Ευθύνη αυτόχρεου εγγυητή τραπεζικού δανείου — παραίτηση από ένσταση διζήσεως ΑΚ 862

Κύρια Νομική Θέση

Με βάση το διαθέσιμο υλικό, η απλή παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως καθιστά κατ’ αρχήν επιτρεπτή τη στροφή της τράπεζας απευθείας κατά του εγγυητή, χωρίς προηγούμενη αναγκαστική εκτέλεση κατά της πρωτοφειλέτριας, σύμφωνα με τα Άρθρο 855 ΑΚ και Άρθρο 857 ΑΚ. Όμως, η παραίτηση αυτή δεν ταυτίζεται με παραίτηση από την ελευθέρωση του Άρθρο 862 ΑΚ· για να ευδοκιμήσει ισχυρισμός του εγγυητή κατ’ Άρθρο 862 ΑΚ, πρέπει να προβάλλονται συγκεκριμένα περιστατικά πταίσματος του δανειστή που κατέστησαν αδύνατη την ικανοποίησή του από την οφειλέτρια.

Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

- Άρθρο 847 ΑΚ
Ορίζει την έννοια της εγγύησης: ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή.

- Άρθρο 855 ΑΚ
Καθιερώνει την ένσταση διζήσεως: ο εγγυητής μπορεί να αρνηθεί την καταβολή έως ότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη.

- Άρθρο 857 ΑΚ
Προβλέπει ότι ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση διζήσεως, ιδίως αν παραιτήθηκε από αυτήν ή αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 1226/2015, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 1431/2019.

- Άρθρο 862 ΑΚ
Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 1431/2019, ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 377/2011, ΑΠ 90/2021, ΑΠ 899/2024.

- Άρθρο 868 ΑΚ
Αν απαιτείται καταγγελία για να γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, ο εγγυητής μπορεί, μετά την πάροδο έτους από την εγγύηση, να αξιώσει από τον δανειστή να καταγγείλει και να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτηση μέσα σε ένα μήνα, άλλως ελευθερώνεται.
Η διάταξη αφορά ειδικό μηχανισμό ενεργοποίησης του δανειστή από τον εγγυητή και όχι αυτοδίκαιη υποχρέωση του δανειστή να στραφεί πρώτα κατά του πρωτοφειλέτη.

- Ν2251 Άρθρο 2
Ρυθμίζει την ακυρότητα καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών. Από τη νομολογία του υλικού προκύπτει ότι η προστασία εξαρτάται από το αν ο εγγυητής είναι πράγματι καταναλωτής και από τις ειδικές περιστάσεις γνώσης, εμπειρίας και επαγγελματικής σύνδεσης.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

1. Άρειος Πάγος 90/2021
- Σχετικότητα: Η απόφαση εξετάζει ευθέως το Άρθρο 862 ΑΚ σε υπόθεση τραπεζικής πίστωσης με εγγυητή, όπου προβαλλόταν αδράνεια της τράπεζας να λάβει μέτρα κατά του πρωτοφειλέτη.
- Κρίση: Η επιταγή προς πληρωμή ανερχόταν σε 257.991,93 ευρώ. Ο πρωτοφειλέτης διέθετε ακίνητη περιουσία άνω των 500.000 ευρώ και απαιτήσεις 583.999,38 ευρώ και 220.466,34 ευρώ. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν συνέτρεχε αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη.
- Εφαρμογή: Η απόφαση είναι κρίσιμη για την τράπεζα: η μη λήψη μέτρων κατά της εταιρείας δεν αρκεί από μόνη της για ελευθέρωση του εγγυητή κατ’ Άρθρο 862 ΑΚ. Απαιτείται να προβάλλεται και να αποδεικνύεται ότι η ικανοποίηση από την πρωτοφειλέτρια κατέστη αδύνατη εξαιτίας πταίσματος της τράπεζας.

2. Άρειος Πάγος 1137/2019
- Σχετικότητα: Αφορά διαταγή πληρωμής κατά εγγυητή τραπεζικής πίστωσης, με ρητή παραίτηση από την ένσταση διζήσεως και από την ελευθέρωση του Άρθρο 862 ΑΚ.
- Κρίση: Πιστωτικό όριο 1.800.000 ευρώ, αναγνώριση χρεωστικού υπολοίπου 191.678,27 ευρώ, τελικό χρεωστικό υπόλοιπο 1.472.166,48 ευρώ. Ο λόγος ανακοπής περί Άρθρο 862 ΑΚ απορρίφθηκε ως αόριστος.
- Εφαρμογή: Ενισχύει το επιχείρημα ότι, ακόμη και όταν προβάλλεται Άρθρο 862 ΑΚ, απαιτείται ειδική και συγκεκριμένη επίκληση: ποια ήταν η περιουσία της οφειλέτριας, ποια μέτρα παρέλειψε η τράπεζα, πώς και πότε κατέστη αναξιόχρεη. Στη δική σας υπόθεση, αν ο εγγυητής περιοριστεί να ισχυριστεί ότι «η τράπεζα δεν κατάσχεσε πρώτα την εταιρική περιουσία», ο ισχυρισμός, με βάση την ΑΠ 1137/2019, είναι ευάλωτος ως αόριστος.

3. Άρειος Πάγος 1216/2019
- Σχετικότητα: Εξετάζει αν η καθυστέρηση του δανειστή να κλείσει λογαριασμό και να λάβει μέτρα συνιστά πταίσμα κατά το Άρθρο 862 ΑΚ.
- Κρίση: Χρεωστικό υπόλοιπο 44.896,00 ευρώ. Το δικαστήριο έκρινε ότι η παράλειψη κλεισίματος του λογαριασμού νωρίτερα συνιστά ελαφρά αμέλεια και όχι βαριά.
- Εφαρμογή: Η απόφαση υποστηρίζει ότι όχι κάθε καθυστέρηση ή πλημμελής διαχείριση της απαίτησης αρκεί για ελευθέρωση του εγγυητή. Αν υπάρχει παραίτηση από το Άρθρο 862 ΑΚ, η ελαφρά αμέλεια δεν αρκεί. Ακόμη και αν δεν υπάρχει ρητή παραίτηση από το Άρθρο 862 ΑΚ στο δικό σας ιστορικό, η απόφαση δείχνει ότι το πταίσμα πρέπει να είναι ουσιώδες και αιτιωδώς συνδεδεμένο με την αδυναμία ικανοποίησης.

4. Άρειος Πάγος 1087/2019
- Σχετικότητα: Αφορά διαταγή πληρωμής για κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού και ρητή παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως.
- Κρίση: Συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο 3.232.263,86 ευρώ, με χρεώσεις από κατάπτωση εγγυητικών επιστολών 208.669,61 ευρώ και 208.221,70 ευρώ. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι ο όρος παραίτησης από την ένσταση διζήσεως απηχεί το Άρθρο 857 ΑΚ και δεν αποτελεί καταχρηστικό όρο.
- Εφαρμογή: Ισχυρό επιχείρημα υπέρ της τράπεζας ότι η ρήτρα παραίτησης από τη διζήση είναι κατ’ αρχήν έγκυρη και επιτρέπει απευθείας στροφή κατά του εγγυητή χωρίς προηγούμενη εκτέλεση κατά της εταιρείας.

5. Άρειος Πάγος 674/2020
- Σχετικότητα: Αφορά διαταγή πληρωμής κατά εγγυητών που είχαν αναλάβει ως αυτοφειλέτες και είχαν παραιτηθεί από τα δικαιώματα των άρθρων 855 και 862-869 ΑΚ.
- Κρίση: Πίστωση 800.000 ευρώ, χρεωστικό υπόλοιπο 816.331,17 ευρώ, αναγνώριση υπολοίπου 815.026,66 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ενισχύει τη θέση ότι σε τραπεζική πίστωση ο αυτόχρεος εγγυητής μπορεί να εναχθεί ή να βαρυνθεί με διαταγή πληρωμής για το κατάλοιπο χωρίς να απαιτείται προηγούμενη εξάντληση της περιουσίας της πρωτοφειλέτριας, όταν έχει παραιτηθεί από τα σχετικά δικαιώματα.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

1. Άρειος Πάγος 377/2011
- Ποια θέση στηρίζει: Στηρίζει τη θέση του εγγυητή ότι μπορεί να ελευθερωθεί κατ’ Άρθρο 862 ΑΚ, παρά προηγούμενη παραίτηση, όταν υπάρχει βαριά αμέλεια του δανειστή.
- Διαφορετικά γεγονότα: Εκεί υπήρχε συγκεκριμένο προσφερθέν ποσό 4.000.000 δολ. που, αν διαχειριζόταν ορθά η τράπεζα, θα εξοφλούσε το δάνειο. Η τράπεζα το διαχειρίστηκε με τρόπο που απέκλεισε την προπληρωμή και δημιούργησε ζημία.
- Αντίκρουση: Η υπόθεση αυτή προϋποθέτει εξαιρετικά συγκεκριμένο και σοβαρό πταίσμα της τράπεζας, όχι απλή παράλειψη να στραφεί πρώτα κατά της εταιρείας. Αν στο δικό σας ιστορικό δεν υπάρχουν αντίστοιχα συγκεκριμένα περιστατικά βαριάς αμέλειας, η επίκλησή της διαφοροποιείται ουσιωδώς.

2. Άρειος Πάγος 1886/2014
- Ποια θέση στηρίζει: Στηρίζει ότι ο ισχυρισμός περί ελευθέρωσης του εγγυητή κατ’ Άρθρο 862 ΑΚ είναι νομικά σοβαρός και απαιτεί ειδική αιτιολόγηση από το δικαστήριο.
- Διαφορετικά γεγονότα: Υπήρχαν επανειλημμένες απλήρωτες επιταγές από 12/2001 και 3-4/2002, ενώ η πίστωση συνεχιζόταν μέχρι 15-7-2002 με υπόλοιπο 44.896 ευρώ.
- Αντίκρουση: Η απόφαση δεν δέχθηκε οριστικά ελευθέρωση του εγγυητή, αλλά αναιρεί για ανεπαρκείς αιτιολογίες. Άρα είναι χρήσιμη για τον εγγυητή μόνο αν προβάλλει συγκεκριμένα περιστατικά πταίσματος. Δεν αρκεί η γενική επίκληση ότι «η τράπεζα δεν κατάσχεσε την εταιρική περιουσία».

Δεν εντοπίστηκε αντίθετη νομολογία στις διαθέσιμες αποφάσεις ως προς το ότι η απλή παραίτηση από τη διζήση επιτρέπει κατ’ αρχήν απευθείας στροφή κατά του εγγυητή. Η αντίθεση εντοπίζεται μόνο ως προς το αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις ελευθέρωσης κατ’ Άρθρο 862 ΑΚ.

Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

Αν εκπροσωπείτε την τράπεζα
1. Κύριο επιχείρημα περί διζήσεως
Εφόσον ο εγγυητής παραιτήθηκε από την ένσταση διζήσεως, δεν μπορεί να απαιτήσει προηγούμενη αναγκαστική εκτέλεση κατά της εταιρείας, σύμφωνα με Άρθρο 857 ΑΚ και ΑΠ 1087/2019.
Αν η σύμβαση τον χαρακτηρίζει και ως αυτοφειλέτη, το επιχείρημα ενισχύεται περαιτέρω, όπως στις ΑΠ 674/2020 και ΑΠ 1226/2015.

2. Απόκρουση του Άρθρο 862 ΑΚ
Ο εγγυητής πρέπει να επικαλεστεί συγκεκριμένα περιστατικά πταίσματος της τράπεζας και αιτιώδη σύνδεσμο με αδυναμία ικανοποίησης από την εταιρεία. Η απλή μη κατάσχεση εταιρικής περιουσίας δεν αρκεί, κατά ΑΠ 90/2021 και ΑΠ 1137/2019.

3. Απόκρουση καταχρηστικότητας της ρήτρας
Η παραίτηση από τη διζήση δεν είναι αφ’ εαυτής καταχρηστική, κατά ΑΠ 1087/2019. Αν ο εγγυητής συνδέεται επιχειρηματικά με τη δανειολήπτρια, μπορούν να αξιοποιηθούν αναλογικά οι ΑΠ 1226/2015 και ΑΠ 1346/2022 για να αποκρουστεί επίκληση του Ν2251.

Αν εκπροσωπείτε τον εγγυητή
1. Μη σύγχυση Άρθρο 855 ΑΚ με Άρθρο 862 ΑΚ
Η παραίτηση από τη διζήση δεν σημαίνει αυτομάτως και παραίτηση από την ελευθέρωση λόγω πταίσματος του δανειστή. Πρέπει να ελεγχθεί ακριβώς το κείμενο της σύμβασης. Το υλικό δείχνει ότι τα δικαστήρια διακρίνουν ρητά τις δύο ενστάσεις, βλ. ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 899/2024.

2. Συγκεκριμενοποίηση του ισχυρισμού του Άρθρο 862 ΑΚ
Πρέπει να προβληθούν συγκεκριμένα:
- ποια περιουσιακά στοιχεία είχε η εταιρεία,
- πότε ήταν διαθέσιμα,
- ποια μέτρα μπορούσε να λάβει η τράπεζα,
- πώς η παράλειψη αυτή οδήγησε σε αδυναμία ικανοποίησης.
Χωρίς αυτά, ο ισχυρισμός κινδυνεύει να απορριφθεί ως αόριστος, κατά ΑΠ 1137/2019.

3. Επίκληση Άρθρο 868 ΑΚ μόνο αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του
Η διάταξη μπορεί να αξιοποιηθεί μόνον αν η κύρια οφειλή κατέστη απαιτητή μετά από καταγγελία και ο εγγυητής είχε αξιώσει από τον δανειστή να καταγγείλει και να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτηση μέσα σε ένα μήνα. Από τα δοθέντα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι έγινε τέτοια αξίωση. Άρα το Άρθρο 868 ΑΚ δεν φαίνεται, με τα παρόντα δεδομένα, να θεμελιώνει αυτοτελώς άμυνα.

4. Ν2251/1994
Η επίκληση καταναλωτικής προστασίας είναι αβέβαιη. Οι ΑΠ 1226/2015, ΑΠ 828/2018, ΑΠ 1137/2019 και ΑΠ 1346/2022 δείχνουν ότι η ιδιότητα του εγγυητή ως καταναλωτή κρίνεται από τη σχέση του με την επιχειρηματική πίστωση, την εμπειρία και τη σύνδεσή του με την οφειλέτρια. Αν ο εγγυητής είναι μέτοχος, διαχειριστής, συγγενικά ή επιχειρηματικά συνδεδεμένος, η επίκληση του Ν2251 αποδυναμώνεται.

Νομολογιακή Ισχύς

Παγία ως προς τα εξής:
- η παραίτηση από την ένσταση διζήσεως είναι κατ’ αρχήν έγκυρη και επιτρέπει απευθείας στροφή κατά του εγγυητή: ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1226/2015.
- η ελευθέρωση κατ’ Άρθρο 862 ΑΚ απαιτεί συγκεκριμένο πταίσμα του δανειστή και αδυναμία ικανοποίησης από τον πρωτοφειλέτη: ΑΠ 90/2021, ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 377/2011, ΑΠ 1886/2014.

Πρακτικές Συστάσεις

1. Ελέγξτε ακριβώς τη ρήτρα εγγύησης.
Άλλο η παραίτηση από το Άρθρο 855 ΑΚ και άλλο από το Άρθρο 862 ΑΚ. Η διαφορά είναι κρίσιμη.

2. Αν είστε υπέρ του εγγυητή, μην στηριχθείτε μόνο στο ότι δεν έγινε κατάσχεση της εταιρικής περιουσίας.
Με βάση ΑΠ 90/2021 και ΑΠ 1137/2019, αυτό δεν αρκεί.

3. Συλλέξτε αποδείξεις για την περιουσία της εταιρείας κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Χρειάζονται συγκεκριμένα στοιχεία για ακίνητα, απαιτήσεις, τραπεζικούς λογαριασμούς, εκκρεμείς εισπράξεις, τυχόν μεταβιβάσεις.

4. Εξετάστε αν είχε αποσταλεί από τον εγγυητή πρόσκληση κατά Άρθρο 868 ΑΚ.
Αν όχι, η διάταξη δύσκολα θα αξιοποιηθεί.

5. Σε ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, διατυπώστε τον λόγο του Άρθρο 862 ΑΚ με πλήρη πραγματική βάση.
Η ΑΠ 1137/2019 είναι σαφής ότι αόριστη επίκληση απορρίπτεται.

Συμπέρασμα:
Με τα δεδομένα που δώσατε, η τράπεζα κατ’ αρχήν μπορεί να στραφεί απευθείας κατά του εγγυητή με διαταγή πληρωμής, χωρίς προηγούμενη κατάσχεση της περιουσίας της εταιρείας, λόγω παραίτησης από τη διζήση κατά Άρθρο 857 ΑΚ. Ο εγγυητής μπορεί να αντιτάξει Άρθρο 862 ΑΚ μόνο αν επικαλεστεί και αποδείξει συγκεκριμένο πταίσμα της τράπεζας που κατέστησε αδύνατη την ικανοποίησή της από τη δανειολήπτρια.

ΑΚ Άρθρο 855
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 93.4%
ΑΚ Άρθρο 855: Ένσταση δίζησης Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση δίζησης).
ΑΚ Άρθρο 862
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 92.2%
ΑΚ Άρθρο 862: Απόσβεση της εγγύησης Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.
ΑΚ Άρθρο 868
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.7%
ΑΚ Άρθρο 868: Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου απαιτείται καταγγελία του δανειστή για να γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, ο εγγυητής μπορεί, αφού περάσει ένα έτος αφότου εγγυήθηκε, να αξιώσει από το δανειστή να καταγγείλει και να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα, και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία. Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί με την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται.
ΑΚ Άρθρο 847
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.7%
ΑΚ Άρθρο 847: Έννοια Με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή.
ΑΚ Άρθρο 857
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 94.6%
ΑΚ Άρθρο 857: Ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης: 1. Αν παραιτήθηκε απ' αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης. 2. Αν η δίωξη του πρωτοφειλέτη έγινε σημαντικά δύσκολη λόγω μεταβολής της κατοικίας ή διαμονής του μετά τη συνομολόγηση της εγγύησης. 3. Αν ο πρωτοφειλέτης κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ο δανειστής δεν έχει ενέχυρο σε πράγμα του. 4. Αν είναι φανερό ότι η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη.
ΚΕΔΕ Άρθρο 78
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 94.2%
ΚΕΔΕ Άρθρο 78: Εγγυητές Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα για τους οφειλέτες εφαρμόζονται και κατά των εγγυητών. Οι εγγυητές έχουν την ίδια ευθύνη με τους οφειλέτες και δεν έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την ένσταση της δίζησης. Κατά των εγγυητών λαμβάνονται όλα τα μέτρα που προβλέπονται για τους οφειλέτες, χωρίς να απαιτείται βεβαίωση του χρέους σε βάρος τους.
ΑΚ Άρθρο 863
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.1%
ΑΚ Άρθρο 863: Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής.
ΑΚ Άρθρο 853
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.7%
ΑΚ Άρθρο 853: Ενστάσεις του εγγυητή Ο εγγυητής μπορεί να προτείνει εναντίον του δανειστή τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, και αν ακόμη αυτός παραιτηθεί απ' αυτές μετά τη συνομολόγηση της εγγύησης.
ΑΚ Άρθρο 859
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.7%
ΑΚ Άρθρο 859: Ο εγγυητής που ικανοποίησε το δανειστή δεν έχει αναγωγή, αν παρέλειψε να αντιτάξει βάσιμες ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.
ΑΚ Άρθρο 851
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.5%
ΑΚ Άρθρο 851: Έκταση της ευθύνης του εγγυητή Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.
ΑΚ Άρθρο 856
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.1%
ΑΚ Άρθρο 856: Σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, η αναγκαστική εκτέλεση που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο πρέπει να επιχειρηθεί στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του. Αν ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, πρέπει να επιχειρήσει εκτέλεση και σ' αυτά.
ΑΚ Άρθρο 867
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.3%
ΑΚ Άρθρο 867: Εγγύηση για αόριστο χρόνο Εκείνος που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, να αξιώσει από το δανειστή να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία. Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί με την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται.
ΑΚ Άρθρο 852
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.0%
ΑΚ Άρθρο 852: Ο εγγυητής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν ευθύνεται για παρεπόμενες παροχές που είχαν συμφωνηθεί και ήταν απαιτητές κατά το χρόνο της εγγύησης. Για τέτοιες παροχές που γίνονται απαιτητές μετά την εγγύηση, ο εγγυητής σε περίπτωση αμφιβολίας ευθύνεται μόνο αν κατά το χρόνο της εγγύησης γνώριζε την ύπαρξή τους.
ΚΠολΔ Άρθρο 951
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 951: 1. Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση γίνεται με κατάσχεση περιουσίας εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή με αναγκαστική διαχείριση ή με προσωπική κράτηση. Όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται στην κοινή περιουσία τους. 2. Η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης.
ΑΚ Άρθρο 362
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.0%
ΑΚ Άρθρο 362: Σύμβαση για αδύνατη παροχή Αυτός που υποσχέθηκε παροχή η οποία είναι αδύνατη κατά τη σύναψη της σύμβασης, για λόγους που είτε είναι γενικοί είτε αφορούν τον ίδιο, έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία του δανειστή από τη μη εκπλήρωση της παροχής. Η διάταξη του άρθρου 337 εφαρμόζεται αναλόγως και εδώ.
ΚΠολΔ Άρθρο 632
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 632: 1. Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. 3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724. 4. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. 5. Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου παρέχεται και στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3. 6. Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ. 7. Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή.
ΑΚ Άρθρο 864
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.7%
ΑΚ Άρθρο 864: Όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα.
ΚΠολΔ Άρθρο 630Α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 630Α: Επίδοση της διαταγής πληρωμής Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει.
ΑΚ Άρθρο 865
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.6%
ΑΚ Άρθρο 865: Αν επήλθε σύγχυση κύριας οφειλής και εγγύησης στο ίδιο πρόσωπο, τα δικαιώματα του δανειστή δεν παραβλάπτονται.
ΑΚ Άρθρο 866
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.6%
ΑΚ Άρθρο 866: Εγγύηση για ορισμένο χρόνο Εκείνος που εγγυήθηκε για ορισμένο μόνο χρόνο ελευθερώνεται από την εγγύηση, αν ο δανειστής δεν επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα από την πάροδο αυτού του χρόνου και δεν συνεχίσει την σχετική διαδικασία χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
ΚΠολΔ Άρθρο 623
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 623: Έκδοση διαταγής πληρωμής "Κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη".
ΑΚ Άρθρο 860
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.9%
ΑΚ Άρθρο 860: Ο συνεγγυητής που ικανοποίησε το δανειστή έχει αναγωγή εναντίον των λοιπών συνεγγυητών στην έκταση που, σύμφωνα με το άρθρο 487, ευθύνονται μεταξύ τους οι οφειλέτες εις ολόκληρον.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.9%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η: Ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής 1. Εκείνος κατά του οποίου εκδίδεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις για την αξίωση, η οποία αποτελεί τη νόμιμη αιτία έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν την αξίωση, παραμένουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής έως την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ή έως την άσκηση αυτής, κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η ανακοπή ασκείται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία (3) αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Το δικόγραφο της ανακοπής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει απαραιτήτως να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και συγκεκριμένο αίτημα. 3. Η ανακοπή προσδιορίζεται να συζητηθεί σε δικάσιμο που δεν απέχει περισσότερο από (6) μήνες από την κατάθεσή της. Ως προς την προδικασία, που πρέπει να τηρηθεί, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 126 έως και 128 και 130 έως και 131. Ως προς την κύρια διαδικασία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 132 έως και 143. 4. Όποιος έχει σχετικό έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση στην επί της ανακοπής δίκη. Για την άσκηση της παρέμβασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 112 έως και 114 του Κώδικα αυτού. 5. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το νόμο και την ουσία στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η διαταγή εκδόθηκε αναρμοδίως, β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου ή γ) αν η αξίωση, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, έχει παραγραφεί. Ισχυρισμοί που αφορούν, την καθ' οιονδήποτε τρόπο απόσβεση ή το χαρακτήρα ως μη αμφισβητούμενης της αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, μπορούν να προβάλλονται με την ανακοπή και πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως. 6. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο, όμως, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 206 επ. να χορηγήσει αναστολή έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής, για τους λόγους που ορίζονται στο άρθρο 208 του Κώδικα αυτού. 7. Η επίδοση της ανακοπής και της αίτησης αναστολής μπορεί να γίνει είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, στη διεύθυνση που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιήθηκε εγγράφως μεταβολή της στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής.
ΑΚ Άρθρο 1180
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 85.6%
ΑΚ Άρθρο 1180: Αν η απαίτηση που βαρύνεται με επικαρπία είναι χρηματική, ο δανειστής και ο επικαρπωτής έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να συμπράξουν για την είσπραξη του κεφαλαίου από κοινού. Αντί για την είσπραξη ή μετά την είσπραξη ο καθένας απ' αυτούς έχει δικαίωμα να απαιτήσει την ασφαλή και έντοκη τοποθέτηση του κεφαλαίου, με επιφύλαξη του δικαιώματος του επικαρπωτή. Αυτός προσδιορίζει το είδος της τοποθέτησης.
ΚΠολΔ Άρθρο 724
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 724: 1. Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής. 2. Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται και κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1, αν πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης.
ΚΠολΔ Άρθρο 715
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 715: 1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση. Σε χρηματικές απαιτήσεις η απαγόρευση ισχύει μόνο έως το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. 2. Τα αποτελέσματα της κατάσχεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 αρχίζουν α)σε κατάσχεση κινητών ή εμπράγματων δικαιωμάτων επάνω σε κινητά στα χέρια του οφειλέτη, από την κατάσχεση, αν ήταν παρών κατά την επιβολή της, διαφορετικά από την επίδοση από το δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με το άρθρο 711, β)σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου απαιτήσεων ή κινητών, από την επίδοση του εγγράφου που ανακοινώνει την κατάσχεση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, σύμφωνα με το άρθρο 712, γ)σε κατάσχεση ακινήτου, πλοίου ή αεροσκάφους ή εμπράγματου δικαιώματος επάνω σ' αυτά, από την κοινοποίηση στον οφειλέτη της απόφασης που διατάζει την κατάσχεση. 3. Στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, πλοίου, αεροσκάφους ή εμπράγματου δικαιώματος επάνω σ' αυτά, η ακυρότητα που αναφέρεται στην παρ. 1 ισχύει ως προς τους τρίτους μόνο αν κατά το χρόνο της διάθεσης είχε γίνει η εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, στο νηολόγιο ή στο μητρώο αεροσκαφών. 4. Αν έγινε κατάσχεση απαίτησης στα χέρια τρίτου, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η εξόφληση από τον τρίτο της απαίτησης που έχει κατασχεθεί ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση. Αν έγινε κατάσχεση κινητών στα χέρια τρίτου, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η απόδοση ή η διάθεση των κατασχεμένων. 5. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την κατάσχεση ο δανειστής οφείλει να ασκήσει εναντίον του αγωγή για την κύρια απαίτηση, που να απευθύνεται στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο. Δεν απαιτείται να ασκηθεί αγωγή, αν έχει ήδη ασκηθεί η αγωγή για την κύρια απαίτηση ή η συντηρητική κατάσχεση έγινε με βάση διαταγή πληρωμής ή αν επιδοθεί διαταγή πληρωμής μέσα στην παραπάνω προθεσμία.
ΚΠολΔ Άρθρο 633
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 633: 1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής. «2. Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την ως άνω δεύτερη επίδοση. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής έχει συνέπειες δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.» «2Α. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., περί ασφαλιστικών μέτρων, να χορηγήσει αναστολή μ ε ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724.» «3. Εάν η διαταγή πληρωμής που έχει εκτελεστεί, ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει με τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της ανακοπής, το δικαστήριο διατάζει, εάν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του ανακόπτοντος. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.».
ΚΠολΔ Άρθρο 982
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 982: 1. Μπορούν να κατασχεθούν α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή, β) κινητά πράγματά του που βρίσκονται στα χέρια τρίτου. «2. Εξαιρούνται από την κατάσχεση α) πράγματα που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά, β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες, γ) απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, καθώς και απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. ε) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως τρίτου, μέχρι την κατάθεση τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. στ) απαιτήσεις που επιδικάζονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω διαπίστωσης παραβιάσεων της Σύμβασης αυτής ή των Πρωτοκόλλων της, εξαιρουμένων των απαιτήσεων που επιδικάζονται για την παραπάνω αιτία προς αποκατάσταση υλικής ζημίας. Το εν λόγω ακατάσχετο ισχύει όταν η κατάσχεση επισπεύδεται για την ικανοποίηση απαίτησης δανειστή, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α' 143). ζ) απαιτήσεις που προβλέπονται σε ειδικότερους νόμους ως ακατάσχετες.» «3. Η εξαίρεση των περ. δ' και ζ' της παρ. 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως και έναν (1) μήνα μετά την καταβολή, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.».
ΚΠολΔ Άρθρο 630
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 630: Περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής Η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικηγόρου που εκδίδει τη διαταγή πληρωμής, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου, γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, δ) την αιτία της πληρωμής, ε) το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, στ) διαταγή πληρωμής, ζ) υπόμνηση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 636 και η) υπογραφή του εκδόσαντος δικηγόρου. Ο εκδόσας τη διαταγή πληρωμής δικηγόρος την καταθέτει στη γραμματεία του πρωτοδικείου και ο γραμματέας περιάπτει τον εκτελεστήριο τύπο στο πρωτότυπο της διαταγής πληρωμής.
ΑΚ Άρθρο 330
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.5%
ΑΚ Άρθρο 330: Ευθύνη λόγω πταίσματος Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Α
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.4%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Α: Διαταγή πληρωμής - Προϋποθέσεις «ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές αξιώσεις μη αμφισβητούμενες κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 805/2004 (EE L 143) μπορεί να ζητηθεί εφόσον: α) πηγάζουν από δημόσια σύμβαση που έχει συναφθεί στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής, κατά την έννοια της υποπαραγράφου Ζ.3 της παραγράφου Ζ' του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107) και β) έχει ολοκληρωθεί ο προληπτικός έλεγχος της σχετικής δαπάνης και έχει αποβεί θετικός για την πληρωμή της."
ΚΠολΔ Άρθρο 1034
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 1034: 1. Για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση του δανειστή, μπορεί να επιβληθεί αναγκαστική διαχείριση ακινήτου ή επιχείρησης του οφειλέτη. 2. Η αναγκαστική διαχείριση επιβάλλεται ύστερα από απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο ή η έδρα της επιχείρησης του οφειλέτη, αν το ζητήσει δανειστής που έχει τίτλο εκτελεστό και που επέδωσε στον οφειλέτη επιταγή για εκτέλεση. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση προσβάλλεται μόνο με έφεση. Η αίτηση και η έφεση δικάζονται κατά τα άρθρα 686 επ.. Ο πρόεδρος των εφετών ορίζει την προθεσμία για την εμφάνιση, ενώ το άρθρο 226 εφαρμόζεται και εδώ. 3. Το ακίνητο ή η επιχείρηση βρίσκεται σε αναγκαστική διαχείριση αφότου επιδοθεί στον οφειλέτη η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση. Το άρθρο 912 εφαρμόζεται και εδώ.
ΚΠολΔ Άρθρο 1019
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 1019: 1. Η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγραφεί σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει ως προς όλους αφότου δημοσιευθεί η απόφαση. 2. Στις προθεσμίες που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο δεν υπολογίζεται το διάστημα από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το "άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4" μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε σύμφωνα με αυτήν, το διάστημα αναστολής της εκτέλε σης, η οποία χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση, ή με κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ο χρόνος από 1 έως 31 Αυγούστου. "3. Αν πριν από την έκδοση της κατά την παρ. 1 απόφασης είχαν αναγγελθεί δανειστές με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, κατά τα άρθρα 972 παρ. 2 εδ. β' και 1006 παρ. 1 εδ. α', η ανατροπή επέρχεται ως προς αυτούς μόνο αν οι ως άνω προθεσμίες είχαν συμπληρωθεί και ως προς αυτούς από τις αναγγελίες τους. Διαφορετικά, η κατάσχεση ως προς αυτούς διατηρείται και ισχύει αυτοτελής προθεσμία ανατροπής της από την αναγγελία τους, η προθεσμία όμως αυτή ουδέποτε συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου από την ανατροπή".
ΑΚ Άρθρο 1233
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.9%
ΑΚ Άρθρο 1233: Με άδεια του δικαστηρίου έχει δικαίωμα ο δανειστής και μετά την απόσβεση της απαίτησής του να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος στον οφειλέτη, αν έχει εναντίον του άλλη απαίτηση που συνομολογήθηκε μετά τη σύσταση του ενεχύρου και έγινε απαιτητή πριν από τη λήξη της απαίτησης που ασφαλίζεται με το ενέχυρο. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο δανειστής και κατά του τρίτου ενεχυραστή, αν έχει εναντίον του απαίτηση με τους ίδιους όρους.
ΑΚ Άρθρο 858
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.7%
ΑΚ Άρθρο 858: Αναγωγή και υποκατάσταση του εγγυητή Ο εγγυητής, εφόσον ικανοποίησε το δανειστή και έχει δικαίωμα αναγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.
ΑΚ Άρθρο 332
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.6%
ΑΚ Άρθρο 332: Συμφωνία για μη ευθύνη από πταίσμα "Άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Άκυρη είναι επίσης η εκ των προτέρων συμφωνία ότι δεν θα ευθύνεται ο οφειλέτης και για ελαφριά ακόμη αμέλεια, αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφειλέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής . Το ίδιο ισχύει και αν η απαλλακτική ρήτρα περιέχεται σε όρο της σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ή αν με τη ρήτρα απαλλάσσεται ο οφειλέτης από την ευθύνη για προσβολή αγαθών που απορρέουν από την προσωπικότητα και ιδίως της ζωής, της υγείας, της ελευθερίας ή της τιμής".
ΑΚ Άρθρο 298
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.6%
ΑΚ Άρθρο 298: Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
ΑΚ Άρθρο 848
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.6%
ΑΚ Άρθρο 848: Εγγύηση μπορεί να δοθεί και για οφειλή μελλοντική ή υπό αίρεση.
ΑΚ Άρθρο 1284
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.2%
ΑΚ Άρθρο 1284: Χειροτέρευση του ενυποθήκου Αν από υπαιτιότητα του οφειλέτη κινδυνεύει να χειροτερέψει το ενυπόθηκο ή να ελαττωθεί η αξία του, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει είτε την παράλειψη ή άρση των επιβλαβών πράξεων, είτε την άμεση εξόφληση του χρέους, είτε τέλος την παραχώρηση άλλης ανάλογης υποθήκης. Αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.
ΑΚ Άρθρο 384
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 83.1%
ΑΚ Άρθρο 384: Αν, μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί, η παροχή εκπληρώθηκε κατά ένα μόνο μέρος και ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στη μερική εκπλήρωση, έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης για την όλη παροχή ή να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση.
ΑΚ Άρθρο 854
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.9%
ΑΚ Άρθρο 854: Περισσότεροι εγγυητές Περισσότεροι εγγυητές ευθύνονται εις ολόκληρον και αν ακόμη δεν ανέλαβαν από κοινού την εγγύηση.
ΚΠολΔ Άρθρο 933
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 82.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 933: Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών. 2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. 3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. 4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. 5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. 6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.
ΑΚ Άρθρο 328
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.4%
ΑΚ Άρθρο 328: Ο δανειστής μπορεί να αποκρούσει το δικαίωμα της επίσχεσης παρέχοντας ασφάλεια. Η ασφάλεια με εγγυητή αποκλείεται.
ΑΚ Άρθρο 1218
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.3%
ΑΚ Άρθρο 1218: Ασφαλιζόμενο χρέος Το ενέχυρο ασφαλίζει την απαίτηση σε όλη της την έκταση ιδίως τους τόκους, την ποινική ρήτρα, τις αξιώσεις του δανειστή εξαιτίας δαπανών που έκανε στο πράγμα, τα δικαστικά έξοδα, καθώς και τα έξοδα για την εκποίηση του ενεχύρου. Αν το ενέχυρο έχει συσταθεί για εξασφάλιση ξένης οφειλής, δικαιοπραξία οφειλέτη και δανειστή που γίνεται μετά την ενεχύραση δεν μπορεί να καταστήσει επαχθέστερη τη θέση του ενεχυραστή.
ΑΚ Άρθρο 200
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.3%
ΑΚ Άρθρο 200: Ερμηνεία συμβάσεων Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ν2251 Άρθρο 14
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 82.0%
Ν2251 Άρθρο 14: Μεταβατικές, τελικές και καταργούμενες διατάξεις 1. Καταργούνται ο ν. 1961/1991 "Για την προστασία του καταναλωτή και άλλες διατάξεις", εκτός των άρθρων 51 και 53 έως 55, τα άρθρα 26 έως 29 του ν. 2000/1991 "Για την αποκρατικοποίηση, απλούστευση των διαδικασιών εκκαθάρισης, ενισχύσεως των κανόνων ανταγωνισμού και άλλες διατάξεις", καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν. 2. Δεν θίγονται οι διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό. 3. α) Οι υφιστάμενες ενώσεις καταναλωτών έχουν υποχρέωση πιστοποίησής τους από την επιτροπή της παραγράφου 12 του άρθρου 10 εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. β) Οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις υποχρεούνται, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, να διαβιβάσουν στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης τα μητρώα που τηρούσαν σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου, Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και του τυχόν κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα της προσαρμογής και συμμόρφωσης προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα κατανάλωσης και προστασίας του καταναλωτή. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του τυχόν κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με στόχο την προστασία της ασφάλειας και των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, τη διαφάνεια στη λειτουργία της αγοράς, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και ιδίως την απόδοση του οικονομικού οφέλους από αυτόν στους καταναλωτές, τη διασφάλιση της ενημέρωσης και την ενίσχυση της ικανότητας των καταναλωτών για σύγκριση και επιλογή προϊόντων ή υπηρεσιών σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους, καθορίζονται και εξειδικεύονται απαιτήσεις ασφάλειας και επισήμανσης προϊόντων που διατίθενται στην αγορά, εκτός των τροφίμων, με την επιφύλαξη κανόνων κοινοτικού δικαίου, υποχρεώσεις ενημέρωσης των προμηθευτών προς τους καταναλωτές για χαρακτηριστικά, ιδιότητες και την τιμή πώλησης των προσφερόμενων προϊόντων ή παρεχόμενων υπηρεσιών, τον τρόπο αναγραφής και τη διαμόρφωση αυτής, καθώς και όροι διαφάνειας στην προώθηση, πώληση ή προμήθεια προϊόντων και υπηρεσιών στους καταναλωτές. Η έννοια του προμηθευτή κατά το προηγούμενο εδάφιο προσδιορίζεται από το άρθρο 9α στοιχείο β' του παρόντος. 5. Αν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μεγαλύτερη προστασία από την ειδική ρύθμιση του νόμου αυτού, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις. Εξαιρούνται οι διατάξεις που αφορούν παραγραφές και αποκλειστικές προθεσμίες. 6. Άτυποι κανόνες συμπεριφοράς επαγγελματικών οργανώσεων, καθώς και άτυπα όργανα εφαρμογής των κανόνων αυτών ή επίλυσης καταναλωτικών διαφορών ειδικού χαρακτήρα δεν θίγονται από αυτόν το νόμο, έστω και αν ανάγονται σε θέματα που αυτός ρυθμίζει, στο μέτρο που δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις του. 7. Στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης συνιστώνται κλιμάκια ελέγχου προμηθευτών, τα οποία συγκροτούνται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης. Έργο των κλιμακίων αυτών είναι η διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στους προμηθευτές για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται ο αριθμός και η σύνθεση των κλιμακίων ελέγχου και ρυθμίζονται η οργάνωση, η λειτουργία αυτών, η διαδικασία ελέγχου, η συνεργασία των κλιμακίων ελέγχουμε αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς και κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης ρυθμίζονται τα θέματα αμοιβής των μελών των κλιμακίων ελέγχου. 8. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μπορεί να συγκροτούνται επιτροπές εμπειρογνωμόνων για την επικουρία του έργου της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι αρμοδιότητες, ο αριθμός και οι ιδιότητες των μελών των επιτροπών, η λειτουργία τους, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης καθορίζονται οι αμοιβές των μελών των επιτροπών εμπειρογνωμόνων. 9. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδίδεται εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, ρυθμίζονται ο τύπος και οι όροι των συμβάσεων που συνάπτουν οι καταναλωτές με επιχειρήσεις αδυνατίσματος και γυμναστηρίων, και ιδίως το δικαίωμα υπαναχώρησης, ο τρόπος καταβολής του τιμήματος, οι κυρώσεις που επιβάλλονται, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της απόφασης που εκδίδεται κατά την παράγραφο αυτή, και κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια. 10. Η επιλογή από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαίου χώρας που δεν ανήκει στην Ε.Ε. δεν μπορεί να θίξει τα δικαιώματα καταναλωτών που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος, εφόσον η κρινόμενη περίπτωση συνδέεται στενά με την ελληνική έννομη τάξη. 11. Δεν επιτρέπεται επιβολή κατάσχεσης για ικανοποίηση απαιτήσεων πιστωτικών ιδρυμάτων και εταιριών παροχής πιστώσεων, καθώς και των εκδοχέων των απαιτήσεων αυτών από καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, επί ακινήτου του οφειλέτη, το οποίο αποδεδειγμένα αποτελεί τη μοναδική κατοικία του, εφόσον ασκηθεί από τον ίδιο, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, ανακοπή κατά του σχετικού τίτλου εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ και συντρέχουν, σωρευτικώς, οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η απαίτηση της τράπεζας, στο σύνολό της, όπως βεβαιώνεται στο σχετικό τίτλο εκτέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, β) δεν έχει εγγραφεί, με τη βούληση του οφειλέτη, επί του ακινήτου αυτού προσημείωση ή υποθήκη υπέρ της δικαιούχου Τράπεζας, γ) ο οφειλέτης βρίσκεται σε αποδεδειγμένη αδυναμία να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση. Εάν δεν έχει ασκηθεί ανακοπή του πρώτου εδαφίου ή αυτή απορριφθεί τελεσιδίκως, δεν εμποδίζεται η επιβολή κατάσχεσης. 12. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, μπορεί να κωδικοποιηθούν, σε ενιαίο κείμενο, οι διατάξεις του παρόντος νόμου, του ν. 2251/1994, καθώς και όλων των συναφών νόμων, προεδρικών διαταγμάτων και κανονιστικών αποφάσεων που ρυθμίζουν θέματα προστασίας των καταναλωτών. Κατά την κωδικοποίηση επιτρέπεται νέα αρίθμηση των άρθρων και διάρθρωση των διατάξεών τους, η διαγραφή, η σύμπτυξη ή η διεύρυνση των άρθρων και του αριθμού τους, καθώς και η μεταγλώττιση και οποιαδήποτε αναγκαία φραστική μεταβολή των κειμένων, χωρίς αλλοίωση της έννοιάς τους. 13. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται και κ
ΑΚ Άρθρο 1252
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 82.0%
ΑΚ Άρθρο 1252: Είσπραξη της απαίτησης που έχει ενεχυραστεί Εφόσον το ασφαλιζόμενο χρέος δεν έληξε, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος την ενεχυρασμένη απαίτηση, αν δεν είναι χρηματική. Από την είσπραξη ο δανειστής έχει ενέχυρο σε πράγμα του ενεχυραστή.
ΑΚ Άρθρο 1254
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.7%
ΑΚ Άρθρο 1254: Όταν λήξει το ασφαλιζόμενο χρέος, αν η ενεχυρασμένη απαίτηση δεν είναι χρηματική, ο ενεχυρούχος δανειστής την εισπράττει μόνος και επέρχονται οι συνέπειες της ενεχύρασης πράγματος του ενεχυραστή. Αν η ενεχυρασμένη απαίτηση είναι χρηματική, έχει δικαίωμα επίσης ο δανειστής να την εισπράξει αλλά μόνο κατά το ποσόν που απαιτείται για την ικανοποίησή του. Αντί για τέτοια είσπραξη έχει δικαίωμα να απαιτήσει να του εκχωρηθεί η απαίτηση αντί καταβολής. Δεν δικαιούται σε άλλη διάθεση της ενεχυρασμένης απαίτησης.
Ν4072 Άρθρο 79
Ν. 4072/2012 - ΙΚΕ, ΟΕ, ΕΕ
Σχετικότητα: 81.6%
Ν4072 Άρθρο 79: Εγγυητικές εισφορές «Εγγυητικές εισφορές» είναι εισφορές που συνίστανται στην ανάληψη ευθύνης έναντι των τρίτων για τα χρέη της εταιρείας μέχρι το ποσό που ορίζεται στο καταστατικό. Ο εταίρος που παρέχει εγγυητική εισφορά θεωρείται ότι δηλώνει υπεύθυνα ότι είναι σε θέση και ότι θα καταβάλει κάθε προσπάθεια, ώστε να είναι σε θέση κατά πάντα χρόνο, να προβεί στις καταβολές των χρεών της εταιρείας μέχρι το ποσό του προηγούμενου εδαφίου. Η αξία κάθε εγγυητικής εισφοράς καθορίζεται στο καταστατικό και δεν μπορεί να υπερβαίνει το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ποσού της ευθύνης κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η ευθύνη του εταίρου καλύπτει οποιοδήποτε χρέος της εταιρείας κατά την παράγραφο 1 με τόκους και άλλες επιβαρύνσεις. Η ευθύνη αυτή υφίσταται άμεσα και πρωτογενώς έναντι των δανειστών, που μπορούν να ασκήσουν ευθέως αγωγή κατά του εταίρου. Ο εταίρος μπορεί να προβάλει κατά του δανειστή ενστάσεις που δεν θεμελιώνονται στο πρόσωπο του μόνον εφόσον θα μπορούσαν να προβληθούν από την εταιρεία. Περισσότεροι εταίροι που ευθύνονται με τον τρόπο αυτόν υπέχουν ευθύνη εις ολόκληρο. Σε περίπτωση πτώχευσης εταίρου με εγγυητική εισφορά κάθε δανειστής της εταιρείας μπορεί να αναγγελθεί στην πτώχευση αυτή. Το ποσό που διανέμεται αθροιστικά στους δανειστές της εταιρείας δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό της ευθύνης που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, μειωμένο αναλογικά στο μέτρο που ικανοποιούνται και οι απαιτήσεις των ενέγγυων πτωχευτικών πιστωτών. Έως το όριο αυτό οι δανειστές της εταιρείας κατατάσσονται τηρουμένου μεταξύ τους του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα. Ο εταίρος που έχει παράσχει εγγυητική εισφορά και κατέβαλε εταιρικό χρέος δεν έχει δικαίωμα αναγωγής κατά της εταιρείας. Στις περιπτώσεις ακύρωσης εταιρικών μεριδίων λόγω εξόδου ή αποκλεισμού εταίρου, καθώς και αναγκαστικής εκποίησης εταιρικών μεριδίων, ο εταίρος που δεν έχει καταβάλει πλήρως το ποσό της ευθύνης του από εγγυητική εισφορά, εξακολουθεί να είναι υπόχρεος έναντι τρίτων για την καταβολή των χρεών της εταιρείας που γεννήθηκαν πριν από την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. των γεγονότων αυτών, για διάστημα τριών (3) ετών μετά την καταχώριση αυτή. Μετά από κάθε μεταβολή στις εγγυητικές εισφορές της εταιρείας, ο διαχειριστής υποβάλλει για καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. επικαιροποιημένη κατάσταση με τη μεταβολή που έχει επέλθει και τις εγγυητικές εισφορές των κατ` ιδίαν εταίρων που υφίστανται με το ποσό της ευθύνης που δεν έχει καταβληθεί για κάθε εισφορά. Την κατάσταση αυτή αναρτά και στην ιστοσελίδα της εταιρείας.
Ν4072 Άρθρο 88
Ν. 4072/2012 - ΙΚΕ, ΟΕ, ΕΕ
Σχετικότητα: 81.4%
Ν4072 Άρθρο 88: Κατάσχεση εταιρικών μεριδίων Η κατάσχεση των εταιρικών μεριδίων είναι δυνατή ακόμη και αν η μεταβίβαση τούτων αποκλείεται ή υπόκειται σε περιορισμούς. Η κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 1022 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η σχετική αίτηση του δανειστή και η απόφαση του δικαστηρίου που διατάσσει την κατάσχεση επιδίδονται και στην εταιρεία. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως πρόσφορο μέσο για την αξιοποίηση του δικαιώματος κατά το άρθρο 1024 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων σε εταίρους ή σε πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρεία με πληρωμή πλήρους τιμήματος, που προσδιορίζεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο λαμβάνει γνώση του ενδιαφέροντος των εταίρων ή του τρίτου που υποδεικνύεται από την εταιρεία με οποιονδήποτε πρόσφορο δικονομικό τρόπο. Σε περίπτωση πτώχευσης εταίρου τα εταιρικά του μερίδια ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία και εκποιούνται κατ` εφαρμογή του άρθρου 146 του Πτωχευτικού Κώδικα. Αντί της εκποίησης, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει, μετά από αίτηση της εταιρείας, τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων σε εταίρους ή τρίτους που υποδεικνύει η εταιρεία, με καταβολή στον πιστωτή πλήρους τιμήματος, που προσδιορίζεται από το δικαστήριο.
ΑΚ Άρθρο 361
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.2%
ΑΚ Άρθρο 361: Ενοχή από σύμβαση Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
ΑΚ Άρθρο 806
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 81.0%
ΑΚ Άρθρο 806: Έννοια Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.
ΚΠολΔ Άρθρο 626
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 81.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 626: Έκδοση διαταγής πληρωμής - Στοιχεία αίτησης - Προϋποθέσεις 1. Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της απαίτησης. 2. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παρ. 1 του άρθρου 119, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή. 3. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. 4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται οι προϋποθέσεις διορισμού των δικηγόρων των άρθρων 625 και 638 τα ειδικά προσόντα τους, ο τρόπος κατάθεσης των αιτήσεων, το ύψος της αποζημίωσης των δικηγόρων στις ως άνω περιπτώσεις, ο τρόπος, ο χρόνος και οι λοιποί όροι καταβολής της, καθώς και οι αναγκαίες εγγυήσεις για την αδιάβλητη επιλογή των δικηγόρων και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.
ΑΚ Άρθρο 1292
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.7%
ΑΚ Άρθρο 1292: Με την εμπράγματη αγωγή ο δανειστής μπορεί να επιδιώξει την εξόφληση του χρέους με την αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου κτήματος, μόλις το χρέος γίνει απαιτητό.
ΚΠολΔ Άρθρο 1038
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 80.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 1038: 1. Η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση κοινοποιείται, με επιμέλεια του δανειστή που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση, στον οφειλέτη, στο διαχειριστή, στον τυχόν διορισμένο επόπτη και στους ενυπόθηκους δανειστές. Αν ο οφειλέτης αρνηθεί να συμμορφωθεί με την απόφαση, γίνεται αναγκαστική εκτέλεση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 947. 2. Αφότου η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση επιδοθεί στον οφειλέτη, αυτός στερείται τη διαχείριση του ακινήτου ή της επιχείρησης. Ώσπου να αναλάβει τα καθήκοντά του ο διαχειριστής, καθήκοντα διαχειριστή ασκεί προσωρινά ο οφειλέτης και έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει στο διαχειριστή. 3. Αν επιβληθεί στο ακίνητο ή στα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση, μεσεγγυούχος είναι ο διαχειριστής.
ΑΚ Άρθρο 869
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.6%
ΑΚ Άρθρο 869: Εγγύηση υπέρ του εργαζομένου ή εργολάβου Εκείνος που εγγυήθηκε υπέρ εργαζομένου ή εργολάβου ελευθερώνεται, αν ο δανειστής αμέλησε να ασκήσει στον εργαζόμενο ή στον εργολάβο την επιβαλλόμενη εποπτεία και από την παράλειψη αυτή γεννήθηκε ή αυξήθηκε η οφειλή.
Ν2251 Άρθρο 2
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 80.2%
Ν2251 Άρθρο 2: Γενικοί όροι των συναλλαγών - Καταχρηστικοί γενικοί όροι 1. Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. 2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται γραπτώς στην ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημά τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών που εφαρμόζονται στην ελληνική αγορά αποτυπώνονται υποχρεωτικά και στην ελληνική γλώσσα. 3. Όροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (ειδικοί όροι) υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών όρων. 4. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτον για λογαριασμό του, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. 5. Ειδικώς, όταν ελέγχεται το περιεχόμενο γενικού όρου συναλλαγών κατά την εφαρμογή των παραγράφων 16α και 2 και 3 των άρθρων 10 και 13α αντίστοιχα, επιλέγεται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου. 6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. 7. Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που: α) παρέχουν στον προμηθευτή, χωρίς εύλογη αιτία, υπερβολικά μεγάλη προθεσμία αποδοχής της πρότασης του καταναλωτή για σύναψη σύμβασης, β) περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών, γ) προβλέπουν προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης υπερβολικά σύντομη για τον καταναλωτή ή υπερβολικά μακρά για τον προμηθευτή, δ) συνεπάγονται την παράταση ή ανανέωση της σύμβασης για χρονικό διάστημα υπερβολικά μακρό, αν ο καταναλωτής δεν την καταγγείλει σε ορισμένο χρόνο, ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση, στ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία, ζ) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή του είναι σύμφωνη με τη σύμβαση, η) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του, θ) ορίζουν ότι η παροχή δεν είναι υποχρεωτικό να ανταποκρίνεται στις ουσιώδεις, για τον καταναλωτή, προδιαγραφές, στο δείγμα, στις ανάγκες της ειδικής χρήσης, για την οποία την προορίζει ο καταναλωτής και την οποία αποδέχεται ο προμηθευτής ή στο συνηθισμένο προορισμό της, ι) επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο, ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή, ιβ) περιορίζουν την ευθύνη του προμηθευτή για κρυμμένα ελαττώματα του πράγματος, ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή, ιδ) προβλέπουν τη μετακύληση της ευθύνης του πωλητή ή του εισαγωγέα αποκλειστικά στον παραγωγό του αγαθού ή σε άλλον, ιε) περιορίζουν την υποχρέωση του προμηθευτή να τηρεί τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει οι εντολοδόχοι του ή εξαρτούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από την τήρηση ειδικής τυπικής διαδικασίας, ιστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, ή να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμη εκτελεσθεί από αυτόν, όταν τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος, ιζ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματά του σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής του προμηθευτή, ακόμη και αν τον προμηθευτή βαρύνει πταίσμα, ιη) εμποδίζουν τον καταναλωτή να υπαναχωρήσει (από τη σύμβαση), όταν η αύξηση του τιμήματος σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης είναι υπερβολική για αυτόν, ιθ) αποκλείουν ή περιορίζουν τη νόμιμη ευχέρεια του καταναλωτή να μην εκτελέσει τη σύμβαση, κ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να επισχέσει εν όλω ή εν μέρει την καταβολή του τιμήματος, όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, κα) επιβάλλουν στον καταναλωτή που πιστώθηκε με το τίμημα των αγαθών ή υπηρεσιών να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή, κβ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τις ενστάσεις του κατά τρίτου που διαδέχεται τον προμηθευτή στη σχέση με τον καταναλωτή, κγ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να προτείνει σε συμψηφισμό προς υποχρεώσεις του από τη σύμβαση ομοειδείς απαιτήσεις του κατά του προμηθευτή, κδ) βεβαιώνουν ότι ο καταναλωτής γνωρίζει ορισμένους όρους της σύμβασης ή την κατάσταση των προμηθευόμενων πραγμάτων ή την ποιότητα των υπηρεσιών, ενώ πραγματικά τα αγνοεί, κε) υποχρεώνουν τον καταναλωτή να προκαταβάλει υπερβολικά μεγάλο μέρος του τιμήματος πριν αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης από τον προμηθευτή, μολονότι ο προμηθευτής δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει παραγγελία του καταναλωτή με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές ή χαρακτηριστικά ούτε η παροχή του προμηθευτή συνίσταται σε υπηρεσίες με κράτηση, κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις, κζ) αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα, κη) περιορίζουν υπέρμετρα την προθεσμία, μέσα στην οποία ο καταναλωτής οφείλει να υποβάλει στον προμηθευτή τα παράπονα ή να εγείρει τις αξιώσεις του κατά του προμηθευτή, κθ) αναθέτουν στον προμηθευτή χωρίς σπουδαίο λόγο την αποκλειστικότητα της συντήρησης και των επισκευών του πράγματος και της προμήθειας των ανταλλακτικών, λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση ή λα) αποκλείουν την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στο φυσικό τους δικαστή με την πρόβλεψη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή διαιτησίας, λβ) προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης στον προμηθευτή, χωρίς αυτός να υποχρεούται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υπέστη. 8. Ο προμηθευτής δεν μπορεί να επ
ΑΚ Άρθρο 386
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 80.1%
ΑΚ Άρθρο 386: Σύμβαση για διαδοχικές τμηματικές παροχές Αν η σύμβαση είναι εκτελεστέα κατά διαδοχικές τμηματικές παροχές και ο οφειλέτης περιήλθε σε υπερημερία ή υπαίτια αδυναμία ως προς μία τμηματική παροχή, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση ή να υπαναχωρήσει ως προς μόνη την παροχή αυτή. Τα ίδια δικαιώματα έχει ως προς τις υπολειπόμενες παροχές μόνο αν η καθυστέρηση ή αδυναμία ως προς την τμηματική παροχή είναι τόσο ουσιώδης, ώστε ο δανειστής δεν έχει πια συμφέρον για το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης ή αν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι δεν θα εκπληρωθούν οι υπολειπόμενες παροχές. Με τους όρους αυτούς το δικαίωμα του δανειστή για αποζημίωση ή υπαναχώρηση εκτείνεται και στο μέρος της σύμβασης που εκτελέστηκε ήδη.
ΚΠολΔ Άρθρο 980
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 80.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 980: 1. Αν δεν ασκήθηκε ανακοπή κατά του πίνακα της κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διανέμει αμέσως το πλειστηρίασμα. " 2. Αν κάποιος από τους δανειστές άσκησε ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή, εκτός αν προσκομίσουν εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή εγγυητική επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας, που είναι νόμιμα αδειοδοτημένη και εγκατεστημένη στην Ελλάδα, υποχρεωτικά ανανεούμενη πριν τη λήξη της, ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της απαίτησης που κατατάσσεται με τον πίνακα κατάταξης. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.
ΚΠολΔ Άρθρο 978
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 978: "1. Απαιτήσεις που εξαρτώνται από αίρεση ή αμφίβολες κατατάσσονται τυχαίως. Με την προσκόμιση ισόποσης εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να ικανοποιήσει το δ ανειστή, η απαίτηση του οποίου κατατάχθηκε τυχαία. Σε περίπτωση που δεν πληρωθεί ο όρος υπό τον οποίο τελεί η τυχαία κατάταξη, ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το ποσό που εισέπραξε. Απαιτήσεις υπό προθεσμία κατατάσσονται, αφού αφαιρεθεί ο τόκ ος που αναλογεί έως τη λήξη τους. 2. Όταν απαίτηση κατατάσσεται τυχαίως, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει στον πίνακα κατάταξης πως κατανέμεται το ποσό της απαίτησης, με την προσθήκη των αναλογούντων τόκων, αν αυτή παύσει να υφίσταται.".
Ν2882 Άρθρο 24
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 79.6%
Ν2882 Άρθρο 24: Εγγυοδοσία « 1. Η προσωρινά καθορισμένη αποζημίωση αποδίδεται ελεύθερα σε ποσοστό 70%. Το υπόλοιπο μπορεί να αποδοθεί ύστερα από προσκόμιση ισόποσης εγγυητικής επιστολής πιστωτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, χωρίς καμία άλλη διατύπωση. Ο δικαιούχος της αποζημίωσης μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο προσωρινού καθορισμού ή αναγνώρισης των δικαιούχων, τη μείωση ή την αντικατάσταση της εγγυητικής επιστολής με άλλο είδος εγγύησης και στην περίπτωση αυτή ορίζεται το μέγεθος και ο τρόπος εγγυοδοσίας. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλογικά και για τις καταβαλλόμενες δικηγορικές αμοιβές των πληρεξούσιων Δικηγόρων. 2. Κατά το μέρος που επήλθε η περίπτωση για την οποία δόθηκε η εγγύηση, αυτή καταπίπτει υπέρ εκείνου προς χάρη του οποίου δόθηκε, αλλιώς αποδίδεται, μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης σε εκείνον που την έδωσε ή παύει να ισχύει εφεξής. Κάθε διαφορά σχετική με την κατάπτωση ή την απόδοση εγγύησης λύεται οριστικά από το δικαστήριο της παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 2882/2001 κατά τη διαδικασία των άρθρων 683 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.».
Ν2251 Άρθρο 3
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 79.5%
Ν2251 Άρθρο 3: Ορισμοί Για τους σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 3 έως 4η, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) "καταναλωτής": κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις που καλύπτουν τα άρθρα 3 έως 4η, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα· 2) "προμηθευτής": κάθε φυσικό πρόσωπο ή κάθε νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το εάν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί, ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του σε σχέση με συμβάσεις καλυπτόμενες από τα άρθρα 3 έως 4η· 3) "αγαθό": κάθε ενσώματο κινητό πράγμα, πλην των πραγμάτων τα οποία πωλούνται στο πλαίσιο μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή με άλλο τρόπο από νόμιμη αρχή· το νερό, το φυσικό αέριο και η ηλεκτρική ενέργεια θεωρούνται "αγαθά" κατά την έννοια των άρθρων 3 έως 4η, εφόσον διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα· 4) "αγαθό κατασκευασμένο σύμφωνα με τις προδιαγραφές του πελάτη": κάθε αγαθό το οποίο δεν είναι προκατασκευασμένο και κατασκευάζεται βάσει της ατομικής επιλογής ή απόφασης του πελάτη· 5) "σύμβαση πώλησης": κάθε σύμβαση βάσει της οποίας ο προμηθευτής μεταβιβάζει ή αναλαμβάνει να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή, ο δε καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα, καθώς και κάθε σύμβαση που έχει ως αντικείμενο ταυτόχρονα την παροχή αγαθών και υπηρεσιών· 6) "σύμβαση παροχής υπηρεσιών": κάθε σύμβαση πλην σύμβασης πώλησης βάσει της οποίας ο προμηθευτής παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει υπηρεσία στον καταναλωτή, ο δε καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα· 7) "εξ αποστάσεως σύμβαση": κάθε σύμβαση η οποία συνάπτεται μεταξύ του προμηθευτή και του καταναλωτή στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος πωλήσεων εξ αποστάσεως ή παροχής υπηρεσιών χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως, όπως ενδεικτικά το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το τηλέφωνο, το φαξή το διαδίκτυο, μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης· 8) "σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος": κάθε σύμβαση μεταξύ του προμηθευτή και του καταναλωτή: α) η οποία συνάπτεται με ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή, β) για την οποία έγινε προσφορά από τον καταναλωτή κάτω από τις ίδιες συνθήκες που περιγράφονται στην περίπτωση α), γ) η οποία συνάπτεται στο εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή ή με χρήση οποιουδήποτε μέσου εξ αποστάσεως επικοινωνίας αμέσως μετά από προσωπική και ατομική επαφή με τον καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή, με την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, ή δ) η οποία συνάπτεται στη διάρκεια εκδρομής οργανωμένης από τον προμηθευτή με σκοπό ή αποτέλεσμα τη διαφήμιση και πώληση αγαθών ή υπηρεσιών στον καταναλωτή· 9) "εμπορικό κατάστημα": α) κάθε ακίνητος χώρος λιανικής πώλησης, όπου ο προμηθευτής πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε μόνιμη βάση, ή β) κάθε κινητός χώρος λιανικής πώλησης, όπου ο προμηθευτής πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε συνήθη βάση· 10) "σταθερό μέσο": κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή ή στον προμηθευτή να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική πρόσβαση επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών, όπως ενδεικτικά το χαρτί, τα κλειδιά USB, τα CD−ROM, τα DVD, οι κάρτες μνήμης ή οι σκληροί δίσκοι υπολογιστών, όπως και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου 11) "ψηφιακό περιεχόμενο": δεδομένα που παράγονται και παρέχονται σε ψηφιακή μορφή· 12) "χρηματοοικονομική υπηρεσία": κάθε υπηρεσία τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσης ή σχετική με ατομικές συντάξεις, με επενδύσεις ή με πληρωμές· 13) "δημόσιος πλειστηριασμός": μέθοδος πώλησης κατά την οποία τα αγαθά ή οι υπηρεσίες προσφέρονται από τον προμηθευτή σε καταναλωτές, οι οποίοι συμμετέχουν ή έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στον πλειστηριασμό οι ίδιοι, μέσω διαφανούς ανταγωνιστικής διαδικασίας προσφορών που διεξάγεται από έναν εκπλειστηριαστή και όπου ο νικητής πλειοδότης δεσμεύεται να αγοράσει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες· 14) "εμπορική εγγύηση": κάθε ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του προμηθευτή ή παραγωγού ("εγγυητής") προς τον καταναλωτή, επιπλέον της ευθύνης του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα και έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων σύμφωνα με τα άρθρα 534 επ. του Αστικού Κώδικα, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος ή για αντικατάσταση, επισκευή ή συντήρηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο των αγαθών σε περίπτωση που αυτά δεν ικανοποιούν τις προδιαγραφές ή οποιαδήποτε άλλη απαίτηση πέραν της συμμόρφωσης που αναφέρονται στη δήλωση της εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση και που είναι διαθέσιμες κατά τη στιγμή ή πριν από τη σύναψη της σύμβασης· 15) "δευτερεύουσα σύμβαση": μια σύμβαση με την οποία ο καταναλωτής αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες που συνδέονται με εξ αποστάσεως σύμβαση ή με σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος και όπου τα εν λόγω αγαθά ή οι υπηρεσίες παρέχονται από τον προμηθευτή ή από ένα τρίτο μέρος με βάση μια ρύθμιση μεταξύ του εν λόγω τρίτου μέρους και του προμηθευτή.
Ν2251 Άρθρο 1Α
Ν. 2251/1994 - Προστασία Καταναλωτών
Σχετικότητα: 79.5%
Ν2251 Άρθρο 1Α: Ορισμοί Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, νοούνται ως: 1. Καταναλωτής: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα. 2. Προμηθευτής: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου που ενεργεί στο όνομά του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες. 3. Πωλητής: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το εάν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο στο πλαίσιο της σύμβασης πώλησης ενεργεί για σκοπούς που σχετίζονται με την άσκηση της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας. 4. Παραγωγός: ο κατασκευαστής ενός καταναλωτικού αγαθού, ο εισαγωγέας του καταναλωτικού αγαθού σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε), και κάθε πρόσωπο που παρουσιάζεται ως παραγωγός θέτοντας επί αυτού το όνομά του, το σήμα του ή άλλο διακριτικό σημείο. 5. Αγαθά: (α) κάθε ενσώματο κινητό αντικείμενο. Το νερό, το αέριο και η ηλεκτρική ενέργεια θεωρούνται αγαθά όταν προσφέρονται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα. (β) κάθε ενσώματο κινητό αντικείμενο που ενσωματώνει ή διασυνδέεται με ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η απουσία του εν λόγω ψηφιακού περιεχομένου ή της εν λόγω ψηφιακής υπηρεσίας να παρεμποδίζει τα αγαθά να εκτελούν τις λειτουργίες τους («αγαθά με ψηφιακά στοιχεία»). 6. Αγαθό κατασκευασμένο σύμφωνα με τις προδιαγραφές του πελάτη, κάθε αγαθό το οποίο δεν είναι προκατασκευασμένο και κατασκευάζεται σύμφωνα με την ατομική επιλογή ή απόφαση του πελάτη. 6α. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως ορίζονται στο σημείο 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 119). 7. [Καταργείται]. 8. Σύμβαση παροχής υπη ρεσιών: κάθε σύμβαση, εκτός από τη σύμβαση πώλησης, δυνάμει της οποίας ο προμηθευτής παρέχει ή αναλαμβάνει να παρέχει υπηρεσία στον καταναλωτή, ο δε καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα. 9. Χρηματοοικονομική υπηρεσία: κάθε υπηρεσία τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσης ή σχετική με ατομικές συντάξεις, επενδύσεις ή πληρωμές. 10. Σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση: κάθε σύμβαση που αφορά χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η οποία συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή χωρίς την ταυτόχρονη φυσική τους παρουσία, στο πλαίσιο συστήματος από απόσταση πώλησης ή παροχής υπηρεσιών που οργανώνεται από τον προμηθευτή, ο οποίος χρησιμοποιεί αποκλειστικά για τη σύμβαση αυτή ένα ή περισσότερα μέσα επικοινωνίας από απόσταση, μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης. 11. Σταθερό μέσο: κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή ή στον προμηθευτή να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική πρόσβαση για επαρκές χρονικό διάστημα σε σχέση με τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών, όπως το χαρτί, τα κλειδιά USB, τα CD-ROM, τα DVD, οι κάρτες μνήμης ή οι σκληροί δίσκοι υπολογιστών, και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. 12. Μέσο επικοινωνίας από απόσταση: κάθε μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, χωρίς την αυτοπρόσωπη και ταυτόχρονη παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, για την από απόσταση εμπορία υπηρεσίας μεταξύ των μερών αυτών, όπως αναφέρεται στο Μέρος Τρίτο. 13. Φορέας ή προμηθευτής μέσου επικοινωνίας από απόσταση: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου, του οποίου η εμπορική ή η επαγγελματική δραστηριότητα συνίσταται στη διάθεση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας από απόσταση στους προμηθευτές. 14. Ψηφιακό περιεχόμενο: δεδομένα που παράγονται και παρέχονται σε ψηφιακή μορφή. 15. Νόμιμη εγγύηση: η ευθύνη του πωλητή για έλλειψη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση, σύμφωνα με τα άρθρα 534 επ. του Αστικού Κώδικα. 16. Εμπορική εγγύηση: κάθε ανάληψη υποχρέωσης από τον πωλητή ή τον παραγωγό (εγγυητή) προς τον καταναλωτή πλέον της νόμιμης εγγύησης, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος ή για αντικατάσταση, επισκευή ή συντήρηση με οποιοδήποτε τρόπο των αγαθών αν αυτά δεν ικανοποιούν τις προδιαγραφές ή οποιαδήποτε άλλη απαίτηση, οι οποίες αναφέρονται στη δήλωση της εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση και είναι διαθέσιμες κατά τη στιγμή ή πριν από τη σύναψη της σύμβασης.».
ΑΚ Άρθρο 488
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.3%
ΑΚ Άρθρο 488: Υποκατάσταση Εφόσον ένας από τους συνοφειλέτες ικανοποίησε το δανειστή και έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.
Ν4548 Άρθρο 73
Ν. 4548/2018 - Ανώνυμες Εταιρείες
Σχετικότητα: 79.0%
Ν4548 Άρθρο 73: Aσφάλεια 1. Οι απαιτήσεις από ομολογιακά δάνεια του νόμου αυτού μπορεί να ασφαλίζονται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα με κάθε είδους εμπράγματη ασφάλεια ή εγγύηση. Η ασφάλεια αυτή μπορεί να λαμβάνεται πριν, κατά ή και μετά την έκδοση του ομολογιακού δανείου. 2. Η εγγύηση παρέχεται με έγγραφη δήλωση του εγγυητή που περιέχεται στο πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου ή με σύμβαση εγγύησης που συνάπτεται με τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων. Οι κάθε μορφής εμπράγματες ασφάλειες παραχωρούνται στο όνομα του εκπροσώπου των ομολογιούχων και για λογαριασμό των ομολογιούχων ή και προσώπων που έχουν απαιτήσεις κατά της εκδότριας που συνδέονται με το ομολογιακό δάνειο, με σύμβαση μεταξύ του παρέχοντος την ασφάλεια και του εκπροσώπου. Θεωρείται ότι συνδέονται με το ομολογιακό δάνειο ενδεικτικά οι απαιτήσεις από συμβάσεις αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου, καθώς και οι απαιτήσεις από πιστωτικές και άλλες συμβάσεις που διέπονται από σύμβαση-πλαίσιο, η οποία κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου διέπει και το ομολογιακό δάνειο. 3. Σε περίπτωση ομολογιακού δανείου που διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο, οι εμπράγματες ασφάλειες και εγγυήσεις παραχωρούνται στο όνομα προσώπου που, κατά το δίκαιο που διέπει το ομολογιακό δάνειο, μπορεί να κατέχει εμπράγματες ασφάλειες και εγγυήσεις στο όνομά του για λογαριασμό των ομολογιούχων. Όπου απαιτείται για τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας η καταχώριση οποιουδήποτε εγγράφου ή της παραπάνω σύμβασης σε οποιαδήποτε αρχή ή μητρώο ή κτηματολόγιο, η καταχώριση πραγματοποιείται στο όνομα του εκπροσώπου, με ρητή μνεία ότι η ασφάλεια χορηγείται για την εξασφάλιση απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο. 4. Στην υποθήκη και το ενέχυρο εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8/1923 (Α΄ 224), καθώς και του άρθρου 2 του ν.δ. 4001/1959. Εκτελεστό τίτλο αποτελεί η σύμβαση, με την οποία παρασχέθηκε η εμπράγματη ασφάλεια. Οι διατάξεις των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7-13.8/1923 εφαρμόζονται ανάλογα και επί ενεχυριάσεως ονομαστικής απαίτησης σε ασφάλεια ομολογιακού δανείου. Σε περίπτωση ασφάλειας σε μετρητά, χρηματοπιστωτικά μέσα ή πιστωτικές απαιτήσεις, με την έννοια του ν. 3301/2004 (Α΄ 263), εφαρμόζεται ο τελευταίος.
ΚΠολΔ Άρθρο 165
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 79.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 165: 1. Η εγγυοδοσία με τίτλους παραστατικούς αξίας γίνεται με την κατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Αν πρόκειται για εγγυοδοσία με ονομαστικούς τίτλους, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ανακοινώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την κατάθεση αυτή στην ανώνυμη εταιρία που τους έχει εκδώσει, η οποία αμέσως το σημειώνει στα βιβλία της. «2. Το γραμμάτιο που βεβαιώνει την κατάθεση των τίτλων, η εγγυητική επιστολή της αξιόχρεης τράπεζας και το πιστοποιητικό εγγραφής της υποθήκης πρέπει να κατατεθούν, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 162, στη γραμματεία του δικαστηρίου που διέταξε την εγγυοδοσία. Το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή για δεκαπέντε ημέρες, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ..»
ΑΚ Άρθρο 458
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.0%
ΑΚ Άρθρο 458: Μεταβίβαση παρεπόμενων δικαιωμάτων Με την εκχώρηση μεταβιβάζονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση καθώς και τα προνόμια τα οποία στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση συνδέονται με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης. Προνόμια που συνδέονται με το πρόσωπο του δανειστή δεν μεταβιβάζονται.
ΑΚ Άρθρο 174
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.0%
ΑΚ Άρθρο 174: Δικαιοπραξία απαγορευμένη Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνεπάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη.
ΑΚ Άρθρο 173
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 79.0%
ΑΚ Άρθρο 173: Ερμηνεία της δήλωσης Κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις.
ΑΚ Άρθρο 1262
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 78.9%
ΑΚ Άρθρο 1262: Τίτλος από το νόμο Τίτλο από το νόμο για την απόκτηση υποθήκης έχουν: 1. το δημόσιο, στα ακίνητα των οφειλετών του, για απαιτήσεις από καθυστερούμενους φόρους. 2. το δημόσιο, οι δήμοι, οι κοινότητες, τα θρησκευτικά ή τα κοινής ωφέλειας ιδρύματα και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα ακίνητα των διαχειριστών ή των εγγυητών τους, για τις απαιτήσεις που πηγάζουν από τη διαχείριση. 3. εκείνοι που τελούν υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία, στα ακίνητα των γονέων ή του επιτρόπου, για την περιουσία τους που αυτοί διαχειρίζονται και για τις απαιτήσεις τους από αυτή τη διαχείριση. 4. ο κάθε σύζυγος για την απαίτησή του από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά το άρθρο 1400. 5. οι κληροδόχοι, στα κινητά της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις τους. 6. οι κληρονόμοι στα ακίνητα της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις προς εξίσωση των μερίδων τους ή λόγω νομικών ελαττωμάτων των αντικειμένων της κληρονομίας που τους έλαχαν. 7. ο ενυπόθηκος δανειστής, στο ενυπόθηκο ακίνητο, για τους καθυστερούμενους τόκους της απαίτησης και για τη δαπάνη της εγγραφής της υποθήκης ή τη δικαστική δαπάνη, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο δεν μεταβιβάστηκε σε άλλον.
1226/2015
2015Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Συνεταιρισμός συνήψε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό στις 7.4.2000 και ακολούθησαν 10 πρόσθετες πράξεις. Ο εγγυητής προσυπέγραψε τις συμβάσεις, ανέλαβε ευθύνη ως πρωτοφειλέτης εις ολόκληρον με τον πιστούχο, παραιτήθηκε από το ευεργέτημα της διζήσεως και από δικαιώματα/ενστάσεις των άρθρων 853, 854, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 ΑΚ, και αποδέχθηκε ρήτρα ότι η άσκηση δικαιωμάτων της τράπεζας δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική. Προβλέφθηκε ότι η εγγύηση ισχύει και αν ο υπογράφων για τον πιστούχο στερείται εξουσίας εκπροσώπησης (άρθρο 231 ΑΚ). Ο εγγυητής ήταν μεριδούχος και μέλος διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού, έμπορος με πολυετή δραστηριότητα, περίπου 45 ετών, διατηρούσε ιδιόκτητο παντοπωλείο σε κεντρικό σημείο πόλης και προμηθευόταν εμπορεύματα από τον συνεταιρισμό για την ατομική του επιχείρηση.
Το άρθρο 2 § 6 του Ν. 2251/1994 ορίζει την ακυρότητα καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών, ενώ το άρθρο 1 § 4 περ. α διευκρινίζει ότι καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης προϊόντων/υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου και εγγυητή μόνο εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας. Τα άρθρα 847 επ. ΑΚ ρυθμίζουν την εγγύηση ως παρεπόμενη υποχρέωση και το άρθρο 231 ΑΚ τις συνέπειες έλλειψης εκπροσώπησης. Το άρθρο 281 ΑΚ και τα 178-179 ΑΚ θέτουν όρια κατάχρησης και αντίθεσης στα χρηστά ήθη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξαν 11 συμβάσεις (1 αρχική στις 7.4.2000 και 10 πρόσθετες πράξεις), με ρήτρες παραίτησης του εγγυητή από ενστάσεις (853, 854, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867, 868, 869 ΑΚ), ανάληψη ευθύνης ως πρωτοφειλέτη, και ισχύ εγγύησης ακόμη και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπησης (231 ΑΚ). Ο εγγυητής ενήργησε για επαγγελματικό όφελος, ως έμπορος, μέλος ΔΣ συνεταιρισμού, με ηλικία περίπου 45 ετών και πολυετή εμπειρία. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι ο εγγυητής δεν είναι καταναλωτής κατά τον Ν. 2251/1994, οι ρήτρες παραίτησης και ανάληψης ευθύνης είναι έγκυρες κατά το άρθρο 361 ΑΚ και δεν είναι καταχρηστικές κατά το άρθρο 2 § 6 Ν. 2251/1994 ούτε αντίκεινται στα άρθρα 178, 179 και 281 ΑΚ. Συνεπώς, η ευθύνη του εγγυητή υφίσταται ακόμη και σε ακυρότητα της κύριας σύμβασης λόγω έλλειψης εκπροσώπησης, βάσει του άρθρου 231 ΑΚ.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο εγγυητής ενήργησε στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας και δεν προστατεύεται ως καταναλωτής από τον ν. 2251/1994. Οι συμβατικοί όροι παραίτησης από ενστάσεις των άρθρων 853 επ. ΑΚ και ανάληψης ευθύνης ως πρωτοφειλέτη, καθώς και η πρόβλεψη ισχύος της εγγύησης σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπησης (άρθρο 231 ΑΚ), κρίθηκαν έγκυροι και μη καταχρηστικοί, λαμβανομένης υπόψη της εμπειρίας και εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή. Επιπλέον, η συμπεριφορά της τράπεζας δεν παραβίασε τα άρθρα 178, 179 και 281 ΑΚ. Οι λόγοι κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ κρίθηκαν αλυσιτελείς, καθώς η ουσιαστική βάση ήταν ότι οι εγγυήσεις ισχύουν ανεξαρτήτως της ακυρότητας της κύριας σύμβασης.
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση του Ι. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1169/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1137/2019
2019Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Τράπεζα χορήγησε σε εταιρεία πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με πιστωτικό όριο 1.000.000 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε σε 1.800.000 ευρώ. Εγγυητής, δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, γαμβρός από αδελφή του νόμιμου εκπροσώπου της πιστούχου εταιρείας, υπέγραψε σύμβαση παροχής εγγύησης στις 19-6-2008, με την οποία εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης, παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως και ελευθερώσεως κατ' άρθρο 862 ΑΚ. Την ίδια ημέρα υπέγραψε επιστολή αναγνώρισης χρεωστικού υπολοίπου 191.678,27 ευρώ. Οι λογαριασμοί κινήθηκαν επί τετραετία (2008-2012) και εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο 1.472.166,48 ευρώ. Τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση στις 20-1-2012 και εξέδωσε διαταγή πληρωμής κατά της πιστούχου εταιρείας και των εγγυητών.
Το άρθρο 2 παρ. 1 και 6 του ν. 2251/1994 προβλέπει ότι γενικοί όροι συναλλαγών δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή αν τους αγνοούσε ανυπαιτίως και απαγορεύονται ως άκυροι αν διαταράσσουν σημαντικά την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος του καταναλωτή. Ο εγγυητής υπάγεται στην προστασία του νόμου ως καταναλωτής. Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ελευθέρωση του εγγυητή από πταίσμα του δανειστή, με δυνατότητα παραίτησης εκτός από δόλο ή βαριά αμέλεια. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι όροι της σύμβασης ήταν διατυπωμένοι με ευανάγνωστα γράμματα και απλή γλώσσα, ο εγγυητής ήταν δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω με μεγάλη εμπειρία και ειδικές γνώσεις, γνώριζε ότι εγγυάται σύμβαση με πιστωτικό όριο 1.800.000 ευρώ και όχι μόνο το ρυθμισμένο ποσό των 191.678,27 ευρώ, και είχε δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης των όρων. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια του ν. 2251/1994, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε η αρχή της διαφάνειας και οι υποχρεώσεις ενημέρωσης, δεν επήλθε διατάραξη ισορροπίας δικαιωμάτων σε βάρος του εγγυητή, και η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης λόγω της εμπειρίας και των ειδικών γνώσεών του.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η τράπεζα δεν παραβίασε την υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των όρων της σύμβασης εγγύησης, καθώς ο εγγυητής, ως δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω με ειδικές γνώσεις και εμπειρία, ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις υποχρεώσεις που ανέλαβε και γνώριζε ότι το πιστωτικό όριο ήταν 1.800.000 ευρώ με δυνατότητα περαιτέρω καταβολών. Δεν επήλθε διατάραξη ισορροπίας δικαιωμάτων σε βάρος του. Επιπλέον, ο λόγος ανακοπής περί ελευθερώσεως κατ' άρθρο 862 ΑΚ απορρίφθηκε ως αόριστος, καθώς δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα περιστατικά δόλου ή βαριάς αμέλειας της τράπεζας, ούτε την περιουσία της οφειλέτριας εταιρείας και πώς κατέστη αναξιόχρεη.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-5-2018 αίτηση του Φ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 76/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1431/2019
2019Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.0%
Πρωτοφειλέτης και εγγυητής κατήρτισαν σύμβαση στεγαστικού δανείου με τράπεζα ποσού 78.000 ευρώ. Η σύμβαση προέβλεπε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης πρώτης τάξης για 93.600 ευρώ σε ακίνητο επαρκούς αξίας (όρος 9.01), με τον όρο αυτό να είναι κύριος και ουσιώδης, και σε περίπτωση παραβίασής του να θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας (όρος 12). Εγγυητής ανέλαβε ευθύνη ως αυτοφειλέτης και παραιτήθηκε από την ένσταση ελευθερώσεως του άρθρου 862 ΑΚ (όρος 15). Προσκομίσθηκε στην τράπεζα επικυρωμένο από δικηγόρο αντίγραφο συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα στην Πάτρα, τίμημα 78.000 ευρώ), στην επικεφαλίδα του οποίου αναγραφόταν νοθευμένη αντικειμενική αξία 47.167,06 ευρώ αντί της αληθούς 17.167,06 ευρώ που αναγραφόταν στη σελίδα 14 του συμβολαίου. Η τράπεζα, βασιζόμενη στο νοθευμένο έγγραφο, κατήρτισε τη σύμβαση και εγγράψε προσημείωση υποθήκης. Όταν αποκαλύφθηκε η νόθευση, η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση και κήρυξε το δάνειο ληξιπρόθεσμο με υπόλοιπο 77.611,45 ευρώ. Πρωτοφειλέτης πρότεινε εκχώρηση μισθωμάτων 250 ευρώ μηνιαίως από το εκμισθωμένο ακίνητο. Εγγυητής είχε αγοράσει την ίδια ημέρα γειτονικό διαμέρισμα με το ίδιο συμβόλαιο, επίσης με νοθευμένη αντικειμενική αξία, αλλά η νόθευση αποκαλύφθηκε πριν τη χορήγηση δανείου σε αυτόν.
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του ευεργετήματος αυτού, όχι όμως για δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρο 332 εδ.α ΑΚ). Η αμέλεια κατά το άρθρο 330 εδ.β ΑΚ υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Βαριά αμέλεια συντρέχει όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου είναι ασυνήθιστα μεγάλη και ιδιαίτερα σοβαρή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας θεώρησαν την αναγραφόμενη στην επικεφαλίδα του θεωρημένου από δικηγόρο συμβολαίου αντικειμενική αξία (47.167,06 ευρώ) ως ακριβή, χωρίς να τη διασταυρώσουν με τη σελίδα 14 όπου αναγραφόταν η αληθής αξία (17.167,06 ευρώ). Η αλλοίωση του πρώτου ψηφίου ήταν προσεκτική, προσομοίαζε με τυπωμένο αριθμό και δεν δημιουργούσε με την πρώτη ματιά εντύπωση χειρόγραφης προσθήκης. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 330 εδ.β ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η αμέλεια των υπαλλήλων ήταν ελαφρά και όχι βαριά, καθώς η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου δεν ήταν ασυνήθιστα μεγάλη. Επομένως, η έγκυρη παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση ελευθερώσεως (άρθρο 862 ΑΚ) για περιπτώσεις ελαφράς αμέλειας τον καθιστά υπεύθυνο.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η αμέλεια των οργάνων της τράπεζας ήταν ελαφρά και όχι βαριά. Οι υπάλληλοι θεώρησαν ακριβή την αντικειμενική αξία 47.167,06 ευρώ που αναγραφόταν στην επικεφαλίδα του θεωρημένου από δικηγόρο συμβολαίου, χωρίς να τη διασταυρώσουν με τη σελίδα 14 όπου αναγραφόταν η αληθής αξία 17.167,06 ευρώ, λόγω της προσεκτικής αλλοίωσης που προσομοίαζε με τυπωμένο αριθμό. Η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου δεν ήταν ασυνήθιστα μεγάλη ώστε να συνιστά βαριά αμέλεια. Ο εγγυητής είχε παραιτηθεί έγκυρα από την ένσταση ελευθερώσεως του άρθρου 862 ΑΚ για περιπτώσεις ελαφράς αμέλειας (άρθρο 332 εδ.α ΑΚ), επομένως ευθύνεται για την εξόφληση της οφειλής. Δεν συνέτρεξε ουσιώδης πλάνη του εγγυητή κατά την κατάρτιση της σύμβασης.
Απορρίπτει την από 22.12.2017 αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση της με αριθμό 5602/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1216/2019
2019Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.1%
Πιστωτικός συνεταιρισμός χορήγησε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ύψους 30.000.000 δρχ. σε πιστούχο που ασχολούνταν με εμπόριο ζωοτροφών και ηλεκτρικών ειδών. Εγγυητής εγγυήθηκε την πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, παραιτούμενος από το δικαίωμα διζήσεως και τις ενστάσεις των άρθρων 862 επ. ΑΚ. Ο λογαριασμός εξασφαλίστηκε με ενεχυρίαση επιταγών πελατείας του πιστούχου, χωρίς προσημείωση υποθήκης λόγω καλής οικονομικής κατάστασης του πιστούχου. Από τέλη Δεκεμβρίου 2001 άρχισαν οικονομικές δυσχέρειες με απλήρωτες επιταγές. Τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2002 εκδόθηκαν πολλές διαταγές πληρωμής σε βάρος του πιστούχου. Ο πιστούχος συνέχισε να χρησιμοποιεί την πίστωση μέχρι 15.7.2002, οπότε ο πιστωτικός συνεταιρισμός έκλεισε τον λογαριασμό με χρεωστικό υπόλοιπο 44.896,00 ευρώ. Η ακίνητη περιουσία του πιστούχου είχε προσημειωθεί από Αγροτική Τράπεζα στις 31.5.2000 για 85.000.000 δρχ., η κινητή περιουσία (ΙΧΕ αξίας 10.805,00 ευρώ, εμπορεύματα αξίας 69.442,00 ευρώ, κινητά πράγματα αξίας 5.340,00 ευρώ) κατασχέθηκε από τρίτους δανειστές τον Ιούνιο-Ιούλιο 2002.
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Η διάταξη έχει ενδοτικό χαρακτήρα και ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του ευεργετήματος, όχι όμως για δόλο ή βαριά αμέλεια του δανειστή (άρθρο 332 ΑΚ). Πταίσμα εκδηλώνεται με ενέργειες ή παραλείψεις που καθιστούν αδύνατη την ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι από Δεκέμβριο 2001 άρχισαν οικονομικές δυσχέρειες του πιστούχου, αλλά οι επιταγές πελατείας πληρώνονταν κατά βάση εγκαίρως. Οι διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν τέλη Μαΐου και Ιουνίου 2002, με ενδείξεις στον Τειρεσία τον Ιούλιο 2002. Οι κατασχέσεις εμπορευμάτων και κινητής περιουσίας έγιναν την ίδια περίοδο, ενώ η ακίνητη περιουσία είχε προσημειωθεί από το 2000. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η παράλειψη κλεισίματος του λογαριασμού πριν τις 16.7.2002 συνιστά ελαφρά αμέλεια, όχι βαριά. Επομένως, ο εγγυητής που είχε παραιτηθεί εγκύρως της ένστασης του άρθρου 862 ΑΚ δεν ελευθερώνεται από την υποχρέωση καταβολής της οφειλής.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη ελαφράς αμέλειας του πιστωτικού συνεταιρισμού και όχι βαριάς αμέλειας. Η παραδοχή ότι από Δεκέμβριο 2001 είχαν αρχίσει οικονομικά προβλήματα και ότι μετά επτά μήνες προχώρησε σε μέτρα δεν συνιστά αντίφαση, εφόσον η χρηματοδότηση συνεχιζόταν κανονικά γιατί οι επιταγές πληρώνονταν εγκαίρως και η πληροφόρηση από τον Τειρεσία για τις διαταγές πληρωμής ελήφθη στις 15.7.2002. Η παράλειψη κλεισίματος του λογαριασμού νωρίτερα συνιστά ελαφρά αμέλεια, που δεν ελευθερώνει τον εγγυητή που είχε παραιτηθεί εγκύρως της ένστασης του άρθρου 862 ΑΚ.
Απορρίπτει την από 25.5.2017 αίτηση αναίρεσης των Μ. χας Χ. Μ., Σ. Μ., Ι. Μ. και Ε. Μ. κατά της 24/2017 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την κατάθεση του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1346/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.8%
Εγγυητής, μέτοχος πιστούχου εταιρείας με ποσοστό 16%, εγγυήθηκε με δύο συμβάσεις (13/1/1992 και 26/4/1994) την πληρωμή καταλοίπου σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι ποσού 419.662,51 ευρώ (143.000.000 δραχμών), παραιτούμενος από ενστάσεις των άρθρων 853, 862, 863, 866, 867, 868 ΑΚ. Στις 20/4/2000 μεταβίβασε τις μετοχές του αντί 45.000.000 δραχμών και αποχώρησε από την εταιρεία. Η πιστούχος αναγνώρισε στις 4/1/2010 χρεωστικό υπόλοιπο 595.395,35 ευρώ. Ο λογαριασμός έκλεισε στις 19/4/2010 με χρεωστικό υπόλοιπο 611.370,90 ευρώ. Με πρόσθετες συμβάσεις (14/1/2004 και 5/2/2009) που δεν υπέγραψε ο εγγυητής, τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση με όρο υπολογισμού τόκων με έτος 360 ημερών. Στον πλειστηριασμό ακινήτου πιστούχου (8/12/2010) με εκπλειστηρίασμα 454.600 ευρώ, αναγγέλθηκαν προνομιούχες απαιτήσεις ΙΚΑ 364.052,39 ευρώ και εργαζομένων 761.338,59 ευρώ.
Το άρθρο 626 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προβλέπει ότι στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, χωρίς να απαιτείται παράθεση του συνόλου των γενεσιουργών περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών που εξατομικεύουν την απαίτηση. Για κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που αναγνωρίστηκε, δεν απαιτείται αναφορά των κατ' ιδίαν κονδυλίων, αλλά αρκεί επίκληση της αναγνώρισης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πιστούχος αναγνώρισε στις 4/1/2010 χρεωστικό υπόλοιπο 595.395,45 ευρώ, το οποίο αποτέλεσε το πρώτο κονδύλιο της νέας περιόδου. Ο εγγυητής, ως μέτοχος της πιστούχου κατά τη σύναψη των εγγυήσεων, ενήργησε στο πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας αποβλέποντας σε κέρδη από τη χορήγηση της πίστωσης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. ββ' Ν. 2251/1994, εξέτασε αν ο εγγυητής τυγχάνει προστασίας ως καταναλωτής και έκρινε ότι δεν εμπίπτει στην προστασία του νόμου, αφού εγγυήθηκε στο πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Περαιτέρω, εξέτασε αν συντρέχει βαριά αμέλεια της τράπεζας κατά το άρθρο 862 ΑΚ και διαπίστωσε ότι η συνέχιση χρηματοδότησης μείωσε το χρεωστικό υπόλοιπο από 1.525.553,51 ευρώ σε 611.370,90 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο εγγυητής, ενεργώντας ως μέτοχος της πιστούχου εταιρείας και αποβλέποντας στα κέρδη από τη χορήγηση της πίστωσης, δεν θεωρείται καταναλωτής κατά την έννοια του Ν. 2251/1994 και συνεπώς δεν τυγχάνει της σχετικής προστασίας. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε βαριά αμέλεια της δανείστριας τράπεζας κατά το άρθρο 862 ΑΚ, αφού η συνέχιση χρηματοδότησης οδήγησε σε σημαντική μείωση του χρεωστικού υπολοίπου από 1.525.553,51 ευρώ στις 10/12/2008 σε 611.370,90 ευρώ στις 19/4/2010, ενώ στον πλειστηριασμό του ακινήτου της πιστούχου αναγγέλθηκαν προνομιούχες απαιτήσεις ΙΚΑ και εργαζομένων συνολικού ύψους 1.125.390,98 ευρώ, που υπερέβαιναν το εκπλειστηρίασμα των 454.600 ευρώ, με αποτέλεσμα η τράπεζα να μην ικανοποιηθεί ούτως ή άλλως.
Απορρίπτει την από 1/10/2019 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2609/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και - Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1087/2019
2019Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.0%
Τράπεζα και ανώνυμη εταιρεία συνήψαν σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό υπ' αριθμ. ...82/31.10.2003, με πρόσθετα σύμφωνα από 3-11-2003 και 9-2-2005, και πράξη μεταβολής ύψους πίστωσης από 21-9-2005. Φυσικό πρόσωπο παρείχε εγγύηση με δήλωση από 21-9-2005. Συνήφθησαν επίσης τρεις συμβάσεις δανείου υπ' αριθμ. ...39/10-1-2008, ...42/10-1-2008 και ...48/10-1-2008. Ο όρος 15.2.1 της σύμβασης πίστωσης προέβλεπε δικαίωμα της τράπεζας να φέρει σε χρέωση του αλληλόχρεου λογαριασμού κάθε απαίτησή της από οποιαδήποτε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από συμβάσεις δανείου και εγγυητικές επιστολές. Κινήθηκαν εννέα λογιστικές μερίδες, εκ των οποίων οι υπ' αριθμ. ...2129 και ...2729 αφορούσαν χρεώσεις από κατάπτωση εγγυητικών επιστολών υπ' αριθμ. ...0024 και ...3224, ποσών 208.669,61 ευρώ και 208.221,70 ευρώ αντίστοιχα. Το συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο ανήλθε σε 3.232.263,86 ευρώ. Οι εγγυητές παραιτήθηκαν από την ένσταση διζήσεως και ευθύνονταν ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρον με την πιστούχο.
Το άρθρο 623 ΚΠολΔ προβλέπει ότι διαταγή πληρωμής εκδίδεται όταν η χρηματική απαίτηση και το ποσό της αποδεικνύονται εγγράφως. Κατά τα άρθρα 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ και 112 ΕισΝΑΚ, αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα συμφωνούν να καταχωρίζουν τις δοσοληψίες τους σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο κατά το κλείσιμο του λογαριασμού. Στη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού δυνατόν να υπαχθεί κάθε συναλλακτική σχέση που άγει σε αμοιβαίες παροχές, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης ανοίγματος πιστώσεως. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην αίτηση και στη διαταγή πληρωμής αναφέρονται η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, τα πρόσθετα σύμφωνα, οι λογιστικές μερίδες, οι συμβάσεις δανείου και οι εγγυητικές επιστολές. Διευκρινίζεται η αιτία κίνησης των μερίδων, συμπεριλαμβανομένων των χρεώσεων από κατάπτωση εγγυητικών επιστολών. Ο όρος 15.2.1 της σύμβασης προέβλεπε δικαίωμα της τράπεζας να εντάσσει στον αλληλόχρεο λογαριασμό κάθε απαίτησή της. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ και 112 ΕισΝΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύουν νομίμως την απαίτηση και το ποσό της. Ο συμβατικός όρος ένταξης απαιτήσεων από δάνεια και εγγυητικές επιστολές στον αλληλόχρεο λογαριασμό είναι έγκυρος. Η παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως απηχεί το άρθρο 857 ΑΚ και δεν αποτελεί καταχρηστικό όρο.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ, 361, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 669 ΕμπΝ. Τα προσκομισθέντα έγγραφα πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 623 ΚΠολΔ και αποδείκνυαν νομίμως την απαίτηση της τράπεζας. Η απαίτηση απέρρεε από σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού, στον οποίο εντάχθηκαν νομίμως, δυνάμει εγκύρου συμβατικού όρου, απαιτήσεις από συμβάσεις δανείου και εγγυητικές επιστολές ως επί μέρους κονδύλια χρεοπιστώσεων. Ο όρος παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως απηχεί τη διάταξη του άρθρου 857 ΑΚ και δεν αποτελεί καταχρηστικό γενικό όρο συναλλαγών. Οι εγγυητικές επιστολές είχαν καταπέσει προ του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού και οι αντίστοιχες χρεώσεις έγιναν μετά την κατάπτωσή τους.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-2-2018 αίτηση των: 1) ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "..." και 2) Γ. Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 85/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
1886/2014
2014Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.3%
Πιστούχος έλαβε πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό αρχικού ορίου 10.000.000 δρχ., αυξημένου σε 30.000.000 δρχ., με όρους: κάλυψη της πίστωσης με επιταγές τρίτων, περιοδικό κλείσιμο και τριμηνιαίο ανατοκισμό, επιτόκιο 16,75%, αποδεικτική δύναμη αποσπασμάτων βιβλίων και δικαίωμα της τράπεζας για καταγγελία και άμεση απαιτητότητα. Εγγυητής ανέλαβε ως αυτοφειλέτης, παραιτήθηκε από διζήση και αναγνώρισε τα αποσπάσματα βιβλίων ως πλήρη απόδειξη. Ο λογαριασμός εξασφαλίστηκε με ενεχυρίαση επιταγών πελατείας. Τον Δεκέμβριο 2001 οκτώ επιταγές του πιστούχου δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης κεφαλαίων· τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο 2002 πολλές επιταγές επίσης δεν πληρώθηκαν. Παρά τις δυσχέρειες, ο πιστούχος συνέχισε να χρησιμοποιεί την πίστωση μέχρι 15-7-2002, οπότε ο λογαριασμός έκλεισε με χρεωστικό υπόλοιπο 44.896 ευρώ.
Το άρθρο 559 § 19 ΚΠολΔ προβλέπει λόγο αναιρέσεως όταν η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανύπαρκτων, αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών σε ζητήματα ουσιώδη. Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση από τον οφειλέτη· η παραίτηση από διζήση δεν αποκλείει την εφαρμογή της διάταξης, ιδίως έναντι δόλου ή βαρείας αμέλειας (άρθρο 332 εδ. 1 ΑΚ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι συμφωνήθηκαν τριμηνιαίος ανατοκισμός και επιτόκιο 16,75%, αποδεικτική δύναμη βιβλίων, κάλυψη με επιταγές, καθώς και παραίτηση του εγγυητή από διζήση. Ο πιστούχος είχε αρχικά φερεγγυότητα, αλλά από 12/2001 οκτώ επιταγές δεν πληρώθηκαν, ενώ κατά 3/2002-4/2002 μεγάλος αριθμός επιταγών επίσης δεν πληρώθηκε. Ο πιστούχος συνέχισε να χρησιμοποιεί την πίστωση μέχρι 15-7-2002 και το υπόλοιπο ανήλθε σε 44.896 ευρώ. Εφαρμόζοντας τα παραπάνω, το δικαστήριο εξέτασε αν η ουσιαστική κρίση περί μη πταίσματος της τράπεζας ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Διαπίστωσε ελλείψεις: δεν αιτιολογήθηκε αν υφίσταται ελαφρά αμέλεια και δεν εξηγήθηκε επαρκώς η συνέχιση της πίστωσης μετά τις επανειλημμένες απλήρωτες επιταγές, στοιχείο κρίσιμο για τον έλεγχο του άρθρου 862 ΑΚ.
Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) διότι με ανεπαρκείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό ελευθέρωσης του εγγυητή κατά το άρθρο 862 ΑΚ: α) δεν αιτιολόγησε ειδικά αν συντρέχει ελαφρά αμέλεια της πιστώτριας, παρά τη μη παραδοχή παραίτησης από την ένσταση ελευθέρωσης, και β) δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη συνέχιση χορήγησης πίστωσης ενώ είχαν εμφανιστεί από 12/2001 και κατά 3-4/2002 επανειλημμένες απλήρωτες επιταγές, μέχρι το κλείσιμο τον 7/2002. Ως εκ τούτου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ κρίθηκε βάσιμος.
Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί μερικώς την υπ' αριθ.603/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
674/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.3%
Πιστώτρια τράπεζα χορήγησε σε εταιρία πίστωση σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ύψους 800.000 €. Τρίτα πρόσωπα εγγυήθηκαν υπέρ της πιστούχου ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρον, έχοντας λάβει γνώση των όρων και παραιτηθεί ρητά από τα δικαιώματα των άρθρων 855 και 862-869 ΑΚ. Ο λογαριασμός κινήθηκε με χρεοπιστώσεις μέχρι 13/3/2009, οπότε παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο 816.331,17 € και έκλεισε, με μεταφορά του υπολοίπου σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Η πιστούχος είχε προηγουμένως αναγνωρίσει με επιστολή 30/8/2007 ότι το υπόλοιπο με τόκους ανερχόταν σε 815.026,66 €. Η τράπεζα γνωστοποίησε το κλείσιμο στους εγγυητές με εξώδικη καταγγελία-πρόσκληση της 14/4/2009, που επιδόθηκε στις 16/4/2009 και 21/4/2009. Η πιστούχος είχε κηρυχθεί σε πτώχευση με απόφαση 321/31-3-2009.
Το άρθρο 630 § 1 ΚΠολΔ απαιτεί η διαταγή πληρωμής να αναφέρει την αιτία της πληρωμής, ενώ τα άρθρα 623-624 ΚΠολΔ απαιτούν η απαίτηση και το ποσό να αποδεικνύονται εγγράφως. Κατά τα άρθρα 847-848 ΑΚ, ο εγγυητής ευθύνεται για την οφειλή και ως αυτοφειλέτης αν έχει συμφωνηθεί. Δεν απαιτείται αναλυτική περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, αρκεί συνοπτικός προσδιορισμός της έννομης σχέσης (πίστωση, εγγύηση, κλείσιμο, κατάλοιπο). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι χορηγήθηκε πίστωση 800.000 € μέσω ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού. Οι εγγυητές ανέλαβαν ευθύνη ως αυτοφειλέτες και παραιτήθηκαν από ενστάσεις των άρθρων 855 και 862-869 ΑΚ. Στις 13/3/2009 ο λογαριασμός έκλεισε με χρεωστικό υπόλοιπο 816.331,17 €. Η πιστούχος είχε αναγνωρίσει υπόλοιπο 815.026,66 € (30/8/2007). Το κλείσιμο και η απαίτηση γνωστοποιήθηκαν με εξώδικη στις 14/4/2009 (επίδοση 16/4/2009 και 21/4/2009). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι από τα επιδοθέντα αντίγραφα της διαταγής πληρωμής προέκυπταν σαφώς η αιτία (εγγύηση υπέρ πιστούχου στον αλληλόχρεο), το κλείσιμο και το κατάλοιπο. Δεν ήταν αναγκαία αναφορά του ονόματος της πρωτοφειλέτιδας ούτε των επιμέρους κινήσεων. Οι αιτιάσεις περί αντιφατικών αιτιολογιών και λήψης μη προταθέντων ισχυρισμών δεν συνέτρεχαν.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι η διαταγή πληρωμής, όπως επιδόθηκε, περιείχε επαρκή προσδιορισμό της αιτίας της πληρωμής (εγγύηση υπέρ πιστούχου σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό), του κλεισίματος και του καταλοίπου (816.331,17 €), χωρίς να απαιτείται αναφορά του ονόματος της πρωτοφειλέτιδας ή των περιστατικών κλεισίματος. Ο προβαλλόμενος λόγος περί αντιφατικών αιτιολογιών ήταν απαράδεκτος, καθώς η επίκληση αντίφασης αφορούσε τη μείζονα πρόταση και όχι τις αιτιολογίες. Ο λόγος περί λήψης μη προταθέντων ισχυρισμών ήταν αβάσιμος, επειδή η έφεση της τράπεζας προσέβαλε ειδικά την κρίση ότι τα επιδοθέντα αντίγραφα στερούνταν των αναγκαίων στοιχείων, ζήτημα που ορθά ερευνήθηκε.
Απορρίπτει την από 8-6-2017 αίτηση αναίρεσης των Α. Π. και Α. Π. για αναίρεση της 4991/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
899/2024
2024Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.1%
Ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" έλαβε από τράπεζα πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό αρχικού ποσού 500.000 ευρώ με σύμβαση αριθ. 15884/2005. Εγγυητές της σύμβασης ήταν τρεις εταίροι. Με πρόσθετη πράξη αριθ. 16.../2006 η πίστωση αυξήθηκε σε 1.400.000 ευρώ και με πρόσθετη πράξη αριθ. 17.../2008 σε 2.940.000 ευρώ. Εγγυητής συμμετείχε στην εταιρία με ποσοστό 20% από 30.6.2005 και αποχώρησε την 31.5.2008. Με δήλωση εγγύησης 11.2.2008 οι εγγυητές παραιτήθηκαν από τα δικαιώματα των άρθρων 862-864 ΑΚ εφόσον δεν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια της τράπεζας, και από τα δικαιώματα των άρθρων 865-869 ΑΚ, με όρο ελευθέρωσης αν η τράπεζα δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση εντός έτους από την καταγγελία. Η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση την 17.10.2012 και η καταγγελία επιδόθηκε στην πιστούχο την 31.10.2012. Η τράπεζα παρείχε συναίνεση για εξάλειψη προσημειώσεων υποθηκών συνολικού ποσού άνω των 6.000.000 ευρώ που εξασφάλιζαν την πίστωση. Χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού 1.780.080,86 ευρώ.
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ το άρθρο 863 ΑΚ προβλέπει ελευθέρωση του εγγυητή εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες. Τα άρθρα 867-868 ΑΚ παρέχουν στον εγγυητή αόριστου χρόνου δικαίωμα να αξιώσει από τον δανειστή να επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση εντός μηνός, ελευθερούμενος σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Οι διατάξεις αυτές είναι ενδοτικού δικαίου και επιτρέπουν παραίτηση του εγγυητή από τα δικαιώματά του. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι με τη δήλωση εγγύησης 11.2.2008 ο εγγυητής παραιτήθηκε από τα δικαιώματα των άρθρων 862-864 ΑΚ εφόσον δεν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια της τράπεζας, και από τα δικαιώματα των άρθρων 865-869 ΑΚ, με όρο ελευθέρωσης αν η τράπεζα δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση εντός έτους. Η δήλωση αυτή δεν είχε προσυπογραφεί από τους νόμιμους εκπροσώπους της τράπεζας. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το Εφετείο έκρινε ότι η δήλωση εγγύησης ήταν δεσμευτική ως προς την εγγυητική ευθύνη αλλά όχι ως προς τον όρο ελευθέρωσης λόγω έλλειψης προσυπογραφής, χωρίς να αιτιολογήσει γιατί η ίδια δήλωση ήταν μερικώς δεσμευτική. Επίσης δέχθηκε απεριόριστη παραίτηση από το άρθρο 863 ΑΚ παρά τον όρο περί δόλου ή βαριάς αμέλειας.
Η αίτηση αναιρέσεως έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών. Το Εφετείο αντιφατικά δέχθηκε ότι η δήλωση εγγύησης 11.2.2008 δεσμεύει τον εγγυητή ως προς την εγγυητική ευθύνη παρά την έλλειψη προσυπογραφής από την τράπεζα, αλλά δεν δεσμεύει την τράπεζα ως προς τον όρο ελευθέρωσης του εγγυητή σε περίπτωση μη δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης εντός έτους, χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς γιατί η ίδια δήλωση είναι μερικώς δεσμευτική. Επιπλέον, ενώ ο εγγυητής παραιτήθηκε από τα δικαιώματα των άρθρων 862-864 ΑΚ υπό την προϋπόθεση μη συνδρομής δόλου ή βαριάς αμέλειας της τράπεζας, το Εφετείο δέχθηκε απεριόριστη παραίτηση από το άρθρο 863 ΑΚ και παρέλειψε να διερευνήσει την ισχύ του όρου και την έκταση της ευθύνης του εγγυητή σε περίπτωση συνδρομής δόλου ή βαριάς αμέλειας της τράπεζας κατά την παραίτηση από τις ασφάλειες.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 836/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν. Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
1543/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔιοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.0%
Εγγυητής παρείχε εγγύηση με την σύζυγό του υπέρ δανειολήπτριας εταιρίας RESEL Α.Ε. για δάνειο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 7.800.000 δραχμών. Εγγυητής παραιτήθηκε από την ένσταση διζήσεως. Δανειολήπτρια εταιρία δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της και η τράπεζα έκλεισε τον δανειοδοτικό λογαριασμό στις 30-4-1985. Τράπεζα κατέπεσε την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 11.651.668 δραχμών. Εγγυητής αποχώρησε από την θέση του Γενικού Διευθυντή της δανειολήπτριας εταιρίας από το έτος 1985. Ταμειακή βεβαίωση συντάχθηκε στις 30-9-1986. Εγγυητής είχε πληροφορία ότι το έτος 1987 ή 1988 εκποιήθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ακίνητο της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας και αποσβέσθηκε η οφειλή. Για πρώτη φορά εγγυητής έλαβε γνώση τηλεφωνικά τον Σεπτέμβριο 2016 και με έγγραφη παράδοση εγγράφων στις 21-10-2016. Ατομική ειδοποίηση αφορούσε ποσό 138.542,84 ευρώ, εκ των οποίων κεφάλαιο 34.635,71 ευρώ και προσαυξήσεις 103.907,13 ευρώ (τετραπλάσιες του κεφαλαίου).
Το άρθρο 281 ΑΚ προβλέπει ότι η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διάταξη εφαρμόζεται και σε απαιτήσεις του Δημοσίου που προέρχονται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως η εγγύηση δανείου. Η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί μόνη της, αλλά απαιτούνται επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Ελληνικό Δημόσιο παρέμεινε αδρανές για 30 έτη (από 30-9-1986 έως 21-10-2016), ο εγγυητής είχε αποχωρήσει από την εταιρία το 1985, είχε πληροφορία για εκποίηση ακινήτου και απόσβεση της οφειλής, οι προσαυξήσεις ήταν τετραπλάσιες του κεφαλαίου (103.907,13 ευρώ έναντι 34.635,71 ευρώ), και ο εγγυητής είχε παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως. Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η συνδυασμένη αδράνεια και τα πρόσθετα περιστατικά δημιούργησαν εύλογη πεποίθηση μη άσκησης του δικαιώματος, ενώ η μεταγενέστερη άσκηση προκάλεσε επαχθείς συνέπειες με υπέρογκες προσαυξήσεις άνευ υπαιτιότητας του εγγυητή, καθιστώντας την άσκηση καταχρηστική.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 4 και 73 του ΚΕΔΕ. Η ένδικη διαφορά αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά από σύμβαση χορήγησης δανείου με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η αδράνεια του Δημοσίου για 30 έτη (από 30-9-1986 έως 21-10-2016), σε συνδυασμό με την αποχώρηση του εγγυητή από την εταιρία το 1985, την πληροφορία για απόσβεση της οφειλής από εκποίηση ακινήτου, την πρόκληση επαχθών συνεπειών με προσαυξήσεις τετραπλάσιες του κεφαλαίου, και το γεγονός ότι το Δημόσιο μπορούσε να στραφεί νωρίτερα αφού ο εγγυητής είχε παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως, καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος αντίθετη στα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό αυτού και συνεπώς καταχρηστική.
Απορρίπτει την από 11/3/2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της με αριθμό 4593//2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
377/2011
2011Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.9%
Δανείστρια τράπεζα χορήγησε στις 9-4-1976 δάνειο ύψους 4.000.000 δολ. ΗΠΑ σε ναυτιλιακή εταιρεία, με εξόφληση σε δέκα εξαμηνιαίες δόσεις των 400.000 δολ. (πρώτη 30-9-1977, τελευταία 31-3-1982) και τόκους καταβαλλόμενους ανά εξαμηνία. Παρεσχέθησαν εμπράγματες ασφάλειες: υποθήκες επί των πλοίων «Δ.», «Δ(2)» και «Χ. Σ.» νηολογίου Πειραιώς. Εγγυητής ανέλαβε ως αυτοφειλέτης, με παραίτηση από ένσταση διζήσεως και από άρθρα 862, 863 ΑΚ. Τον Απρίλιο 1977 η οφειλέτρια προσέφερε προεξόφληση και κατέθεσε στις 23-4-1977 4.000.000 δολ. στο κατάστημα Λονδίνου, με εντολή για δεσμευμένο λογαριασμό ώστε να καλύπτονται οι δόσεις ή να γίνει προπληρωμή. Η τράπεζα διέσπασε το ποσό σε δέκα προθεσμιακές καταθέσεις, αποτρέποντας την προπληρωμή και δημιουργώντας χρεωστικές διαφορές τόκων (π.χ. πρώτη κατάθεση τόκοι 8.883,33 δολ. με επιτόκιο 5 9/16%, ενώ τόκοι δανείου εξαμηνίας 149.589,04 δολ. με 7,5%).
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται όταν από πταίσμα του δανειστή καθίσταται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη· η παραίτηση από ευεργετήματα δεν ισχύει έναντι δόλου ή βαριάς αμέλειας (άρθρο 332 εδ. 1 και 174 ΑΚ). Παράλληλα, το άρθρο 559 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ καθορίζει τα όρια αναιρετικού ελέγχου ως προς παραβίαση ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ απαιτεί προβολή «πράγματος» για σχετικό λόγο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατατέθηκαν 4.000.000 δολ. στις 23-4-1977 με εντολή για δεσμευμένο λογαριασμό ώστε να καλύπτονται δόσεις ή προπληρωμή. Η τράπεζα, αντί ενιαίας κυλιόμενης εξαμηνιαίας κατάθεσης, διέσπασε το ποσό σε δέκα προθεσμιακές, με λήξεις 30-9-1977 έως 31-3-1982, αποτρέποντας προπληρωμή και προκαλώντας χρεωστικές διαφορές (π.χ. τόκος 8.883,33 δολ. έναντι τόκων δανείου 149.589,04 δολ.). Με ενιαία κατάθεση, λόγω ανόδου επιτοκίων, το δάνειο θα εξοφλείτο πλήρως με τους τόκους. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, έκρινε ότι η επιλογή της τράπεζας συνιστά βαριά αμέλεια που καθιστά αδύνατη την ικανοποίηση από τον οφειλέτη, επιφέροντας ελευθέρωση του εγγυητή. Δεν απαιτούνταν προσφυγή στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ούτε εφαρμογή των άρθρων 455 επ. ΑΚ, και οι αναιρετικοί λόγοι περί παραβίασης ουσιαστικού δικαίου και νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι.
Το δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του στο ότι ο συμφωνημένος τρόπος ενιαίας, κυλιόμενης εξαμηνιαίας κατάθεσης των 4.000.000 δολ. θα οδηγούσε σε πλήρη, εμπρόθεσμη εξόφληση του δανείου με τους τόκους. Η τράπεζα, διαιρώντας το ποσό σε δέκα προθεσμιακές καταθέσεις, απέκλεισε την προπληρωμή και δημιούργησε χρεωστικές διαφορές (π.χ. 8.883,33 δολ. έναντι 149.589,04 δολ.), πράξη που συνιστά βαριά αμέλεια. Κατ’ αποτέλεσμα, ο εγγυητής ελευθερώθηκε κατά το άρθρο 862 ΑΚ, η ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου από το Εφετείο ήταν ορθή, δεν συνέτρεχε έλλειψη νόμιμης βάσης, και οι αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται.
Απορρίπτει την από 19-11-2009 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ'αριθμό 257/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
90/2021
2021Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.6%
Εγγυητής ανέλαβε την εγγύηση εκπλήρωσης υποχρεώσεων πρωτοφειλέτη από σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε το έτος 1993 και αυξήθηκε με πρόσθετες συμβάσεις μέχρι το έτος 2004, με τελικό όριο πίστωσης 220.000 ευρώ. Ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά τον Δεκέμβριο 2011 με χρεωστικό κατάλοιπο 251.316,93 ευρώ. Εγγυητής επιτάχθηκε να καταβάλει εις ολόκληρον με τον πρωτοφειλέτη το συνολικό ποσό των 257.991,93 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Πρωτοφειλέτης, εργολάβος δημοσίων έργων, διέθετε κατά το χρόνο της ανακοπής τέσσερις οριζόντιες ιδιοκτησίες (γραφεία) εμβαδού 28 τ.μ., 66 τ.μ., 10 τ.μ. και 11 τ.μ., συνολικής αξίας άνω των 500.000 ευρώ, βεβαρυμένες με προσημείωση υποθήκης 100.000 ευρώ υπέρ Συνεταιριστικής Τράπεζας και ανενεργείς κατασχέσεις 15.000 ευρώ. Πρωτοφειλέτης ήταν μέλος Κοινοπραξίας που είχε ασκήσει προσφυγές στο Διοικητικό Εφετείο Ιωαννίνων αξιώνοντας αποζημιώσεις ύψους 583.999,38 ευρώ και 220.466,34 ευρώ από εκτέλεση δημόσιου έργου για ΤΕΙ. Πιστώτρια τράπεζα αρνήθηκε να δεχθεί εκχώρηση των απαιτήσεων του πρωτοφειλέτη κατά του ΤΕΙ και δεν προέβη σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου. Πρωτοφειλέτης είχε εκποιήσει οριζόντια ιδιοκτησία 60 τ.μ. το έτος 1997, ποσοστό 15/100 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου 619 τ.μ. το έτος 2012 και αγροτεμάχιο 4.043 τ.μ. το έτος 2003.
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Απαιτούνται αθροιστικά η αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη και η αδυναμία αυτή να οφείλεται σε πταίσμα του δανειστή. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο πρωτοφειλέτης διέθετε ακίνητη περιουσία συνολικής αξίας άνω των 500.000 ευρώ και ήταν μέλος Κοινοπραξίας με βάσιμες απαιτήσεις ύψους 583.999,38 ευρώ και 220.466,34 ευρώ κατά του ΤΕΙ, ενώ η επιταγή προς πληρωμή ανερχόταν σε 257.991,93 ευρώ. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση της αδυναμίας ικανοποίησης του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη, καθώς η περιουσία και οι απαιτήσεις του τελευταίου υπερέβαιναν κατά πολύ το οφειλόμενο ποσό, και απέρριψε τον λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 862 ΑΚ, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε η αναγκαία προϋπόθεση της αδυναμίας ικανοποίησης του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, με τα εκτιθέμενα στην ανακοπή ότι ο πρωτοφειλέτης διέθετε ακίνητη περιουσία συνολικής αξίας άνω των 500.000 ευρώ και απαιτήσεις από Κοινοπραξία ύψους 804.465,72 ευρώ, ενώ η επιταγή προς πληρωμή ανερχόταν σε 257.991,93 ευρώ, δεν επαγόταν αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη να ικανοποιήσει την απαίτηση της τράπεζας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ανακοπής ήταν μη νόμιμος και ορθά απορρίφθηκε.
Απορρίπτει την από 19-06-2018 αίτηση του Α. Π., για αναίρεση της με αριθμό 334/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.
828/2018
2018Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.2%
Ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο.Ε." έλαβε πίστωση με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό από τράπεζα μέχρι του ποσού των 150.000,00 ευρώ δυνάμει συμβάσεων της 19-03-2004 και 7-5-2005. Εγγυητές της πίστωσης ήταν αρχικά δύο φυσικά πρόσωπα, στη συνέχεια τρίτο πρόσωπο με σύμβαση της 25-9-2008, και τέταρτος εγγυητής με σύμβαση της 29-05-2008. Ο τελευταίος εγγυητής εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου, παραιτούμενος από το δικαίωμα διζήσεως και τα δικαιώματα του άρθρου 853 ΑΚ. Ο εγγυητής έχει υψηλό νοητικό επίπεδο, είναι άνθρωπος της αγοράς, διαθέτει σε λειτουργία ξενοδοχειακή μονάδα στην Άρτα, συναλλάσσεται με τράπεζες και έχει κάλυψη λογιστικού γραφείου. Συνδέεται με συγγενική σχέση (πρώτοι εξάδελφοι) με τους ομόρρυθμους εταίρους της πιστούχου εταιρίας. Την 22-02-2010 η τράπεζα προέβη σε προσωρινό κλείσιμο του λογαριασμού με χρεωστικό κατάλοιπο 41.449,57 ευρώ και την 15-10-2010 σε οριστικό κλείσιμο με χρεωστικό κατάλοιπο 45.475,80 ευρώ.
Το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994 ορίζει ότι γενικοί όροι συναλλαγών δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή εάν τους αγνοούσε ανυπαιτίως, ενώ η παρ. 6 απαγορεύει όρους που διαταράσσουν σημαντικά την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος του καταναλωτή. Η διάταξη ερμηνεύεται μέσω τελολογικής συστολής ως ουσιώδης διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας. Η παράλειψη ενημέρωσης του καταναλωτή για τους ΓΟΣ καθιστά αυτούς αδιαφανείς και καταχρηστικούς. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εγγυητής έχει υψηλό νοητικό επίπεδο, είναι άνθρωπος της αγοράς, διαθέτει ξενοδοχειακή μονάδα, συναλλάσσεται με τράπεζες και έχει λογιστική κάλυψη. Δέχθηκε ότι γνωρίζει την τραπεζική πρακτική κατά τη χορήγηση δανείων και τα μέσα εξασφάλισης μέσω εγγυήσεων. Επεξηγήθηκαν οι όροι της εγγύησης και τους γνώριζε εκ προοιμίου ως αναπόσπαστο μέρος της τραπεζικής πρακτικής. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 6 του ν. 2251/1994, το δικαστήριο έκρινε ότι οι όροι περί παραίτησης από το δικαίωμα διζήσεως και τα δικαιώματα του άρθρου 853 ΑΚ δεν ήταν καταχρηστικοί, καθώς ο εγγυητής τους εγνώριζε και τους αποδέχθηκε.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 6 του ν. 2251/1994, δεχόμενο ότι οι επίμαχοι όροι της σύμβασης εγγύησης δεν ήταν καταχρηστικοί, αφού στον εγγυητή επεξηγήθηκαν οι όροι, τους γνώριζε και τους αποδέχτηκε. Ο εγγυητής, έχοντας υψηλό νοητικό επίπεδο, επαγγελματική εμπειρία ως επιχειρηματίας με ξενοδοχειακή μονάδα, συναλλασσόμενος με τράπεζες και διαθέτοντας λογιστική κάλυψη, γνώριζε την τραπεζική πρακτική και τα μέσα εξασφάλισης των τραπεζών. Επίσης, η άσκηση του δικαιώματος της τράπεζας να κλείσει τον λογαριασμό και να ζητήσει την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου δεν ήταν καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
Απορρίπτει την από 8-11-2016 αίτηση του Ι. Κ. του Β., για αναίρεση της 82/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
99/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.2%
Πιστώτρια τράπεζα παρείχε σε εμπορική εταιρία πίστωση με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Στη σύμβαση περιλήφθηκαν όροι που επέτρεπαν στην τράπεζα να αναστέλλει, περιορίζει ή κλείνει την πίστωση οποτεδήποτε χωρίς ειδοποίηση, καθώς και όρος παραίτησης του εγγυητή από ενστάσεις (άρθρα 853 επ. ΑΚ). Ο εγγυητής απεβίωσε και οι κληρονόμοι του βαρύνθηκαν μέχρι ποσού 146.735,14 ευρώ επί συνολικού οριστικού καταλοίπου 283.221,67 ευρώ, με τόκους υπερημερίας από 12-11-2004. Το πιστωτικό όριο αυξήθηκε με πρόσθετες πράξεις: 21-12-2001 (έως 100.180.500 δρχ.), 9-5-2002 (έως 900.000 ευρώ) και 6-2-2004 (έως 1.000.000 ευρώ). Προβλήθηκαν ισχυρισμοί περί παράνομης μετακύλισης και ανατοκισμού της εισφοράς ν. 128/1975 χωρίς ειδικό προσδιορισμό κονδυλίων, περί καταχρηστικότητας των όρων κλεισίματος και παραίτησης του εγγυητή, καθώς και περί πλάνης του εγγυητή λόγω προχωρημένης ηλικίας (86 ετών) κατά την υπογραφή της εγγύησης.
Το άρθρο 2 § 6 του ν. 2251/1994 απαγορεύει τους γενικούς όρους που διαταράσσουν σε βάρος του καταναλωτή την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενώ κατά τα άρθρα 361 και 874 ΑΚ και 47, 64-67 ν.δ. 17-7/13-8-1923, στη σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό επιτρέπεται η μονομερής καταγγελία/οριστικό κλείσιμο οποτεδήποτε. Η παραίτηση του εγγυητή από ενστάσεις (άρθρα 851, 852, 853 επ. ΑΚ) είναι κατ’ αρχήν έγκυρη και ελέγχεται, όπως και η άσκηση του δικαιώματος κλεισίματος, υπό το άρθρο 281 ΑΚ. Για τόκους υπερημερίας, το άρθρο 293 εδ. γ’ ΑΚ επιτρέπει επιδίκαση χωρίς ρητή μνεία επιτοκίου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πίστωση λειτουργούσε με όρους που προέβλεπαν δυνατότητα μονομερούς κλεισίματος και παραίτηση του εγγυητή από ενστάσεις. Το οριστικό κατάλοιπο ανήλθε σε 283.221,67 ευρώ, με ευθύνη του εγγυητή έως 146.735,14 ευρώ και τόκους από 12-11-2004. Δεν προσδιορίστηκαν συγκεκριμένα κονδύλια για τον φερόμενο παράνομο ανατοκισμό εισφοράς ν. 128/1975, ούτε συγκεκριμένα περιστατικά κατάχρησης (άρθρο 281 ΑΚ) ή ζημία από την παραίτηση. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι ο όρος περί μονομερούς κλεισίματος αναπαράγει επιτρεπτό δικαίωμα και δεν είναι καθ’ εαυτόν καταχρηστικός· τυχόν κατάχρηση απαιτεί ειδικά περιστατικά που δεν προβλήθηκαν. Η παραίτηση του εγγυητή από ενστάσεις είναι έγκυρη και δεν τεκμηριώθηκε καταχρηστικότητα ή συγκεκριμένη επίδραση στο κατάλοιπο. Ο ισχυρισμός περί παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς ν. 128/1975 ήταν αόριστος. Η απαίτηση για τόκους υπερημερίας είναι οριστή χωρίς αναγραφή επιτοκίου, αφού αυτό καθορίζεται εκ του νόμου.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι: (α) οι κρίσιμοι λόγοι ανακοπής για την παράνομη μετακύλιση/ανατοκισμό της εισφοράς ν. 128/1975 ήταν αόριστοι, χωρίς εξειδίκευση κονδυλίων προς αφαίρεση· (β) οι νέοι ισχυρισμοί προβλήθηκαν για πρώτη φορά με έφεση ή προτάσεις και ήταν απαράδεκτοι κατά το άρθρο 585 §2 ΚΠολΔ· (γ) ο όρος που επιτρέπει στην τράπεζα να κλείνει οποτεδήποτε τον αλληλόχρεο λογαριασμό είναι έγκυρος ως επανάληψη νόμιμου δικαιώματος και δεν τεκμηριώθηκε κατάχρηση (άρθρο 281 ΑΚ)· (δ) η παραίτηση του εγγυητή από ενστάσεις είναι κατ’ αρχήν έγκυρη και δεν προσδιορίστηκε συγκεκριμένη ζημία ή επίδραση στη διαμόρφωση του καταλοίπου 283.221,67 ευρώ (ευθύνη εγγυητή 146.735,14 ευρώ)· (ε) η έλλειψη ρητού επιτοκίου δεν καθιστά άκυρη την απαίτηση για τόκους υπερημερίας, αφού το επιτόκιο ορίζεται από τον νόμο (άρθρο 293 ΑΚ). Οι λοιπές αιτιάσεις περί μη λήψης αποδείξεων και ελλείψεων αιτιολογίας απορρίφθηκαν ως αβάσιμες ή απαράδεκτες.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23 Μαΐου 2016 αίτηση των 1) Π. Κ. Γ., 2) Γ. Κ. Π., 3) Χ. Κ. Π., 4) Κ. Γ., 4) Μ. Π. Ε. και 6) Δ. Π. Ε. για αναίρεση της 4098/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ
482/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔιοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.1%
Τραπεζική εταιρία χορήγησε με συμβάσεις πίστωσης των ετών 1988 δύο βιοτεχνικά δάνεια ποσών 3.000.000 και 45.000.000 δραχμών σε ανώνυμη εταιρεία. Εγγυητής των δανείων ήταν φυσικό πρόσωπο, το οποίο παραιτήθηκε από την ένσταση διζήσεως. Το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήθηκε στην πιστώτρια τράπεζα τις δύο συμβάσεις πίστωσης μέχρι των ποσών 1.800.000 και 16.800.000 δραχμών αντιστοίχως. Λόγω μη ανταπόκρισης της πιστούχου εταιρείας, η τράπεζα κατέπτωσε την εγγύηση του Δημοσίου, το οποίο της κατέβαλε τα αντίστοιχα ποσά. Η ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών εξέδωσε ταμειακές βεβαιώσεις τα έτη 1993, 1997 και 1998 για ποσά 3.160.540, 27.351.942 και 8.047.116 δραχμών. Το έτος 2015 εκδόθηκε ατομική ειδοποίηση προς τον εγγυητή για καταβολή συνολικού ποσού 324.117,47 ευρώ (κεφάλαιο 107.313,59 ευρώ και προσαυξήσεις 216.803,88 ευρώ). Ο εγγυητής είχε αποχωρήσει από την δανειολήπτρια εταιρεία από το έτος 1993 και δεν είχε πρόσβαση σε αυτήν ούτε αντίληψη της πορείας των δανειακών υποχρεώσεών της.
Το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Η διάταξη εφαρμόζεται και σε απαιτήσεις του Δημοσίου που προέρχονται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως η εγγύηση δανείου. Η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική. Μόνη η αδράνεια για μακρό χρόνο δεν αρκεί, αλλά απαιτούνται επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν όχλησε τον εγγυητή από τη σύνταξη των ταμειακών βεβαιώσεων (1993, 1997, 1998) μέχρι το 2015, όταν απέστειλε την ατομική ειδοποίηση. Ο εγγυητής είχε αποχωρήσει από την εταιρεία το 1993 και δεν είχε αντίληψη της πορείας των δανειακών υποχρεώσεων. Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα προσαυξήσεις υπερδιπλάσιες του κεφαλαίου (216.803,88 ευρώ έναντι 107.313,59 ευρώ). Εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η πολύ μεγάλη καθυστέρηση σε συνδυασμό με την αποχώρηση του εγγυητή από την εταιρεία, την άγνοιά του για τις δανειακές υποχρεώσεις και την επιβάρυνσή του με υπέρογκες προσαυξήσεις άνευ υπαιτιότητάς του, καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος αντίθετη στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, άρα καταχρηστική.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 4 και 73 του ΚΕΔΕ. Η ένδικη διαφορά αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά από σύμβαση χορήγησης δανείου με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, για την οποία εφαρμόζεται το άρθρο 281 ΑΚ. Η αδράνεια του Δημοσίου για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα (από τα έτη 1993, 1997, 1998 μέχρι το 2015) σε συνδυασμό με τα πρόσθετα περιστατικά (αποχώρηση του εγγυητή από την εταιρεία το 1993, άγνοιά του για την πορεία των δανειακών υποχρεώσεων, επιβάρυνση με προσαυξήσεις υπερδιπλάσιες του κεφαλαίου) καθιστούν την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος αντίθετη στα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, άρα καταχρηστική.
Απορρίπτει την από 18/11/2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3530/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και - Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ
1850/2011
2011Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.0%
Πιστούχος έλαβε πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό στις 20-9-2001 ποσού 132.061,63 ευρώ, αυξηθείσα στις 1/2-10-2001 σε 293.470,29 ευρώ. Δύο εγγυητές (σύζυγος και συγγενής του πιστούχου) εγγυήθηκαν αλληλεγγύως, παραιτούμενοι από ένσταση διζήσεως και από ευεργετήματα/ενστάσεις των άρθρων 850-869 ΑΚ. Υπήρχε συμβατικός όρος (12.1) που επέτρεπε στη τράπεζα να χρεώνει στον λογαριασμό απαιτήσεις από κάθε αιτία, και πρόσθετο σύμφωνο (2-12-2003) για ένταξη ανοικτού επιχειρηματικού δανείου 60.000 ευρώ στον ίδιο λογαριασμό. Ο λογαριασμός έκλεισε στις 17-8-2006 με χρεωστικό κατάλοιπο 206.526,47 ευρώ. Περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη: δύο αποθήκες σε υπόγειο οικοδομής στην πόλη της Κοζάνης, 76,65 τ.μ. και 67,84 τ.μ., κατακυρωθείσες σε πλειστηριασμό στις 22-7-2005 συνολικά 28.000 ευρώ, με προσημείωση υπέρ άλλης τράπεζας. Διαμέρισμα είχε προσυμφωνηθεί προς πώληση από 13-1-1999 και πωλήθηκε στις 24-1-2002, με προηγούμενες εμπράγματες ασφάλειες που εξαλείφθηκαν μετά εξόφληση προγενέστερων απαιτήσεων. Οι εγγυητές συναίνεσαν σε προσημείωση υποθήκης επί δικού τους ακινήτου το 2001.
Το άρθρο 112 § 2 ΕισΝΑΚ ορίζει ότι το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού αποτελεί αυτοτελή και άμεση απαίτηση, ενώ τα άρθρα 623-624 ΚΠολΔ επιτρέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής εφόσον η σύμβαση, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αποδεικνύονται εγγράφως. Τα άρθρα 847 και 862 ΑΚ θεμελιώνουν την παρεπόμενη ευθύνη του εγγυητή και την απελευθέρωση μόνο αν ο δανειστής, με δόλο ή βαρεία αμέλεια, καθιστά αδύνατη την ικανοποίηση από τον οφειλέτη. Το άρθρο 281 ΑΚ καθορίζει τα κριτήρια καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πίστωση (20-9-2001) αυξήθηκε (1/2-10-2001), περιείχε όρο 12.1 για ένταξη κάθε απαίτησης στον λογαριασμό, και με πρόσθετο σύμφωνο (2-12-2003) εντάχθηκε ανοικτό επιχειρηματικό δάνειο 60.000 ευρώ. Ο λογαριασμός έκλεισε 17-8-2006 με κατάλοιπο 206.526,47 ευρώ. Οι εγγυητές υπέγραψαν ως εγγυητές, παραιτήθηκαν από ευεργετήματα, είχαν γνώση των όρων. Τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη (αποθήκες 76,65 τ.μ. και 67,84 τ.μ.) είχαν χαμηλή αξία (κατακύρωση 28.000 ευρώ) και ήταν βεβαρημένα. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, κρίθηκε ότι η ένταξη του επιχειρηματικού δανείου στον ίδιο λογαριασμό ήταν συμβατικά προβλεπόμενη, το κατάλοιπο ήταν οριστό και απαιτητό, και η ευθύνη των εγγυητών εκτείνεται στο κατάλοιπο. Μη αποδείχθηκε δόλος ή βαρεία αμέλεια του δανειστή ως προς την εξασφάλιση· η μη εγγραφή νέας ασφάλειας δικαιολογήθηκε από την τότε καλή οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Δεν συντρέχει καταχρηστικότητα κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
Οι λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν διότι: (α) το Εφετείο ορθά έκρινε ότι οι εγγυητές υπέγραψαν ως εγγυητές την αρχική σύμβαση πίστωσης και την αυξητική πράξη, ενώ η μεταγενέστερη ένταξη του επιχειρηματικού δανείου στον ίδιο αλληλόχρεο λογαριασμό προβλεπόταν από τον όρο 12.1 και το πρόσθετο σύμφωνο· συνεπώς το κατάλοιπο (206.526,47 ευρώ, 17-8-2006) ήταν νόμιμα απαιτητό και οι ενστάσεις περί μη υπογραφής ή περί δανείου αντί αλληλόχρεου ήταν αβάσιμες. (β) Η ένσταση απελευθέρωσης του εγγυητή απορρίφθηκε, γιατί δεν αποδείχθηκε δόλος ή βαρεία αμέλεια του δανειστή ως προς τη μη λήψη εμπράγματων ασφαλειών· τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη είχαν χαμηλή αξία (αποθήκες κατακυρωθείσες συνολικά 28.000 ευρώ) και προγενέστερες εγγραφές αφορούσαν άλλες απαιτήσεις. (γ) Η επίκληση καταχρηστικότητας απορρίφθηκε, αφού οι εγγυητές γνώριζαν τους όρους και την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. (δ) Η απόφαση περιέχει επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, αποκλείοντας τον λόγο του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ενώ ο πρόσθετος λόγος ήταν αόριστος.
Απορρίπτει την από 31-3-2010 αίτηση και το από 13-7-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων των: 1) Χ. Χ. Μ. και 2) Ε. Χ. Μ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 213/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1993/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.8%
Δανείστρια τράπεζα χορήγησε σε ανώνυμη εταιρεία πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό αρχικού ύψους 115.000 ευρώ, η οποία αυξήθηκε σταδιακά σε 400.000 ευρώ, 500.000 ευρώ και τελικά 700.000 ευρώ κατά τα έτη 2006 και 2007. Εγγυήτρια υπέγραψε μόνο την πρώτη πρόσθετη πράξη για το ποσό των 400.000 ευρώ. Η πιστούχος εταιρεία διέθετε άδεια πρακτορείου τύπου με καθαρό ποσοστό κέρδους 18,5% επί της αξίας των διακινούμενων εντύπων. Η εταιρεία είχε αναλάβει δανειακές υποχρεώσεις από άλλες τράπεζες (Εμπορική Τράπεζα 914.000 ευρώ, Εθνική Τράπεζα 300.000 ευρώ) και οφειλές προς άλλη εταιρεία ύψους 3.310.120,11 ευρώ. Τα κέρδη της εταιρείας παρουσίαζαν αισθητή μείωση από το 2002 έως το 2007, με μείωση μεγαλύτερη του 60% κατά τα έτη 2006-2007. Το έτος 2008 η πιστούχος ανέλαβε επιπλέον δανεισμό από ΑΤΕΒΑΝΚ (50.000 ευρώ), Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα (100.000 ευρώ) και Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων (240.000 ευρώ). Η εγγυήτρια ήταν φαρμακοποιός, διέμενε μόνιμα στην Αθήνα και είχε τυπική συμμετοχή στο διοικητικό συμβούλιο της πιστούχου χωρίς αρμοδιότητα διαχείρισης.
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει την ελευθέρωση του εγγυητή εάν από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Οι προϋποθέσεις είναι: α) αδυναμία ικανοποίησης από τον πρωτοφειλέτη, β) πταίσμα του δανειστή (δόλος ή οποιοσδήποτε βαθμός αμέλειας), γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος και της αδυναμίας ικανοποίησης. Η αιτιώδης συνάφεια έχει χρονική διάσταση και δεν υπάρχει αν ο πρωτοφειλέτης στερείτο ανέκαθεν περιουσιακών στοιχείων. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η τράπεζα αύξησε την πίστωση κατά 300.000 ευρώ τα έτη 2006-2007, ενώ τα κέρδη της εταιρείας είχαν μειωθεί άνω του 60%, και ότι η τράπεζα γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει από τη βάση δεδομένων Τειρεσίας ότι η πιστούχος είχε οφειλές άνω των 7.000.000 ευρώ. Δέχθηκε ότι η τράπεζα αμέλησε επί μακρόν να καταδιώξει την πρωτοφειλέτρια και δεν επιδίωξε εγκαίρως την είσπραξη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρχε βαριά αμέλεια της τράπεζας, αλλά δεν προσδιόρισε το ακριβές χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης, τον χρόνο που έκλεισε ο λογαριασμός, πότε ακριβώς η πρωτοφειλέτρια κατέστη αναξιόχρεη, και ποια ήταν η αξία των περιουσιακών της στοιχείων πριν την αναξιοχρεία, στοιχεία αναγκαία για την κρίση του αιτιώδους συνδέσμου.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς κρίσιμα ζητήματα. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν διέλαβε παραδοχές σχετικά με: α) το ακριβές χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης πίστωσης, τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, τον χρόνο δικαστικής επιδίωξης είσπραξης από την πρωτοφειλέτρια, και τον χρόνο που όφειλε η τράπεζα να κλείσει τον λογαριασμό, β) την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτριας πριν καταστεί αναξιόχρεη, τον ακριβή χρόνο που κατέστη αναξιόχρεη, και την αξία των περιουσιακών στοιχείων (εντύπων, αυτοκινήτων, χρημάτων) που διέθετε πριν τη διόγκωση του χρέους. Οι ελλείψεις αυτές καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πταίσματος της τράπεζας και της αδυναμίας ικανοποίησής της, προϋπόθεση αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 47/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
1073/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.8%
Δανειστής παρείχε πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό σε εταιρεία στις 2-2-1995, για την οποία τρίτος υπέγραψε ως εγγυητής, έχοντας ήδη ενεργήσει ως εγγυητής σε προγενέστερη σύμβαση στις 29-6-1994. Υπεγράφη πρόσθετη πράξη αύξησης της εγγύησης κατά 50.000.000 δρχ., σε τυποποιημένα έντυπα όμοια με την αρχική σύμβαση, την οποία ο εγγυητής γνώριζε. Μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία, η συνεργασία συνεχίστηκε και εκδόθηκαν επιταγές από τον εγγυητή, που παραδόθηκαν ως ενέχυρο για την εξασφάλιση της απαίτησης. Ο δανειστής είχε προσημειώσει υποθήκη σε τέσσερα ακίνητα του βασικού μετόχου της εταιρείας και συναίνεσε στην ανάκλησή τους. Παράλληλα, δόθηκε προθεσμία πληρωμής μέχρι τα τέλη του 1997, οπότε η εταιρεία φέρεται ότι κατέστη αφερέγγυα.
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή καταστεί αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη· παραίτηση ισχύει μόνο για ελαφρά αμέλεια, όχι για δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρα 332 και 174 ΑΚ). Το άρθρο 863 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν ο δανειστής παραιτηθεί από ασφάλειες αποκλειστικά για την απαίτηση και προκληθεί ζημία στον εγγυητή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εγγυητής είχε ήδη εγγυηθεί προγενέστερες συμβάσεις (29-6-1994, 2-2-1995) και υπέγραψε πρόσθετη αύξηση 50.000.000 δρχ. σε όμοια τυποποιημένα έντυπα, γνωρίζοντας τους όρους. Παρέμειναν συναλλακτικές σχέσεις και παραδόθηκαν επιταγές ως ενέχυρο. Αναφέρθηκαν τέσσερα ακίνητα με προσημείωση υπέρ του δανειστή και ανάκλησή της, χωρίς να προσδιορίζονται οι αξίες ή συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας πριν τον 6/1995, ούτε πραγματικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν γνώση του δανειστή για επερχόμενη αφερεγγυότητα. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 862 και 863 ΑΚ, έκρινε ότι χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για αξίες, περιουσιακή κατάσταση και αιτιώδη συνάφεια, δεν θεμελιώνεται πταίσμα (δόλος/βαριά αμέλεια) ή ζημία από παραίτηση ασφάλειας, άρα δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ελευθέρωσης του εγγυητή.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι: (α) οι αιτιάσεις περί απάτης προσέβαλαν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), (β) ο ισχυρισμός περί μη λήψης υπόψη «πράγματος» δεν στοιχειοθετήθηκε (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), (γ) οι ενστάσεις ελευθέρωσης του εγγυητή βάσει των άρθρων 862 και 863 ΑΚ κρίθηκαν αόριστες, επειδή δεν προσδιορίστηκαν η αξία των τεσσάρων ακινήτων, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτριας πριν τον Ιούνιο 1995 και γεγονότα που να θεμελιώνουν γνώση του δανειστή για αδυναμία εκπλήρωσης, και (δ) ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ήταν αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2012 αίτηση του Ε. Α. για αναίρεση της 1517/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
237/2024
2024Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.7%
Τράπεζα σύναψε με ανώνυμη εταιρεία τρεις δανειακές συμβάσεις: α) χρεολυτικό δάνειο ποσού 3.121.360,39 ευρώ στις 23-5-2007, β) χρεολυτικό δάνειο ποσού 1.500.000 ευρώ στις 23-5-2007, και γ) σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 150.000.000 δραχμών (440.205,43 ευρώ) στις 4-11-1996. Οι δύο πρώτες συμβάσεις καλύπτονταν από εγγύηση του Δημοσίου σε ποσοστό 80%, σύμφωνα με τον Ν. 2322/1995 και τις ΥΑ 2/27281/0025/8-8-2006 και 2/95281/0025/16-1-2009. Για εξασφάλιση εγγράφηκε υποθήκη Δ' σειράς ποσού 3.697.088,31 ευρώ σε ακίνητο της πιστούχου. Η πιστούχος έπαυσε να καταβάλλει τις δόσεις από την 31-12-2010 για τις δύο πρώτες συμβάσεις και από την 31-12-2011 για την τρίτη. Η τράπεζα κατήγγειλε τις συμβάσεις στις 17-11-2016 και 22-12-2016, με το χρεωστικό υπόλοιπο να ανέρχεται σε 5.255.404,32 ευρώ, 2.343.470,80 ευρώ και 172.873,28 ευρώ αντίστοιχα. Η πιστούχος είχε αρνηθεί να υπαχθεί σε νέα ρύθμιση το 2010.
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου υπάρχει πταίσμα όταν ο δανειστής αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή αμελεί τη διεξαγωγή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη. Την υπαίτια συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η τράπεζα, από βαριά αμέλειά της, δεν προχώρησε σε καταγγελία των συμβάσεων εντός ευλόγου χρόνου από την παύση εξυπηρέτησής τους το 2011, αλλά κατήγγειλε αυτές μόλις το 2016, μετά από 5 έτη. Δεν επεδίωξε τον εξοπλισμό της απαίτησής της με εκτελεστό τίτλο ούτε προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση, παραβιάζοντας την υποχρέωση των Υπουργικών Αποφάσεων να επιδιώξει την είσπραξη με την ίδια επιμέλεια που δείχνει για δάνεια χωρίς εγγύηση Δημοσίου. Ωστόσο, το Εφετείο δεν ανέφερε ποια ήταν η περιουσιακή κατάσταση της πρωτοφειλέτριας και του εγγυητή πριν και μετά την καταγγελία, ώστε να διακριβωθεί αν πρόκειται για επιγενόμενη αναξιοχρεότητα αιτιωδώς συνδεόμενη με την αμέλεια της τράπεζας. Δεν αναφέρθηκε αν το υποθηκευμένο ακίνητο εξακολούθησε να υφίσταται και αν επαρκούσε για ικανοποίηση των απαιτήσεων.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης ελευθέρωσης του άρθρου 862 ΑΚ. Το Εφετείο δεν ανέφερε ποια ήταν η περιουσιακή κατάσταση της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και του εγγυητή κατά την κατάρτιση των δανειακών συμβάσεων και μετά την καταγγελία τους, ώστε να διακριβωθεί αν κατά το χρονικό διάστημα της αμέλειας της τράπεζας θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση και αν πρόκειται για επιγενόμενη αδυναμία ικανοποίησης. Δεν υπάρχει αναφορά αν το υποθηκευμένο ακίνητο εξακολούθησε να υφίσταται μετά την καταγγελία και αν επαρκούσε για ικανοποίηση των απαιτήσεων. Η αόριστη αναφορά ότι η αμελής συμπεριφορά είχε ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα την αδυναμία ικανοποίησης δεν αναπληρώνει την έλλειψη συγκεκριμένων παραδοχών για την επιγενόμενη αναξιοχρεότητα των οφειλετών.
-ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 1693/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. -ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. -ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Και -ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
999/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.6%
Πιστωτής (τράπεζα) παρείχε στον οφειλέτη ετήσιες πιστώσεις (σιτοδάνεια) μετά τον θάνατο εγγυητή στις 23-9-1978, έως και το έτος 1993, με μηδενισμό των προηγούμενων οφειλών σε κάθε νέα ετήσια χορήγηση. Μέχρι τον Ιούνιο του 1993 οι πιστώσεις εξοφλούνταν εμπρόθεσμα και ο οφειλέτης ήταν συνεπής. Το 1994 προέκυψε αιφνίδια κατάσταση «αναξιόχρεου» του οφειλέτη, η οποία δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί βάσει της προηγούμενης συνεπούς συμπεριφοράς. Υπήρχε αλληλόχρεος λογαριασμός και ζήτημα περί καταγγελίας για οριστικό κλείσιμό του.
Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, και το πταίσμα μπορεί να συνίσταται σε δόλο, βαριά ή ελαφρά αμέλεια, μέσω ενεργειών ή παραλείψεων. Η εφαρμογή δεν αποκλείεται από παραίτηση του εγγυητή από τη διζήση κατά το άρθρο 855 ΑΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι πιστώσεις εξοφλούνταν εμπρόθεσμα μέχρι τον Ιούνιο 1993, ότι ο οφειλέτης ήταν συνεπής, ότι χορηγούνταν ετήσια σιτοδάνεια από το 1978 έως το 1993 με μηδενισμό προηγούμενων οφειλών, και ότι το 1994 αναφάνηκε αιφνίδια αναξιόχρεο του οφειλέτη, το οποίο δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί από τον πιστωτή. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το δικαστήριο εξέτασε αν υφίσταται πταίσμα του δανειστή που να έχει καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη. Έκρινε ότι, λόγω της μέχρι 6/1993 συνεπούς εξόφλησης και της απροσδόκητης μεταβολής το 1994, δεν στοιχειοθετείται αμέλεια του δανειστή και, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ελευθέρωσης του εγγυητή.
Ο λόγος αναιρέσεως περί μη καταγγελίας για οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού ήταν απαράδεκτος, διότι προτάθηκε για πρώτη φορά σε αναιρετικό επίπεδο, κατά παράβαση του άρθρου 585 § 2 εδ. β’ ΚΠολΔ. Ο λόγος περί ελευθέρωσης εγγυητή απορρίφθηκε ως αβάσιμος, επειδή οι πιστώσεις εξοφλούνταν μέχρι τον 6/1993, η μεταγενέστερη αναξιοχρέωση το 1994 δεν ήταν προβλέψιμη και δεν αποδείχθηκε πταίσμα του δανειστή που να καθιστά αδύνατη την ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη, οπότε το άρθρο 862 ΑΚ εφαρμόστηκε ορθά.
Απορρίπτει την από 11 Απριλίου 2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 17/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
419/2013
2013Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.6%
Δανείστρια τράπεζα χορήγησε το 1988 δάνειο 19.600.000 δρχ. σε εταιρεία για μετασκευή δύο ξύλινων παραδοσιακών πλοίων, με προϋπολογιζόμενο κόστος 80.000.000 δρχ. Εγγυητής συμβλήθηκε ως αυτοφειλέτης, με συμβατική παραίτηση από δικαιώματα εγγυητή. Προβλέφθηκαν δικαιώματα λήψης κατοχής και εκποίησης των πλοίων. Η πρώτη δόση (1-7-1989) δεν καταβλήθηκε, ενώ οι μετασκευές ολοκληρώθηκαν τον Μάιο και Νοέμβριο 1989. Στις 16-5-1990 ζητήθηκε εξόφληση και στις 29-11-1990 καταγγέλθηκε η σύμβαση με υπόλοιπο 20.397.828 δρχ. και τόκους 9.263.304 δρχ. Από το 1991 έως τα μέσα του 1994 τα πλοία έμειναν ουσιαστικά εκτός λειτουργίας στη μαρίνα, με επιδεινούμενες φθορές, ενώ είχε επιτραπεί περιορισμένη κίνηση εντός λιμένος. Η αξία τους εκτιμήθηκε αρχικά σε 50.000.000 δρχ. ανά πλοίο και κατόπιν σε 80.000.000 δρχ., αλλά τελικά πωλήθηκαν το 1995 για 60.002.000 δρχ., με κατάταξη της δανείστριας στο προϊόν για 37.468.209 δρχ.
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση από τον οφειλέτη· παραίτηση από το ευεργέτημα ισχύει μόνο για ελαφρά αμέλεια, ενώ σε δόλο ή βαριά αμέλεια προσκρούει στα άρθρα 332 και 174 ΑΚ. Επιπλέον, το άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ απαιτεί «αμέσως» απόδειξη των αποσβεστικών ισχυρισμών, συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού ελευθερώσεως του εγγυητή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι δόθηκε δάνειο 19.600.000 δρχ. για μετασκευές δύο πλοίων (κόστος 80.000.000 δρχ.), με τον εγγυητή ως αυτοφειλέτη. Η πρωτοφειλέτιδα δεν κατέβαλε δόσεις από 1-7-1989, η σύμβαση καταγγέλθηκε στις 29-11-1990 (υπόλοιπο 20.397.828 δρχ., τόκοι 9.263.304 δρχ.). Από 1991 έως μέσα 1994 η τράπεζα αδράνησε ενώ τα πλοία έμειναν ουσιαστικά εκτός λειτουργίας και υπέστησαν φθορές. Το 1995 πωλήθηκαν για 60.002.000 δρχ., μολονότι η αξία τους, μετά τις μετασκευές, προσέγγιζε τουλάχιστον 100.000.000 δρχ. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 862, 332 και 174 ΑΚ, έκρινε ότι η παρατεταμένη αδράνεια της δανείστριας συνιστά τουλάχιστον βαριά αμέλεια που κατέστησε την πλήρη ικανοποίηση ανέφικτη, απελευθερώνοντας τον εγγυητή. Εφαρμόζοντας το άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη νόμιμα έγγραφα που παρείχαν άμεση απόδειξη του ισχυρισμού και απέρριψε τους αναιρετικούς λόγους περί εσφαλμένης εφαρμογής και μη επιτρεπτών αποδεικτικών μέσων.
Η αδράνεια της δανείστριας από το 1991 έως τα μέσα του 1994, παρά τη γνωστή αδυναμία πληρωμής της πρωτοφειλέτιδας και την προβλέψιμη απομείωση της αξίας των πλοίων λόγω ακινησίας, συνιστά τουλάχιστον βαριά αμέλεια που επέφερε μειωμένο τίμημα (60.002.000 δρχ.) έναντι της προσδοκώμενης αξίας (περί τα 100.000.000 δρχ.), καθιστώντας ανέφικτη την πλήρη ικανοποίηση και απελευθερώνοντας τον εγγυητή κατά το άρθρο 862 ΑΚ. Το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις και θεμελίωσε την κρίση του σε έγγραφα που παρέχουν «αμέσως» απόδειξη κατά το άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ. Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ (αριθ. 1, 11α, 14) κρίθηκαν αβάσιμοι.
Απορρίπτει την από 6-3-2009 αίτηση της εταιρίας "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ." για αναίρεση της 877/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
1553/2022
2022Άρειος ΠάγοςΕμπορικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.3%
Τράπεζα και πιστούχος κατήρτισαν σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ύψους 90.000 ευρώ. Εγγυητής συμβλήθηκε ως αυτοφειλέτης για την τήρηση των όρων της σύμβασης. Με τον όρο 8 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η τράπεζα δικαιούται να φέρει σε χρέωση του λογαριασμού κάθε απαίτησή της, συμπεριλαμβανομένων καταπτώσεων εγγυητικών επιστολών. Με τον όρο 20 ο εγγυητής εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου, δηλώνοντας ότι κάθε αναγνώριση της οφειλής από τον πιστούχο υποχρεώνει και τον ίδιο, και παραιτήθηκε από τις ενστάσεις των άρθρων 853, 855, 856, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ. Η πιστούχος με επιστολές της ζήτησε χρήση ποσού της πίστωσης προς κάλυψη καταπεσουσών εγγυητικών επιστολών. Μεταγενέστερα, με αυτοτελή σύμβαση χορηγήθηκε εγγυητική επιστολή ποσού 45.000 ευρώ, η οποία κατέπεσε και χρεώθηκε στον λογαριασμό. Η πιστούχος αναγνώρισε το υπόλοιπο της οφειλής μετά την κατάπτωση.
Το άρθρο 361 ΑΚ και τα άρθρα 847, 851 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 47 και 64-67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 προβλέπουν ότι με τη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό η τράπεζα αναλαμβάνει να θέσει στη διάθεση του πιστούχου ορισμένο χρηματικό ποσό, με συμφωνία καταχώρισης των απαιτήσεων σε ενιαίο λογαριασμό ως χρεωπιστωτικά κονδύλια. Ο εγγυητής ευθύνεται για το κατάλοιπο που θα προκύψει κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε. Η εγγύηση μπορεί να αναφέρεται στο κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται έως το ποσό της κύριας οφειλής, ακόμη και αν εισήλθαν μη ασφαλιζόμενες απαιτήσεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι με τον όρο 8 της σύμβασης πίστωσης η τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώνει τον λογαριασμό με καταπτώσεις εγγυητικών επιστολών, και με τον όρο 20 ο εγγυητής εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου, δηλώνοντας ότι κάθε αναγνώριση της οφειλής από τον πιστούχο τον υποχρεώνει. Η πιστούχος με επιστολές της αναγνώρισε τη χρήση του ορίου για κάλυψη καταπεσουσών εγγυητικών επιστολών και αναγνώρισε το υπόλοιπο της οφειλής μετά την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής ποσού 45.000 ευρώ. Εφαρμόζοντας τους κανόνες δικαίου, το δικαστήριο έκρινε ότι η τράπεζα χρέωσε νομίμως τον λογαριασμό με το ποσό της καταπεσούσας εγγυητικής επιστολής, και ο εγγυητής δεσμεύεται από την αναγνώριση της πιστούχου, καθώς η εγγύηση αναφερόταν στο κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι σε συγκεκριμένες απαιτήσεις.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι ο εγγυητής ευθύνεται για το χρεωστικό κατάλοιπο του λογαριασμού που περιλαμβάνει το ποσό της καταπεσούσας εγγυητικής επιστολής 45.000 ευρώ. Ειδικότερα, με τον όρο 8 της σύμβασης πίστωσης η τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώνει τον λογαριασμό με καταπτώσεις εγγυητικών επιστολών, και με τον όρο 20 ο εγγυητής εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου, δεσμευόμενος από κάθε αναγνώριση της οφειλής από τον πιστούχο. Εφόσον η πιστούχος αναγνώρισε το υπόλοιπο του λογαριασμού μετά την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή του επίμαχου υπολοίπου, αφού η σύμβαση εγγύησης αναφερόταν στο κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι σε συγκεκριμένες απαιτήσεις.
Απορρίπτει την από 19-2-2019 αίτηση για αναίρεση της 7/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς υπέρ της αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
964/2024
2024Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.8%
Εταιρεία με επωνυμία COVITA AE, εγκατεστημένη στα Γιαννιτσά, έλαβε τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 7.641.458,56 ευρώ από τράπεζα, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%, βάσει της υπ' αριθμ. .../2006 Υπουργικής Απόφασης και του ν. 2322/1995. Το δάνειο θα εξοφλείτο σε εξαμηνιαίες δόσεις με πρώτη καταβλητέα την 30-06-2008 (τροποποιηθείσα σε 31-12-2009) και τελευταία την 31-12-2016. Προς εξασφάλιση εγγράφησαν προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της τράπεζας και υποθήκες υπέρ του Δημοσίου επί τριών όμορων αγροτεμαχίων επιφάνειας 12.446 τ.μ., 11.331 τ.μ. και 11.235 τ.μ., όπου βρίσκονταν οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις της πιστούχου. Η πιστούχος κατέβαλε την πρώτη δόση (615.918,74 ευρώ) αλλά δεν κατέβαλε δύο συνεχόμενες δόσεις καταβλητέες την 31-12-2010 και 30-06-2011, εκ ποσού 557.897,38 και 620.601,88 ευρώ αντίστοιχα. Την 29-09-2011 χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης και εκδόθηκε η 538/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών που ανέστειλε κάθε ατομική και συλλογική δίωξη και απαγόρευσε την καταγγελία των λογαριασμών. Την 19-10-2012 ενεγράφη διάταξη του Προέδρου της ΑΑΔΕ που απαγόρευσε την εκποίηση του ακινήτου. Επιβλήθηκαν κατασχέσεις εις χείρας της τράπεζας από το ΙΚΑ (1.178.172,08 ευρώ) και από τη ΔΟΥ Εδέσσης (5.187.588,54 ευρώ) επί δεσμευμένης κατάθεσης 2.304.848,74 ευρώ. Ο εγγυητής Β. Μ. απεβίωσε την 19-09-2014 και οι κληρονόμοι αποποιήθηκαν την κληρονομιά. Η τράπεζα εξέδωσε την .../2017 διαταγή πληρωμής σε βάρος της πιστούχου και του εναπομείναντος εγγυητή.
Το άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 ορίζει ότι το Δημόσιο ελευθερώνεται από την εγγυητική του ευθύνη εάν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν εξαρχής ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης. Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ελευθέρωση του εγγυητή εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Οι υπουργικές αποφάσεις .../2006 και .../2009 όριζαν υποχρέωση των τραπεζών να επιδιώκουν την είσπραξη εντός τριμήνου με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν για μη εγγυημένα δάνεια. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι από 29-09-2011 υπήρχε αναστολή εκτέλεσης με την 538/2011 απόφαση που απαγόρευε κάθε ατομική και συλλογική δίωξη. Την 19-10-2012 ενεγράφη διάταξη ΑΑΔΕ που απαγόρευε την εκποίηση του ακινήτου. Επιβλήθηκαν κατασχέσεις από ΙΚΑ και ΔΟΥ επί δεσμευμένης κατάθεσης. Οι εγγεγραμμένες υποθήκες της τράπεζας ήταν Γ' και Δ' τάξης. Ο εγγυητής Β. Μ. απεβίωσε και οι κληρονόμοι αποποιήθηκαν. Η τράπεζα εξέδωσε διαταγή πληρωμής .../2017. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια των άρθρων 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 και 862 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της τράπεζας ως προς τις προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης ούτε υπαίτια καθυστέρηση στην επιδίωξη πληρωμής, δεδομένων των νομικών εμποδίων που υπήρχαν. Η μη τήρηση της τριμηνιαίας προθεσμίας δεν αποτελεί όρο ελευθέρωσης του Δημοσίου.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 και του άρθρου 862 ΑΚ, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της τράπεζας ως προς τις προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης ούτε υπαίτια καθυστέρηση στην επιδίωξη πληρωμής από την πρωτοφειλέτρια, λόγω της ύπαρξης νομικών εμποδίων (αναστολή εκτέλεσης από 29-09-2011, απαγόρευση εκποίησης ακινήτου από 19-10-2012, κατασχέσεις από ΙΚΑ και ΔΟΥ, θάνατος εγγυητή και αποποίηση κληρονομιάς, υποθήκες Γ' και Δ' τάξης). Η υποχρέωση επιδίωξης είσπραξης εντός τριμήνου δεν αποτελεί όρο ελευθέρωσης του Δημοσίου. Ο λόγος αναίρεσης περί ένστασης διζήσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτος λόγω μη ύπαρξης δικαστικής ομολογίας, ενώ ο σχετικός με την ουσιαστική κρίση επί της ένστασης κρίθηκε αλυσιτελής.
Απορρίπτει την από 1/3/2022 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση της υπ'αριθμ. 6642/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
1352/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.7%
Τράπεζα κατήρτισε με ανώνυμη εταιρεία σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό αρχικού ύψους 88.041,09 ευρώ (30.000.000 δραχμών), η οποία αυξήθηκε διαδοχικά με πρόσθετες πράξεις μέχρι το ποσό των 1.272.392,90 ευρώ. Εγγυητής υπέγραψε την από 6/10/2000 πρόσθετη πράξη, εγγυώμενος την τήρηση των όρων της σύμβασης πίστωσης μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών (43.763,76 ευρώ), παραιτούμενος της ένστασης διζήσεως. Με υπουργικές αποφάσεις 150/15075/Β/657/5-4-2006 και 2/18872/0025/19-4-2006 παρασχέθηκε εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για ρύθμιση οφειλών επιχειρήσεων Νομού Καβάλας. Την 23/4/2008 υπεγράφη πρόσθετη πράξη μεταξύ πιστούχου, τράπεζας και άλλων εγγυητών (όχι του εγγυητή), με την οποία ρυθμίστηκε το υπόλοιπο οφειλής ύψους 673.551,17 ευρώ πλέον 219.392,90 ευρώ από οφειλή προς ΑΤΕ, σε 18 εξαμηνιαίες δόσεις με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου 80%. Στον όρο 5.4 ορίζεται ρητά ότι δεν επέρχεται ανανέωση της οφειλής αλλά διευκόλυνση αποπληρωμής, ενώ στον όρο 13.1 ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της αρχικής σύμβασης. Ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά την 23/10/2013 με χρεωστικό υπόλοιπο 1.518.642,09 ευρώ. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής που υποχρέωσε την πιστούχο, τους εγγυητές και τον εγγυητή (μέχρι 43.763,76 ευρώ) να καταβάλουν το ποσό αυτό, επιβάλλοντας εις ολόκληρον δικαστικά έξοδα 31.897 ευρώ.
Το άρθρο 436 ΑΚ προβλέπει ότι η ενοχή αποσβήνεται αν με νέα σύμβαση αντικατασταθεί με σκοπό κατάργησης με νέα ενοχή, ο δε σκοπός ανανέωσης πρέπει να συνάγεται σαφώς (άρθρο 438 ΑΚ). Κατά το άρθρο 439 ΑΚ, σε περίπτωση ανανέωσης, οι εγγυητές διατηρούνται μόνο αν συναίνεσαν. Η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό διέπεται από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η από 23/4/2008 πρόσθετη πράξη περιείχε ρητούς όρους (5.4 και 13.1) που αναφέρουν ότι δεν επέρχεται ανανέωση της οφειλής αλλά διευκόλυνση αποπληρωμής, και ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της αρχικής σύμβασης πίστωσης, με την οποία η πρόσθετη πράξη αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο. Οι υπουργικές αποφάσεις 150/15075/Β/657/5-4-2006 και 2/18872/0025/19-4-2006 δεν επιβάλλουν κατάργηση της αρχικής σύμβασης. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 3 ΚΠολΔ και 481 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι ο τρίτος λόγος ανακοπής περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή του, αφού επικαλέστηκε ότι τα δικαστικά έξοδα που αναλογούν στο ποσό των 43.763,76 ευρώ είναι 936 ευρώ και όχι 31.897 ευρώ, χωρίς να απαιτείται επίκληση δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή κατά το δεύτερο λόγο διότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 3 ΚΠολΔ και 481 ΑΚ, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη νομική επάρκεια του τρίτου λόγου της ανακοπής, και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον λόγο αυτό ως αόριστο, ενώ περιείχε όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωσή του, καθόσον ο αναιρεσείων επικαλέστηκε ότι τα δικαστικά έξοδα που αναλογούν στο ποσό των 43.763,76 ευρώ είναι 936 ευρώ και όχι 31.897 ευρώ, χωρίς να απαιτείται επίκληση δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν επικαλείται παράβαση δικονομικής διάταξης αλλά ουσιαστικού δικαίου.
Αναιρεί την 177/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
1663/2024
2024Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.7%
Τράπεζα χορήγησε στις 16-8-2009 δάνειο κεφαλαίου κίνησης 100.000 €, διάρκειας 36 μηνών, με 6 εξαμηνιαίες δόσεις των 16.666,67 €, επιτόκιο EURIBOR εξαμήνου + 2,10% και εισφορά Ν. 128/1975 0,60%. Η δανειοδότηση καλύφθηκε με εγγύηση 80% από κρατικό φορέα εγγυήσεων, με παραίτηση από ένσταση διζήσεως, προμήθεια 200 € και όρους ενεργοποίησης σύμφωνα με ΚΥΑ 28519/3298/2008 (προσκόμιση Ε3 τριετίας, Ε7, ενημεροτήτων). Η επιχείρηση δεν κατέβαλε την πρώτη δόση στις 19-2-2010. Τα Ε3 της τριετίας πριν τη σύναψη εμφάνισαν κύκλους εργασιών (ακαθάριστα έσοδα): 304.937,25 € (χρήση 2006), 598.664,95 € (χρήση 2007), 31.242,56 € (χρήση 2008). Ο μέσος όρος ανήλθε σε 311.614,93 €, με ανώτατο επιλέξιμο ποσό δανείου 30% αυτού, ήτοι 93.484,48 €. Το χορηγηθέν ποσό 100.000 € υπερέβη το όριο. Ο υπολογισμός από την τράπεζα βασίστηκε σε εξωλογιστικά έσοδα αντί των λογιστικώς προσδιορισμένων που απαιτούνται από την ΚΥΑ.
Το άρθρο 5 § 1 της ΚΥΑ 28519/3298/2008 (όροι 5.1 και 5.3 του Οδηγού) προβλέπει ότι το ύψος του εγγυημένου δανείου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% του μέσου όρου κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων χρήσεων, όπως αυτός προκύπτει από λογιστικώς προσδιορισμένα αποτελέσματα. Το άρθρο 847 ΑΚ ορίζει το παρεπόμενο της εγγύησης, ενώ το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ καθορίζει τον αναιρετικό έλεγχο για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα Ε3 της επιχείρησης εμφάνισαν ακαθάριστα έσοδα 304.937,25 €, 598.664,95 € και 31.242,56 €, με μέσο όρο 311.614,93 €. Το 30% ανέρχεται σε 93.484,48 €. Το χορηγηθέν δάνειο ήταν 100.000 €. Η τράπεζα υπολόγισε την επιλεξιμότητα με βάση εξωλογιστικά στοιχεία, αντί των λογιστικών δεδομένων που απαιτεί ο Οδηγός. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η προϋπόθεση επιλεξιμότητας (όριο 30% επί λογιστικού κύκλου εργασιών) δεν πληρούται, συνεπώς δεν συντρέχουν οι ειδικοί όροι για κατάπτωση της εγγύησης. Οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας των ΑΚ 361, 847, 862 επ. και της ΚΥΑ, καθώς και οι λόγοι αναιρέσεως από τα άρθρα 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, απορρίφθηκαν, διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το κανονιστικό πλαίσιο και διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι: (α) το δάνειο 100.000 € υπερέβη το ανώτατο επιλέξιμο ποσό (93.484,48 € = 30% του μέσου κύκλου εργασιών 311.614,93 €), όπως προσδιορίζεται από τα λογιστικά Ε3, κατά τους όρους 5.1 και 5.3 της ΚΥΑ 28519/3298/2008, (β) η τράπεζα υπολόγισε εσφαλμένα με εξωλογιστικά στοιχεία, άρα δεν συνέτρεχαν οι ειδικοί όροι για κατάπτωση της εγγύησης, (γ) το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των ΑΚ 361, 847, 862 επ. και της ΚΥΑ και διέλαβε επαρκείς, μη αντιφατικές αιτιολογίες, και (δ) οι πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι από τα άρθρα 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμοι ή απαράδεκτοι, καθώς οι κρίσιμοι ισχυρισμοί είχαν ληφθεί υπόψη ή προτάθηκε αορίστως ο σχετικός λόγος.
Απορρίπτει την από 16-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6843/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
53/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.6%
Εγγυητής παρείχε προσωπική εγγύηση για σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ύψους 650.000 ευρώ, αλληλεγγύως και σε ολόκληρο με τον πιστούχο μέχρι του ποσού των 550.000 ευρώ, παραιτούμενος από τις ενστάσεις των άρθρων 853, 855 και 862 επ. ΑΚ. Το καλοκαίρι του 2008 ζήτησε από τον πιστούχο να απαλλαγεί από την εγγυητική του ευθύνη. Το χρηματοδοτικό κέντρο της τράπεζας ενέκρινε την απαλλαγή υπό τον όρο της ταυτόχρονης λήψης προσωπικής εγγύησης νέου εγγυητή και της έγγραφης συναίνεσης όλων των ενεχομένων. Υπάλληλος του υποκαταστήματος, αυτοβούλως και χωρίς ενημέρωση των προϊσταμένων του, παρέδωσε στον εγγυητή στις 12.9.2008 ανυπόγραφο σχέδιο πράξης απαλλαγής εγγύησης. Οι προταθέντες νέοι εγγυητές αρνήθηκαν τελικά να υπογράψουν. Στις 29.3.2010 η τράπεζα καταγγέλλει τη σύμβαση πίστωσης με χρεωστικό υπόλοιπο 331.820,95 ευρώ.
Το άρθρο 867 ΑΚ προβλέπει ότι ο εγγυηθείς για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, να αξιώσει από τον δανειστή να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα, και αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται. Η διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επιτρέπεται η εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή από τα δικαιώματα αυτά. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η έγκριση απαλλαγής του εγγυητή τελούσε υπό την προϋπόθεση της ταυτόχρονης λήψης εγγύησης από νέο εγγυητή, η οποία δεν πληρώθηκε, καθώς οι προταθέντες αρνήθηκαν. Το παραδοθέν έγγραφο ήταν ανυπόγραφο σχέδιο χωρίς υπογραφές των νόμιμων εκπροσώπων της τράπεζας. Ο εγγυητής αποδέχθηκε μεταγενέστερα ότι παρέμενε η εγγυητική του ευθύνη. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί εγγύησης, το δικαστήριο εξέτασε αν επήλθε απαλλαγή με μεταγενέστερη συμφωνία και κρίνοντας ότι δεν πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις (υπογραφή νόμιμων εκπροσώπων, λήψη νέας εγγύησης), απέρριψε τον ισχυρισμό απαλλαγής.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι δεν επήλθε απαλλαγή του εγγυητή από την εγγυητική του ευθύνη, καθώς η έγκριση απαλλαγής τελούσε υπό την προϋπόθεση της ταυτόχρονης λήψης προσωπικής εγγύησης τρίτου προσώπου, η οποία δεν πληρώθηκε, αφού οι προταθέντες νέοι εγγυητές αρνήθηκαν να συναινέσουν. Το παραδοθέν έγγραφο ήταν ανυπόγραφο σχέδιο χωρίς υπογραφές των νόμιμων εκπροσώπων της τράπεζας. Ο ισχυρισμός περί δόλιας συμπεριφοράς που παρεμπόδισε την άσκηση των δικαιωμάτων κατά το άρθρο 867 ΑΚ ήταν νόμω αβάσιμος, διότι δεν επικλήθηκε ότι κατά το χρόνο της παράδοσης του εγγράφου είχε καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή, προϋπόθεση αναγκαία για την άσκηση του δικαιώματος αυτού.
Απορρίπτει την από 10.9.2014 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 32/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
239/2025
2025Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.6%
Τράπεζα χορήγησε σε ανώνυμες εταιρείες και φυσικό πρόσωπο πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό δυνάμει της 189/30.7.2002 σύμβασης, η οποία αυξήθηκε σταδιακά με πρόσθετες πράξεις έως 16.200.000 ευρώ. Με την από 18.7.2007 πρόσθετη πράξη, το ποσό των 8.000.000 ευρώ μετατράπηκε σε μεσοπρόθεσμο τοκοχρεολυτικό δάνειο, καταβλητέο σε δέκα έξι εξαμηνιαίες δόσεις από 18.7.2007 έως 31.12.2015. Τρεις εγγυητές, συγγενικά πρόσωπα μεταξύ τους, ανέλαβαν ως αυτοφειλέτες την πιστή εκπλήρωση των υποχρεώσεων, παραιτούμενοι των ενστάσεων διζήσεως και διαιρέσεως. Οι δανειολήπτες δεν κατέβαλαν τις δόσεις λήξης 30.6.2011, 31.12.2011, 30.6.2012, 31.12.2012, 30.6.2013, 31.12.2013, 30.6.2014. Η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 1.9.2015 καταγγελία, ζητώντας καταβολή 6.800.318,94 ευρώ (κεφάλαιο 5.505.999,97 ευρώ, συμβατικοί τόκοι 981.914,18 ευρώ, τόκοι ποινής 312.404,79 ευρώ).
Το άρθρο 806 ΑΚ ορίζει ότι για το ορισμένο της αγωγής απόδοσης δανείου αρκεί η αναφορά μεταβίβασης ορισμένου χρηματικού ποσού κατά κυριότητα λόγω δανείου και η συμφωνία περί αποδόσεως. Δεν απαιτείται αναφορά του τρόπου απόδοσης, του χρόνου κατάρτισης, ή άλλων στοιχείων που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης. Το άρθρο 862 ΑΚ προβλέπει ελευθέρωση εγγυητή από πταίσμα του δανειστή, αλλά η σχετική ένσταση πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, συγκεκριμένα ποια ήταν η οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη πριν γίνει αναξιόχρεος και ποια περιουσιακά στοιχεία διέθετε. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η αγωγή αναφέρει τη χορήγηση πίστωσης, τη μετατροπή σε τοκοχρεολυτικό δάνειο 8.000.000 ευρώ, την καταγγελία και το οφειλόμενο ποσό 6.800.318,94 ευρώ. Οι εγγυητές προέβαλαν ένσταση ελευθέρωσης λόγω πταίσματος της τράπεζας, χωρίς όμως να προσδιορίσουν τα περιουσιακά στοιχεία των πρωτοφειλετών το 2010 και την αξία τους. Επίσης προέβαλαν ένσταση καταχρηστικότητας γενικών όρων περί επιτοκίων, χωρίς να προσδιορίσουν συγκεκριμένα κονδύλια ή το ύψος της βλάβης. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 806 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ορθά την αγωγή ως επαρκώς ορισμένη, αφού περιείχε τα αναγκαία στοιχεία της σύμβασης δανείου. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ, απέρριψε ως αόριστη την ένσταση ελευθέρωσης των εγγυητών, καθώς έλειπαν συγκεκριμένα στοιχεία περί της οικονομικής κατάστασης των πρωτοφειλετών. Ομοίως απέρριψε ως αόριστη την ένσταση καταχρηστικότητας ΓΟΣ, καθώς δεν προσδιορίζονταν τα επιμέρους κονδύλια που επηρεάζονταν.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε την αγωγή ως επαρκώς ορισμένη, αφού για τη θεμελίωση αγωγής απόδοσης δανείου αρκεί η αναφορά της μεταβίβασης χρημάτων και της συμφωνίας περί αποδόσεως, χωρίς να απαιτείται αναφορά του τρόπου απόδοσης ή των επιμέρους δόσεων. Επίσης ορθά απέρριψε ως αόριστη την ένσταση ελευθέρωσης των εγγυητών, διότι δεν προσδιορίστηκαν συγκεκριμένα η οικονομική κατάσταση των πρωτοφειλετών πριν την αναξιοχρεότητα, τα περιουσιακά τους στοιχεία και η αξία τους. Τέλος, ορθά απέρριψε ως αόριστη την ένσταση καταχρηστικότητας γενικών όρων περί επιτοκίων, διότι δεν προσδιορίστηκαν συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού ούτε το ύψος της βλάβης, ενώ για τη μερική ακυρότητα απαιτείται προσδιορισμός των επηρεαζόμενων κονδυλίων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.10.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες, ενιαίως, στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
70/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.5%
Αγρότες-παραγωγοί ρυζιού συμφώνησαν τον Απρίλιο 2011 να πωλήσουν ολόκληρη την παραγωγή ρυζιού έτους 2010 σε εταιρεία εγχωρίων προϊόντων, με τον αγοραστή να ενεργεί ως μεσίτης για λογαριασμό της εταιρείας. Παραδόθηκαν διάφορες ποσότητες ρυζιού (αναποφλοίωτου γκρέζο και ρομά) από 21-9-2010 έως 23-12-2011, για τις οποίες εκδόθηκαν δελτία αποστολής-τιμολόγια στο όνομα της αγοράστριας εταιρείας. Στις 18-4-2011 υπογράφηκε ιδιωτικό συμφωνητικό εγγύησης μεταξύ του μεσίτη και ενός εκ των παραγωγών (που ενεργούσε και για λογαριασμό των υπολοίπων), με το οποίο ο μεσίτης ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει την αξία ολόκληρης της ποσότητας ρυζιού «σε κάθε περίπτωση και σε όποιο ύψος κι αν ανέλθει η αξία της παραγωγής, μέχρι τις 31-12-2011». Κατά το χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας (18-4-2011) οι παραγωγοί αμφέβαλαν για την είσπραξη του τιμήματος από την αγοράστρια λόγω προβλημάτων που είχαν ξεκινήσει από το 2010 με ακάλυπτες επιταγές, με αποτέλεσμα να υπάρχουν 50-60 απλήρωτοι αγρότες από τέσσερα χωριά.
Το άρθρο 173 ΑΚ ορίζει ότι η ερμηνεία των δικαιοπραξιών γίνεται κατά την αληθινή βούληση των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Το άρθρο 200 ΑΚ προβλέπει τους κανόνες συμπλήρωσης κενών ή ασαφειών στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως. Το Εφετείο διαπίστωσε ασάφεια στο από 18-4-2011 συμφωνητικό εγγύησης ως προς την παραίτηση ή μη του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως. Λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη καταληκτικής προθεσμίας καταβολής (31-12-2011), την απουσία ρητής διατύπωσης υποχρέωσης προηγούμενης αναζήτησης της αγοράστριας, τη φράση «σε κάθε περίπτωση» που υποδηλώνει ανάληψη αυτοτελούς ευθύνης, τη σημασία που έδωσαν τα μέρη στο χρονικό σημείο, το ανεπαρκές χρονικό διάστημα για αναγκαστική εκτέλεση κατά της αγοράστριας, και τις αμφιβολίες των πωλητών για την είσπραξη από την αγοράστρια, το δικαστήριο κατέληξε σε κρίση σιωπηρής παραίτησης. Εφαρμόζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, το Εφετείο ερμήνευσε το περιεχόμενο του συμφωνητικού και κάλυψε τη διαπιστωθείσα ασάφεια κατά την αληθινή βούληση των μερών, σταθμίζοντας τα δικαιολογημένα συμφέροντά τους και τον σκοπό στον οποίο απέβλεπαν.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού διαπίστωσε ασάφεια στο συμφωνητικό εγγύησης ως προς την παραίτηση από την ένσταση διζήσεως. Η κρίση του ότι υπήρξε σιωπηρή παραίτηση ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις αυτές, λαμβάνοντας υπόψη την καταληκτική προθεσμία 31-12-2011, την έλλειψη ρητής αναφοράς υποχρέωσης προηγούμενης αναζήτησης της αγοράστριας, την ανάληψη αυτοτελούς ευθύνης εκ μέρους του εγγυητή, τη σημασία που έδωσαν τα μέρη στο χρονικό σημείο, το ανεπαρκές χρονικό έδαφος για αναγκαστική εκτέλεση και τις αμφιβολίες των πωλητών για την είσπραξη. Η απόφαση διέλαβε με επάρκεια, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά το αποδεικτικό πόρισμα, καλύπτοντας το πραγματικό των άρθρων 847, 849, 855, 857 ΑΚ.
Απορρίπτει την από 13-3-2019 αίτηση αναίρεσης του Α. Δ. του Γ. κατά της 2748/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700)ευρώ.
1292/2024
2024Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.4%
Πιστωτικό ίδρυμα χορήγησε το 2007 πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό έως 750.000 ευρώ, αυξηθείσα το 2014 σε 800.000 ευρώ και το 2015 σε 1.000.000 ευρώ. Εγγυητές υπέγραψαν την αρχική σύμβαση, τις πρόσθετες πράξεις και σύμβαση εγγύησης (25-05-2015), παραιτούμενοι από τη δίση και λοιπές ενστάσεις, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες εις ολόκληρον. Τρεις λογαριασμοί λειτούργησαν υπό τη σύμβαση· στις 27-10-2016 μεταφέρθηκαν στον πρώτο λογαριασμό 130.200 ευρώ κεφάλαιο και 4.453,34 ευρώ τόκοι από δεύτερο λογαριασμό, και στις 24-02-2017 781.766,65 ευρώ κεφάλαιο και 30.013,85 ευρώ τόκοι από τρίτο λογαριασμό (σε CHF, με χρέωση ισοτιμίας). Στις 24-02-2017 το υπόλοιπο του πρώτου λογαριασμού έκλεισε με χρέος 952.804,13 ευρώ λόγω μη τήρησης όρων. Ο πιστούχος είχε αποβιώσει στις 09-01-2017. Προηγήθηκε στις 21-05-2015 αναγνώριση υπολοίπου 492,71 ευρώ για έναν λογαριασμό. Μεταβιβάσεις απαιτήσεων: 12-09-2019 τιτλοποίηση προς εταιρεία ειδικού σκοπού, 10-03-2021 μερική επανεκχώρηση, 16-03-2021 πώληση προς άλλη εταιρεία ειδικού σκοπού και 11-06-2021 ανάθεση διαχείρισης σε διαχειρίστρια απαιτήσεων.
Το άρθρο 2 § 4 ν. 4354/2015 παρέχει στις εταιρίες διαχείρισης νομιμοποίηση ως μη δικαιούχων διαδίκων για κάθε δικαστική ενέργεια είσπραξης απαιτήσεων και το δεδικασμένο καταλαμβάνει και τον δικαιούχο. Παράλληλα, το άρθρο 83 ΚΠολΔ επιτρέπει αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση όταν η ισχύς της απόφασης εκτείνεται στις σχέσεις παρεμβαίνοντος και αντιδίκου. Το άρθρο 857 ΑΚ επιτρέπει παραίτηση από τη δίση με ευθύνη ως αυτοφειλέτη, ενώ το άρθρο 865 ΑΚ ορίζει ότι σύγχυση κύριας οφειλής και εγγύησης δεν βλάπτει τα δικαιώματα του δανειστή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εγγυητές υπέγραψαν 2007-2015 συμβάσεις, παραιτήθηκαν από τη δίση και άλλες ενστάσεις, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες. Μεταφέρθηκαν 130.200 ευρώ και 4.453,34 ευρώ (27-10-2016) και 781.766,65 ευρώ και 30.013,85 ευρώ (24-02-2017) σε έναν λογαριασμό, ο οποίος έκλεισε την 24-02-2017 με 952.804,13 ευρώ. Ο πιστούχος απεβίωσε 09-01-2017. Έλαβαν χώρα τιτλοποίηση (12-09-2019), επανεκχώρηση (10-03-2021), πώληση (16-03-2021) και ανάθεση διαχείρισης (11-06-2021). Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, έκρινε ότι η διαχειρίστρια είχε νομιμοποίηση και αυτοτελές έννομο συμφέρον για παρέμβαση. Η παραίτηση από τη δίση κατέστησε τους εγγυητές αυτοφειλέτες, αποκλείοντας σύγχυση εγγύησης-κύριας οφειλής λόγω κληρονομικής διαδοχής. Η καταγγελία της πίστωσης στις 24-02-2017 ήταν ισχυρή λόγω μη πληρωμής, ανεξάρτητα από την προθεσμία αποποίησης.
Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της διαχειρίστριας ήταν παραδεκτή και νόμιμη, διότι η μεταβίβαση/τιτλοποίηση των απαιτήσεων (12-09-2019, 10-03-2021, 16-03-2021) και η ανάθεση διαχείρισης (11-06-2021) της παρείχαν νομιμοποίηση κατά το άρθρο 2 § 4 ν. 4354/2015 και συντρέχει επέκταση του δεδικασμένου (άρθρο 83 ΚΠολΔ). Οι εγγυητές είχαν παραιτηθεί από τη δίση και λοιπές ενστάσεις και ευθύνονταν ως αυτοφειλέτες, συνεπώς δεν συνέτρεξε σύγχυση εγγύησης και κύριας οφειλής κατά το άρθρο 865 ΑΚ, ακόμη και μετά την κληρονομική τους διαδοχή. Η καταγγελία της 24-02-2017 ήταν νόμιμη και αιτιολογημένη λόγω μη καταβολής του οφειλόμενου υπολοίπου (952.804,13 ευρώ), χωρίς έννομη επιρροή της μη παρόδου της προθεσμίας αποποίησης (θάνατος πιστούχου 09-01-2017). Κατά συνέπεια, οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμοι και η αναίρεση απορρίφθηκε.
Συνεκδικάζει την από 22-4-2019 αίτηση αναίρεσης και την από 16-2-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Απορρίπτει την από 22-4-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. .../2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Δέχεται την από 16-2-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την καθεμία εξ αυτών.
765/2024
2024Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.3%
Τράπεζα χορήγησε στις 28.7.2010 δάνειο ύψους 2.000.000 ευρώ σε ανώνυμη εταιρεία, εξοφλητέο σε οκτώ εξαμηνιαίες δόσεις με λήξη την 30.6.2014. Το δάνειο τελούσε υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 70%, σύμφωνα με τις υπ' αριθ. 2/49086/0025/2009 και 2/54979/0025/2009 υπουργικές αποφάσεις. Ως εξασφάλιση είχε ληφθεί προσωπική εγγύηση μετόχου και εκχώρηση δικαιωμάτων από ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Στις 29.12.2011, μετά την καταβολή της πρώτης δόσης, επαναπροσδιορίστηκε η καταβολή των υπολοίπων δόσεων λόγω οικονομικών προβλημάτων της δανειολήπτριας. Στις 18.9.2012 η ασφαλιστική εταιρεία ακύρωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο λόγω μη αποδοχής του από τη δανειολήπτρια. Στις 25.2.2013 η δανειολήπτρια κηρύχθηκε σε πτώχευση με συνολικές οφειλές 35.000.000 ευρώ και χρόνο παύσης πληρωμών την 15.1.2012. Η τράπεζα καταγγέλλοντας τη σύμβαση στις 24.4.2013 ανήγγειλε απαίτηση 1.955.375,34 ευρώ πλέον τόκων.
Το άρθρο 862 ΑΚ ορίζει ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Η διάταξη εφαρμόζεται συμπληρωματικά στις εγγυήσεις του Δημοσίου κατά τον ν. 2322/1995, εφόσον δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις. Ως πταίσμα νοείται δόλος, βαριά ή ελαφρά αμέλεια του δανειστή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η τράπεζα, κατά την υπογραφή της πρόσθετης πράξης στις 29.12.2011 για μετάθεση των δόσεων και κατά την ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στις 18.9.2012, όφειλε και μπορούσε να διαπιστώσει την οικονομική κατάσταση της δανειολήπτριας, η οποία διαφαινόταν δεινή, όπως καταδεικνύει η ταχεία οικονομική κατάρρευση και πτώχευση στις 25.2.2013. Η τράπεζα δεν προέβη σε έλεγχο των οικονομικών της δανειολήπτριας, ούτε έλαβε πρόσθετες εξασφαλίσεις ή επιδίωξε την είσπραξη της απαίτησης, ενώ η δανειολήπτρια διέθετε ακόμη περιουσιακά στοιχεία. Εφαρμόζοντας το άρθρο 862 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι η αδυναμία ικανοποίησης της τράπεζας οφείλεται σε αμέλεια των υπαλλήλων της, που δεν ενήργησαν για τη διασφάλιση της απαίτησης σε κρίσιμες χρονικές στιγμές, όταν ήταν ακόμη εφικτό, με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να ελευθερώνεται από την εγγύηση.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 862 ΑΚ, δεχόμενο ότι η τράπεζα από αμέλεια των υπαλλήλων της δεν προέβη σε έλεγχο της οικονομικής κατάστασης της δανειολήπτριας κατά τους κρίσιμους χρόνους (29.12.2011 και 18.9.2012), ούτε έλαβε πρόσθετες εξασφαλίσεις ή επιδίωξε την είσπραξη της απαίτησης, ενώ διαφαινόταν η αδυναμία αποπληρωμής και η πιθανή οικονομική κατάρρευση της οφειλέτριας, η οποία διέθετε ακόμη περιουσιακά στοιχεία. Η αδυναμία ικανοποίησης της τράπεζας οφείλεται σε δικό της πταίσμα, με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να ελευθερώνεται από την εγγύηση που είχε παράσχει για το χορηγηθέν δάνειο.
Απορρίπτει την από 4.2.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1358/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →