Νομιμοποίηση servicers/funds σε δίκη και εκτέλεση κατ' άρθρο 2 παρ.4 ν.4354/2015 επί τιτλοποιημένων απαιτήσεων ν.3156/2003, κατόπιν ΟλΑΠ 1/2023, έγγραφη απόδειξη διαχειριστικής σύμβασης

Κύρια νομική θέση:
Με βάση την ΑΠ 1/2023, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκούν ένδικα βοηθήματα και να επισπεύδουν αναγκαστική εκτέλεση και όταν η απαίτηση έχει μεταβιβασθεί με τιτλοποίηση κατά τον ν. 3156/2003. Το κρίσιμο πρακτικό ζήτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει κατ’ αρχήν νομιμοποίηση, αλλά αν αυτή αποδεικνύεται εγγράφως με τα κατάλληλα νομιμοποιητικά έγγραφα, ιδίως κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και, πλέον, κατά το Ν5072 Άρθρο 115.

1. Νομικό πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΠολΔ Άρθρο 925
Ο ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν στον καθ’ ου η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν.
Εφαρμόζεται κατ’ επανάληψη στις αποφάσεις ΕφΠειρ 102/2026, ΕφΠειρ 249/2024, ΕφΠειρ 332/2024, ΕφΠειρ 405/2025, ΕφΠειρ 251/2026, ΕφΠειρ 98/2024, ΕφΠειρ 215/2025, ΕφΠειρ 220/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 924
Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και η επιταγή πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση.
Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 308/2026, ΕφΠειρ 215/2025, ΕφΠειρ 251/2026, ΕφΠειρ 220/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 933
Οι αντιρρήσεις του καθ’ ου η εκτέλεση για την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, της διαδικασίας εκτέλεσης ή της απαίτησης ασκούνται μόνο με ανακοπή.
Είναι η ορθή δικονομική βάση του ισχυρισμού περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της επισπεύδουσας.

Ν5072 Άρθρο 115
Οι διαχειριστές πιστώσεων νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων.
Ιδίως:
- παρ. 2: τα έντυπα δημοσίευσης στο αρμόδιο ενεχυροφυλακείο αποτελούν πλήρη απόδειξη για την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων, χωρίς πρόσθετα έγγραφα ή άλλες διατυπώσεις,
- παρ. 3: το ίδιο ισχύει και για τιτλοποιημένες απαιτήσεις κατά τον ν. 3156/2003, με πλήρη απόδειξη μέσω των εντύπων των παρ. 8 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003.

Η διάταξη αυτή απαντά άμεσα στο ερώτημα περί έγγραφης απόδειξης της διαχειριστικής σύμβασης.

Ν5072 Άρθρο 14
Η ανάθεση διαχείρισης γίνεται υποχρεωτικά με σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων.
Η παρ. 7 προβλέπει σημείωση της ανάθεσης διαχείρισης και κάθε σχετικής μεταβολής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, όταν η ανάθεση γίνεται από αγοραστή πιστώσεων.

Ν5072 Άρθρο 21
Η μεταβίβαση απαιτήσεων γίνεται με έγγραφη σύμβαση, καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και από την καταχώριση επέρχεται η μεταβίβαση.
Η παρ. 4 ορίζει ότι τα δικαιώματα από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις ασκούνται μόνο μέσω διαχειριστή πιστώσεων.
Η παρ. 7 προβλέπει καταχώριση της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων στο δημόσιο βιβλίο.
Η παρ. 8 ορίζει ότι πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα από τη μεταβίβαση.

Ν5072 Άρθρο 3
Η παρ. 4 ορίζει ότι το Μέρος αυτό δεν επηρεάζει την εφαρμογή του ν. 3156/2003 και εφαρμόζεται ως προς τη διαχείριση πιστώσεων που μεταβιβάζονται στο πλαίσιο του ν. 3156/2003, εφόσον η διαχείρισή τους έχει ανατεθεί σε διαχειριστές πιστώσεων.
Άρα το ίδιο το νομοθετικό υλικό επιβεβαιώνει τη συνδυαστική λειτουργία των δύο καθεστώτων.

ΑΚ Άρθρο 455
Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς συναίνεση του οφειλέτη.


2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

1. ΑΠ 1/2023
- Σχετικότητα: Αφορά ακριβώς το κεντρικό σας ζήτημα: αν η εξαιρετική νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 ισχύει και όταν η μεταβίβαση/διαχείριση έγινε στο πλαίσιο του ν. 3156/2003.
- Κρίση: Η Ολομέλεια έκρινε ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003.
- Εφαρμογή: Αυτό αποκρούει ευθέως τον βασικό ισχυρισμό του ανακόπτοντος ότι ο ν. 3156/2003 δεν παρέχει στον διαχειριστή δικαίωμα δικαστικής επιδίωξης στο όνομά του. Μετά την ΑΠ 1/2023, το ζήτημα μετατοπίζεται από την κατ’ αρχήν ύπαρξη νομιμοποίησης στην απόδειξή της.

2. ΕφΠειρ 405/2025
- Σχετικότητα: Αφορά επισπευδόμενη εκτέλεση από διαχειρίστρια για απαίτηση μεταβιβασθείσα σε SPV μέσω τιτλοποίησης κατά ν. 3156/2003.
- Κρίση: Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκκαλούσα νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχος διάδικος και ότι για το κύρος της επιταγής αρκεί η συγκοινοποίηση των περιλήψεων καταχώρισης των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ.
- Εφαρμογή: Ισχυρό επιχείρημα υπέρ της θέσης ότι δεν απαιτείται πλήρες κείμενο συμβάσεων, εφόσον οι περιλήψεις καταχώρισης αποδεικνύουν μεταβίβαση και ανάθεση διαχείρισης.

3. ΕφΠειρ 332/2024
- Σχετικότητα: Εξετάζει ειδικά αν αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιεύσεων σε περίληψη των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης με σχετικό απόσπασμα παραρτήματος.
- Κρίση: Έκρινε ότι για τους σκοπούς του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιεύσεων σε περίληψη και του σχετικού αποσπάσματος παραρτήματος, χωρίς το πλήρες κείμενο των συμβάσεων.
- Εφαρμογή: Χρήσιμη όταν ο αντίδικος προβάλλει ότι έπρεπε να κοινοποιηθούν ολόκληρες οι συμβάσεις.

4. ΕφΠειρ 102/2026
- Σχετικότητα: Αφορά ακριβώς το ερώτημα ποια έγγραφα επαρκούν για απόδειξη διαδοχής και νομιμοποίησης στην εκτέλεση.
- Κρίση: Το Δικαστήριο έκρινε ότι αρκούν οι περιλήψεις καταχωρίσεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης και διαχείρισης, συνοδευόμενες από αποσπάσματα παραρτημάτων όπου αναφέρεται η επίδικη απαίτηση.
- Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη για τη θέση ότι η διαχειριστική σύμβαση αποδεικνύεται επαρκώς με δημοσιευμένες περιλήψεις και αποσπάσματα παραρτημάτων που ταυτοποιούν την απαίτηση.

5. ΕφΠειρ 220/2026
- Σχετικότητα: Συνδέει ρητά το παλαιότερο νομολογιακό πλαίσιο με το νέο Ν5072 Άρθρο 115.
- Κρίση: Έκρινε ότι κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και το άρθρο 115 Ν. 5072/2023 αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιευμένων στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεων και αποσπασμάτων που αποδεικνύουν μεταβίβαση και διαχείριση.
- Εφαρμογή: Είναι η πιο χρήσιμη απόφαση για υποθέσεις μετά την ισχύ του Ν5072, διότι ενισχύει ότι τα έντυπα δημοσίευσης αποτελούν πλήρη απόδειξη της εξαιρετικής νομιμοποίησης.


Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

1. ΕφΠειρ 456/2023
- Διαφορετική θέση: Αν και δέχεται κατ’ αρχήν ότι αρκούν οι δημοσιεύσεις-περιλήψεις, ακύρωσε επιταγή και κατάσχεση επειδή η περίληψη της σύμβασης διαχείρισης δεν προσδιόριζε τις προς διαχείριση απαιτήσεις ούτε παρέπεμπε σε παράρτημα ή άλλο έγγραφο που να ταυτοποιεί την επίδικη απαίτηση.
- Τρόπος αντίκρουσης: Η απόφαση δεν αρνείται την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή· αντιθέτως, απαιτεί επαρκή ταυτοποίηση της συγκεκριμένης απαίτησης. Άρα, αν στην υπόθεσή σας υπάρχουν περίληψη διαχείρισης με παραπομπή ή αποσπάσματα παραρτημάτων που ταυτοποιούν την απαίτηση, η ΕφΠειρ 456/2023 διαφοροποιείται πραγματικά και δεν βοηθά τον αντίδικο.

2. ΕφΠειρ 299/2024
- Διαφορετική θέση: Ακύρωσε διαταγή πληρωμής και επακόλουθες πράξεις εκτέλεσης επειδή, σε αλυσίδα διαδοχικών ειδικών διαδοχών, δεν είχαν προσκομισθεί αποσπάσματα παραρτημάτων των ενδιάμεσων συμβάσεων 25.6.2021 και 17.9.2021, ώστε να αποδεικνύεται εγγράφως όλη η αλληλουχία.
- Τρόπος αντίκρουσης: Η απόφαση είναι κρίσιμη προειδοποίηση: όταν η νομιμοποίηση στηρίζεται σε διαδοχικές μεταβιβάσεις/επανεκχωρήσεις, πρέπει να αποδεικνύεται κάθε ενδιάμεσος κρίκος. Αν στην υπόθεσή σας υπάρχει πλήρης αλυσίδα περιλήψεων και αποσπασμάτων για κάθε στάδιο, η απόφαση αυτή ενισχύει εσάς· αν όχι, αποτελεί σοβαρό κίνδυνο.


3. Προτεινόμενη επιχειρηματολογία

Α. Κύριο επιχείρημα υπέρ της νομιμοποίησης
1. Η ΑΠ 1/2023 έχει επιλύσει το βασικό ερμηνευτικό ζήτημα: η εξαιρετική νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 καταλαμβάνει και απαιτήσεις μεταβιβασθείσες κατά τον ν. 3156/2003.
2. Το Ν5072 Άρθρο 115 παρ. 3 πλέον το επιβεβαιώνει ρητά για τιτλοποιημένες απαιτήσεις κατά τον ν. 3156/2003.
3. Άρα ο ισχυρισμός ότι «ο ν. 3156/2003 δεν παρέχει δικαστική νομιμοποίηση στον servicer» δεν ευδοκιμεί.

Β. Ποια έγγραφα αποδεικνύουν επαρκώς τη σύμβαση διαχείρισης
Με βάση Ν5072 Άρθρο 115 παρ. 2 και 3, ΚΠολΔ Άρθρο 925, και τις ΕφΠειρ 102/2026, 332/2024, 405/2025, 220/2026, επαρκούν κατ’ αρχήν:
- οι περιλήψεις καταχώρισης της σύμβασης μεταβίβασης,
- οι περιλήψεις καταχώρισης της σύμβασης διαχείρισης,
- τα αποσπάσματα παραρτημάτων ή άλλα δημοσιευμένα αποσπάσματα που ταυτοποιούν τη συγκεκριμένη απαίτηση,
- σε περίπτωση μεταβολών, οι περιλήψεις κάθε μεταβολής ή νέας ανάθεσης διαχείρισης.

Δεν απαιτείται, κατά την κρατούσα νομολογία, η κοινοποίηση:
- ολόκληρου του σώματος των συμβάσεων,
- όλων των εταιρικών εγγράφων,
- πρόσθετων εγγράφων πέραν των δημοσιευμένων εντύπων/περιλήψεων, εφόσον αυτά επαρκούν.

Γ. Πώς κρίνονται οι διαδοχικές αναθέσεις διαχείρισης
Εδώ η κρίσιμη διάκριση είναι η εξής:

- Αν υπάρχει μία ευθεία μεταβίβαση και μία σαφής ανάθεση διαχείρισης, η νομολογία δέχεται συνήθως ότι αρκούν οι περιλήψεις και το απόσπασμα παραρτήματος: ΕφΠειρ 102/2026, 332/2024, 405/2025, 124/2025.
- Αν υπάρχει αλυσίδα διαδοχικών μεταβιβάσεων, επανεκχωρήσεων ή διαδοχικών αναθέσεων, πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως κάθε ενδιάμεσο στάδιο: ΕφΠειρ 299/2024.

Άρα, σε υπόθεση με:
- αρχική μεταβίβαση,
- επανεκχώρηση,
- νέα μεταβίβαση,
- αρχική διαχείριση,
- μεταβολή διαχειριστή,
- νέα ανάθεση,

πρέπει να υπάρχουν για κάθε κρίκο:
1. περίληψη καταχώρισης,
2. όπου απαιτείται, απόσπασμα παραρτήματος που να δείχνει ότι η επίδικη απαίτηση περιλαμβάνεται,
3. σαφής σύνδεση της νέας διαχείρισης με το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο.

Δ. Πότε υπάρχει έλλειψη νομιμοποίησης
Η έλλειψη νομιμοποίησης δεν προκύπτει επειδή λείπει το πλήρες κείμενο της σύμβασης. Προκύπτει όταν δεν αποδεικνύεται εγγράφως ότι:
- η απαίτηση μεταβιβάστηκε πράγματι στον δικαιούχο SPV,
- η συγκεκριμένη απαίτηση περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο,
- η διαχείριση της συγκεκριμένης απαίτησης ανατέθηκε πράγματι στον επισπεύδοντα servicer,
- σε διαδοχικές μεταβιβάσεις/αναθέσεις, κάθε ενδιάμεσο στάδιο συνδέεται αποδεικτικά με το επόμενο.

Αυτό προκύπτει ιδίως από τις ΕφΠειρ 456/2023 και 299/2024.

Ε. Συνέπειες έλλειψης νομιμοποίησης
Ανάλογα με το στάδιο:

1. Στην εκτέλεση
Αν δεν τηρήθηκε το ΚΠολΔ Άρθρο 925 και δεν αποδεικνύεται η νομιμοποίηση του επισπεύδοντος, ακυρώνεται η επιταγή και οι επακόλουθες πράξεις εκτέλεσης.
Βλ. ΕφΠειρ 456/2023.

2. Στη διαταγή πληρωμής / αγωγή
Αν η νομιμοποίηση στηρίζεται σε ειδικές διαδοχές που δεν αποδείχθηκαν εγγράφως πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται και μαζί της οι επακόλουθες πράξεις εκτέλεσης.
Βλ. ΕφΠειρ 299/2024.

3. Σε δίκη επί της ουσίας
Η ΑΠ 1/2023 και το Ν5072 Άρθρο 115 στηρίζουν την κατ’ αρχήν δικονομική νομιμοποίηση του servicer· συνεπώς η αντιδικία θα κριθεί κυρίως στο αποδεικτικό επίπεδο.


4. Νομολογιακή ισχύς

Παγία, ως προς το βασικό ζήτημα ότι ο servicer νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση και επί τιτλοποιημένων απαιτήσεων του ν. 3156/2003:
- ΑΠ 1/2023
- ΕφΠειρ 98/2024
- ΕφΠειρ 249/2024
- ΕφΠειρ 332/2024
- ΕφΠειρ 405/2025
- ΕφΠειρ 102/2026
- ΕφΠειρ 111/2026
- ΕφΠειρ 220/2026
- ΕφΠειρ 251/2026

Περιορισμένη/εξειδικευμένη διαφοροποίηση, όχι ως προς την αρχή της νομιμοποίησης αλλά ως προς την απόδειξή της:
- ΕφΠειρ 456/2023
- ΕφΠειρ 299/2024

Άρα η νομολογία δεν είναι αντιφατική στο βασικό θέμα· είναι αυστηρή μόνο ως προς την πληρότητα των νομιμοποιητικών εγγράφων.


5. Πρακτικές συστάσεις

1. Επικαλεστείτε πρώτα την ΑΠ 1/2023 για να κλείσει το ζήτημα της κατ’ αρχήν νομιμοποίησης.
2. Στηρίξτε αμέσως μετά στο Ν5072 Άρθρο 115 παρ. 2 και 3, διότι παρέχει πλέον ρητή νομοθετική βάση ότι τα έντυπα δημοσίευσης αποτελούν πλήρη απόδειξη της εξαιρετικής νομιμοποίησης, και ειδικά για τιτλοποιήσεις κατά ν. 3156/2003.
3. Προσκομίστε και αναλύστε χρονολογικά:
- κάθε περίληψη μεταβίβασης,
- κάθε περίληψη διαχείρισης,
- κάθε μεταβολή διαχείρισης,
- κάθε απόσπασμα παραρτήματος που ταυτοποιεί την απαίτηση.
4. Αν υπάρχουν διαδοχικές μεταβιβάσεις ή επανεκχωρήσεις, αντιμετωπίστε προληπτικά την ΕφΠειρ 299/2024: δείξτε έναν προς έναν όλους τους κρίκους της αλυσίδας.
5. Αν η περίληψη διαχείρισης είναι γενική, βεβαιωθείτε ότι υπάρχει παραπομπή ή συνοδευτικό απόσπασμα που ταυτοποιεί την απαίτηση, ώστε να αποκρουστεί η ΕφΠειρ 456/2023.
6. Σε ανακοπή άρθρου 933 ΚΠολΔ, το ισχυρότερο επιχείρημα του ανακόπτοντος δεν είναι πλέον «δεν νομιμοποιείται ο servicer λόγω ν. 3156/2003», αλλά «δεν αποδείχθηκε εγγράφως ότι η συγκεκριμένη απαίτηση και η συγκεκριμένη διαχείριση συνδέονται με τον επισπεύδοντα». Εκεί πρέπει να εστιάσει η άμυνα.

Συμπέρασμα:
Μετά την ΑΠ 1/2023 και ιδίως μετά το Ν5072 Άρθρο 115, η εξαιρετική νομιμοποίηση servicers/funds σε δίκη και εκτέλεση επί τιτλοποιημένων απαιτήσεων του ν. 3156/2003 είναι ισχυρά θεμελιωμένη. Το κρίσιμο σημείο της δίκης είναι η έγγραφη απόδειξη της μεταβίβασης και της διαχειριστικής αλυσίδας. Αν αυτή είναι πλήρης, η ανακοπή περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης κατά κανόνα απορρίπτεται· αν υπάρχουν κενά στην ταυτοποίηση της απαίτησης ή στις ενδιάμεσες διαδοχές/αναθέσεις, κινδυνεύουν η επιταγή, η διαταγή πληρωμής και οι επακόλουθες πράξεις εκτέλεσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 933

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 92.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 933: Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών. 2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. 3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. 4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. 5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. 6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.

Ν5072 Άρθρο 115

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 96.2%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 115: Εξαιρετική νομιμοποίηση διαχειριστών πιστώσεων 1. Σε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης των απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων σε διαχειριστές πιστώσεων, αυτοί νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, διαδικασίες αφερεγγυότητας και διευθέτησης οφειλών. Εφόσον ο διαχειριστής πιστώσεων συμμετέχει σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον αγοραστή πιστώσεων. 2. Τα έντυπα δημοσίευσης στο αρμόδιο ενεχυροφυλακείο της παρ. 7 του άρθρου 14 και της παρ. 7 του άρθρου 21 αποτελούν πλήρη απόδειξη για την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης. Σε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης απευθείας από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, αρκεί να προσκομίζεται η σύμβαση διαχείρισης σε περιληπτική μορφή ή απόσπασμα αυτής, εφόσον περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στην απόφαση της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 39. 3. Το παρόν εφαρμόζεται και σε όσες περιπτώσεις ο διαχειριστής πιστώσεων αναλαμβάνει τη διαχείριση απαιτήσεων που έχουν τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τον ν. 3156/2003 (Α’ 157). Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων αποδεικνύεται πλήρως μέσω των εντύπων που προβλέπονται στις παρ. 8 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης.

Ν5072 Άρθρο 14

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 90.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 14: Συμβατική σχέση μεταξύ διαχειριστή πιστώσεων και αγοραστή πιστώσεων (άρθρο 11 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Η ανάθεση προς διαχειριστή πιστώσεων της διαχείρισης και εκτέλεσης δικαιωμάτων πιστωτή που απορρέουν από σύμβαση γίνεται υποχρεωτικά σύμφωνα με σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων που έχει καταρτίσει με τον αγοραστή πιστώσεων. 2. Η σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων της παρ. 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) αναλυτική περιγραφή των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων που θα ασκεί ο διαχειριστής πιστώσεων, β) το ύψος της αμοιβής του διαχειριστή πιστώσεων ή τον τρόπο υπολογισμού αυτής, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον δανειολήπτη, γ) τα έξοδα τα οποία μετακυλίονται προς τον δικαιούχο των απαιτήσεων, δ) τον βαθμό στον οποίο ο διαχειριστής πιστώσεων μπορεί να εκπροσωπεί τον αγοραστή πιστώσεων έναντι του δανειολήπτη, ε) δεσμευτική δήλωση των συμβαλλομένων μερών ότι θα συμμορφώνονται με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται στις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, μεταξύ άλλων, και όσον αφορά στην προστασία των καταναλωτών και των προσωπικών τους δεδομένων, στ) τις προς διαχείριση απαιτήσεις αθροιστικά (αριθμός απαιτήσεων, ύψος συνολικής νομικής απαίτησης κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης) και ανά απαίτηση (ύψος συνολικής νομικής απαίτησης) και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, ζ) τις εξασφαλίσεις των υπό διαχείριση απαιτήσεων (είδος και ύψος αυτών κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης), η) ρήτρα που απαιτεί τη δίκαιη και επιμελή μεταχείριση των δανειοληπτών, θ) ρήτρα σύμφωνα με την οποία ο διαχειριστής πιστώσεων ενημερώνει τον αγοραστή πιστώσεων πριν από την εξωτερική ανάθεση της οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων που ασκεί, ι) ρήτρα σύμφωνα με την οποία προβλέπεται πολιτική διαμεσολάβησης για την πώληση απαιτήσεων από πιστώσεις στη δευτερογενή αγορά, σε περίπτωση ανάληψης ρόλου συντονιστή πώλησης από διαχειριστή πιστώσεων. 3. Αντίγραφο της σύμβασης διαχείρισης πιστώσεων της παρ. 1 κοινοποιείται, εκ μέρους του διαχειριστή πιστώσεων, στην Τράπεζα της Ελλάδος εντός δέκα (10) ημερών από την υπογραφή της. Οι συμβάσεις διαχείρισης πιστώσεων αποτελούν αντικείμενο εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος προς συμμόρφωση με το παρόν Μέρος. 4. Ο διαχειριστής πιστώσεων καταρτίζει και τηρεί τα ακόλουθα αρχεία για τουλάχιστον πέντε (5) έτη από την ημερομηνία λήξης της συμφωνίας που αναφέρεται στην παρ. 1: α) τη σχετική αλληλογραφία τόσο με τον αγοραστή πιστώσεων όσο και με τον δανειολήπτη, β) τις σχετικές εντολές που λαμβάνει από τον αγοραστή πιστώσεων στο πλαίσιο των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, την οποία διαχειρίζεται και εκτελεί για λογαριασμό του εν λόγω αγοραστή πιστώσεων, και γ) τη σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων. 5. Ο διαχειριστής πιστώσεων θέτει τα αρχεία της παρ. 4 στη διάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, κατόπιν σχετικού αιτήματος. 6. Οι παρ. 1 έως 5 εφαρμόζονται αναλόγως σε όσες περιπτώσεις η ανάθεση της διαχείρισης και της εκτέλεσης των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων λαμβάνει χώρα από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα προς διαχειριστή πιστώσεων. 7. Η ανάθεση της διαχείρισης από αγοραστή πιστώσεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο, καθώς και κάθε σχετική μεταβολή σημειώνονται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (Α’ 220) της έδρας του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος. Η ως άνω δημοσίευση δεν απαιτείται όταν η ανάθεση της διαχείρισης γίνεται από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα.

ΚΠολΔ Άρθρο 934

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 90.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 934: Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Προϋποθέσεις και προθεσμίες Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά σε ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του π λειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί κατάσχεσης δε στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής. β) Αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 936

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 90.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 936: -«1. Τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως: α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμον την ακυρότητα της διάθεσης. Έχει, επίσης, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και ο νομέας, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση αποδείξει πως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται έχει επάνω στο αντικείμενο που έχει κατασχεθεί εμπράγματο δικαίωμα επικρατέστερο από τη νομή. Η ανακοπή εισάγεται στο καθ ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου όπου γίνεται η εκτέλεση. 2. Η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστή και του οφειλέτη και αν πρόκειται για ακίνητο εγγράφεται στο βιβλίο διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή του άρθρου 924 ή παρέσχε την εντολή για τη διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην ανακοπή μπορεί να σωρευτεί και αίτημα απόδοσης του πράγματος. 3. Τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ ’ ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του.».

ΚΠολΔ Άρθρο 1024

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 90.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1024: 1. Το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει την κατάσχεση ή και με μεταγενέστερη ορίζει τα μέσα που κρίνει πρόσφορα για την αξιοποίηση του δικαιώματος και ιδίως μπορεί να διατάξει να μεταβιβαστεί το δικαίωμα σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, με πληρωμή ορισμένου τιμήματος ή με συμψηφισμό ολόκληρης ή μέρους της απαίτησής του, ή να διατάξει την ελεύθερη ή με πλειστηριασμό διάθεση του δικαιώματος, και, αν δεν κρίνει πρόσφορα τα μέτρα αυτά, διορίζει διαχειριστή. Διαχειριστής μπορεί να διοριστεί και εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η κατάσχεση ή κάποιος από τους δανειστές που αναγγέλθηκαν. 2. Αν η απαίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση συνίσταται στο να εκπληρώσει ένας τρίτος παροχή εξαρτώμενη από αντιπαροχή, το δικαστήριο επιτρέπει την κατάσχεση και υπό τον όρο να εκπληρωθεί η αντιπαροχή προς τον τρίτο. Σ' αυτήν την περίπτωση η αξιοποίηση του κατασχεμένου γίνεται σύμφωνα με την παρ. 1, οπότε αποκλείεται ο διορισμός διαχειριστή και η αξία της αντιπαροχής που εκπληρώθηκε θεωρείται ως έξοδο εκτέλεσης κατά το άρθρο 975.

ΚΠολΔ Άρθρο 1029

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 89.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1029: 1. Αν το ζητήσει εκείνος υπέρ του οποίου έγινε ή εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση ή κάποιος από τους δανειστές που αναγγέλθηκαν, το δικαστήριο του άρθρου 1023 παρ. 1 μπορεί να αντικαταστήσει το διαχειριστή. 2. Κάθε διαφορά που αφορά τη διαχείριση του δικαιώματος λύνεται από το δικαστήριο του άρθρου 1023 παρ. 1, ύστερα από αίτηση εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση ή του διαχειριστή ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Το δικαστήριο μπορεί να ορίζει τον τρόπο που θα γίνεται η διαχείριση και να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για το σκοπό αυτό.

ΚΔΕλΣ Άρθρο 143

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 89.7%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 143: Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση 1. Προς άσκηση ανακοπής εκτέλεσης νομιμοποιείται εκείνος που έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον ή στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου. 2. Η ανακοπή εκτέλεσης στρέφεται όταν: (α) η εκτέλεση επισπεύδεται από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία του Δημοσίου, κατά του Δημοσίου, (β) η εκτέλεση επισπεύδεται από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία του Δημοσίου, αλλά για την ικανοποίηση απαίτησης άλλου νομικού προσώπου, κατά του Δημοσίου και κατά του δικαιούχου της απαίτησης νομικού προσώπου, (γ) η εκτέλεση επισπεύδεται από την οικονομική υπηρεσία οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή του άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, (δ) προσβάλλεται ο πίνακας κατάταξης, κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση και κατά του δανειστή του οποίου η κατάταξη προσβάλλεται, (ε) προσβάλλεται η αρνητική δήλωση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, εφόσον η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου, κατά του τρίτου στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. (στ) προσβάλλεται η δήλωση του προϊσταμένου της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για την ύπαρξη απαίτησης δημοσίου δικαίου ή προνομίου του Δημοσίου, κατά του Δημοσίου. 3. Η ανακοπή, όταν στρέφεται κατά της έκθεσης πλειστηριασμού, κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου στον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού και στον υπερθεματιστή. Όταν στρέφεται κατά του πίνακα κατάταξης, κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου στους αναγγελθέντες δανειστές και στον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Ν4413 Άρθρο 53

Συμβάσεις Παραχώρησης (Ν. 4413/2016)
Σχετικότητα 88.5%
Κείμενο Άρθρου
Ν4413 Άρθρο 53: Εκχώρηση απαιτήσεων Στα συμβατικά τεύχη ορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία με την οποία ο παραχωρησιούχος που συμβάλλεται σε σύμβαση παραχώρησης του παρόντος νόμου δύναται να εκχωρεί μέρος ή το σύνολο των συμβατικών του αξιώσεων υφιστάμενων και μελλοντικών, εφόσον αυτές προσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο, σε τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όπως ιδίως πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή οποιαδήποτε άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται σε εποπτεία κεντρικής τράπεζας ή άλλης αρμόδιας ανεξάρτητης αρχής, τα οποία συμμετέχουν στη χρηματοδότηση της υλοποίησης του αντικειμένου της σύμβασης παραχώρησης προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους από τη χρηματοδότηση αυτή. Μπορεί επίσης να καθορίζεται για ποιές από τις πράξεις του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται η έγγραφη συναίνεση της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντα φορέα προκειμένου να επιχειρηθούν έγκυρα και οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την παροχή της συναίνεσης αυτής.

ΚΠολΔ Άρθρο 632

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 88.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 632: 1. Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. 3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724. 4. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. 5. Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου παρέχεται και στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3. 6. Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ. 7. Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή.

ΚΠολΔ Άρθρο 769

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 88.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 769: Ενεργητική νομιμοποίηση στην αναίρεση στην εκούσια δικαιοδοσία Αναίρεση έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η αίτηση όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που κλητεύθηκαν κατ’ επιταγή του νόμου ή κατόπιν διαταγής του δικαστή κατά την παρ. 3 του άρθρου 748, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, εκείνοι που προσεπικλήθηκαν στη δίκη, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών. Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ.

ΚΠολΔ Άρθρο 938

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 87.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 938: Αναγκαστική εκτέλεση - Αναστολή εκτέλεσης λόγω ανακοπής 1. Με εξαίρεση την κατάσχεση ακινήτων, ως προς τα οποία εφαρμόζεται η παρ. 2, όπως επίσης με εξαίρεση την κατάσχεση κινητών που υπόκεινται σε φθορά, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση ασκείται στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 933 και 936 δικαστήριο και δικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ.. 2. Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ. 1, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με ιδιαίτερο δικόγραφο, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. 3. Στις προηγούμενες περιπτώσεις, είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος με το οποίο εμποδίζεται η εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου. 4. Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. 5. Η αναστολή των παρ. 1 και 2 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ανακοπής ή η απόφαση επί του ενδίκου μέσου.

Ν5072 Άρθρο 15

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 87.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 15: Εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων από διαχειριστή πιστώσεων (άρθρο 12 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Οι διαχειριστές πιστώσεων, όταν αναθέτουν σε πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών την άσκηση οποιασδήποτε εκ των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων, διατηρούν την πλήρη ευθύνη για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από το παρόν Μέρος. Η εξωτερική ανάθεση των εν λόγω δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων υπόκειται στις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) έχει συναφθεί γραπτή σύμβαση εξωτερικής ανάθεσης μεταξύ του διαχειριστή πιστώσεων και του παρόχου πιστωτικών υπηρεσιών, βάσει της οποίας ο πάροχος πιστωτικών υπηρεσιών υποχρεούται να συμμορφώνεται με την ισχύουσα νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του παρόντος Μέρους, καθώς και με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στα δικαιώματα του πιστωτή που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης, ή στην ίδια τη σύμβαση πίστωσης, β) η εξωτερική ανάθεση σε πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών δεν αφορά όλες τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων ταυτόχρονα, γ) η σύμβαση εξωτερικής ανάθεσης με τον πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών δεν μεταβάλλει τη συμβατική σχέση μεταξύ του διαχειριστή πιστώσεων και του αγοραστή πιστώσεων ούτε τις υποχρεώσεις του διαχειριστή πιστώσεων προς τον αγοραστή πιστώσεων ή προς τους δανειολήπτες, δ) η εξωτερική ανάθεση δεν επηρεάζει τη συμμόρφωση του διαχειριστή πιστώσεων με τις απαιτήσεις της αδειοδότησής του, όπως καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 6, ε) η εξωτερική ανάθεση στον πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών δεν παρεμποδίζει την εποπτεία του διαχειριστή πιστώσεων από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19, και 25, στ) ο διαχειριστής πιστώσεων έχει άμεση πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες σε σχέση με τις εξωτερικά ανατεθείσες δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων, ζ) μετά τη λήξη της σύμβασης εξωτερικής ανάθεσης, ο διαχειριστής πιστώσεων διαθέτει τις ειδικές γνώσεις και τους πόρους ώστε να είναι σε θέση να παρέχει τις εξωτερικά ανατεθείσες δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων. 2. Η εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων δεν πραγματοποιείται κατά τρόπο που υποβαθμίζει την ποιότητα του εσωτερικού ελέγχου του διαχειριστή πιστώσεων ή την αξιοπιστία ή τη συνέχεια των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων που ασκεί η τελευταία. 3. Πριν από την εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων, ο διαχειριστής πιστώσεων ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος. Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) που έχει λάβει άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει και τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 16. 4. Ο διαχειριστής πιστώσεων καταρτίζει και τηρεί αρχείο σε σχέση με κάθε σύμβαση εξωτερικής ανάθεσης που έχει καταρτίσει σύμφωνα με την παρ. 1, καθώς και των συναφών εντολών που διαβίβασε στον πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών, για περίοδο δέκα (10) ετών. 5. Ο διαχειριστής πιστώσεων και ο πάροχος πιστωτικών υπηρεσιών θέτουν τις πληροφορίες της παρ. 4 στη διάθεση των αρμόδιων αρχών του άρθρου 25, κατόπιν σχετικού αιτήματος. 6. Οι πάροχοι πιστωτικών υπηρεσιών δεν επιτρέπεται να εισπράττουν και να κατέχουν χρηματικά ποσά από δανειολήπτες. 7. Η ανάθεση υπηρεσιών ενημέρωσης του δανειολήπτη από τον διαχειριστή πιστώσεων γίνεται σε Εταιρείες Ενημέρωσης Οφειλετών του ν. 3758/2009 (Α’ 68) ή σε εταιρείες αντίστοιχου σκοπού που λειτουργούν σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κράτος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Σε κάθε περίπτωση, στις επικοινωνίες με τον δανειολήπτη τηρούνται τα άρθρα 4 και 5, οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 6 και τα άρθρα 8 και 10 του ν. 3758/2009 (Α’ 68).

ΚΠολΔ Άρθρο 1039

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 87.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1039: 1. Ο διαχειριστής ενεργεί όλες τις πράξεις που είναι ενδεδειγμένες για την τακτική και επωφελή οικονομική εκμετάλλευση του ακινήτου ή της επιχείρησης και οφείλει να διατηρεί το ακίνητο ή την επιχείρηση σε καλή κατάσταση και να αποφεύγει πράξεις που βλάπτουν την οικονομική τους υπόσταση. 2. Ο διαχειριστής μόλις αναλάβει τα καθήκοντά του ειδοποιεί με έγγραφο τους οφειλέτες εκείνου κατά του οποίου έχει επιβληθεί η διαχείριση και εκείνους που συναλλάσσονται με την επιχείρηση ότι ανέλαβε τη διαχείριση του ακινήτου ή της επιχείρησης και πρέπει σ' αυτόν να καταβάλλουν στο εξής τις οφειλές τους και μαζί του να συναλλάσσονται. 3. Ο διαχειριστής ενεργεί κάθε δικαιοπραξία ή πράξη για να πετύχει ο σκοπός της διαχείρισης και έχει το δικαίωμα, για να συνεχιστούν οι εργασίες της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης του ακινήτου, να συνάπτει δάνεια και μπορεί να δίνει και ενέχυρο επάνω στις πρώτες ύλες ή τα προϊόντα της επιχείρησης. Για κάθε έννομη σχέση που αφορά τη διαχείριση, και αν ακόμη η σχέση αυτή γεννήθηκε πριν από τη διαχείριση, στο δικαστήριο παρίσταται ο διαχειριστής. Οι διατάξεις των άρθρων 997 του Αστικού Κώδικα και 956 παρ. 6 του κώδικα αυτού, εφαρμόζονται και εδώ. 4. Ο διαχειριστής δεν μπορεί, χωρίς την άδεια του μονομελούς πρωτοδικείου, που παρέχεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να καταρτίζει δικαιοπραξίες με διάρκεια μεγαλύτερη από ένα έτος.

ΚΠολΔ Άρθρο 924

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 87.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 924: "Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό. Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Όποιος επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, έχει υποχρέωση να διορίσει, με την επιταγή που κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέ λεση, αντίκλητο που να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος που υπογράφει την επιταγή. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνουν όλες οι επιδόσεις και οι προσφορές που αφορούν την εκτέλεση".

ΚΠολΔ Άρθρο 767

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 87.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 767: Ενεργητική νομιμοποίηση στην αναψηλάφηση στην εκούσια δικαιοδοσία Αναψηλάφηση δικαιούνται να ασκήσουν ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η αίτηση όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, ο αναιρεσείων, ο αναιρεσίβλητος, εκείνοι που κλητεύθηκαν κατ’ επιταγή του νόμου ή κατόπιν διαταγής του δικαστή κατά την παρ. 3 του άρθρου 748, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, εκείνοι που προσεπικλήθηκαν στη δίκη, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοί τους και ο εισαγγελέας. Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ. Ειδικά κατά την εφαρμογή της περ. 11) του άρθρου 544 η αναψηλάφηση επιτρέπεται με την επιφύλαξη των όρων και περιορισμών που προβλέπονται στις επιμέρους διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, περί προστασίας της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της πρόληψης του εγκλήματος, της προστασίας της υγείας ή ηθικής και της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

Ν5072 Άρθρο 39

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)Τροποποίηση: Ν. 5301/2026
Σχετικότητα 87.1%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 39: Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Β’ 1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζονται: α) η μορφή και το περιεχόμενο του εντύπου δημοσίευσης της σύμβασης διαχείρισης πιστώσεων μεταξύ αγοραστή και διαχειριστή πιστώσεων που σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (Α’ 220), σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 14 του παρόντος, β) η μορφή και το περιεχόμενο του εντύπου δημοσίευσης της σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων που σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 21 του παρόντος. 1Α. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η οποία εκδίδεται μετά τη διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (Ε.Α.Π.Δ.) σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 35 του Γ .Κ.Π.Δ., για τη λειτουργία της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Συναλλαγών Μ.Ε.Δ. του άρθρου 24Α ορίζονται: α) οι Φορείς Παροχής Δεδομένων Μ.Ε.Δ., που παρέχουν στοιχεία στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Συναλλαγών Μ.Ε.Δ. για τις Συναλλαγές Μ.Ε.Δ. και τα Χαρτοφυλάκια Μ.Ε.Δ., καθώς και η προθεσμία για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, που δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από έξι (6) μήνες από την έκδοση της απόφασης, β) τα ειδικότερα στοιχεία που σχετίζονται με τον προσδιορισμό ή την περιγραφή των Συναλλαγών Μ.Ε.Δ. και των Χαρτοφυλακίων Μ.Ε.Δ. ή τη μορφή, το περιεχόμενο, τα ειδικότερα πεδία και κάθε άλλη λεπτομέρεια για τις Συναλλαγές Μ.Ε.Δ. και τα Χαρτοφυλάκια Μ.Ε.Δ. και την αξιολόγηση των Συναλλαγών Μ.Ε.Δ. και των Χαρτοφυλακίων Μ.Ε.Δ., και παρέχονται από τους Φορείς Παροχής Δεδομένων Μ.Ε.Δ., γ) ο χρόνος παροχής και η ιστορικότητα των στοιχείων και δεδομένων των Συναλλαγών Μ.Ε.Δ. και των προς πώληση Χαρτοφυλακίων Μ.Ε.Δ. από τους Φορείς Παροχής Δεδομένων Μ.Ε.Δ. προς την Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Συναλλαγών Μ.Ε.Δ., καθώς και η ανωνυμοποίηση ή ψευδωνυμοποίηση των δεδομένων μετά τον χρόνο τήρησής τους στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Συναλλαγών Μ.Ε.Δ., δ) ο τρόπος που αποκτούν πρόσβαση οι Επενδυτές στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Συναλλαγών Μ.Ε.Δ. ως χρήστες, ε) το κοινό υπόδειγμα των δεδομένων για την αξιολόγηση των χαρτοφυλακίων των μη εξυπηρετούμενων δανείων, στ) οι τεχνικές λεπτομέρειες και οι λειτουργικές προδιαγραφές της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Συναλλαγών Μ.Ε.Δ. και ιδίως: στα) ο τρόπος διαβίβασης και παραλαβής των στοιχείων από τους Φορείς Παροχής Δεδομένων Μ.Ε.Δ. σε ηλεκτρονική μορφή σύμφωνα με το κοινό υπόδειγμα των δεδομένων για τις Συναλλαγές Μ.Ε.Δ., στβ) η διαδικασία διασύνδεσης και επικοινωνίας των Φορέων Παροχής Δεδομένων Μ.Ε.Δ. και των Επενδυτών με την Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Συναλλαγών Μ.Ε.Δ., στγ) η διαλειτουργικότητα και διασύνδεση με τρίτα συστήματα άλλων φορέων του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα για τον σκοπό του παρόντος, στδ) ο τρόπος αξιολόγησης των Χαρτοφυλακίων Μ.Ε.Δ. σύμφωνα με το κοινό υπόδειγμα αξιολόγησης των χαρτοφυλακίων, στε) ο τρόπος διασύνδεσης και διαλειτουργικότητας της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Συναλλαγών Μ.Ε.Δ. με τους Φορείς Παροχής Δεδομένων Μ.Ε.Δ. και τους Επενδυτές, στστ) οι ρόλοι εξουσιοδοτημένων χρηστών με τα κατάλληλα δικαιώματα για τη λειτουργία της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Συναλλαγών Μ.Ε.Δ., στζ) τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφαλείας και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την επεξεργασία δεδομένων, που διενεργείται σύμφωνα με τον Γ .Κ.Π.Δ. κατά την παρ. 6 του άρθρου 24Α, ζ) οι κυρώσεις που επιβάλλονται στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των Φορέων Παροχής Δεδομένων Μ.Ε.Δ. και των Επενδυτών και η) κάθε άλλη αναγκαία τεχνική λεπτομέρεια για τη λειτουργία και την εκπλήρωση του σκοπού της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Συναλλαγών Μ.Ε.Δ.. 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζονται: α) η μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης χορήγησης άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων, τα δικαιολογητικά και στοιχεία που συνοδεύουν την αίτηση και η διαδικασία της εξέτασής της, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, τα πρόσθετα δικαιολογητικά και στοιχεία που απαιτούνται για Ε.Δ.Α.Δ.Π. που προτίθεται να εισπράττει και να κατέχει χρηματικά ποσά από δανειολήπτες, σύμφωνα με το άρθρο 7, και κάθε άλλο σχετικό θέμα, β) στοιχεία πέραν αυτών της παρ. 2 του άρθρου 14 που πρέπει να περιλαμβάνει η σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων, γ) το περιεχόμενο της γνωστοποίησης στην περίπτωση απόκτησης ή μείωσης της ειδικής συμμετοχής του άρθρου 9, τα υπόχρεα πρόσωπα, τα υποβαλλόμενα στοιχεία ή πληροφορίες, η διαδικασία, τα κριτήρια αξιολόγησης για να διαπιστωθεί αν η επιρροή ενός υποψήφιου αγοραστή ειδικής συμμετοχής μπορεί να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της Ε.Δ.Α.Δ.Π., καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, δ) η μορφή, το περιεχόμενο, τα ειδικότερα πεδία και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του Μητρώου του άρθρου 12, ε) το περιεχόμενο της ενημέρωσης προς την Τράπεζα της Ελλάδος της παρ. 3 του άρθρου 15, περί εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από διαχειριστή πιστώσεων, η διαδικασία ενημέρωσης και κάθε άλλο σχετικό θέμα, στ) το περιεχόμενο της γνωστοποίησης του άρθρου 26, η διαδικασία, η συχνότητα, οι προθεσμίες, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα αναφορικά με την εφαρμογή του, ζ) κάθε αναγκαία λεπτομέρεια όσον αφορά την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 25 και, ιδίως, το αρχικό κεφάλαιο, τη λειτουργία του μητρώου του άρθρου 12, την εσωτερική διακυβέρνηση των διαχειριστών πιστώσεων, την παρακολούθηση ανοιγμάτων, διαδικαστικές λεπτομέρειες σχετικά με την επιβολή κυρώσεων ή τη λήψη μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 27, καθώς επίσης την παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση σε άλλα κράτη μέλη από Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή την παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα από διαχειριστές πιστώσεων που δεν έχουν έδρα ή εγκατάσταση στην Ελλάδα. 3. Οι αποφάσεις και αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος Μέρους λαμβάνονται και ασκούνται με πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της (ν. 3424/1927, Α’ 298) ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου.

ΚΠολΔ Άρθρο 1043

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 87.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1043: 1. Το υπόλοιπο που απομένει, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα του άρθρου 1042, ο διαχειριστής το καταβάλλει στο δανειστή ώσπου να ικανοποιηθεί η απαίτησή του. 2. Αν υπάρχουν και άλλοι δανειστές εκτός από εκείνον που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση, αναγγέλλονται με έγγραφη δήλωση που επιδίδεται στο διαχειριστή και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. 3. Αν αναγγέλθηκαν δανειστές, ο διαχειριστής συντάσσει κάθε τρίμηνο πίνακα διανομής και με βάση αυτόν πληρώνει εκείνον που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν. Η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα διανομής γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975, 976, 977 και 1007. Για την κατάταξη των απαιτήσεων του άρθρου 975 αντί της ημέρας του πλειστηριασμού λαμβάνεται υπόψη η ημέρα που άρχισε η αναγκαστική διαχείριση. 4. Μέσα σε δέκα ημέρες αφότου συνταχθεί ο πίνακας διανομής ο διαχειριστής καλεί εγγράφως τον οφειλέτη και τους δανειστές να λάβουν γνώση του πίνακα.

ΚΠολΔ Άρθρο 761

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 86.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 761: Ενεργητική νομιμοποίηση στην έφεση στην εκούσια δικαιοδοσία Έφεση έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν και αν νίκησαν ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η αίτηση όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο, εκείνοι που κλητεύθηκαν κατ’ επιταγή του νόμου ή κατόπιν διαταγής του δικαστή κατά την παρ. 3 του άρθρου 748, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, εκείνοι που προσεπικλήθηκαν στη δίκη, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών.

ΚΠολΔ Άρθρο 1033

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 86.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1033: Η διαχείριση του δικαιώματος παύει με τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου του άρθρου 1023 παρ. 1, όταν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον 1) αν ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν ή αν αυτοί, με έγγραφη δήλωσή τους προς εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, παραιτήθηκαν από τη διαχείριση, 2) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι ενδεδειγμένη η εξακολούθηση της διαχείρισης ή ότι αυτή είναι επιβλαβής για τα συμφέροντα εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

ΚΠολΔ Άρθρο 1030

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 17/01/2018
Σχετικότητα 86.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1030: 1. Το δικαστήριο του άρθρου 1023 παρ. 1 ορίζει τη μηνιαία αποζημίωση του διαχειριστή. 2. Ο διαχειριστής, αφού αφαιρέσει τα έξοδα, τους φόρους και την αποζημίωσή του για τη διαχείριση, καταβάλλει χωρίς καθυστέρηση στο δανειστή το υπόλοιπο που απομένει, ώσπου να εξοφληθεί η απαίτησή του. «3. Αν υπάρχουν και άλλοι δανειστές, αναγγέλλονται με έγγραφη δήλωση που επιδίδεται στο διαχειριστή και σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Ο διαχειριστής κάθε τρίμηνο συντάσσει πίνακα διανομής. Η κατάταξη των δανειστών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975, 977 παράγραφοι 2 και 3, 977Α και 1024 παράγραφος 2. Για την κατάταξη των απαιτήσεων του άρθρου 975, αντί της ημέρας του πλειστηριασμού λαμβάνεται υπόψη η ημέρα που άρχισε η διαχείριση.» 4. Μέσα σε πέντε ημέρες αφότου συνταχθεί ο πίνακας διανομής, ο διαχειριστής καλεί εγγράφως εκείνον υπέρ του οποίου έγινε και εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν για να λάβουν γνώση του πίνακα.

ΚΠολΔ Άρθρο 925

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 86.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 925: 1. Ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν. 2. Όταν η αναγκαστική εκτέλεση που άρχισε πρόκειται να συνεχιστεί κατά κληρονόμου ή κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, απαιτείται να τους επιδοθεί προηγουμένως η επιταγή.

Ν5072 Άρθρο 21

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 86.2%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 21: Υποχρεώσεις των αγοραστών πιστώσεων (άρθρο 17 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Η μεταβίβαση πιστώσεων που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους ή είναι νόμιμα εγκατεστημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ή χρηματοδοτικά ιδρύματα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 προς αγοραστές πιστώσεων ή έτερα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους ή είναι νόμιμα εγκατεστημένα στην Ε.Ε. ή χρηματοδοτικά ιδρύματα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, γίνεται αποκλειστικά με έγγραφη σύμβαση. 2. Ο αγοραστής πιστώσεων των απαιτήσεων της παρ. 1 που έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα εντός της Ε.Ε. ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, έχει τα κεντρικά του γραφεία εντός της Ε.Ε., ορίζει οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, ή διαχειριστή πιστώσεων, για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε σχέση με τα δικαιώματα πιστωτή που απορρέουν από συμβάσεις πιστώσεων. 3. Αν ο αγοραστής πιστώσεων των απαιτήσεων της παρ. 1 δεν έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα εντός της Ε.Ε. ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, δεν έχει τα κεντρικά του γραφεία εντός της Ε.Ε., τότε ο αντιπρόσωπός του που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ορίζει οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, ή διαχειριστή πιστώσεων, εκτός αν ο εν λόγω αντιπρόσωπος είναι ο ίδιος οντότητα κατά τα ανωτέρω, ή διαχειριστής πιστώσεων, για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε σχέση με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων. 4. Η πώληση και η μεταβίβαση των απαιτήσεων της παρ. 1 είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ αγοραστή πιστώσεων, ή εφόσον συντρέχει περίπτωση, αντιπρόσωπου που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, και διαχειριστή πιστώσεων. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται καθ’ όλη τη διάρκεια διακράτησης των απαιτήσεων από αγοραστή πιστώσεων, καθώς και σε κάθε περαιτέρω πώληση και μεταβίβαση. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω διαχειριστή πιστώσεων. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι διαχειριστές πιστώσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Ελληνικό Δημόσιο και σε τρίτους οι οποίες βαρύνουν τους αγοραστές πιστώσεων, ή τους αντιπρόσωπους που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. 5. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παρ. 1 υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και αντικείμενό της μπορεί να είναι μεμονωμένες απαιτήσεις ή ομάδες απαιτήσεων κατά οποιουδήποτε δανειολήπτη, μη εφαρμοζόμενου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 479 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α’ 164). Άλλα δικαιώματα, ακόμα και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 Α.Κ., εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. 6. Προϋπόθεση για να προσφερθούν προς πώληση σε αγοραστή πιστώσεων από ιδρύματα της παρ. 1, απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενες πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται στην Ελλάδα, είναι να έχουν προσκληθεί με εξώδικη πρόσκληση ο δανειολήπτης και ο εγγυητής εντός χρονικού διαστήματος δώδεκα (12) μηνών πριν από την προσφορά και να έχουν διακανονίσει τις οφειλές τους βάσει γραπτής πρότασης κατάλληλης ρύθμισης με συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής, σύμφωνα και με τον Κώδικα Δεοντολογίας. Εξαιρούνται από την ως άνω προϋπόθεση απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α’ 288). Η παρούσα εφαρμόζεται αν ο δανειολήπτης είναι καταναλωτής κατά το άρθρο 1α του ν. 2251/1994 (Α’ 191). 7. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παρ. 1 καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (Α’ 220). Συμφωνίες μεταξύ μεταβιβάζοντος ιδρύματος που αναφέρεται στην παρ. 1 και δανειοληπτών, περί ανεκχώρητου των μεταξύ τους απαιτήσεων, δεν αντιτάσσονται στον εκδοχέα. Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντος ιδρύματος. Ο εκχωρητής θεωρείται αντίκλητος του εκδοχέα για οποιαδήποτε κοινοποίηση σχετίζεται με τη μεταβιβασθείσα απαίτηση. Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, οι διαχειριστές πιστώσεων αποδίδουν την εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α’ 178), που βαρύνει τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων. 8. Η αναγγελία της καταχώρισης γίνεται ατύπως προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές από τον διαχειριστή πιστώσεων με κάθε πρόσφορο γραπτό μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση απαιτήσεων της παρ. 4. Καταβολή προς το ίδρυμα της παρ. 1, πριν από την αναγγελία, ελευθερώνει τον δανειολήπτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή του παρόντος. 9. Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων της παρ. 1 δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πώλησης και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τα άρθρα 513 έως 573 του Α.Κ., με την επιφύλαξη του παρόντος. 10. Αν η μεταβιβαζόμενη απαίτηση της παρ. 1 ασφαλίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υποβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου είναι απαραίτητη η καταχώριση της βεβαίωσης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και σχετική μνεία, σε περίληψη, του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις της παρ. 1 επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του από 17.7/13.8.1923 ν.δ. (Α’ 228). 11. Στις περιπτώσεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παρ. 1, καθώς και σε περιπτώσεις ανάθεσης διαχείρισης, δεν χειροτερεύει η ουσιαστική και δικονομική θέση του οφειλέτη και του εγγυητή και δεν επιτρέπεται η μονομερής τροποποίηση όρου σύμβασης, καθώς και του επιτοκίου. Εάν μεταβιβάζεται απαίτηση από εξυπηρετούμενο δάνειο ή πίστωση, για την εξυπηρέτηση του οποίου έχει συμφωνηθεί κυμαινόμενο επιτόκιο, ο εκδοχέας δεν επιτρέπεται να προσδιορίσει περιθώριο, επιπλέον του επιτοκίου αναφοράς, υψηλότερο εκείνου που είχε προσδιορίσει το ίδρυμα της παρ. 1, κατά τον χρόνο καταχώρισης της μεταβίβασης, εκτός αν οι όροι που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στη δανειακή σύμβαση, προσδιορίζ

ΚΠολΔ Άρθρο 919

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 86.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 919: Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται 1) όταν πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του επίδικου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της, 2) όταν πρόκειται για όλους τους άλλους εκτελεστούς τίτλους, υπέρ των δικαιούχων και κατά των υποχρέων που αναφέρονται σ' αυτούς, υπέρ και κατά των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 327, καθώς και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του πράγματος μετά τη σύνταξη του εγγράφου ή την έκδοση του τίτλου.

ΠτωχΚ Άρθρο 6

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 85.5%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 6: Ορισμοί 1. Για τις ανάγκες του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α) Ως «αίτηση» νοείται η αίτηση του άρθρου 8. β) Ως «ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα που υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 21 ή 47 του ν. 4172/2013. γ) Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοούνται: γα) τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση, γβ) οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, γγ) οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, γδ) οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), ενεργώντας για λογαριασμό προσώπων που έχουν αποκτήσει δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, εφόσον τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, καθώς και γε) τα νομικά πρόσωπα που αποκτούν απαιτήσεις προς τιτλοποίηση. δ) Ως «πιστωτές» νοούνται οι χρηματοδοτικοί φορείς, το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που έχουν χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη. ε) Ως «πλειοψηφία συμμετεχόντων πιστωτών» νοείται το ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων, οι οποίοι συμμετέχουν ως πιστωτές. στ) Ως «ποσοστό συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο» νοείται το ποσοστό σαράντα τοις εκατό ( 40%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων που εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσημείωση υποθήκης, ενέχυρο ή άλλο ειδικό προνόμιο του άρθρου 976 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι συμμετέχουν ως πιστωτές. ζ) Ως «σύμβαση αναδιάρθρωσης» νοείται η δικαιοπραξία που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτη και των συναινούντων πιστωτών, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου και έχει ως αντικείμενο την αναδιάρθρωση των οφειλών του οφειλέτη. η) Ως «σύζυγος» νοείται και ο αντι συμβαλλόμενος σε σύμφωνο συμβίωσης του ν. 4356/2015 (Α΄ 181) ή του ν. 3719/2008 (Α΄ 241). θ) Ως «Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Εξωδικαστικής Ρύθμισης Οφειλών» ή «ηλεκτρονική πλατφόρμα» νοείται η ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 29. ι) Ως «συμμετέχων πιστωτής» νοείται κάθε πιστωτής που έχει συμβληθεί στη σύμβαση συμμετοχής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, σύμφωνα με το άρθρο 71. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης συμμετέχουν αυτοδικαίως στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης και καταλαμβάνονται από τον ορισμό του «συμμετέχοντα πιστωτή». ια) Ως «συναινών πιστωτής» νοείται ο συμμετέχων πιστωτής που συναινεί στην κατάρτιση της σύμβασης αναδιάρθρωσης. ιβ) Ως «πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη» νοούνται: ιβα) όταν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, οι σύζυγοι ή συμβίοι, οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δευτέρου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη, ιββ) όταν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν το νομικό πρόσωπο του οφειλέτη, καθώς και οι σύζυγοι ή συμβίοι και οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του δευτέρου βαθμού των ανωτέρω φυσικών προσώπων. Επίσης, τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251). ιγ) Ως «καταλαμβανόμενος πιστωτής» νοείται το πρόσωπο και ο φορέας που δεσμεύονται από σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. ιδ) Ως «οφειλές προς το Δημόσιο» νοούνται οι βεβαιωμένες απαιτήσεις του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90), του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) και του ν. 2960/2001 (Α΄ 265), συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, προστίμων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 8. ιε) Ως «οφειλές προς χρηματοδοτικό φορέα» νοούνται οι οφειλές του οφειλέτη προς χρηματοδοτικούς φορείς από κάθε αιτία, στο ύψος που διαμορφώνονται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 8. ιστ) Ως «οφειλές υπέρ τρίτων» νοούνται οι βεβαιωμένες οφειλές υπέρ τρίτων πιστωτών, οι οποίες βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 8. ιζ) Ως «οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης» νοούνται οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες βεβαιώνονται, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, προστίμων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 8. ιη) Στην έννοια των «οφειλών» συμπεριλαμβάνονται και οι οφειλές νομικών ή φυσικών προσώπων που προήλθαν από διαδοχή επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα ή ως συνέπεια καθολικής διαδοχής. ιθ) Ως «συνοφειλέτης χρηματοδοτικών φορέων» νοείται κάθε πρόσωπο που ευθύνεται αλληλεγγύως εκ του νόμου ή δυνάμει δικαιοπραξίας για την εξόφληση μέρους ή του συνόλου των οφειλών του οφειλέτη προς χρηματοδοτικούς φορείς. Στην έννοια του συνοφειλέτη περιλαμβάνεται και ο εγγυητής. 2. Για τις ανάγκες του άρθρου 21 του παρόντος Κεφαλαίου ως προς οφειλές προς το Δημόσιο, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α. Ως «βασική οφειλή» νοείται το ποσό της οφειλής που αρχικά βεβαιώθηκε, χωρίς τους τόκους ή τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβαρύνουν σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (ν. 2960/2001) ή τον Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), όπως το ποσό αυτό έχει διαμορφωθεί από τον χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων έως την υποβολή της αίτησης του άρθρου, μετά από τυχόν καταβολές, συμψηφισμό, αναγκαστική είσπραξη ή διαγραφή βάσει νόμιμου τίτλου. β. Ως «διαγραφή» νοείται η διαγραφή βασικής οφειλής, τόκων, προσαυξήσεων ή προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής. γ. Ως «προσαυξήσεις» ή «τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής» νοούνται οι προσαυξήσεις ή τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής κατά τα άρθρα 53 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως τα ποσά αυτά έχουν διαμορφωθεί την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος. δ. Το Δημόσιο εκπροσωπείται στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.). 3. Για τις ανάγκες του άρθρου 21 του παρόντος Κεφαλαίου ως προς οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α. Ως «βασική οφειλή» νοείται το ποσό της οφειλής που αρχικά βεβαιώθηκε, χωρίς τους τόκους ή τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβαρύνουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από τον χρόνο κατά τον οποίο η οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη έως την υποβολή της αίτησης, ύστερα από τυχόν καταβολές, συμψηφισμό, αναγκαστική είσπραξη ή διαγραφή βάσει νόμιμου τίτλου. β. Ως «διαγραφή» νοείται η διαγραφή βασικής οφειλής, τόκων, πρ οσαυξήσεων ή προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής. γ. Ως «προσαυξήσεις» ή «τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής» νοούνται οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ή τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ΄ υποπαρ. ΙΑ΄.2 περ. 11 του ν. 4152/2013, όπως έ

Ν5072 Άρθρο 3

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)Τροποποίηση: Ν. 5184/2025
Σχετικότητα 84.7%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 3: Πεδίο εφαρμογής (άρθρα 1 και 2 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε: α) διαχειριστές πιστώσεων, οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων ή πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικού ιδρύματος με έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ή νόμιμα εγκατεστημένου στην Ε.Ε. ή πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 145 του ν. 4261/2014 (Α' 107), σε σχέση με τα δικαιώματα του πιστωτή που απορρέουν από πίστωση που έχει χορηγηθεί από πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα με έδρα στην Ε.Ε. ή νόμιμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε., σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, β) αγοραστές πιστώσεων των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο εξυπηρετούμενης ή μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, που έχει χορηγηθεί από πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα με έδρα στην Ε.Ε. ή νόμιμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε., σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. 2. Το παρόν Μέρος, όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, δεν θίγει τα άρθρα 455 έως 470 και 513 έως 573 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164) περί εκχώρησης και πωλήσεως, σε σχέση με τη μεταβίβαση απαιτήσεων, ούτε την προστασία που παρέχεται στους καταναλωτές ή τους δανειολήπτες δυνάμει ιδίως του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (L 177), του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (L 351), του ν. 2251/1994 (Α’ 191), του ν. 4438/2016 (Α’ 220) και της υπό στοιχεία Ζ1-699/23.6.2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β’ 917). 3. Το παρόν Μέρος δεν θίγει την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α’ 288). 4. Το παρόν Μέρος δεν επηρεάζει την εφαρμογή: α) του ν. 3156/2003 (Α’ 157) σχετικά με τη διαχείριση των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, όταν ο αγοραστής πιστώσεων είναι οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση, όπως ορίζεται στην περ. 2 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2017 σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 648/2012 (L 347), εφόσον με την εν λόγω νομοθεσία δεν επηρεάζεται το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, β) των ν. 1905/1990 (Α’ 147), περί συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, 1665/1986 (Α’ 194), περί συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, 4261/2014 (Α’ 107), περί πρόσβασης στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτικής εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων 4514/2018 (Α’ 14) και 4701/2020 (Α’ 128), περί πλαισίου χορήγησης μικροχρηματοδοτήσεων. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται ως προς τη διαχείριση πιστώσεων που μεταβιβάζονται στο πλαίσιο του ν. 3156/2003, εφόσον η διαχείρισή τους έχει ανατεθεί σε διαχειριστές πιστώσεων της περ. 8) του άρθρου 4. 5. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται: α) στη διαχείριση των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, που διενεργείται από: αα) πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων που αυτό αγόρασε από άλλο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή των οποίων τη διαχείριση ανέλαβε, αβ) εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης ή εταιρεία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων ή εταιρεία παροχής πιστώσεων ή ίδρυμα μικροχρηματοδοτήσεων, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων που αυτή αγόρασε από άλλη οντότητα ίδιας δραστηριότητας ή των οποίων τη διαχείριση ανέλαβε, αγ) Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων που έχει έδρα στην Ελλάδα και έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τον ν. 4209/2013 (Α’ 253) ή Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων που έχει έδρα στην Ελλάδα και έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3283/2004 (Α’ 210) και το άρθρο 12 του ν. 4099/2012 (Α’ 250), β) στη διαχείριση των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, που δεν χορηγήθηκε από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα με εγκατάσταση στην Ε.Ε., εκτός αν οι απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων αντικαθίστανται από σύμβαση πίστωσης που χορηγείται από τέτοιο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, γ) στις απαιτήσεις από τις συμβάσεις πιστώσεων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, δ) στην αγορά των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα με εγκατάσταση στην Ε.Ε., και ε) στη μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, που μεταβιβάζονται πριν από την 30ή Δεκεμβρίου 2023, καθώς και στις συμβάσεις διαχείρισης αυτών. 6. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται σε διαδικασίες διαχείρισης πιστώσεων που ασκούνται στο πλαίσιο του επαγγέλματός τους από συμβολαιογράφους, σύμφωνα με τον Κώδικα Συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000, Α’ 96), δικαστικούς επιμελητές, σύμφωνα με τον Κώδικα των Δικαστικών Επιμελητών (ν. 2318/1995, Α’ 126) και δικηγόρους, σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208).

Ν5072 Άρθρο 4

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 84.7%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 4: Ορισμοί (άρθρο 3 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) «πιστωτικό ίδρυμα»: το πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην περ. 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 176), ήτοι η επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό, 2) «πιστωτής»: πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει χορηγήσει πίστωση, ή πρόσωπο που είναι αγοραστής πιστώσεων. Στην έννοια του πιστωτή εμπίπτει και το χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην περ. 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013/ΕΕ, το οποίο έχει χορηγήσει πίστωση, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3, 3) «δανειολήπτης»: νομικό ή φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει συνάψει σύμβαση πίστωσης με πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένου του νόμιμου διαδόχου ή του συνδίκου του, 4) «πίστωση» ή «σύμβαση πίστωσης»: σύμβαση, όπως εκδόθηκε αρχικά, τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε, δυνάμει της οποίας πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα χορηγεί πίστωση υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, καθώς και τα δικαιώματα του πιστωτή που απορρέουν από αυτήν, 5) «σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων»: γραπτή σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ αγοραστή πιστώσεων και διαχειριστή πιστώσεων, σχετικά με τις υπηρεσίες που πρόκειται να παρασχεθούν από τον διαχειριστή πιστώσεων για λογαριασμό του αγοραστή πιστώσεων, 6) «αγοραστής πιστώσεων»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, το οποίο αγοράζει τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας, 7) «πάροχος πιστωτικών υπηρεσιών»: τρίτη οντότητα που διορίζεται από διαχειριστή πιστώσεων, προκειμένου να ασκήσει μέρος των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων αυτού στο πλαίσιο συμφωνίας εξωτερικής ανάθεσης, 8) «διαχειριστής πιστώσεων»: νομικό πρόσωπο με έδρα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) το οποίο, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, διαχειρίζεται και επιβάλλει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων, και ασκεί τουλάχιστον μία ή περισσότερες δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων, 9) «μεταβίβαση πίστωσης»: η μεταβίβαση των δικαιωμάτων του δανειστή ή η εκχώρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης, 10) «Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» («Ε.Δ.Α.Δ.Π.»): ανώνυμη εταιρεία του ν. 4548/2018 (Α’ 104), που συστήνεται με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ως διαχειριστή πιστώσεων, στην οποία μπορεί να χορηγηθεί άδεια διαχειριστή πιστώσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και οι εταιρείες που έχουν ήδη συσταθεί προς αυτόν τον σκοπό και έχουν αδειοδοτηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 4354/2015 (Α’ 176), 11) «δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων»: μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες δραστηριότητες: α) είσπραξη ή ανάκτηση, από τον δανειολήπτη με κάθε μορφή εξώδικης ή δικαστικής ενέργειας, κάθε οφειλόμενου ποσού που σχετίζεται με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, β) επαναδιαπραγμάτευση με τον δανειολήπτη οιωνδήποτε όρων και προϋποθέσεων που σχετίζονται με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, σύμφωνα με τις οδηγίες του αγοραστή πιστώσεων, γ) διαχείριση οιωνδήποτε παραπόνων σχετικά με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, δ) ενημέρωση του δανειολήπτη για τυχόν μεταβολές των επιτοκίων ή των εξόδων ή οιωνδήποτε οφειλόμενων ποσών που σχετίζονται με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, 12) «κράτος μέλος καταγωγής»: σε σχέση με τον διαχειριστή πιστώσεων, το κράτος μέλος της Ε.Ε. στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος της Ε.Ε. στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά του γραφεία ή, όσον αφορά τον αγοραστή πιστώσεων ή τον αντιπρόσωπό του, το κράτος μέλος της Ε.Ε. στο οποίο έχει ο αγοραστής πιστώσεων ή ο αντιπρόσωπός του την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα, ή αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος της Ε.Ε. στο οποίο έχει τα κεντρικά του γραφεία, 13) «κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος της Ε.Ε., εκτός από το κράτος μέλος καταγωγής, στο οποίο ο διαχειριστής πιστώσεων έχει ιδρύσει υποκατάστημα ή στο οποίο ασκεί δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων, και, σε κάθε περίπτωση, στο οποίο έχει την κατοικία του ή έχει την καταστατική του έδρα ή, εάν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος της Ε.Ε. στο οποίο έχει τα κεντρικά του γραφεία ο δανειολήπτης, 14) «καταναλωτής»: φυσικό πρόσωπο το οποίο, στις συμβάσεις πίστωσης που καλύπτει το παρόν Μέρος, ενεργεί για σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική του δραστηριότητα, 15) «μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης»: σύμβαση πίστωσης που χαρακτηρίζεται ως μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα σύμφωνα με το άρθρο 47α του Κανονισμού 575/2013/ΕΕ, 16) «ειδική συμμετοχή»: ειδική συμμετοχή, όπως ορίζεται στην περ. 36 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013/ΕΕ, 17) «στενοί δεσμοί»: στενοί δεσμοί, όπως ορίζονται στην περ. 38 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013/ΕΕ, ήτοι η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με έναν από τους κάτωθι τρόπους: α) συμμετοχή υπό μορφή ιδιοκτησίας, άμεσης ή μέσω ελέγχου, του είκοσι τοις εκατό (20%) ή ανώτερου ποσοστού των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης, β) έλεγχος, ή γ) η κατάσταση κατά την οποία αμφότερα ή όλα τα πρόσωπα αυτά συνδέονται σταθερά με το αυτό τρίτο πρόσωπο μέσω ελέγχου, 18) «Ε.Ε.»: κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. και κάθε άλλο κράτος που έχει κυρώσει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, 19) «Κώδικας Δεοντολογίας»: η υπ’ αρ. 392/1/31.5.2021 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β’ 2411) ή οποιαδήποτε απόφαση εκδίδεται σε τροποποίηση ή αντικατάστασή της με βάση την εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α’ 288).

Ν4072 Άρθρο 64

ΙΚΕ, ΟΕ, ΕΕ (Ν. 4072/2012)
Σχετικότητα 84.1%
Κείμενο Άρθρου
Ν4072 Άρθρο 64: Εξουσίες διαχειριστή – αμοιβή διαχειριστή Ο διαχειριστής εκπροσωπεί την εταιρεία και ενεργεί στο όνομα της κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και την εν γένει επιδίωξη του σκοπού της. Πράξεις του διαχειριστή, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει. Δεν συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό ή τις τροποποιήσεις του. Περιορισμοί της εξουσίας του διαχειριστή της εταιρείας, που προκύπτουν από το καταστατικό ή από απόφαση των εταίρων, δεν αντιτάσσονται στους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας. Ο διαχειριστής μπορεί να αναθέτει την άσκηση συγκεκριμένων εξουσιών του σε εταίρους ή τρίτους, αν τούτο επιτρέπεται από το καταστατικό. Ο διαχειριστής δεν αμείβεται για τη διαχείριση, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από το καταστατικό ή απόφαση των εταίρων.

ΚΠολΔ Άρθρο 972

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 83.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 972: 1. Οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους. Η αναγγελία επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει: α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του πρωτοδικείου, του τόπου της εκτέλεσης, στον οποίο μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις και προσφορές που αφορούν την εκτέλεση. Αν δεν οριστεί αντίκλητος, αντίκλητος είναι ο δικηγόρος που υποχρεωτικά υπογράφει την αναγγελία, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης ειδικής ρύθμισης, β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται. Η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί το αργότερο δέκα πέντε (15) ημέρες μετά τον πλειστηριασμό και μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση. Τα έξοδα της αναγγελίας βαρύνουν όποιον αναγγέλλεται. 2. Το κύρος της αναγγελίας δεν επηρεάζεται από την αναστολή ή τη ματαίωση του πλειστηριασμού. Αν η απαίτηση του δανειστή που αναγγέλλεται στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό, η αναγγελία έχει τα ίδια αποτελέσματα με την κατάσχεση..

ΚΠολΔ Άρθρο 983

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 83.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 983: 1. Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος χορηγεί, επί του εκτελεστού τίτλου ή της απόφασης, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή, ορίζοντας ταυτόχρονα τον τρίτο εις χείρας του οποίου θα γίνει η εκτέλεση. Η εντολή χορηγείται από πληρεξούσιο δικηγόρο και περιγράφει το αντικείμενο της κατάσχεσης. Η κατάσχεση διενεργείται με τη σύνταξη έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης από δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης την κατοικία, τη διαμονή ή την έδρα του, χωρίς σύμπραξη μάρτυρα. Ακριβές αντίγραφο της έκθεσης επιδίδεται στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. Η έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 117 και της παρ. 3 του άρθρου 118, τα ακόλουθα: α) αναφορά του εκτελεστού τίτλου βάσει του οποίου γίνεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη, του αντικειμένου της κατάσχεσης με βάση την εντολή και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, β) το ακριβές ποσό των εξόδων αυτής, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη, ε) αναφορά του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης που εξάγεται αυτοματοποιημένα από την πλατφόρμα ιδιοκτησίας της Ομοσπονδίας Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr), στ) μνεία της προθεσμίας και του τρόπου ηλεκτρονικής υποβολής της δήλωσης τρίτου στην πλατφόρμα portal.odee.gr. 2. Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. 3. Όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο εις διαταγήν, η κατάσχεση της παρ. 1 μπορεί να γίνει μόνο αφού ο τίτλος αφαιρεθεί κατά το άρθρο 954 παρ. 1 από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται. 4. Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημά του. 5. Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή. 6. Η επίδοση ακριβούς αντιγράφου της έκθεσης στον τρίτο και στον οφειλέτη δύναται να διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα, κατά το άρθρο 122Α.

Ν5072 Άρθρο 8

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 83.0%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 8: Διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων (άρθρο 7 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Για την απόκτηση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων, η ενδιαφερόμενη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) υποβάλλει σχετική αίτηση στην Τράπεζα της Ελλάδος και προβαίνει στην καταβολή του κατά περίπτωση ελάχιστου απαιτούμενου αρχικού κεφαλαίου, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 10. 2. Η αίτηση άδειας λειτουργίας της παρ. 1 συνοδεύεται από τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες: α) αντίγραφο της πράξης σύστασης και του καταστατικού της αιτούσας Ε.Δ.Α.Δ.Π, και όλων των τροποποιήσεων αυτού, β) στοιχεία που τεκμηριώνουν την καταβολή του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου των παρ. 1 και 2 του άρθρου 10, γ) τη διεύθυνση των κεντρικών γραφείων και της καταστατικής έδρας της αιτούσας, δ) τα στοιχεία της ταυτότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου της αιτούσας, με υπόδειξη δύο (2) τουλάχιστον εξ αυτών με εκτελεστικές αρμοδιότητες, του γενικού διευθυντή ή άλλου στελέχους με αντίστοιχες αρμοδιότητες, αν δεν συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο της αιτούσας, των προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή στην αιτούσα εταιρεία και των προσώπων που, ακόμη και αν δεν καταλαμβάνονται από την εν λόγω περίπτωση, ασκούν έλεγχο επί της αιτούσας εταιρείας, μέσω έγγραφης ή άλλης συμφωνίας ή διά από κοινού δράσης, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), ε) στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι η αιτούσα πληροί τις προϋποθέσεις των περ. β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 6, στ) στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα πρόσωπα που κατέχουν ειδική συμμετοχή κατά την έννοια της περ. 36 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013/ΕΕ και τα πρόσωπα που, ακόμη και αν δεν καταλαμβάνονται από την εν λόγω περίπτωση, ασκούν εν τοις πράγμασι έλεγχο επί της εταιρείας, μέσω έγγραφης ή άλλης συμφωνίας μετόχων ή δια από κοινού δράσης με άλλους μετόχους, πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 6, ζ) στοιχεία που τεκμηριώνουν την ύπαρξη των ρυθμίσεων διακυβέρνησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που αναφέρονται στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 6, καθώς και η περιγραφή του περιεχομένου τους, η) στοιχεία που τεκμηριώνουν την ύπαρξη της πολιτικής βάσει της οποίας διασφαλίζονται τα προβλεπόμενα στην περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 6, καθώς και η περιγραφή του περιεχομένου τους και ειδικότερα εμπεριστατωμένη έκθεση στην οποία καταγράφονται διεξοδικά οι βασικές αρχές και οι μέθοδοι με τις οποίες διασφαλίζεται η επιτυχής αναδιάρθρωση δανείων. Στην εν λόγω έκθεση παρουσιάζονται μέθοδοι αναδιάρθρωσης οφειλών εναλλακτικές της αναγκαστικής εκτέλεσης στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας, καθώς και σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 4438/2016 (Α’ 220), τα άρθρα 10 και 66 του ν. 4261/2014 και την υπ’ αρ. 175/2/29.7.2020 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος (Β’ 3550), λαμβάνοντας υπόψη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τυχόν τεκμηριώνουν την ιδιαίτερη οικονομική δυσχέρεια και τα ειδικά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν δανειολήπτες που είναι φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, θ) στοιχεία που τεκμηριώνουν την ύπαρξη των εσωτερικών διαδικασιών που έχει θεσπίσει η αιτούσα ώστε να τηρεί τις υποχρεώσεις της περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου 6, καθώς και η περιγραφή του περιεχομένου τους, ι) στοιχεία που τεκμηριώνουν την ύπαρξη των διαδικασιών που έχει θεσπίσει η αιτούσα ώστε να τηρεί τις υποχρεώσεις της περ. η) της παρ. 1 του άρθρου 6, καθώς και η περιγραφή του περιεχομένου τους, ια) εφόσον συντρέχει περίπτωση, αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη χωριστού λογαριασμού σε πιστωτικό ίδρυμα, όπως προβλέπεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 7, ιβ) τυχόν συμβάσεις εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων σύμφωνα με της παρ. 1 του άρθρου 15, ιγ) την οργανωτική δομή της αιτούσας, ιδ) το επιχειρηματικό πλάνο των λειτουργιών και των στόχων της αιτούσας με αναλυτική περιγραφή των προγραμματισμένων δράσεων, της στρατηγικής και των διαθέσιμων πόρων της. 3. Η Τράπεζα της Ελλάδος, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την παραλαβή της αίτησης της παρ. 1, εξετάζει αν η αίτηση είναι πλήρης. Αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η Τράπεζα της Ελλάδος θέτει στην αιτούσα Ε.Δ.Α.Δ.Π. προθεσμία που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες για να προσκομίσει τα ελλείποντα δικαιολογητικά και στοιχεία. 4. Η Τράπεζα της Ελλάδος, εντός ενενήντα (90) ημερών από την παραλαβή της αίτησης ή, αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, εντός εξήντα (60) ημερών από την προθεσμία για προσκομιδή των ελλειπόντων δικαιολογητικών στοιχείων της παρ. 3, αποδέχεται ή απορρίπτει αιτιολογημένα την αίτηση και ενημερώνει αμελλητί την αιτούσα Ε.Δ.Α.Δ.Π.. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος δεν απαντήσει εντός των προθεσμιών της παρούσας, η αίτηση θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρώς. 5. Η απόφαση με την οποία χορηγείται άδεια λειτουργίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΚΕΔΕ Άρθρο 65

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 83.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 65: Ανακοπή από τον οφειλέτη 1. Πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης και κατά του νομίμου τίτλου. Με την ανακοπή επιτρέπεται η προβολή αντιρρήσεων ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός της δεν έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου. 2. Η ανακοπή του οφειλέτη μετά την έναρξη της εκτέλεσης ασκείται για τους παρακάτω περιοριστικά αναφερόμενους λόγους: α) αν η εκτέλεση έλαβε χώρα βάσει άκυρου τίτλου είσπραξης, β) αν το χρέος αποσβέστηκε με καταβολή ή συμψηφισμό σύμφωνα με το άρθρο 75 ή λόγω διαγραφής του και αυτά αποδεικνύονται με έγγραφο, γ) αν το χρέος αποσβέστηκε επιγενόμενα με άλλον τρόπο και η απόσβεση αποδεικνύεται με έγγραφο, δ) αν το χρέος παραγράφηκε, ε) αν αυτός, σε βάρος του οποίου επιδιώκεται η είσπραξη ως διάδοχος του υπόχρεου, δεν είναι ο κατά τον νόμο υπόχρεος, και στ) αν κατά την εκτέλεση έλαβαν χώρα παραλείψεις ή ακυρότητες, υπό τους όρους του άρθρου 67. Κάθε άλλη αμφισβήτηση σχετικά με την ύπαρξη της οφειλής προς το Δημόσιο είναι απαράδεκτη στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. 3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., η ανακοπή του οφειλέτη πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ασκείται ενώπιον του καθ’ ύλην αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 583 έως 585 του Κ.Πολ.Δ., ενώ μετά την έναρξή της ασκείται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης. 4. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει σε καμία περίπτωση την εκτέλεση. Εφόσον, όμως, ασκηθεί ανακοπή κατά της διοικητικής εκτέλεσης, ο οφειλέτης μπορεί με αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης. Προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής από το δικαστήριο είναι η πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής. Μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης αναστολής μπορεί να χορηγηθεί από το δικαστήριο προσωρινή διαταγή.

ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: 16/09/2015
Σχετικότητα 82.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η: Ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής 1. Εκείνος κατά του οποίου εκδίδεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις για την αξίωση, η οποία αποτελεί τη νόμιμη αιτία έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν την αξίωση, παραμένουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής έως την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ή έως την άσκηση αυτής, κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η ανακοπή ασκείται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία (3) αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Το δικόγραφο της ανακοπής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει απαραιτήτως να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και συγκεκριμένο αίτημα. 3. Η ανακοπή προσδιορίζεται να συζητηθεί σε δικάσιμο που δεν απέχει περισσότερο από (6) μήνες από την κατάθεσή της. Ως προς την προδικασία, που πρέπει να τηρηθεί, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 126 έως και 128 και 130 έως και 131. Ως προς την κύρια διαδικασία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 132 έως και 143. 4. Όποιος έχει σχετικό έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση στην επί της ανακοπής δίκη. Για την άσκηση της παρέμβασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 112 έως και 114 του Κώδικα αυτού. 5. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το νόμο και την ουσία στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η διαταγή εκδόθηκε αναρμοδίως, β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου ή γ) αν η αξίωση, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, έχει παραγραφεί. Ισχυρισμοί που αφορούν, την καθ' οιονδήποτε τρόπο απόσβεση ή το χαρακτήρα ως μη αμφισβητούμενης της αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, μπορούν να προβάλλονται με την ανακοπή και πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως. 6. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο, όμως, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 206 επ. να χορηγήσει αναστολή έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής, για τους λόγους που ορίζονται στο άρθρο 208 του Κώδικα αυτού. 7. Η επίδοση της ανακοπής και της αίτησης αναστολής μπορεί να γίνει είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, στη διεύθυνση που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιήθηκε εγγράφως μεταβολή της στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής.

Ν5072 Άρθρο 5

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 82.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 5: Γενικές απαιτήσεις άδειας λειτουργίας (άρθρο 4 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων ασκούνται αποκλειστικά από αδειοδοτημένους διαχειριστές πιστώσεων. Αρμόδια αρχή για την αδειοδότηση των διαχειριστών πιστώσεων είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. 2. Οι διαχειριστές πιστώσεων αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια της περ. 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013/ΕΕ. 3. Άδεια διαχειριστή πιστώσεων χορηγείται με τη διαδικασία του άρθρου 8 αποκλειστικά σε Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.), οι οποίες είναι ανώνυμες εταιρείες με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση πιστώσεων, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6. 4. Με άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. μπορούν, επιπλέον του σκοπού της παρ. 3, να χορηγούν νέες πιστώσεις σε δανειολήπτες των οποίων τις πιστώσεις διαχειρίζονται είτε οι ίδιες, είτε άλλοι διαχειριστές πιστώσεων. Οι πιστώσεις αυτές παρέχονται με αποκλειστικό σκοπό την αναχρηματοδότηση πιστώσεων ή την αναδιάρθρωση δανεισμού ενός δανειολήπτη δυνάμει σχεδίου αναδιάρθρωσης που συμφωνείται μεταξύ των μερών και του πιστωτή ή διαχειριστή της υπό αναδιάρθρωση πίστωσης. Οι νέες πιστώσεις της παρούσας λογίζονται ως τραπεζικές πιστώσεις, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο και αποκλειστικά αρμόδια για την εκδίκαση των διαφορών που απορρέουν από τη σύμβαση είναι τα κατά τόπους ελληνικά δικαστήρια. Τα νέα αυτά δάνεια και οι πιστώσεις επιβαρύνονται με την εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α’ 178), για την απόδοση της οποίας υπεύθυνες είναι οι Ε.Δ.Α.Δ.Π.. 5. Στο πλαίσιο της διαχείρισης πιστώσεων, οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. δύνανται να διαχειρίζονται τα ακίνητα που αποτελούν ασφάλεια για τις πιστώσεις που διαχειρίζονται και έχουν μεταβιβασθεί στον δικαιούχο της απαίτησης. Στις Ε.Δ.Α.Δ.Π. δεν επιτρέπεται η απόκτηση διαμέσου μεταβίβασης, εκχώρησης ή από εθελοντική εκποίηση ή από πλειστηριασμό, ακίνητης περιουσίας που συνδέεται με τις πιστώσεις που αυτές διαχειρίζονται. 6. Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. υποχρεούνται να συντάσσουν τις χρηματοοικονομικές τους καταστάσεις σε ατομική και ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, όπως αυτά έχουν υιοθετηθεί από την Ε.Ε. σύμφωνα με τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, «για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (L 243)» και τον ν. 4308/2014 (Α’ 251).

ΚΠολΔ Άρθρο 973

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 82.4%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 973: Συνέχιση πλειστηριασμού και υποκατάσταση επισπεύδοντος 1. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο το υ πλειστηριασμού δύο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλεισ τηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ). Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται με επιμέλεια του επισπεύδοντος στον καθ’ ου η εκτέλεση. 2. Κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό. 3. Αν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παρ. 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα και στον καθ’ ου η εκτέλεση. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλο υ. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). 4. Κάθε δανειστής της παρ. 2 μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να του επιτρέψει να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση, αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά χωρίς σοβαρό λ όγο, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που από τη στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία ή ολιγωρία. Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από τη ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει να προβεί στην κατά την παρ. 3 δήλωση. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. 5. Αν στην περίπτωση της παρ. 3 εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, στην περίπτωση της παρ. 4, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή ή παρεμπίπτουσα αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παρ. 3. 6. Αντιρρήσεις για οποιονδήποτε λόγο που αφορά στο κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παρ. 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) η μέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων ούτε και αίτηση ανάκλησης. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

ΚΠολΔ Άρθρο 965

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 82.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 965: 1. Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή πρώτης προσφοράς. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοί του. Για την από κοινού πλειοδοσία περισσότερων εφαρμόζονται οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 959. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί εγγράφως πριν την έναρξη της διαδικασίας αντίρρηση από τον επισπεύδοντα ή τον καθ ’ ού η εκτέλεση ή από οποιονδήποτε πλειοδότη να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστη ριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται. Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) μήνα, ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εγγυοδοσία ίση προς το τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Επί περισσότερων υποψήφιων πλειοδοτών κατά την παρ. 4 του άρθρου 959, η κατάθεση ή η έκδοση της επιταγής μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε πλειοδότη είτε αυτός ενεργεί ατομικά είτε ως εκπρόσωπος των λοιπών. Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος, ή αν η κατακύρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσει αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού. 2. Τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στον πλειοδότη που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού πρέπει να καταχωρίζει στην έκθεσή του όλες τις προσφορές που έγιναν. 3. Ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, την τρίτη εργάσιμη μέρα από τον πλειστηριασμό και αμέσως μετά του παραδίδεται το κατακυρωμένο πράγμα. Η παράδοση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν αυτός καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης. 4. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο τη δέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει εντόκως το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Οι αναλογούντες επί του πλειστηριάσματος τόκοι υπολογίζονται από το Ταμείο Πα ρακαταθηκών και Δανείων και αποδίδονται από κοινού με το πλειστηρίασμα με εντολή του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία και οι αναγκαίες λεπτομέρειες που αφορούν στην απόδοση του πλειστηριάσματος στους δικαιούχους, καθώς και άλλο σχετικό ζήτημα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία κα ι δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. 5. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει μέσα στις επόμενες δύο (2) εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή. Αν ο υπερθε ματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα μέσα στις επόμενες από την όχληση πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόν ανατρέπεται, η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει, καλούνται δε οι επόμενοι πλειοδότες, η προσφορά των οποίων, αθροιζομένη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηρίασμα, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση το ποσό που είχαν προσφέρει. Η πρόσκληση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, επί δε κοινής πλειοδοσίας επιδίδεται στον εκπρόσωπο αυ τών. Αν εμφανισθούν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι συντάσσεται σχετική έκθεση από τον συμβολαιογράφο και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν. Το πλειστηρίασμα συνίσταται στο άθροισμα του ποσού που καταβλήθηκε και της εγγυοδοσίας του αρχικού υπερθεματιστή που κατέπεσε. Αν, κατά την ελεύθερη κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η κατά τα προηγούμενα εδάφια πρόσκληση των επόμενων πλειοδοτών είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής για λόγους που εκτίθενται σε σχετική έκθεση, καθώς και σε κάθε περίπτωση που η διαδικασία αυτή δεν τελεσφόρησε, γίνεται αναπλειστηριασμός κατά τις διατάξεις των επόμενων εδαφίων. Η επίσπευση του αναπλειστηριασμού γίνεται είτε με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού είτε από τον υπέρ ου ή από τον καθ ’ ου η εκτέλεση ή από κάθε δανειστή που έχει αναγγελθεί με τίτλο εκτελεστό. Ο αναπλειστηριασμός επισπεύδεται με πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του υπέρ ου ή του καθ ’ ου ή του δανειστή, για την οποία συντάσσεται πράξη. Περίληψη της πράξης, η οποία περιέχει και όσα πρέπει να περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, δημοσιεύεται με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Η διάταξη του άρθρου 959 της παρ. 8 εφαρμόζεται αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται αφότου συνταχθεί η πράξη. Ο αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειοδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, με τον τόκο υπερημερίας, καθώς και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα. 6. Αν κατά τον αναπλειστηριασμό δεν επιτευχθεί το ίδιο πλειστηρίασμα, ο πρώτος υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε, ευθύνεται για τη διαφορά εντόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας. Η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει, με τους τυχόν τόκους της, καταλογίζεται στη διαφορά για την οποία ευθύνεται. Αν απομένει επιπλέον διαφορά, η έκθεση του αναπλειστηριασμού αποτελεί εναντίον του τίτλο εκτελεστό για τη συμπλήρωση. Αν έγιναν περισσότεροι αναπλειστηριασμοί, όλοι οι προηγούμενοι διαδοχικοί υπερθεματιστές, που δεν κατέβαλαν, εξακολουθούν να ευθύνονται εις ολόκληρον για την τυχόν διαφορά μεταξύ του αρχικού πλειστηριάσματος και του πλειστηριάσματος που τελικά επιτεύχθηκε και καταβλήθηκε, χωρίς όμως η ευθύνη του καθενός να υπερβαίνει το ποσόν της διαφοράς από τη δίκη του οφειλή. Οι εγγυοδοσίες που είχαν κατατεθεί από τους προηγούμενους διαδοχικούς υπερθεματιστές δεν επιστρέφονται έως ότου καταβληθεί το πλειστηρίασμα από τον τελικό υπερθεματιστή, προκειμένου να γίνει ο ως άνω καταλογισμός στην τυχόν διαφορά. Ο υπερθεματιστής που δε ν κατέβαλε δεν δικαιούται, αν κατά τον αναπλειστηριασμό επιτεύχθηκε μεγαλύτερο πλειστηρίασμα, να απαιτήσει το επιπλέον. 7. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, αν κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, να ζητεί κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού την επιβαλλόμ

Ν5072 Άρθρο 13

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 81.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 13: Σχέση με τον δανειολήπτη, γνωστοποίηση των μεταβιβάσεων και μεταγενέστερες γνωστοποιήσεις (άρθρο 10 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Οι αγοραστές πιστώσεων και οι διαχειριστές πιστώσεων υποχρεούνται στις σχέσεις τους με τους δανειολήπτες: α) να ενεργούν καλόπιστα, δίκαια και επαγγελματικά, β) να παρέχουν στους δανειολήπτες πληροφορίες που δεν είναι παραπλανητικές, ασαφείς ή ψευδείς, γ) να σέβονται και να προστατεύουν τα προσωπικά στοιχεία και την ιδιωτική ζωή των δανειοληπτών, δ) να επικοινωνούν με τους δανειολήπτες με τρόπο που δεν συνιστά παρενόχληση, καταναγκασμό ή αθέμιτη επιρροή. Οι υποχρεώσεις των άρθρων 4 και 5, των παρ. 2 και 3 του άρθρου 6 και των άρθρων 8 και 10 του ν. 3758/2009 (Α’ 68) ισχύουν και για τους αγοραστές και διαχειριστές πιστώσεων. 2. Οι διαχειριστές πιστώσεων θεωρούνται δανειστές και προμηθευτές κατά την έννοια του ν. 2251/1994 (Α’ 191) και υποχρεούνται να συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία περί προστασίας καταναλωτή, με τον Κώδικα Δεοντολογίας, με τους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση πιστώσεων που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένου του ν. 4438/2016 (Α’ 220), καθώς και με όλες τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που σχετίζονται με πιστώσεις που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοδοτικά ιδρύματα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος και να λαμβάνουν ειδική μέριμνα για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες. 3. Επί μεταβιβάσεως των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων, ο διαχειριστής πιστώσεων συνεχίζει τη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας που είχε ήδη ξεκινήσει από το στάδιο, στο οποίο ήταν πριν από τη μεταβίβαση. 4. Μετά από οποιαδήποτε μεταβίβαση των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο μιας σύμβασης πίστωσης ή της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, σε αγοραστή πιστώσεων, καθώς επίσης και όποτε ζητείται από τον δανειολήπτη, ο αγοραστής πιστώσεων ή, όταν έχει ορισθεί για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων, η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος ή ο διαχειριστής πιστώσεων, αποστέλλει στον δανειολήπτη γνωστοποίηση που συντάσσεται σε γλώσσα σαφή και κατανοητή για το ευρύ κοινό, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, στην οποία περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα εξής: α) πληροφορίες για την πραγματοποιηθείσα μεταβίβαση, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας μεταβίβασης, β) τα στοιχεία ταυτότητας και τα στοιχεία επικοινωνίας του αγοραστή πιστώσεων, γ) μετά τον διορισμό του, τα στοιχεία ταυτότητας και τα στοιχεία επικοινωνίας του διαχειριστή πιστώσεων ή της οντότητας που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ ΕΕ ή της οντότητας που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος, δ) μετά τον διορισμό του, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την άδεια λειτουργίας του διαχειριστή πιστώσεων που έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 του παρόντος ή τα άρθρα 5 και 7 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ε) εφόσον συντρέχει περίπτωση, τα στοιχεία ταυτότητας και τα στοιχεία επικοινωνίας του παρόχου πιστωτικών υπηρεσιών του άρθρου 15, στ) παρουσιαζόμενη με διακριτό τρόπο, αναφορά του σημείου επικοινωνίας με τον αγοραστή πιστώσεων ή, όταν έχει ορισθεί για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων, με την οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή την οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος, ή με τον διαχειριστή πιστώσεων και, κατά περίπτωση, με τον πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών, από τον οποίο μπορούν να λαμβάνονται πληροφορίες όταν χρειάζεται, ζ) πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που οφείλει ο δανειολήπτης κατά τη στιγμή της γνωστοποίησης, με αναλυτική καταγραφή των ποσών που οφείλονται ως κεφάλαιο, τόκοι, προμήθειες και άλλες επιτρεπόμενες χρεώσεις, η) δήλωση ότι εξακολουθεί να ισχύει όλη η σχετική νομοθεσία που αφορά ιδίως στην εκτέλεση των συμβάσεων, την προστασία των καταναλωτών, τα δικαιώματα του δανειολήπτη, θ) την ονομασία, τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας των αρμόδιων αρχών, του κράτους μέλους στο οποίο ο δανειολήπτης έχει την κατοικία του ή την καταστατική του έδρα ή, αν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, τα κεντρικά του γραφεία και στις οποίες ο δανειολήπτης μπορεί να υποβάλει καταγγελία, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους. 5. Σε κάθε μεταγενέστερη γνωστοποίηση προς τον δανειολήπτη, ο αγοραστής πιστώσεων ή, όταν έχει ορισθεί για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων, η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή η οντότητα που αναφέρεται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 3 του παρόντος, ή ο διαχειριστής πιστώσεων, περιλαμβάνει τις πληροφορίες που ορίζονται στην περ. στ) της παρ. 4, εκτός αν πρόκειται για την πρώτη γνωστοποίηση μετά από τον διορισμό νέου διαχειριστή πιστώσεων, οπότε περιλαμβάνει και τις πληροφορίες που ορίζονται στις περ. γ) και δ) της παρ. 4. 6. Οι παρ. 4 και 5 ισχύουν με την επιφύλαξη ειδικότερων πρόσθετων απαιτήσεων για τις γνωστοποιήσεις. 7. Οι διαχειριστές πιστώσεων διαθέτουν ηλεκτρονικό σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης, μέσω του οποίου ο δανειολήπτης λαμβάνει άμεση ενημέρωση αναφορικά με την οφειλή του, η οποία περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα εξής: α) πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που οφείλει ο δανειολήπτης, με αναλυτική καταγραφή των ποσών που οφείλονται ως κεφάλαιο, τόκοι, προμήθειες, τυχόν άλλες χρεώσεις, καθώς και το ισχύον επιτόκιο, β) την περιοδικότητα των δόσεων, το ύψος τους, την ημερομηνία πληρωμής κάθε δόσης, το τρέχον υπόλοιπο, καθώς και τον λογαριασμό εξυπηρέτησης της οφειλής. 8. Το ηλεκτρονικό σύστημα της παρ. 7 επικαιροποιείται, ως προς τα στοιχεία των περ. α) και β) της παρ. 7, τουλάχιστον κάθε πρώτη ημερολογιακή ημέρα εκάστου μηνός. 9. Η πρόσβαση του δανειολήπτη στο ηλεκτρονικό σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης πραγματοποιείται επιγραμμικά (online) μέσω προσωπικών κωδικών πρόσβασης που χορηγεί ο διαχειριστής πιστώσεων μετά από τη διαδικασία ταυτοποίησης του δανειολήπτη.

ΚΠολΔ Άρθρο 724

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 81.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 724: 1. Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής. 2. Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται και κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1, αν πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης.

Ν5072 Άρθρο 2

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 80.7%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 2: Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος είναι: α) η αναμόρφωση του πλαισίου για τη διαχείριση των απαιτήσεων από συμβάσεις πίστωσης, μέσω της ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2021 για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των Οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ ΕΕ (L 438), βα) η τροποποίηση των ν. 4446/2016 (Α’ 240) και 1969/1991 (Α’ 167) για την εποπτεία των Εταιρειών Παροχής Πιστώσεων, των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και ββ) η ειδικότερη ρύθμιση ζητημάτων που αφορούν στη διαδικασία εξυγίανσης, μέσω της εναρμόνισης με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/2036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 2022 για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά την προληπτική αντιμετώπιση παγκόσμιων συστημικώς σημαντικών ιδρυμάτων με στρατηγική εξυγίανσης πολλαπλών σημείων έναρξης και μεθόδους για την έμμεση ανάληψη μέσων που είναι επιλέξιμα για την εκπλήρωση της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (L 275) και την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2019/879 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019 «για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/59/ ΕΕ σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και της Οδηγίας 98/26/ΕΚ (L 150), γ) η τροποποίηση του ν. 4738/2020 (Α’ 207) για την προστασία των οφειλετών, μέσω επεμβάσεων στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, στην πτωχευτική διαδικασία και στη λειτουργία των διαχειριστών αφερεγγυότητας, και δ) η προσαρμογή του ν. 4649/2019 (Α’ 206) για την επανεισαγωγή του προγράμματος «ΗΡΑ- ΚΛΗΣ» έως την 31η Δεκεμβρίου 2024.

ΚΠολΔ Άρθρο 591

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 80.7%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 591: 1. Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α) Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων είναι τριάντα (30) ημέρες και αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση. β) Η παρέμβαση, η προσεπίκληση και η ανακοίνωση ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν από τη συζήτηση. γ) Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά τη συζήτηση. δ) Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. ε) Οι διάδικοι το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. στ) Οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία αξιολογούνται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν. ζ) Ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης και αναψηλάφησης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. 2. Ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. Με εξαίρεση τις διαφορές από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, οι διάδικοι μπορούν, κατ' εφαρμογήν της παρ. 2 του άρθρου 242, να συμφωνήσουν μόνο με κοινή δήλωση ότι δεν θα παραστούν στη συζήτηση. Η δήλωση υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους όλων των μερών, κατατίθεται με τις προτάσεις το αργότερο ως την παραμονή της δικασίμου και ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη δικάσιμο. 3. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του σύμφωνα με τα άρθρα 415 επ. «4. Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, με διάταξή του, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη κατ’ ανάλογη εφαρμογή των παρ. 5 και 8 του άρθρου 237.» 5. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο. 6. Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται. 7. Κατά την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο. Σε περίπτωση ερημοδικίας του ανακόπτο ντος, του εκκαλούντος, του αντεκκαλούντος ή του αιτούντος την αναψηλάφηση, το αντίστοιχο ένδικο μέσο απορρίπτεται. Η αναίρεση εκδικάζεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις διατάξεις των άρθρων 591 έως 645. 8. Τα άρθρα 466 έως 471 δεν εφαρμόζονται στις ειδικές διαδικασίες..

ΚΠολΔ Άρθρο 119

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 80.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 119: 1. Τα δικόγραφα της αγωγής, της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναίρεσης, της αναψηλάφησης, της τριτανακοπής, της ανακοπής εναντίον εξώδικων και δικαστικών πράξεων, της κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοίνωσης και της προσεπίκλησης πρέπει να περιέχουν, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 118, και ακριβή καθορισμό της διεύθυνσης, και ιδίως οδό και αριθμό της κατοικίας ή του γραφείου ή του καταστήματος του διαδίκου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη, του νό μιμου αντιπροσώπου του και του δικαστικού πληρεξουσίου του. Τα δικόγραφα περιέχουν επίσης τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των πληρεξούσιων δικηγόρων. 2. Η διάταξη της παρ. 1 εφαρμόζεται και στο δικόγραφο της δήλωσης για την εκούσια επανάληψη της δίκης, καθώς και στις προτάσεις που υποβάλλονται για πρώτη φορά σε κάθε δικαστήριο, εφόσον ο διάδικος δεν είχε κοινοποιήσει δικόγραφο από εκείνα που αναφέρονται στην παρ. 1. 3. Κάθε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικο. 4. Τα δικόγραφα κάθε φύσεως, είναι δυνατόν να υποβάλλονται και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρουν ισοδύναμη της ιδιόχειρης ηλεκτρονική υπογραφή ή σφραγίδα. Κατά τον ίδιο τρόπο είναι δυνατό να υποβάλλονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις αποδεικτικά μέσα. Το δικόγραφο που έχει υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκε, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από το δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη, που θα φέρει ισοδύναμη της ιδιόχειρης ηλεκτρονική υπογραφή ή σφραγίδα και θα περιέχει κα ι την έκθεση κατάθεσης. Δεν απαιτείται η παραπάνω υπογραφή ή σφραγίδα, αν υφίσταται ηλεκτρονικό σύστημα επικοινωνιών στα δικαστήρια, στο οποίο έχουν πρόσβαση προεγγεγραμμένοι χρήστες με πιστοποίηση ταυτότητας, το οποίο επιτρέπει την επαλήθευση της ταυτότητας αυτών, την υποβολή του δικογράφου ηλεκτρονικά και την αυτοματοποιημένη αποστολή σε αυτούς αντιγράφου του κατατεθειμένου δικογράφου.». «5. Στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (ΟΣΔΔΥ -ΠΠ) δημιουργείται για κάθε υπόθεση ηλεκτρονικός φάκελος δικογραφίας, στον οποίο περιέχονται ενδεικτικά: α) Τα δικόγραφα της αγωγής, της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναίρεσης, της αναψηλάφησης, της τριτανακοπής, της ανακοπής εναντίον εξώδικων και δικαστικών πράξεων, της κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοίνωσης και της προσεπίκλησης και αποδεικτικά επίδοσης αυτών, β) προτάσεις, προσθήκη και δικόγραφο αξιολόγησης μαρτυρικών καταθέσεων κάθε διαδίκου, γ) πληρεξούσια και γραμμάτια προείσπραξης Δικηγορικών Συλλόγων, δ) έγγραφα περί διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, ε) δικαστικό ένσημο, στ) νομιμοποιητικά έγγραφα, όπως περί εκπροσώπησης νομικών προσώπων, μη δικαιούχων διαδίκων, ειδικών και καθολικών διαδόχων, ζ) ένορκες βεβαιώσεις, η) λοιπά έγγραφα, θ) εκθέσεις πραγματογνωμόνων και αυτοψίας, ι) πληροφορίες περί αλλοδαπού δίκαιου, ια) προσκομιζόμενη νομολογία, ιβ) δικόγραφα ενδίκων μέσων, διατάξεις και αποφάσεις σχετικά με την υπόθεση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ορίζονται ζητήματα σχετικά με την τήρηση του ηλεκτρονικού φακέλου δικογραφίας, οι τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος. 6. Σε οποιοδήποτε στάδιο της πολιτικής διαδικασίας, και μέχρι η απόφαση να καταστεί αμετάκλητη, με απόφαση του δικαστηρίου που εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης, οποιαδήποτε πράξη του δικαστηρίου ή μέλους του, διαδικαστική πράξη του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του, πράξη τρίτου, εξέταση ή ενέργεια προσώπου που συμμετέχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην πολιτική δίκη μπορεί να πραγματοποιηθεί εξ αποστάσεως, με τη χρησιμοποίηση σύγχρονης τεχνολογίας, όπως ρυθμίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εξωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η οποία καθορίζει όλες τις σχετικές λεπτομέρειες.

ΚΠολΔ Άρθρο 662Δ

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 02/04/2012
Σχετικότητα 80.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 662Δ: "1. Αν η αίτηση είναι νόμιμη και τα απαιτούμενα σε κάθε περίπτωση περιστατικά αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής εκδίδει διάταξη με την οποία υποχρεώνει τον καθ' ου να αποδώσει στον αιτούντα τη χρήση του μισθίου, και τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα. 2. Η διαταγή καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο και κατοικία του αιτούντος και του καθ' ου η αίτηση, γ) περιγραφή του μισθίου, δ) την αιτία της απόδοσης με έκθεση των αναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, ε) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, στ) υπόμνηση στον καθ' ου ότι μετά την πάροδο "είκοσι ημερών"* από την προς αυτόν επίδοση η διαταγή θα αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ' αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από της επιδόσεως και ζ) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε. «3. Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεσή της μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 659.»

Ν5072 Άρθρο 40

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 80.5%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 40: Μεταβατικές διατάξεις Μέρους Β’ (παρ. 2 άρθρου 32 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 4354/2015 (Α’ 176) και οι οποίες ασκούν δραστηριότητες διαχειριστή πιστώσεων κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος εξακολουθούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους μέχρι την 29η Ιουνίου 2024, χωρίς να απαιτείται νέα άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος. 2. Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. της παρ. 1 υποβάλλουν τις συναφείς πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος το αργότερο έως την 29η Μαρτίου 2024, ώστε να αξιολογηθεί έως την 29η Ιουνίου 2024, αν οι εν λόγω Ε.Δ.Α.Δ.Π. συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος Μέρους. 3. Αν, ύστερα από αξιολόγηση της Τράπεζας της Ελλάδος, διαπιστώνεται ότι οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. της παρ. 1 συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος Μέρους, λαμβάνουν νέα άδεια λειτουργίας και εγγράφονται στο μητρώο του άρθρου 12. Αν, ύστερα από την ανωτέρω αξιολόγηση, δεν διαπιστώνεται πλήρης συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος Μέρους, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει τη λειτουργία τους επιβάλλοντας μέτρα για να διασφαλισθεί η πλήρης συμμόρφωση και τάσσει προθεσμία για την εφαρμογή τους ή απαγορεύει τη συνέχιση της λειτουργίας τους. 4. Εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώσει και πριν την 29η Ιουνίου 2024 ότι Ε.Δ.Α.Δ.Π. της παρ. 1 τηρεί τις απαιτήσεις των άρθρων 6 και 8, η Ε.Δ.Α.Δ.Π. της παρ. 1 λαμβάνει αυτομάτως άδεια λειτουργίας και εγγράφεται στο μητρώο του άρθρου 12. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει σχετικώς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. που έχουν αυτομάτως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με την παρούσα. 5. Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. θέτουν σε λειτουργία το σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης της παρ. 7 του άρθρου 13 έως την 31η Μαρτίου 2024 και εφαρμόζουν τις υποχρεώσεις των παρ. 7 έως 9 του άρθρου 13 από την 1η Απριλίου 2024. Μέχρι τότε οφείλουν να παρέχουν στους δανειολήπτες εγγράφως τις πληροφορίες της παρ. 7 του άρθρου 13 κατόπιν αιτήματός τους και εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών το αργότερο από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος.

ΚΠολΔ Άρθρο 1046

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 80.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1046: 1. Η αναγκαστική διαχείριση παύει με τελεσίδικη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο ή όπου εδρεύει η επιχείρηση του οφειλέτη, όταν το ζητήσει ο οφειλέτης ή ο δανειστής ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον: α) αν ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις εκείνου που ζητεί την αναγκαστική διαχείριση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν ή αν αυτοί, με έγγραφη δήλωσή τους προς τον οφειλέτη, παραιτήθηκαν από την αναγκαστική διαχείριση, β) αν το δικαστήριο κρίνει ότι η εξακολούθηση της αναγκαστικής διαχείρισης δεν είναι ενδεδειγμένη ή ζημιώνει τα συμφέροντα του οφειλέτη, γ) αν ο δανειστής που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση δεν φρόντισε, μέσα σε λογικό διάστημα αφότου επιδόθηκε στον οφειλέτη η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση, να αναλάβει τα καθήκοντά του διαχειριστής ή επόπτης. Οι διατάξεις του άρθρου 103 4 παρ. 2 εδ. δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εφαρμόζονται και εδώ. 2. Αφότου, με βάση την τελεσίδικη απόφαση, εξαλειφθεί η εγγραφή στα ειδικά βιβλία σύμφωνα με το άρθρο 1036 παρ. 1, παύει η αναγκαστική διαχείριση του ακινήτου ή της επιχείρησης.

ΚΠολΔ Άρθρο 1011Α

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 80.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1011Α: "1. Ο πλειστηριασμός πλοίου ορίζεται την πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο σαράντα (40) ημερών από την κατάσχεση. 2. Οι προθεσμίες του άρθρου 934 παράγραφος 1 περίπτωση α' και β' είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάσχεση του πλοίου και σαράντα (40) ημέρες από τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού αντιστοίχως. Η ανακοπή του άρθρου 954 παράγραφος 4, και η αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 ασκούνται με ποινή απαραδέκτου μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάσχεση, δικάζονται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. και η απόφαση δημοσιεύεται μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας πριν από τον πλειστηριασμό. Μέσα στην ίδια προθεσμία και με την ίδια διαδικασία μπορεί με αίτηση του ανακόπτοντος να διαταχθεί από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση αν κρίνεται ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. 3. Με την απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954 παραγράφου 4 και επί της αίτησης αναστολής του άρθρου 1000 ορίζεται αντίστοιχα ως νέα ημέρα πλειστηριασμού η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης επί της ανακοπής και η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά τη λήξη της χορηγηθείσης αναστολής. Κατά τα λοιπά τηρούνται οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας. 4. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός πλοίου δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται σύμφωνα με το άρθρο 973 και νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών μετά τη δήλωση συνεχίσεως."

ΚΦΔ Άρθρο 96

Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 5104/2024)
Σχετικότητα 79.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΦΔ Άρθρο 96: Επιτάχυνση εκκαθάρισης αιτημάτων κατάπτωσης λόγω διαδοχής πιστωτικών ιδρυμάτων 1. Για τη βεβαίωση οφειλών από κατάπτωση της εγγύησης του ελληνικού δημοσίου, η οποία έχει παρασχεθεί για δάνεια που χορηγήθηκαν από πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν ως περιουσιακά στοιχεία λόγω διαδοχής που έλαβε χώρα έως την 31η Δεκεμβρίου 2013, την έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου, εγγράφου ή δικαιολογητικού που απαιτείται δυνάμει της υπ’ αρ. 2/18649/0025/15.5.2020 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Επικρατείας (Β’ 2169), αναπληρώνει η βεβαίωση του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος που λόγω της ανωτέρω διαδοχής κατέχει το δάνειο ή του φορέα, στον οποίο έχει στη συνέχεια μεταβιβαστεί ή ο οποίος διαχειρίζεται το δάνειο, ιδίως δε ανωνύμων εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ανωνύμων εταιρειών ειδικού και αποκλειστικού σκοπού. Η βεβαίωση του πρώτου εδαφίου επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης, στην οποία βεβαιώνεται ότι το απαιτούμενο στοιχείο, έγγραφο ή δικαιολογητικό δεν ανευρέθη στο αρχείο που παραδόθηκε και δεν μπορεί να εκδοθεί εκ των υστέρων. Ως δικαιολογητικά θεωρούνται βεβαιώσεις, πιστοποιητικά και γενικά έγγραφα, τα οποία δεν είναι δυνατόν να επανεκδοθούν, ιδίως βεβαιώσεις ιδιωτών πραγματογνωμόνων, κτηνιάτρων, γεωπόνων, μηχανικών. 2. Με βάση την παρ. 1 εξετάζονται στις αναφερόμενες σε αυτή περιπτώσεις διαδοχής εγγυημένων από το ελληνικό δημόσιο δανείων και: α) τα αιτήματα κατάπτωσης, τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχουν υποβληθεί στην αρμόδια Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και δεν έχουν απορριφθεί (εκκρεμή αιτήματα), β) τα αιτήματα κατάπτωσης τα οποία έχουν απορριφθεί για τους λόγους της παρ. 1 και τα οποία επανυποβάλλονται με επικαιροποιημένα στοιχεία, χωρίς να θεωρούνται νέα αιτήματα κατάπτωσης, με μέριμνα των πιστωτικών ιδρυμάτων εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος (επανυποβαλλόμενα αιτήματα). 3. Για την απόδειξη της εγγραφής εμπράγματης εξασφάλισης δύναται, εκτός από πιστοποιητικό βαρών του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, να προσκομίζεται πιστοποιητικό κτηματολογικών εγγραφών αντικειμένου εγγραπτέων δικαιωμάτων.

Ν5072 Άρθρο 10

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 79.0%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 10: Αρχικό κεφάλαιο 1. Κατά την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) της παρ. 3 του άρθρου 5 πρέπει να έχουν καταβάλει ολοσχερώς σε μετρητά αρχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, το οποίο κατατίθεται σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα ή λειτουργεί στην Ελλάδα με υποκατάστημα και δεν αποτελεί συνδεδεμένη με τον αιτούντα οντότητα κατά την έννοια του συνδεδεμένου μέρους του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014 (Α’ 251). 2. Κατά την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. της παρ. 4 του άρθρου 5 πρέπει να έχουν καταβάλει ολοσχερώς σε μετρητά αρχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον τεσσάρων εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (4.500.000) ευρώ, το οποίο κατατίθεται σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα ή λειτουργεί στην Ελλάδα με υποκατάστημα και δεν αποτελεί συνδεδεμένη με την αιτούσα οντότητα κατά την έννοια του συνδεδεμένου μέρους του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014. 3. Τα ίδια κεφάλαια της Ε.Δ.Α.Δ.Π. κατά τη λειτουργία της ως διαχειρίστριας πιστώσεων, δεν υπολείπονται του ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου που απαιτείται για την αδειοδότησή της. Εάν μειωθούν κάτω από το ποσό αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος τάσσει προς την Ε.Δ.Α.Δ.Π. εύλογη προθεσμία για την αποκατάστασή τους στο ελάχιστο απαιτούμενο ποσό.

ΚΠολΔ Άρθρο 559

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2002
Σχετικότητα 79.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 559: Αναίρεση επιτρέπεται μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας, 3) αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί, 4) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, 5) αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46, 6) αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, 7) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 9) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, 10) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (διεγράφησαν λέξεις.) 11) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, 12) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, 13) αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, 14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, 15) αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση, 16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, 17) αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, 18) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, 19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 20) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

ΚΠολΔ Άρθρο 954

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 79.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 954: Κατασχετήρια έκθεση " 1. Η κατάσχεση, με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 956, γίνεται με την αφαίρεση του πράγματος από τον δικαστικό επιμελητή και συντάσσεται σχετική έκθεση μπροστά σε ενήλικο μάρτυρα. Το κατασχεμένο το εκτιμά ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας που ο επιμελητής προσλαμβάνει κατά την κρίση του για αυτόν τον σκοπό. 2. Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και: α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας, γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο κινητό πράγμα, δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου, στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά σε πέντε (5) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου, σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας, αν δεν είναι δυνατό να οριστεί πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης (κατάσχεσης), αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής. 3. Την κατασχετήρια έκθεση υπογράφουν ο δικαστικός επιμελητής και ο μάρτυρας και αν είναι παρόντες εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση την υπογράφουν και αυτοί. Αν κάποιος από αυτούς αρνηθεί να υπογράψει, η άρνησή του αναφέρεται στην έκθεση. 4. Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης και του αποσπάσματος αυτής, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00 το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Ελαττώματα ή ελλείψεις που είναι δυνατό να διορθωθούν ή να συμπληρωθούν με την άσκηση ανακοπής της παρούσας δεν προβάλλονται παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933.»

ΑΚ Άρθρο 455

Αστικός Κώδικας (Π.Δ. 456/1984)
Σχετικότητα 79.2%
Κείμενο Άρθρου
ΑΚ Άρθρο 455: Έννοια Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση).

ΚΠολΔ Άρθρο 271

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 79.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 271: 1. Αν ο εναγόμενος δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σε αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα. 2. Αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπόθεση συζητείται ερήμην του εναγομένου. Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αγωγή." 3. Στην περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία, και η αγωγή γίνεται δεκτή, εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

ΚΠολΔ Άρθρο 982

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 12/11/2021
Σχετικότητα 78.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 982: 1. Μπορούν να κατασχεθούν α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή, β) κινητά πράγματά του που βρίσκονται στα χέρια τρίτου. «2. Εξαιρούνται από την κατάσχεση α) πράγματα που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά, β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες, γ) απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, καθώς και απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. ε) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως τρίτου, μέχρι την κατάθεση τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. στ) απαιτήσεις που επιδικάζονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω διαπίστωσης παραβιάσεων της Σύμβασης αυτής ή των Πρωτοκόλλων της, εξαιρουμένων των απαιτήσεων που επιδικάζονται για την παραπάνω αιτία προς αποκατάσταση υλικής ζημίας. Το εν λόγω ακατάσχετο ισχύει όταν η κατάσχεση επισπεύδεται για την ικανοποίηση απαίτησης δανειστή, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α' 143). ζ) απαιτήσεις που προβλέπονται σε ειδικότερους νόμους ως ακατάσχετες.» «3. Η εξαίρεση των περ. δ' και ζ' της παρ. 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως και έναν (1) μήνα μετά την καταβολή, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.».

Ν4548 Άρθρο 65

Ανώνυμες Εταιρείες (Ν. 4548/2018)Τροποποίηση: Ν. 5113/2024
Σχετικότητα 78.5%
Κείμενο Άρθρου
Ν4548 Άρθρο 65: Καθήκοντα εκπροσώπου ομολογιούχων 1. Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους έναντι της εκδότριας και των τρίτων και ενεργεί για την προάσπιση των συμφερόντων των ομολογιούχων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, τους όρους του δανείου και τις αποφάσεις της συνέλευσης των ομολογιούχων. 2. Επί άυλων ομολογιών, ο εκπρόσωπος συνεργάζεται με το κεντρικό αποθετήριο ή με τον διαχειριστή του συστήματος διακανονισμού τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού ή του συστήματος διαπραγμάτευσης και διακανονισμού τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού ή με τους διαμεσολαβητές, κατά περίπτωση, για την καταχώριση των ομολογιών στους λογαριασμούς των δικαιούχων ή στο μητρώο κεντρικού αποθετηρίου τίτλων ή στο μητρώο υποδομής αγοράς τ.κ.κ. κατά περίπτωση και την παρακολούθηση των μεταβολών στα πρόσωπα αυτών. 3. Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους δικαστικώς και εξωδίκως. Ειδικότερα: α) Όπου κατά τις κείμενες διατάξεις απαιτείται η εγγραφή του ονόματος του ομολογιούχου, εγγράφεται η επωνυμία του εκπροσώπου των ομολογιούχων και ο ακριβής προσδιορισμός του ομολογιακού δανείου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την καταχώριση δικαιούχων άυλων ομολογιών και ομολογιών που υπόκεινται σε ακινητοποίηση. β) Ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων ασκεί στο όνομά του, με μνεία της ιδιότητάς του και του ότι ενεργεί για λογαριασμό της ομάδας των ομολογιούχων, χωρίς να απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση από τη συνέλευση των ομολογιούχων, εκτός αν τέτοια ειδική εξουσιοδότηση απαιτείται κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου ή της σύμβασης ορισμού του εκπροσώπου, τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικά και έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής ένδικης προστασίας, τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης, της αναγγελίας και επαλήθευσης των απαιτήσεων των ομολογιούχων σε πλειστηριασμούς, πτωχεύσεις, ειδικές ή δικαστικές εκκαθαρίσεις και τις δίκες που αφορούν την εκτέλεση ή την πτώχευση και κάθε άλλη διαδικασία αναγκαστικής ή συλλογικής εκτέλεσης. γ) Για την παραίτηση από ένδικο βοήθημα ή ένδικο μέσο, την υποβολή αίτησης πτώχευσης ή θέσης στην ειδική διαχείριση του ν. 4307/2014 (Α΄ 246) της εκδότριας ή άλλου υπόχρεου, σύμφωνα με τους όρους του ομολογιακού δανείου, καθώς και για το συμβιβασμό, την κατάρτιση συμφωνίας εξυγίανσης του άρθρου 100 του Πτωχευτικού Κώδικα με την εκδότρια ή άλλο υπόχρεο, σύμφωνα με τους όρους του ομολογιακού δανείου ή την παροχή ψήφου σε σχέδιο αναδιοργάνωσης κατά τα άρθρα 107 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, απαιτείται απόφαση της συνέλευσης των ομολογιούχων. 4. Ο εκπρόσωπος καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, τα κεφάλαια που προορίζονται για την εξόφληση υποχρεώσεων από τα ομολογιακά δάνεια, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του εκπροσώπου των ομολογιούχων και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Τα κεφάλαια και οι τόκοι αποδίδονται στους ομολογιούχους κατά το λόγο των απαιτήσεων καθενός από αυτούς, όπως ορίζεται στο ομολογιακό δάνειο. Εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων και τα χρηματικά κεφάλαια, που εισπράττει ο εκπρόσωπος για λογαριασμό τους ή κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του. 5. Ο εκπρόσωπος εκδίδει τις πάσης φύσεως βεβαιώσεις και πιστοποιητικά, που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις από την έκδοση των τίτλων ομολογιών, με την επιφύλαξη της δυνατότητας έκδοσης βεβαίωσης ή άλλης μορφής πιστοποίησης της ιδιότητας του ομολογιούχου από το μητρώο του κ.α.τ. ή της υποδομής αγοράς τ.κ.κ. ή του διαμεσολαβητή κατά περίπτωση επί άυλων ομολογιών. Σε περίπτωση καταγγελίας του ομολογιακού δανείου ή αν οπωσδήποτε προκύψουν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές υποχρεώσεις της εκδότριας από την έκδοση των άυλων ομολογιών, οι σχετικές βεβαιώσεις ή άλλης μορφής πιστοποιήσεις παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά της εκδότριας και μπορούν να προσκομισθούν σε κάθε αρμόδιο δικαστήριο ή αρχή κατά την παροχή δικαστικής προστασίας υπέρ των ομολογιούχων. 6. Πράξεις του εκπροσώπου των ομολογιούχων, ακόμη και αν διενεργούνται καθ’ υπέρβαση της εξουσίας του, δεσμεύουν τους ομολογιούχους και τους ειδικούς και καθολικούς διαδόχους τους έναντι της εκδότριας και των τρίτων, εκτός αν η εκδότρια ή ο τρίτος γνώριζαν την υπέρβαση της εξουσίας.

ΚΠολΔ Άρθρο 68

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 78.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 68: Δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον.

Ν5072 Άρθρο 6

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 78.4%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 6: Απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων (άρθρο 5 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Για τη χορήγηση, εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος, της άδειας λειτουργίας της παρ. 1 του άρθρου 5, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η αιτούσα είναι Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του άρθρου 5 με καταβεβλημένο τουλάχιστον το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο της παρ. 1 του άρθρου 10 και έχει την καταστατική της έδρα στην Ελλάδα, β) τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της αιτούσας, καθώς και ο γενικός διευθυντής ή άλλο διοικητικό στέλεχος αυτής με αντίστοιχες αρμοδιότητες, αν δεν συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο, διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας, η οποία αποδεικνύεται από τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες: βα) αντίγραφο ποινικού μητρώου, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχουν καταδικασθεί για συναφή ποινικά αδικήματα, ιδίως αυτά που σχετίζονται με την περιουσία, οικονομικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, στα οποία περιλαμβάνονται η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τοκογλυφία, απάτη, φορολογικά εγκλήματα, παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου, ή αδικήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας, ή για οποιαδήποτε άλλα αδικήματα που αφορούν εταιρείες, πτώχευση, αφερεγγυότητα ή προστασία των καταναλωτών, περιλαμβανομένων των άρθρων 176 έως 180 του ν. 4548/2018 (Α’ 104), ββ) στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν σωρευτικές επιπτώσεις ελασσόνων συμβάντων, πέραν αυτών της υποπερ. βα), που θίγουν τα εχέγγυα εντιμότητάς τους, βγ) στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα εν λόγω πρόσωπα συναλλάσσονται με διαφάνεια και επιδεικνύουν πάντα ανοικτό πνεύμα και διάθεση συνεργασίας στις προγενέστερες επιχειρηματικές τους σχέσεις με τις εποπτικές και ρυθμιστικές αρχές, βδ) στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν υπόκεινται σε εν εξελίξει διαδικασία αφερεγγυότητας ή δεν έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση κατά το παρελθόν, εκτός αν έχουν αποκατασταθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, γ) τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της αιτούσας, καθώς και ο γενικός διευθυντής ή άλλο διοικητικό στέλεχος αυτής με αντίστοιχες αρμοδιότητες, αν δεν συμμετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο, και το ίδιο το Διοικητικό Συμβούλιο στο σύνολό του, διαθέτουν επαρκείς και κατάλληλες γνώσεις και εμπειρία για τη διεξαγωγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας με κατάλληλο και υπεύθυνο τρόπο, δ) τα πρόσωπα που κατέχουν ειδική συμμετοχή στην αιτούσα, καθώς και τα πρόσωπα που, ακόμη και αν δεν καταλαμβάνονται από την εν λόγω περίπτωση, ασκούν έλεγχο επί της εταιρείας, μέσω έγγραφης ή άλλης συμφωνίας ή από κοινού δράσης, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη, γεγονός που αποδεικνύεται με την εκπλήρωση των απαιτήσεων που ορίζονται στις υποπερ. βα) και ββ) της περ. β), καθώς και επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία, ε) η αιτούσα εφαρμόζει αποτελεσματικές ρυθμίσεις διακυβέρνησης και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών διαχείρισης των κινδύνων και λογιστικής παρακολούθησης, που, μεταξύ άλλων, διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων των δανειοληπτών και τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία που διέπει τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, καθώς και με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (L 119)» και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137), στ) ο αιτών εφαρμόζει πολιτική που διασφαλίζει συμμόρφωση με τους κανόνες για την προστασία των δανειοληπτών και την αντιμετώπισή τους με δίκαιο και επιμελή τρόπο, μεταξύ άλλων, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάστασή τους, και εφόσον συντρέχει περίπτωση, την ανάγκη των εν λόγω δανειοληπτών να αποταθούν για συμβουλευτική υποστήριξη σε εξουσιοδοτημένους κρατικούς ή άλλους φορείς, και ιδίως αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), ζ) η αιτούσα εφαρμόζει επαρκείς, κατάλληλες και ειδικές εσωτερικές διαδικασίες που διασφαλίζουν την καταγραφή και τον χειρισμό των καταγγελιών των δανειοληπτών, η) ο αιτών, εφόσον συνιστά υπόχρεο πρόσωπο της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο, θ) η αιτούσα συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις σύνταξης και δημοσίευσης χρηματοοικονομικών καταστάσεων δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας, ι) δεν υφίστανται επαγγελματικές ή συγγενικές σχέσεις μεταξύ των προσώπων των περ. β) και δ) και οποιωνδήποτε άλλων προσώπων που κατέχουν υψηλά πολιτικά αξιώματα ή υψηλές διοικητικές θέσεις στην εποπτεύουσα αρχή, ώστε να παρεμποδίζεται η αποτελεσματική διεξαγωγή εποπτείας. 2. Η Τράπεζα της Ελλάδος απορρίπτει την αίτηση που υποβάλλει Ε.Δ.Α.Δ.Π. για χορήγηση της άδειας λειτουργίας της παρ. 1 του άρθρου 5, αν οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση δεν πληρούν όλες τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παρόν Μέρος, καθώς και στις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος Μέρους. 3. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώσει αιτιολογημένα ότι η χορήγηση της άδειας λειτουργίας Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή η εξαγορά συμμετοχής σε αυτήν υποκρύπτει ή αποσκοπεί στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα σύμφωνα με τον ν. 4557/2018, τότε: α) αρνείται τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας ή β) δεν επιτρέπει την απόκτηση ή την αύξηση ειδικής συμμετοχής σύμφωνα με το άρθρο 9. 4. Η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια λειτουργίας Ε.Δ.Α.Δ.Π. μόνον αν οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία ο αιτών έχει στενούς δεσμούς ή αν δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων δεν παρεμποδίζουν την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της. 5. Για τους σκοπούς των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αιτείται τη γνωστοποίηση στοιχείων σχετικών ιδίως με το κύρος, την εκπαίδευση, τις ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και την κατάρτιση των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων.

Ν5072 Άρθρο 12

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 78.1%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 12: Μητρώο της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 9 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταρτίζει και τηρεί δημόσιο μητρώο, στο οποίο εγγράφονται οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων και οι διαχειριστές πιστώσεων με έδρασε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παρέχουν δραστηριότητες στην Ελλάδα, ασκώντας είτε το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης είτε το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 13 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2021 για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των Οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ (L 438) και το άρθρο 17 του παρόντος. 2. Το μητρώο της παρ. 1 είναι διαθέσιμο στο κοινό, προσβάσιμο ηλεκτρονικά στον επίσημο διαδικτυακό τόπο της Τράπεζας της Ελλάδος και ενημερώνεται σε τακτική βάση. 3. Σε περίπτωση ανάκλησης μίας άδειας λειτουργίας κατά το άρθρο 11, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει το δημόσιο μητρώο της παρ. 1 του παρόντος χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

ΚΠολΔ Άρθρο 106

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 78.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 106: Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Ν5072 Άρθρο 7

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 77.0%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 7: Δυνατότητα κατοχής χρηματικών ποσών (άρθρο 6 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Οι διαχειριστές πιστώσεων επιτρέπεται να εισπράττουν και να κατέχουν χρηματικά ποσά από δανειολήπτες, με σκοπό τη μεταβίβαση των εν λόγω χρηματικών ποσών στους αγοραστές των πιστώσεων που διαχειρίζονται, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις της παρ. 2, εκτός αν αυτή η δυνατότητα απαγορεύεται στο κράτος μέλος καταγωγής του διαχειριστή πιστώσεων. 2. Οι διαχειριστές πιστώσεων οφείλουν, εκτός από τις απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας της παρ. 1 του άρθρου 6, να ανταποκρίνονται και στις παρακάτω απαιτήσεις: α) να διατηρούν χωριστό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα ή λειτουργεί στην Ελλάδα με υποκατάστημα και δεν αποτελεί συνδεδεμένη με τα εν λόγω πρόσωπα οντότητα κατά την έννοια του συνδεδεμένου μέρους του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014 (Α’ 251), στον οποίο όλα τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται από δανειολήπτες πιστώνονται και φυλάσσονται έως τη μεταφορά τους στον αντίστοιχο αγοραστή πιστώσεων, υπό τους όρους που έχουν συμφωνηθεί με τον αγοραστή πιστώσεων, β) να καθορίζουν ότι, όταν ένας δανειολήπτης πραγματοποιεί πληρωμή στα εν λόγω πρόσωπα με σκοπό, εν μέρει ή εν όλω, την επιστροφή των οφειλόμενων ποσών που σχετίζονται με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, η εν λόγω πληρωμή θεωρείται ότι έχει καταβληθεί στον αγοραστή πιστώσεων, γ) να παραδίδουν απόδειξη παραλαβής ή βεβαίωση απαλλαγής στον δανειολήπτη, σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο, κάθε φορά που αυτά τα πρόσωπα εισπράττουν χρηματικά ποσά από τον δανειολήπτη, βεβαιώνοντας τα εισπραχθέντα ποσά. 3. Ο λογαριασμός της περ. α) της παρ. 2 είναι ανεκχώρητος και ακατάσχετος έναντι οποιουδήποτε τρίτου μέρους πλην του αγοραστή πιστώσεων, περιλαμβανομένου και του δημοσίου και του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), δεν υπάγεται στην πτωχευτική περιουσία σε περίπτωση πτώχευσης του διαχειριστή πιστώσεων, και το σύνολο του ποσού που είναι κατατεθειμένο σε αυτόν αποδίδεται στον διαχειριστή πιστώσεων. 4. Η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις που ζητεί να αδε ιοδοτηθεί ως διαχειριστής πιστώσεων και δεν προτίθεται να εισπράττει και να κατέχει χρηματικά ποσά από δανειολήπτες στο πλαίσιο του επιχειρηματικού της μοντέλου, αναφέρει την πρόθεση αυτή στην αίτησή της για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας της παρ. 1 του άρθρου 8.

Ν5072 Άρθρο 11

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 77.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 11: Ανάκληση της άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων (άρθρο 8 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί με απόφασή της να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων που έχει χορηγήσει σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.), μόνο αν η Ε.Δ.Α.Δ.Π.: α) δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα (12) μηνών από τη χορήγησή της, β) παραιτείται ρητώς από την άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων, γ) έπαυσε να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων για περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών, δ) απέκτησε την άδεια λειτουργίας Ε.Δ.Α.Δ.Π. με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο παράνομο τρόπο, ε) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας Ε.Δ.Α.Δ.Π. που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 6 και εφόσον συντρέχει στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 7, ή παραλείπει να ενημερώσει την Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με σημαντικές εξελίξεις ως προς το θέμα αυτό, στ) διαπράττει ή έχει διαπράξει σοβαρή παράβαση της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας και των κανονιστικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, περί προστασίας του καταναλωτή ή της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής και του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση. Αρμόδιες για τη διαπίστωση των ανωτέρω παραβάσεων είναι οι αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών, από τις οποίες ενημερώνεται η Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά. ζ) έχει υποπέσει σε άλλη παράβαση που προβλέπει ρητά ως κύρωση την ανάκληση της άδειάς της πέρα από τις αναφερόμενες στο παρόν, η) χρησιμοποιείται ως μέσο για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδοτεί εγκληματικές δραστηριότητες, θ) παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ι) δεν συμμορφώνεται συστηματικά με την έκθεση της περ. η) της παρ. 2 του άρθρου 8. Η Τράπεζα της Ελλάδος για τη διαπίστωση της παράβασης αυτής δεν λαμβάνει υπόψη τις οδηγίες ή εντολές του δικαιούχου των απαιτήσεων προς την Ε.Δ.Α.Δ.Π., ια) δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της παρ. 3 του άρθρου 21, ιβ) έχει ίδια κεφάλαια που υπολείπονται των κεφαλαίων που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 10 και δεν τα αποκαθιστά εντός της προθεσμίας που έχει ταχθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 10, ιγ) δεν συμμορφώνεται συστηματικά με την υποχρέωση πληροφόρησης του δανειολήπτη σύμφωνα με το άρθρο 13 και από την παράλειψη αυτή διαπιστώνεται ότι δεν διαθέτει αποτελεσματικές ρυθμίσεις διακυβέρνησης και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 6 που διασφαλίζουν το ειδικότερο δικαίωμα των δανειοληπτών για πληροφόρηση. 2. Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με την παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής αν η Ε.Δ.Α.Δ.Π. παρέχει δραστηριότητες σύμφωνα με το άρθρο 16, καθώς και τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, αν η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής. 3. Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας δημοσιεύονται αμελλητί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στο μητρώο του άρθρου 12.

Ν5072 Άρθρο 16

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 77.4%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 16: Παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση σε άλλα κράτη μέλη από αδειοδοτημένες Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (άρθρο 13 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) που διαθέτουν άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων έχουν το δικαίωμα να ασκούν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων που καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας τους, υπό τους περιορισμούς και τις απαιτήσεις που θεσπίζονται από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής με την οποία ενσωματώνεται η Οδηγία 2021/2167/ΕΕ. Το ως άνω δικαίωμα αφορά αποκλειστικά τις απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενες πιστώσεις, για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα με έδρα στην Ε.Ε.. Απαγορεύεται η είσπραξη και κατοχή χρηματικών ποσών από δανειολήπτες που δεν συνδέονται με άλλες απαιτήσεις της αδειοδότησής τους ή με απαιτήσεις αδειοδότησης που καθορίζονται για την επαναδιαπραγμάτευση των όρων και προϋποθέσεων που σχετίζονται με τα δικαιώματα του πιστωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης ή την ίδια τη σύμβαση πίστωσης, εφόσον τέτοια απαγόρευση υπάρχει στη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής. 2. Ε.Δ.Α.Δ.Π. που διαθέτει άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων και επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος, ασκώντας είτε το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης είτε το δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος τις ακόλουθες πληροφορίες: α) το κράτος μέλος υποδοχής στο οποίο προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες και, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι ήδη γνωστές σε αυτήν, το κράτος μέλος στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής, β) τη διεύθυνση του υποκαταστήματός της στο κράτος μέλος υποδοχής, αν έχει ιδρυθεί, γ) τα στοιχεία ταυτότητας και τη διεύθυνση του παρόχου πιστωτικών υπηρεσιών στο κράτος μέλος υποδοχής, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, δ) τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση της παροχής των υπηρεσιών διαχείρισης πιστώσεων στο κράτος μέλος υποδοχής, ε) κατά περίπτωση, λεπτομέρειες σχετικά με τα μέτρα που ελήφθησαν για την προσαρμογή των εσωτερικών διαδικασιών, του οργανωτικού πλαισίου διακυβέρνησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου της Ε.Δ.Α.Δ.Π., ώστε να διασφαλισθεί η συμμόρφωση με το εφαρμοστέο δίκαιο στις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, στ) περιγραφή της διαδικασίας που έχει θεσπισθεί για τη συμμόρφωση με τους κανόνες για την πρόληψη και την καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όταν η εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής με την οποία ενσωματώνεται η Οδηγία 2015/849/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2015 «σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (L 141)» ορίζει τους διαχειριστές πιστώσεων ως υπόχρεες οντότητες για τους σκοπούς εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας, ζ) ότι η Ε.Δ.Α.Δ.Π. διαθέτει κατάλληλα μέσα για την επικοινωνία στη γλώσσα του κράτους μέλους υποδοχής ή στη γλώσσα της σύμβασης πίστωσης, και η) κατά πόσον η άδεια λειτουργίας που έχει λάβει η Ε.Δ.Α.Δ.Π. από την Τράπεζα της Ελλάδος καλύπτει τη δυνατότητα να εισπράττει και να έχει στην κατοχή της χρηματικά ποσά από δανειολήπτες. 3. Η Τράπεζα της Ελλάδος, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από τη γνωστοποίηση όλων των πληροφοριών της παρ. 2, διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, οι οποίες επιβεβαιώνουν την παραλαβή τους, χωρίς καθυστέρηση. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει στη συνέχεια την Ε.Δ.Α.Δ.Π. σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία οι πληροφορίες κοινοποιήθηκαν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και την ημερομηνία κατά την οποία οι εν λόγω αρμόδιες αρχές επιβεβαιώνουν την παραλαβή των πληροφοριών. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβιβάζει επίσης όλες τις πληροφορίες της παρ. 2 στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής. 4. Η παράλειψη της έγκαιρης διαβίβασης πληροφοριών της παρ. 3 συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. 5. Η Ε.Δ.Α.Δ.Π. δύναται να αρχίσει να ασκεί δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής από την ημερομηνία οποιουδήποτε εκ των ακόλουθων χρονικών σημείων, ανάλογα με το ποιο θα επέλθει νωρίτερα: α) της παραλαβής της κοινοποίησης εκ μέρους των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, με την οποία επιβεβαιώνεται η παραλαβή της κοινοποίησης της παρ. 3, β) ελλείψει παραλαβής της κοινοποίησης που αναφέρεται στην περ. α), μετά την παρέλευση δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής όλων των πληροφοριών της παρ. 2 στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής. 6. Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. ενημερώνουν την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, για οιαδήποτε μεταβολή στο περιεχόμενο των πληροφοριών που απαιτείται να της κοινοποιούνται σύμφωνα με την παρ. 2. Στην περίπτωση αυτή, τηρείται η διαδικασία των παρ. 3, 4 και 5.

ΚΠολΔ Άρθρο 122Α

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 76.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 122Α: 1. Επίδοση εγγράφου είναι δυνατόν να διενεργείται και με ηλεκτρονικά μέσα από πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν δικαστικό επιμελητή, διορισμένο στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία ή τη διαμονή του ή την έδρα του, κατά τον χρόνο διενέργειας της επίδοσης, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο αυτή απευθύνεται. 2. Τα δικόγραφα είναι δυνατόν να επιδίδονται, σύμφωνα με την παρ. 1, και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρουν εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια της περ. 20 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020 (Α 184). Η επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται συντελεσ μένη μόνο εφόσον επιστραφεί στον διενεργούντα την επίδοση δικαστικό επιμελητή, ηλεκτρονική απόδειξη παραλαβής του εγγράφου, η οποία φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια της περ. 20 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020, του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση. Επί ποινή ακυρότητας, η ηλεκτρονική απόδειξη περιέχεται στην έκθεση επίδοσης την οποία συντάσσει ο δικαστικός επιμελητής σύμφωνα με το άρθρο 139 ΚΠολΔ. Η επίδοση θεωρείται ανυπόστατη αν η ηλεκτρονική απόδειξη δεν περιέλθει στον διενεργούντα την επίδοση μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες από την αποστολή. Συνέπεια του ανυπόστατου της ηλεκτρονικής επίδοσης είναι η αυτοδίκαιη διενέργειά της με φυσικό τρόπο επίδοσης, όπως ορίζουν τα άρθρα 122 επ. 3. Με την επιφύλαξη της παρ. 4, φυσικό πρόσωπο ή, στην περίπτωση νομικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπός αυτού, που επιθυμεί να αποστέλλει ή να λαμβάνει έγγραφα με ηλεκτρονικά μέσα υποχρεούται να δηλώσει μία μοναδική ηλεκτρονική διεύθυνση στο Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας (Ε.Μ.Επ.) του άρθρου 17 του ν. 4704/2020 (ΑΆ 133). Αν πρόκειται για κάτοικο εξωτερικού ή νομικό πρόσωπο με έδρα στην αλλοδαπή, η δήλωση υποβάλλεται στο ανωτέρω Μητρώο. 4. Η επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 3, με παραλήπτη το Δημόσιο, πιστωτικό ίδρυμα, ίδρυμα πληρωμών, κατάστημα ηλεκτρονικού χρήματος ή ασφαλιστική εταιρεία διενεργείται στην εκάστοτε αρμόδια αποκεντρωμένη υπηρεσία ή κεντρικό υποκατάστημα της περιφέρειας, όπου κατά τον χρόνο επίδοσης, έχει την έδρα του, ο διενεργών την επίδοση δικαστικός επιμελητής. Σε περίπτωση μη ύπαρξης αρμόδιας αποκεντρωμένης υπηρεσίας ή κεντρικού υποκαταστήματος της περιφέρειας, η επίδοση διενεργείται στην κεντρική έδρα των φορέων του πρώτου εδάφιου. Για τον σκοπό αυτόν, οι νόμιμοι εκπρόσωποι των νομικών προσώπων υποχρεούνται να δηλώνουν την ηλεκτρονική τους διεύθυνση στο Ε.Μ.Επ., όπως επίσης και το όνομα του αντιπροσώπου, εκπροσώπου ή υπαλλήλου που είναι εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει ηλεκτρονικά το έγγραφο που επιδίδεται. 5. [Καταργείται]. 6. Αντικατάσταση ή κατάργηση της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έχει καταχωριστεί γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 4704/2020. 7. Η επίδοση στον αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 143, μπορεί να γίνεται και στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που περιέχεται σε δικόγραφο, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 119 ΚΠολΔ. 8. Στις περιπτώσεις ηλεκτρονικής επίδοσης οι δικονομικές προθεσμίες παρατείνονται κατά μία (1) ημέρα. 9. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, εξειδικεύονται οι όροι δημιουργίας και λειτουργίας της ηλεκτρονικής εφαρμογής για την επίδοση εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα και καθορίζεται κάθε αναγκαία, τεχνική ή άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος 10. [Καταργείται]..

ΚΕΔΕ Άρθρο 2

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 76.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 2: Όργανα είσπραξης - Νόμιμος τίτλος 1. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), για τα οποία εφαρμόζεται αποκλειστικά ο ως άνω Κώδικας, η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανήκει στην αρμοδιότητα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και των λοιπών οργάνων που ορίζονται με ειδικές διατάξεις για τον σκοπό αυτόν ή των ειδικών ταμιών, στους οποίους έχει ανατεθεί η είσπραξη ειδικών εσόδων. Ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Διοικητής της ΑΑΔΕ) μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και να αναθέτει τα καθήκοντα του ιδίου ή της ΑΑΔΕ, που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα και την κείμενη νομοθεσία, σε όργανα της ΑΑΔΕ. Επίσης, μπορεί, με απόφασή του, να εξουσιοδοτεί ιεραρχικά υφιστάμενό του όργανο να υπογράφει, με εντολή του, πράξεις ή άλλα έγγραφα της αρμοδιότητάς του. Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ μπορεί να ανακαλεί οποτεδήποτε εγγράφως κάθε μεταβίβαση αρμοδιότητας, ανάθεση καθήκοντος και εξουσιοδότηση κατά το παρόν άρθρο. 2. H είσπραξη των δημοσίων εσόδων που ανήκει στην αρμοδιότητα της ΑΑΔΕ και διενεργείται κατά τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, μπορεί να ανατεθεί με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ σε ένα ή περισσότερα από τα κάτωθι πρόσωπα: α) πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε σε τρίτη χώρα, καθώς και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζονται στην περ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 (Α΄ 84), γ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, δ) ιδρύματα πληρωμών, όπως ορίζονται στο στοιχείο 4 του άρθρου 4 του ν. 4537/2018, ε) στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δεν ενεργεί με την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, στ) οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία. Με όμοια απόφαση καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών από τους προαναφερόμενους φορείς είσπραξης, οι αμοιβές των φορέων είσπραξης, καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη από αυτούς. 3. Η είσπραξη των λοιπών δημοσίων εσόδων μπορεί να ανατεθεί σε κάποια από τα πρόσωπα της παρ. 2 ή σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία της είσπραξης καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη αυτών. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει και για την είσπραξη των εσόδων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), ο οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας των οποίων προβλέπει ειδική ταμειακή υπηρεσία. 4. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ., για τα οποία εφαρμόζεται αποκλειστικά ο ως άνω Κώδικας, νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) τα έγγραφα στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.). 5. Η είσπραξη στις περιπτώσεις της παρ. 4 πραγματοποιείται από την ΑΑΔΕ μετά την καταχώριση των στοιχείων του νόμιμου τίτλου στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, είτε κατόπιν αποστολής στην ΑΑΔΕ χρηματικού καταλόγου από την αρχή που απέκτησε τον νόμιμο τίτλο είτε με βάση μόνο τον νόμιμο τίτλο, εφόσον αυτός έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην ΑΑΔΕ. Ο χρηματικός κατάλογος περιέχει τα προσδιοριστικά στοιχεία της οφειλής, του υπόχρεου και των συνυπόχρεων ευθυνόμενων τρίτων. Η παράλειψη αναφοράς των ευθυνόμενων συνυπόχρεων δεν θίγει το κύρος του νόμιμου τίτλου ούτε τη νομιμότητα της εισπρακτικής διαδικασίας ή της διαδικασίας της εκτέλεσης. Η για οποιονδήποτε λόγο μερική ή ολική αναστολή του νόμιμου τίτλου δεν κωλύει την καταχώριση του συνόλου της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ. 6. Η είσπραξη: α) στην περίπτωση των εκτελεστών τίτλων του Κ.Φ.Δ. και β) οποιουδήποτε τίτλου, κατ’ εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων επιβολής πολλαπλών τελών, πραγματοποιείται μόνο δυνάμει του τίτλου. Οι τίτλοι του προηγούμενου εδαφίου καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ, αποκλειστικά, για λόγους παρακολούθησης της οφειλής, χωρίς η καταχώριση να αποτελεί όρο της νομιμότητας της εισπρακτικής διαδικασίας ή της εκτέλεσης. Επιδικαζόμενες υπέρ του Δημοσίου κάθε είδους χρηματικές αποζημιώσεις στο πλαίσιο ποινικών δικών, που αφορούν αδικήματα τα οποία προβλέπονται από τη φορολογική και τελωνειακή νομοθεσία, είναι δυνατόν να εισπράττονται από την ΑΑΔΕ και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου. 7. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ καθορίζονται το περιεχόμενο του χρηματικού καταλόγου και των βιβλίων του παρόντος άρθρου, ο τρόπος καταχώρισης των απαραίτητων στοιχείων σε αυτά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Ν5072 Άρθρο 27

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 76.5%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 27: Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 23 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι αρμόδια να επιβάλλει, με απόφασή της, διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διορθωτικά μέτρα σε περίπτωση παράβασης του παρόντος Μέρους, των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων και γενικότερα των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που αφορούν στις αρμοδιότητές της σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 25, περί ορισμού αρμοδίων αρχών, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις που: α) διαχειριστής πιστώσεων δεν πληροί την απαίτηση που καθορίζεται στο άρθρο 14, περί συμβατικής σχέσης μεταξύ διαχειριστή πιστώσεων και αγοραστή πιστώσεων, ή συνάπτει σύμβαση εξωτερικής ανάθεσης κατά παράβαση του άρθρου 15, περί εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από διαχειριστή πιστώσεων, ή ο πάροχος πιστωτικών υπηρεσιών, στον οποίο ανατίθενται οι δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων εξωτερικά, διαπράττει σοβαρή παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, β) διαχειριστής πιστώσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις για το οργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου που καθορίζονται στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 6, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων του δανειολήπτη και η συμμόρφωση με τους κανόνες περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, γ) η πολιτική του διαχειριστή πιστώσεων δεν επαρκεί για την ορθή μεταχείριση των δανειοληπτών, όπως προβλέπεται στην περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 6, δ) οι εσωτερικές διαδικασίες του διαχειριστή πιστώσεων, όπως καθορίζονται στην περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου 6, δεν προβλέπουν την καταγραφή και τον χειρισμό των παραπόνων των δανειοληπτών, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο παρόν, ε) αγοραστής πιστώσεων που έχει έδρα στην Ελλάδα ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο αντιπρόσωπος που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23, περί αντιπροσώπων αγοραστών πιστώσεων από τρίτη χώρα, δεν γνωστοποιεί τις πληροφορίες του άρθρου 22, περί ορισμού διαχειριστών πιστώσεων ή άλλων οντοτήτων, και του άρθρου 24, περί γνωστοποίησης στις αρμόδιες αρχές της μεταβίβασης πιστώσεων, στ) αγοραστής πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο αντιπρόσωπος που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 21 του παρόντος, περί υποχρεώσεων των αγοραστών πιστώσεων, ζ) αγοραστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 23, η) πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 δεν γνωστοποιεί τις πληροφορίες του άρθρου 20, περί υποχρέωσης πληροφόρησης για τα δικαιώματα που απορρέουν από συμβάσεις πίστωσης, θ) Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) επιτρέπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 6 που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της εν λόγω περίπτωσης ή της περ. γ) της παρ. 1, να καταστούν ή να παραμείνουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή γενικοί διευθυντές ή να κατέχουν αντίστοιχη διοικητική θέση, ακόμη και αν δεν συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο, ι) διαχειριστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 31, ια) αγοραστής πιστώσεων ή, κατά περίπτωση, διαχειριστής πιστώσεων ή οποιαδήποτε οντότητα των υποπερ. i) ή iii) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ ή οντότητα των υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος, δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 13, περί σχέσεων με τον δανειολήπτη, ιβ) Ε.Δ.Α.Δ.Π. εισπράττει και κατέχει χρηματικά ποσά από δανειολήπτες, παρότι αυτό δεν επιτρέπεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους όπου παρέχει υπηρεσίες δυνάμει του άρθρου 16, περί παροχής υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση σε άλλα κράτη μέλη από Ε.Δ.Α.Δ.Π., ιγ) διαχειριστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 7, περί δυνατότητας κατοχής χρηματικών ποσών, ιδ) αγοραστής ή διαχειριστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με τις περ. α), β), δ) της παρ. 1, καθώς και τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 13, καθώς και σε περίπτωση μη χορήγησης των πληροφοριών, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 40, μέχρι τη θέση σε λειτουργία του συστήματος προσωποποιημένης πληροφόρησης, απέναντι σε δανειολήπτη, ο οποίος δεν είναι καταναλωτής, ιε) αγοραστής ή διαχειριστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με την παρ. 3 του άρθρου 13. 2. Στις περιπτώσεις της παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει, με απόφασή της, διαζευκτικά ή σωρευτικά, διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα που είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά, και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής: α) ανάκληση άδειας λειτουργίας Ε.Δ.Α.Δ.Π. σύμφωνα με το άρθρο 11, β) εντολή ή σύσταση συμμόρφωσης προς το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο ή τον διαχειριστή πιστώσεων ή τον αγοραστή πιστώσεων ή, κατά περίπτωση, τον αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, για διόρθωση ή και παύση της παράβασης, καθώς και παράλειψή της στο μέλλον, ή, αν το εν λόγω φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει ήδη συμμορφωθεί πριν από τη σύσταση, σύσταση παράλειψης της προσβολής στο μέλλον, γ) διοικητικά χρηματικά πρόστιμα σε διαχειριστή πιστώσεων ή σε αγοραστή πιστώσεων, ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, μέγιστου ύψους έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, δ) δημόσια ανακοίνωση, στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο και η φύση της παράβασης, ε) προσωρινή απαγόρευση ή οριστική απομάκρυνση των φυσικών προσώπων της παρ. 4 να ασκούν καθήκοντα σε Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή σε αγοραστή πιστώσεων που έχει έδρα στην Ελλάδα ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23. 3. Κατά τον προσδιορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή διορθωτικών μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων της περ. γ) της παρ. 2, λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές περιστάσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ενδεικτικά: α) το είδος, η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης, β) ο βαθμός της ευθύνης του διαχειριστή πιστώσεων ή του αγοραστή πιστώσεων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, του αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που είναι υπεύθυνος για την παράβαση, γ) η οικονομική επιφάνεια του διαχειριστή πιστώσεων ή του αγοραστή πιστώσεων ή του αντιπροσώπου που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που είναι υπεύθυνος για την παράβαση, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τον συνολικό κύκλο εργασιών ή/και τη συνολική αξία των υπό διαχείριση απαιτήσεων του νομικού προσώπου, δ) το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν εξαιτίας της παράβασης από τον διαχειριστή πιστώσεων ή τον αγοραστή πιστώσεων ή τον αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που είναι υπεύθυνος για την παράβαση, στον βαθμό που τα εν λόγω κέρδη ή ζημίες μπορούν να προσδιορισθούν, ε) οι ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό πο

Ν5072 Άρθρο 9

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 76.2%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 9: Έλεγχος ειδικής συμμετοχής 1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προτίθεται να αποκτήσει ή να αυξήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή του σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) («υποψήφιος αγοραστής»), ούτως ώστε η αναλογία επί του εταιρικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει το ποσοστό του δέκα τοις εκατό (10%), του είκοσι τοις εκατό (20 %), του τριάντα τοις εκατό (30 %) ή του πενήντα τοις εκατό (50%) ή ώστε η Ε.Δ.Α.Δ.Π. να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση, ενημερώνει γραπτώς και εκ των προτέρων την Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με την πρόθεσή του, παρέχοντας τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την παρ. 2. Το ίδιο ισχύει για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή ή να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, ούτως ώστε η αναλογία επί του εταιρικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου να μειωθεί κάτω από το δέκα τοις εκατό (10%), το είκοσι τοις εκατό (20%), το τριάντα τοις εκατό (30%) ή το πενήντα τοις εκατό (50%) ή ώστε η Ε.Δ.Α.Δ.Π. να πάψει να είναι θυγατρική του επιχείρηση. Για την πλήρωση των κριτηρίων ειδικής συμμετοχής, εφαρμόζεται το άρθρο 28 του ν. 4261/2014 (Α’ 107). 2. Ο υποψήφιος αγοραστής ειδικής συμμετοχής παρέχει στην Τράπεζα της Ελλάδος πληροφορίες, οι οποίες αναφέρουν το μέγεθος της συμμετοχής που προτίθεται να αποκτήσει και τις πληροφορίες της περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 4261/2014. 3. Εκτός από τις ποινικές κυρώσεις και τις κυρώσεις της παρ. 6 του άρθρου 27 αν η επιρροή ενός υποψήφιου αγοραστή είναι πιθανό να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή αν δεν τηρηθεί η υποχρέωση της εκ των προτέρων ενημέρωσης του παρόντος με την προσκόμιση επαρκών στοιχείων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή της, εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή του πλήρους φακέλου να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής ή να λάβει άλλα κατάλληλα μέτρα για να μεταβιβασθεί η συμμετοχή σε πρόσωπο που δεν δημιουργεί κίνδυνο εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της Ε.Δ.Α.Δ.Π.. Στα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνονται εντολές, προσωρινά μέτρα ή κυρώσεις κατά των προσώπων της παρ. 1, των μελών του διοικητικού συμβουλίου, των διευθυντών ή των υπευθύνων για τη διαχείριση, ή η αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου. Η ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να δημοσιοποιείται κατά την κρίση της. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος επιτρέψει την εν λόγω αγορά, δύναται να ορίσει προθεσμία ή και όρους για την υλοποίησή της. 4. Εάν αγοραστής αποκτήσει συμμετοχή, παρά την αντίθεση της Τράπεζας της Ελλάδος και ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την εν λόγω συμμετοχή και η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο, το οποίο δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. 5. Για τους σκοπούς του παρόντος, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητεί τη γνωστοποίηση στοιχείων σχετικών ιδίως με το κύρος, την εκπαίδευση, τις ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και την κατάρτιση των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων. 6. Η περ. α) της παρ. 6 του άρθρου 23 του ν. 4261/2014, περί γνωστοποίησης και αξιολόγησης προτεινόμενων αποκτήσεων συμμετοχής, ισχύει αναλόγως.

Ν5072 Άρθρο 18

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 76.0%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 18: Εποπτεία των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων που παρέχουν υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη με ή χωρίς εγκατάσταση (άρθρο 14 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ελέγχει και αξιολογεί τη συνεχή συμμόρφωση των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων που ασκούν δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 16, ως προς τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει, διεξάγει έρευνες και επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα σε Ε.Δ.Α.Δ.Π. με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων, σύμφωνα με την Οδηγία 2021/2167/ΕΕ, όταν ασκούν δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σε κράτος μέλος υποδοχής. 2. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, γνωστοποιεί τα μέτρα που λαμβάνει σε σχέση με τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων που ασκούν δραστηριότητες σε άλλο κράτος μέλος στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής. 3. Όταν Ε.Δ.Α.Δ.Π. με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων ασκεί δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σε άλλο κράτος μέλος, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή κράτους μέλους καταγωγής, συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων τους, ιδίως κατά τη διενέργεια ελέγχων, ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων. 4. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων της βάσει του παρόντος Μέρους, γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ότι επιθυμεί να διενεργήσει, είτε η ίδια είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτήν προσώπων, επιτόπια επιθεώρηση σε υποκατάστημα που έχει ιδρυθεί ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών που έχει ορισθεί στο κράτος μέλος υποδοχής. Για τον σκοπό αυτόν, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητεί τη συνδρομή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη διενέργεια των εν λόγω επιτόπιων επιθεωρήσεων. Η επιτόπια επιθεώρηση του ανωτέρω υποκαταστήματος ή παρόχου πιστωτικών υπηρεσιών πραγματοποιείται σύμφωνα με την κείμενη εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο αυτή διενεργείται και επιβάλλονται τα κατάλληλα μέτρα που αποφασίζουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 14 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ. 5. Εφόσον η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής αποφασίζει να διενεργήσει επιτόπιες επιθεωρήσεις για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος σε συνέχεια του αιτήματος της παρ. 4, η Τράπεζα της Ελλάδος ζητεί να λάβει ενημέρωση εκ μέρους της χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σχετικά με τα αποτελέσματα αυτών. 6. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων, των επιτόπιων επιθεωρήσεων και ερευνών, εάν οι τελευταίες με δική τους πρωτοβουλία αποφασίζουν να προβούν στα ανωτέρω σε σχέση με τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων που παρέχονται από Ε.Δ.Α.Δ.Π. στο έδαφός τους. 7. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο Ε.Δ.Α.Δ.Π. με άδεια λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων ασκεί δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 16, αναφορικά με τα στοιχεία βάσει των οποίων τεκμηριώνεται ότι η εν λόγω Ε.Δ.Α.Δ.Π. παραβαίνει σχετικές υποχρεώσεις της κείμενης νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των εξουσιών εποπτείας, διενέργειας ερευνών και επιβολής κυρώσεων των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής σε σχέση με την Ε.Δ.Α.Δ.Π. που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, και ιδίως από τις διατάξεις που εφαρμόζονται στην πίστωση ή στη σύμβαση πίστωσης. 8. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, αν η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής, αναφορικά με τα στοιχεία βάσει των οποίων τεκμηριώνεται ότι η εν λόγω Ε.Δ.Α.Δ.Π. παραβαίνει την κείμενη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους όπου χορηγήθηκε η πίστωση, με την οποία ενσωματώνεται η Οδηγία 2021/2167/ΕΕ ή τη νομοθεσία που διέπει την πίστωση ή τη σύμβαση πίστωσης. Στην περίπτωση αυτή εξετάζει το σχετικό αίτημα από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση ώστε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των εξουσιών εποπτείας, διενέργειας ερευνών και επιβολής κυρώσεων των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εφόσον η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής. 9. Εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λάβει την ενημέρωση και το αίτημα της παρ. 8 από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, τότε γνωστοποιεί αναλυτικά στοιχεία σχετικά με κάθε διοικητική ή άλλη διαδικασία που έχει ξεκινήσει σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που της διαβιβάστηκαν εκ μέρους των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, ή με διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα που επιβλήθηκαν στη συγκεκριμένη Ε.Δ.Α.Δ.Π. ή με αιτιολογημένη απόφαση περί μη λήψης μέτρων, στις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την παραλαβή του αιτήματος της παρ. 8. Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνει τακτικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με το στάδιο εξέλιξης της διαδικασίας. Όταν Ε.Δ.Α.Δ.Π. εξακολουθεί να παραβαίνει τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 16 και αφού οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν ενημερώσει σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος, μπορεί να επιβληθούν στην Ε.Δ.Α.Δ.Π. από τις ανωτέρω αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωσή τη

Ν5072 Άρθρο 26

Δάνεια: Διαφάνεια και Προστασία Δανειοληπτών (Ν. 5072/2023)
Σχετικότητα 76.0%
Κείμενο Άρθρου
Ν5072 Άρθρο 26: Εποπτικός ρόλος και εποπτικές εξουσίες της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 22 Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ) 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, μπορεί να ασκεί όλες τις εποπτικές εξουσίες, να διενεργεί ελέγχους, να προβαίνει στις αναγκαίες έρευνες και να επιβάλλει πρόστιμα, κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που είναι αναγκαία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων της, όπως προβλέπονται στο παρόν Μέρος, στα οποία, μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβάνονται: α) η χορήγηση ή η άρνηση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων σε Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 8, β) η ανάκληση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων από Ε.Δ.Α.Δ.Π. σύμφωνα με το άρθρο 11, γ) η απαγόρευση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων, δ) η διεξαγωγή επιτόπιων και μη επιθεωρήσεων και η διενέργεια ελέγχων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), ε) η επιβολή διοικητικών κυρώσεων και διορθωτικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 27, στ) η αξιολόγηση συμβάσεων εξωτερικής ανάθεσης που συνάπτονται μεταξύ των διαχειριστών πιστώσεων και των παρόχων πιστωτικών υπηρεσιών σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 15, ζ) η απαίτηση από τους διαχειριστές πιστώσεων να απομακρύνουν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή τον Διευθύνοντα Σύμβουλο εφόσον δεν αποτελεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, όταν αυτά δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις περ. β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 6. Ειδικότερα, αν η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, κρίνει αιτιολογημένα ότι είναι ακατάλληλο οποιοδήποτε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Δ.Α.Δ.Π. για να ενεργεί ως μέλος αυτού, ή Διευθύνων Σύμβουλος ή ελεγκτής ή αρμόδιος διευθυντής ή υπάλληλος της Ε.Δ.Α.Δ.Π., σύμφωνα με τον παρόν Μέρος και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές αποφάσεις, δύναται να ζητήσει εγγράφως την αντικατάστασή τους, η) η απαίτηση από τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. να τροποποιούν ή να επικαιροποιούν τις ρυθμίσεις της εσωτερικής τους διακυβέρνησης και του συστήματος του εσωτερικού τους ελέγχου, προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματικά ο σεβασμός των δικαιωμάτων των δανειοληπτών σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση πίστωσης, θ) η απαίτηση από τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. να τροποποιούν ή να επικαιροποιούν τις πολιτικές που θεσπίζουν, ώστε να διασφαλίζουν τη δίκαιη και επιμελή μεταχείριση των δανειοληπτών, την καταγραφή και τον χειρισμό των παραπόνων των δανειοληπτών, και ι) η απαίτηση περαιτέρω πληροφοριών σχετικά με τη μεταβίβαση των απαιτήσεων από συμβάσεις πιστώσεων. 2. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί όλες τις εξουσίες της για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων της σύμφωνα με το παρόν ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή του κράτους μέλους υποδοχής ή του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εάν η Ελλάδα δεν αποτελεί ούτε κράτος μέλος καταγωγής ούτε κράτος μέλος υποδοχής. 3. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, αξιολογεί, με την εφαρμογή προσέγγισης που βασίζεται σε παράγοντες κινδύνου, την εφαρμογή από τις Ε.Δ.Α.Δ.Π. των απαιτήσεων των περ. ε) έως η) της παρ. 1 του άρθρου 6. 4. Η Τράπεζα της Ελλάδος προσδιορίζει το εύρος της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παρ. 3, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της εκάστοτε Ε.Δ.Α.Δ.Π.. 5. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ή του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εάν η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής, σχετικά με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της παρ. 3, κατόπιν αιτήματος μιας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές ή όταν η ίδια το κρίνει σκόπιμο. Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, διαβιβάζει τις λεπτομέρειες σχετικά με τυχόν διοικητικές κυρώσεις ή διορθωτικά μέτρα που έχει επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εάν η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής. 6. Κατά τη διενέργεια της αξιολόγησης της παρ. 3, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, εάν η πίστωση δεν χορηγήθηκε ούτε στην Ελλάδα ούτε στο κράτος μέλος υποδοχής, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες ώστε να μπορεί να ασκεί τις σχετικές αρμοδιότητες και τα καθήκοντά της, όπως καθορίζονται στο παρόν Μέρος. Η εν λόγω συνεργασία εφαρμόζεται αναλόγως και αν η Τράπεζα της Ελλάδος συνιστά αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ή του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, όταν η Ελλάδα δεν είναι το κράτος μέλος υποδοχής. 7. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, μπορεί να απαιτεί από τις Ε.Δ.Α.Δ.Π., τους παρόχους πιστωτικών υπηρεσιών, τους αγοραστές πιστώσεων με έδρα στην Ελλάδα ή τους αντιπροσώπους με έδρα στην Ελλάδα που έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, που δεν συμμορφώνονται με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος Μέρους, να λάβουν από τη χρονική στιγμή που αυτό διαπιστώνεται όλα τα απαραίτητα μέτρα ή ενέργειες ώστε να συμμορφωθούν με τις εκάστοτε σχετικές διατάξεις. 8. Οι διαχειριστές πιστώσεων και οι αγοραστές πιστώσεων ή οι αντιπρόσωποι που έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, ύστερα από κλήση της Τράπεζας της Ελλάδος, επιτρέπουν σε εξουσιοδοτημένους προς τον σκοπό αυτό υπαλλήλους της Τράπεζας της Ελλάδος να εισέλθουν στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των ιδίων ή των παρόχων πιστωτικών υπηρεσιών, στους οποίους οι διαχειριστές πιστώσεων έχουν αναθέσει εξωτερικά δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος ή το άρθρο 12 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, για να διερευνήσουν τις εργασίες και τις δραστηριότητές τους και να θέσουν στη διάθεσή τους οποιαδήποτε βιβλία, έγγραφα ή αρχεία, και να διαβιβάσουν στην Τράπεζα της Ελλάδος οποιεσδήποτε πληροφορίες η τελευταία κρίνει αναγκαίες για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με το παρόν, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πληροφοριών σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού και ιδίως έγγραφα και αρχεία αναφορικά με το χαρτοφυλάκιο των διαχειριζόμενων από αυτές απαιτήσεων.

ΚΠολΔ Άρθρο 495

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 75.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 495: Τρόπος άσκησης των ενδίκων μέσων 1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο. Προκειμένου για εφέσεις κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδικάζονται στις μεταβατικές έδρες των εφετείων της περιφερείας τους, η κατάθεση γίνεται στις μεταβατικές έδρες. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης προσδιορίζεται αμέσως δικάσιμος, σε απώτατο χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών από την κατάθεση του ενδίκου μέσου. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνονται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117. Το δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο εδάφιο εφαρμόζονται αναλόγως και για τα δικόγραφα των πρόσθετων λόγων έφεσης, αναψηλάφησης και αναίρεσης, καθώς και για το δικόγραφο της αντέφεσης, τα οποία προσδιορίζονται στη δικάσιμο του αντίστοιχου κύριου ένδικου μέσου. 2. Αμέσως μετά την κατάθεση του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, ο γραμματέας, με βάση τη σημείωση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου της ημέρας και ώρας συζήτησής του, το εγγράφει στο πινάκιο του δικαστηρίου, όπου σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. 2Α. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων, ανεξαρτήτως της τηρούμενης διαδικασίας, για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση και ενενήντα (90) ημέρες από τη συζήτηση. Όπου απαιτείται κλήτευση για κάθε άλλη δικάσιμο, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 228. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων για το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Κατά τα λοιπά, για τον προσδιορισμό δικασίμου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 226. 2Β. Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου. 3. Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, ως εξής: Α. Για το ένδικο μέσο της έφεσης: α) [Καταργείται], β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ, γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Β. Για το ένδικο μέσο της αναίρεσης: α) [Καταργείται], β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ, δ) κατά απόφασης εφετείου παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ. Γ . Για το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης: α) κατά αποφάσεων πρωτοδικείων παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ, β) κατά αποφάσεων εφετείου και του Αρείου Πάγου παράβολο ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο. Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των περ. 3 και 5 του άρθρου 614 και των περ. 1 και 3 του άρθρου 592. 4. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 237, περί προσκόμισης εγγράφων σε ηλεκτρονική μορφή, εφαρμόζεται αναλόγως και για τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές του παρόντος κεφαλαίου. 5. Αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε σε λειτουργικά αναρμόδιο δικαστήριο, χωρεί και αυτεπαγγέλτως παραπομπή στο αρμόδιο. 6. Αν παρέλθει ένα (1) έτος από τη ματαίωση, χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο από τον γραμματέα με εντολή του Προέδρου του Δικαστηρίου ή του νόμιμου αναπληρωτή του και η δίκη του ενδίκου μέσου καταργείται. 7. Για όσες εφέσεις έχουν κατατεθεί έως την 31η.12.2025 στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ζητηθεί ο προσδιορισμός τους στο αρμόδιο δικαστήριο το αργότερο έως την 31η.3.2027. Σε αντίθετη περίπτωση, το ένδικο μέσο λογίζεται ως μη ασκηθέν.

ΚΠολΔ Άρθρο 532

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 75.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 532: Αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.

Ν2121 Άρθρο 15Α

Πνευματική Ιδιοκτησία, Συγγενικά Δικαιώματα και Πολιτιστικά Θέματα (Ν. 2121/1993)
Σχετικότητα 75.6%
Κείμενο Άρθρου
Ν2121 Άρθρο 15Α: Υποχρέωση διαφάνειας 1. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο δημιουργός έχει χορηγήσει άδεια εκμετάλλευσης ή με το οποίο έχει συνάψει σύμβαση εκμετάλλευσης ή έχει μεταβιβάσει τα δικαιώματά του ή οι νόμιμοι διάδοχοι του προσώπου αυτού έχουν την υποχρέωση να παρέχουν στον δημιουργό τακτικά, και πάντως μία (1) τουλάχιστον φορά κατ' έτος, επικαιροποιημένες, σχετικές και επαρκείς πληροφορίες, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων κάθε τομέα, σχετικά με την εκμετάλλευση και την προώθηση των έργων του, ιδιαίτερα όσον αφορά στους τρόπους εκμετάλλευσης, όλα τα έσοδα που προέκυψαν και την οφειλόμενη αμοιβή. 2. Όταν για τα δικαιώματα της παρ. 1 έχει μεταγενέστερα χορηγηθεί άδεια, ο δημιουργός ή ειδικός πληρεξούσιός του λαμβάνει, κατόπιν αιτήματός του, πρόσθετες πληροφορίες από υποαδειούχους και άλλους διαδόχους, αν ο πρώτος αντισυμβαλλόμενος του δημιουργού δεν κατέχει ή δεν παρέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν αναγκαίες για τους σκοπούς της παρ. 1. Αν ζητούνται οι εν λόγω πρόσθετες πληροφορίες, ο πρώτος αντισυμβαλλόμενος του δημιουργού υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των εν λόγω υποαδειούχων. Ο δημιουργός μπορεί να απευθύνει οποιοδήποτε αίτημα προς τους υποαδειούχους άμεσα ή έμμεσα μέσω του αντισυμβαλλομένου του. 3. Η υποχρέωση της παρ. 1 είναι αναλογική και αποτελεσματική ως προς την εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου διαφάνειας σε κάθε τομέα. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, στις οποίες η διοικητική επιβάρυνση που προκύπτει από την υποχρέωση της παρ. 1 είναι δυσανάλογη ενόψει των εσόδων που προκύπτουν από την εκμετάλλευση του έργου, η υποχρέωση διαφάνειας περιορίζεται στα είδη και στο επίπεδο πληροφοριών που μπορούν εύλογα να αναμένονται σε παρόμοιες περιπτώσεις. 4. Η υποχρέωση της παρ. 1 δεν έχει εφαρμογή όταν: α) η συμβολή του δημιουργού δεν είναι σημαντική, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού έργου, εκτός αν ο δημιουργός αποδείξει ότι ζητεί τις πληροφορίες για την άσκηση των δικαιωμάτων του βάσει του άρθρου 32Α και ζητεί τις πληροφορίες για τον σκοπό αυτόν και β) εφαρμόζεται το άρθρο 25 του ν. 4481/2017 (Α' 100) περί παροχής πληροφοριών προς τους δικαιούχους σχετικά με τη διαχείριση των δικαιωμάτων τους, σε σχέση με την παροχή πληροφοριών προς τους δημιουργούς και άλλους δικαιούχους από τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης και τις ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης καθώς και όλες τις οντότητες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4481/2017. 5. Για άδειες εκμετάλλευσης ή συμβάσεις εκμετάλλευσης ή συμβάσεις μεταβίβασης περιουσιακών δικαιωμάτων προς τον σκοπό της εκμετάλλευσης έργων που υπόκεινται σε συμφωνίες που προκύπτουν από συλλογικές διαπραγματεύσεις, εφαρμόζονται οι κανόνες διαφάνειας της σχετικής συμφωνίας που προκύπτει από συλλογικές διαπραγματεύσεις, με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω κανόνες πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στις παρ. 1 έως 4. 6. Οποιαδήποτε συμφωνία που εμποδίζει τη συμμόρφωση με το παρόν είναι άκυρη. Την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί μόνο ο δημιουργός (όπως προστέθηκε με το α. 22 του ν. 4996/2022 (άρθρο 19 και άρθρο 23 παρ. 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/790)).

ΚΠολΔ Άρθρο 524

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 75.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 524: « 1. Στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 227, της πε ρ. β) της παρ. 1 του άρθρου 232, των άρθρων 233 έως 236, της παρ. 8 του άρθρου 237, 240 έως 312, εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260, περ. α) έως γ) της παρ. 1 του άρθρου 591 και παρ. 4 του άρθρου 591, με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται το αργότερο κατά τη συζήτηση και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. 2. Η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528. Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης σε αυτές γίνεται στις προθεσμίες του εδαφίου βΆ της παρ. 1. 3. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση. 4. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος ως προς την αντέφεση. Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε(5) ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν. Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. 5. Τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών, αν έχουν την ιδιότητα του εκκαλούντος ή του εφεσιβλήτου, εκπροσωπεί ο Εισαγγελέας Εφετών.

ΑΠ 1/2023

Δικονομικό Δίκαιο · Εμπορικό Δίκαιο2023Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 100.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Τράπεζα ήταν δανείστρια ανωνύμων εταιρειών από συμβάσεις πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό και κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου. Οι οφειλέτες μεταβίβασαν το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων σε τρίτους. Η Τράπεζα με την με αριθμό 152/24-6-2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) μεταβίβασε προς εδρεύουσα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού επιχειρηματικές απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την ένδικη απαίτηση, λόγω πώλησης με τιτλοποίηση αυτών των απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003. Η εταιρεία ειδικού σκοπού δυνάμει της με αριθμό 153/24-6-2019 σύμβασης διαχείρισης ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων στη μεταβιβάσασα Τράπεζα. Στη συνέχεια, με την από 30-3-2020 σύμβαση διαχείρισης, η εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων σε ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων που έχει λάβει άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 προβλέπει ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων. Το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003 προβλέπει την ανάθεση της είσπραξης και διαχείρισης των τιτλοποιημένων απαιτήσεων σε εταιρείες διαχείρισης, χωρίς να απονέμει ρητά την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι δύο νόμοι έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση-πώληση απαιτήσεων και τη διαχείρισή τους. Ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης. Το άρθρο 1 παρ. 1 δ' του Ν. 4354/2015 ορίζει ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003. Εφαρμόζοντας την τελολογική και συστηματική ερμηνεία, το δικαστήριο εξέτασε αν η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση εφαρμόζεται και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων γίνεται με τιτλοποίηση κατά τον Ν. 3156/2003. Η ενιαία εφαρμογή διευκολύνει τη διαχείριση των απαιτήσεων και επιλύει κατά ενιαίο τρόπο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η Ολομέλεια αποφάνθηκε ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων. Η ερμηνεία αυτή εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά ενιαίο τρόπο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας την αρμονική ένταξη του Ν. 3156/2003 στο σύστημα. Η διαφορετική αντιμετώπιση θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου.
Τελική Απόφαση
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφαίνεται ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 15-12-2022, 23-12-2022 και 9-1-2023 πρόσθετες παρεμβάσεις του νομικού προσώπου δημοσίου με την επωνυμία "Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος", του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ" και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ ΑΕ", αντίστοιχα.

ΕφΠειρ 102/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η εκκαλούσα είχε ασκήσει ανακοπή κατά πράξης εκτέλεσης, η οποία απορρίφθηκε με την 1190/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατά της απόφασης άσκησε έφεση, με σωρευόμενο αίτημα αναστολής. Η εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία, ενήργησε ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού στην οποία τραπεζικό ίδρυμα είχε εκχωρήσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από δάνεια. Η εκκαλούσα προέβαλε έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης και ακυρότητα της εκτέλεσης λόγω μη νόμιμης κοινοποίησης εγγράφων και έλλειψης προηγούμενης εξώδικης πρόσκλησης, καθώς και καταχρηστικότητα εκτέλεσης. Επιβλήθηκε κατάσχεση με την υπ’ αριθ. …/26-09-2024 έκθεση σε οικόπεδο με ημιτελή τριώροφη οικοδομή στον Κορυδαλλό Αττικής, εμβαδού 209,50 τ.μ., με ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ορισθέντα για 7-5-2025 και τιμή πρώτης προσφοράς 234.000,00 €. Με την επιταγή είχαν κοινοποιηθεί: περίληψη σύμβασης πώλησης/μεταβίβασης 30-04-2020, περίληψη σύμβασης επαναγοράς/επανεκχώρησης 25-06-2021, περίληψη σύμβασης πώλησης/μεταβίβασης 08-10-2021, καθώς και περίληψη σύμβασης διαχείρισης 25-06-2021, περίληψη σύμβασης διαχείρισης 08-10-2021 και μεταβολές αυτής (20-12-2021, 11-04-2023), όλες με καταχώριση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, συνοδευόμενες από αποσπάσματα παραρτημάτων με αναφορά της επίδικης απαίτησης. Η εκκαλούσα επικαλέστηκε κύρια κατοικία και ποσοστό αναπηρίας 67% χωρίς ειδική πρόταση ρύθμισης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 3 ν. 4354/2015 η πώληση/μεταβίβαση απαιτήσεων γίνεται εγγράφως, διέπεται από τα άρθρα 513 επ. και 455 επ. ΑΚ και ολοκληρώνεται έναντι τρίτων με καταχώριση στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000. Στο πλαίσιο του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ απαιτείται κοινοποίηση εγγράφων που αποδεικνύουν τη διαδοχή και νομιμοποίηση του επισπεύδοντος, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση πλήρων συμβάσεων όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση διαχείρισης αποδεικνύονται από τις καταχωρισμένες περιλήψεις και τα σχετικά παραρτήματα. Η εταιρία διαχείρισης διαθέτει κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση για δικαστικές ενέργειες κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, σε συνδυασμό με τον ν. 3156/2003. Η προϋπόθεση προηγούμενης εντός 12 μηνών εξώδικης πρόσκλησης του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4354/2015 δεν προβλέπεται στο καθεστώς του ν. 3156/2003. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 116, 933 ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 Συντ., η εκτέλεση μπορεί να ελεγχθεί για καταχρηστικότητα, απαιτούνται όμως πρόσθετα περιστατικά που συνιστούν προφανή υπέρβαση των ορίων καλής πίστης/σκοπού δικαιώματος. Αποδείχθηκε ότι με την επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκαν περιλήψεις καταχωρίσεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης (30-04-2020, 25-06-2021, 08-10-2021) και διαχείρισης (25-06-2021, 08-10-2021, με μεταβολές 20-12-2021 και 11-04-2023), συνοδευόμενες από αποσπάσματα παραρτημάτων όπου αναφέρεται η επίδικη απαίτηση. Η σύμβαση πώλησης και η σύμβαση διαχείρισης καταρτίστηκαν την ίδια ημέρα (08-10-2021). Επιβλήθηκε κατάσχεση επί ακινήτου της εκκαλούσας και ορίστηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός. Η εκκαλούσα επικαλέσθηκε κύρια κατοικία και αναπηρία 67%, χωρίς ειδική πρόταση ρύθμισης ή άλλα περιστατικά. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι τα κοινοποιηθέντα έγγραφα επαρκούν για να αποδειχθεί η μεταβίβαση και η ανάθεση διαχείρισης και να θεμελιωθεί η νομιμοποίηση της εφεσίβλητης κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η ταυτόχρονη κατάρτιση πώλησης και διαχείρισης τεκμηριώνει ότι η διαχείριση αφορά το χαρτοφυλάκιο της μεταβίβασης, περιλαμβανομένης της επίδικης απαίτησης. Η επίκληση της εξώδικης πρόσκλησης του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4354/2015 δεν καθιστά άκυρη την εκτέλεση υπό καθεστώς ν. 3156/2003. Ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας απορρίφθηκε, αφού δεν προέκυψαν πρόσθετα περιστατικά ούτε συγκεκριμένη απόπειρα ρύθμισης που να καθιστούν την εκτέλεση προδήλως αντίθετη στην καλή πίστη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίπτεται κατ’ ουσίαν διότι: (α) η ενεργητική νομιμοποίηση της εφεσίβλητης ως διαχειρίστριας αποδείχθηκε από τις καταχωρισμένες στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περιλήψεις των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης και ανάθεσης διαχείρισης, συνοδευόμενες από αποσπάσματα παραρτημάτων όπου περιλαμβάνεται η επίδικη απαίτηση, τα οποία επαρκούν για την τήρηση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ· (β) η κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 νομιμοποίηση της εταιρίας διαχείρισης συντρέχει και όταν η μεταβίβαση τελέστηκε κατά τον ν. 3156/2003· (γ) δεν απαιτείται προηγούμενη εντός 12 μηνών εξώδικη πρόσκληση του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4354/2015 υπό το ανωτέρω καθεστώς· (δ) ο ισχυρισμός καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκτέλεσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και ουσιαστικά αβάσιμος, ελλείψει συγκεκριμένων περιστατικών πέραν της οικονομικής αδυναμίας, της κύριας κατοικίας και της αναπηρίας 67%. Λόγω ήττας, επιβλήθηκαν στην εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την σωρευόμενη στο δικόγραφο αίτηση αναστολής. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) €. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας στο δημόσιο ταμείο.

ΕφΠειρ 249/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, η εκκαλούσα (καθ’ ης η εκτέλεση) προσέβαλε την υπ’ αριθμ. 2445/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, απέρριψε την ανακοπή της κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Στο ίδιο δικόγραφο σώρευσε αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ και ακολούθως υπέβαλε αυτοτελώς αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ). Διάδικοι εφεσίβλητοι είναι: η πρώτη, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ως διαχειρίστρια της δεύτερης, εταιρίας ειδικού σκοπού. Η δεύτερη δεν παρέστη. Η ένδικη σχέση αφορά στεγαστικό δάνειο· εκτελεστός τίτλος η υπ’ αριθμ. …/2015 διαταγή πληρωμής. Επισπεύθηκαν: επιταγή προς πληρωμή από 30.9.2022, κατάσχεση εις χείρας τρίτου από 10.10.2022 και αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου από 7.11.2022, με πλειστηριασμό που ορίσθηκε για 26.7.2023 και διενεργήθηκε ηλεκτρονικά την ίδια ημερομηνία. Η εκκαλούσα προέβαλε έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας και της εταιρίας ειδικού σκοπού, ακυρότητα της αναμεταβίβασης απαιτήσεων, καθώς και ελλείψεις συγκοινοθέντων εγγράφων (συμβάσεις, πληρεξουσιότητα). Προ της εκτέλεσης έλαβαν χώρα: τιτλοποίηση και μεταβίβαση απαιτήσεων (12.9.2019) σε εταιρία ειδικού σκοπού, ανάθεση διαχείρισης αρχικά σε άλλη και κατόπιν στην πρώτη εφεσίβλητη (18–23.9.2019), διάσπαση της τράπεζας και σύσταση επωφελούμενης (30.12.2020), επανεκχώρηση απαιτήσεων στην επωφελούμενη (10.3.2021), νέα μεταβίβαση στη δεύτερη εφεσίβλητη (16–17.3.2021) και εκ νέου ανάθεση διαχείρισης στην πρώτη (11.6.2021). Στοιχεία οφειλής: ποσό επιταγής 1.521.604,86 €, ποσό προσημείωσης 1.480.000,00 €, υπόλοιπο κατά την εκχώρηση 1.059.804,61 €.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Ο κανόνας: Η έφεση κατά αποφάσεως επί ανακοπής ασκείται και εκδικάζεται κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516–520, 532–533 και 591 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε κατάσχεση ακινήτου δεν αναστέλλεται η εκτέλεση με την ανακοπή, αλλά δύναται να ζητηθεί αναστολή μόνο με ένδικο μέσο και κρίνεται με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη και ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου· η παρ. 4 αφορά ειδικά αναστολή πλειστηριασμού. Αίτηση επαναφοράς (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ) προϋποθέτει ανώτερη βία ή δικαιολογημένη πλάνη που προκάλεσε απώλεια προθεσμίας και ότι η επαναφορά επιτυγχάνει έννομη ωφέλεια. Ως προς τη νομιμοποίηση, οι ΕΔΑΔΠ έχουν, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ν. 3156/2003, κατ’ εξαίρεση δικονομική νομιμοποίηση για ενέργειες είσπραξης, ανεξαρτήτως του πλαισίου μεταβίβασης. Η αναμεταβίβαση απαιτήσεων προς την τράπεζα και νέα μεταβίβαση σε άλλη SPV επιτρέπονται (άρθρο 10 παρ. 11 ν. 3156/2003). Για τη νομιμοποίηση αρκούν οι περίληψεις καταχωρίσεων στο Ενεχυροφυλακείο (άρθρο 3 ν. 2844/2000) και δεν απαιτείται συγκοινοποίηση ολόκληρων συμβάσεων ή ειδικού πληρεξουσίου· επαρκεί γενική πληρεξουσιότητα (και εκ των υστέρων έγκριση), ενώ δεν απαιτείται πρακτικό ΔΣ (ΚΠολΔ 925, 264, 352). Διαπιστώθηκε ότι η έφεση είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή· η δεύτερη εφεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα αλλά δεν παρέστη. Η αίτηση αναστολής ασκήθηκε με την έφεση επί επιταγής της 4.10.2022. Ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου έλαβε χώρα στις 26.7.2023. Η αίτηση επαναφοράς υποβλήθηκε στις 18.9.2023 για να υιοθετηθεί ως εμπρόθεσμη η αίτηση αναστολής. Ως προς τη νομιμοποίηση: προσκομίστηκαν και συγκοινοποιήθηκαν οι περίληψεις τιτλοποίησης (12–16.9.2019), ανάθεσης/μεταβολών διαχείρισης (18–23.9.2019, 11.6.2021), διασπάσεως τράπεζας (30.12.2020), επανεκχώρησης (10.3.2021) και νέας μεταβίβασης (16–17.3.2021), καθώς και πληρεξούσιο προς τον δικηγόρο. Προσδιορίστηκαν τα στοιχεία ταυτότητας της απαίτησης και τα σχετικά ποσά. Εφαρμόζοντας τους κανόνες, το Δικαστήριο έκρινε: η αίτηση αναστολής κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω διεξαγωγής του πλειστηριασμού και απορρίπτεται. Η αίτηση επαναφοράς απορρίπτεται, αφού ακόμη και θεωρούμενη εμπρόθεσμη η αίτηση αναστολής δεν θα αναιρούσε τον ήδη διενεργηθέντα πλειστηρισμό. Επί της ουσίας της εφέσεως, η διαχειρίστρια νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση να επισπεύδει εκτέλεση· η αναμεταβίβαση/νέα μεταβίβαση ήταν επιτρεπτές και ισχυρές· τα συγκοινοποιηθέντα έγγραφα επαρκούν για απόδειξη νομιμοποίησης και πληρεξουσιότητας. Οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Αίτηση αναστολής: Απορρίφθηκε διότι ο ορισθείς πλειστηριασμός του ακινήτου διενεργήθηκε ηλεκτρονικά στις 26.7.2023, οπότε η αίτηση αναστολής κατέστη άνευ αντικειμένου (άρθρο 938 ΚΠολΔ). Αίτηση επαναφοράς: Απορρίφθηκε ως αβάσιμη, επειδή ακόμη και εάν θεωρούνταν εμπρόθεσμη η αίτηση αναστολής κατά το άρθρο 938 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν θα ήταν δυνατή η ανατροπή ή ακύρωση του ήδη διενεργηθέντος πλειστηριασμού (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ). Έφεση: Απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, διότι αποδείχθηκε ότι η πρώτη εφεσίβλητη (ΕΔΑΔΠ) νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση να επισπεύδει την εκτέλεση ως μη δικαιούχος διάδικος κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ν. 3156/2003, ότι η επανεκχώρηση και νέα μεταβίβαση των απαιτήσεων είναι επιτρεπτές κατά το άρθρο 10 παρ. 11 ν. 3156/2003 και ότι οι περίληψεις καταχωρίσεων στο Ενεχυροφυλακείο και η γενική πληρεξουσιότητα αρκούν για την απόδειξη νομιμοποίησης (άρθρο 3 ν. 2844/2000, ΚΠολΔ 925, 264, 352). Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε ΚΠολΔ) και επιβλήθηκαν στην εκκαλούσα δικαστικά έξοδα υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης και της πρώτης των καθ’ ων η αίτηση επαναφοράς, κατά τα άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση, μετά της αιτήσεως αναστολής και την αίτηση επαναφοράς, τυπικά. Απορρίπτει αυτές. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου. Επιβάλλει στην εκκαλούσα – αιτούσα την επαναφορά, τα δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς επίσης και πρώτης των καθ’ων η αίτηση επαναφοράς, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ και πεντακοσίων (500) ευρώ αντιστοίχως.

ΕφΠειρ 308/2026

Τραπεζικό Δίκαιο · Αναγκαστική Εκτέλεση2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς επί εφέσεως της εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 774/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και πράξεων εκτελέσεως (άρθρα 632 και 933 ΚΠολΔ). - Διάδικοι: η εκκαλούσα εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (ως μη δικαιούχος διάδικος) και ο εφεσίβλητος, εγγυητής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας. - Νομική σχέση: σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό του 2004 με πιστωτικό ίδρυμα· ο εφεσίβλητος εγγυητής. Καταγγελία και οριστικό κλείσιμο λογαριασμού το 2017. Δύο ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλών (2017 και 2019) με όρο εγγραφής προσημείωσης που δεν τηρήθηκε. - Αλυσίδα μεταβιβάσεων/διαχείρισης: 12-9-2019 πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού κατ’ άρθρο 10 ν. 3156/2003 και καταχώριση στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000· αρχική ανάθεση διαχείρισης στην τράπεζα και κατόπιν σε αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ, με σχετικές καταχωρίσεις. Στις 26-10-2021 επανεκχώρηση μέρους απαιτήσεων στην τράπεζα. Στις 5-11-2021 νέα πώληση και μεταβίβαση σε άλλη εταιρεία ειδικού σκοπού και ταυτόχρονη ανάθεση διαχείρισης στην εκκαλούσα, με δημοσιεύσεις στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. - Έκδοση διαταγής πληρωμής το 2022 κατόπιν αιτήσεως της διαχειρίστριας· επίδοση πρώτου εκτελεστού απογράφου και επιταγή προς πληρωμή. Λόγοι ανακοπής: έλλειψη νομιμοποίησης λόγω μη προσκόμισης πλήρων συμβάσεων και αμφισβήτηση ταυτότητας απαίτησης/εύρους μεταβίβασης, πλημμέλειες επιταγής ως προς τόκους, ισχυρισμοί περί εξόφλησης/νέας σύμβασης από ρυθμίσεις, και ακυρότητα χρεώσεων λόγω εισφοράς ν. 128/1975 και ανατοκισμού. - Ποσά: αρχική πίστωση 50.000· υπόλοιπο κατά καταγγελία 87.077,13· αναγνώριση οφειλής 92.671,76 (2017) και 95.155,99 (2019)· μεταφορά σε οριστική καθυστέρηση 67.182,51 και 16.035,32· διαταγή πληρωμής για 83.217,73 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003, η πώληση/μεταβίβαση απαιτήσεων για τιτλοποίηση επέρχεται από την καταχώριση περίληψης της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, η οποία λογίζεται ως αναγγελία· επιτρέπεται ανάθεση διαχείρισης και η καταχώρισή της. Οι ΕΔΑΔΠ του ν. 4354/2015 νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση (άρθρο 2 παρ. 4) για δικαστικές ενέργειες είσπραξης, ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ειδικός διάδοχος/διαχειριστής οφείλει με την επιταγή να κοινοποιήσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη διαδοχή/διαχείριση· αρκούν οι καταχωρίσεις των περιλήψεων και τα σχετικά αποσπάσματα. Η επιταγή είναι έγκυρη όταν αναφέρει αιτία, κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (άρθρα 904, 916, 918, 919 ΚΠολΔ), χωρίς ανάγκη πλήρους ανάλυσης υπολογισμών. Η εισφορά του ν. 128/1975 μπορεί να συμφωνείται και να μετακυλίεται στον πιστούχο (άρθρα 1 παρ. 3 ν. 128/1975, 174, 293 ΑΚ) και, ως μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, να κεφαλαιοποιείται και ανατοκίζεται (άρθρο 12 ν. 2601/1998). Λόγοι ανακοπής πρέπει να είναι ορισμένοι (άρθρα 585 παρ. 2, 632 παρ. 1, 216 παρ. 1-2 ΚΠολΔ). Πραγματικά: Η απαίτηση από σύμβαση πίστωσης του 2004 καταγγέλθηκε το 2017 και μεταφέρθηκε σε οριστική καθυστέρηση. Ακολούθησαν ρυθμίσεις (2017, 2019) με όρο προσημείωσης που δεν τηρήθηκε. Στις 12-9-2019 μεταβίβαση σε εταιρεία ειδικού σκοπού και δημοσιεύσεις των συμβάσεων πώλησης και διαχείρισης· διορισμός ΕΔΑΔΠ ως διαχειρίστριας με καταχώριση. Στις 26-10-2021 επανεκχώρηση μέρους απαιτήσεων στην τράπεζα και στις 5-11-2021 νέα μεταβίβαση σε άλλη εταιρεία ειδικού σκοπού με ταυτόχρονη ανάθεση διαχείρισης στην εκκαλούσα, όλες με καταχωρίσεις και παραρτήματα τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που ταυτοποιούν την ένδικη απαίτηση. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής για 83.217,73 ευρώ και επιταγή που διαχώριζε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Οι ρυθμίσεις δεν επέφεραν ανανέωση ενοχής ούτε εξόφληση. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο αξιολόγησε τις δημοσιεύσεις/αποσπάσματα ως επαρκή απόδειξη διαδοχής και διαχείρισης κατά ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015 και ότι δεν απαιτείται κοινοποίηση των πλήρων κειμένων των συμβάσεων. Η ταυτότητα της απαίτησης προέκυψε από τα παραρτήματα και την αλληλουχία λογαριασμών· διαφορές ποσών εξηγούνται ως «τρέχον υπόλοιπο» κατά το χρόνο μεταβίβασης. Η επιταγή περιείχε τα απαιτούμενα στοιχεία για τόκους. Οι ισχυρισμοί περί εξόφλησης από τις ρυθμίσεις απορρίφθηκαν, καθώς οι όροι δεν τηρήθηκαν και δεν υπήρξε ανανέωση ενοχής. Ο λόγος περί εισφοράς ν. 128/1975 κρίθηκε αόριστος ως προς τα πληττόμενα κονδύλια και, σε κάθε περίπτωση, νομικά αβάσιμος, διότι η εισφορά συμφωνήθηκε, μετακυλίεται επιτρεπτώς και νόμιμα κεφαλαιοποιείται/ανατοκίζεται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Οι λόγοι της ανακοπής περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και ανεπάρκειας εγγράφων απορρίφθηκαν διότι η εκκαλούσα απέδειξε τη διαδοχή και τη διαχειριστική της εξουσία με τις δημοσιεύσεις των περιλήψεων των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης και διαχείρισης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, σύμφωνα με το άρθρο 10 ν. 3156/2003 και το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται προσκόμιση των πλήρων κειμένων. Ο ισχυρισμός περί μη ταυτοποίησης ή μερικής μεταβίβασης της απαίτησης απορρίφθηκε, καθώς από τα παραρτήματα του Ενεχυροφυλακείου και τα αποσπάσματα λογαριασμών προέκυψε η πλήρης μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης· οι αποκλίσεις ποσών αφορούν το «τρέχον υπόλοιπο» κατά τους χρόνους καταχώρισης. Οι λόγοι περί ελλείψεων της επιταγής προς πληρωμή ως προς τους τόκους απορρίφθηκαν, αφού η επιταγή ανέφερε αιτία, κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, επαρκώς διαχωρισμένα. Οι ισχυρισμοί περί εξόφλησης/νέας σύμβασης από τις ρυθμίσεις του 2017 και 2019 απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, διότι δεν επήλθε ανανέωση ενοχής και δεν τηρήθηκαν οι συμφωνημένοι όροι. Ο λόγος περί παρανόμων χρεώσεων λόγω εισφοράς ν. 128/1975 απορρίφθηκε προεχόντως ως αόριστος και επιπλέον ως μη νόμιμος, επειδή η μετακύλιση της εισφοράς συμφωνήθηκε έγκυρα και η εισφορά νόμιμα κεφαλαιοποιείται και ανατοκίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 2601/1998 και τα άρθρα 174, 293 ΑΚ.

ΕφΠειρ 332/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμιο στάδιο ενώπιον Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Πρωτοδίκως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας ερήμην της καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και ακύρωσε επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου διαταγής πληρωμής. Η εκκαλούσα προσέβαλε μόνο το σκέλος αυτό. - Εκκαλούσα: ανώνυμη εταιρεία αδειοδοτημένη κατά ν. 4354/2015 ως διαχειρίστρια απαιτήσεων, μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ενεργούσα για λογαριασμό εταιρείας ειδικού σκοπού (SPV) που απέκτησε απαιτήσεις από τραπεζική εταιρεία μέσω τιτλοποίησης κατά ν. 3156/2003. Εφεσίβλητη: φυσικό πρόσωπο (η ανακόπτουσα). - Νομικό πλαίσιο σχέσης: Σύμβαση πίστωσης (05-12-2005) μέχρι 80.000 ευρώ. Μεταβίβαση απαίτησης 06-11-2006 σε εταιρεία, με δημοσίευση περίληψης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και ανάθεση διαχείρισης. Καταγγελία 25-02-2011, έκδοση διαταγής πληρωμής το 2011 για 82.954,53 ευρώ και 1.880 ευρώ έξοδα, επιταγή 07-06-2011. Αναμεταβίβαση 21-11-2011 στην αρχική τράπεζα και λύση διαχείρισης. Νέα τιτλοποίηση 18-06-2019: πώληση-μεταβίβαση σε SPV με δημοσίευση περίληψης και ανάθεση διαχείρισης στην εκκαλούσα με δημοσίευση περίληψης. Με την επιταγή του 2021 συγκοινοποιήθηκαν οι δημοσιεύσεις και απόσπασμα παραρτήματος με ταυτοποίηση απαίτησης και κίνησης λογαριασμού. - Η ανακοπή προέβαλε έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής λόγω μη νόμιμης απόδειξης μεταβίβασης/διαχείρισης μέσω των κοινοποιηθέντων εγγράφων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης κατά ερήμην απόφασης αρκεί για την εξαφάνισή της, χωρίς να απαιτείται ευδοκίμηση συγκεκριμένου λόγου, με τα όρια να καθορίζονται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (άρθρα 528, 106, 522, 527 αρ. 1 ΚΠολΔ). Η ρύθμιση εφαρμόζεται και σε αποφάσεις επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (632 ΚΠολΔ) και πράξεων εκτέλεσης (933 ΚΠολΔ). Ως προς τη νομιμοποίηση μετά από τιτλοποίηση, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται έναντι τρίτων από την καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 (άρθρο 10 ν. 3156/2003), ενώ η ανάθεση διαχείρισης αποδεικνύεται με τη δημοσίευση της σχετικής σύμβασης (άρθρο 10 παρ. 14 ν. 3156/2003). Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιεύσεων σε περίληψη και του σχετικού αποσπάσματος παραρτήματος· δεν απαιτείται συγκοινοποίηση του πλήρους κειμένου των συμβάσεων. Διαπιστώσεις: Η έφεση της εκκαλούσας κατά της 1547/2023 απόφασης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 ΚΠολΔ) με κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Η εκκαλούσα προσέβαλε μόνο το μέρος που έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής 933 ΚΠολΔ. Αποδείχθηκε αλυσίδα συναλλαγών: σύμβαση πίστωσης 2005 έως 80.000 ευρώ· μεταβίβαση 2006 με δημοσίευση περίληψης και ανάθεση διαχείρισης· καταγγελία 2011· διαταγή πληρωμής 2011 για 82.954,53 ευρώ και 1.880 ευρώ έξοδα· αναμεταβίβαση 2011 και λύση διαχείρισης με δημοσιεύσεις· νέα μεταβίβαση 18-06-2019 σε SPV με δημοσίευση περίληψης και ανάθεση διαχείρισης στην εκκαλούσα με δημοσίευση. Με την επιταγή 26-11-2021 συγκοινοποιήθηκαν οι σχετικές δημοσιεύσεις και απόσπασμα παραρτήματος και κίνησης λογαριασμού ταυτοποιώντας την απαίτηση. Εφαρμογή: Το Εφετείο έκρινε ότι η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή τυπικά και ουσιαστικά και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο προσβληθέν σκέλος. Επανεξετάζοντας τον πρώτο λόγο ανακοπής, αξιολόγησε τις δημοσιεύσεις και τα παραρτήματα ως επαρκή απόδειξη μεταβίβασης και ανάθεσης διαχείρισης κατά τα άρθρα 10 ν. 3156/2003 και 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και διαπίστωσε ενεργητική νομιμοποίηση της διαχειρίστριας. Ως εκ τούτου, ο λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος και η ανακοπή απορρίφθηκε, με καταδίκη της ανακόπτουσας στα δικαστικά έξοδα.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Επί της εφέσεως: Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 παρ. 1-2 ΚΠολΔ) με κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και πλήττει ειδικά το σκέλος με το οποίο έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Επομένως, έγινε τυπικά δεκτή και, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το προσβληθέν μέρος. Διατάχθηκε η απόδοση του παραβόλου στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 — Επί της ουσίας (κρατούμενη υπόθεση): Από τις δημοσιεύσεις σε περίληψη των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης (άρθρο 10 ν. 3156/2003, άρθρο 3 ν. 2844/2000) και το σχετικό απόσπασμα παραρτήματος, που συγκοινοποιήθηκαν με την επιταγή (άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν η νόμιμη μεταβίβαση της απαίτησης στην εταιρεία ειδικού σκοπού και η ανάθεση της διαχείρισης στην εκκαλούσα, η οποία νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύδει εκτέλεση. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της ανακοπής απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος και η ανακοπή απορρίφθηκε. Η εφεσίβλητη καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας του παρόντος βαθμού (άρθρα 176 παρ. 1, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δικάζει την έφεση με την παρουσία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση. Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του με αριθμό ………… /2023 παραβόλου, ποσού 100 ευρώ. Εξαφανίζει τη με αριθμό 1547/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά το σκέλος της, με το οποίο έγινε δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος της με αριθμό κατάθεσης ……./ 2021 ανακοπής και ακυρώθηκε η από 26-11-2021 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της με αριθμό ……/2011 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κρατεί και δικάζει την με αριθμό κατάθεσης αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2021 ανακοπή ως προς τον πρώτο λόγο της . Απορρίπτει την ανακοπή. Καταδικάζει την ανακόπτουσα – εφεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της καθής η ανακοπή -εκκαλούσας του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ .

ΕφΠειρ 405/2025

Τραπεζικό Δίκαιο · Αναγκαστική Εκτέλεση2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, έκανε δεκτή την ανακοπή του εφεσίβλητου κατά πράξεων εκτέλεσης. Η εκκαλούσα, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (αδειοδοτηθείσα με απόφαση 220/1/13.3.2017 της ΕΠΘ της ΤτΕ), άσκησε έφεση ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτόδικης και την απόρριψη της ανακοπής. Ο εφεσίβλητος προέβαλε ένσταση απαραδέκτου λόγω άρσης κατάσχεσης. Οι διάδικοι είναι: η εκκαλούσα, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού που απέκτησε από τραπεζικό ίδρυμα απαιτήσεις μέσω τιτλοποίησης κατά ν. 3156/2003, και ο εφεσίβλητος – ανακόπτων, οφειλέτης από τραπεζική σύμβαση δανείου. Η εκτέλεση στηρίχθηκε σε διαταγή πληρωμής υπέρ της αρχικής τράπεζας. Προ της δίκης, εκδόθηκε διαταγή πληρωμής την 1.7.2014. Η εκκαλούσα επέδωσε επιταγή προς πληρωμή στις 20.12.2021 και επέβαλε κατάσχεση στις 17.3.2022 επί ακινήτων του εφεσίβλητου (διαμέρισμα 72 τ.μ. με ΚΑΕΚ … και δικαίωμα υψούν με ΚΑΕΚ …). Η απαίτηση είχε μεταβιβαστεί στην εταιρεία ειδικού σκοπού με σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της 18.6.2019 και η διαχείριση είχε ανατεθεί την ίδια ημερομηνία στην εκκαλούσα, με καταχώριση περιλήψεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Η ανακοπή στηρίχθηκε κυρίως σε έλλειψη νομιμοποίησης της εκκαλούσας και, επικουρικώς, σε ακυρότητα της επιταγής λόγω εσφαλμένης αιτιολογίας και μη συγκοινοποίησης νομιμοποιητικών εγγράφων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το εφαρμοζόμενο πλαίσιο, ο ν. 3156/2003 ρυθμίζει την πώληση και τιτλοποίηση απαιτήσεων (άρθρο 10 παρ. 1, 2, 5, 6, 8, 9, 14), με καταχώριση περιλήψεων στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000. Ο ν. 4354/2015 θεσπίζει εταιρείες απόκτησης και διαχείρισης, ορίζοντας ότι η διαχείριση ανατίθεται σε αδειοδοτημένες ΕΔΑΔΠ (άρθρα 1, 2, 3) και ότι οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχοι διάδικοι για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων (άρθρο 2 παρ. 4). Κατά τα άρθρα 924 και 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ειδικός διάδοχος που επισπεύδει εκτέλεση οφείλει να επιδώσει νέα επιταγή και να κοινοποιήσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα· προς απόδειξη της διαδοχής, επαρκεί η κοινοποίηση των περιλήψεων καταχώρισης των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης στο ενεχυροφυλακείο. Τα δικαστικά έξοδα δύνανται να συμψηφισθούν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ) και το παράβολο εφέσεως αποδίδεται (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε ΚΠολΔ). Αποδείχθηκε ότι η απαίτηση από σύμβαση δανείου, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής της 1.7.2014, μεταβιβάστηκε με σύμβαση 18.6.2019 στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού κατά ν. 3156/2003 και η διαχείρισή της ανατέθηκε την ίδια ημέρα στην εκκαλούσα ΕΔΑΔΠ, με καταχώριση περιλήψεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Η εκτέλεση κινήθηκε με επιταγή 20.12.2021 και κατάσχεση 17.3.2022. Με την επιταγή συγκοινοποιήθηκαν οι σχετικές περιλήψεις καταχώρισης. Ο ισχυρισμός ότι η νομιμοποίηση θεμελιώνεται σε σύμβαση εκπροσώπησης ομολογιούχων δεν επιβεβαιώθηκε από τα συγκοινοποιηθέντα έγγραφα. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 καλύπτει και τη διαχείριση απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν κατά τον ν. 3156/2003, επιτρέποντας στην εκκαλούσα να ενεργεί στο όνομά της πράξεις εκτέλεσης ως μη δικαιούχος διάδικος. Περαιτέρω, η κοινοποίηση των περιλήψεων καταχώρισης των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης πληροί την απαίτηση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ για απόδειξη διαδοχής. Επομένως, οι λόγοι ανακοπής περί έλλειψης νομιμοποίησης και ακυρότητας της επιταγής απορρίπτονται, η πρωτόδικη κρίση που ακύρωσε τις πράξεις εκτέλεσης εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και η ανακοπή απορρίπτεται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Επί της εφέσεως: Η έφεση έγινε δεκτή, διότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο κρίνοντας ότι η εκκαλούσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ως εταιρεία διαχείρισης όταν η μεταβίβαση της απαίτησης έγινε κατά τον ν. 3156/2003. Κατά την ορθή ερμηνεία των άρθρων 10 παρ. 14 ν. 3156/2003 και 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, η εκκαλούσα νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχος διάδικος να ενεργεί δικαστικά για την είσπραξη της απαίτησης. Στάδιο 2 – Επί της ανακοπής: Η ανακοπή απορρίφθηκε κατ’ ουσία, διότι με την επιταγή προς εκτέλεση είχαν συγκοινοποιηθεί τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα, ήτοι οι περιλήψεις καταχώρισης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 των συμβάσεων πώλησης/μεταβίβασης (18.6.2019) και διαχείρισης της απαίτησης προς την εκκαλούσα, όπως απαιτεί το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο επικουρικός ισχυρισμός περί εσφαλμένης αιτίας νομιμοποίησης απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Έξοδα: Τα δικαστικά έξοδα συμψηφίστηκαν λόγω δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ). Διατάχθηκε η απόδοση του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ΄αρ. 2824/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 19.4.2022 (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ……………../2022) ανακοπή, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Απορρίπτει αυτήν. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Διατάσσει την απόδοση του παράβολου της έφεσης (e-παράβολο με αρ. …………../2024, ποσού 100 ευρώ) στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα.

ΕφΠειρ 456/2023

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά απέρριψε την ανακοπή της εκκαλούσας κατά επιταγής προς πληρωμή και έκθεσης κατάσχεσης επί ακίνητων. Η εκκαλούσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης, στρεφόμενη κατά εταιρείας ειδικού σκοπού (α’ εφεσίβλητη) και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων (β’ εφεσίβλητη) που ενήργησε ως μη δικαιούχος διάδικος. Η ένδικη σχέση αφορά σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ της εκκαλούσας και τραπεζικού ιδρύματος. Μετά καταγγελία της σύμβασης, εκδόθηκε διαταγή πληρωμής και απόγραφο. Στη συνέχεια, η απαίτηση πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε από το τραπεζικό ίδρυμα στην α’ εφεσίβλητη (σύμβαση 18.6.2019, με καταχώριση στο ενεχυροφυλακείο σε περίληψη και παράρτημα), ενώ την ίδια ημέρα καταρτίστηκε σύμβαση διαχείρισης μεταξύ α’ και β’ εφεσίβλητης, επίσης καταχωρισμένη σε περίληψη. Πριν την εκτέλεση, η β’ εφεσίβλητη επέδωσε στην εκκαλούσα αντίγραφο του απογράφου με επιταγή και συγκοινοποίησε: περίληψη της σύμβασης πώλησης και απόσπασμα παραρτήματος που κατονόμαζε τη συγκεκριμένη μεταβιβασθείσα απαίτηση, καθώς και περίληψη της σύμβασης διαχείρισης. Η περίληψη της διαχείρισης δεν προσδιόριζε ποιες απαιτήσεις ανατέθηκαν στη β’ εφεσίβλητη ούτε παρέπεμπε σε παράρτημα ή σε άλλο έγγραφο που να ταυτοποιεί την επίδικη απαίτηση. Το ποσό του δανείου ήταν 53.000 ευρώ, ενώ με τη διαταγή πληρωμής επιδικάστηκε ποσό 61.894,24 ευρώ, έντοκο με συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (10,25% + 2,5 μονάδες).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τις διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση, η επιταγή αποτελεί την πρώτη πράξη και πρέπει να επιδίδεται στον καθ’ ου. Όταν επισπεύδει ειδικός ή καθολικός διάδοχος μη αναφερόμενος στον τίτλο, υποχρεούται να κοινοποιήσει νέα επιταγή με τα νομιμοποιητικά της διαδοχής έγγραφα. Στο περιβάλλον τιτλοποίησης/μεταβίβασης τραπεζικών απαιτήσεων υπό ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015, αρκεί η κοινοποίηση των δημοσιεύσεων-περιλήψεων στο ενεχυροφυλακείο που περιέχουν τα ουσιώδη στοιχεία της μεταβίβασης/ανάθεσης, διότι από την καταχώριση επέρχονται τα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Περαιτέρω, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης πρέπει κατ’ ελάχιστο να προσδιορίζει τις προς διαχείριση απαιτήσεις, και ο προσδιορισμός αυτός να προκύπτει, έστω συνοπτικά, και από την δημοσιευμένη περίληψη. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απαίτηση της εκκαλούσας από τη δανειακή σύμβαση μεταβιβάστηκε στην α’ εφεσίβλητη με σύμβαση 18.6.2019, γεγονός που αποδείχθηκε από την περίληψη και το απόσπασμα παραρτήματος του ενεχυροφυλακείου όπου η συγκεκριμένη απαίτηση αναφέρεται. Η ανάθεση διαχείρισης κατά την ίδια ημερομηνία δημοσιεύθηκε επίσης σε περίληψη, η οποία περιέγραφε γενικά υπηρεσίες διαχείρισης «τιτλοποιούμενων απαιτήσεων από συμβάσεις καταναλωτικών και άλλων δανείων», χωρίς να ταυτοποιεί τις προς διαχείριση απαιτήσεις, χωρίς παραπομπή σε παράρτημα ή σε άλλο έγγραφο, ούτε με ρητή κάλυψη του συνόλου των απαιτήσεων της α’ εφεσίβλητης. Αξιολογώντας τα παραπάνω, έκρινε ότι, ενώ η μεταβίβαση της απαίτησης αποδείχθηκε με τα δημοσιευμένα έγγραφα, δεν αποδείχθηκε η νομιμοποίηση της β’ εφεσίβλητης ως διαχειρίστριας της συγκεκριμένης απαίτησης, αφού η περίληψη της σύμβασης διαχείρισης δεν προσδιόριζε την επίδικη απαίτηση κατά τον απαιτούμενο ελάχιστο προσδιορισμό. Ως εκ τούτου, δεν πληρώθηκε η υποχρέωση συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων με την επιταγή, με συνέπεια ακυρότητα της επιταγής προς πληρωμή και της επακολουθήσασας κατάσχεσης. Η αντίθετη κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στηρίχθηκε σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και αναιρέθηκε.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Επί της εφέσεως: Έγινε δεκτός ο πέμπτος λόγος έφεσης, διότι η περίληψη της από 18.6.2019 σύμβασης διαχείρισης που συγκοινοποιήθηκε με την επιταγή δεν προσδιόριζε τις επίδικες προς διαχείριση απαιτήσεις, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παρ. 2 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται. Στάδιο 2 – Επί της ανακοπής: Κρατήθηκε η υπόθεση και έγινε δεκτός ο τέταρτος λόγος της ανακοπής. Ακυρώθηκαν η από 12.11.2021 επιταγή προς πληρωμή και η υπ’ αριθ. ………/17.12.2021 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, επειδή δεν είχε νομίμως αποδειχθεί η νομιμοποίηση της διαχειρίστριας να επισπεύσει εκτέλεση επί της συγκεκριμένης απαίτησης. Τα δικαστικά έξοδα συμψηφίστηκαν λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας ερμηνείας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, κατ’ άρθρα 183 και 179 εδ. β’ ΚΠολΔ. Δεν ορίστηκε παράβολο ερημοδικίας για την πρώτη εφεσίβλητη, κατ’ άρθρο 937 παρ. 1 στοιχ. β’ ΚΠολΔ. Διατάχθηκε η επιστροφή του e-παραβόλου στην εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση. Κρατεί και δικάζει την από 31.1.2022 (με Γ.Α.Κ. …/2022 και Ε.Α.Κ. …../2022) ανακοπή. Δέχεται αυτή. Ακυρώνει α) την από 12.11.2021 επιταγή προς πληρωμή που έχει τεθεί κάτω από ακριβές αντίγραφο του υπ’ αριθ. …./2013 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ………./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την υπ’ αριθ. ………/17.12.2021 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας-2 οριζόντιες ιδιοκτησίες της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……… Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας μεταξύ τους. Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του κατατεθέντος από αυτή για την άσκηση της εφέσεως με κωδικό ………. e-Παράβολου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού εκατό (100) ευρώ.

ΕφΠειρ 111/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …/2019 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και εκδόθηκε πρώτο εκτελεστό απόγραφο. Οι εκκαλούσες, ως οφειλέτιδα και εγγυήτρια, άσκησαν ανακοπή κατά της από 1-10-2020 επιταγής προς πληρωμή και του από 8-10-2020 κατασχετηρίου εις χείρας τρίτης τραπεζικής εταιρείας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την 3472/2024 απόφαση απέρριψε την ανακοπή. Οι ανακόπτουσες άσκησαν έφεση, προβάλλοντας κατ’ ουσία δύο λόγους. Η εφεσίβλητη – καθής, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων κατά τον ν. 4354/2015, ενήργησε ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας απόκτησης. Η έννομη σχέση ερείδεται σε σύμβαση δανείου που είχε χορηγηθεί από τραπεζικό ίδρυμα και εντάχθηκε σε τιτλοποίηση με μεταβίβαση στην εταιρεία απόκτησης και ανάθεση διαχείρισης στην εφεσίβλητη. Στις εκκαλούσες συγκοινοποιήθηκαν με την επιταγή τα νομιμοποιητικά έγγραφα: περίληψη της από 12-9-2019 σύμβασης εκχώρησης και μεταβίβασης (δημοσιευμένη στο Ενεχυροφυλακείο), απόσπασμα Παραρτήματος 28-11-2019 που προσδιορίζει την επίδικη σύμβαση δανείου με τα συμβαλλόμενα πρόσωπα, περίληψη και μεταβολή σύμβασης διαχείρισης (δημοσιεύσεις 16-9-2019 και 23-9-2019), ΦΕΚ άδειας διαχείρισης από την ΤτΕ 17-9-2019, ανακοινώσεις ΓΕΜΗ περί έδρας και μετονομασίας, και πληρεξούσιο 30-9-2020. Επικουρικώς προσκομίστηκε νεότερο απόσπασμα 29-9-2023 περί μεταβίβασης. Προβλήθηκε ακόμη επιστολή του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος (9-11-2015) για μοναδική σύμβαση της πρώτης εκκαλούσας.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Ο ν. 4354/2015 θεσπίζει διακριτά σχήματα εταιρειών απόκτησης και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, με την τελευταία να δύναται, βάσει σύμβασης διαχείρισης που τηρεί έγγραφο τύπο, να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες πράξεις είσπραξης, δικαστικές και εξώδικες, ως μη δικαιούχος διάδικος (άρθρο 2 παρ. 4). Οι πράξεις διαχείρισης περιλαμβάνουν ιδίως την είσπραξη και δικαστική επιδίωξη. Η γνωστοποίηση της μεταβίβασης/εκχώρησης προκύπτει από τις δημοσιεύσεις στο Ενεχυροφυλακείο σύμφωνα με τον ν. 3156/2003 και το άρθρο 3 του ν. 2844/2000. Κατά ΚΠολΔ 925, με την επιταγή προς πληρωμή συγκοινοποιούνται τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Πληρωμή προς τον δικαιούχο αποσβένει την οφειλή (ΑΚ 239, 417 παρ. 1). Λόγος ακυρότητας πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένη δικονομική βλάβη. Τα δικαστικά έξοδα ρυθμίζονται από ΚΠολΔ 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι με την επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκαν στις εκκαλούσες: περίληψη και απόσπασμα Παραρτήματος της σύμβασης εκχώρησης/μεταβίβασης (12-9-2019, δημοσιεύσεις 16-9-2019 και 28-11-2019) που ταυτοποιούν την επίδικη σύμβαση δανείου μέσω των μερών της, περίληψη και μεταβολή σύμβασης διαχείρισης (16-9-2019 και 23-9-2019), ΦΕΚ με την άδεια διαχείρισης από την ΤτΕ (17-9-2019), έγγραφα ΓΕΜΗ περί έδρας/μετονομασίας και πληρεξούσιο 30-9-2020. Νεότερο απόσπασμα 29-9-2023 επιβεβαιώνει τη μεταβίβαση. Το περιεχόμενο πληρεξουσίων (περιλαμβανομένου αλλοδαπού της 16-9-2019) εξουσιοδοτεί την εφεσίβλητη για είσπραξη και δικαστικές ενέργειες. Αξιολογώντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι αποδεικνύεται η ειδική διαδοχή και η ανάθεση διαχείρισης, άρα και η νομιμοποίηση της εφεσίβλητης να επισπεύσει εκτέλεση ως μη δικαιούχος διάδικος. Ο ισχυρισμός περί έλλειψης νομιμοποίησης απορρίφθηκε. Ο ισχυρισμός ότι η επιταγή/κατασχετήριο είναι άκυρα επειδή η καταβολή ζητείται προς τη δικαιούχο εταιρεία απόκτησης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, αφού η διαχειρίστρια μπορεί να ενεργεί στο όνομά της για λογαριασμό της δικαιούχου και η απευθείας πληρωμή στη δικαιούχο αποσβένει την οφειλή. Δεν προέκυψε επικληθείσα δικονομική βλάβη. Κατά συνέπεια, η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσία, με επιβολή εξόδων και εισαγωγή παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίφθηκε διότι από τα συγκοινοποιηθέντα με την επιταγή προς πληρωμή νομιμοποιητικά έγγραφα (δημοσιεύσεις στο Ενεχυροφυλακείο της περίληψης και αποσπάσματος Παραρτήματος της σύμβασης εκχώρησης/μεταβίβασης, περίληψη και μεταβολή σύμβασης διαχείρισης, ΦΕΚ άδειας της ΤτΕ, έγγραφα ΓΕΜΗ, πληρεξούσιο) αποδεικνύονται η ειδική διαδοχή και η νομιμοποίηση της εφεσίβλητης ως διαχειρίστριας κατά τον ν. 4354/2015 να επιδίδει επιταγή και να επιβάλλει κατάσχεση. Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, διότι η διαχειρίστρια νομιμοποιείται να επισπεύσει εκτέλεση και να απαιτήσει την καταβολή στο όνομά της για λογαριασμό της δικαιούχου, ενώ τυχόν απευθείας καταβολή στη δικαιούχο εταιρεία απόκτησης αποσβένει την οφειλή (ΑΚ 239, 417 παρ. 1), χωρίς να ανακύπτει ακυρότητα της επιταγής ή του κατασχετηρίου ούτε επικαλούμενη δικονομική βλάβη. Κατ’ ακολουθίαν, η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος των εκκαλουσών και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρα 176 παρ.1, 191 παρ.2 και 183 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από τις εκκαλούσες κατά την άσκηση της έφεσής τους. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλουσών τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια ευρώ (400 €).

ΕφΠειρ 251/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκδίκαση έφεσης κατά της υπ’ αριθ. 2632/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, απέρριψε ανακοπή κατά εκτέλεσης και πρόσθετους λόγους. Εκκαλούντες: εταιρεία ε.ε. και δύο συνοφειλέτες-εταίροι (αρσενικό γένος). Εφεσίβλητη: εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (θηλυκό γένος) που ενεργεί ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού (αγοραστή απαιτήσεων). Η έννομη σχέση αφορά σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με τραπεζικό ίδρυμα και σύμβαση εγγύησης, για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 2019. Το 2021 καταρτίστηκε σύμβαση πώλησης-εκχώρησης απαιτήσεων (ν. 3156/2003) μεταξύ της τράπεζας και εταιρείας ειδικού σκοπού και δημοσιεύθηκε περίληψη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με παράρτημα που περιλαμβάνει την επίδικη απαίτηση· ακολούθησε σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης (ν. 4354/2015) και σχετική δημοσίευση. Προηγήθηκε το 2019 επίδοση επιταγής προς πληρωμή· με απόφαση 1968/2020 ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής και η επιταγή πέραν κεφαλαίου, επικυρώθηκε δε για 1.017.394,10 ευρώ· με απόφαση 547/2023 απορρίφθηκε η έφεση των οφειλετών. Το 2022 η διαχειρίστρια επέδωσε νέα επιταγή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της διαταγής πληρωμής, απαιτώντας 1.017.394,10 ευρώ εντόκως από 12.06.2018. Με την ανακοπή/πρόσθετους λόγους οι εκκαλούντες προέβαλαν: έλλειψη νομιμοποίησης διαχειρίστριας λόγω τιτλοποίησης κατ’ ν. 3156/2003, μη κοινοποίηση πλήρων συμβάσεων και εταιρικών εγγράφων κατά άρθρο 925 ΚΠολΔ, ακυρότητα λόγω μη αναγραφής τόκων (άρθρο 924 ΚΠολΔ) και ακυρότητα λόγω παρόδου έτους (άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνες: Κατά τα άρθρα 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί, η έφεση συζητείται εφόσον έχει κλητευθεί νόμιμα ή επισπεύδει· στη συνέχεια το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα έγγραφα της πρωτοβάθμιας δίκης. Η ανακοπή εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ αφορά την εγκυρότητα τίτλου, διαδικασίας και απαίτησης. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ ο ειδικός/καθολικός διάδοχος οφείλει να κοινοποιήσει επιταγή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα· αρκούν εκείνα που αποδεικνύουν τη διαδοχή. Κατά το άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά την πάροδο έτους από επιταγή δεν επιτρέπεται πράξη εκτέλεσης επί αυτής, επιτρέπεται όμως νέα επιταγή. Το άρθρο 924 ΚΠολΔ απαιτεί σύντομη μνεία ποσών και αιτίας χωρίς ανάλυση τόκων. Κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003 η μεταβίβαση επέρχεται με καταχώριση περίληψης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 και η διαχείριση μπορεί να ανατίθεται, ενώ, με παράλληλη εφαρμογή του ν. 4354/2015, οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 να ενεργούν δικαστικά για είσπραξη ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά ν. 3156/2003. Οι υπουργικές αποφάσεις καθορίζουν το έντυπο/δημοσιότητα των περιλήψεων. Πραγματικά περιστατικά: Η εφεσίβλητη δεν παρέστη, αλλά κλητεύθηκε νομίμως. Η τράπεζα υπέβαλε το 2019 διαταγή πληρωμής και επιταγή· με απόφαση 1968/2020 επικυρώθηκε για 1.017.394,10 ευρώ. Το 2021 καταχωρίστηκαν στο Ενεχυροφυλακείο περίληψη σύμβασης πώλησης-μεταβίβασης απαιτήσεων (08-10-2021) προς εταιρεία ειδικού σκοπού και περίληψη σύμβασης διαχείρισης (17-12-2021) προς την εφεσίβλητη, με απόσπασμα παραρτήματος που καταχωρεί την επίδικη απαίτηση. Το 2022 επιδόθηκε νέα επιταγή για 1.017.394,10 ευρώ, με κοινοποίηση των παραπάνω περιλήψεων και αποσπάσματος. Εφαρμογή: Το δικαστήριο αξιολόγησε ότι οι κοινοποιηθείσες περιλήψεις και το απόσπασμα του παραρτήματος επαρκούν ως «νομιμοποιητικά έγγραφα» του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ· δεν απαιτούνται οι πλήρεις συμβάσεις, το σύνολο του παραρτήματος ούτε εταιρικά έγγραφα της διαχειρίστριας. Η μη αναγραφή συγκεκριμένου ποσού τόκων δεν καθιστά άκυρη την επιταγή, αφού προκύπτουν αιτία και κεφάλαιο. Η νέα επιταγή μετά την πάροδο έτους είναι επιτρεπτή. Τέλος, οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση να επισπεύδουν εκτέλεση, ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά ν. 3156/2003. Όλοι οι λόγοι ανακοπής/έφεσης κρίθηκαν αβάσιμοι και η πρωτόδικη απόφαση ορθώς απέρριψε την ανακοπή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν διότι: (α) η εφεσίβλητη, ως Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων, νομιμοποιείται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 να επισπεύθει την εκτέλεση ακόμη και όταν η μεταβίβαση της απαίτησης έχει διενεργηθεί κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003· (β) η κοινοποίηση των περιλήψεων καταχώρισης στο Ενεχυροφυλακείο και του σχετικού αποσπάσματος παραρτήματος αποδεικνύει τη διαδοχή και επαρκεί ως «νομιμοποιητικά έγγραφα» του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται η πλήρης σύμβαση ή λοιπά εταιρικά έγγραφα· (γ) η μη εξειδίκευση ποσού τόκων στην επιταγή δεν συνεπάγεται ακυρότητα κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ, εφόσον προκύπτουν αιτία και κεφάλαιο· (δ) επιτρέπεται νέα επιταγή μετά την πάροδο έτους κατ’ άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτων, οι λόγοι της ανακοπής κρίθηκαν αβάσιμοι και η πρωτόδικη απόρριψη επικυρώθηκε. Δαπάνες: Διατάχθηκε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 ΚΠολΔ. Δεν επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης λόγω μη παράστασης. Δεν ορίστηκε παράβολο ερημοδικίας, διότι στις δίκες εκτέλεσης δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 937 παρ. 1β΄ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 28-03-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ………./28-03-2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2632/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.- -ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ……../2024 στο Δημόσιο Ταμείο.-

ΕφΠειρ 98/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, οι εκκαλούντες προσέβαλαν την 1175/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει κατ’ ουσίαν την κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή τους κατά πράξης εκτέλεσης. Αντίδικος είναι η εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ως μη δικαιούχος διάδικος, ενεργούσα για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού. Το ουσιαστικό πλαίσιο αφορά τραπεζική απαίτηση που τιτλοποιήθηκε και μεταβιβάστηκε από τραπεζικό ίδρυμα σε εταιρεία ειδικού σκοπού κατά τον ν. 3156/2003 και τέθηκε σε διαχείριση στην εφεσίβλητη βάσει συμβάσεων διαχείρισης. Η εκτέλεση στηρίχθηκε σε διαταγή πληρωμής του 2021 και επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε διαμέρισμα, κατόπιν επιταγής προς πληρωμή, με κατασχετήρια έκθεση της 30.09.2022 και ορισμό πλειστηριασμού. Οι εκκαλούντες προέβαλαν: (α) έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης επειδή η μεταβίβαση/διαχείριση έγιναν κατά τον ν. 3156/2003 και όχι τον ν. 4354/2015, (β) μη τήρηση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγω μη κοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων, (γ) ότι από το κοινοποιηθέν απόσπασμα Ενεχυροφυλακείου δεν προκύπτει το ύψος της εκχωρηθείσας απαίτησης, και (δ) ακυρότητα λόγω μη λήψης/ανάρτησης φωτογραφιών του ακινήτου κατά το άρθρο 995 παρ. 4 ΚΠολΔ. Με την έφεση ζητήθηκε και αναστολή εκτέλεσης μέχρι την τελεσίδικη κρίση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε το καθεστώς του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με τον ν. 3156/2003: οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση να ασκούν κάθε δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξαρτήτως του πλαισίου μεταβίβασής τους. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ απαιτείται συγκοινοποίηση στον καθ’ ου της επιταγής μαζί με έγγραφα που αποδεικνύουν τη μεταβίβαση και τη διαχείριση της απαίτησης· αρκούν οι καταχωρισθείσες στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεις και αποσπάσματα που περιέχουν τα ουσιώδη στοιχεία, όχι τα πλήρη κείμενα συμβάσεων. Ως προς το άρθρο 995 παρ. 4 ΚΠολΔ, παράβαση λήψης/ανάρτησης φωτογραφιών επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε μη επανορθώσιμη βλάβη κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ, η οποία πρέπει να επικαλεστεί και να εξειδικεύσει ο ανακόπτων. Η αίτηση αναστολής κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ εξετάζεται με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, αλλά στερείται αντικειμένου όταν υφίσταται προσωρινή διαταγή μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης. Διαπιστώθηκε ότι με την επιταγή προς πληρωμή συγκοινοποιήθηκαν στους εκκαλούντες: περιλήψεις δημοσιεύσεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων (μεταξύ της τράπεζας και της εταιρείας ειδικού σκοπού), συμβάσεων διαχείρισης, καθώς και απόσπασμα καταλόγου απαιτήσεων που καταδεικνύει την εκχώρηση της ένδικης απαίτησης προς την εταιρεία ειδικού σκοπού. Από τα έγγραφα προέκυψε ότι μεταβιβάστηκε ολόκληρη η απαίτηση (κεφάλαιο, δεδουλευμένοι τόκοι, έξοδα, παρεπόμενα δικαιώματα). Για τον προβαλλόμενο τύπο του άρθρου 995 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι εκκαλούντες δεν επικαλέστηκαν συγκεκριμένη δικονομική βλάβη. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι η εφεσίβλητη ως ΕΔΑΔΠ νομιμοποιείται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 να επισπεύσει εκτέλεση ακόμη και όταν η μεταβίβαση/διαχείριση έγιναν με τον ν. 3156/2003. Οι συγκοινοποιηθείσες περιλήψεις/αποσπάσματα πληρούν την απαίτηση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή της. Ο ισχυρισμός περί μη αναγραφής ύψους απαίτησης είναι αβάσιμος, αφού μεταβιβάστηκε η ολόκληρη απαίτηση με τα παρεπόμενα. Ο λόγος περί φωτογραφιών είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, ελλείψει επίκλησης βλάβης. Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης απορρίφθηκαν και η αίτηση αναστολής κρίθηκε άνευ αντικειμένου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι: (α) κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ν. 4354/2015 και ν. 3156/2003, η εφεσίβλητη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση (άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015) να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση, ανεξαρτήτως του πλαισίου μεταβίβασης· (β) τηρήθηκε το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού με την επιταγή συγκοινοποιήθηκαν περιλήψεις και αποσπάσματα δημοσιευμένα στο Ενεχυροφυλακείο που αποδεικνύουν τη μεταβίβαση και τη διαχείριση της απαίτησης· (γ) από το κοινοποιηθέν απόσπασμα προέκυψε ότι μεταβιβάστηκε ολόκληρη η απαίτηση (κεφάλαιο, τόκοι, έξοδα)· (δ) ο ισχυρισμός ακυρότητας λόγω μη λήψης/ανάρτησης φωτογραφιών του άρθρου 995 παρ. 4 ΚΠολΔ ήταν απαράδεκτος, επειδή δεν προβλήθηκε ειδική δικονομική βλάβη κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ. Η σωρευθείσα αίτηση αναστολής απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου, διότι είχε ήδη χορηγηθεί προσωρινή διαταγή αναστέλλουσα την εκτέλεση μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης (άρθρο 938 ΚΠολΔ). Δαπάνες: οι εκκαλούντες καταδικάστηκαν στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, κατά τα άρθρα 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει αίτηση αναστολής Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ΄ ουσία την έφεση Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο Καταδικάζει τους εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ.

ΕφΠειρ 248/2026

Δικονομικό Δίκαιο · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική στάση: Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την 2152/2023 απόφαση απέρριψε ανακοπή και πρόσθετους λόγους κατά διαταγής πληρωμής. Ο ανακόπτων-ασκών πρόσθετους λόγους άσκησε έφεση κατά της απόφασης. - Διάδικοι: Εκκαλών (άνδρας) ως ανακόπτων και εγγυητής. Εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ενεργούσα επ’ ονόματί της για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού που απέκτησε την απαίτηση. - Έννομη σχέση: Σύμβαση στεγαστικού δανείου 12.01.2010 με δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία προς πρωτοφειλέτρια, με εγγύηση του εκκαλούντος. Μη καταβολή δόσεων Ιούνιος–Νοέμβριος 2013 και καταγγελία 14-11-2013. Έκδοση διαταγής πληρωμής για 22.369,62 ευρώ εντόκως ως υπόλοιπο λογαριασμού. - Αλυσίδα μεταβιβάσεων/διαχείρισης: 27.07.2012 μεταβίβαση συμβατικών σχέσεων βάσει ν. 3601/2007. 12.09.2019 πώληση–μεταβίβαση απαιτήσεων κατά ν. 3156/2003 σε εταιρεία ειδικού σκοπού, με δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο (ν. 2844/2000). 12.09.2019 ανάθεση διαχείρισης, μεταβολή διαχειριστή 23.09.2019. 30.12.2020 διάσπαση τραπεζικού κλάδου. 10.03.2021 επανεκχώρηση μέρους απαιτήσεων. 16.03.2021 μεταβίβαση στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού και σύμβαση διαχείρισης με την εφεσίβλητη· λύση 11.06.2021 και νέα σύμβαση διαχείρισης 11.06.2021, δημοσιευθείσα 29.07.2021. Η εφεσίβλητη αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ (απόφαση ΕΠΑΘ 326/2/2019). - Λόγοι ανακοπής/έφεσης: (α) απαίτηση υπό αίρεση/μη εκκαθαρισμένη λόγω ρύθμισης της πρωτοφειλέτριας κατά ν. 3869/2010, (β) καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (ΑΚ 281), (γ) ανεπάρκεια εγγράφων για διαταγή πληρωμής και μη γνησιότητα αποσπασμάτων βιβλίων, (δ) έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης διαχειρίστριας σε καθεστώς ν. 3156/2003, (ε) ακυρότητα λόγω κοινοποίησης αποσπασμάτων αντί ολόκληρων σωμάτων συμβάσεων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Η απαλλαγή/ρύθμιση οφειλέτη κατά ν. 3869/2010 (ιδίως άρθρα 1, 8, 9, 11, 12) είναι προσωποπαγής και δεν θίγει δικαιώματα πιστωτών κατά εγγυητών· ο εγγυητής ευθύνεται για το αρχικώς συμφωνημένο χρέος και υποκαθίσταται μόνο κατά το ποσό της ρύθμισης. Κατά ΑΚ 281 η άσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική μόνον αν προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων καλής πίστης/χρηστών ηθών/σκοπού δικαιώματος με βάση συμπεριφορά και περιστάσεις. Κατά ΚΠολΔ 623, 624, 626 παρ. 3, 628, 629, 632-633, η απαίτηση και το ποσό της πρέπει να αποδεικνύονται εγγράφως· αποσπάσματα μηχανογραφικών βιβλίων με βεβαίωση γνησιότητας εκτύπωσης από αρμόδιο υπάλληλο αποτελούν πρωτότυπα (ΚΠολΔ 449 παρ. 1, ν.δ. 3026/1954 άρθρο 52, ν. 4194/2013 άρθρο 36 παρ. 2β, ν. 1599/1986 άρθρο 14). Ως προς νομιμοποίηση, ΚΠολΔ 68, 70, 216 παρ. 1 περ. α. Με ν. 3156/2003 άρθρο 10 η τιτλοποίηση ολοκληρώνεται με καταχώριση στο βιβλίο του ν. 2844/2000 άρθρο 3· με ν. 4354/2015 (ιδίως άρθρο 2 παρ. 4 και άρθρο 1 παρ. 1) οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχοι διάδικοι για δικαστικές ενέργειες είσπραξης, εφαρμόσιμη και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά τον ν. 3156/2003. Κατά ΚΠολΔ 925 παρ. 1 αρκεί κοινοποίηση των νομιμοποιητικών εγγράφων που αποδεικνύουν τη διαδοχή. Πραγματικά: Συνήφθη στις 12.01.2010 στεγαστικό δάνειο 30.000 ευρώ σε πρωτοφειλέτρια με εγγύηση εκκαλούντος. Μη καταβολή δόσεων Ιουνίου–Νοεμβρίου 2013 και καταγγελία 14-11-2013. Ακολούθησαν μεταβιβάσεις/αναμεταβιβάσεις απαιτήσεων το 2019 και 2021 με καταχωρίσεις στο Ενεχυροφυλακείο (ν. 2844/2000 άρθρο 3) και αναθέσεις διαχείρισης στην εφεσίβλητη, αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ (απόφαση ΕΠΑΘ 326/2/2019). Για τη διαταγή πληρωμής προσκομίστηκαν πρωτότυπα αποσπάσματα μηχανογραφικών βιβλίων και νομιμοποιητικά έγγραφα των διαδοχών και διαχείρισης. Εφαρμογή: Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ως εγγυητή περί αίρεσης/μη εκκαθάρισης λόγω ρύθμισης της πρωτοφειλέτριας απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, αφού η ρύθμιση κατά ν. 3869/2010 δεν μειώνει την ευθύνη του εγγυητή. Ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας (ΑΚ 281) δεν θεμελιώθηκε, καθώς δεν προέκυψε προφανής υπέρβαση των ορίων καλής πίστης ή έλλειψη εννόμου συμφέροντος της δανείστριας. Τα αποσπάσματα βιβλίων αποτέλεσαν πρωτότυπα έγγραφα επαρκή για έκδοση διαταγής πληρωμής. Η εφεσίβλητη, ως ΕΔΑΔΠ, είχε κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση να αιτηθεί διαταγή πληρωμής και να προβεί σε ενέργειες είσπραξης, παρότι η μεταβίβαση έγινε με το καθεστώς του ν. 3156/2003. Η κοινοποίηση αποσπασμάτων των καταχωρίσεων και συμβάσεων που αποδεικνύουν τις διαδοχές επαρκεί κατά ΚΠολΔ 925 παρ. 1.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσης της υπ’ αριθ. …../2022 διαταγής πληρωμής, καθώς η απαίτηση αποδείχθηκε με πρωτότυπα αποσπάσματα μηχανογραφικών βιβλίων (ΚΠολΔ 623, 626 παρ. 3, 628, 629, 632-633, 449 παρ. 1, ν.δ. 3026/1954 άρθρο 52, ν. 4194/2013 άρθρο 36 παρ. 2β, ν. 1599/1986 άρθρο 14). Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ως εγγυητή περί αίρεσης/μη εκκαθάρισης απορρίφθηκε, διότι η ρύθμιση της πρωτοφειλέτριας κατά τον ν. 3869/2010 (άρθρα 1, 8, 9, 11, 12, σε συνδυασμό με ν. 4549/2018 άρθρο 65) δεν θίγει τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του εγγυητή. Ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης (ΑΚ 281) απορρίφθηκε ως αβάσιμος, μη συντρεχουσών περιστάσεων προφανούς υπέρβασης. Ως προς τη νομιμοποίηση, κρίθηκε ότι η εφεσίβλητη, ως ΕΔΑΔΠ αδειοδοτημένη (απόφαση ΕΠΑΘ 326/2/2019), νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση να ασκεί δικαστικές ενέργειες είσπραξης (ν. 4354/2015 άρθρο 2 παρ. 4, άρθρο 1 παρ. 1), ακόμη και όταν η μεταβίβαση της απαίτησης έλαβε χώρα κατά τον ν. 3156/2003 (άρθρο 10, σε συνδυασμό με ν. 2844/2000 άρθρο 3). Η κοινοποίηση των νομιμοποιητικών εγγράφων των διαδοχών/διαχείρισης κρίθηκε επαρκής (ΚΠολΔ 925 παρ. 1). Κατά συνέπεια, οι λόγοι της έφεσης απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι και η πρωτόδικη 2152/2023 απόφαση επικυρώθηκε. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, διατάχθηκε η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου της έφεσης (ΚΠολΔ 495) και ο εκκαλών καταδικάστηκε στα έξοδα της εφεσίβλητης του δευτέρου βαθμού, ορισθέντα σε 300 ευρώ (ΚΠολΔ 183, 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2).
Τελική Απόφαση
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 12-07-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ……/15-07-2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2152/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.- -ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ……………./2024 στο Δημόσιο Ταμείο.-  Και -ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.-

ΕφΠειρ 215/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ο εκκαλών προσέβαλε την υπ’ αρ. 3331/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, είχε απορρίψει την από 11.5.2022 ανακοπή του κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ και τους από 27.9.2022 πρόσθετους λόγους. Η εφεσίβλητη είναι εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ενεργούσα για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης, ειδικής διαδόχου τραπεζικού ιδρύματος. Ο εκκαλών ζήτησε: α) αναγνώριση αυτοδίκαιης παύσης ισχύος διαταγής πληρωμής και β) ακύρωση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύσθηκαν βάσει αυτής για απαίτηση από σύμβαση δανείου. Προσβλήθηκαν: η υπ’ αρ. …../13.2.2014 έκθεση επίδοσης διαταγής πληρωμής, η από 7.2.2014 επιταγή προς εκτέλεση, η από 10.2.2022 επιταγή προς εκτέλεση επί αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου και η υπ’ αρ. …./28.3.2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης επί οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα Β1, 2ος όροφος, 71,12 τ.μ.). Προηγήθηκαν: έκδοση διαταγής πληρωμής το 2014 και επίδοσή της στις 13.2.2014. Με σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων 8.10.2021 (ν. 3156/2003) η απαίτηση μεταβιβάστηκε σε SPV και η διαχείριση ανατέθηκε στην εφεσίβλητη με συμφωνίες 30.11.2020 και 8.10.2021, καταχωρισθείσες στο ενεχυροφυλακείο στις 11.10.2021. Η επιταγή 10.2.2022 απαίτησε: κεφάλαιο 68.402,72 ευρώ με τόκους από 5.11.2013, δικαστική δαπάνη 1.200 ευρώ, έξοδα 5,15, 10 και 35 ευρώ, συνολικά 69.652,87 ευρώ. Η κατάσχεση επιβλήθηκε για 50.000 ευρώ, με ρητή επιφύλαξη αναγγελίας για το υπόλοιπο.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κριτήριο νομιμοποίησης του διαχειριστή τίθεται με το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, που παρέχει εξαιρετική νομιμοποίηση στις εταιρείες διαχείρισης να ασκούν ένδικα βοηθήματα και δικαστικές ενέργειες ως μη δικαιούχοι διάδικοι. Ο ν. 3156/2003 (άρθρο 10 παρ. 14) επιτρέπει ανάθεση διαχείρισης τιτλοποιημένων απαιτήσεων και η μεταβίβαση επέρχεται με καταχώριση περίληψης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000. Οι κανόνες εφαρμόζονται συστηματικά και παράλληλα, χωρίς αποκλεισμό της δικονομικής νομιμοποίησης όταν η μεταβίβαση έγινε κατά ν. 3156/2003. Κατά το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η επιταγή πρέπει να μνημονεύει σύντομα την αιτία και το οφειλόμενο ποσό, ενώ ο αναλυτικός υπολογισμός τόκων δεν απαιτείται. Κατά τα άρθρα 915-916 ΚΠολΔ, απαιτείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ επιβάλλει στον ειδικό διάδοχο να κοινοποιεί νέα επιταγή με τα νομιμοποιητικά έγγραφα, επαρκούν όμως τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συντέλεση της μεταβίβασης/διαχείρισης. Το άρθρο 630Α ΚΠολΔ απαιτεί εμπρόθεσμη επίδοση διαταγής πληρωμής. Κατά τα άρθρα 117 και 139 ΚΠολΔ, ακυρότητα επίδοσης προϋποθέτει δικονομική βλάβη. Επιτρέπεται περιορισμός ποσού κατάσχεσης, εφόσον ορισμένος, χωρίς να καθίσταται η απαίτηση ανεκκαθάριστη. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διαταγή πληρωμής του 2014 επιδόθηκε στις 13.2.2014 εντός διμήνου. Οι συμβάσεις μεταβίβασης/διαχείρισης της 8.10.2021 και η καταχώρισή τους στο ενεχυροφυλακείο (11.10.2021) κοινοποιήθηκαν με τα απαιτούμενα αποσπάσματα. Η εφεσίβλητη είναι εταιρεία διαχείρισης με ανατεθειμένη διαχείριση του συνόλου των απαιτήσεων του SPV. Η επιταγή 10.2.2022 ανέφερε το εκτελεστό κεφάλαιο, την αιτία, τους τόκους και τα έξοδα, με σαφή διαχωρισμό κονδυλίων, και το συνολικό ποσό 69.652,87 ευρώ. Ο αναλυτικός τρόπος υπολογισμού τόκων δεν ήταν αναγκαίος. Η εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή δεν αποτελεί προσβλητή πράξη εκτέλεσης. Η έκθεση κατάσχεσης δεν πάσχει από αοριστία ούτε η κατάσχεση είναι καταχρηστική, δεδομένου του επιτρεπτού περιορισμού στα 50.000 ευρώ για μείωση εξόδων και της δυνατότητας αναγγελίας για το υπόλοιπο. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος να επισπεύσει εκτέλεση για λογαριασμό του δικαιούχου SPV, ότι τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς τα συγκοινοποιηθέντα έγγραφα, ότι η διαταγή πληρωμής είχε επιδοθεί εμπροθέσμως και ότι η επιταγή και η κατάσχεση είναι επαρκώς ορισμένες και έγκυρες. Συνεπώς, οι λόγοι της έφεσης απορρίπτονται κατ’ ουσία.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσία διότι: (α) οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων νομιμοποιούνται, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 14 ν. 3156/2003, να ενεργούν δικαστικές πράξεις και στην περίπτωση τιτλοποιήσεων, (β) η επίδικη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 630Α ΚΠολΔ (13.2.2014), (γ) τα κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ νομιμοποιητικά έγγραφα επαρκώς κοινοποιήθηκαν μέσω των καταχωρίσεων/περιλήψεων στο ενεχυροφυλακείο, (δ) η επιταγή προς εκτέλεση πληροί το άρθρο 924 ΚΠολΔ, περιέχει αιτία, κεφάλαιο 68.402,72 ευρώ, τόκους από 5.11.2013 και έξοδα, με συνολικό ποσό 69.652,87 ευρώ, χωρίς να απαιτείται αναλυτικός υπολογισμός τόκων, και (ε) η κατάσχεση για 50.000 ευρώ είναι επιτρεπτός ορισμένος περιορισμός της απαίτησης και δεν είναι καταχρηστική. Συνακόλουθα, επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού σε βάρος του εκκαλούντος, ορισθέντα σε 600 ευρώ, και διατάχθηκε η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου της έφεσης, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά την έφεση και Απορρίπτει αυτή στην ουσία. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, εις βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο ταμείο, το κατατεθέν, από τον  εκκαλούντα για την άσκηση της έφεσης, παράβολο (e-παράβολο με αρ. …………../2023, ποσού 100 ευρώ).

ΕφΠειρ 299/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες προσέβαλαν την 502/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που, κατόπιν συνεκδίκασης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 ΚΠολΔ) και ανακοπής κατά πράξεων εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ), είχε απορρίψει τους λόγους και επικυρώσει τον τίτλο και τις πράξεις. Η εφεσίβλητη είναι εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ως μη δικαιούχος διάδικος, για εταιρεία ειδικού σκοπού αλλοδαπής, κατόπιν αλυσίδας μεταβίβασης/επανεκχώρησης απαιτήσεων από τραπεζικό ίδρυμα. Η ένδικη σχέση αφορά σύμβαση στεγαστικού δανείου που συνήφθη μεταξύ τραπεζικού ιδρύματος και της πρώτης ανακόπτουσας, με εγγύηση του δεύτερου. Μετά την καταγγελία, εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 2023 και κινήθηκε αναγκαστική εκτέλεση επί ακινήτου της πρώτης ανακόπτουσας, με προγραμματισμένο ηλεκτρονικό πλειστηριασμό. Οι εκκαλούντες προέβαλαν ιδίως έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας λόγω μη πλήρους απόδειξης της ειδικής διαδοχής. Το αρχικό δάνειο ήταν 40.000 ευρώ. Η διαταγή πληρωμής επιδίκασε 27.562,29 ευρώ με τόκους από 17.9.2021 και 600 ευρώ δικαστική δαπάνη. Επιτάχθηκαν 28.262,29 ευρώ, και επιβλήθηκε κατάσχεση με έκθεση 26.7.2023. Η αλυσίδα μεταβιβάσεων περιλάμβανε σύμβαση 25.6.2021 (ν. 3156/2003), επανεκχώρηση 17.9.2021 και εκχώρηση 8.10.2021, καθώς και σύμβαση διαχείρισης 8.10.2021.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Για έκδοση διαταγής πληρωμής απαιτείται έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και του ποσού, μη εξαρτώμενη από αίρεση ή όρο. Η αίτηση πρέπει να περιέχει την απαίτηση/ακριβές ποσό και να επισυνάπτει όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτουν η απαίτηση, το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη. Σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής, απαιτούνται και τα νομιμοποιητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη διαδοχή. Αν δεν προσκομισθούν τα έγγραφα το αργότερο πριν την έκδοση, η αίτηση απορρίπτεται· αν παρά ταύτα εκδοθεί διαταγή πληρωμής, ακυρώνεται με ανακοπή, ανεξαρτήτως μεταγενέστερης προσκόμισης αποδεικτικών. Το δικαστήριο της ανακοπής κρίνει μόνο με βάση τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στον εκδότη της διαταγής. Οι λόγοι ακυρότητας του τίτλου προβάλλονται και κατά των επακολούθων πράξεων εκτέλεσης. Ευρήματα: Η εφεσίβλητη, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων για αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, επικαλέστηκε σειρά ειδικών διαδοχών (σύμβαση μεταβίβασης 25.6.2021, επανεκχώρηση 17.9.2021, εκχώρηση 8.10.2021) και σύμβαση διαχείρισης 8.10.2021. Προσκομίστηκε απόσπασμα παραρτήματος μόνο της 8.10.2021 εκχώρησης. Δεν προσκομίστηκαν αποσπάσματα των παραρτημάτων των 25.6.2021 και 17.9.2021 συμβάσεων από το Ενεχυροφυλακείο, ικανά να ταυτοποιούν ότι η ένδικη απαίτηση περιλαμβανόταν τόσο στη μεταβίβαση όσο και στην επανεκχώρηση. Έτσι δεν αποδείχθηκε ότι η τράπεζα ήταν εκ νέου δικαιούχος κατά την 8.10.2021 ώστε να εκχωρήσει την επίδικη απαίτηση στην εταιρεία ειδικού σκοπού, ούτε η ενεργητική νομιμοποίηση της διαχειρίστριας. Εφαρμογή: Εφόσον δεν αποδείχθηκαν εγγράφως όλες οι ενδιάμεσες ειδικές διαδοχές πριν από την έκδοση, η διαταγή πληρωμής πάσχει από διαδικαστικό απαράδεκτο και ακυρώνεται. Οι επακολουθήσασες πράξεις εκτέλεσης, στηριζόμενες στον άκυρο τίτλο, ακυρώνονται επίσης. Ο αντίστοιχος λόγος των ανακοπών κρίθηκε νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος. Η έφεση γίνεται δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, το Εφετείο κρατεί και δικάζει τις ανακοπές, δέχεται τον τρίτο λόγο και ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής και τις πράξεις εκτέλεσης. Η αίτηση αναστολής απορρίπτεται ως άνευ αντικειμένου. Τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται στην εφεσίβλητη και διατάσσεται επιστροφή του παραβόλου της έφεσης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Επί της έφεσης: Η έφεση έγινε δεκτή διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε εσφαλμένα ως μη νόμιμο τον κρίσιμο λόγο ανακοπής περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Όταν η νομιμοποίηση στηρίζεται σε σειρά ειδικών διαδοχών, απαιτείται έγγραφη απόδειξη όλων των ενδιάμεσων διαδοχών με τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Στάδιο 2 – Επί των ανακοπών: Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν αποδείχθηκε η αλληλουχία των μεταβιβάσεων/επανεκχώρησης (μη προσκόμιση αποσπασμάτων παραρτημάτων των συμβάσεων 25.6.2021 και 17.9.2021), ώστε να θεμελιωθεί η ενεργητική νομιμοποίηση της εφεσίβλητης ως διαχειρίστριας. Κατά συνέπεια, η υπ’ αριθ. …/2023 διαταγή πληρωμής ακυρώνεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου και ακυρώνονται συνακόλουθα η επιταγή προς πληρωμή, η εντολή προς εκτέλεση και η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται σε βάρος της εφεσίβλητης κατά τα άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ. Διατάσσεται η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Η σωρευθείσα αίτηση αναστολής απορρίπτεται ως άνευ αντικειμένου.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής. Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση. Κρατεί και συνεκδικάζει την από 2.5.2023 (με Γ.Α.Κ. …/2023 και Ε.Α.Κ. …../2023) ανακοπή του άρθρου 632 παρ.1 ΚΠολΔ και την από 3.10.2023 (με Γ.Α.Κ. …./2023 και Ε.Α.Κ. …./2023) ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Δέχεται την από 2.5.2023 ανακοπή. Ακυρώνει την υπ’ αριθ. …./2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Δέχεται την από 3.10.2023 ανακοπή. Ακυρώνει την από 13.7.2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου εκ του με αριθμό …./2023 πρώτου (α’) απογράφου εκτελεστού της με αριθμό …./2023 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 24.7.2023 γραπτή εντολή προς εκτέλεση της πληρεξούσιας δικηγόρου της καθ’ης, . …, προς τον δικαστικό επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………. και την με αριθμό …../26.7.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων-ανακοπτόντων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας για αμφότερες τις ανακοπές σε βάρος της εφεσίβλητης- καθ’ης η ανακοπή και ορίζει αυτά στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της έφεσης με κωδικό …………. e- παράβολου ποσού εκατό (100) ευρώ.

ΕφΠειρ 124/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η εκκαλούσα άσκησε έφεση κατά της υπ’ αριθ. 700/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία η ανακοπή της απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Η έφεση πλήττει την ουσία της κρίσης περί νομιμοποίησης της εφεσίβλητης και περί καταχρηστικότητας της εκτέλεσης. Οι διάδικοι είναι: η εκκαλούσα (ανακόπτουσα) και η εφεσίβλητη, μονοπρόσωπη ΑΕ διαχείρισης απαιτήσεων, νομίμως αδειοδοτημένη, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού μετά από τιτλοποίηση. Η ένδικη απαίτηση πηγάζει από σύμβαση στεγαστικού δανείου της 02.07.2007. Εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ……/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στις 30.04.2020 η αρχική δανείστρια τράπεζα μεταβίβασε, κατά τα άρθρα 10 και 14 ν. 3156/2003, το χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού. Στις 18.06.2021 η διαχείριση ανατέθηκε στην εφεσίβλητη και τροποποιήθηκε με σύμβαση 10.04.2023. Την 01.09.2023 επιδόθηκε στην εκκαλούσα επιταγή προς πληρωμή κάτω από απόγραφο της διαταγής πληρωμής και στις 18.09.2023 συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Η επιταγή συγκοινοποίησε περιλήψεις δημοσιεύσεων στο Ενεχυροφυλακείο (μεταβίβασης, διαχείρισης, μεταβολών), απόσπασμα παραρτήματος (σελ. 4955-4956) ταυτοποίησης της απαίτησης και σχετικό ειδικό πληρεξούσιο. Η οφειλή κατά την επιταγή: 171.103,89 ευρώ εντόκως, 3.700 ευρώ δικαστική δαπάνη, 2 ευρώ για αντίγραφο από απογραφο, 130,20 ευρώ δαπάνη κοινοποίησης, 120 ευρώ αμοιβή δικηγόρου, με νόμιμους τόκους όπου αναφέρεται. Ο σύζυγος συνοφειλέτης της εκκαλούσας έχει υπαχθεί με την 927/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας στον ν. 3869/2010 και καταβάλλει τις δόσεις για εξαίρεση του μεριδίου του από εκποίηση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Για την ενεργητική νομιμοποίηση διαχειρίστριας τιτλοποιημένων απαιτήσεων αρκεί η απόδειξη της μεταβίβασης της απαίτησης στην εταιρεία ειδικού σκοπού και της ανάθεσης διαχείρισης, με τις νόμιμες δημοσιεύσεις στο Ενεχυροφυλακείο και με έγγραφα που ταυτοποιούν ειδικά την ένδικη απαίτηση. Η ταυτοποίηση μπορεί να προκύπτει από απόσπασμα παραρτήματος της σύμβασης μεταβίβασης όπου αναγράφονται τα ιδιαίτερα στοιχεία της απαίτησης. Η μη αναγραφή συγκεκριμένου χρηματικού υπολοίπου στο απόσπασμα δεν κωλύει την ταυτοποίηση, εφόσον το ύψος της οφειλής μεταβάλλεται στον χρόνο. Ως προς τον ισχυρισμό καταχρηστικής άσκησης, απαιτούνται περιστατικά που να συνιστούν αντίθεση προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ιδίως δημιουργία εύλογης πεποίθησης παραίτησης ή μακράς ανοχής ή άσκηση δικαιώματος κατά τρόπο που επιφέρει αδικαιολόγητες επαχθείς συνέπειες. Ευρήματα: Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής κατά της εκκαλούσας. Η μεταβίβαση του επίδικου δανείου στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού έγινε με σύμβαση 30.04.2020, δημοσιευθείσα σε περίληψη στο Ενεχυροφυλακείο, με απόσπασμα παραρτήματος (σελ. 4955-4956) όπου αναγράφονται αριθμός και ημερομηνία της συγκεκριμένης δανειακής σύμβασης. Η διαχείριση ανατέθηκε 18.06.2021 στην εφεσίβλητη, με μεταβολές και κωδικοποίηση 10.04.2023, επίσης δημοσιευθείσες. Όλα τα ανωτέρω έγγραφα συγκοινοποιήθηκαν με την επιταγή. Ο σύζυγος συνοφειλέτης της εκκαλούσας υπήχθη σε ρύθμιση του ν. 3869/2010 (927/2022 Ειρ. Νίκαιας) για το δικό του μερίδιο, χωρίς στοιχεία παραίτησης του δανειστή από ενέργειες κατά της εκκαλούσας. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο αξιολόγησε τις δημοσιεύσεις και τα έγγραφα ως επαρκή για να αποδειχθεί τόσο η μεταβίβαση όσο και η ανάθεση διαχείρισης και, μέσω του παραρτήματος, η ειδική ταυτοποίηση της απαίτησης. Διαπίστωσε ότι η έλλειψη συγκεκριμένου ποσού στο απόσπασμα δεν θίγει την αναγνώριση της απαίτησης. Εξέτασε τον ισχυρισμό καταχρηστικότητας και έκρινε ότι η εφεσίβλητη έχει θεμιτό συμφέρον να επισπεύσει εκτέλεση κατά της εκκαλούσας, η οποία παραμένει υπόχρεη εις ολόκληρον, ενώ δεν αποδείχθηκαν συμπεριφορές δημιουργίας εύλογης πεποίθησης παραίτησης ή ανοχής. Ως εκ τούτου οι λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε διότι: (α) ο λόγος περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης κρίθηκε αβάσιμος: από τις περιλήψεις δημοσίευσης στο Ενεχυροφυλακείο της σύμβασης μεταβίβασης 30.04.2020 και των συμβάσεων διαχείρισης (18.06.2021 και 10.04.2023), καθώς και από το απόσπασμα παραρτήματος (σελ. 4955-4956) όπου αναγράφονται ο αριθμός και η ημερομηνία της επίδικης δανειακής σύμβασης, αποδείχθηκαν τόσο η μεταβίβαση της απαίτησης όσο και η νόμιμη ανάθεση της διαχείρισης στην εφεσίβλητη, με επαρκή ταυτοποίηση της απαίτησης· (β) ο λόγος περί καταχρηστικής άσκησης απορρίφθηκε, επειδή η εκκαλούσα ευθύνεται εις ολόκληρον παρά τη ρύθμιση του συνοφειλέτη συζύγου της (927/2022 Ειρ. Νίκαιας, υπαγωγή στον ν. 3869/2010), η εφεσίβλητη έχει θεμιτό συμφέρον να επισπεύσει εκτέλεση και δεν αποδείχθηκαν περιστατικά δημιουργίας εύλογης πεποίθησης παραίτησης ή ανοχής. Συνακόλουθα, η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε. Επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος της εκκαλούσας, ορισθέντα σε 400 ευρώ, με παραπομπή στα άρθρα 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση. Απορρίπτει την αίτηση αναστολής. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του με αριθμό  …………/2024 παράβολου. Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

ΕφΠειρ 220/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό, οι ανακόπτοντες (ήδη εφεσίβλητοι) άσκησαν ανακοπή κατά: α) διαταγής πληρωμής, β) επιταγής προς πληρωμή, γ) έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και δ) αποσπάσματος αυτής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τις πράξεις. Η καθ’ ής η ανακοπή (ήδη εκκαλούσα), εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ως μη δικαιούχος διάδικος για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, άσκησε έφεση κατά της οριστικής απόφασης. Η ένδικη σχέση αφορά στεγαστικό δάνειο από τραπεζικό ίδρυμα, με πρωτοφειλέτες δύο εκ των εφεσιβλήτων και εγγυήτρια την τρίτη. Η απαίτηση τιτλοποιήθηκε με σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης που καταχωρίστηκε στο Ενεχυροφυλακείο, αρχικά ανατέθηκε διαχείριση σε άλλη εταιρεία και, κατόπιν, ανατέθηκε στη διαχειρίστρια εκκαλούσα με συμβάσεις διαχείρισης επίσης δημοσιευμένες. Μεσολάβησε διάσπαση τραπεζικού κλάδου και εξώδικη καταγγελία της σύμβασης. Προηγήθηκε έκδοση διαταγής πληρωμής και επίδοση αντιγράφου απογράφου με επιταγή μέσω θυροκόλλησης. Στα επιδιδόμενα αντίγραφα δεν είχαν σημειωθεί ημερομηνία και ώρα επίδοσης ούτε το ονοματεπώνυμο και η υπογραφή του επιμελητή. Η δεύτερη εφεσίβλητη είχε υποβάλει αίτηση υπαγωγής στον Ν. 3869/2010, η συζήτηση της οποίας είχε κηρυχθεί απαράδεκτη και δεν είχε κατατεθεί κλήση επαναφοράς. Οι εφεσίβλητοι προέβαλαν, μεταξύ άλλων, έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας, καταχρηστικότητα λόγω εκκρεμοδικίας κατά Ν. 3869/2010, δυσαναλογία κατάσχεσης και αοριστία τόκων. Ποσά: αρχικό δάνειο 100.000 ευρώ· οφειλή κατά διαταγή πληρωμής 126.156,72 ευρώ· τιμή εκτίμησης κατασχεθέντος που επικαλέστηκαν 470.000 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 139 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, η επίδοση αποδεικνύεται ιδίως από την έκθεση και την επισημείωση επί του επιδιδόμενου εγγράφου· σε περίπτωση απόκλισης υπερισχύει η έκθεση μόνο εφόσον ωφελεί τον παραλήπτη, αλλιώς λαμβάνεται η επισημείωση. Η παράλειψη επισημείωσης ημερομηνίας/ώρας και υπογραφής δύναται, με βλάβη, να επιφέρει ακυρότητα και να μη κινεί προθεσμίες (άρθρ. 20 παρ. 1 Σ, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ). Κατά τα άρθρα 924 και 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ειδικός διάδοχος μη αναφερόμενος στον τίτλο οφείλει να κοινοποιεί νέα επιταγή με τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Στο καθεστώς τιτλοποίησης (Ν. 3156/2003) η μεταβίβαση ολοκληρώνεται με καταχώριση περίληψης στο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000 (υ.α. 161337/2003, 20783/2020). Η διαχείριση δύναται να ανατεθεί και, υπό το Ν. 4354/2015, οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι (άρθρ. 2 παρ. 4), ρύθμιση που εφαρμόζεται συνδυαστικά και όταν η μεταβίβαση έγινε βάσει Ν. 3156/2003. Κατά το άρθρο 115 Ν. 5072/2023, αρκεί για τη διαχειριστική αρμοδιότητα η προσκόμιση/κοινοποίηση των δημοσιευμένων περιλήψεων και αποσπασμάτων. Λοιποί προβληθέντες κανόνες (ΑΚ 281, Ν. 3869/2010, ΚΠολΔ 763, 774) εφαρμόζονται κατά τους όρους τους. Αποδείχθηκε ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για οφειλή από στεγαστικό δάνειο, ότι η επίδοση του απογράφου με επιταγή έγινε με θυροκόλληση, αλλά στα αντίγραφα που έλαβαν οι εφεσίβλητοι έλειπαν η ημερομηνία/ώρα επίδοσης και τα στοιχεία/υπογραφή του επιμελητή. Αποδείχθηκε αλυσίδα μεταβίβασης/διαχείρισης: δημοσιευμένες στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεις σύμβασης μεταβίβασης (30/4/2020) με παράρτημα που περιλαμβάνει την ένδικη απαίτηση, σύμβασης διαχείρισης (30/4/2020) και νεότερης ανάθεσης στη διαχειρίστρια εκκαλούσα (18/6/2021), καθώς και συμπληρωματική πράξη (10/4/2023) περί εξουσιών. Προσεκομίσθηκαν τα σχετικά αποσπάσματα/περιλήψεις και πληρεξούσια, καθώς και στοιχεία διάσπασης τραπεζικού κλάδου. Για την αίτηση Ν. 3869/2010 της δεύτερης εφεσιβλήτου δεν είχε κατατεθεί κλήση επαναφοράς. Η παράλειψη επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο προκάλεσε βλάβη ως προς την έναρξη της προθεσμίας του άρθρου 632 ΚΠολΔ, οπότε η ανακοπή θεωρήθηκε εμπρόθεσμη• όμως το ελάττωμα δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαταγής πληρωμής ή των πράξεων εκτέλεσης καθαυτών. Η εκκαλούσα, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων, νομιμοποιείται να ενεργεί ως μη δικαιούχος διάδικος για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού, και, κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιευμένων περιλήψεων και του αποσπάσματος απαιτήσεων· δεν απαιτείται κοινοποίηση ολοκλήρων συμβάσεων ούτε ρητή ειδική μνεία της συγκεκριμένης σύμβασης πέραν του παραρτήματος. Δεν υφίσταται εκκρεμοδικία/παραβίαση Ν. 3869/2010 χωρίς κλήση επαναφοράς, ο λόγος δυσαναλογίας είναι αόριστος και τα κονδύλια τόκων επαρκώς προσδιορίζονται από τη σύμβαση και τους λογαριασμούς.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Επί της έφεσης: Η έφεση έγινε δεκτή διότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι δεν αποδεικνυόταν η διαχειριστική αρμοδιότητα της εκκαλούσας και ακύρωσε τις πράξεις εκτέλεσης. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και το άρθρο 115 Ν. 5072/2023 αρκεί η συγκοινοποίηση των δημοσιευμένων στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεων και αποσπασμάτων (άρθρο 3 Ν. 2844/2000) που αποδεικνύουν τη μεταβίβαση και τη διαχείριση. Η εκκαλούσα, ως εταιρεία διαχείρισης που ενεργεί στο πλαίσιο του Ν. 3156/2003, νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015. Διατάχθηκε η απόδοση του παραβόλου στην εκκαλούσα (άρθρο 495 περ. 3 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 — Επί της ανακοπής: Η ανακοπή απορρίφθηκε στο σύνολό της. Η ακυρότητα της επίδοσης λόγω παράλειψης επισημείωσης κατά το άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ επιφέρει μόνο εμπρόθεσμη άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ και δεν θεμελιώνει ακυρότητα της διαταγής πληρωμής ή των πράξεων εκτέλεσης. Ο λόγος περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, ο λόγος περί εκκρεμοδικίας/καταχρηστικότητας βάσει Ν. 3869/2010 απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος, ο λόγος περί δυσαναλογίας της κατάσχεσης ως αόριστος και οι λόγοι περί αοριστίας/προσδιορισμού τόκων ως μη νόμιμοι. Τα ανακοπτόμενα (διαταγή πληρωμής, επιταγή, κατάσχεση και απόσπασμα) επικυρώθηκαν. Επιβλήθηκε στους εφεσίβλητους μέρος των εξόδων της εκκαλούσας για αμφότερους τους βαθμούς, ποσού 5.000 ευρώ, με μερικό συμψηφισμό λόγω εύλογης αμφιβολίας (άρθρα 176, 179 εδ. β, 191 § 2 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 515/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της από 1/10/2024 ανακοπής. Α...

ΕφΠειρ 358/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η διαφορά εισήχθη με ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή κάτω από απόγραφο διαταγής πληρωμής και την επακολουθήσασα κατάσχεση. Η καθ’ ης η ανακοπή, ήδη εκκαλούσα, εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, άσκησε έφεση κατά των ανακοπτόντων, ήδη εφεσίβλητων (ομόρρυθμη εταιρία και τρία φυσικά πρόσωπα). Η έννομη σχέση πηγάζει από σύμβαση πίστωσης μεταξύ των εφεσίβλητων και τραπεζικού ιδρύματος. Μετά την έκδοση διαταγής πληρωμής, η απαίτηση πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε σε εταιρία ειδικού σκοπού, με καταχώριση στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, και ανατέθηκε διαχείριση στην εκκαλούσα με σύμβαση διαχείρισης. Ακολούθησε σύμβαση συμπλήρωσης διαχείρισης, η οποία καταχωρήθηκε αλλά δεν επιδόθηκε στους οφειλέτες. Προ της επίσπευσης εκτέλεσης, επεδόθη εκ νέου το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή, συγκοινοποιώντας περίληψη της σύμβασης πώλησης και της διαχείρισης και απόσπασμα παραρτήματος. Τα ποσά που ζητήθηκαν περιλάμβαναν κεφάλαιο 51.759,82 ευρώ με συμβατικούς και υπερημερίας τόκους, δαπάνη 1.200 ευρώ και επιμέρους έξοδα 155 ευρώ και 86,80 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει εκτέλεση προτού κοινοποιήσει στον καθ’ ου η εκτέλεση την επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν. Τα έγγραφα πρέπει να αποδεικνύουν τη διαδοχή, να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και, κατ’ αρχήν, ολόκληρα. Λόγω όγκου, επιτρέπεται, υπό το άρθρο 453 παρ. 2 ΚΠολΔ, επικυρωμένο απόσπασμα που περιλαμβάνει τα συναφή τμήματα (π.χ. απόσπασμα παραρτήματος). Στο πλαίσιο τιτλοποίησης/μεταβίβασης απαιτήσεων κατά τους ν. 4354/2015 και 3156/2003, τα αποτελέσματα επέρχονται έναντι τρίτων με την καταχώριση στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000. Οι εταιρίες διαχείρισης έχουν κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση (άρθρο 2 § 4 ν. 4354/2015), την οποία όμως οφείλουν να αποδεικνύουν με τα νομιμοποιητικά έγγραφα (περιλήψεις καταχωρίσεων και απόσπασμα παραρτήματος που ταυτοποιεί την απαίτηση). Η παράλειψη συγκοινοποίησης συνεπάγεται αδυναμία έναρξης εκτέλεσης και ακυρότητα επιταγής και επόμενων πράξεων, ανεξαρτήτως βλάβης. Ευρήματα: Αποδείχθηκε σύμβαση πίστωσης και έκδοση διαταγής πληρωμής. Επετεύχθη στις 18-6-2019 πώληση και μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων προς εταιρία ειδικού σκοπού με καταχώριση στο Ενεχυροφυλακείο, και σύμβαση διαχείρισης με την εκκαλούσα. Το 2022 καταχωρίστηκε σύμβαση συμπλήρωσης της διαχείρισης, η οποία δεν επιδόθηκε στους οφειλέτες. Κατά την επίδοση της επιταγής (2024) συγκοινοποιήθηκαν περιλήψεις των συμβάσεων και απόσπασμα παραρτήματος που, όμως, δεν επέτρεπε ασφαλή ταυτοποίηση της επίδικης απαίτησης. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι, εφόσον δεν επιδόθηκαν όλα τα έγγραφα που νομιμοποιούν την εκκαλούσα (ιδίως έγκυρο απόσπασμα παραρτήματος ταυτοποίησης και η συμπλήρωση της σύμβασης διαχείρισης), δεν θεμελιώθηκε ενεργητική νομιμοποίηση για την επίσπευση εκτέλεσης κατά των εφεσίβλητων. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 925 ΚΠολΔ δεν αποδείχθηκε, με συνέπεια την ακυρότητα της επιταγής και της επακολουθήσασας κατάσχεσης. Ως εκ τούτου, ορθά η πρωτόδικη απόφαση έκανε δεκτή την ανακοπή και η έφεση απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, με διαταγή εισαγωγής του e-παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και επιβολή δικαστικής δαπάνης στην εκκαλούσα.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, διότι η εκκαλούσα, ως διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, δεν απέδειξε την ενεργητική της νομιμοποίηση στην επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης: δεν συγκοινοποίησε με την επιταγή τα πλήρη νομιμοποιητικά έγγραφα κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ιδίως επικυρωμένο απόσπασμα του παραρτήματος που να ταυτοποιεί ρητά την επίδικη απαίτηση και την από 8-11-2022 σύμβαση συμπλήρωσης της διαχείρισης (άρθρα 10 ν. 3156/2003, 2 § 4 και 1, 3 ν. 4354/2015, άρθρο 3 ν. 2844/2000). Συνεπώς, η επιταγή προς πληρωμή και η επακολουθήσασα κατάσχεση είναι άκυρες ανεξαρτήτως βλάβης, και η πρωτόδικη απόφαση που έκανε δεκτή την ανακοπή κρίθηκε ορθή. Περαιτέρω, διατάχθηκε η εισαγωγή του e-παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η εκκαλούσα καταδικάστηκε στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατ’ άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, η οποία ορίστηκε σε 1.000 ευρώ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ` ουσίαν την με αριθμό …………/2025 έφεση κατά της με αριθμό 3891/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών). ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του με αριθμό ………../2025 e-παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσης την δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στα χίλια(1.000) ευρώ.

ΕφΠειρ 185/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, κατά οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που είχε απορρίψει ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, οι εκκαλούντες (δύο φυσικά πρόσωπα, πρώτος αιτών και δεύτερη αιτούσα) άσκησαν έφεση κατά της εφεσίβλητης εταιρίας ως καθ’ ης η αίτηση. Η ένδικη σχέση πηγάζει από σύμβαση στεγαστικού δανείου με τραπεζικό ίδρυμα, η απαίτηση από την οποία μεταβιβάστηκε στο πλαίσιο τιτλοποίησης σε εταιρία ειδικού σκοπού (ν. 3156/2003) και τη διαχείριση ανέλαβε αδειοδοτημένη διαχειρίστρια απαιτήσεων (ν. 4354/2015). Προηγήθηκαν: σύμβαση δανείου και παραρτήματα, στη συνέχεια ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης και αναγνώρισης οφειλής, έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος των εκκαλούντων και κατόπιν πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης από την εφεσίβλητη (επιταγή προς πληρωμή και έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης). Οι εκκαλούντες προέβαλαν με την ανακοπή και επανέφεραν με την έφεση λόγους περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας και ακυρότητας της κατάσχεσης λόγω μη κοινοποίησης νομιμοποιητικών εγγράφων, καθώς και λόγο περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας και της επίσπευσης. Φορτωτικά στοιχεία: αρχικό δάνειο 255.000 ευρώ (2-2-2007), αναγνώριση υπολοίπου 257.798,94 ευρώ (27-1-2021), διαταγή πληρωμής εντός 2024 με επιδίκαση 267.450,04 ευρώ πλέον νόμιμων τόκων από 20-7-2023 και 3.000 ευρώ δικαστική δαπάνη, επιταγή προς πληρωμή 21-5-2024, έκθεση κατάσχεσης 17-9-2024, ηλεκτρονικός πλειστηριασμός είχε ορισθεί για 7-5-2025.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τον ΚΠολΔ, η έφεση ασκείται με κατάθεση του δικογράφου (άρθρο 495 παρ. 1) εντός προθεσμίας (άρθρο 518 παρ. 2) και μπορεί να σωρευθεί αίτημα αναστολής της εκτέλεσης (άρθρο 938 παρ. 2). Για την εκδίκαση ισχύει η ειδική διαδικασία (άρθρο 591 παρ. 7) και ο δεύτερος βαθμός εξετάζει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων (άρθρο 533 παρ. 1). Στην αναγκαστική εκτέλεση, αν ο επισπεύδων δεν κοινοποιήσει τα έγγραφα που θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή του, επέρχεται ακυρότητα της κατάσχεσης (άρθρο 925 παρ. 1). Κατά τον ν. 4354/2015, η σύμβαση διαχείρισης υπόκειται σε έγγραφο τύπο με ελάχιστο περιεχόμενο (άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α1), περιλαμβάνοντας ιδίως τις προς διαχείριση απαιτήσεις, τις πράξεις διαχείρισης (συμπεριλαμβανομένων ρυθμίσεων κατά τα άρθρα 871-872 ΑΚ και σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας της απόφασης 116/25/8/2014 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 ν. 4224/2013) και την αμοιβή. Την ενεργητική νομιμοποίηση φέρει ο ισχυριζόμενος διαχειριστής. Από τα έγγραφα αποδείχθηκε ότι η απαίτηση του αρχικού δανειστή μεταβιβάστηκε στο πλαίσιο τιτλοποίησης και η εφεσίβλητη ενεργεί ως διαχειρίστρια. Στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης η εφεσίβλητη επικαλέστηκε τον εκτελεστό τίτλο, επιδόσεις και επιταγές προς πληρωμή, πλην όμως δεν προσκομίστηκε ούτε μνημονεύτηκε δημοσίευση περιλήψεων των συμβάσεων διαχείρισης, ούτε προσκομίστηκε η ίδια η σύμβαση διαχείρισης ή παράρτημα με λίστα των απαιτήσεων απ’ όπου να προκύπτει ότι η επίδικη απαίτηση περιλαμβάνεται, ούτε αποδείχθηκε η σειρά της ειδικής διαδοχής μέχρι την εταιρία ειδικού σκοπού και η εξουσία της διαχειρίστριας. Η έλλειψη προσκόμισης και κοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων σημαίνει ότι η εφεσίβλητη δεν απέδειξε την ενεργητική της νομιμοποίηση. Ενόψει της αποτυχίας απόδειξης της σύμβασης διαχείρισης και της αλυσίδας ειδικής διαδοχής κατά τον ν. 4354/2015, η κατάσχεση που επισπεύσθηκε είναι ακυρωτέα κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, ο αντίστοιχος λόγος της ανακοπής είναι ουσία βάσιμος, η πρωτόδικη απόρριψή του ήταν εσφαλμένη, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθούν η επιταγή προς πληρωμή και η έκθεση κατάσχεσης. Οι λοιποί λόγοι παρέλκουν, το αίτημα αναστολής καθίσταται άνευ αντικειμένου, τα έξοδα συμψηφίζονται λόγω δυσχέρειας (άρθρο 179 ΚΠολΔ) και διατάσσεται επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Επί της εφέσεως: Έγινε δεκτή διότι η εφεσίβλητη, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων, δεν προσκόμισε ούτε κοινοποίησε στους εκκαλούντες τη σύμβαση διαχείρισης και τα νομιμοποιητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη σειρά της ειδικής διαδοχής κατά τον ν. 4354/2015. Η έλλειψη αυτών είχε ως συνέπεια, κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, την ακυρότητα της επισπευσθείσας κατάσχεσης, οπότε η πρωτόδικη κρίση που απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής ήταν εσφαλμένη και η απόφαση έπρεπε να εξαφανισθεί. Στάδιο 2 – Επί της ανακοπής: Κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τις πράξεις εκτέλεσης, συγκεκριμένα την από 21-5-2024 επιταγή προς πληρωμή της υπ’ αριθμ. …../2024 διαταγής πληρωμής και τη με αριθ. ……/17-9-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Η σωρευθείσα αίτηση αναστολής κατέστη άνευ αντικειμένου και απορρίπτεται. Τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας ερμηνείας (άρθρο 179 ΚΠολΔ) και διατάσσεται η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους εκκαλούντες σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση. ΔΕΧΕΤΑΙ την από με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου …………../2024 ανακοπή. ΑΚΥΡΩΝΕΙ την με αριθμό 21-5-2024 επιταγή προς πληρωμή της υπ’ αριθμ.’ …../2024 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και την με αριθμό ……/17-9-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……………. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην πρώτη εκκαλούσα του κατατεθέντος από αυτήν με αριθμό ……………/2025 e-παράβολου. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

ΕφΠειρ 216/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δευτεροβάθμια δίκη επί έφεσης της καθ’ ης η ανακοπή κατά οριστικής απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που είχε δεχθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και ακυρώσει έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Η εφεσίβλητη δεν μετείχε κανονικά στη συζήτηση. Η έφεση επιδιώκει αναίρεση της κρίσης περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης ως διαχειρίστριας τιτλοποιημένων απαιτήσεων και απόρριψη της ανακοπής επί της ουσίας. Οι διάδικοι είναι: εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, αδειοδοτημένη κατά ν. 4354/2015, ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού (ειδική διάδοχος τραπεζικού ιδρύματος κατόπιν τιτλοποίησης δυνάμει ν. 3156/2003)· εφεσίβλητη δανειολήπτρια και ανακόπτουσα. Σχέση: ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου της 10-6-2009 ύψους 100.000 ευρώ με τραπεζικό ίδρυμα. Έκδοση διαταγής πληρωμής το 2021. Μεταβίβαση απαιτήσεων με σύμβαση 17-12-2021, καταχώριση στο Βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, δημοσίευση παραρτήματος 20-1-2022. Διαχείριση: αρχικά ενδιάμεση, στη συνέχεια από 4-2-2022 μακροχρόνια στηn εκκαλούσα, με περίληψη καταχώρισης στο Ενεχυροφυλακείο και συμπλήρωση 8-11-2022. Επιταγή κάτω από απόγραφο διαταγής πληρωμής 19-7-2023, αναγκαστική κατάσχεση 26-9-2023. Αντικείμενο εκτέλεσης: απαίτηση 133.221,19 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και 4.050 ευρώ δαπάνης. Λόγοι ανακοπής: έλλειψη νομιμοποίησης διαχειρίστριας κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ· ακυρότητα εκτέλεσης λόγω έκδοσης διαταγής πληρωμής χωρίς προσκομισθείσα καταγγελία δανείου. Ισχυρισμοί εκκαλούσας: μη συνδρομή εκκρεμοδικίας (άρθρ. 632/933 ΚΠολΔ), καταχρηστική άσκηση (άρθρο 281 ΑΚ).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τα άρθρα 271, 272 παρ. 1 και 524 ΚΠολΔ, αν ο εφεσίβλητος δεν μετέχει κανονικά, η συζήτηση προχωρεί εφόσον έχει κληθεί νομίμως ή επισπεύδει. Επί ερημοδικίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο, τις πρωτόδικες προτάσεις του απολιπόμενου και τα πρακτικά (άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ). Κατά το ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015, η μεταβίβαση τιτλοποιημένων απαιτήσεων συντελείται με καταχώριση περίληψης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 και η διαχείριση ανατίθεται σε αδειοδοτημένη εταιρεία. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ειδικός διάδοχος μη αναφερόμενος στον τίτλο συγκοινοποιεί νέα επιταγή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα, αρκούντως η περίληψη καταχώρισης των συναφθεισών συμβάσεων κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003 και το ισχύον υπουργικό έντυπο (υπ’ αριθμ. 20783/9-11-2020). Ως προς διαταγή πληρωμής, απαιτείται έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και του ποσού (άρθρα 623, 624, 626 παρ. 3, 628, 629 ΚΠολΔ). Επί τοκοχρεωλυτικού δανείου, η καταγγελία είναι διαπλαστική πράξη που καθιστά ληξιπρόθεσμη την απαίτηση (ΑΚ 806, 807, 361, 167). Ένσταση εκκρεμοδικίας μεταξύ 632 και 933 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται λόγω διαφορετικού αντικειμένου. Ένσταση 281 ΑΚ απαιτεί ειδικές περιστάσεις. Το Δικαστήριο διαπίστωσε: νομίμως κλητεύθηκε η εφεσίβλητη και δεν μετείχε κανονικά. Η τιτλοποίηση (17-12-2021) και η ανάθεση διαχείρισης (4-2-2022) καταχωρίστηκαν σε περίληψη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με μεταγενέστερη συμπλήρωση (8-11-2022). Με την επιταγή συγκοινοποιήθηκαν οι περίληψες καταχώρισης μεταβίβασης και διαχείρισης και το σχετικό απόσπασμα παραρτήματος ταυτοποίησης της οφειλής. Η διαταγή πληρωμής στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε επιστολή 5-9-2019 περί κλεισίματος λογαριασμού, χωρίς να έχει προσκομισθεί η επικαλούμενη καταγγελία της 3-9-2019 ούτε να προκύπτει το περιεχόμενό της. Η εκκρεμοδικία απορρίπτεται. Ο ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας (281 ΑΚ) δεν στηρίζεται σε περιστάσεις που καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι η συγκοινοποίηση των περιλήψεων των καταχωρίσεων στο ενεχυροφυλακείο αποδεικνύει τη διαδοχή και τη νομιμοποίηση της διαχειρίστριας κατά το άρθρο 925 ΚΠολΔ, οπότε η αντίθετη πρωτόδικη κρίση επί του λόγου περί έλλειψης νομιμοποίησης είναι εσφαλμένη και η έφεση βάσιμη. Εξετάζοντας την ανακοπή κατ’ ουσίαν, έκρινε ότι, εφόσον δεν προσκομίστηκε η ίδια η καταγγελία του δανείου που καθιστά τη συνολική απαίτηση ληξιπρόθεσμη, δεν πληρούται η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ανακοπής έγινε δεκτός και η πράξη εκτέλεσης (έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης) ακυρώθηκε ως επισπευσθείσα βάσει άκυρης διαταγής πληρωμής.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Έφεση: Έγινε δεκτή διότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα έκρινε άκυρη τη σύμβαση διαχείρισης κατ’ επίκληση του άρθρου 2 παρ. 2 ν. 4354/2015/Ν. 4345/2015, ενώ στην κρινόμενη τιτλοποίηση εφαρμόζεται το άρθρο 10 ν. 3156/2003. Η νομιμοποίηση της διαχειρίστριας θεμελιώνεται επαρκώς με τη συγκοινοποίηση της περίληψης καταχώρισης της σύμβασης μεταβίβασης και της σύμβασης διαχείρισης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 (άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα και με το τυποποιημένο έντυπο της υπ’ αριθμ. 20783/9-11-2020 υπουργικής απόφασης. Συνεπώς, εξαφανίζεται η υπ’ αριθ. 1410/2024, κρατείται η υπόθεση και διατάσσεται η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης. Στάδιο 2 – Ανακοπή: Η ανακοπή έγινε δεκτή διότι, για την έκδοση της διαταγής πληρωμής επί καταγγελθέντος δανείου, δεν προσκομίστηκε η ίδια η έγγραφη καταγγελία που καθιστά ληξιπρόθεσμη την απαίτηση (άρθρα 623, 624, 626 παρ. 3, 628, 629 ΚΠολΔ). Η προσκομισθείσα επιστολή 5-9-2019 περί κλεισίματος λογαριασμού, με απλή αναφορά σε καταγγελία της 3-9-2019, δεν αποδεικνύει την καταγγελία ούτε τις προϋποθέσεις της. Ως εκ τούτου, η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη και ακυρώνεται η υπ’ αριθμ. 4.428/26.9.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, συνεξαφανίζεται η σχετική διάταξη της εκκαλουμένης και δεν περιλαμβάνεται νέα ρύθμιση ελλείψει αιτήματος της νικήσασας (άρθρα 535 παρ. 1, 176, 178, 183, 189 παρ. 1 περ. γ’, 191 ΚΠολΔ). Επισημαίνεται ότι δεν προβλέπεται παράβολο για ανακοπή ερημοδικίας στις δίκες περί την εκτέλεση (άρθρο 937 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1410/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 2/11/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2023) ανακοπής. Δέχεται την ανακοπή. Ακυρώνει την υπ’αριθμ. 4.428/26.9.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………

ΕφΠειρ 385/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Οι εκκαλούντες άσκησαν ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και επιταγής προς πληρωμή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απορρίφθηκε με την 1862/2024 απόφαση. Κατά της απόφασης ασκήθηκε έφεση που πλήττει νομική εκτίμηση και αποδείξεις. - Διάδικοι/ρόλοι: Εκκαλούντες είναι ναυτιλιακή εταιρεία (πρωτοφειλέτρια) και δύο φυσικά πρόσωπα (εγγυητές). Εφεσίβλητη είναι εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, αδειοδοτημένη κατά τον ν. 4354/2015, ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος για λογαριασμό εταιρείας ειδικού σκοπού (SPV). - Νομική σχέση: Σύμβαση στεγαστικού δανείου της πρώτης εκκαλούσας με τραπεζικό ίδρυμα, με εγγυήσεις των λοιπών εκκαλούντων. Καταγγελίες σύμβασης και επανειλημμένες ρυθμίσεις που δεν τηρήθηκαν. Τιτλοποίηση και μεταβίβαση της απαίτησης σε SPV κατά ν. 3156/2003. Αρχική ανάθεση διαχείρισης στην τράπεζα και εν συνεχεία, με σύμβαση 30-3-2020 (καταχώριση 29-4-2020), ανάθεση διαχείρισης στην εφεσίβλητη (άδεια ΤτΕ 220/1/13.3.2017). Εν τω μεταξύ διάσπαση τραπεζικής δραστηριότητας με καθολική διαδοχή στη νέα τράπεζα. - Προδικαστικά γεγονότα: Έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος των εκκαλούντων για απαίτηση από το δάνειο και επίδοση αντιγράφου απογράφου με επιταγή προς πληρωμή στις 31-5-2023. - Ποσά: Αρχικό δάνειο 450.000 ευρώ. Διαταγή πληρωμής για 200.000,00 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Από τον συνδυασμό του ν. 4354/2015 και του άρθρου 10 ν. 3156/2003 προκύπτει ότι οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων έχουν κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση (άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015) για κάθε δικαστική ενέργεια είσπραξης, ακόμη και όταν η μεταβίβαση/διαχείριση έγινε κατά τον ν. 3156/2003. Η μεταβίβαση επέρχεται με την καταχώριση περίληψης στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, που επέχει θέση αναγγελίας. Για την εκτέλεση ο ειδικός διάδοχος και ο διαχειριστής οφείλουν, κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, να συγκοινοποιούν τα νομιμοποιητικά έγγραφα, αρκεί όμως η κοινοποίηση των καταχωρίσεων που αποδεικνύουν τη διαδοχή και την ανάθεση διαχείρισης. Η παράβαση του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4354/2015 δεν επιφέρει ακυρότητα της πώλησης. Η εισφορά του ν. 128/1975 μπορεί συμβατικά να μετακυλισθεί στον δανειολήπτη, αποτελεί τμήμα του επιτοκίου (άρθρο 293 ΑΚ) και νομίμως κεφαλαιοποιείται και ανατοκίζεται· δεν προσκρούει στο άρθρο 174 ΑΚ. Κατάχρηση δικαιώματος κρίνεται με βάση το άρθρο 281 ΑΚ και απαιτεί ειδικές περιστάσεις. Αόριστοι ισχυρισμοί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Πραγματικά: Συνήφθη στις 7-11-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου 450.000 ευρώ με εγγύηση των λοιπών εκκαλούντων. Επακολούθησαν καταγγελία (13-1-2010), ρύθμιση (28-5-2010), εκ νέου καταγγελία (9-11-2011) και μεταγενέστερη ρύθμιση (13-10-2016) που ανετράπη. Στις 24-6-2019 η απαίτηση πωλήθηκε και τιτλοποιήθηκε κατά ν. 3156/2003, με καταχωρίσεις στο Ενεχυροφυλακείο. Αρχικά η διαχείριση ανατέθηκε στην τράπεζα και από 30-3-2020 στην εφεσίβλητη, αδειοδοτημένη κατά ν. 4354/2015, με καταχώριση 29-4-2020. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής για 200.000 ευρώ και επιδόθηκε απόγραφο με επιταγή στις 31-5-2023. Προσκομίστηκαν αποσπάσματα των καταχωρίσεων, άδεια ΤτΕ και Γ.Ε.ΜΗ. για μετονομασία του διαχειριστή. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση να αιτηθεί διαταγή πληρωμής και να επισπεύσει εκτέλεση, μολονότι η μεταβίβαση έγινε κατά τον ν. 3156/2003. Τα αποσπάσματα των καταχωρίσεων στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 αρκούν για την απόδειξη μεταβίβασης και ανάθεσης διαχείρισης και για τη συγκοινοποίηση του άρθρου 925 ΚΠολΔ. Ο λόγος περί μη τήρησης του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4354/2015 είναι μη νόμιμος και αβάσιμος. Ο λόγος περί εισφοράς ν. 128/1975 απορρίπτεται ως αόριστος και, πάντως, αβάσιμος, διότι η εισφορά νομίμως συμφωνήθηκε, χρεώθηκε με διαφάνεια και ανατοκίστηκε. Οι ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας (άρθρο 281 ΑΚ) δεν στηρίζονται σε ειδικές περιστάσεις. Η έφεση απορρίπτεται και επικυρώνεται το διατακτικό.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε διότι: (α) η εφεσίβλητη, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων κατά τον ν. 4354/2015, νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση να αιτηθεί διαταγή πληρωμής και να επισπεύσει εκτέλεση για απαίτηση που μεταβιβάστηκε και ανατέθηκε κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003· (β) για την απόδειξη μεταβίβασης και ανάθεσης διαχείρισης επαρκούν τα αποσπάσματα των καταχωρίσεων στο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, τα οποία και προσκομίστηκαν, κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ· (γ) η μη τήρηση του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4354/2015 δεν επιφέρει ακυρότητα της πώλησης και εν προκειμένω η οφειλή είχε ήδη καταγγελθεί και ρυθμιστεί επανειλημμένα χωρίς τήρηση· (δ) οι αιτιάσεις για την εισφορά του ν. 128/1975 είναι αόριστες και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμες, διότι η μετακύλιση και ο ανατοκισμός της είναι νόμιμοι και ρητά συμφωνημένοι· (ε) δεν τεκμηριώθηκε κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Επιβλήθηκαν στους εκκαλούντες τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού, κατ’ άρθρα 106, 176, 182, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 63, 65, 66, 68 παρ. 1, 69 του ν. 4194/2013, ποσού 2.000 ευρώ, και διατάχθηκε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται τύποις και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την υπό κρίση έφεση. Επιβάλλει εις βάρος των εκκαλούντων την δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποίαν καθορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΕφΠειρ 514/2025

Τραπεζικό Δίκαιο · Αναγκαστική Εκτέλεση2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Ο ανακόπτων (ήδη εκκαλών) άσκησε ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και κατά επιταγής προς πληρωμή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η ανακοπή απορρίφθηκε με την 751/2023 οριστική απόφαση. Κατά της απόφασης ασκήθηκε έφεση, η οποία προσβάλλει την ουσία. - Διάδικοι: Εκκαλών (άνδρας) κατά εφεσίβλητης (γυναίκα), ανώνυμης εταιρείας ως μη δικαιούχου διαδίκου δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015 και πράξεων της ΤτΕ, διαχειρίστριας απαιτήσεων αλλοδαπής Εταιρείας Ειδικού Σκοπού. - Νομικό πλαίσιο σχέσης: Σύμβαση στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου με τραπεζικό ίδρυμα. Με σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (30/4/2020) κατά Ν. 3156/2003 η απαίτηση μεταβιβάστηκε σε Εταιρεία Ειδικού Σκοπού. Η διαχείριση ανατέθηκε αρχικά σε τραπεζικό ίδρυμα (30/4/2020) και ακολούθως στην εφεσίβλητη (18/6/2021), με καταχωρίσεις στο Ενεχυροφυλακείο. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής …./2022 και επιδόθηκε επιταγή προς πληρωμή 9/5/2022. - Προϊστορία/ισχυρισμοί: Ο εκκαλών προέβαλε αοριστία διαταγής πληρωμής (μη αναφορά επιτοκίων, κεφαλαιοποιήσεων, εισφοράς Ν. 128/1975), έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας λόγω εφαρμογής Ν. 3156/2003, μη συντέλεση εκχώρησης χωρίς επίδοση σύμβασης, πλημμέλειες στη σύμβαση διαχείρισης και στη χρονική της σειρά, πλημμέλειες κοινοποίησης νομιμοποιητικών εγγράφων κατά το άρθρο 925 ΚΠολΔ, και ακυρότητα καταγγελίας δανείου λόγω μη επίδειξης πληρεξουσιότητας. - Καίριοι αριθμοί: Ποσό δανείου 95.000 ευρώ. Η εξώδικη καταγγελία φέρει ημερομηνία 14/3/2022 και επιδόθηκε 23/3/2022.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τους κανόνες περί ειδικής νομιμοποίησης των εταιρειών διαχείρισης (άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015) σε συνδυασμό με το καθεστώς τιτλοποίησης (άρθρο 10 Ν. 3156/2003) και τις ρυθμίσεις του άρθρου 3 Ν. 4354/2015 και του άρθρου 3 Ν. 2844/2000 για την καταχώριση. Έκρινε ότι η αναγγελία στη τιτλοποίηση συντελείται με την καταχώριση και δεν απαιτείται επίδοση της σύμβασης. Ως προς την εκτέλεση, εφάρμοσε το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ για την κοινοποίηση νομιμοποιητικών εγγράφων από ειδικό διάδοχο, διακρίνοντας την επελθούσα διαδοχή μετά την έκδοση τίτλου. Για την ορισμένη της διαταγής πληρωμής σε τραπεζικές απαιτήσεις αρκεί ο συνοπτικός προσδιορισμός της αιτίας και του χρεωστικού υπολοίπου. Για την καταγγελία σύμβασης δανείου, εφάρμοσε τα άρθρα 167 και 226 ΑΚ: η μη επίδειξη πληρεξουσίου οδηγεί σε ακυρότητα μόνο αν ο λήπτης αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Διαπίστωσε ότι η απαίτηση από σύμβαση στεγαστικού δανείου μεταβιβάστηκε στην Εταιρεία Ειδικού Σκοπού με σύμβαση 30/4/2020, και ότι περιλήψεις των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης καταχωρίστηκαν στο Ενεχυροφυλακείο, με ειδικό απόσπασμα παραρτήματος που περιλαμβάνει την επίδικη απαίτηση. Η διαχείριση ανατέθηκε στην εφεσίβλητη με σύμβαση 18/6/2021. Η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατόπιν προσκόμισης των καταχωρίσεων και του αποσπάσματος. Η εξώδικη καταγγελία της σύμβασης επιδόθηκε στον εκκαλούντα, ο οποίος δεν την απέκρουσε εγκαίρως επικαλούμενος μη επίδειξη πληρεξουσίου. Αξιολογώντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η εφεσίβλητη νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχος διάδικος και στο πλαίσιο τιτλοποίησης του Ν. 3156/2003. Η καταχώριση στο δημόσιο βιβλίο αρκεί ως αναγγελία και θεμελιώνει τη μεταβίβαση· για την εκτέλεση αρκεί η κοινοποίηση των καταχωρίσεων και του σχετικού αποσπάσματος, όχι των πλήρων κειμένων. Το άρθρο 925 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται όταν ο επισπεύδων ταυτίζεται με τον δικαιούχο του εκτελεστού τίτλου. Οι αιτιάσεις περί αοριστίας της διαταγής πληρωμής απορρίφθηκαν, αφού το ορισμένο θεμελιώνεται στα βιβλία της τράπεζας και στα συνοπτικά στοιχεία. Η ακυρότητα της καταγγελίας δεν ιδρύεται, ελλείψει έγκαιρης απόκρουσης και ενόψει σιωπηρής πληρεξουσιότητας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη διότι: (α) η εταιρεία διαχείρισης νομιμοποιείται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015 ως μη δικαιούχος διάδικος και όταν η μεταβίβαση έχει λάβει χώρα κατά Ν. 3156/2003, (β) η μεταβίβαση και η αναγγελία της προς τον οφειλέτη συντελούνται με την καταχώριση περίληψης των συμβάσεων στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000 (άρθρα 10 παρ. 8-10 Ν. 3156/2003, 3 Ν. 4354/2015), (γ) για την εκτέλεση αρκεί η κοινοποίηση των καταχωρίσεων και του σχετικού αποσπάσματος, όχι των πλήρων συμβάσεων (άρθρο 925 ΚΠολΔ), ενώ όταν ο επισπεύδων ταυτίζεται με τον δικαιούχο του τίτλου η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται, (δ) οι αιτιάσεις περί αοριστίας της διαταγής πληρωμής απορρίπτονται, αφού αρκεί ο συνοπτικός προσδιορισμός της αιτίας και του χρεωστικού υπολοίπου, και (ε) η ακυρότητα της καταγγελίας δεν επήλθε, επειδή δεν υπήρξε έγκαιρη απόκρουση για μη επίδειξη πληρεξουσίου (άρθρο 226 ΑΚ). Ο εκκαλών καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατ’ άρθρα 176, 182 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, ποσού 4.000 ευρώ. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση. Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕφΠειρ 695/2023

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον ΜονΕφ Πειραιώς κατά οριστικής απόφασης ΜονΠρ Πειραιώς (Τμ. Ναυτικών Διαφορών) που, κατόπιν συνεκδίκασης ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και πρόσθετου λόγου, απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω εσφαλμένης αναγραφής του καθ’ ου. Η εκκαλούσα προσέβαλε την απόφαση, σωρεύοντας και αίτηση αναστολής εκτέλεσης. - Διάδικοι: εκκαλούσα ναυτική εταιρία πλοίων αναψυχής (πλοιοκτήτρια)· εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων κατά τον Ν. 4354/2015. - Νομικό πλαίσιο σχέσης: δανειακή σύμβαση με τραπεζικό ίδρυμα, εξασφαλισμένη με μονομερή πράξη σύστασης απλής ναυτικής υποθήκης επί επαγγελματικού-τουριστικού πλοίου. Η απαίτηση μεταβιβάστηκε σε αλλοδαπή εταιρία μέσω σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων (Ν. 3156/2003) και ανατέθηκε διαχείριση σε εταιρία διαχείρισης (Ν. 4354/2015). Η πληρεξουσιότητα όριζε ενέργειες «για λογαριασμό και στο όνομα» της δικαιούχου. - Προ της δίκης: επιδόθηκε πρώτο εκτελεστό απόγραφο της πράξης υποθήκης και κάτω από αυτό επιταγή προς πληρωμή εκ μέρους διαχειρίστριας ως «μη δικαιούχου διαδίκου και διαχειρίστριας» υπέρ αλλοδαπής δικαιούχου· ακολούθησε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του πλοίου και δημοσίευση αποσπάσματος κατά ΠΔ 67/2015. - Λόγοι ανακοπής: (1) έλλειψη νομιμοποίησης της διαχειρίστριας ως επισπεύδουσας λόγω αναφοράς στο καθεστώς του Ν. 3156/2003 και όχι του Ν. 4354/2015, (2) ακυρότητα κατάσχεσης κατ’ άρθρο 997 § 5 ΚΠολΔ, (3) καταχρηστικότητα κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Ποσά: υποθήκη για 2.422.492 CHF· επιταγή για 300.000 CHF.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Η νομιμοποίηση είναι διαδικαστική προϋπόθεση, ερευνώμενη και αυτεπαγγέλτως. Στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης διάδικοι καθορίζονται από τον εκτελεστό τίτλο και την επιταγή· ενεργητικώς νομιμοποιείται ο φερόμενος ως επισπεύδων και παθητικώς ο καθ’ ου. Στη δίκη ανακοπής νομιμοποιείται ενεργητικά μόνο ο καθ’ ου και παθητικά πριν την κατακύρωση μόνο ο επισπεύδων. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων έχουν κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση να ασκούν ένδικα βοηθήματα και να επισπεύδουν εκτέλεση για υπό διαχείριση απαιτήσεις, ακόμη και αν αυτές τιτλοποιήθηκαν κατά τον Ν. 3156/2003. Στη δευτεροβάθμια δίκη η έφεση απευθύνεται κατά όσων δικάστηκαν πρωτοδίκως ως αντίδικοι· έφεση κατά άλλου προσώπου απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αναγκαία ομοδικία και εκπροσώπηση από παριστάμενο προϋποθέτουν νόμιμη συμμετοχή του απολιπόμενου και ταυτότητα έννομης σχέσης. Πραγματικά: Επιδόθηκε πρώτο εκτελεστό απόγραφο πράξης μονομερούς σύστασης απλής ναυτικής υποθήκης και επιταγή προς πληρωμή ποσού 300.000 CHF, εκδιδομένη από διαχειρίστρια εταιρία που δήλωσε ότι ενεργεί για λογαριασμό αλλοδαπής δικαιούχου. Συγκοινοποιήθηκαν συνοπτική δημοσίευση εκχώρησης τιτλοποιημένων απαιτήσεων και σύμβαση διαχείρισης με πληρεξουσιότητα της δικαιούχου προς τη διαχειρίστρια, με ρητή εντολή ενέργειας στο όνομα και για λογαριασμό της δικαιούχου. Επεβλήθη κατάσχεση στο πλοίο και δημοσιεύθηκε απόσπασμα. Η ανακοπή στράφηκε κατά της διαχειρίστριας, αλλά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ως διάδικο την αλλοδαπή δικαιούχο και απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη. Η έφεση ασκήθηκε μόνο κατά της διαχειρίστριας. Εφαρμογή: Το Εφετείο αξιολόγησε ότι πρωτοδίκως διάδικος θεωρήθηκε η αλλοδαπή δικαιούχος, άρα στη δεύτερη βαθμίδα παθητικά νομιμοποιείται εκείνη. Εφόσον η έφεση στρέφεται μόνο κατά της διαχειρίστριας, ελλείπει παθητική νομιμοποίηση του καθ’ ου στην κατ’ έφεση δίκη και το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο. Η επίκληση αναγκαίας ομοδικίας δεν αίρει το απαράδεκτο, καθότι δεν αποδείχθηκε διαχείριση της συγκεκριμένης απαίτησης από την εφεσίβλητη ώστε να εκπροσωπήσει τη δικαιούχο, ούτε απευθύνθηκε η έφεση κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων. Επιβλήθηκαν έξοδα και διατάχθηκε εισαγωγή του παραβόλου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης: το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε ως διάδικο την αλλοδαπή δικαιούχο της εκτελούμενης απαίτησης, συνεπώς το ένδικο μέσο έπρεπε να στραφεί κατ’ αυτής (κατά μόνης ή και σωρευτικά), όχι κατά της διαχειρίστριας. Δεν συνέτρεξε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας που να θεραπεύει το απαράδεκτο, διότι από τα έγγραφα (σύμβαση διαχείρισης και πληρεξουσιότητα) προέκυψε ότι η διαχειρίστρια ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της δικαιούχου και δεν ήταν διαχειρίστρια της συγκεκριμένης απαίτησης ώστε να την εκπροσωπήσει στη δευτεροβάθμια δίκη. Επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος της εκκαλούσας και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Επιβάλλει στην εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 €).

ΕφΠειρ 22/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …/2013 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπέρ τραπεζικού ιδρύματος. Ο ανακόπτων – ήδη εκκαλών προσέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 2-11-2023 επιταγή προς πληρωμή και την υπ’ αριθμ. …/6-12-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης επί ακινήτου του στην Αίγινα, ζητώντας την ακύρωσή τους. Η ανακοπή απορρίφθηκε με την 1682/2024 απόφαση και ασκήθηκε έφεση, με σωρευθείσα αίτηση αναστολής κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η εφεσίβλητη – καθής η αίτηση είναι εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, αδειοδοτημένη κατά ν. 4354/2015, ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού. Η αρχική απαίτηση από σύμβαση δανείου του τραπεζικού ιδρύματος τιτλοποιήθηκε/εκχωρήθηκε και καταχωρίστηκε στο Ενεχυροφυλακείο: σύμβαση μεταβίβασης 30-4-2020, στη συνέχεια σύμβαση πώλησης/μεταβίβασης 20-4-2021, ανάθεση διαχείρισης με ιδιωτικά συμφωνητικά 18-6-2021 και 10-4-2023, με τις αντίστοιχες δημοσιεύσεις και αποσπάσματα. Ο ανακόπτων προέβαλε: μη νόμιμη επίδοση της διαταγής πληρωμής και της επιταγής, έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας, μη συγκοινοποίηση πλήρων κειμένων συμβάσεων, ανεκκαθάριστη απαίτηση λόγω τόκων/επιτοκίων και εισφοράς ν. 128/1975 και υπολογισμού με έτος 360 ημερών, αίτημα αναστολής λόγω εκκρεμούς ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, καταχρηστική εκτέλεση και παραβίαση αναλογικότητας, ακυρότητα λόγω περιορισμού της κατάσχεσης χωρίς προσδιορισμό κονδυλίων, και ελλιπή περιγραφή του ακινήτου. Το κατασχεθέν ακίνητο εκτιμήθηκε 114.000 ευρώ, η κατάσχεση περιορίστηκε στα 50.000 ευρώ έναντι συνολικής απαίτησης 724.623,26 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κρίθηκε παραδεκτή η έφεση κατά τα άρθρα 495, 518, 533, 591 και 19 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ειδικός διάδοχος που δεν αναφέρεται στον τίτλο οφείλει να κοινοποιήσει νέα επιταγή και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής έγγραφα. Στο πλαίσιο τιτλοποιήσεων των ν. 3156/2003 και 4354/2015, η διαχείριση ανατίθεται σε αδειοδοτημένες εταιρείες και αρκεί η κοινοποίηση των καταχωρισμένων στο ενεχυροφυλακείο περιλήψεων/αποσπασμάτων που αποδεικνύουν μεταβίβαση και ανάθεση, χωρίς ανάγκη κοινοποίησης ολόκληρων συμβάσεων. Εταιρεία διαχείρισης του άρθρου 1 ν. 4354/2015 νομιμοποιείται ενεργητικά ως μη δικαιούχος διάδικος (άρθρο 2 παρ. 4). Η εισφορά του ν. 128/1975 μπορεί να μετακυλίεται συμβατικά και να ανατοκίζεται· ο έλεγχος αφορά διαφάνεια. Η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη όταν προκύπτει ποσό με μαθηματικές πράξεις (άρθρα 904, 915, 916 ΚΠολΔ). Περιορισμός κατάσχεσης για μέρος κεφαλαίου με ρητή επιφύλαξη δεν επιφέρει ακυρότητα. Η ακυρότητα λόγω ατελούς περιγραφής ακινήτου επέρχεται μόνο με βλάβη (άρθρα 993 παρ. 2, 159 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Καταχρηστική εκτέλεση κρίνεται κατά άρθρο 281 ΑΚ σε συνάρτηση με τις περιστάσεις. Αναστολή συζήτησης κατά άρθρο 249 ΚΠολΔ εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια. Διαπιστώθηκε ότι η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στις 23-7-2013 με θυροκόλληση στην τότε κατοικία του εκκαλούντος στην Καλλιθέα εντός διμήνου, και η επιταγή της 2-11-2023 επιδόθηκε στην ίδια διεύθυνση. Η εφεσίβλητη συγκοινοποίησε με την επιταγή τις δημοσιεύσεις/περιλήψεις στο Ενεχυροφυλακείο και τα αποσπάσματα που ταυτοποιούν την απαίτηση, καθώς και έγγραφα αδειοδότησης/διαχείρισης. Οι λόγοι περί επιτοκίων, εισφοράς ν. 128/1975 και έτους 360 ημερών κρίθηκαν αόριστοι και εν πάση περιπτώσει μη νόμιμοι. Δεν προσκομίστηκε το δικόγραφο της ανακοπής του άρθρου 632, ώστε να δικαιολογηθεί αναστολή. Οι ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας και αναλογικότητας απορρίφθηκαν. Ο περιορισμός της κατάσχεσης σε 50.000 ευρώ έγινε επί κεφαλαίου με ρητή επιφύλαξη. Η περιγραφή του ακινήτου ήταν επαρκής. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους της έφεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση. Η σωρευθείσα αίτηση αναστολής απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου λόγω ήδη χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής. Επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα εις βάρος του εκκαλούντος κατά τα άρθρα 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι: (α) αποδείχθηκε νομότυπη και εμπρόθεσμη επίδοση της διαταγής πληρωμής και της επιταγής στη δηλωθείσα κατοικία του εκκαλούντος, (β) η εφεσίβλητη, ως εταιρεία διαχείρισης του ν. 4354/2015, νομιμοποιείται ενεργητικά ως μη δικαιούχος διάδικος και, κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, αρκεί η συγκοινοποίηση των καταχωρισμένων στο ενεχυροφυλακείο περιλήψεων/αποσπασμάτων που ταυτοποιούν τη μεταβίβαση και τη διαχείριση της απαίτησης, (γ) οι λόγοι περί επιτοκίων, εισφοράς ν. 128/1975 και έτους 360 ημερών κρίθηκαν αόριστοι και εν πάση περιπτώσει μη νόμιμοι, (δ) δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναστολής κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ λόγω μη προσκόμισης της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, (ε) δεν στοιχειοθετήθηκε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ούτε παραβίαση αναλογικότητας, (στ) ο περιορισμός της κατάσχεσης σε 50.000 ευρώ έγινε επί κεφαλαίου με ρητή επιφύλαξη και δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη, και (ζ) η περιγραφή του ακινήτου ήταν επαρκής και δεν προκλήθηκε ανεπανόρθωτη βλάβη. Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου, λόγω προγενέστερης προσωρινής διαταγής που ανέστειλε την πρόοδο της εκτέλεσης (άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκκαλούντος (άρθρα 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ) και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ. 2 ΚΠολΔ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσής του. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια ευρώ (400 €).

ΕφΠειρ 72/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ο εκκαλών άσκησε ανακοπή κατά της από 10-10-2024 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου διαταγής πληρωμής του 2011 και της υπ’ αριθμ. …/31-10-2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την 2057/2025 απόφαση απέρριψε την ανακοπή. Ο εκκαλών άσκησε έφεση και στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής· είχε ήδη χορηγηθεί προσωρινή διαταγή αναστολής από 30-5-2025. Η εφεσίβλητη είναι ανώνυμη εταιρεία, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων κατά ν. 4354/2015, νομιμοποιούμενη για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, δικαιούχου των απαιτήσεων κατόπιν τιτλοποίησης κατά ν. 3156/2003. Η επίδικη απαίτηση προέρχεται από ιδιωτική σύμβαση στεγαστικού-επισκευαστικού δανείου της 18-5-2006, για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 2011. Πριν την εκτέλεση, καταχωρίστηκαν στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεις σύμβασης εκχώρησης 12-9-2019 από τραπεζικό ίδρυμα προς εταιρεία ειδικού σκοπού, επαναμεταβίβασης 13-7-2020, νέας εκχώρησης 21-7-2020, σύμβασης διαχείρισης 21-7-2020, λύσης αυτής 23-12-2020 και νέας διαχείρισης 23-12-2020, καθώς και μεταβολές 24-11-2022. Προβλήθηκαν λόγοι ανακοπής περί έλλειψης νομιμοποίησης της διαχειρίστριας, ανεπάρκειας συγκοινοποιηθέντων εγγράφων του άρθρου 925 ΚΠολΔ και καταχρηστικότητας λόγω εκκρεμούς έφεσης κατά της 293/2024 απόφασης που απέρριψε αίτηση υπαγωγής του εκκαλούντος στον ν. 3869/2010 (έφεση της 25-8-2024 με δικάσιμο 8-4-2032).
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τις διατάξεις των ν. 4354/2015 και 3156/2003, η μεταβίβαση τραπεζικών απαιτήσεων τελεί υπό έγγραφο τύπο και συντελείται με καταχώριση στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, από την οποία επέρχονται αποτελέσματα έναντι τρίτων· η διαχείριση ανατίθεται υποχρεωτικά σε αδειοδοτημένη εταιρεία του ν. 4354/2015. Κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ ο ειδικός διάδοχος/διαχειριστής που δεν αναφέρεται στον τίτλο οφείλει να κοινοποιήσει νέα επιταγή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Με δεδομένη τη συνθετότητα των πράξεων τιτλοποίησης/διαχείρισης, αρκεί η συγκοινοποίηση των καταχωρισμένων στο ενεχυροφυλακείο περιλήψεων και αποσπασμάτων που ταυτοποιούν την απαίτηση, όπως προβλέπει και η υπουργική απόφαση 20783/2020 για το έντυπο περίληψης, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση ολόκληρων συμβάσεων ή όλων των τροποποιήσεων. Περαιτέρω, οι εταιρείες διαχείρισης του ν. 4354/2015 νομιμοποιούνται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ως μη δικαιούχοι διάδικοι να ενεργούν δικαστικές και εκτελεστικές πράξεις ακόμη και όταν η μεταβίβαση έλαβε χώρα υπό το ν. 3156/2003. Ως προς τον ν. 3869/2010, μετά την πρωτόδικη απόρριψη δεν υφίσταται κατ’ αρχήν κώλυμα εκτέλεσης· δύναται να ζητηθεί αναστολή κατ’ άρθρο 6 (όπως προστέθηκε με άρθρο 14 παρ. 2 ν. 4161/2013) με τις εκεί προϋποθέσεις. Από την επιταγή της 10-10-2024 προέκυψε ότι συγκοινοποιήθηκαν περιλήψεις και αποσπάσματα από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών που καταχώρισαν τη διαδοχή και τη διαχείριση (12-9-2019, 13-7-2020, 21-7-2020, 23-12-2020, 24-11-2022), καθώς και έγγραφα αδειοδότησης/μετονομασίας της διαχειρίστριας. Τα έγγραφα αυτά επαρκούν για την ταυτοποίηση της επίδικης απαίτησης του στεγαστικού-επισκευαστικού δανείου της 18-5-2006 και τη νομιμοποίηση της εφεσίβλητης ως διαχειρίστριας. Ο εκκαλών δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένη προηγηθείσα συμπεριφορά της εφεσίβλητης που να θεμελιώνει καταχρηστικότητα λόγω της εκκρεμούς έφεσης στον ν. 3869/2010, ούτε προέκυψε χορηγηθείσα αναστολή κατ’ άρθρο 6. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι: (α) η συγκοινοποίηση των περιλήψεων/αποσπασμάτων κάλυψε την απαίτηση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, οπότε ο σχετικός λόγος ανακοπής/έφεσης απορρίπτεται, (β) η εφεσίβλητη, ως ΕΔΑΔΠ του ν. 4354/2015, είχε ενεργητική νομιμοποίηση να επισπεύσει την εκτέλεση, μολονότι η μεταβίβαση έγινε κατ’ ν. 3156/2003, και (γ) ο ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας λόγω εκκρεμούς έφεσης στον ν. 3869/2010 είναι μη νόμιμος και αβάσιμος. Συνεπώς, η έφεση απορρίπτεται κατ’ ουσίαν. Η σωρευθείσα αίτηση αναστολής απορρίπτεται ως άνευ αντικειμένου λόγω προγενέστερης προσωρινής διαταγής. Επιβάλλονται δικαστικά έξοδα και διατάσσεται η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε διότι: (α) αποδείχθηκε ότι με την επιταγή της 10-10-2024 συγκοινοποιήθηκαν οι καταχωρίσεις/περιλήψεις και αποσπάσματα του Ενεχυροφυλακείου που ταυτοποιούν την επίδικη απαίτηση και αποδεικνύουν τη συντέλεση της μεταβίβασης και της ανάθεσης διαχείρισης (άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρο 3 ν. 2844/2000, άρθρο 10 ν. 3156/2003, απόφαση Υπ. Δικαιοσύνης 20783/2020), χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση ολόκληρων συμβάσεων ή όλων των τροποποιήσεων, (β) η εφεσίβλητη, ως εταιρεία διαχείρισης του ν. 4354/2015, νομιμοποιείται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 να επισπεύδει πράξεις εκτέλεσης ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε βάσει του ν. 3156/2003, και (γ) ο ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας λόγω εκκρεμούς έφεσης κατά απορριπτικής απόφασης του ν. 3869/2010 είναι μη νόμιμος/αβάσιμος, αφού μετά την πρωτόδικη απόρριψη δεν υπάρχει κώλυμα εκτέλεσης και η αναστολή προβλέπεται ειδικώς με τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 ν. 3869/2010 (όπως προστέθηκε με άρθρο 14 παρ. 2 ν. 4161/2013). Η σωρευθείσα αίτηση αναστολής απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου, επειδή είχε ήδη εκδοθεί προσωρινή διαταγή που ανέστειλε την πρόοδο της εκτέλεσης. Επιβλήθηκαν σε βάρος του εκκαλούντος δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης 400 €, σύμφωνα με τα άρθρα 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ. 2 ΚΠολΔ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσής του. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια ευρώ (400 €).

ΕφΠειρ 549/2023

Δικονομικό Δίκαιο · Αναγκαστική Εκτέλεση2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου αίτηση αναστολής εκτέλεσης πλειστηριασμού, παρεπόμενη έφεσης του αιτούντος κατά οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που απέρριψε σωρευθείσα ανακοπή του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά πράξεων εκτέλεσης. Ο αιτών είναι οφειλέτης από σύμβαση πίστωσης, η καθ’ ης η αίτηση είναι εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού, ειδικού διαδόχου τραπεζικού ιδρύματος, κατόπιν τιτλοποίησης. Προηγήθηκαν: έκδοση διαταγής πληρωμής το 2011 και πρώτη επίδοσή της το 2011· τιτλοποίηση και μεταβίβαση απαίτησης στην εταιρία ειδικού σκοπού το 2019, με παράλληλη σύμβαση διαχείρισης στην καθ’ ης και δημοσιεύσεις στο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000/2002· δεύτερη επίδοση αντιγράφου απογράφου με επιταγή προς πληρωμή τον 01/2023· επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης επί διαμερίσματος του αιτούντος την 22.02.2023 και ορισμός ηλεκτρονικού πλειστηριασμού για 27.09.2023. Η απαίτηση κατά την επιταγή ανέρχεται συνολικά σε 101.047,86 ευρώ, με επιμέρους κονδύλια και επιτόκιο υπερημερίας συμβατικό (συμβατικό 4,642% + 2,5%), ενώ η κατάσχεση περιορίστηκε στο ποσό των 40.000,00 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το εφαρμοστέο πλαίσιο, όταν η επιταγή προς εκτέλεση έχει επιδοθεί μετά την 01.01.2022, η αναστολή πλειστηριασμού ακινήτου ζητείται μόνο ενώπιον του δικαστηρίου του ενδίκου μέσου με αίτηση υποβαλλόμενη με το ένδικο μέσο ή με τις προτάσεις (άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ). Προϋποθέσεις για τη χορήγησή της είναι ο κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης και η πιθανολόγηση ευδοκίμησης του ενδίκου μέσου, ενώ η αίτηση είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί πέντε εργάσιμες ημέρες πριν τον πλειστηριασμό (άρθρο 938 παρ. 4 ΚΠολΔ). Κατά τη νομιμότητα της εκτέλεσης: η πρώτη επίδοση διαταγής πληρωμής κατά ΚΠολΔ (άρθρα 123, 124, 126, 127, 128, 130, 139) θεμελιώνει έγκυρη κοινοποίηση και την προθεσμία του άρθρου 630Α· η ανακοπή του άρθρου 633 παρ. 2 είναι εμπρόθεσμη εντός 15 εργασίμων ημερών από νέα επίδοση· λόγοι κατά της απαίτησης που καλύπτονται από δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής (άρθρα 633 παρ. 2, 330, 935, 933 παρ. 4) δεν προτείνονται παραδεκτά με 933· η διαχειρίστρια του Ν. 4354/2015 νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος σε εκτέλεση απαιτήσεων που τιτλοποιήθηκαν κατά Ν. 3156/2003, εφόσον αποδεικνύεται η διαχείριση και συγκοινοποιούνται τα έγγραφα του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ· ισχύουν οι χρονικές ρυθμίσεις του άρθρου 993 παρ. 2 για τον πλειστηριασμό. Διαπιστώθηκε ότι η αίτηση κατατέθηκε αυτοτελώς, μολονότι η επιταγή επιδόθηκε το 01/2023. Η πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής στον αιτούντα το 2011 ήταν έγκυρη. Η δεύτερη επίδοση με επιταγή έλαβε χώρα το 01/2023, πλην η σωρευθείσα ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Τα έγγραφα που απαιτούνται κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συγκοινοποιήθηκαν και αποδεικνύουν τη διαχειριστική ιδιότητα. Η διαχειρίστρια νομιμοποιείται να ενεργεί εκτέλεση για λογαριασμό του ειδικού διαδόχου. Ο περιορισμός της κατάσχεσης σε 40.000 ευρώ δεν καθιστά αόριστη την κατασχετήρια έκθεση και η επταμηνιαία προθεσμία του άρθρου 993 παρ. 2 τηρήθηκε. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε την αίτηση απαράδεκτη, επειδή δεν υποβλήθηκε με το εφετήριο ή τις προτάσεις, όπως απαιτεί το άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ακόμη και επί παραδοχής του παραδεκτού, δεν πιθανολογήθηκε ευδοκίμηση της έφεσης: οι προβαλλόμενοι λόγοι προδήλως προσκρούουν στο δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής ή είναι αόριστοι, η επίδοση και τα της νομιμοποίησης της διαχειρίστριας είναι σύννομα, και οι ενστάσεις κατά της κατάσχεσης/πλειστηριασμού δεν ευσταθούν.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (παραδεκτό): Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι, με επίδοση επιταγής μετά την 01.01.2022, η αναστολή πλειστηριασμού ακινήτου μπορεί να ζητηθεί μόνο με το ένδικο μέσο ή με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ εν προκειμένω ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο. Στάδιο 2 (κατ’ ουσίαν, επικουρικά): Ακόμη και αν θεωρούνταν παραδεκτή, δεν πιθανολογήθηκε ευδοκίμηση της έφεσης: (α) η πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής του 2011 ήταν έγκυρη κατά τα άρθρα 123, 124, 126, 127, 128, 130 και 139 ΚΠολΔ και η ανακοπή του άρθρου 633 παρ. 2 ασκήθηκε εκπρόθεσμα· (β) λόγοι που πλήττουν τη διαταγή πληρωμής ή την απαίτηση καλύπτονται από το δεδικασμένο (άρθρα 633 παρ. 2, 330, 935, 933 παρ. 4 ΚΠολΔ)· (γ) τα αναγκαία έγγραφα του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συγκοινοποιήθηκαν και η καθ’ ης νομιμοποιείται ενεργητικά ως διαχειρίστρια του Ν. 4354/2015 για απαίτηση τιτλοποιημένη κατά Ν. 3156/2003· (δ) ο περιορισμός ποσού κατάσχεσης δεν καθιστά αόριστη την έκθεση· (ε) τηρήθηκε η ελάχιστη προθεσμία επτά μηνών του άρθρου 993 παρ. 2 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα συμψηφίσθηκαν λόγω δυσχερούς ερμηνείας και εύλογης αμφιβολίας ως προς την έκβαση (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 179 τροποποιήθηκε με το άρθρο 116 παρ. 1β’ Ν. 4842/2021 και διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/2021).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα, μεταξύ των διαδίκων.

ΕφΠειρ 573/2023

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό, η ανακόπτουσα-εκκαλούσα εταιρεία άσκησε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά επιταγής προς πληρωμή και έκθεσης κατάσχεσης, η οποία απορρίφθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση ως προς την ουσία. Διάδικοι είναι η εκκαλούσα (εταιρεία) και η εφεσίβλητη (εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων με έδρα στην Ιρλανδία), για λογαριασμό της οποίας ενεργεί διαχειρίστρια εταιρεία στην Ελλάδα. Η απαίτηση πηγάζει από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό της 29.3.2007, με πρόσθετες πράξεις, με πίστωση έως 385.000 ευρώ. Ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά στις 23.9.2016 με χρεωστικό υπόλοιπο 537.714,73 ευρώ. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής ……/2018 κατά της εκκαλούσας για 619.535,76 ευρώ νομιμοτόκως. Ακολούθησαν μεταβιβάσεις: στις 12.09.2019 πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από την αρχική τράπεζα σε εταιρεία ειδικού σκοπού, με καταχώριση στο Ενεχυροφυλακείο· σύμβαση διαχείρισης 12.09.2019, τροποποιηθείσα 18.09.2019, με άδεια διαχείρισης βάσει απόφασης 326/17.09.2019. Στις 13.7.2020 έλαβε χώρα επαναμεταβίβαση μέρους απαιτήσεων προς την τράπεζα και στις 21.7.2020 νέα πώληση σε άλλη εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων, με νέα σύμβαση διαχείρισης. Στις 11.5.2021 επιδόθηκε στην εκκαλούσα επιταγή προς πληρωμή κατ’ αντίγραφο εξ απογράφου της διαταγής και συγκοινοποιήθηκαν έγγραφα για τις καταχωρίσεις μεταβίβασης/διαχείρισης και εταιρικές ανακοινώσεις. Η ανακοπή προέβαλε ότι δεν επιδόθηκαν τα αναγκαία νομιμοποιητικά έγγραφα που να αποδεικνύουν τη διαδοχή και τη διαχειριστική νομιμοποίηση της επισπεύδουσας, ιδίως έγγραφα για άδεια, αλλαγή επωνυμίας και σχετικές καταχωρίσεις της διαχειρίστριας.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις περί παραδεκτού της έφεσης (προθεσμίες, παράβολο, εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία) και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 925 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο αυτό, όταν την εκτέλεση αρχίζει ή συνεχίζει καθολικός ή ειδικός διάδοχος που δεν αναφέρεται στον τίτλο, απαιτείται κοινοποίηση νέας επιταγής προς πληρωμή στον καθ’ ού, με τα νομιμοποιητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη διαδοχή ή ειδική διάταξη νομιμοποίησης. Η επίδοση μπορεί να γίνει ταυτόχρονα ή χωριστά και η παράλειψη επιφέρει ακυρότητα των επόμενων πράξεων της εκτέλεσης χωρίς έρευνα βλάβης. Για διαχείριση κατά τον Ν. 4354/2015 απαιτούνται επίσης έγγραφα που θεμελιώνουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση της διαχειρίστριας. Αποδείχθηκε ότι η απαίτηση του εκτελεστού τίτλου πηγάζει από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και ότι εκδόθηκε διαταγή πληρωμής για συγκεκριμένο ποσό. Έλαβαν χώρα διαδοχικές μεταβιβάσεις και συμβάσεις διαχείρισης (12.09.2019 και 21.7.2020) με καταχωρίσεις στο Ενεχυροφυλακείο και άδεια της διαχειρίστριας βάσει απόφασης 326/17.09.2019. Στις 11.5.2021 επιδόθηκε επιταγή προς πληρωμή μαζί με σειρά εγγράφων (καταχωρίσεις μεταβίβασης/διαχείρισης, εταιρικές ανακοινώσεις και πληρεξούσιο). Δεν συγκοινοποιήθηκαν, όμως, έγγραφα που να αποδεικνύουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση της διαχειρίστριας, ιδίως το ΦΕΚ της άδειας, τα έγγραφα αλλαγής επωνυμίας και η σχετική ανακοίνωση Γ.Ε.Μ.Η. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι, εφόσον η επισπεύδουσα δεν αναφερόταν στον τίτλο και δεν συγκοινοποίησε τα αναγκαία νομιμοποιητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τόσο τη διαδοχή όσο και τη διαχειριστική νομιμοποίηση, δεν πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 925 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, η επίδοση ήταν ελλιπής και οι μεταγενέστερες πράξεις εκτέλεσης (επιταγή και κατάσχεση) πάσχουν από ακυρότητα ανεξαρτήτως βλάβης. Ο ουσιώδης λόγος ανακοπής κρίθηκε βάσιμος, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε και ερμήνευσε εσφαλμένα τον νόμο και η απόφαση εξαφανίστηκε, με παραδοχή της ανακοπής, ακύρωση των επίδικων πράξεων και επιβολή δικαστικών εξόδων στην εφεσίβλητη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Παραδοχή έφεσης: Διαπιστώθηκε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 925 ΚΠολΔ από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς κρίθηκε ότι είχαν συγκοινοποιηθεί όλα τα αναγκαία έγγραφα νομιμοποίησης ενώ δεν προέκυπτε η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση της διαχειρίστριας. Ως εκ τούτου, η έφεση έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν και η εκκαλουμένη εξαφανίστηκε. Στάδιο 2 – Επί της ανακοπής: Κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συγκοινοποιήθηκαν τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα (ιδίως για την άδεια και την αλλαγή επωνυμίας της διαχειρίστριας), με αποτέλεσμα, κατά το άρθρο 925 ΚΠολΔ, η διαδικασία εκτέλεσης να πάσχει και να επέρχεται ακυρότητα των επόμενων πράξεων χωρίς έρευνα βλάβης. Έγινε δεκτή η ανακοπή, ακυρώθηκαν η από 23.4.2021 επιταγή προς πληρωμή και η υπ’ αριθ. …./1.6.2021 έκθεση κατάσχεσης. Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών επιβλήθηκαν στην εφεσίβλητη (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και διατάχθηκε η απόδοση του e-παραβόλου ποσού εκατό (100) ευρώ στην εκκαλούσα.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 6.5.2022 (αριθ.καταθ. ……./1.6.2022) έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2665/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 2665/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Κρατεί και δικάζει την από 14.6.2021 (αριθ.καταθ. ………/2021) ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. Δέχεται αυτή. Ακυρώνει την, α) από 23.4.2021 επιταγή προς πληρωμή, η οποία συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθ. ……/2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β)Την υπ’ αριθ. …./1.6.2021 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια Εφετείου Αθηνών ………….., με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά οικόπεδο μετά των κτισμάτων του, ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας. Καταδικάζει την καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη, στην δικαστική δαπάνη της ανακόπτουσας-εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και την ορίσει σε εξακόσια (600) ευρώ. Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος e-παραβόλου … ….. ποσού εκατό (100) ευρώ, στην εκκαλούσα.

ΕφΠειρ 476/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμιο στάδιο: έφεση κατά της 780/2023 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που είχε απορρίψει ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και επιταγής προς πληρωμή. Οι ανακόπτοντες είναι και εκκαλούντες (δύο φυσικά πρόσωπα), η εφεσίβλητη είναι εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ως εντολοδόχος εταιρείας ειδικού σκοπού. - Νομικό πλαίσιο: καταγγελλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε υπέρ διαχειρίστριας απαιτήσεων μετά από πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων λόγω τιτλοποίησης (ν. 3156/2003) από τραπεζικό ίδρυμα προς εταιρεία ειδικού σκοπού και ανάθεση διαχείρισης κατά τον ν. 4354/2015. Η οφειλή προέρχεται από σύμβαση δανείου, με συνοφειλέτες εις ολόκληρον. - Προϊστορία: με αίτηση της καθ’ ής εκδόθηκε διαταγή πληρωμής …/2022 για απαίτηση από σύμβαση δανείου της 10.12.2007. Επιδόθηκε επιταγή προς πληρωμή στις 9-5-2022. Οι ανακόπτοντες άσκησαν ανακοπή (31.5.2022) προβάλλοντας έλλειψη νομιμοποίησης λόγω μη ορθής εξατομίκευσης στο παράρτημα της σύμβασης πώλησης και ελλείψεων στην απόδειξη της διαχείρισης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή. - Στοιχεία μεταβίβασης/διαχείρισης: σύμβαση πώλησης-μεταβίβασης 30.04.2020 καταχωρισμένη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με παράρτημα όπου αναφέρονται στοιχεία του πρώτου ανακόπτοντος, αλλά όχι της δεύτερης ανακόπτουσας, και με διαφορετικό αριθμό λογαριασμού· σύμβαση διαχείρισης 30.04.2020 μεταξύ ΕΑΣ και άλλης διαχειρίστριας, και μεταγενέστερη σύμβαση διαχείρισης 18.06.2021 με την καθ’ ής χωρίς εξειδίκευση χαρτοφυλακίου και χωρίς επίκληση/καταχώριση λύσης της προγενέστερης σύμβασης. Ποσό διαταγής πληρωμής: 124.674,38 €.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κρίθηκε ότι η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ν. 4354/2015 και 3156/2003 τελεί υπό συστατικό έγγραφο τύπο και ολοκληρώνεται με καταχώριση στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000. Η καταχώριση και η περίληψη/παράρτημα οφείλουν να περιέχουν ουσιώδη στοιχεία εξατομίκευσης της απαίτησης, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων των οφειλετών, και επέχουν θέση αναγγελίας (άρθρο 10 παρ. 8-10 ν. 3156/2003). Η διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ασκείται μόνο μέσω αδειοδοτημένων εταιριών του ν. 4354/2015 και αποδεικνύεται εγγράφως. Για τη διαταγή πληρωμής απαιτείται η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και της νομιμοποίησης (άρθρα 623-624, 628, 632-633 ΚΠολΔ). Απαράδεκτο προκύπτει όταν τα ουσιώδη στοιχεία δεν προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα έγγραφα. Διαπιστώθηκε ότι στο παράρτημα της από 30.04.2020 σύμβασης πώλησης-μεταβίβασης αναφέρονται επακριβώς τα στοιχεία του πρώτου ανακόπτοντος (με εσφαλμένο μόνο αριθμό λογαριασμού), αλλά δεν αναφέρονται τα στοιχεία της δεύτερης ανακόπτουσας, μολονότι ήταν συνοφειλέτρια εις ολόκληρον στη δανειακή σύμβαση της 10.12.2007. Περαιτέρω, η από 18.06.2021 σύμβαση διαχείρισης, όπως προκύπτει από την περίληψη, δεν εξειδικεύει τις απαιτήσεις του αναλαμβανόμενου χαρτοφυλακίου ούτε προκύπτει λύση της προγενέστερης (30.04.2020) σύμβασης διαχείρισης ώστε να τεκμηριώνεται η διαδοχή στην είσπραξη και διαχείριση της επίδικης απαίτησης από την καθ’ ής. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι η μη αναγραφή της δεύτερης ανακόπτουσας στο παράρτημα συνεπάγεται μη τήρηση του συστατικού εγγράφου τύπου και έλλειψη καταχώρισης/αναγγελίας ως προς αυτήν, άρα μη απόδειξη μεταβίβασης της απαίτησης στο πρόσωπό της. Επιπλέον, η έλλειψη εξειδίκευσης του χαρτοφυλακίου και μη επίκληση λύσης της προγενέστερης διαχείρισης στην περίληψη της 18.06.2021 δεν αποδεικνύουν ότι η καθ’ ής είχε αναλάβει τη διαχείριση και είσπραξη της επίδικης απαίτησης. Ως εκ τούτων, η νομιμοποίηση της καθ’ ής για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν αποδείχθηκε, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης έγιναν δεκτοί, και η διαταγή πληρωμής και η επιταγή προς πληρωμή ακυρώθηκαν, με εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και κράτηση της υπόθεσης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Επί της έφεσης: Έγινε δεκτή διότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα απέρριψε την ανακοπή. Ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος: στο παράρτημα της από 30.04.2020 σύμβασης πώλησης-μεταβίβασης δεν αναγράφονται τα στοιχεία της δεύτερης ανακόπτουσας, μολονότι είναι συνοφειλέτρια εις ολόκληρον, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται η μεταβίβαση της απαίτησης εις βάρος της (άρθρο 10 παρ. 10 ν. 3156/2003). Επιπλέον, έγινε δεκτός και ο σχετικός λόγος περί διαχείρισης: η περίληψη της από 18.06.2021 σύμβασης διαχείρισης δεν εξειδικεύει το χαρτοφυλάκιο ούτε προκύπτει λύση της προγενέστερης σύμβασης (30.04.2020), οπότε δεν αποδεικνύεται ότι η καθ’ ής είχε αναλάβει τη διαχείριση και είσπραξη της επίδικης απαίτησης. Κατά συνέπεια, η εκκαλούμενη 780/2023 απόφαση εξαφανίζεται (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και διατάσσεται επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 495 § 3 εδ. στ’ ΚΠολΔ). Στάδιο 2 — Επί της ανακοπής: Κρατήθηκε η υπόθεση και η ανακοπή έγινε εν μέρει δεκτή. Ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής …/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η από 9-5-2022 επιταγή προς πληρωμή, λόγω μη απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ής από τα προσκομισθέντα έγγραφα (άρθρα 623-624, 628, 632-633 ΚΠολΔ). Επιβλήθηκαν σε βάρος της καθ’ ής τα δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών, μειωμένα λόγω ιδιαιτέρως δυσχερούς ερμηνείας του κανόνα δικαίου, στο ποσό των 500 €, κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την  έφεση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στους εκκαλούντες που κατέθεσαν αυτό. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αρ. 780/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση. ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από  την από  31.5.2022 και με αριθ.καταθ. …………../2022  ανακοπής. ΔΕΧΕΤΑΙ αυτήν εν μέρει ΑΚΥΡΩΝΕΙ την με αρ. …./2022 διαταγή πληρωμής  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και την από 9-5-2022 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο αυτής. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της καθ΄ής η ανακοπή τα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) €.

ΕφΠειρ 556/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμια κρίση επί έφεσης του ανακόπτοντος κατά της 1233/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, στην ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, είχε απορρίψει την ανακοπή του κατά πράξεων εκτέλεσης. Στο δικόγραφο της έφεσης σωρεύθηκε και αίτηση αναστολής εκτέλεσης. Η εφεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο Εφετείο. - Ο εκκαλών-ανακόπτων είναι οφειλέτης. Η εφεσίβλητη ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεη διάδικος, διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, κατ’ ανάθεση με σύμβαση διαχείρισης 18.4.2022. Η απαίτηση πηγάζει από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και έχει επιδικασθεί με διαταγή πληρωμής. - Η αρχική δανείστρια τράπεζα απέκτησε εκτελεστό τίτλο (διαταγή πληρωμής 2009) και μεταβίβασε λόγω τιτλοποίησης, με σύμβαση 17.7.2020 (καταχώριση στο βιβλίο του ν. 2844/2000), το σχετικό χαρτοφυλάκιο στην αλλοδαπή SPV. Η διαχείριση ανατέθηκε αρχικά σε άλλη εταιρεία και από 18.4.2022 στην εφεσίβλητη (καταχώριση 19.4.2022). Η εφεσίβλητη επέδωσε στις 17.10.2022 επιταγή προς πληρωμή βάσει της διαταγής πληρωμής και στις 21.11.2022 επέβαλε κατάσχεση επί οριζόντιας ιδιοκτησίας του εκκαλούντος. Ο πλειστηριασμός ορίστηκε 28.6.2023, ανεστάλη λόγω εκλογών και επαναπροσδιορίστηκε για 25.10.2023, οπότε ανεστάλη με προσωρινή διαταγή. - Ποσά: κεφάλαιο 372.517,50 ευρώ με τόκους από 16.6.2009, δικαστική δαπάνη 9.300 ευρώ, κατάσχεση για 50.000 ευρώ. Το ακίνητο είναι διαμέρισμα 98,70 τ.μ. στον Πειραιά. Ο εκκαλών προέβαλε έλλειψη νομιμοποίησης της εφεσίβλητης και καταχρηστική άσκηση δικαιώματος λόγω δήθεν διαπραγματεύσεων ρύθμισης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το εφαρμοστέο πλαίσιο, η αναστολή εκτέλεσης επί ακινήτων δεν παρέχεται αυτοδικαίως με την ανακοπή αλλά, μετά την απορριπτική απόφαση, κατόπιν αίτησης ενώπιον του δικαστηρίου του ενδίκου μέσου, εφόσον πιθανολογούνται ανεπανόρθωτη βλάβη και ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου (άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ). Ως προς τη νομιμοποίηση, από τον συνδυασμό του άρθρου 10 ν. 3156/2003 και του άρθρου 2 παρ.4 ν. 4354/2015 προκύπτει ότι οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχοι διάδικοι να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και πράξη προς είσπραξη, ανεξάρτητα από το αν η μεταβίβαση των απαιτήσεων έγινε κατά τον ν. 3156/2003 ή κατά τον ν. 4354/2015. Ως προς την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, η καταχρηστικότητα προϋποθέτει ειδικές περιστάσεις και εύλογη πεποίθηση του οφειλέτη ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα· μόνη η αδράνεια δεν αρκεί και η πραγμάτωση της απαίτησης μέσω εκτέλεσης μπορεί να ελεγχθεί με ανακοπή (άρθρα 281 ΑΚ, 116, 933 ΚΠολΔ). Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απαίτηση επιδικάσθηκε με διαταγή πληρωμής το 2009 και μεταβιβάσθηκε λόγω τιτλοποίησης με καταχώριση 17.7.2020 στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού. Η διαχείριση ανατέθηκε στην εφεσίβλητη με σύμβαση 18.4.2022, νομίμως καταχωρισμένη. Η εφεσίβλητη επέδωσε επιταγή προς πληρωμή στις 17.10.2022 και επέβαλε κατάσχεση στις 21.11.2022. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα από 27.6.2022 ανέφεραν ρητώς ότι καμία νομική ενέργεια δεν διακόπτεται έως υπογραφής συμφωνίας ρύθμισης. Δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών υπέβαλε συγκεκριμένη πρόταση ρύθμισης πριν την κατάσχεση ή ότι δημιουργήθηκε εύλογη πεποίθηση αποχής από εκτέλεση. Μετέπειτα επικοινωνία το 2023 κατέδειξε εξάλλου απόρριψη προτάσεων και ρητή μη αναστολή ενεργειών. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη, ως διαχειρίστρια, νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση να επισπεύσει εκτέλεση στο όνομά της για λογαριασμό της δικαιούχου εταιρείας ειδικού σκοπού. Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης απορρίφθηκε, αφού δεν πιθανολογήθηκαν ιδιαιτέρες περιστάσεις ούτε δημιουργία εύλογης πεποίθησης μη άσκησης του δικαιώματος. Η σωρευθείσα αίτηση αναστολής κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω ισχύουσας προσωρινής διαταγής μέχρι τη συζήτηση, και απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόρριψη της ανακοπής ορθώς κρίθηκε και η έφεση απορρίπτεται κατ’ ουσία.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης απορρίπτεται διότι, κατόπιν χορήγησης προσωρινής διαταγής στις 19-10-2023, η εξέτασή της κατέστη άνευ αντικειμένου και ο εκκαλών στερείται εννόμου συμφέροντος για περαιτέρω κρίση (άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ). Η έφεση απορρίπτεται κατ’ ουσία: (α) ο λόγος περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης είναι νομικά αβάσιμος, διότι, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των άρθρων 10 παρ.14 ν. 3156/2003 και 2 παρ.4 ν. 4354/2015, οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση να ασκούν ένδικα βοηθήματα και πράξεις εκτέλεσης για τις υπό διαχείριση απαιτήσεις, ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε δυνάμει του ν. 3156/2003. (β) Ο λόγος περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι τα επικληθέντα ηλεκτρονικά μηνύματα δεν θεμελιώνουν εύλογη πεποίθηση του εκκαλούντος ότι δεν θα επισπευσθεί εκτέλεση, ενώ η εφεσίβλητη είχε ρητώς επιφυλαχθεί να συνεχίσει τις νόμιμες ενέργειες (άρθρο 281 ΑΚ). Ως προς τα δικαστικά έξοδα, δεν επιβάλλονται στην εφεσίβλητη, επειδή δεν παραστάθηκε στον δεύτερο βαθμό. Διατάσσεται η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου εφέσεως (άρθρο 495 παρ.3 εδ.ε΄ ΚΠολΔ). Δεν ορίζεται παράβολο ανακοπής ερημοδικίας, αφού κατά της απόφασης δεν προβλέπεται ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 937 παρ.1 εδ.β΄ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης. Δέχεται τυπικά την έφεση και Απορρίπτει αυτή στην ουσία. Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο ταμείο, το κατατεθέν, από τον εκκαλούντα για την άσκηση της έφεσης, παράβολο (e-παράβολο με αρ. ………../2023, ποσού 100 ευρώ).

ΕφΠειρ 156/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Ο εκκαλών άσκησε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά πράξεων εκτέλεσης σε βάρος ακινήτου του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (602/2024) απέρριψε την ανακοπή και επιδίκασε δαπάνες. Ο εκκαλών άσκησε έφεση, προβάλλοντας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. - Δικονομικοί ρόλοι: Εκκαλών (άνδρας) κατά εφεσίβλητης (ανώνυμη εταιρεία), ως διαχειρίστριας τιτλοποιημένων απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού. - Νομικό πλαίσιο σχέσης: Τραπεζική απαίτηση από σύμβαση δανείου, για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 2012. Την 30.4.2020 επήλθε πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων (άρθρο 10 ν. 3156/2003) από τραπεζικό ίδρυμα σε αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, με νόμιμες καταχωρίσεις στο ενεχυροφυλακείο (άρθρο 3 ν. 2844/2000/2020). Αρχική διαχείριση από την τράπεζα κατ’ άρθρο 10 παρ. 14 και 16 ν. 3156/2003, μετέπειτα διάσπαση της τράπεζας (16.4.2021) και ανάθεση διαχείρισης στην εφεσίβλητη με σύμβαση 08.04.2021, με σχετικές δημοσιεύσεις και πληρεξούσια. Η εφεσίβλητη είναι αδειοδοτημένη από την Τράπεζα της Ελλάδος και δρα κατά ν. 4354/2015/ν. 5072/2023. - Προδικία εκτέλεσης: Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 02.01.2013 και 07.09.2023 χωρίς να ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ενέργειες εκτέλεσης: έγγραφη εντολή 13.09.2023, έκθεση κατάσχεσης 29.09.2023 (επίδοση 02.10.2023). - Λόγοι ανακοπής/έφεσης: (α) έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης λόγω εφαρμογής ν. 3156/2003, (β) ανεκκαθάριστη απαίτηση (μη αναγραφή διακύμανσης επιτοκίου, εισφορά ν. 128/75, άκυροι ΓΟΣ), (γ) επίκληση άρθρων 288 και 388 ΑΚ για αναπροσαρμογή οφειλής λόγω οικονομικής κρίσης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Ο κανόνας: Η νομιμοποίηση κρίνεται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 1 περ. γ και ιδίως το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση ως μη δικαιούχοι διάδικοι να ασκούν ένδικα βοηθήματα και πράξεις εκτέλεσης για είσπραξη υπό διαχείριση απαιτήσεων, και τούτο ισχύει και όταν η μεταβίβαση και διαχείριση έχουν λάβει χώρα κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003. Μετά την τελεσίδικη απόρριψη ή την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (άρθρα 632 παρ. 1, 633 παρ. 2 ΚΠολΔ), αυτή παράγει δεδικασμένο ως προς ύπαρξη, έκταση και νομική/ιστορική βάση της απαίτησης (άρθρα 321, 322, 324, 325, 330, 331, 330 και 935 ΚΠολΔ), αποκλείοντας αντιρρήσεις κατά της απαίτησης με ανακοπή 933 ΚΠολΔ. Τα δικαιώματα των άρθρων 288 και 388 ΑΚ είναι διαπλαστικά και ασκούνται με αγωγή ή ένσταση για το μέλλον, όχι με λόγο ανακοπής εκτέλεσης. Η διαγραφή ανάρμοστων φράσεων διατάσσεται κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ. Τα ευρήματα: Αποδείχθηκε πώληση και μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003 την 30.4.2020, με δημοσίευση στο ενεχυροφυλακείο (άρθρο 3 ν. 2844/2000/2020). Η διαχείριση ανατέθηκε αρχικά στην τράπεζα (άρθρο 10 παρ. 14 και 16 ν. 3156/2003) και, μετά τη διάσπαση (16.4.2021), στην εφεσίβλητη με σύμβαση 08.04.2021, με μεταγενέστερες καταχωρίσεις και πληρεξούσια. Η εφεσίβλητη είναι νομίμως αδειοδοτημένη από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η διαταγή πληρωμής του 2012 επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 02.01.2013 και 07.09.2023 χωρίς άσκηση ανακοπής 633 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι λόγοι περί επιτοκίου, εισφοράς ν. 128/75 και ΓΟΣ αφορούν την απαίτηση. Ο εκκαλών επικαλέσθηκε 288 και 388 ΑΚ για αναδρομική μείωση οφειλής χωρίς αγωγή ή ένσταση ενόσω η σύμβαση λειτουργούσε. Στην έφεση περιελήφθη φράση που προσβάλλει την ευπρέπεια της δίκης. Η εφαρμογή: Το Δικαστήριο αξιολόγησε τα έγγραφα και έκρινε ότι η εφεσίβλητη νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος να επισπεύσει εκτέλεση για λογαριασμό της δικαιούχου εταιρείας ειδικού σκοπού. Διαπίστωσε ότι η διαταγή πληρωμής απέκτησε δεδικασμένο λόγω δεύτερης επίδοσης και μη άσκησης ανακοπής, αποκλείοντας την εκ νέου αμφισβήτηση της απαίτησης με ανακοπή 933 ΚΠολΔ. Έκρινε μη νόμιμη την προβολή των άρθρων 288 και 388 ΑΚ ως λόγου ανακοπής και αναιτιολόγητη για αναδρομική αναπροσαρμογή. Ως εκ τούτων, απέρριψε την έφεση στην ουσία, διέταξε εισαγωγή του παραβόλου και επιδίκασε δαπάνες, ενώδιε διέγραψε την ανάρμοστη φράση από το δικόγραφο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε διότι: (1) η εφεσίβλητη, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, νομιμοποιείται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 να προβαίνει σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης ως μη δικαιούχος διάδικος και όταν η απαίτηση έχει τιτλοποιηθεί/μεταβιβασθεί κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003, όπως προέκυψε από τις συμβάσεις και καταχωρίσεις στο ενεχυροφυλακείο· (2) η διαταγή πληρωμής του 2012 επιδόθηκε στον εκκαλούντα δύο φορές (02.01.2013 και 07.09.2023) χωρίς άσκηση ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε παρήχθη δεδικασμένο που καταλαμβάνει την ύπαρξη, την έκταση και τη νομική/ιστορική βάση της απαίτησης, καθιστώντας απαράδεκτους με ανακοπή 933 ΚΠολΔ τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί ανεκκαθάριστης απαίτησης, εισφοράς ν. 128/75 και ακυρότητας ΓΟΣ· (3) τα δικαιώματα των άρθρων 288 και 388 ΑΚ δεν προβάλλονται ως λόγος ανακοπής εκτέλεσης και δεν θεμελιώνουν αναδρομική αναπροσαρμογή της οφειλής. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, επιδικάστηκαν εις βάρος του εκκαλούντος υπέρ της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό, κατ’ άρθρα 176, 181, 183, 191 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 68, 67 και 63 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, στο ποσό των 800 ευρώ. Διατάχθηκε η εισαγωγή του e–παραβόλου των 100 ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ διατάχθηκε η διαγραφή της ανάρμοστης φράσης από το δικόγραφο της έφεσης.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά την έφεση. Απορρίπτει επί της ουσίας την έφεση. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο τού με αριθ. ……./2024 e – παραβόλου, ποσού εκατό (100) ευρώ. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ. Διατάσσει τη διαγραφή από το δικόγραφο της έφεσης (8η σελίδα, 5ος στίχος από το τέλος) της ανάρμοστης φράσης: «…και κατά πρόχειρη ερμηνεία του νόμου… “.

ΕφΠειρ 215/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας ερήμην της καθ’ης η ανακοπή, έκανε δεκτή την από 16.12.2022 ανακοπή της ανακόπτουσας κατά πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης. Η καθ’ης, ήδη εκκαλούσα, άσκησε έφεση κατά της 3634/2023 απόφασης. Οι διάδικες είναι εταιρείες. Η εκκαλούσα εμφανίζεται ως μη δικαιούχος διάδοχος και διαχειρίστρια απαιτήσεων του ν. 4354/2015, ενεργώντας ως εντολοδόχος, ειδική πληρεξούσια και αντίκλητος εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία απέκτησε απαιτήσεις από τραπεζικό ίδρυμα μέσω σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και ανάθεσε στη διαχειρίστρια τη διαχείριση δυνάμει σύμβασης 18.6.2019, καταχωρισθείσας στο ενεχυροφυλακείο κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003. Η εφεσίβλητη είναι η οφειλέτρια-ανακόπτουσα. Επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων της ανακόπτουσας με έκθεση 4.11.2022 προς ικανοποίηση απαίτησης 200.000 ευρώ, ορίσθηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός για 14.6.2023 με τιμές πρώτης προσφοράς 143.000 και 734.000 ευρώ. Η ανακόπτουσα προέβαλε έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας κατά το καθεστώς ν. 3156/2003 και καταχρηστικότητα (άρθρο 281 ΑΚ), επικαλούμενη προτάσεις ρύθμισης, πυρκαγιά στο ξενοδοχείο της το 2018 με μερική αποζημίωση κατατεθείσα σε δεσμευμένο λογαριασμό και εκκίνηση διαδικασίας ν. 4738/2020, η οποία είχε ήδη απορριφθεί κατά τον χρόνο άσκησης της ανακοπής.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, η έφεση κατά απόφασης εκδοθείσας ερήμην επιφέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης εντός των ορίων της έφεσης χωρίς προγενέστερη έρευνα λόγων, με αναδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο. Οι προθεσμίες και το παράβολο διέπονται από τα άρθρα 19, 495, 511, 513, 516, 517, 518 ΚΠολΔ. Ως προς τη νομιμοποίηση διαχειριστριών, το άρθρο 10 ν. 3156/2003 ρυθμίζει την τιτλοποίηση και τη δυνατότητα ανάθεσης διαχείρισης, ενώ το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 απονέμει στις εταιρείες διαχείρισης κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση ως μη δικαιούχων διαδίκων για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων. Τα άρθρα 513, 455 ΑΚ διέπουν πώληση/εκχώρηση, και τα άρθρα 871–872 ΑΚ τη σύναψη ρυθμίσεων. Η καταχρηστικότητα ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ και, ως λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, απαιτεί προφανή υπέρβαση των ορίων καλής πίστης, χρηστών ηθών ή σκοπού δικαιώματος. Κατά το άρθρο 5 παρ. 2 ν. 4738/2020, οι χρηματοδοτικοί φορείς έχουν διακριτική ευχέρεια υποβολής πρότασης ρύθμισης. Διαπιστώθηκε ότι η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με καταβολή παραβόλου. Η επίδικη απαίτηση είχε μεταβιβασθεί σε εταιρεία ειδικού σκοπού και η διαχείρισή της είχε ανατεθεί στην εκκαλούσα με σύμβαση 18.6.2019, νομίμως καταχωρισθείσα κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003. Επεβλήθη κατάσχεση στις 4.11.2022 για 200.000 ευρώ και ορίσθηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός με αναγραφείσες τιμές πρώτης προσφοράς. Η ανακόπτουσα προέβαλε έλλειψη νομιμοποίησης της διαχειρίστριας και καταχρηστικότητα λόγω προτάσεων ρύθμισης, αποζημίωσης από ασφαλιστικό συμβάν και εκκίνησης διαδικασίας ν. 4738/2020, η οποία είχε ήδη απορριφθεί. Το Δικαστήριο εφάρμοσε συνδυαστικά τους ν. 3156/2003 και 4354/2015 και έκρινε ότι η εκκαλούσα ως ΕΔΑΔΠ νομιμοποιείται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 να ενεργεί δικαστικά και εκτελεστικά, ακόμη και όταν η μεταβίβαση έγινε κατά το καθεστώς του ν. 3156/2003. Ως προς την επίκληση καταχρηστικότητας, αξιολόγησε ότι οι προτάσεις ρύθμισης, η μη χρήση μη προσδιορισθέντος ποσού ασφαλιστικής αποζημίωσης και η μη συμμετοχή στη διαδικασία του ν. 4738/2020 (διακριτική ευχέρεια πιστωτών) δεν συνιστούν προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά συνέπεια, οι λόγοι ανακοπής απορρίπτονται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Έφεση: Η έφεση έγινε δεκτή διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπροθέσμως με καταβολή παραβόλου (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β’, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ως ερήμην εκδοθείσας της εκκαλουμένης, επιφέρει κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ την εξαφάνισή της χωρίς προηγούμενη έρευνα των λόγων. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Στάδιο 2 – Ανακοπή: Κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή. Ο λόγος περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας είναι αβάσιμος, διότι οι ΕΔΑΔΠ του ν. 4354/2015 απολαύουν της κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 εξαιρετικής νομιμοποίησης ως μη δικαιούχοι διάδικοι για δικαστικές ενέργειες και επίσπευση εκτέλεσης, ακόμη και όταν η απαίτηση έχει μεταβιβασθεί με τιτλοποίηση κατά το άρθρο 10 ν. 3156/2003. Ο λόγος περί καταχρηστικότητας (άρθρο 281 ΑΚ) απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, διότι οι επικληθείσες προτάσεις ρύθμισης, η μη προσδιορισμένη μερική αποζημίωση και η διαδικασία ν. 4738/2020 (άρθρο 5 παρ. 2) δεν θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση των ορίων άσκησης του δικαιώματος εκτέλεσης. Τα δικαστικά έξοδα επιβλήθηκαν σε βάρος της εφεσίβλητης-ανακόπτουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ) και ορίστηκαν σε 300 ευρώ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 3634/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από από 16.12.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2022) ανακοπής. Απορρίπτει την ανακοπή. Επιβάλλει στην εφεσίβλητη-ανακόπτουσα τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας-καθ’ης η ανακοπή για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τρακοσίων (300) ευρώ.

ΕφΠειρ 101/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.3%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η έφεση στρέφεται κατά της 2581/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε ανακοπή και πρόσθετους λόγους των ανακοπτόντων κατά διαταγής πληρωμής …/2021 και της επιταγής προς εκτέλεση αυτής. Οι εκκαλούντες (δύο: ο πρώτος ως δανειολήπτης, η δεύτερη ως εγγυήτρια) προσέβαλαν ως εσφαλμένη την κρίση, ζητώντας και αναστολή εκτέλεσης. Η εφεσίβλητη είναι ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ενεργούσα ως μη υπόχρεη διάδικος και διαχειρίστρια απαιτήσεων εταιρείας ειδικού σκοπού. Προηγήθηκαν: δανειοδότηση από τραπεζικό ίδρυμα, ειδική διαδοχή απαιτήσεων της σε άλλη τράπεζα (κατά τα ΦΕΚ που επικαλέστηκαν οι εκκαλούντες), σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων 22.7.2020 προς εταιρεία ειδικού σκοπού και σύμβαση διαχείρισης 17.3.2021 προς την εφεσίβλητη, με καταχωρίσεις περιλήψεων στο Ενεχυροφυλακείο. Η επιταγή προς εκτέλεση φέρει ημερομηνία 20.1.2022 και επιδόθηκε 21.1.2022. Οι εκκαλούντες προέβαλαν: έλλειψη πληρεξουσιότητας/νομιμοποίησης της διαχειρίστριας για εκτέλεση, μη προσκόμιση τροποποιήσεων της σύμβασης πώλησης, απαίτηση για πρόσθετα νομιμοποιητικά (καταστατικά, πιστοποιητικά εκπροσώπησης), έλλειψη συναίνεσης/γνωστοποίησης της μεταβίβασης, ανεπαρκή απόδειξη ειδικής διαδοχής μέσω των αναφερόμενων ΦΕΚ, ανάγκη κοινοποίησης νομιμοποιητικών κατά ΚΠολΔ 925 παρ. 1, και καταχρηστική άσκηση δικαιώματος λόγω πανδημίας.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το εφαρμοστέο πλαίσιο, η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων διαθέτει κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση να ζητεί έκδοση διαταγής πληρωμής και να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015), ανεξάρτητα από το αν η μεταβίβαση έγινε με Ν. 3156/2003 ή Ν. 4354/2015. Οι συμβάσεις μεταβίβασης και διαχείρισης ολοκληρώνονται και καθίστανται γνωστές στον οφειλέτη με την καταχώριση περίληψης στο Ενεχυροφυλακείο (άρθρο 10 παρ. 9, 10, 14 Ν. 3156/2003, άρθρο 3 Ν. 2844/2000), χωρίς να απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη. Για την έκδοση διαταγής πληρωμής αρκούν έγγραφα που πληρούν το άρθρο 626 παρ. 3 ΚΠολΔ, ήτοι οι καταχωρισμένες περιλήψεις με τα ουσιώδη στοιχεία· δεν απαιτούνται πρόσθετα εταιρικά έγγραφα. Όταν ο τίτλος έχει εκδοθεί υπέρ της διαχειρίστριας, αυτή θεωρείται δικαιούχος του τίτλου (άρθρο 919 παρ. 2 ΚΠολΔ) και δεν πρόκειται για ειδική διαδοχή που να απαιτεί κοινοποίηση νομιμοποιητικών (άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η επίκληση καταχρηστικότητας κρίνεται με τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ. Τα έξοδα ρυθμίζονται από τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εφεσίβλητη είναι νόμιμα αδειοδοτημένη διαχειρίστρια απαιτήσεων και ότι οι συμβάσεις πώλησης και διαχείρισης είχαν καταχωριστεί σε περίληψη στο Ενεχυροφυλακείο με τα ουσιώδη στοιχεία (ταυτότητα απαιτήσεων, ύψος, στάδιο μη εξυπηρέτησης). Η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε υπέρ της ίδιας και εκείνη επέδωσε επιταγή προς εκτέλεση. Από τα αναφερόμενα ΦΕΚ προέκυπτε ειδική διαδοχή του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος από άλλη τράπεζα, περιλαμβάνοντας την επίδικη απαίτηση. Δεν αποδείχθηκε ανάγκη προσκόμισης επιπλέον νομιμοποιητικών εγγράφων, ούτε απαιτείτο συναίνεση ή ιδιαίτερη γνωστοποίηση πέραν της καταχώρισης. Τα αιτήματα περί κοινοποίησης κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν συνέτρεχαν. Η επίκληση πανδημίας και άρνησης ρύθμισης δεν στοιχειοθετούσε καταχρηστικότητα. Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω, οι προβληθέντες λόγοι ανακοπής κρίθηκαν αβάσιμοι. Η αρκούσα αποδεικτική βάση συντρέχει από τις καταχωρίσεις στο Ενεχυροφυλακείο και την ιδιότητα της εφεσίβλητης ως αδειοδοτημένης διαχειρίστριας, ενώ δεν υφίσταται περίπτωση ειδικής διαδοχής επί της εκτέλεσης ούτε υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Ως εκ τούτου, το Εφετείο έκρινε ορθή την πρωτόδικη απόρριψη και απέρριψε την έφεση και την αίτηση αναστολής, καταδικάζοντας τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση και η με αυτήν αίτηση αναστολής απορρίφθηκαν ως αβάσιμες διότι: (α) η εφεσίβλητη, ως αδειοδοτημένη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, είχε κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 αυτοτελή νομιμοποίηση να αιτηθεί την επίδικη διαταγή πληρωμής και να εκκινήσει την εκτέλεση· (β) οι καταχωρισμένες στο Ενεχυροφυλακείο περιλήψεις των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης (άρθρο 10 παρ. 9, 10, 14 Ν. 3156/2003, άρθρο 3 Ν. 2844/2000) επαρκούν για την απόδειξη ενεργητικής νομιμοποίησης χωρίς πρόσθετα εταιρικά έγγραφα ή συναίνεση των οφειλετών· (γ) δεν συντρέχει η εφαρμογή του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού ο τίτλος έχει εκδοθεί υπέρ της διαχειρίστριας (άρθρο 919 παρ. 2 ΚΠολΔ)· (δ) δεν στοιχειοθετήθηκε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Επιπλέον, διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης κατ’ άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την έφεση και την αίτηση αναστολής. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τους εκκαλούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας, που καθορίζει σε 400 ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

93.000+ αποφάσεις · 16.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →