Καταχρηστική καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, άκυρη απόλυση κατά ΑΚ 281

Δημιουργία έρευνας:

Κύρια Νομική Θέση

Η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, μολονότι κατ’ αρχήν είναι αναιτιώδης, είναι άκυρη όταν ασκείται καταχρηστικά κατά το ΑΚ Άρθρο 281, δηλαδή όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Στο παρεχόμενο υλικό, η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ιδίως καταχρηστικότητα όταν η απόλυση λειτουργεί ως εκδικητικό μέτρο ή μέσο πίεσης λόγω νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως διεκδίκηση εργασιακών δικαιωμάτων, προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας ή νόμιμη συνδικαλιστική δράση.

Ειδικότερα, όταν η απόλυση συνδέεται με περιστατικό βίας και παρενόχλησης ή με άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, εφαρμόζονται ειδικά οι ΕΚ Άρθρο 66 και ΕΚ Άρθρο 350, ενώ το ΕΚ Άρθρο 67 αφορά τη δυνατότητα προσφυγής από νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων με γραπτή συναίνεση του θιγόμενου.


1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

  • ΑΚ Άρθρο 281

Απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Εφαρμόζεται στις 1305/2024, 244/2025, 1672/2018, 439/2022, 987/2013, 671/2018, 1151/2023, 1448/2023, 87/2012, 539/2018, 1070/2020, 382/2012, 868/2018, 793/2025, 97/2025.

  • ΕΚ Άρθρο 66

Απαγορεύεται και είναι άκυρη η καταγγελία ή κάθε άλλη δυσμενής μεταχείριση, εφόσον συνιστά εκδικητική συμπεριφορά ή αντίμετρο για περιστατικό βίας και παρενόχλησης του άρθρου 60.
Εφαρμόζεται νομοθετικά ως ειδική μορφή απαγόρευσης αντιποίνων. Δεν εντοπίστηκε στο διαθέσιμο υλικό απόφαση που να το εφαρμόζει ευθέως.

  • ΕΚ Άρθρο 67

Νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, περιλαμβανομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, μπορούν να προσφύγουν με γραπτή συναίνεση του θιγόμενου προσώπου του άρθρου 59.
Δεν ρυθμίζει το κύρος της απόλυσης καθαυτό, αλλά τη νομιμοποίηση για προσφυγή σε υποθέσεις παραβάσεων του σχετικού Τμήματος.

  • ΕΚ Άρθρο 350

Η καταγγελία είναι άκυρη, μεταξύ άλλων, όταν:

  • οφείλεται σε δυσμενή διάκριση ή εκδικητικότητα,
  • γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου,
  • οφείλεται στην άσκηση δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 66.

Η παρ. 3 θεσπίζει αντιστροφή βάρους απόδειξης, εφόσον ο εργαζόμενος αποδείξει πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για απαγορευμένο λόγο.

  • ΕΚ Άρθρο 250

Ειδική προστασία από απόλυση και βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις άδειας ή ευέλικτης ρύθμισης.
Δεν αφορά άμεσα το ερώτημά σας, αλλά επιβεβαιώνει νομοθετικά το σχήμα: πραγματικά περιστατικά από τον εργαζόμενο – βάρος ανταπόδειξης στον εργοδότη.

  • ΑΚ Άρθρο 174

Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου είναι άκυρη.
Εφαρμόζεται στις αποφάσεις που κρίνουν άκυρη την καταγγελία λόγω ΑΚ Άρθρο 281.

  • ΑΚ Άρθρο 180

Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.
Εφαρμόζεται στις αποφάσεις για τις συνέπειες της άκυρης καταγγελίας.

  • ΑΚ Άρθρο 656 και ΕΚ Άρθρο 9

Ρυθμίζουν την υπερημερία του εργοδότη και το δικαίωμα του εργαζομένου σε μισθούς υπερημερίας.

  • ΕΚ Άρθρο 351

Η αγωγή για αξιώσεις από άκυρη καταγγελία πρέπει να κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας.

  • ΚΠολΔ Άρθρο 621 και ΚΠολΔ Άρθρο 672Α

Ρυθμίζουν την τοπική αρμοδιότητα και την ταχεία εκδίκαση διαφορών για άκυρη απόλυση και μισθούς υπερημερίας.


2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

1. Άρειος Πάγος 244/2025

  • Σχετικότητα: Η εργαζόμενη απολύθηκε αφού συμμετείχε σε συναντήσεις σωματείου, διαμαρτυρήθηκε για συνθήκες εργασίας και αρνήθηκε να υπογράφει λευκά έγγραφα.
  • Κρίση: Κρίθηκε άκυρη η καταγγελία της 27.12.2016 ως καταχρηστική. Αναγνωρίστηκε αξίωση μισθών υπερημερίας για το διάστημα 28.12.2016 έως 28.12.2017. Η εργαζόμενη είχε μηνιαίες αποδοχές 400 ευρώ και προσλήφθηκε αλλού στις 11.9.2017.
  • Εφαρμογή: Ισχυρό προηγούμενο όταν η απόλυση λειτουργεί ως αντίδραση σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση ή σε διαμαρτυρία για εργασιακές συνθήκες. Συνδέεται άμεσα με το ΑΚ Άρθρο 281 και, ως προς τη σημερινή κωδικοποίηση, ενισχύει και την εφαρμογή του ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 περ. β και γι/για.

2. Άρειος Πάγος 1151/2023

  • Σχετικότητα: Ο εργαζόμενος προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας για δεδουλευμένα και ασφαλιστικές εισφορές και απολύθηκε μαζί με συναδέλφους που είχαν επίσης διαμαρτυρηθεί.
  • Κρίση: Η καταγγελία της 2.6.2014 κρίθηκε καταχρηστική και άκυρη. Επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας 1.712,50 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 1.000 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Εξαιρετικά χρήσιμη όταν η απόλυση ακολουθεί διεκδίκηση νομίμων εργασιακών δικαιωμάτων. Ενισχύει το επιχείρημα ότι η απόλυση ως αντίποινο υπάγεται στο ΑΚ Άρθρο 281 και, κατά τη σημερινή νομοθετική διατύπωση, και στο ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 περ. β.

3. Άρειος Πάγος 539/2018

  • Σχετικότητα: Οι εργαζόμενοι διεκδίκησαν νόμιμες αποδοχές και αρνήθηκαν μείωση μισθού· ο εργοδότης τους απέλυσε χωρίς να εξετάσει ηπιότερα μέτρα.
  • Κρίση: Η καταγγελία της 3-4-2012 κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική. Αναγνωρίστηκε ότι ο εργοδότης είχε αναγνωρίσει οφειλή 11.036,60 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Ισχυρό για υποθέσεις όπου η απόλυση χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης για να καμφθεί ο εργαζόμενος σε οικονομικές ή συμβατικές αξιώσεις. Συνδέεται με το ΑΚ Άρθρο 281 και υποστηρίζει ότι η ύπαρξη ηπιότερων μέσων αποδυναμώνει τον εργοδοτικό ισχυρισμό περί αναγκαιότητας της απόλυσης.

4. Άρειος Πάγος 439/2022

  • Σχετικότητα: Οι εργαζόμενοι είχαν ήδη δικαιωθεί δικαστικά για προηγούμενες άκυρες απολύσεις και ο εργοδότης τους πίεζε να παραιτηθούν από μισθούς υπερημερίας πριν προβεί σε νέες καταγγελίες.
  • Κρίση: Οι νέες καταγγελίες της 24.2.2015 κρίθηκαν καταχρηστικές και άκυρες.
  • Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη όταν η απόλυση αποτελεί μέσο πίεσης για παραίτηση από αξιώσεις ή για κάμψη της δικαστικής στάσης του εργαζομένου. Ενισχύει ευθέως το επιχείρημα που θέτετε περί «τυπικά βάσιμης απόλυσης που αποτελεί μέσο πίεσης εργαζομένου».

5. Άρειος Πάγος 987/2013

  • Σχετικότητα: Ο εργαζόμενος διεκδίκησε ένταξη σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και απολύθηκε χωρίς αιτιολογία ή προειδοποίηση.
  • Κρίση: Η απόλυση της 14-1-2008 κρίθηκε άκυρη ως εκδικητική. Αναγνωρίστηκαν μισθοί υπερημερίας για το διάστημα 14-1-2008 έως 10-4-2009. Το ημερομίσθιο ήταν 29,68 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Ενισχύει το επιχείρημα ότι η νόμιμη διεκδίκηση οικονομικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει αφορμή απόλυσης. Χρήσιμη για σύνδεση με ΑΚ Άρθρο 281 και αναλογικά με ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 περ. β.

6. Άρειος Πάγος 868/2018

  • Σχετικότητα: Ο εργαζόμενος διαμαρτυρήθηκε για την προστασία της υγείας του και προκάλεσε έλεγχο από ΚΕΠΕΚ· ακολούθησε απόλυση με προσχηματικές αιτιάσεις.
  • Κρίση: Η καταγγελία της 20.3.2009 κρίθηκε καταχρηστική και άκυρη. Οι μηνιαίες αποδοχές αναφέρονται σε 948,72 ευρώ και αργότερα 1.709,98 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Χρήσιμη όταν η απόλυση ακολουθεί νόμιμη διαμαρτυρία για όρους υγείας και ασφάλειας. Ενισχύει τη λογική των αντιποίνων και μπορεί να αξιοποιηθεί αναλογικά και σε περιπτώσεις του ΕΚ Άρθρο 66, όπου η δυσμενής μεταχείριση συνδέεται με άσκηση προστατευόμενου δικαιώματος.

7. Άρειος Πάγος 382/2012

  • Σχετικότητα: Η απόλυση συνέπεσε με έντονη συνδικαλιστική δράση και έγινε δύο ημέρες πριν από εκλογές του συλλόγου.
  • Κρίση: Κρίθηκε άκυρη η καταγγελία της 03.11.2005. Επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας 19.792,64 ευρώ για το διάστημα 04.11.2005–31.12.2006.
  • Εφαρμογή: Ισχυρό προηγούμενο ότι αρκεί η συνδικαλιστική δράση να συνετέλεσε στην απόφαση απόλυσης. Ενισχύει τόσο το ΑΚ Άρθρο 281 όσο και, αναλογικά, τη σημερινή ειδική προστασία του ΕΚ Άρθρο 350.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

1. Άρειος Πάγος 1305/2024

  • Ο αντίδικος θα την επικαλεστεί για να υποστηρίξει ότι η απόλυση δεν είναι καταχρηστική όταν αποδεικνύονται συγκεκριμένα περιστατικά πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων, έλλειψης συνεργασίας και κλονισμού εμπιστοσύνης.
  • Στην απόφαση υπήρχαν συγκεκριμένα περιστατικά: μη τήρηση προδιαγραφών, καθυστέρηση παραγγελίας, παράπονα πελατών, παρεμβάσεις σε άλλο τμήμα, απόρριψη εγγράφων, προηγούμενες συστάσεις.
  • Αντίκρουση: Αν στη δική σας υπόθεση δεν υπάρχουν τέτοια συγκεκριμένα, διαχρονικά και τεκμηριωμένα περιστατικά, η 1305/2024 διαφοροποιείται ουσιωδώς. Η ίδια απόφαση επιβεβαιώνει ότι απαιτούνται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και όχι γενικές αιτιάσεις.

2. Άρειος Πάγος 1070/2020

  • Ο αντίδικος θα την επικαλεστεί για να υποστηρίξει ότι η απλή χρονική ακολουθία «διαμαρτυρία – απόλυση» δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει εκδικητικό σκοπό.
  • Αντίκρουση: Η απόφαση αυτή δεν αποκλείει την καταχρηστικότητα· απαιτεί όμως ειδικά περιστατικά που να συνδέουν τη διαμαρτυρία με την απόλυση. Άρα, αν υπάρχουν απειλές, πιέσεις, δυσμενείς μετακινήσεις, προσχηματικοί λόγοι, ταυτόχρονες απολύσεις όσων διαμαρτυρήθηκαν ή έλλειψη προηγούμενων παραπόνων, η υπόθεση διαφοροποιείται και προσεγγίζει τις 244/2025, 1151/2023, 439/2022, 539/2018, 382/2012.

3. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Κεντρικός ισχυρισμός ακυρότητας
Να προβληθεί ότι η καταγγελία, έστω και αν τηρήθηκε τυπικά, είναι άκυρη ως καταχρηστική κατά ΑΚ Άρθρο 281, διότι δεν εξυπηρέτησε τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος καταγγελίας αλλά χρησιμοποιήθηκε ως εκδικητικό αντίμετρο ή μέσο πίεσης κατά του εργαζομένου.
Στήριξη: Άρειος Πάγος 244/2025, 1151/2023, 439/2022, 539/2018, 987/2013.

2. Σύνδεση με άσκηση νόμιμου δικαιώματος
Αν ο εργαζόμενος είχε προηγουμένως διαμαρτυρηθεί, προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας, διεκδικήσει δεδουλευμένα, αρνηθεί παράνομη πρακτική ή ασκήσει συνδικαλιστική δράση, να τονιστεί ότι η απόλυση έγινε ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, στοιχείο που σήμερα αποτυπώνεται και στο ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 περ. β.
Στήριξη: 1151/2023, 1672/2018, 987/2013, 539/2018, 868/2018.

3. Ειδική επίκληση αντιποίνων
Αν τα πραγματικά περιστατικά αφορούν βία και παρενόχληση, να προβληθεί σωρευτικά το ΕΚ Άρθρο 66, κατά το οποίο απαγορεύεται και είναι άκυρη η καταγγελία που συνιστά εκδικητική συμπεριφορά ή αντίμετρο για περιστατικό βίας και παρενόχλησης.
Εδώ οι διαθέσιμες αποφάσεις δεν εφαρμόζουν ευθέως το άρθρο αυτό, αλλά η νομολογία περί εκδικητικής απόλυσης κατά ΑΚ Άρθρο 281 μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναλογικά για την απόδειξη του εκδικητικού χαρακτήρα.

4. Βάρος απόδειξης
Να αξιοποιηθεί το ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 3: αρκεί ο εργαζόμενος να αποδείξει πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για απαγορευμένο λόγο, οπότε ο εργοδότης φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον λόγο αυτό.
Πρακτικά, πρέπει να αναδειχθούν:

  • χρονική εγγύτητα διαμαρτυρίας και απόλυσης,
  • απειλές ή πιέσεις,
  • δυσμενείς μεταβολές πριν την απόλυση,
  • έλλειψη προηγούμενων παραπόνων,
  • προσχηματικότητα των εργοδοτικών λόγων,
  • διαφορετική μεταχείριση άλλων εργαζομένων.

5. Μισθοί υπερημερίας
Εφόσον η καταγγελία είναι άκυρη, ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας κατά ΑΚ Άρθρο 656 και ΕΚ Άρθρο 9.
Στήριξη: 987/2013, 382/2012, 868/2018, 1151/2023.
Προσοχή όμως σε ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μισθών υπερημερίας:

  • απορρίφθηκαν όταν δεν αποδείχθηκε κακόβουλη αποφυγή εργασίας στις 244/2025, 868/2018, 793/2025
  • έγιναν δεκτές υπό ειδικές περιστάσεις στη 97/2025.

6. Νομιμοποίηση σωματείου ή ένωσης
Αν επιδιώκεται παρέμβαση ή προσφυγή από σωματείο/ένωση, να εξεταστεί το ΕΚ Άρθρο 67, με απαραίτητη γραπτή συναίνεση του θιγόμενου προσώπου.


4. Νομολογιακή Ισχύς

Παγία

Υπάρχει ισχυρή και επαναλαμβανόμενη νομολογία του Αρείου Πάγου ότι η απόλυση είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από εμπάθεια, εκδίκηση ή αντίποινα λόγω νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου. Αυτό προκύπτει ιδίως από τις 244/2025, 439/2022, 987/2013, 1151/2023, 539/2018, 382/2012, 868/2018, 671/2018.

Η μόνη ουσιαστική επιφύλαξη της νομολογίας δεν αφορά την αρχή, αλλά την αποδεικτική πληρότητα: οι 1672/2018 και 1070/2020 δείχνουν ότι δεν αρκούν γενικές αναφορές σε «εκδικητικότητα», αλλά απαιτούνται συγκεκριμένα περιστατικά.


5. Πρακτικές Συστάσεις

1. Θεμελιώστε με ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά
Μην αρκεστείτε σε γενικό ισχυρισμό περί «εκδικητικής απόλυσης». Περιγράψτε:

  • ποιο δικαίωμα άσκησε ο εργαζόμενος,
  • πότε το άσκησε,
  • ποια ήταν η αντίδραση του εργοδότη,
  • πότε επήλθε η απόλυση,
  • γιατί οι προβαλλόμενοι λόγοι είναι προσχηματικοί.

2. Επικαλεστείτε πρώτα τις ισχυρότερες αποφάσεις
Για «μέσο πίεσης» και αντίποινα: Άρειος Πάγος 439/2022, 539/2018, 1151/2023.
Για συνδικαλιστική δράση: Άρειος Πάγος 244/2025, 382/2012.
Για διεκδίκηση οικονομικών δικαιωμάτων: Άρειος Πάγος 987/2013, 1151/2023, 671/2018.
Για υγεία/ασφάλεια: Άρειος Πάγος 868/2018.

3. Συνδυάστε γενική και ειδική βάση

  • Γενική βάση: ΑΚ Άρθρο 281
  • Ειδική βάση, αν συντρέχει: ΕΚ Άρθρο 66 και ΕΚ Άρθρο 350
  • Δικονομική/συλλογική υποστήριξη: ΕΚ Άρθρο 67

4. Ζητήστε έγκαιρα τα κατάλληλα αιτήματα
Αν επιδιώκεται αναγνώριση ακυρότητας και μισθοί υπερημερίας, τηρήστε την προθεσμία του ΕΚ Άρθρο 351 παρ. 1.
Αν η υπόθεση υπάγεται στο ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 και 2, εξετάστε και το ενδεχόμενο αίτησης για πρόσθετη αποζημίωση κατά ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 4-6, με προσοχή στη μη απαράδεκτη σώρευση.

5. Προετοιμαστείτε για την άμυνα του εργοδότη
Ο εργοδότης θα επιχειρήσει να εμφανίσει:

  • πλημμελή απόδοση,
  • κλονισμό εμπιστοσύνης,
  • οργανωτικούς λόγους.

Αντικρούστε με τη λογική της 1305/2024: αν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα, επαναλαμβανόμενα και τεκμηριωμένα περιστατικά, ο ισχυρισμός δεν αρκεί.

6. Για μισθούς υπερημερίας
Προσέξτε να αποκρούσετε τυχόν ένσταση ότι ο εργαζόμενος παρέμεινε ηθελημένα άνεργος. Οι 244/2025, 868/2018, 793/2025 είναι ευνοϊκές, ενώ η 97/2025 δείχνει πότε η αξίωση μπορεί να κριθεί καταχρηστική.


Συμπέρασμα:
Με βάση το διαθέσιμο υλικό, η θέση ότι μια τυπικά έγκυρη απόλυση είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης, αντίποινο ή εκδικητική αντίδραση σε νόμιμη συμπεριφορά του εργαζομένου, υποστηρίζεται ισχυρά από πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου και ερείδεται πρωτίστως στο ΑΚ Άρθρο 281, ενώ σε ειδικές περιπτώσεις ενισχύεται από τα ΕΚ Άρθρο 66 και ΕΚ Άρθρο 350. Το ΕΚ Άρθρο 67 είναι χρήσιμο όχι για το κύρος της απόλυσης, αλλά για τη διαδικαστική υποστήριξη της υπόθεσης από σωματείο ή άλλο νομικό πρόσωπο.

Οι απαντήσεις παράγονται με τεχνητή νοημοσύνη και ενδέχεται να περιέχουν σφάλματα. Επαληθεύστε τις παραπομπές πριν από κάθε χρήση.

ΑΚ Άρθρο 281

Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα 95.6%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 281: Κατάχρηση δικαιώματος Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

ΕΚ Άρθρο 66

Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα 93.9%
Κείμενο Άρθρου
ΕΚ Άρθρο 66: Απαγόρευση αντιποίνων Απαγορεύεται και είναι άκυρη η καταγγελία ή η με οποιονδήποτε τρόπο λύση της έννομης σχέσης στην οποία στηρίζεται η απασχόληση, καθώς και κάθε άλλη δυσμενής μεταχείριση προσώπου του άρθρου 59, εφόσον συνιστά εκδικητική συμπεριφορά ή αντίμετρο, κατά την έννοια του άρθρου 44, για περιστατικό βίας και παρενόχλησης του άρθρου 60.

ΕΚ Άρθρο 67

Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα 100.0%
Κείμενο Άρθρου
ΕΚ Άρθρο 67: Προσφυγή από νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων Όταν νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, συμπεριλαμβανομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, δικαιολογούν σχετικό έννομο συμφέρον και διαθέτουν γραπτή συναίνεση του θιγόμενου προσώπου του άρθρου 59 από παραβάσεις του παρόντος Τμήματος, εφαρμόζεται η πα ρ. 2 του άρθρου 52. Ο θιγόμενος μπορεί σε κάθε περίπτωση να παρέμβει ή και να ματαιώσει τη διαδικασία.

ΕΚ Άρθρο 350

Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα 97.4%
Κείμενο Άρθρου
ΕΚ Άρθρο 350: Προστασία από τις απολύσεις 1. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) Οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση: γα) που οφείλεται σε διάκριση για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 16 ως αντίμετρο σε καταγγελία ή αίτημα παροχής έννομης προστασίας, για τη διασφάλιση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 25, γβ) που οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 66, γγ) των εγκύων και τεκουσών γυναικών, όπως και του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 291, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, γδ) ως αντίδραση στο αίτημα ή τη λήψη οποιασδήποτε άδειας που προβλέπεται στα άρθρα 227 έως 253 σύμφωνα με το άρθρο 250, ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 234, γε) κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 226, γστ) των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με το Τμήμα ΙΙ του Μέρους Γ ’ του Πρώτου Βιβλίου, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 92, γζ) των στρατευμένων, σύμφωνα με το άρθρο 320, γη) των μετεκπαιδευομένων εργαζομένων σε τουριστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 1077/1980 (Α’ 225), γθ) που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 357, γι) των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 381, καθώς και των μελών των συμβουλίων εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 433, όπως και των μελών της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και των εκπροσώπων των εργαζομένων που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση της παρ. 3 του άρθρου 458, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 466, κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 381, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, για) που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 381, γιβ) λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 113, γιγ) των εργαζομένων που αρνούνται τη διευθέτηση που έχει συμφωνηθεί συλλογικά και η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 και την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 202, καθώς και των εργαζομένων που δεν συναίνεσαν σε διευθέτηση του χρόνου εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 202, αν και τους ζητήθηκε από τον εργοδότη, γιδ) των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα αποσύνδεσης της παρ. 10 του άρθρου 130. 2. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημέ νης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη απαγορεύεται και είναι άκυρη καθώς και οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο μέτρο που χρησιμοποιείται αντί καταγγελίας απαγορεύεται και είναι άκυρο, εφόσον γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομέ νου, που προκύπτει από τα άρθρα 2, 70 έως 80, 190 και 189. Οι εργαζόμενοι που θεωρούν ό τι η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδό τη γίνεται για τον λ ό γο αυτό ν δύνανται να αιτηθούν τη γνωστοποίηση των λ ό γων της απόλυσης από τον εργοδότη τους. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης υποχρεούται να απαντήσει εγγράφως και τεκμηριωμέ να. 3. Αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους των παρ. 1 και 2, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. 4. Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους των παρ. 1 και 2, το δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη. 5. Ο εργαζόμενος που επικαλείται ελάττωμα της καταγγελίας κατά τις παρ. 1 και 2 δικαιούται να ζητήσει, αντί για την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των συνεπειών της ακυρότητας, την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης της παρ. 4. 6. Σε αγωγή που περιέχει αίτημα για πρόσθετη αποζημίωση της παρ. 4 κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος της παρ . 5, δεν μπορεί να σωρεύεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, εφόσον τα δύο αιτήματα στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική βάση. Σώρευση των δύο αιτημάτων κατά παράβαση του προηγούμενου εδαφίου, ακόμη και επικουρική, οδηγεί στην απόρριψη αμφοτέρων ως απαράδεκτων.

ΕΚ Άρθρο 250

Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα 96.2%
Κείμενο Άρθρου
ΕΚ Άρθρο 250: Προστασία από την απόλυση και βάρος απόδειξης 1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εργαζομένου, επειδή ζήτησε ή έλαβε άδεια ή ευέλικτη ρύθμιση ή επειδή άσκησε δικαίωμα που προβλέπεται στα άρθρα 227 έως 253. 2. Σε περίπτωση απόλυσης εργαζομένου, ο οποίος ζήτησε ή έλαβε άδεια ή ευέλικτη ρύθμιση που προβλέπεται στο παρόν Κεφάλαιο, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί τους λόγους της απόλυσης εγγράφως. Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής του εργοδότη συνι - στά μαχητό τεκμήριο, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα κατά παράβαση της παρ. 1. 3. Αν εργαζόμενος που θεωρεί ότι απολύθηκε κατά παράβαση της παρ. 1, τεκμηριώνει ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση, ότι απολύθηκε γιατί ζήτησε ή έλαβε άδεια ή διευκόλυνση του παρόντος Κεφαλαίου, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει, ότι η απόλυση έγινε για άλλους λόγους. Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει στην ποινική δίκη.

ΚΠολΔ Άρθρο 621

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 13/09/2017
Σχετικότητα 90.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 621: 1. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 614 αριθμ. 3 μπορεί να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου ο εργαζόμενος παρέχει ή, σε περίπτωση λύσης της σχέσης, παρείχε την εργασία του κατά τον αμέσως πριν από τη λήξη χρόνο. 2. Στις διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορούν να εναγάγουν ή να εναχθούν μαζί περισσότεροι εργαζόμενοι και όταν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους προέρχονται μόνο από την ίδια νομική αιτία. Στις διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος στη συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. «3. Η συζήτηση των αγωγών και των τακτικών ένδικων μέσων επί των διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και καθυστερούμενους μισθούς προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή τους. Αν αναβληθεί η συζήτηση, αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση της αγωγής ή του τακτικού ένδικου μέσου.».

ΕΚ Άρθρο 351

Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα 89.7%
Κείμενο Άρθρου
ΕΚ Άρθρο 351: Αποσβεστικές προθεσμίες 1. Κάθε αξίωση του εργαζομένου που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο σε καταγγελίες σχέσεων εξαρτημένης εργασίας. 2. Κάθε αξίωση του εργαζομένου για την καταβολή ή τη συμπλήρωση της αποζημίωσης που προβλέπεται στα άρθρα του Κεφαλαίου Α ’ του Τμήματος αυτού είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή. 3. Η λήψη από την πλευρά του εργαζομένου της αποζημίωσης που καταβάλλει σε εκείνον ο εργοδότης, ακόμη και αν έγινε χωρίς επιφύλαξη, δεν αποτελεί παραίτηση αυτού από την αξίωση που τυχόν έχει για μεγαλύτερη αποζημίωση.

ΑΚ Άρθρο 174

Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα 89.2%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 174: Δικαιοπραξία απαγορευμένη Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνεπάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη.

ΑΚ Άρθρο 180

Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα 89.0%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 180: Έννοια της ακυρότητας Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.

ΕΚ Άρθρο 9

Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα 88.6%
Κείμενο Άρθρου
ΕΚ Άρθρο 9: Υπερημερία του εργοδότη Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και τον μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού.

ΚΠολΔ Άρθρο 672Α

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 23/07/2013
Σχετικότητα 88.4%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 672Α: Η συζήτηση των αγωγών και των τακτικών ενδίκων μέσων επί των διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και για καθυστερούμενους μισθούς προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή τους. Αν αναβληθεί η συζήτηση αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες. Αν ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αυτή κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της αγωγής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής.» «2. Επί διαφορών για άκυρη απόλυση εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή μεταβολής της εργασιακής του κατάστασης, η πραγματική απασχόληση του οποίου έχει διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο, αναβολή της συζήτησης της αγωγής επιτρέπεται μόνο μία φορά και μόνο αν συντρέχει περίπτωση ανώτερης βίας και η αναβολή γίνεται σε δικάσιμο μέσα σε σαράντα (40) ημέρες, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο που έχει διαταχθεί. Επί των διαφορών αυτών η απόφαση εκδίδεται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτηση της αγωγής. Αν η συζήτηση της αγωγής ματαιωθεί, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο που έχει διαταχθεί. Επίσης αίρεται αυτό αυτοδικαίως, σε περίπτωση κατάργησης της δίκης με παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης σε βάρος εκείνου που έχει ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο.

ΑΚ Άρθρο 656

Αστικός ΚώδικαςΤροποποίηση: 20/03/2013
Σχετικότητα 87.9%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 656: Υπερημερία του εργοδότη Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού..

ΑΠ 1305/2024

Εργατικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2024Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Μισθωτός, πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός, απασχολήθηκε από το 1991 σε βιομηχανική επιχείρηση καλωδίων, με μηνιαίες αποδοχές 3.410 ευρώ. Από το 2006 ήταν προϊστάμενος δύο τμημάτων παραγωγής, με ευθύνη τηλεπικοινωνιακών καλωδίων και οπτικών ινών, συντονίζοντας τουλάχιστον 30 εργαζόμενους. Μετά την απόλυση στενού συγγενή του τον 9/2015, παρατηρήθηκε αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις και μείωση αξιολόγησης για την περίοδο 12-1-2015 έως 15-2-2016. Κατά 4/2016-6/2016 σημειώθηκαν: ελλιπής συνεργασία, μη εφαρμογή μηχανογραφημένων προδιαγραφών τέλη 5/2016, καθυστέρηση παράδοσης παραγγελίας ΟΤΕ 6/2016, παράπονα για δύο οπτικά μικροκαλώδια τύπου 96FO, παρεκκλίνουσα συμπεριφορά σε εκπαίδευση 18-4-2016, μη αρμόδιες παρεμβάσεις σε τμήμα ποιοτικού ελέγχου 17-5-2016, απόρριψη εγγράφων αρχείου σε κάδο 19-20/5/2016, και έλλειψη προσοχής σε σύσκεψη 1-7-2016. Είχε λάβει συστάσεις από προϊστάμενο και διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού. Μετά από αναρρωτική άδεια, η σύμβαση καταγγέλθηκε στις 25-7-2016.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 669 § 2 ΑΚ ορίζει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης, αλλά η άσκησή της περιορίζεται από το άρθρο 281 ΑΚ· κατά προφανή υπέρβαση των ορίων καλής πίστης/χρηστών ηθών/σκοπού δικαιώματος η καταγγελία είναι άκυρη (άρθρα 174, 180 ΑΚ) και γεννά μισθούς υπερημερίας (άρθρα 349, 350, 648, 656 ΑΚ). Κατ’ αναιρετικό έλεγχο, λόγος από 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο για ελλιπείς/αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ η εκτίμηση αποδείξεων δεν ελέγχεται (561 § 1 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο μισθωτός (αποδοχές 3.410 ευρώ) από το 2015 εμφάνισε πτώση απόδοσης και συμπεριφοράς. Ειδικότερα: μη εφαρμογή μηχανογραφημένων προδιαγραφών τέλη 5/2016, καθυστέρηση παράδοσης παραγγελίας ΟΤΕ 6/2016, παράπονα για δύο μικροκαλώδια 96FO, αντιδεοντολογικές ενέργειες σε εκπαίδευση 18-4-2016, παρεμβάσεις στο τμήμα ποιοτικού ελέγχου 17-5-2016, απόρριψη εγγράφων 19-20/5/2016 και απροσεξία σε σύσκεψη 1-7-2016. Είχαν προηγηθεί συστάσεις από ανωτέρους. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι η απόλυση συνδέθηκε αιτιωδώς με πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων, έλλειψη συνεργασίας και κλονισμό εμπιστοσύνης και όχι με εμπάθεια λόγω συγγενικής σχέσης. Οι αιτιάσεις περί ελλείψεων αιτιολογίας απορρίφθηκαν, διότι το αποδεικτικό πόρισμα ήταν σαφές και πλήρες, ενώ οι ισχυρισμοί περί διδαγμάτων κοινής πείρας αφορούσαν ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων και ήταν απαράδεκτοι.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική, διότι τεκμηριώθηκε βαθμιαία πτώση απόδοσης και αντιδεοντολογική συμπεριφορά του μισθωτού (μη τήρηση προδιαγραφών 5/2016, καθυστέρηση παραγγελίας ΟΤΕ 6/2016, προβλήματα σε δύο μικροκαλώδια 96FO, περιστατικά 18-4-2016, 17-5-2016, 19-20/5/2016, 1-7-2016) και προηγούμενες συστάσεις, με συνέπεια κλονισμό εμπιστοσύνης. Το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τα άρθρα 669 § 2 και 281 ΑΚ και διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, επαρκείς για αναιρετικό έλεγχο, άρα ο λόγος από 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμος. Οι αιτιάσεις περί παραβίασης διδαγμάτων κοινής πείρας (559 αρ. 1β ΚΠολΔ) ήταν απαράδεκτες, διότι στρέφονταν κατά της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αναίρεσης απορρίφθηκαν και η αίτηση καταψηφίστηκε.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 20-07-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6420/720/24-08-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 2384/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3046/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

ΑΠ 244/2025

Εργατικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργαζόμενη, Αλβανή υπήκοος με νόμιμη άδεια εργασίας, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μερικής απασχόλησης, την 20.5.2016, ως εργάτρια-καθαρίστρια-τραπεζοκόμος, με ωράριο 6 ώρες και 50 λεπτά ημερησίως, 5 εργάσιμες ημέρες εβδομαδιαίως, με μηνιαίες αποδοχές 400 ευρώ και ωρομίσθιο 3,93 ευρώ. Παρείχε υπηρεσίες καθαριότητας στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ". Κατά την πληρωμή της αμοιβής της υπέγραφε έγγραφα χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό τους, συμπεριλαμβανομένων λευκών εγγράφων. Τον Αύγουστο 2016 παραβρέθηκε σε συνάντηση του σωματείου εργαζομένων του νοσοκομείου για ενημέρωση σχετικά με εργασιακά ζητήματα και έκτοτε μετείχε ενεργά σε συναντήσεις και διαμαρτυρίες. Οι προϊστάμενοι του εργοδότη την απείλησαν με απόλυση λόγω της συνδικαλιστικής της δράσης και τη μετακίνησαν δυσμενώς, αναθέτοντάς της αποκλειστικά τον καθαρισμό των χειρουργείων α' ορόφου. Την 27.11.2016 αρνήθηκε να υπογράψει λευκό έγγραφο. Την 29.12.2016 ο εργοδότης της επέδωσε εξώδικη δήλωση λήξης σύμβασης, επικαλούμενος σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας ενός μηνός (27.11.2016 έως 27.12.2016), την οποία η εργαζόμενη είχε υπογράψει χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό της. Την 11.9.2017 προσλήφθηκε σε άλλη επιχείρηση ως καθαρίστρια με μερική απασχόληση 3 ωρών ημερησίως.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 ορίζουν ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία, αλλά καθίσταται άκυρη ως καταχρηστική όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού σκοπού. Το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 ορίζει ευθέως ότι είναι άκυρη η καταγγελία για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, αρκεί αυτή να συνετέλεσε απλώς στη λήψη της απόφασης καταγγελίας. Το άρθρο 656 ΑΚ προβλέπει δικαίωμα μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας, το οποίο όμως υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εργαζόμενη εκτελούσε επιμελώς τα καθήκοντά της, συμμετείχε σε συναντήσεις του σωματείου εργαζομένων από τον Αύγουστο 2016, διαμαρτυρήθηκε για τις συνθήκες εργασίας και την υποχρέωση υπογραφής λευκών εγγράφων, απειλήθηκε με απόλυση και μετακινήθηκε δυσμενώς. Ο εργοδότης της απέσπασε την υπογραφή της σε σύμβαση ορισμένου χρόνου χωρίς τη βούλησή της και την απέλυσε την 27.12.2016. Κατά το διάστημα υπερημερίας από 28.12.2016 έως 28.12.2017 προσλήφθηκε σε άλλη επιχείρηση την 11.9.2017. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 281 ΑΚ και 14 παρ. 4 ν. 1264/1982, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική, καθώς συνετέλεσε σε αυτή η συνδικαλιστική δράση και οι διαμαρτυρίες της εργαζόμενης. Η προσκομιδή διακηρύξεων διαγωνισμών και συμβάσεων καθαρισμού δεν αποδεικνύει δόλια αποφυγή ανεύρεσης εργασίας, ενώ η πρόσληψή της σε άλλη επιχείρηση την 11.9.2017 αποδεικνύει προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη ως καταχρηστική, καθώς συνετέλεσε σε αυτή η νόμιμη συνδικαλιστική δράση της εργαζόμενης, η συμμετοχή της σε συναντήσεις του σωματείου εργαζομένων, οι διαμαρτυρίες της για τις συνθήκες εργασίας και η απαίτησή της να λαμβάνει γνώση των εγγράφων που υπέγραφε. Η αξίωση μισθών υπερημερίας για το διάστημα από 28.12.2016 έως 28.12.2017 δεν καθίσταται καταχρηστική, διότι δεν αποδείχθηκε δόλια και κακόβουλη αποφυγή ανεύρεσης άλλης εργασίας, ενώ η πρόσληψή της σε άλλη επιχείρηση την 11.9.2017 αποδεικνύει προσπάθεια απασχόλησης. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281, 656 ΑΚ και 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 και δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 10.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης ...2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1382/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΑΠ 1672/2018

Εργατικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2018Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία με αντικείμενο υπηρεσίες ταχυμεταφοράς ανέλαβε την 1/12/2010 κατάστημα δυνάμει σύμβασης πρακτορείας. Προσέλαβε την 29/12/2010 εργαζόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως κούριερ, με μηνιαίες αποδοχές 875,13 ευρώ. Εργαζόμενος την 30/3/2011 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας καταγγέλλοντας μη καταβολή επιδόματος Χριστουγέννων 2010, μη επικόλληση ενσήμων για περίοδο 1/12/2010-29/12/2010, μη αναγνώριση προϋπηρεσίας 8 ετών, και μη χορήγηση αναλυτικών εκκαθαρίσεων μισθοδοσίας. Εργοδότρια μετά την προσφυγή αναπροσάρμοσε μισθό αναγνωρίζοντας προϋπηρεσία, κατέβαλε αναδρομικές διαφορές, και χορήγησε εκκαθαριστικά σημειώματα. Την 31/8/2011, πέντε μήνες μετά την προσφυγή, εργοδότρια κατήγγειλε εγγράφως σύμβαση εργασίας χωρίς καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Την 25/7/2011 είχε λάβει χώρα περιστατικό με παραλαβή δέματος για αποστολή στο εξωτερικό με χρέωση παραλήπτη, διαδικασία που δεν εφαρμοζόταν.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 281 ΑΚ θέτει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία κατά τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1, 5 ν. 3198/1955. Καταχρηστική είναι η καταγγελία όταν υπαγορεύεται από εμπάθεια, μίσος ή εκδίκηση λόγω προηγούμενης νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου. Ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει συγκεκριμένους λόγους που καθιστούν την καταγγελία καταχρηστική. Το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία οφειλόταν σε εμπάθεια και εκδικητικότητα λόγω της προσφυγής στην Επιθεώρηση Εργασίας, ότι οι επικαλούμενοι οικονομοτεχνικοί λόγοι ήταν προσχηματικοί, ότι δεν αποδείχθηκε αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα, ότι προσλήφθηκε αμέσως άλλος εργαζόμενος, και ότι το μεμονωμένο περιστατικό της 25/7/2011 δεν δικαιολογούσε την απόλυση. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε την καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, υποχρεώνοντας την εργοδότρια σε καταβολή μισθών υπερημερίας κατά τα άρθρα 349, 350, 656 ΑΚ για την περίοδο 1/9/2011-31/12/2012.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας. Συγκεκριμένα: 1) Δεν αναφέρονται περιστατικά ενδεικτικά του αρνητικού κλίματος του νομίμου εκπροσώπου που να σχετίζονται με την καταγγελία. 2) Δεν εξηγείται γιατί η εκδικητικότητα εκδηλώθηκε με καθυστέρηση 5 μηνών μετά την προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας. 3) Δεν αναφέρεται ότι η συμπεριφορά έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ με συγκεκριμένα περιστατικά. 4) Είναι αντιφατική η τακτοποίηση όλων των οικονομικών εκκρεμοτήτων και η μετά από μήνες καταγγελία. 5) Δεν δικαιολογείται επαρκώς η επαγγελματική επάρκεια παρά το περιστατικό της 25/7/2011 που θα κλόνιζε την εμπιστοσύνη. 6) Διαλαμβάνονται ανεπαρκείς αιτιολογίες για το αν η καταγγελία ήταν αναγκαία επιχειρηματική απόφαση και αντιφατικές αιτιολογίες για την ύπαρξη ηπιότερων μέσων, καθώς η αναφορά στην άμεση πρόσληψη άλλου εργαζομένου είναι ασαφής.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την 2914/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τoν αναιρεσίβλητο να πληρώσει στους αναιρεσείοντες χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΑΠ 439/2022

Εργατικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2022Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Τρεις εργαζόμενοι προσελήφθησαν από εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ο πρώτος στις 31.5.1996, ο δεύτερος στις 6.6.1996 και ο τρίτος στις 1.12.1998), απασχολούμενοι σε υποκατάστημα καζίνο, οι δύο πρώτοι ως συντηρητές τεχνικών μέσων και υλικών τυχερών παιχνιδιών και ο τρίτος ως χειριστής συστήματος εσωτερικής παρακολούθησης. Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά το προσήκοντα τρόπο, με συνέπεια και επαγγελματισμό. Στις 2.6.2008 ο εργοδότης προέβη σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, οι οποίες ακυρώθηκαν τελεσίδικα ως καταχρηστικές. Στις 20.1.2015 οι εργαζόμενοι πρόσφεραν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους και ο εργοδότης τους κάλεσε να επανέλθουν στις 16.2.2015. Κατά την επιστροφή τους δεν τους ανατέθηκε καμία εργασία και παρέμειναν άπραγοι. Στις 24.2.2015 ο εργοδότης προέβη σε νέες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερώς αναιτιώδης δικαιοπραξία, αλλά καθίσταται καταχρηστική και άκυρη όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό της, όπως εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εργαζόμενοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους με συνέπεια και επαγγελματισμό επί μακρόν χρονικό διάστημα, ότι επέδειξαν προθυμία να απασχοληθούν μετά την τελεσίδικη ακύρωση των προηγούμενων καταγγελιών, ότι ο εργοδότης δεν τους απασχολούσε πραγματικά και τους πίεζε να παραιτηθούν από τις αξιώσεις τους για μισθούς υπερημερίας, και ότι προέβη σε νέες καταγγελίες μετά από λίγες ημέρες. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι οι καταγγελίες οφείλονταν σε εμπάθεια λόγω της δικαστικής προσφυγής των εργαζομένων και της μη ενδοτικότητάς τους στις πιέσεις, και όχι σε κλονισμό της εμπιστοσύνης ή πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων, καθιστώντας τις καταχρηστικές και άκυρες.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την καταχρηστικότητα των καταγγελιών. Υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, η επίδικη καταγγελία υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού οφείλεται σε λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπο των εργαζομένων εκ μέρους του εργοδότη και όχι στον κλονισμό της εμπιστοσύνης. Η εμπάθεια προκλήθηκε από τη δικαστική προσφυγή των εργαζομένων για την ακύρωση των προγενέστερων καταγγελιών και τη μη ενδοτικότητά τους στις πιέσεις να παραιτηθούν από τις αξιώσεις για μισθούς υπερημερίας, και δεν είχε σχέση με τυχόν εργασιακή συμπεριφορά τους.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 25/6/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 151/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΑΠ 987/2013

Εργατικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2013Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Μισθωτός προσλήφθηκε στις 23-2-2006 με σύμβαση ορισμένου χρόνου έως 30-9-2006, δεύτερη σύμβαση έως 31-3-2007 και από 1-4-2007 σύμβαση αορίστου χρόνου ως εργάτης, με ημερομίσθιο 29,68 ευρώ. Αμειβόταν με κλιμάκιο 020 - Α1 της επιχειρησιακής ΣΣΕ, ενώ διεκδίκησε ένταξη στο 040 - Α1 βάσει πρωτοκόλλου συμφωνίας 26-6-1998, επικαλούμενος ίση μεταχείριση με εργαζομένους ίδιου χρόνου υπηρεσίας. Επιδείκνυε ζήλο και επιμέλεια, εκπαιδεύτηκε στη Γερμανία και έλαβε πριμ παρουσίας και παραγωγής για Δεκέμβριο 2007. Στις 14-1-2008 κοινοποιήθηκε καταγγελία της σύμβασης χωρίς αιτιολογία, χωρίς προηγούμενη σύσταση και χωρίς ειδοποίηση του σωματείου. Οι μηνιαίοι μισθοί ήταν καταβλητέοι την τελευταία ημέρα κάθε μήνα και ζητήθηκαν μισθοί υπερημερίας για το διάστημα 14-1-2008 έως 10-4-2009.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 669 § 2 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 ν. 2112/1920 και 1, 5 ν. 3198/1955, προβλέπει την αναιτιώδη καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου, η οποία περιορίζεται από το άρθρο 281 ΑΚ. Κατά υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, χρηστών ηθών και σκοπού του δικαιώματος, η καταγγελία είναι άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ) και γεννά μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ). Ως προς τους τόκους, όταν υπάρχει δήλη ημέρα καταβολής, αυτοί οφείλονται από την πάροδο της ημέρας (άρθρο 655 ΑΚ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο μισθωτός εργάστηκε από 23-2-2006, μετατράπηκε η σχέση σε αορίστου από 1-4-2007, με ημερομίσθιο 29,68 ευρώ, και διεκδίκησε ένταξη στο κλιμάκιο 040 - Α1 βάσει πρωτοκόλλου 26-6-1998. Η καταγγελία κοινοποιήθηκε στις 14-1-2008 χωρίς αιτιολογία ή προειδοποίηση, ενώ ο μισθωτός είχε επιδόσεις (εκπαίδευση στη Γερμανία, πριμ Δεκ. 2007). Οι μισθοί ήταν πληρωτέοι την τελευταία ημέρα κάθε μήνα και το διάστημα υπερημερίας ήταν 14-1-2008 έως 10-4-2009. Εφαρμόζοντας τα ως άνω, το δικαστήριο έκρινε ότι η απόλυση έγινε για λόγους εκδίκησης λόγω διεκδίκησης νόμιμης μισθολογικής κατάταξης, υπερβαίνοντας τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, καθιστώντας την καταγγελία άκυρη. Ως υπερήμερος, ο εργοδότης οφείλει μισθούς υπερημερίας και τόκους από την δήλη ημέρα κάθε μηνός.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) απορρίφθηκε διότι οι αιτιολογίες του Εφετείου ήταν σαφείς και επαρκείς: η καταγγελία στις 14-1-2008 έγινε αποκλειστικά για λόγους εκδίκησης λόγω διεκδίκησης ένταξης στο κλιμάκιο 040 - Α1, χωρίς προηγούμενη σύσταση ή αιτιολογία, ενώ δεν αποδείχθηκε αμέλεια και ο μισθωτός είχε καλές επιδόσεις (εκπαίδευση στη Γερμανία, πριμ Δεκ. 2007). Οι ισχυρισμοί περί δικαστικής ομολογίας στις πρωτόδικες προτάσεις δεν στοιχειοθέτησαν δικαστική ομολογία κατά τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ· το Δελτίο Εργατικής Διαφοράς (18-1-2008) ως δημόσιο έγγραφο δεν παρέχει πλήρη απόδειξη των δηλώσεων (άρθρα 438, 440, 441 ΚΠολΔ) και εκτιμήθηκε ελεύθερα, ενώ το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα (μη συντρέχει 559 αριθμ. 11 περ. γ'). Η επιδίκαση τόκων υπερημερίας κρίθηκε ορθή, διότι οι μηνιαίοι μισθοί ήταν καταβλητέοι την τελευταία ημέρα κάθε μήνα (δήλη ημέρα), οπότε οι τόκοι οφείλονται από την πάροδο αυτής για το διάστημα 14-1-2008 έως 10-4-2009. Επιπλέον, η αναιρετική επίθεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ήταν απαράδεκτη (άρθρα 552, 553 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 4-4-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΒΙΟΠ ΤΕΜΠΟ Α.Ε. - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) και της υπ' αριθμ. 200/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΑΠ 671/2018

Εργατικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2018Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργαζόμενη προσλήφθηκε στις 27-9-1981 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε αρχικά ως βοηθός κομμώτριας και από 1-7-2005 ως κομμώτρια. Οι μηνιαίες αποδοχές της συμφωνήθηκαν σε ποσοστό 40% επί της παραγωγής. Τον Αύγουστο 2010 δεν της καταβλήθηκε το επίδομα αδείας, αλλά της ανακοινώθηκε ότι θα της καταβαλόταν μεταγενέστερα. Διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας και στους υπεύθυνους του λογιστηρίου, επικαλούμενη τις οικονομικές της ανάγκες ως μητέρα τριών ανηλίκων παιδιών. Μετά την έντονη διαμαρτυρία, της καταβλήθηκε το επίδομα αδείας, αλλά ένα μήνα μετά την επιστροφή της από την άδεια της γνωστοποιήθηκε η μετά έξι μήνες απόλυσή της με προειδοποίηση στις 23-9-2010. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας συντελέστηκε στις 23-3-2011. Η εργοδότρια απαιτούσε από τους εργαζόμενους να φορούν στολές εργασίας με το λογότυπό της, χορηγούσε μόνο τη μία στολή και παρακρατούσε από το μισθό το ποσό των 60 ευρώ για τη δεύτερη στολή.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ ορίζει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αν και αναιτιώδης, είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως όταν υπαγορεύεται από εμπάθεια, μίσος ή λόγους εκδίκησης. Τα άρθρα 57, 59, 932 και 914 ΑΚ προβλέπουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης όταν η καταγγελία συνιστά παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση μετά την έντονη διαμαρτυρία της εργαζόμενης για το επίδομα αδείας, χωρίς άλλο λόγο απόλυσης. Δέχθηκε ότι η καταγγελία έγινε από εμπάθεια και για λόγους εκδίκησης, καθώς η εργοδότρια επιθυμούσε να απαλλαγεί από την εργαζόμενη μετά τις διαμαρτυρίες της. Υπολόγισε μισθούς υπερημερίας 3.062,24 ευρώ για τρεις μήνες (1.020,80 ευρώ το μήνα), διαφορές αποδοχών 1.139,63 ευρώ και 360 ευρώ για στολές εργασίας. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 281, 174 και 180 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε την καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική. Ωστόσο, ως προς την ηθική βλάβη, δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς προσβλητικά της προσωπικότητας της εργαζόμενης. Το γεγονός της καταχρηστικής καταγγελίας δεν επιφέρει αυτομάτως προσβολή προσωπικότητας χωρίς περιστατικά που να θίγουν την εργαζόμενη στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε εν μέρει δεκτή διότι το Εφετείο, ενώ ορθά έκρινε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας άκυρη ως καταχρηστική λόγω εμπάθειας και εκδίκησης, εσφαλμένα επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το γεγονός της καταχρηστικής καταγγελίας δεν επιφέρει αυτομάτως προσβολή της προσωπικότητας της εργαζόμενης, εάν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιστατικά που να την θίγουν στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο. Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται τέτοια πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς που να μειώνουν την εργαζόμενη ως άτομο και εργαζόμενη και να προκαλούν ηθική βλάβη. Οι λόγοι αναίρεσης από τα άρθρα 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ κατά το δεύτερο σκέλος τους είναι βάσιμοι.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1173/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), κατά ένα μέρος και δη κατά το κεφάλαιό της, που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ.

ΑΠ 1151/2023

Εργατικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2023Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργαζόμενος, υπήκοος αλλοδαπής, κάτοχος άδειας παραμονής για εργασία, προσλήφθηκε στις 19.6.2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως σερβιτόρος σε εστιατόριο, με ημερομίσθιο 27,18 ευρώ και πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία. Μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας στις 19.9.2006, συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες και η σύμβαση ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο. Εργοδότρια δεν κατέβαλε νόμιμες αποδοχές, δεν χορήγησε άδειες αναψυχής και τον είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ ως μερικά απασχολούμενο ενώ εργαζόταν με πλήρες ωράριο. Στις 5.5.2014 εργαζόμενος μαζί με τρεις συναδέλφους προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες εργασίας και τη μη καταβολή νομίμων αποδοχών. Εργοδότρια κατέβαλε στις 16.5.2014 το ποσό των 6.830,52 ευρώ και προέβη σε τακτοποίηση ασφαλιστικών εκκρεμοτήτων για την περίοδο 12/2011 έως 2/2014. Παρά ταύτα, εργαζόμενος και συνάδελφοί του εξακολούθησαν να διαμαρτύρονται για πλήρη εξόφληση. Στις 2.6.2014 εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας καταβάλλοντας αποζημίωση 1.564,21 ευρώ. Την ίδια ημέρα κατήγγειλε και τις συμβάσεις δύο εκ των τριών συναδέλφων που είχαν προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας. Εργαζόμενος ήταν έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 ορίζει ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση στα μισθολόγια ΙΚΑ. Η καταγγελία είναι άκυρη σε περίπτωση ελλιπούς καταβολής αποζημίωσης ή όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή από λόγους αντεκδικήσεως εξαιτίας νόμιμης μεν, μη αρεστής όμως στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εργοδότρια δεν κατέβαλε νόμιμες αποδοχές, δεν χορήγησε άδειες και ασφάλισε τον εργαζόμενο ως μερικά απασχολούμενο ενώ εργαζόταν πλήρως. Μετά την προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 5.5.2014 και παρά την καταβολή μέρους των οφειλομένων (6.830,52 ευρώ), ο εργαζόμενος εξακολούθησε να διεκδικεί πλήρη εξόφληση. Στις 2.6.2014 η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβασή του και των δύο συναδέλφων που είχαν προσφύγει μαζί του. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 281 και 932 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική και άκυρη, καθώς έγινε από εκδικητικούς λόγους επειδή ο εργαζόμενος διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του. Η χρονική εγγύτητα μεταξύ διαμαρτυρίας και απόλυσης, καθώς και η ταυτόχρονη απόλυση των συναδέλφων που διαμαρτυρήθηκαν, ενίσχυσαν την κρίση περί καταχρηστικότητας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν καταχρηστική και άκυρη, καθώς έγινε από λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπο του εργαζομένου επειδή διεκδίκησε την ικανοποίηση των νομίμων εργασιακών του δικαιωμάτων (δεδουλευμένες αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές). Η εκδικητική διάθεση της εργοδότριας επιβεβαιώθηκε από τη χρονική εγγύτητα μεταξύ της διαμαρτυρίας στην Επιθεώρηση Εργασίας (5.5.2014) και της απόλυσης (2.6.2014), καθώς και από το γεγονός ότι απολύθηκαν ταυτόχρονα και οι δύο συνάδελφοι που διαμαρτυρήθηκαν μαζί του. Λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, η εργοδότρια περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου και υποχρεώθηκε στην καταβολή μισθών υπερημερίας 1.712,50 ευρώ και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης 1.000 ευρώ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 17-9-2021 και με αριθμ. κατάθ. 7215/895/20.9.2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Β. Κ. Τ. Ε. Τ. Α. Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1085/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΑΠ 1448/2023

Εργατικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2023Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργοδότης, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που λειτουργεί ως Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (Οικοτροφείο) κατά τα άρθρα 9 και 11 του ν. 2716/1999, προσέλαβε την 1.11.2014 εργαζόμενη, Αλβανή υπήκοο με νόμιμη άδεια διαμονής και εργασίας, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλο γενικών καθηκόντων με μηνιαίο μισθό 924 ευρώ. Η σύμβαση καταρτίστηκε ατύπως με την προοπτική άμεσης κατάρτισης έγγραφης σύμβασης και αναγγελίας της πρόσληψης στο ΙΚΑ. Η εργαζόμενη απασχολήθηκε σε μόνιμη βάση σε νυκτερινή βάρδια (23:00-07:00) και όχι σε πενθήμερο κυλιόμενο ωράριο όπως συμφωνήθηκε. Παρά τις συνεχείς οχλήσεις της εργαζόμενης για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας ως προς τη διαδικασία πρόσληψής της, ο εργοδότης αδρανούσε. Στις 8.12.2014, εντός της δωδεκάμηνης δοκιμαστικής περιόδου, ο εργοδότης την απέλυσε προφορικώς χωρίς να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1.11.2014 έως 8.12.2014.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 74 παρ. 2 εδ. Α του ν. 3863/2010 ορίζει ότι η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως δοκιμαστική περίοδος για τους πρώτους δώδεκα μήνες και μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης. Ωστόσο, κατά τα άρθρα 167, 168, 648 ΑΚ, 3 ν. 2112/1920 και 5 ν. 3198/1955, η καταγγελία θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως. Η ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η καταγγελία της 8.12.2014 έγινε προφορικά, χωρίς τήρηση του έγγραφου τύπου, και λόγω των συνεχών οχλήσεων της εργαζόμενης για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας ως προς τη διαδικασία πρόσληψής της. Επίσης, ο εργοδότης δεν κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές ύψους 1.108 ευρώ, την αμοιβή νυκτερινής εργασίας 271,46 ευρώ και μισθούς υπερημερίας 2.513,28 ευρώ. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 281, 349, 350 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, καθώς έγινε λόγω της διεκδίκησης νόμιμων δικαιωμάτων από την εργαζόμενη. Η σύμβαση εξακολούθησε να παράγει έννομες συνέπειες και ο εργοδότης κατέστη υπερήμερος.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 281, 349, 350 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920, 1, 3 και 5 του ν. 3198/1955 και 74 Α παρ. 2 του ν. 3863/2010, κρίνοντας ότι η προφορική καταγγελία της σύμβασης εργασίας στις 8.12.2014 ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, καθώς έγινε εξαιτίας των συνεχών οχλήσεων της εργαζόμενης για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας. Η Υ5α,β/Γ.Π.οικ.39321/30.3.2010 Υπουργική Απόφαση δεν τυγχάνει εφαρμογής, καθώς θέτει όρους διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης των Μονάδων Ψυχικής Υγείας και δεν αφορά την εγκυρότητα της καταγγελίας σύμβασης εργασίας. Το δικαστήριο δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά με βάση ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα, άρα δεν υπήρξε έλλειψη αποδείξεως.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 16.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3296/391/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6560/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η με αριθμό 1372/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΑΠ 87/2012

Δικονομικό Δίκαιο · Εργατικό Δίκαιο2012Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Μισθωτοί σε βιομηχανική επιχείρηση εργάζονταν με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Η εργοδότρια προέβη σε καταγγελίες επικαλούμενη περιορισμό προσωπικού για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Η οικονομική πορεία της επιχείρησης ήταν κερδοφόρα και πριν τις απολύσεις δεν αναζητήθηκαν ηπιότερα μέσα. Καταβλήθηκε μειωμένη αποζημίωση απόλυσης, με ζήτημα ως προς τη διάκριση εργάτη/υπαλλήλου και τη διαφορά μεταξύ καταβληθείσας και νόμιμης αποζημίωσης. Οι τελευταίες μηνιαίες αποδοχές κάθε μισθωτού είχαν συγκεκριμένο συνολικό ύψος, χωρίς ανάλυση των επιμέρους επιδομάτων (χρονοεπιδόματα, γάμου, οικογενειακών βαρών), και μετά την καταγγελία δεν έγινε αποδοχή των υπηρεσιών τους, γεννώντας ζήτημα μισθών υπερημερίας για διάστημα ενός έτους.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 669 § 2 ΑΚ ορίζει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία· η άσκησή της υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, και υπέρβαση των ορίων καλής πίστης, χρηστών ηθών ή σκοπού δικαιώματος συνεπάγεται ακυρότητα (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Για μισθούς υπερημερίας, το άρθρο 656 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ απαιτεί στοιχεία: σύμβαση, καταγγελία και λόγοι ακυρότητας, μη αποδοχή υπηρεσιών, και ύψος μισθού. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξαν απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους, καταβλήθηκε μειωμένη αποζημίωση, οι τελευταίες μηνιαίες αποδοχές κάθε μισθωτού είχαν συγκεκριμένο συνολικό ύψος χωρίς ανάλυση επιδομάτων, και η επίκληση καταχρηστικότητας βασίστηκε σε κερδοφορία και έλλειψη αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής. Οι μισθοί υπερημερίας αφορούσαν περίοδο 12 μηνών. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι για μισθούς υπερημερίας αρκεί ο προσδιορισμός του συνολικού μισθού κατά την καταγγελία χωρίς εξειδίκευση επιδομάτων, άρα η απόρριψη ως αόριστης ήταν πλημμελής. Αντίθετα, ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας ήταν αόριστος λόγω έλλειψης συγκεκριμένων συγκριτικών στοιχείων και αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής, οπότε δεν κατέτεινε σε υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αναίρεση έγινε δεκτή κατά το μέρος της απόρριψης της βάσης για μισθούς υπερημερίας, διότι η αγωγή περιείχε τα αναγκαία στοιχεία του άρθρου 216 ΚΠολΔ και 656 ΑΚ (σύμβαση, καταγγελία, μη αποδοχή υπηρεσιών, τελευταίες μηνιαίες αποδοχές ως συνολικό ποσό), χωρίς να απαιτείται ανάλυση επιδομάτων, άρα το Εφετείο εσφαλμένα την έκρινε αόριστη. Αντιθέτως, η επικουρική βάση περί καταχρηστικότητας ήταν αόριστη, αφού δεν παρατέθηκαν συγκεκριμένα παραγωγικά περιστατικά (π.χ. στοιχεία για τους παραμείναντες, αρχαιότητα, οικογενειακή/οικονομική κατάσταση, αντικειμενικά κριτήρια επιλογής) που να επιτρέπουν έλεγχο υπέρβασης των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Ορθώς το Εφετείο εξέτασε την επικουρική βάση χωρίς ειδικό παράπονο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την 6087/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

ΑΠ 539/2018

Εργατικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2018Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δύο εργαζόμενοι προσλήφθηκαν ως ηχολήπτες σε ραδιοφωνικό σταθμό με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ο πρώτος στις 28-8-2008 και ο δεύτερος στις 16-3-2009). Εργάζονταν 5 ημέρες την εβδομάδα και 35 ώρες εβδομαδιαία, με μηνιαίες αποδοχές 2.118 ευρώ για τον πρώτο και το προβλεπόμενο από τη ΣΣΕ για τον δεύτερο. Εργάζονταν υπερωριακά κατά τις νύκτες και Κυριακές. Εργοδότης αναγνώρισε οφειλή 11.036,60 ευρώ για υπερωρίες με ιδιωτικό συμφωνητικό της 4-10-2012. Εργοδότης άσκησε πιέσεις για υπογραφή νέων συμβάσεων με μείωση αποδοχών τουλάχιστον 20%. Την 1-12-2011 απολύθηκε ο προϊστάμενος των εργαζομένων ως μορφή πίεσης, με μεταγενέστερη ανάκληση της απόλυσης. Την 19-3-2012 το συνδικαλιστικό σωματείο ΕΤΕΡ άρχισε απεργιακές κινητοποιήσεις. Την 3-4-2012 εργοδότης κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920, 1 και 5 ν. 3198/1955 ορίζει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, αλλά η άσκηση του δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός. Προφανής υπέρβαση συντρέχει όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή εκδίκηση λόγω νόμιμης συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως η διεκδίκηση δεδουλευμένων αποδοχών. Το εφετείο διαπίστωσε ότι οι εργαζόμενοι εργάζονταν υπερωριακά, ο εργοδότης αναγνώρισε οφειλή 11.036,60 ευρώ, άσκησε πιέσεις για μείωση αποδοχών τουλάχιστον 20%, και κατήγγειλε τις συμβάσεις την 3-4-2012 λόγω της διεκδίκησης των νομίμων αποδοχών και της άρνησης μείωσης μισθού. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το εφετείο έκρινε ότι ο εργοδότης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ηπιότερα μέσα όπως απασχόληση σε παρεμφερείς εργασίες του επιχειρηματικού ομίλου ή μερική απασχόληση, και ότι η καταγγελία υπερέβη τα όρια που θέτει ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας. Το εφετείο βασίμως έκρινε ότι η καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική, καθόσον ο εργοδότης απέλυσε τους εργαζομένους λόγω της διεκδίκησης των νομίμων αποδοχών τους και της άρνησής τους να δεχθούν μείωση αποδοχών, χωρίς να εφαρμόσει ηπιότερα μέτρα όπως απασχόληση σε παρεμφερείς εργασίες του επιχειρηματικού ομίλου ή μερική απασχόληση. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης απορρίφθηκε διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 8-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 3052/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

ΑΠ 1070/2020

Εργατικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2020Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργαζόμενη προσελήφθη στις 2-3-2011 με σύμβαση ορισμένου χρόνου μέχρι 2-5-2011, μερικής απασχόλησης (πενθήμερο, 30 ώρες εβδομαδιαίως), ως ραδιοτηλεφωνήτρια με κυλιόμενες βάρδιες. Μετά τις 2-5-2011 συνέχισε να εργάζεται με πλήρες ωράριο 36-40 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ τα αναρτώμενα στο Σ.ΕΠ.Ε. προγράμματα διέφεραν από τα πραγματικά. Σε πρόγραμμα Σεπτεμβρίου 2011 προβλέπονταν τρεις 8ωρες βάρδιες εβδομαδιαίως και εργασία 4-5 ημέρες. Τον επίδικο μήνα εργάστηκε 152 ώρες (19 ημέρες x 8 ώρες), δηλαδή 32 ώρες πέραν της συμφωνημένης μερικής απασχόλησης, αλλά αμείφθηκε μόνο για 16 ώρες υπερεργασίας. Διαμαρτυρήθηκε για τον υπολογισμό αποδοχών και τη μη έγκαιρη γνωστοποίηση προγράμματος, κατοικώντας εκτός έδρας, γεγονός που δυσχέραινε την οργάνωση της. Της γνωστοποιήθηκε ότι τίθεται εκτός προγράμματος για 10-12/12/2011. Προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και απέστειλε εξώδικη διαμαρτυρία στις 12-12-2011. Η εργασιακή σχέση καταγγέλθηκε στις 20-12-2011.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού/οικονομικού σκοπού· καταχρηστική καταγγελία είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ. Το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ επιτρέπει αναίρεση για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης. Το άρθρο 656 ΑΚ θεσπίζει μισθό υπερημερίας και επιτρέπει έκπτωση ωφέλειας, εφόσον προσδιορίζεται ειδικά. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εργαζόμενος από 2-3-2011 εργάστηκε αρχικά μερικώς και κατόπιν 36-40 ώρες εβδομαδιαίως, με πραγματικά προγράμματα διαφορετικά από τα κατατεθειμένα. Κατά μήνα εργάστηκε 152 ώρες, με αμοιβή για 16 ώρες υπερεργασίας, ενώ είχε 32 ώρες πέραν της μερικής απασχόλησης. Υπήρξαν διαμαρτυρίες για αποδοχές και πρόγραμμα και αποκλεισμός από βάρδιες 10-12/12/2011, ακολουθούμενος από καταγγελία 20-12-2011. Η ένσταση έκπτωσης ωφέλειας στηρίχθηκε σε απασχόληση σε κατάστημα χωρίς συγκεκριμένο ποσό. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, εξετάστηκε αν οι διαμαρτυρίες αρκούν μόνες τους να τεκμηριώσουν εκδικητικό κίνητρο της διοίκησης· κρίθηκε ότι απαιτούνται ειδικά περιστατικά και προσδιορισμός του προσώπου και σύνδεσης με την καταγγελία, που δεν παρατέθηκαν επαρκώς. Αντίθετα, η ένσταση άρθρου 656 ΑΚ ορθά απορρίφθηκε ως αόριστη λόγω μη προσδιορισμού ωφέλειας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Έγιναν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 281 ΑΚ και στήριξε την καταχρηστικότητα της καταγγελίας αποκλειστικά στη διαμαρτυρία του μισθωτού χωρίς παράθεση ειδικών περιστατικών που να εξηγούν εκδικητικό σκοπό και χωρίς να διευκρινίζει ποιο όργανο της διοίκησης ενήργησε με εμπάθεια και τη σύνδεση αυτής με την καταγγελία, με αποτέλεσμα ανεπαρκείς αιτιολογίες και έλλειψη νόμιμης βάσης. Αντιθέτως, ο λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίφθηκε, αφού η ένσταση έκπτωσης ωφέλειας του άρθρου 656 ΑΚ ήταν αόριστη, μη προσδιορίζοντας συγκεκριμένο ποσό ωφέλειας. Κατά συνέπεια, η απόφαση αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 4506/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.-

ΑΠ 382/2012

Εργατικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2012Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργαζόμενος σε ιδιωτικό νομικό πρόσωπο προσλήφθηκε στις 27.11.1980 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος (λογιστής Β’) και από ένα σημείο εργαζόταν στην Υπηρεσία Ακινήτων με καθήκοντα επίδειξης, εκμίσθωσης, πώλησης, συντήρησης, σύνταξης μισθωτηρίων, επικοινωνίας με μισθωτές, συνεργασίας με Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών και συμμετοχής σε επιτροπές εκμισθώσεων και εκποιήσεων για περίπου 700 ακίνητα, χωρίς επαρκή μηχανοργάνωση και εξειδικευμένο προσωπικό. Ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση, συγκρότησε συνδικαλιστική παράταξη και κινητοποίησε εργαζομένους για προστασία εργασιακών δικαιωμάτων. Η καταγγελία της σύμβασης έγινε στις 03.11.2005, δύο ημέρες πριν από προγραμματισμένες εκλογές του συλλόγου, όπου η παράταξη που στήριζε έλαβε 5 από τις 7 έδρες. Ο εργοδότης επικαλέστηκε ανεπαρκή απόδοση και ζημία (υπολογιζόμενη σε 28.000 ευρώ), ενώ δεν είχαν προηγηθεί παρατηρήσεις ή συστάσεις. Λόγω ακυρότητας της απόλυσης, οφείλονται μισθοί υπερημερίας για 04.11.2005 έως 31.12.2006, συνολικά 19.792,64 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 281 ΑΚ περιορίζει την άσκηση δικαιωμάτων όταν υπερβαίνονται τα όρια καλής πίστης, χρηστών ηθών ή κοινωνικοοικονομικού σκοπού, ενώ το άρθρο 669 §2 ΑΚ ορίζει την καταγγελία ως αναιτιώδη. Το άρθρο 14 §4 του Ν. 1264/1982 καθιστά άκυρη την καταγγελία για νόμιμη συνδικαλιστική δράση. Η υπέρβαση επιφέρει ακυρότητα κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Για μισθούς υπερημερίας εφαρμόζονται τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εργαζόμενος απασχολήθηκε από 27.11.1980 έως 03.11.2005 σε καθήκοντα διαχείρισης ακινήτων περίπου 700 μονάδων χωρίς επαρκή μηχανοργάνωση, ανέπτυξε έντονη και νόμιμη συνδικαλιστική δράση, συγκρότησε παράταξη και δύο ημέρες πριν από εκλογές όπου η παράταξη έλαβε 5/7 έδρες απολύθηκε. Δεν είχαν προηγηθεί παρατηρήσεις. Ο εργοδότης επικαλέστηκε ζημία 28.000 ευρώ και ελλείψεις, αλλά τα καθήκονά του υπόκειντο σε αποφάσεις διοίκησης. Οφείλονται μισθοί υπερημερίας 19.792,64 ευρώ (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο εξέτασε αν η αιτία της καταγγελίας συνδέθηκε αιτιωδώς με τη συνδικαλιστική δράση και αν οι επικαλούμενοι οικονομικοτεχνικοί λόγοι ήταν προσχηματικοί. Διαπίστωσε ότι η απόλυση υπαγορεύθηκε από εχθρότητα/εκδίκηση λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δραστηριότητας, υπερβαίνοντας τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, η καταγγελία είναι άκυρη και ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι το Εφετείο αιτιολόγησε πλήρως και σαφώς ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, υποκινούμενη από νόμιμη συνδικαλιστική δράση και εχθρότητα/εκδίκηση, ενώ οι προβαλλόμενοι λόγοι περί κακής επίδοσης ήταν προσχηματικοί. Οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ (αρ. 19, 8, 11, 13 και 1) κρίθηκαν αβάσιμοι/απαράδεκτοι: δεν υπήρξε έλλειψη νόμιμης βάσης ή αντιστροφή βάρους απόδειξης (άρθρο 338 §1 ΚΠολΔ), και οι πρόσθετες αιτιολογίες περί μη έγκαιρης καταβολής δόσης αποζημίωσης ήταν επάλληλες και πλεοναστικές. Κατά συνέπεια, διατηρείται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας 19.792,64 ευρώ για 04.11.2005–31.12.2006.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την, από 21-1-2011, αίτηση του Φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", για αναίρεση της 58/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΑΠ 868/2018

Εργατικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2018Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργαζόμενος προσλήφθηκε στις 29.5.1992 ως φύλακας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Μετά από απόσχιση κλάδου, συνέχισε την εργασία του στην εργοδότρια εταιρεία από 1.1.2005 με αναγνώριση προϋπηρεσίας και μηνιαίες αποδοχές 948,72 ευρώ (αργότερα 1.709,98 ευρώ). Ήταν αξιόλογος εργαζόμενος με ευδόκιμη υπηρεσία, κάτοχος άδειας ασκήσεως επαγγέλματος και συμμετοχή σε σεμινάρια ασφαλείας. Ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση ως ενεργό μέλος συνδικαλιστικού σωματείου και διετέλεσε αντιπρόσωπος από Φεβρουάριο 2006 έως Φεβρουάριο 2009. Από 17.2.2008 έως 14.10.2008 απασχολήθηκε σε εργασία με διαστήματα περιπολίας και ανάπαυσης. Ακολούθως τοποθετήθηκε σε διάφορα πολυκαταστήματα με απαιτήσεις πολύωρου ορθοστατισμού. Έπασχε από οσφυιοϊσχυαλγία με στενώσεις μεσοσπονδυλίου δίσκου που επέβαλαν αποφυγή πολύωρης ορθοστασίας. Από Οκτώβριο 2008 ζήτησε αλλαγή θέσης εργασίας ενημερώνοντας προϊσταμένους για το πρόβλημα υγείας του, αλλά συνάντησε άρνηση. Τον Φεβρουάριο 2009 παραπονέθηκε για μη τήρηση του άρθρου 10 παρ.1 του ν. 1568/1985 σχετικά με ιατρό εργασίας. Το συνδικαλιστικό σωματείο ζήτησε έλεγχο από το ΚΕΠΕΚ που διενεργήθηκε στις 10.3.2009. Μετά τον έλεγχο, η εργοδότρια εταιρεία συνέχισε να τον απασχολεί σε θέσεις πλήρους ορθοστατισμού. Στις 20.3.2009 η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ηλικία εργαζομένου κατά την απόλυση: 44 ετών.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 281 του ΑΚ επιβάλλει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, απαγορεύοντας την υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Προφανής υπέρβαση συντρέχει όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή εκδίκηση λόγω νόμιμης συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως η διεκδίκηση τήρησης των συμφωνημένων όρων εργασίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εργαζόμενος ήταν αξιόλογος με ευδόκιμη υπηρεσία χωρίς προηγούμενα παραπτώματα, έπασχε από οσφυιοϊσχυαλγία που επέβαλε αποφυγή πολύωρης ορθοστασίας, διεκδίκησε αλλαγή θέσης εργασίας από Οκτώβριο 2008, προκάλεσε έλεγχο από ΚΕΠΕΚ στις 10.3.2009, και η καταγγελία ακολούθησε στις 20.3.2009 με προσχηματικές αιτιάσεις πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων που δεν κρίθηκαν πειστικές. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική, υπαγορευθείσα από εμπάθεια και εκδικητικότητα επειδή ο εργαζόμενος διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματα προστασίας της υγείας του, και ως εκ τούτου άκυρη κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν καταχρηστική, υπαγορευθείσα από εμπάθεια και εκδικητικότητα των εκπροσώπων της εργοδότριας εταιρείας σε βάρος του εργαζομένου, επειδή ο τελευταίος διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του προς προστασία της επιβαρυμένης υγείας του. Οι επικαλούμενοι λόγοι καταγγελίας περί πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων κρίθηκαν προσχηματικοί και μη πειστικοί. Η υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα μέχρι την άρση της υπερημερίας είναι νόμιμη κατά τα άρθρα 349, 350, 648, 656 ΑΚ και 69 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αφού οι αποδοχές αυτές δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή εργασίας που αποκρούστηκε με την άκυρη καταγγελία. Ο ισχυρισμός καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος λήψης αποδοχών υπερημερίας απορρίφθηκε ως αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε κακόβουλη αποφυγή απασχόλησης σε άλλο εργοδότη.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 29.1.2015 και με αριθ. κατάθ. 1178/21.12.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 6195/11.11.2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΑΠ 793/2025

Δικονομικό Δίκαιο · Εργατικό Δίκαίο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργαζόμενος, ειδικότητας θερμαστή, προσλήφθηκε στις 16-7-2016 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (16-7-2016 έως 16-10-2016), η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Απασχολείτο σε έργο εταιρείας στο Γ.Ν. Βόλου από Τρίτη έως Σάββατο, 08:00-16:15, αντί μηνιαίου μισθού 720 ευρώ. Εργοδότης κατήγγειλε τη σύμβαση στις 3-4-2019, καταγγελία που κηρύχθηκε άκυρη ως καταχρηστική με τελεσίδικη απόφαση (27/2020 Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, επικυρωθείσα με 343/2022 Μονομελούς Εφετείου Λάρισας). Η σύμβαση έργου της εταιρείας με το Νοσοκομείο Βόλου έληξε στις 7-3-2020. Εργαζόμενος επεδίωξε να εργασθεί με την ειδικότητά του σε άλλη εταιρεία που συμμετείχε σε διαγωνισμό για το ίδιο έργο, αλλά δεν κατακυρώθηκε σε αυτήν. Εργοδότης δεν απασχόλησε τον εργαζόμενο από Φεβρουάριο 2020 έως Οκτώβριο 2022.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 656 § 1 εδ. α ΑΚ προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη που βρίσκεται σε υπερημερία να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, η οποία υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η υπ' αριθμό 27/2020 τελεσίδικη απόφαση παρήγαγε δεδικασμένο ως προς τα εξής: α) η σύμβαση ήταν εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) η καταγγελία στις 3-4-2019 ήταν άκυρη, και γ) ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία και όφειλε μισθούς υπερημερίας από 3-4-2019 έως 7-2-2020. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το δεδικασμένο επεκτεινόταν και στην ένσταση του εργοδότη ότι η σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και έληξε στις 7-3-2020, διότι η εργοδότρια δεν επικαλέσθηκε ότι η σύμβαση αορίστου χρόνου είχε λυθεί νόμιμα με άλλο τρόπο μετά την περιέλευσή της σε υπερημερία. Περαιτέρω, το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εργαζόμενος δεν παρέμεινε ηθελημένα άνεργος, δηλαδή δεν απέφυγε αδικαιολόγητα και από κακοβουλία να ανεύρει εργασία ως θερμαστής σε άλλον εργοδότη. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 321, 322, 324 και 330 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η ένσταση περί λήξης της σύμβασης ήταν απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, και εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως αβάσιμη, καθώς δεν αποδείχθηκε ηθελημένη ανεργία του εργαζομένου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι το δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση 27/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου επεκτεινόταν στην ένσταση του εργοδότη ότι η σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και έληξε, καθώς η απόφαση είχε κρίνει την σύμβαση ως αορίστου χρόνου και η εργοδότρια δεν επικαλέσθηκε άλλο τρόπο λύσης της σύμβασης. Περαιτέρω, η παραδοχή ότι ο εργαζόμενος δεν παρέμεινε ηθελημένα άνεργος αρκούσε για την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς δεν αποδείχθηκε αδικαιολόγητη και κακόβουλη αποφυγή εξεύρεσης εργασίας.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 24-4-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23/24-4-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 70/1-3-2024 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

ΑΠ 97/2025

Εργατικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 98.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εργαζόμενος απασχολούνταν ως παρκαδόρος-πλύντης σε εταιρεία, αφού είχε μεταταχθεί από τη θέση ταμία. Η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε στις 5-1-2017 κατά τη διάρκεια άδειας αναψυχής. Μετά την πρώτη αγωγή του για μισθούς υπερημερίας, άσκησε στις 8-11-2017 αγωγή για αποζημίωση απόλυσης ύψους 5.459,72 ευρώ, την οποία εισέπραξε στις 19-9-2018. Στις 23-3-2018 προσλήφθηκε με σύμβαση αορίστου χρόνου ως παρκαδόρος σε άλλη εταιρεία ομοίων συμφερόντων με την εργοδότρια. Η εργασιακή σχέση διακόπηκε για ένα μήνα και συνεχίστηκε από 18-12-2018. Μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης στις 11-2-2020 που αναγνώρισε τελεσίδικα την ακυρότητα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος δεν προσήλθε για επαναπασχόληση επί οκτώ μήνες. Στις 13-10-2020 απέστειλε εξώδικη δήλωση ότι θα προσέλθει για εργασία ως ταμίας και όχι ως παρκαδόρος-πλύντης. Στις 16-10-2020 του κοινοποιήθηκε νέα καταγγελία και του προσφέρθηκε αποζημίωση 2.247,32 ευρώ, την οποία εισέπραξε στις 19-10-2020. Στις ...-2020 άσκησε αγωγή για μισθούς υπερημερίας από 1-1-2018 έως 16-10-2020.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα. Μόνη η αδράνεια, έστω μακροχρόνια, δεν αρκεί, αλλά απαιτούνται επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες από την προηγηθείσα συμπεριφορά των μερών. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο εργαζόμενος, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, άσκησε αγωγή για αποζημίωση απόλυσης 5.459,72 ευρώ και την εισέπραξε. Προσλήφθηκε τον Μάρτιο 2018 σε εταιρεία ομοίων συμφερόντων ως παρκαδόρος. Από 11-2-2020 έως 13-10-2020 (οκτώ μήνες) δεν προσήλθε για επαναπασχόληση. Στις 19-10-2020 εισέπραξε και τη δεύτερη αποζημίωση 2.247,32 ευρώ. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι η επιλογή της αποζημίωσης απόλυσης, η τριετής αδράνεια, η πρόσληψη σε άλλη εταιρεία, η μη προσέλευση επί οκτώ μήνες μετά την τελεσίδικη απόφαση, και η είσπραξη δεύτερης αποζημίωσης δημιούργησαν στην εργοδότρια την εύλογη πεποίθηση ότι ο εργαζόμενος αποδέχεται τη λύση της σύμβασης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στο άρθρο 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, η άσκηση της αγωγής για αποζημίωση απόλυσης μετά τις δύο πρώτες αγωγές για μισθούς υπερημερίας, η μεταγενέστερη μετά τριετία αξίωση και πάλι μισθών υπερημερίας, η επί τριετία αδράνεια, η μη εμφάνιση για ανάληψη εργασίας επί οκτώ μήνες μετά τη δημοσίευση της εφετειακής απόφασης, η σιωπή του εργαζομένου, και η αποστολή εξώδικης δήλωσης για εργασία σε διαφορετική θέση από αυτή που απασχολείτο κατά την απόλυση, δημιούργησαν στην εργοδότρια την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το επίδικο δικαίωμα. Η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθιστώντας την άσκησή του καταχρηστική.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από ...-2024 αίτηση για αναίρεση της .../2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

124.000+ αποφάσεις · 24.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →