Απόδοση κατοχής ακινήτου στον υπερθεματιστή μετά πλειστηριασμό

Η απόδοση κατοχής/νομής ακινήτου στον υπερθεματιστή μετά τον πλειστηριασμό ρυθμίζεται κυρίως από το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2 και το ΚΠολΔ Άρθρο 943, ενώ το ΚΠολΔ Άρθρο 933 αφορά το ένδικο βοήθημα με το οποίο προσβάλλονται πράξεις της εκτέλεσης. Το ΚΠολΔ Άρθρο 1007 δεν ρυθμίζει την απόδοση του ακινήτου, αλλά την κατάταξη των δανειστών, άρα δεν είναι η κατάλληλη βασική διάταξη για το ερώτημά σας.

Κύρια Νομική Θέση

Μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε ο καθ’ ου η εκτέλεση και η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο για την αποβολή του οφειλέτη ή κάθε κατόχου που κατέχει στο όνομά του. Η αποβολή και εγκατάσταση γίνεται με αναγκαστική εκτέλεση κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 943, ενώ τυχόν αντιρρήσεις κατά της διαδικασίας προβάλλονται μόνο με ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 933.

Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

- ΚΠολΔ Άρθρο 1005
- Ορίζει ότι από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης, λαμβάνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.
- Με την κατακύρωση και αφού μεταγραφεί η περίληψη, αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
- Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός και με βάση αυτή μπορεί να γίνει κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 943 αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή κατά:
- εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση,
- των διαδόχων του, εφόσον η διαδοχή επήλθε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης,
- εκείνου που νέμεται ή κατέχει το πράγμα στο όνομα του καθ’ ου η εκτέλεση ή των διαδόχων του.
- Εφαρμόζεται στις ΑΠ 2089/2013, ΑΠ 819/2013, ΑΠ 673/2019, ΑΠ 496/2023.

- ΚΠολΔ Άρθρο 943
- Αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση.
- Ρυθμίζει και τη διαχείριση των κινητών που βρίσκονται στο ακίνητο.
- Θέτει και χρονικές απαγορεύσεις εκτέλεσης για απόδοση ακινήτου σε ορισμένες περιόδους.

- ΚΠολΔ Άρθρο 1009
- Αν το πλειστηριασθέν ακίνητο ήταν μισθωμένο, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης, με λύση μετά την πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία.
- Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή, του υπομισθωτή και όσων αντλούν δικαιώματα από αυτούς.

- ΚΠολΔ Άρθρο 997
- Για μισθώσεις ή άλλες έννομες σχέσεις που συνάπτονται μετά την κατάσχεση, ο υπερθεματιστής μπορεί να τις καταγγείλει μέσα σε δύο μήνες από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.
- Μετά την καταγγελία, η σχέση λύεται μετά από δύο μήνες και χωρεί η κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση.

- ΚΠολΔ Άρθρο 933
- Αντιρρήσεις του καθ’ ου η εκτέλεση ή κάθε δανειστή με έννομο συμφέρον για την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή.
- Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή.

- ΚΠολΔ Άρθρο 936
- Παρέχει σε τρίτο δικαίωμα ανακοπής, αν προσβάλλεται δικαίωμά του πάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης.
- Συναφές όταν ο κάτοχος δεν είναι απλώς οφειλέτης ή κάτοχος στο όνομα του οφειλέτη, αλλά τρίτος με αυτοτελές δικαίωμα.

- ΚΠολΔ Άρθρο 1020
- Αγωγή διεκδίκησης ακινήτου που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε πέντε έτη από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

- ΑΠ 2089/2013
- Σχετικότητα: Αφορά υπερθεματιστή που απέκτησε ακίνητο σε πλειστηριασμό και άσκησε αγωγή απόδοσης νομής, ενώ ο οφειλέτης προέβαλε ακυρότητες προηγούμενων πράξεων εκτέλεσης.
- Κρίση: Πλειστηριασμός στις 11-6-1997, περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως στις 24-9-1997, δικαστική δαπάνη 2.700 ευρώ.
- Εφαρμογή: Υποστηρίζει ότι η μερική ακυρότητα προηγούμενης πράξης δεν αρκεί για να ανατραπεί το δικαίωμα του υπερθεματιστή, αν δεν προσβλήθηκαν εμπροθέσμως ο πλειστηριασμός ή η περίληψη κατά τα άρθρα 933-934 ΚΠολΔ. Άρα, για την απόδοση κατοχής, ο υπερθεματιστής στηρίζεται ισχυρά στο ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 1 και 2.

- ΑΠ 819/2013
- Σχετικότητα: Αφορά προσβολή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και της έκθεσης αποβολής/εγκατάστασης.
- Κρίση: Πλειστηριασμός στις 24-5-2000, περίληψη 384/21-6-2000, έκθεση αποβολής και εγκατάστασης 621/1-10-01, δικαστική δαπάνη 2.700 ευρώ.
- Εφαρμογή: Κρίνει ότι η ακυρότητα της περίληψης και της έκθεσης αποβολής/εγκατάστασης προβάλλεται μόνο με ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 933 και όχι με αναγνωριστική αγωγή. Αυτό είναι κρίσιμο για να αποκρουστεί προσπάθεια του κατόχου να εμποδίσει την αποβολή με εσφαλμένο ένδικο βοήθημα.

- ΑΠ 673/2019
- Σχετικότητα: Αφορά υπερθεματιστή που απέκτησε κυριότητα με μεταγραφή της περίληψης και στη συνέχεια ο οφειλέτης παρέμεινε στο ακίνητο έως τη βίαιη αποβολή.
- Κρίση: Απόκτηση κυριότητας στις 14-2-2000, χρήση από τον οφειλέτη έως 12-7-2004, μισθωτική αξία 700 ευρώ μηνιαίως, επιδικάστηκαν ωφελήματα 50.400 ευρώ για 72 μήνες και αποζημίωση 1.634 ευρώ για δύο μήνες και δέκα ημέρες.
- Εφαρμογή: Ενισχύει όχι μόνο το δικαίωμα αποβολής, αλλά και τη μεταγενέστερη αξίωση του υπερθεματιστή για ωφελήματα/αποζημίωση λόγω παράνομης παραμονής μετά τη μεταγραφή της περίληψης.

- ΑΠ 1721/2023
- Σχετικότητα: Αφορά παραμονή της κατόχου στο ακίνητο μετά την κατακύρωση και μεταγραφή της περίληψης.
- Κρίση: Πλειστηριασμός στις 28-7-1999, περίληψη στις 9-11-1999, μεταγραφή 1-12-1999, αποβολή 17-11-2011, αποζημίωση 19.983 ευρώ για το διάστημα 1-6-2005 έως 31-3-2011.
- Εφαρμογή: Υποστηρίζει ότι ο νέος κύριος μπορεί να αξιώσει αποζημίωση ίση με τη μισθωτική αξία για το διάστημα της παράνομης κατοχής. Χρήσιμο ως πίεση συμμόρφωσης του κατόχου μετά την κατακύρωση.

- ΑΠ 1046/2020
- Σχετικότητα: Αφορά μισθωτή που παρέμεινε στο ακίνητο μετά τον πλειστηριασμό και άσκησε ανακοπή ως τρίτος.
- Κρίση: Πλειστηριασμός 8-12-2010, καταχώριση περίληψης 18-1-2011, αποβολή-εγκατάσταση 18-2-2011, μίσθωμα 500 ευρώ.
- Εφαρμογή: Δείχνει ότι όταν ο κάτοχος είναι μισθωτής με αντιτάξιμο δικαίωμα, δεν αρκεί η απλή επίκληση του τίτλου του υπερθεματιστή· πρέπει να εξεταστεί αν υπάρχει προστατευόμενη μίσθωση και αν απαιτείται καταγγελία κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 1009 ή εφαρμογή του ΚΠολΔ Άρθρο 936.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

- ΑΠ 496/2023
- Στηρίζει τη θέση ότι τρίτος με αυτοτελές δικαίωμα επί του ακινήτου μπορεί να ασκήσει ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 936 μέχρι την εγκατάσταση του υπερθεματιστή.
- Αντίκρουση: Αν ο κάτοχος είναι ο ίδιος ο οφειλέτης ή κατέχει στο όνομά του, η απόφαση δεν τον βοηθά. Η ΑΠ 496/2023 αφορά γνήσιο τρίτο με αυτοτελές δικαίωμα, όχι απλό κάτοχο χωρίς ίδιο δικαίωμα.

- ΑΠ 306/2014
- Στηρίζει τη θέση ότι σε περιπτώσεις μίσθωσης/υπομίσθωσης απαιτείται ειδική εξέταση του χρόνου της κατάσχεσης και της σχέσης του εκμισθωτή με τον καθ’ ου η εκτέλεση.
- Αντίκρουση: Αν δεν υπάρχει μίσθωση ή αν πρόκειται για κατοχή του οφειλέτη, η απόφαση δεν είναι εφαρμοστέα. Ακόμη και σε μίσθωση, το ίδιο το ΚΠολΔ Άρθρο 1009 προβλέπει δυνατότητα καταγγελίας από τον υπερθεματιστή.

Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Βασικός τίτλος αποβολής
- Επικαλεστείτε πρώτα το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2: η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι εκτελεστός τίτλος.
- Συνδέστε το με το ΚΠολΔ Άρθρο 943 παρ. 1: ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει τον κάτοχο και εγκαθιστά τον υπερθεματιστή.

2. Κτήση δικαιώματος από τον υπερθεματιστή
- Επικαλεστείτε το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 1 ότι με την κατακύρωση και τη μεταγραφή της περίληψης ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση.
- Νομολογιακή στήριξη: ΑΠ 2089/2013, ΑΠ 819/2013, ΑΠ 673/2019.

3. Αποκλειστικός τρόπος προσβολής
- Αν ο αντίδικος προβάλλει ακυρότητες της εκτέλεσης ή της αποβολής, προβάλετε ότι αυτές ασκούνται μόνο με ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 933.
- Νομολογιακή στήριξη: ΑΠ 819/2013, ΑΠ 2089/2013.

4. Διάκριση οφειλέτη/απλού κατόχου από τρίτο με αυτοτελές δικαίωμα
- Αν ο κάτοχος είναι οφειλέτης ή κατέχει στο όνομά του, χωρεί ευθέως εκτέλεση με βάση το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2.
- Αν προβάλλεται αυτοτελές δικαίωμα τρίτου, πρέπει να εξεταστεί το ΚΠολΔ Άρθρο 936, κατά τα ΑΠ 1046/2020 και ΑΠ 496/2023.

5. Πίεση με παρεπόμενες αξιώσεις
- Σε περίπτωση παραμονής μετά τη μεταγραφή και μη οικειοθελούς αποχώρησης, προβάλετε και τη δυνατότητα αξίωσης ωφελημάτων/αποζημίωσης.
- Νομολογιακή στήριξη: ΑΠ 673/2019, ΑΠ 1721/2023.

Νομολογιακή Ισχύς

Παγία

Υπάρχει σαφής και επαναλαμβανόμενη νομολογία ότι:
- ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα με τη μεταγραφή της περίληψης,
- η περίληψη είναι εκτελεστός τίτλος για αποβολή και εγκατάσταση,
- οι ακυρότητες της εκτέλεσης προβάλλονται μόνο με ανακοπή των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ.

Ενδεικτικά: ΑΠ 2089/2013, ΑΠ 819/2013, ΑΠ 673/2019.
Υπάρχουν ειδικές παραλλαγές μόνο όταν ο κάτοχος είναι τρίτος με αυτοτελές δικαίωμα ή μισθωτής: ΑΠ 1046/2020, ΑΠ 496/2023.

Πρακτικές Συστάσεις

- Επικαλεστείτε πρώτα το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2 και το ΚΠολΔ Άρθρο 943 ως άμεση βάση της αποβολής.
- Προσκομίστε:
- την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης,
- αποδεικτικό μεταγραφής,
- την εντολή εκτέλεσης κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 927.
- Αν ο κάτοχος είναι μισθωτής, ελέγξτε αν απαιτείται προηγούμενη καταγγελία κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 1009 ή το ΚΠολΔ Άρθρο 997.
- Αν ο αντίδικος επικαλείται ακυρότητες του πλειστηριασμού ή της αποβολής με αγωγή ή ένσταση, αντιτάξτε ΑΠ 819/2013 και ΑΠ 2089/2013.
- Αν η παράνομη παραμονή συνεχίζεται, εξετάστε σωρευτικά αξίωση για αποζημίωση χρήσης/ωφελήματα με βάση τη γραμμή των ΑΠ 673/2019 και ΑΠ 1721/2023.

Αν θέλετε, μπορώ να σας δώσω αμέσως και έτοιμο σχέδιο νομικής επιχειρηματολογίας/σκελετό δικογράφου για:
1. επιταγή προς απόδοση ακινήτου υπέρ υπερθεματιστή, ή
2. υπόμνημα απόκρουσης ανακοπής του οφειλέτη/κατόχου.

ΚΠολΔ Άρθρο 1007
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 1007: «1. Για την κατάταξη των δανειστών εφαρμόζονται τα άρθρα 975 έως 978, εκτός από την διάταξη του άρθρου 976 αρ. 3. Τη θέση των απαιτήσεων του άρθρου 976 αρ. 2 και της παραγράφου 1 του άρθρου 977Α, παίρνουν οι ενυπόθηκες απαιτήσεις. Η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως.» 2. Αν γίνει χωριστός πλειστηριασμός των παραρτημάτων ενυπόθηκου κτήματος στα οποία εκτείνεται η υποθήκη, η απαίτηση του ενυπόθηκου δανειστή κατατάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1.
ΚΠολΔ Άρθρο 933
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 933: Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών. 2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. 3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. 4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. 5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. 6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.
ΠτωχΚ Άρθρο 166
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 95.8%
ΠτωχΚ Άρθρο 166: Αντιστοιχία προς τις πράξεις εκτελέσεως του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Στην περίπτωση των κινητών, με την καταβολή του πλειστηριάσματος και του τέλους χρήσης, σύμφωνα με το άρθρο 163, το κατακυρωμένο πράγμα παραδίδεται στον υπερθεματιστή. Στην περίπτωση των ακινήτων μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και του τέλους χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δίνει στον υπερθεματιστή την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφού μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρω τικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα επί του ακινήτου. Ισχύουν αναλογικά όσα ορίζονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μετά την κατακύρωση κινητών και ακινήτων, στο μέτρο που δεν προβλέπεται άλλως στον παρόντα νόμο.
ΚΠολΔ Άρθρο 1009
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 94.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 1009: 1. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο ως κατοικία, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η καταγγελία δεν είναι δυνατή πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 του ν. 1703/1987 (Α’ 78) χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι’ αυτούς. 2. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται επί μισθώσεων ακινήτων για τα οποία μισθωτής ή εκμισθωτής είναι το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ. και χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η μισθωτική σχέση είναι αποδεδειγμένα γνωστή στον υπερθεματιστή. Επί αναγκαστικού πλειστηριασμού του μισθίου ακινήτου στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 614 και 616 ΑΚ.
ΚΠολΔ Άρθρο 1005
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 94.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 1005: «1. Από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η ε κτέλεση. Διατάξεις που προβλέπουν ότι απαίτηση από παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, άρδευσης, ύδρευσης ή φυσικού αερίου βαρύνει τον ειδικό διάδοχο του κυρίου κινητού ή ακινήτου, δεν εφαρμόζονται επί αναγκαστικού δημοσίου πλειστηριασμού.» «2. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός. Με βάση αυτή την περίληψη μπορεί να γίνει κατά το άρθρο 943 αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του και εναντίον εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δια δόχων του, εφόσον η διαδοχή επέλθει μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, καθώς και κατά εκείνου που νέμεται ή κατέχει το πράγμα στο όνομα εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση ή των διαδόχων του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέση εμπράγματη ή ενοχική. Οι διατάξεις του άρθρου 947 εφαρμόζονται και εδώ. Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί, με την επίδειξη αντιγράφου της περίληψη ς της κατακυρωτικής έκθεσης, με τη σχετική εντολή του άρθρου 927 προς εκείνον για την εκτέλεσή της, να ζητήσει και να λάβει από τις αρμόδιες υπηρεσίες αντίγραφα των εγγράφων της παρ. 6 του άρθρου 997.» 3. Η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης που υπάρχει επάνω στο ακίνητο. Ο υπερθεματιστής μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών, προσημειώσεων και κατασχέσεων που είναι γραμμένες στο ακίνητο. Αν ο πλειστηριασμός ακυρωθεί, αναβιώνουν αυτοδικαίως οι υποθήκες και οι προσημειώσεις που εξαλείφθηκαν. Ο υποθηκοφύλακας έχει υποχρέωση να κάνει σχετική σημείωση στα ειδικά βιβλία, όταν του προσαχθεί αντίγραφο της ακυρωτικής απόφασης.
ΚΠολΔ Άρθρο 1003
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 94.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 1003: 1. Το ακίνητο που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται σε εκείνον που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή κατ' εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 965. «2. Όποιος υπερθεματίζει για λογαριασμό τρίτου, οφείλει να δηλώσει προηγουμένως στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα πλήρη στοιχεία του τρίτου και να καταθέσει σε αυτόν ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο του χορηγείται η σχετική εντολή.» 3. Στην έκθεση της κατακύρωσης πρέπει να καταχωρίζονται και οι όροι που τυχόν έθεσε εκείνος προς όφελος του οποίου έγινε η εκτέλεση, όσοι αφορούν την κατακύρωση και δεσμεύουν τον υπερθεματιστή. "4. Οι διατάξεις των άρθρων 965 παρ. 4 έως 7 και 966 παρ. 1 έως 4 εφαρμόζονται αναλόγως".
ΑΚ Άρθρο 1240
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 94.2%
ΑΚ Άρθρο 1240: Δικαιώματα του υπερθεματιστή Με τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση κατά τους όρους του νόμου ο αγοραστής αποκτά την κυριότητα του πράγματος ελεύθερη από βάρη. Δεν επέρχεται όμως απόσβεση της τυχόν επικαρπίας που υπάρχει πάνω στο πράγμα πριν από τη σύσταση του ενεχύρου.
ΚΠολΔ Άρθρο 965
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 94.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 965: 1. Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή πρώτης προσφοράς. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοί του. Για την από κοινού πλειοδοσία περισσότερων εφαρμόζονται οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 959. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί εγγράφως πριν την έναρξη της διαδικασίας αντίρρηση από τον επισπεύδοντα ή τον καθ ’ ού η εκτέλεση ή από οποιονδήποτε πλειοδότη να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστη ριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται. Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) μήνα, ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εγγυοδοσία ίση προς το τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Επί περισσότερων υποψήφιων πλειοδοτών κατά την παρ. 4 του άρθρου 959, η κατάθεση ή η έκδοση της επιταγής μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε πλειοδότη είτε αυτός ενεργεί ατομικά είτε ως εκπρόσωπος των λοιπών. Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος, ή αν η κατακύρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσει αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού. 2. Τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στον πλειοδότη που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού πρέπει να καταχωρίζει στην έκθεσή του όλες τις προσφορές που έγιναν. 3. Ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, την τρίτη εργάσιμη μέρα από τον πλειστηριασμό και αμέσως μετά του παραδίδεται το κατακυρωμένο πράγμα. Η παράδοση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν αυτός καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης. 4. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο τη δέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει εντόκως το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Οι αναλογούντες επί του πλειστηριάσματος τόκοι υπολογίζονται από το Ταμείο Πα ρακαταθηκών και Δανείων και αποδίδονται από κοινού με το πλειστηρίασμα με εντολή του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία και οι αναγκαίες λεπτομέρειες που αφορούν στην απόδοση του πλειστηριάσματος στους δικαιούχους, καθώς και άλλο σχετικό ζήτημα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία κα ι δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. 5. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει μέσα στις επόμενες δύο (2) εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή. Αν ο υπερθε ματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα μέσα στις επόμενες από την όχληση πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόν ανατρέπεται, η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει, καλούνται δε οι επόμενοι πλειοδότες, η προσφορά των οποίων, αθροιζομένη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηρίασμα, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση το ποσό που είχαν προσφέρει. Η πρόσκληση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, επί δε κοινής πλειοδοσίας επιδίδεται στον εκπρόσωπο αυ τών. Αν εμφανισθούν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι συντάσσεται σχετική έκθεση από τον συμβολαιογράφο και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν. Το πλειστηρίασμα συνίσταται στο άθροισμα του ποσού που καταβλήθηκε και της εγγυοδοσίας του αρχικού υπερθεματιστή που κατέπεσε. Αν, κατά την ελεύθερη κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η κατά τα προηγούμενα εδάφια πρόσκληση των επόμενων πλειοδοτών είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής για λόγους που εκτίθενται σε σχετική έκθεση, καθώς και σε κάθε περίπτωση που η διαδικασία αυτή δεν τελεσφόρησε, γίνεται αναπλειστηριασμός κατά τις διατάξεις των επόμενων εδαφίων. Η επίσπευση του αναπλειστηριασμού γίνεται είτε με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού είτε από τον υπέρ ου ή από τον καθ ’ ου η εκτέλεση ή από κάθε δανειστή που έχει αναγγελθεί με τίτλο εκτελεστό. Ο αναπλειστηριασμός επισπεύδεται με πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του υπέρ ου ή του καθ ’ ου ή του δανειστή, για την οποία συντάσσεται πράξη. Περίληψη της πράξης, η οποία περιέχει και όσα πρέπει να περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, δημοσιεύεται με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Η διάταξη του άρθρου 959 της παρ. 8 εφαρμόζεται αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται αφότου συνταχθεί η πράξη. Ο αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειοδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, με τον τόκο υπερημερίας, καθώς και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα. 6. Αν κατά τον αναπλειστηριασμό δεν επιτευχθεί το ίδιο πλειστηρίασμα, ο πρώτος υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε, ευθύνεται για τη διαφορά εντόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας. Η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει, με τους τυχόν τόκους της, καταλογίζεται στη διαφορά για την οποία ευθύνεται. Αν απομένει επιπλέον διαφορά, η έκθεση του αναπλειστηριασμού αποτελεί εναντίον του τίτλο εκτελεστό για τη συμπλήρωση. Αν έγιναν περισσότεροι αναπλειστηριασμοί, όλοι οι προηγούμενοι διαδοχικοί υπερθεματιστές, που δεν κατέβαλαν, εξακολουθούν να ευθύνονται εις ολόκληρον για την τυχόν διαφορά μεταξύ του αρχικού πλειστηριάσματος και του πλειστηριάσματος που τελικά επιτεύχθηκε και καταβλήθηκε, χωρίς όμως η ευθύνη του καθενός να υπερβαίνει το ποσόν της διαφοράς από τη δίκη του οφειλή. Οι εγγυοδοσίες που είχαν κατατεθεί από τους προηγούμενους διαδοχικούς υπερθεματιστές δεν επιστρέφονται έως ότου καταβληθεί το πλειστηρίασμα από τον τελικό υπερθεματιστή, προκειμένου να γίνει ο ως άνω καταλογισμός στην τυχόν διαφορά. Ο υπερθεματιστής που δε ν κατέβαλε δεν δικαιούται, αν κατά τον αναπλειστηριασμό επιτεύχθηκε μεγαλύτερο πλειστηρίασμα, να απαιτήσει το επιπλέον. 7. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, αν κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, να ζητεί κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού την επιβαλλόμ
ΚΠολΔ Άρθρο 997
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 997: 1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από τον οφειλέτη· αν πρόκειται για ενυπόθηκο ακίνητο είναι άκυρη η διάθεσή του και από τον τρίτο, κύριο ή νομέα. Μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωσή του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη έννομη σχέση λύεται μετά από δύο (2) μήνες και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κατά το άρθρο 615 ΑΚ δεν θίγεται και η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στο μισθωτή. 2. Τα αποτελέσματα της παρ. 1 αρχίζουν αναδρομικά: α) για τον οφειλέτη, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 995, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, β) για τον τρίτο, κύριο ή νομέα, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το άρθρο 995 παρ. 1 και 4, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών, γ) για τους τρίτους, μόνο αφότου η κατάσχεση εγγραφεί κατά το άρθρο 995 στο βιβλίο κατασχέσεων και εφόσον έγιναν οι, κατά τις περ. α ΄ και β΄ της παραγράφου αυτής, επιδόσεις στον οφειλέτη και τον τρίτο, κύριο ή νομέα. 3. Σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή η εγγραφή υποθήκης που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη. Η τροπή της προ- σημείωσης σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. 4. Αν συμπέσει την ίδια ημέρα εγγραφή κατάσχεσης και μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται αυτή που καταχωρίστηκε έστω και ελάχιστο χρόνο νωρίτερα. 5. Μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη. Οι διαφορετικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργούνται ξεχωριστά , χωρίς να επηρεάζει η μια την άλλη. Δεν επιτρέπεται η αναζήτηση των εξόδων της εκτέλεσης που προκατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε. «6. Ο κατάσχων ή ο δικαστικός επιμελητής που επέβαλε την κατάσχεση μπορεί με την επίδειξη αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης να ζητήσει και να λάβει από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ . αντίγραφα των μισθωτηρίων και από τις αρμόδιες πολεοδομίες τον φάκελο του ακινήτου.
ΚΠολΔ Άρθρο 969
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 969: 1. Ο πλειστηριασμός ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Όποιος υπερθεματίζει δεσμεύεται ώσπου να γίνει καλύτερη προσφορά ή ώσπου να ματαιωθεί η κατακύρωση. 2. Έως την κατακύρωση εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τα έξοδα κα τις απαιτήσεις εκείνου που την επισπεύδει και των άλλων δανειστών που έχουν τίτλο εκτελεστό και αναγγέλθηκαν, "καθώς και το τέλος χρήσης του ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμού" και να αναλάβει τα πράγματα που πλειστηριάζονται. Εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ενεχυριάζει τα πράγματα που πλειστηριάζονται για να βρει τα μέσα να εξοφλήσει την απαίτηση και να πληρώσει τα έξοδα. 3. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού είναι υποχρεωμένος να τον ενεργήσει, εκτός αν συμφωνούν στη ματαίωσή του ο επισπεύδων την εκτέλεση και όλοι οι αναγγελμένοι δανειστές που έχουν καταθέσει εκτελεστό τίτλο.
ΚΠολΔ Άρθρο 1002
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 1002: 1. Ο πλειστηριασμός ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ώσπου να γίνει καλύτερη προσφορά ή ώσπου να ματαιωθεί η κατακύρωση. 2. Έως την κατακύρωση εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών που έχουν τίτλο εκτελεστό και αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα και το τέλος χρήσης του ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμού. Στην περίπτωση αυτή ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση. 3. Η παρ. 3 του άρθρου 969 εφαρμόζεται και εδώ..
ΚΠολΔ Άρθρο 1006
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 1006: 1. Αν ο υπερθεματιστής καταβάλει αμέσως το πλειστηρίασμα και είναι αυτό αρκετό για να ικανοποιηθεί εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, εφαρμόζονται όσα ορίζει το άρθρο 971. 2. Αν δόθηκε προθεσμία για την καταβολή μέρους του πλειστηριάσματος και αυτή έγινε αφού πέρασε η προθεσμία του άρθρου 971 παρ. 1, η ικανοποίηση των δανειστών πρέπει να γίνει μέσα σε δύο ημέρες από την καταβολή του υπολοίπου. 3. Αν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, εφαρμόζονται τα άρθρα 974, 979, 980 και 1007. 4. Αν η απαίτηση του δανειστή που αναγγέλλεται στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό, η αναγγελία έχει τα ίδια αποτελέσματα με την κατάσχεση, εφόσον επιδοθεί και στον υποθηκοφύλακα της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο και αφότου αυτό σημειωθεί στο περιθώριο της εγγραφής της κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 για τη δήλωση ότι άλλος δανειστής επισπεύδει τον πλειστηριασμό, πρέπει να επιδοθεί μέσα σε πέντε ημέρες από την ημέρα που έγινε η δήλωση στον υποθηκοφύλακα της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο και αυτό να σημειωθεί στο περιθώριο της εγγραφής της κατάσχεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα.
ΚΠολΔ Άρθρο 1020
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 1020: Αγωγή διεκδίκησης του πράγματος που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία, για τα κινητά ενός έτους από τότε που παραδόθηκαν στον υπερθεματιστή, και για τα ακίνητα πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 943
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 943: 1. Αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση. 2. Τα κινητά πράγματα που βρίσκονται στο ακίνητο και δεν είναι αντικείμενο της εκτέλεσης ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει με απόδειξη σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Αν αυτός απουσιάζει ή αρνείται να τα παραλάβει, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει είτε σε πρόσωπο που ανήκει στην οικογένεια εκείνου κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση είτε σε πρόσωπο που έχει εξουσία να τα παραλάβει. «3. Αν δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της παρ. 2 ή αν αρνούνται να παραλάβουν τα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει σε μεσεγγυούχο τον οποίο διορίζει ο ίδιος και, ύστερα από άδεια του πρωτοδίκη της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης που δικάζει κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. πλειστηριάζει τα κινητά πράγματα. Ο πρωτοδίκης που δίνει την άδεια ορίζει συνάμα τον τόπο, τον πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός, την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να οριστεί πριν περάσουν δέκα (10) ημέρες αφότου προσκληθεί εγγράφως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση να παραλάβει τα πράγματα. Το πλειστηρίασμα κατατίθεται δημόσια, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα.» «4. Αν εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση δεν ήταν παρών, η έκθεση της εκτέλεσής του κοινοποιείται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σύνταξή της εφόσον αυτός έχει εγγράφως γνωστοποιήσει τη νέα διεύθυνσή του.» «5. Αναγκαστική εκτέλεση για απόδοση ακινήτου δεν επιτρέπεται να γίνει κατά το διάστημα α) από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επομένου έτους, β) από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά και γ) την προηγουμένη και την επομένη εβδομάδα των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.» «6. Στην περίπτωση του παρόντος άρθρου η αξίωση εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, κατά του μεσεγγυούχου που διορίστηκε από τον δικαστικό επιμελητή, προς απόδοση των κινητών πραγμάτων, παραγράφεται ύστερα από έξι (6) μήνες από την αποβολή του.»
ΚΠολΔ Άρθρο 1017
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 1017: 1. Οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για την κτήση κυριότητας από μη κύριο εφαρμόζονται και στον πλειστηριασμό κινητού πράγματος. 2. Σε πλειστηριασμό πράγματος κινητού ή ακίνητου δεν υπάρχει ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα. Για τα νομικά ελαττώματα υπάρχει ευθύνη μόνο εκείνου που επισπεύδει τον πλειστηριασμό και μόνο αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος. Η ευθύνη από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν αποκλείεται. 3. Τον κίνδυνο από την τυχαία καταστροφή ή χειροτέρευση του πράγματος φέρει ο υπερθεματιστής από την κατακύρωση. 4. Ο υπερθεματιστής παίρνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος από την κατακύρωση.
ΑΚ Άρθρο 359
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.7%
ΑΚ Άρθρο 359: Συνέπειες στην περίπτωση υποχρέωσης για απόδοση ακινήτου Ο οφειλέτης, αν έχει υποχρέωση να αποδώσει ακίνητο και ο δανειστής έγινε υπερήμερος, δικαιούται, ειδοποιώντας προηγουμένως το δανειστή, αν αυτό είναι εφικτό, να προκαλέσει το διορισμό από το δικαστήριο μεσεγγυούχου, ο οποίος έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κάθε μεσεγγυούχου. Αφότου ο μεσεγγυούχος παραλάβει το ακίνητο, επέρχεται απόσβεση της υποχρέωσης του οφειλέτη. Το ίδιο ισχύει και αν ο οφειλέτης από λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπό του, αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την υποχρέωσή του.
ΚΠολΔ Άρθρο 1008
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 1008: Αν συναινεί ο ενυπόθηκος δανειστής, ο υπερθεματιστής μπορεί να αναδεχτεί την ενυπόθηκη απαίτηση, οπότε η υποθήκη διατηρείται επάνω στο ακίνητο. Η δήλωση του υπερθεματιστή και η συναίνεση του ενυπόθηκου δανειστή καταχωρίζονται στην κατακυρωτική έκθεση. Ο υπ ερθεματιστής σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να μην καταβάλει ανάλογο μέρος από το πλειστηρίασμα, οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 1004 παρ. 2.
ΚΠολΔ Άρθρο 1004
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 1004: 1. Στον πλειστηριασμό ακινήτων ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης το αργότερο τη δέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο τη δέκατη πέμπτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η κατάθεση του πλειστηριάσματος είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. Εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αποδίδει το τέλος χρήσης στον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο του οποίου αυτός είναι μέλος. Εντός τριών (3) εργασίμων ημερών, μέρος του ανωτέρω ποσού, το οποίο καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 14 του άρθρου 959, αποδίδεται από τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. 2. Αν ο υπερθεματιστής είναι ενυπόθηκος δανειστής, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να επιτρέψει να μην καταβάλει το ποσό του πλειστηριάσματος που αναλογεί στην ενυπόθηκη απαίτησή του ή μέρος του ποσού αυτού, ώσπου να γίνει η οριστική κατάταξη, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση. Κατά τα λοιπά και σε ό,τι αφορά την κατάθεση του πλειστηριάσματος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τον υπολογισμό της τοκοδοσίας εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 965 παρ. 4, με εξαίρεση όσα ρυθμίζονται ειδικά στην παρούσα διάταξη..
Ν2882 Άρθρο 9
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 91.2%
Ν2882 Άρθρο 9: Μεταγραφή - Συνέπειες συντέλεσης 1. Μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ο υπέρ ου αυτή, ως εκ του σκοπού της απαλλοτρίωσης αρμόδιος φορέας, υποχρεούται να ενεργήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση για τη μεταγραφή της απόφασης κήρυξης αυτής, στο κατά τόπον αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και Κτηματολογικό Γραφείο, προσκομίζοντας τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, το κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, καθώς και αντίγραφο της απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων, εφόσον η αναγνώριση έχει γίνει με την ίδια απόφαση με την οποία καθορίστηκε η αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση ο φορέας υπέρ του οποίου έχει κηρυχθεί η απαλλοτρίωση υποχρεούται να τηρεί αρχείο στο οποίο φυλάσσονται η απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, το κτηματολογικό διάγραμμα και ο κτηματολογικός πίνακας της απαλλοτριούμενης έκτασης. 2. Μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης κάθε νομέας ή κάτοχος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε υποχρεούται να παραδώσει τούτο ελεύθερο στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση μέσα σε δέκα ημέρες από έγγραφη πρόσκληση αυτού, στην οποία αναφέρεται συνοπτικό ο τρόπος της συντέλεσης. 3. Εάν ο νομέας ή ο κάτοχος δεν παραδώσει το ακίνητο τούτο ελεύθερο, διατάσσεται η παράδοση αυτού από το αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος νόμου με την ειδική διαδικασία που ορίζει το άρθρο αυτό. Το δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει προθεσμία για την παράδοση του ακινήτου μέχρι τριάντα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. 4. Μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης κατά το άρθρο 7 του παρόντος νόμου, με βάση την τιμή που καθορίστηκε έπειτα από κλήτευση ή παράσταση των φερόμενων ως ιδιοκτητών στα κτηματολογικά στοιχεία, κάθε εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου οποιουδήποτε τρίτου, είτε αυτός έλαβε μέρος είτε όχι, ακόμη και αν δεν κλητεύτηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης, μετατρέπεται σε ενοχική αξίωση επί της αποζημίωσης που παρακατατέθηκε ή κατά εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση ή κατά του υπέρ ου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής. Οποιος δεν κλητεύτηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση. «5. Όταν η εκτέλεση δημοσίων έργων επισπεύδεται από το δημόσιο, η αποβολή των εγκατεστημένων στα ακίνητα διατάσσεται οριστικά και τελεσίδικα με την απόφαση καθορισμού της προσωρινής αποζημίωσης, υπό τον όρο της προηγούμενης συντέλεσής της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, υποβάλλεται σχετικό αίτημα από το δημόσιο, με την αίτηση καθορισμού της αποζημιώσεως ή και με τις προτάσεις του που κατατίθενται στην περίπτωση αυτή δύο (2) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη δικάσιμο.» «Όταν η εκτέλεση δημοσίων έργων επισπεύδεται από το Δημόσιο ή αφορά έργα που συγχρηματοδοτούνται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και άλλα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αποβολή των εγκατεστημένων στα ακίνητα διατάσσεται οριστικά και τελεσίδικα με την απόφαση καθορισμού της προσωρινής αποζημίωσης, υπό τον όρο της προηγούμενης συντέλεσής της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7. Για την εφαρμογή της διάταξης των προηγούμενων εδαφίων υποβάλλεται σχετικό αίτημα από το Δημόσιο ή τον υπόχρεο προς αποζημίωση, με την αίτηση καθορισμού της αποζημίωσης ή και με τις προτάσεις που κατατίθενται στην περίπτωση αυτή δύο (2) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες από τη δικάσιμο.»
ΑΚ Άρθρο 199
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.1%
ΑΚ Άρθρο 199: Σύμβαση με πλειστηριασμό Σε περίπτωση πλειστηριασμού η σύμβαση, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ωσότου δοθεί μεγαλύτερη προσφορά ή ωσότου ματαιωθεί η κατακύρωση.
ΠτωχΚ Άρθρο 163
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 90.9%
ΠτωχΚ Άρθρο 163: Διαδικασία πλειστηριασμού 1. Τα πράγματα πλειστηριάζονται με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού που ορίστηκε με τη διακήρυξη. 2. Η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού ανήκει στους κατά τόπον αρμοδίους συμβολαιογραφι κούς συλλόγους. 3. Τα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού περιέχουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στη διακήρυξη. 4. Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό λαμβάνουν μέρος υποψήφιοι πλειοδότες που έχουν προηγουμένως πιστοποιηθεί στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμών. Πλειοδοσία περισσότερων από κοινού δεν είναι δυνατή. 5. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης δηλώνει τη συμμετοχή του σε συγκεκριμένο πλειστηριασμό, σύμφωνα με τους όρους αυτού, αφού έχει καταβάλει την εγγύηση της παρ. 1 του άρθρου 965 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και έχει υποβάλει ηλεκτρονικά το πληρεξούσιο της παρ. 2 του άρθρου 1003 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μέχρι ώρα 15:00, δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού. Οι προσφορές, με ποινή ακυρότητας, δεν πρέπει να περιλαμβάνουν αίρεση ή όρο, και είναι ανέκκλητες. Το τέλος χρήσης των συστημάτων για τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού καταβάλλεται από τον υπερθεματιστή. Η κατάθεση της εγγύησης, του τέλους χρήσης των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών και του πλειστηριάσματος γίνεται αποκλειστικά σε ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό που διατηρείται σε ελληνικό τραπεζικό ίδρυμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης διορίζει επί ποινή ακυρότητας με ηλεκτρονική δήλωση αντίκλητο που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου του πράγματος εκτέλεσης μέχρι ώρα 15:00, δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο γραμματέας του πρωτοδικείου του τόπου του πράγματος. Το τελευταίο εδάφιο εφαρμόζεται, ακόμη και όταν ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. 6. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασ μού μετά το πέρας της προθεσμίας της παρ. 5 ελέγχει τα υποβαλλόμενα αρχεία διαπιστώνει με πράξη του, μέχρι ώρα 17:00 της προηγούμενης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ημέρας, την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους και υποβάλλει στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού κατάλογο των υποψήφιων πλειοδοτών που δικαιούνται να λάβουν μέρος. 7. Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί διενεργούνται μόνο εργάσιμη ημέρα, από τις 10:00 έως τις 14:00 ή από τις 14:00 έως τις 18:00. Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ήτοι από ώρα 13:59:00 έως 13:59:59 ή από ώρα 17:59:00 έως 17:59:59, δίδεται αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών. Για κάθε προσφορά που υποβάλλεται κατά το τελευταίο λεπτό της παράτασης , δίδεται νέα αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών, εφόσον υποβληθεί μεγαλύτερη προσφορά. Οι παρατάσεις μπορούν να συνεχισθούν για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο (2) ωρών από την ορισθείσα ώρα λήξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οπότε ολοκληρώνεται η διαδικασία υποβολής προσφορών. Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από 1ης Αυγούστου έως 31ης Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες. 8. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός είναι ανοικτού πλειοδοτικού τύπου κατά τον οποίο υποβάλλονται διαδοχικές προσφορές. Οι συμμετέχοντες υποβάλλουν συνεχώς προσφορά μεγαλύτερη από την εκάστοτε μέγιστη έως τον χρόνο λήξης της υποβολής προσφορών. Στα ηλεκτρονικά συστήματα καταγράφονται όλες οι υποβληθείσες κατά τα ανωτέρω προσφορές. 9. Με την υποβολή της προσφοράς, οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για το ποσό της προσφοράς τους, τον ακριβή χρόνο υποβολής της, καθώς και ότι αυτή έχει καταγραφεί. Ο υποψήφιος πλειοδότης ενημερώνεται για την εκάστοτε μέγιστη υποβληθείσα προσφορά. 10. Όλοι οι υποψήφιοι πλειοδότες που λαμβάνουν μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για τυχόν αναστολή, ματαίωση ή διακοπή του πλειστηριασμού, καθώς και για τον λόγο αυτής. 11. Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή της πρώτης προσφοράς. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοί του. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί εγγράφως πριν την έναρξη της διαδικασίας αντίρρηση από τον σύνδικο ή από οποιονδήποτε πλειοδότη, να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται. Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει, σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) μήνα ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εγγυοδοσία ίση προς το τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς, αλλά όχι μικρότερη των χιλίων (1.000) ευρώ. Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος ή αν η κατακύρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσει αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού. 12. Μετά τη λήξη της διαδικασίας υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, ανακοινώνεται το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων. Όσοι έχουν λάβει μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμελλητί για το αποτέλεσμά του. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού συντάσσει την έκθεση της παρ.13, κατακυρώνοντας τα πράγματα στον πλειοδότη. 13. Τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στον πλειοδότη που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού πρέπει να καταχωρίζει στην έκθεσή του όλες τις προσφορές που έγιναν. 14. Ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, την τρίτη εργάσιμη μέρα από τον πλειστηριασμό και αμέσως μετά καταρτίζεται το συμβόλαιο μεταβίβασης του πράγματος σε αυτόν. Η μεταβίβαση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν αυτός καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης. Εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αποδίδει το τέλος χρήσης στον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο του οποίου αυτός είναι μέλος. Εντός τριών (3) εργασίμων ημερών, μ
ΚΕΔΕ Άρθρο 29
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 90.8%
ΚΕΔΕ Άρθρο 29: Ενέργειες μετά την οριστική κατακύρωση 1. Μετά την οριστική κατακύρωση ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ενεργεί ως ακολούθως: α) Εάν το πλειστηρίασμα δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και δεν υπάρχουν αναγγελίες ενε- χυρούχων δανειστών, εξοφλεί από το πλειστηρίασμα τα δικαιώματα και έξοδα εκτέλεσης και τα χρέη προς το Δημόσιο που καλύπτονται από το υπόλοιπο. Εάν υπάρχουν ενεχυρούχοι δανειστές, συντάσσει πίνακα κατάταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 974 του Κ.Πολ.Δ. Εάν, μετά τη διανομή, απομένει υπόλοιπο, συντάσσει και για αυτό πίνακα κατάταξης των αναγγελθέντων μη ενεχυρούχων δανειστών, ενώ εάν δεν υπάρχουν τέτοιοι δανειστές, αποδίδει το υπόλοιπο στον καθ’ ου ο πλειστηριασμός. β) Εάν το πλειστηρίασμα υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και δεν αναγγέλθηκαν δανειστές, εξοφλεί τα δικαιώματα και έξοδα εκτέλεσης και τα χρέη προς το Δημόσιο και αποδίδει το υπόλοιπο στον καθ’ ου ο πλειστηριασμός. Σε περίπτωση που αναγγέλθηκαν δανειστές συντάσσει πίνακα κατάταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 974 του Κ.Πολ.Δ. 2. Εάν αυτός που διενήργησε τον πλειστηριασμό δεν είναι συμβολαιογράφος, αποστέλλει τον πίνακα κατάταξης με όλα τα έγγραφα σε συμβολαιογράφο και από την παραλαβή του πίνακα κατάταξης από αυτόν εκκινούν οι προθεσμίες ανακοπής για το Δημόσιο και για τους τρίτους, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 59 του Κώδικα και το άρθρο 979 του Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα. 3. Η απόδοση στο Δημόσιο του ποσού για το οποίο κατατάχθηκε σε πλειστηριασμό γίνεται με απλή εντολή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και δεν απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης.
ΚΕΔΕ Άρθρο 49
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 90.7%
ΚΕΔΕ Άρθρο 49: Αίρεση ως προς την κατακύρωση 1. Η κατακύρωση των πλειστηριασθέντων ακινήτων τελεί υπό την εξουσιαστική αίρεση ότι ο οφειλέτης δεν θα εξοφλήσει, εντός τριάντα (30) ημερών από τον πλειστηριασμό, τα ληξιπρόθεσμα μέχρι την ημέρα της καταβολής χρέη του προς το Δημόσιο που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα και στις αναγγελίες του Δημοσίου, με τις προσαυξήσεις ή τους τόκους και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής, καθώς και τα έξοδα και δικαιώματα εκτέλεσης και ταυτόχρονα δεν θα επιτύχει την παραίτηση των αναγγελθέντων τρίτων δανειστών από τις αναγγελίες τους ή τη συναίνεσή τους. Εφόσον γίνουν τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, η κατακύρωση λογίζεται ότι δεν έγινε, αλλά για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό απαιτείται, εντός της ανωτέρω προθεσμίας, ο οφειλέτης να καταθέσει το αποδεικτικό είσπραξης των χρεών του πρώτου εδαφίου προς το Δημόσιο και οι υπόλοιποι δανειστές να δηλώσουν παραίτηση από τις αναγγελίες τους, με πράξεις που συντάσσονται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ή με κατάθεση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού όμοιων δηλώσεων που έχουν συνταχθεί ενώπιον Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη. 2. Η υποχρέωση του τελευταίου πλειοδότη για την κατάθεση του πλειστηριάσματος αρχίζει από την άπρακτη παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας.
ΚΠολΔ Άρθρο 1036
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 1036: 1. Η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση, αν πρόκειται για ακίνητο, εγγράφεται, με επιμέλεια του δανειστή που τη ζήτησε, στο βιβλίο κατασχέσεων της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο και αν πρόκειται για επιχείρηση, σε ειδικό βιβλίο που το τηρεί η γραμματεία του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης. 2. Η εγγραφή της αναγκαστικής διαχείρισης στα σχετικά βιβλία σύμφωνα με την παρ. 1 δεν εμποδίζει τη διάθεση του ακινήτου ή της επιχείρησης, η αναγκαστική όμως διαχείριση εξακολουθεί και μετά τη διάθεση. 3. Αν κατασχέθηκαν το ακίνητο ή τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης, η αναγκαστική διαχείριση παύει αφότου γίνει ο πλειστηριασμός. Επίσης, παύει η αναγκαστική διαχείριση, αν ο οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση. Και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί η εξάλειψη της εγγραφής της παρ. 1.
ΚΠολΔ Άρθρο 971
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 971: "1. Αν το πλειστηρίασμα αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού αφαιρέσει τα έξοδα της εκτέλεσης, τους ικανοποιεί την εικοστή ημέρα μετά τον πλειστηριασμό, ή και ενωρίτερα, αν συμφωνήσει εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση". "2. Εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση μπορεί να ανακόψει την αναγγελία μέχρι και την ημέρα της διανομής του πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 933 επ.. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της έφεσης". 3. Αν εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση ασκήσει ανακοπή, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 980 παρ. 2 ως προς τους δανειστές των οποίων τις αξιώσεις έχει προσβάλει με την ανακοπή.
ΚΠολΔ Άρθρο 1001Α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 1001Α: "Σε περίπτωση κατάσχεσης ακινήτων, στα οποία έχουν εγκατασταθεί βιομηχανικές, βιοτεχνικές, ξενοδοχειακές ή τουριστικές επιχειρήσεις ή άλλες παραγωγικές μονάδες, που διαθέτουν εξοπλισμό και αποτελούν οικονομικό σύνολο, εφαρμόζονται οι επόμενες διατάξεις: α. Το ακίνητο εκτίθεται σε πλειστηριασμό με τα παραρτήματα του εφόσον έχουν κατασχεθεί μαζί. Χωριστή πλειστηρίαση των παραρτημάτων μπορεί να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 994, μόνο αν κατά τον πρώτο πλειστηριασμό δεν επιτεύχθηκε κατακύρωση. β. Αν έχουν κατασχεθεί με την ίδια έκθεση περισσότερα ακίνητα, πλειστηριάζονται μαζί, εφόσον έχουν λειτουργική ενότητα για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης ή της παραγωγικής μονάδας, που έχει εγκατασταθεί σε ένα από αυτά. Αν τα παραπάνω ακίνητα βρίσκονται σ ε διάφορες περιφέρειες, αρμόδια για την εκτέλεση είναι τα όργανα της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται οποιοδήποτε από αυτά κατ' επιλογή του επισπεύδοντος. Η διάταξη του άρθρου 998 παράγραφος 4 εφαρμόζεται αναλόγως. γ. Η αναστολή κατά το άρθρο 1000 δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τους τέσσερις (4) μήνες."
ΚΠολΔ Άρθρο 1024
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 1024: 1. Το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει την κατάσχεση ή και με μεταγενέστερη ορίζει τα μέσα που κρίνει πρόσφορα για την αξιοποίηση του δικαιώματος και ιδίως μπορεί να διατάξει να μεταβιβαστεί το δικαίωμα σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, με πληρωμή ορισμένου τιμήματος ή με συμψηφισμό ολόκληρης ή μέρους της απαίτησής του, ή να διατάξει την ελεύθερη ή με πλειστηριασμό διάθεση του δικαιώματος, και, αν δεν κρίνει πρόσφορα τα μέτρα αυτά, διορίζει διαχειριστή. Διαχειριστής μπορεί να διοριστεί και εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η κατάσχεση ή κάποιος από τους δανειστές που αναγγέλθηκαν. 2. Αν η απαίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση συνίσταται στο να εκπληρώσει ένας τρίτος παροχή εξαρτώμενη από αντιπαροχή, το δικαστήριο επιτρέπει την κατάσχεση και υπό τον όρο να εκπληρωθεί η αντιπαροχή προς τον τρίτο. Σ' αυτήν την περίπτωση η αξιοποίηση του κατασχεμένου γίνεται σύμφωνα με την παρ. 1, οπότε αποκλείεται ο διορισμός διαχειριστή και η αξία της αντιπαροχής που εκπληρώθηκε θεωρείται ως έξοδο εκτέλεσης κατά το άρθρο 975.
ΚΠολΔ Άρθρο 996
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 996: 1. Μεσεγγυούχος του ακινήτου είναι όποιος το κατέχει όταν γίνεται η κατάσχεση. Αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ο ειρηνοδίκης της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να ορίζει άλλο μεσεγγυούχο ή να τον αντικαθιστά, καθώς και να αποφασίζει για κάθε αμφισβήτηση που αφορά τη μεσεγγύηση. Οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 956 εφαρμόζονται και εδώ. 2. Οι φυσικοί καρποί του κατασχεμένου που συλλέγονται μετά την επιβολή της κατάσχεσης εκποιούνται από το μεσεγγυούχο εκτός αν, ύστερα από αίτηση του δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση ή του οφειλέτη, ο ειρηνοδίκης της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει να πουληθούν σε πλειστηριασμό. Το προϊόν της εκποίησης των φυσικών καρπών κατατίθεται δημόσια. Αν το κατασχεμένο αγροτικό ή άλλο προσοδοφόρο ακίνητο είναι εκμισθωμένο, οι φυσικοί καρποί που έχουν συλλεγεί μετά την κατάσχεση ανήκουν στον μισθωτή που έχει υποχρέωση να καταθέσει δημόσια το μίσθωμα. 3. Από την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο των κατασχέσεων ο μεσεγγυούχος εισπράττει και καταθέτει δημόσια τις προσόδους του κατασχεμένου πράγματος που προέρχονται από έννομη σχέση. Ο οφειλέτης από την έννομη σχέση καταβάλλει έγκυρα σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση πριν εκείνος ο οποίος επέβαλε την κατάσχεση τον ειδοποιήσει εγγράφως για την επιβολή της. 4. Οι διατάξεις του άρθρου 956 παρ. 7 εφαρμόζονται και εδώ.
ΚΠολΔ Άρθρο 722
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 722: Συντηρητική κατάσχεση και μετατροπή σε αναγκαστική κατάσχεση 1. Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς κινητά ή ακίνητα ή εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε αυτά, αν η αγωγή για την κύρια υπόθεση γίνει δεκτή και η σχετική απόφαση είναι εκτελεστή, έχει δικαίωμα, με βάση απόγραφο της απόφασης, να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς αναγκαστική κατάσχεσή τους. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατόπιν εντολής του στον δικαστικό επιμελητή, που δίνεται κατά το άρθρο 927. Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, αφότου παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 926, απόσπασμα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 955 και την παρ. 4 του άρθρου 995, που επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση και στον γραμματέα του Πρωτοδικείου επί κινητών ή στον υποθηκοφύλακα ή στον Προϊστάμενο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου επί ακινήτων, οι οποίοι οφείλουν να ενεργήσουν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 955 και την παρ. 2 του άρθρου 995, και καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την έκθεση της συντηρητικής κατάσχεσης, τις εκθέσεις επίδοσής της, την έκθεση περιγραφής του κατασχόμενου και εκτίμησης της αξίας του, τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης και, εάν το κατασχόμενο είναι ακίνητο, το πιστοποιητικό βαρών καθώς και την έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή. Η κατάθεση των εγγράφων αυτών και η δημοσίευση του αποσπάσματος από τον δικαστικό επιμελητή καθώς και οι πρόσθετες επιδόσεις του αποσπάσματος, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995, γίνονται εντός των προθεσμιών που τάσσονται με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. 2. Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης. 3. Οι διαφορές που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 δικάζονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 702 από το αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δικαστήριο.
ΚΠολΔ Άρθρο 970
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 970: Όταν το πράγμα κατακυρώνεται σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αυτός πληρώνει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος που μένει, αφού αφαιρεθεί η απαίτησή του και τα έξοδα της εκτέλεσης, εφόσον δεν αναγγέλθηκαν άλλοι δανειστές. Η πληρωμή πρέπει να γίνει μέσα στην επομένη ημέρα από τη λήξη της προθεσμίας για αναγγελία, και το πράγμα που πλειστηριάστηκε δεν παραδίδεται πριν περάσει αυτή η προθεσμία. Αν αναγγελθούν άλλοι δανειστές οφείλει να πληρώσει ολόκληρο το πλειστηρίασμα.
ΚΠολΔ Άρθρο 979
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 979: 1. Μέσα σε τρείς (3) ημέρες αφότου συνταχθεί ο πίνακας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού καλεί με έγγραφο εκείνον υπέρ του οποίου έγινε και εκείνον κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν, για να λάβουν γνώση του πίνακα της κατάταξης. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει την επόμενη ημέρα της πρόσκλησης να επιδείξει ή και να χορηγήσει στα ως άνω πρόσωπα τον πίνακα και τα σχετικά έγγραφα. 2. Μέσα σε δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ. 1 οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα της κατάταξης, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται, μέσα στην ίδια προθεσμία, και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας. Η ανακοπή στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Η συζήτηση προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος ημεδαπής ή μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος αλλοδαπής..
ΠτωχΚ Άρθρο 162
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.7%
ΠτωχΚ Άρθρο 162: Γενικές διατάξεις για την κατ’ ιδίαν εκποίηση 1. Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται στην εκποίηση ακινήτων, πλοίων και αεροσκαφών του οφειλέτη, ανεξαρτήτως αξίας, καθώς και στην εκποίηση κινητών ή ομάδων κινητών του οφειλέτη, η αξία καθενός από τα οποία είναι τουλάχιστον ίση με πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, σύμφωνα με τη μέση τιμή των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών της παρ. 4. Σε περίπτωση ακινήτων, στα οποία έχουν εγκατασταθεί βιομηχανικές, βιοτεχνικές, ξενοδοχειακές ή τουριστικές επιχειρήσεις ή άλλες παραγωγικές μονάδες που διαθέτουν εξοπλισμό και αποτελούν οικονομικό σύνολο, τα ακίνητα μπορούν να εκποιούνται μαζί με τα παραρτήματά τους. Αν περισσότερα ακίνητα παρουσιάζουν λειτουργική ενότητα για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης ή της παραγωγικής μονάδας που έχει εγκατασταθεί σε ένα από αυτά, μπορούν να εκποιούνται από κοινού. 2. α) Εφόσον υπάρχει βεβαρυμμένο πράγμα και δεν έχει εκκινήσει η διαδικασία εκτέλεσης μέσα σε εννέα (9) μήνες από την κήρυξη της πτώχευσης, ο σύνδικος ακολουθεί και ως προς αυτά τη διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου Γ΄ μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος της παρούσας. β) Σε περίπτωση που η εκτέλεση επισπεύδεται από τους ενέγγυους πιστωτές και καθυστερεί σε βλάβη των πιστωτών, ο εισηγητής, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να δώσει άδεια στον σύνδικο να εκποιήσει το πράγμα κατά τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου Γ΄. 3. Για κάθε εκποιούμενο πράγμα ή κατηγορία πραγμάτων, ο σύνδικος δημοσιοποιεί διακήρυξη περί διενέργειας πλειστηρι ασμού. Η διακήρυξη περιέχει σύντομη περιγραφή του πράγματος, την τιμή πρώτης προσφοράς, την ημέρα του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά τριάντα (30) ημέρες μετά την ημέρα της δημοσιοποίησης της διακήρυξης και όχι πάντως μετά την παρέλευση σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημέρα αυτή, το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία. Ως υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζεται συμβολαιογράφος, διορισμένος στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου όπου βρίσκεται το πράγμα ή του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. Μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την ημέρα της διακήρυξης, ο σύνδικος καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αντίγραφο αυτής. 4. Για την επιλογή της διαδικασίας εκποίησης και για τον προσδιορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς, ο σύνδικος προσλαμβάνει δύο πιστοποιημένους εκτιμητές της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107). Ως τιμή πρώτης προσφοράς τίθεται η μέση τιμή των εκτιμήσεων των πιστοποιημένων εκτιμητών της παρούσας. 5. Δεν επιτρέπεται ανακοπή ή άλλο ένδικο βοήθημα ή μέσο κατά του προσδιορισμού της τιμής πρώτης προσφοράς.
ΚΠολΔ Άρθρο 993
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 993: "1. Η κατάσχεση γίνεται με τη σύνταξη έκθεσης από το δικαστικό επιμελητή μπροστά σ’ έναν ενήλικο μάρτυρα. Η κατάσχεση του ενυπόθηκου κτήματος μπορεί να γίνει είτε κατά του οφειλέτη είτε κατά του τρίτου κυρίου είτε κατά εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο κτήμα, αφού κοινοποιηθεί η επιταγή στον οφειλέτη και στον τρίτο. Η προθεσμία του άρθρου 926 αρχίζει από την τελευταία κοινοποίηση. 2. Οι διατάξεις των παρ. 1 εδάφιο β ’ και 2 έως 4 του άρθρου 954 εφαρμόζονται και εδώ, με εξαίρεση τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, ο οποίος ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχεσης και πάντως όχι μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον μήνα Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του. Για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης. 3. Για την επιβολή της κατάσχεσης και την περιγραφή του ακινήτου ο δικαστικός επιμελητής έχει το δικαίωμα να εισέρχεται σε αυτό έστω και αν κατέχεται από τρίτο.»
ΚΕΔΕ Άρθρο 43
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 89.5%
ΚΕΔΕ Άρθρο 43: Πρόγραμμα πλειστηριασμού 1. Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ, μετά την παρέλευση σαράντα (40) ημερών και το αργότερο σε τέσσερις (4) μήνες από την κατάσχεση, εκδίδει πρόγραμμα πλειστηριασμού, που περιέχει τα οριζόμενα στο άρθρο 19, την περιγραφή και την εκτίμηση της εμπορικής αξίας του κατασχεθέντος κατά την κατασχετήρια έκθεση, καθώς και τιμή πρώτης προσφοράς, και ορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού το αργότερο σε πέντε (5) μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του προγράμματος. Ως τιμή πρώτης προσφοράς ορίζεται η εμπορική αξία του ακινήτου κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 995 του Κ.Πολ.Δ. Στο πρόγραμμα πλειστηριασμού είναι δυνατό να προστεθούν και χρέη, ληξιπρόθεσμα και μη, τα οποία έχουν βεβαιωθεί ή προκύπτουν από την καταχώριση στα βιβλία εισπρακτέων απαιτήσεων της ΑΑΔΕ των στοιχείων νόμιμων ή εκτελεστών τίτλων μέχρι τη χρονολογία έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού. Εάν ο πλειστηριασμός δεν διενεργηθεί την ορισθείσα με το πρόγραμμα ημέρα, ο Διοικητής της ΑΑΔΕ εκδίδει νέο πρόγραμμα το αργότερο εντός έτους από την ημέρα του μη διενεργηθέντος πλειστηριασμού ή, σε περίπτωση αναστολής αυτού, από την ημέρα που έπαυσε η αναστολή και ορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού κατά τα ανωτέρω. 2. Οι προθεσμίες της παρ. 1 δεν τηρούνται, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που αναφέρεται σε αιτιολογημένη έκθεση του Διοικητή της ΑΑΔΕ. 3. Σε κάθε περίπτωση, η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού μετά την πάροδο των προθεσμιών της παρ. 1 δεν επιφέρει ακυρότητα αυτού. 4. Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ μπορεί να αναθέσει τη σύνταξη του προγράμματος πλειστηριασμού σε δικαστικό επιμελητή. 5. Το πρόγραμμα πλειστηριασμού κοινοποιείται: α) στον οφειλέτη, β) στον τρίτο, κύριο ή νομέα, εάν αυτός προκύπτει από τα οικεία βιβλία μεταγραφών, μέχρι την κοινοποίηση σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 39 και το άρθρο 40 και γ) στους εγγεγραμμένους ενυπόθηκους δανειστές μέχρι την προηγούμενη ημέρα της κοινοποίησης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 39 και το άρθρο 40. 6. Η παρ. 2 του άρθρου 20 εφαρμόζεται αναλόγως και στον πλειστηριασμό ακινήτων. 7. Περίληψη του προγράμματος πλειστηριασμού, η οποία περιλαμβάνει ιδίως το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία του, καθώς και τον Α.Φ.Μ. του, εφόσον υπάρχει, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, το ποσό για το οποίο εκδίδεται το πρόγραμμα, το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπον, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, δημοσιεύεται αδαπάνως για το Δημόσιο, με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή, στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της ΑΑΔΕ είναι δυνατό να καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. 8. Οι κοινοποιήσεις και δημοσιεύσεις των παρ. 5 και επόμενα ενεργούνται τουλάχιστον σαράντα (40) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό. 9. Η δημοσίευση στοιχείων των περιλήψεων των προγραμμάτων πλειστηριασμού μπορεί να διενεργείται και σε συγκεκριμένο δικτυακό τόπο, τηρούμενης της προθεσμίας της παρ. 8. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. 10. Το άρθρο 1019 του Κ.Πολ.Δ. για την ανατροπή της κατάσχεσης δεν εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται κατά τη διαδικασία του παρόντος Κώδικα.
ΚΠολΔ Άρθρο 1018
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 1018: Σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε και διενεργηθεί νέος, η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε κατατάσσεται μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 977Α, 1007, 1012 παρ. 3 και 1015 παρ. 3. Στην ίδια τάξη κατατάσσεται και η αξίωση του υπερθεματιστή για την καταβολή τόκων, που οφείλονται από την ημέρα καταβολής του πλειστηριάσματος, μόνον εάν προαποδεικνύεται ότι δεν έχει εκτελεστεί από αυτόν η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Για να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση, ο υπερθεματιστής μπορεί να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί..
ΚΠολΔ Άρθρο 1034
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 1034: 1. Για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση του δανειστή, μπορεί να επιβληθεί αναγκαστική διαχείριση ακινήτου ή επιχείρησης του οφειλέτη. 2. Η αναγκαστική διαχείριση επιβάλλεται ύστερα από απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο ή η έδρα της επιχείρησης του οφειλέτη, αν το ζητήσει δανειστής που έχει τίτλο εκτελεστό και που επέδωσε στον οφειλέτη επιταγή για εκτέλεση. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση προσβάλλεται μόνο με έφεση. Η αίτηση και η έφεση δικάζονται κατά τα άρθρα 686 επ.. Ο πρόεδρος των εφετών ορίζει την προθεσμία για την εμφάνιση, ενώ το άρθρο 226 εφαρμόζεται και εδώ. 3. Το ακίνητο ή η επιχείρηση βρίσκεται σε αναγκαστική διαχείριση αφότου επιδοθεί στον οφειλέτη η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση. Το άρθρο 912 εφαρμόζεται και εδώ.
ΚΠολΔ Άρθρο 998
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 998: Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ακινήτων 1. Το κατασχεμένο ακίνητο πλειστηριάζεται μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού από πιστοποιημένο, για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο, υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Το άρθρο 959 εφαρμόζεται και στον πλειστηριασμό ακινήτων. 2. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από την 1η έως και τις 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγουμένη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες. 3. Η διάταξη της παρ. 2 σχετικά με την απαγόρευση πλειστηριασμού από την 1η έως και τις 31 Αυγούστου δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη. 4. Αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται από τη διενέργεια του πλειστηριασμού είναι το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης. 5. Ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, το δικαστήριο του άρθρου 933, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει να γίνει ταυτόχρονα η πώληση του κατασχεμένου ακινήτου, ολόκληρου ή τμηματικά, με βάση σχεδιάγραμμα ή σχέδιο μηχανικού ή γεωμέτρηση, που υποβάλλεται μαζί με την αίτηση. Στην περίπτωση αυτή, η κατακύρωση τότε μόνο γίνεται τμηματικά σε όποιους πλειοδοτούν τμηματικά, όταν το σύνολο των προσφορών τους είναι μεγαλύτερο από την τιμή που προσφέρεται για να πωληθεί συνολικά. 6. Μετά από αίτηση του οφειλέτη, το δικαστήριο του άρθρου 933, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να επιτρέψει να πωληθεί το ακίνητο στον προτεινόμενο αγοραστή με τίμημα το οποίο ορίζεται από το δικαστήριο το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αρχικώς ορισθείσας τιμής πρώτης προσφοράς ή την τιμή πρώτης προσφοράς που ορίσθηκε από το δικαστήριο σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 954. Η αίτηση του οφειλέτη κοινοποιείται στον επισπεύδοντα και στους ενυπόθηκους ή προσημειούχους δανειστές τρεις (3) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η πώληση αυτή γίνεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού το αργότερο δέκα (10) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό με ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος και γνωστοποίησή της αναρτάται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ) εντός πέντε (5) ημερών από την κατάρτισή της. Το τίμημα υποκαθίσταται στη θέση του πλειστηριάσματος. Αν η πώληση δεν πραγματοποιηθεί κατά το προηγούμενο εδάφιο, ο πλειστηριασμός διεξάγεται κατά την ορισθείσα ημερομηνία.
ΚΠολΔ Άρθρο 1021
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 1021: Διαδικασία εκούσιου πλειστηριασμού ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ Κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων Όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην πα ρ. 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 995, αν πρόκειται για ακίνητο. Ο εκούσιος πλειστηριασμός πραγματοποιείται με τη διαδικασία είτε του άρθρου 959, αν πρόκειται για κινητό, είτε του άρθρου 998, αν πρόκειται για ακίνητο. Περαιτέρω, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 954, της παρ. 1 του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 955, των άρθρων 965, 966 και 967, της παρ. 1 του άρθρου 969, του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 995, του άρθρου 1002, των παρ. 1, 2 κα ι 4 του άρθρου 1003, του άρθρου 1004, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1005 και του άρθρου 1010. Ο εκούσιος πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κινητό ή το ακίνητο. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να οριστεί συμβολαιογράφος της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κινητό ή το ακίνητο, ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή, αν και αυτό δεν είναι δυνατό, όμορης περιφέρειας, ή , αν και αυτό δεν είναι δυνατό, του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. Σε περίπτωση διενέργειας εκούσιου πλειστηριασμού με τη διαδικασία του άρθρου 959, με συμφωνία των μερών ή με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο, η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να οριστεί άλλος τόπος πλειστηριασμού.
ΚΠΔ Άρθρο 300
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.9%
ΚΠΔ Άρθρο 300: Πλειστηριασμός των πραγμάτων που υποθηκεύθηκαν ή δόθηκαν ως ενέχυρο Για τα κινητά πράγματα που τυχόν δόθηκαν ως ενέχυρα, καθώς και για τα ακίνητα που υποθηκεύθηκαν, γίνεται δικαστικός πλειστηριασμός με την επιμέλεια του εισαγγελέα ύστερα από την κατάπτωση της εγγύησης σύμφωνα με το άρθρο 298. Το περίσσευμα που μένει από τη ν πώληση επιστρέφεται στον κατηγορούμενο ή σε εκείνον που έδωσε την εγγύηση.
ΚΠολΔ Άρθρο 927
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 927: Αναγκαστική εκτέλεση - Εντολή προς εκτέλεση Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση. Αν πρόκειται για κατάσχεση κινητού ή ακινήτου, ορίζει πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτό συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου διενεργείται ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός. Αν πρόκειται για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ορίζει τον τρίτο στα χέρια του οποίου θέλει να επιβληθεί η κατάσχεση. Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον δικαιούχο ή τον πληρεξούσιό του και δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτήν.
ΚΠολΔ Άρθρο 955
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 955: "1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ' ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνηση του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που περατώθηκε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την περάτωση της κατάσχεσης. Μέσα στην ίδια πενθήμερη προθεσμία η έκθεση επιδίδεται στον γραμματέα του ειρηνοδικείου του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος οφείλει να την καταχωρίσει σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο εκείνων κατά των οποίων γίνεται η κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης. «2. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του πρωτοδικείου και, στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 956, και το γραμμάτιο της δημόσιας κατάθεσης, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφορά ς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλειά του μέχρι τη δέκατη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η τυχόν βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βι βλίο. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον παραπάνω ενεχυρούχο δανειστή επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού.»
ΚΠολΔ Άρθρο 992
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 992: "1. Μπορεί να γίνει κατάσχεση ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του οφειλέτη ή εμπραγμάτου δικαιώματος του οφειλέτη πάνω σε ακίνητο. Ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης. Οι διατάξεις για την κατάσχεση ακινήτου εφαρμόζονται και για την κατάσχεση δικαιωμάτων στα οποία ισχύουν οι σχετικοί με τα ακίνητα κανόνες, καθώς και για την κατάσχεση πλοίων και αεροσκαφών". 2. Η κατάσχεση ακινήτου εκτείνεται και στα συστατικά του, καθώς και στα παραρτήματά του μόνο αν περιληφθούν σ' αυτήν. Αν τα παραρτήματα δεν έχουν περιληφθεί στην κατάσχεση του ακινήτου, μπορούν να κατασχεθούν σύμφωνα με την διαδικασία της κατάσχεσης κινητών πραγμάτων. 3. Αν το κατασχεμένο είναι ασφαλισμένο, η κατάσχεση ισχύει και για την αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση.
Ν2882 Άρθρο 6
Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων
Σχετικότητα: 88.7%
Ν2882 Άρθρο 6: Υποχρεώσεις νομέα ή κατόχου απαλλοτριωτέου ακινήτου Ο νομέας ή ο κάτοχος του απαλλοτριωτέου ακινήτου υποχρεούται να επιτρέπει την εκτέλεση επ' αυτού των απαραίτητων προκαταρκτικών εργασιών για την καταμέτρησή του και τη σύνταξη του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα. Η εκτέλεση των εργασιών αυτών δεν πρέπει να παρακωλύει τη χρήση και την κάρπωση του απαλλοτριωτέου ακινήτου. Ο βαρυνόμενος με τη δαπάνη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης υποχρεούται να αποκαθιστά κάθε βλάβη ή φθορά που προκαλείται από την εκτέλεση των εργασιών αυτών .
ΚΠολΔ Άρθρο 995
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 995: Επιδόσεις αντιγράφου ή περίληψης έκθεσης κατάσχεσης 1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο, περί επιδόσεων. Η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016 (Α’ 95). 2. Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Αν πρόκειται για πλοία νηολογημένα στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που τηρεί το νηολόγιο, όπου είναι γραμμένο το πλοίο, και αν πρόκειται για αεροσκάφη γραμμένα σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. Ο υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να ε γγράφει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ’ ων η κατάσχεση. 3. Αν πρόκειται για κατάσχεση ενυπόθηκου κτήματος και η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου, κυρίου ή νομέα, πρέπει να επιδοθεί σ ’ αυτόν και στον οφειλέτη αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη, πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. « 4. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/ 2016. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ). Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού. Ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε ηλεκτρονική μορφή, φωτογραφίες του κατασχεθέντος ακινήτου, τις οποίες λαμβάνει κατά την επιτόπια μετάβασή του σε αυτό. Η λήψη τους από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και η έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή και οι φωτογραφίες αναρτώνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού. Εκτός των ανωτέρω πληροφοριακών στοιχείων, ο δικαστικός επιμελητής συγκεντρώνει και όποια άλλα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα ενδεικτικά της αξίας του κατασχεμένου ακινήτου, όπως οικοδομικές άδειες, τοπογραφικά διαγράμματα και κατόψεις, και τα παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ο οποίος τα αναρτά στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα το αργότερο τριάντα (30) ημέρες προ του πλειστηριασμού. Όλες οι αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και οι συμβολαιογράφοι υποχρεούν ται να χορηγούν στον δικαστικό επιμελητή τα έγγραφα αυτά.» 5. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ..
ΠτωχΚ Άρθρο 112
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 88.5%
ΠτωχΚ Άρθρο 112: Δικαίωμα αποχωρισμού 1. Όποιος επικαλείται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα σε αντικείμενο που δεν ανήκει στον οφειλέτη ή ο εκδοχέας στην περίπτωση όπου η απαίτηση από το τίμημα κινητών έχει εκχωρηθεί πριν την πτώχευση, δικαιούται να ζητήσει τον αποχωρισμό του από την πτωχευτική περιουσία και την παράδοση του σε αυτόν, με αίτησή του προς το σύνδικο. Η απόδοση από τον σύνδικο γίνεται μόνο μετά από άδεια του εισηγητή. Αν η αίτηση δεν γίνει δεκτή, η αξίωση προς αποχωρισμό ασκείται κατά του συνδίκου με βάση τις γενικές διατάξεις που ισχύουν ανάλογα με τη φύση του αντικειμένου του οποίου ζητείται ο αποχωρισμός. 2. Εάν το αντικείμενο, του οποίου μπορούσε να ζητηθεί ο αποχωρισμός, κατά την παρ. 1, έχει εκποιηθεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, χωρίς δικαίωμα, πριν την κήρυξη της πτώχευσης, ή μετά την κήρυξη της από τον σύνδικο, ο δικαιούχος σε αποχωρισμό μπορεί να απαιτήσει την εκχώρηση της απαίτησης κατά του τρίτου στην αντιπαροχή, εάν αυτή ακόμα οφείλεται ή τον αποχωρισμό της αντιπαροχής από την πτωχευτική περιουσία, εάν αυτή διατηρεί την ταυτότητά της. 3. Εάν ο αποχωρισμός κατά τις παρ. 1 και 2 είναι αδύνατος, ο δικαιούχος συμμετέχει στην πτωχευτική διαδικασία ως πτωχευτικός πιστωτής με βάση την αξία του αντικειμένου. 4. Επί καταπιστευτικής μεταβίβασης κυριότητας κινητού με διατήρηση της νομής από τον οφειλέτη, ο πιστωτής, ως κύριος του πράγματος, δικαιούται σε αποχωρισμό του.
ΚΠολΔ Άρθρο 1001
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 1001: Πλειστηριασμός περισσότερων ακινήτων Αν με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα, αυτά πλειστηριάζονται χωριστά την ίδια ημέρα. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, εφόσον το επιθυμεί, ορίζει εγγράφως προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού τη σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται τα κατασχεμένα πράγματα, το αργότερο δύο (2) ημέρες πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δύναται να ορίσει ο ίδιος, σε περίπτωση μη έγγραφης ειδοποιήσεως του καθ’ ου η εκτέλεση, τη σειρά κατακύρωσης. Από τη στιγμή που το πλειστηρίασμα καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα της εκτέλεσης, δεν γίνεται κατακύρωση για τα λοιπά κατασχεθέντα ακίνητα και δεν συντάσσεται ως προς αυτά έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
ΚΕΔΕ Άρθρο 24
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 88.4%
ΚΕΔΕ Άρθρο 24: Προσωρινή κατακύρωση και έγκριση 1. Όταν δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής κατακύρωσης σύμφωνα με το άρθρο 23, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, εφόσον υπάρξει πλειοδοσία, κατακυρώνει προσωρινά τα πράγματα στον υπερθεματιστή. Εάν δεν υπάρξει πλειοδοσία, τα πράγματα κατακυρώνονται στο επισπεύδον Δημόσιο, χωρίς αίτησή του, στην τιμή της πρώτης προσφοράς. Αντίγραφο της έκθεσης πλειστηριασμού υποβάλλεται στον Προϊστάμενο της υπηρεσίας της ΑΑΔΕ που επισπεύδει την εκτέλεση εντός τριών (3) ημερών από τη διενέργεια του πλειστηριασμού. 2. Ο επισπεύδων, εντός τριών (3) ημερών από την παραλαβή του αντιγράφου της έκθεσης, μπορεί είτε να εγκρίνει την κατακύρωση είτε να μην την εγκρίνει, οπότε και επιστρέφεται το πλειστηρίασμα που έχει τυχόν κατατεθεί. Σε περίπτωση μη έγκρισης, αυτός μπορεί να διατάξει την επανάληψη του πλειστηριασμού σε χρόνο που ορίζεται κατά την κρίση του. 3. Ο επισπεύδων υποχρεούται να επαναλάβει για μία φορά τον πλειστηριασμό, εφόσον, εντός της προθεσμίας της παρ. 2, το ζητήσει εγγράφως ο οφειλέτης, εάν η προσφορά που επιτεύχθηκε είναι κατώτερη του μισού της εκτιμηθείσας με την έκθεση κατάσχεσης αξίας των εκποιούμενων κινητών και ο οφειλέτης προκαταβάλλει τα έξοδα του νέου πλειστηριασμού, τα οποία προϋπολογίζονται από τον επισπεύδοντα. 4. Σε όλες τις περιπτώσεις επανάληψης του πλειστηριασμού εκδίδεται νέο πρόγραμμα πριν από σαράντα (40) τουλάχιστον ημέρες, σύμφωνα με τα άρθρα 19 και 20 και με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 21. 5. Αν η προθεσμία της παρ. 2 για την έγκριση παρέλθει άπρακτη, ο πλειστηριασμός θεωρείται ότι δεν εγκρίθηκε.
ΚΠολΔ Άρθρο 994
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 994: Αν μαζί με το ακίνητο κατασχέθηκαν και τα παραρτήματά του, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να διατάξει να πλειστηριαστούν χωριστά, κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού κινητών πραγμάτων, εφόσον κρίνει ότι αυτό συμφέρει περισσότερο, οπότε και ορίζει προθεσμία "για την επίσπευση του πλειστηριασμού".
ΚΠολΔ Άρθρο 966
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 966: Επανάληψη άγονου πλειστηριασμού 1. Αν δεν παρουσιαστούν πλειοδότες ή δεν υποβληθούν προσφορές, το πράγμα που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται στην τιμή της πρώτης προσφοράς σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν το ζητήσει. Ο επισπεύδων δανειστής υποβάλλει ηλεκτρονικά σχετική αίτηση, αφού παρέλθει η προθεσμία της παρ. 6 του άρθρου 959 και πριν από την έναρξη του πλειστηριασμού, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος στη συνέχεια την αναρτά στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμών. Η αίτηση του επισπεύδοντος είναι ανέκκλητη. Εάν ο επισπεύδων δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κατά τα άρθρα 970 ή 1004, χωρεί αναπλειστηριασμός με τις σε βάρος του συνέπειες, που προβλέπονται και για τον ασυνεπή υπερθεματιστή στο άρθρο 965. 2. Αν δεν υποβληθεί η αίτηση της παρ. 1, ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς και σε ημερομηνία που ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσα σε σαράντα (40) ημέρες, αναρτωμένης της σχετικής δημοσιεύσεως στις αντίστοιχες ιστοσελίδες δημοσιεύσεως πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και ΗΛ.ΣΥ .ΠΛΕΙΣ (e-auction). 2Α. Αν και ο πλειστηριασμός της παρ. 2 αποβεί άγονος, διεξάγεται νέος με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αρχικώς ορισθείσας τιμής και σε ημερομηνία που ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες , αναρτωμένης της σχετικής δημοσίευσης στις αντίστοιχες ιστοσελίδες δημοσίευσης πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ) και ΗΛ.ΣΥ .ΠΛΕΙΣ (e-auction). 2Β. Σε περίπτωση που και ο πλειστηριασμός της παρ. 2Α αποβεί άγονος, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού τον επαναλαμβάνει μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) της αρχικώς ορισθείσας, με ανάρτηση στις αντίστοιχες ιστοσελίδες δημοσίευσης πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και ΗΛ.ΣΥ .ΠΛΕΙΣ (e-auction). Οι επαναληπτικοί πλειστηριασμοί επισπεύδονται κατά το άρθρο 973, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως. 3. Αν και ο νέος πλειστηριασμός έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να άρει την κατάσχεση ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια κατά την παρ. 2Β τιμή ή και κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς. 4. Αν καταστεί ανέφικτη ή διακοπεί η διενέργεια του πλειστηριασμού, για λόγους τεχνικής αδυναμίας λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων διενέργειας αυτού, η διαδικασία θεωρείται ότι παραμένει σε εκκρεμότητα και συνεχίζεται με εντολή του επισπεύδοντος, κατόπιν ανάρτησης αναγγελίας από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα δέκα (10) εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία συνέχισης. Τυχόν προσφορές πλειοδοτών που είχαν υποβληθεί πριν τη διακοπή της διαδικασίας παραμένουν ισχυρές.»
ΚΠολΔ Άρθρο 941
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 941: 1. Αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ορισμένο κινητό πράγμα ή ποσότητα από ορισμένα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής αφαιρεί από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση το πράγμα ή την ποσότητα των πραγμάτων που οφείλεται και τα παραδίδει σε εκείνον προς όφελος του οποίου γίνεται η εκτέλεση. «Η παράγραφος 5 του άρθρου 943 εφαρμόζεται και στην αναγκαστική εκτέλεση για αφαίρεση κινητού.» 2. Αν το πράγμα που οφείλεται δεν βρέθηκε, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση υποχρεώνεται, κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 έως 866, να δώσει βεβαιωτικό όρκο ότι δεν κατέχει το πράγμα και δεν γνωρίζει πού βρίσκεται. Το δικαστήριο μπορεί κατά τι ς περιστάσεις να ορίσει και διαφορετικά το περιεχόμενο του όρκου. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης ή της κατοικίας εκείνου κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και, αν δεν έχει κατοικία, της διαμονής του.
ΚΠολΔ Άρθρο 936
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 936: -«1. Τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως: α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμον την ακυρότητα της διάθεσης. Έχει, επίσης, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και ο νομέας, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση αποδείξει πως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται έχει επάνω στο αντικείμενο που έχει κατασχεθεί εμπράγματο δικαίωμα επικρατέστερο από τη νομή. Η ανακοπή εισάγεται στο καθ ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου όπου γίνεται η εκτέλεση. 2. Η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστή και του οφειλέτη και αν πρόκειται για ακίνητο εγγράφεται στο βιβλίο διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή του άρθρου 924 ή παρέσχε την εντολή για τη διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην ανακοπή μπορεί να σωρευτεί και αίτημα απόδοσης του πράγματος. 3. Τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ ’ ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του.».
ΚΕΔΕ Άρθρο 62
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 88.1%
ΚΕΔΕ Άρθρο 62: Κατάταξη του Δημοσίου 1. Σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης κινητού ή ακινήτου κατά οφειλέτη του, το Δημόσιο κατατάσσεται για τις μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού απαιτήσεις του από κάθε αιτία, με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, τόκους και τα τυχόν πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές, σύμφωνα με τα άρθρα 975 έως 977Α και 1007 του Κ.Πολ.Δ. 2. Ως ημέρα του πλειστηριασμού θεωρείται η ημέρα κατά την οποία διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε αρχικά. 3. Οι μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, για τις οποίες κατατάχθηκε το Δημόσιο, θεωρούνται ληξιπρόθεσμες ως προς τη διανομή του πλειστηριάσματος. 4. Σε περίπτωση πτώχευσης οφειλέτη του, το Δημόσιο κατατάσσεται, σύμφωνα με τα άρθρα 154 έως 160 του ν. 3588/2007 (Α΄ 153) ή τα άρθρα 167 έως 169 του ν. 4738/2020 (Α΄ 207), κατά περίπτωση, για όλες τις απαιτήσεις του που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους.
ΚΠολΔ Άρθρο 1043
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 1043: 1. Το υπόλοιπο που απομένει, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα του άρθρου 1042, ο διαχειριστής το καταβάλλει στο δανειστή ώσπου να ικανοποιηθεί η απαίτησή του. 2. Αν υπάρχουν και άλλοι δανειστές εκτός από εκείνον που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση, αναγγέλλονται με έγγραφη δήλωση που επιδίδεται στο διαχειριστή και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. 3. Αν αναγγέλθηκαν δανειστές, ο διαχειριστής συντάσσει κάθε τρίμηνο πίνακα διανομής και με βάση αυτόν πληρώνει εκείνον που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν. Η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα διανομής γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975, 976, 977 και 1007. Για την κατάταξη των απαιτήσεων του άρθρου 975 αντί της ημέρας του πλειστηριασμού λαμβάνεται υπόψη η ημέρα που άρχισε η αναγκαστική διαχείριση. 4. Μέσα σε δέκα ημέρες αφότου συνταχθεί ο πίνακας διανομής ο διαχειριστής καλεί εγγράφως τον οφειλέτη και τους δανειστές να λάβουν γνώση του πίνακα.
ΚΕΔΕ Άρθρο 48
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 88.1%
ΚΕΔΕ Άρθρο 48: Ευθύνη υπερθεματιστών - Αναπλειστηριασμός 1. Εάν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλλει το πλειστηρίασμα εντός της προθεσμίας του άρθρου 47, είτε επιδιώκεται, από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, η είσπραξη, σε βάρος του, του ποσού του πλειστηριάσματος και των τόκων εκπρόθεσμης καταβολής είτε διενεργείται αναπλειστηριασμός σε βάρος του και με δαπάνες του, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα, ενώ δεν αποκλείονται και αμφότερα. Εάν από τον αναπλειστηριασμό επιτευχθεί μικρότερο πλειστηρίασμα, επιδιώκεται η είσπραξη του ποσού της διαφοράς που προέκυψε σε βάρος του καθ’ ου ο αναπλειστηριασμός, ως οφειλέτη του Δημοσίου, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα. 2. Για την επιδίωξη της είσπραξης σε βάρος του υπερθεματιστή κατά την παρ. 1 απαιτείται βεβαίωση ή καταχώριση στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ του ποσού του πλειστηριάσματος που δεν κατατέθηκε ή της διαφοράς που προέκυψε από τον αναπλειστηριασμό, με βάση σχετικό έγγραφο που εκδίδει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού. 3. Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής που έχουν τυχόν εισπραχθεί από τον υπερθεματιστή θεωρούνται πλειστηρίασμα. 4. Ο υπερθεματιστής καταβάλλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού κάθε ποσό, έναντι της οφειλής που έχει βεβαιωθεί ή καταχωριστεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων σύμφωνα με την παρ. 2, με βάση έγγραφο της ΑΑΔΕ. Για κάθε καταβολή διενεργείται από την ΑΑΔΕ ισόποση διαγραφή οφειλής. 5. Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έξοδα του τυχόν αναπλειστηριασμού, όπως αυτά υπολογίζονται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Τα έξοδα αποδίδονται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αμέσως μετά την κατακύρωση, εκτός από αυτά που έχει καταθέσει ο υπερθεματιστής. 6. Το άρθρο 26 εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση.
ΚΠολΔ Άρθρο 1000
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 1000: "Ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, η οποία κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, το δικαστήριο του άρθρου 933, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία του πλειστηριασμού έως έξι (6) μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού, αν δεν υπάρχει κίνδυνος βλάβης του επισπεύδοντος και εφόσον προσδοκάται βάσιμα ότι ο οφειλέτης θα ικανοποιήσει μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα τον επισπεύδοντα ή ότι, αν περάσει το χρονικό αυτό διάστημα, θα επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα. Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά έως τις 12:00' το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού και η αναστολή χορηγείται πάντοτε υπό τον όρο της καταβολής: α) των τυχόν εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού, τα οποία καθορίζονται κατά προσέγγιση στην απόφαση και β) του ενός τετάρτου τουλάχιστον του οφειλόμενου κεφαλαίου στον επισπεύδοντα. Η απόφαση με την οποία αναστέλλεται ο πλειστηριασμός γνωστοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αυθημερόν με την έκδοση της. Η καταβολή γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την 10.00 πρωινή της ημέρας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και αν αυτή δεν γίνει ο πλειστηριασμός διεξάγεται κανονικά."
ΚΠολΔ Άρθρο 1019
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 1019: 1. Η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγραφεί σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει ως προς όλους αφότου δημοσιευθεί η απόφαση. 2. Στις προθεσμίες που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο δεν υπολογίζεται το διάστημα από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το "άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4" μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε σύμφωνα με αυτήν, το διάστημα αναστολής της εκτέλε σης, η οποία χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση, ή με κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ο χρόνος από 1 έως 31 Αυγούστου. "3. Αν πριν από την έκδοση της κατά την παρ. 1 απόφασης είχαν αναγγελθεί δανειστές με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, κατά τα άρθρα 972 παρ. 2 εδ. β' και 1006 παρ. 1 εδ. α', η ανατροπή επέρχεται ως προς αυτούς μόνο αν οι ως άνω προθεσμίες είχαν συμπληρωθεί και ως προς αυτούς από τις αναγγελίες τους. Διαφορετικά, η κατάσχεση ως προς αυτούς διατηρείται και ισχύει αυτοτελής προθεσμία ανατροπής της από την αναγγελία τους, η προθεσμία όμως αυτή ουδέποτε συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου από την ανατροπή".
ΚΠολΔ Άρθρο 662Γ
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Γ: "1. Η διάταξη του άρθρου 626 παρ. 1 εφαρμόζεται αναλόγως. 2. Η αίτηση ή η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 117 ή 118 και εκείνα του άρθρου 119 παρ. 1, καθώς και: α) αίτημα να εκδοθεί διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου και μνεία του τόπου όπου βρίσκεται με περιγραφή του, β) επίκληση του εγγράφου από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, γ) επίκληση της κατά το άρθρο 662Α περίπτωσης σύμφωνα με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου με μνεία των αναγκαίων περιστατικών, καθώς και της έκθεσης επίδοσης. «3. Στην αίτηση επισυνάπτεται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η έναρξη της μίσθωσης, η έκθεση επίδοσης της όχλησης, καθώς κάθε άλλο σχετικό έγγραφο.» Ο δικαστής μπορεί να καλέσει τον αιτούντα να βεβαιώσει και ενόρκως τα περιστατικά που απαιτούνται για την έκδοση της διαταγής. 4. Η διάταξη του άρθρου 627 εφαρμόζεται αναλόγως".
ΚΠολΔ Άρθρο 1046
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 1046: 1. Η αναγκαστική διαχείριση παύει με τελεσίδικη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο ή όπου εδρεύει η επιχείρηση του οφειλέτη, όταν το ζητήσει ο οφειλέτης ή ο δανειστής ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον: α) αν ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις εκείνου που ζητεί την αναγκαστική διαχείριση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν ή αν αυτοί, με έγγραφη δήλωσή τους προς τον οφειλέτη, παραιτήθηκαν από την αναγκαστική διαχείριση, β) αν το δικαστήριο κρίνει ότι η εξακολούθηση της αναγκαστικής διαχείρισης δεν είναι ενδεδειγμένη ή ζημιώνει τα συμφέροντα του οφειλέτη, γ) αν ο δανειστής που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση δεν φρόντισε, μέσα σε λογικό διάστημα αφότου επιδόθηκε στον οφειλέτη η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση, να αναλάβει τα καθήκοντά του διαχειριστής ή επόπτης. Οι διατάξεις του άρθρου 103 4 παρ. 2 εδ. δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εφαρμόζονται και εδώ. 2. Αφότου, με βάση την τελεσίδικη απόφαση, εξαλειφθεί η εγγραφή στα ειδικά βιβλία σύμφωνα με το άρθρο 1036 παρ. 1, παύει η αναγκαστική διαχείριση του ακινήτου ή της επιχείρησης.
ΚΕΔΕ Άρθρο 23
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 87.8%
ΚΕΔΕ Άρθρο 23: Περιπτώσεις οριστικής κατακύρωσης 1. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να κατακυρώσει οριστικά τον πλειστηριασμό στον τελευταίο πλειοδότη στις παρακάτω περιπτώσεις: α) εφόσον η τελευταία προσφορά δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και αυτή είναι ανώτερη του μισού της εκτιμηθείσας με βάση την έκθεση κατάσχεσης αξίας των κινητών που πλειστηριάζονται, β) εφόσον πρόκειται για πλειστηριασμό των κινητών του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 21. 2. Ο τελευταίος πλειοδότης υποχρεούται αμέσως μετά την κατακύρωση να καταβάλει το πλειστηρίασμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα και να παραλάβει τα πράγματα, στη δε έκθεση γίνεται σχετική αναφορά. Σε διαφορετική περίπτωση, γίνεται αμέσως και με την ίδια έκθεση αναπλειστηριασμός σε βάρος του τελευταίου πλειοδότη, ο οποίος διαρκεί για μία (1) ώρα. Για την ευθύνη του τελευταίου πλειοδότη εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα για τον αναπλειστηριασμό.
ΚΠολΔ Άρθρο 1010
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 1010: Η ανακοπή για την ακύρωση πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού ακινήτου είναι απαράδεκτη, αν δεν εγγραφεί στο βιβλίο διεκδικήσεων της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή της. Σ' αυτή την περίπτωση επιτρέπεται νέα ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934.
ΚΠολΔ Άρθρο 1038
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 1038: 1. Η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση κοινοποιείται, με επιμέλεια του δανειστή που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση, στον οφειλέτη, στο διαχειριστή, στον τυχόν διορισμένο επόπτη και στους ενυπόθηκους δανειστές. Αν ο οφειλέτης αρνηθεί να συμμορφωθεί με την απόφαση, γίνεται αναγκαστική εκτέλεση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 947. 2. Αφότου η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση επιδοθεί στον οφειλέτη, αυτός στερείται τη διαχείριση του ακινήτου ή της επιχείρησης. Ώσπου να αναλάβει τα καθήκοντά του ο διαχειριστής, καθήκοντα διαχειριστή ασκεί προσωρινά ο οφειλέτης και έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει στο διαχειριστή. 3. Αν επιβληθεί στο ακίνητο ή στα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση, μεσεγγυούχος είναι ο διαχειριστής.
ΚΠολΔ Άρθρο 639
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 639: 1. Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 626 εφαρμόζεται αναλόγως. 2. Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 117 ή 118, και εκείνα της παραγράφου 1 του άρθρου 119, καθώς και: α) αίτημα να εκδοθεί διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου και μνεία του τόπου όπου βρίσκεται με περιγραφή του, β) επίκληση του εγγράφου από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, γ) επίκληση της κατά το άρθρο 637 ΚΠολΔ περίπτωσης σύμφωνα με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου με μνεία των αναγκαίων περιστατικών, καθώς και της έκθεσης επίδοσης. 3. Στην αίτηση επισυνάπτεται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, η έκθεση επίδοσης της όχλησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο. 4. Η διάταξη του άρθρου 627 εφαρμόζεται αναλόγως.
ΚΠολΔ Άρθρο 988
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 988: 1. Αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ (8) ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα (30) ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθένα από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον πρωτοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατό να ορισθεί συμβολαιογράφος του τόπου εκτέλεσης, αρμόδιος για τη διανομή μπορεί να οριστεί και πιστοποιημένος συμβολαιογράφος σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας. Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 974 αρχίζει αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του πρωτοδίκη που τον διορίζει.» "2. Αν ο τρίτος δηλώσει ότι έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα, γίνεται πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Ο πλειστηριασμός γίνεται κατά τα άρθρα 959 επ. με την εφαρμογή και του άρθρου 955 παράγραφος 2 εδάφιο β', η προθεσμία του οποίου αρχίζει αφότου η απόφαση του ειρηνοδικείου για το διορισμό του γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο, ο οποίος και ορίζει το δικαστικό επιμελητή ο οποίος θα ενεργήσει την εκτέλεση. "«Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατό να ορισθεί συμβολαιογράφος του τόπου εκτέλεσης, αρμόδιος για τη διανομή μπορεί να οριστεί και συμβολαιογράφος διορισμένος στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή, αν και αυτό δεν είναι δυνατό, του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους..
ΚΠολΔ Άρθρο 942
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 942: Αν υπάρχει υποχρέωση παροχής ορισμένης ποσότητας πραγμάτων αντικαταστατών ή ανώνυμων χρεογράφων, ο δικαστικός επιμελητής, αν βρει στον οφειλέτη τέτοια πράγματα, αφαιρεί από αυτά την ποσότητα που οφείλεται και τα παραδίδει σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Αν αυτό δεν κατορθωθεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 917.
ΚΕΔΕ Άρθρο 47
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 87.0%
ΚΕΔΕ Άρθρο 47: Κατάθεση πλειστηριάσματος 1. Eντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 49 και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδοποίησή του, ο υπερθεματιστής οφείλει να καταθέσει το πλειστηρίασμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει πίνακα κατάταξης σύμφωνα με το άρθρο 974 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον το πλειστηρίασμα δεν επαρκεί για να ικανοποιηθεί ο επισπεύδων και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, και οφείλει, το αργότερο την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από την κατάθεση του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή σύμφωνα με τα άρθρα 46 και επόμενα, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. 2. Η κατάθεση του πλειστηριάσματος σύμφωνα με την παρ. 1, δεν εμποδίζεται από την επιβολή κατάσχεσης, την άσκηση ανακοπής ή οποιονδήποτε άλλον λόγο. 3. Παρακράτηση του πλειστηριάσματος δεν επιτρέπεται για οποιονδήποτε λόγο. 4. Η παρ. 3 του άρθρου 29 εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση.
ΚΠολΔ Άρθρο 952
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 952: "Αν με την κατάσχεση που έχει επιβληθεί δεν ικανοποιείται ή αν πιθανολογείται ότι με την κατάσχεση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί εντελώς η απαίτηση του δανειστή, μπορεί με αίτηση του δανειστή να υποχρεωθεί ο οφειλέτης, κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 έως 866, να υποβάλει αναλυτικό κατάλογο όλων των περιουσιακών του στοιχείων με ακριβή αναφορά του τόπου όπου αυτά βρίσκονται. Ως προς τις απαιτήσεις θα πρέπει να αναφέρονται η νομική αιτία, το αντικείμενο, ο οφειλέτης, οι τυχόν εξασφαλίσεις και τα τυχόν υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα. Από τον κατάλογο θα πρέπει να προκύπτουν επίσης οι απαλλοτριώσεις ακινήτων που έλαβαν χώρα την τελευταία πενταετία πριν από την υποβολή της αίτησης. Ο οφειλέτης θα πρέπει να βεβαιώνει συγχρόνως με όρκο ότι ο κατάλογος περιέχει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, καθώς και τις ως άνω απαλλοτριώσεις, ότι δεν παραλείπει κανένα στοιχείο και ότι έκανε κάθε προσπάθεια, για να εξακριβώσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία".
ΚΠολΔ Άρθρο 924
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 924: "Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό. Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Όποιος επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, έχει υποχρέωση να διορίσει, με την επιταγή που κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέ λεση, αντίκλητο που να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος που υπογράφει την επιταγή. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνουν όλες οι επιδόσεις και οι προσφορές που αφορούν την εκτέλεση".
ΚΠολΔ Άρθρο 934
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 934: Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Προϋποθέσεις και προθεσμίες Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά σε ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του π λειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί κατάσχεσης δε στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής. β) Αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
ΚΕΔΕ Άρθρο 66
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 86.9%
ΚΕΔΕ Άρθρο 66: Ανακοπή τρίτου 1. Ανακοπή κατά της διοικητικής εκτέλεσης δικαιούται να ασκήσει κάθε τρίτος, εφόσον προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητάς του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης. Η ανακοπή στρέφεται κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση Δημοσίου και κατά του οφειλέτη και εγγράφεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της στα βιβλία διεκδικήσεων (κτηματολογικό φύλλο), εάν αφορά ακίνητο. Αρμόδια για την εκδίκαση της ανακοπής είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Η κατά τόπον και καθ’ ύλην αρμοδιότητά τους, ανάλογα με την αξία των κατασχεμένων κατά τον υπολογισμό της από τον ανακόπτοντα, προσδιορίζεται από τις γενικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. 2. Μετά την περάτωση της εκτέλεσης ο τρίτος μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά του υπερθεματιστή εντός απο- σβεστικής προθεσμίας, για μεν τα κινητά ενός (1) έτους από την παράδοσή τους στον υπερθεματιστή, για δε τα ακίνητα πέντε (5) ετών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. 3. Εάν ο τρίτος ασκήσει ανακοπή, μπορεί να ζητήσει με αίτησή του την αναστολή της εκτέλεσης, για μεν τα κινητά μέχρι την παράδοσή τους στον υπερθεματιστή, για δε τα ακίνητα μέχρι την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 964
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 964: Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, ορίζει εγγράφως, εφόσον το επιθυμεί, προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, τη σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται τα κατασχεμένα πράγματα, το αργότερο δύο (2) ημέρες πριν τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστ ηριασμού. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δύναται να ορίσει ο ίδιος σε περίπτωση μη έγγραφης ειδοποιήσεως του καθ' ου η εκτέλεση την σειρά κατακύρωσης. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ενημερώνει τα ηλεκτρονικά συστήματα για τη σειρά κατακύρωσης των κατασχεμέ νων πραγμάτων. Από τη στιγμή που το πλειστηρίασμα καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα της εκτέλεσης, δεν γίνεται κατακύρωση για τα λοιπά κατασχεθέντα και δεν συντάσσεται ως προς αυτά έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης..
2089/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.9%
Πιστωτής και οφειλέτης συνδέονταν με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού που έκλεισε στις 16-12-1979. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής 1364/1980 για 421.838 δρχ. με νόμιμους τόκους. Εγγράφηκαν προσημειώσεις και υποθήκες στο ακίνητο του οφειλέτη από 12-8-1976 έως 8-3-1996. Το ακίνητο είναι διώροφη οικοδομή κατόψεως 100 τ.μ., με ημιυπόγειο, υπερυψωμένο υπόγειο και πρώτο όροφο, επί οικοπέδου με ποσοστό 9/18 εξ αδιαιρέτου και δικαίωμα καθ’ ύψος επέκτασης. Επιβλήθηκε κατάσχεση στις 13-7-1984 με επιταγή για 3.100.000 δρχ. Διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 27-11-1991 (ο τρίτος υπερθεματιστής δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα) και νέος πλειστηριασμός στις 11-6-1997, όπου ο πιστωτής κατέβαλε εξ ολοκλήρου το πλειστηρίασμα. Η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως εκδόθηκε στις 24-9-1997 και μεταγράφηκε. Το 1996 επιτάχθηκε ποσό 14.559.083 δρχ. για δεδουλευμένους και ανατοκιζόμενους τόκους. Ο οφειλέτης ισχυρίστηκε αχρεώστητες καταβολές άνω των 9.000.000 δρχ. λόγω πανωτοκιών.
Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι ο υπερθεματιστής, μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος, λαμβάνει περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και, με τη μεταγραφή της, αποκτά το δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 § 2 ΚΠολΔ και 199, 513, 1192, 1198 ΑΚ, ο πλειστηριασμός λειτουργεί ως ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης. Κατά τα άρθρα 933-934 ΚΠολΔ, η ακυρότητα προηγούμενων πράξεων εκτέλεσης συμπαρασύρει επόμενες μόνο αν προσβληθούν αυτοτελώς και εμπροθέσμως. Το άρθρο 924 ΚΠολΔ επιτρέπει μερική ακύρωση επιταγής μόνο ως προς το υπερβάλλον. Το άρθρο 281 ΑΚ αποκρούει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι εκδόθηκε διαταγή πληρωμής 1364/1980 για 421.838 δρχ. με τόκους από 16-12-1979, επιβλήθηκαν εξασφαλίσεις (12-8-1976 έως 8-3-1996), έγινε κατάσχεση στις 13-7-1984 με επιταγή 3.100.000 δρχ. και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 11-6-1997, όπου ο πιστωτής αναδείχθηκε υπερθεματιστής και κατέβαλε ολόκληρο το πλειστηρίασμα. Η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως εκδόθηκε στις 24-9-1997 και μεταγράφηκε. Η επιταγή του 1996 περιείχε 14.559.083 δρχ. ανατοκιζόμενους τόκους, που κρίθηκαν μη εκτελεστοί μόνο ως προς το κονδύλιο αυτό, χωρίς να ακυρωθούν αυτοτελώς ο πλειστηριασμός ή η περίληψη. Εφαρμόζοντας τα παραπάνω, έκρινε ότι η μερική ακυρότητα της επιταγής δεν επηρεάζει την ισχύ του πλειστηριασμού και της μεταγεγραμμένης περίληψης, εφόσον δεν προσβλήθηκαν εμπροθέσμως κατά τα άρθρα 933-934 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, ο υπερθεματιστής παραμένει κύριος και νομέας και δύναται να απαιτήσει απόδοση νομής, ενώ ο οφειλέτης διατηρεί ενοχικές αξιώσεις για τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντες ανατοκιζόμενους τόκους· δεν συντρέχει καταχρηστική άσκηση κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι: (1) η αγωγή απόδοσης νομής δεν είναι καταχρηστική, αφού ο υπερθεματιστής απέκτησε νόμιμα κυριότητα μέσω πλειστηριασμού στις 11-6-1997 και περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως στις 24-9-1997, ενώ ο οφειλέτης μπορεί να επιδιώξει ενοχικά την επιστροφή τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ανατοκιζόμενων τόκων· (2) η μερική ακύρωση της επιταγής ως προς τους ανατοκιζόμενους τόκους δεν συμπαρασύρει τον πλειστηριασμό ή την περίληψη, επειδή δεν προσβλήθηκαν αυτοτελώς και εμπροθέσμως κατά τα άρθρα 933-934 ΚΠολΔ· (3) δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις 116, 924 και 1005 § 1 ΚΠολΔ, ούτε υφίσταται ακυρότητα του νόμιμου τίτλου μετάθεσης κυριότητας και νομής.
Απορρίπτει την από 16-2-2007 αίτηση του Α. Φ. την επί της οποίας δίκης συνεχίζει η θυγατέρα του Κ. Φ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.2584/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την συνεχίζουσα τη δίκη ως αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
1531/2012
2012Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.5%
Ακίνητο-οικόπεδο αριθ. 38, Ο.Τ. 71, εντός σχεδίου Δήμου Γλυφάδας, επί λεωφόρου με αριθμό 45Α (πρώην 45), έκτασης περίπου 600 τ.μ. (1.666 τετραγωνικοί πήχεις), με πλευρές 30 μ., 20 μ., 30 μ., 20 μ., συνορεύον με ακίνητα γειτόνων. Πρωτογενής κτήση 1928 με αγορά και μεταγραφή. Αναγκαστικός πλειστηριασμός 7-7-1935 και κατακύρωση σε υπερθεματιστή που δεν έλαβε ποτέ νομή· ο προηγούμενος κάτοχος διατήρησε φυσική εξουσία και το 1937 μετέδωσε άτυπα τη νομή σε συγγενή (μετέπειτα κληρονομούμενο). Ο νομέας από το 1937 έως 28-2-1988 ασκούσε πράξεις νομής: επίβλεψη ορίων, συρμάτινη περίφραξη και πόρτα, φύτευση (συκιές, λεμονιές, κυπαρίσσια, φοίνικες, φραγκοσυκιά), περιοδική καλλιέργεια κηπευτικών, μέριμνα για φορολογία. Φόρος ακαλύπτων χώρων καταβλήθηκε 1974-1982 στο όνομα συγγενή-βοηθού για 600 τ.μ., 1983-1986 εξ ημισείας (300 τ.μ. έκαστος), 1987 εξ ολοκλήρου στο όνομα του νομέα. Απόπειρα υδροπαροχής 11-10-1983 στο όνομα συγγενή, τελικά τοποθετήθηκε σε άλλο ακίνητο και έμεινε ασύνδετη. Μετά τον θάνατο, χήρα αποδέχθηκε κληρονομία 1/2 εξ αδιαιρέτου με συμβολαιογραφικές πράξεις 22-6-2007 και 15-3-2008 (μεταγραφές), και συνέχισε επισκέψεις έως το 2000. Αργότερα τρίτοι άλλαξαν λουκέτο και απέβαλαν την κάτοχο.
Το άρθρο 1045 ΑΚ ορίζει ότι η κυριότητα επί ακινήτου αποκτάται με έκτακτη χρησικτησία με νομή επί εικοσαετία με διάνοια κυρίου. Το άρθρο 1051 ΑΚ επιτρέπει το συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου στη χρησικτησία του διαδόχου, ενώ τα άρθρα 974 και 976 ΑΚ καθορίζουν την έννοια της νομής και την ειδική διαδοχή στη νομή με παράδοση. Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ χαρακτηρίζει τον πλειστηριασμό ως παράγωγο τρόπο μεταβίβασης, χωρίς δημιουργία νέου δικαιώματος αν δεν επιληφθεί η νομή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το οικόπεδο (600 τ.μ., Ο.Τ. 71, αριθ. 45Α) νέμεται συνεχώς από το 1937 έως 28-2-1988 με πράξεις εξουσίασης (περίφραξη, καλλιέργειες, φυτεύσεις, επίβλεψη, φορολογικές μέριμνες). Ο υπερθεματιστής του 1935 δεν επιλήφθηκε της νομής. Φόρος ακαλύπτων χώρων καταβλήθηκε 1974-1987 (π.χ. 1.520 δρχ. το 1983, 10.384 δρχ. το 1984, 1.680 δρχ. το 1985, 18.600 δρχ. το 1986), ενίοτε στο όνομα συγγενή που ενεργούσε εξυπηρετήσεις. Απόπειρα υδροπαροχής το 1983 έμεινε ασύνδετη. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 1045, 1051, 974, 976 ΑΚ, έκρινε ότι υφίσταται συνεχής νομή με διάνοια κυρίου και ειδική διαδοχή στη νομή, με δυνατότητα συνυπολογισμού χρόνου, οπότε η έκτακτη χρησικτησία είχε συμπληρωθεί το αργότερο έως το 1966. Οι πράξεις του συγγενή (φορολογικές πληρωμές, υδροπαροχή) δεν συγκροτούν αυτοτελή νομή του ίδιου.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι η απόφαση του Εφετείου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 1045, 1051, 974, 976 ΑΚ και 1005 § 1 ΚΠολΔ, δεχόμενη ότι ο νομέας νέμεται το ακίνητο από το 1937 έως 28-2-1988 με πράξεις εξουσίασης και ότι η έκτακτη χρησικτησία συμπληρώθηκε, το αργότερο, το 1966. Ο υπερθεματιστής του 1935 δεν απέκτησε νομή, άρα δεν ανατράπηκε η συνεχιζόμενη νομή. Οι πληρωμές φόρου ακαλύπτων χώρων (1974-1987) και η ανεπιτυχής υδροπαροχή από συγγενή συνιστούσαν εξυπηρέτηση και δεν απέδειξαν αυτοτελή νομή ή κυριότητα αυτού. Οι αναιρετικοί λόγοι από τα άρθρα 559 αριθμ. 1, 19, 10, 8, 11 περ. γ’, 12 και 20 ΚΠολΔ κρίθηκαν αβάσιμοι ή απαράδεκτοι, διότι δεν υπήρξε παραβίαση ουσιαστικών κανόνων, έλλειψη νόμιμης βάσης, μη λήψη ή λήψη μη προταθέντων «πραγμάτων», παράβαση αποδεικτικής δύναμης ή παραμόρφωση εγγράφων.
Απορρίπτει την από 4-4-2011 αίτηση των Κ. συζ. Β. Χ. κ.λ.π. για αναίρεση της 405/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1046/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.3%
Ιδιοκτήτης ακινήτου (οικόπεδο 286,56 τ.μ.) είχε ανεγείρει ισόγειο κατάστημα 71,83 τ.μ. με υπόγειο 71,83 τ.μ. και μία θέση στάθμευσης 11,25 τ.μ. Το κατάστημα εκμισθώθηκε με ιδιωτικό συμφωνητικό 16-1-2006 για χρήση καφετέριας-ζαχαροπλαστείου, διάρκεια έως 17-1-2016 και μηνιαίο μίσθωμα 500 ευρώ. Η μισθώτρια ανέλαβε με ρήτρα να αποπερατώσει το ημιτελές μίσθιο έως 31-5-2006, παρέλαβε και λειτούργησε επιχείρηση από το καλοκαίρι 2006 έως το 2010, με δήλωση μισθωμάτων στην εφορία. Επιβλήθηκε κατάσχεση το 2010 και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 8-12-2010. Η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως καταχωρίστηκε στις 18-1-2011, οπότε ο υπερθεματιστής κατέστη κύριος. Η αποβολή της μισθώτριας και εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο μίσθιο έλαβε χώρα στις 18-2-2011. Η προσωρινή διακοπή χρήσης το 2010 συνδέθηκε με δημοτική σφράγιση λόγω παραβάσεων μουσικής. Υφίστατο συγγενική σχέση μεταξύ εκμισθωτή και εκπροσώπου μισθωτή.
Το άρθρο 936 § 2 ΚΠολΔ παρέχει σε τρίτο που θίγεται από την αναγκαστική εκτέλεση δικαίωμα ανακοπής για δικαιώματα επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, περιλαμβανομένων ενοχικών (π.χ. μίσθωση) αντιτάξιμων στον καθ’ ου. Στην έμμεση εκτέλεση η ανακοπή ασκείται από την κατάσχεση έως την εγκατάσταση του υπερθεματιστή, μετά δε εφαρμόζεται το άρθρο 1020 ΚΠολΔ. Ο νέος κύριος υπεισέρχεται εκ του νόμου στη μίσθωση επαγγελματικής στέγης (άρθρο 1 ΠΔ 34/1995), χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614-615 ΑΚ. Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ προϋποθέτει επίδοση της πράξης εκτέλεσης στον καθ’ ης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι από 16-1-2006 υφίστατο έγκυρη μίσθωση καταστήματος 71,83 τ.μ. με υπόγειο 71,83 τ.μ., μίσθωμα 500 ευρώ και διάρκεια έως 17-1-2016, με πραγματική λειτουργία επιχείρησης από το 2006. Πλειστηριασμός: 8-12-2010. Καταχώριση περίληψης: 18-1-2011. Αποβολή-εγκατάσταση υπερθεματιστή: 18-2-2011. Το χαμηλότερο μίσθωμα δικαιολογήθηκε από ανάληψη αποπεράτωσης του ημιτελούς μισθίου έως 31-5-2006. Η διακοπή χρήσης το 2010 δεν συνεπάγεται αυτοδίκαιη λύση (άρθρο 594 ΑΚ). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι ο μισθωτής νομιμοποιείται ως τρίτος σε ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ, αφού η αποβολή και εγκατάσταση επήλθε μεταγενέστερα, ενώ δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις άρθρου 933 ΚΠολΔ λόγω έλλειψης επίδοσης. Η μίσθωση δεν ήταν εικονική: αποδείχθηκε πραγματική εκμετάλλευση και ειδική συμφωνία αποπεράτωσης· η συγγενική σχέση δεν αρκεί.
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης διότι: (1) Ο μισθωτής είχε αντιτάξιμο ενοχικό δικαίωμα και νομιμοποιούνταν σε ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ, ασκηθείσα μετά τον πλειστηριασμό (8-12-2010) αλλά πριν από την αποβολή και εγκατάσταση του υπερθεματιστή (18-2-2011). Δεν ίσχυε το άρθρο 933 ΚΠολΔ, αφού δεν είχε επιδοθεί η επιταγή στον μισθωτή. Η ανακοπή απευθύνθηκε στους αναγκαίους παθητικά νομιμοποιούμενους και εγγράφηκε εμπρόθεσμα. Ο υπερθεματιστής δεσμεύεται από τη μίσθωση επαγγελματικής στέγης (άρθρο 1 ΠΔ 34/1995), χωρίς διατυπώσεις άρθρων 614-615 ΑΚ. (2) Ο ισχυρισμός περί εικονικότητας απορρίφθηκε με επαρκείς αιτιολογίες: λειτουργία επιχείρησης, καταβολή/δήλωση μισθωμάτων, συμφωνία αποπεράτωσης ημιτελούς μισθίου που δικαιολογεί το χαμηλό μίσθωμα, ενώ η διακοπή χρήσης δεν επιφέρει αυτοδίκαιη λύση (άρθρο 594 ΑΚ). Δεν συνέτρεξαν λόγοι του άρθρου 559 αριθ. 1 ή 19 ΚΠολΔ.
Απορρίπτει την κρινόμενη από 12-10-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 8981/15-10-2018 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 3620/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
657/2012
2012Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Αγροτεμάχιο στη θέση «Γλυκά Νερά», πλησίον Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως, εμβαδού 240 τ.μ., εμφανιζόμενο ως «3» σε σχεδιάγραμμα του 1965, με όρια προς το «4», το «2», ιδιοκτησία κληρονόμων και ανώνυμη οδό. Το ακίνητο εκπλειστηριάστηκε το 1994, κατακυρώθηκε σε υπερθεματιστή αντί 5.500.000 δρχ. (500.000 δρχ. εγγύηση, 5.000.000 δρχ. συμψηφισμός). Τρίτο πρόσωπο είχε αγοράσει άτυπα το επίδικο το 1966 μέσω μεσιτικού γραφείου αντί 15.000 δρχ. (15 μηνιαίες δόσεις), περιέφραξε και συνένωσε με όμορο «4» (συνολικά ~491 τ.μ.), κατεδάφισε τμήμα μάνδρας το 1971, διαμόρφωσε έδαφος, φύτεψε δένδρα το 1973-1974, καλλιεργούσε κηπευτικά, κατοικείται μόνιμα από τέκνο από το 1996, εγκαταστάθηκε κιόσκι το 1999. Το 2000 συντάχθηκε τοπογραφικό, το 2001 έγινε γονική παροχή: ψιλή κυριότητα στα τέκνα (1/3 έκαστο), επικαρπία στη μητέρα. Δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του υπερθεματιστή ή της δικαιοπαρόχου μετά το 1966.
Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι ο υπερθεματιστής αποκτά, μετά τη μεταγραφή της περίληψης, το δικαίωμα που είχε ο καθού η εκτέλεση, ο πλειστηριασμός δε συνιστά ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 § 2 ΚΠολΔ και 199, 513, 1192, 1198 ΑΚ, ο υπερθεματιστής είναι ειδικός διάδοχος. Τα άρθρα 974, 1045 και 1051 ΑΚ καθιερώνουν την έκτακτη χρησικτησία με 20ετή νομή με διάνοια κυρίου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το επίδικο (240 τ.μ., «3») κατακυρώθηκε το 1994 αντί 5.500.000 δρχ. με καταβληθείσα εγγύηση 500.000 δρχ. και συμψηφισμό 5.000.000 δρχ. Τρίτο πρόσωπο από το 1966 άσκησε διακατοχικές πράξεις (περίφραξη, ενοποίηση με «4» σε 491 τ.μ., καλλιέργειες, φύτευση δένδρων 1973-1974, μόνιμη κατοικία από 1996, κιόσκι 1999) και το 2001 μεταβίβασε ψιλή κυριότητα στα τέκνα, διατηρώντας επικαρπία. Δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του υπερθεματιστή ή της δικαιοπαρόχου μετά το 1966. Εφαρμόζοντας τα ως άνω, έκρινε ότι η κυριότητα είχε αποκτηθεί με έκτακτη χρησικτησία προ της κατακύρωσης, οπότε ο καθού η εκτέλεση δεν ήταν κύριος. Κατά συνέπεια, ο υπερθεματιστής δεν απέκτησε κυριότητα. Παράλληλα, οι αιτιάσεις περί έλλειψης νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) και παραβίασης κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ) απορρίπτονται, όπως και ο ισχυρισμός περί μη συνεκτίμησης φωτογραφιών (άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ).
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης διότι: (α) η απόφαση του Εφετείου είχε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες για την 20ετή νομή με διάνοια κυρίου από το 1966 έως το 2001, θεμελιώνοντας έκτακτη χρησικτησία και συνακόλουθη απόσβεση της κυριότητας της οφειλέτιδας· (β) ο υπερθεματιστής, ως ειδικός διάδοχος, αποκτά μόνο το δικαίωμα που είχε ο καθού η εκτέλεση, ο οποίος κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού δεν ήταν κύριος· (γ) δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του υπερθεματιστή ή της δικαιοπαρόχου μετά το 1966· (δ) ο ισχυρισμός περί παραβίασης διδαγμάτων κοινής πείρας αφορά εκτίμηση αποδείξεων και είναι αναιρετικώς ανέλεγκτος· (ε) το Εφετείο συνεκτίμησε τα προσκομισθέντα έγγραφα, περιλαμβανομένων των φωτογραφιών, οπότε δεν στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ.
Απορρίπτει την από 18-11-2009 αίτηση του Δ. Π. για αναίρεση της 1735/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1721/2023
2023Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.7%
Επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε διαμέρισμα και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 28-7-1999, με κατακύρωση στο υπερθεματιστή αντί 20.000.000 δρχ. Η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης συντάχθηκε στις 9-11-1999 και μεταγράφηκε την 1-12-1999 στο Υποθηκοφυλακείο Νέας Φιλαδέλφειας. Ο νέος κύριος επέδωσε στην κάτοχο αντίγραφα εξ απογράφου με επιταγές προς συμμόρφωση στις 4-9-2000, 10-4-2008 (με ρητή επιφύλαξη για αποζημίωση από 28-7-1999) και 25-2-2011 (εκ νέου επιφύλαξη). Η κάτοχος διέμενε συνεχώς στο διαμέρισμα χωρίς να καταβάλει αποζημίωση χρήσης έως 17-11-2011, οπότε πραγματοποιήθηκε βίαιη αποβολή. Έγιναν διακανονισμοί ληξιπρόθεσμων δανειακών οφειλών και καταβολές εκ μέρους της κατόχου μετά το 2005. Για το διάστημα 1-6-2005 έως 31-3-2011, η μισθωτική αξία εκτιμήθηκε σε: 255€ (2005), 265€ (2006), 277€ (2007), 289€ (2008), 300€ (2009), 306€ (2010), 318€ (2011). Συνολικά διαφυγόντα κέρδη υπολογίσθηκαν 35.495,39€, εκ των οποίων 15.512,39€ κρίθηκαν παραγεγραμμένα, απομένοντας 19.983€ για το μη παραγεγραμμένο διάστημα.
Το άρθρο 937 ΑΚ θεσπίζει πενταετή παραγραφή απαιτήσεων από αδικοπραξία. Επίσης, το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος όταν, κατά τις αρχές καλής πίστης και χρηστών ηθών, η άσκηση υπερβαίνει προφανώς τα όρια του σκοπού του δικαιώματος. Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου (αριθ. 1), έλλειψη νόμιμης βάσης (αριθ. 19) και μη λήψη αποδεικτικών μέσων (αριθ. 11 γ’). Το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαιτεί επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε νομίμως στην ουσία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κύριος του ακινήτου μετά την κατακύρωση επέδωσε τρεις επιταγές (4-9-2000, 10-4-2008, 25-2-2011) με ρητή επιφύλαξη για αποζημίωση χρήσης. Η κάτοχος διέμενε χωρίς καταβολή αποζημίωσης έως 17-11-2011. Η μισθωτική αξία ορίστηκε σε 255€ (2005), 265€ (2006), 277€ (2007), 289€ (2008), 300€ (2009), 306€ (2010), 318€ (2011), με συνολικά διαφυγόντα κέρδη 35.495,39€, εκ των οποίων 15.512,39€ παραγράφηκαν, απομένοντας 19.983€ για 1-6-2005 έως 31-3-2011. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, έκρινε ότι η αξίωση για αποζημίωση χρήσης είναι αυτοτελής έναντι των δανειακών διακανονισμών και δεν συντρέχει καταχρηστικότητα (281 ΑΚ), ιδίως λόγω των επανειλημμένων επιταγών. Ο αναιρετικός ισχυρισμός περί ειδικής παραγραφής του Ν.Δ. 496/1974 ήταν απαράδεκτος (562 §2 ΚΠολΔ) ως μη προταθείς στην ουσία. Οι αιτιάσεις για μη λήψη εγγράφων ήταν αβάσιμες, αφού λήφθηκαν υπόψη γενικώς τα έγγραφα.
Η ένσταση καταχρηστικότητας απορρίφθηκε διότι δεν αποδείχθηκαν περιστάσεις που να δημιουργούν εύλογη πεποίθηση μη άσκησης της αξίωσης· αντιθέτως, υπήρξαν τρεις επιδόσεις επιταγών με ρητή επιφύλαξη αποζημίωσης. Η αξίωση για διαφυγόντα κέρδη από παράνομη κατοχή είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από ζητήματα ανατοκισμού/διακανονισμών δανείων. Η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ εφαρμόστηκε, περιορίζοντας την απαίτηση στο ποσό των 19.983€ για το διάστημα 1-6-2005 έως 31-3-2011. Ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης της πρώτης αίτησης ήταν αόριστος (559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), ενώ ο λόγος περί μη λήψης εγγράφων αβάσιμος (559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ). Οι λόγοι της δεύτερης αίτησης περί ειδικής έναρξης παραγραφής κατά το άρθρο 44 §1 Ν.Δ. 496/1974 ήταν απαράδεκτοι (562 §2 ΚΠολΔ), ως μη προταθέντες στην ουσία, και η αιτίαση περί εξόδων αβάσιμη, αφού ο συμψηφισμός στηρίχθηκε νομίμως στο άρθρο 22 Ν. 3693/1957.
Απορρίπτει την από 9/8/2021 αίτηση της Μ. συζύγου Θ. Λ. και τον από 15/11/2022 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ' αριθ. 1358/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Απορρίπτει την από 13.12.2022 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της ιδίας υπ' αριθ.1358/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στο αναιρεσείον μειωμένα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
1788/2012
2012Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.6%
Οφειλέτιδα κατείχε οικόπεδο στη Νέα Μάκρη (θέση «Γεροσακούλι»), επί της Λεωφόρου Μ., με παλαιούς τίτλους που περιέγραφαν επιφάνεια 1.344 τ.μ. (συμβόλαιο 1977) και 1.438,60 τ.μ. (τοπογραφικό 1992), ενώ η πραγματική επιφάνεια του τμήματος ε ήταν 1.060,50 τ.μ. (πρόσοψη 15,78 μ. ανατολικά, 16,03 μ. δυτικά, πλευρές 67,17 μ. βόρεια και 66,92 μ. νότια). Συνεχόμενα τμήματα 128 τ.μ. (τμήμα δ, κτηθέν με έκτακτη χρησικτησία) και 96 τ.μ. (τμήμα γ, κτηθέν με αγορά το 1974) περιλαμβάνονταν εντός των ορίων που αναγράφονταν στην κατασχετήρια έκθεση. Επιπλέον διαπιστώθηκε συνολική επιπλέον κατάσχεση 360 τ.μ. από συνεχόμενα ακίνητα. Στις 10-3-1995 συντάχθηκε κατασχετήρια έκθεση. Στις 18-3-1998 διενεργήθηκε πλειστηριασμός με υπερθεματισμό 50.001.000 δρχ. και στις 4-5-1998 εκδόθηκε και μεταγράφηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε από Μάιο 1998, εκτός λωρίδας 18 τ.μ. που είχε διατεθεί για διάνοιξη Λεωφόρου.
Το άρθρο 934 § 1β ΚΠολΔ ορίζει ότι ακυρότητα πράξεων εκτέλεσης (όπως ατελής περιγραφή κατασχέσεως) προβάλλεται με ανακοπή μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης (σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης), ενώ το άρθρο 934 § 1γ ΚΠολΔ θέτει προθεσμίες για προσβολή της τελευταίας πράξης. Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι με την κατακύρωση και τη μεταγραφή της περίληψης ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα του καθ’ ου ως ειδικός διάδοχος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατασχέθηκε ακίνητο που περιγράφηκε με επιφάνεια 1.344/1.438,60 τ.μ., ενώ το πραγματικό τμήμα ήταν 1.060,50 τ.μ., περιλαμβάνοντας εντός των ορίων του συνεχόμενα τμήματα 128 τ.μ. και 96 τ.μ. Η κατάσχεση συντάχθηκε στις 10-3-1995, ο πλειστηριασμός έγινε στις 18-3-1998 με προσφορά 50.001.000 δρχ., και η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως εκδόθηκε και μεταγράφηκε στις 4-5-1998. Δεν ασκήθηκε ανακοπή πριν από τον πλειστηριασμό για την ατελή περιγραφή. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η πλημμέλεια της κατασχετήριας έκθεσης δεν μπορεί να προβληθεί μεταγενέστερα κατά του πλειστηριασμού, και με την κατακύρωση και μεταγραφή ο υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα επί των επίδικων τμημάτων, ως ειδικός διάδοχος του οφειλέτη.
Η διεκδικητική αξίωση κρίθηκε αβάσιμη διότι τα επίδικα τμήματα (128 τ.μ. και 96 τ.μ.) περιλαμβάνονταν εντός των ορίων του κατασχεθέντος και εκπλειστηριασθέντος αυτοτελούς ακινήτου, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1005 § 1 ΚΠολΔ (κατακύρωση 18-3-1998 και μεταγραφή περίληψης 4-5-1998), και ο υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα ως ειδικός διάδοχος. Η οφειλέτιδα δεν άσκησε εμπρόθεσμη ανακοπή κατά της κατασχετήριας έκθεσης για την ατελή περιγραφή (άρθρο 934 § 1β-1γ ΚΠολΔ), οπότε η ακυρότητα καλύφθηκε και δεν επηρεάζει τον κύρο του πλειστηριασμού. Επιπλέον, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν διότι η απόφαση φέρει επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ ο ισχυρισμός περί μη λήψης υπόψη «πράγματος» απορρίφθηκε ως αόριστος (άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β’ ΚΠολΔ).
Απορρίπτει την από 25-1-2008 αίτηση της Δ. χήρας Ν. Κ. για αναίρεση της 5563/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1373/2014
2014Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.4%
Ακίνητο αγροκτήματος συνολικής εκτάσεως 541 στρεμμάτων σε παραθαλάσσια θέση. Εκπλειστηριάστηκε στις 27-7-1994 και κατακυρώθηκε σε αγοραστή, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο ακίνητο το θέρος του 1994. Η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε στις 13-3-1998. Ο ενδιαφερόμενος έλαβε με χρησιδάνειο τμήμα 107 στρεμμάτων για καλλιέργεια και βόσκηση, χωρίς να έχει ποτέ νομή ή κυριότητα επί του μείζονος ακινήτου. Ο αγοραστής επιδίωξε τουριστική αξιοποίηση λόγω γειτνίασης με τη θάλασσα, με επαναλαμβανόμενες επισκέψεις και επίβλεψη, εκπόνηση τοπογραφικών, και υποβολή φορολογικών δηλώσεων.
Το άρθρο 1020 ΚΠολΔ καθιερώνει αποκλειστική πενταετή προθεσμία για αγωγή διεκδικήσεως ακινήτου που πλειστηριάστηκε, η οποία αρχίζει από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και την εγκατάσταση του υπερθεματιστή. Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, η διεκδίκηση στρέφεται κατά του νομέα· μετά την αποσβεστική παρέλευση, αναγνωριστική αγωγή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ) και λόγοι του άρθρου 559 δεν επιτρέπουν αναιρετικό έλεγχο επί της ουσίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ακίνητο (541 στρέμματα) εκπλειστηριάστηκε στις 27-7-1994, ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε το θέρος 1994, και η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε στις 13-3-1998. Ο ενδιαφερόμενος είχε παραχωρηθεί τμήμα 107 στρεμμάτων με χρησιδάνειο, χωρίς νομή/κυριότητα επί του όλου, ενώ ο υπερθεματιστής προέβη σε πράξεις αξιοποίησης (επισκέψεις, επίβλεψη, τοπογραφικά, φορολογικές δηλώσεις). Εφαρμόζοντας το άρθρο 1020 ΚΠολΔ, έκρινε ότι η πενταετής αποκλειστική προθεσμία είχε παρέλθει πριν την άσκηση της διεκδικητικής αξίωσης, καθιστώντας την απαράδεκτη. Κατ’ επέκταση, ελλείπει έννομο συμφέρον για την αναγνωριστική αγωγή επί του όλου ακινήτου. Οι αιτιάσεις περί συμφέροντος μάρτυρα είναι ανέλεγκτες (άρθρο 561 §1), και οι λοιποί λόγοι πλήττουν την εκτίμηση αποδείξεων, ενώ η απόφαση φέρει επαρκείς, μη αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559).
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι, με βάση τα δεκτά πραγματικά περιστατικά, το ακίνητο εκπλειστηριάστηκε στις 27-7-1994, ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε το θέρος 1994 και η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε στις 13-3-1998, με αποτέλεσμα να έχει συμπληρωθεί η αποκλειστική πενταετία του άρθρου 1020 ΚΠολΔ πριν την άσκηση της αγωγής, καθιστώντας το διεκδικητικό μέρος (για 107 στρέμματα) απαράδεκτο και το αναγνωριστικό άνευ εννόμου συμφέροντος. Επιπλέον, η κρίση για ύπαρξη συμφέροντος μάρτυρα είναι ανέλεγκτη κατ’ άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί λόγοι προσβάλλουν την ουσιαστική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων· η απόφαση περιέχει επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή των άρθρων 1020 ΚΠολΔ, 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, οπότε οι λόγοι από το άρθρο 559 (αρ. 1, 17, 19) απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-7-2012 αίτηση του Β. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 203/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1725/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.3%
Κύριος του ακινήτου απέκτησε οικόπεδο 11.465,23 τ.μ. με κτιριακές εγκαταστάσεις 2.181,42 τ.μ. στη θέση «Πρινερί» επί της ΕΟ Μυτιλήνης–Καλλονής. Το ακίνητο κατασχέθηκε και εκπλειστηριάστηκε στις 26-3-1997, κατακυρώθηκε αντί 110.100.000 δρχ., εκδόθηκε περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως στις 11-4-1997 και ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε στο ακίνητο. Η μεταβίβαση στηρίχθηκε στην περίληψη και τη μεταγραφή. Ο πλειστηριασμός και η περίληψη κρίθηκαν άκυρα, με αποτέλεσμα η μεταβίβαση να είναι νομικά ελαττωματική. Η αναγνωριστική απαίτηση επικεντρώθηκε στην κυριότητα, χωρίς αίτημα απόδοσης κατοχής.
Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1002 § 1α, 1003 § 1 και 1004 § 1 ΚΠολΔικ και τα άρθρα 1192 § 2 και 1198 ΑΚ, ορίζει ότι η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως αποτελεί τίτλο που, από τη μεταγραφή, μεταβιβάζει κυριότητα στον υπερθεματιστή. Αν ακυρωθεί ο πλειστηριασμός, η μεταβίβαση καθίσταται άκυρη και ο καθού θεωρείται ότι ουδέποτε απώλεσε την κυριότητα. Το άρθρο 940 § 3 ΚΠολΔικ θεμελιώνει αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ακίνητο (οικόπεδο 11.465,23 τ.μ. με κτιριακές εγκαταστάσεις 2.181,42 τ.μ., στη θέση «Πρινερί», επί ΕΟ Μυτιλήνης–Καλλονής) εκπλειστηριάστηκε στις 26-3-1997 αντί 110.100.000 δρχ., εκδόθηκε περίληψη στις 11-4-1997 και ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε. Η ακύρωση του πλειστηριασμού και της περίληψης κατέστη αμετάκλητη και η διαπλαστική ενέργεια της σχετικής αποφάσεως ισχύει έναντι όλων. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι η κυριότητα επανήλθε αυτοδικαίως στον καθού, η αναγνωριστική κρίση στηρίχθηκε στη δεσμευτικότητα της διαπλαστικής αποφάσεως, ενώ ισχυρισμοί περί αποζημίωσης (άρθρο 940 § 3 ΚΠολΔικ, 914/904 ΑΚ) ή κατοχής ήταν αλυσιτελείς ως εκτός αντικειμένου της αγωγής. Οι λόγοι αναίρεσης για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι ή αβάσιμοι.
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης διότι η αναγνωριστική κρίση περί κυριότητας στηρίχθηκε ορθά στη διαπλαστική ενέργεια erga omnes της αμετάκλητης ακύρωσης πλειστηριασμού/περίληψης, χωρίς εφαρμογή των διατάξεων περί αποζημίωσης ή κατοχής. Οι αιτιάσεις βάσει Ν. 2334/1994, ΠΔ 456/1984 και άρθρου 175 § 2 ΑΚ ήταν απαράδεκτες, αφού οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόστηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ισχυρισμός περί νόμιμης παραμονής στην κατοχή ήταν αλυσιτελής, επειδή η αγωγή δεν περιείχε αίτημα απόδοσης και η υποχρέωση απόδοσης είναι ενοχική (άρθρο 904 ΑΚ). Οι λόγοι περί δεδικασμένου δεν στοιχειοθετήθηκαν, καθώς η απόφαση στηρίχθηκε στη διαπλαστική ενέργεια και δεν συνέτρεχαν τα υποκειμενικά όρια του άρθρου 324 ΚΠολΔ. Ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ απέτυχε, αφού οι λόγοι εφέσεως εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν.
Απορρίπτει την από 21-10-2011 αίτηση και τους από 8-4-2013 πρόσθετους λόγους της ΑΕ με την επωνυμία "Α. ΑΕ" κατά της ΑΕ με την επωνυμία "Λευκοσιδηρουργία Μυτιλήνης ΑΒΕΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 96/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
819/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.3%
Πιστωτικό ίδρυμα διατηρούσε πιστωτική σχέση με οφειλέτη μέσω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού. Ακίνητο του οφειλέτη κατασχέθηκε και εκπλειστηριάσθηκε στις 24-5-2000, κατακυρώθηκε σε υπερθεματιστή και εκδόθηκε η 384/21-6-2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία μεταγράφηκε. Ακολούθησε αποβολή του οφειλέτη από το ακίνητο και εγκατάσταση του υπερθεματιστή, με την 621/1-10-01 έκθεση. Τέθηκε ζήτημα επανακαθορισμού της οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 30 ν. 2789/2000.
Το άρθρο 1005 § 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 § 2 ΚΠολΔ και 199, 513, 1192, 1198 ΑΚ, προβλέπει ότι η εκποίηση με πλειστηριασμό τελειώνει με την κατακύρωση και, μετά τη μεταγραφή της περίληψης, ο υπερθεματιστής αποκτά κυριότητα ως ειδικός διάδοχος. Το άρθρο 933 ΚΠολΔ ορίζει ότι οι πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης προσβάλλονται αποκλειστικά με ανακοπή, εντός των προθεσμιών του άρθρου 934 § 1 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ακίνητο εκπλειστηριάστηκε στις 24-5-2000, εκδόθηκε και μεταγράφηκε η 384/21-6-2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και συντάχθηκε η 621/1-10-01 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο ισχυρισμός περί μη επανακαθορισμού της οφειλής (άρθρο 30 ν. 2789/2000) δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία (χρόνος σύμβασης, ύψος οφειλής, αίτηση επανακαθορισμού). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η ακυρότητα της περίληψης και των πράξεων αποβολής/εγκατάστασης δεν δύναται να επιδιωχθεί με αναγνωριστική αγωγή αλλά μόνο με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, και ότι μετά τη μεταγραφή ο υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα. Η αξίωση για ηθική βλάβη ήταν αόριστη, ελλείψει εξειδικευμένων περιστατικών καταχρηστικότητας (άρθρο 281 ΑΚ), υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου.
Αποφάνθηκε ότι η αναγνώριση ακυρότητας της 384/21-6-2000 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και της 621/1-10-01 έκθεσης αποβολής/εγκατάστασης δεν είναι επιδεκτική αναγνωριστικής αγωγής αλλά μόνο ανακοπής (άρθρα 933, 934 ΚΠολΔ), συνεπώς το σχετικό αίτημα ήταν απαράδεκτο. Επί της κυριότητας, μετά τη μεταγραφή της περίληψης ο υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα (άρθρο 1005 § 2 ΚΠολΔ σε συνδ. με 1017 § 2 ΚΠολΔ και 199, 513, 1192, 1198 ΑΚ), άρα το αίτημα αναγνώρισης κυριότητας ήταν μη νόμιμο. Η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ήταν αόριστη, διότι δεν παρατέθηκαν κρίσιμα περιστατικά για επανακαθορισμό οφειλής (άρθρο 30 ν. 2789/2000), υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, υπαιτιότητα και αιτιώδης σύνδεσμος. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμοι.
Απορρίπτει την από 22-12-2009 αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθ. 54/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και 611/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
261/2017
2017Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.8%
Οφειλέτης υπέστη αναγκαστική εκτέλεση από τράπεζα επί ακίνητης περιουσίας του. Διενεργήθηκε πλειστηριασμός στον οποίο αναδείχθηκε υπερθεματιστής. Συντάχθηκε έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.
Το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως με συγκεκριμένες προθεσμίες ανάλογα με τον προβαλλόμενο λόγο και την προσβαλλόμενη πράξη. Οι προθεσμίες αυτές είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως και η πάροδός τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής. Από το συνδυασμό των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ συνάγεται ότι λόγο ανακοπής μπορεί να αποτελέσει η αντίθεση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως στα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο διέκρινε ότι αν η αντίθεση στο άρθρο 281 ΑΚ αφορά την απαίτηση ή τη διαδικασία εκτελέσεως, ο λόγος πρέπει να προβάλλεται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή έως τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού. Κατ' εξαίρεση, αν η αντίθεση αφορά ειδικά την ίδια την τελευταία πράξη εκτελέσεως (πλειστηριασμό και κατακύρωση), εφαρμόζεται η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι εν προκειμένω εφαρμοστέα ήταν η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ και όχι του 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ, διότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αφορούσε ειδικά την ίδια την πράξη του πλειστηριασμού.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο πρώτος λόγος ήταν απαράδεκτος, καθώς κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων. Ο δεύτερος λόγος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος διότι από τη συμμετοχή πρωτοδίκη στη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου τεκμαίρεται τόσο το κώλυμα των προέδρων πρωτοδικών όσο και η ύπαρξη των νόμιμων προϋποθέσεων, χωρίς να απαιτείται ρητή μνεία στην απόφαση.
Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση του Σ. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3327/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
496/2023
2023Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.8%
Επισπεύδων πιστωτής, με βάση διαταγή πληρωμής για απαίτηση ύψους 8.500 ευρώ, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο εκτάσεως 882 τ.μ. εντός οικισμού, ιδιοκτησίας οφειλέτριας. Συντάχθηκε η υπ'αριθ. 4383/31.12.2003 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα στις 23.6.2004, όπου πλειοδότης αναδείχθηκε ο ίδιος ο επισπεύδων αντί του ποσού των 4.100 ευρώ. Συντάχθηκε η 1265/5.6.2004 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 5-7-2004. Ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε στη νομή του ακινήτου στις 7-10-2004. Τρίτος (Ελληνικό Δημόσιο) επικαλούμενος δικαίωμά του επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου δυνάμει απαγόρευσης διάθεσης κατέθεσε ανακοπή στις 14-7-2004.
Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε ο οφειλέτης μετά την κατακύρωση και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί αιτία μεταβιβάσεως προς τον υπερθεματιστή μόνον όσων δικαιωμάτων είχε ο οφειλέτης. Η προστασία του τρίτου επιτυγχάνεται με την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ ή με αγωγή από το κοινό δίκαιο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε στις 5-7-2004, ενώ ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε στη νομή του ακινήτου στις 7-10-2004. Η ανακοπή κατατέθηκε και επιδόθηκε στις 14-7-2004, ήτοι μεταξύ της μεταγραφής και της εγκατάστασης. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 936 και 1020 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η έναρξη της πενταετούς αποκλειστικής προθεσμίας και η απόσβεση του δικαιώματος του τρίτου προς άσκηση ανακοπής προϋποθέτουν όχι μόνο μεταγραφή της περίληψης αλλά και εγκατάσταση του υπερθεματιστή, διότι πριν αυτός γίνει νομέας ή κάτοχος δεν υφίσταται γεννημένο δικαίωμα προς άσκηση διεκδικητικής αγωγής.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρά τον νόμο απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη, διότι ενώ έκρινε ορθά ότι απώτατο χρονικό σημείο για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ είναι η εγκατάσταση του υπερθεματιστή στη νομή του ακινήτου, και ενώ δέχθηκε ότι η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε στις 5-7-2004 αλλά ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε στις 7-10-2004, παρ' όλα αυτά απέρριψε εσφαλμένα την ανακοπή που κατατέθηκε και επιδόθηκε στις 14-7-2004 ως εκπρόθεσμη. Η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, καθώς η εγκατάσταση του υπερθεματιστή έλαβε χώρα μεταγενέστερα.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 165/ΤΜ/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
1194/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.7%
Οφειλέτης είχε σε βάρος του χρηματική απαίτηση πιστωτικού ιδρύματος. Επιβλήθηκε κατάσχεση σε ακίνητο εντός πόλης, το οποίο στην κατασχετήρια έκθεση περιγράφηκε ως οικία ανεγερθείσα εντός οικοπέδου 120 τ.μ., χωρίς σαφή αναφορά στο έδαφος. Το ακίνητο κατακυρώθηκε σε υπερθεματιστή και συντάχθηκε περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως που μεταγράφηκε. Ο ισχυρισμός εστιάστηκε στο ότι η ελαττωματική περιγραφή αφορούσε μόνο την οικία και όχι το έδαφος, με συνέπεια να μην έχει περιέλθει η κυριότητα του εδάφους στον υπερθεματιστή.
Το άρθρο 934 § 1β Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 933 § 1 και 1005 § 1 Κ.Πολ.Δ. και 953 ΑΚ προβλέπει ότι ακυρότητες της κατασχετήριας έκθεσης προβάλλονται μόνο με ανακοπή έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (εκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης). Ο πλειστηριασμός εξομοιώνεται με πώληση και μεταβιβάζει στον υπερθεματιστή τα δικαιώματα του οφειλέτη, ενώ η κατάσχεση εκτείνεται αυτοδικαίως στα συστατικά (έδαφος) του ακινήτου, ακόμη και με ατελή περιγραφή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το κατασχεθέν περιγράφηκε ως «οικία ανεγερθείσα εντός οικοπέδου 120 τ.μ.» σε αστικό ακίνητο και ότι δεν προβλήθηκε εμπρόθεσμα ακυρότητα της κατασχετήριας έκθεσης πριν από τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Η μεταγραφή περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως ολοκληρώθηκε. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι η τυχόν ατελής περιγραφή δεν εμποδίζει τη μεταβίβαση κυριότητας στον υπερθεματιστή, ούτε μπορεί να προβληθεί μεταγενέστερα σε δίκη αναγνώρισης κυριότητας. Η κατάσχεση περιέλαβε αναγκαίως το έδαφος και τα συστατικά, άρα ο ισχυρισμός περί μη μεταβίβασης του εδάφους είναι νομικά αβάσιμος.
Η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη, διότι το ελάττωμα στην κατασχετήρια έκθεση ως προς την περιγραφή («οικία … εντός οικοπέδου 120 τ.μ.») δεν προτάθηκε εμπρόθεσμα με ανακοπή κατά το άρθρο 934 Κ.Πολ.Δ. και, ως εκ τούτου, δεν εμποδίζει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον υπερθεματιστή. Επιπλέον, η κατάσχεση ακινήτου εκτείνεται αυτοδικαίως στο έδαφος και στα συστατικά του κατά το άρθρο 953 ΑΚ, ανεξαρτήτως ατελούς περιγραφής. Επομένως, η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμη και η μη διαπίστωση παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων ήταν ορθές, οδηγώντας στην απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 25-10-2010 αίτηση των Θ. Α. και Ι. Α. περί αναιρέσεως της 1802/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
306/2014
2014Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.5%
Μισθωτής απέκτησε χρήση διώροφης κατοικίας επί οικοπέδου 905,5 τ.μ. σε αστικό δήμο, με υπομίσθωση διάρκειας 30 ετών από 25-08-2008 έως 24-08-2038, με μηνιαίο μίσθωμα 3.000 ευρώ πλέον χαρτοσήμου, για εμπορική δραστηριότητα διαχείρισης και εκμετάλλευσης ακινήτων. Ο μισθωτής υπεκμίσθωσε το ακίνητο σε εταιρία για 25 έτη (28-07-2008) αντί μισθώματος 3.500 ευρώ, και ακολούθησε περαιτέρω υπομίσθωση (08-08-2008) σε τελικό κάτοχο. Το ακίνητο μεταβιβάστηκε σε νέο κτήτορα μέσω αναγκαστικού πλειστηριασμού, με περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης 12-10-2009, νομίμως μεταγεγραμμένη. Μετά τη μεταγραφή, ο νέος κτήτορας κοινοποίησε στις 20-10-2009 καταγγελία των υπομισθώσεων. Προβλήθηκε ότι, επικουρικά, ο μισθωτής τελούσε σε καλή πίστη κατά τη σύναψη της υπομίσθωσης, ακόμη και αν ο υπεκμισθωτής στερείτο δικαιώματος εκμίσθωσης.
Το άρθρο 599 § 2 ΑΚ προβλέπει ότι μετά τη λήξη της κύριας μίσθωσης ο εκμισθωτής δύναται να απαιτήσει την απόδοση του μισθίου όχι μόνο από τον μισθωτή αλλά και από τον υπομισθωτή. Το άρθρο 14 § 1 ΠΔ 34/1995 προστατεύει μόνον τον καλόπιστο μισθωτή έναντι του αληθούς κυρίου, όχι τον υπομισθωτή. Τα άρθρα 997 και 1009 ΚΠολΔ ρυθμίζουν την υπεισέλευση του υπερθεματιστή ή τη δυνατότητα καταγγελίας, ανάλογα με το αν η μίσθωση προϋπήρχε της κατάσχεσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι συνήφθη υπομίσθωση στις 25-08-2008 (30 έτη, 3.000 ευρώ/μήνα), υπεκμίσθωση στις 28-07-2008 (25 έτη, 3.500 ευρώ/μήνα) και περαιτέρω υπομίσθωση στις 08-08-2008 για διώροφη κατοικία επί οικοπέδου 905,5 τ.μ. Η κυριότητα μεταβιβάστηκε στον νέο κτήτορα μέσω πλειστηριασμού (περίληψη 12-10-2009) και ακολούθησε καταγγελία στις 20-10-2009. Δεν προσδιορίστηκε ο καθού η εκτέλεση ως εκμισθωτής-κύριος, ούτε αν η κύρια μίσθωση είχε συναφθεί πριν από την κατάσχεση. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι χωρίς στοιχεία για την ταυτότητα του εκμισθωτή-κυρίου και τον χρόνο κατάσχεσης δεν μπορεί να θεμελιωθεί υπεισέλευση του υπερθεματιστή στη μίσθωση ή δεσμευτικότητα υπομίσθωσης. Επίσης, η προστασία του άρθρου 14 ΠΔ 34/1995 δεν καταλαμβάνει υπομίσθωση, ενώ η αξίωση για erga omnes αναγνώριση ενοχικής σύμβασης είναι μη νόμιμη.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε την κύρια βάση της αγωγής αόριστη: δεν εκτέθηκαν κρίσιμα στοιχεία για την υπεισέλευση του υπερθεματιστή (ταυτότητα του καθού η εκτέλεση ως εκμισθωτή-κυρίου και αν η κύρια μίσθωση προηγήθηκε της κατάσχεσης). Το επικουρικό αίτημα ήταν μη νόμιμο, καθώς η προστασία του άρθρου 14 ΠΔ 34/1995 δεν εφαρμόζεται σε υπομισθώσεις και δεν χωρεί αναγνώριση κύρους ενοχικής σύμβασης έναντι πάντων. Οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ κρίθηκαν αβάσιμοι, ενώ ο λόγος του αριθ. 19 ήταν απαράδεκτος, επειδή δεν υπήρξε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, και ο λόγος του αριθ. 20 επίσης απαράδεκτος, αφού δεν στηρίχθηκε σε παραμόρφωση εγγράφων.
Απορρίπτει την από 27-7-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ 3568/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ). Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
673/2019
2019Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.5%
Υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα οριζόντιων ιδιοκτησιών (γραφείο Δ1 τετάρτου ορόφου επιφανείας 100,22 τ.μ. και αέρινη στήλη συνολικής επιφανείας 390,32 τ.μ.) με μεταγραφή περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης στις 14-2-2000, αντί ποσού 107.116,65 ευρώ και 14.676,46 ευρώ αντίστοιχα. Οφειλέτης και σύζυγός του χρησιμοποιούσαν την οριζόντια ιδιοκτησία Δ1 ως κατοικία από 14-2-2000 έως 12-7-2004, όταν έγινε βίαιη αποβολή τους. Εντός της ιδιοκτησίας υπήρχαν πολυάριθμα κινητά πράγματα του οφειλέτη, για τα οποία ο υπερθεματιστής ορίσθηκε μεσεγγυούχος. Η μισθωτική αξία της ιδιοκτησίας ανερχόταν σε 700 ευρώ μηνιαίως. Ο υπερθεματιστής χρησιμοποίησε την ιδιοκτησία ως χώρο φύλαξης των κινητών πραγμάτων από 13-7-2004 έως 28-6-2006, όταν είχε ορισθεί πλειστηριασμός αυτών, αδυνατώντας να την εκμεταλλευθεί.
Το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι με την κατακύρωση και μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ο υπερθεματιστής αποκτά την κυριότητα του ακινήτου ως ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση. Τα άρθρα 1096 και 1098 ΑΚ ορίζουν ότι ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται να αποδώσει τα ωφελήματα, συμπεριλαμβανομένης της ωφέλειας από τη χρήση του πράγματος. Το άρθρο 826 ΑΚ ορίζει ότι ο θεματοφύλακας δικαιούται αποκατάσταση ζημίας από εκείνον προς το συμφέρον του οποίου έγινε η παρακατάθεση. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπερθεματιστής απέκτησε την κυριότητα στις 14-2-2000, ότι ο οφειλέτης χρησιμοποίησε την ιδιοκτησία ως κατοικία έως 12-7-2004 (74 μήνες), ότι η μισθωτική αξία ήταν 700 ευρώ μηνιαίως, και ότι μετά την αποβολή ο υπερθεματιστής χρησιμοποίησε την ιδιοκτησία ως χώρο φύλαξης κινητών πραγμάτων του οφειλέτη έως 28-6-2006, αδυνατώντας να την εκμισθώσει. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί ευθύνης κακόπιστου νομέα, το δικαστήριο έκρινε ότι ο οφειλέτης οφείλει ωφελήματα 50.400 ευρώ για 72 μήνες. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί μεσεγγύησης, έκρινε ότι ο οφειλέτης οφείλει αποζημίωση 1.634 ευρώ για δύο μήνες και δέκα ημέρες απώλειας εισοδήματος από εκμίσθωση.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες. Για το χρονικό διάστημα 14-2-2000 έως 12-7-2004, η αγωγή βρίσκει νόμιμο έρεισμα στα άρθρα 1033, 1096, 1098, 1192 αρ.2, 1194, 1198, 962, 297 και 298 ΑΚ, καθώς ο οφειλέτης χρησιμοποίησε την ιδιοκτησία ως κατοικία παρά τη θέληση του κυρίου, γνωρίζοντας ότι δεν είχε δικαίωμα νομής. Για το χρονικό διάστημα 13-7-2004 έως 28-6-2006, η αγωγή βρίσκει έρεισμα στα άρθρα 826 και 832 ΑΚ, καθώς η μεσεγγύηση έγινε προς το συμφέρον του οφειλέτη, ο οποίος οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία του υπερθεματιστή ισόποση με τα μισθώματα που θα εισέπραττε (700 ευρώ μηνιαίως).
Απορρίπτει την από 13-9-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2015 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
236/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.5%
Υπήρχε ακίνητο που είχε μεταβιβαστεί σε εταιρεία στις 8-8-2002, ελεύθερο βαρών. Στις 9-12-2003 εγγράφηκε υποθήκη υπέρ πιστωτή για εξασφάλιση χρέους του προηγούμενου κυρίου. Ακολούθησε εκτέλεση και κατακύρωση του ακινήτου σε υπερθεματίστρια, η οποία εγκαταστάθηκε στη νομή. Η εταιρεία που ισχυρίστηκε κυριότητα δεν ήταν οφειλέτης του επισπεύδοντος και είχε αποκτήσει την κυριότητα πριν από την υποθήκη. Η εταιρεία τελούσε σε κατάσταση εκκαθάρισης και εκπροσωπείτο νόμιμα από εκκαθαριστή, καθώς μέλη του πρώτου διοικητικού της συμβουλίου είχαν αποβιώσει.
Το άρθρο 936 § 1 ΚΠολΔ παρέχει σε τρίτο, του οποίου προσβάλλεται δικαίωμα επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, δικαίωμα ανακοπής, ενώ τα άρθρα 904, 918, 919 και 924 ΚΠολΔ ρυθμίζουν τον εκτελεστό τίτλο και την έναρξη εκτέλεσης. Το άρθρο 933 § 1 ΚΠολΔ αφορά αντιρρήσεις του καθ’ ου η εκτέλεση, και το άρθρο 1020 ΚΠολΔ τάσσει πενταετή προθεσμία για αγωγή διεκδίκησης μετά από πλειστηριασμό, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ. Η νομιμοποίηση ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η τρίτη απέκτησε κυριότητα του ακινήτου στις 8-8-2002, ελεύθερη βαρών, ενώ η υποθήκη εγγράφηκε στις 9-12-2003 για χρέος του προηγούμενου κυρίου. Μετά την εκτέλεση, το ακίνητο κατακυρώθηκε σε υπερθεματίστρια που εγκαταστάθηκε στη νομή. Η τρίτη δεν ήταν οφειλέτης του επισπεύδοντος, παρότι της είχε επιδοθεί απόγραφο εκτελεστού τίτλου. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η επίδοση απογράφου δεν μετατρέπει τρίτο μη οφειλέτη σε καθ’ ου η εκτέλεση. Ο τρίτος νομιμοποιείται να ασκήσει είτε ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ είτε, μετά την κατακύρωση, αγωγή διεκδίκησης του άρθρου 1094 ΑΚ εντός της πενταετίας του άρθρου 1020 ΚΠολΔ. Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και η αγωγή διεκδίκησης δεν έχουν ταυτότητα διαφοράς. Οι αιτιάσεις περί έλλειψης νομιμοποίησης και περί καταχρηστικότητας απορρίπτονται.
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης διότι: (α) η ιδιότητα της τρίτης ως κυρίας από 8-8-2002, με μεταγενέστερη υποθήκη 9-12-2003, θεμελιώνει ενεργητική νομιμοποίηση για αγωγή 1094 ΑΚ εντός της πενταετίας του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από την επίδοση απογράφου, η οποία δεν την καθιστά οφειλέτρια· (β) δεν υφίσταται ταυτότητα διαφοράς μεταξύ ανακοπής άρθρου 933 ΚΠολΔ και αγωγής διεκδίκησης τρίτου, άρα ο σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος· (γ) ο ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας δεν προτάθηκε παραδεκτά στην κατ’ έφεση δίκη και είναι απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ· (δ) η ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης λόγω εκπροσώπησης απορρίφθηκε με επαρκείς και συγκεκριμένες αιτιολογίες, εφόσον η εταιρεία ήταν σε εκκαθάριση και εκπροσωπείτο νομίμως από εκκαθαριστή. Κατ’ αποτέλεσμα, οι προβαλλόμενες πλημμέλειες των άρθρων 559 αριθ. 1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ κρίθηκαν αβάσιμες ή απαράδεκτες.
Απορρίπτει την από 4-2-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 17-9-2019 πρόσθετους αυτής λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική, Εμπορική, Κατασκευαστική και Κτηματική, Αεροπορική και Ναυτιλιακή Εταιρεία", για αναίρεση της 208/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1959/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.4%
Μίσθωση ακινήτου (αγροτεμάχιο 8.493,18 τ.μ.) είχε συναφθεί από το 1983 μεταξύ εκμισθωτή-κυρίου και μισθωτή. Το ακίνητο τελούσε υπό κατάσχεση αφότου επιδόθηκε κατασχετήρια έκθεση στις 14-10-1994 και εγγράφηκε στα βιβλία κατασχέσεων στις 24-10-1994. Μεταγενέστερα, στις 30-4-1999 έγινε πώληση του ακινήτου σε τρίτο και στις 18-1-2001 συμφωνήθηκε παράταση μίσθωσης μέχρι 30-9-2010 με τον τρίτο αυτόν. Στις 21-01-2004 πραγματοποιήθηκε πώληση μέσω πλειστηριασμού με πλειστηρίασμα 440.210 ευρώ, και ο νέος κύριος ζήτησε απόδοση του μισθίου. Υπήρχαν χρηματικές απαιτήσεις του επισπεύδοντος δανειστή ύψους 2.623.000 δρχ. και 73.367,57 ευρώ.
Το άρθρο 997 § 1 και § 2 ΚΠολΔ απαγορεύει τη διάθεση κατασχεμένου ακινήτου και προβλέπει σχετική ακυρότητα υπέρ του επισπεύδοντος και των αναγγελθέντων δανειστών. Το άρθρο 614 ΑΚ ορίζει ότι ο νέος κύριος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στη μίσθωση μόνο όταν η μίσθωση έχει συναφθεί από τον κύριο του μισθίου και αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Τα άρθρα 1005 § 2 και 943 ΚΠολΔ καθιστούν εκτελεστή την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης υπέρ του υπερθεματιστή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κατάσχεση επιδόθηκε στις 14-10-1994 και εγγράφηκε στις 24-10-1994. Η μεταγενέστερη πώληση του ακινήτου σε τρίτο έγινε στις 30-4-1999, ενώ η τελευταία παράταση μίσθωσης συμφωνήθηκε στις 18-1-2001 μέχρι 30-9-2010 με τον τρίτο μη κύριο. Ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα στις 21-01-2004 με πλειστηρίασμα 440.210 ευρώ για ακίνητο 8.493,18 τ.μ. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις αυτές, έκρινε ότι η πώληση μετά την κατάσχεση ήταν άκυρη έναντι των δανειστών, ώστε ο τρίτος δεν απέκτησε ιδιότητα κυρίου. Συνεπώς, η παράταση μίσθωσης που συνήφθη με μη κύριο δεν δεσμεύει τον υπερθεματιστή, ο οποίος, ως νέος κύριος, δεν υπεισέρχεται σε μίσθωση που δεν προέρχεται από κύριο του μισθίου.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι: (α) η πώληση του ακινήτου στις 30-4-1999, μεταγενέστερη της κατάσχεσης (14-10-1994, εγγραφή 24-10-1994), είναι σχετικώς άκυρη κατά το άρθρο 997 ΚΠολΔ και δεν δεσμεύει τον υπερθεματιστή· (β) η παράταση της μίσθωσης της 18-1-2001 μέχρι 30-9-2010 συνήφθη με μη κύριο και δεν πληροί το πραγματικό του άρθρου 614 ΑΚ, άρα δεν δεσμεύει τον υπερθεματιστή· (γ) οι αιτιολογίες του Εφετείου είναι πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, και δεν παραβιάζουν τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 574, 614 ΑΚ, 1009, 997 ΚΠολΔ) ούτε ιδρύουν λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Απορρίπτει την από 20-9-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 6759/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
858/2023
2023Άρειος ΠάγοςΠοινικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.3%
Κατηγορούμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα για υπεξαίρεση ποσού 4.579.564,68 ευρώ σε βάρος δύο εταιρειών και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Με μέρος των υπεξαιρεθέντων χρημάτων αγόρασε, μαζί με τη σύζυγό του, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ακίνητο που βρίσκεται στη συμβολή οδών, σύμφωνα με συμβόλαιο Συμβολαιογράφου Αθηνών, νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βούλας. Το ακίνητο μεταβιβάστηκε το 2010 σε τρίτο, κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού, με περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης καταχωρισμένη νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία.
Το άρθρο 464 εδ. β' ΚΠΔ απαιτεί ο δικαιούμενος να έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση ενδίκου μέσου, δηλαδή να υφίσταται βλάβη και να επιδιώκει ορισμένο όφελος δικονομικό ή ουσιαστικό από την παραδοχή του ενδίκου μέσου. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ατομικό, να συνάπτεται με το πρόσωπο του ασκούντος το ένδικο μέσο και όχι άλλου διαδίκου ή τρίτου, και απαιτείται για την προβολή εκάστου αναιρετικού λόγου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το επίδικο ακίνητο είχε μεταβιβασθεί το 2010 σε τρίτο, κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού, με περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης καταχωρισμένη νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία, και πλέον βρίσκεται στην κυριότητα, νομή και κατοχή του υπερθεματιστή. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του εννόμου συμφέροντος, το δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν γίνονταν δεκτοί οι αναιρετικοί λόγοι, δεν θα μεταβαλλόταν επί τα βελτίω η κατάσταση του αναιρεσείοντος, καθόσον το ακίνητο θα παρέμενε στον νέο ιδιοκτήτη και δεν θα περιερχόταν στον αναιρεσείοντα.
Οι αναιρετικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόδοση του επίδικου ακινήτου στις εγκαλούσες εταιρείες είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, καθόσον, ακόμη και αν γίνονταν δεκτοί, δεν θα μεταβαλλόταν επί τα βελτίω η κατάσταση του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο θα παρέμενε στον υπερθεματιστή - νέο ιδιοκτήτη αυτού και δεν θα περιερχόταν στον αναιρεσείοντα. Το έννομο συμφέρον, ως προς τους ανωτέρω λόγους, δεν συνάπτεται με τον αναιρεσείοντα, αλλά με τρίτο πρόσωπο. Ο λόγος περί παραγραφής των πράξεων είναι αβάσιμος, καθόσον η ενοχή του αναιρεσείοντος είχε καταστεί αμετάκλητη με την προγενέστερη απόφαση του Εφετείου.
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης. Απορρίπτει την υπ' αριθμ. ΕΜ 2/2022 αίτηση του αναιρεσείοντος Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ` αριθμ. 69/2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, καθώς και τους από 17-3-2023 πρόσθετους λόγους. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
1348/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.3%
Ακίνητο οφειλέτη εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 6.11.1996 και κατακυρώθηκε σε υπερθεματιστές. Ο οφειλέτης δεν μπορούσε να συμμετάσχει λόγω ιδιότητας οφειλέτη. Συμφωνήθηκε οι υπερθεματιστές να ενεργήσουν φαινομενικά και ως εντολοδόχοι για λογαριασμό του εντολέα, με υποχρέωση μεταβίβασης του ακινήτου σε εκείνον έναντι επιστροφής του ποσού 55.600.000 δρχ., πλέον τόκων και εξόδων. Δεν καταρτίστηκε ιδιωτικό συμφωνητικό, λόγω σχέσης εμπιστοσύνης και στενών φιλικών/επαγγελματικών δεσμών· ένας υπερθεματιστής ήταν δικηγόρος και από το 1979 εκπροσωπούσε τον εντολέα σε αστικές και ποινικές υποθέσεις.
Το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346, 453 § 1 και 240 ΚΠολΔ, προβλέπει ότι χωρεί αναίρεση όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκλησή τους με τις προτάσεις της συζήτησης. Η επίκληση μπορεί να γίνει με τις προτάσεις της κρίσιμης συζήτησης ή με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη προτάσεων προηγούμενης συζήτησης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κρίσιμα έγγραφα, εννέα στον αριθμό, επικλήθηκαν μόνο με προσθήκη-αντίκρουση στην πρωτοβάθμια δίκη και δεν έγινε ειδική επίκλησή τους στις προτάσεις της 8.1.2008 ενώπιον του Εφετείου. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η σύμβαση εντολής για τη φαινομενική συμμετοχή στον πλειστηριασμό της 6.11.1996 στηρίχθηκε στη σχέση εμπιστοσύνης, χωρίς ιδιωτικό συμφωνητικό, και προέβλεπε μεταβίβαση του ακινήτου έναντι 55.600.000 δρχ. πλέον τόκων και εξόδων. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι το Εφετείο έλαβε παρά τον νόμο υπόψη τα μη νομίμως επικληθέντα έγγραφα και ότι αυτά επηρέασαν ουσιωδώς το αποδεικτικό πόρισμα, ιδίως αφού η ένορκη κατάθεση μάρτυρα δεν είχε ληφθεί υπόψη λόγω εκπρόθεσμης διεξαγωγής αποδείξεων. Ως εκ τούτου, πληρούται ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ.
Έγινε δεκτό ότι στις προτάσεις της 8.1.2008 ενώπιον του Εφετείου δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των εννέα κρίσιμων εγγράφων, αλλά μόνο γενική αναφορά σε έγγραφα της πρωτοβάθμιας και αρχικής δευτεροβάθμιας συζήτησης και ενσωμάτωση πρωτόδικων προτάσεων χωρίς την προσθήκη-αντίκρουση όπου είχε γίνει η επίκληση. Παρά ταύτα, το Εφετείο στήριξε την κρίση του για άτυπη σύμβαση εντολής (φαινομενική συμμετοχή στον πλειστηριασμό της 6.11.1996, μεταβίβαση έναντι 55.600.000 δρχ. πλέον τόκων και εξόδων) στα έγγραφα αυτά. Δεδομένου ότι η κατάθεση μάρτυρα δεν ελήφθη υπόψη λόγω εκπρόθεσμης απόδειξης και η συμφωνία στηριζόταν στη σχέση εμπιστοσύνης, τα έγγραφα άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθιστώντας βάσιμο τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ.
Αναιρεί την απόφαση 84/2008 του Εφετείου Λαμίας. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες ευρώ (2.000).
1699/2023
2023Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.3%
Εταιρεία ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου το εκμίσθωσε για δεκαετία (μέχρι 31-1-2010) σε άλλη εταιρεία και εκχώρησε τα μισθώματα στη δανείστριά της τράπεζα. Το ξενοδοχείο κατασχέθηκε στις 26-1-2006, πλειστηριάσθηκε στις 21-2-2007 και κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια τράπεζα. Η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης εκδόθηκε στις 7-6-2007 και μεταγράφηκε νόμιμα στις 15-5-2007. Η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε μόνο στην ιδιοκτήτρια-οφειλέτιδα και όχι στη μισθώτρια. Στις 14-3-2008 η υπερθεματίστρια τράπεζα απέβαλε τη μισθώτρια από το ξενοδοχείο και εγκατέστησε τον εαυτό της.
Το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης νομιμοποιούνται να ασκήσουν περιοριστικά: α) εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και β) κάθε δανειστής του που έχει έννομο συμφέρον. Κατά το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η ιδιότητα του καθού η εκτέλεση προσδίδεται αποκλειστικά με την κοινοποίηση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η μισθώτρια δεν ισχυρίστηκε στην ανακοπή της ότι της επιδόθηκε η από 7-6-2007 επιταγή προς εκτέλεση, αλλά μόνο στην ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Η μισθώτρια απεβλήθη με έκθεση αποβολής του δικαστικού επιμελητή. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 919 και 933 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι η εκτελεστότητα της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης επεκτείνεται και στη μισθώτρια, πλην όμως εφόσον δεν επιδόθηκε σε αυτήν επιταγή προς εκτέλεση για άμεση εκτέλεση κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, δεν εντάσσεται στα ενεργητικώς νομιμοποιούμενα πρόσωπα.
Η ανακοπή της μισθώτριας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, διότι δεν επιδόθηκε σε αυτήν η επιταγή προς εκτέλεση με απόγραφο του εκτελεστού τίτλου από την υπερθεματίστρια τράπεζα, ώστε να καταστεί υποκείμενο της εκτελεστικής διαδικασίας (καθής η εκτέλεση) και να νομιμοποιείται να προσβάλει την πράξη εκτέλεσης. Η επιταγή επιδόθηκε μόνο στην ιδιοκτήτρια-οφειλέτιδα του ακινήτου, η οποία δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της ανακοπής.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6-11-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 57/2018 απόφασης του τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ως προς την από 15-6-2007 ανακοπή. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης ως προς την από 9-4-2008 ανακοπή κατά της εκτέλεσης Επιβάλλει μέρος της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας την οποίαν ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
776/2019
2019Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.1%
Συγκύριος ακινήτων κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου (δύο αγροτεμαχίων επιφάνειας 2.000 τ.μ. με διώροφη ημιτελή αγροικία και 9.000 τ.μ. με ισόγειο κτίσμα) περιήλθε στην κυριότητα με κληρονομική διαδοχή. Αδελφός της, επίσης συγκύριος κατά 1/5, σύναψε με τράπεζα συμβάσεις πίστωσης ανοικτού λογαριασμού, παρέχοντας καθ' υπέρβαση πληρεξουσιότητας εμπράγματη ασφάλεια επί των ακινήτων της. Η τράπεζα επέδωσε επιταγή εις εκτέλεση (29-1-1992), κατέσχεσε τα ακίνητα και προέβη σε πλειστηριασμό (15/1993), αναδειχθείσα υπερθεματίστρια. Συντάχθηκε έκθεση κατακύρωσης (41/1993) που μεταγράφηκε νόμιμα και έκθεση εγκατάστασης (53/1994). Η τράπεζα μεταβίβασε τα ακίνητα σε τρίτους με συμβόλαιο το έτος 2004. Η αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας των δανειακών συμβάσεων ευδοκίμησε τελεσιδίκως με την 72/2000 απόφαση Εφετείου Ναυπλίου.
Το άρθρο 1020 ΚΠολΔ προβλέπει ότι ο τρίτος (μη εμπλακείς ως υποκείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης) δικαιούται, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας με την μεταγραφή της κατακυρωτικής εκθέσεως και την εγκατάσταση του υπερθεματιστή, εντός αποκλειστικής πενταετίας να διεκδικήσει το πλειστηριασθέν ακίνητο επί του οποίου προβάλλει δικαίωμα κυριότητος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αναιρεσείουσα ήταν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η αναγκαστική εκτέλεση, καθώς της επιδόθηκε η επιταγή εκτέλεσης και επιχειρήθηκαν οι πράξεις εκτέλεσης (κατάσχεση και πλειστηριασμός), διότι κατά τους ισχυρισμούς της επισπεύδουσας ήταν οφειλέτης της παροχής. Εφαρμόζοντας το άρθρο 1020 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα, ως υποκείμενο της εκτέλεσης, δεν είχε την ιδιότητα του τρίτου και επομένως δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να ασκήσει την αγωγή αναγνώρισης κυριότητας κατά του υπερθεματιστή.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η αναιρεσείουσα δεν είχε την ιδιότητα του τρίτου κατά την έννοια του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, καθώς ήταν υποκείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης (κατ' αυτής στράφηκε η επιταγή εκτέλεσης και επιχειρήθηκαν οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού), και επομένως δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να ασκήσει αγωγή αναγνώρισης κυριότητας κατά του υπερθεματιστή. Η επάλληλη αιτιολογία περί παρόδου της πενταετίας κατέστησε αλυσιτελείς τους λοιπούς λόγους αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 20-2-2015 αίτηση της Μ. Α. περί αναιρέσεως της 17/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€) για τους 1ο και 2ο αναιρεσιβλήτους και δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700€) για την 3η αναιρεσίβλητη.
1140/2012
2012Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.1%
Οφειλέτης με πολλαπλά ακίνητα στην Ιξιά Ιαλυσού Ρόδου, κατασχεθέντα με μία έκθεση (κτηματομερίδες: 132 Γαιών Ιξιάς, 110 Οικοδομών Ιξιάς, 135 Γαιών Ιξιάς, 168 Οικοδομών Ιξιάς). Στις 18-4-2001 διενεργήθηκε πλειστηριασμός όπου μοναδικός υπερθεματιστής προσέφερε: για τη μερίδα 132 γαιών 300.000.000 δρχ., για τη μερίδα 110 οικοδομών 13.001.000 δρχ., για τη μερίδα 135 γαιών 18.001.000 δρχ., για τη μερίδα 168 οικοδομών 100.001.000 δρχ., συνολικά 431.004.000 δρχ. Πριν τον πλειστηριασμό είχαν αναγγελθεί απαιτήσεις τρίτων: τράπεζα για 81.736.436 δρχ. (25-2-2000), άλλη τράπεζα για 250.000 USD (13-12-1999), Ελληνικό Δημόσιο για 1.435.247.831 δρχ. (23-10-2000) και επιπλέον για 1.595.594.232 δρχ. (14-2-2000). Οι αναγγελίες υπερέβαιναν κατά πολύ το άθροισμα των πλειστηριασμάτων των ακινήτων.
Το άρθρο 1001 § 2 ΚΠολΔ επιβάλλει χωριστό πλειστηριασμό πολλών ακινήτων κατασχεθέντων με μία έκθεση και παύση του πλειστηριασμού όταν το συνολικό πλειστηρίασμα καλύπτει την απαίτηση του επισπεύδοντος, τις νομίμως αναγγελθείσες εκκαθαρισμένες απαιτήσεις τρίτων και τα έξοδα εκτέλεσης (άρθρα 932, 975 και 1002 § 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 55 ν.δ. 356/1974, το Δημόσιο αναγγέλλει βεβαιωμένα χρέη με κοινοποίηση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, χωρίς προϋπόθεση προσκόμισης τίτλων. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στον πλειστηριασμό της 18-4-2001 τα ακίνητα κατακυρώθηκαν συνολικά αντί 431.004.000 δρχ. (300.000.000, 13.001.000, 18.001.000, 100.001.000). Προ της διενέργειας είχαν νομίμως αναγγελθεί απαιτήσεις: τράπεζα 81.736.436 δρχ. (25-2-2000), άλλη τράπεζα 250.000 USD (13-12-1999), Ελληνικό Δημόσιο 1.435.247.831 δρχ. (23-10-2000) και 1.595.594.232 δρχ. (14-2-2000). Εφαρμόζοντας το άρθρο 1001 § 2, έκρινε ότι το πλειστηρίασμα του πρώτου ακινήτου δεν επαρκούσε για κάλυψη των αναγγελθεισών απαιτήσεων· συνεπώς, ο πλειστηριασμός των λοιπών ακινήτων ήταν δικαιολογημένος. Η μη μνεία των αναγγελιών στην έκθεση δεν θίγει τη νομιμότητα τους, ιδίως του Δημοσίου κατά το άρθρο 55 ΚΕΔΕ.
Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί παύσης του πλειστηριασμού μετά το πρώτο ακίνητο διότι κατά τον χρόνο διενέργειας υπήρχαν νόμιμες αναγγελίες τρίτων (ιδίως του Δημοσίου) με απαιτήσεις που υπερέβαιναν κατά πολύ το συνολικό πλειστηρίασμα, άρα δεν είχε καλυφθεί το σύνολο των απαιτήσεων του άρθρου 1001 § 2 ΚΠολΔ. Οι αιτιάσεις κατά της νομιμότητας ή ύπαρξης των αναγγελιών είτε προβάλλονται απαραδέκτως για πρώτη φορά είτε είναι αλυσιτελείς, καθώς η αναγγελία του Δημοσίου αρκεί με κοινοποίηση στον υπάλληλο (άρθρο 55 ν.δ. 356/1974) χωρίς προσκόμιση τίτλων. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ακυρότητα του πλειστηριασμού και οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Απορρίπτει την 6/25-1-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 25/8-2-2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 222/12-7-2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ για εκάστη τούτων.
280/2011
2011Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 93.0%
Γονείς ήταν συγκύριοι ισόγειας οικίας εμβαδού 76,50 τ.μ. σε οικόπεδο 334,39 τ.μ., τμήμα κάθετης ιδιοκτησίας. Με συμβόλαια γονικής παροχής της 29.6.1992 μεταβίβασαν στα τέκνα τους την ψιλή κυριότητα (1/2 έκαστο), παρακρατώντας εφόρου ζωής την επικαρπία. Λόγω οφειλής ύψους 2.150.000 δραχμών, κατασχέθηκε και εκπλειστηριάστηκε στις 15.12.1999 το 1/2 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας· συντάχθηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης στις 29.12.1999 και έγινε μεταγραφή στις 30.12.1999. Ο υπερθεματιστής απέκτησε 1/2 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας, ενώ το άλλο 1/2 ανήκε στη σύζυγο συγκύριο. Ο αρχικός επικαρπωτής απεβίωσε στις 11.8.2001, οπότε η επικαρπία που είχε αποσπασθεί επέστρεψε και ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα. Για την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου από τους συνδικαιούχους κατά την περίοδο Σεπτέμβριος 2000 έως 11.8.2001 αναγνωρίστηκε όφελος 2.550 ευρώ, αντιστοιχούν στο ποσοστό επικαρπίας.
Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1166 και 1167 ΑΚ, 992 ΚΠολΔ και 1259 ΑΚ, προβλέπει ότι η επικαρπία, έστω αμεταβίβαστη, υπόκειται σε κατάσχεση και αναγκαστική εκποίηση· ο υπερθεματιστής δεν αποκτά περισσότερα δικαιώματα από τον δικαιοπάροχο, και η επικαρπία αποσβήνεται με τον θάνατο του επικαρπωτή, οπότε η ψιλή κυριότητα γίνεται πλήρης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι γονείς είχαν παρακρατήσει εφόρου ζωής την επικαρπία σε ισόγεια οικία 76,50 τ.μ. επί οικοπέδου 334,39 τ.μ., ενώ η ψιλή κυριότητα είχε δοθεί στα τέκνα (29.6.1992). Κατασχέθηκε και εκπλειστηριάστηκε στις 15.12.1999 το 1/2 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας, κατακυρώθηκε και μεταγράφηκε (29–30.12.1999) στον υπερθεματιστή. Ο αρχικός επικαρπωτής απεβίωσε στις 11.8.2001. Η αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου από άλλους συνδικαιούχους αφορούσε την περίοδο Σεπτέμβριος 2000 έως 11.8.2001. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο εξέτασε αν η επικαρπία που αποκτήθηκε στον πλειστηριασμό διαρκεί πέραν του βίου του αρχικού επικαρπωτή και έκρινε ότι αποσβήνεται με τον θάνατο της 11.8.2001. Έτσι, αξίωση για απόδοση οφέλους υφίσταται μόνο μέχρι την ημερομηνία αυτή, και ο υπερθεματιστής δεν δύναται να αξιώνει δικαιώματα πέραν της διάρκειας της αρχικής επικαρπίας.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1166, 1167, 1259 ΑΚ και 992 §1, 1005 §1 ΚΠολΔ: η επικαρπία που αποκτήθηκε κατόπιν πλειστηριασμού αποσβέστηκε με τον θάνατο του αρχικού επικαρπωτή (11.8.2001), και ο υπερθεματιστής δεν μπορούσε να αποκτήσει δικαιώματα υπέρτερα του δικαιοπαρόχου. Οι αιτιολογίες ήταν σαφείς και μη αντιφατικές, καθιστώντας αβάσιμους τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 19 και 1 ΚΠολΔ, ιδίως τον ισχυρισμό ότι η επικαρπία θα διαρκούσε μέχρι τον θάνατο του υπερθεματιστή.
Απορρίπτει την από 26.3.2008 αίτηση της Α. συζ. Θ. Λ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 6193/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
282/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.8%
Οφειλέτης με απαίτηση περίπου 16.000 ευρώ από συναλλαγματικές διέθετε οριζόντια ιδιοκτησία σε β’ όροφο, εκμισθωμένη. Η εμπορική αξία του ακινήτου εκτιμήθηκε σε 121.201 ευρώ, ενώ υπήρχε αγοραστικό ενδιαφέρον με προσφερόμενο τίμημα 250.000 ευρώ (με χρηματοδότηση 150.000 ευρώ εντός 45 ημερών). Είχε οριστεί πλειστηριασμός για 21-3-2012. Παραμονή, δύο υποψήφιοι πλειοδότες που προτίθεντο να προσφέρουν περί τις 200.000 ευρώ ενημερώθηκαν από πρόσωπο που παρουσιαζόταν ως εκπρόσωπος του επισπεύδοντος ότι ο πλειστηριασμός δεν θα γίνει και ότι υπήρχαν προβλήματα τίτλων, με αποτέλεσμα να μην προσέλθουν. Προγενέστερα (9-2-2012) είχε εκδοθεί ειδικό πληρεξούσιο υπέρ τρίτου αλλοδαπού για να συμμετάσχει ως υπερθεματιστής, ο οποίος δεν γνώριζε ελληνικά και φερόταν ως παρένθετο πρόσωπο. Μετά την κατακύρωση, πρόσωπο που εμφανιζόταν ως πραγματικός υπερθεματιστής απαίτησε από τον μισθωτή την καταβολή μισθωμάτων σε δικό του λογαριασμό.
Το άρθρο 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 959, 963, 988 και 1005 ΚΠολΔ, επιβάλλει τη διενέργεια πλειστηριασμού σύμφωνα με την καλή πίστη και τον ελεύθερο ανταγωνισμό· πράξεις δανειστή ή υπερθεματιστή που απομακρύνουν πλειοδότες και οδηγούν σε κατώτερο τίμημα καθιστούν τον πλειστηριασμό άκυρο. Για να θεμελιωθεί ακυρότητα, το δικόγραφο πρέπει να προσδιορίζει τα πρόσωπα που αποτράπηκαν και τη δυνατότητα συμμετοχής τους. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος αν κηρύχθηκε αοριστία παρά τον νόμο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στο δικόγραφο κατονομάζονταν συγκεκριμένοι υποψήφιοι πλειοδότες, με πρόθεση και ικανότητα να προσφέρουν περίπου 200.000 ευρώ στον πλειστηριασμό της 21-3-2012. Μνημονεύονταν επίσης ισχυρισμοί περί δόλιων διαβεβαιώσεων παραμονή του πλειστηριασμού ότι δεν θα διεξαχθεί και περί προβλημάτων τίτλων, καθώς και ειδικό πληρεξούσιο της 9-2-2012 σε αλλοδαπό ως εμφανιζόμενο υπερθεματιστή. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις αυτές, έκρινε ότι ο σχετικός λόγος περί καταχρηστικής διενέργειας και δόλιας απομάκρυνσης πλειοδοτών είχε εκτεθεί ορισμένα, αφού προσδιορίστηκαν πρόσωπα και περιστάσεις. Η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περί αοριστίας αντίκειται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, καθιστώντας βάσιμο τον αναιρετικό λόγο.
Ο αυτοτελής λόγος περί ακυρότητας λόγω καταχρηστικής διενέργειας του πλειστηριασμού ήταν ορισμένος, διότι στο δικόγραφο αναφέρονταν συγκεκριμένοι υποψήφιοι πλειοδότες, η πρόθεσή τους να μετάσχουν με προσφορές περί τις 200.000 ευρώ και οι δόλιες ενέργειες αποτροπής τους (παραπλανητικές διαβεβαιώσεις παραμονή 21-3-2012 και ενεργοποίηση παρένθετου υπερθεματιστή με ειδικό πληρεξούσιο 9-2-2012). Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ως αόριστο, παρά το ότι περιείχε τα απαιτούμενα στοιχεία, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, ο σχετικός αναιρετικός λόγος έγινε δεκτός και, λόγω της επικουρικότητας των βάσεων, κατέστη αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών.
Αναιρεί την με αρ.5553/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιό πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
947/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.8%
Πιστωτής επέβαλε εκτέλεση επί ξενοδοχειακού συγκροτήματος σε οικόπεδο 27.000 τ.μ. στην περιοχή της Πέρδικας Αίγινας. Το ακίνητο κατακυρώθηκε την 6-7-1988 σε υπερθεματιστή αντί 225.001.000 δρχ., ο οποίος στη συνέχεια κατείχε και εκμεταλλεύτηκε το συγκρότημα. Εισπράχθηκαν μισθώματα την 1/8/1988 και 7/8/1990 συνολικά 15.890.000 δρχ., ενώ από 5/8/1990 έως 29/7/1993 δεν εισπράχθηκαν μισθώματα ύψους 45.000.000 δρχ. λόγω υπαιτιότητας του κατόχου. Υπολογίστηκαν ωφελήματα από τόκους επί των εισπραχθέντων (91.422.358 δρχ.) και των μη εισπραχθέντων (134.534.685 δρχ.) ποσών. Την 29-7-1993 ο υπερθεματιστής πώλησε το συγκρότημα σε τρίτο αντί 622.000.000 δρχ.
Το άρθρο 940 § 3 ΚΠολΔ προβλέπει αποζημίωση κατά του επισπεύδοντος εκτέλεση αν αυτή ακυρωθεί αμετάκλητα, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ. Παράλληλα, το άρθρο 1017 § 4 ΚΠολΔ αναθέτει τα ωφελήματα και βάρη του πράγματος στον υπερθεματιστή από την κατακύρωση, ενώ ο αδικαιολόγητος πλουτισμός (άρθρο 904 ΑΚ) απαιτεί έλλειψη νόμιμης αιτίας. Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ συνδέει την απόκτηση δικαιώματος με κατακύρωση και μεταγραφή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ακίνητο κατακυρώθηκε την 6-7-1988 αντί 225.001.000 δρχ. και ο υπερθεματιστής εισέπραξε μισθώματα 15.890.000 δρχ. (1/8/1988 και 7/8/1990), ενώ δεν εισέπραξε 45.000.000 δρχ. (5/8/1990–29/7/1993). Υπολογίστηκαν τόκοι 91.422.358 δρχ. και 134.534.685 δρχ. και το ακίνητο μεταβιβάστηκε την 29-7-1993 αντί 622.000.000 δρχ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι ο υπερθεματιστής νομίμως λάμβανε τα ωφελήματα από την κατακύρωση έως την αποξένωση, άρα δεν συντρέχει αδικαιολόγητος πλουτισμός. Η αξίωση του άρθρου 940 § 3 ΚΠολΔ στρέφεται κατά του επισπεύδοντος, όχι κατά του υπερθεματιστή. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικών κανόνων και μη λήψη προταθέντων ισχυρισμών είναι αβάσιμοι.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι: (α) τα μισθώματα 15.890.000 δρχ. και οι σχετικοί τόκοι αποτελούν ωφελήματα που, κατά το άρθρο 1017 § 4 ΚΠολΔ, ανήκαν στον υπερθεματιστή από την κατακύρωση, (β) δεν υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός, αφού υπήρχε νόμιμη αιτία κτήσης των ωφελημάτων μέσω της διαδικασίας εκτέλεσης, και (γ) η ειδική αξίωση του άρθρου 940 § 3 ΚΠολΔ στρέφεται αποκλειστικά κατά του επισπεύδοντος εκτέλεση και όχι κατά του υπερθεματιστή. Επιπλέον, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ κρίθηκαν αβάσιμοι, επειδή το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096, 1100 ΑΚ και αντιμετώπισε ουσιαστικά τους προταθέντες ισχυρισμούς, απορρίπτοντάς τους με παραδοχές αντίθετων πραγματικών περιστατικών.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
243/2012
2012Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.7%
Οφειλέτης με απαιτήσεις πρώην εργαζομένων συνολικού ύψους 144.359,68 ευρώ είχε δύο ακίνητα στην ίδια περιφέρεια: (α) αγροτεμάχιο αριθ. 538α, έκτασης 13.000 τ.μ., αξίας 90.000 ευρώ, τιμή πρώτης προσφοράς 45.000 ευρώ, που απέφερε 206.000 ευρώ, και (β) αστικό οικόπεδο 16.210 τ.μ. (συνένωση κληροτεμαχίων 518, 519, 520) με εργοστασιακό συγκρότημα ~8.000 τ.μ. (κονσερβοποιείο 1.485 τ.μ., ψυγείο 1.760 τ.μ., αποθήκες/μηχανοστάσιο 440 τ.μ., διαλογητήριο 1.800 τ.μ., γραφεία 440 τ.μ., στοά 787,50 τ.μ., λεβητοστάσιο 63 τ.μ., φυλάκια 10 και 12 τ.μ., υποσταθμός 5 τ.μ., αντλιοστάσιο 10 τ.μ., δεξαμενή 45 τ.μ., δύο υπόστεγα 250 τ.μ.), αξίας 600.000 ευρώ, τιμή πρώτης προσφοράς 300.000 ευρώ. Πριν την ημερομηνία 30-3-2005 γνωστοποιήθηκαν πρόσθετες απαιτήσεις εργαζομένων 144.621,63 ευρώ και απαίτηση ΔΟΥ 18.305,86 ευρώ· έξοδα εκτέλεσης 14.612,45 ευρώ. Το συνολικό προς κάλυψη ποσό ανήλθε σε 280.517,39 ευρώ, υπερβαίνοντας το ποσό 206.000 ευρώ από το πρώτο ακίνητο.
Το άρθρο 1001 § 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι όταν κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα με μία έκθεση, πλειστηριάζονται χωριστά την ίδια ημέρα κατά σειρά που ορίζει ο καθ’ ου ή ο υπάλληλος, και η διαδικασία παύει μόλις το πλειστηρίασμα καλύψει την απαίτηση, τις αναγγελίες και τα έξοδα. Τα άρθρα 932, 975 και 1002 § 2 ΚΠολΔ προσδιορίζουν τα έξοδα εκτέλεσης και τον χρόνο συνυπολογισμού. Κατά το άρθρο 972 § 1 ΚΠολΔ δεν απαιτείται υπογραφή δικηγόρου στο αναγγελτήριο· αρκεί η υπογραφή του δανειστή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απαίτηση των επισπευδόντων ανερχόταν σε 102.977,45 ευρώ, τα έξοδα εκτέλεσης σε 14.612,45 ευρώ, υπήρξαν πρόσθετες αναγγελίες εργαζομένων 144.621,63 ευρώ (γνωστοποιηθείσες στις 29-3-2005) και αναγγελία της ΔΟΥ για 18.305,86 ευρώ. Το σύνολο 280.517,39 ευρώ υπερέβαινε το πλειστηρίασμα 206.000 ευρώ από το πρώτο ακίνητο. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις παύσης της διαδικασίας μετά την πρώτη κατακύρωση, ο υπάλληλος ορθώς συνυπολόγισε τις αναγγελίες χωρίς υπογραφή δικηγόρου, και οι προβαλλόμενοι λόγοι περί παραμόρφωσης εγγράφων και ακυρότητας ήταν απαράδεκτοι ή αβάσιμοι.
Απορρίφθηκε η αίτηση διότι το πλειστηρίασμα του πρώτου ακινήτου (206.000 ευρώ) δεν κάλυπτε τη συνολική οφειλή, τις αναγγελθείσες απαιτήσεις (συνολικά 280.517,39 ευρώ) και τα έξοδα, άρα δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 1001 § 2 ΚΠολΔ. Οι αναγγελίες των εργαζομένων που γνωστοποιήθηκαν εξώδικα πριν τον πλειστηριασμό ελήφθησαν ορθά υπόψη, χωρίς να απαιτείται υπογραφή δικηγόρου (άρθρο 972 § 1 ΚΠολΔ). Οι λόγοι αναιρέσεως από τα άρθρα 559 αρ. 20 και 11 κρίθηκαν απαράδεκτοι/αβάσιμοι, ενώ ο ισχυρισμός περί ακυρότητας λόγω μη συντάξεως έκθεσης αναγγελίας προτάθηκε για πρώτη φορά στην έφεση και ήταν απαράδεκτος (ΚΠολΔ 224 εδ. 1). Κατόπιν της απόρριψης της πρώτης αιτήσεως, η δεύτερη αίτηση, τεθείσα υπό όρο, απορρίφθηκε ως αλυσιτελής.
Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις Α.32/29-1-2010 και Β.358/17-11-2010 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 2644/23-9-2009, αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
2154/2014
2014Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.6%
Νομέας απέκτησε ελαιόκτημα με 400 ελαιόδενδρα, αρχικά αναγραφόμενο ως 20.000 τ.μ., το οποίο μετά από τοπογραφικό (20-7-1996) προσδιορίστηκε σε 42.667 τ.μ. Έλαβε χώρα αναγκαστικός πλειστηριασμός (31-7-1996) και μεταγραφή περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης· αργότερα νέος πλειστηριασμός (22-1-1999) με απόκτηση κυριότητας από πιστωτή (τράπεζα). Με άτυπη διανομή, ο νομέας διατήρησε τμήμα 22.667 τ.μ., επί του οποίου συνέχισε εποπτεία, καλλιέργεια, κλάδεμα, καθαρισμό και συλλογή καρπών, λαμβάνοντας επιδοτήσεις ελαιολάδου συνεχώς από το 1999. Πιστωτής προέβαλε προς πώληση ολόκληρη έκταση 42.667 τ.μ. σε τίμημα 180.000 ευρώ και απέστειλε συνεργείο καταμέτρησης, αμφισβητώντας την έκταση που πράγματι αντιστοιχούσε στην κτήση του. Η θέση του επίδικου τμήματος εντός του μεγαλύτερου ακινήτου απαιτούσε ακριβή προσδιορισμό.
Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι με μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και καταβολή πλειστηριάσματος ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε ο καθ’ ου η εκτέλεση· σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 § 2 ΚΠολΔ και 1192, 1198 ΑΚ, η κυριότητα μεταβιβάζεται με νόμιμο τίτλο. Τα άρθρα 974, 981, 984 § 1 και 989 ΑΚ καθορίζουν τα στοιχεία της νομής και τη διατάραξή της, ενώ τα άρθρα 936 και 1020 ΚΠολΔ ρυθμίζουν τα ένδικα μέσα του τρίτου πριν και μετά την εγκατάσταση του υπερθεματιστή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο νομέας καλλιεργούσε και επόπτευε τμήμα 22.667 τ.μ. από σύνολο 42.667 τ.μ., με 400 ελαιόδενδρα, λαμβάνοντας επιδοτήσεις από το 1999. Ο υπερθεματιστής και μετέπειτα πιστωτής πρόβαλε προς πώληση ολόκληρη έκταση 42.667 τ.μ. (τιμή 180.000 ευρώ) και απέστειλε συνεργείο καταμέτρησης, αμφισβητώντας την έκταση. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, εξέτασε αν έχει λάβει χώρα μεταγραφή και εγκατάσταση του υπερθεματιστή ώστε να αρχίσει η πενταετής προθεσμία του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, και αν οι ενέργειες αντιποίησης συνιστούν διατάραξη. Διαπίστωσε ελλείψεις ως προς το αν και πότε εγκαταστάθηκε ο υπερθεματιστής και ως προς την ακριβή περιγραφή και θέση του επίδικου τμήματος εντός του μεγαλύτερου ακινήτου.
Η απόφαση ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη διότι δεν προσδιορίστηκε αν και πότε έγινε εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο, στοιχείο κρίσιμο για το αν ο τρίτος νομέας προστατεύεται με ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ ή με αγωγή του κοινού δικαίου εντός της πενταετίας του άρθρου 1020 ΚΠολΔ. Επιπλέον, δεν διευκρινίστηκε αν οι μεταγενέστερες πράξεις πλειστηριασμού και περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων περιέγραφαν το ακίνητο όμοια με τον αρχικό τίτλο (20.000 τ.μ.) ή κάλυπταν ολόκληρη την έκταση των 42.667 τ.μ., ώστε να κριθεί ποια δικαιώματα μεταβιβάστηκαν. Τέλος, δεν προσδιορίστηκε επακριβώς η θέση του επίδικου τμήματος εντός του μεγαλύτερου ακινήτου. Οι ελλείψεις αυτές εμπόδισαν τον αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και οδήγησαν σε αναίρεση και παραπομπή.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 205/2010 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή που κατέβαλε η αναιρεσείουσα σ' αυτήν. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
1827/2022
2022Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.6%
Ανώνυμη εταιρεία ιδιοκτήτρια ξενοδοχειακού συγκροτήματος στην Αίγινα (θέσεις Πέρδικας). Το ακίνητο πλειστηριάστηκε αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. 7754/6-7-1998 έκθεση πλειστηριασμού, επισπεύδοντος δανειστή. Υπερθεματίστρια τράπεζα, η οποία κατέβαλε πλειστηρίασμα 4.983.330 δραχμών με συμψηφισμό ενυπόθηκης απαίτησής της. Στις 9-3-1990 μεταγράφηκε η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Στις 11-1-1991 η τράπεζα εγκαταστάθηκε στο ακίνητο αποβάλλοντας τον μισθωτή. Στις 29-7-1993 η τράπεζα πώλησε το ακίνητο σε τρίτο αγοραστή. Αρχικά η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την 1185/1990 απόφαση Εφετείου Πειραιά. Μεταγενέστερα, με την 347/1996 απόφαση Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η απόφαση αυτή και με την 513/1997 απόφαση Εφετείου Πειραιά ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός. Στις 1-6-1997 η αρχική ιδιοκτήτρια επανεγκαταστάθηκε στο ακίνητο και διαπίστωσε σημαντικές φθορές στις κτιριακές, υδραυλικές και ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις. Κόστος επισκευής κατά πραγματογνωμοσύνη: 5.697.439 ευρώ.
Το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι με την κατακύρωση και τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, ήτοι την κυριότητα. Τα άρθρα 1096-1100 ΑΚ ρυθμίζουν την ευθύνη του νομέα για απόδοση ωφελημάτων και χειροτέρευση, διακρίνοντας μεταξύ καλόπιστου και κακόπιστου νομέα. Τα άρθρα 730-740 ΑΚ περί διοίκησης αλλοτρίων απαιτούν γνώση του διοικητή ότι η υπόθεση είναι ξένη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπερθεματίστρια τράπεζα απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης στις 9-3-1990. Κατά το χρονικό διάστημα από 11-1-1991 έως 29-7-1993 ήταν καλόπιστη νομέας, καθώς με την 1185/1990 απόφαση Εφετείου Πειραιά είχε κριθεί τελεσιδίκως έγκυρος ο πλειστηριασμός. Στις 29-7-1993 μεταβίβασε νομίμως το ακίνητο σε τρίτο αγοραστή. Η μεταγενέστερη ακύρωση του πλειστηριασμού το 1997 δεν αίρει την καλοπιστία της. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 1096-1100 ΑΚ, το δικαστήριο έκρινε ότι η τράπεζα ως καλόπιστη νομέας δεν ευθύνεται για χειροτέρευση κατά το διάστημα που ήταν κυρία του ακινήτου. Ως προς τη διοίκηση αλλοτρίων, έκρινε ότι δεν υφίστατο θετική γνώση της τράπεζας ότι η υπόθεση ήταν ξένη, ούτε αλλότρια υπόθεση υπήρχε κατά το διάστημα κατοχής της.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι η αγωγή δεν μπορούσε να θεμελιωθεί νομικά στις διατάξεις των άρθρων 1096-1100 ΑΚ, καθώς η υπερθεματίστρια τράπεζα απέκτησε νομίμως την κυριότητα του ακινήτου με τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και ήταν καλόπιστη νομέας μέχρι την πώλησή του σε τρίτο το 1993, πριν την ακύρωση του πλειστηριασμού το 1997. Επίσης, ορθώς έκρινε ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων (άρθρα 730-740 ΑΚ), διότι η τράπεζα δεν είχε θετική γνώση ότι η υπόθεση ήταν ξένη, αλλά αντιθέτως νόμιζε βάσει τελεσίδικης απόφασης ότι ήταν κυρία. Το Εφετείο δικαιούτο να ερευνήσει αυτεπάγγελτα τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να την απορρίψει ως μη νόμιμη, εκδίδοντας ευνοϊκότερη για την εκκαλούσα απόφαση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.03.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2138/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Α.. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
1508/2018
2018Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.5%
Οφειλέτης είχε υποστεί αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων του στις 6-6-2003 για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων τραπέζης ύψους 191.249,75 και 280.768,94 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ως ημέρα πλειστηριασμού ορίστηκε η 5-11-2003. Εκδόθηκε η 16/2007 απόφαση Ειρηνοδικείου που διέταξε την ανατροπή της κατάσχεσης λόγω παρέλευσης έτους. Η τράπεζα προέβη σε αναγγελία στις 2-4-2007 και κατέθεσε δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού στις 4-4-2007. Συντάχθηκε Δ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης στις 12-2007 και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 16-1-2008, με κατακύρωση των ακινήτων σε αγοραστή.
Το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνει το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η ανακοπή είναι παραδεκτή: α) αν αφορά στην εγκυρότητα του τίτλου ή στην προδικασία της εκτέλεσης, μέσα σε 15 ημέρες από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά στην εγκυρότητα πράξεων που έγιναν μετά την πρώτη πράξη ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, και γ) αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε 90 ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η ανακοπή κατατέθηκε στις 28-3-2008 και επιδόθηκε στις 11-4-2008 και 17-4-2008, μετά τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης της 16-1-2008. Δέχθηκε ότι οι λόγοι της ανακοπής αφορούσαν στο κύρος της αναγγελίας και της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, ήτοι σε πράξεις που διενεργήθηκαν μετά την πρώτη πράξη εκτέλεσης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι η ανακοπή έπρεπε να ασκηθεί το αργότερο μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης (σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού), και όχι εντός της προθεσμίας των 90 ημερών του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή. Η ένδικη ανακοπή, με την οποία ζητείται η ακύρωση των τελευταίων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και ειδικότερα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, και όχι των προγενεστέρων πράξεων για τις οποίες ο αναιρεσείων είχε ήδη ασκήσει ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή, καθόσον ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § 1 περ. γ' ΚΠολΔ (90 ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης).
Αναιρεί την 207/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάζει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
705/2023
2023Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.5%
Οφειλέτης υπέστη αναγκαστική εκτέλεση με κατάσχεση ακινήτου του. Διενεργήθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός με την 43650/15-5-2013 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης, στον οποίο υπερθεματίστρια ήταν συγκεκριμένη αγοράστρια. Το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών. Συντάχθηκε πίνακας κατάταξης δανειστών (43911/2013), στον οποίο δεν κατατάχθηκε κανένας δανειστής, καθώς όλο το πλειστηρίασμα χρησιμοποιήθηκε για κάλυψη των εξόδων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο οφειλέτης άσκησε ανακοπή μόνο κατά της επισπεύδουσας εταιρείας, χωρίς να συμπεριλάβει ως καθ' ης την υπερθεματίστρια.
Το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4055/2012, ορίζει ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που εγείρεται μετά την κατακύρωση πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, διότι η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση. Το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο ανακόπτων άσκησε την ανακοπή μόνο κατά της επισπεύδουσας εταιρείας, χωρίς να συμπεριλάβει την υπερθεματίστρια ως καθ' ης, παρότι η ανακοπή προσέβαλε την έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης που εκδόθηκε μετά την κατακύρωση. Εφαρμόζοντας το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, το Εφετείο έσφαλε όταν δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή λόγω της έλλειψης της υπερθεματίστριας ως καθ' ης, παραβιάζοντας τον κανόνα της αναγκαστικής ομοδικίας που επιβάλλει ενιαία ρύθμιση της διαφοράς.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ, εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή κατά το μέρος που προσέβαλε την έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Η ανακοπή, ασκηθείσα μετά την κατακύρωση, έπρεπε να απευθύνεται τόσο κατά της επισπεύδουσας όσο και κατά της υπερθεματίστριας, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, καθώς η διαφορά επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση. Ο ανακόπτων όμως την απηύθυνε μόνο κατά της επισπεύδουσας, με συνέπεια να είναι απαράδεκτη.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3602/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την από 22-10-2020 έφεση της αναιρεσείουσας. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 11224/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την από 14-6-2013 ανακοπή, κατά το μέρος με το οποίο ζητείται με αυτήν η ακύρωση της 43650/15-5-2013 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Καραμανλή. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα των παραβόλων, τα οποία κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και της έφεσης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο - αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ' ης η ανακοπή - εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της κατ' αναίρεση δίκης, τα οποία ανέρχονται, κατά τα αναφερόμενα στο παραπάνω σκεπτικό της παρούσας απόφασης, στο, συνολικό, ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
6/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.5%
Υπερθεματιστής σε πλειστηριασμό που έλαβε χώρα στις 14-1-2004 σε δημοτικό κατάστημα κατέβαλε στις 20-1-2004 σε συμβολαιογράφο το πλειστηρίασμα ύψους 74.330 ευρώ. Το ακίνητο εμφανιζόταν ως κυριότητα του οφειλέτη, αλλά από κτηματολογικό απόσπασμα προέκυψε ότι είχε δηλωθεί ως ιδιοκτησία τρίτου με τίτλο κτήσης πωλητήριο συμβόλαιο του 1968 και αντίστοιχο πιστοποιητικό μεταγραφής. Λόγω της αντίθετης κτηματολογικής δήλωσης δεν εκδόθηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης για μεταγραφή, και το πλειστηρίασμα δεν είχε ακόμη διανεμηθεί.
Το άρθρο 1017 § 2 ΚΠολΔ προβλέπει ευθύνη για νομικά ελαττώματα του πλειστηριασθέντος πράγματος μόνο για τον επισπεύδοντα που γνώριζε το ελάττωμα κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ επιτρέπει αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Συναφώς, τα άρθρα 380 και 382 ΑΚ παρέχουν στον υπερθεματιστή δικαιώματα πωλητή, τα άρθρα 904-913 ΑΚ θεμελιώνουν αξίωση επιστροφής πλειστηριάσματος, και το άρθρο 1005 ΚΠολΔ ορίζει ότι δεν εξαλείφονται δικαιώματα τρίτων με τον πλειστηριασμό. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπερθεματιστής κατέβαλε 74.330 ευρώ στις 20-1-2004, το ακίνητο είχε δηλωθεί κτηματολογικά ως ιδιοκτησία τρίτου με τίτλο του 1968, δεν εκδόθηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και το πλειστηρίασμα δεν είχε διανεμηθεί. Εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, εξέτασε ότι ο υπερθεματιστής δύναται να αρνηθεί ή να αναζητήσει το πλειστηρίασμα λόγω νομικού ελαττώματος και να στραφεί είτε κατά του επισπεύδοντος (εφόσον γνώση) είτε κατά του καθ’ ού η εκτέλεση για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Παράλληλα, με βάση το άρθρο 933 § 1 ΚΠολΔ, δεν νομιμοποιείται να προσβάλει τον πλειστηριασμό με ανακοπή, καθότι η ανακοπή αφορά ελαττώματα τίτλου και πράξεων εκτέλεσης, όχι νομικά ελαττώματα του πράγματος.
Απορρίφθηκε η αίτηση διότι ο υπερθεματιστής δεν περιλαμβάνεται στα πρόσωπα του άρθρου 933 § 1 ΚΠολΔ που νομιμοποιούνται σε ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και δεν είναι «δανειστής» του καθ’ ού ως προς το πλειστηρίασμα. Επομένως, η ανακοπή με επίκληση των άρθρων 933, 992 § 1 και 1017 ΚΠολΔ ήταν μη νόμιμη, και το Εφετείο δεν παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, οπότε ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως απορρίφθηκε ως αβάσιμος.
Απορρίπτει την από 5-3-2014 (αριθμ. καταθ. 165/2014) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 5893/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάζει την εισαγωγή του παραβολή στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει του αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →