Καταχρηστική καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, άκυρη απόλυση κατά ΑΚ 281

Κύρια Νομική Θέση

Η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, μολονότι κατ’ αρχήν είναι αναιτιώδης, είναι άκυρη όταν ασκείται καταχρηστικά κατά το ΑΚ Άρθρο 281, δηλαδή όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Στο παρεχόμενο υλικό, η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ιδίως καταχρηστικότητα όταν η απόλυση λειτουργεί ως εκδικητικό μέτρο ή μέσο πίεσης λόγω νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως διεκδίκηση εργασιακών δικαιωμάτων, προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας ή νόμιμη συνδικαλιστική δράση.

Ειδικότερα, όταν η απόλυση συνδέεται με περιστατικό βίας και παρενόχλησης ή με άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, εφαρμόζονται ειδικά οι ΕΚ Άρθρο 66 και ΕΚ Άρθρο 350, ενώ το ΕΚ Άρθρο 67 αφορά τη δυνατότητα προσφυγής από νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων με γραπτή συναίνεση του θιγόμενου.


1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

- ΑΚ Άρθρο 281
Απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Εφαρμόζεται στις 1305/2024, 244/2025, 1672/2018, 439/2022, 987/2013, 671/2018, 1151/2023, 1448/2023, 87/2012, 539/2018, 1070/2020, 382/2012, 868/2018, 793/2025, 97/2025.

- ΕΚ Άρθρο 66
Απαγορεύεται και είναι άκυρη η καταγγελία ή κάθε άλλη δυσμενής μεταχείριση, εφόσον συνιστά εκδικητική συμπεριφορά ή αντίμετρο για περιστατικό βίας και παρενόχλησης του άρθρου 60.
Εφαρμόζεται νομοθετικά ως ειδική μορφή απαγόρευσης αντιποίνων. Δεν εντοπίστηκε στο διαθέσιμο υλικό απόφαση που να το εφαρμόζει ευθέως.

- ΕΚ Άρθρο 67
Νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, περιλαμβανομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, μπορούν να προσφύγουν με γραπτή συναίνεση του θιγόμενου προσώπου του άρθρου 59.
Δεν ρυθμίζει το κύρος της απόλυσης καθαυτό, αλλά τη νομιμοποίηση για προσφυγή σε υποθέσεις παραβάσεων του σχετικού Τμήματος.

- ΕΚ Άρθρο 350
Η καταγγελία είναι άκυρη, μεταξύ άλλων, όταν:
- οφείλεται σε δυσμενή διάκριση ή εκδικητικότητα,
- γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου,
- οφείλεται στην άσκηση δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 66.
Η παρ. 3 θεσπίζει αντιστροφή βάρους απόδειξης, εφόσον ο εργαζόμενος αποδείξει πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για απαγορευμένο λόγο.

- ΕΚ Άρθρο 250
Ειδική προστασία από απόλυση και βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις άδειας ή ευέλικτης ρύθμισης.
Δεν αφορά άμεσα το ερώτημά σας, αλλά επιβεβαιώνει νομοθετικά το σχήμα: πραγματικά περιστατικά από τον εργαζόμενο – βάρος ανταπόδειξης στον εργοδότη.

- ΑΚ Άρθρο 174
Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου είναι άκυρη.
Εφαρμόζεται στις αποφάσεις που κρίνουν άκυρη την καταγγελία λόγω ΑΚ Άρθρο 281.

- ΑΚ Άρθρο 180
Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.
Εφαρμόζεται στις αποφάσεις για τις συνέπειες της άκυρης καταγγελίας.

- ΑΚ Άρθρο 656 και ΕΚ Άρθρο 9
Ρυθμίζουν την υπερημερία του εργοδότη και το δικαίωμα του εργαζομένου σε μισθούς υπερημερίας.

- ΕΚ Άρθρο 351
Η αγωγή για αξιώσεις από άκυρη καταγγελία πρέπει να κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας.

- ΚΠολΔ Άρθρο 621 και ΚΠολΔ Άρθρο 672Α
Ρυθμίζουν την τοπική αρμοδιότητα και την ταχεία εκδίκαση διαφορών για άκυρη απόλυση και μισθούς υπερημερίας.


2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

1. Άρειος Πάγος 244/2025
- Σχετικότητα: Η εργαζόμενη απολύθηκε αφού συμμετείχε σε συναντήσεις σωματείου, διαμαρτυρήθηκε για συνθήκες εργασίας και αρνήθηκε να υπογράφει λευκά έγγραφα.
- Κρίση: Κρίθηκε άκυρη η καταγγελία της 27.12.2016 ως καταχρηστική. Αναγνωρίστηκε αξίωση μισθών υπερημερίας για το διάστημα 28.12.2016 έως 28.12.2017. Η εργαζόμενη είχε μηνιαίες αποδοχές 400 ευρώ και προσλήφθηκε αλλού στις 11.9.2017.
- Εφαρμογή: Ισχυρό προηγούμενο όταν η απόλυση λειτουργεί ως αντίδραση σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση ή σε διαμαρτυρία για εργασιακές συνθήκες. Συνδέεται άμεσα με το ΑΚ Άρθρο 281 και, ως προς τη σημερινή κωδικοποίηση, ενισχύει και την εφαρμογή του ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 περ. β και γι/για.

2. Άρειος Πάγος 1151/2023
- Σχετικότητα: Ο εργαζόμενος προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας για δεδουλευμένα και ασφαλιστικές εισφορές και απολύθηκε μαζί με συναδέλφους που είχαν επίσης διαμαρτυρηθεί.
- Κρίση: Η καταγγελία της 2.6.2014 κρίθηκε καταχρηστική και άκυρη. Επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας 1.712,50 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 1.000 ευρώ.
- Εφαρμογή: Εξαιρετικά χρήσιμη όταν η απόλυση ακολουθεί διεκδίκηση νομίμων εργασιακών δικαιωμάτων. Ενισχύει το επιχείρημα ότι η απόλυση ως αντίποινο υπάγεται στο ΑΚ Άρθρο 281 και, κατά τη σημερινή νομοθετική διατύπωση, και στο ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 περ. β.

3. Άρειος Πάγος 539/2018
- Σχετικότητα: Οι εργαζόμενοι διεκδίκησαν νόμιμες αποδοχές και αρνήθηκαν μείωση μισθού· ο εργοδότης τους απέλυσε χωρίς να εξετάσει ηπιότερα μέτρα.
- Κρίση: Η καταγγελία της 3-4-2012 κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική. Αναγνωρίστηκε ότι ο εργοδότης είχε αναγνωρίσει οφειλή 11.036,60 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ισχυρό για υποθέσεις όπου η απόλυση χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης για να καμφθεί ο εργαζόμενος σε οικονομικές ή συμβατικές αξιώσεις. Συνδέεται με το ΑΚ Άρθρο 281 και υποστηρίζει ότι η ύπαρξη ηπιότερων μέσων αποδυναμώνει τον εργοδοτικό ισχυρισμό περί αναγκαιότητας της απόλυσης.

4. Άρειος Πάγος 439/2022
- Σχετικότητα: Οι εργαζόμενοι είχαν ήδη δικαιωθεί δικαστικά για προηγούμενες άκυρες απολύσεις και ο εργοδότης τους πίεζε να παραιτηθούν από μισθούς υπερημερίας πριν προβεί σε νέες καταγγελίες.
- Κρίση: Οι νέες καταγγελίες της 24.2.2015 κρίθηκαν καταχρηστικές και άκυρες.
- Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη όταν η απόλυση αποτελεί μέσο πίεσης για παραίτηση από αξιώσεις ή για κάμψη της δικαστικής στάσης του εργαζομένου. Ενισχύει ευθέως το επιχείρημα που θέτετε περί «τυπικά βάσιμης απόλυσης που αποτελεί μέσο πίεσης εργαζομένου».

5. Άρειος Πάγος 987/2013
- Σχετικότητα: Ο εργαζόμενος διεκδίκησε ένταξη σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και απολύθηκε χωρίς αιτιολογία ή προειδοποίηση.
- Κρίση: Η απόλυση της 14-1-2008 κρίθηκε άκυρη ως εκδικητική. Αναγνωρίστηκαν μισθοί υπερημερίας για το διάστημα 14-1-2008 έως 10-4-2009. Το ημερομίσθιο ήταν 29,68 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ενισχύει το επιχείρημα ότι η νόμιμη διεκδίκηση οικονομικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει αφορμή απόλυσης. Χρήσιμη για σύνδεση με ΑΚ Άρθρο 281 και αναλογικά με ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 περ. β.

6. Άρειος Πάγος 868/2018
- Σχετικότητα: Ο εργαζόμενος διαμαρτυρήθηκε για την προστασία της υγείας του και προκάλεσε έλεγχο από ΚΕΠΕΚ· ακολούθησε απόλυση με προσχηματικές αιτιάσεις.
- Κρίση: Η καταγγελία της 20.3.2009 κρίθηκε καταχρηστική και άκυρη. Οι μηνιαίες αποδοχές αναφέρονται σε 948,72 ευρώ και αργότερα 1.709,98 ευρώ.
- Εφαρμογή: Χρήσιμη όταν η απόλυση ακολουθεί νόμιμη διαμαρτυρία για όρους υγείας και ασφάλειας. Ενισχύει τη λογική των αντιποίνων και μπορεί να αξιοποιηθεί αναλογικά και σε περιπτώσεις του ΕΚ Άρθρο 66, όπου η δυσμενής μεταχείριση συνδέεται με άσκηση προστατευόμενου δικαιώματος.

7. Άρειος Πάγος 382/2012
- Σχετικότητα: Η απόλυση συνέπεσε με έντονη συνδικαλιστική δράση και έγινε δύο ημέρες πριν από εκλογές του συλλόγου.
- Κρίση: Κρίθηκε άκυρη η καταγγελία της 03.11.2005. Επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας 19.792,64 ευρώ για το διάστημα 04.11.2005–31.12.2006.
- Εφαρμογή: Ισχυρό προηγούμενο ότι αρκεί η συνδικαλιστική δράση να συνετέλεσε στην απόφαση απόλυσης. Ενισχύει τόσο το ΑΚ Άρθρο 281 όσο και, αναλογικά, τη σημερινή ειδική προστασία του ΕΚ Άρθρο 350.


Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

1. Άρειος Πάγος 1305/2024
- Ο αντίδικος θα την επικαλεστεί για να υποστηρίξει ότι η απόλυση δεν είναι καταχρηστική όταν αποδεικνύονται συγκεκριμένα περιστατικά πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων, έλλειψης συνεργασίας και κλονισμού εμπιστοσύνης.
- Στην απόφαση υπήρχαν συγκεκριμένα περιστατικά: μη τήρηση προδιαγραφών, καθυστέρηση παραγγελίας, παράπονα πελατών, παρεμβάσεις σε άλλο τμήμα, απόρριψη εγγράφων, προηγούμενες συστάσεις.
- Αντίκρουση: Αν στη δική σας υπόθεση δεν υπάρχουν τέτοια συγκεκριμένα, διαχρονικά και τεκμηριωμένα περιστατικά, η 1305/2024 διαφοροποιείται ουσιωδώς. Η ίδια απόφαση επιβεβαιώνει ότι απαιτούνται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και όχι γενικές αιτιάσεις.

2. Άρειος Πάγος 1070/2020
- Ο αντίδικος θα την επικαλεστεί για να υποστηρίξει ότι η απλή χρονική ακολουθία «διαμαρτυρία – απόλυση» δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει εκδικητικό σκοπό.
- Αντίκρουση: Η απόφαση αυτή δεν αποκλείει την καταχρηστικότητα· απαιτεί όμως ειδικά περιστατικά που να συνδέουν τη διαμαρτυρία με την απόλυση. Άρα, αν υπάρχουν απειλές, πιέσεις, δυσμενείς μετακινήσεις, προσχηματικοί λόγοι, ταυτόχρονες απολύσεις όσων διαμαρτυρήθηκαν ή έλλειψη προηγούμενων παραπόνων, η υπόθεση διαφοροποιείται και προσεγγίζει τις 244/2025, 1151/2023, 439/2022, 539/2018, 382/2012.


3. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Κεντρικός ισχυρισμός ακυρότητας
Να προβληθεί ότι η καταγγελία, έστω και αν τηρήθηκε τυπικά, είναι άκυρη ως καταχρηστική κατά ΑΚ Άρθρο 281, διότι δεν εξυπηρέτησε τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος καταγγελίας αλλά χρησιμοποιήθηκε ως εκδικητικό αντίμετρο ή μέσο πίεσης κατά του εργαζομένου.
Στήριξη: Άρειος Πάγος 244/2025, 1151/2023, 439/2022, 539/2018, 987/2013.

2. Σύνδεση με άσκηση νόμιμου δικαιώματος
Αν ο εργαζόμενος είχε προηγουμένως διαμαρτυρηθεί, προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας, διεκδικήσει δεδουλευμένα, αρνηθεί παράνομη πρακτική ή ασκήσει συνδικαλιστική δράση, να τονιστεί ότι η απόλυση έγινε ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, στοιχείο που σήμερα αποτυπώνεται και στο ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 περ. β.
Στήριξη: 1151/2023, 1672/2018, 987/2013, 539/2018, 868/2018.

3. Ειδική επίκληση αντιποίνων
Αν τα πραγματικά περιστατικά αφορούν βία και παρενόχληση, να προβληθεί σωρευτικά το ΕΚ Άρθρο 66, κατά το οποίο απαγορεύεται και είναι άκυρη η καταγγελία που συνιστά εκδικητική συμπεριφορά ή αντίμετρο για περιστατικό βίας και παρενόχλησης.
Εδώ οι διαθέσιμες αποφάσεις δεν εφαρμόζουν ευθέως το άρθρο αυτό, αλλά η νομολογία περί εκδικητικής απόλυσης κατά ΑΚ Άρθρο 281 μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναλογικά για την απόδειξη του εκδικητικού χαρακτήρα.

4. Βάρος απόδειξης
Να αξιοποιηθεί το ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 3: αρκεί ο εργαζόμενος να αποδείξει πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για απαγορευμένο λόγο, οπότε ο εργοδότης φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον λόγο αυτό.
Πρακτικά, πρέπει να αναδειχθούν:
- χρονική εγγύτητα διαμαρτυρίας και απόλυσης,
- απειλές ή πιέσεις,
- δυσμενείς μεταβολές πριν την απόλυση,
- έλλειψη προηγούμενων παραπόνων,
- προσχηματικότητα των εργοδοτικών λόγων,
- διαφορετική μεταχείριση άλλων εργαζομένων.

5. Μισθοί υπερημερίας
Εφόσον η καταγγελία είναι άκυρη, ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας κατά ΑΚ Άρθρο 656 και ΕΚ Άρθρο 9.
Στήριξη: 987/2013, 382/2012, 868/2018, 1151/2023.
Προσοχή όμως σε ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μισθών υπερημερίας:
- απορρίφθηκαν όταν δεν αποδείχθηκε κακόβουλη αποφυγή εργασίας στις 244/2025, 868/2018, 793/2025
- έγιναν δεκτές υπό ειδικές περιστάσεις στη 97/2025.

6. Νομιμοποίηση σωματείου ή ένωσης
Αν επιδιώκεται παρέμβαση ή προσφυγή από σωματείο/ένωση, να εξεταστεί το ΕΚ Άρθρο 67, με απαραίτητη γραπτή συναίνεση του θιγόμενου προσώπου.


4. Νομολογιακή Ισχύς

Παγία

Υπάρχει ισχυρή και επαναλαμβανόμενη νομολογία του Αρείου Πάγου ότι η απόλυση είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από εμπάθεια, εκδίκηση ή αντίποινα λόγω νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου. Αυτό προκύπτει ιδίως από τις 244/2025, 439/2022, 987/2013, 1151/2023, 539/2018, 382/2012, 868/2018, 671/2018.

Η μόνη ουσιαστική επιφύλαξη της νομολογίας δεν αφορά την αρχή, αλλά την αποδεικτική πληρότητα: οι 1672/2018 και 1070/2020 δείχνουν ότι δεν αρκούν γενικές αναφορές σε «εκδικητικότητα», αλλά απαιτούνται συγκεκριμένα περιστατικά.


5. Πρακτικές Συστάσεις

1. Θεμελιώστε με ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά
Μην αρκεστείτε σε γενικό ισχυρισμό περί «εκδικητικής απόλυσης». Περιγράψτε:
- ποιο δικαίωμα άσκησε ο εργαζόμενος,
- πότε το άσκησε,
- ποια ήταν η αντίδραση του εργοδότη,
- πότε επήλθε η απόλυση,
- γιατί οι προβαλλόμενοι λόγοι είναι προσχηματικοί.

2. Επικαλεστείτε πρώτα τις ισχυρότερες αποφάσεις
Για «μέσο πίεσης» και αντίποινα: Άρειος Πάγος 439/2022, 539/2018, 1151/2023.
Για συνδικαλιστική δράση: Άρειος Πάγος 244/2025, 382/2012.
Για διεκδίκηση οικονομικών δικαιωμάτων: Άρειος Πάγος 987/2013, 1151/2023, 671/2018.
Για υγεία/ασφάλεια: Άρειος Πάγος 868/2018.

3. Συνδυάστε γενική και ειδική βάση
- Γενική βάση: ΑΚ Άρθρο 281
- Ειδική βάση, αν συντρέχει: ΕΚ Άρθρο 66 και ΕΚ Άρθρο 350
- Δικονομική/συλλογική υποστήριξη: ΕΚ Άρθρο 67

4. Ζητήστε έγκαιρα τα κατάλληλα αιτήματα
Αν επιδιώκεται αναγνώριση ακυρότητας και μισθοί υπερημερίας, τηρήστε την προθεσμία του ΕΚ Άρθρο 351 παρ. 1.
Αν η υπόθεση υπάγεται στο ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 1 και 2, εξετάστε και το ενδεχόμενο αίτησης για πρόσθετη αποζημίωση κατά ΕΚ Άρθρο 350 παρ. 4-6, με προσοχή στη μη απαράδεκτη σώρευση.

5. Προετοιμαστείτε για την άμυνα του εργοδότη
Ο εργοδότης θα επιχειρήσει να εμφανίσει:
- πλημμελή απόδοση,
- κλονισμό εμπιστοσύνης,
- οργανωτικούς λόγους.
Αντικρούστε με τη λογική της 1305/2024: αν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα, επαναλαμβανόμενα και τεκμηριωμένα περιστατικά, ο ισχυρισμός δεν αρκεί.

6. Για μισθούς υπερημερίας
Προσέξτε να αποκρούσετε τυχόν ένσταση ότι ο εργαζόμενος παρέμεινε ηθελημένα άνεργος. Οι 244/2025, 868/2018, 793/2025 είναι ευνοϊκές, ενώ η 97/2025 δείχνει πότε η αξίωση μπορεί να κριθεί καταχρηστική.


Συμπέρασμα:
Με βάση το διαθέσιμο υλικό, η θέση ότι μια τυπικά έγκυρη απόλυση είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης, αντίποινο ή εκδικητική αντίδραση σε νόμιμη συμπεριφορά του εργαζομένου, υποστηρίζεται ισχυρά από πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου και ερείδεται πρωτίστως στο ΑΚ Άρθρο 281, ενώ σε ειδικές περιπτώσεις ενισχύεται από τα ΕΚ Άρθρο 66 και ΕΚ Άρθρο 350. Το ΕΚ Άρθρο 67 είναι χρήσιμο όχι για το κύρος της απόλυσης, αλλά για τη διαδικαστική υποστήριξη της υπόθεσης από σωματείο ή άλλο νομικό πρόσωπο.

Αν θέλετε, μπορώ στο επόμενο βήμα να σας δώσω έτοιμο σχέδιο νομικής επιχειρηματολογίας/σκελετό αγωγής ή προτάσεων αποκλειστικά με βάση τις παραπάνω πηγές.

ΑΚ Άρθρο 281
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 95.6%
ΑΚ Άρθρο 281: Κατάχρηση δικαιώματος Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
ΕΚ Άρθρο 66
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 93.9%
ΕΚ Άρθρο 66: Απαγόρευση αντιποίνων Απαγορεύεται και είναι άκυρη η καταγγελία ή η με οποιονδήποτε τρόπο λύση της έννομης σχέσης στην οποία στηρίζεται η απασχόληση, καθώς και κάθε άλλη δυσμενής μεταχείριση προσώπου του άρθρου 59, εφόσον συνιστά εκδικητική συμπεριφορά ή αντίμετρο, κατά την έννοια του άρθρου 44, για περιστατικό βίας και παρενόχλησης του άρθρου 60.
ΕΚ Άρθρο 67
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 100.0%
ΕΚ Άρθρο 67: Προσφυγή από νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων Όταν νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, συμπεριλαμβανομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, δικαιολογούν σχετικό έννομο συμφέρον και διαθέτουν γραπτή συναίνεση του θιγόμενου προσώπου του άρθρου 59 από παραβάσεις του παρόντος Τμήματος, εφαρμόζεται η πα ρ. 2 του άρθρου 52. Ο θιγόμενος μπορεί σε κάθε περίπτωση να παρέμβει ή και να ματαιώσει τη διαδικασία.
ΕΚ Άρθρο 350
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 97.4%
ΕΚ Άρθρο 350: Προστασία από τις απολύσεις 1. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) Οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση: γα) που οφείλεται σε διάκριση για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 16 ως αντίμετρο σε καταγγελία ή αίτημα παροχής έννομης προστασίας, για τη διασφάλιση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 25, γβ) που οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 66, γγ) των εγκύων και τεκουσών γυναικών, όπως και του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 291, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, γδ) ως αντίδραση στο αίτημα ή τη λήψη οποιασδήποτε άδειας που προβλέπεται στα άρθρα 227 έως 253 σύμφωνα με το άρθρο 250, ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 234, γε) κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 226, γστ) των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με το Τμήμα ΙΙ του Μέρους Γ ’ του Πρώτου Βιβλίου, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 92, γζ) των στρατευμένων, σύμφωνα με το άρθρο 320, γη) των μετεκπαιδευομένων εργαζομένων σε τουριστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 1077/1980 (Α’ 225), γθ) που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 357, γι) των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 381, καθώς και των μελών των συμβουλίων εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 433, όπως και των μελών της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και των εκπροσώπων των εργαζομένων που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση της παρ. 3 του άρθρου 458, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 466, κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 381, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, για) που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 381, γιβ) λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 113, γιγ) των εργαζομένων που αρνούνται τη διευθέτηση που έχει συμφωνηθεί συλλογικά και η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 και την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 202, καθώς και των εργαζομένων που δεν συναίνεσαν σε διευθέτηση του χρόνου εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 202, αν και τους ζητήθηκε από τον εργοδότη, γιδ) των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα αποσύνδεσης της παρ. 10 του άρθρου 130. 2. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημέ νης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη απαγορεύεται και είναι άκυρη καθώς και οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο μέτρο που χρησιμοποιείται αντί καταγγελίας απαγορεύεται και είναι άκυρο, εφόσον γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομέ νου, που προκύπτει από τα άρθρα 2, 70 έως 80, 190 και 189. Οι εργαζόμενοι που θεωρούν ό τι η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδό τη γίνεται για τον λ ό γο αυτό ν δύνανται να αιτηθούν τη γνωστοποίηση των λ ό γων της απόλυσης από τον εργοδότη τους. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης υποχρεούται να απαντήσει εγγράφως και τεκμηριωμέ να. 3. Αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους των παρ. 1 και 2, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. 4. Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους των παρ. 1 και 2, το δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη. 5. Ο εργαζόμενος που επικαλείται ελάττωμα της καταγγελίας κατά τις παρ. 1 και 2 δικαιούται να ζητήσει, αντί για την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των συνεπειών της ακυρότητας, την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης της παρ. 4. 6. Σε αγωγή που περιέχει αίτημα για πρόσθετη αποζημίωση της παρ. 4 κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος της παρ . 5, δεν μπορεί να σωρεύεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, εφόσον τα δύο αιτήματα στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική βάση. Σώρευση των δύο αιτημάτων κατά παράβαση του προηγούμενου εδαφίου, ακόμη και επικουρική, οδηγεί στην απόρριψη αμφοτέρων ως απαράδεκτων.
ΕΚ Άρθρο 250
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 96.2%
ΕΚ Άρθρο 250: Προστασία από την απόλυση και βάρος απόδειξης 1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εργαζομένου, επειδή ζήτησε ή έλαβε άδεια ή ευέλικτη ρύθμιση ή επειδή άσκησε δικαίωμα που προβλέπεται στα άρθρα 227 έως 253. 2. Σε περίπτωση απόλυσης εργαζομένου, ο οποίος ζήτησε ή έλαβε άδεια ή ευέλικτη ρύθμιση που προβλέπεται στο παρόν Κεφάλαιο, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί τους λόγους της απόλυσης εγγράφως. Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής του εργοδότη συνι - στά μαχητό τεκμήριο, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα κατά παράβαση της παρ. 1. 3. Αν εργαζόμενος που θεωρεί ότι απολύθηκε κατά παράβαση της παρ. 1, τεκμηριώνει ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση, ότι απολύθηκε γιατί ζήτησε ή έλαβε άδεια ή διευκόλυνση του παρόντος Κεφαλαίου, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει, ότι η απόλυση έγινε για άλλους λόγους. Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει στην ποινική δίκη.
ΕΚ Άρθρο 109
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 94.2%
ΕΚ Άρθρο 109: Συνέπειες παραβάσεων 1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 107 και 108 είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέστηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 107 και 108 τιμωρείται με φυλάκιση ή χρηματική ποινή (άρθρο 5 του ν. 1338/1983 - Α ’ 36, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 1440/1984 - Α ’ 70). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα.
ΕΚ Άρθρο 336
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 93.5%
ΕΚ Άρθρο 336: Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρό νου χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση από λυσης Η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της μπορεί να καταγγελθε ί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση από λυσης, εκτός ανά λλο συμφωνήσουν τα μέ ρη. Αν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν δοκιμαστική περίοδο του άρθρου 2 και πληρούνται οι όροι της παρ. 2 του άρθρου αυτού , το χρονικό διάστημα της δοκιμαστικής περιόδου προσμετράται στον χρό νο των δώδεκα (12) μηνών του πρώτου εδαφίου του παρό ντος άρθρου.
ΕΚ Άρθρο 341
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 93.1%
ΕΚ Άρθρο 341: Συνέπειες μη τήρησης προϋποθέσεων καταγγελίας 1. Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον e-Ε.Φ.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Η καθυστέρηση δόσης της αποζημίωσης από τις κατά το άρθρο 337 οφειλόμενες και η μη καταχώρηση κατά τα ανωτέρω του εργαζομένου στα μισθολόγια του e-Ε.Φ.Κ.Α. ή η μη ασφάλισή του συνεπάγονται την ακυρότητα της καταγγελίας και ο διαδραμών χρόνος θεωρείται ως χρόνος συνέχισης της εργασίας του. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή του συνόλου των εργοδοτικών εισφορών προς τον e-Ε.Φ.Κ.Α. και τους λοιπούς ασφαλιστικούς οργανισμούς, χωρίς να δικαιούται να αναζητήσει την αποζη- μίωση που κατέβαλε. Αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της καταγγελίας τακτικές αποδοχές, ο δε υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλει στον e-Ε.Φ.Κ.Α. ή άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς τις αναλογούσες σε αυτόν εργατικές εισφορές. 2. Εάν κατά την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 και με εξαίρεση την καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως, το κύρος της καταγγελίας ισχυροποιείται, εφόσον ο εργοδότης καλύψει την τυπική παράλειψη εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την επίδοση της σχετικής αγωγής ή από την υποβολή αιτήματος επίλυσης εργατικής διαφοράς. Στην περίπτωση που η πλήρωση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων γίνει μετά την ως άνω προθεσμία, η πλήρωση αυτή λογίζεται ως νέα καταγγελία και η προηγούμενη ως ανυπόστατη. Όταν το ποσό της αποζημίωσης υπολείπεται του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης, λόγω προφανούς σφάλματος ή εύλογης αμφιβολίας ως προς τη βάση υπολογισμού αυτής, δεν αναγνωρίζεται η ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά διατάσσεται η συμπλήρωση της αποζημίωσης καταγγελίας.
ΕΚ Άρθρο 344
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 92.5%
ΕΚ Άρθρο 344: Εγγυήσεις εφαρμογής αναγκαστικών διατάξεων για την καταγγελία 1. Είναι άκυρη οποιαδήποτε σύμβαση αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος Τμήματος, εκτός εάν είναι ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο. Το ίδιο ισχύει και για τα έθιμα. 2. Η αληθής έννοια της προηγούμενης παραγράφου είναι ότι οποιαδήποτε σύμβαση, η οποία συνάπτεται πριν ή μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι αυτοδίκαια άκυρη, εκτός εάν αυτή περιέχει αναγνώριση ή εξόφληση ειδικά των αξιώσεων του εργαζομένου που απορρέουν από το Κεφάλαιο αυτό ή εάν είναι ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο. 3. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού εφαρμόζονται επίσης και στις συμβάσεις εργασίας με ορισμένη διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς της δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για την υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας. 4. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, όπως κι αν επέλθει, κατ’ ουδένα τρόπο επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του εργαζομένου διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου.
ΑΚ Άρθρο 766
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 92.2%
ΑΚ Άρθρο 766: Λύση με καταγγελία Η εταιρία που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο λύνεται με καταγγελία πριν περάσει ο χρόνος αυτός, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Αντίθετη συμφωνία, που περιορίζει με προθεσμία ή με άλλον τρόπο το δικαίωμα αυτό της καταγγελίας, είναι άκυρη.
ΕΚ Άρθρο 331
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 92.0%
ΕΚ Άρθρο 331: Καταγγελία με προειδοποίηση από τον εργοδότη Η καταγγελία σύμβασης εργασίας εργαζομένου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησής της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους: α) Για εργαζομένους που έχουν υπηρετήσει από δώδεκα (12) συμπληρωμένους μήνες έως δύο (2) έτη, απαιτείται προειδοποίηση ενός (1) μηνός πριν την απόλυση. β) Για εργαζομένους που έχουν υπηρετήσει από δύο (2) έτη συμπληρωμένα έως πέντε (5) έτη, απαιτείται προειδοποίηση δύο (2) μηνών πριν την απόλυση. γ) Για εργαζομένους που έχουν υπηρετήσει από πέντε (5) έτη συμπληρωμένα έως δέκα (10) έτη απαιτείται προειδοποίηση τριών (3) μηνών πριν την απόλυση. δ) Για εργαζομένους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση.
ΕΚ Άρθρο 323
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.9%
ΕΚ Άρθρο 323: Λήξη της σύμβασης Η σύμβαση εργασίας παύει αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε. Σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της δεν ορίστηκε ούτε και συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, λύνεται ύστερα από καταγγελία καθενός από τα μέρη. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο ή στη σύμβαση, η καταγγελία πρέπει να γίνει πριν από δεκαπέντε ημέρες και επιφέρει τη λύση μετά την παρέλευση αυτής της προθεσμίας. Δεν μπορεί να συμφωνηθεί υπέρ του εργοδότη προθεσμία συντομότερη από τη νόμιμη.
ΑΚ Άρθρο 669
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.3%
ΑΚ Άρθρο 669: Λήξη της σύμβασης Η σύμβαση εργασίας παύει αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε. Σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της δεν ορίστηκε ούτε συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, λύνεται ύστερα από καταγγελία καθενός από τα μέρη. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο ή στη σύμβαση, η καταγγελία πρέπει να γίνει πριν από δεκαπέντε ημέρες και επιφέρει τη λύση μετά τη παρέλευση αυτής της προθεσμίας. Δεν μπορεί να συμφωνηθεί υπέρ του εργοδότη προθεσμία συντομότερη από τη νόμιμη.
ΚΠολΔ Άρθρο 621
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 621: 1. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 614 αριθμ. 3 μπορεί να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου ο εργαζόμενος παρέχει ή, σε περίπτωση λύσης της σχέσης, παρείχε την εργασία του κατά τον αμέσως πριν από τη λήξη χρόνο. 2. Στις διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορούν να εναγάγουν ή να εναχθούν μαζί περισσότεροι εργαζόμενοι και όταν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους προέρχονται μόνο από την ίδια νομική αιτία. Στις διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος στη συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. «3. Η συζήτηση των αγωγών και των τακτικών ένδικων μέσων επί των διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και καθυστερούμενους μισθούς προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή τους. Αν αναβληθεί η συζήτηση, αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση της αγωγής ή του τακτικού ένδικου μέσου.».
ΕΚ Άρθρο 332
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.9%
ΕΚ Άρθρο 332: Απαλλαγή από την υποχρέωση παροχής εργασίας μετά την προειδοποίηση καταγγελίας 1. Με την κοινοποίηση της καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με προειδοποίηση, ο εργοδότης δύναται να απαλλάξει τον εργαζόμενο από την υποχρέωση παροχής της εργασίας του, μερικώς ή πλήρως. Στην περίπτωση αυτήν, οι αποδοχές του εργαζομένου καταβάλλονται πλήρως μέχρι την εκπνοή του χρόνου προειδοποίησης και ο εργοδότης δεν καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας. 2. Εάν ο εργοδότης ασκήσει το δικαίωμα της παρ. 1, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να αναλάβει εργασία σε διαφορετικό εργοδότη κατά το χρονικό διάστημα της προειδοποίησης, χωρίς να επηρεάζονται τα αποτελέσματα της καταγγελίας και το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης.
ΕΚ Άρθρο 300
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.7%
ΕΚ Άρθρο 300: Απαγόρευση απόλυσης Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες κατά την έννοια του άρθρου 294, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι: α) Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 294, σύμφωνα με το άρθρο 291. β) Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 291, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιθεώρησης Εργασίας.
ΕΚ Άρθρο 98
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.4%
ΕΚ Άρθρο 98: Κανόνες προστασίας εργαζομένων και αποφυγής καταστρατηγήσεων σε βάρος τους 1. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβα - ση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης. 2. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του. Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών. 3. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στις παρ. 1 και 2, και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. «Διαδοχικές» θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων, για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου «ίδιου εργοδότη» περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου.
ΕΚ Άρθρο 2
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.3%
ΕΚ Άρθρο 2: Δοκιμαστική περίοδος - Δόκιμος εργαζόμενος 1. Ο εργοδότης δύναται, κατά τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, να συμφωνήσει με τον εργαζόμενο δοκιμαστική περίοδο χρονικού διαστήματος έως έξι (6) μηνών, κατά τη διάρκεια της οποίας η σύμβαση ή η σχέση εργασίας τελεί υπό δοκιμή. 2. Αν, κατά τη διάρκεια ή με το πέρας του χρονικού διαστήματος της παρ. 1, ο εργοδότης κρίνει ότι η δοκιμαστική υπηρεσία του εργαζομένου είναι επιτυχής και διατηρήσει αυτόν στην επιχείρησή του, ως χρόνος έναρξης της σύμβασης λογίζεται η αρχική ημερομηνία πρόσληψης του εργαζομένου για όλα τα δικαιώματά του που στηρίζονται στην απασχόλησή του. 3. Αν, κατά τη διάρκεια ή με το πέρας του χρονικού διαστήματος της παρ. 1, ο εργοδότης κρίνει ότι η δοκι - μαστική υπηρεσία του εργαζομένου δεν είναι επιτυχής, η σύμβαση υπό δοκιμή λύεται αυτοδικαίως και ο διανυθείς χρόνος λογίζεται ως χρόνος εργασίας για όλα τα δικαιώματα που παρήχθησαν μέχρι το σημείο της λύσης της. 4. Σε περίπτωση σύμβασης εξαρτημέ νης εργασίας ορισμέ νου χρό νου, η δοκιμαστική περίοδος που συμφωνείται είναι ανάλογη του συνολικού χρόνου που προβλέπεται στη σύμβαση και, σε κάθε περί πτωση, δεν μπορε ίνα υπερβαίνει το ένα τέταρτο (1/4) της συνολικής περιόδου απασχό λησης, με ανώτατο όριο τους έξι (6) μή νες. Αν ανανεωθεί η σύμβαση για την ίδια θέση και τα ίδια καθήκοντα, δεν επιτρέπεται πρόβλεψη για νέα δοκιμαστική περίοδο. 5. Αν η σχέση εργασίας ανασταλεί για οποιονδήποτε λό γο κατά τη διάρκεια της δοκιμαστική ς περιό δου, παρατείνεται αναλόγως η διάρκεια της δοκιμαστική ς περιό δου. 6. Σε κάθε περίπτωση και κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου, εφαρμόζονται ό λες οι προστατευτικές για τον εργαζόμενο διατάξεις που συνδέονται με τη σύμβαση ή σχέση εξαρτημέ νης εργασίας του, ιδίως τα άρθρα 169 έως 186 και η παρ. 1 του ά ρθρου 350 του παρόντος Κώδικα.
ΕΚ Άρθρο 346
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.2%
ΕΚ Άρθρο 346: Μετατροπή σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου κατά την καταγγελία Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία περιλαμβάνει όρο για πρόωρη καταγγελία της με εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ως προς την αποζημίωση απόλυσης για τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατά την καταγγελία.
ΕΚ Άρθρο 345
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.2%
ΕΚ Άρθρο 345: Κατάργηση ρητρών μονιμότητας 1. Συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65) ή με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 (Α’ 101). 2. Διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 ή με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990.
ΕΚ Άρθρο 333
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.1%
ΕΚ Άρθρο 333: Αποζημίωση καταγγελίας χωρίς προειδοποίηση από τον εργοδότη 1. Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο εργαζόμενο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου, ως εξής: ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΕΡΓ ΑΖΟΜΕΝΩΝ Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη Ποσό αποζημίωσης 1 έτος συμπληρωμένο έως 4 έτη 2 μηνών αποζημίωση 4 έτη συμπληρωμένα έως 6 έτη 3 μηνών αποζημίωση 6 έτη συμπληρωμένα έως 8 έτη 4 μηνών αποζημίωση 8 έτη συμπληρωμένα έως 10 έτη 5 μηνών αποζημίωση 10 έτη συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση 11 έτη συμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση 12 έτη συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση 13 έτη συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση 14 έτη συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση 15 έτη συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση 16 έτη συμπληρωμένα και άνω 12 μηνών αποζημίωση Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 338 εξακολουθεί να ισχύει. 2. Ως τακτικές αποδοχές του εργαζομένου θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον δίδεται αντί μισθού, όπως παροχές σε είδος, προμήθειες κ.λπ. . Ποσοστά επί κερδών ή εισπράξεων ή συμμετοχή άλλης φύσης στην επιχείρηση, εφόσον χορηγούνται ανεξάρτητα από την κανονική αμοιβή της εργασίας, δεν θεωρούνται τακτικές αποδοχές, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή έθιμο. 3. Για εργαζομένους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στις 12 Νοεμβρίου 2012 στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των δεκαεπτά (17) ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης, οποτεδήποτε κι αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία: Για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 1 μηνός αποζημίωση Για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 2 μηνών αποζημίωση Για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 3 μηνών αποζημίωση Για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 4 μηνών αποζημίωση Για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 5 μηνών αποζημίωση Για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση Για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση Για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση Για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση Για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση Για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση Για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω 12 μηνών αποζημίωση Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: i) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο εργαζόμενος στις 12 Νοεμβρίου 2012 ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του, και ii) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 335, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 338. 4. Από τις 12 Νοεμβρίου 2012 οποιαδήποτε διάταξη ευνοϊκότερη των παρ. 1 και 3 προσαρμόζεται στα προβλεπόμενα από αυτές όρια.
ΕΚ Άρθρο 281
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.1%
ΕΚ Άρθρο 281: Διοικητικές Κυρώσεις Για κάθε παράβαση των άρθρων 258 και 259 και της παρ. 3 του άρθρου 270, του άρθρου 272 και της παρ. 7 του άρθρου 273, επιβάλλεται στον εργοδότη, ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων, πρόστιμο σύμφωνα με τις παρ. 1 στοιχείο Α και 3 του άρθρου 572 και τις υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των παρ. 5 και 8 του ίδιου άρθρου, με αιτιολογημένη πράξη κατά τις κείμενες διατάξεις είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης της Επιθεώρησης Εργασίας, μετά από σχετική εισήγηση του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας.
ΕΚ Άρθρο 1
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.1%
ΕΚ Άρθρο 1: Σύμβαση εργασίας Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλλει το συμφωνημένο μισθό. Σύμβαση εργασίας υπάρχει και όταν ο μισθός υπολογίζεται κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ’ αποκοπή, αρκεί ο εργαζόμενος να προσλαμβάνεται ή να απασχολείται για ορισμένο ή για αόριστο χρόνο.
ΕΚ Άρθρο 348
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.8%
ΕΚ Άρθρο 348: Καταγγελία της σύμβασης από τον εργαζόμενο Ο εργαζόμενος που προτίθεται να λύσει τη σύμβαση εργασίας με τον εργοδότη οφείλει επίσης να καταγγείλει αυτήν προ χρόνου ίσου με το ήμισυ εκείνου που ορίζεται στο άρθρο 331 για τον εργοδότη. Ο χρόνος αυτός δεν θα υπερβαίνει όμως σε καμία περίπτωση τους τρεις μήνες, ούτε η αποζημίωση, σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης για καταγγελία, το ποσό που αντιστοιχεί σε τρεις μήνες, σύμφωνα με το άρθρο 333.
ΕΚ Άρθρο 342
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.7%
ΕΚ Άρθρο 342: Καταγγελία κατόπιν υποβολής μήνυσης ή απαγγελίας κατηγορίας 1. Ο εργοδότης δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς την τήρηση κάποιας προθεσμίας, εάν έχει υποβληθεί εναντίον του εργαζομένου μήνυση για αξιόποινη πράξη που διαπράχθηκε στην ενάσκηση της εργασίας του ή απαγγέλθηκε εναντίον του κατηγορία για αδίκημα εν γένει, το οποίο έχει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. 2. Αν ο εργαζόμενος απαλλαγεί με βούλευμα ή δικαστική απόφαση από τις ως άνω κατηγορίες, δικαιούται να ζητήσει την αποζημίωση του άρθρου 333.
ΕΚ Άρθρο 351
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.7%
ΕΚ Άρθρο 351: Αποσβεστικές προθεσμίες 1. Κάθε αξίωση του εργαζομένου που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο σε καταγγελίες σχέσεων εξαρτημένης εργασίας. 2. Κάθε αξίωση του εργαζομένου για την καταβολή ή τη συμπλήρωση της αποζημίωσης που προβλέπεται στα άρθρα του Κεφαλαίου Α ’ του Τμήματος αυτού είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή. 3. Η λήψη από την πλευρά του εργαζομένου της αποζημίωσης που καταβάλλει σε εκείνον ο εργοδότης, ακόμη και αν έγινε χωρίς επιφύλαξη, δεν αποτελεί παραίτηση αυτού από την αξίωση που τυχόν έχει για μεγαλύτερη αποζημίωση.
ΕΚ Άρθρο 330
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.7%
ΕΚ Άρθρο 330: Αναγγελία λύσης της σύμβασης εργασίας 1. Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, με ηλεκτρονική υποβολή των σχετικών δηλώσεων που προβλέπονται στην υπό στοιχεία 40331/Δ1.13521/13.9.2019 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων «Επανακαθορισμός όρων ηλεκτρονικής υποβολής εντύπων αρμοδιότητας Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) και Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)» (Β’ 3520) στο Π.Σ. ΕΡΓ ΑΝΗ ΙΙ, κάθε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης εργαζομένου ή αυτοδίκαιης λύσης της δοκιμαστικής περιόδου ή συναινετικής λύσης της σύμβασης εργασίας, όπως εθελουσία έξοδος, ή καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα αποχώρησης του εργαζομένου ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου ή κάθε άλλης περίπτωσης λύσης ή λήξης της σύμβασης εργασίας. 2. Η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζομένου συνοδεύεται υποχρεωτικά από ηλεκτρονικά σαρωμένο έντυπο υπογεγραμμένο ιδιοχείρως από τον εργαζόμενο ή από έγγραφο που φέρει ηλεκτρονική υπογραφή του ή έγγραφο ψηφιακά βεβαιωμένο μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr ΕΨΠ), σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 4727/2020 (Α’ 184), περί της έκδοσης εγγράφων μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης. 3. Η αδικαιολόγητη (αυθαίρετη) αποχή του εργαζομένου από την εργασία για διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) συναπτών εργάσιμων ημερών μπορεί να θεωρηθεί ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του, υπό την προϋπόθεση ότι έχει παρέλθει επιπλέον χρονικό διάστημα δύο (2) συναπτών εργάσιμων ημερών από την υποχρεωτική όχλησή του από τον εργοδότη του, η οποία α) δηλώνεται υπεύθυνα στο Π.Σ. ΕΡΓ ΑΝΗ ΙΙ και β) αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο γραπτό τρόπο. Ο εργαζόμενος λαμβάνει αυτόματα ειδοποίηση της δήλωσης του εργοδότη περί όχλησης και μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής «MyErgani». Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης υποχρεούται, εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από τη λήξη του διαστήματος του πρώτου εδαφίου, να αναγγείλει την οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου στο Π.Σ. ΕΡΓ ΑΝΗ ΙΙ, χωρίς να απαιτείται η υπογραφή του εργαζομένου. 4. Αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη. 5. Οι παρ. 2, 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση επίσχεσης εργασίας. 6. Σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης, ο εργαζόμενος δύναται να υποβάλει ο ίδιος την αναγγελία της παρ. 1. Ο εργοδότης λαμβάνει ειδοποίηση αυτόματα μέσω του Π.Σ. ΕΡΓ ΑΝΗ ΙΙ για την υποβολή της δήλωσης εκ μέρους του εργαζομένου.
ΕΚ Άρθρο 59
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.5%
ΕΚ Άρθρο 59: Πεδίο εφαρμογής 1. Στο παρόν Τμήμα εμπίπτουν εργαζόμενοι και απασχολούμενοι στον ιδιωτικό τομέα, ανεξάρτητα από το συμβατικό τους καθεστώς, συμπεριλαμβανομένων των απασχολουμένων με σύμβαση έργου, ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έμμισθης εντολής, των απασχολουμένων μέσω τρίτων παρόχων υπηρεσιών, καθώς και άτομα που παρακολουθούν κατάρτιση, συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων και των μαθητευόμενων, εθελοντές, εργαζόμενοι των οποίων η σχέση εργασίας έχει λήξει, καθώς και άτομα που αιτούνται εργασία και εργαζόμενοι στην άτυπη οικονομία. 2. Ως προς τους εργαζομένους και απασχολουμένους της παρ. 1 στον δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στο άρθρο 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), ανεξάρτητα από το καθεστώς τους, εφαρμόζονται τα άρθρα 60 έως 61, 66, 67, 68 και αναλογικά το άρθρο 65, καθώς και τα άρθρα 533 και 537.
ΕΚ Άρθρο 65
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.3%
ΕΚ Άρθρο 65: Δικαιώματα θιγομένων - Αποτελέσματα επί παραβίασης της απαγόρευσης βίας και παρενόχλησης 1. Κάθε πρόσωπο του άρθρου 59 που θίγεται από περιστατικό βίας και παρενόχλησης σε βάρος του κατά το άρθρο 60, ακόμη και αν έχει λήξει η σχέση, στο πλαίσιο της οποίας φέρεται ότι εκδηλώθηκε σε βάρος του το περιστατικό ή η συμπεριφορά, έχει δικαίωμα, πέραν της δικαστικής προστασίας, προσφυγής ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας και του Συνηγόρου του Πολίτη, ως φορέα προώθησης και εποπτείας της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με τα Κεφάλαια Α ’ και Β’ του Τμήματος Ι του παρόντος Μέρους, καθώς και υποβολής καταγγελίας εντός της επιχείρησης κατά την πολιτική του άρθρου 63. 2. Όταν εργαζόμενος ή με άλλη σχέση απασχολούμενος κατά το άρθρο 59 παραβιάζει την απαγόρευση βίας και παρενόχλησης του άρθρου 60, ο εργοδότης υποχρεούται να λάβει τα απαραίτητα πρόσφορα και ανάλογα μέτρα κατά περίπτωση σε βάρος του καταγγελλόμενου, προκειμένου να εμποδιστεί και να μην επαναληφθεί παρόμοιο περιστατικό ή συμπεριφορά. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν τη σύσταση συμμόρφωσης, την αλλαγή θέσης, ωραρίου, τόπου ή τρόπου παροχής εργασίας ή την καταγγελία της σχέσης απασχόλησης ή συνεργασίας, με την επιφύλαξη της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ. 3. Κάθε πρόσωπο του άρθρου 59 που υφίσταται περιστατικό βίας και παρενόχλησης σε βάρος του, έχει δικαίωμα να αποχωρήσει από τον εργασιακό χώρο για εύλογο χρόνο, χωρίς στέρηση μισθού ή άλλη δυσμενή συνέπεια, εφόσον κατά την εύλογη πεποίθησή του υφίσταται επικείμενος σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή, την υγεία ή την ασφάλειά του, ιδίως, όταν ο εργοδότης είναι ο δράστης τέτοιας συμπεριφοράς ή όταν δεν λαμβάνει τα απαραίτητα πρόσφορα μέτρα κατά την παρ. 2, ώστε να αποκαταστήσει την εργασιακή ειρήνη, ή όταν τα μέτρα αυτά δεν είναι ικανά για να σταματήσουν τη συμπεριφορά βίας και παρενόχλησης. Στην περίπτωση αυτή, ο αποχωρών υποχρεούται να ενημερώσει προηγουμένως τον εργοδότη εγγράφως, αναφέροντας το περιστατικό βίας και παρενόχλησης και τα περιστατικά που αιτιολογούν την πεποίθησή του, ότι επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή, την υγεία ή την ασφάλειά του. Εφόσον δεν υφίσταται ή έχει παύσει να υφίσταται ο κίνδυνος και το πρόσωπο της παρ. 3 αρνείται να επιστρέψει στον εργασιακό χώρο, ο εργοδότης μπορεί να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας με αίτημα την επίλυση της διαφοράς. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 570. 4. Όταν εργοδότης ή πρόσωπο που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα ή εκπροσωπεί τον εργοδότη παραβιάζει την απαγόρευση βίας και παρενόχλησης του άρθρου 60 κατά τη σύναψη ή άρνηση σύναψης της έννομης σχέσης με πρόσωπο του άρθρου 59 ή κατά την εξέλιξη, διάρκεια ή λύση αυτής, παραβιάζει την εργατική νομοθεσία και επιβάλλονται σε βάρος του οι διοικητικές κυρώσεις της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 573. 5. Σε κάθε περίπτωση, η παραβίαση της κατά το άρθρο 60 απαγόρευσης γεννά εκτός των άλλων αξίωση για πλήρη αποζημίωση του θιγόμενου προσώπου, η οποία καλύπτει τη θετική και αποθετική του ζημία, καθώς και την ηθική βλάβη.
ΑΚ Άρθρο 174
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.2%
ΑΚ Άρθρο 174: Δικαιοπραξία απαγορευμένη Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνεπάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη.
ΕΚ Άρθρο 113
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.2%
ΕΚ Άρθρο 113: Μερική απασχόληση 1. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο εργαζόμενος μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Αν η συμφωνία αυτή δεν καταρτιστεί εγγράφως ή δεν γνωστοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών από την κατάρτισή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του εργαζομένου. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως: 2. α) «Εργαζόμενος μερικής απασχόλησης», κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση. β) «Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση», κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας. 3. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο εργαζόμενος μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις των Κεφαλαίων Α ’ και Β’ του Τμήματος ΙΙ του Μέρους Γ του Δευτέρου Βιβλίου. Αν η συμφωνία αυτή δεν καταρτιστεί εγγράφως ή αν η συμφωνία ή η απόφαση του εργοδότη δεν γνωστοποιηθούν εντός οκτώ (8) ημερών από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του εργαζόμενου. 4. Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων, για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) Οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους. β) Οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης. γ) Το συμβούλιο εργαζομένων. δ) Εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης. 5. Οι έγγραφες ατομικές συμβάσεις των προηγούμενων παραγράφων πρέπει να περιλαμβάνουν: α) Τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων. β) Τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη. γ) Τον χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας. δ) Τον τρόπο αμοιβής. ε) Τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης. Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις οι έγγραφες ατομικές συμβάσεις, κατά την παρ. 1 του παρόντος, γίνονται για ημερήσια ή εβδομαδιαία περίοδο εργασίας. 6. Σε κάθε περίπτωση, η απασχόληση κατά την Κυριακή ή άλλη ημέρα αργίας και η νυκτερινή εργασία συνεπάγεται την καταβολή της νόμιμης προσαύξησης. 7. Αν η μερική απασχόληση έχει καθοριστεί με ημερήσιο ωράριο μικρότερης διάρκειας από το κανονικό, η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, καθώς και στους καθηγητές που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης. 8. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη. 9. Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζομένου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης. 10. Οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα άδειας, με βάση τις αποδοχές που θα λάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της άδειας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 221. 11. Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέραν της συμφωνημένης, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη. Η πρόσθετη εργασία μπορεί να παρασχεθεί, εφόσον συμφωνεί ο εργαζόμενος και κατά ωράριο που δεν είναι συνεχόμενο σε σχέση με το συμφωνημένο ωράριο της ίδιας ημέρας, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί ημερήσιας ανάπαυσης. Αν παρασχεθεί εργασία πέραν της συμφωνημένης, ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με προσαύξηση δώδεκα τοις εκατό (12%) επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας που θα παρέχει. O μερικώς απασχολούμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης, όταν η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσθετη αυτή εργασία δύναται να πραγματοποιηθεί κατ ’ ανώτατο όριο μέχρι τη συμπλήρωση του πλήρους ημερήσιου ωραρίου του συγκρίσιμου εργαζομένου. 12. Ο πλήρως απασχολούμενος σε επιχειρήσεις πλέον των είκοσι (20) ατόμων, έχει δικαίωμα μετά τη συμπλήρωση ενός (1) ημερολογιακού έτους εργασίας να ζητήσει τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από πλήρη σε μερική απασχόληση, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση, εκτός αν η άρνηση του εργοδότη δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες. Ο εργαζόμενος στην αίτησή του πρέπει να προσ
ΑΚ Άρθρο 180
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.0%
ΑΚ Άρθρο 180: Έννοια της ακυρότητας Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.
ΕΚ Άρθρο 15
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.9%
ΕΚ Άρθρο 15: Παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του Είναι άκυρη η συμφωνία με την οποία περιορίζονται τα δικαιώματα του εργαζομένου από τα άρθρα 9 έως 11, 12 παρ. 2, 13, 14, 157, 158, 324, 327, 329 του παρόντος Κώδικα και τα άρθρα 660, 661, 663, 666 και 667 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) ή διευρύνεται η ευθύνη του εργαζομένου από το άρθρο 5 του παρόντος Κώδικα.
ΕΚ Άρθρο 261
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.7%
ΕΚ Άρθρο 261: Διασφάλιση των δικαιωμάτων των αποσπασμένων εργαζομένων 1. Οι ελληνικές αρμόδιες αρχές, είτε η Ελλάδα αποτελεί κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου είναι αποσπασμένος ο εργαζόμενος είτε κράτος μέλος από το οποίο αποσπάται ο εργαζόμενος, είναι υπεύθυνες για την παρακολούθηση, τον έλεγχο και την επιβολή των υποχρεώσεων που απορρέουν από το παρόν Τμήμα, καθώς και από τις Οδηγίες 96/71/ΕΚ 2014/67/ΕΕ και (ΕΕ) 2018/957 και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση μη τήρησης των άρθρων 256 έως 265 και των Οδηγιών 96/71/ΕΚ και (ΕΕ) 2018/957. 2. Οι οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, και άλλοι τρίτοι, όπως ενώσεις, οργανώσεις και άλλα νομικά πρόσωπα που δικαιολογούν σχετικό έννομο συμφέρον, μπορούν να κινήσουν εξ ονόματος των αποσπασμένων εργαζομένων και με τη συναίνεσή τους, κάθε διοικητική ή δικαστική διαδικασία για την εφαρμογή των άρθρων 256 έως 265, όπως και να παρεμβαίνουν προς υπεράσπισή τους ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών και διοικητικών αρχών. Τα κατά τα ανωτέρω δικαιώματα ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ενέργεια, μπορούν να ασκηθούν ακόμη και μετά τη λήξη ή λύση της σχέσης εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας προέκυψε η, κατά την παρ. 3 του άρθρου 273, εργατική διαφορά, με την επιφύλαξη των ισχυουσών διατάξεων περί παραγραφής και περί προθεσμιών διοικητικής και δικαστικής προσφυγής, καθώς και περί εκπροσώπησης εργαζομένων και εργοδοτών. 3. Όταν, έπειτα από συνολική αξιολόγηση εκ μέρους των ελληνικών αρμόδιων αρχών, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη και το άρθρο 271, αποδεικνύεται ότι μια επιχείρηση καλλιεργεί καταχρηστικώς ή δολίως την εντύπωση ότι η κατάσταση εργαζομένου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 256 έως 265, ο εργαζόμενος πρέπει να επωφελείται από το εφαρμοστέο δίκαιο και πρακτική. Η εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την υπαγωγή του εν λόγω εργαζομένου σε λιγότερο ευνοϊκούς όρους εργασίας από αυτούς που εφαρμόζονται στους αποσπασμένους εργαζομένους, σύμφωνα με τα άρθρα 256 έως 265.
ΕΚ Άρθρο 381
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.6%
ΕΚ Άρθρο 381: Προστασία και διευκολύνσεις συνδικαλιστικής δράσης 1. Τα όργανα του Κράτους έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της ανεμπόδιστης άσκησης του δικαιώματος για την ίδρυση και αυτόνομη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων. 2. Απαγορεύεται στους εργοδότες, σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους και σε οποιονδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που κατατείνει στην παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και ιδιαίτερα: α) Να ασκούν επιρροή στους εργαζομένους, για την ίδρυση ή μη ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης. β) Να επιβάλλουν ή να παρεμποδίζουν με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο την προσχώρηση εργαζομένων σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση. γ) Να απαιτούν από τους εργαζομένους δήλωση συμμετοχής, μη συμμετοχής ή αποχώρησης από συνδικαλιστική οργάνωση. δ) Να υποστηρίζουν ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση με οικονομικά ή με άλλα μέσα. ε) Να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση, στη λειτουργία και στη δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων. στ) Να μεταχειρίζονται με ευμένεια ή δυσμένεια τους εργαζομένους, ανάλογα με τη συμμετοχή τους σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση. 3. Δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων εργοδότες. 4. Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση. 5. Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) Των μελών της διοίκησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Α.Κ.. β) Των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 του Α.Κ., διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης που διορίζει το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 69 του Α.Κ.. γ) Των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα (1) έτος μετά τη λήξη της, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 10. 6. Η παραπάνω προστασία παρέχεται στην ακόλουθη έκταση: α) Εάν η οργάνωση έχει ως διακόσια (200) μέλη, προστατεύονται πέντε (5) μέλη της διοίκησης. β) Εάν η οργάνωση έχει ως χίλια (1.000) μέλη, προστατεύονται επτά (7) μέλη της διοίκησης. γ) Εάν η οργάνωση έχει περισσότερα από χίλια (1.000) μέλη, προστατεύονται εννέα (9) μέλη της διοίκησης. 7. Τη σειρά των μελών που προστατεύονται ορίζει το καταστατικό. Εάν το καταστατικό δεν το προβλέπει ειδικά, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος, ο Γενικός Γ ραμματέας, ο Αναπληρωτής Γενικός Γ ραμματέας, ο Ταμίας και οι λοιποί κατά την τάξη της εκλογής. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων συνδικαλιστικών οργανώσεων στον ίδιο εργοδότη, ο συνολικός αριθμός των προστατευόμενων μελών, που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από το διπλάσιο του αντίστοιχου αριθμού που αναφέρεται στις περ. α), β) και γ) της παρ. 6. Στην περίπτωση αυτήν, ο αριθμός των μελών της διοίκησης της κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης που προστατεύεται προκύπτει από τη διαίρεση του μέγιστου αριθμού κατά το προηγούμενο εδάφιο, διά του ποσοστού των μελών της οργάνωσης που ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη διοίκησης επί του συνόλου των μελών όλων των οργανώσεων που ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη διοικήσεων. Εφόσον προκύπτουν δεκαδικοί αριθμοί, στρογγυλεύονται στον αμέσως μεγαλύτερο ακέραιο και ο συνολικός αριθμός προστατευόμενων μελών, που εργάζονται στην επιχείρηση, αυξάνεται αναλόγως. 8. Προστατεύονται επίσης τα πρώτα είκοσι ένα (21) ιδρυτικά μέλη της πρώτης υπό σύσταση συνδικαλιστικής οργάνωσης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή του επαγγελματικού κλάδου απασχόλησης, εφόσον στην επιχείρηση εργάζονται περισσότεροι από ογδόντα (80) εργαζόμενοι. Η προστασία αυτή ισχύει για έναν χρόνο από την ημέρα της υπογραφής της ιδρυτικής πράξης. Εάν η υπό σύσταση οργάνωση δεν συσταθεί πραγματικά εντός έξι (6) μηνών από την υπογραφή της ιδρυτικής πράξης, η προστασία των ιδρυτικών μελών παύει και ισχύει για τα μέλη της επόμενης υπό σύσταση οργάνωσης. 9. Με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 1256/1982 (Α’ 65), δεν επιτρέπεται μετάθεση των εργαζομένων που αναφέρονται στις παρ. 5, 6, 7, 8 του παρόντος άρθρου, εάν αυτή δεν είναι απολύτως αναγκαία για τη λειτουργία της επιχείρησης ή δεν επιβάλλεται από λόγους προστασίας της υγείας. 10. Η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προσώπων που προστατεύονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, επιτρέπεται υπό τους όρους της παρ. 1 του άρθρου 291. Για τον δικαστικό έλεγχο των απολύσεων αυτών εφαρμόζονται η διαδικασία και οι προθεσμίες της παρ . 4 του άρθρου 419. Η αγωγή επιδίδεται τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει προσδιορισθεί για τη συζήτησή της. Πρόσθετες παρεμβάσεις μπορούν να ασκούνται και προφορικά, ενώπιον του ακροατηρίου, πριν από την έναρξη της συζήτησης της αγωγής. 11. Για την προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών που συμμετέχουν στην Εκτελεστική Επιτροπή, στη Γραμματεία της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια Εργαζομένων των ομίλων επιχειρήσεων έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων.
ΕΚ Άρθρο 9
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.6%
ΕΚ Άρθρο 9: Υπερημερία του εργοδότη Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και τον μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού.
ΕΚ Άρθρο 362
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.4%
ΕΚ Άρθρο 362: Μεταβολή όρων και καταγγελία εργασιακής σχέσης 1. Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ ’ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού. 2. Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη.
ΚΠολΔ Άρθρο 672Α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 672Α: Η συζήτηση των αγωγών και των τακτικών ενδίκων μέσων επί των διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και για καθυστερούμενους μισθούς προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή τους. Αν αναβληθεί η συζήτηση αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες. Αν ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αυτή κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της αγωγής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής.» «2. Επί διαφορών για άκυρη απόλυση εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή μεταβολής της εργασιακής του κατάστασης, η πραγματική απασχόληση του οποίου έχει διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο, αναβολή της συζήτησης της αγωγής επιτρέπεται μόνο μία φορά και μόνο αν συντρέχει περίπτωση ανώτερης βίας και η αναβολή γίνεται σε δικάσιμο μέσα σε σαράντα (40) ημέρες, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο που έχει διαταχθεί. Επί των διαφορών αυτών η απόφαση εκδίδεται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτηση της αγωγής. Αν η συζήτηση της αγωγής ματαιωθεί, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο που έχει διαταχθεί. Επίσης αίρεται αυτό αυτοδικαίως, σε περίπτωση κατάργησης της δίκης με παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης σε βάρος εκείνου που έχει ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο.
ΕΚ Άρθρο 97
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.3%
ΕΚ Άρθρο 97: Αρχή της μη διάκρισης 1. Όσον αφορά στους όρους απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζομένους αορίστου χρόνου. Κατ ’ εξαίρεση, επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση, οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι τη δικαιολογούν. 2. Όταν τα δικαιώματα του εργαζόμενου εξαρτώνται από τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη δεν χωρεί διάκριση με κριτήριο το χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, εκτός εάν για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση. 3. Η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης είναι η ίδια τόσο για τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου όσο και για τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας.
ΕΚ Άρθρο 335
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.3%
ΕΚ Άρθρο 335: Αποζημίωση σε ειδικές περιπτώσεις 1. Εργαζόμενοι με αορίστου χρόνου σχέση εργασίας, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 344, ή το όριο ηλικίας που προβλέπεται από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, και αν δεν υπάρχει τέτοιο το εξηκοστό πέμπτο (65ο) έτος της ηλικίας τους, αν αποχωρήσουν από την εργασία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της αποζημίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 333 για την περίπτωση της καταγγελίας χωρίς προειδοποίηση, η οποία υπολογίζεται με βάση τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 338. 2. Εργαζόμενοι που υπάγονται στην ασφάλιση για χορήγηση σύνταξης οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, δύνανται είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία τους από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση το 40% -και όσοι δεν είναι επικουρικά ασφαλισμένοι, το 50%- της αποζημίωσης που δικαιούνται με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς προειδοποίηση από τον εργοδότη. Για την αποζημίωση που χορηγείται κατά τα ανωτέρω στους εργαζομένους που αποχωρούν ή απομακρύνονται εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα όσα ορίζονται από τις διατάξεις του Τμήματος αυτού. Τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. 3. Σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης ο εργαζόμενος λαμβάνει την προβλεπόμενη στο Κεφάλαιο αυτό πλήρη αποζημίωση κατατασσόμενος μεταξύ των προνομιακών δανειστών των άρθρων 975 επ. ΚΠολΔ και σύμφωνα με τη σειρά των άρθρων αυτών. Κατά τον ίδιο τρόπο ικανοποιείται και η υφιστάμενη απαίτηση για αποζημίωση σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εργοδότη. Εργαζόμενος απολυόμενος εξαιτίας διακοπής της εργασίας λόγω πυρκαγιάς ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας, για τον οποίο κίνδυνο έχει ασφαλιστεί ο εργοδότης, δικαιούται τα 2/3 της αποζημίωσης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 333.
ΑΚ Άρθρο 700
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.3%
ΑΚ Άρθρο 700: Δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία Ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ' αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.
ΕΚ Άρθρο 353
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.3%
ΕΚ Άρθρο 353: Πεδίο εφαρμογής 1. Οι διατάξεις του Τμήματος αυτού εφαρμόζονται στο προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας σε όλες τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα καθώς και του Δημοσίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που λειτουργούν σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας. Ως σχέση εργασίας νοείται εκείνη που δημιουργείται από την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης εργασίας. 2. Οι διατάξεις του Τμήματος αυτού δεν εφαρμόζονται: α) Στους εργαζομένους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση εργασίας που συνδέεται με την εκτέλεση ορισμένου έργου ή συγκεκριμένων εργασιών αυτού εκτός αν οι απολύσεις γίνουν πριν από τη λήξη της σύμβασης εργασίας ή την αποπεράτωση του έργου ή συγκεκριμένων εργασιών αυτού. β) Στο προσωπικό του Δημοσίου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. γ) Στα πληρώματα των πλοίων. 3. Για τους εργαζομένους που απολύονται από εργοληπτικές επιχειρήσεις λόγω διακοπής ή αναστολής των εργασιών από αιτίες που οφείλονται αποδεδειγμένα στον κύριο του έργου, όταν αυτός είναι το Δημόσιο ή νπδδ, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που ορίζονται από τα άρθρα 354, 355 και 356 παρ. 1 και 2.
ΕΚ Άρθρο 105
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.2%
ΕΚ Άρθρο 105: Ορισμοί Για την εφαρμογή του παρόντος Υποκεφαλαίου νοείται ως: α) «Εργαζόμενος ορισμένου χρόνου», κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση ή σχέση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου και η λήξη της καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως ιδίως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου αποτελέσματος. β) «Αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου», κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον ίδιο φορέα ή επιχείρηση και απασχολείται σε ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων του. Όπου δεν υπάρχει «αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου» στον ίδιο φορέα ή επιχείρηση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην οικεία συλλογική σύμβαση ή όταν δεν υπάρχει τέτοια, με αναφορά στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή, εάν δεν υπάρχει, στην κείμενη νομοθεσία. γ) «Δημόσιος τομέας», ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α’ 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Υποκεφαλαίου Α ’. δ) «Σύμβαση», η σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. ε) Όπου αναφέρεται ο όρος «επιχείρηση» ή «εκμετάλλευση» ή «εργοδότης» νοείται και η δημόσια υπηρεσία, το νπδδή ο φορέας με τον οποίο έχει συναφθεί η αντίστοιχη σύμβαση.
ΑΚ Άρθρο 670
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.0%
ΑΚ Άρθρο 670: Η σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της ορίζεται για ολόκληρη τη ζωή ενός προσώπου ή υπερβαίνει την πενταετία μπορεί, όταν περάσουν πέντε χρόνια, να καταγγελθεί από τον εργαζόμενο οποτεδήποτε, αφού τηρηθεί εξάμηνη προθεσμία καταγγελίας.
ΕΚ Άρθρο 576
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.0%
ΕΚ Άρθρο 576: Ποινικές κυρώσεις 1. Ο εργοδότης που παραβαίνει την εργατική νομοθεσία σχετικά με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παρ. 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α’ 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και ο εργοδότης που παραβαίνει την πράξη ή την απόφαση περί προσωρινής ή οριστικής διακοπής λειτουργίας της συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή στοιχείου του εξοπλισμού της, που του έχει επιβληθεί ως διοικητική κύρωση για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας. 2. Ειδικότερες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Στις υποθέσεις της πα ρ. 1, όταν ο εργοδότης παραβαίνει την εργατική νομοθεσία σχετικά με την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, ανεξάρτητα αν έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη. Έγγραφη προδικασία δεν απαιτείται. 4. Ο εργοδότης, ο διευθυντής επιχείρησης, ο εκπρόσωπος ή ο οποιοσδήποτε τρίτος ο οποίος παρεμποδίζει την είσοδο σε υπάλληλο της Επιθεώρησης Εργασίας ή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που διενεργεί ή συμμετέχει σε έλεγχο για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας σε χώρους εργασίας ή παρεμποδίζει ή διακόπτει με οποιοδήποτε τρόπο τη διενέργεια του ελέγχου ή αρνείται να παράσχει τα στοιχεία ή/και τις πληροφορίες ή αυτά που παρέχει είναι ψευδή, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.
ΑΚ Άρθρο 656
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.9%
ΑΚ Άρθρο 656: Υπερημερία του εργοδότη Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού..
ΚΠολΔ Άρθρο 662Η
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Η: "1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή. 2. Η διάταξη του άρθρου 634 εφαρμόζεται αναλόγως".
ΕΚ Άρθρο 202
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.6%
ΕΚ Άρθρο 202: Διευθέτηση χρόνου εργασίας 1. α) Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, επιτρέπεται να συμφωνείται, υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 6, ότι για μία χρονική περίοδο (περίοδος αυξημένης απασχόλησης) ο εργαζόμενος θα απασχολείται δύο (2) ώρες την ημέρα επιπλέον των οκτώ (8) ωρών, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των οκτώ (8) ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου ώρες εργασίας την ημέρα ή οι επιπλέον των σαράντα (40) (ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου) ώρες εργασίας την εβδομάδα αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας μιας άλλης χρονικής περιόδου (περίοδος μειωμένης απασχόλησης). Αντί της παραπάνω μειώσεως των ωρών εργασίας, επιτρέπεται να χορηγείται στον εργαζόμενο ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή ανάλογη προσαύξηση της ετήσιας άδειας με αποδοχές ή συνδυασμός μειωμένων ωρών, ημερών ανάπαυσης και ημερών αδείας. Το χρονικό διάστημα των περιόδων αυξημένης και μειωμένης απασχόλησης δεν υπερβαίνει συνολικά τους δώδεκα (12) μήνες, ενώ δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερο της μίας (1) εβδομάδας (περίοδος αναφοράς). β) Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή της επιπλέον αυτής εργασίας, αν δεν είναι σε θέση να την εκτελέσει και η άρνησή του δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη. Αυτή η άρνηση του εργαζομένου να παράσχει την επιπλέον εργασία δεν συνιστά λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. γ) Οι κείμενες προστατευτικές διατάξεις για τον χρόνο υποχρεωτικής ανάπαυσης των εργαζομένων έχουν πλήρη εφαρμογή και κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης. Κατά τη διευθέτηση ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας κατά την περίοδο αναφοράς στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ώρες της υπερεργασίας και των νόμιμων υπερωριών της περιόδου μειωμένης απασχόλησης, παραμένει στις σαράντα (40) ώρες ή, εάν εφαρμόζεται μικρότερο συμβατικό ωράριο, παραμένει στον αριθμό ωρών του μικρότερου αυτού ωραρίου. Οι ώρες εργασίας ανά εβδομάδα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν τις σαράντα οκτώ (48) ώρες, κατά μέσο όρο, κατά την περίοδο αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων και των προαναφερόμενων ωρών υπερεργασίας και νομίμων υπερωριών. 2. [Καταργείται]. 3. [Καταργείται]. 4. Η καταβαλλόμενη αμοιβή κατά το χρονικό διάστημα της διευθέτησης της παρ. 1 είναι ίση με την αμοιβή για εργασία σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, εφόσον στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο σαράντα (40) ωρών. Αν στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο των σαράντα (40) ωρών, η καταβαλλόμενη κατά το χρονικό διάστημα της διευθέτησης αμοιβή είναι ίση με την αμοιβή που προβλέπεται για το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο. 5. α) Κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης της παρ. 1, η ημερήσια απασχόληση του εργαζομένου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις δέκα (10) ώρες. Στις υπερβάσεις του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου μέχρι το ανώτατο όριο των δέκα (10) ωρών, καθώς και στις υπερβάσεις των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως δεν εφαρμόζεται το άρθρο 194. β) Κατά την περίοδο της μειωμένης απασχόλησης της παρ. 1, η υπέρβαση του συμφωνηθέντος μειωμένου εβδομαδιαίου ωραρίου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, αμείβεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 194. 6. Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας της παρ. 1 καθορίζεται με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή συμφωνία του εργοδότη με συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση που αφορά τα μέλη της ή συμφωνία του εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζομένων ή συμφωνία του εργοδότη και ένωσης προσώπων. Η ένωση προσώπων που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο μπορεί να συσταθεί από το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) τουλάχιστον των εργαζομένων στην επιχείρηση που απασχολεί πάνω από είκοσι (20) εργαζομένους και δεκαπέντε τοις εκατό (15%) εφόσον ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση είναι κατ’ ανώτατο αριθμό είκοσι (20) εργαζόμενοι. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται η διάταξη της υποπερ. αγ) της π αρ. 3 του άρθρου 368. Εάν δεν υπάρχει συνδικαλιστική οργάνωση ή συμβούλιο εργαζομένων ή ένωση προσώπων του δεύτερου εδαφίου της παρούσας ή δεν επιτευχθεί συμφωνία σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, μπορεί να εφαρμοσθεί το σύστημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας, μετά από έγγραφη συμφωνία του εργοδότη με τον εργαζόμενο. Σε κάθε περίπτωση, απαγορεύεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας για τον λόγο ότι ο εργαζόμενος δεν συναίνεσε σε διευθέτηση του χρόνου εργασίας. 7. Με επιχειρησιακές και κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορεί να καθορίζεται άλλο σύστημα διευθέτησης χρόνου εργασίας, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κλάδου ή της επιχείρησης. 8. Αν για οποιονδήποτε λόγο, ιδίως εξαιτίας παραίτησης ή απόλυσης του εργαζομένου, δεν εφαρμόζεται ή δεν ολοκληρώνεται η διευθέτηση του χρόνου εργασίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, έχουν πλήρη εφαρμογή όλες οι προστατευτικές διατάξεις που καθορίζουν τις συνέπειες της υπέρβασης του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας. 9. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και για: α) εποχιακές επιχειρήσεις και β) εργαζομένους με σύμβαση εργασίας διάρκειας μικρότερης του ενός (1) έτους. 10. Οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις και οι συμφωνίες της παρ. 6 κατατίθενται στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 398. 11. Με το παρόν άρθρο δεν θίγονται οι σχετικές ρυθμίσεις του ν. 2602/1998 (Α’ 83) ή άλλων ειδικών νόμων, που αποσκοπούν στην εξυγίανση φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. 12. Στην περίπτωση που λυθεί η σύμβαση εργασίας πριν από τη λήψη, εν όλω ή εν μέρει, του χρονικού αντισταθμίσματος που προβλέπεται κατά την περίοδο της μειωμένης απασχόλησης της παρ. 1, ο εργαζόμενος λαμβάνει, κατά τη λύση, αποζημίωση για τις υπερβάλλουσες ώρες που έχει απασχοληθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 194.
ΕΚ Άρθρο 96
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.6%
ΕΚ Άρθρο 96: Ορισμοί Για την εφαρμογή του παρόντος Υποκεφαλαίου νοείται ως: α) «Εργαζόμενος ορισμένου χρόνου», κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος. β) «Συγκρίσιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου», κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια εκμετάλλευση ή επιχείρηση και απασχολείται σε ίδια ή παρόμοια εργασία, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων του. Όπου δεν υπάρχει «συγκρίσιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου» στην ίδια εκμετάλλευση ή επιχείρηση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αναφορά στην οικεία συλλογική σύμβαση ή όταν δεν υπάρχει τέτοια, με αναφορά στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.
ΕΚ Άρθρο 290
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.6%
ΕΚ Άρθρο 290: Λύση σχέσης εργασίας Οι οικογενειακές υποχρεώσεις των εργαζομένων της παρ. 1 του άρθρου 283 δεν αποτελούν λόγο καταγγελίας της σχέσης εργασίας τους.
ΕΚ Άρθρο 106
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.4%
ΕΚ Άρθρο 106: Αρχή της μη διάκρισης 1. Όσον αφορά τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου. Κατ ’ εξαίρεση και μόνον επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση κάθε φορά που συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν. 2. Η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης είναι η ίδια τόσο για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου όσο και για τους εργαζομένους αορίστου χρόνου, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας.
ΚΠολΔ Άρθρο 728
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 728: 1. Το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει προσωρινά, ως ασφαλιστικό μέτρο, εν όλω ή εν μέρει, απαιτήσεις: α) συνεισφοράς για τις ανάγκες της οικογένειας ή διατροφής οφειλόμενης από το νόμο, από σύμβαση ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, β) καθυστερούμενων συντάξεων, γ) καθυστερούμενων τακτικών ή έκτακτων αποδοχών οποιασδήποτε μορφής ή αμοιβών ή αποζημιώσεων που οφείλονται από την παροχή εργασίας ή εξόδων που έγιναν με αφορμή την εργασία, δ) μισθών υπερημερίας ή αποζημίωσης για παράνομη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή για εργατικό ατύχημα ή που οφείλεται από τη σύμβαση εργασίας ή λόγω παραβάσεώς της, ε) αποζημίωσης για τη μείωση ή την απώλεια της ικανότητας εργασίας λόγω τραυματισμού ή προσβολής με οποιοδήποτε τρόπο της υγείας ενός προσώπου από οποιαδήποτε αρρώστια, καθώς και των εξόδων θεραπείας και ανάρρωσης, στ) αποζημίωσης, σε περίπτωση που ένα πρόσωπο θανατώνεται, υπέρ εκείνων που το πρόσωπο αυτό κατά το χρόνο του θανάτου του είχε από το νόμο υποχρέωση να διατρέφει, ζ) σε κάθε άλλη περίπτωση που η προσωρινή επιδίκαση ορίζεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. 2. Αν συντρέχει περίπτωση να μεταρρυθμιστεί τελεσίδικη ή ανέκκλητη απόφαση που καταδικάζει σε καταβολή περιοδικών παροχών, το δικαστήριο μπορεί να διατάζει προσωρινά να διακοπεί η καταβολή, να αυξηθεί ή να μειωθεί το ποσό κάθε παροχής.
ΑΚ Άρθρο 608
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.2%
ΑΚ Άρθρο 608: Λήξη της μίσθωσης ορισμένου χρόνου Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λήγει μόλις περάσει αυτός ο χρόνος, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο. Η μίσθωση αόριστης διάρκειας λήγει με καταγγελία του καθενός από τους συμβαλλομένους.
ΑΚ Άρθρο 648
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.2%
ΑΚ Άρθρο 648: Έννοια Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Σύμβαση εργασίας υπάρχει και όταν ο μισθός υπολογίζεται κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ' αποκοπήν, αρκεί ο εργαζόμενος να προσλαμβάνεται ή να απασχολείται για ορισμένο ή για αόριστο χρόνο.
ΕΚ Άρθρο 324
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.1%
ΕΚ Άρθρο 324: Καταγγελία μακρόχρονης σύμβασης ορισμένου χρόνου Η σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της ορίζεται για ολόκληρη τη ζωή ενός προσώπου ή υπερβαίνει την πενταετία μπορεί, όταν περάσουν πέντε χρόνια, να καταγγελθεί από τον εργαζόμενο οποτεδήποτε, αφού τηρηθεί εξάμηνη προθεσμία καταγγελίας.
ΕΚ Άρθρο 337
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.1%
ΕΚ Άρθρο 337: Τμηματική καταβολή αποζημίωσης Όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.
ΕΚ Άρθρο 273
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.1%
ΕΚ Άρθρο 273: Διασφάλιση των δικαιωμάτων των αποσπασμένων εργαζομένων - Διευκόλυνση των καταγγελιών - Καθυστερούμενες πληρωμές 1. Ο εργοδότης του αποσπασμένου εργαζομένου διασφαλίζει τα δικαιώματα του τελευταίου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτού και του αποσπασμένου. 2. Οι κατά τόπο αρμόδιες υπηρεσίες της Επιθεώρησης Εργασίας εξετάζουν κάθε καταγγελία και αίτημα που υποβάλλεται από τους αποσπασμένους εργαζομένους αναφορικά με την τήρηση της παρ. 7 και του άρθρου 258, τόσο κατά τη διάρκεια της απόσπασης, όσο και μετά τη λήξη της και λαμβάνουν τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέτρα. 3. Η διαδικασία επίλυσης των εργατικών διαφορών εφαρμόζεται και στην περίπτωση των αποσπασμένων εργαζομένων, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των περ. η) και θ) της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) και του άρθρου 569. 4. Ομοίως, ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας, κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι ζημιώθηκε από τη μη τήρηση των σχετικών διατάξεων του παρόντος Τμήματος, ακόμη και αν έχει λυθεί ή λήξει η σχέση εργασίας, έχει δικαίωμα δικαστικής προστασίας, καθώς και δικαίωμα προσφυγής ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών αρχών. 5. Οι οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, και άλλοι τρίτοι, όπως ενώσεις, οργανώσεις και άλλα νομικά πρόσωπα που δικαιολογούν σχετικό έννομο συμφέρον, μπορούν, να κινήσουν εξ ονόματος ή προς υποστήριξη των αποσπασμένων εργαζομένων ή των εργοδοτών τους και με τη συναίνεσή τους, κάθε διοικητική ή δικαστική διαδικασία για την εφαρμογή του παρόντος Τμήματος. 6. Τα κατά τα ανωτέρω δικαιώματα ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ενέργεια, μπορούν να ασκηθούν ακόμη και μετά τη λήξη ή λύση της σχέσης εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας προέκυψε η εργατική διαφορά, με την επιφύλαξη των ισχυουσών διατάξεων περί παραγραφής και περί προθεσμιών διοικητικής και δικαστικής προσφυγής, καθώς και περί εκπροσώπησης εργαζομένων και εργοδοτών. 7. Απαγορεύεται οποιαδήποτε δυσμενής μεταχείριση του αποσπασμένου εργαζομένου από τον εργοδότη, λόγω της άσκησης των ανωτέρω δικαιωμάτων από τον εργαζόμενο.
ΚΠολΔ Άρθρο 662
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 662: Η άσκηση αγωγής για την απόδοση της χρήσης μισθίου ισχύει ως καταγγελία της σύμβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
ΚΦΕ Άρθρο 106
Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος
Σχετικότητα: 86.9%
ΚΦΕ Άρθρο 106: Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις 1. Αγωγές για άκυρη απόλυση εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η πραγματική απασχόληση του οποίου έχει διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο, οι οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς και έχουν προσδιοριστεί να εκδικαστούν μετά την 1.12.2013 εκδικάζονται υποχρεωτικά, ύστερα από κλήση οποιουδήποτε διαδίκου που κατατίθεται στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο μέσα σε είκοσι ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μέχρι την 1.11.2013, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο που έχει διαταχθεί. 2. Αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως επί διαφορών για άκυρη απόλυση εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για τις οποίες έχει χορηγηθεί προσωρινή διαταγή και οι οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς, εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο β' της παραγράφου 1 του άρθρου 693, και έχουν προσδιοριστεί να εκδικαστούν μετά την 1.12.2013, εκδικάζονται υποχρεωτικά, ύστερα από κλήση οποιουδήποτε διαδίκου που κατατίθεται στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο μέσα σε είκοσι ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μέχρι την 1.11.2013, διαφορετικά παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής. 3. Το άρθρο 732Α Κ.Πολ.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 64 του ν. 4193/2013 καταργείται.
ΑΚ Άρθρο 676
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.8%
ΑΚ Άρθρο 676: Εμπιστευτικές εργασίες Σύμβαση εμπιστευτικών ελευθέριων εργασιών, στην οποία ο εργαζόμενος δεν τελεί σε διαρκή σχέση με πάγιο μισθό, μπορεί να καταγγελθεί από τον εργοδότη και χωρίς σπουδαίο λόγο. Το ίδιο δικαίωμα έχει και ο εργαζόμενος, που όμως ευθύνεται σε αποζημίωση, αν καταγγείλει άκαιρα τη σύμβαση.
ΕισΝΑΚ Άρθρο 38
Εισαγωγικός Νόμος Αστικού Κώδικα
Σχετικότητα: 86.8%
ΕισΝΑΚ Άρθρο 38: Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα όλοι οι νόμοι και τα διατάγματα που αφορούν συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καταγγελία συμβάσεων εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων, εργατών, υπηρετών, τεχνιτών, την πληρωμή ή τις κρατήσεις μισθών και ημερομισθίων τους, τις ώρες και τα χρονικά όρια εργασίας, την ανάπαυση της Κυριακής, τα εργατικά ατυχήματα, την ασφάλεια και την υγιεινή των εργαζομένων, τη θέση τους σε περίπτωση επιστράτευσης, ή άλλοι ειδικοί νόμοι που αφορούν τη σύμβαση εργασίας. Οι διατάξεις των άρθρων 588, 610, 660 έως 664, 670 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται και στις συμβάσεις εργασίας που συνομολογήθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
ΕΚ Άρθρο 116
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.8%
ΕΚ Άρθρο 116: Ορισμοί Για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου νοείται ως: α) «Εργαζόμενος»: κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου. β) «Επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης - Ε.Π.Α.»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνάπτει συμβάσεις εργασίας ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας με προσωρινά απασχολούμενους, με σκοπό να τους τοποθετεί σε έμμεσους εργοδότες για να εργαστούν προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή τους, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις οικείες διατάξεις. γ) «Προσωρινά απασχολούμενος»: ο εργαζόμενος ο οποίος έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης, προκειμένου να τοποθετηθεί σε έμμεσο εργοδότη για να εργαστεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του. δ) «Έμμεσος εργοδότης»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο και υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνση του οποίου εργάζεται προσωρινά ο προσωρινά απασχολούμενος. ε) «Τοποθέτηση»: η περίοδος κατά την οποία ο προσωρινά απασχολούμενος τίθεται στη διάθεση του έμμεσου εργοδότη για να εργαστεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του. στ) «Βασικοί όροι εργασίας και απασχόλησης»: οι όροι εργασίας και απασχόλησης που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη για να καταλάβουν την ίδια θέση και αφορούν ιδίως: στα) στη διάρκεια του χρόνου εργασίας, στις υπερωρίες, στα διαλείμματα, στις περιόδους ανάπαυσης, στη νυκτερινή εργασία, στις άδειες και τις αργίες, στβ) στις αποδοχές.
ΕΚ Άρθρο 334
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.6%
ΕΚ Άρθρο 334: Αποζημίωση καταγγελίας με προειδοποίηση από τον εργοδότη Εάν με την καταγγελία τάσσεται η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 331 ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο, μόλις εκπνεύσει η προθεσμία αυτή, το ήμισυ της αποζημίωσης που προβλέπεται στο Κεφάλαιο αυτό για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς προειδοποίηση. Την ίδια ως άνω αποζημίωση δικαιούνται και οι εργαζόμενοι που αποχωρούν από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη τους, ενόσω διαρκεί ο χρόνος προειδοποίησης.
Ν4072 Άρθρο 74
Ν. 4072/2012 - ΙΚΕ, ΟΕ, ΕΕ
Σχετικότητα: 86.6%
Ν4072 Άρθρο 74: Ελαττωματικές αποφάσεις των εταίρων Απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό ή κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Η ακύρωση μπορεί να ζητείται από το διαχειριστή, καθώς και από κάθε εταίρο που δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, με αίτηση που υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την καταχώριση της στο βιβλίο πρακτικών. 0 αιτών μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο το διορισμό ειδικού εκπροσώπου της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης. Η τελεσίδικη απόφαση περί ακυρότητας ισχύει έναντι πάντων. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση της συνέλευσης καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., καταχωρίζεται και η δικαστική απόφαση που την ακυρώνει. Απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που είναι αντίθετη στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρη. Η ακυρότητα αναγνωρίζεται από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται από κάθε πρόσωπο το οποίο έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο πρακτικών. Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. Απόφαση που αποτυπώνεται σε έγγραφο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 73 ή που είναι αντίθετη στο νόμο ή το καταστατικό, είναι άκυρη. Τα δύο τελευταία εδάφια της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως.
ΕΚ Άρθρο 119
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.5%
ΕΚ Άρθρο 119: Πρόσβαση των προσωρινά απασχολουμένων σε θέση εργασίας, συλλογικές εγκαταστάσεις και επαγγελματική κατάρτιση 1. Οι προσωρινά απασχολούμενοι ενημερώνονται για τις κενές θέσεις εργασίας στον έμμεσο εργοδότη, προκειμένου να έχουν τις ίδιες δυνατότητες με τους άλλους εργαζομένους της επιχείρησης για να προσληφθούν σε μόνιμες θέσεις εργασίας. Η ενημέρωση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται με γενική ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης στην οποία παρέχουν τις υπηρεσίες τους (έμμεσο εργοδότη). 2. Άκυρη θεωρείται οποιαδήποτε ρήτρα όταν με αυτή άμεσα ή έμμεσα απαγορεύεται ή παρεμποδίζεται η μό- νιμη απασχόληση του προσωρινά απασχολούμενου εργαζομένου με σύναψη σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του έμμεσου εργοδότη και του προσωρινά απασχολούμενου, μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας με την επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης. Άκυρη επίσης θεωρείται οποιαδήποτε ρήτρα όταν με αυτήν άμεσα ή έμμεσα παρεμποδίζονται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα του εργαζομένου ή παραβλάπτονται τα ασφαλιστικά του δικαιώματα. 3. Για την απασχόληση του προσωρινά απασχολούμενου εργαζομένου σε έμμεσο εργοδότη, είτε με προσωρινή απασχόληση είτε με σύναψη σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του έμμεσου εργοδότη και του προσωρινά απασχολούμενου μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας μέσω της επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, απαγορεύεται οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση του εργαζόμενου. 4. Στους εργαζόμενους μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης σε έμμεσο εργοδότη παρέχονται οι ίδιες κοινωνικές υπηρεσίες και διευκολύνσεις, ιδίως δε στα κυλικεία, στους παιδικούς σταθμούς και στα μεταφορικά μέσα που υπάρχουν στη διάθεση των άμεσα εργαζομένων στον έμμεσο εργοδότη και με τους ίδιους όρους, εκτός εάν αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση, όπως η διαφοροποίηση του ωραρίου ή η χρονική διάρκεια της σύμβασης εργασίας. 5. Οι επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης διευκολύνουν την πρόσβαση και των προσωρινά απασχολούμενων στους παιδικούς σταθμούς που παρέχουν, ακόμα και κατά τις περιόδους μεταξύ των τοποθετήσεων και σε κατάλληλες ευκαιρίες κατάρτισης, ώστε να ενισχύονται οι δεξιότητές τους, η εξέλιξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους και η επαγγελματική κινητικότητά τους. Οι έμμεσοι εργοδότες οφείλουν να παρέχουν και στους προσωρινά απασχολούμενους τις κατάλληλες ευκαιρίες κατάρτισης που παρέχονται στους εργαζομένους του έμμεσου εργοδότη, ώστε να ενισχύονται οι δεξιότητές τους, η εξέλιξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους και η επαγγελματική κινητικότητά τους.
ΕΚ Άρθρο 291
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.3%
ΕΚ Άρθρο 291: Προστασία μητρότητας 1. Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, καθώς και η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζομένου πατέρα από τον εργοδότη του για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών μετά τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη στον οποίο ο/η εργαζόμενος/η γονέας προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει τη διάρκεια της προστασίας του πρώτου εδαφίου, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο ο/η εργαζόμενος/η γονέας προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη ή στις οικογενειακές υποχρεώσεις του εργαζόμενου γονέα, κατά την έννοια του άρθρου 228. 2. Ο ν. 1302/1982 (Α’ 133), το Κεφάλαιο Β του Τμήματος Ι του Μέρους Β ’ του παρόντος Κώδικα, όπως και κάθε διάταξη που αναφέρεται στην προστασία της μητρότητας εφαρμόζεται και στους εργαζομένους με σχέση έμμισθης εντολής. 3. Η προστασία έναντι της καταγγελίας της σχέσης εργασίας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ισχύει και για τις εργαζόμενες που υιοθετούν τέκνο ηλικίας έως έξι (6) ετών, με χρονική αφετηρία την τοποθέτηση του τέκνου στην οικογένεια, καθώς και για τις εργαζόμενες που εμπλέκονται στη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, είτε ως τεκμαιρόμενες μητέρες, με χρονική αφετηρία τη γέννηση του παιδιού, είτε ως κυοφόροι γυναίκες. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιθεώρησης Εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 300. 4. Σε περίπτωση απόκτησης κοινού παιδιού από συζύγους του ίδιου φύλου, η προστασία του παρόντος χορηγείται έπειτα από σχετική δήλωση προς τους εργοδότες για το ποιος γονέας θα κάνει χρήση της προστασίας. Η προστασία εργαζόμενης έναντι της καταγγελίας της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό ισχύει μόνο για τις εργαζόμενες που κυοφορούν και γεννούν το κοινό τέκνο. Οι εργοδότες υποχρεούνται να παρέχουν στους εργαζόμενους, σχετικές βεβαιώσεις.
Ν4412 Άρθρο 371
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 86.3%
Ν4412 Άρθρο 371: Συνέπειες κήρυξης ακυρότητας της σύμβασης 1. Αν η ΑΕΠΠ κηρύξει σύμβαση άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 368, η ακυρότητα έχει αναδρομική ισχύ με την επιφύλαξη εφαρμογής της παρ. 2. Οι αξιώσεις των μερών διέπονται από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και οι σχετικές διαφορές εκδικάζονται από το αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις. Αν ο ανάδοχος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την ακυρότητα της σύμβασης, δεν γεννάται έναντι της Διοίκησης αξίωσή του, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή η εν λόγω αξίωσή του ικανοποιείται μόνο εν μέρει. 2. Η ΑΕΠΠ εκτιμώντας το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, τη σοβαρότητα της παράβασης και τη συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής, μπορεί να κηρύξει την ακυρότητα μόνο του ανεκτέλεστου τμήματος της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, η ΑΕΠΠ, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της παράβασης, τη συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής και τη διάρκεια της σύμβασης επιβάλλει πρόστιμο στην αναθέτουσα αρχή, το ύψος του οποίου καθορίζεται στη σχετική απόφαση και δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% της αξίας της σύμβασης, μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Με ειδική απόφαση της ΑΕΠΠ, το πρόστιμο περιέρχεται στον αιτούντα.
ΑΚ Άρθρο 667
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.2%
ΑΚ Άρθρο 667: Η άδεια του προηγούμενου άρθρου δίνεται στην κατάλληλη, ενόψει των συνθηκών της εργασίας, εποχή. Στο χρόνο της άδειας δεν υπολογίζεται ο χρόνος που ο εργαζόμενος εμποδίζεται να εργαστεί, αλλά έχει δικαίωμα στο μισθό. Ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να δώσει άδεια, από τότε που ο εργαζόμενος κατάγγειλε τη σύμβαση.
Ν4412 Άρθρο 190
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 86.1%
Ν4412 Άρθρο 190: Αποζημίωση του αναδόχου λόγω υπερημερίας του εργοδότη χωρίς λύση της σύμβασης 1. Αν ο εργοδότης περιέλθει σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών ή νόμιμων υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για τις θετικές ζημίες, που υφίσταται και για το χρονικό διάστημα μετά από την υποβολή έγγραφης όχλησης, έως την άρση της υπερημερίας, η οποία δεν δύναται να υπερβεί τους έξι (6) μήνες κατ’ ανώτατο όριο. Η όχληση υποβάλλεται στη διευθύνουσα υπηρεσία και προσδιορίζει τις πράξεις ή παραλείψεις του εργοδότη ή των οργάνων του, που συνιστούν την αιτία της υπερημερίας, την αιτία της ζημίας και, στο μέτρο του δυνατού, την κατά προσέγγιση εκτίμηση της ζημίας, ανά ημέρα υπερημερίας. 2. Μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την υποβολή της όχλησης, ο επιβλέπων υποβάλλει στη διευθύνουσα υπηρεσία εισήγηση, με την οποία διαπιστώνει αν υφίσταται υπερημερία, καθώς και τα αίτιά της και το ύψος των ζημιών του αναδόχου για κάθε ημέρα κατά προσέγγιση. Ο προϊστάμενος της διευθύνουσας υπηρεσίας εκδίδει εντός δέκα (10) ημερών, απόφαση με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει το αίτημα του αναδόχου. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η ένσταση του άρθρου 198, περί διοικητικής και δικαστικής επίλυσης διαφορών. 3. Μετά τη λήξη της υπερημερίας του εργοδότη, ο ανάδοχος υποβάλλει αίτηση για την αναγνώριση της ζημίας του, προσδιορίζοντας επακριβώς το ποσό αυτής. Επί της αίτησης αποφασίζει, μετά από εισήγηση της διευθύνουσας υπηρεσίας, η Προϊσταμένη Αρχή.
ΕΚ Άρθρο 118
Εργατικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.1%
ΕΚ Άρθρο 118: Αρχή της ίσης μεταχείρισης των προσωρινά απασχολουμένων 1. Οι βασικοί όροι εργασίας των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας προσωρινής απασχόλησης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αποδοχές, κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής τους στον έμμεσο εργοδότη, είναι τουλάχιστον αυτοί που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον εν λόγω εργοδότη (τον έμμεσο εργοδότη) για να καταλάβουν την ίδια θέση. 2. Οι διατάξεις που αφορούν στην προστασία των εγκύων και γαλουχουσών γυναικών, στην προστασία των παιδιών και των νέων, καθώς και στην ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών και κάθε δράση για την καταπολέμηση οποιασδήποτε διάκρισης λόγω φύλου, φυλής, εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας, πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, εφαρμόζονται και στους προσωρινά απασχολούμενους. 3. α) Η διάρκεια της τοποθέτησης του εργαζομένου στον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τους τριάντα έξι (36) μήνες. β) Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που τίθενται από την παρούσα παράγραφο, επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη. 4. α) Αν συνεχίζεται η απασχόληση του εργαζομένου από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της ακόμα και με νέα τοποθέτηση, χωρίς να μεσολαβεί διάστημα είκοσι τριών (23) ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του εργαζόμενου και του έμμεσου εργοδότη. β) Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή εργαζόμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις όταν απασχολούνται σε ολιγοήμερες κοινωνικές εκδηλώσεις.
1305/2024
2024Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.6%
Μισθωτός, πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός, απασχολήθηκε από το 1991 σε βιομηχανική επιχείρηση καλωδίων, με μηνιαίες αποδοχές 3.410 ευρώ. Από το 2006 ήταν προϊστάμενος δύο τμημάτων παραγωγής, με ευθύνη τηλεπικοινωνιακών καλωδίων και οπτικών ινών, συντονίζοντας τουλάχιστον 30 εργαζόμενους. Μετά την απόλυση στενού συγγενή του τον 9/2015, παρατηρήθηκε αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις και μείωση αξιολόγησης για την περίοδο 12-1-2015 έως 15-2-2016. Κατά 4/2016-6/2016 σημειώθηκαν: ελλιπής συνεργασία, μη εφαρμογή μηχανογραφημένων προδιαγραφών τέλη 5/2016, καθυστέρηση παράδοσης παραγγελίας ΟΤΕ 6/2016, παράπονα για δύο οπτικά μικροκαλώδια τύπου 96FO, παρεκκλίνουσα συμπεριφορά σε εκπαίδευση 18-4-2016, μη αρμόδιες παρεμβάσεις σε τμήμα ποιοτικού ελέγχου 17-5-2016, απόρριψη εγγράφων αρχείου σε κάδο 19-20/5/2016, και έλλειψη προσοχής σε σύσκεψη 1-7-2016. Είχε λάβει συστάσεις από προϊστάμενο και διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού. Μετά από αναρρωτική άδεια, η σύμβαση καταγγέλθηκε στις 25-7-2016.
Το άρθρο 669 § 2 ΑΚ ορίζει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης, αλλά η άσκησή της περιορίζεται από το άρθρο 281 ΑΚ· κατά προφανή υπέρβαση των ορίων καλής πίστης/χρηστών ηθών/σκοπού δικαιώματος η καταγγελία είναι άκυρη (άρθρα 174, 180 ΑΚ) και γεννά μισθούς υπερημερίας (άρθρα 349, 350, 648, 656 ΑΚ). Κατ’ αναιρετικό έλεγχο, λόγος από 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο για ελλιπείς/αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ η εκτίμηση αποδείξεων δεν ελέγχεται (561 § 1 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο μισθωτός (αποδοχές 3.410 ευρώ) από το 2015 εμφάνισε πτώση απόδοσης και συμπεριφοράς. Ειδικότερα: μη εφαρμογή μηχανογραφημένων προδιαγραφών τέλη 5/2016, καθυστέρηση παράδοσης παραγγελίας ΟΤΕ 6/2016, παράπονα για δύο μικροκαλώδια 96FO, αντιδεοντολογικές ενέργειες σε εκπαίδευση 18-4-2016, παρεμβάσεις στο τμήμα ποιοτικού ελέγχου 17-5-2016, απόρριψη εγγράφων 19-20/5/2016 και απροσεξία σε σύσκεψη 1-7-2016. Είχαν προηγηθεί συστάσεις από ανωτέρους. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι η απόλυση συνδέθηκε αιτιωδώς με πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων, έλλειψη συνεργασίας και κλονισμό εμπιστοσύνης και όχι με εμπάθεια λόγω συγγενικής σχέσης. Οι αιτιάσεις περί ελλείψεων αιτιολογίας απορρίφθηκαν, διότι το αποδεικτικό πόρισμα ήταν σαφές και πλήρες, ενώ οι ισχυρισμοί περί διδαγμάτων κοινής πείρας αφορούσαν ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων και ήταν απαράδεκτοι.
Η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική, διότι τεκμηριώθηκε βαθμιαία πτώση απόδοσης και αντιδεοντολογική συμπεριφορά του μισθωτού (μη τήρηση προδιαγραφών 5/2016, καθυστέρηση παραγγελίας ΟΤΕ 6/2016, προβλήματα σε δύο μικροκαλώδια 96FO, περιστατικά 18-4-2016, 17-5-2016, 19-20/5/2016, 1-7-2016) και προηγούμενες συστάσεις, με συνέπεια κλονισμό εμπιστοσύνης. Το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τα άρθρα 669 § 2 και 281 ΑΚ και διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, επαρκείς για αναιρετικό έλεγχο, άρα ο λόγος από 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμος. Οι αιτιάσεις περί παραβίασης διδαγμάτων κοινής πείρας (559 αρ. 1β ΚΠολΔ) ήταν απαράδεκτες, διότι στρέφονταν κατά της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αναίρεσης απορρίφθηκαν και η αίτηση καταψηφίστηκε.
Απορρίπτει την από 20-07-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6420/720/24-08-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 2384/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3046/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
244/2025
2025Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.6%
Εργαζόμενη, Αλβανή υπήκοος με νόμιμη άδεια εργασίας, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μερικής απασχόλησης, την 20.5.2016, ως εργάτρια-καθαρίστρια-τραπεζοκόμος, με ωράριο 6 ώρες και 50 λεπτά ημερησίως, 5 εργάσιμες ημέρες εβδομαδιαίως, με μηνιαίες αποδοχές 400 ευρώ και ωρομίσθιο 3,93 ευρώ. Παρείχε υπηρεσίες καθαριότητας στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ". Κατά την πληρωμή της αμοιβής της υπέγραφε έγγραφα χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό τους, συμπεριλαμβανομένων λευκών εγγράφων. Τον Αύγουστο 2016 παραβρέθηκε σε συνάντηση του σωματείου εργαζομένων του νοσοκομείου για ενημέρωση σχετικά με εργασιακά ζητήματα και έκτοτε μετείχε ενεργά σε συναντήσεις και διαμαρτυρίες. Οι προϊστάμενοι του εργοδότη την απείλησαν με απόλυση λόγω της συνδικαλιστικής της δράσης και τη μετακίνησαν δυσμενώς, αναθέτοντάς της αποκλειστικά τον καθαρισμό των χειρουργείων α' ορόφου. Την 27.11.2016 αρνήθηκε να υπογράψει λευκό έγγραφο. Την 29.12.2016 ο εργοδότης της επέδωσε εξώδικη δήλωση λήξης σύμβασης, επικαλούμενος σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας ενός μηνός (27.11.2016 έως 27.12.2016), την οποία η εργαζόμενη είχε υπογράψει χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό της. Την 11.9.2017 προσλήφθηκε σε άλλη επιχείρηση ως καθαρίστρια με μερική απασχόληση 3 ωρών ημερησίως.
Το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 ορίζουν ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία, αλλά καθίσταται άκυρη ως καταχρηστική όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού σκοπού. Το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 ορίζει ευθέως ότι είναι άκυρη η καταγγελία για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, αρκεί αυτή να συνετέλεσε απλώς στη λήψη της απόφασης καταγγελίας. Το άρθρο 656 ΑΚ προβλέπει δικαίωμα μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας, το οποίο όμως υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εργαζόμενη εκτελούσε επιμελώς τα καθήκοντά της, συμμετείχε σε συναντήσεις του σωματείου εργαζομένων από τον Αύγουστο 2016, διαμαρτυρήθηκε για τις συνθήκες εργασίας και την υποχρέωση υπογραφής λευκών εγγράφων, απειλήθηκε με απόλυση και μετακινήθηκε δυσμενώς. Ο εργοδότης της απέσπασε την υπογραφή της σε σύμβαση ορισμένου χρόνου χωρίς τη βούλησή της και την απέλυσε την 27.12.2016. Κατά το διάστημα υπερημερίας από 28.12.2016 έως 28.12.2017 προσλήφθηκε σε άλλη επιχείρηση την 11.9.2017. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 281 ΑΚ και 14 παρ. 4 ν. 1264/1982, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική, καθώς συνετέλεσε σε αυτή η συνδικαλιστική δράση και οι διαμαρτυρίες της εργαζόμενης. Η προσκομιδή διακηρύξεων διαγωνισμών και συμβάσεων καθαρισμού δεν αποδεικνύει δόλια αποφυγή ανεύρεσης εργασίας, ενώ η πρόσληψή της σε άλλη επιχείρηση την 11.9.2017 αποδεικνύει προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη ως καταχρηστική, καθώς συνετέλεσε σε αυτή η νόμιμη συνδικαλιστική δράση της εργαζόμενης, η συμμετοχή της σε συναντήσεις του σωματείου εργαζομένων, οι διαμαρτυρίες της για τις συνθήκες εργασίας και η απαίτησή της να λαμβάνει γνώση των εγγράφων που υπέγραφε. Η αξίωση μισθών υπερημερίας για το διάστημα από 28.12.2016 έως 28.12.2017 δεν καθίσταται καταχρηστική, διότι δεν αποδείχθηκε δόλια και κακόβουλη αποφυγή ανεύρεσης άλλης εργασίας, ενώ η πρόσληψή της σε άλλη επιχείρηση την 11.9.2017 αποδεικνύει προσπάθεια απασχόλησης. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281, 656 ΑΚ και 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 και δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Απορρίπτει την από 10.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης ...2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1382/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
1672/2018
2018Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.5%
Εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία με αντικείμενο υπηρεσίες ταχυμεταφοράς ανέλαβε την 1/12/2010 κατάστημα δυνάμει σύμβασης πρακτορείας. Προσέλαβε την 29/12/2010 εργαζόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως κούριερ, με μηνιαίες αποδοχές 875,13 ευρώ. Εργαζόμενος την 30/3/2011 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας καταγγέλλοντας μη καταβολή επιδόματος Χριστουγέννων 2010, μη επικόλληση ενσήμων για περίοδο 1/12/2010-29/12/2010, μη αναγνώριση προϋπηρεσίας 8 ετών, και μη χορήγηση αναλυτικών εκκαθαρίσεων μισθοδοσίας. Εργοδότρια μετά την προσφυγή αναπροσάρμοσε μισθό αναγνωρίζοντας προϋπηρεσία, κατέβαλε αναδρομικές διαφορές, και χορήγησε εκκαθαριστικά σημειώματα. Την 31/8/2011, πέντε μήνες μετά την προσφυγή, εργοδότρια κατήγγειλε εγγράφως σύμβαση εργασίας χωρίς καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Την 25/7/2011 είχε λάβει χώρα περιστατικό με παραλαβή δέματος για αποστολή στο εξωτερικό με χρέωση παραλήπτη, διαδικασία που δεν εφαρμοζόταν.
Το άρθρο 281 ΑΚ θέτει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία κατά τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1, 5 ν. 3198/1955. Καταχρηστική είναι η καταγγελία όταν υπαγορεύεται από εμπάθεια, μίσος ή εκδίκηση λόγω προηγούμενης νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου. Ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει συγκεκριμένους λόγους που καθιστούν την καταγγελία καταχρηστική. Το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία οφειλόταν σε εμπάθεια και εκδικητικότητα λόγω της προσφυγής στην Επιθεώρηση Εργασίας, ότι οι επικαλούμενοι οικονομοτεχνικοί λόγοι ήταν προσχηματικοί, ότι δεν αποδείχθηκε αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα, ότι προσλήφθηκε αμέσως άλλος εργαζόμενος, και ότι το μεμονωμένο περιστατικό της 25/7/2011 δεν δικαιολογούσε την απόλυση. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε την καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, υποχρεώνοντας την εργοδότρια σε καταβολή μισθών υπερημερίας κατά τα άρθρα 349, 350, 656 ΑΚ για την περίοδο 1/9/2011-31/12/2012.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας. Συγκεκριμένα: 1) Δεν αναφέρονται περιστατικά ενδεικτικά του αρνητικού κλίματος του νομίμου εκπροσώπου που να σχετίζονται με την καταγγελία. 2) Δεν εξηγείται γιατί η εκδικητικότητα εκδηλώθηκε με καθυστέρηση 5 μηνών μετά την προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας. 3) Δεν αναφέρεται ότι η συμπεριφορά έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ με συγκεκριμένα περιστατικά. 4) Είναι αντιφατική η τακτοποίηση όλων των οικονομικών εκκρεμοτήτων και η μετά από μήνες καταγγελία. 5) Δεν δικαιολογείται επαρκώς η επαγγελματική επάρκεια παρά το περιστατικό της 25/7/2011 που θα κλόνιζε την εμπιστοσύνη. 6) Διαλαμβάνονται ανεπαρκείς αιτιολογίες για το αν η καταγγελία ήταν αναγκαία επιχειρηματική απόφαση και αντιφατικές αιτιολογίες για την ύπαρξη ηπιότερων μέσων, καθώς η αναφορά στην άμεση πρόσληψη άλλου εργαζομένου είναι ασαφής.
Αναιρεί την 2914/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τoν αναιρεσίβλητο να πληρώσει στους αναιρεσείοντες χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
439/2022
2022Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.5%
Τρεις εργαζόμενοι προσελήφθησαν από εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ο πρώτος στις 31.5.1996, ο δεύτερος στις 6.6.1996 και ο τρίτος στις 1.12.1998), απασχολούμενοι σε υποκατάστημα καζίνο, οι δύο πρώτοι ως συντηρητές τεχνικών μέσων και υλικών τυχερών παιχνιδιών και ο τρίτος ως χειριστής συστήματος εσωτερικής παρακολούθησης. Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά το προσήκοντα τρόπο, με συνέπεια και επαγγελματισμό. Στις 2.6.2008 ο εργοδότης προέβη σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, οι οποίες ακυρώθηκαν τελεσίδικα ως καταχρηστικές. Στις 20.1.2015 οι εργαζόμενοι πρόσφεραν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους και ο εργοδότης τους κάλεσε να επανέλθουν στις 16.2.2015. Κατά την επιστροφή τους δεν τους ανατέθηκε καμία εργασία και παρέμειναν άπραγοι. Στις 24.2.2015 ο εργοδότης προέβη σε νέες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους.
Το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερώς αναιτιώδης δικαιοπραξία, αλλά καθίσταται καταχρηστική και άκυρη όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό της, όπως εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εργαζόμενοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους με συνέπεια και επαγγελματισμό επί μακρόν χρονικό διάστημα, ότι επέδειξαν προθυμία να απασχοληθούν μετά την τελεσίδικη ακύρωση των προηγούμενων καταγγελιών, ότι ο εργοδότης δεν τους απασχολούσε πραγματικά και τους πίεζε να παραιτηθούν από τις αξιώσεις τους για μισθούς υπερημερίας, και ότι προέβη σε νέες καταγγελίες μετά από λίγες ημέρες. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι οι καταγγελίες οφείλονταν σε εμπάθεια λόγω της δικαστικής προσφυγής των εργαζομένων και της μη ενδοτικότητάς τους στις πιέσεις, και όχι σε κλονισμό της εμπιστοσύνης ή πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων, καθιστώντας τις καταχρηστικές και άκυρες.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την καταχρηστικότητα των καταγγελιών. Υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, η επίδικη καταγγελία υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού οφείλεται σε λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπο των εργαζομένων εκ μέρους του εργοδότη και όχι στον κλονισμό της εμπιστοσύνης. Η εμπάθεια προκλήθηκε από τη δικαστική προσφυγή των εργαζομένων για την ακύρωση των προγενέστερων καταγγελιών και τη μη ενδοτικότητά τους στις πιέσεις να παραιτηθούν από τις αξιώσεις για μισθούς υπερημερίας, και δεν είχε σχέση με τυχόν εργασιακή συμπεριφορά τους.
Απορρίπτει την από 25/6/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 151/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
987/2013
2013Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.4%
Μισθωτός προσλήφθηκε στις 23-2-2006 με σύμβαση ορισμένου χρόνου έως 30-9-2006, δεύτερη σύμβαση έως 31-3-2007 και από 1-4-2007 σύμβαση αορίστου χρόνου ως εργάτης, με ημερομίσθιο 29,68 ευρώ. Αμειβόταν με κλιμάκιο 020 - Α1 της επιχειρησιακής ΣΣΕ, ενώ διεκδίκησε ένταξη στο 040 - Α1 βάσει πρωτοκόλλου συμφωνίας 26-6-1998, επικαλούμενος ίση μεταχείριση με εργαζομένους ίδιου χρόνου υπηρεσίας. Επιδείκνυε ζήλο και επιμέλεια, εκπαιδεύτηκε στη Γερμανία και έλαβε πριμ παρουσίας και παραγωγής για Δεκέμβριο 2007. Στις 14-1-2008 κοινοποιήθηκε καταγγελία της σύμβασης χωρίς αιτιολογία, χωρίς προηγούμενη σύσταση και χωρίς ειδοποίηση του σωματείου. Οι μηνιαίοι μισθοί ήταν καταβλητέοι την τελευταία ημέρα κάθε μήνα και ζητήθηκαν μισθοί υπερημερίας για το διάστημα 14-1-2008 έως 10-4-2009.
Το άρθρο 669 § 2 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 ν. 2112/1920 και 1, 5 ν. 3198/1955, προβλέπει την αναιτιώδη καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου, η οποία περιορίζεται από το άρθρο 281 ΑΚ. Κατά υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, χρηστών ηθών και σκοπού του δικαιώματος, η καταγγελία είναι άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ) και γεννά μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ). Ως προς τους τόκους, όταν υπάρχει δήλη ημέρα καταβολής, αυτοί οφείλονται από την πάροδο της ημέρας (άρθρο 655 ΑΚ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο μισθωτός εργάστηκε από 23-2-2006, μετατράπηκε η σχέση σε αορίστου από 1-4-2007, με ημερομίσθιο 29,68 ευρώ, και διεκδίκησε ένταξη στο κλιμάκιο 040 - Α1 βάσει πρωτοκόλλου 26-6-1998. Η καταγγελία κοινοποιήθηκε στις 14-1-2008 χωρίς αιτιολογία ή προειδοποίηση, ενώ ο μισθωτός είχε επιδόσεις (εκπαίδευση στη Γερμανία, πριμ Δεκ. 2007). Οι μισθοί ήταν πληρωτέοι την τελευταία ημέρα κάθε μήνα και το διάστημα υπερημερίας ήταν 14-1-2008 έως 10-4-2009. Εφαρμόζοντας τα ως άνω, το δικαστήριο έκρινε ότι η απόλυση έγινε για λόγους εκδίκησης λόγω διεκδίκησης νόμιμης μισθολογικής κατάταξης, υπερβαίνοντας τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, καθιστώντας την καταγγελία άκυρη. Ως υπερήμερος, ο εργοδότης οφείλει μισθούς υπερημερίας και τόκους από την δήλη ημέρα κάθε μηνός.
Η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) απορρίφθηκε διότι οι αιτιολογίες του Εφετείου ήταν σαφείς και επαρκείς: η καταγγελία στις 14-1-2008 έγινε αποκλειστικά για λόγους εκδίκησης λόγω διεκδίκησης ένταξης στο κλιμάκιο 040 - Α1, χωρίς προηγούμενη σύσταση ή αιτιολογία, ενώ δεν αποδείχθηκε αμέλεια και ο μισθωτός είχε καλές επιδόσεις (εκπαίδευση στη Γερμανία, πριμ Δεκ. 2007). Οι ισχυρισμοί περί δικαστικής ομολογίας στις πρωτόδικες προτάσεις δεν στοιχειοθέτησαν δικαστική ομολογία κατά τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ· το Δελτίο Εργατικής Διαφοράς (18-1-2008) ως δημόσιο έγγραφο δεν παρέχει πλήρη απόδειξη των δηλώσεων (άρθρα 438, 440, 441 ΚΠολΔ) και εκτιμήθηκε ελεύθερα, ενώ το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα (μη συντρέχει 559 αριθμ. 11 περ. γ'). Η επιδίκαση τόκων υπερημερίας κρίθηκε ορθή, διότι οι μηνιαίοι μισθοί ήταν καταβλητέοι την τελευταία ημέρα κάθε μήνα (δήλη ημέρα), οπότε οι τόκοι οφείλονται από την πάροδο αυτής για το διάστημα 14-1-2008 έως 10-4-2009. Επιπλέον, η αναιρετική επίθεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ήταν απαράδεκτη (άρθρα 552, 553 ΚΠολΔ).
Απορρίπτει την από 4-4-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΒΙΟΠ ΤΕΜΠΟ Α.Ε. - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) και της υπ' αριθμ. 200/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
671/2018
2018Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.3%
Εργαζόμενη προσλήφθηκε στις 27-9-1981 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε αρχικά ως βοηθός κομμώτριας και από 1-7-2005 ως κομμώτρια. Οι μηνιαίες αποδοχές της συμφωνήθηκαν σε ποσοστό 40% επί της παραγωγής. Τον Αύγουστο 2010 δεν της καταβλήθηκε το επίδομα αδείας, αλλά της ανακοινώθηκε ότι θα της καταβαλόταν μεταγενέστερα. Διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας και στους υπεύθυνους του λογιστηρίου, επικαλούμενη τις οικονομικές της ανάγκες ως μητέρα τριών ανηλίκων παιδιών. Μετά την έντονη διαμαρτυρία, της καταβλήθηκε το επίδομα αδείας, αλλά ένα μήνα μετά την επιστροφή της από την άδεια της γνωστοποιήθηκε η μετά έξι μήνες απόλυσή της με προειδοποίηση στις 23-9-2010. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας συντελέστηκε στις 23-3-2011. Η εργοδότρια απαιτούσε από τους εργαζόμενους να φορούν στολές εργασίας με το λογότυπό της, χορηγούσε μόνο τη μία στολή και παρακρατούσε από το μισθό το ποσό των 60 ευρώ για τη δεύτερη στολή.
Το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ ορίζει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αν και αναιτιώδης, είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως όταν υπαγορεύεται από εμπάθεια, μίσος ή λόγους εκδίκησης. Τα άρθρα 57, 59, 932 και 914 ΑΚ προβλέπουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης όταν η καταγγελία συνιστά παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση μετά την έντονη διαμαρτυρία της εργαζόμενης για το επίδομα αδείας, χωρίς άλλο λόγο απόλυσης. Δέχθηκε ότι η καταγγελία έγινε από εμπάθεια και για λόγους εκδίκησης, καθώς η εργοδότρια επιθυμούσε να απαλλαγεί από την εργαζόμενη μετά τις διαμαρτυρίες της. Υπολόγισε μισθούς υπερημερίας 3.062,24 ευρώ για τρεις μήνες (1.020,80 ευρώ το μήνα), διαφορές αποδοχών 1.139,63 ευρώ και 360 ευρώ για στολές εργασίας. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 281, 174 και 180 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε την καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική. Ωστόσο, ως προς την ηθική βλάβη, δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς προσβλητικά της προσωπικότητας της εργαζόμενης. Το γεγονός της καταχρηστικής καταγγελίας δεν επιφέρει αυτομάτως προσβολή προσωπικότητας χωρίς περιστατικά που να θίγουν την εργαζόμενη στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε εν μέρει δεκτή διότι το Εφετείο, ενώ ορθά έκρινε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας άκυρη ως καταχρηστική λόγω εμπάθειας και εκδίκησης, εσφαλμένα επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το γεγονός της καταχρηστικής καταγγελίας δεν επιφέρει αυτομάτως προσβολή της προσωπικότητας της εργαζόμενης, εάν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιστατικά που να την θίγουν στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο. Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται τέτοια πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς που να μειώνουν την εργαζόμενη ως άτομο και εργαζόμενη και να προκαλούν ηθική βλάβη. Οι λόγοι αναίρεσης από τα άρθρα 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ κατά το δεύτερο σκέλος τους είναι βάσιμοι.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1173/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), κατά ένα μέρος και δη κατά το κεφάλαιό της, που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ.
1151/2023
2023Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.3%
Εργαζόμενος, υπήκοος αλλοδαπής, κάτοχος άδειας παραμονής για εργασία, προσλήφθηκε στις 19.6.2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως σερβιτόρος σε εστιατόριο, με ημερομίσθιο 27,18 ευρώ και πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία. Μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας στις 19.9.2006, συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες και η σύμβαση ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο. Εργοδότρια δεν κατέβαλε νόμιμες αποδοχές, δεν χορήγησε άδειες αναψυχής και τον είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ ως μερικά απασχολούμενο ενώ εργαζόταν με πλήρες ωράριο. Στις 5.5.2014 εργαζόμενος μαζί με τρεις συναδέλφους προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες εργασίας και τη μη καταβολή νομίμων αποδοχών. Εργοδότρια κατέβαλε στις 16.5.2014 το ποσό των 6.830,52 ευρώ και προέβη σε τακτοποίηση ασφαλιστικών εκκρεμοτήτων για την περίοδο 12/2011 έως 2/2014. Παρά ταύτα, εργαζόμενος και συνάδελφοί του εξακολούθησαν να διαμαρτύρονται για πλήρη εξόφληση. Στις 2.6.2014 εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας καταβάλλοντας αποζημίωση 1.564,21 ευρώ. Την ίδια ημέρα κατήγγειλε και τις συμβάσεις δύο εκ των τριών συναδέλφων που είχαν προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας. Εργαζόμενος ήταν έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων.
Το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 ορίζει ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση στα μισθολόγια ΙΚΑ. Η καταγγελία είναι άκυρη σε περίπτωση ελλιπούς καταβολής αποζημίωσης ή όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή από λόγους αντεκδικήσεως εξαιτίας νόμιμης μεν, μη αρεστής όμως στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εργοδότρια δεν κατέβαλε νόμιμες αποδοχές, δεν χορήγησε άδειες και ασφάλισε τον εργαζόμενο ως μερικά απασχολούμενο ενώ εργαζόταν πλήρως. Μετά την προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 5.5.2014 και παρά την καταβολή μέρους των οφειλομένων (6.830,52 ευρώ), ο εργαζόμενος εξακολούθησε να διεκδικεί πλήρη εξόφληση. Στις 2.6.2014 η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβασή του και των δύο συναδέλφων που είχαν προσφύγει μαζί του. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 281 και 932 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική και άκυρη, καθώς έγινε από εκδικητικούς λόγους επειδή ο εργαζόμενος διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του. Η χρονική εγγύτητα μεταξύ διαμαρτυρίας και απόλυσης, καθώς και η ταυτόχρονη απόλυση των συναδέλφων που διαμαρτυρήθηκαν, ενίσχυσαν την κρίση περί καταχρηστικότητας.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν καταχρηστική και άκυρη, καθώς έγινε από λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπο του εργαζομένου επειδή διεκδίκησε την ικανοποίηση των νομίμων εργασιακών του δικαιωμάτων (δεδουλευμένες αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές). Η εκδικητική διάθεση της εργοδότριας επιβεβαιώθηκε από τη χρονική εγγύτητα μεταξύ της διαμαρτυρίας στην Επιθεώρηση Εργασίας (5.5.2014) και της απόλυσης (2.6.2014), καθώς και από το γεγονός ότι απολύθηκαν ταυτόχρονα και οι δύο συνάδελφοι που διαμαρτυρήθηκαν μαζί του. Λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, η εργοδότρια περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου και υποχρεώθηκε στην καταβολή μισθών υπερημερίας 1.712,50 ευρώ και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης 1.000 ευρώ.
Απορρίπτει την από 17-9-2021 και με αριθμ. κατάθ. 7215/895/20.9.2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Β. Κ. Τ. Ε. Τ. Α. Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1085/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
1448/2023
2023Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.2%
Εργοδότης, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που λειτουργεί ως Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (Οικοτροφείο) κατά τα άρθρα 9 και 11 του ν. 2716/1999, προσέλαβε την 1.11.2014 εργαζόμενη, Αλβανή υπήκοο με νόμιμη άδεια διαμονής και εργασίας, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλο γενικών καθηκόντων με μηνιαίο μισθό 924 ευρώ. Η σύμβαση καταρτίστηκε ατύπως με την προοπτική άμεσης κατάρτισης έγγραφης σύμβασης και αναγγελίας της πρόσληψης στο ΙΚΑ. Η εργαζόμενη απασχολήθηκε σε μόνιμη βάση σε νυκτερινή βάρδια (23:00-07:00) και όχι σε πενθήμερο κυλιόμενο ωράριο όπως συμφωνήθηκε. Παρά τις συνεχείς οχλήσεις της εργαζόμενης για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας ως προς τη διαδικασία πρόσληψής της, ο εργοδότης αδρανούσε. Στις 8.12.2014, εντός της δωδεκάμηνης δοκιμαστικής περιόδου, ο εργοδότης την απέλυσε προφορικώς χωρίς να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1.11.2014 έως 8.12.2014.
Το άρθρο 74 παρ. 2 εδ. Α του ν. 3863/2010 ορίζει ότι η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως δοκιμαστική περίοδος για τους πρώτους δώδεκα μήνες και μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης. Ωστόσο, κατά τα άρθρα 167, 168, 648 ΑΚ, 3 ν. 2112/1920 και 5 ν. 3198/1955, η καταγγελία θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως. Η ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η καταγγελία της 8.12.2014 έγινε προφορικά, χωρίς τήρηση του έγγραφου τύπου, και λόγω των συνεχών οχλήσεων της εργαζόμενης για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας ως προς τη διαδικασία πρόσληψής της. Επίσης, ο εργοδότης δεν κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές ύψους 1.108 ευρώ, την αμοιβή νυκτερινής εργασίας 271,46 ευρώ και μισθούς υπερημερίας 2.513,28 ευρώ. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 281, 349, 350 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, καθώς έγινε λόγω της διεκδίκησης νόμιμων δικαιωμάτων από την εργαζόμενη. Η σύμβαση εξακολούθησε να παράγει έννομες συνέπειες και ο εργοδότης κατέστη υπερήμερος.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 281, 349, 350 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920, 1, 3 και 5 του ν. 3198/1955 και 74 Α παρ. 2 του ν. 3863/2010, κρίνοντας ότι η προφορική καταγγελία της σύμβασης εργασίας στις 8.12.2014 ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, καθώς έγινε εξαιτίας των συνεχών οχλήσεων της εργαζόμενης για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας. Η Υ5α,β/Γ.Π.οικ.39321/30.3.2010 Υπουργική Απόφαση δεν τυγχάνει εφαρμογής, καθώς θέτει όρους διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης των Μονάδων Ψυχικής Υγείας και δεν αφορά την εγκυρότητα της καταγγελίας σύμβασης εργασίας. Το δικαστήριο δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά με βάση ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα, άρα δεν υπήρξε έλλειψη αποδείξεως.
Απορρίπτει την από 16.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3296/391/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6560/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η με αριθμό 1372/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
87/2012
2012Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕργατικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.2%
Μισθωτοί σε βιομηχανική επιχείρηση εργάζονταν με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Η εργοδότρια προέβη σε καταγγελίες επικαλούμενη περιορισμό προσωπικού για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Η οικονομική πορεία της επιχείρησης ήταν κερδοφόρα και πριν τις απολύσεις δεν αναζητήθηκαν ηπιότερα μέσα. Καταβλήθηκε μειωμένη αποζημίωση απόλυσης, με ζήτημα ως προς τη διάκριση εργάτη/υπαλλήλου και τη διαφορά μεταξύ καταβληθείσας και νόμιμης αποζημίωσης. Οι τελευταίες μηνιαίες αποδοχές κάθε μισθωτού είχαν συγκεκριμένο συνολικό ύψος, χωρίς ανάλυση των επιμέρους επιδομάτων (χρονοεπιδόματα, γάμου, οικογενειακών βαρών), και μετά την καταγγελία δεν έγινε αποδοχή των υπηρεσιών τους, γεννώντας ζήτημα μισθών υπερημερίας για διάστημα ενός έτους.
Το άρθρο 669 § 2 ΑΚ ορίζει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία· η άσκησή της υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, και υπέρβαση των ορίων καλής πίστης, χρηστών ηθών ή σκοπού δικαιώματος συνεπάγεται ακυρότητα (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Για μισθούς υπερημερίας, το άρθρο 656 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ απαιτεί στοιχεία: σύμβαση, καταγγελία και λόγοι ακυρότητας, μη αποδοχή υπηρεσιών, και ύψος μισθού. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξαν απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους, καταβλήθηκε μειωμένη αποζημίωση, οι τελευταίες μηνιαίες αποδοχές κάθε μισθωτού είχαν συγκεκριμένο συνολικό ύψος χωρίς ανάλυση επιδομάτων, και η επίκληση καταχρηστικότητας βασίστηκε σε κερδοφορία και έλλειψη αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής. Οι μισθοί υπερημερίας αφορούσαν περίοδο 12 μηνών. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι για μισθούς υπερημερίας αρκεί ο προσδιορισμός του συνολικού μισθού κατά την καταγγελία χωρίς εξειδίκευση επιδομάτων, άρα η απόρριψη ως αόριστης ήταν πλημμελής. Αντίθετα, ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας ήταν αόριστος λόγω έλλειψης συγκεκριμένων συγκριτικών στοιχείων και αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής, οπότε δεν κατέτεινε σε υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αναίρεση έγινε δεκτή κατά το μέρος της απόρριψης της βάσης για μισθούς υπερημερίας, διότι η αγωγή περιείχε τα αναγκαία στοιχεία του άρθρου 216 ΚΠολΔ και 656 ΑΚ (σύμβαση, καταγγελία, μη αποδοχή υπηρεσιών, τελευταίες μηνιαίες αποδοχές ως συνολικό ποσό), χωρίς να απαιτείται ανάλυση επιδομάτων, άρα το Εφετείο εσφαλμένα την έκρινε αόριστη. Αντιθέτως, η επικουρική βάση περί καταχρηστικότητας ήταν αόριστη, αφού δεν παρατέθηκαν συγκεκριμένα παραγωγικά περιστατικά (π.χ. στοιχεία για τους παραμείναντες, αρχαιότητα, οικογενειακή/οικονομική κατάσταση, αντικειμενικά κριτήρια επιλογής) που να επιτρέπουν έλεγχο υπέρβασης των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Ορθώς το Εφετείο εξέτασε την επικουρική βάση χωρίς ειδικό παράπονο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.
Αναιρεί την 6087/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
539/2018
2018Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.2%
Δύο εργαζόμενοι προσλήφθηκαν ως ηχολήπτες σε ραδιοφωνικό σταθμό με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ο πρώτος στις 28-8-2008 και ο δεύτερος στις 16-3-2009). Εργάζονταν 5 ημέρες την εβδομάδα και 35 ώρες εβδομαδιαία, με μηνιαίες αποδοχές 2.118 ευρώ για τον πρώτο και το προβλεπόμενο από τη ΣΣΕ για τον δεύτερο. Εργάζονταν υπερωριακά κατά τις νύκτες και Κυριακές. Εργοδότης αναγνώρισε οφειλή 11.036,60 ευρώ για υπερωρίες με ιδιωτικό συμφωνητικό της 4-10-2012. Εργοδότης άσκησε πιέσεις για υπογραφή νέων συμβάσεων με μείωση αποδοχών τουλάχιστον 20%. Την 1-12-2011 απολύθηκε ο προϊστάμενος των εργαζομένων ως μορφή πίεσης, με μεταγενέστερη ανάκληση της απόλυσης. Την 19-3-2012 το συνδικαλιστικό σωματείο ΕΤΕΡ άρχισε απεργιακές κινητοποιήσεις. Την 3-4-2012 εργοδότης κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων.
Το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920, 1 και 5 ν. 3198/1955 ορίζει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, αλλά η άσκηση του δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός. Προφανής υπέρβαση συντρέχει όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή εκδίκηση λόγω νόμιμης συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως η διεκδίκηση δεδουλευμένων αποδοχών. Το εφετείο διαπίστωσε ότι οι εργαζόμενοι εργάζονταν υπερωριακά, ο εργοδότης αναγνώρισε οφειλή 11.036,60 ευρώ, άσκησε πιέσεις για μείωση αποδοχών τουλάχιστον 20%, και κατήγγειλε τις συμβάσεις την 3-4-2012 λόγω της διεκδίκησης των νομίμων αποδοχών και της άρνησης μείωσης μισθού. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το εφετείο έκρινε ότι ο εργοδότης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ηπιότερα μέσα όπως απασχόληση σε παρεμφερείς εργασίες του επιχειρηματικού ομίλου ή μερική απασχόληση, και ότι η καταγγελία υπερέβη τα όρια που θέτει ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας. Το εφετείο βασίμως έκρινε ότι η καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική, καθόσον ο εργοδότης απέλυσε τους εργαζομένους λόγω της διεκδίκησης των νομίμων αποδοχών τους και της άρνησής τους να δεχθούν μείωση αποδοχών, χωρίς να εφαρμόσει ηπιότερα μέτρα όπως απασχόληση σε παρεμφερείς εργασίες του επιχειρηματικού ομίλου ή μερική απασχόληση. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης απορρίφθηκε διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις.
Απορρίπτει την από 8-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 3052/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
1070/2020
2020Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.2%
Εργαζόμενη προσελήφθη στις 2-3-2011 με σύμβαση ορισμένου χρόνου μέχρι 2-5-2011, μερικής απασχόλησης (πενθήμερο, 30 ώρες εβδομαδιαίως), ως ραδιοτηλεφωνήτρια με κυλιόμενες βάρδιες. Μετά τις 2-5-2011 συνέχισε να εργάζεται με πλήρες ωράριο 36-40 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ τα αναρτώμενα στο Σ.ΕΠ.Ε. προγράμματα διέφεραν από τα πραγματικά. Σε πρόγραμμα Σεπτεμβρίου 2011 προβλέπονταν τρεις 8ωρες βάρδιες εβδομαδιαίως και εργασία 4-5 ημέρες. Τον επίδικο μήνα εργάστηκε 152 ώρες (19 ημέρες x 8 ώρες), δηλαδή 32 ώρες πέραν της συμφωνημένης μερικής απασχόλησης, αλλά αμείφθηκε μόνο για 16 ώρες υπερεργασίας. Διαμαρτυρήθηκε για τον υπολογισμό αποδοχών και τη μη έγκαιρη γνωστοποίηση προγράμματος, κατοικώντας εκτός έδρας, γεγονός που δυσχέραινε την οργάνωση της. Της γνωστοποιήθηκε ότι τίθεται εκτός προγράμματος για 10-12/12/2011. Προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και απέστειλε εξώδικη διαμαρτυρία στις 12-12-2011. Η εργασιακή σχέση καταγγέλθηκε στις 20-12-2011.
Το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού/οικονομικού σκοπού· καταχρηστική καταγγελία είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ. Το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ επιτρέπει αναίρεση για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης. Το άρθρο 656 ΑΚ θεσπίζει μισθό υπερημερίας και επιτρέπει έκπτωση ωφέλειας, εφόσον προσδιορίζεται ειδικά. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εργαζόμενος από 2-3-2011 εργάστηκε αρχικά μερικώς και κατόπιν 36-40 ώρες εβδομαδιαίως, με πραγματικά προγράμματα διαφορετικά από τα κατατεθειμένα. Κατά μήνα εργάστηκε 152 ώρες, με αμοιβή για 16 ώρες υπερεργασίας, ενώ είχε 32 ώρες πέραν της μερικής απασχόλησης. Υπήρξαν διαμαρτυρίες για αποδοχές και πρόγραμμα και αποκλεισμός από βάρδιες 10-12/12/2011, ακολουθούμενος από καταγγελία 20-12-2011. Η ένσταση έκπτωσης ωφέλειας στηρίχθηκε σε απασχόληση σε κατάστημα χωρίς συγκεκριμένο ποσό. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, εξετάστηκε αν οι διαμαρτυρίες αρκούν μόνες τους να τεκμηριώσουν εκδικητικό κίνητρο της διοίκησης· κρίθηκε ότι απαιτούνται ειδικά περιστατικά και προσδιορισμός του προσώπου και σύνδεσης με την καταγγελία, που δεν παρατέθηκαν επαρκώς. Αντίθετα, η ένσταση άρθρου 656 ΑΚ ορθά απορρίφθηκε ως αόριστη λόγω μη προσδιορισμού ωφέλειας.
Έγιναν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 281 ΑΚ και στήριξε την καταχρηστικότητα της καταγγελίας αποκλειστικά στη διαμαρτυρία του μισθωτού χωρίς παράθεση ειδικών περιστατικών που να εξηγούν εκδικητικό σκοπό και χωρίς να διευκρινίζει ποιο όργανο της διοίκησης ενήργησε με εμπάθεια και τη σύνδεση αυτής με την καταγγελία, με αποτέλεσμα ανεπαρκείς αιτιολογίες και έλλειψη νόμιμης βάσης. Αντιθέτως, ο λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίφθηκε, αφού η ένσταση έκπτωσης ωφέλειας του άρθρου 656 ΑΚ ήταν αόριστη, μη προσδιορίζοντας συγκεκριμένο ποσό ωφέλειας. Κατά συνέπεια, η απόφαση αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε.
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 4506/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.-
382/2012
2012Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.1%
Εργαζόμενος σε ιδιωτικό νομικό πρόσωπο προσλήφθηκε στις 27.11.1980 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος (λογιστής Β’) και από ένα σημείο εργαζόταν στην Υπηρεσία Ακινήτων με καθήκοντα επίδειξης, εκμίσθωσης, πώλησης, συντήρησης, σύνταξης μισθωτηρίων, επικοινωνίας με μισθωτές, συνεργασίας με Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών και συμμετοχής σε επιτροπές εκμισθώσεων και εκποιήσεων για περίπου 700 ακίνητα, χωρίς επαρκή μηχανοργάνωση και εξειδικευμένο προσωπικό. Ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση, συγκρότησε συνδικαλιστική παράταξη και κινητοποίησε εργαζομένους για προστασία εργασιακών δικαιωμάτων. Η καταγγελία της σύμβασης έγινε στις 03.11.2005, δύο ημέρες πριν από προγραμματισμένες εκλογές του συλλόγου, όπου η παράταξη που στήριζε έλαβε 5 από τις 7 έδρες. Ο εργοδότης επικαλέστηκε ανεπαρκή απόδοση και ζημία (υπολογιζόμενη σε 28.000 ευρώ), ενώ δεν είχαν προηγηθεί παρατηρήσεις ή συστάσεις. Λόγω ακυρότητας της απόλυσης, οφείλονται μισθοί υπερημερίας για 04.11.2005 έως 31.12.2006, συνολικά 19.792,64 ευρώ.
Το άρθρο 281 ΑΚ περιορίζει την άσκηση δικαιωμάτων όταν υπερβαίνονται τα όρια καλής πίστης, χρηστών ηθών ή κοινωνικοοικονομικού σκοπού, ενώ το άρθρο 669 §2 ΑΚ ορίζει την καταγγελία ως αναιτιώδη. Το άρθρο 14 §4 του Ν. 1264/1982 καθιστά άκυρη την καταγγελία για νόμιμη συνδικαλιστική δράση. Η υπέρβαση επιφέρει ακυρότητα κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Για μισθούς υπερημερίας εφαρμόζονται τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εργαζόμενος απασχολήθηκε από 27.11.1980 έως 03.11.2005 σε καθήκοντα διαχείρισης ακινήτων περίπου 700 μονάδων χωρίς επαρκή μηχανοργάνωση, ανέπτυξε έντονη και νόμιμη συνδικαλιστική δράση, συγκρότησε παράταξη και δύο ημέρες πριν από εκλογές όπου η παράταξη έλαβε 5/7 έδρες απολύθηκε. Δεν είχαν προηγηθεί παρατηρήσεις. Ο εργοδότης επικαλέστηκε ζημία 28.000 ευρώ και ελλείψεις, αλλά τα καθήκονά του υπόκειντο σε αποφάσεις διοίκησης. Οφείλονται μισθοί υπερημερίας 19.792,64 ευρώ (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο εξέτασε αν η αιτία της καταγγελίας συνδέθηκε αιτιωδώς με τη συνδικαλιστική δράση και αν οι επικαλούμενοι οικονομικοτεχνικοί λόγοι ήταν προσχηματικοί. Διαπίστωσε ότι η απόλυση υπαγορεύθηκε από εχθρότητα/εκδίκηση λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δραστηριότητας, υπερβαίνοντας τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, η καταγγελία είναι άκυρη και ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι το Εφετείο αιτιολόγησε πλήρως και σαφώς ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, υποκινούμενη από νόμιμη συνδικαλιστική δράση και εχθρότητα/εκδίκηση, ενώ οι προβαλλόμενοι λόγοι περί κακής επίδοσης ήταν προσχηματικοί. Οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ (αρ. 19, 8, 11, 13 και 1) κρίθηκαν αβάσιμοι/απαράδεκτοι: δεν υπήρξε έλλειψη νόμιμης βάσης ή αντιστροφή βάρους απόδειξης (άρθρο 338 §1 ΚΠολΔ), και οι πρόσθετες αιτιολογίες περί μη έγκαιρης καταβολής δόσης αποζημίωσης ήταν επάλληλες και πλεοναστικές. Κατά συνέπεια, διατηρείται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας 19.792,64 ευρώ για 04.11.2005–31.12.2006.
Απορρίπτει την, από 21-1-2011, αίτηση του Φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", για αναίρεση της 58/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
868/2018
2018Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.1%
Εργαζόμενος προσλήφθηκε στις 29.5.1992 ως φύλακας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Μετά από απόσχιση κλάδου, συνέχισε την εργασία του στην εργοδότρια εταιρεία από 1.1.2005 με αναγνώριση προϋπηρεσίας και μηνιαίες αποδοχές 948,72 ευρώ (αργότερα 1.709,98 ευρώ). Ήταν αξιόλογος εργαζόμενος με ευδόκιμη υπηρεσία, κάτοχος άδειας ασκήσεως επαγγέλματος και συμμετοχή σε σεμινάρια ασφαλείας. Ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση ως ενεργό μέλος συνδικαλιστικού σωματείου και διετέλεσε αντιπρόσωπος από Φεβρουάριο 2006 έως Φεβρουάριο 2009. Από 17.2.2008 έως 14.10.2008 απασχολήθηκε σε εργασία με διαστήματα περιπολίας και ανάπαυσης. Ακολούθως τοποθετήθηκε σε διάφορα πολυκαταστήματα με απαιτήσεις πολύωρου ορθοστατισμού. Έπασχε από οσφυιοϊσχυαλγία με στενώσεις μεσοσπονδυλίου δίσκου που επέβαλαν αποφυγή πολύωρης ορθοστασίας. Από Οκτώβριο 2008 ζήτησε αλλαγή θέσης εργασίας ενημερώνοντας προϊσταμένους για το πρόβλημα υγείας του, αλλά συνάντησε άρνηση. Τον Φεβρουάριο 2009 παραπονέθηκε για μη τήρηση του άρθρου 10 παρ.1 του ν. 1568/1985 σχετικά με ιατρό εργασίας. Το συνδικαλιστικό σωματείο ζήτησε έλεγχο από το ΚΕΠΕΚ που διενεργήθηκε στις 10.3.2009. Μετά τον έλεγχο, η εργοδότρια εταιρεία συνέχισε να τον απασχολεί σε θέσεις πλήρους ορθοστατισμού. Στις 20.3.2009 η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ηλικία εργαζομένου κατά την απόλυση: 44 ετών.
Το άρθρο 281 του ΑΚ επιβάλλει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, απαγορεύοντας την υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Προφανής υπέρβαση συντρέχει όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή εκδίκηση λόγω νόμιμης συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως η διεκδίκηση τήρησης των συμφωνημένων όρων εργασίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εργαζόμενος ήταν αξιόλογος με ευδόκιμη υπηρεσία χωρίς προηγούμενα παραπτώματα, έπασχε από οσφυιοϊσχυαλγία που επέβαλε αποφυγή πολύωρης ορθοστασίας, διεκδίκησε αλλαγή θέσης εργασίας από Οκτώβριο 2008, προκάλεσε έλεγχο από ΚΕΠΕΚ στις 10.3.2009, και η καταγγελία ακολούθησε στις 20.3.2009 με προσχηματικές αιτιάσεις πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων που δεν κρίθηκαν πειστικές. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική, υπαγορευθείσα από εμπάθεια και εκδικητικότητα επειδή ο εργαζόμενος διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματα προστασίας της υγείας του, και ως εκ τούτου άκυρη κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν καταχρηστική, υπαγορευθείσα από εμπάθεια και εκδικητικότητα των εκπροσώπων της εργοδότριας εταιρείας σε βάρος του εργαζομένου, επειδή ο τελευταίος διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του προς προστασία της επιβαρυμένης υγείας του. Οι επικαλούμενοι λόγοι καταγγελίας περί πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων κρίθηκαν προσχηματικοί και μη πειστικοί. Η υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα μέχρι την άρση της υπερημερίας είναι νόμιμη κατά τα άρθρα 349, 350, 648, 656 ΑΚ και 69 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αφού οι αποδοχές αυτές δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή εργασίας που αποκρούστηκε με την άκυρη καταγγελία. Ο ισχυρισμός καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος λήψης αποδοχών υπερημερίας απορρίφθηκε ως αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε κακόβουλη αποφυγή απασχόλησης σε άλλο εργοδότη.
Απορρίπτει την από 29.1.2015 και με αριθ. κατάθ. 1178/21.12.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 6195/11.11.2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
793/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕργατικό Δίκαίο
Σχετικότητα: 98.1%
Εργαζόμενος, ειδικότητας θερμαστή, προσλήφθηκε στις 16-7-2016 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (16-7-2016 έως 16-10-2016), η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Απασχολείτο σε έργο εταιρείας στο Γ.Ν. Βόλου από Τρίτη έως Σάββατο, 08:00-16:15, αντί μηνιαίου μισθού 720 ευρώ. Εργοδότης κατήγγειλε τη σύμβαση στις 3-4-2019, καταγγελία που κηρύχθηκε άκυρη ως καταχρηστική με τελεσίδικη απόφαση (27/2020 Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, επικυρωθείσα με 343/2022 Μονομελούς Εφετείου Λάρισας). Η σύμβαση έργου της εταιρείας με το Νοσοκομείο Βόλου έληξε στις 7-3-2020. Εργαζόμενος επεδίωξε να εργασθεί με την ειδικότητά του σε άλλη εταιρεία που συμμετείχε σε διαγωνισμό για το ίδιο έργο, αλλά δεν κατακυρώθηκε σε αυτήν. Εργοδότης δεν απασχόλησε τον εργαζόμενο από Φεβρουάριο 2020 έως Οκτώβριο 2022.
Το άρθρο 656 § 1 εδ. α ΑΚ προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη που βρίσκεται σε υπερημερία να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, η οποία υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η υπ' αριθμό 27/2020 τελεσίδικη απόφαση παρήγαγε δεδικασμένο ως προς τα εξής: α) η σύμβαση ήταν εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) η καταγγελία στις 3-4-2019 ήταν άκυρη, και γ) ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία και όφειλε μισθούς υπερημερίας από 3-4-2019 έως 7-2-2020. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το δεδικασμένο επεκτεινόταν και στην ένσταση του εργοδότη ότι η σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και έληξε στις 7-3-2020, διότι η εργοδότρια δεν επικαλέσθηκε ότι η σύμβαση αορίστου χρόνου είχε λυθεί νόμιμα με άλλο τρόπο μετά την περιέλευσή της σε υπερημερία. Περαιτέρω, το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εργαζόμενος δεν παρέμεινε ηθελημένα άνεργος, δηλαδή δεν απέφυγε αδικαιολόγητα και από κακοβουλία να ανεύρει εργασία ως θερμαστής σε άλλον εργοδότη. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 321, 322, 324 και 330 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η ένσταση περί λήξης της σύμβασης ήταν απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, και εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως αβάσιμη, καθώς δεν αποδείχθηκε ηθελημένη ανεργία του εργαζομένου.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι το δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση 27/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου επεκτεινόταν στην ένσταση του εργοδότη ότι η σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και έληξε, καθώς η απόφαση είχε κρίνει την σύμβαση ως αορίστου χρόνου και η εργοδότρια δεν επικαλέσθηκε άλλο τρόπο λύσης της σύμβασης. Περαιτέρω, η παραδοχή ότι ο εργαζόμενος δεν παρέμεινε ηθελημένα άνεργος αρκούσε για την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς δεν αποδείχθηκε αδικαιολόγητη και κακόβουλη αποφυγή εξεύρεσης εργασίας.
Απορρίπτει την από 24-4-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23/24-4-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 70/1-3-2024 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
97/2025
2025Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.0%
Εργαζόμενος απασχολούνταν ως παρκαδόρος-πλύντης σε εταιρεία, αφού είχε μεταταχθεί από τη θέση ταμία. Η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε στις 5-1-2017 κατά τη διάρκεια άδειας αναψυχής. Μετά την πρώτη αγωγή του για μισθούς υπερημερίας, άσκησε στις 8-11-2017 αγωγή για αποζημίωση απόλυσης ύψους 5.459,72 ευρώ, την οποία εισέπραξε στις 19-9-2018. Στις 23-3-2018 προσλήφθηκε με σύμβαση αορίστου χρόνου ως παρκαδόρος σε άλλη εταιρεία ομοίων συμφερόντων με την εργοδότρια. Η εργασιακή σχέση διακόπηκε για ένα μήνα και συνεχίστηκε από 18-12-2018. Μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης στις 11-2-2020 που αναγνώρισε τελεσίδικα την ακυρότητα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος δεν προσήλθε για επαναπασχόληση επί οκτώ μήνες. Στις 13-10-2020 απέστειλε εξώδικη δήλωση ότι θα προσέλθει για εργασία ως ταμίας και όχι ως παρκαδόρος-πλύντης. Στις 16-10-2020 του κοινοποιήθηκε νέα καταγγελία και του προσφέρθηκε αποζημίωση 2.247,32 ευρώ, την οποία εισέπραξε στις 19-10-2020. Στις ...-2020 άσκησε αγωγή για μισθούς υπερημερίας από 1-1-2018 έως 16-10-2020.
Το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα. Μόνη η αδράνεια, έστω μακροχρόνια, δεν αρκεί, αλλά απαιτούνται επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες από την προηγηθείσα συμπεριφορά των μερών. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο εργαζόμενος, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, άσκησε αγωγή για αποζημίωση απόλυσης 5.459,72 ευρώ και την εισέπραξε. Προσλήφθηκε τον Μάρτιο 2018 σε εταιρεία ομοίων συμφερόντων ως παρκαδόρος. Από 11-2-2020 έως 13-10-2020 (οκτώ μήνες) δεν προσήλθε για επαναπασχόληση. Στις 19-10-2020 εισέπραξε και τη δεύτερη αποζημίωση 2.247,32 ευρώ. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι η επιλογή της αποζημίωσης απόλυσης, η τριετής αδράνεια, η πρόσληψη σε άλλη εταιρεία, η μη προσέλευση επί οκτώ μήνες μετά την τελεσίδικη απόφαση, και η είσπραξη δεύτερης αποζημίωσης δημιούργησαν στην εργοδότρια την εύλογη πεποίθηση ότι ο εργαζόμενος αποδέχεται τη λύση της σύμβασης.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στο άρθρο 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, η άσκηση της αγωγής για αποζημίωση απόλυσης μετά τις δύο πρώτες αγωγές για μισθούς υπερημερίας, η μεταγενέστερη μετά τριετία αξίωση και πάλι μισθών υπερημερίας, η επί τριετία αδράνεια, η μη εμφάνιση για ανάληψη εργασίας επί οκτώ μήνες μετά τη δημοσίευση της εφετειακής απόφασης, η σιωπή του εργαζομένου, και η αποστολή εξώδικης δήλωσης για εργασία σε διαφορετική θέση από αυτή που απασχολείτο κατά την απόλυση, δημιούργησαν στην εργοδότρια την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το επίδικο δικαίωμα. Η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθιστώντας την άσκησή του καταχρηστική.
Απορρίπτει την από ...-2024 αίτηση για αναίρεση της .../2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
1046/2018
2018Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.0%
Εργαζόμενος προσλήφθηκε την 16-9-2003 από εταιρεία εκμετάλλευσης καζίνο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός λεωφορείου. Απασχολήθηκε μέχρι την 5-8-2010, οπότε εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση και κατέβαλε αποζημίωση ύψους 13.003,11 ευρώ. Η καταγγελία κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική με αμετάκλητη απόφαση, διότι εργοδότρια μπορούσε να τοποθετήσει εργαζόμενο σε άλλη θέση (φύλακα). Με προηγούμενη αγωγή επιδικάστηκαν αποδοχές υπερημερίας ύψους 11.837,46 ευρώ για το διάστημα 6-8-2010 έως 8-3-2011. Εργαζόμενος υπέβαλε την 27-4-2012 αίτηση για σύνταξη γήρατος, η οποία εγκρίθηκε με απόφαση ΙΚΑ-ΕΤΑΜ της 24-2-2014, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη ύψους 1.237,11 ευρώ μηνιαίως από 27-4-2012. Εργοδότρια δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του από την καταγγελία και δεν προέβη σε νέα έγκυρη καταγγελία.
Το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, και οι πράξεις του υπόχρεου να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εργαζόμενος υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης την 27-4-2012 και λαμβάνει σύνταξη γήρατος ύψους 1.237,11 ευρώ μηνιαίως από την ημερομηνία αυτή, γεγονός που υποδηλώνει βούληση να μην παρέχει εργασία. Η αγωγή επιδόθηκε την 3-6-2014, τρία έτη και δέκα μήνες μετά την καταγγελία. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η επιδίωξη λήψης μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά τη συνταξιοδότηση (από 27-4-2012) συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθώς η συμπεριφορά του εργαζομένου δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στην εργοδότρια ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε κατά το μέρος που αφορά στο χρονικό διάστημα μετά τη συνταξιοδότηση (από 27-4-2012), διότι η συμπεριφορά του εργαζομένου πριν από την άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε μπορούσαν να δημιουργήσουν στην εργοδότρια την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμο και να την αποτρέψουν είτε από την πραγματική απασχόλησή του (λόγω της συνταξιοδότησής του) είτε από την εκ νέου έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Η αίτηση έγινε δεκτή κατά το μέρος που αφορά στο χρονικό διάστημα πριν τη συνταξιοδότηση (από 9-3-2011 έως 27-4-2012), διότι το εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς δεν διαλαμβάνει σαφώς κάποιο περιστατικό δηλωτικό της βούλησης του εργαζομένου να μην παρέχει εργασία κατά το προ της υποβολής της αιτήσεως προς συνταξιοδότηση χρονικό διάστημα.
Αναιρεί εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 369/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. -Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
179/2016
2016Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.0%
Εργοδότρια εταιρεία στον κλάδο εισαγωγής βιομηχανικού εξοπλισμού απασχόλησε εργαζόμενη από 4-5-2007 ως γραμματέα εμπορικού τμήματος, πενθήμερο 08:00-16:00. Η εργαζόμενη απέκτησε τρία τέκνα και έλαβε νόμιμες άδειες. Λόγω μείωσης κύκλου εργασιών, εφαρμόστηκε εκ περιτροπής απασχόληση: από 8-11-2010 έως 30-6-2011 εναλλάξ τετραήμερη εβδομάδα, και από 28-3-2011 έως 30-9-2011 δύο ημέρες (Τρίτη–Τετάρτη) 08:00-16:00, γνωστοποιημένες στην Επιθεώρηση Εργασίας. Στις 20-4-2012 αποφασίστηκε για την εργαζόμενη εκ περιτροπής δύο ημέρες εβδομαδιαίως έως 31-12-2012, με έγγραφη γνώση και υπογραφή. Στις 31-12-2012 επήλθε καταγγελία της σύμβασης ενώ η εργαζόμενη βρισκόταν σε ολιγοήμερη αναρρωτική άδεια· η προστασία μητρότητας (18 μήνες κατά ν. 3996/2011) είχε λήξει τρεις ημέρες πριν. Ζητήθηκαν αποδοχές υπερημερίας για 1-1-2013 έως 31-12-2013 ποσού 18.256,49 ευρώ με νόμιμους τόκους.
Το άρθρο 669 § 2 ΑΚ προβλέπει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής και αναιτιώδης, ενώ το άρθρο 281 ΑΚ θέτει όρια καλής πίστης και σκοπού δικαιώματος· υπέρβαση τα καθιστά άκυρη (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Αν η καταγγελία είναι καταχρηστική, ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει μισθούς (άρθρα 349, 350, 656 ΑΚ). Κατά ΚΠολΔ 559 αρ. 1 και 19, ελέγχεται εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη/ανεπάρκεια αιτιολογιών. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι εφαρμόστηκαν επανειλημμένα σχήματα εκ περιτροπής εργασίας (3-11-2010, 23-3-2011, 20-4-2012) με δύο ημέρες εβδομαδιαίως έως 31-12-2012, και ότι η καταγγελία έγινε στις 31-12-2012, τρεις ημέρες μετά τη λήξη της 18μηνης προστασίας. Δεν προσδιορίστηκε συγκεκριμένο όργανο της εταιρείας με εμπάθεια, ούτε συγκεκριμένα περιστατικά αρνητικού κλίματος, ούτε αιτιολογήθηκε γιατί η υποτιθέμενη εκδικητικότητα εκδηλώθηκε μετά από έτη. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η ελάσσονα πρόταση στερείται επαρκών πραγματικών περιστατικών για προφανή υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ, ότι η χρονική εγγύτητα με το πέρας της προστασίας δεν αρκεί, και ότι δεν αιτιολογήθηκε η επιδίκαση πλήρων μισθών υπερημερίας χωρίς έρευνα συνέχισης των λόγων εκ περιτροπής απασχόλησης.
Η απόφαση αναιρέθηκε διότι το δικαστήριο της ουσίας: (α) εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 281 ΑΚ, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά εμπάθειας/εκδίκησης ή να προσδιορίσει το αρμόδιο όργανο που τα ενσάρκωσε, (β) δεν εξήγησε την χρονική καθυστέρηση εκδήλωσης της υποτιθέμενης εκδικητικότητας και δεν ανέφερε πρόσφατα περιστατικά συνδέοντα τη συμπεριφορά με την καταγγελία, (γ) δεν εξέτασε αν μετά την 31-12-2012 εξακολουθούσαν οι λόγοι εκ περιτροπής απασχόλησης ώστε να δικαιολογηθούν πλήρεις μισθοί υπερημερίας για 1-1-2013 έως 31-12-2013, (δ) θεμελίωσε καταχρηστικότητα σε «μη επιλογή ηπιότερου μέτρου» που δεν είχε προβληθεί ως αγωγική βάση, και (ε) άφησε αδίκαστο το κύριο αίτημα τόκων επιδικίας, επιδικάζοντας μόνο τόκους υπερημερίας από δήλες ημέρες. Επιπλέον, η απόλυση τρεις ημέρες μετά τη λήξη της 18μηνης προστασίας (ν. 3996/2011) δεν αρκεί άνευ πρόσθετων περιστατικών για καταχρηστικότητα.
Δέχεται την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Αναιρεί την 6298/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
287/2024
2024Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.0%
Εργαζόμενος, Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, προσλήφθηκε την 7.6.2004 από εταιρεία κοινής ωφελείας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως τομεάρχης συντήρησης εγκαταστάσεων παροχής ισχύος. Παρείχε υπηρεσίες έως 28.7.2010, οπότε η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Η καταγγελία κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική με τελεσίδικη απόφαση το 2015, που επιδίκασε μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 28.7.2010 έως 28.7.2012 ποσού 79.015,95 ευρώ. Με απόφαση παραπομπής το 2019 επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας 34.500,21 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση 5.000 ευρώ. Εργαζόμενος επανήλθε στην εργασία στις 30.6.2016 ως Τμηματάρχης Συντήρησης Ηλεκτροδότησης και αργότερα ως Μηχανικός Μελετών. Εργαζόμενος δεν αναζήτησε άλλη εργασία κατά το διάστημα από την άκυρη καταγγελία έως την επάνοδο, παρά τα επαγγελματικά του προσόντα, την εμπειρία και την προϋπηρεσία του.
Το άρθρο 656 ΑΚ προβλέπει ότι όταν ο εργοδότης γίνει υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Το δικαίωμα αυτό υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεως του εργαζομένου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εργαζόμενος ηθελημένα και από κακοβουλία παρέλειψε να βρει αλλού εργασία σχετική με την εμπειρία και τα προσόντα του ως Διπλωματούχου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, την οποία θα μπορούσε ευχερώς να εξεύρει. Δέχθηκε ότι τέτοια εργασία θα μπορούσε να ανεύρει σε σύντομο χρονικό διάστημα και όχι τρία έτη μετά την τελεσιδικία της απόφασης που έκρινε την ακυρότητα της καταγγελίας. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι με την παράλειψη αναζήτησης εργασίας και την άσκηση αγωγής τρία έτη μετά τη δικαίωσή του, ο εργαζόμενος δημιούργησε στην εργοδότρια την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, υπερβαίνοντας έτσι τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η αξίωση μισθών υπερημερίας για το διάστημα από 29.7.2012 έως 29.6.2016 ήταν καταχρηστική. Ειδικότερα, ο εργαζόμενος ηθελημένα και από κακοβουλία παρέλειψε να αναζητήσει άλλη εργασία αντίστοιχης ειδικότητας και αποδοχών, την οποία θα μπορούσε ευχερώς να ανεύρει με βάση τα προσόντα του ως Διπλωματούχου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, την εμπειρία και την προϋπηρεσία του. Επιπλέον, άσκησε την αγωγή τρία έτη μετά την τελεσιδικία της απόφασης που τον δικαίωσε και οκτώ έτη μετά την καταγγελία, δημιουργώντας στην εργοδότρια την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του. Η συμπεριφορά αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-6-2022, αίτηση για αναίρεση της υπ αριθμ. 862/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου.
1158/2019
2019Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 98.0%
Εργαζόμενος προσλήφθηκε στις 27-4-1990 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως αποθηκάριος σε εταιρεία τροφίμων. Άσκησε αγωγή στις 22-12-2008 για υπερωριακή εργασία και αναγνώριση οφειλής 60.734,02 ευρώ. Εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση 975/2010 που αναγνώρισε την οφειλή και υποχρέωσε την εταιρεία σε καταβολή 26.606,22 ευρώ. Οι διάδικοι προέβησαν σε διακανονισμό στις 11-4-2012 για συνολικό ποσό 99.894,33 ευρώ (κύρια απαίτηση, τόκοι, δικαστική δαπάνη) με τμηματική καταβολή μέχρι 31-10-2012. Στις 8-5-2012 η εταιρεία κοινοποίησε καταγγελία της σύμβασης με εξάμηνη προειδοποίηση. Η εργασιακή σχέση έλυσε στις 8-11-2012 με καταβολή αποζημίωσης 22.680 ευρώ. Η εταιρεία είχε προβεί σε επέκταση κτιριακών εγκαταστάσεων αποθήκης και αναδιάρθρωση με χωροταξικές αλλαγές που κατέστησαν εφικτή τη λειτουργία με έναν μόνο εργαζόμενο (χειριστή κλαρκ), καταργώντας τη μοναδική θέση αποθηκαρίου.
Το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του. Η διάταξη εφαρμόζεται και επί καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία, όταν όμως γίνεται κατά κατάχρηση δικαιώματος είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ. Περίπτωση καταχρήσεως συντρέχει όταν η καταγγελία γίνεται από λόγους εκδίκησης επειδή ο μισθωτός διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η καταγγελία έλαβε χώρα λίγο μετά τον διακανονισμό, αλλά ο δικαστικός αγώνας είχε αρχίσει τέσσερα έτη προ της καταγγελίας. Καθ' όλο το διάστημα ο εργαζόμενος συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες και να μισθοδοτείται κανονικά, η εταιρεία δεν επέδειξε εχθρική συμπεριφορά αλλά αποδέχθηκε την απόφαση και τον εξόφλησε πλήρως. Δεν αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά υπαγορεύτηκε από εμπάθεια, μίσος ή εκδίκηση. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο εξέτασε αν η καταγγελία υπήρξε προϊόν εκδίκησης και έκρινε ότι δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση. Το αποδεικτικό πόρισμα ότι η απόλυση δεν προήλθε εκ λόγων εκδίκησης στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της αγωγής, χωρίς να προσαπαιτείται κρίση εκ ποίων άλλων λόγων προήλθε η απόλυση, δοθέντος ότι η καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν υπήρξε προϊόν εκδίκησης και συνεπώς δεν ήταν καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Το αποδεικτικό πόρισμα ότι η απόλυση δεν προήλθε από λόγους εκδίκησης στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της αγωγής, χωρίς να απαιτείται κρίση για τους λόγους που προκάλεσαν την απόλυση, αφού η καταγγελία σύμβασης εργασίας είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι βασίζεται σε ισχυρισμό ακυρότητας (μη εξέταση μετάθεσης σε άλλη θέση) που δεν είχε προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού η αγωγή περιλάμβανε ως μόνο λόγο ακυρότητας την εκδίκηση.
Απορρίπτει την από 20ής Ιουνίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 2774/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
864/2015
2015Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.9%
Εργαζόμενος σε όμιλο εμπορίας αυτοκινήτων απασχολήθηκε ως πωλητής και υπεύθυνος καταστήματος από 1.4.2005 υπό πενθήμερο και 40 ώρες εβδομαδιαίως, με μεταφορά εντός ομίλου σε άλλα καταστήματα το 2008-2009. Η καταγγελία της σύμβασης έγινε στις 5.3.2009, ενώ υπήρξε γενική δήλωση μη ύπαρξης αξιώσεων πλην αναλογίας δώρου Πάσχα και προμηθειών. Ο όμιλος εμφάνισε αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα και προχώρησε σε πολυάριθμες απολύσεις το 2008-2010. Ο εργαζόμενος, ηλικίας περίπου 63 ετών, είχε μεγάλη προϋπηρεσία και υψηλές αποδόσεις. Κατά την τετραετία, η άδεια αναψυχής υπολείφθηκε κατά 3 ημέρες ανά έτος, με αναλογία αποδοχών αδείας 609,18 ευρώ. Διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών για 1.5.2005-31.12.2007 ανήλθαν σε 634,98 ευρώ. Παρείχε εργασία τρία Σάββατα μηνιαίως, με αμοιβή 3.055,23 ευρώ. Υπήρξε μεμονωμένη ζημιογόνα αγορά μεταχειρισμένου οχήματος, χωρίς μόνιμη επίδραση στην εργασιακή επάρκεια.
Το άρθρο 281 ΑΚ περιορίζει την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (άρθρο 669 ΑΚ), απαιτώντας αντικειμενικά κριτήρια επιλογής και εξέταση ηπιότερων μέσων· σε ακυρότητα, ο εργοδότης υποχρεούται σε μισθούς υπερημερίας (άρθρα 648, 656 ΑΚ). Για το ωράριο και την εργασία Σαββάτου ισχύουν οι ρυθμίσεις ΕΓΣΣΕ και ΑΝ 539/1945· αμοιβή πέραν των ορίων διέπεται από τις σχετικές διατάξεις και, όπου η εργασία είναι απαγορευμένη, από αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 ΑΚ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχαν οικονομικές δυσχέρειες με απολύσεις το 2008-2010, ότι ο εργαζόμενος ήταν περίπου 63 ετών, με μεγάλη εμπειρία και υψηλές αποδόσεις, και ότι υπολείφθηκε 3 ημέρες άδειας ανά έτος (609,18 ευρώ). Εντόπισε επίσης διαφορές δεδουλευμένων (634,98 ευρώ) και εργασία τριών Σαββάτων ανά μήνα (3.055,23 ευρώ). Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, εξέτασε αν τηρήθηκαν αντικειμενικά κριτήρια (ηλικία, προϋπηρεσία, οικογενειακές υποχρεώσεις, προσόντα) και αν υπήρχαν ηπιότερα μέσα. Διαπίστωσε ότι οι παραδοχές για τους συγκρινόμενους εργαζόμενους ήταν ανεπαρκείς και μη συγκεκριμένες, καθιστώντας αδύνατο τον έλεγχο της καταχρηστικότητας και, συνακόλουθα, της ακυρότητας της καταγγελίας και της αξίωσης μισθών υπερημερίας.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκών και συγκεκριμένων αιτιολογιών ως προς τα κρίσιμα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ για τις απολύσεις λόγω οικονομοτεχνικών λόγων (ηλικία, προϋπηρεσία, οικογενειακές υποχρεώσεις, ουσιαστικά προσόντα) των συγκρινόμενων εργαζομένων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της καταχρηστικότητας και της ακυρότητας της καταγγελίας. Κατά συνέπεια, έγιναν δεκτοί οι λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναιρέθηκαν τα κεφάλαια περί ακυρότητας της καταγγελίας και περί μισθών υπερημερίας, με παραπομπή της υπόθεσης για νέα κρίση.
Αναιρεί την 175/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ χιλίων (1.000) ευρώ.
367/2025
2025Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.8%
Εργαζόμενος προσλήφθηκε από κυνηγετικό σωματείο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ιδιωτικός φύλακας θήρας. Μετά από χειρουργική επέμβαση στη σπονδυλική στήλη και δίμηνη αναρρωτική άδεια, επανήλθε στην εργασία του. Ένα μήνα μετά την επάνοδό του κλήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη για να δώσει εξηγήσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο εργοδότης επικαλέστηκε μειωμένο κατασταλτικό έργο, αλλεπάλληλες καταγγελίες για παράνομη θήρα, ελάχιστες μηνύσεις και προβληματική συνεργασία με συναδέλφους. Ο εργαζόμενος εργαζόταν 23 Σάββατα συνολικά ώρες και 22 Κυριακές συνολικά ώρες, με μηνιαίες αποδοχές ευρώ. Ο εργοδότης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας.
Το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 ορίζουν ότι η καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, αλλά η άσκηση του δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση καθιστά άκυρη την καταγγελία. Το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εργαζόμενος ασκούσε κανονικά τα καθήκοντά του, ότι δεν προέκυψε ολιγωρία ή παράπονο σε βάρος του, ότι οι αιτιάσεις του εργοδότη περί πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων, μειωμένου κατασταλτικού έργου και προβληματικής συνεργασίας δεν αποδείχθηκαν επαρκώς, και ότι η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς σπουδαίο αντικειμενικό λόγο. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε την καταγγελία καταχρηστική και άκυρη. Ωστόσο, η μη ύπαρξη σπουδαίου λόγου δεν αρκεί για τη θεμελίωση καταχρηστικότητας, καθώς η καταγγελία είναι αναιτιώδης και απαιτείται απόδειξη συγκεκριμένων περιστατικών που καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 και 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, καθώς η παραδοχή περί μη ύπαρξης σπουδαίου αντικειμενικού λόγου καταγγελίας δεν αρκεί για τη θεμελίωση καταχρηστικότητας της καταγγελίας, εφόσον αυτή είναι αναιτιώδης και απαιτείται απόδειξη συγκεκριμένων περιστατικών που καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική. Επιπλέον, το Εφετείο εσφαλμένα υπολόγισε τις αμοιβές για εργασία τις Κυριακές, επιδικάζοντας αμοιβή με βάση το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο αντί του νομίμου, και δεν διέκρινε μεταξύ Κυριακών με απασχόληση άνω ή κάτω των πέντε ωρών και μεταξύ περιπτώσεων χορήγησης ή μη αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης.
Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη, την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα μέρη της αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (...) ευρώ.
688/2022
2022Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.8%
Εργαζόμενος προσλήφθηκε το 1979 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε εργοστάσιο λιπασμάτων, προήχθη πολλές φορές και κατείχε τη θέση Εργοδηγού Μηχανολογικής Συντήρησης. Μετά από συγχώνευση το 2010, η εργοδότρια εταιρία μείωσε τις αποδοχές του από 3.020,23 ευρώ σε 1.810,17 ευρώ από 1.4.2016. Η εργοδότρια προκήρυξε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου με παρατάσεις έως 29.6.2016, στο οποίο εντάχθηκαν 146 εργαζόμενοι, ενώ 180 αρνήθηκαν. Ο εργαζόμενος διαμαρτυρήθηκε με εξώδικη δήλωση στις 8.6.2016 για τη μείωση των αποδοχών του. Λίγες ώρες μετά, η εργοδότρια κατέθεσε μήνυση κατά 65 εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένου του εργαζομένου, για παράνομη βία κατά τη διάρκεια απεργίας. Στις 23.9.2016 η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας χωρίς αποζημίωση λόγω της μήνυσης. Ο εργαζόμενος ήταν έγγαμος με δύο ενήλικα τέκνα, φιλήσυχος, χωρίς ποινικό μητρώο, και δεν είχε υποπέσει ποτέ σε παράπτωμα κατά τη διάρκεια της 37ετούς υπηρεσίας του.
Το άρθρο 281 ΑΚ προβλέπει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αν και αναιτιώδης δικαιοπραξία, θεωρείται καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό της, όπως εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης μετά από νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μήνυση ήταν παντελώς ψευδής και αόριστη, κατατέθηκε μία ημέρα μετά την απεργία, αφορούσε 65 εργαζομένους χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά, και ακολούθησαν άλλες τρεις μηνύσεις κατά 171 εργαζομένων συνολικά. Η εργοδότρια απέλυσε αζημίως το σύνολο των καταμηνυθέντων που δεν είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία έγινε για να εκδικηθεί η εργοδότρια τον εργαζόμενο λόγω της άρνησής του να ενταχθεί στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου και της διαμαρτυρίας του για τη μείωση των αποδοχών, με προσχηματική μήνυση για παράκαμψη των περιορισμών του Ν. 1387/1983 για ομαδικές απολύσεις.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τα άρθρα 174 και 281 ΑΚ, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που θεμελιώνουν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας. Ο πραγματικός λόγος της καταγγελίας ήταν η εκδίκηση του εργαζομένου λόγω εμπάθειας και εχθρότητας, επειδή αρνήθηκε να ενταχθεί στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, επέδειξε σθένος απέναντι στο κλίμα εκφοβισμού και πιέσεων, και επέμεινε στην τήρηση των εργασιακών του δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικό της εμπάθειας ήταν η κατάθεση προσχηματικής ψευδούς μήνυσης εναντίον του και όλων των εργαζομένων που συμμετείχαν στην απεργία, προκειμένου να τους απολύσει χωρίς αποζημίωση κατά παράκαμψη των περιορισμών για ομαδικές απολύσεις.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.12.2019 και με αριθμό κατ. 63/23.12.2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 298/15.11.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
1435/2018
2018Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.8%
Εργαζόμενος προσλήφθηκε από κυνηγητικό σωματείο στις 7-11-1997 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου - ειδικός γραμματέας, με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση επί οκταώρου. Στην πράξη, από το 2009 και μετά, ήταν επιφορτισμένος και με λογιστικές εργασίες (είσπραξη και καταμέτρηση εσόδων, τήρηση λογιστικών βιβλίων, σύνταξη ετήσιου ισολογισμού, υποβολή φορολογικών δηλώσεων). Από το 2010 παρατηρήθηκε μείωση εσόδων του σωματείου λόγω μείωσης αιτήσεων έκδοσης αδειών Θήρας. Συγκεκριμένα, τα έσοδα από συνδρομές μελών μειώθηκαν από 40.325 ευρώ (2009) σε 26.447,50 ευρώ (2013). Επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά 10 ευρώ (2009-2011) που αυξήθηκε σε 15 ευρώ (2012). Εργοδότης πρότεινε μείωση αποδοχών κατά 22% (Ιούλιος 2012), εργαζόμενος αντιπρότεινε μείωση 5%. Στη συνέχεια προτάθηκε τετράωρη απασχόληση (Ιούνιος 2013) και τελικά πλήρης απασχόληση με αποδοχές 920,51 ευρώ (Οκτώβριος 2013). Εργαζόμενος αντιπρότεινε 1.150 ευρώ. Καταγγελία σύμβασης στις 15-11-2013, κοινοποιήθηκε στις 22-11-2013. Μετά την απόλυση προσλήφθηκε νέα υπάλληλος στις 27-11-2013 με μερική απασχόληση και αποδοχές κάτω από 500 ευρώ.
Το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος καταγγελίας σύμβασης εργασίας. Επί απολύσεων για οικονομικοτεχνικούς λόγους, η καταγγελία ελέγχεται δικαστικώς ως προς την καταχρηστικότητα, δηλαδή αν ήταν αναπόφευκτη ή αν ο εργοδότης μπορούσε να επιτύχει τον σκοπό με ηπιότερα μέσα. Ο εργοδότης οφείλει να προτείνει τροποποίηση όρων εργασίας και μόνο όταν απορριφθεί να προχωρήσει σε καταγγελία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το σωματείο αντιμετώπιζε μείωση εσόδων από 40.325 ευρώ (2009) σε 26.447,50 ευρώ (2013), επέβαλε έκτακτη εισφορά που αυξήθηκε από 10 σε 15 ευρώ, και πρότεινε δύο φορές μείωση αποδοχών και μερική απασχόληση, τις οποίες ο εργαζόμενος απέρριψε. Η πρόταση διαπραγμάτευσης από τον εργαζόμενο ήλθε την ίδια ημέρα με την καταγγελία. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν επιβεβλημένη από την μείωση εσόδων, μετά την εξάντληση ηπιότερων μέσων, χωρίς εμπάθεια ή ταπεινά εργοδοτικά κίνητρα, λαμβανομένης υπόψη και της οικονομικής κρίσης της χώρας.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας κρίθηκε έγκυρη και μη καταχρηστική. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία ήταν επιβεβλημένη λόγω της μείωσης των εσόδων του σωματείου (από 40.325 ευρώ το 2009 σε 26.447,50 ευρώ το 2013) και της ανάγκης μείωσης των εξόδων. Το εναγόμενο είχε προηγουμένως εξαντλήσει ηπιότερα μέτρα, προτείνοντας δύο φορές μείωση αποδοχών και μερική απασχόληση, τις οποίες ο εργαζόμενος απέρριψε. Η καταγγελία δεν ενεργήθηκε από εμπάθεια, εκδικητικότητα ή ταπεινά εργοδοτικά κίνητρα, αλλά για την προστασία των καλώς εννοουμένων συμφερόντων του σωματείου, λαμβανομένης υπόψη και της οικονομικής κρίσης. Συνεπώς, τα αιτήματα αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας, αποδοχής υπηρεσιών, καταβολής μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απορρίφθηκαν ορθώς.
Απορρίπτει την από 13.12.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 95/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
395/2023
2023Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.8%
Ιατρός ειδική παθολόγος εργαζόταν από 7.3.2005 σε νοσοκομείο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Από 27.2.2007 είχε προαχθεί στο βαθμό της Επιμελήτριας Α' και είχε τοποθετηθεί στη Β' Παθολογική Κλινική ως θεράπουσα ιατρός. Μηνιαίος μισθός 2.128,68 ευρώ, προσαυξανόμενος από ειδικές αμοιβές λόγω ειδικής περίθαλψης νοσηλευόμενων ασθενών. Το Μάϊο 2014 νέος εργοδότης υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη. Το 2016 εργοδότης πρότεινε σύναψη νέων συμβάσεων με αποποίηση δικαιωμάτων από προϋπηρεσία, την οποία η εργαζόμενη αρνήθηκε. Τον Οκτώβριο 2016 μετακινήθηκε στο Τμήμα Εξωτερικών Παθολογικών Ιατρείων με διατήρηση οργανικής θέσης αλλά χωρίς δυνατότητα νέων ασθενών προς νοσηλεία, υφιστάμενη ηθικό υποβιβασμό λόγω υποδεέστερης θέσης των προσόντων της ως Επιμελήτρια Α' με μεγάλη κλινική εμπειρία και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος. Στις 21.4.2017 ανακοινώθηκε νέα μετακίνηση στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών με μισθολογική υποβάθμιση και απώλεια δυνατότητας παραπομπής ασθενών. Εργαζόμενη εξέφρασε προβληματισμούς και ζήτησε έγγραφη κοινοποίηση της μεταβολής. Στις 25.4.2017 καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της.
Το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας, αν και αναιτιώδης, θεωρείται καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό της, όπως εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης μετά από προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή συμπεριφορά του εργαζόμενου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εργαζόμενη απολύθηκε λόγω δυσαρέσκειας του Διευθύνοντος Συμβούλου, συνεπεία νόμιμης συμπεριφοράς της που δεν ήταν αρεστή στη διοίκηση. Η δυσαρέσκεια ήταν υποκειμενική, χωρίς αντικειμενικό υπόβαθρο εξυπηρέτησης των συμφερόντων της επιχείρησης. Η άρνηση υπογραφής νέας σύμβασης με αποξένωση δικαιωμάτων και η έκφραση επιφυλάξεων για επαγγελματικό υποβιβασμό ήταν νόμιμες ενέργειες. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο εξέτασε αν η καταγγελία υπερέβαινε προφανώς τα επιτρεπτά όρια και έκρινε ότι η απόλυση, οφειλόμενη σε εμπάθεια και όχι σε αντικειμενικούς λόγους της επιχείρησης, ήταν καταχρηστική και άκυρη.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Το Εφετείο εκθέτει περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η εργαζόμενη απολύθηκε εκ λόγων δυσαρέσκειας του Διευθύνοντος Συμβούλου της εργοδότριας, συνεπεία προηγούμενης νόμιμης συμπεριφοράς της μη αρεστής στη διοίκηση, η δε δυσαρέσκεια ήταν υποκειμενική χωρίς αντικειμενικό υπόβαθρο εξυπηρέτησης των συμφερόντων της επιχείρησης. Η μη αρεστή συμπεριφορά συνίστατο στην άρνηση υπογραφής νέας σύμβασης με αποξένωση δικαιωμάτων από προϋπηρεσία και στην έκφραση επιφυλάξεων για επαγγελματικό υποβιβασμό λόγω μετακινήσεων. Η καταγγελία κρίθηκε καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ και άκυρη.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.5.2021 και αριθ. κατάθ. 3897/530/28.5.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6042/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
1054/2025
2025Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.8%
Εργαζόμενη προσλήφθηκε το 1995 ως βοηθός λογιστή σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Εργάστηκε επί 24 συναπτά έτη στο Τμήμα Λογιστηρίου με υπευθυνότητα και επιμέλεια, χωρίς ποτέ να διατυπωθεί παράπονο ή σύσταση σε βάρος της. Από τις αρχές του 2017 οι σχέσεις των δύο εταίρων της εταιρίας (Π. Π. με ποσοστό 75% και Κ. Μ. με ποσοστό 25%) άρχισαν να διαταράσσονται. Ο εταίρος Π. Π. ανέθεσε το Φεβρουάριο 2017 εσωτερικό έλεγχο της εταιρίας χωρίς τη συναίνεση του Κ. Μ., γεγονός που πυροδότησε έντονη δικαστική διαμάχη μεταξύ των εταίρων. Στις 18-6-2018 η εργαζόμενη έδωσε ένορκη βεβαίωση στα πλαίσια της δικαστικής διαμάχης των εταίρων, αναφερόμενη στον τρόπο λειτουργίας του λογιστηρίου και σε ζητήματα ετεροχρονισμένων αποδείξεων και καταβολών μερισμάτων. Με την από 5-2-2019 απόφαση Γ.Σ. ο Κ. Μ. αποχώρησε από την εταιρία έναντι 8.775.000 ευρώ και η εταιρία μετατράπηκε σε Μονοπρόσωπη ΕΠΕ με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον Π. Π. Στις 8-5-2019, δύο μήνες μετά τη μετατροπή, ο Π. Π. κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της εργαζόμενης. Μετά την ένορκη βεβαίωση της 18-6-2018 ο Π. Π. μετέβαλε τη στάση του απέναντι στην εργαζόμενη, δεν της μιλούσε, δεν της έλεγε καλημέρα, ενώ προηγουμένως οι σχέσεις τους ήταν αρμονικές.
Το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό της, όπως εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης ύστερα από νόμιμη αλλά μη αρεστή συμπεριφορά του εργαζομένου. Για το ορισμένο της αγωγής κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εργαζόμενη εργάστηκε επί 24 έτη υποδειγματικά, έδωσε ένορκη βεβαίωση στις 18-6-2018 στα πλαίσια δικαστικής διαμάχης των εταίρων, η οποία ήταν νόμιμη και προς το συμφέρον της εταιρίας. Μετά την ένορκη βεβαίωση ο Π. Π. μετέβαλε τη στάση του απέναντί της, και την απέλυσε στις 8-5-2019, δύο μήνες μετά τη μετατροπή της εταιρίας σε μονοπρόσωπη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης, εχθρότητας και εμπάθειας λόγω της ένορκης βεβαίωσης που έδωσε η εργαζόμενη. Η καταγγελία έγινε μόλις κατέστη εφικτό, μετά την αποχώρηση του Κ. Μ., ώστε να μην υπάρχει περίπτωση επαναπρόσληψής της από τον τελευταίο.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η αγωγή δεν ήταν αόριστη, καθώς η ενάγουσα επικαλέστηκε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα της καταγγελίας (ένορκη βεβαίωση 18-6-2018, μεταβολή στάσης εργοδότη, απόλυση 8-5-2019 μετά από δύο μήνες από τη μετατροπή της εταιρίας σε μονοπρόσωπη). Το Εφετείο δέχθηκε με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι η καταγγελία υπαγορεύθηκε από διάθεση εκδίκησης λόγω της νόμιμης αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς της εργαζόμενης, υπερβαίνοντας έτσι προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι ή απαράδεκτοι. Το αίτημα επανατοποθέτησης ήταν παραδεκτό και νόμιμο κατά το άρθρο 656 ΑΚ, χωρίς χρονικό περιορισμό τελεσιδικίας.
Απορρίπτει την από 4.12.2023 (με αριθ. καταθ. 9976/985/7.12.2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2054/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
108/2022
2022Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.8%
Εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου σε εταιρεία καζίνο, οι οποίοι δεν έλαβαν επί μακρό χρονικό διάστημα τις δεδουλευμένες αποδοχές τους. Ο εργοδότης κατέβαλε μόνο 300 ευρώ μηνιαίως κατά το έτος 2014. Οι εργαζόμενοι ήταν μέλη επιχειρησιακού σωματείου που αντιτάχθηκε στη μείωση των αποδοχών στα κατώτατα όρια της ΕΓΣΣΕ. Άσκησαν δικαίωμα επίσχεσης εργασίας από 13/10/2014 και προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εργοδότης προσέλαβε 34 νέους εργαζομένους κατά το διάστημα 13/8/2014 έως 28/2/2015 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και κατώτατες νόμιμες αποδοχές, τους οποίους πλήρωνε εμπρόθεσμα και ολοσχερώς. Καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων έλαβαν χώρα τον Οκτώβριο 2014 και Φεβρουάριο 2015, με καταβολή συνολικού ποσού 250.000 ευρώ για αποζημιώσεις απολύσεων. Ο εργοδότης κατήργησε τη νυχτερινή εργασία και την εργασία Κυριακών και αργιών για τους παλαιούς εργαζομένους αμέσως μετά τη λήξη της επίσχεσης.
Το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το άρθρο 669 ΑΚ προβλέπει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και καθίσταται άκυρη όταν γίνεται από λόγους εκδίκησης ή επειδή ο εργαζόμενος άσκησε νόμιμο δικαίωμά του. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εργοδότης από τον Αύγουστο 2014 προσέλαβε 34 νέους εργαζομένους με κατώτατες αποδοχές και συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τους οποίους πλήρωνε εμπρόθεσμα, ενώ κατέβαλε μόνο 300 ευρώ μηνιαίως στους παλαιούς εργαζομένους. Οι απολύσεις έλαβαν χώρα μετά την επίσχεση εργασίας και την προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εργοδότης κατέβαλε 250.000 ευρώ για αποζημιώσεις απολύσεων εν μέσω οικονομικών δυσχερειών. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο εξέτασε αν οι καταγγελίες υπαγορεύθηκαν από εκδικητικά κίνητρα και όχι από αντικειμενικά συμφέροντα της επιχείρησης. Έκρινε ότι ο εργοδότης δεν εφάρμοσε ηπιότερα μέτρα όπως εκ περιτροπής εργασία ή μερική απασχόληση πριν προβεί στις απολύσεις.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας ήταν καταχρηστικές κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Αποδείχθηκε ότι οι απολύσεις υπαγορεύθηκαν από επιλήψιμα κίνητρα εκδίκησης, επειδή οι εργαζόμενοι άσκησαν το νόμιμο δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας για την είσπραξη οφειλόμενων αποδοχών. Η εργοδότρια εταιρεία προσέλαβε 34 νέους εργαζομένους με κατώτατες αποδοχές τους οποίους πλήρωνε εμπρόθεσμα, ενώ συνέχιζε να καταβάλει μόνο 300 ευρώ μηνιαίως στους παλαιούς εργαζομένους, αποδεικνύοντας πρόθεση ανανέωσης του προσωπικού. Η καταβολή 250.000 ευρώ για αποζημιώσεις απολύσεων εν μέσω οικονομικών δυσχερειών αποδεικνύει την πρόθεση απαλλαγής από τους εργαζομένους που διεκδίκησαν τα δικαιώματά τους. Η εταιρεία δεν εφάρμοσε ηπιότερα μέτρα όπως εκ περιτροπής εργασία ή μερική απασχόληση πριν προβεί στις απολύσεις. Οι απολύσεις δεν εξυπηρετούσαν αντικειμενικά συμφέροντα της επιχείρησης αλλά αποσκοπούσαν στον παραδειγματισμό των εργαζομένων.
Απορρίπτει την από 12-12-2018 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.Α. Α.Ε." κατά της 140/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
1303/2018
2018Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.8%
Τρεις εργαζόμενοι προσελήφθησαν από εταιρεία παραγωγής πλαστικών ως οδηγοί φορτηγού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ο πρώτος την 1-7-2008, ο δεύτερος την 30-6-2009 και ο τρίτος την 3-9-2007), με ωράριο οκτώ ώρες ημερησίως, πενθήμερη εργασία, έναντι μηνιαίων αποδοχών το έτος 2012 ο πρώτος 1.167 ευρώ, ο δεύτερος 1.118,95 ευρώ και ο τρίτος 1.264,9 ευρώ. Στις 30-5-2011 ο πρώτος και ο δεύτερος προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας παραπονούμενοι για φημολογία απόλυσης και ψυχολογική βία. Στις 9-2-2012 ο πρώτος και ο τρίτος κατέθεσαν ένορκη βεβαίωση υπέρ του εργοδότη σε δίκη με συνάδελφό τους, υπό πίεση και φόβο απόλυσης. Στις 23-2-2012 ανακάλεσαν την ένορκη βεβαίωση ως ψευδή. Στις 28-2-2012 ο εργοδότης τους πρότεινε εκ περιτροπής εργασία δύο ημερών την εβδομάδα επικαλούμενος οικονομική κρίση, την οποία αρνήθηκαν. Αυθημερόν ο εργοδότης κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους.
Το άρθρο 174 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ ορίζει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, αποτελεί όμως ενάσκηση δικαιώματος και είναι απαγορευμένη όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις που στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη. Η καταγγελία είναι καταχρηστική όταν γίνεται από λόγους αντεκδικήσεως συνεπεία νόμιμης μεν αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εργαζόμενοι προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας, ανακάλεσαν ένορκη βεβαίωση που είχαν δώσει υπό πίεση και αρνήθηκαν να αποδεχθούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους. Η εργοδότρια δεν ακολούθησε τη νόμιμη διαδικασία για εκ περιτροπής εργασία, δεν πρότεινε το ίδιο σε άλλους οδηγούς και λίγους μήνες πριν δήλωνε στην Επιθεώρηση Εργασίας ότι η εργασιακή σχέση θα συνεχιστεί κανονικά. Εφαρμόζοντας το κριτήριο της καταχρηστικότητας, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία έγινε αποκλειστικά από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας λόγω της νόμιμης συμπεριφοράς των εργαζομένων που δεν ήταν αρεστή στην εργοδότρια, και όχι για οικονομικούς λόγους, υπερβαίνοντας τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο μόνος λόγος αναίρεσης ήταν απαράδεκτος, καθώς δεν προσδιόριζε το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 174, 281, 288 και 652 ΑΚ, αλλά περιείχε μόνο απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επικουρικά, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας ήταν καταχρηστική και άκυρη διότι έγινε από λόγους αντεκδικήσεως εξαιτίας νόμιμης συμπεριφοράς των εργαζομένων (προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας, ανάκληση ένορκης βεβαίωσης που δόθηκε υπό πίεση, άρνηση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής όρων εργασίας) και όχι για πραγματικούς οικονομικούς λόγους.
Απορρίπτει την από 6-12-2014 αίτηση για αναίρεση της 17/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατικής έδρας Λιβαδειάς). Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
384/2012
2012Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.8%
Εργαζόμενη προσλήφθηκε στις 15-1-1987 σε μικροβιολογικό εργαστήριο με σύμβαση αορίστου χρόνου και μισθό βάσει ΣΣΕ, εκτελώντας καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου. Δεν διέθετε αναγνωρισμένο πτυχίο παραϊατρικών επαγγελμάτων ούτε την απαιτούμενη προϋπηρεσία άνω των 3 ετών πριν την ισχύ του Ν.Δ. 21/26-5-1973 για ειδικότητα παρασκευάστριας (άρθρο 11 Ν.Δ. 1076/1980). Μετά το 2001 ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε προσωρινά και έγιναν προσλήψεις δύο ειδικευμένων βοηθών (18-2-2002 και 29-7-2002) με ωράρια 7:00–12:30 και 8:00–12:30, αντίστοιχα· η μία είχε τρία τέκνα, η άλλη χωρίς παιδιά. Από το 2003 λειτούργησαν πολλαπλά νέα μικροβιολογικά εργαστήρια στην περιοχή (συνολικά 11), με αποτέλεσμα δραστική μείωση του κύκλου εργασιών και αδυναμία μισθοδοσίας τριών υπαλλήλων. Στις 26-1-2007 έγινε νέα καταγγελία σύμβασης για οικονομοτεχνικούς λόγους. Από το 2003 και εντεύθεν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις σε γραφεία, καταστήματα, ξενοδοχεία και σούπερ μάρκετ (ενδεικτικά αγγελίες 10-8-2003), και τοπικός εργοδότης προσέλαβε επανειλημμένα υπαλλήλους γραφείου (13-2-2002, 20-2-2003, 1-9-2003, 29-11-2003, 1-7-2006), συναφείς με την εμπειρία της εργαζόμενης.
Το άρθρο 281 ΑΚ καθιερώνει τον περιορισμό της άσκησης δικαιωμάτων από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό. Το άρθρο 656 ΑΚ προβλέπει μισθούς υπερημερίας όταν ο εργοδότης δεν αποδέχεται την εργασία, ενώ η άσκηση του δικαιώματος υπόκειται επίσης στο άρθρο 281 ΑΚ. Στις απολύσεις για οικονομοτεχνικούς λόγους ελέγχεται ο αιτιώδης σύνδεσμος και τα αντικειμενικά κριτήρια επιλογής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εργαζόμενη ήταν υπάλληλος γραφείου χωρίς προσόντα παρασκευάστριας, ενώ δύο συνάδελφοι (προσλήψεις 18-2-2002 και 29-7-2002) είχαν ειδικότητες αναγκαίες για το εργαστήριο. Από το 2003 ο κύκλος εργασιών μειώθηκε σημαντικά λόγω υπερπροσφοράς (11 εργαστήρια στην περιοχή). Υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις σε συναφείς δουλειές και καταγράφηκαν προσλήψεις υπαλλήλων γραφείου το 2002–2006, καθώς και αγγελίες 10-8-2003. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 281 και 656 ΑΚ, έκρινε ότι η επιλογή απολύσεως έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, μη απαιτούμενης συνεκτίμησης κοινωνικών κριτηρίων μεταξύ διαφορετικών ειδικοτήτων, και ότι η αξίωση μισθών υπερημερίας μετά την 1-5-2003 ασκήθηκε καταχρηστικά, αφού η εργαζόμενη μπορούσε ευχερώς να βρει εργασία αλλά παρέμεινε θεληματικά άνεργη.
Η νέα καταγγελία της 26-1-2007 ήταν νόμιμη διότι στηρίχθηκε σε πραγματικούς οικονομοτεχνικούς λόγους, ο αιτιώδης σύνδεσμος με τη μείωση προσωπικού τεκμηριώθηκε, και η επιλογή της απολυτέας έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, δεδομένου ότι οι λοιποί εργαζόμενοι ανήκαν σε διαφορετική και αναγκαία για τη λειτουργία του εργαστηρίου ειδικότητα. Η αξίωση μισθών υπερημερίας μετά την 1-5-2003 απορρίφθηκε ως καταχρηστική επειδή η εργαζόμενη, με εμπειρία υπαλλήλου γραφείου, μπορούσε να βρει εργασία στην τοπική αγορά (τεκμηριωμένες προσλήψεις και αγγελίες από το 2003), αλλά παρέμεινε θεληματικά άνεργη. Οι αναιρετικοί λόγοι από τα άρθρα 559 αριθ. 1, 14, 19 και 11 ΚΠολΔ κρίθηκαν αβάσιμοι, αφού η ένσταση καταχρηστικότητας ήταν ορισμένη και νόμιμη, και το Εφετείο έλαβε υπόψη την κατάθεση και όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα, παρέχοντας επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες.
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2011 αίτηση της Θ. Κ. για αναίρεση της 890/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
2241/2013
2013Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.7%
Μισθωτός απασχολήθηκε ως οδηγός φορτηγού-ψυγείου σε επιχείρηση τυροκομείου από 3-1-1988 έως 3-3-2005. Η καταγγελία της σύμβασης έγινε εγγράφως χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Η σύζυγος του μισθωτού λειτουργούσε από τον Σεπτέμβριο 2002 μικρό παντοπωλείο-οπωρολαχανοπωλείο 30-35 τ.μ., σε απόσταση περίπου 7 χλμ από σούπερ-μάρκετ του εργοδότη, πωλώντας κυρίως τυροκομικά προϊόντα του εργοδότη. Ο εργοδότης γνώριζε τη λειτουργία του καταστήματος και προμήθευε προϊόντα σε αυτό κατά τα έτη 2002, 2003 και 2004. Ο εσωτερικός κανονισμός του εργοδότη προέβλεπε ασυμβίβαστη/ανταγωνιστική δραστηριότητα, χωρίς πρόβλεψη εξαίρεσης από την καταβολή αποζημίωσης.
Το άρθρο 5 § 3 ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 4 ν. 2556/1997, απαιτεί έγγραφη καταγγελία και ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, άλλως η καταγγελία είναι άκυρη. Το άρθρο 281 ΑΚ αποκλείει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων όταν υπερβαίνουν την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό-οικονομικό σκοπό. Δικονομικά, τα άρθρα 226 § 4, 573 § 1, 576 § 2 και 561 § 2 ΚΠολΔ ρυθμίζουν τη συζήτηση ερήμην και τα εξεταζόμενα στοιχεία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο μισθωτός εργάστηκε ως οδηγός από 3-1-1988 έως 3-3-2005 και η καταγγελία έγινε χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Η σύζυγος του μισθωτού λειτουργούσε μικρό κατάστημα 30-35 τ.μ., κυρίως με φρούτα, λαχανικά και τυροκομικά του εργοδότη, σε απόσταση περίπου 7 χλμ από το σούπερ-μάρκετ του εργοδότη. Ο εργοδότης γνώριζε και προμήθευε προϊόντα στο κατάστημα τα έτη 2002-2004, ενώ ο εσωτερικός κανονισμός δεν προέβλεπε μη καταβολή αποζημίωσης. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο εξέτασε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης και έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται αποκλειστικός σκοπός πρόκλησης απόλυσης για είσπραξη αποζημίωσης. Η δραστηριότητα της συζύγου δεν ήταν ουσιαστικά ανταγωνιστική και είχε γίνει ανεκτή από τον εργοδότη. Η μη καταβολή αποζημίωσης καθιστά άκυρη την καταγγελία, θεμελιώνοντας αξίωση για αποδοχές υπερημερίας.
Το δικαστήριο απέρριψε τους λόγους αναίρεσης διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ και αιτιολόγησε επαρκώς ότι δεν υπήρχε καταχρηστικότητα: το κατάστημα της συζύγου ήταν μικρό, πωλούσε κυρίως προϊόντα του εργοδότη και απείχε περίπου 7 χλμ από το σούπερ-μάρκετ, ενώ ο εργοδότης γνώριζε και προμήθευε προϊόντα τα έτη 2002-2004. Επιπλέον, η μη καταβολή νόμιμης αποζημίωσης καθιστά άκυρη την καταγγελία κατά το άρθρο 5 § 3 ν. 3198/1955. Δεν υπήρξε αντίφαση στις παραδοχές ούτε υπέρβαση του αιτήματος, καθώς επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας λόγω ακυρότητας και όχι αποζημίωση απόλυσης. Ως εκ τούτου, οι λόγοι από το άρθρο 559 ΚΠολΔ (αριθ. 1, 19, 9) κρίθηκαν αβάσιμοι και η αναίρεση απορρίφθηκε.
Απορρίπτει την από 6-7-2009 αίτηση της Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Επαρχίας Λασιθίου" για αναίρεση της 268/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
1076/2025
2025Άρειος ΠάγοςΕργατικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 97.7%
Εργαζόμενος, ηλικίας 60 ετών, με σύζυγο πάσχουσα από σκλήρυνση κατά πλάκας και ανήλικη θυγατέρα, προσλήφθηκε στις 20-6-2019 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως Διευθυντής μετά την πώληση (after sales Manager) σε νεοσύστατη εταιρεία (συσταθείσα δύο μήνες πριν την πρόσληψή του), με μηνιαίες αποδοχές 4.000 ευρώ. Η εταιρεία, θυγατρική κινεζικής εταιρείας, είχε ως αντικείμενο την εισαγωγή ηλεκτρικών επαγγελματικών οχημάτων στην ευρωπαϊκή αγορά. Κατά το έτος 2019 η εταιρεία παρουσίαζε ζημίες 259.520,05 ευρώ. Τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 2020, λόγω της πανδημίας Covid-19 και της παύσης εμπορικών συναλλαγών από την Κίνα, η εταιρεία περιήλθε σε δυσχερή οικονομική κατάσταση. Στις 13-3-2020 καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του εργαζομένου για οικονομοτεχνικούς λόγους. Μετά την καταγγελία, στις 10-4-2020, η εταιρεία ανήρτησε αγγελία για πρόσληψη εργαζομένου στη θέση του "after sales specialist", θέση με χαμηλότερα προσόντα και αποδοχές.
Το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας για οικονομοτεχνικούς λόγους ελέγχεται ως προς την αντίθεσή της στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, με την καταγγελία να αποτελεί το έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως των προβλημάτων του εργοδότη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εταιρεία αντιμετώπιζε πραγματικά οικονομοτεχνικά προβλήματα λόγω της πανδημίας Covid-19, με ζημίες 259.520,05 ευρώ το 2019 και διακοπή εμπορικών συναλλαγών με την Κίνα. Ο μισθός του εργαζομένου (4.000 ευρώ) θεωρήθηκε υπερβολικός. Μετά την απόλυση, η εταιρεία ανήρτησε αγγελία για θέση "after sales specialist" με χαμηλότερα προσόντα και αποδοχές, για την οποία ο εργαζόμενος ήταν κατάλληλος. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η απευθείας προσφυγή στην καταγγελία, χωρίς προηγούμενη πρόταση απασχόλησης σε κενή θέση με δυσμενέστερους όρους, σε συνδυασμό με την ηλικία του εργαζομένου (60 ετών) και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις (σύζυγος πάσχουσα, ανήλικη θυγατέρα), καθιστά την καταγγελία καταχρηστική και άκυρη.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι οι λόγοι αναίρεσης ήταν απαράδεκτοι ή αβάσιμοι. Ο πρώτος και τρίτος λόγος (παραβίαση άρθρων 656 ΑΚ, 1 και 5 ν. 2120/1920, 5 και 7 ν. 3198/1955, 281 ΑΚ) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, διότι προέβαλαν πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονταν με την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Ο δεύτερος λόγος (άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ) απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένης της αγγελίας για πρόσληψη στη θέση "after sales specialist". Ο τέταρτος λόγος (άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ) απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός περί εξαναγκασμένης καταγγελίας ήταν αόριστος και εν πάση περιπτώσει το δικαστήριο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ο πέμπτος λόγος (άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση γ ΚΠολΔ) απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός περί τεταμένων σχέσεων προβλήθηκε αλυσιτελώς και δεν υπήρχε δικαστική ομολογία που να ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Απορρίπτει την από 9-2-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2237-208/29-2-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 2410/12-5-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →