Απόδοση κατοχής ακινήτου στον υπερθεματιστή μετά πλειστηριασμό

Δημιουργία έρευνας:

Η απόδοση κατοχής/νομής ακινήτου στον υπερθεματιστή μετά τον πλειστηριασμό ρυθμίζεται κυρίως από το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2 και το ΚΠολΔ Άρθρο 943, ενώ το ΚΠολΔ Άρθρο 933 αφορά το ένδικο βοήθημα με το οποίο προσβάλλονται πράξεις της εκτέλεσης. Το ΚΠολΔ Άρθρο 1007 δεν ρυθμίζει την απόδοση του ακινήτου, αλλά την κατάταξη των δανειστών, άρα δεν είναι η κατάλληλη βασική διάταξη για το ερώτημά σας.

Κύρια Νομική Θέση

Μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε ο καθ’ ου η εκτέλεση και η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο για την αποβολή του οφειλέτη ή κάθε κατόχου που κατέχει στο όνομά του. Η αποβολή και εγκατάσταση γίνεται με αναγκαστική εκτέλεση κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 943, ενώ τυχόν αντιρρήσεις κατά της διαδικασίας προβάλλονται μόνο με ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 933.

Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

  • ΚΠολΔ Άρθρο 1005
  • Ορίζει ότι από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης, λαμβάνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.
  • Με την κατακύρωση και αφού μεταγραφεί η περίληψη, αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
  • Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός και με βάση αυτή μπορεί να γίνει κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 943 αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή κατά:
  • εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση,
  • των διαδόχων του, εφόσον η διαδοχή επήλθε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης,
  • εκείνου που νέμεται ή κατέχει το πράγμα στο όνομα του καθ’ ου η εκτέλεση ή των διαδόχων του.
  • Εφαρμόζεται στις ΑΠ 2089/2013, ΑΠ 819/2013, ΑΠ 673/2019, ΑΠ 496/2023.
  • ΚΠολΔ Άρθρο 943
  • Αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση.
  • Ρυθμίζει και τη διαχείριση των κινητών που βρίσκονται στο ακίνητο.
  • Θέτει και χρονικές απαγορεύσεις εκτέλεσης για απόδοση ακινήτου σε ορισμένες περιόδους.
  • ΚΠολΔ Άρθρο 1009
  • Αν το πλειστηριασθέν ακίνητο ήταν μισθωμένο, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης, με λύση μετά την πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία.
  • Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή, του υπομισθωτή και όσων αντλούν δικαιώματα από αυτούς.
  • ΚΠολΔ Άρθρο 997
  • Για μισθώσεις ή άλλες έννομες σχέσεις που συνάπτονται μετά την κατάσχεση, ο υπερθεματιστής μπορεί να τις καταγγείλει μέσα σε δύο μήνες από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.
  • Μετά την καταγγελία, η σχέση λύεται μετά από δύο μήνες και χωρεί η κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση.
  • ΚΠολΔ Άρθρο 933
  • Αντιρρήσεις του καθ’ ου η εκτέλεση ή κάθε δανειστή με έννομο συμφέρον για την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή.
  • Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή.
  • ΚΠολΔ Άρθρο 936
  • Παρέχει σε τρίτο δικαίωμα ανακοπής, αν προσβάλλεται δικαίωμά του πάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης.
  • Συναφές όταν ο κάτοχος δεν είναι απλώς οφειλέτης ή κάτοχος στο όνομα του οφειλέτη, αλλά τρίτος με αυτοτελές δικαίωμα.
  • ΚΠολΔ Άρθρο 1020
  • Αγωγή διεκδίκησης ακινήτου που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε πέντε έτη από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

  • ΑΠ 2089/2013
  • Σχετικότητα: Αφορά υπερθεματιστή που απέκτησε ακίνητο σε πλειστηριασμό και άσκησε αγωγή απόδοσης νομής, ενώ ο οφειλέτης προέβαλε ακυρότητες προηγούμενων πράξεων εκτέλεσης.
  • Κρίση: Πλειστηριασμός στις 11-6-1997, περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως στις 24-9-1997, δικαστική δαπάνη 2.700 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Υποστηρίζει ότι η μερική ακυρότητα προηγούμενης πράξης δεν αρκεί για να ανατραπεί το δικαίωμα του υπερθεματιστή, αν δεν προσβλήθηκαν εμπροθέσμως ο πλειστηριασμός ή η περίληψη κατά τα άρθρα 933-934 ΚΠολΔ. Άρα, για την απόδοση κατοχής, ο υπερθεματιστής στηρίζεται ισχυρά στο ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 1 και 2.
  • ΑΠ 819/2013
  • Σχετικότητα: Αφορά προσβολή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και της έκθεσης αποβολής/εγκατάστασης.
  • Κρίση: Πλειστηριασμός στις 24-5-2000, περίληψη 384/21-6-2000, έκθεση αποβολής και εγκατάστασης 621/1-10-01, δικαστική δαπάνη 2.700 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Κρίνει ότι η ακυρότητα της περίληψης και της έκθεσης αποβολής/εγκατάστασης προβάλλεται μόνο με ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 933 και όχι με αναγνωριστική αγωγή. Αυτό είναι κρίσιμο για να αποκρουστεί προσπάθεια του κατόχου να εμποδίσει την αποβολή με εσφαλμένο ένδικο βοήθημα.
  • ΑΠ 673/2019
  • Σχετικότητα: Αφορά υπερθεματιστή που απέκτησε κυριότητα με μεταγραφή της περίληψης και στη συνέχεια ο οφειλέτης παρέμεινε στο ακίνητο έως τη βίαιη αποβολή.
  • Κρίση: Απόκτηση κυριότητας στις 14-2-2000, χρήση από τον οφειλέτη έως 12-7-2004, μισθωτική αξία 700 ευρώ μηνιαίως, επιδικάστηκαν ωφελήματα 50.400 ευρώ για 72 μήνες και αποζημίωση 1.634 ευρώ για δύο μήνες και δέκα ημέρες.
  • Εφαρμογή: Ενισχύει όχι μόνο το δικαίωμα αποβολής, αλλά και τη μεταγενέστερη αξίωση του υπερθεματιστή για ωφελήματα/αποζημίωση λόγω παράνομης παραμονής μετά τη μεταγραφή της περίληψης.
  • ΑΠ 1721/2023
  • Σχετικότητα: Αφορά παραμονή της κατόχου στο ακίνητο μετά την κατακύρωση και μεταγραφή της περίληψης.
  • Κρίση: Πλειστηριασμός στις 28-7-1999, περίληψη στις 9-11-1999, μεταγραφή 1-12-1999, αποβολή 17-11-2011, αποζημίωση 19.983 ευρώ για το διάστημα 1-6-2005 έως 31-3-2011.
  • Εφαρμογή: Υποστηρίζει ότι ο νέος κύριος μπορεί να αξιώσει αποζημίωση ίση με τη μισθωτική αξία για το διάστημα της παράνομης κατοχής. Χρήσιμο ως πίεση συμμόρφωσης του κατόχου μετά την κατακύρωση.
  • ΑΠ 1046/2020
  • Σχετικότητα: Αφορά μισθωτή που παρέμεινε στο ακίνητο μετά τον πλειστηριασμό και άσκησε ανακοπή ως τρίτος.
  • Κρίση: Πλειστηριασμός 8-12-2010, καταχώριση περίληψης 18-1-2011, αποβολή-εγκατάσταση 18-2-2011, μίσθωμα 500 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Δείχνει ότι όταν ο κάτοχος είναι μισθωτής με αντιτάξιμο δικαίωμα, δεν αρκεί η απλή επίκληση του τίτλου του υπερθεματιστή· πρέπει να εξεταστεί αν υπάρχει προστατευόμενη μίσθωση και αν απαιτείται καταγγελία κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 1009 ή εφαρμογή του ΚΠολΔ Άρθρο 936.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

  • ΑΠ 496/2023
  • Στηρίζει τη θέση ότι τρίτος με αυτοτελές δικαίωμα επί του ακινήτου μπορεί να ασκήσει ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 936 μέχρι την εγκατάσταση του υπερθεματιστή.
  • Αντίκρουση: Αν ο κάτοχος είναι ο ίδιος ο οφειλέτης ή κατέχει στο όνομά του, η απόφαση δεν τον βοηθά. Η ΑΠ 496/2023 αφορά γνήσιο τρίτο με αυτοτελές δικαίωμα, όχι απλό κάτοχο χωρίς ίδιο δικαίωμα.
  • ΑΠ 306/2014
  • Στηρίζει τη θέση ότι σε περιπτώσεις μίσθωσης/υπομίσθωσης απαιτείται ειδική εξέταση του χρόνου της κατάσχεσης και της σχέσης του εκμισθωτή με τον καθ’ ου η εκτέλεση.
  • Αντίκρουση: Αν δεν υπάρχει μίσθωση ή αν πρόκειται για κατοχή του οφειλέτη, η απόφαση δεν είναι εφαρμοστέα. Ακόμη και σε μίσθωση, το ίδιο το ΚΠολΔ Άρθρο 1009 προβλέπει δυνατότητα καταγγελίας από τον υπερθεματιστή.

Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Βασικός τίτλος αποβολής

  • Επικαλεστείτε πρώτα το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2: η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι εκτελεστός τίτλος.
  • Συνδέστε το με το ΚΠολΔ Άρθρο 943 παρ. 1: ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει τον κάτοχο και εγκαθιστά τον υπερθεματιστή.

2. Κτήση δικαιώματος από τον υπερθεματιστή

  • Επικαλεστείτε το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 1 ότι με την κατακύρωση και τη μεταγραφή της περίληψης ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση.
  • Νομολογιακή στήριξη: ΑΠ 2089/2013, ΑΠ 819/2013, ΑΠ 673/2019.

3. Αποκλειστικός τρόπος προσβολής

  • Αν ο αντίδικος προβάλλει ακυρότητες της εκτέλεσης ή της αποβολής, προβάλετε ότι αυτές ασκούνται μόνο με ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 933.
  • Νομολογιακή στήριξη: ΑΠ 819/2013, ΑΠ 2089/2013.

4. Διάκριση οφειλέτη/απλού κατόχου από τρίτο με αυτοτελές δικαίωμα

  • Αν ο κάτοχος είναι οφειλέτης ή κατέχει στο όνομά του, χωρεί ευθέως εκτέλεση με βάση το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2.
  • Αν προβάλλεται αυτοτελές δικαίωμα τρίτου, πρέπει να εξεταστεί το ΚΠολΔ Άρθρο 936, κατά τα ΑΠ 1046/2020 και ΑΠ 496/2023.

5. Πίεση με παρεπόμενες αξιώσεις

  • Σε περίπτωση παραμονής μετά τη μεταγραφή και μη οικειοθελούς αποχώρησης, προβάλετε και τη δυνατότητα αξίωσης ωφελημάτων/αποζημίωσης.
  • Νομολογιακή στήριξη: ΑΠ 673/2019, ΑΠ 1721/2023.

Νομολογιακή Ισχύς

Παγία

Υπάρχει σαφής και επαναλαμβανόμενη νομολογία ότι:

  • ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα με τη μεταγραφή της περίληψης,
  • η περίληψη είναι εκτελεστός τίτλος για αποβολή και εγκατάσταση,
  • οι ακυρότητες της εκτέλεσης προβάλλονται μόνο με ανακοπή των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ.

Ενδεικτικά: ΑΠ 2089/2013, ΑΠ 819/2013, ΑΠ 673/2019.
Υπάρχουν ειδικές παραλλαγές μόνο όταν ο κάτοχος είναι τρίτος με αυτοτελές δικαίωμα ή μισθωτής: ΑΠ 1046/2020, ΑΠ 496/2023.

Πρακτικές Συστάσεις

  • Επικαλεστείτε πρώτα το ΚΠολΔ Άρθρο 1005 παρ. 2 και το ΚΠολΔ Άρθρο 943 ως άμεση βάση της αποβολής.
  • Προσκομίστε:
  • την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης,
  • αποδεικτικό μεταγραφής,
  • την εντολή εκτέλεσης κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 927.
  • Αν ο κάτοχος είναι μισθωτής, ελέγξτε αν απαιτείται προηγούμενη καταγγελία κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 1009 ή το ΚΠολΔ Άρθρο 997.
  • Αν ο αντίδικος επικαλείται ακυρότητες του πλειστηριασμού ή της αποβολής με αγωγή ή ένσταση, αντιτάξτε ΑΠ 819/2013 και ΑΠ 2089/2013.
  • Αν η παράνομη παραμονή συνεχίζεται, εξετάστε σωρευτικά αξίωση για αποζημίωση χρήσης/ωφελήματα με βάση τη γραμμή των ΑΠ 673/2019 και ΑΠ 1721/2023.

Οι απαντήσεις παράγονται με τεχνητή νοημοσύνη και ενδέχεται να περιέχουν σφάλματα. Επαληθεύστε τις παραπομπές πριν από κάθε χρήση.

ΚΠολΔ Άρθρο 1007

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 17/01/2018
Σχετικότητα 91.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1007: «1. Για την κατάταξη των δανειστών εφαρμόζονται τα άρθρα 975 έως 978, εκτός από την διάταξη του άρθρου 976 αρ. 3. Τη θέση των απαιτήσεων του άρθρου 976 αρ. 2 και της παραγράφου 1 του άρθρου 977Α, παίρνουν οι ενυπόθηκες απαιτήσεις. Η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως.» 2. Αν γίνει χωριστός πλειστηριασμός των παραρτημάτων ενυπόθηκου κτήματος στα οποία εκτείνεται η υποθήκη, η απαίτηση του ενυπόθηκου δανειστή κατατάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1.

ΚΠολΔ Άρθρο 933

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: Ν. 5264/2025
Σχετικότητα 89.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 933: Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών. 2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. 3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. 4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. 5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. 6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.

ΚΠολΔ Άρθρο 1009

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 94.4%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1009: 1. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο ως κατοικία, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η καταγγελία δεν είναι δυνατή πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 του ν. 1703/1987 (Α’ 78) χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι’ αυτούς. 2. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται επί μισθώσεων ακινήτων για τα οποία μισθωτής ή εκμισθωτής είναι το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ. και χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η μισθωτική σχέση είναι αποδεδειγμένα γνωστή στον υπερθεματιστή. Επί αναγκαστικού πλειστηριασμού του μισθίου ακινήτου στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 614 και 616 ΑΚ.

ΚΠολΔ Άρθρο 1005

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 94.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1005: «1. Από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η ε κτέλεση. Διατάξεις που προβλέπουν ότι απαίτηση από παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, άρδευσης, ύδρευσης ή φυσικού αερίου βαρύνει τον ειδικό διάδοχο του κυρίου κινητού ή ακινήτου, δεν εφαρμόζονται επί αναγκαστικού δημοσίου πλειστηριασμού.» «2. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός. Με βάση αυτή την περίληψη μπορεί να γίνει κατά το άρθρο 943 αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του και εναντίον εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δια δόχων του, εφόσον η διαδοχή επέλθει μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, καθώς και κατά εκείνου που νέμεται ή κατέχει το πράγμα στο όνομα εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση ή των διαδόχων του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέση εμπράγματη ή ενοχική. Οι διατάξεις του άρθρου 947 εφαρμόζονται και εδώ. Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί, με την επίδειξη αντιγράφου της περίληψη ς της κατακυρωτικής έκθεσης, με τη σχετική εντολή του άρθρου 927 προς εκείνον για την εκτέλεσή της, να ζητήσει και να λάβει από τις αρμόδιες υπηρεσίες αντίγραφα των εγγράφων της παρ. 6 του άρθρου 997.» 3. Η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης που υπάρχει επάνω στο ακίνητο. Ο υπερθεματιστής μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών, προσημειώσεων και κατασχέσεων που είναι γραμμένες στο ακίνητο. Αν ο πλειστηριασμός ακυρωθεί, αναβιώνουν αυτοδικαίως οι υποθήκες και οι προσημειώσεις που εξαλείφθηκαν. Ο υποθηκοφύλακας έχει υποχρέωση να κάνει σχετική σημείωση στα ειδικά βιβλία, όταν του προσαχθεί αντίγραφο της ακυρωτικής απόφασης.

ΚΠολΔ Άρθρο 997

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 93.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 997: 1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από τον οφειλέτη· αν πρόκειται για ενυπόθηκο ακίνητο είναι άκυρη η διάθεσή του και από τον τρίτο, κύριο ή νομέα. Μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωσή του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη έννομη σχέση λύεται μετά από δύο (2) μήνες και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κατά το άρθρο 615 ΑΚ δεν θίγεται και η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στο μισθωτή. 2. Τα αποτελέσματα της παρ. 1 αρχίζουν αναδρομικά: α) για τον οφειλέτη, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 995, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, β) για τον τρίτο, κύριο ή νομέα, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το άρθρο 995 παρ. 1 και 4, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών, γ) για τους τρίτους, μόνο αφότου η κατάσχεση εγγραφεί κατά το άρθρο 995 στο βιβλίο κατασχέσεων και εφόσον έγιναν οι, κατά τις περ. α ΄ και β΄ της παραγράφου αυτής, επιδόσεις στον οφειλέτη και τον τρίτο, κύριο ή νομέα. 3. Σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή η εγγραφή υποθήκης που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη. Η τροπή της προ- σημείωσης σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. 4. Αν συμπέσει την ίδια ημέρα εγγραφή κατάσχεσης και μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται αυτή που καταχωρίστηκε έστω και ελάχιστο χρόνο νωρίτερα. 5. Μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη. Οι διαφορετικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργούνται ξεχωριστά , χωρίς να επηρεάζει η μια την άλλη. Δεν επιτρέπεται η αναζήτηση των εξόδων της εκτέλεσης που προκατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε. «6. Ο κατάσχων ή ο δικαστικός επιμελητής που επέβαλε την κατάσχεση μπορεί με την επίδειξη αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης να ζητήσει και να λάβει από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ . αντίγραφα των μισθωτηρίων και από τις αρμόδιες πολεοδομίες τον φάκελο του ακινήτου.

ΚΠολΔ Άρθρο 1020

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα 93.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1020: Αγωγή διεκδίκησης του πράγματος που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία, για τα κινητά ενός έτους από τότε που παραδόθηκαν στον υπερθεματιστή, και για τα ακίνητα πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 943

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 93.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 943: 1. Αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση. 2. Τα κινητά πράγματα που βρίσκονται στο ακίνητο και δεν είναι αντικείμενο της εκτέλεσης ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει με απόδειξη σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Αν αυτός απουσιάζει ή αρνείται να τα παραλάβει, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει είτε σε πρόσωπο που ανήκει στην οικογένεια εκείνου κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση είτε σε πρόσωπο που έχει εξουσία να τα παραλάβει. «3. Αν δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της παρ. 2 ή αν αρνούνται να παραλάβουν τα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει σε μεσεγγυούχο τον οποίο διορίζει ο ίδιος και, ύστερα από άδεια του πρωτοδίκη της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης που δικάζει κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. πλειστηριάζει τα κινητά πράγματα. Ο πρωτοδίκης που δίνει την άδεια ορίζει συνάμα τον τόπο, τον πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός, την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να οριστεί πριν περάσουν δέκα (10) ημέρες αφότου προσκληθεί εγγράφως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση να παραλάβει τα πράγματα. Το πλειστηρίασμα κατατίθεται δημόσια, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα.» «4. Αν εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση δεν ήταν παρών, η έκθεση της εκτέλεσής του κοινοποιείται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σύνταξή της εφόσον αυτός έχει εγγράφως γνωστοποιήσει τη νέα διεύθυνσή του.» «5. Αναγκαστική εκτέλεση για απόδοση ακινήτου δεν επιτρέπεται να γίνει κατά το διάστημα α) από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επομένου έτους, β) από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά και γ) την προηγουμένη και την επομένη εβδομάδα των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.» «6. Στην περίπτωση του παρόντος άρθρου η αξίωση εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, κατά του μεσεγγυούχου που διορίστηκε από τον δικαστικό επιμελητή, προς απόδοση των κινητών πραγμάτων, παραγράφεται ύστερα από έξι (6) μήνες από την αποβολή του.»

ΚΠολΔ Άρθρο 927

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 88.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 927: Αναγκαστική εκτέλεση - Εντολή προς εκτέλεση Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση. Αν πρόκειται για κατάσχεση κινητού ή ακινήτου, ορίζει πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτό συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου διενεργείται ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός. Αν πρόκειται για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ορίζει τον τρίτο στα χέρια του οποίου θέλει να επιβληθεί η κατάσχεση. Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον δικαιούχο ή τον πληρεξούσιό του και δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτήν.

ΚΠολΔ Άρθρο 936

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 88.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 936: -«1. Τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως: α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμον την ακυρότητα της διάθεσης. Έχει, επίσης, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και ο νομέας, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση αποδείξει πως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται έχει επάνω στο αντικείμενο που έχει κατασχεθεί εμπράγματο δικαίωμα επικρατέστερο από τη νομή. Η ανακοπή εισάγεται στο καθ ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου όπου γίνεται η εκτέλεση. 2. Η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστή και του οφειλέτη και αν πρόκειται για ακίνητο εγγράφεται στο βιβλίο διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή του άρθρου 924 ή παρέσχε την εντολή για τη διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην ανακοπή μπορεί να σωρευτεί και αίτημα απόδοσης του πράγματος. 3. Τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ ’ ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του.».

ΚΠολΔ Άρθρο 934

Κώδικας Πολιτικής ΔικονομίαςΤροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 87.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 934: Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Προϋποθέσεις και προθεσμίες Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά σε ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του π λειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί κατάσχεσης δε στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής. β) Αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

ΑΠ 2089/2013

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2013Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πιστωτής και οφειλέτης συνδέονταν με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού που έκλεισε στις 16-12-1979. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής 1364/1980 για 421.838 δρχ. με νόμιμους τόκους. Εγγράφηκαν προσημειώσεις και υποθήκες στο ακίνητο του οφειλέτη από 12-8-1976 έως 8-3-1996. Το ακίνητο είναι διώροφη οικοδομή κατόψεως 100 τ.μ., με ημιυπόγειο, υπερυψωμένο υπόγειο και πρώτο όροφο, επί οικοπέδου με ποσοστό 9/18 εξ αδιαιρέτου και δικαίωμα καθ’ ύψος επέκτασης. Επιβλήθηκε κατάσχεση στις 13-7-1984 με επιταγή για 3.100.000 δρχ. Διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 27-11-1991 (ο τρίτος υπερθεματιστής δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα) και νέος πλειστηριασμός στις 11-6-1997, όπου ο πιστωτής κατέβαλε εξ ολοκλήρου το πλειστηρίασμα. Η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως εκδόθηκε στις 24-9-1997 και μεταγράφηκε. Το 1996 επιτάχθηκε ποσό 14.559.083 δρχ. για δεδουλευμένους και ανατοκιζόμενους τόκους. Ο οφειλέτης ισχυρίστηκε αχρεώστητες καταβολές άνω των 9.000.000 δρχ. λόγω πανωτοκιών.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι ο υπερθεματιστής, μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος, λαμβάνει περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και, με τη μεταγραφή της, αποκτά το δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 § 2 ΚΠολΔ και 199, 513, 1192, 1198 ΑΚ, ο πλειστηριασμός λειτουργεί ως ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης. Κατά τα άρθρα 933-934 ΚΠολΔ, η ακυρότητα προηγούμενων πράξεων εκτέλεσης συμπαρασύρει επόμενες μόνο αν προσβληθούν αυτοτελώς και εμπροθέσμως. Το άρθρο 924 ΚΠολΔ επιτρέπει μερική ακύρωση επιταγής μόνο ως προς το υπερβάλλον. Το άρθρο 281 ΑΚ αποκρούει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι εκδόθηκε διαταγή πληρωμής 1364/1980 για 421.838 δρχ. με τόκους από 16-12-1979, επιβλήθηκαν εξασφαλίσεις (12-8-1976 έως 8-3-1996), έγινε κατάσχεση στις 13-7-1984 με επιταγή 3.100.000 δρχ. και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 11-6-1997, όπου ο πιστωτής αναδείχθηκε υπερθεματιστής και κατέβαλε ολόκληρο το πλειστηρίασμα. Η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως εκδόθηκε στις 24-9-1997 και μεταγράφηκε. Η επιταγή του 1996 περιείχε 14.559.083 δρχ. ανατοκιζόμενους τόκους, που κρίθηκαν μη εκτελεστοί μόνο ως προς το κονδύλιο αυτό, χωρίς να ακυρωθούν αυτοτελώς ο πλειστηριασμός ή η περίληψη. Εφαρμόζοντας τα παραπάνω, έκρινε ότι η μερική ακυρότητα της επιταγής δεν επηρεάζει την ισχύ του πλειστηριασμού και της μεταγεγραμμένης περίληψης, εφόσον δεν προσβλήθηκαν εμπροθέσμως κατά τα άρθρα 933-934 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, ο υπερθεματιστής παραμένει κύριος και νομέας και δύναται να απαιτήσει απόδοση νομής, ενώ ο οφειλέτης διατηρεί ενοχικές αξιώσεις για τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντες ανατοκιζόμενους τόκους· δεν συντρέχει καταχρηστική άσκηση κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι: (1) η αγωγή απόδοσης νομής δεν είναι καταχρηστική, αφού ο υπερθεματιστής απέκτησε νόμιμα κυριότητα μέσω πλειστηριασμού στις 11-6-1997 και περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως στις 24-9-1997, ενώ ο οφειλέτης μπορεί να επιδιώξει ενοχικά την επιστροφή τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ανατοκιζόμενων τόκων· (2) η μερική ακύρωση της επιταγής ως προς τους ανατοκιζόμενους τόκους δεν συμπαρασύρει τον πλειστηριασμό ή την περίληψη, επειδή δεν προσβλήθηκαν αυτοτελώς και εμπροθέσμως κατά τα άρθρα 933-934 ΚΠολΔ· (3) δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις 116, 924 και 1005 § 1 ΚΠολΔ, ούτε υφίσταται ακυρότητα του νόμιμου τίτλου μετάθεσης κυριότητας και νομής.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 16-2-2007 αίτηση του Α. Φ. την επί της οποίας δίκης συνεχίζει η θυγατέρα του Κ. Φ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.2584/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την συνεχίζουσα τη δίκη ως αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΑΠ 1046/2020

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2020Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ιδιοκτήτης ακινήτου (οικόπεδο 286,56 τ.μ.) είχε ανεγείρει ισόγειο κατάστημα 71,83 τ.μ. με υπόγειο 71,83 τ.μ. και μία θέση στάθμευσης 11,25 τ.μ. Το κατάστημα εκμισθώθηκε με ιδιωτικό συμφωνητικό 16-1-2006 για χρήση καφετέριας-ζαχαροπλαστείου, διάρκεια έως 17-1-2016 και μηνιαίο μίσθωμα 500 ευρώ. Η μισθώτρια ανέλαβε με ρήτρα να αποπερατώσει το ημιτελές μίσθιο έως 31-5-2006, παρέλαβε και λειτούργησε επιχείρηση από το καλοκαίρι 2006 έως το 2010, με δήλωση μισθωμάτων στην εφορία. Επιβλήθηκε κατάσχεση το 2010 και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 8-12-2010. Η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως καταχωρίστηκε στις 18-1-2011, οπότε ο υπερθεματιστής κατέστη κύριος. Η αποβολή της μισθώτριας και εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο μίσθιο έλαβε χώρα στις 18-2-2011. Η προσωρινή διακοπή χρήσης το 2010 συνδέθηκε με δημοτική σφράγιση λόγω παραβάσεων μουσικής. Υφίστατο συγγενική σχέση μεταξύ εκμισθωτή και εκπροσώπου μισθωτή.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 936 § 2 ΚΠολΔ παρέχει σε τρίτο που θίγεται από την αναγκαστική εκτέλεση δικαίωμα ανακοπής για δικαιώματα επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, περιλαμβανομένων ενοχικών (π.χ. μίσθωση) αντιτάξιμων στον καθ’ ου. Στην έμμεση εκτέλεση η ανακοπή ασκείται από την κατάσχεση έως την εγκατάσταση του υπερθεματιστή, μετά δε εφαρμόζεται το άρθρο 1020 ΚΠολΔ. Ο νέος κύριος υπεισέρχεται εκ του νόμου στη μίσθωση επαγγελματικής στέγης (άρθρο 1 ΠΔ 34/1995), χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614-615 ΑΚ. Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ προϋποθέτει επίδοση της πράξης εκτέλεσης στον καθ’ ης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι από 16-1-2006 υφίστατο έγκυρη μίσθωση καταστήματος 71,83 τ.μ. με υπόγειο 71,83 τ.μ., μίσθωμα 500 ευρώ και διάρκεια έως 17-1-2016, με πραγματική λειτουργία επιχείρησης από το 2006. Πλειστηριασμός: 8-12-2010. Καταχώριση περίληψης: 18-1-2011. Αποβολή-εγκατάσταση υπερθεματιστή: 18-2-2011. Το χαμηλότερο μίσθωμα δικαιολογήθηκε από ανάληψη αποπεράτωσης του ημιτελούς μισθίου έως 31-5-2006. Η διακοπή χρήσης το 2010 δεν συνεπάγεται αυτοδίκαιη λύση (άρθρο 594 ΑΚ). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι ο μισθωτής νομιμοποιείται ως τρίτος σε ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ, αφού η αποβολή και εγκατάσταση επήλθε μεταγενέστερα, ενώ δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις άρθρου 933 ΚΠολΔ λόγω έλλειψης επίδοσης. Η μίσθωση δεν ήταν εικονική: αποδείχθηκε πραγματική εκμετάλλευση και ειδική συμφωνία αποπεράτωσης· η συγγενική σχέση δεν αρκεί.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης διότι: (1) Ο μισθωτής είχε αντιτάξιμο ενοχικό δικαίωμα και νομιμοποιούνταν σε ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ, ασκηθείσα μετά τον πλειστηριασμό (8-12-2010) αλλά πριν από την αποβολή και εγκατάσταση του υπερθεματιστή (18-2-2011). Δεν ίσχυε το άρθρο 933 ΚΠολΔ, αφού δεν είχε επιδοθεί η επιταγή στον μισθωτή. Η ανακοπή απευθύνθηκε στους αναγκαίους παθητικά νομιμοποιούμενους και εγγράφηκε εμπρόθεσμα. Ο υπερθεματιστής δεσμεύεται από τη μίσθωση επαγγελματικής στέγης (άρθρο 1 ΠΔ 34/1995), χωρίς διατυπώσεις άρθρων 614-615 ΑΚ. (2) Ο ισχυρισμός περί εικονικότητας απορρίφθηκε με επαρκείς αιτιολογίες: λειτουργία επιχείρησης, καταβολή/δήλωση μισθωμάτων, συμφωνία αποπεράτωσης ημιτελούς μισθίου που δικαιολογεί το χαμηλό μίσθωμα, ενώ η διακοπή χρήσης δεν επιφέρει αυτοδίκαιη λύση (άρθρο 594 ΑΚ). Δεν συνέτρεξαν λόγοι του άρθρου 559 αριθ. 1 ή 19 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την κρινόμενη από 12-10-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 8981/15-10-2018 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 3620/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΑΠ 1721/2023

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2023Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε διαμέρισμα και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 28-7-1999, με κατακύρωση στο υπερθεματιστή αντί 20.000.000 δρχ. Η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης συντάχθηκε στις 9-11-1999 και μεταγράφηκε την 1-12-1999 στο Υποθηκοφυλακείο Νέας Φιλαδέλφειας. Ο νέος κύριος επέδωσε στην κάτοχο αντίγραφα εξ απογράφου με επιταγές προς συμμόρφωση στις 4-9-2000, 10-4-2008 (με ρητή επιφύλαξη για αποζημίωση από 28-7-1999) και 25-2-2011 (εκ νέου επιφύλαξη). Η κάτοχος διέμενε συνεχώς στο διαμέρισμα χωρίς να καταβάλει αποζημίωση χρήσης έως 17-11-2011, οπότε πραγματοποιήθηκε βίαιη αποβολή. Έγιναν διακανονισμοί ληξιπρόθεσμων δανειακών οφειλών και καταβολές εκ μέρους της κατόχου μετά το 2005. Για το διάστημα 1-6-2005 έως 31-3-2011, η μισθωτική αξία εκτιμήθηκε σε: 255€ (2005), 265€ (2006), 277€ (2007), 289€ (2008), 300€ (2009), 306€ (2010), 318€ (2011). Συνολικά διαφυγόντα κέρδη υπολογίσθηκαν 35.495,39€, εκ των οποίων 15.512,39€ κρίθηκαν παραγεγραμμένα, απομένοντας 19.983€ για το μη παραγεγραμμένο διάστημα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 937 ΑΚ θεσπίζει πενταετή παραγραφή απαιτήσεων από αδικοπραξία. Επίσης, το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος όταν, κατά τις αρχές καλής πίστης και χρηστών ηθών, η άσκηση υπερβαίνει προφανώς τα όρια του σκοπού του δικαιώματος. Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου (αριθ. 1), έλλειψη νόμιμης βάσης (αριθ. 19) και μη λήψη αποδεικτικών μέσων (αριθ. 11 γ’). Το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαιτεί επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε νομίμως στην ουσία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κύριος του ακινήτου μετά την κατακύρωση επέδωσε τρεις επιταγές (4-9-2000, 10-4-2008, 25-2-2011) με ρητή επιφύλαξη για αποζημίωση χρήσης. Η κάτοχος διέμενε χωρίς καταβολή αποζημίωσης έως 17-11-2011. Η μισθωτική αξία ορίστηκε σε 255€ (2005), 265€ (2006), 277€ (2007), 289€ (2008), 300€ (2009), 306€ (2010), 318€ (2011), με συνολικά διαφυγόντα κέρδη 35.495,39€, εκ των οποίων 15.512,39€ παραγράφηκαν, απομένοντας 19.983€ για 1-6-2005 έως 31-3-2011. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, έκρινε ότι η αξίωση για αποζημίωση χρήσης είναι αυτοτελής έναντι των δανειακών διακανονισμών και δεν συντρέχει καταχρηστικότητα (281 ΑΚ), ιδίως λόγω των επανειλημμένων επιταγών. Ο αναιρετικός ισχυρισμός περί ειδικής παραγραφής του Ν.Δ. 496/1974 ήταν απαράδεκτος (562 §2 ΚΠολΔ) ως μη προταθείς στην ουσία. Οι αιτιάσεις για μη λήψη εγγράφων ήταν αβάσιμες, αφού λήφθηκαν υπόψη γενικώς τα έγγραφα.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η ένσταση καταχρηστικότητας απορρίφθηκε διότι δεν αποδείχθηκαν περιστάσεις που να δημιουργούν εύλογη πεποίθηση μη άσκησης της αξίωσης· αντιθέτως, υπήρξαν τρεις επιδόσεις επιταγών με ρητή επιφύλαξη αποζημίωσης. Η αξίωση για διαφυγόντα κέρδη από παράνομη κατοχή είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από ζητήματα ανατοκισμού/διακανονισμών δανείων. Η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ εφαρμόστηκε, περιορίζοντας την απαίτηση στο ποσό των 19.983€ για το διάστημα 1-6-2005 έως 31-3-2011. Ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης της πρώτης αίτησης ήταν αόριστος (559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), ενώ ο λόγος περί μη λήψης εγγράφων αβάσιμος (559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ). Οι λόγοι της δεύτερης αίτησης περί ειδικής έναρξης παραγραφής κατά το άρθρο 44 §1 Ν.Δ. 496/1974 ήταν απαράδεκτοι (562 §2 ΚΠολΔ), ως μη προταθέντες στην ουσία, και η αιτίαση περί εξόδων αβάσιμη, αφού ο συμψηφισμός στηρίχθηκε νομίμως στο άρθρο 22 Ν. 3693/1957.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 9/8/2021 αίτηση της Μ. συζύγου Θ. Λ. και τον από 15/11/2022 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ' αριθ. 1358/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Απορρίπτει την από 13.12.2022 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της ιδίας υπ' αριθ.1358/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στο αναιρεσείον μειωμένα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΑΠ 819/2013

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2013Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 94.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πιστωτικό ίδρυμα διατηρούσε πιστωτική σχέση με οφειλέτη μέσω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού. Ακίνητο του οφειλέτη κατασχέθηκε και εκπλειστηριάσθηκε στις 24-5-2000, κατακυρώθηκε σε υπερθεματιστή και εκδόθηκε η 384/21-6-2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία μεταγράφηκε. Ακολούθησε αποβολή του οφειλέτη από το ακίνητο και εγκατάσταση του υπερθεματιστή, με την 621/1-10-01 έκθεση. Τέθηκε ζήτημα επανακαθορισμού της οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 30 ν. 2789/2000.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1005 § 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 § 2 ΚΠολΔ και 199, 513, 1192, 1198 ΑΚ, προβλέπει ότι η εκποίηση με πλειστηριασμό τελειώνει με την κατακύρωση και, μετά τη μεταγραφή της περίληψης, ο υπερθεματιστής αποκτά κυριότητα ως ειδικός διάδοχος. Το άρθρο 933 ΚΠολΔ ορίζει ότι οι πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης προσβάλλονται αποκλειστικά με ανακοπή, εντός των προθεσμιών του άρθρου 934 § 1 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ακίνητο εκπλειστηριάστηκε στις 24-5-2000, εκδόθηκε και μεταγράφηκε η 384/21-6-2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και συντάχθηκε η 621/1-10-01 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο ισχυρισμός περί μη επανακαθορισμού της οφειλής (άρθρο 30 ν. 2789/2000) δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία (χρόνος σύμβασης, ύψος οφειλής, αίτηση επανακαθορισμού). Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η ακυρότητα της περίληψης και των πράξεων αποβολής/εγκατάστασης δεν δύναται να επιδιωχθεί με αναγνωριστική αγωγή αλλά μόνο με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, και ότι μετά τη μεταγραφή ο υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα. Η αξίωση για ηθική βλάβη ήταν αόριστη, ελλείψει εξειδικευμένων περιστατικών καταχρηστικότητας (άρθρο 281 ΑΚ), υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Αποφάνθηκε ότι η αναγνώριση ακυρότητας της 384/21-6-2000 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και της 621/1-10-01 έκθεσης αποβολής/εγκατάστασης δεν είναι επιδεκτική αναγνωριστικής αγωγής αλλά μόνο ανακοπής (άρθρα 933, 934 ΚΠολΔ), συνεπώς το σχετικό αίτημα ήταν απαράδεκτο. Επί της κυριότητας, μετά τη μεταγραφή της περίληψης ο υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα (άρθρο 1005 § 2 ΚΠολΔ σε συνδ. με 1017 § 2 ΚΠολΔ και 199, 513, 1192, 1198 ΑΚ), άρα το αίτημα αναγνώρισης κυριότητας ήταν μη νόμιμο. Η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ήταν αόριστη, διότι δεν παρατέθηκαν κρίσιμα περιστατικά για επανακαθορισμό οφειλής (άρθρο 30 ν. 2789/2000), υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, υπαιτιότητα και αιτιώδης σύνδεσμος. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμοι.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 22-12-2009 αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθ. 54/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και 611/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΑΠ 496/2023

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2023Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 93.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Επισπεύδων πιστωτής, με βάση διαταγή πληρωμής για απαίτηση ύψους 8.500 ευρώ, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο εκτάσεως 882 τ.μ. εντός οικισμού, ιδιοκτησίας οφειλέτριας. Συντάχθηκε η υπ'αριθ. 4383/31.12.2003 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα στις 23.6.2004, όπου πλειοδότης αναδείχθηκε ο ίδιος ο επισπεύδων αντί του ποσού των 4.100 ευρώ. Συντάχθηκε η 1265/5.6.2004 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 5-7-2004. Ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε στη νομή του ακινήτου στις 7-10-2004. Τρίτος (Ελληνικό Δημόσιο) επικαλούμενος δικαίωμά του επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου δυνάμει απαγόρευσης διάθεσης κατέθεσε ανακοπή στις 14-7-2004.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε ο οφειλέτης μετά την κατακύρωση και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί αιτία μεταβιβάσεως προς τον υπερθεματιστή μόνον όσων δικαιωμάτων είχε ο οφειλέτης. Η προστασία του τρίτου επιτυγχάνεται με την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ ή με αγωγή από το κοινό δίκαιο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε στις 5-7-2004, ενώ ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε στη νομή του ακινήτου στις 7-10-2004. Η ανακοπή κατατέθηκε και επιδόθηκε στις 14-7-2004, ήτοι μεταξύ της μεταγραφής και της εγκατάστασης. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 936 και 1020 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η έναρξη της πενταετούς αποκλειστικής προθεσμίας και η απόσβεση του δικαιώματος του τρίτου προς άσκηση ανακοπής προϋποθέτουν όχι μόνο μεταγραφή της περίληψης αλλά και εγκατάσταση του υπερθεματιστή, διότι πριν αυτός γίνει νομέας ή κάτοχος δεν υφίσταται γεννημένο δικαίωμα προς άσκηση διεκδικητικής αγωγής.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρά τον νόμο απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη, διότι ενώ έκρινε ορθά ότι απώτατο χρονικό σημείο για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ είναι η εγκατάσταση του υπερθεματιστή στη νομή του ακινήτου, και ενώ δέχθηκε ότι η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε στις 5-7-2004 αλλά ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε στις 7-10-2004, παρ' όλα αυτά απέρριψε εσφαλμένα την ανακοπή που κατατέθηκε και επιδόθηκε στις 14-7-2004 ως εκπρόθεσμη. Η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, καθώς η εγκατάσταση του υπερθεματιστή έλαβε χώρα μεταγενέστερα.
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την υπ' αριθ. 165/ΤΜ/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΑΠ 306/2014

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2014Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 93.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Μισθωτής απέκτησε χρήση διώροφης κατοικίας επί οικοπέδου 905,5 τ.μ. σε αστικό δήμο, με υπομίσθωση διάρκειας 30 ετών από 25-08-2008 έως 24-08-2038, με μηνιαίο μίσθωμα 3.000 ευρώ πλέον χαρτοσήμου, για εμπορική δραστηριότητα διαχείρισης και εκμετάλλευσης ακινήτων. Ο μισθωτής υπεκμίσθωσε το ακίνητο σε εταιρία για 25 έτη (28-07-2008) αντί μισθώματος 3.500 ευρώ, και ακολούθησε περαιτέρω υπομίσθωση (08-08-2008) σε τελικό κάτοχο. Το ακίνητο μεταβιβάστηκε σε νέο κτήτορα μέσω αναγκαστικού πλειστηριασμού, με περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης 12-10-2009, νομίμως μεταγεγραμμένη. Μετά τη μεταγραφή, ο νέος κτήτορας κοινοποίησε στις 20-10-2009 καταγγελία των υπομισθώσεων. Προβλήθηκε ότι, επικουρικά, ο μισθωτής τελούσε σε καλή πίστη κατά τη σύναψη της υπομίσθωσης, ακόμη και αν ο υπεκμισθωτής στερείτο δικαιώματος εκμίσθωσης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 599 § 2 ΑΚ προβλέπει ότι μετά τη λήξη της κύριας μίσθωσης ο εκμισθωτής δύναται να απαιτήσει την απόδοση του μισθίου όχι μόνο από τον μισθωτή αλλά και από τον υπομισθωτή. Το άρθρο 14 § 1 ΠΔ 34/1995 προστατεύει μόνον τον καλόπιστο μισθωτή έναντι του αληθούς κυρίου, όχι τον υπομισθωτή. Τα άρθρα 997 και 1009 ΚΠολΔ ρυθμίζουν την υπεισέλευση του υπερθεματιστή ή τη δυνατότητα καταγγελίας, ανάλογα με το αν η μίσθωση προϋπήρχε της κατάσχεσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι συνήφθη υπομίσθωση στις 25-08-2008 (30 έτη, 3.000 ευρώ/μήνα), υπεκμίσθωση στις 28-07-2008 (25 έτη, 3.500 ευρώ/μήνα) και περαιτέρω υπομίσθωση στις 08-08-2008 για διώροφη κατοικία επί οικοπέδου 905,5 τ.μ. Η κυριότητα μεταβιβάστηκε στον νέο κτήτορα μέσω πλειστηριασμού (περίληψη 12-10-2009) και ακολούθησε καταγγελία στις 20-10-2009. Δεν προσδιορίστηκε ο καθού η εκτέλεση ως εκμισθωτής-κύριος, ούτε αν η κύρια μίσθωση είχε συναφθεί πριν από την κατάσχεση. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι χωρίς στοιχεία για την ταυτότητα του εκμισθωτή-κυρίου και τον χρόνο κατάσχεσης δεν μπορεί να θεμελιωθεί υπεισέλευση του υπερθεματιστή στη μίσθωση ή δεσμευτικότητα υπομίσθωσης. Επίσης, η προστασία του άρθρου 14 ΠΔ 34/1995 δεν καταλαμβάνει υπομίσθωση, ενώ η αξίωση για erga omnes αναγνώριση ενοχικής σύμβασης είναι μη νόμιμη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε την κύρια βάση της αγωγής αόριστη: δεν εκτέθηκαν κρίσιμα στοιχεία για την υπεισέλευση του υπερθεματιστή (ταυτότητα του καθού η εκτέλεση ως εκμισθωτή-κυρίου και αν η κύρια μίσθωση προηγήθηκε της κατάσχεσης). Το επικουρικό αίτημα ήταν μη νόμιμο, καθώς η προστασία του άρθρου 14 ΠΔ 34/1995 δεν εφαρμόζεται σε υπομισθώσεις και δεν χωρεί αναγνώριση κύρους ενοχικής σύμβασης έναντι πάντων. Οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ κρίθηκαν αβάσιμοι, ενώ ο λόγος του αριθ. 19 ήταν απαράδεκτος, επειδή δεν υπήρξε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, και ο λόγος του αριθ. 20 επίσης απαράδεκτος, αφού δεν στηρίχθηκε σε παραμόρφωση εγγράφων.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 27-7-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ 3568/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ). Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΑΠ 673/2019

Αστικό Δίκαιο · Δικονομικό Δίκαιο2019Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 93.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα οριζόντιων ιδιοκτησιών (γραφείο Δ1 τετάρτου ορόφου επιφανείας 100,22 τ.μ. και αέρινη στήλη συνολικής επιφανείας 390,32 τ.μ.) με μεταγραφή περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης στις 14-2-2000, αντί ποσού 107.116,65 ευρώ και 14.676,46 ευρώ αντίστοιχα. Οφειλέτης και σύζυγός του χρησιμοποιούσαν την οριζόντια ιδιοκτησία Δ1 ως κατοικία από 14-2-2000 έως 12-7-2004, όταν έγινε βίαιη αποβολή τους. Εντός της ιδιοκτησίας υπήρχαν πολυάριθμα κινητά πράγματα του οφειλέτη, για τα οποία ο υπερθεματιστής ορίσθηκε μεσεγγυούχος. Η μισθωτική αξία της ιδιοκτησίας ανερχόταν σε 700 ευρώ μηνιαίως. Ο υπερθεματιστής χρησιμοποίησε την ιδιοκτησία ως χώρο φύλαξης των κινητών πραγμάτων από 13-7-2004 έως 28-6-2006, όταν είχε ορισθεί πλειστηριασμός αυτών, αδυνατώντας να την εκμεταλλευθεί.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι με την κατακύρωση και μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ο υπερθεματιστής αποκτά την κυριότητα του ακινήτου ως ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση. Τα άρθρα 1096 και 1098 ΑΚ ορίζουν ότι ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται να αποδώσει τα ωφελήματα, συμπεριλαμβανομένης της ωφέλειας από τη χρήση του πράγματος. Το άρθρο 826 ΑΚ ορίζει ότι ο θεματοφύλακας δικαιούται αποκατάσταση ζημίας από εκείνον προς το συμφέρον του οποίου έγινε η παρακατάθεση. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο υπερθεματιστής απέκτησε την κυριότητα στις 14-2-2000, ότι ο οφειλέτης χρησιμοποίησε την ιδιοκτησία ως κατοικία έως 12-7-2004 (74 μήνες), ότι η μισθωτική αξία ήταν 700 ευρώ μηνιαίως, και ότι μετά την αποβολή ο υπερθεματιστής χρησιμοποίησε την ιδιοκτησία ως χώρο φύλαξης κινητών πραγμάτων του οφειλέτη έως 28-6-2006, αδυνατώντας να την εκμισθώσει. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί ευθύνης κακόπιστου νομέα, το δικαστήριο έκρινε ότι ο οφειλέτης οφείλει ωφελήματα 50.400 ευρώ για 72 μήνες. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί μεσεγγύησης, έκρινε ότι ο οφειλέτης οφείλει αποζημίωση 1.634 ευρώ για δύο μήνες και δέκα ημέρες απώλειας εισοδήματος από εκμίσθωση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες. Για το χρονικό διάστημα 14-2-2000 έως 12-7-2004, η αγωγή βρίσκει νόμιμο έρεισμα στα άρθρα 1033, 1096, 1098, 1192 αρ.2, 1194, 1198, 962, 297 και 298 ΑΚ, καθώς ο οφειλέτης χρησιμοποίησε την ιδιοκτησία ως κατοικία παρά τη θέληση του κυρίου, γνωρίζοντας ότι δεν είχε δικαίωμα νομής. Για το χρονικό διάστημα 13-7-2004 έως 28-6-2006, η αγωγή βρίσκει έρεισμα στα άρθρα 826 και 832 ΑΚ, καθώς η μεσεγγύηση έγινε προς το συμφέρον του οφειλέτη, ο οποίος οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία του υπερθεματιστή ισόποση με τα μισθώματα που θα εισέπραττε (700 ευρώ μηνιαίως).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 13-9-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2015 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

124.000+ αποφάσεις · 24.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →