Νομιμοποίηση servicers/funds σε δίκη και εκτέλεση κατ' άρθρο 2 παρ.4 ν.4354/2015 επί τιτλοποιημένων απαιτήσεων ν.3156/2003, κατόπιν ΟλΑΠ 1/2023, έγγραφη απόδειξη διαχειριστικής σύμβασης

Δημιουργία έρευνας:

Κύρια νομική θέση:
Με βάση την ΑΠ 1/2023, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκούν ένδικα βοηθήματα και να επισπεύδουν αναγκαστική εκτέλεση και όταν η απαίτηση έχει μεταβιβασθεί με τιτλοποίηση κατά τον ν. 3156/2003. Το κρίσιμο πρακτικό ζήτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει κατ’ αρχήν νομιμοποίηση, αλλά αν αυτή αποδεικνύεται εγγράφως με τα κατάλληλα νομιμοποιητικά έγγραφα, ιδίως κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και, πλέον, κατά το Ν5072 Άρθρο 115.

1. Νομικό πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΠολΔ Άρθρο 925
Ο ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν στον καθ’ ου η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν.
Εφαρμόζεται κατ’ επανάληψη στις αποφάσεις ΕφΠειρ 102/2026, ΕφΠειρ 249/2024, ΕφΠειρ 332/2024, ΕφΠειρ 405/2025, ΕφΠειρ 251/2026, ΕφΠειρ 98/2024, ΕφΠειρ 215/2025, ΕφΠειρ 220/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 924
Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και η επιταγή πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση.
Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 308/2026, ΕφΠειρ 215/2025, ΕφΠειρ 251/2026, ΕφΠειρ 220/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 933
Οι αντιρρήσεις του καθ’ ου η εκτέλεση για την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, της διαδικασίας εκτέλεσης ή της απαίτησης ασκούνται μόνο με ανακοπή.
Είναι η ορθή δικονομική βάση του ισχυρισμού περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της επισπεύδουσας.

Ν5072 Άρθρο 115
Οι διαχειριστές πιστώσεων νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων.
Ιδίως:

  • παρ. 2: τα έντυπα δημοσίευσης στο αρμόδιο ενεχυροφυλακείο αποτελούν πλήρη απόδειξη για την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων, χωρίς πρόσθετα έγγραφα ή άλλες διατυπώσεις,
  • παρ. 3: το ίδιο ισχύει και για τιτλοποιημένες απαιτήσεις κατά τον ν. 3156/2003, με πλήρη απόδειξη μέσω των εντύπων των παρ. 8 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003.

Η διάταξη αυτή απαντά άμεσα στο ερώτημα περί έγγραφης απόδειξης της διαχειριστικής σύμβασης.

Ν5072 Άρθρο 14
Η ανάθεση διαχείρισης γίνεται υποχρεωτικά με σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων.
Η παρ. 7 προβλέπει σημείωση της ανάθεσης διαχείρισης και κάθε σχετικής μεταβολής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, όταν η ανάθεση γίνεται από αγοραστή πιστώσεων.

Ν5072 Άρθρο 21
Η μεταβίβαση απαιτήσεων γίνεται με έγγραφη σύμβαση, καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και από την καταχώριση επέρχεται η μεταβίβαση.
Η παρ. 4 ορίζει ότι τα δικαιώματα από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις ασκούνται μόνο μέσω διαχειριστή πιστώσεων.
Η παρ. 7 προβλέπει καταχώριση της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων στο δημόσιο βιβλίο.
Η παρ. 8 ορίζει ότι πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα από τη μεταβίβαση.

Ν5072 Άρθρο 3
Η παρ. 4 ορίζει ότι το Μέρος αυτό δεν επηρεάζει την εφαρμογή του ν. 3156/2003 και εφαρμόζεται ως προς τη διαχείριση πιστώσεων που μεταβιβάζονται στο πλαίσιο του ν. 3156/2003, εφόσον η διαχείρισή τους έχει ανατεθεί σε διαχειριστές πιστώσεων.
Άρα το ίδιο το νομοθετικό υλικό επιβεβαιώνει τη συνδυαστική λειτουργία των δύο καθεστώτων.

ΑΚ Άρθρο 455
Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς συναίνεση του οφειλέτη.


2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

1. ΑΠ 1/2023

  • Σχετικότητα: Αφορά ακριβώς το κεντρικό σας ζήτημα: αν η εξαιρετική νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 ισχύει και όταν η μεταβίβαση/διαχείριση έγινε στο πλαίσιο του ν. 3156/2003.
  • Κρίση: Η Ολομέλεια έκρινε ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003.
  • Εφαρμογή: Αυτό αποκρούει ευθέως τον βασικό ισχυρισμό του ανακόπτοντος ότι ο ν. 3156/2003 δεν παρέχει στον διαχειριστή δικαίωμα δικαστικής επιδίωξης στο όνομά του. Μετά την ΑΠ 1/2023, το ζήτημα μετατοπίζεται από την κατ’ αρχήν ύπαρξη νομιμοποίησης στην απόδειξή της.

2. ΕφΠειρ 405/2025

  • Σχετικότητα: Αφορά επισπευδόμενη εκτέλεση από διαχειρίστρια για απαίτηση μεταβιβασθείσα σε SPV μέσω τιτλοποίησης κατά ν. 3156/2003.
  • Κρίση: Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκκαλούσα νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχος διάδικος και ότι για το κύρος της επιταγής αρκεί η συγκοινοποίηση των περιλήψεων καταχώρισης των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ.
  • Εφαρμογή: Ισχυρό επιχείρημα υπέρ της θέσης ότι δεν απαιτείται πλήρες κείμενο συμβάσεων, εφόσον οι περιλήψεις καταχώρισης αποδεικνύουν μεταβίβαση και ανάθεση διαχείρισης.

3. ΕφΠειρ 332/2024

  • Σχετικότητα: Εξετάζει ειδικά αν αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιεύσεων σε περίληψη των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης με σχετικό απόσπασμα παραρτήματος.
  • Κρίση: Έκρινε ότι για τους σκοπούς του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιεύσεων σε περίληψη και του σχετικού αποσπάσματος παραρτήματος, χωρίς το πλήρες κείμενο των συμβάσεων.
  • Εφαρμογή: Χρήσιμη όταν ο αντίδικος προβάλλει ότι έπρεπε να κοινοποιηθούν ολόκληρες οι συμβάσεις.

4. ΕφΠειρ 102/2026

  • Σχετικότητα: Αφορά ακριβώς το ερώτημα ποια έγγραφα επαρκούν για απόδειξη διαδοχής και νομιμοποίησης στην εκτέλεση.
  • Κρίση: Το Δικαστήριο έκρινε ότι αρκούν οι περιλήψεις καταχωρίσεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης και διαχείρισης, συνοδευόμενες από αποσπάσματα παραρτημάτων όπου αναφέρεται η επίδικη απαίτηση.
  • Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη για τη θέση ότι η διαχειριστική σύμβαση αποδεικνύεται επαρκώς με δημοσιευμένες περιλήψεις και αποσπάσματα παραρτημάτων που ταυτοποιούν την απαίτηση.

5. ΕφΠειρ 220/2026

  • Σχετικότητα: Συνδέει ρητά το παλαιότερο νομολογιακό πλαίσιο με το νέο Ν5072 Άρθρο 115.
  • Κρίση: Έκρινε ότι κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και το άρθρο 115 Ν. 5072/2023 αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιευμένων στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεων και αποσπασμάτων που αποδεικνύουν μεταβίβαση και διαχείριση.
  • Εφαρμογή: Είναι η πιο χρήσιμη απόφαση για υποθέσεις μετά την ισχύ του Ν5072, διότι ενισχύει ότι τα έντυπα δημοσίευσης αποτελούν πλήρη απόδειξη της εξαιρετικής νομιμοποίησης.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

1. ΕφΠειρ 456/2023

  • Διαφορετική θέση: Αν και δέχεται κατ’ αρχήν ότι αρκούν οι δημοσιεύσεις-περιλήψεις, ακύρωσε επιταγή και κατάσχεση επειδή η περίληψη της σύμβασης διαχείρισης δεν προσδιόριζε τις προς διαχείριση απαιτήσεις ούτε παρέπεμπε σε παράρτημα ή άλλο έγγραφο που να ταυτοποιεί την επίδικη απαίτηση.
  • Τρόπος αντίκρουσης: Η απόφαση δεν αρνείται την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή· αντιθέτως, απαιτεί επαρκή ταυτοποίηση της συγκεκριμένης απαίτησης. Άρα, αν στην υπόθεσή σας υπάρχουν περίληψη διαχείρισης με παραπομπή ή αποσπάσματα παραρτημάτων που ταυτοποιούν την απαίτηση, η ΕφΠειρ 456/2023 διαφοροποιείται πραγματικά και δεν βοηθά τον αντίδικο.

2. ΕφΠειρ 299/2024

  • Διαφορετική θέση: Ακύρωσε διαταγή πληρωμής και επακόλουθες πράξεις εκτέλεσης επειδή, σε αλυσίδα διαδοχικών ειδικών διαδοχών, δεν είχαν προσκομισθεί αποσπάσματα παραρτημάτων των ενδιάμεσων συμβάσεων 25.6.2021 και 17.9.2021, ώστε να αποδεικνύεται εγγράφως όλη η αλληλουχία.
  • Τρόπος αντίκρουσης: Η απόφαση είναι κρίσιμη προειδοποίηση: όταν η νομιμοποίηση στηρίζεται σε διαδοχικές μεταβιβάσεις/επανεκχωρήσεις, πρέπει να αποδεικνύεται κάθε ενδιάμεσος κρίκος. Αν στην υπόθεσή σας υπάρχει πλήρης αλυσίδα περιλήψεων και αποσπασμάτων για κάθε στάδιο, η απόφαση αυτή ενισχύει εσάς· αν όχι, αποτελεί σοβαρό κίνδυνο.

3. Προτεινόμενη επιχειρηματολογία

Α. Κύριο επιχείρημα υπέρ της νομιμοποίησης

1. Η ΑΠ 1/2023 έχει επιλύσει το βασικό ερμηνευτικό ζήτημα: η εξαιρετική νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 καταλαμβάνει και απαιτήσεις μεταβιβασθείσες κατά τον ν. 3156/2003.
2. Το Ν5072 Άρθρο 115 παρ. 3 πλέον το επιβεβαιώνει ρητά για τιτλοποιημένες απαιτήσεις κατά τον ν. 3156/2003.
3. Άρα ο ισχυρισμός ότι «ο ν. 3156/2003 δεν παρέχει δικαστική νομιμοποίηση στον servicer» δεν ευδοκιμεί.

Β. Ποια έγγραφα αποδεικνύουν επαρκώς τη σύμβαση διαχείρισης

Με βάση Ν5072 Άρθρο 115 παρ. 2 και 3, ΚΠολΔ Άρθρο 925, και τις ΕφΠειρ 102/2026, 332/2024, 405/2025, 220/2026, επαρκούν κατ’ αρχήν:

  • οι περιλήψεις καταχώρισης της σύμβασης μεταβίβασης,
  • οι περιλήψεις καταχώρισης της σύμβασης διαχείρισης,
  • τα αποσπάσματα παραρτημάτων ή άλλα δημοσιευμένα αποσπάσματα που ταυτοποιούν τη συγκεκριμένη απαίτηση,
  • σε περίπτωση μεταβολών, οι περιλήψεις κάθε μεταβολής ή νέας ανάθεσης διαχείρισης.

Δεν απαιτείται, κατά την κρατούσα νομολογία, η κοινοποίηση:

  • ολόκληρου του σώματος των συμβάσεων,
  • όλων των εταιρικών εγγράφων,
  • πρόσθετων εγγράφων πέραν των δημοσιευμένων εντύπων/περιλήψεων, εφόσον αυτά επαρκούν.

Γ. Πώς κρίνονται οι διαδοχικές αναθέσεις διαχείρισης

Εδώ η κρίσιμη διάκριση είναι η εξής:

  • Αν υπάρχει μία ευθεία μεταβίβαση και μία σαφής ανάθεση διαχείρισης, η νομολογία δέχεται συνήθως ότι αρκούν οι περιλήψεις και το απόσπασμα παραρτήματος: ΕφΠειρ 102/2026, 332/2024, 405/2025, 124/2025.
  • Αν υπάρχει αλυσίδα διαδοχικών μεταβιβάσεων, επανεκχωρήσεων ή διαδοχικών αναθέσεων, πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως κάθε ενδιάμεσο στάδιο: ΕφΠειρ 299/2024.

Άρα, σε υπόθεση με:

  • αρχική μεταβίβαση,
  • επανεκχώρηση,
  • νέα μεταβίβαση,
  • αρχική διαχείριση,
  • μεταβολή διαχειριστή,
  • νέα ανάθεση,

πρέπει να υπάρχουν για κάθε κρίκο:
1. περίληψη καταχώρισης,
2. όπου απαιτείται, απόσπασμα παραρτήματος που να δείχνει ότι η επίδικη απαίτηση περιλαμβάνεται,
3. σαφής σύνδεση της νέας διαχείρισης με το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο.

Δ. Πότε υπάρχει έλλειψη νομιμοποίησης

Η έλλειψη νομιμοποίησης δεν προκύπτει επειδή λείπει το πλήρες κείμενο της σύμβασης. Προκύπτει όταν δεν αποδεικνύεται εγγράφως ότι:

  • η απαίτηση μεταβιβάστηκε πράγματι στον δικαιούχο SPV,
  • η συγκεκριμένη απαίτηση περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο,
  • η διαχείριση της συγκεκριμένης απαίτησης ανατέθηκε πράγματι στον επισπεύδοντα servicer,
  • σε διαδοχικές μεταβιβάσεις/αναθέσεις, κάθε ενδιάμεσο στάδιο συνδέεται αποδεικτικά με το επόμενο.

Αυτό προκύπτει ιδίως από τις ΕφΠειρ 456/2023 και 299/2024.

Ε. Συνέπειες έλλειψης νομιμοποίησης

Ανάλογα με το στάδιο:

1. Στην εκτέλεση
Αν δεν τηρήθηκε το ΚΠολΔ Άρθρο 925 και δεν αποδεικνύεται η νομιμοποίηση του επισπεύδοντος, ακυρώνεται η επιταγή και οι επακόλουθες πράξεις εκτέλεσης.
Βλ. ΕφΠειρ 456/2023.

2. Στη διαταγή πληρωμής / αγωγή
Αν η νομιμοποίηση στηρίζεται σε ειδικές διαδοχές που δεν αποδείχθηκαν εγγράφως πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται και μαζί της οι επακόλουθες πράξεις εκτέλεσης.
Βλ. ΕφΠειρ 299/2024.

3. Σε δίκη επί της ουσίας
Η ΑΠ 1/2023 και το Ν5072 Άρθρο 115 στηρίζουν την κατ’ αρχήν δικονομική νομιμοποίηση του servicer· συνεπώς η αντιδικία θα κριθεί κυρίως στο αποδεικτικό επίπεδο.


4. Νομολογιακή ισχύς

Παγία, ως προς το βασικό ζήτημα ότι ο servicer νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση και επί τιτλοποιημένων απαιτήσεων του ν. 3156/2003:

  • ΑΠ 1/2023
  • ΕφΠειρ 98/2024
  • ΕφΠειρ 249/2024
  • ΕφΠειρ 332/2024
  • ΕφΠειρ 405/2025
  • ΕφΠειρ 102/2026
  • ΕφΠειρ 111/2026
  • ΕφΠειρ 220/2026
  • ΕφΠειρ 251/2026

Περιορισμένη/εξειδικευμένη διαφοροποίηση, όχι ως προς την αρχή της νομιμοποίησης αλλά ως προς την απόδειξή της:

  • ΕφΠειρ 456/2023
  • ΕφΠειρ 299/2024

Άρα η νομολογία δεν είναι αντιφατική στο βασικό θέμα· είναι αυστηρή μόνο ως προς την πληρότητα των νομιμοποιητικών εγγράφων.


5. Πρακτικές συστάσεις

1. Επικαλεστείτε πρώτα την ΑΠ 1/2023 για να κλείσει το ζήτημα της κατ’ αρχήν νομιμοποίησης.
2. Στηρίξτε αμέσως μετά στο Ν5072 Άρθρο 115 παρ. 2 και 3, διότι παρέχει πλέον ρητή νομοθετική βάση ότι τα έντυπα δημοσίευσης αποτελούν πλήρη απόδειξη της εξαιρετικής νομιμοποίησης, και ειδικά για τιτλοποιήσεις κατά ν. 3156/2003.
3. Προσκομίστε και αναλύστε χρονολογικά:

  • κάθε περίληψη μεταβίβασης,
  • κάθε περίληψη διαχείρισης,
  • κάθε μεταβολή διαχείρισης,
  • κάθε απόσπασμα παραρτήματος που ταυτοποιεί την απαίτηση.

4. Αν υπάρχουν διαδοχικές μεταβιβάσεις ή επανεκχωρήσεις, αντιμετωπίστε προληπτικά την ΕφΠειρ 299/2024: δείξτε έναν προς έναν όλους τους κρίκους της αλυσίδας.
5. Αν η περίληψη διαχείρισης είναι γενική, βεβαιωθείτε ότι υπάρχει παραπομπή ή συνοδευτικό απόσπασμα που ταυτοποιεί την απαίτηση, ώστε να αποκρουστεί η ΕφΠειρ 456/2023.
6. Σε ανακοπή άρθρου 933 ΚΠολΔ, το ισχυρότερο επιχείρημα του ανακόπτοντος δεν είναι πλέον «δεν νομιμοποιείται ο servicer λόγω ν. 3156/2003», αλλά «δεν αποδείχθηκε εγγράφως ότι η συγκεκριμένη απαίτηση και η συγκεκριμένη διαχείριση συνδέονται με τον επισπεύδοντα». Εκεί πρέπει να εστιάσει η άμυνα.

Συμπέρασμα:
Μετά την ΑΠ 1/2023 και ιδίως μετά το Ν5072 Άρθρο 115, η εξαιρετική νομιμοποίηση servicers/funds σε δίκη και εκτέλεση επί τιτλοποιημένων απαιτήσεων του ν. 3156/2003 είναι ισχυρά θεμελιωμένη. Το κρίσιμο σημείο της δίκης είναι η έγγραφη απόδειξη της μεταβίβασης και της διαχειριστικής αλυσίδας. Αν αυτή είναι πλήρης, η ανακοπή περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης κατά κανόνα απορρίπτεται· αν υπάρχουν κενά στην ταυτοποίηση της απαίτησης ή στις ενδιάμεσες διαδοχές/αναθέσεις, κινδυνεύουν η επιταγή, η διαταγή πληρωμής και οι επακόλουθες πράξεις εκτέλεσης.

Οι απαντήσεις παράγονται με τεχνητή νοημοσύνη και ενδέχεται να περιέχουν σφάλματα. Επαληθεύστε τις παραπομπές πριν από κάθε χρήση.

ΚΠολΔ Άρθρο 933

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 92.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 933: Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών. 2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. 3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. 4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. 5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. 6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.

Ν5072 Άρθρο 115

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 96.2%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 115: Εξαιρετική νομιμοποίηση διαχειριστών πιστώσεων 1. Σε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης των απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων σε διαχειριστές πιστώσεων, αυτοί νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, διαδικασίες αφερεγγυότητας και διευθέτησης οφειλών. Εφόσον ο διαχειριστής πιστώσεων συμμετέχει σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον αγοραστή πιστώσεων. 2. Τα έντυπα δημοσίευσης στο αρμόδιο ενεχυροφυλακείο της παρ. 7 του άρθρου 14 και της παρ. 7 του άρθρου 21 αποτελούν πλήρη απόδειξη για την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης. Σε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης απευθείας από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, αρκεί να προσκομίζεται η σύμβαση διαχείρισης σε περιληπτική μορφή ή απόσπασμα αυτής, εφόσον περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στην απόφαση της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 39. 3. Το παρόν εφαρμόζεται και σε όσες περιπτώσεις ο διαχειριστής πιστώσεων αναλαμβάνει τη διαχείριση απαιτήσεων που έχουν τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τον ν. 3156/2003 (Α’ 157). Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων αποδεικνύεται πλήρως μέσω των εντύπων που προβλέπονται στις παρ. 8 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης.

Ν5072 Άρθρο 14

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 90.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 14: Συμβατική σχέση μεταξύ διαχειριστή πιστώσεων και αγοραστή πιστώσεων (άρθρο 11 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Η ανάθεση προς διαχειριστή πιστώσεων της διαχείρισης και εκτέλεσης δικαιωμάτων πιστωτή που απορρέουν από σύμβαση γίνεται υποχρεωτικά σύμφωνα με σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων που έχει καταρτίσει με τον αγοραστή πιστώσεων. 2. Η σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων της παρ. 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) αναλυτική περιγραφή των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων που θα ασκεί ο διαχειριστής πιστώσεων, β) το ύψος της αμοιβής του διαχειριστή πιστώσεων ή τον τρόπο υπολογισμού αυτής, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον δανειολήπτη, γ) τα έξοδα τα οποία μετακυλίονται προς τον δικαιούχο των απαιτήσεων, δ) τον βαθμό στον οποίο ο διαχειριστής πιστώσεων μπορεί να εκπροσωπεί τον αγοραστή πιστώσεων έναντι του δανειολήπτη, ε) δεσμευτική δήλωση των συμβαλλομένων μερών ότι θα συμμορφώνονται με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται στις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, μεταξύ άλλων, και όσον αφορά στην προστασία των καταναλωτών και των προσωπικών τους δεδομένων, στ) τις προς διαχείριση απαιτήσεις αθροιστικά (αριθμός απαιτήσεων, ύψος συνολικής νομικής απαίτησης κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης) και ανά απαίτηση (ύψος συνολικής νομικής απαίτησης) και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, ζ) τις εξασφαλίσεις των υπό διαχείριση απαιτήσεων (είδος και ύψος αυτών κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης), η) ρήτρα που απαιτεί τη δίκαιη και επιμελή μεταχείριση των δανειοληπτών, θ) ρήτρα σύμφωνα με την οποία ο διαχειριστής πιστώσεων ενημερώνει τον αγοραστή πιστώσεων πριν από την εξωτερική ανάθεση της οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων που ασκεί, ι) ρήτρα σύμφωνα με την οποία προβλέπεται πολιτική διαμεσολάβησης για την πώληση απαιτήσεων από πιστώσεις στη δευτερογενή αγορά, σε περίπτωση ανάληψης ρόλου συντονιστή πώλησης από διαχειριστή πιστώσεων. 3. Αντίγραφο της σύμβασης διαχείρισης πιστώσεων της παρ. 1 κοινοποιείται, εκ μέρους του διαχειριστή πιστώσεων, στην Τράπεζα της Ελλάδος εντός δέκα (10) ημερών από την υπογραφή της. Οι συμβάσεις διαχείρισης πιστώσεων αποτελούν αντικείμενο εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος προς συμμόρφωση με το παρόν Μέρος. 4. Ο διαχειριστής πιστώσεων καταρτίζει και τηρεί τα ακόλουθα αρχεία για τουλάχιστον πέντε (5) έτη από την ημερομηνία λήξης της συμφωνίας που αναφέρεται στην παρ. 1: α) τη σχετική αλληλογραφία τόσο με τον αγοραστή πιστώσεων όσο και με τον δανειολήπτη, β) τις σχετικές εντολές που λαμβάνει από τον αγοραστή πιστώσεων στο πλαίσιο των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, την οποία διαχειρίζεται και εκτελεί για λογαριασμό του εν λόγω αγοραστή πιστώσεων, και γ) τη σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων. 5. Ο διαχειριστής πιστώσεων θέτει τα αρχεία της παρ. 4 στη διάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, κατόπιν σχετικού αιτήματος. 6. Οι παρ. 1 έως 5 εφαρμόζονται αναλόγως σε όσες περιπτώσεις η ανάθεση της διαχείρισης και της εκτέλεσης των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων λαμβάνει χώρα από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα προς διαχειριστή πιστώσεων. 7. Η ανάθεση της διαχείρισης από αγοραστή πιστώσεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο, καθώς και κάθε σχετική μεταβολή σημειώνονται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (Α’ 220) της έδρας του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος. Η ως άνω δημοσίευση δεν απαιτείται όταν η ανάθεση της διαχείρισης γίνεται από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα.

ΚΠολΔ Άρθρο 924

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 87.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 924: "Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό. Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Όποιος επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, έχει υποχρέωση να διορίσει, με την επιταγή που κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέ λεση, αντίκλητο που να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος που υπογράφει την επιταγή. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνουν όλες οι επιδόσεις και οι προσφορές που αφορούν την εκτέλεση".

ΚΠολΔ Άρθρο 925

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 86.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 925: 1. Ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν. 2. Όταν η αναγκαστική εκτέλεση που άρχισε πρόκειται να συνεχιστεί κατά κληρονόμου ή κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, απαιτείται να τους επιδοθεί προηγουμένως η επιταγή.

Ν5072 Άρθρο 21

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 86.2%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 21: Υποχρεώσεις των αγοραστών πιστώσεων (άρθρο 17 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Η μεταβίβαση πιστώσεων που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους ή είναι νόμιμα εγκατεστημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ή χρηματοδοτικά ιδρύματα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 προς αγοραστές πιστώσεων ή έτερα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους ή είναι νόμιμα εγκατεστημένα στην Ε.Ε. ή χρηματοδοτικά ιδρύματα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, γίνεται αποκλειστικά με έγγραφη σύμβαση. 2. Ο αγοραστής πιστώσεων των απαιτήσεων της παρ. 1 που έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα εντός της Ε.Ε. ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, έχει τα κεντρικά του γραφεία εντός της Ε.Ε., ορίζει οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, ή διαχειριστή πιστώσεων, για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε σχέση με τα δικαιώματα πιστωτή που απορρέουν από συμβάσεις πιστώσεων. 3. Αν ο αγοραστής πιστώσεων των απαιτήσεων της παρ. 1 δεν έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα εντός της Ε.Ε. ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, δεν έχει τα κεντρικά του γραφεία εντός της Ε.Ε., τότε ο αντιπρόσωπός του που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ορίζει οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, ή διαχειριστή πιστώσεων, εκτός αν ο εν λόγω αντιπρόσωπος είναι ο ίδιος οντότητα κατά τα ανωτέρω, ή διαχειριστής πιστώσεων, για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε σχέση με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων. 4. Η πώληση και η μεταβίβαση των απαιτήσεων της παρ. 1 είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ αγοραστή πιστώσεων, ή εφόσον συντρέχει περίπτωση, αντιπρόσωπου που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, και διαχειριστή πιστώσεων. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται καθ’ όλη τη διάρκεια διακράτησης των απαιτήσεων από αγοραστή πιστώσεων, καθώς και σε κάθε περαιτέρω πώληση και μεταβίβαση. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω διαχειριστή πιστώσεων. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι διαχειριστές πιστώσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Ελληνικό Δημόσιο και σε τρίτους οι οποίες βαρύνουν τους αγοραστές πιστώσεων, ή τους αντιπρόσωπους που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. 5. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παρ. 1 υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και αντικείμενό της μπορεί να είναι μεμονωμένες απαιτήσεις ή ομάδες απαιτήσεων κατά οποιουδήποτε δανειολήπτη, μη εφαρμοζόμενου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 479 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α’ 164). Άλλα δικαιώματα, ακόμα και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 Α.Κ., εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. 6. Προϋπόθεση για να προσφερθούν προς πώληση σε αγοραστή πιστώσεων από ιδρύματα της παρ. 1, απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενες πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται στην Ελλάδα, είναι να έχουν προσκληθεί με εξώδικη πρόσκληση ο δανειολήπτης και ο εγγυητής εντός χρονικού διαστήματος δώδεκα (12) μηνών πριν από την προσφορά και να έχουν διακανονίσει τις οφειλές τους βάσει γραπτής πρότασης κατάλληλης ρύθμισης με συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής, σύμφωνα και με τον Κώδικα Δεοντολογίας. Εξαιρούνται από την ως άνω προϋπόθεση απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α’ 288). Η παρούσα εφαρμόζεται αν ο δανειολήπτης είναι καταναλωτής κατά το άρθρο 1α του ν. 2251/1994 (Α’ 191). 7. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παρ. 1 καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (Α’ 220). Συμφωνίες μεταξύ μεταβιβάζοντος ιδρύματος που αναφέρεται στην παρ. 1 και δανειοληπτών, περί ανεκχώρητου των μεταξύ τους απαιτήσεων, δεν αντιτάσσονται στον εκδοχέα. Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντος ιδρύματος. Ο εκχωρητής θεωρείται αντίκλητος του εκδοχέα για οποιαδήποτε κοινοποίηση σχετίζεται με τη μεταβιβασθείσα απαίτηση. Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, οι διαχειριστές πιστώσεων αποδίδουν την εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α’ 178), που βαρύνει τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων. 8. Η αναγγελία της καταχώρισης γίνεται ατύπως προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές από τον διαχειριστή πιστώσεων με κάθε πρόσφορο γραπτό μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση απαιτήσεων της παρ. 4. Καταβολή προς το ίδρυμα της παρ. 1, πριν από την αναγγελία, ελευθερώνει τον δανειολήπτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή του παρόντος. 9. Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων της παρ. 1 δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πώλησης και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τα άρθρα 513 έως 573 του Α.Κ., με την επιφύλαξη του παρόντος. 10. Αν η μεταβιβαζόμενη απαίτηση της παρ. 1 ασφαλίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υποβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου είναι απαραίτητη η καταχώριση της βεβαίωσης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και σχετική μνεία, σε περίληψη, του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις της παρ. 1 επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του από 17.7/13.8.1923 ν.δ. (Α’ 228). 11. Στις περιπτώσεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παρ. 1, καθώς και σε περιπτώσεις ανάθεσης διαχείρισης, δεν χειροτερεύει η ουσιαστική και δικονομική θέση του οφειλέτη και του εγγυητή και δεν επιτρέπεται η μονομερής τροποποίηση όρου σύμβασης, καθώς και του επιτοκίου. Εάν μεταβιβάζεται απαίτηση από εξυπηρετούμενο δάνειο ή πίστωση, για την εξυπηρέτηση του οποίου έχει συμφωνηθεί κυμαινόμενο επιτόκιο, ο εκδοχέας δεν επιτρέπεται να προσδιορίσει περιθώριο, επιπλέον του επιτοκίου αναφοράς, υψηλότερο εκείνου που είχε προσδιορίσει το ίδρυμα της παρ. 1, κατά τον χρόνο καταχώρισης της μεταβίβασης, εκτός αν οι όροι που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στη δανειακή σύμβαση, προσδιορίζ

Ν5072 Άρθρο 3

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)Τροποποίηση: Ν. 5184/2025
Σχετικότητα 84.7%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 3: Πεδίο εφαρμογής (άρθρα 1 και 2 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε: α) διαχειριστές πιστώσεων, οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων ή πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικού ιδρύματος με έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ή νόμιμα εγκατεστημένου στην Ε.Ε. ή πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 145 του ν. 4261/2014 (Α' 107), σε σχέση με τα δικαιώματα του πιστωτή που απορρέουν από πίστωση που έχει χορηγηθεί από πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα με έδρα στην Ε.Ε. ή νόμιμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε., σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, β) αγοραστές πιστώσεων των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο εξυπηρετούμενης ή μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, που έχει χορηγηθεί από πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα με έδρα στην Ε.Ε. ή νόμιμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε., σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. 2. Το παρόν Μέρος, όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, δεν θίγει τα άρθρα 455 έως 470 και 513 έως 573 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164) περί εκχώρησης και πωλήσεως, σε σχέση με τη μεταβίβαση απαιτήσεων, ούτε την προστασία που παρέχεται στους καταναλωτές ή τους δανειολήπτες δυνάμει ιδίως του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (L 177), του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (L 351), του ν. 2251/1994 (Α’ 191), του ν. 4438/2016 (Α’ 220) και της υπό στοιχεία Ζ1-699/23.6.2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β’ 917). 3. Το παρόν Μέρος δεν θίγει την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α’ 288). 4. Το παρόν Μέρος δεν επηρεάζει την εφαρμογή: α) του ν. 3156/2003 (Α’ 157) σχετικά με τη διαχείριση των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, όταν ο αγοραστής πιστώσεων είναι οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση, όπως ορίζεται στην περ. 2 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2017 σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 648/2012 (L 347), εφόσον με την εν λόγω νομοθεσία δεν επηρεάζεται το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, β) των ν. 1905/1990 (Α’ 147), περί συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, 1665/1986 (Α’ 194), περί συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, 4261/2014 (Α’ 107), περί πρόσβασης στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτικής εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων 4514/2018 (Α’ 14) και 4701/2020 (Α’ 128), περί πλαισίου χορήγησης μικροχρηματοδοτήσεων. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται ως προς τη διαχείριση πιστώσεων που μεταβιβάζονται στο πλαίσιο του ν. 3156/2003, εφόσον η διαχείρισή τους έχει ανατεθεί σε διαχειριστές πιστώσεων της περ. 8) του άρθρου 4. 5. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται: α) στη διαχείριση των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, που διενεργείται από: αα) πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων που αυτό αγόρασε από άλλο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή των οποίων τη διαχείριση ανέλαβε, αβ) εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης ή εταιρεία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων ή εταιρεία παροχής πιστώσεων ή ίδρυμα μικροχρηματοδοτήσεων, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων που αυτή αγόρασε από άλλη οντότητα ίδιας δραστηριότητας ή των οποίων τη διαχείριση ανέλαβε, αγ) Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων που έχει έδρα στην Ελλάδα και έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τον ν. 4209/2013 (Α’ 253) ή Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων που έχει έδρα στην Ελλάδα και έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3283/2004 (Α’ 210) και το άρθρο 12 του ν. 4099/2012 (Α’ 250), β) στη διαχείριση των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, που δεν χορηγήθηκε από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα με εγκατάσταση στην Ε.Ε., εκτός αν οι απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων αντικαθίστανται από σύμβαση πίστωσης που χορηγείται από τέτοιο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, γ) στις απαιτήσεις από τις συμβάσεις πιστώσεων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, δ) στην αγορά των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα με εγκατάσταση στην Ε.Ε., και ε) στη μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, που μεταβιβάζονται πριν από την 30ή Δεκεμβρίου 2023, καθώς και στις συμβάσεις διαχείρισης αυτών. 6. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται σε διαδικασίες διαχείρισης πιστώσεων που ασκούνται στο πλαίσιο του επαγγέλματός τους από συμβολαιογράφους, σύμφωνα με τον Κώδικα Συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000, Α’ 96), δικαστικούς επιμελητές, σύμφωνα με τον Κώδικα των Δικαστικών Επιμελητών (ν. 2318/1995, Α’ 126) και δικηγόρους, σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208).

ΑΚ Άρθρο 455

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 79.2%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 455: Έννοια Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση).

ΑΠ 1/2023

Δικονομικό Δίκαιο · Εμπορικό Δίκαιο2023Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 100.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Τράπεζα ήταν δανείστρια ανωνύμων εταιρειών από συμβάσεις πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό και κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου. Οι οφειλέτες μεταβίβασαν το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων σε τρίτους. Η Τράπεζα με την με αριθμό 152/24-6-2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) μεταβίβασε προς εδρεύουσα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού επιχειρηματικές απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την ένδικη απαίτηση, λόγω πώλησης με τιτλοποίηση αυτών των απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003. Η εταιρεία ειδικού σκοπού δυνάμει της με αριθμό 153/24-6-2019 σύμβασης διαχείρισης ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων στη μεταβιβάσασα Τράπεζα. Στη συνέχεια, με την από 30-3-2020 σύμβαση διαχείρισης, η εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων σε ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων που έχει λάβει άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 προβλέπει ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων. Το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003 προβλέπει την ανάθεση της είσπραξης και διαχείρισης των τιτλοποιημένων απαιτήσεων σε εταιρείες διαχείρισης, χωρίς να απονέμει ρητά την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι δύο νόμοι έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση-πώληση απαιτήσεων και τη διαχείρισή τους. Ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης. Το άρθρο 1 παρ. 1 δ' του Ν. 4354/2015 ορίζει ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003. Εφαρμόζοντας την τελολογική και συστηματική ερμηνεία, το δικαστήριο εξέτασε αν η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση εφαρμόζεται και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων γίνεται με τιτλοποίηση κατά τον Ν. 3156/2003. Η ενιαία εφαρμογή διευκολύνει τη διαχείριση των απαιτήσεων και επιλύει κατά ενιαίο τρόπο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η Ολομέλεια αποφάνθηκε ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων. Η ερμηνεία αυτή εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά ενιαίο τρόπο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας την αρμονική ένταξη του Ν. 3156/2003 στο σύστημα. Η διαφορετική αντιμετώπιση θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου.
Τελική Απόφαση
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφαίνεται ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 15-12-2022, 23-12-2022 και 9-1-2023 πρόσθετες παρεμβάσεις του νομικού προσώπου δημοσίου με την επωνυμία "Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος", του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ" και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ ΑΕ", αντίστοιχα.

ΕφΠειρ 102/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η εκκαλούσα είχε ασκήσει ανακοπή κατά πράξης εκτέλεσης, η οποία απορρίφθηκε με την 1190/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατά της απόφασης άσκησε έφεση, με σωρευόμενο αίτημα αναστολής. Η εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία, ενήργησε ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού στην οποία τραπεζικό ίδρυμα είχε εκχωρήσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από δάνεια. Η εκκαλούσα προέβαλε έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης και ακυρότητα της εκτέλεσης λόγω μη νόμιμης κοινοποίησης εγγράφων και έλλειψης προηγούμενης εξώδικης πρόσκλησης, καθώς και καταχρηστικότητα εκτέλεσης. Επιβλήθηκε κατάσχεση με την υπ’ αριθ. …/26-09-2024 έκθεση σε οικόπεδο με ημιτελή τριώροφη οικοδομή στον Κορυδαλλό Αττικής, εμβαδού 209,50 τ.μ., με ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ορισθέντα για 7-5-2025 και τιμή πρώτης προσφοράς 234.000,00 €. Με την επιταγή είχαν κοινοποιηθεί: περίληψη σύμβασης πώλησης/μεταβίβασης 30-04-2020, περίληψη σύμβασης επαναγοράς/επανεκχώρησης 25-06-2021, περίληψη σύμβασης πώλησης/μεταβίβασης 08-10-2021, καθώς και περίληψη σύμβασης διαχείρισης 25-06-2021, περίληψη σύμβασης διαχείρισης 08-10-2021 και μεταβολές αυτής (20-12-2021, 11-04-2023), όλες με καταχώριση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, συνοδευόμενες από αποσπάσματα παραρτημάτων με αναφορά της επίδικης απαίτησης. Η εκκαλούσα επικαλέστηκε κύρια κατοικία και ποσοστό αναπηρίας 67% χωρίς ειδική πρόταση ρύθμισης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 3 ν. 4354/2015 η πώληση/μεταβίβαση απαιτήσεων γίνεται εγγράφως, διέπεται από τα άρθρα 513 επ. και 455 επ. ΑΚ και ολοκληρώνεται έναντι τρίτων με καταχώριση στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000. Στο πλαίσιο του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ απαιτείται κοινοποίηση εγγράφων που αποδεικνύουν τη διαδοχή και νομιμοποίηση του επισπεύδοντος, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση πλήρων συμβάσεων όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση διαχείρισης αποδεικνύονται από τις καταχωρισμένες περιλήψεις και τα σχετικά παραρτήματα. Η εταιρία διαχείρισης διαθέτει κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση για δικαστικές ενέργειες κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, σε συνδυασμό με τον ν. 3156/2003. Η προϋπόθεση προηγούμενης εντός 12 μηνών εξώδικης πρόσκλησης του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4354/2015 δεν προβλέπεται στο καθεστώς του ν. 3156/2003. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 116, 933 ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 Συντ., η εκτέλεση μπορεί να ελεγχθεί για καταχρηστικότητα, απαιτούνται όμως πρόσθετα περιστατικά που συνιστούν προφανή υπέρβαση των ορίων καλής πίστης/σκοπού δικαιώματος. Αποδείχθηκε ότι με την επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκαν περιλήψεις καταχωρίσεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης (30-04-2020, 25-06-2021, 08-10-2021) και διαχείρισης (25-06-2021, 08-10-2021, με μεταβολές 20-12-2021 και 11-04-2023), συνοδευόμενες από αποσπάσματα παραρτημάτων όπου αναφέρεται η επίδικη απαίτηση. Η σύμβαση πώλησης και η σύμβαση διαχείρισης καταρτίστηκαν την ίδια ημέρα (08-10-2021). Επιβλήθηκε κατάσχεση επί ακινήτου της εκκαλούσας και ορίστηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός. Η εκκαλούσα επικαλέσθηκε κύρια κατοικία και αναπηρία 67%, χωρίς ειδική πρόταση ρύθμισης ή άλλα περιστατικά. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι τα κοινοποιηθέντα έγγραφα επαρκούν για να αποδειχθεί η μεταβίβαση και η ανάθεση διαχείρισης και να θεμελιωθεί η νομιμοποίηση της εφεσίβλητης κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η ταυτόχρονη κατάρτιση πώλησης και διαχείρισης τεκμηριώνει ότι η διαχείριση αφορά το χαρτοφυλάκιο της μεταβίβασης, περιλαμβανομένης της επίδικης απαίτησης. Η επίκληση της εξώδικης πρόσκλησης του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4354/2015 δεν καθιστά άκυρη την εκτέλεση υπό καθεστώς ν. 3156/2003. Ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας απορρίφθηκε, αφού δεν προέκυψαν πρόσθετα περιστατικά ούτε συγκεκριμένη απόπειρα ρύθμισης που να καθιστούν την εκτέλεση προδήλως αντίθετη στην καλή πίστη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίπτεται κατ’ ουσίαν διότι: (α) η ενεργητική νομιμοποίηση της εφεσίβλητης ως διαχειρίστριας αποδείχθηκε από τις καταχωρισμένες στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περιλήψεις των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης και ανάθεσης διαχείρισης, συνοδευόμενες από αποσπάσματα παραρτημάτων όπου περιλαμβάνεται η επίδικη απαίτηση, τα οποία επαρκούν για την τήρηση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ· (β) η κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 νομιμοποίηση της εταιρίας διαχείρισης συντρέχει και όταν η μεταβίβαση τελέστηκε κατά τον ν. 3156/2003· (γ) δεν απαιτείται προηγούμενη εντός 12 μηνών εξώδικη πρόσκληση του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4354/2015 υπό το ανωτέρω καθεστώς· (δ) ο ισχυρισμός καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκτέλεσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και ουσιαστικά αβάσιμος, ελλείψει συγκεκριμένων περιστατικών πέραν της οικονομικής αδυναμίας, της κύριας κατοικίας και της αναπηρίας 67%. Λόγω ήττας, επιβλήθηκαν στην εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την σωρευόμενη στο δικόγραφο αίτηση αναστολής. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) €. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας στο δημόσιο ταμείο.

ΕφΠειρ 249/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, η εκκαλούσα (καθ’ ης η εκτέλεση) προσέβαλε την υπ’ αριθμ. 2445/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, απέρριψε την ανακοπή της κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Στο ίδιο δικόγραφο σώρευσε αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ και ακολούθως υπέβαλε αυτοτελώς αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ). Διάδικοι εφεσίβλητοι είναι: η πρώτη, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ως διαχειρίστρια της δεύτερης, εταιρίας ειδικού σκοπού. Η δεύτερη δεν παρέστη. Η ένδικη σχέση αφορά στεγαστικό δάνειο· εκτελεστός τίτλος η υπ’ αριθμ. …/2015 διαταγή πληρωμής. Επισπεύθηκαν: επιταγή προς πληρωμή από 30.9.2022, κατάσχεση εις χείρας τρίτου από 10.10.2022 και αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου από 7.11.2022, με πλειστηριασμό που ορίσθηκε για 26.7.2023 και διενεργήθηκε ηλεκτρονικά την ίδια ημερομηνία. Η εκκαλούσα προέβαλε έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας και της εταιρίας ειδικού σκοπού, ακυρότητα της αναμεταβίβασης απαιτήσεων, καθώς και ελλείψεις συγκοινοθέντων εγγράφων (συμβάσεις, πληρεξουσιότητα). Προ της εκτέλεσης έλαβαν χώρα: τιτλοποίηση και μεταβίβαση απαιτήσεων (12.9.2019) σε εταιρία ειδικού σκοπού, ανάθεση διαχείρισης αρχικά σε άλλη και κατόπιν στην πρώτη εφεσίβλητη (18–23.9.2019), διάσπαση της τράπεζας και σύσταση επωφελούμενης (30.12.2020), επανεκχώρηση απαιτήσεων στην επωφελούμενη (10.3.2021), νέα μεταβίβαση στη δεύτερη εφεσίβλητη (16–17.3.2021) και εκ νέου ανάθεση διαχείρισης στην πρώτη (11.6.2021). Στοιχεία οφειλής: ποσό επιταγής 1.521.604,86 €, ποσό προσημείωσης 1.480.000,00 €, υπόλοιπο κατά την εκχώρηση 1.059.804,61 €.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Ο κανόνας: Η έφεση κατά αποφάσεως επί ανακοπής ασκείται και εκδικάζεται κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516–520, 532–533 και 591 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε κατάσχεση ακινήτου δεν αναστέλλεται η εκτέλεση με την ανακοπή, αλλά δύναται να ζητηθεί αναστολή μόνο με ένδικο μέσο και κρίνεται με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη και ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου· η παρ. 4 αφορά ειδικά αναστολή πλειστηριασμού. Αίτηση επαναφοράς (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ) προϋποθέτει ανώτερη βία ή δικαιολογημένη πλάνη που προκάλεσε απώλεια προθεσμίας και ότι η επαναφορά επιτυγχάνει έννομη ωφέλεια. Ως προς τη νομιμοποίηση, οι ΕΔΑΔΠ έχουν, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ν. 3156/2003, κατ’ εξαίρεση δικονομική νομιμοποίηση για ενέργειες είσπραξης, ανεξαρτήτως του πλαισίου μεταβίβασης. Η αναμεταβίβαση απαιτήσεων προς την τράπεζα και νέα μεταβίβαση σε άλλη SPV επιτρέπονται (άρθρο 10 παρ. 11 ν. 3156/2003). Για τη νομιμοποίηση αρκούν οι περίληψεις καταχωρίσεων στο Ενεχυροφυλακείο (άρθρο 3 ν. 2844/2000) και δεν απαιτείται συγκοινοποίηση ολόκληρων συμβάσεων ή ειδικού πληρεξουσίου· επαρκεί γενική πληρεξουσιότητα (και εκ των υστέρων έγκριση), ενώ δεν απαιτείται πρακτικό ΔΣ (ΚΠολΔ 925, 264, 352). Διαπιστώθηκε ότι η έφεση είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή· η δεύτερη εφεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα αλλά δεν παρέστη. Η αίτηση αναστολής ασκήθηκε με την έφεση επί επιταγής της 4.10.2022. Ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου έλαβε χώρα στις 26.7.2023. Η αίτηση επαναφοράς υποβλήθηκε στις 18.9.2023 για να υιοθετηθεί ως εμπρόθεσμη η αίτηση αναστολής. Ως προς τη νομιμοποίηση: προσκομίστηκαν και συγκοινοποιήθηκαν οι περίληψεις τιτλοποίησης (12–16.9.2019), ανάθεσης/μεταβολών διαχείρισης (18–23.9.2019, 11.6.2021), διασπάσεως τράπεζας (30.12.2020), επανεκχώρησης (10.3.2021) και νέας μεταβίβασης (16–17.3.2021), καθώς και πληρεξούσιο προς τον δικηγόρο. Προσδιορίστηκαν τα στοιχεία ταυτότητας της απαίτησης και τα σχετικά ποσά. Εφαρμόζοντας τους κανόνες, το Δικαστήριο έκρινε: η αίτηση αναστολής κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω διεξαγωγής του πλειστηριασμού και απορρίπτεται. Η αίτηση επαναφοράς απορρίπτεται, αφού ακόμη και θεωρούμενη εμπρόθεσμη η αίτηση αναστολής δεν θα αναιρούσε τον ήδη διενεργηθέντα πλειστηρισμό. Επί της ουσίας της εφέσεως, η διαχειρίστρια νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση να επισπεύδει εκτέλεση· η αναμεταβίβαση/νέα μεταβίβαση ήταν επιτρεπτές και ισχυρές· τα συγκοινοποιηθέντα έγγραφα επαρκούν για απόδειξη νομιμοποίησης και πληρεξουσιότητας. Οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Αίτηση αναστολής: Απορρίφθηκε διότι ο ορισθείς πλειστηριασμός του ακινήτου διενεργήθηκε ηλεκτρονικά στις 26.7.2023, οπότε η αίτηση αναστολής κατέστη άνευ αντικειμένου (άρθρο 938 ΚΠολΔ). Αίτηση επαναφοράς: Απορρίφθηκε ως αβάσιμη, επειδή ακόμη και εάν θεωρούνταν εμπρόθεσμη η αίτηση αναστολής κατά το άρθρο 938 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν θα ήταν δυνατή η ανατροπή ή ακύρωση του ήδη διενεργηθέντος πλειστηριασμού (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ). Έφεση: Απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, διότι αποδείχθηκε ότι η πρώτη εφεσίβλητη (ΕΔΑΔΠ) νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση να επισπεύδει την εκτέλεση ως μη δικαιούχος διάδικος κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ν. 3156/2003, ότι η επανεκχώρηση και νέα μεταβίβαση των απαιτήσεων είναι επιτρεπτές κατά το άρθρο 10 παρ. 11 ν. 3156/2003 και ότι οι περίληψεις καταχωρίσεων στο Ενεχυροφυλακείο και η γενική πληρεξουσιότητα αρκούν για την απόδειξη νομιμοποίησης (άρθρο 3 ν. 2844/2000, ΚΠολΔ 925, 264, 352). Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε ΚΠολΔ) και επιβλήθηκαν στην εκκαλούσα δικαστικά έξοδα υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης και της πρώτης των καθ’ ων η αίτηση επαναφοράς, κατά τα άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση, μετά της αιτήσεως αναστολής και την αίτηση επαναφοράς, τυπικά. Απορρίπτει αυτές. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου. Επιβάλλει στην εκκαλούσα – αιτούσα την επαναφορά, τα δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς επίσης και πρώτης των καθ’ων η αίτηση επαναφοράς, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ και πεντακοσίων (500) ευρώ αντιστοίχως.

ΕφΠειρ 308/2026

Τραπεζικό Δίκαιο · Αναγκαστική Εκτέλεση2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς επί εφέσεως της εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 774/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και πράξεων εκτελέσεως (άρθρα 632 και 933 ΚΠολΔ). - Διάδικοι: η εκκαλούσα εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (ως μη δικαιούχος διάδικος) και ο εφεσίβλητος, εγγυητής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας. - Νομική σχέση: σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό του 2004 με πιστωτικό ίδρυμα· ο εφεσίβλητος εγγυητής. Καταγγελία και οριστικό κλείσιμο λογαριασμού το 2017. Δύο ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλών (2017 και 2019) με όρο εγγραφής προσημείωσης που δεν τηρήθηκε. - Αλυσίδα μεταβιβάσεων/διαχείρισης: 12-9-2019 πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού κατ’ άρθρο 10 ν. 3156/2003 και καταχώριση στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000· αρχική ανάθεση διαχείρισης στην τράπεζα και κατόπιν σε αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ, με σχετικές καταχωρίσεις. Στις 26-10-2021 επανεκχώρηση μέρους απαιτήσεων στην τράπεζα. Στις 5-11-2021 νέα πώληση και μεταβίβαση σε άλλη εταιρεία ειδικού σκοπού και ταυτόχρονη ανάθεση διαχείρισης στην εκκαλούσα, με δημοσιεύσεις στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. - Έκδοση διαταγής πληρωμής το 2022 κατόπιν αιτήσεως της διαχειρίστριας· επίδοση πρώτου εκτελεστού απογράφου και επιταγή προς πληρωμή. Λόγοι ανακοπής: έλλειψη νομιμοποίησης λόγω μη προσκόμισης πλήρων συμβάσεων και αμφισβήτηση ταυτότητας απαίτησης/εύρους μεταβίβασης, πλημμέλειες επιταγής ως προς τόκους, ισχυρισμοί περί εξόφλησης/νέας σύμβασης από ρυθμίσεις, και ακυρότητα χρεώσεων λόγω εισφοράς ν. 128/1975 και ανατοκισμού. - Ποσά: αρχική πίστωση 50.000· υπόλοιπο κατά καταγγελία 87.077,13· αναγνώριση οφειλής 92.671,76 (2017) και 95.155,99 (2019)· μεταφορά σε οριστική καθυστέρηση 67.182,51 και 16.035,32· διαταγή πληρωμής για 83.217,73 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003, η πώληση/μεταβίβαση απαιτήσεων για τιτλοποίηση επέρχεται από την καταχώριση περίληψης της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, η οποία λογίζεται ως αναγγελία· επιτρέπεται ανάθεση διαχείρισης και η καταχώρισή της. Οι ΕΔΑΔΠ του ν. 4354/2015 νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση (άρθρο 2 παρ. 4) για δικαστικές ενέργειες είσπραξης, ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ειδικός διάδοχος/διαχειριστής οφείλει με την επιταγή να κοινοποιήσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη διαδοχή/διαχείριση· αρκούν οι καταχωρίσεις των περιλήψεων και τα σχετικά αποσπάσματα. Η επιταγή είναι έγκυρη όταν αναφέρει αιτία, κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (άρθρα 904, 916, 918, 919 ΚΠολΔ), χωρίς ανάγκη πλήρους ανάλυσης υπολογισμών. Η εισφορά του ν. 128/1975 μπορεί να συμφωνείται και να μετακυλίεται στον πιστούχο (άρθρα 1 παρ. 3 ν. 128/1975, 174, 293 ΑΚ) και, ως μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, να κεφαλαιοποιείται και ανατοκίζεται (άρθρο 12 ν. 2601/1998). Λόγοι ανακοπής πρέπει να είναι ορισμένοι (άρθρα 585 παρ. 2, 632 παρ. 1, 216 παρ. 1-2 ΚΠολΔ). Πραγματικά: Η απαίτηση από σύμβαση πίστωσης του 2004 καταγγέλθηκε το 2017 και μεταφέρθηκε σε οριστική καθυστέρηση. Ακολούθησαν ρυθμίσεις (2017, 2019) με όρο προσημείωσης που δεν τηρήθηκε. Στις 12-9-2019 μεταβίβαση σε εταιρεία ειδικού σκοπού και δημοσιεύσεις των συμβάσεων πώλησης και διαχείρισης· διορισμός ΕΔΑΔΠ ως διαχειρίστριας με καταχώριση. Στις 26-10-2021 επανεκχώρηση μέρους απαιτήσεων στην τράπεζα και στις 5-11-2021 νέα μεταβίβαση σε άλλη εταιρεία ειδικού σκοπού με ταυτόχρονη ανάθεση διαχείρισης στην εκκαλούσα, όλες με καταχωρίσεις και παραρτήματα τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που ταυτοποιούν την ένδικη απαίτηση. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής για 83.217,73 ευρώ και επιταγή που διαχώριζε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Οι ρυθμίσεις δεν επέφεραν ανανέωση ενοχής ούτε εξόφληση. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο αξιολόγησε τις δημοσιεύσεις/αποσπάσματα ως επαρκή απόδειξη διαδοχής και διαχείρισης κατά ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015 και ότι δεν απαιτείται κοινοποίηση των πλήρων κειμένων των συμβάσεων. Η ταυτότητα της απαίτησης προέκυψε από τα παραρτήματα και την αλληλουχία λογαριασμών· διαφορές ποσών εξηγούνται ως «τρέχον υπόλοιπο» κατά το χρόνο μεταβίβασης. Η επιταγή περιείχε τα απαιτούμενα στοιχεία για τόκους. Οι ισχυρισμοί περί εξόφλησης από τις ρυθμίσεις απορρίφθηκαν, καθώς οι όροι δεν τηρήθηκαν και δεν υπήρξε ανανέωση ενοχής. Ο λόγος περί εισφοράς ν. 128/1975 κρίθηκε αόριστος ως προς τα πληττόμενα κονδύλια και, σε κάθε περίπτωση, νομικά αβάσιμος, διότι η εισφορά συμφωνήθηκε, μετακυλίεται επιτρεπτώς και νόμιμα κεφαλαιοποιείται/ανατοκίζεται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Οι λόγοι της ανακοπής περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και ανεπάρκειας εγγράφων απορρίφθηκαν διότι η εκκαλούσα απέδειξε τη διαδοχή και τη διαχειριστική της εξουσία με τις δημοσιεύσεις των περιλήψεων των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης και διαχείρισης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, σύμφωνα με το άρθρο 10 ν. 3156/2003 και το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται προσκόμιση των πλήρων κειμένων. Ο ισχυρισμός περί μη ταυτοποίησης ή μερικής μεταβίβασης της απαίτησης απορρίφθηκε, καθώς από τα παραρτήματα του Ενεχυροφυλακείου και τα αποσπάσματα λογαριασμών προέκυψε η πλήρης μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης· οι αποκλίσεις ποσών αφορούν το «τρέχον υπόλοιπο» κατά τους χρόνους καταχώρισης. Οι λόγοι περί ελλείψεων της επιταγής προς πληρωμή ως προς τους τόκους απορρίφθηκαν, αφού η επιταγή ανέφερε αιτία, κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, επαρκώς διαχωρισμένα. Οι ισχυρισμοί περί εξόφλησης/νέας σύμβασης από τις ρυθμίσεις του 2017 και 2019 απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, διότι δεν επήλθε ανανέωση ενοχής και δεν τηρήθηκαν οι συμφωνημένοι όροι. Ο λόγος περί παρανόμων χρεώσεων λόγω εισφοράς ν. 128/1975 απορρίφθηκε προεχόντως ως αόριστος και επιπλέον ως μη νόμιμος, επειδή η μετακύλιση της εισφοράς συμφωνήθηκε έγκυρα και η εισφορά νόμιμα κεφαλαιοποιείται και ανατοκίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 2601/1998 και τα άρθρα 174, 293 ΑΚ.

ΕφΠειρ 332/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμιο στάδιο ενώπιον Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Πρωτοδίκως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας ερήμην της καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και ακύρωσε επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου διαταγής πληρωμής. Η εκκαλούσα προσέβαλε μόνο το σκέλος αυτό. - Εκκαλούσα: ανώνυμη εταιρεία αδειοδοτημένη κατά ν. 4354/2015 ως διαχειρίστρια απαιτήσεων, μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ενεργούσα για λογαριασμό εταιρείας ειδικού σκοπού (SPV) που απέκτησε απαιτήσεις από τραπεζική εταιρεία μέσω τιτλοποίησης κατά ν. 3156/2003. Εφεσίβλητη: φυσικό πρόσωπο (η ανακόπτουσα). - Νομικό πλαίσιο σχέσης: Σύμβαση πίστωσης (05-12-2005) μέχρι 80.000 ευρώ. Μεταβίβαση απαίτησης 06-11-2006 σε εταιρεία, με δημοσίευση περίληψης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και ανάθεση διαχείρισης. Καταγγελία 25-02-2011, έκδοση διαταγής πληρωμής το 2011 για 82.954,53 ευρώ και 1.880 ευρώ έξοδα, επιταγή 07-06-2011. Αναμεταβίβαση 21-11-2011 στην αρχική τράπεζα και λύση διαχείρισης. Νέα τιτλοποίηση 18-06-2019: πώληση-μεταβίβαση σε SPV με δημοσίευση περίληψης και ανάθεση διαχείρισης στην εκκαλούσα με δημοσίευση περίληψης. Με την επιταγή του 2021 συγκοινοποιήθηκαν οι δημοσιεύσεις και απόσπασμα παραρτήματος με ταυτοποίηση απαίτησης και κίνησης λογαριασμού. - Η ανακοπή προέβαλε έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής λόγω μη νόμιμης απόδειξης μεταβίβασης/διαχείρισης μέσω των κοινοποιηθέντων εγγράφων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης κατά ερήμην απόφασης αρκεί για την εξαφάνισή της, χωρίς να απαιτείται ευδοκίμηση συγκεκριμένου λόγου, με τα όρια να καθορίζονται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (άρθρα 528, 106, 522, 527 αρ. 1 ΚΠολΔ). Η ρύθμιση εφαρμόζεται και σε αποφάσεις επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (632 ΚΠολΔ) και πράξεων εκτέλεσης (933 ΚΠολΔ). Ως προς τη νομιμοποίηση μετά από τιτλοποίηση, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται έναντι τρίτων από την καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 (άρθρο 10 ν. 3156/2003), ενώ η ανάθεση διαχείρισης αποδεικνύεται με τη δημοσίευση της σχετικής σύμβασης (άρθρο 10 παρ. 14 ν. 3156/2003). Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιεύσεων σε περίληψη και του σχετικού αποσπάσματος παραρτήματος· δεν απαιτείται συγκοινοποίηση του πλήρους κειμένου των συμβάσεων. Διαπιστώσεις: Η έφεση της εκκαλούσας κατά της 1547/2023 απόφασης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 ΚΠολΔ) με κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Η εκκαλούσα προσέβαλε μόνο το μέρος που έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής 933 ΚΠολΔ. Αποδείχθηκε αλυσίδα συναλλαγών: σύμβαση πίστωσης 2005 έως 80.000 ευρώ· μεταβίβαση 2006 με δημοσίευση περίληψης και ανάθεση διαχείρισης· καταγγελία 2011· διαταγή πληρωμής 2011 για 82.954,53 ευρώ και 1.880 ευρώ έξοδα· αναμεταβίβαση 2011 και λύση διαχείρισης με δημοσιεύσεις· νέα μεταβίβαση 18-06-2019 σε SPV με δημοσίευση περίληψης και ανάθεση διαχείρισης στην εκκαλούσα με δημοσίευση. Με την επιταγή 26-11-2021 συγκοινοποιήθηκαν οι σχετικές δημοσιεύσεις και απόσπασμα παραρτήματος και κίνησης λογαριασμού ταυτοποιώντας την απαίτηση. Εφαρμογή: Το Εφετείο έκρινε ότι η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή τυπικά και ουσιαστικά και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο προσβληθέν σκέλος. Επανεξετάζοντας τον πρώτο λόγο ανακοπής, αξιολόγησε τις δημοσιεύσεις και τα παραρτήματα ως επαρκή απόδειξη μεταβίβασης και ανάθεσης διαχείρισης κατά τα άρθρα 10 ν. 3156/2003 και 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και διαπίστωσε ενεργητική νομιμοποίηση της διαχειρίστριας. Ως εκ τούτου, ο λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος και η ανακοπή απορρίφθηκε, με καταδίκη της ανακόπτουσας στα δικαστικά έξοδα.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Επί της εφέσεως: Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 παρ. 1-2 ΚΠολΔ) με κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και πλήττει ειδικά το σκέλος με το οποίο έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Επομένως, έγινε τυπικά δεκτή και, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το προσβληθέν μέρος. Διατάχθηκε η απόδοση του παραβόλου στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 — Επί της ουσίας (κρατούμενη υπόθεση): Από τις δημοσιεύσεις σε περίληψη των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης (άρθρο 10 ν. 3156/2003, άρθρο 3 ν. 2844/2000) και το σχετικό απόσπασμα παραρτήματος, που συγκοινοποιήθηκαν με την επιταγή (άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν η νόμιμη μεταβίβαση της απαίτησης στην εταιρεία ειδικού σκοπού και η ανάθεση της διαχείρισης στην εκκαλούσα, η οποία νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύδει εκτέλεση. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της ανακοπής απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος και η ανακοπή απορρίφθηκε. Η εφεσίβλητη καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας του παρόντος βαθμού (άρθρα 176 παρ. 1, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δικάζει την έφεση με την παρουσία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση. Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του με αριθμό ………… /2023 παραβόλου, ποσού 100 ευρώ. Εξαφανίζει τη με αριθμό 1547/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά το σκέλος της, με το οποίο έγινε δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος της με αριθμό κατάθεσης ……./ 2021 ανακοπής και ακυρώθηκε η από 26-11-2021 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της με αριθμό ……/2011 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κρατεί και δικάζει την με αριθμό κατάθεσης αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2021 ανακοπή ως προς τον πρώτο λόγο της . Απορρίπτει την ανακοπή. Καταδικάζει την ανακόπτουσα – εφεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της καθής η ανακοπή -εκκαλούσας του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ .

ΕφΠειρ 405/2025

Τραπεζικό Δίκαιο · Αναγκαστική Εκτέλεση2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, έκανε δεκτή την ανακοπή του εφεσίβλητου κατά πράξεων εκτέλεσης. Η εκκαλούσα, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (αδειοδοτηθείσα με απόφαση 220/1/13.3.2017 της ΕΠΘ της ΤτΕ), άσκησε έφεση ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτόδικης και την απόρριψη της ανακοπής. Ο εφεσίβλητος προέβαλε ένσταση απαραδέκτου λόγω άρσης κατάσχεσης. Οι διάδικοι είναι: η εκκαλούσα, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού που απέκτησε από τραπεζικό ίδρυμα απαιτήσεις μέσω τιτλοποίησης κατά ν. 3156/2003, και ο εφεσίβλητος – ανακόπτων, οφειλέτης από τραπεζική σύμβαση δανείου. Η εκτέλεση στηρίχθηκε σε διαταγή πληρωμής υπέρ της αρχικής τράπεζας. Προ της δίκης, εκδόθηκε διαταγή πληρωμής την 1.7.2014. Η εκκαλούσα επέδωσε επιταγή προς πληρωμή στις 20.12.2021 και επέβαλε κατάσχεση στις 17.3.2022 επί ακινήτων του εφεσίβλητου (διαμέρισμα 72 τ.μ. με ΚΑΕΚ … και δικαίωμα υψούν με ΚΑΕΚ …). Η απαίτηση είχε μεταβιβαστεί στην εταιρεία ειδικού σκοπού με σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της 18.6.2019 και η διαχείριση είχε ανατεθεί την ίδια ημερομηνία στην εκκαλούσα, με καταχώριση περιλήψεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Η ανακοπή στηρίχθηκε κυρίως σε έλλειψη νομιμοποίησης της εκκαλούσας και, επικουρικώς, σε ακυρότητα της επιταγής λόγω εσφαλμένης αιτιολογίας και μη συγκοινοποίησης νομιμοποιητικών εγγράφων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το εφαρμοζόμενο πλαίσιο, ο ν. 3156/2003 ρυθμίζει την πώληση και τιτλοποίηση απαιτήσεων (άρθρο 10 παρ. 1, 2, 5, 6, 8, 9, 14), με καταχώριση περιλήψεων στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000. Ο ν. 4354/2015 θεσπίζει εταιρείες απόκτησης και διαχείρισης, ορίζοντας ότι η διαχείριση ανατίθεται σε αδειοδοτημένες ΕΔΑΔΠ (άρθρα 1, 2, 3) και ότι οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχοι διάδικοι για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων (άρθρο 2 παρ. 4). Κατά τα άρθρα 924 και 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ειδικός διάδοχος που επισπεύδει εκτέλεση οφείλει να επιδώσει νέα επιταγή και να κοινοποιήσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα· προς απόδειξη της διαδοχής, επαρκεί η κοινοποίηση των περιλήψεων καταχώρισης των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης στο ενεχυροφυλακείο. Τα δικαστικά έξοδα δύνανται να συμψηφισθούν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ) και το παράβολο εφέσεως αποδίδεται (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε ΚΠολΔ). Αποδείχθηκε ότι η απαίτηση από σύμβαση δανείου, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής της 1.7.2014, μεταβιβάστηκε με σύμβαση 18.6.2019 στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού κατά ν. 3156/2003 και η διαχείρισή της ανατέθηκε την ίδια ημέρα στην εκκαλούσα ΕΔΑΔΠ, με καταχώριση περιλήψεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Η εκτέλεση κινήθηκε με επιταγή 20.12.2021 και κατάσχεση 17.3.2022. Με την επιταγή συγκοινοποιήθηκαν οι σχετικές περιλήψεις καταχώρισης. Ο ισχυρισμός ότι η νομιμοποίηση θεμελιώνεται σε σύμβαση εκπροσώπησης ομολογιούχων δεν επιβεβαιώθηκε από τα συγκοινοποιηθέντα έγγραφα. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 καλύπτει και τη διαχείριση απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν κατά τον ν. 3156/2003, επιτρέποντας στην εκκαλούσα να ενεργεί στο όνομά της πράξεις εκτέλεσης ως μη δικαιούχος διάδικος. Περαιτέρω, η κοινοποίηση των περιλήψεων καταχώρισης των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης πληροί την απαίτηση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ για απόδειξη διαδοχής. Επομένως, οι λόγοι ανακοπής περί έλλειψης νομιμοποίησης και ακυρότητας της επιταγής απορρίπτονται, η πρωτόδικη κρίση που ακύρωσε τις πράξεις εκτέλεσης εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και η ανακοπή απορρίπτεται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Επί της εφέσεως: Η έφεση έγινε δεκτή, διότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο κρίνοντας ότι η εκκαλούσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ως εταιρεία διαχείρισης όταν η μεταβίβαση της απαίτησης έγινε κατά τον ν. 3156/2003. Κατά την ορθή ερμηνεία των άρθρων 10 παρ. 14 ν. 3156/2003 και 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, η εκκαλούσα νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχος διάδικος να ενεργεί δικαστικά για την είσπραξη της απαίτησης. Στάδιο 2 – Επί της ανακοπής: Η ανακοπή απορρίφθηκε κατ’ ουσία, διότι με την επιταγή προς εκτέλεση είχαν συγκοινοποιηθεί τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα, ήτοι οι περιλήψεις καταχώρισης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης (18.6.2019) και διαχείρισης της απαίτησης προς την εκκαλούσα, όπως απαιτεί το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο επικουρικός ισχυρισμός περί εσφαλμένης αιτίας νομιμοποίησης απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Έξοδα: Τα δικαστικά έξοδα συμψηφίστηκαν λόγω δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ). Διατάχθηκε η απόδοση του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ΄αρ. 2824/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 19.4.2022 (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ……………../2022) ανακοπή, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Απορρίπτει αυτήν. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Διατάσσει την απόδοση του παράβολου της έφεσης (e-παράβολο με αρ. …………../2024, ποσού 100 ευρώ) στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα.

ΕφΠειρ 456/2023

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά απέρριψε την ανακοπή της εκκαλούσας κατά επιταγής προς πληρωμή και έκθεσης κατάσχεσης επί ακίνητων. Η εκκαλούσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης, στρεφόμενη κατά εταιρείας ειδικού σκοπού (α’ εφεσίβλητη) και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων (β’ εφεσίβλητη) που ενήργησε ως μη δικαιούχος διάδικος. Η ένδικη σχέση αφορά σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ της εκκαλούσας και τραπεζικού ιδρύματος. Μετά καταγγελία της σύμβασης, εκδόθηκε διαταγή πληρωμής και απόγραφο. Στη συνέχεια, η απαίτηση πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε από το τραπεζικό ίδρυμα στην α’ εφεσίβλητη (σύμβαση 18.6.2019, με καταχώριση στο ενεχυροφυλακείο σε περίληψη και παράρτημα), ενώ την ίδια ημέρα καταρτίστηκε σύμβαση διαχείρισης μεταξύ α’ και β’ εφεσίβλητης, επίσης καταχωρισμένη σε περίληψη. Πριν την εκτέλεση, η β’ εφεσίβλητη επέδωσε στην εκκαλούσα αντίγραφο του απογράφου με επιταγή και συγκοινοποίησε: περίληψη της σύμβασης πώλησης και απόσπασμα παραρτήματος που κατονόμαζε τη συγκεκριμένη μεταβιβασθείσα απαίτηση, καθώς και περίληψη της σύμβασης διαχείρισης. Η περίληψη της διαχείρισης δεν προσδιόριζε ποιες απαιτήσεις ανατέθηκαν στη β’ εφεσίβλητη ούτε παρέπεμπε σε παράρτημα ή σε άλλο έγγραφο που να ταυτοποιεί την επίδικη απαίτηση. Το ποσό του δανείου ήταν 53.000 ευρώ, ενώ με τη διαταγή πληρωμής επιδικάστηκε ποσό 61.894,24 ευρώ, έντοκο με συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (10,25% + 2,5 μονάδες).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τις διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση, η επιταγή αποτελεί την πρώτη πράξη και πρέπει να επιδίδεται στον καθ’ ου. Όταν επισπεύδει ειδικός ή καθολικός διάδοχος μη αναφερόμενος στον τίτλο, υποχρεούται να κοινοποιήσει νέα επιταγή με τα νομιμοποιητικά της διαδοχής έγγραφα. Στο περιβάλλον τιτλοποίησης/μεταβίβασης τραπεζικών απαιτήσεων υπό ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015, αρκεί η κοινοποίηση των δημοσιεύσεων-περιλήψεων στο ενεχυροφυλακείο που περιέχουν τα ουσιώδη στοιχεία της μεταβίβασης/ανάθεσης, διότι από την καταχώριση επέρχονται τα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Περαιτέρω, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης πρέπει κατ’ ελάχιστο να προσδιορίζει τις προς διαχείριση απαιτήσεις, και ο προσδιορισμός αυτός να προκύπτει, έστω συνοπτικά, και από την δημοσιευμένη περίληψη. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απαίτηση της εκκαλούσας από τη δανειακή σύμβαση μεταβιβάστηκε στην α’ εφεσίβλητη με σύμβαση 18.6.2019, γεγονός που αποδείχθηκε από την περίληψη και το απόσπασμα παραρτήματος του ενεχυροφυλακείου όπου η συγκεκριμένη απαίτηση αναφέρεται. Η ανάθεση διαχείρισης κατά την ίδια ημερομηνία δημοσιεύθηκε επίσης σε περίληψη, η οποία περιέγραφε γενικά υπηρεσίες διαχείρισης «τιτλοποιούμενων απαιτήσεων από συμβάσεις καταναλωτικών και άλλων δανείων», χωρίς να ταυτοποιεί τις προς διαχείριση απαιτήσεις, χωρίς παραπομπή σε παράρτημα ή σε άλλο έγγραφο, ούτε με ρητή κάλυψη του συνόλου των απαιτήσεων της α’ εφεσίβλητης. Αξιολογώντας τα παραπάνω, έκρινε ότι, ενώ η μεταβίβαση της απαίτησης αποδείχθηκε με τα δημοσιευμένα έγγραφα, δεν αποδείχθηκε η νομιμοποίηση της β’ εφεσίβλητης ως διαχειρίστριας της συγκεκριμένης απαίτησης, αφού η περίληψη της σύμβασης διαχείρισης δεν προσδιόριζε την επίδικη απαίτηση κατά τον απαιτούμενο ελάχιστο προσδιορισμό. Ως εκ τούτου, δεν πληρώθηκε η υποχρέωση συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων με την επιταγή, με συνέπεια ακυρότητα της επιταγής προς πληρωμή και της επακολουθήσασας κατάσχεσης. Η αντίθετη κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στηρίχθηκε σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και αναιρέθηκε.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Επί της εφέσεως: Έγινε δεκτός ο πέμπτος λόγος έφεσης, διότι η περίληψη της από 18.6.2019 σύμβασης διαχείρισης που συγκοινοποιήθηκε με την επιταγή δεν προσδιόριζε τις επίδικες προς διαχείριση απαιτήσεις, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παρ. 2 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται. Στάδιο 2 – Επί της ανακοπής: Κρατήθηκε η υπόθεση και έγινε δεκτός ο τέταρτος λόγος της ανακοπής. Ακυρώθηκαν η από 12.11.2021 επιταγή προς πληρωμή και η υπ’ αριθ. ………/17.12.2021 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, επειδή δεν είχε νομίμως αποδειχθεί η νομιμοποίηση της διαχειρίστριας να επισπεύσει εκτέλεση επί της συγκεκριμένης απαίτησης. Τα δικαστικά έξοδα συμψηφίστηκαν λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας ερμηνείας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, κατ’ άρθρα 183 και 179 εδ. β’ ΚΠολΔ. Δεν ορίστηκε παράβολο ερημοδικίας για την πρώτη εφεσίβλητη, κατ’ άρθρο 937 παρ. 1 στοιχ. β’ ΚΠολΔ. Διατάχθηκε η επιστροφή του e-παραβόλου στην εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση. Κρατεί και δικάζει την από 31.1.2022 (με Γ.Α.Κ. …/2022 και Ε.Α.Κ. …../2022) ανακοπή. Δέχεται αυτή. Ακυρώνει α) την από 12.11.2021 επιταγή προς πληρωμή που έχει τεθεί κάτω από ακριβές αντίγραφο του υπ’ αριθ. …./2013 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ………./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την υπ’ αριθ. ………/17.12.2021 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας-2 οριζόντιες ιδιοκτησίες της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……… Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας μεταξύ τους. Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του κατατεθέντος από αυτή για την άσκηση της εφέσεως με κωδικό ………. e-Παράβολου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού εκατό (100) ευρώ.

ΕφΠειρ 111/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …/2019 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και εκδόθηκε πρώτο εκτελεστό απόγραφο. Οι εκκαλούσες, ως οφειλέτιδα και εγγυήτρια, άσκησαν ανακοπή κατά της από 1-10-2020 επιταγής προς πληρωμή και του από 8-10-2020 κατασχετηρίου εις χείρας τρίτης τραπεζικής εταιρείας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την 3472/2024 απόφαση απέρριψε την ανακοπή. Οι ανακόπτουσες άσκησαν έφεση, προβάλλοντας κατ’ ουσία δύο λόγους. Η εφεσίβλητη – καθής, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων κατά τον ν. 4354/2015, ενήργησε ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας απόκτησης. Η έννομη σχέση ερείδεται σε σύμβαση δανείου που είχε χορηγηθεί από τραπεζικό ίδρυμα και εντάχθηκε σε τιτλοποίηση με μεταβίβαση στην εταιρεία απόκτησης και ανάθεση διαχείρισης στην εφεσίβλητη. Στις εκκαλούσες συγκοινοποιήθηκαν με την επιταγή τα νομιμοποιητικά έγγραφα: περίληψη της από 12-9-2019 σύμβασης εκχώρησης και μεταβίβασης (δημοσιευμένη στο Ενεχυροφυλακείο), απόσπασμα Παραρτήματος 28-11-2019 που προσδιορίζει την επίδικη σύμβαση δανείου με τα συμβαλλόμενα πρόσωπα, περίληψη και μεταβολή σύμβασης διαχείρισης (δημοσιεύσεις 16-9-2019 και 23-9-2019), ΦΕΚ άδειας διαχείρισης από την ΤτΕ 17-9-2019, ανακοινώσεις ΓΕΜΗ περί έδρας και μετονομασίας, και πληρεξούσιο 30-9-2020. Επικουρικώς προσκομίστηκε νεότερο απόσπασμα 29-9-2023 περί μεταβίβασης. Προβλήθηκε ακόμη επιστολή του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος (9-11-2015) για μοναδική σύμβαση της πρώτης εκκαλούσας.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Ο ν. 4354/2015 θεσπίζει διακριτά σχήματα εταιρειών απόκτησης και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, με την τελευταία να δύναται, βάσει σύμβασης διαχείρισης που τηρεί έγγραφο τύπο, να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες πράξεις είσπραξης, δικαστικές και εξώδικες, ως μη δικαιούχος διάδικος (άρθρο 2 παρ. 4). Οι πράξεις διαχείρισης περιλαμβάνουν ιδίως την είσπραξη και δικαστική επιδίωξη. Η γνωστοποίηση της μεταβίβασης/εκχώρησης προκύπτει από τις δημοσιεύσεις στο Ενεχυροφυλακείο σύμφωνα με τον ν. 3156/2003 και το άρθρο 3 του ν. 2844/2000. Κατά ΚΠολΔ 925, με την επιταγή προς πληρωμή συγκοινοποιούνται τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Πληρωμή προς τον δικαιούχο αποσβένει την οφειλή (ΑΚ 239, 417 παρ. 1). Λόγος ακυρότητας πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένη δικονομική βλάβη. Τα δικαστικά έξοδα ρυθμίζονται από ΚΠολΔ 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι με την επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκαν στις εκκαλούσες: περίληψη και απόσπασμα Παραρτήματος της σύμβασης εκχώρησης/μεταβίβασης (12-9-2019, δημοσιεύσεις 16-9-2019 και 28-11-2019) που ταυτοποιούν την επίδικη σύμβαση δανείου μέσω των μερών της, περίληψη και μεταβολή σύμβασης διαχείρισης (16-9-2019 και 23-9-2019), ΦΕΚ με την άδεια διαχείρισης από την ΤτΕ (17-9-2019), έγγραφα ΓΕΜΗ περί έδρας/μετονομασίας και πληρεξούσιο 30-9-2020. Νεότερο απόσπασμα 29-9-2023 επιβεβαιώνει τη μεταβίβαση. Το περιεχόμενο πληρεξουσίων (περιλαμβανομένου αλλοδαπού της 16-9-2019) εξουσιοδοτεί την εφεσίβλητη για είσπραξη και δικαστικές ενέργειες. Αξιολογώντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι αποδεικνύεται η ειδική διαδοχή και η ανάθεση διαχείρισης, άρα και η νομιμοποίηση της εφεσίβλητης να επισπεύσει εκτέλεση ως μη δικαιούχος διάδικος. Ο ισχυρισμός περί έλλειψης νομιμοποίησης απορρίφθηκε. Ο ισχυρισμός ότι η επιταγή/κατασχετήριο είναι άκυρα επειδή η καταβολή ζητείται προς τη δικαιούχο εταιρεία απόκτησης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, αφού η διαχειρίστρια μπορεί να ενεργεί στο όνομά της για λογαριασμό της δικαιούχου και η απευθείας πληρωμή στη δικαιούχο αποσβένει την οφειλή. Δεν προέκυψε επικληθείσα δικονομική βλάβη. Κατά συνέπεια, η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσία, με επιβολή εξόδων και εισαγωγή παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίφθηκε διότι από τα συγκοινοποιηθέντα με την επιταγή προς πληρωμή νομιμοποιητικά έγγραφα (δημοσιεύσεις στο Ενεχυροφυλακείο της περίληψης και αποσπάσματος Παραρτήματος της σύμβασης εκχώρησης/μεταβίβασης, περίληψη και μεταβολή σύμβασης διαχείρισης, ΦΕΚ άδειας της ΤτΕ, έγγραφα ΓΕΜΗ, πληρεξούσιο) αποδεικνύονται η ειδική διαδοχή και η νομιμοποίηση της εφεσίβλητης ως διαχειρίστριας κατά τον ν. 4354/2015 να επιδίδει επιταγή και να επιβάλλει κατάσχεση. Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, διότι η διαχειρίστρια νομιμοποιείται να επισπεύσει εκτέλεση και να απαιτήσει την καταβολή στο όνομά της για λογαριασμό της δικαιούχου, ενώ τυχόν απευθείας καταβολή στη δικαιούχο εταιρεία απόκτησης αποσβένει την οφειλή (ΑΚ 239, 417 παρ. 1), χωρίς να ανακύπτει ακυρότητα της επιταγής ή του κατασχετηρίου ούτε επικαλούμενη δικονομική βλάβη. Κατ’ ακολουθίαν, η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος των εκκαλουσών και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρα 176 παρ.1, 191 παρ.2 και 183 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από τις εκκαλούσες κατά την άσκηση της έφεσής τους. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλουσών τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια ευρώ (400 €).

ΕφΠειρ 251/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκδίκαση έφεσης κατά της υπ’ αριθ. 2632/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, απέρριψε ανακοπή κατά εκτέλεσης και πρόσθετους λόγους. Εκκαλούντες: εταιρεία ε.ε. και δύο συνοφειλέτες-εταίροι (αρσενικό γένος). Εφεσίβλητη: εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (θηλυκό γένος) που ενεργεί ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού (αγοραστή απαιτήσεων). Η έννομη σχέση αφορά σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με τραπεζικό ίδρυμα και σύμβαση εγγύησης, για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 2019. Το 2021 καταρτίστηκε σύμβαση πώλησης-εκχώρησης απαιτήσεων (ν. 3156/2003) μεταξύ της τράπεζας και εταιρείας ειδικού σκοπού και δημοσιεύθηκε περίληψη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με παράρτημα που περιλαμβάνει την επίδικη απαίτηση· ακολούθησε σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης (ν. 4354/2015) και σχετική δημοσίευση. Προηγήθηκε το 2019 επίδοση επιταγής προς πληρωμή· με απόφαση 1968/2020 ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής και η επιταγή πέραν κεφαλαίου, επικυρώθηκε δε για 1.017.394,10 ευρώ· με απόφαση 547/2023 απορρίφθηκε η έφεση των οφειλετών. Το 2022 η διαχειρίστρια επέδωσε νέα επιταγή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της διαταγής πληρωμής, απαιτώντας 1.017.394,10 ευρώ εντόκως από 12.06.2018. Με την ανακοπή/πρόσθετους λόγους οι εκκαλούντες προέβαλαν: έλλειψη νομιμοποίησης διαχειρίστριας λόγω τιτλοποίησης κατ’ ν. 3156/2003, μη κοινοποίηση πλήρων συμβάσεων και εταιρικών εγγράφων κατά άρθρο 925 ΚΠολΔ, ακυρότητα λόγω μη αναγραφής τόκων (άρθρο 924 ΚΠολΔ) και ακυρότητα λόγω παρόδου έτους (άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνες: Κατά τα άρθρα 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί, η έφεση συζητείται εφόσον έχει κλητευθεί νόμιμα ή επισπεύδει· στη συνέχεια το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα έγγραφα της πρωτοβάθμιας δίκης. Η ανακοπή εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ αφορά την εγκυρότητα τίτλου, διαδικασίας και απαίτησης. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ ο ειδικός/καθολικός διάδοχος οφείλει να κοινοποιήσει επιταγή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα· αρκούν εκείνα που αποδεικνύουν τη διαδοχή. Κατά το άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά την πάροδο έτους από επιταγή δεν επιτρέπεται πράξη εκτέλεσης επί αυτής, επιτρέπεται όμως νέα επιταγή. Το άρθρο 924 ΚΠολΔ απαιτεί σύντομη μνεία ποσών και αιτίας χωρίς ανάλυση τόκων. Κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003 η μεταβίβαση επέρχεται με καταχώριση περίληψης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 και η διαχείριση μπορεί να ανατίθεται, ενώ, με παράλληλη εφαρμογή του ν. 4354/2015, οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 να ενεργούν δικαστικά για είσπραξη ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά ν. 3156/2003. Οι υπουργικές αποφάσεις καθορίζουν το έντυπο/δημοσιότητα των περιλήψεων. Πραγματικά περιστατικά: Η εφεσίβλητη δεν παρέστη, αλλά κλητεύθηκε νομίμως. Η τράπεζα υπέβαλε το 2019 διαταγή πληρωμής και επιταγή· με απόφαση 1968/2020 επικυρώθηκε για 1.017.394,10 ευρώ. Το 2021 καταχωρίστηκαν στο Ενεχυροφυλακείο περίληψη σύμβασης πώλησης-μεταβίβασης απαιτήσεων (08-10-2021) προς εταιρεία ειδικού σκοπού και περίληψη σύμβασης διαχείρισης (17-12-2021) προς την εφεσίβλητη, με απόσπασμα παραρτήματος που καταχωρεί την επίδικη απαίτηση. Το 2022 επιδόθηκε νέα επιταγή για 1.017.394,10 ευρώ, με κοινοποίηση των παραπάνω περιλήψεων και αποσπάσματος. Εφαρμογή: Το δικαστήριο αξιολόγησε ότι οι κοινοποιηθείσες περιλήψεις και το απόσπασμα του παραρτήματος επαρκούν ως «νομιμοποιητικά έγγραφα» του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ· δεν απαιτούνται οι πλήρεις συμβάσεις, το σύνολο του παραρτήματος ούτε εταιρικά έγγραφα της διαχειρίστριας. Η μη αναγραφή συγκεκριμένου ποσού τόκων δεν καθιστά άκυρη την επιταγή, αφού προκύπτουν αιτία και κεφάλαιο. Η νέα επιταγή μετά την πάροδο έτους είναι επιτρεπτή. Τέλος, οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση να επισπεύδουν εκτέλεση, ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά ν. 3156/2003. Όλοι οι λόγοι ανακοπής/έφεσης κρίθηκαν αβάσιμοι και η πρωτόδικη απόφαση ορθώς απέρριψε την ανακοπή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν διότι: (α) η εφεσίβλητη, ως Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων, νομιμοποιείται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 να επισπεύθει την εκτέλεση ακόμη και όταν η μεταβίβαση της απαίτησης έχει διενεργηθεί κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003· (β) η κοινοποίηση των περιλήψεων καταχώρισης στο Ενεχυροφυλακείο και του σχετικού αποσπάσματος παραρτήματος αποδεικνύει τη διαδοχή και επαρκεί ως «νομιμοποιητικά έγγραφα» του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται η πλήρης σύμβαση ή λοιπά εταιρικά έγγραφα· (γ) η μη εξειδίκευση ποσού τόκων στην επιταγή δεν συνεπάγεται ακυρότητα κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ, εφόσον προκύπτουν αιτία και κεφάλαιο· (δ) επιτρέπεται νέα επιταγή μετά την πάροδο έτους κατ’ άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτων, οι λόγοι της ανακοπής κρίθηκαν αβάσιμοι και η πρωτόδικη απόρριψη επικυρώθηκε. Δαπάνες: Διατάχθηκε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 ΚΠολΔ. Δεν επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης λόγω μη παράστασης. Δεν ορίστηκε παράβολο ερημοδικίας, διότι στις δίκες εκτέλεσης δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 937 παρ. 1β΄ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 28-03-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ………./28-03-2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2632/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.- -ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ……../2024 στο Δημόσιο Ταμείο.-

ΕφΠειρ 98/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, οι εκκαλούντες προσέβαλαν την 1175/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει κατ’ ουσίαν την κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή τους κατά πράξης εκτέλεσης. Αντίδικος είναι η εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ως μη δικαιούχος διάδικος, ενεργούσα για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού. Το ουσιαστικό πλαίσιο αφορά τραπεζική απαίτηση που τιτλοποιήθηκε και μεταβιβάστηκε από τραπεζικό ίδρυμα σε εταιρεία ειδικού σκοπού κατά τον ν. 3156/2003 και τέθηκε σε διαχείριση στην εφεσίβλητη βάσει συμβάσεων διαχείρισης. Η εκτέλεση στηρίχθηκε σε διαταγή πληρωμής του 2021 και επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε διαμέρισμα, κατόπιν επιταγής προς πληρωμή, με κατασχετήρια έκθεση της 30.09.2022 και ορισμό πλειστηριασμού. Οι εκκαλούντες προέβαλαν: (α) έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης επειδή η μεταβίβαση/διαχείριση έγιναν κατά τον ν. 3156/2003 και όχι τον ν. 4354/2015, (β) μη τήρηση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγω μη κοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων, (γ) ότι από το κοινοποιηθέν απόσπασμα Ενεχυροφυλακείου δεν προκύπτει το ύψος της εκχωρηθείσας απαίτησης, και (δ) ακυρότητα λόγω μη λήψης/ανάρτησης φωτογραφιών του ακινήτου κατά το άρθρο 995 παρ. 4 ΚΠολΔ. Με την έφεση ζητήθηκε και αναστολή εκτέλεσης μέχρι την τελεσίδικη κρίση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε το καθεστώς του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με τον ν. 3156/2003: οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση να ασκούν κάθε δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξαρτήτως του πλαισίου μεταβίβασής τους. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ απαιτείται συγκοινοποίηση στον καθ’ ου της επιταγής μαζί με έγγραφα που αποδεικνύουν τη μεταβίβαση και τη διαχείριση της απαίτησης· αρκούν οι καταχωρισθείσες στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεις και αποσπάσματα που περιέχουν τα ουσιώδη στοιχεία, όχι τα πλήρη κείμενα συμβάσεων. Ως προς το άρθρο 995 παρ. 4 ΚΠολΔ, παράβαση λήψης/ανάρτησης φωτογραφιών επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε μη επανορθώσιμη βλάβη κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ, η οποία πρέπει να επικαλεστεί και να εξειδικεύσει ο ανακόπτων. Η αίτηση αναστολής κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ εξετάζεται με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, αλλά στερείται αντικειμένου όταν υφίσταται προσωρινή διαταγή μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης. Διαπιστώθηκε ότι με την επιταγή προς πληρωμή συγκοινοποιήθηκαν στους εκκαλούντες: περιλήψεις δημοσιεύσεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων (μεταξύ της τράπεζας και της εταιρείας ειδικού σκοπού), συμβάσεων διαχείρισης, καθώς και απόσπασμα καταλόγου απαιτήσεων που καταδεικνύει την εκχώρηση της ένδικης απαίτησης προς την εταιρεία ειδικού σκοπού. Από τα έγγραφα προέκυψε ότι μεταβιβάστηκε ολόκληρη η απαίτηση (κεφάλαιο, δεδουλευμένοι τόκοι, έξοδα, παρεπόμενα δικαιώματα). Για τον προβαλλόμενο τύπο του άρθρου 995 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι εκκαλούντες δεν επικαλέστηκαν συγκεκριμένη δικονομική βλάβη. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι η εφεσίβλητη ως ΕΔΑΔΠ νομιμοποιείται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 να επισπεύσει εκτέλεση ακόμη και όταν η μεταβίβαση/διαχείριση έγιναν με τον ν. 3156/2003. Οι συγκοινοποιηθείσες περιλήψεις/αποσπάσματα πληρούν την απαίτηση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή της. Ο ισχυρισμός περί μη αναγραφής ύψους απαίτησης είναι αβάσιμος, αφού μεταβιβάστηκε η ολόκληρη απαίτηση με τα παρεπόμενα. Ο λόγος περί φωτογραφιών είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, ελλείψει επίκλησης βλάβης. Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης απορρίφθηκαν και η αίτηση αναστολής κρίθηκε άνευ αντικειμένου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι: (α) κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ν. 4354/2015 και ν. 3156/2003, η εφεσίβλητη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση (άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015) να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση, ανεξαρτήτως του πλαισίου μεταβίβασης· (β) τηρήθηκε το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού με την επιταγή συγκοινοποιήθηκαν περιλήψεις και αποσπάσματα δημοσιευμένα στο Ενεχυροφυλακείο που αποδεικνύουν τη μεταβίβαση και τη διαχείριση της απαίτησης· (γ) από το κοινοποιηθέν απόσπασμα προέκυψε ότι μεταβιβάστηκε ολόκληρη η απαίτηση (κεφάλαιο, τόκοι, έξοδα)· (δ) ο ισχυρισμός ακυρότητας λόγω μη λήψης/ανάρτησης φωτογραφιών του άρθρου 995 παρ. 4 ΚΠολΔ ήταν απαράδεκτος, επειδή δεν προβλήθηκε ειδική δικονομική βλάβη κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ. Η σωρευθείσα αίτηση αναστολής απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου, διότι είχε ήδη χορηγηθεί προσωρινή διαταγή αναστέλλουσα την εκτέλεση μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης (άρθρο 938 ΚΠολΔ). Δαπάνες: οι εκκαλούντες καταδικάστηκαν στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, κατά τα άρθρα 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει αίτηση αναστολής Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ΄ ουσία την έφεση Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο Καταδικάζει τους εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ.

ΕφΠειρ 215/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ο εκκαλών προσέβαλε την υπ’ αρ. 3331/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, είχε απορρίψει την από 11.5.2022 ανακοπή του κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ και τους από 27.9.2022 πρόσθετους λόγους. Η εφεσίβλητη είναι εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ενεργούσα για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης, ειδικής διαδόχου τραπεζικού ιδρύματος. Ο εκκαλών ζήτησε: α) αναγνώριση αυτοδίκαιης παύσης ισχύος διαταγής πληρωμής και β) ακύρωση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύσθηκαν βάσει αυτής για απαίτηση από σύμβαση δανείου. Προσβλήθηκαν: η υπ’ αρ. …../13.2.2014 έκθεση επίδοσης διαταγής πληρωμής, η από 7.2.2014 επιταγή προς εκτέλεση, η από 10.2.2022 επιταγή προς εκτέλεση επί αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου και η υπ’ αρ. …./28.3.2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης επί οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα Β1, 2ος όροφος, 71,12 τ.μ.). Προηγήθηκαν: έκδοση διαταγής πληρωμής το 2014 και επίδοσή της στις 13.2.2014. Με σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων 8.10.2021 (ν. 3156/2003) η απαίτηση μεταβιβάστηκε σε SPV και η διαχείριση ανατέθηκε στην εφεσίβλητη με συμφωνίες 30.11.2020 και 8.10.2021, καταχωρισθείσες στο ενεχυροφυλακείο στις 11.10.2021. Η επιταγή 10.2.2022 απαίτησε: κεφάλαιο 68.402,72 ευρώ με τόκους από 5.11.2013, δικαστική δαπάνη 1.200 ευρώ, έξοδα 5,15, 10 και 35 ευρώ, συνολικά 69.652,87 ευρώ. Η κατάσχεση επιβλήθηκε για 50.000 ευρώ, με ρητή επιφύλαξη αναγγελίας για το υπόλοιπο.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κριτήριο νομιμοποίησης του διαχειριστή τίθεται με το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, που παρέχει εξαιρετική νομιμοποίηση στις εταιρείες διαχείρισης να ασκούν ένδικα βοηθήματα και δικαστικές ενέργειες ως μη δικαιούχοι διάδικοι. Ο ν. 3156/2003 (άρθρο 10 παρ. 14) επιτρέπει ανάθεση διαχείρισης τιτλοποιημένων απαιτήσεων και η μεταβίβαση επέρχεται με καταχώριση περίληψης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000. Οι κανόνες εφαρμόζονται συστηματικά και παράλληλα, χωρίς αποκλεισμό της δικονομικής νομιμοποίησης όταν η μεταβίβαση έγινε κατά ν. 3156/2003. Κατά το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η επιταγή πρέπει να μνημονεύει σύντομα την αιτία και το οφειλόμενο ποσό, ενώ ο αναλυτικός υπολογισμός τόκων δεν απαιτείται. Κατά τα άρθρα 915-916 ΚΠολΔ, απαιτείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ επιβάλλει στον ειδικό διάδοχο να κοινοποιεί νέα επιταγή με τα νομιμοποιητικά έγγραφα, επαρκούν όμως τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συντέλεση της μεταβίβασης/διαχείρισης. Το άρθρο 630Α ΚΠολΔ απαιτεί εμπρόθεσμη επίδοση διαταγής πληρωμής. Κατά τα άρθρα 117 και 139 ΚΠολΔ, ακυρότητα επίδοσης προϋποθέτει δικονομική βλάβη. Επιτρέπεται περιορισμός ποσού κατάσχεσης, εφόσον ορισμένος, χωρίς να καθίσταται η απαίτηση ανεκκαθάριστη. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διαταγή πληρωμής του 2014 επιδόθηκε στις 13.2.2014 εντός διμήνου. Οι συμβάσεις μεταβίβασης/διαχείρισης της 8.10.2021 και η καταχώρισή τους στο ενεχυροφυλακείο (11.10.2021) κοινοποιήθηκαν με τα απαιτούμενα αποσπάσματα. Η εφεσίβλητη είναι εταιρεία διαχείρισης με ανατεθειμένη διαχείριση του συνόλου των απαιτήσεων του SPV. Η επιταγή 10.2.2022 ανέφερε το εκτελεστό κεφάλαιο, την αιτία, τους τόκους και τα έξοδα, με σαφή διαχωρισμό κονδυλίων, και το συνολικό ποσό 69.652,87 ευρώ. Ο αναλυτικός τρόπος υπολογισμού τόκων δεν ήταν αναγκαίος. Η εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή δεν αποτελεί προσβλητή πράξη εκτέλεσης. Η έκθεση κατάσχεσης δεν πάσχει από αοριστία ούτε η κατάσχεση είναι καταχρηστική, δεδομένου του επιτρεπτού περιορισμού στα 50.000 ευρώ για μείωση εξόδων και της δυνατότητας αναγγελίας για το υπόλοιπο. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος να επισπεύσει εκτέλεση για λογαριασμό του δικαιούχου SPV, ότι τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς τα συγκοινοποιηθέντα έγγραφα, ότι η διαταγή πληρωμής είχε επιδοθεί εμπροθέσμως και ότι η επιταγή και η κατάσχεση είναι επαρκώς ορισμένες και έγκυρες. Συνεπώς, οι λόγοι της έφεσης απορρίπτονται κατ’ ουσία.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσία διότι: (α) οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων νομιμοποιούνται, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 14 ν. 3156/2003, να ενεργούν δικαστικές πράξεις και στην περίπτωση τιτλοποιήσεων, (β) η επίδικη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 630Α ΚΠολΔ (13.2.2014), (γ) τα κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ νομιμοποιητικά έγγραφα επαρκώς κοινοποιήθηκαν μέσω των καταχωρίσεων/περιλήψεων στο ενεχυροφυλακείο, (δ) η επιταγή προς εκτέλεση πληροί το άρθρο 924 ΚΠολΔ, περιέχει αιτία, κεφάλαιο 68.402,72 ευρώ, τόκους από 5.11.2013 και έξοδα, με συνολικό ποσό 69.652,87 ευρώ, χωρίς να απαιτείται αναλυτικός υπολογισμός τόκων, και (ε) η κατάσχεση για 50.000 ευρώ είναι επιτρεπτός ορισμένος περιορισμός της απαίτησης και δεν είναι καταχρηστική. Συνακόλουθα, επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού σε βάρος του εκκαλούντος, ορισθέντα σε 600 ευρώ, και διατάχθηκε η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου της έφεσης, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά την έφεση και Απορρίπτει αυτή στην ουσία. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, εις βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο ταμείο, το κατατεθέν, από τον  εκκαλούντα για την άσκηση της έφεσης, παράβολο (e-παράβολο με αρ. …………../2023, ποσού 100 ευρώ).

ΕφΠειρ 299/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες προσέβαλαν την 502/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που, κατόπιν συνεκδίκασης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 ΚΠολΔ) και ανακοπής κατά πράξεων εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ), είχε απορρίψει τους λόγους και επικυρώσει τον τίτλο και τις πράξεις. Η εφεσίβλητη είναι εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ως μη δικαιούχος διάδικος, για εταιρεία ειδικού σκοπού αλλοδαπής, κατόπιν αλυσίδας μεταβίβασης/επανεκχώρησης απαιτήσεων από τραπεζικό ίδρυμα. Η ένδικη σχέση αφορά σύμβαση στεγαστικού δανείου που συνήφθη μεταξύ τραπεζικού ιδρύματος και της πρώτης ανακόπτουσας, με εγγύηση του δεύτερου. Μετά την καταγγελία, εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 2023 και κινήθηκε αναγκαστική εκτέλεση επί ακινήτου της πρώτης ανακόπτουσας, με προγραμματισμένο ηλεκτρονικό πλειστηριασμό. Οι εκκαλούντες προέβαλαν ιδίως έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας λόγω μη πλήρους απόδειξης της ειδικής διαδοχής. Το αρχικό δάνειο ήταν 40.000 ευρώ. Η διαταγή πληρωμής επιδίκασε 27.562,29 ευρώ με τόκους από 17.9.2021 και 600 ευρώ δικαστική δαπάνη. Επιτάχθηκαν 28.262,29 ευρώ, και επιβλήθηκε κατάσχεση με έκθεση 26.7.2023. Η αλυσίδα μεταβιβάσεων περιλάμβανε σύμβαση 25.6.2021 (ν. 3156/2003), επανεκχώρηση 17.9.2021 και εκχώρηση 8.10.2021, καθώς και σύμβαση διαχείρισης 8.10.2021.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Για έκδοση διαταγής πληρωμής απαιτείται έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και του ποσού, μη εξαρτώμενη από αίρεση ή όρο. Η αίτηση πρέπει να περιέχει την απαίτηση/ακριβές ποσό και να επισυνάπτει όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτουν η απαίτηση, το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη. Σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής, απαιτούνται και τα νομιμοποιητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη διαδοχή. Αν δεν προσκομισθούν τα έγγραφα το αργότερο πριν την έκδοση, η αίτηση απορρίπτεται· αν παρά ταύτα εκδοθεί διαταγή πληρωμής, ακυρώνεται με ανακοπή, ανεξαρτήτως μεταγενέστερης προσκόμισης αποδεικτικών. Το δικαστήριο της ανακοπής κρίνει μόνο με βάση τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στον εκδότη της διαταγής. Οι λόγοι ακυρότητας του τίτλου προβάλλονται και κατά των επακολούθων πράξεων εκτέλεσης. Ευρήματα: Η εφεσίβλητη, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων για αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, επικαλέστηκε σειρά ειδικών διαδοχών (σύμβαση μεταβίβασης 25.6.2021, επανεκχώρηση 17.9.2021, εκχώρηση 8.10.2021) και σύμβαση διαχείρισης 8.10.2021. Προσκομίστηκε απόσπασμα παραρτήματος μόνο της 8.10.2021 εκχώρησης. Δεν προσκομίστηκαν αποσπάσματα των παραρτημάτων των 25.6.2021 και 17.9.2021 συμβάσεων από το Ενεχυροφυλακείο, ικανά να ταυτοποιούν ότι η ένδικη απαίτηση περιλαμβανόταν τόσο στη μεταβίβαση όσο και στην επανεκχώρηση. Έτσι δεν αποδείχθηκε ότι η τράπεζα ήταν εκ νέου δικαιούχος κατά την 8.10.2021 ώστε να εκχωρήσει την επίδικη απαίτηση στην εταιρεία ειδικού σκοπού, ούτε η ενεργητική νομιμοποίηση της διαχειρίστριας. Εφαρμογή: Εφόσον δεν αποδείχθηκαν εγγράφως όλες οι ενδιάμεσες ειδικές διαδοχές πριν από την έκδοση, η διαταγή πληρωμής πάσχει από διαδικαστικό απαράδεκτο και ακυρώνεται. Οι επακολουθήσασες πράξεις εκτέλεσης, στηριζόμενες στον άκυρο τίτλο, ακυρώνονται επίσης. Ο αντίστοιχος λόγος των ανακοπών κρίθηκε νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος. Η έφεση γίνεται δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, το Εφετείο κρατεί και δικάζει τις ανακοπές, δέχεται τον τρίτο λόγο και ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής και τις πράξεις εκτέλεσης. Η αίτηση αναστολής απορρίπτεται ως άνευ αντικειμένου. Τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται στην εφεσίβλητη και διατάσσεται επιστροφή του παραβόλου της έφεσης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Επί της έφεσης: Η έφεση έγινε δεκτή διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε εσφαλμένα ως μη νόμιμο τον κρίσιμο λόγο ανακοπής περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Όταν η νομιμοποίηση στηρίζεται σε σειρά ειδικών διαδοχών, απαιτείται έγγραφη απόδειξη όλων των ενδιάμεσων διαδοχών με τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Στάδιο 2 – Επί των ανακοπών: Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν αποδείχθηκε η αλληλουχία των μεταβιβάσεων/επανεκχώρησης (μη προσκόμιση αποσπασμάτων παραρτημάτων των συμβάσεων 25.6.2021 και 17.9.2021), ώστε να θεμελιωθεί η ενεργητική νομιμοποίηση της εφεσίβλητης ως διαχειρίστριας. Κατά συνέπεια, η υπ’ αριθ. …/2023 διαταγή πληρωμής ακυρώνεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου και ακυρώνονται συνακόλουθα η επιταγή προς πληρωμή, η εντολή προς εκτέλεση και η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται σε βάρος της εφεσίβλητης κατά τα άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ. Διατάσσεται η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Η σωρευθείσα αίτηση αναστολής απορρίπτεται ως άνευ αντικειμένου.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής. Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση. Κρατεί και συνεκδικάζει την από 2.5.2023 (με Γ.Α.Κ. …/2023 και Ε.Α.Κ. …../2023) ανακοπή του άρθρου 632 παρ.1 ΚΠολΔ και την από 3.10.2023 (με Γ.Α.Κ. …./2023 και Ε.Α.Κ. …./2023) ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Δέχεται την από 2.5.2023 ανακοπή. Ακυρώνει την υπ’ αριθ. …./2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Δέχεται την από 3.10.2023 ανακοπή. Ακυρώνει την από 13.7.2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου εκ του με αριθμό …./2023 πρώτου (α’) απογράφου εκτελεστού της με αριθμό …./2023 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 24.7.2023 γραπτή εντολή προς εκτέλεση της πληρεξούσιας δικηγόρου της καθ’ης, . …, προς τον δικαστικό επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………. και την με αριθμό …../26.7.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων-ανακοπτόντων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας για αμφότερες τις ανακοπές σε βάρος της εφεσίβλητης- καθ’ης η ανακοπή και ορίζει αυτά στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της έφεσης με κωδικό …………. e- παράβολου ποσού εκατό (100) ευρώ.

ΕφΠειρ 124/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η εκκαλούσα άσκησε έφεση κατά της υπ’ αριθ. 700/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία η ανακοπή της απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Η έφεση πλήττει την ουσία της κρίσης περί νομιμοποίησης της εφεσίβλητης και περί καταχρηστικότητας της εκτέλεσης. Οι διάδικοι είναι: η εκκαλούσα (ανακόπτουσα) και η εφεσίβλητη, μονοπρόσωπη ΑΕ διαχείρισης απαιτήσεων, νομίμως αδειοδοτημένη, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού μετά από τιτλοποίηση. Η ένδικη απαίτηση πηγάζει από σύμβαση στεγαστικού δανείου της 02.07.2007. Εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ……/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στις 30.04.2020 η αρχική δανείστρια τράπεζα μεταβίβασε, κατά τα άρθρα 10 και 14 ν. 3156/2003, το χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού. Στις 18.06.2021 η διαχείριση ανατέθηκε στην εφεσίβλητη και τροποποιήθηκε με σύμβαση 10.04.2023. Την 01.09.2023 επιδόθηκε στην εκκαλούσα επιταγή προς πληρωμή κάτω από απόγραφο της διαταγής πληρωμής και στις 18.09.2023 συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Η επιταγή συγκοινοποίησε περιλήψεις δημοσιεύσεων στο Ενεχυροφυλακείο (μεταβίβασης, διαχείρισης, μεταβολών), απόσπασμα παραρτήματος (σελ. 4955-4956) ταυτοποίησης της απαίτησης και σχετικό ειδικό πληρεξούσιο. Η οφειλή κατά την επιταγή: 171.103,89 ευρώ εντόκως, 3.700 ευρώ δικαστική δαπάνη, 2 ευρώ για αντίγραφο από απογραφο, 130,20 ευρώ δαπάνη κοινοποίησης, 120 ευρώ αμοιβή δικηγόρου, με νόμιμους τόκους όπου αναφέρεται. Ο σύζυγος συνοφειλέτης της εκκαλούσας έχει υπαχθεί με την 927/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας στον ν. 3869/2010 και καταβάλλει τις δόσεις για εξαίρεση του μεριδίου του από εκποίηση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Για την ενεργητική νομιμοποίηση διαχειρίστριας τιτλοποιημένων απαιτήσεων αρκεί η απόδειξη της μεταβίβασης της απαίτησης στην εταιρεία ειδικού σκοπού και της ανάθεσης διαχείρισης, με τις νόμιμες δημοσιεύσεις στο Ενεχυροφυλακείο και με έγγραφα που ταυτοποιούν ειδικά την ένδικη απαίτηση. Η ταυτοποίηση μπορεί να προκύπτει από απόσπασμα παραρτήματος της σύμβασης μεταβίβασης όπου αναγράφονται τα ιδιαίτερα στοιχεία της απαίτησης. Η μη αναγραφή συγκεκριμένου χρηματικού υπολοίπου στο απόσπασμα δεν κωλύει την ταυτοποίηση, εφόσον το ύψος της οφειλής μεταβάλλεται στον χρόνο. Ως προς τον ισχυρισμό καταχρηστικής άσκησης, απαιτούνται περιστατικά που να συνιστούν αντίθεση προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ιδίως δημιουργία εύλογης πεποίθησης παραίτησης ή μακράς ανοχής ή άσκηση δικαιώματος κατά τρόπο που επιφέρει αδικαιολόγητες επαχθείς συνέπειες. Ευρήματα: Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής κατά της εκκαλούσας. Η μεταβίβαση του επίδικου δανείου στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού έγινε με σύμβαση 30.04.2020, δημοσιευθείσα σε περίληψη στο Ενεχυροφυλακείο, με απόσπασμα παραρτήματος (σελ. 4955-4956) όπου αναγράφονται αριθμός και ημερομηνία της συγκεκριμένης δανειακής σύμβασης. Η διαχείριση ανατέθηκε 18.06.2021 στην εφεσίβλητη, με μεταβολές και κωδικοποίηση 10.04.2023, επίσης δημοσιευθείσες. Όλα τα ανωτέρω έγγραφα συγκοινοποιήθηκαν με την επιταγή. Ο σύζυγος συνοφειλέτης της εκκαλούσας υπήχθη σε ρύθμιση του ν. 3869/2010 (927/2022 Ειρ. Νίκαιας) για το δικό του μερίδιο, χωρίς στοιχεία παραίτησης του δανειστή από ενέργειες κατά της εκκαλούσας. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο αξιολόγησε τις δημοσιεύσεις και τα έγγραφα ως επαρκή για να αποδειχθεί τόσο η μεταβίβαση όσο και η ανάθεση διαχείρισης και, μέσω του παραρτήματος, η ειδική ταυτοποίηση της απαίτησης. Διαπίστωσε ότι η έλλειψη συγκεκριμένου ποσού στο απόσπασμα δεν θίγει την αναγνώριση της απαίτησης. Εξέτασε τον ισχυρισμό καταχρηστικότητας και έκρινε ότι η εφεσίβλητη έχει θεμιτό συμφέρον να επισπεύσει εκτέλεση κατά της εκκαλούσας, η οποία παραμένει υπόχρεη εις ολόκληρον, ενώ δεν αποδείχθηκαν συμπεριφορές δημιουργίας εύλογης πεποίθησης παραίτησης ή ανοχής. Ως εκ τούτου οι λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε διότι: (α) ο λόγος περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης κρίθηκε αβάσιμος: από τις περιλήψεις δημοσίευσης στο Ενεχυροφυλακείο της σύμβασης μεταβίβασης 30.04.2020 και των συμβάσεων διαχείρισης (18.06.2021 και 10.04.2023), καθώς και από το απόσπασμα παραρτήματος (σελ. 4955-4956) όπου αναγράφονται ο αριθμός και η ημερομηνία της επίδικης δανειακής σύμβασης, αποδείχθηκαν τόσο η μεταβίβαση της απαίτησης όσο και η νόμιμη ανάθεση της διαχείρισης στην εφεσίβλητη, με επαρκή ταυτοποίηση της απαίτησης· (β) ο λόγος περί καταχρηστικής άσκησης απορρίφθηκε, επειδή η εκκαλούσα ευθύνεται εις ολόκληρον παρά τη ρύθμιση του συνοφειλέτη συζύγου της (927/2022 Ειρ. Νίκαιας, υπαγωγή στον ν. 3869/2010), η εφεσίβλητη έχει θεμιτό συμφέρον να επισπεύσει εκτέλεση και δεν αποδείχθηκαν περιστατικά δημιουργίας εύλογης πεποίθησης παραίτησης ή ανοχής. Συνακόλουθα, η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε. Επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος της εκκαλούσας, ορισθέντα σε 400 ευρώ, με παραπομπή στα άρθρα 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση. Απορρίπτει την αίτηση αναστολής. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του με αριθμό  …………/2024 παράβολου. Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

ΕφΠειρ 220/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό, οι ανακόπτοντες (ήδη εφεσίβλητοι) άσκησαν ανακοπή κατά: α) διαταγής πληρωμής, β) επιταγής προς πληρωμή, γ) έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και δ) αποσπάσματος αυτής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τις πράξεις. Η καθ’ ής η ανακοπή (ήδη εκκαλούσα), εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ως μη δικαιούχος διάδικος για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, άσκησε έφεση κατά της οριστικής απόφασης. Η ένδικη σχέση αφορά στεγαστικό δάνειο από τραπεζικό ίδρυμα, με πρωτοφειλέτες δύο εκ των εφεσιβλήτων και εγγυήτρια την τρίτη. Η απαίτηση τιτλοποιήθηκε με σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης που καταχωρίστηκε στο Ενεχυροφυλακείο, αρχικά ανατέθηκε διαχείριση σε άλλη εταιρεία και, κατόπιν, ανατέθηκε στη διαχειρίστρια εκκαλούσα με συμβάσεις διαχείρισης επίσης δημοσιευμένες. Μεσολάβησε διάσπαση τραπεζικού κλάδου και εξώδικη καταγγελία της σύμβασης. Προηγήθηκε έκδοση διαταγής πληρωμής και επίδοση αντιγράφου απογράφου με επιταγή μέσω θυροκόλλησης. Στα επιδιδόμενα αντίγραφα δεν είχαν σημειωθεί ημερομηνία και ώρα επίδοσης ούτε το ονοματεπώνυμο και η υπογραφή του επιμελητή. Η δεύτερη εφεσίβλητη είχε υποβάλει αίτηση υπαγωγής στον Ν. 3869/2010, η συζήτηση της οποίας είχε κηρυχθεί απαράδεκτη και δεν είχε κατατεθεί κλήση επαναφοράς. Οι εφεσίβλητοι προέβαλαν, μεταξύ άλλων, έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας, καταχρηστικότητα λόγω εκκρεμοδικίας κατά Ν. 3869/2010, δυσαναλογία κατάσχεσης και αοριστία τόκων. Ποσά: αρχικό δάνειο 100.000 ευρώ· οφειλή κατά διαταγή πληρωμής 126.156,72 ευρώ· τιμή εκτίμησης κατασχεθέντος που επικαλέστηκαν 470.000 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 139 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, η επίδοση αποδεικνύεται ιδίως από την έκθεση και την επισημείωση επί του επιδιδόμενου εγγράφου· σε περίπτωση απόκλισης υπερισχύει η έκθεση μόνο εφόσον ωφελεί τον παραλήπτη, αλλιώς λαμβάνεται η επισημείωση. Η παράλειψη επισημείωσης ημερομηνίας/ώρας και υπογραφής δύναται, με βλάβη, να επιφέρει ακυρότητα και να μη κινεί προθεσμίες (άρθρ. 20 παρ. 1 Σ, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ). Κατά τα άρθρα 924 και 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ειδικός διάδοχος μη αναφερόμενος στον τίτλο οφείλει να κοινοποιεί νέα επιταγή με τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Στο καθεστώς τιτλοποίησης (Ν. 3156/2003) η μεταβίβαση ολοκληρώνεται με καταχώριση περίληψης στο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000 (υ.α. 161337/2003, 20783/2020). Η διαχείριση δύναται να ανατεθεί και, υπό το Ν. 4354/2015, οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι (άρθρ. 2 παρ. 4), ρύθμιση που εφαρμόζεται συνδυαστικά και όταν η μεταβίβαση έγινε βάσει Ν. 3156/2003. Κατά το άρθρο 115 Ν. 5072/2023, αρκεί για τη διαχειριστική αρμοδιότητα η προσκόμιση/κοινοποίηση των δημοσιευμένων περιλήψεων και αποσπασμάτων. Λοιποί προβληθέντες κανόνες (ΑΚ 281, Ν. 3869/2010, ΚΠολΔ 763, 774) εφαρμόζονται κατά τους όρους τους. Αποδείχθηκε ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για οφειλή από στεγαστικό δάνειο, ότι η επίδοση του απογράφου με επιταγή έγινε με θυροκόλληση, αλλά στα αντίγραφα που έλαβαν οι εφεσίβλητοι έλειπαν η ημερομηνία/ώρα επίδοσης και τα στοιχεία/υπογραφή του επιμελητή. Αποδείχθηκε αλυσίδα μεταβίβασης/διαχείρισης: δημοσιευμένες στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεις σύμβασης μεταβίβασης (30/4/2020) με παράρτημα που περιλαμβάνει την ένδικη απαίτηση, σύμβασης διαχείρισης (30/4/2020) και νεότερης ανάθεσης στη διαχειρίστρια εκκαλούσα (18/6/2021), καθώς και συμπληρωματική πράξη (10/4/2023) περί εξουσιών. Προσεκομίσθηκαν τα σχετικά αποσπάσματα/περιλήψεις και πληρεξούσια, καθώς και στοιχεία διάσπασης τραπεζικού κλάδου. Για την αίτηση Ν. 3869/2010 της δεύτερης εφεσιβλήτου δεν είχε κατατεθεί κλήση επαναφοράς. Η παράλειψη επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο προκάλεσε βλάβη ως προς την έναρξη της προθεσμίας του άρθρου 632 ΚΠολΔ, οπότε η ανακοπή θεωρήθηκε εμπρόθεσμη• όμως το ελάττωμα δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαταγής πληρωμής ή των πράξεων εκτέλεσης καθαυτών. Η εκκαλούσα, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων, νομιμοποιείται να ενεργεί ως μη δικαιούχος διάδικος για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού, και, κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιευμένων περιλήψεων και του αποσπάσματος απαιτήσεων· δεν απαιτείται κοινοποίηση ολοκλήρων συμβάσεων ούτε ρητή ειδική μνεία της συγκεκριμένης σύμβασης πέραν του παραρτήματος. Δεν υφίσταται εκκρεμοδικία/παραβίαση Ν. 3869/2010 χωρίς κλήση επαναφοράς, ο λόγος δυσαναλογίας είναι αόριστος και τα κονδύλια τόκων επαρκώς προσδιορίζονται από τη σύμβαση και τους λογαριασμούς.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Επί της έφεσης: Η έφεση έγινε δεκτή διότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι δεν αποδεικνυόταν η διαχειριστική αρμοδιότητα της εκκαλούσας και ακύρωσε τις πράξεις εκτέλεσης. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και το άρθρο 115 Ν. 5072/2023 αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιευμένων στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεων και αποσπασμάτων (άρθρο 3 Ν. 2844/2000) που αποδεικνύουν τη μεταβίβαση και τη διαχείριση. Η εκκαλούσα, ως εταιρεία διαχείρισης που ενεργεί στο πλαίσιο του Ν. 3156/2003, νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015. Διατάχθηκε η απόδοση του παραβόλου στην εκκαλούσα (άρθρο 495 περ. 3 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 — Επί της ανακοπής: Η ανακοπή απορρίφθηκε στο σύνολό της. Η ακυρότητα της επίδοσης λόγω παράλειψης επισημείωσης κατά το άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ επιφέρει μόνο εμπρόθεσμη άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ και δεν θεμελιώνει ακυρότητα της διαταγής πληρωμής ή των πράξεων εκτέλεσης. Ο λόγος περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, ο λόγος περί εκκρεμοδικίας/καταχρηστικότητας βάσει Ν. 3869/2010 απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος, ο λόγος περί δυσαναλογίας της κατάσχεσης ως αόριστος και οι λόγοι περί αοριστίας/προσδιορισμού τόκων ως μη νόμιμοι. Τα ανακοπτόμενα (διαταγή πληρωμής, επιταγή, κατάσχεση και απόσπασμα) επικυρώθηκαν. Επιβλήθηκε στους εφεσίβλητους μέρος των εξόδων της εκκαλούσας για αμφότερους τους βαθμούς, ποσού 5.000 ευρώ, με μερικό συμψηφισμό λόγω εύλογης αμφιβολίας (άρθρα 176, 179 εδ. β, 191 § 2 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 515/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της από 1/10/2024 ανακοπής. Α...

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

124.000+ αποφάσεις · 24.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →