμετάκλητη ποινική απόφαση ως προς τα γεγονότα. Η αποδιδόμενη συμπεριφορά συνιστά «χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή αναξίαν υπαλλήλου διαγωγή» κατά το άρθρο 166, και δικαιολογεί την ποινή της οριστικής παύσης.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι: α) ως προς την πράξη θέσης σε δυνητική αργία ήταν απαράδεκτη, αποτελούσα δεύτερη αίτηση κατά της ίδιας πράξης, β) το διαβιβαστικό προς το Εθνικό Τυπογραφείο στερείται εκτελεστότητας, γ) η πειθαρχική απόφαση περιέχει επαρκή αιτιολογία ως προς τα πραγματικά περιστατικά (περιγραφή, χρόνος και τόπος), συμπληρούμενη από τα στοιχεία του φακέλου, δ) υφίσταται αμετάκλητη ποινική απόφαση που δεσμεύει την πειθαρχική κρίση ως προς την ύπαρξη των γεγονότων, ε) τηρήθηκαν οι ουσιώδεις τύποι της κλήσης και απολογίας και στ) η επιβληθείσα οριστική παύση είναι πρόσφορη και αναλογική για την «χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή αναξίαν» διαγωγή στην υπηρεσία.
Απορρίπτει την προσφυγή – αίτηση ακυρώσεως.
ΣτΕ Α1927/2017
2017Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔημόσια ΥπηρεσίαΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.1%
Αιτών ήταν εκπαιδευτικός ΠΕ60 με οργανική θέση σε νηπιαγωγείο. Κατά το έτος 2014-2015 τοποθετήθηκε σε διάφορα νηπιαγωγεία, αρνήθηκε σε περιπτώσεις να υπογράψει ανάληψη υπηρεσίας και ανέλαβε εντέλει προσωρινά καθήκοντα, μεταξύ των οποίων διοικητικό έργο. Είχε προηγούμενες πειθαρχικές κυρώσεις (πρόστιμο τριών ημερών για αδικαιολόγητη αποχή και ανάρμοστη συμπεριφορά, και έγγραφη επίπληξη). Κατά την έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016 δεν παρουσιάστηκε στην οργανική θέση από 1.9.2015 έως 5.10.2015, συμπληρώνοντας 25 συνεχείς εργάσιμες ημέρες αποχής χωρίς άδεια ή εξήγηση. Υπέβαλε αίτηση απόσπασης στις 2.9.2015, η οποία ήταν εκπρόθεσμη και απορρίφθηκε στις 9.9.2015. Ενημερώθηκε ότι όφειλε να παρουσιαστεί στην οργανική θέση, αλλά παρέμεινε απούσα. Τέθηκε σε αυτοδίκαιη αργία στις 15.1.2016 και της επιβλήθηκε ποινή οριστικής παύσης από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο.
Σύμφωνα με το άρθρο 107 § 1 περ. ι΄ του ν. 3528/2007, η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Το άρθρο 109 § 1 περ. η΄ του ίδιου νόμου προβλέπει ότι, όταν η αποχή υπερβαίνει τις 22 εργάσιμες ημέρες συνεχώς, δύναται να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης, τηρουμένης της αναλογικότητας. Περαιτέρω, το άρθρο 68 ν. 3528/2007 ορίζει την αυτοδίκαιη λήξη της απόσπασης και την υποχρέωση επαναφοράς του υπαλλήλου στη θέση του χωρίς άλλη διατύπωση. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος απείχε από 1.9.2015 έως 5.10.2015 συνολικά 25 εργάσιμες ημέρες από την οργανική του θέση, χωρίς άδεια και χωρίς αιτιολόγηση, παρά την ενημέρωση στις 1.9.2015 για την υποχρέωση παρουσίας. Υποβλήθηκε εκπρόθεσμη αίτηση απόσπασης στις 2.9.2015, η οποία απορρίφθηκε στις 9.9.2015. Προϋπήρχαν πειθαρχικές ποινές για συναφή παράπτωμα και ανάρμοστη συμπεριφορά, ενώ δεν προέκυψε έμπρακτη μεταμέλεια. Εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής άνω των 22 ημερών και ότι η προσδοκία ή εκκρεμότητα απόσπασης δεν δικαιολογεί την μη εκτέλεση καθηκόντων. Συνεκτιμώντας τη βαρύτητα, την υπηρεσιακή εικόνα και τις προηγούμενες ποινές, η ποινή της οριστικής παύσης κρίθηκε προσήκουσα και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Η προσφυγή απορρίφθηκε διότι αποδείχθηκε αδικαιολόγητη αποχή από τα καθήκοντα για 25 συνεχείς εργάσιμες ημέρες, υπερβαίνοντας το όριο του άρθρου 109 § 1 περ. η΄ ν. 3528/2007, χωρίς νόμιμη άδεια και χωρίς επαρκή αιτιολογία. Ο ισχυρισμός περί άγνοιας της οργανικής θέσης ή προσδοκίας απόσπασης απορρίφθηκε ως αβάσιμος, δεδομένης της ενημέρωσης και της αυτοδίκαιης λήξης αποσπάσεων (άρθρο 68 ν. 3528/2007). Η επιβληθείσα οριστική παύση κρίθηκε ανάλογη, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του παραπτώματος, την απουσία μεταμέλειας και τις προηγούμενες πειθαρχικές ποινές. Κατά το μέρος που αφορά περικοπή αποδοχών, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο βάσει του άρθρου 1 ν. 1406/1983, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 § 3 ν. 2721/1999.
Παραπέμπει την προσφυγή, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά της ... αποφάσεως της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης... της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →