Αναστολή αναγκαστικού πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας — προσωρινή διαταγή

Με βάση αποκλειστικά το παρεχόμενο υλικό, το ερώτημα αφορά αναστολή αναγκαστικού πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας και ειδικότερα αν μπορεί να χορηγηθεί προσωρινή διαταγή μέχρι να κριθεί η αίτηση αναστολής.

Κύρια Νομική Θέση

Για πλειστηριασμό ακινήτου, η αναστολή δεν διέπεται από την παρ. 1 του ΚΠολΔ Άρθρο 938, αλλά από την ειδική ρύθμιση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ενώ για αναστολή της ίδιας της διαδικασίας του πλειστηριασμού εφαρμόζεται και το ΚΠολΔ Άρθρο 1000.
Και στις δύο περιπτώσεις, από το ίδιο το κείμενο του ΚΠολΔ Άρθρο 938 παρ. 3 προκύπτει ότι είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος που εμποδίζει την εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου. Η λογική της προσωρινής προστασίας ενισχύεται και από το ΚΠολΔ Άρθρο 691Α.

Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΠολΔ Άρθρο 938
Ρυθμίζει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης λόγω ανακοπής.
- Η παρ. 1 προβλέπει αναστολή όταν πιθανολογείται ευδοκίμηση της ανακοπής και ανεπανόρθωτη βλάβη, αλλά εξαιρεί την κατάσχεση ακινήτων.
- Η παρ. 2 ορίζει ειδικά ότι επί κατάσχεσης ακινήτου η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από ιδιαίτερο δικόγραφο, διατάξει αναστολή με ή χωρίς εγγύηση, εφόσον:
1. η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη, και
2. πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου.
- Η παρ. 3 προβλέπει ρητά ότι είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος με το οποίο εμποδίζεται η εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου.
- Η παρ. 4 ορίζει ότι η αίτηση αναστολής πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
- Η παρ. 5 ορίζει ότι η αναστολή διατάσσεται μόνο μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ανακοπής ή η απόφαση επί του ενδίκου μέσου.

ΚΠολΔ Άρθρο 1000
Προβλέπει ειδική αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού έως έξι (6) μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού, εφόσον:
1. δεν υπάρχει κίνδυνος βλάβης του επισπεύδοντος, και
2. προσδοκάται βάσιμα ότι ο οφειλέτης θα ικανοποιήσει μέσα στο διάστημα αυτό τον επισπεύδοντα ή ότι θα επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα.
Η αίτηση κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
Η αναστολή χορηγείται πάντοτε υπό τον όρο καταβολής:
- των τυχόν εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού, και
- του ενός τετάρτου τουλάχιστον του οφειλόμενου κεφαλαίου στον επισπεύδοντα.

ΚΠολΔ Άρθρο 691Α
Καθιερώνει γενικά την προσωρινή διαταγή ώσπου να εκδοθεί η απόφαση του δικαστηρίου, για τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης.

ΚΠολΔ Άρθρο 939
Ρυθμίζει τα αποτελέσματα της αναστολής: μετά τη γνωστοποίηση της απόφασης αναστολής στα εκτελεστικά όργανα, απαγορεύεται να ενεργηθεί οποιαδήποτε πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός από εκείνες που έχει ειδικά επιτρέψει η απόφαση.

ΚΠολΔ Άρθρο 933
Ορίζει ότι οι αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης ασκούνται μόνο με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο.

ΚΠολΔ Άρθρο 934
Ορίζει τις προθεσμίες της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, αναλόγως του σταδίου της εκτελεστικής διαδικασίας.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Οι διαθέσιμες αποφάσεις δεν αφορούν άμεσα αίτηση αναστολής κατά ΚΠολΔ Άρθρο 938 ή ΚΠολΔ Άρθρο 1000 με αντικείμενο χορήγηση προσωρινής διαταγής σε τρέχοντα πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας.
Αφορούν όμως συναφώς:
- την ειδική προστασία της κύριας κατοικίας,
- τη σημασία της νόμιμης αναστολής,
- και τις συνέπειες διενέργειας πλειστηριασμού κατά παράβαση απαγόρευσης.

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

Άρειος Πάγος 1208/2022
- Σχετικότητα: Αφορούσε πλειστηριασμό κύριας κατοικίας που διενεργήθηκε εντός περιόδου νόμιμης απαγόρευσης πλειστηριασμού.
- Κρίση: Το ακίνητο είχε αντικειμενική αξία 134.000 ευρώ, εμπορική αξία 201.000 ευρώ, ο πλειστηριασμός έγινε στις 23-1-2013 και το εκπλειστηρίασμα ήταν 235.000 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ενισχύει το επιχείρημα ότι όταν ο νόμος παρέχει ειδική προστασία στην κύρια κατοικία, η παραβίασή της οδηγεί σε ακυρότητα του πλειστηριασμού. Χρήσιμο για να υποστηριχθεί ότι η προστασία της κύριας κατοικίας συνιστά σοβαρό στοιχείο για την πιθανολόγηση ευδοκίμησης της ανακοπής κατά το ΚΠολΔ Άρθρο 938.

Άρειος Πάγος 1082/2022
- Σχετικότητα: Αφορούσε δύο ακίνητα που αποτελούσαν μοναδικές και κύριες κατοικίες και πλειστηριάστηκαν κατά παράβαση νόμιμης απαγόρευσης.
- Κρίση: Αντικειμενικές αξίες 95.000 ευρώ και 150.000 ευρώ, πλειστηριασμός στις 26 Οκτωβρίου 2011, καταχώριση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης στις 3 Νοεμβρίου 2011.
- Εφαρμογή: Υποστηρίζει ότι η κύρια κατοικία τυγχάνει αυξημένης προστασίας όταν συντρέχει ειδικό νομοθετικό πλαίσιο. Μπορεί να αξιοποιηθεί για να αναδειχθεί η σοβαρότητα της βλάβης από την απώλειά της, δηλαδή το στοιχείο της ανεπανόρθωτης βλάβης του ΚΠολΔ Άρθρο 938 παρ. 2.

Άρειος Πάγος 4/2025
- Σχετικότητα: Αφορούσε πλειστηριασμό κύριας και μοναδικής κατοικίας και τις προϋποθέσεις της τότε νομοθετικής απαγόρευσης.
- Κρίση: Η απαίτηση ήταν 19.254,84 ευρώ, η εκτιμηθείσα αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου ήταν 64.000 ευρώ και η εμπορική αξία 119.342 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ενισχύει το επιχείρημα ότι, όπου ο νόμος συνδέει την προστασία με την ιδιότητα του ακινήτου ως κύριας κατοικίας και με την αξία του, δεν επιτρέπεται προσθήκη πρόσθετων προϋποθέσεων. Αναλογικά, σε αίτηση αναστολής πρέπει να τονιστούν με σαφήνεια τα πραγματικά στοιχεία της κύριας κατοικίας και της αξίας της.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

Άρειος Πάγος 917/2019
- Στηρίζει τη θέση ότι η προστασία της πρώτης κατοικίας δεν εφαρμόζεται αδιακρίτως σε κάθε χρονική περίοδο και σε κάθε πρόσωπο, αλλά εξαρτάται από το ακριβές νομοθετικό καθεστώς.
- Αντίκρουση: Η απόφαση αφορά ειδικά το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010 στην αρχική του μορφή και το ζήτημα της πτωχευτικής ικανότητας. Δεν αναιρεί τις προϋποθέσεις αναστολής του ΚΠολΔ Άρθρο 938 ή του ΚΠολΔ Άρθρο 1000, αλλά δείχνει ότι πρέπει να θεμελιωθεί με ακρίβεια η συγκεκριμένη νομική βάση της ανακοπής.

Άρειος Πάγος 856/2014
- Στηρίζει τη θέση ότι δεν αρκεί οποιαδήποτε πλημμέλεια της διαδικασίας για αναστολή ή ακύρωση, αλλά συχνά απαιτείται συγκεκριμένη βλάβη.
- Αντίκρουση: Η απόφαση αφορά κυρίως το κύρος πράξεων εκτέλεσης και τη βλάβη από ελαττώματα της διαδικασίας. Στην αίτηση αναστολής κατά ΚΠολΔ Άρθρο 938 παρ. 2, το κρίσιμο είναι η ανεπανόρθωτη βλάβη από τη συνέχιση της εκτέλεσης και η πιθανολόγηση ευδοκίμησης του ενδίκου μέσου, όχι μόνο η ύπαρξη τυπικής πλημμέλειας.

Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

1. Πρώτος άξονας: ειδική εφαρμογή του ΚΠολΔ Άρθρο 938 παρ. 2
Εφόσον πρόκειται για κατάσχεση ακινήτου, δεν εφαρμόζεται η γενική ρύθμιση της παρ. 1 αλλά η ειδική της παρ. 2. Άρα το δικόγραφο πρέπει να στηριχθεί ρητά:
- στην επικείμενη ανεπανόρθωτη βλάβη από την απώλεια της κύριας κατοικίας,
- και στην πιθανολόγηση ευδοκίμησης της ανακοπής ή του ενδίκου μέσου.

2. Δεύτερος άξονας: αίτημα για άμεση προσωρινή προστασία
Με βάση το ΚΠολΔ Άρθρο 938 παρ. 3, να ζητηθεί ρητά η έκδοση σημειώματος που να εμποδίζει την εκτέλεση μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αναστολής.
Επικουρικά, η λογική της προσωρινής προστασίας ενισχύεται από το ΚΠολΔ Άρθρο 691Α.

3. Τρίτος άξονας: εναλλακτική ή σωρευτική επίκληση του ΚΠολΔ Άρθρο 1000
Αν τα πραγματικά περιστατικά το επιτρέπουν, να προβληθεί και αίτημα αναστολής κατά ΚΠολΔ Άρθρο 1000, ιδίως αν:
- μπορεί να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος βλάβης του επισπεύδοντος,
- και ότι προσδοκάται βάσιμα είτε εξόφληση είτε μεγαλύτερο πλειστηρίασμα.
Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο αυτό απαιτεί υποχρεωτικά:
- καταβολή εξόδων επίσπευσης,
- και του ενός τετάρτου τουλάχιστον του οφειλόμενου κεφαλαίου.

4. Τέταρτος άξονας: έμφαση στην κύρια κατοικία ως στοιχείο ανεπανόρθωτης βλάβης
Οι Άρειος Πάγος 1208/2022, Άρειος Πάγος 1082/2022 και Άρειος Πάγος 4/2025 δεν αφορούν άμεσα το άρθρο 938, αλλά αναδεικνύουν τη βαρύτητα που αποδίδεται νομολογιακά στην προστασία της κύριας κατοικίας.
Άρα, στην αίτηση πρέπει να εξειδικεύονται:
- ότι το ακίνητο είναι η κύρια και μοναδική κατοικία,
- η οικογενειακή χρήση του,
- η αξία του,
- και οι συγκεκριμένες συνέπειες της απώλειάς του.

5. Πέμπτος άξονας: τήρηση της αποκλειστικής προθεσμίας
Η αίτηση αναστολής πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, κατά ΚΠολΔ Άρθρο 938 παρ. 4 και ΚΠολΔ Άρθρο 1000.

Νομολογιακή Ισχύς

Περιορισμένη ως προς το ακριβές ερώτημα της προσωρινής διαταγής σε αίτηση αναστολής πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας κατά ΚΠολΔ Άρθρο 938 και ΚΠολΔ Άρθρο 1000, διότι δεν εντοπίστηκε στο υλικό απόφαση που να κρίνει άμεσα αυτό το ειδικό δικονομικό ζήτημα.
Ωστόσο, υπάρχει ισχυρή νομολογιακή ενίσχυση ως προς:
- τη σημασία της προστασίας της κύριας κατοικίας,
- τη σοβαρότητα της βλάβης από τον πλειστηριασμό,
- και την ανάγκη ακριβούς τήρησης του νομοθετικού πλαισίου.

Πρακτικές Συστάσεις

1. Να στηριχθείτε πρωτίστως στο ΚΠολΔ Άρθρο 938 παρ. 2, 3, 4 και 5.
2. Να ζητήσετε ρητά σημείωμα του ΚΠολΔ Άρθρο 938 παρ. 3 για να παγώσει η εκτέλεση μέχρι την απόφαση.
3. Να εξετάσετε σωρευτικά και το ΚΠολΔ Άρθρο 1000, μόνο αν μπορείτε να καλύψετε τις αυστηρές οικονομικές προϋποθέσεις του.
4. Να τεκμηριώσετε αναλυτικά την ανεπανόρθωτη βλάβη: κύρια κατοικία, οικογενειακή εγκατάσταση, έλλειψη εναλλακτικής στέγης.
5. Να τεκμηριώσετε αυτοτελώς την πιθανολόγηση ευδοκίμησης της ανακοπής, γιατί αυτό αποτελεί ρητή προϋπόθεση του ΚΠολΔ Άρθρο 938.
6. Να τηρήσετε απολύτως την προθεσμία των 15 εργάσιμων ημερών πριν τον πλειστηριασμό.

Αν θέλετε, μπορώ αμέσως να σας δώσω και έτοιμο σχέδιο νομικής επιχειρηματολογίας/σκελετό δικογράφου αίτησης αναστολής και αιτήματος προσωρινής διαταγής βασισμένο μόνο στα ΚΠολΔ Άρθρο 938, 1000, 691Α, 939, 933, 934 και στις αποφάσεις 1208/2022, 1082/2022, 4/2025.

ΚΠολΔ Άρθρο 938
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 97.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 938: Αναγκαστική εκτέλεση - Αναστολή εκτέλεσης λόγω ανακοπής 1. Με εξαίρεση την κατάσχεση ακινήτων, ως προς τα οποία εφαρμόζεται η παρ. 2, όπως επίσης με εξαίρεση την κατάσχεση κινητών που υπόκεινται σε φθορά, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση ασκείται στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 933 και 936 δικαστήριο και δικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ.. 2. Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ. 1, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με ιδιαίτερο δικόγραφο, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. 3. Στις προηγούμενες περιπτώσεις, είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος με το οποίο εμποδίζεται η εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου. 4. Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. 5. Η αναστολή των παρ. 1 και 2 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ανακοπής ή η απόφαση επί του ενδίκου μέσου.
ΚΠολΔ Άρθρο 1000
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 95.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 1000: "Ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, η οποία κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, το δικαστήριο του άρθρου 933, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία του πλειστηριασμού έως έξι (6) μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού, αν δεν υπάρχει κίνδυνος βλάβης του επισπεύδοντος και εφόσον προσδοκάται βάσιμα ότι ο οφειλέτης θα ικανοποιήσει μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα τον επισπεύδοντα ή ότι, αν περάσει το χρονικό αυτό διάστημα, θα επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα. Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά έως τις 12:00' το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού και η αναστολή χορηγείται πάντοτε υπό τον όρο της καταβολής: α) των τυχόν εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού, τα οποία καθορίζονται κατά προσέγγιση στην απόφαση και β) του ενός τετάρτου τουλάχιστον του οφειλόμενου κεφαλαίου στον επισπεύδοντα. Η απόφαση με την οποία αναστέλλεται ο πλειστηριασμός γνωστοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αυθημερόν με την έκδοση της. Η καταβολή γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την 10.00 πρωινή της ημέρας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και αν αυτή δεν γίνει ο πλειστηριασμός διεξάγεται κανονικά."
ΚΠολΔ Άρθρο 691Α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 94.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 691Α: 1. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν έως την έκδοση της απόφασής του για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης. 2. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής καλείται με οποιονδήποτε τρόπο ο καθ’ ου η αίτηση, αν ο δικαστής κρίνει αναγκαία την εμφάνισή του. Αν γίνει δεκτό το αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής, η σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες. Αν η συζήτηση της αίτησης αναβληθεί, παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής, εκτός αν αυτή παραταθεί από το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση. Σε κάθε περίπτωση ο καθ’ ου η αίτηση διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής. 3. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή που έχει ως αντικείμενο την απαγόρευση μεταβολής της πραγματικής ή νομικής κατάστασης ακινήτου ή πλοίου ή αεροσκάφους επιδίδεται στην αρμόδια αρχή και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως..
ΚΔιοικΔ Άρθρο 208
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 94.6%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 208: «Λόγοι αναστολής - Περιπτώσεις απόρριψης 1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης του ενδίκου μέσου. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί αν, κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 2. Αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο μέσο είναι προδήλως βάσιμο, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο μέσο είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη εκτελεσθεί.».
ΚΕΔΕ Άρθρο 65
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 94.6%
ΚΕΔΕ Άρθρο 65: Ανακοπή από τον οφειλέτη 1. Πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης και κατά του νομίμου τίτλου. Με την ανακοπή επιτρέπεται η προβολή αντιρρήσεων ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός της δεν έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου. 2. Η ανακοπή του οφειλέτη μετά την έναρξη της εκτέλεσης ασκείται για τους παρακάτω περιοριστικά αναφερόμενους λόγους: α) αν η εκτέλεση έλαβε χώρα βάσει άκυρου τίτλου είσπραξης, β) αν το χρέος αποσβέστηκε με καταβολή ή συμψηφισμό σύμφωνα με το άρθρο 75 ή λόγω διαγραφής του και αυτά αποδεικνύονται με έγγραφο, γ) αν το χρέος αποσβέστηκε επιγενόμενα με άλλον τρόπο και η απόσβεση αποδεικνύεται με έγγραφο, δ) αν το χρέος παραγράφηκε, ε) αν αυτός, σε βάρος του οποίου επιδιώκεται η είσπραξη ως διάδοχος του υπόχρεου, δεν είναι ο κατά τον νόμο υπόχρεος, και στ) αν κατά την εκτέλεση έλαβαν χώρα παραλείψεις ή ακυρότητες, υπό τους όρους του άρθρου 67. Κάθε άλλη αμφισβήτηση σχετικά με την ύπαρξη της οφειλής προς το Δημόσιο είναι απαράδεκτη στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. 3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., η ανακοπή του οφειλέτη πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ασκείται ενώπιον του καθ’ ύλην αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 583 έως 585 του Κ.Πολ.Δ., ενώ μετά την έναρξή της ασκείται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης. 4. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει σε καμία περίπτωση την εκτέλεση. Εφόσον, όμως, ασκηθεί ανακοπή κατά της διοικητικής εκτέλεσης, ο οφειλέτης μπορεί με αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης. Προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής από το δικαστήριο είναι η πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής. Μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης αναστολής μπορεί να χορηγηθεί από το δικαστήριο προσωρινή διαταγή.
ΚΠολΔ Άρθρο 781
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 781: «1. Το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση μπορεί από την κατάθεσή της και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από σχετικό αίτημα, υποβαλλόμενο και αυτοτελώς, ή και αυτεπαγγέλτως, να εκδώσει προσωρινή διαταγή, με την οποία διατάζει τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα έως την έκδοση της απόφασής του, για να εξασφαλιστεί ή να ρυθμιστεί κατάσταση. Όταν η προσωρινή διαταγή εκδίδεται κατά τη συζήτηση, καταχωρίζεται στα πρακτικά.» 2. Το δικαστήριο ανακαλεί οποτεδήποτε, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, την προσωρινή διαταγή του.
ΚΠολΔ Άρθρο 913
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 913: Αναστολή εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης 1. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση κατά της απόφασης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με τα άρθρα 908 ή 910, μπορεί, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να διατάξει, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε με αυτοτελή αίτησή του και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτελεστότητά της, ώσπου να εκδοθεί η οριστική του απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση. 2. Η αίτηση της παρ. 1 συζητείται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά τη συζήτηση καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος του αιτούντος. 3. Το δικαστήριο της παρ. 1 μπορεί, και σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του διαδίκου, η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης ή με τις προτάσεις, να κηρύξει στις περιπτώσεις των άρθρων 908 και 910 προσωρινά εκτελεστή την απόφαση που προσβάλλεται, να διατάξει τα μέτρα που ορίζει το άρθρο 911 ή να μεταρρυθμίσει την απόφασή του που εκδόθηκε κατά την παρ. 1. Οι διατάξεις του άρθρου 909 εφαρμόζονται και εδώ.
ΚΠολΔ Άρθρο 1011Α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 1011Α: "1. Ο πλειστηριασμός πλοίου ορίζεται την πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο σαράντα (40) ημερών από την κατάσχεση. 2. Οι προθεσμίες του άρθρου 934 παράγραφος 1 περίπτωση α' και β' είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάσχεση του πλοίου και σαράντα (40) ημέρες από τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού αντιστοίχως. Η ανακοπή του άρθρου 954 παράγραφος 4, και η αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 ασκούνται με ποινή απαραδέκτου μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάσχεση, δικάζονται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. και η απόφαση δημοσιεύεται μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας πριν από τον πλειστηριασμό. Μέσα στην ίδια προθεσμία και με την ίδια διαδικασία μπορεί με αίτηση του ανακόπτοντος να διαταχθεί από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση αν κρίνεται ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. 3. Με την απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954 παραγράφου 4 και επί της αίτησης αναστολής του άρθρου 1000 ορίζεται αντίστοιχα ως νέα ημέρα πλειστηριασμού η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης επί της ανακοπής και η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά τη λήξη της χορηγηθείσης αναστολής. Κατά τα λοιπά τηρούνται οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας. 4. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός πλοίου δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται σύμφωνα με το άρθρο 973 και νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών μετά τη δήλωση συνεχίσεως."
ΚΠολΔ Άρθρο 632
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 632: 1. Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. 3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724. 4. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. 5. Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου παρέχεται και στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3. 6. Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ. 7. Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 202
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.1%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 202: Προϋποθέσεις αναστολής «1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. «2. Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, το δικαστήριο μπορεί, με την απόφασή του, να ορίσει ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων, για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος, τα οποία αναφέρονται στην απόφαση». 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη, β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. «γ) Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 203 έχει ουσιώδεις παραλείψεις ή ανακρίβειες.» «4. Αναστολή κατά πράξεως που μετά από απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διατάσσει την ανάκτηση παράνομης ή ασυμβίβαστης με την εσωτερική αγορά κρατικής ενίσχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, χορηγείται αν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) έχει ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφόσον και καθ' ο μέρος αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης αυτής. Αν δεν έχει ασκηθεί η κατά τα ανωτέρω προσφυγή, το δικαστήριο υποχρεούται να αποστείλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα, «β) Πιθανολογείται σοβαρά η παρανομία της εθνικής ή ενωσιακής πράξης ανάκτησης, και» γ) ο αιτών επικαλείται και αποδεικνύει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται αν από τη στάθμιση της βλάβης του συμφέροντος του αιτούντος και του συμφέροντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή της αίτησης αναστολής είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Κατά την εκτίμηση των παραπάνω προϋποθέσεων, το δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της νομιμότητας της ενωσιακής πράξης, καθώς και τη διάταξη που τυχόν εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.» "5". (4). Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη πράξη έχει ήδη εκτελεσθεί.» «6. Σε κάθε περίπτωση χορήγησης αναστολής, μερικής ή ολικής, η υπόθεση προσδιορίζεται κατά προτεραιότητα, εντός έτους από την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης αναστολής και, στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές, εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της απόφασης».
ΚΠολΔ Άρθρο 908
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 908: "1. Το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει προσωρινώς εκτελεστή την απόφαση ολικά ή εν μέρει σε κάθε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για αυτό ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στο διάδικο που νίκησε. Ιδίως μπορεί να διαταχθεί προσωρινή εκτέλεση: α) αν η απόφαση στηρίχθηκε σε αναγνώριση της απαίτησης ή σε δικαστική ομολογία ή σε δημόσιο ή αναγνωρισμένο ιδιωτικό έγγραφο, β) αν πρόκειται για διατροφή από οποιαδήποτε αιτία, γ) αν πρόκειται για απαιτήσεις από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δ) αν πρόκειται για Αποζημίωση από άδικη πράξη, ε) σε απαιτήσεις που πηγάζουν από τις σχέσεις που αναφέρουν τα άρθρα 614 αρ. 3 ή 728, στ) σε εμπορικές διαφορές, ζ) σε διαφορές σχετικές με τη νομή, η) σε απαιτήσεις από ανώνυμους τίτλους". 2. Αν πιθανολογείται ότι η εκτέλεση θα βλάψει ανεπανόρθωτα το διάδικο που νικήθηκε, το δικαστήριο μπορεί να μην κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 204
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.5%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 204: Κύρια διαδικασία (αναστολή) 1. Η εκδίκαση της αίτησης αναστολής γίνεται σε συμβούλιο, δεν καλούνται δε σε αυτήν οι διάδικοι. Το Δικαστήριο, πάντως, μπορεί να τους καλέσει και να τους ακούσει. Η ακρόαση αυτή μπορεί να λάβει χώρα και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 6 έως 9 του άρθρου 133. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον γίνει δεκτό σχετικό αίτημα, ο προγραμματισμός για τον χρόνο διενέργειας της τηλεακρόασης γίνεται με επιμέλεια της αρμόδιας γραμματείας του δικαστηρίου, αφού ενημερωθούν όλοι οι διάδικοι με κάθε πρόσφορο μέσο. 2. Αν η πράξη αφορά σε τρίτο που έχει δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση κατά τη δίκη της αντίστοιχης προσφυγής, αυτός μπορεί με υπόμνημα που κατατίθεται το αργότερο εντός της προθεσμίας της παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου να εκθέσει τις απόψεις του, έστω και αν δεν έχει ασκήσει παρέμβαση. 3. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ή ο οριζόμενος από αυτούς δικαστής μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την αίτηση αναστολής ή αυτοτελώς μετά την κατάθεσή της, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης, η οποία καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Αποφαίνεται δε το ταχύτερο δυνατόν μετά την αποστολή του αποδεικτικού επίδοσης, με τη φροντίδα του αιτούντος, της αίτησης αναστολής που περιέχει το σχετικό αίτημα ή της αίτησης αναστολής και της αυτοτελούς αίτησης, καθώς και της προσφυγής με την πράξη ορισμού δικασίμου που τυχόν ορίσθηκε, στη Διοίκηση, η οποία μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις της μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, αποφαίνεται χωρίς τις πιο πάνω επιδόσεις, οι οποίες, σε περίπτωση εκδόσεως προσωρινής διαταγής, γίνονται από τον αιτούντα αμέσως. Σε διαφορετική περίπτωση η προσωρινή διαταγή ανακαλείται κατά τη διάταξη του επόμενου εδαφίου. Η προσωρινή διαταγή ισχύει έως την έκδοση της απόφασης για την αίτηση αναστολής, μπορεί δε να ανακληθεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, από τον πρόεδρο ή τον δικαστή που ορίσθηκε, καθώς και από το αρμόδιο για την αναστολή δικαστήριο. Η αίτηση ανακλήσεως προσωρινής διαταγής επιδίδεται στον αιτούντα, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση. Η επίδοση στον αιτούντα παραλείπεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις.». «Στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, η πάροδος χρονικού διαστήματος ενενήντα (90) ημερών από τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής, χωρίς να έχει εισαχθεί προς κρίση η αίτηση αναστολής, καθιστά υποχρεωτική την αυτεπάγγελτη επάνοδο του αρμόδιου δικαστή, προκειμένου να κριθεί αν συντρέχει λόγος δημόσιου συμφέροντος που επιβάλλει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής.»
ΚΔιοικΔ Άρθρο 228
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.5%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 228: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ «1. Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, εξαιρουμένης της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 217, κατά την οποία η πράξη αναστέλλεται «, ως προς τους δανειστές των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη, », μέχρι να τελεσιδικήσει η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Στις περιπτώσεις α', β' και δ' του άρθρου 217 και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί από τον ανακόπτοντα αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης των προσβαλλομένων πράξεων.» 2. Καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, για την εκδίκαση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου, είναι το κατά το άρθρο 218 δικαστήριο, εφόσον σε αυτό εκκρεμεί η ανακοπή, το οποίο και εκδικάζει την αίτηση κατά τη διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 200 έως και 209, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.
ΚΠολΔ Άρθρο 565
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 565: 1. Η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκηση της, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στις γαμικές διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1, στις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 2, που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων, καθώς και σε δίκες που αφορούν εξάλειψη υποθήκης, προσημείωσης ή κατάσχεσης ή κηρύσσουν έγγραφο πλαστό, η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκηση της, αναστέλλει την εκτέλεση. 2. Αν από την εκτέλεση της απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης, της οποίας η αποκατάσταση δεν είναι εύκολη, μπορεί να διαταχθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους η ολική ή εν μέρει αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης με τον όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή και χωρίς εγγύηση ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της απόφασης από την παροχή εγγύησης από το διάδικο που έχει νικήσει. Για την αίτηση αποφαίνεται, συνεδριάζοντας ως συμβούλιο χωρίς υποχρεωτική κλήτευση των διαδίκων, το αρμόδιο πολιτικό τμή μα, το οποίο συγκροτείται από τρία μέλη, στα οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο εισηγητής της υπόθεσης. Η απόφαση της αναστολής μπορεί κατά τον ίδιο τρόπο να ανακληθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους έως την "συζήτηση"* της αναίρεσης. Κατόπιν επιτρέπεται μόνο κατά τη συζήτησή της.
ΚΠολΔ Άρθρο 589
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 589: "Η άσκηση της τριτανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η τριτανακοπή και, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο, ο πρόεδρος μπορούν, ύστερα από αίτηση του τριτανακόπτοντος που δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να διατάξουν την αναστολή της εκτέλεσης με τον όρο εγγυοδοσίας ή και χωρίς αυτόν, αν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση της απόφασης θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του τριτανακόπτοντος. Το δικαστήριο ή ο πρόεδρος μπορεί να εμποδίσει με σημείωμά του την εκτέλεση ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί με τον ίδιο τρόπο ως την έκδοση της οριστικής απόφασης για την τριτανακοπή."
ΚΠολΔ Άρθρο 939
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 939: "1. Η απόφαση που διατάζει να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση ή απόσπασμα της γνωστοποιείται στα εκτελεστικά όργανα με επιμέλεια των διαδίκων ή της γραμματείας του δικαστηρίου. Σε επείγουσες περιπτώσεις η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει από το δικαστήριο με υπηρεσιακό τηλεγράφημα, με ηλεκτρονικά μέσα ή προφορικά, αφού το όργανο της εκτέλεσης κληθεί να παρουσιαστεί στο δικαστήριο για να του γίνει η γνωστοποίηση και αυτό βεβαιωθεί με απλή σημείωση επάνω στην απόφαση της αναστολής". 2. Αφότου γίνει η γνωστοποίηση της παρ. 1 απαγορεύεται να ενεργηθεί οποιαδήποτε πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός από εκείνες που έχει ειδικά επιτρέψει η απόφαση της αναστολής, και δεν τρέχουν οι προθεσμίες οι ορισμένες για την ενέργεια των απαγορευμένων πράξεων ενώ εκείνες που άρχισαν διακόπτονται. 3. Η εκτέλεση συνεχίζεται αφότου γνωστοποιηθεί η παύση της αναστολής που γίνεται με τους τρόπους της παρ. 1.
ΚΠολΔ Άρθρο 662Ζ
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Ζ: Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. Ο δικαστής όμως που την εξέδωσε μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ' ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.**
ΚΠολΔ Άρθρο 734
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 734: Προσωρινή ρύθμιση νομής ή κατοχής 1. Σε κάθε είδους υποθέσεις νομής ή κατοχής, αντίγραφο της αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων με επισημείωση της πράξης που ορίζει τόπο και χρόνο για τη συζήτηση επιδίδεται πάντοτε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση. 2. Το δικαστήριο για την προσωρινή ρύθμιση της νομής ή της κατοχής δικαιούται να διατάξει οποιοδήποτε ασφαλιστικό μέτρο κρίνει πρόσφορο και ιδίως να επιτρέψει ή να απαγορεύσει πράξεις νομής ή κατοχής ή να επιδικάσει τη νομή ή την κατοχή σε κάποιον από τους διαδίκους, είτε με παροχή είτε χωρίς παροχή εγγύησης. 3. Κατά της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου επιτρέπεται έφεση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την επίδοση της. Η έφεση δικάζεται κατά την ίδια διαδικασία, εφαρμόζεται όμως και το άρθρο 226. 4. Η προθεσμία της έφεσης και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου, εκτός αν η αναστολή διαταχθεί κατά το άρθρο 912. 5. Στα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 696 παρ. 3 και 697 και ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου δικάζει με τη σύμπραξη γραμματέα που τηρεί πρακτικά.
ΠΔ18 Άρθρο 52
Π.Δ. 18/1989 - Κωδικοποίηση διατάξεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σχετικότητα: 91.4%
ΠΔ18 Άρθρο 52: Αναστολή εκτέλεσης 1. Αν υποβληθεί αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αρμόδια αρχή μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε την αίτηση ακύρωσης, να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. 2. Επιτροπή που συγκροτείται κάθε φορά από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου τμήματος και απαρτίζεται από τον ίδιο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, τον Πάρεδρο ή τον Εισηγητή που ορίζεται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 20 ή τον εισηγητή της υπόθεσης που ορίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 20, και έναν (1) Σύμβουλο, μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακύρωσης, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση, η οποία εκδίδεται σε συμβούλιο. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου Τμήματος μπορεί να εισαγάγει την αίτηση, λόγω της σπουδαιότητας των ζητημάτων που ανακύπτουν, σε Επιτροπή με πενταμελή σύνθεση. Αν η Επιτροπή Τμήματος διαπιστώνει αντίθετη νομολογία, παραπέμπει με πρακτικό την αίτηση στην Επιτροπή της Ολομέλειας με πενταμελή σύνθεση. Στις Επιτροπές με πενταμελή σύνθεση, εκτός από τα μέλη που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, μετέχουν Σύμβουλοι. Σε περίπτωση παραπομπής στην Επιτροπή της Ολομέλειας, εισηγητής παραμένει εκείνος που είχε οριστεί αρχικά, εφόσον είναι Σύμβουλος ή Πάρεδρος, άλλως ως εισηγητής ορίζεται με την παραπεμπτική απόφαση Σύμβουλος, επικουρούμενος από τον Εισηγητή που μετείχε στην ίδια Επιτροπή. Οι Πάρεδροι και οι Εισηγητές συμμετέχουν στις ανωτέρω επιτροπές με αποφασιστική ψήφο. 3. Με πράξη που συντάσσεται επάνω στο δικόγραφο της αίτησης, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου Τμήματος τάσσει προθεσμία στην αρμόδια αρχή, για να διαβιβάσει στο Δικαστήριο τον φάκελο της υπόθεσης και τις απόψεις της Διοίκησης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται το άρθρο 20. Η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση, με επιμέλεια του αιτούντος, στην αρμόδια αρχή, αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναστολής με την πράξη του Προέδρου. Με το δικόγραφο αυτό επιδίδεται και αντίγραφο του κυρίου δικογράφου. Μέχρι τη λήξη της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου ο αιτών οφείλει να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζει τους ισχυρισμούς του. 4. Αντίγραφο της αίτησης αναστολής επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος και σε οποιονδήποτε έχει δικαίωμα να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη. Ο τελευταίος δικαιούται να υποβάλει ενώπιον της Επιτροπής υπόμνημα και πριν ακόμη ασκήσει παρέμβαση. Το υπόμνημα υπόκειται στα τέλη της αίτησης αναστολής. 5. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου Τμήματος μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την αίτηση αναστολής ή αυτοτελώς μετά από την κατάθεσή της, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης, η οποία καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής αποφαίνεται ο Πρόεδρος το ταχύτερο δυνατόν μετά από την προσκόμιση του αποδεικτικού επίδοσης στην αρμόδια αρχή της αίτησης αναστολής που περιέχει το σχετικό αίτημα ή της αίτησης αναστολής και της αυτοτελούς αίτησης για τη χορήγηση προσωρινής διαταγής. Η αρμόδια αρχή μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις της μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις ο Πρόεδρος αποφαίνεται και χωρίς τις πιο πάνω επιδόσεις, οι οποίες, σε περίπτωση έκδοσης προσωρινής διαταγής, γίνονται από τον αιτούντα αμέσως. Σε διαφορετική περίπτωση η προσωρινή διαταγή ανακαλείται κατά τη διάταξη του επόμενου εδαφίου. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής και μπορεί να ανακληθεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, από τον Πρόεδρο ή την Επιτροπή. Η αίτηση για ανάκληση προσωρινής διαταγής επιδίδεται με επιμέλεια αυτού που την υπέβαλε σε εκείνον που άσκησε την αίτηση αναστολής, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την επίδοση. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, η ανάκληση της προσωρινής διαταγής μπορεί να γίνεται και πριν από την επίδοση της σχετικής αίτησης στον αιτούντα. 6. Η αίτηση διαλαμβάνει τους ειδικούς λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτέλεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αίτηση γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης ακύρωσης. Η αίτηση, όμως, μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αναστολή της εκτέλεσης θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 7. Αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Η Επιτροπή, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να ασκεί ταυτόχρονα τις αρμοδιότητες του συμβουλίου του άρθρου 34Γ για το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των άρθρων 34Α και 34Β. 8. Η Επιτροπή, εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. 9. Η απόφαση της Επιτροπής για την αίτηση αναστολής μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση της αρμόδιας αρχής ή εκείνου που θα είχε δικαίωμα παρέμβασης στην ακυρωτική δίκη. Την ανάκληση μπορεί να δικαιολογήσουν μόνο νεότερα κρίσιμα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Επιτροπής κατά την έκδοση της απόφασής της ή μεταβολή των δεδομένων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης. 10. Αν απορριφθεί η αίτηση αναστολής, επιτρέπεται η άσκηση νέας αίτησης υπό τις προϋποθέσεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 9, που εφαρμόζεται αναλόγως. 11. Αν υποβληθεί παραίτηση από την αίτηση αναστολής, συντάσσεται πρακτικό και αποδίδεται το παράβολο στον αιτούντα. Μετά από την έκδοση οριστικής απόφασης για το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο, η εκκρεμής αίτηση αναστολής τίθεται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Γ ραμματέα, με την οποία αποδίδεται και το παράβολο στον αιτούντα. 12. Ως προς τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 39.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 205
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.3%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 205: Απόφαση 1. Αν γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτή η αίτηση, διατάσσεται η ολική ή μερική αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης με την αντίστοιχη προσφυγή πράξης. «Εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διαταχθεί και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς δέσμευση από τις προτάσεις των διαδίκων.». 2. Η αναστολή, αν στη σχετική απόφαση δεν ορίζεται διαφορετικά, ισχύει ως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης για την προσφυγή. «3. Με την απόφαση, με την οποία διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης ή άλλο κατάλληλο μέτρο, το Δικαστήριο, ακόμη και χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα, λαμβάνει και κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος όπως: α) την κατάθεση στο καθ' ου η αίτηση, μέσα σε τακτή προθεσμία εγγυητικής επιστολής αναγνωρισμένης τράπεζας για ποσό που καθορίζεται με την απόφαση αυτή ή β) την εγγραφή από το καθ' ου προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο του αιτούντος, για ποσό που καθορίζεται με την ίδια απόφαση ή γ) την τήρηση οποιουδήποτε άλλου κατάλληλου όρου ήθελε κρίνει αναγκαίο το ίδιο για την προστασία των συμφερόντων του καθ' ου από την αναστολή.» "4". Η απόφαση που εκδίδεται για την αίτηση αναστολής επιδίδεται στους διαδίκους, με τη φροντίδα της γραμματείας, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 195. "5". Οι αποφάσεις που εκδίδονται για την αίτηση αναστολής μπορούν να ανακληθούν εν όλω η εν μέρει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, αν η αίτηση ανάκλησης στηρίζεται σε νέα στοιχεία. Κατά την εκδίκαση της αίτησης αυτής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 200 έως και 205. «Ειδικώς, αποφάσεις για την αναστολή που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 202, μπορούν επίσης, να ανακληθούν ύστερα από αίτηση διαδίκου ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, αν εκδοθεί απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης επί αιτήσεως οριστικής ή προσωρινής δικαστικής προστασίας κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία διατάσσει την ανάκτηση παράνομης κρατικής ενίσχυσης.» «6. Αν υποβληθεί παραίτηση από την αίτηση αναστολής συντάσσεται σχετικό πρακτικό και αποδίδεται το παράβολο στον αιτούντα.».
ΚΠολΔ Άρθρο 933
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 933: Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών. 2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. 3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. 4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. 5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. 6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.
ΠτωχΚ Άρθρο 18
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 91.1%
ΠτωχΚ Άρθρο 18: Αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης των συμμετεχόντων πιστωτών Από την οριστική υποβολή της αίτησης και μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο περάτωση της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 16, αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη, καθώς και η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43) και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136) αναφορικά με τις οφειλές των οποίων ζητείται η ρύθμιση. Εάν συντρέξει περίπτωση αναστολής της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, σύμφωνα με το άρθρο 16, το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν συνυπολογίζεται στην αναστολή. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα. Η αναστολή της παρούσας δεν καταλαμβάνει την διενέργεια πλειστηριασμού, ο οποίος έχει προγραμματισθεί εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία οριστικής υποβολής της αίτησης από τον οφειλέτη, καθώς και οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια προπαρασκευαστική της διενέργειας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή (περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης). Η αναστολή παύει με την τυχόν κοινοποίηση προς τον οφειλέτη της απόφασης μη υποβολής πρότασης συμφωνίας αναδιάρθρωσης ή με την καθ’ οιονδήποτε τρόπον απόρριψη της αίτησης.
ΚΠολΔ Άρθρο 936
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 936: -«1. Τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως: α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμον την ακυρότητα της διάθεσης. Έχει, επίσης, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και ο νομέας, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση αποδείξει πως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται έχει επάνω στο αντικείμενο που έχει κατασχεθεί εμπράγματο δικαίωμα επικρατέστερο από τη νομή. Η ανακοπή εισάγεται στο καθ ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου όπου γίνεται η εκτέλεση. 2. Η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστή και του οφειλέτη και αν πρόκειται για ακίνητο εγγράφεται στο βιβλίο διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή του άρθρου 924 ή παρέσχε την εντολή για τη διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην ανακοπή μπορεί να σωρευτεί και αίτημα απόδοσης του πράγματος. 3. Τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ ’ ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του.».
Ν3852 Άρθρο 228
Ν. 3852/2010 - Καλλικράτης
Σχετικότητα: 91.0%
Ν3852 Άρθρο 228: Αναστολή εκτέλεσης 1. Ο Επόπτης Ο.Τ.Α. μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την προσφυγή του προηγούμενου άρθρου, να αναστείλει με απόφασή του την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Οι δήμοι, οι περιφέρειες και οι φορείς αυτών ειδοποιούνται από την ΑΥΕ Ο.Τ.Α. για την άσκηση της προσφυγής και της αίτησης αναστολής και τους παρέχεται σύντομη προθεσμία για την έκθεση των απόψεών τους. Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι επείγοντος χαρακτήρα ο Επόπτης μπορεί να αναστείλει την προσβαλλόμενη πράξη και πριν από τη διαβίβαση των απόψεων των ανωτέρω νομικών προσώπων. 2. Η αναστολή χορηγείται εφόσον η προσφυγή παρίσταται προδήλως βάσιμη ή κρίνεται ότι ο ασκών την ειδική διοικητική προσφυγή θα υποστεί ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη μέχρι την εξέτασή της. Τεύχος Α’ 133/19.07.2018 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 3. Η πράξη αναστολής ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης του Επόπτη επί της προσφυγής ή την άπρακτη πάροδο των δύο (2) μηνών, εντός των οποίων οφείλει να αποφανθεί ο Επόπτης Ο.Τ.Α. κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 227. 4. Ανάκληση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή επιτρέπεται μόνο αν γίνει επίκληση νεότερων κρίσιμων στοιχείων τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του Επόπτη Ο.Τ.Α. κατά την έκδοση της απόφασής του ή αν έχουν μεταβληθεί τα δεδομένα με βάση τα οποία χορηγήθηκε η αναστολή. 5. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μπορεί να ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη διαδικασία για τη χορήγηση αναστολής. Σε κάθε περίπτωση το αίτημα αναστολής απορρίπτεται αν η προσφυγή παρίσταται προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη.
ΚΠολΔ Άρθρο 643
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 643: Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. Ο δικαστής της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ’ ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.
Ν4412 Άρθρο 366
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 90.6%
Ν4412 Άρθρο 366: Προσωρινά μέτρα 1. Το Κλιμάκιο της ΕΑΔΗΣΥ, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η εξέταση της προσφυγής, ύστερα από αίτημα του προσφεύγοντος που περιλαμβάνεται στην προσφυγή ή και αυτεπαγγέλτως και μετά από κλήση της αναθέτουσας αρχής προ τριών (3) ημερών τουλάχιστον, εκδίδει συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μόνον εφόσον συντρέχουν εξαιρετικά επείγουσες περιστάσεις. Με την απόφαση αναστολής η ΕΑΔΗΣΥ μπορεί να ορίσει και τα κατάλληλα μέτρα, έως ότου αποφανθεί για την προσφυγή και, πάντως, εντός της αποκλειστικής προθεσμίας που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 367 για την έκδοση της απόφασής της. 2. Με την απόφαση της παρ. 1 μπορεί να διατάσσονται προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η ζημία των θιγόμενων συμφερόντων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται μέτρα που αναστέλλουν τη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης ή την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης λαμβάνει η αναθέτουσα αρχή. 3. Η ΑΕΠΠ μπορεί να αποφασίσει να μην χορηγηθούν τα προσωρινά μέτρα της παρ. 2, αν κρίνει ότι, ύστερα από στάθμιση όλων των συμφερόντων που ενδέχεται να ζημιωθούν, καθώς και του δημόσιου συμφέροντος, οι πιθανές αρνητικές συνέπειες από τη χορήγηση των προσωρινών μέτρων είναι περισσότερες από τα οφέλη. Η απόφαση να μη χορηγηθούν προσωρινά μέτρα δεν θίγει τις λοιπές αξιώσεις που προβάλλει το πρόσωπο που έχει ζητήσει τη χορήγηση των εν λόγω μέτρων. 4. Με την απόφαση της παρ. 1 μπορεί να διατάσσεται και η άρση της απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης. Λόγο άρσης της απαγόρευσης αυτής συνιστά ιδίως το προδήλως απαράδεκτο ή το προδήλως αβάσιμο της προδικαστικής προσφυγής, περί του οποίου αρκεί απλή μνεία.
ΚΠολΔ Άρθρο 1046
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 1046: 1. Η αναγκαστική διαχείριση παύει με τελεσίδικη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο ή όπου εδρεύει η επιχείρηση του οφειλέτη, όταν το ζητήσει ο οφειλέτης ή ο δανειστής ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον: α) αν ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις εκείνου που ζητεί την αναγκαστική διαχείριση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν ή αν αυτοί, με έγγραφη δήλωσή τους προς τον οφειλέτη, παραιτήθηκαν από την αναγκαστική διαχείριση, β) αν το δικαστήριο κρίνει ότι η εξακολούθηση της αναγκαστικής διαχείρισης δεν είναι ενδεδειγμένη ή ζημιώνει τα συμφέροντα του οφειλέτη, γ) αν ο δανειστής που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση δεν φρόντισε, μέσα σε λογικό διάστημα αφότου επιδόθηκε στον οφειλέτη η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση, να αναλάβει τα καθήκοντά του διαχειριστής ή επόπτης. Οι διατάξεις του άρθρου 103 4 παρ. 2 εδ. δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εφαρμόζονται και εδώ. 2. Αφότου, με βάση την τελεσίδικη απόφαση, εξαλειφθεί η εγγραφή στα ειδικά βιβλία σύμφωνα με το άρθρο 1036 παρ. 1, παύει η αναγκαστική διαχείριση του ακινήτου ή της επιχείρησης.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 210
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.2%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 210: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ «1. Αν ασκηθεί προσφυγή ή αγωγή, εκείνος που την άσκησε μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει από το δικαστήριο τη λήψη μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Το δικαστήριο, αν γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει η αίτηση, μπορεί να διατάξει προς τούτο κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο. 2. Αρμόδιο για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης είναι το τριμελές ή το μονομελές δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή ή αγωγή, εφόσον αυτό είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης. Σε περίπτωση αναρμοδιότητας η αίτηση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο, υποχρεωτικά μαζί με την κύρια υπόθεση, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 126Α. 3. Λόγω προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης μπορεί να θεμελιώσει το κατεπείγον της συγκεκριμένης ρύθμισης, καθώς και ο κίνδυνος να καταστεί, με την πάροδο του χρόνου, αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η ρύθμιση της κατάστασης, ακόμη και αν εκδοθεί ευνοϊκή οριστική απόφαση για την αντίστοιχη προσφυγή ή αγωγή. 4. Η αίτηση για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης μπορεί να απορριφθεί: α) αν, κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή της αίτησης θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος, β) αν η αντίστοιχη προσφυγή ή αγωγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.». 5. Ως προς την προδικασία, την κύρια διαδικασία, την απόδειξη και την απόφαση έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 203 έως και 205.
ΚΠολΔ Άρθρο 633
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 633: 1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής. «2. Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την ως άνω δεύτερη επίδοση. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής έχει συνέπειες δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.» «2Α. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., περί ασφαλιστικών μέτρων, να χορηγήσει αναστολή μ ε ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724.» «3. Εάν η διαταγή πληρωμής που έχει εκτελεστεί, ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει με τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της ανακοπής, το δικαστήριο διατάζει, εάν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του ανακόπτοντος. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.».
ΚΠολΔ Άρθρο 1019
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 1019: 1. Η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγραφεί σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει ως προς όλους αφότου δημοσιευθεί η απόφαση. 2. Στις προθεσμίες που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο δεν υπολογίζεται το διάστημα από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το "άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4" μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε σύμφωνα με αυτήν, το διάστημα αναστολής της εκτέλε σης, η οποία χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση, ή με κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ο χρόνος από 1 έως 31 Αυγούστου. "3. Αν πριν από την έκδοση της κατά την παρ. 1 απόφασης είχαν αναγγελθεί δανειστές με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, κατά τα άρθρα 972 παρ. 2 εδ. β' και 1006 παρ. 1 εδ. α', η ανατροπή επέρχεται ως προς αυτούς μόνο αν οι ως άνω προθεσμίες είχαν συμπληρωθεί και ως προς αυτούς από τις αναγγελίες τους. Διαφορετικά, η κατάσχεση ως προς αυτούς διατηρείται και ισχύει αυτοτελής προθεσμία ανατροπής της από την αναγγελία τους, η προθεσμία όμως αυτή ουδέποτε συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου από την ανατροπή".
ΚΠολΔ Άρθρο 662Η
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Η: "1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή. 2. Η διάταξη του άρθρου 634 εφαρμόζεται αναλόγως".
ΚΠολΔ Άρθρο 934
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 934: Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Προϋποθέσεις και προθεσμίες Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά σε ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του π λειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί κατάσχεσης δε στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής. β) Αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 700
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 700: 1. Η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικό μέτρο εκτελείται κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης. 2. Η εκτέλεση του μέτρου που έχει διαταχθεί γίνεται χωρίς να εκδοθεί απόγραφο, με βάση αντίγραφο ή απόσπασμα της απόφασης που το διατάζει, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κοινοποίηση αντιγράφου της. Στις περιπτώσεις όμως των άρθρων 728 και 731 ως 735 απαιτείται η επίδοση επιταγής, και άλλη πράξη εκτέλεσης δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες από την επίδοσή της. "3. Οι προσωρινές διαταγές που αναφέρονται στο άρθρο 691Α εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε και, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο, του προέδρου του." 4. Η εκτέλεση των διατάξεων των αποφάσεων για ασφαλιστικά μέτρα, που αφορούν τα δικαστικά έξοδα, γίνεται με βάση αντίγραφό τους και ύστερα από κοινοποίηση αντιγράφου της απόφασης σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, είκοσι τέσσερις ώρες πριν από την εκτέλεση.
ΚΠολΔ Άρθρο 1001Α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 1001Α: "Σε περίπτωση κατάσχεσης ακινήτων, στα οποία έχουν εγκατασταθεί βιομηχανικές, βιοτεχνικές, ξενοδοχειακές ή τουριστικές επιχειρήσεις ή άλλες παραγωγικές μονάδες, που διαθέτουν εξοπλισμό και αποτελούν οικονομικό σύνολο, εφαρμόζονται οι επόμενες διατάξεις: α. Το ακίνητο εκτίθεται σε πλειστηριασμό με τα παραρτήματα του εφόσον έχουν κατασχεθεί μαζί. Χωριστή πλειστηρίαση των παραρτημάτων μπορεί να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 994, μόνο αν κατά τον πρώτο πλειστηριασμό δεν επιτεύχθηκε κατακύρωση. β. Αν έχουν κατασχεθεί με την ίδια έκθεση περισσότερα ακίνητα, πλειστηριάζονται μαζί, εφόσον έχουν λειτουργική ενότητα για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης ή της παραγωγικής μονάδας, που έχει εγκατασταθεί σε ένα από αυτά. Αν τα παραπάνω ακίνητα βρίσκονται σ ε διάφορες περιφέρειες, αρμόδια για την εκτέλεση είναι τα όργανα της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται οποιοδήποτε από αυτά κατ' επιλογή του επισπεύδοντος. Η διάταξη του άρθρου 998 παράγραφος 4 εφαρμόζεται αναλόγως. γ. Η αναστολή κατά το άρθρο 1000 δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τους τέσσερις (4) μήνες."
ΚΠολΔ Άρθρο 631
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 631: Διαταγή πληρωμής ως εκτελεστός τίτλος Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό αφού περιαφεί τον εκτελεστήριο τύπο. Κατ’ εξαίρεση αναστέλλεται η εκτελεστότητα διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 632, επιτρέπεται όμως να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 724.
ΚΠολΔ Άρθρο 583
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 583: Αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική ή εξώδικη πράξη που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής.
ΚΠολΔ Άρθρο 347
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 347: Όπου ο νόμος θεωρεί αρκετή την πιθανολόγηση το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματιστεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών.
ΚΠολΔ Άρθρο 971
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 971: "1. Αν το πλειστηρίασμα αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού αφαιρέσει τα έξοδα της εκτέλεσης, τους ικανοποιεί την εικοστή ημέρα μετά τον πλειστηριασμό, ή και ενωρίτερα, αν συμφωνήσει εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση". "2. Εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση μπορεί να ανακόψει την αναγγελία μέχρι και την ημέρα της διανομής του πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 933 επ.. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της έφεσης". 3. Αν εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση ασκήσει ανακοπή, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 980 παρ. 2 ως προς τους δανειστές των οποίων τις αξιώσεις έχει προσβάλει με την ανακοπή.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.2%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η: Ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής 1. Εκείνος κατά του οποίου εκδίδεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις για την αξίωση, η οποία αποτελεί τη νόμιμη αιτία έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν την αξίωση, παραμένουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής έως την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ή έως την άσκηση αυτής, κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η ανακοπή ασκείται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία (3) αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Το δικόγραφο της ανακοπής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει απαραιτήτως να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και συγκεκριμένο αίτημα. 3. Η ανακοπή προσδιορίζεται να συζητηθεί σε δικάσιμο που δεν απέχει περισσότερο από (6) μήνες από την κατάθεσή της. Ως προς την προδικασία, που πρέπει να τηρηθεί, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 126 έως και 128 και 130 έως και 131. Ως προς την κύρια διαδικασία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 132 έως και 143. 4. Όποιος έχει σχετικό έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση στην επί της ανακοπής δίκη. Για την άσκηση της παρέμβασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 112 έως και 114 του Κώδικα αυτού. 5. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το νόμο και την ουσία στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η διαταγή εκδόθηκε αναρμοδίως, β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου ή γ) αν η αξίωση, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, έχει παραγραφεί. Ισχυρισμοί που αφορούν, την καθ' οιονδήποτε τρόπο απόσβεση ή το χαρακτήρα ως μη αμφισβητούμενης της αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, μπορούν να προβάλλονται με την ανακοπή και πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως. 6. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο, όμως, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 206 επ. να χορηγήσει αναστολή έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής, για τους λόγους που ορίζονται στο άρθρο 208 του Κώδικα αυτού. 7. Η επίδοση της ανακοπής και της αίτησης αναστολής μπορεί να γίνει είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, στη διεύθυνση που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιήθηκε εγγράφως μεταβολή της στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής.
ΚΠολΔ Άρθρο 1002
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 1002: 1. Ο πλειστηριασμός ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ώσπου να γίνει καλύτερη προσφορά ή ώσπου να ματαιωθεί η κατακύρωση. 2. Έως την κατακύρωση εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών που έχουν τίτλο εκτελεστό και αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα και το τέλος χρήσης του ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμού. Στην περίπτωση αυτή ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση. 3. Η παρ. 3 του άρθρου 969 εφαρμόζεται και εδώ..
ΚΠολΔ Άρθρο 910
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 910: Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή 1) σε απόδοση μισθίου, 2) σε καθυστέρηση μισθωμάτων, 3) σε απαίτηση από συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγήν ή τραπεζική επιταγή, 4) σε απαίτηση διατροφής από οποιαδήποτε αιτία και σε απαίτηση από καθυστερούμενους μισθούς, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για το χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής και για τρεις μήνες πριν από αυτήν.
ΚΠολΔ Άρθρο 935
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 935: Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 980
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 980: 1. Αν δεν ασκήθηκε ανακοπή κατά του πίνακα της κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διανέμει αμέσως το πλειστηρίασμα. " 2. Αν κάποιος από τους δανειστές άσκησε ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή, εκτός αν προσκομίσουν εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή εγγυητική επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας, που είναι νόμιμα αδειοδοτημένη και εγκατεστημένη στην Ελλάδα, υποχρεωτικά ανανεούμενη πριν τη λήξη της, ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της απαίτησης που κατατάσσεται με τον πίνακα κατάταξης. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.
ΚΠολΔ Άρθρο 644
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 644: 1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή. 2. Η διάταξη του άρθρου 634 εφαρμόζεται αναλόγως. 3. Η παρ. 3 του άρθρου 633 εφαρμόζεται και σε περίπτωση ακύρωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της ανακοπής της διαταγής απόδοσης του μισθίου που έχει εκτελεσθεί..
ΚΠολΔ Άρθρο 69
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 69: 1. Επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και α) αν η παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή συνδέεται με την επέλευση χρονικού σημείου, προτού επέλθει το χρονικό αυτό σημείο, β) στην περίπτωση του άρθρου 378 του Αστικού Κώδικα γ) αν ο ενάγων ζητεί να του παραδοθεί ένα πράγμα και, για την περίπτωση που δεν του παραδοθεί το ίδιο πράγμα, ζητεί το διαφέρον, δ) αν η γένεση ή η άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έκδοση της απόφασης, ε) αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος, στ) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι ο οφειλέτης θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής. 2. Στην περίπτωση του εδαφ. α της προηγούμενης παραγράφου, ο εναγόμενος καταδικάζεται να καταβάλει τα χρήματα ή να παραδώσει το πράγμα μόλις επέλθει το χρονικό σημείο. Στην περίπτωση του εδαφ. γ καταδικάζεται να πληρώσει αποζημίωση, αν δεν βρεθεί το πράγμα στο στάδιο της εκτέλεσης. Στην περίπτωση του εδαφ. ε καταδικάζεται στην παροχή, μόλις πληρωθεί η αίρεση ή επέλθει το γεγονός και αυτό διαπιστωθεί με τον τρόπο που ορίζει η απόφαση.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 200
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.4%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 200: Προϋποθέσεις ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής.».
ΚΠολΔ Άρθρο 728
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 728: 1. Το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει προσωρινά, ως ασφαλιστικό μέτρο, εν όλω ή εν μέρει, απαιτήσεις: α) συνεισφοράς για τις ανάγκες της οικογένειας ή διατροφής οφειλόμενης από το νόμο, από σύμβαση ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, β) καθυστερούμενων συντάξεων, γ) καθυστερούμενων τακτικών ή έκτακτων αποδοχών οποιασδήποτε μορφής ή αμοιβών ή αποζημιώσεων που οφείλονται από την παροχή εργασίας ή εξόδων που έγιναν με αφορμή την εργασία, δ) μισθών υπερημερίας ή αποζημίωσης για παράνομη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή για εργατικό ατύχημα ή που οφείλεται από τη σύμβαση εργασίας ή λόγω παραβάσεώς της, ε) αποζημίωσης για τη μείωση ή την απώλεια της ικανότητας εργασίας λόγω τραυματισμού ή προσβολής με οποιοδήποτε τρόπο της υγείας ενός προσώπου από οποιαδήποτε αρρώστια, καθώς και των εξόδων θεραπείας και ανάρρωσης, στ) αποζημίωσης, σε περίπτωση που ένα πρόσωπο θανατώνεται, υπέρ εκείνων που το πρόσωπο αυτό κατά το χρόνο του θανάτου του είχε από το νόμο υποχρέωση να διατρέφει, ζ) σε κάθε άλλη περίπτωση που η προσωρινή επιδίκαση ορίζεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. 2. Αν συντρέχει περίπτωση να μεταρρυθμιστεί τελεσίδικη ή ανέκκλητη απόφαση που καταδικάζει σε καταβολή περιοδικών παροχών, το δικαστήριο μπορεί να διατάζει προσωρινά να διακοπεί η καταβολή, να αυξηθεί ή να μειωθεί το ποσό κάθε παροχής.
ΚΠολΔ Άρθρο 662Δ
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Δ: "1. Αν η αίτηση είναι νόμιμη και τα απαιτούμενα σε κάθε περίπτωση περιστατικά αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής εκδίδει διάταξη με την οποία υποχρεώνει τον καθ' ου να αποδώσει στον αιτούντα τη χρήση του μισθίου, και τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα. 2. Η διαταγή καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο και κατοικία του αιτούντος και του καθ' ου η αίτηση, γ) περιγραφή του μισθίου, δ) την αιτία της απόδοσης με έκθεση των αναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, ε) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, στ) υπόμνηση στον καθ' ου ότι μετά την πάροδο "είκοσι ημερών"* από την προς αυτόν επίδοση η διαταγή θα αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ' αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από της επιδόσεως και ζ) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε. «3. Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεσή της μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 659.»
ΚΠολΔ Άρθρο 1009
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 1009: 1. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο ως κατοικία, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η καταγγελία δεν είναι δυνατή πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 του ν. 1703/1987 (Α’ 78) χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι’ αυτούς. 2. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται επί μισθώσεων ακινήτων για τα οποία μισθωτής ή εκμισθωτής είναι το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ. και χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η μισθωτική σχέση είναι αποδεδειγμένα γνωστή στον υπερθεματιστή. Επί αναγκαστικού πλειστηριασμού του μισθίου ακινήτου στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 614 και 616 ΑΚ.
ΚΠολΔ Άρθρο 979
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 979: 1. Μέσα σε τρείς (3) ημέρες αφότου συνταχθεί ο πίνακας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού καλεί με έγγραφο εκείνον υπέρ του οποίου έγινε και εκείνον κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν, για να λάβουν γνώση του πίνακα της κατάταξης. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει την επόμενη ημέρα της πρόσκλησης να επιδείξει ή και να χορηγήσει στα ως άνω πρόσωπα τον πίνακα και τα σχετικά έγγραφα. 2. Μέσα σε δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ. 1 οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα της κατάταξης, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται, μέσα στην ίδια προθεσμία, και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας. Η ανακοπή στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Η συζήτηση προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος ημεδαπής ή μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος αλλοδαπής..
ΚΠολΔ Άρθρο 1034
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 1034: 1. Για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση του δανειστή, μπορεί να επιβληθεί αναγκαστική διαχείριση ακινήτου ή επιχείρησης του οφειλέτη. 2. Η αναγκαστική διαχείριση επιβάλλεται ύστερα από απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο ή η έδρα της επιχείρησης του οφειλέτη, αν το ζητήσει δανειστής που έχει τίτλο εκτελεστό και που επέδωσε στον οφειλέτη επιταγή για εκτέλεση. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση προσβάλλεται μόνο με έφεση. Η αίτηση και η έφεση δικάζονται κατά τα άρθρα 686 επ.. Ο πρόεδρος των εφετών ορίζει την προθεσμία για την εμφάνιση, ενώ το άρθρο 226 εφαρμόζεται και εδώ. 3. Το ακίνητο ή η επιχείρηση βρίσκεται σε αναγκαστική διαχείριση αφότου επιδοθεί στον οφειλέτη η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση. Το άρθρο 912 εφαρμόζεται και εδώ.
ΚΠολΔ Άρθρο 640
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 640: 1. Αν η αίτηση είναι νόμιμη και τα απαιτούμενα σε κάθε περίπτωση περιστατικά αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικηγόρος που εκδίδει την πράξη εκδίδει διαταγή με την οποία υποχρεώνει τον καθ’ ου να αποδώσει στον αιτούντα τη χρήση του μισθίου και τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα. 2. Η διαταγή καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικηγόρου που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου, δ) περιγραφή του μισθίου, ε) την αιτία της απόδοσης με έκθεση των αναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, στ) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, ζ) υπόμνηση στον καθ’ ου ότι η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό που μπορεί να εκτελεστεί μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών από την προς αυτόν επίδοση και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ’ αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση και η) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε. 3. Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεση μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν είκοσι (20) ημέρες από την επίδοσή αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 616.
ΚΕΔΕ Άρθρο 67
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 85.8%
ΚΕΔΕ Άρθρο 67: Παραλείψεις, ακυρότη τες και πλημμέλειες Παραλείψεις, ακυρότητες και πλημμέλειες 1. Παραλείψεις, ακυρότητε ς ή πλημμέλειες που αφορούν στη διαδικασία απόκτησης οποιουδήποτε νόμιμου ή εκτελεστού τίτλου του άρθρου 2, τη διαδικασία της εκτέλεσης, καθώς και τις ίδιες τις πράξεις εκτέλεσης, μπορούν να προταθούν από τον οφειλέτη ως λόγος ακύρωσης, μόνο εάν ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει αυτές, καθώς και ότι εξαιτίας τους υπέστη βλάβη. Το δικαστήριο κηρύσσει την ακυρότητα μόνο όταν κατά την κρίση του προκλήθηκε βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο οφειλέτης μπορεί επιπλέον να προσβάλει με ανακοπή τον πλειστηριασμό, εάν δεν του κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού. Ο λόγος αυτός ανακοπής μπορεί να προταθεί και από τους ενυπόθηκους δανειστές. 2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη ανακοπή ακύρωσης των μέχρι τον πλειστηριασμό πράξεων εκτέλεσης. Ομοίως, μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη και στους ενυπόθηκους δανειστές ανακοπή ακύρωσης του πλειστηριασμού, εάν κοινοποιήθηκε σε αυτούς έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή εάν αυτοί έλαβαν με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του πλειστηριασμού μέχρι και την ημέρα της διενέργειάς του. 3. Εάν η εκτέλεση ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εξαιτίας της παράλειψης προθεσμίας ή δικονομικού τύπου, ο υπαίτιος της ακυ ρότητας μπορεί να υποχρεωθεί με την ίδια απόφαση στην καταβολή των εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε τόσο το Δημόσιο όσο και ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης του.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 209
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.8%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 209: Προδικασία - Κύρια διαδικασία - Απόφαση Ως προς την προδικασία, την κύρια διαδικασία και την απόφαση έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 203 έως και 205. «Αν ο φάκελος δεν έχει ακόμη διαβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το άρθρο 126 παράγραφος 4, η απόφαση για την αναστολή και την προσωρινή διαταγή εκδίδεται με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται απαραιτήτως επικυρωμένα αντίγραφα της έφεσης, της προσβαλλόμενης απόφασης και των δικογράφων και υπομνημάτων της πρωτόδικης δίκης.».
ΚΠολΔ Άρθρο 662ΣΤ
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 662ΣΤ: "Ο καθ' ου η διαταγή δικαιούται να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής απόδοσης του μισθίου δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από της επίδοσης της διαταγής. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ.".
ΚΔιοικΔ Άρθρο 205Α
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.7%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 205Α: « 1. Στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, στις οποίες η άσκηση της προσφυγής αναστέλλει μερικώς ή στο σύνολό της την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, το δικαστήριο μπορεί μετά από αίτηση της αρχής που εξέδωσε την πράξη ή του οργάνου που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, να διατάξει την εκτέλεση της πράξης, ακόμη και στο σύνολό της, αν: α) η ασκηθείσα προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη ή β) η εκ του νόμου αναστολή της προσβαλλόμενης πράξης θα καταστήσει εξαιρετικά δυσχερή την εκτέ-λεσή της σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής και η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης στο σύνολό της δεν θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον προσφεύγοντα. 2. Για την αίτηση της παραγράφου 1, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 201, 203 και 204 παράγραφοι 1 και 2.»
ΚΠολΔ Άρθρο 717
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 717: 1. Το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει τη συντηρητική κατάσχεση ή και με μεταγενέστερη απόφασή του ή το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση και σε επείγουσες περιπτώσεις και ο ειρηνοδίκης του τόπου όπου βρίσκονται τα κατασχεμένα ή σε απαιτήσεις η κατοικία του τρίτου, έχει το δικαίωμα, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να διορίσει μεσεγγυούχο άλλο πρόσωπο, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 716 και να διατάξει να παραδοθούν τα πράγματα ή να κατατεθεί σ' αυτόν το οφειλόμενο. 2. Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο κατά την παράγρ. 1 με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον έχει δικαίωμα να διατάξει και οποιοδήποτε μέτρο είναι, κατά τις περιστάσεις, πρόσφορο για τη μεσεγγύηση. 3. Οι αιτήσεις που αναφέρονται στις παραγρ. 1 και 2 δικάζονται κατά τις διατάξεις του αρ. 702 και οι αποφάσεις εκτελούνται αμέσως, χωρίς προηγούμενη επίδοσή τους. 4. Δεν είναι δυνατό να διοριστεί μεσεγγυούχος εκείνος που ζήτησε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση ή πρόσωπο που συνδέεται με σύμβαση εργασίας, εκτός αν συναινεί ο οφειλέτης.
ΚΠολΔ Άρθρο 911
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 911: Στις περιπτώσεις του άρθρου 908 το δικαστήριο μπορεί, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε, να εξαρτήσει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης από την παροχή ανάλογης εγγύησης από το διάδικο που νίκησε, η οποία ορίζεται με την ίδια απόφαση, αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι και ιδίως αν η οικονομική κατάσταση του διαδίκου που νίκησε ή άλλοι λόγοι, δημιουργούν τον κίνδυνο να μην είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων την προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση που η απόφαση μεταρρυθμιστεί ή εξαφανιστεί. Το δικαστήριο μπορεί αντί για την εγγύηση να διατάξει να κατατεθεί δημόσια το χρηματικό ποσό ή το πράγμα που θα ληφθεί με την εκτέλεση, αν επιδέχεται κατάθεση, ώσπου να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση.
ΚΠολΔ Άρθρο 994
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 994: Αν μαζί με το ακίνητο κατασχέθηκαν και τα παραρτήματά του, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να διατάξει να πλειστηριαστούν χωριστά, κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού κινητών πραγμάτων, εφόσον κρίνει ότι αυτό συμφέρει περισσότερο, οπότε και ορίζει προθεσμία "για την επίσπευση του πλειστηριασμού".
ΚΠολΔ Άρθρο 546
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 546: 1. Η προθεσμία της αναψηλάφησης, καθώς και η άσκησή της, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός αν πρόκειται για αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται στις γαμικές διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1 ή στις διαφορές που αφορούν τις σχέσεις γονέων και τέκνων, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 2 ή διατάζουν την εξάλειψη υποθήκης ή προσημείωσης ή κατάσχεσης ή κηρύσσουν έγγραφο πλαστό και εφόσον σε όλες τις περιπτώσεις αυτές η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και όταν η αναψηλάφηση ασκείται για τον λόγο της περ. 12 του άρθρου 544 του παρόντος Κώδικα, οπότε δεν χωρεί εκτέλεση ούτε της οικείας διαιτητικής απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αναψηλάφησης. Μπορεί όμως το δικαστήριο που δικάζει την αναψηλάφηση, με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους που υποβάλλεται με τις προτάσεις, να διατάξει σε περίπτωση εξάλειψης υποθήκης, προσημείωσης ή κατάσχεσης την άρση του ανασταλτικού αποτελέσματος με παροχή ανάλογης εγγύησης. 2. Το δικαστήριο που δικάζει την Αναψηλάφηση μπορεί, με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους που υποβάλλεται με τις προτάσεις, να διατάξει να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ολικά ή εν μέρει, με παροχή ανάλογης εγγύησης ή και χωρίς εγγύηση. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο εωσότου εκδοθεί η οριστική απόφαση για την Αναψηλάφηση, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους που υποβάλλεται κατά τον ίδιο τρόπον. 3. Με τους όρους των παρ. 1 και 2 μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της ισχύος της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΚΠολΔ Άρθρο 1017
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 1017: 1. Οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για την κτήση κυριότητας από μη κύριο εφαρμόζονται και στον πλειστηριασμό κινητού πράγματος. 2. Σε πλειστηριασμό πράγματος κινητού ή ακίνητου δεν υπάρχει ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα. Για τα νομικά ελαττώματα υπάρχει ευθύνη μόνο εκείνου που επισπεύδει τον πλειστηριασμό και μόνο αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος. Η ευθύνη από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν αποκλείεται. 3. Τον κίνδυνο από την τυχαία καταστροφή ή χειροτέρευση του πράγματος φέρει ο υπερθεματιστής από την κατακύρωση. 4. Ο υπερθεματιστής παίρνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος από την κατακύρωση.
ΚΠολΔ Άρθρο 1041
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 1041: 1. Το μονομελές πρωτοδικείο, ορίζει τη μηνιαία αποζημίωση του διαχειριστή και του επόπτη. Οι διατάξεις του άρθρου 1034 παρ. 2 εδάφ. δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, εφαρμόζονται και εδώ. 2. Αν ο οφειλέτης δεν έχει τα μέσα για τη διατροφή του, το μονομελές πρωτοδικείο ορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να του πληρώνεται κάθε μήνα για τα απαραίτητα έξοδα της διατροφής του και της διατροφής της οικογένειάς του. Οι διατάξεις του άρθρου 1034 παρ. 2 εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εφαρμόζονται και εδώ. 3. Αν ο οφειλέτης κατοικεί μέσα στο ακίνητο, έχει το δικαίωμα να εξακολουθήσει να κατοικεί εκεί και μετά την επιβολή της αναγκαστικής διαχείρισης. 4. Ο οφειλέτης όταν ορίζεται διαχειριστής δεν έχει δικαίωμα μηνιαίας αποζημίωσης.
ΠτωχΚ Άρθρο 219
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.7%
ΠτωχΚ Άρθρο 219: Μεταβίβαση κύριας κατοικίας στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης 1. α) Σε περίπτωση που ευάλωτος οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση, ή σε περίπτωση που σε βάρος της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση από ενυπόθηκο ή προσημειούχο πιστωτή, ο ευάλωτος οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτημα μεταβίβασης ή μίσθωσης της κύριας κατοικίας του σε φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης. Το αίτημα περιλαμβάνει και τη χορήγηση συναίνεσης από τον ευάλωτο οφειλέτη στη διενέργεια αυτοψίας της κύριας κατοικίας του, εκ μέρους πιστοποιημένου εκτιμητή που ορίζεται από τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, στο πλαίσιο της αποτίμησης που προβλέπεται στην παρ. 5. Ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης απορρίπτει το αίτημα για την απόκτηση της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη, εφόσον η έκθεση αυτοψίας του μηχανικού διαπιστώνει την ύπαρξη αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαίρετων χρήσεων στη συγκεκριμένη κύρια κατοικία, οι οποίες οδηγούν σε απαγόρευση μεταβίβασης και δεν μπορούν να τακτοποιηθούν, ή για την τακτοποίησή τους απαιτείται η συναίνεση συγκυρίων εξ αδιαιρέτου σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία. Ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης ευθύνεται αντικειμενικά έναντι του ευάλωτου οφειλέτη για κάθε σφάλμα του μηχανικού κατά τη σύνταξη της προαναφερθείσας έκθεσης αυτοψίας, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη ματαίωση της απόκτησης της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη από τον φορέα. Ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης απαλλάσσεται επίσης από την υποχρέωση απόκτησης της κύριας κατοικίας του ευάλωτου οφειλέτη, εφόσον ο μηχανικός εμποδίστηκε να εισέλθει στην κύρια κατοικία του ευάλωτου οφειλέτη και να διενεργήσει σε αυτήν αυτοψία σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 225. β) Σε περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται λόγω πτώχευσης του δικαιούχου, το τίμημα για τη μεταβίβαση του ακινήτου στο φορέα αποδίδεται από τον φορέα στον σύνδικο για τη διανομή στους πιστωτές, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος νόμου. γ) Σε περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται λόγω επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης, το τίμημα της μεταβίβασης του ακινήτου στο φορέα αποδίδεται από τον φορέα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. δ) Τα πάσης φύσης έξοδα μεταβίβασης καταβάλλονται από τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και παρακρατούνται από το τίμημα μεταβίβασης. 2. Σε περίπτωση που η κύρια κατοικία ανήκει στον ευάλωτο οφειλέτη μόνο ως προς ιδανικό μερίδιο ή αν ο ευάλωτος είναι ψιλός κύριος ή επικαρπωτής, η άσκηση του δικαιώματος του παρόντος προϋποθέτει τη σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών, συμπεριλαμβανομένων των ψιλών κυρίων και επικαρπωτών. 3. Ειδικότερα, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος, ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του ευάλωτου, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι οι λοιποί συγκύριοι ή, κατά περίπτωση, ο ψιλός κύριος ή επικαρπωτής αποδέχονται τη μίσθωση του ακινήτου από τον ευάλωτο, υπό τους όρους που καθορίζει ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης, και παραιτούνται ρητά από οποιοδήποτε δικαίωμα επί του μισθώματος ή από τη δυνατότητα να προσβάλουν τη μίσθωση για οποιοδήποτε λόγο μέχρι τη συμβατική λήξη της. Η αποδοχή της παρούσας δεσμεύει και τους διαδόχους τους ανεξαρτήτως αιτίας. 4. α) Για τη μεταβίβαση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος επί της κύριας κατοικίας, ο ευάλωτος οφειλέτης υποβάλλει στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης τα στοιχεία ταυτότητάς του, το κατασχετήριο ή τα στοιχεία της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευσή του, τους τίτλους ιδιοκτησίας που κατέχει και τη βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη. Ο φορέας επιβεβαιώνει τους τίτλους ιδιοκτησίας του δικαιούχου ως προϋπόθεση της αιτούμενης μεταβίβασης. β) Αιτήσεις δεν γίνονται δεκτές εφόσον απέχουν περισσότερο από εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία του κατασχετηρίου εγγράφου ή της δημοσίευσης της απόφασης που κηρύσσει τον ευάλωτο οφειλέτη σε πτώχευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213. Κατά παρέκκλιση του χρονικού περιορισμού του πρώτου εδαφίου, για διάστημα έξι (6) μηνών από τη σύσταση του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, ο ευάλωτος οφειλέτης δύναται να υποβάλει αίτηση οποτεδήποτε υπό τους εξής όρους: βα) αν εις βάρος του οφειλέτη έχει κινηθεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν επίκειται πλειστηριασμός του ακινήτου εντός των επόμενων δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της αίτησης, ή ββ) αν ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του ευάλωτου οφειλέτη, επί της κύριας κατοικίας, εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της πτωχευτικής περιουσίας. 5. Το τίμημα μεταβίβασης ισούται προς το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της εμπορικής αξίας του ιδιοκτησιακού δικαιώματος του οφειλέτη επί της κύριας κατοικίας σύμφωνα με την εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή. Τα έξοδα της εκτίμησης βαρύνουν τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, ο οποίος τον διορίζει. Σε περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται λόγω κατάσχεσης και η τιμή πρώτης προσφοράς είναι μεγαλύτερη από την εμπορική αξία, κατά την εκτίμηση του πιστοποιημένου εκτιμητή, σε ποσοστό ανώτερο του δεκαπέντε τοις εκατό (15%), το τίμημα μεταβίβασης καθορίζεται ως το εβδομήντα τοις εκατό (70%) του χαμηλότερου μεταξύ: α) της τιμής πρώτης προσφοράς, και β) της εμπορικής αξίας, σύμφωνα με την εκτίμηση άλλου πιστοποιημένου εκτιμητή που διορίζει με έξοδά του ο επισπεύδων πιστωτής. 6. Ο φορέας αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δικαιούχου επί της κύριας κατοικίας του, αφότου καταβάλλει το τίμημα μεταβίβασης στον υπάλληλο πλειστηριασμού, πέντε (5) το αργότερο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία του πλειστηριασμού, ή στον σύνδικο, έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του εξαμήνου που ακολουθεί τη δημοσίευση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευσή του. Η καταβολή του τιμήματος συνεπάγεται τη μεταβίβαση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης και τη ματαίωση του πλειστηριασμού, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο φορέας αποκτά το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δικαιούχου ελεύθερο από κάθε βάρος ή διεκδίκηση τρίτου.
ΚΠολΔ Άρθρο 1038
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 1038: 1. Η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση κοινοποιείται, με επιμέλεια του δανειστή που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση, στον οφειλέτη, στο διαχειριστή, στον τυχόν διορισμένο επόπτη και στους ενυπόθηκους δανειστές. Αν ο οφειλέτης αρνηθεί να συμμορφωθεί με την απόφαση, γίνεται αναγκαστική εκτέλεση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 947. 2. Αφότου η απόφαση που διατάζει την αναγκαστική διαχείριση επιδοθεί στον οφειλέτη, αυτός στερείται τη διαχείριση του ακινήτου ή της επιχείρησης. Ώσπου να αναλάβει τα καθήκοντά του ο διαχειριστής, καθήκοντα διαχειριστή ασκεί προσωρινά ο οφειλέτης και έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει στο διαχειριστή. 3. Αν επιβληθεί στο ακίνητο ή στα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση, μεσεγγυούχος είναι ο διαχειριστής.
ΚΠολΔ Άρθρο 711
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 711: 1. Η συντηρητική κατάσχεση κινητών ή εμπράγματων δικαιωμάτων επάνω σ ’ αυτά στα χέρια του οφειλέτη γίνεται κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης, χωρίς να επιδοθεί προηγουμένως η απόφαση που διατάζει την κατάσχεση. Αντίγραφο ή περίληψη της έκθεσης της κατάσχεσης επιδίδεται σε εκείνον σε βάρος του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, αν δεν ήταν παρών κατά την επιβολή της, το αργότερο την επόμενη ημέρα εφόσον έχει την κατοικία του στον τόπο της κατάσχεσης, διαφορετικά μέσα σε οκτώ ημέρες από αυτήν. 2. Αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης επιδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου του τόπου της κατάσχεσης, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να καταχωρίσει περίληψή της σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο εκείνων κατά των οποίων έχει επιβληθεί κατάσχεση..
ΠτωχΚ Άρθρο 52
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.6%
ΠτωχΚ Άρθρο 52: Ανάκληση ή μεταρρύθμιση ή παράταση της αναστολής προληπτικών μέτρων και πρόβλεψη εξαιρέσεων με απόφαση του δικαστηρίου 1. Το δικαστήριο ή κατά περίπτωση ο Πρόεδρός του δύναται οποτεδήποτε, ύστερα από αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον ή αυτεπαγγέλτως, να ανακαλεί ή να μεταρρυθμίζει κατά περίπτωση τα κατ΄ άρθρα 50 και 51 προληπτικά μέτρα, και να διατάζει την παράταση της διάρκειας κάθε προληπτικού μέτρου των άρθρων 50 και 51 εφόσον, σε κάθε περίπτωση, η συνολική διάρκεια της αναστολής, συμπεριλαμβανομένης της αυτοδίκαιης αναστολής και των παρατάσεων και ανανεώσεων της αναστολής, δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες. 2. Η αυτοδίκαιη αναστολή της παρ. 1 του άρθρου 50, τα προληπτικά μέτρα της παρ. 3 του άρθρου 50 και της παρ. 4 του άρθρου 51, δεν μπορούν να θίγουν τα δικαιώματα από συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 (Α΄ 263) ή από ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, ανεξάρτητα από το αν η ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού περιέχεται σε συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ή σε συμφωνία της οποίας αποτελεί μέρος η συμφωνία παροχής ασφάλειας, καθώς και τα δικαιώματα του εκδοχέα απαίτησης που εκχωρήθηκε από τον οφειλέτη στον πιστωτή προς εξασφάλιση ή προς ικανοποίησή του από το προϊόν της είσπραξ ης. Επίσης, δεν θίγονται τα δικαιώματα από χρηματοδοτικές μισθώσεις του ν. 1665/1986 (Α΄ 194), καθώς και το δικαίωμα καταγγελίας και απόδοσης του μισθίου σε περίπτωση σύμβασης μίσθωσης, εφόσον ο οφειλέτης είναι υπερήμερος ως προς την καταβολή έξι (6) ή περισσότερων μηνιαίων μισθωμάτων. * * * Τ ο δ ε ύ τ ε ρ ο ε δ ά φ ι ο α ν τ ι κ α τ α στά θ η κ ε ω ςάν ω μ ε τ ο ά ρ θ ρ ο 3 4 π α ρ . 1 5 Ν.4818/2021, ΦΕΚ Α 124/18.7.2021. 3. Κατά τη συζήτηση της αίτησης για τη λήψη προληπτικών μέτρων το δικαστήριο δύναται να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη ή τον οφειλέτη στην περίπτωση που δεν έχει συμμετάσχει στη σύναψη της συμφωνίας. Η κλήτευση μπορεί να γίνεται με τα μέσα που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 686 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 4. Στα προληπτικά μέτρα των άρθρων 50 και 51, δύνανται να τίθενται εξαιρέσεις, αν συντρέχει σπουδαίος κοινωνικός λόγος, όπως, ενδεικτικά, προκειμένου να καταβληθούν σε πιστωτή ποσά που είναι αναγκαία για τη διατροφή τούτου ή της οικογένειάς του ή για την ικανοποίηση απαιτήσεων διατροφής άλλων προσώπων. 5. Απαιτήσεις εργαζομένων για μισθούς δεν καταλαμβάνονται από τα προληπτικά μέτρα, εκτός αν το δικαστήριο επεκτείνει αυτά και στις απαιτήσεις αυτές για σπουδαίο λόγο και για ορισμένο χρόνο ειδικά αναφερόμενους στην απόφαση.
ΚΠολΔ Άρθρο 982
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 982: 1. Μπορούν να κατασχεθούν α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή, β) κινητά πράγματά του που βρίσκονται στα χέρια τρίτου. «2. Εξαιρούνται από την κατάσχεση α) πράγματα που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά, β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες, γ) απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, καθώς και απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. ε) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως τρίτου, μέχρι την κατάθεση τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. στ) απαιτήσεις που επιδικάζονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω διαπίστωσης παραβιάσεων της Σύμβασης αυτής ή των Πρωτοκόλλων της, εξαιρουμένων των απαιτήσεων που επιδικάζονται για την παραπάνω αιτία προς αποκατάσταση υλικής ζημίας. Το εν λόγω ακατάσχετο ισχύει όταν η κατάσχεση επισπεύδεται για την ικανοποίηση απαίτησης δανειστή, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α' 143). ζ) απαιτήσεις που προβλέπονται σε ειδικότερους νόμους ως ακατάσχετες.» «3. Η εξαίρεση των περ. δ' και ζ' της παρ. 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως και έναν (1) μήνα μετά την καταβολή, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.».
ΚΔιοικΔ Άρθρο 203
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.2%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 203: Προδικασία 1. Η αίτηση αναστολής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 45, πρέπει να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν την αναστολή. 2. Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή, και πρέπει να συνοδεύεται από τρία (3) απλά αντίγραφα. «Στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, μαζί με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλεται και επικυρωμένο αντίγραφο της προσφυγής. Στις διαφορές του προηγούμενου εδαφίου, η αίτηση αναστολής περιλαμβάνει με ποινή το απαράδεκτο της ασκήσεώς της, κατάσταση στην οποία ο αιτών δηλώνει: α) το παγκόσμιο εισόδημά του από κάθε πηγή και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή. Αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων. Αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή συνδεδεμένου νομικού προσώπου με τον αιτούντα «καθώς και των φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευθύνονται ατομικά για τις φορολογικές και τελωνειακές υποχρεώσεις του νομικού προσώπου.». Ως συνδεδεμένο νομικό πρόσωπο για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, νοείται η σύνδεση με σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής του αιτούντος νομικού προσώπου στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση του άλλου νομικού προσώπου ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο νομικών προσώπων. Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα, τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 51Α του Κ.Φ.Ε. και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά μεγάλης αξίας. Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση, δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης που περιλαμβάνεται στην αίτηση αναστολής, μπορεί να εξειδικεύονται τα περιουσιακά στοιχεία που δηλώνονται και προσδιορίζεται η αξία των εμπράγματων και ενοχικών δικαιωμάτων σε κινητά, πάνω από την οποία τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνονται οπωσδήποτε στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης.» 3. Ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση, με πράξη του πάνω σε αυτήν, ορίζει το τμήμα το οποίο θα προβεί στην εκδίκασή της. «Με την ίδια πράξη διατάζει τον αιτούντα να επιδώσει προς τη Διοίκηση και τον τρίτο, ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση κατά τη δίκη της αντίστοιχης προσφυγής, αντίγραφα της αίτησης αναστολής και της προσφυγής με την πράξη ορισμού δικασίμου.». Η τελευταία υποχρεούται να αποστείλει στο δικαστήριο αντίγραφο της πράξης της οποίας ζητείται η αναστολή εκτέλεσης, καθώς και το σχετικό φάκελο με τις απόψεις της. Προς τούτο, με την ίδια πράξη, τάσσεται σε αυτήν προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε (5) ημερών. 4. Τους δικαστές ή το δικαστή που θα προβούν στην εκδίκαση της αίτησης ορίζει ο πρόεδρος του τμήματος. «5. Ο αιτών οφείλει να προσκομίσει τα αποδεικτικά του στοιχεία έως τη λήξη της κατά την παράγραφο 3 προθεσμίας.». 6. Δεύτερη αίτηση κατά της ίδιας πράξης είναι απαράδεκτη, εκτός αν ο αιτών έχει ήδη υποβάλει παραίτηση από την πρώτη.
ΚΠολΔ Άρθρο 629
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 629: Αποδοχή της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής Ο δικηγόρος δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη, διατάσσει τον οφειλέτη να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και τη δικαστική δαπάνη. Κατά το μέρος που η αίτηση απορρίπτεται, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 628.
ΚΠολΔ Άρθρο 662Γ
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 84.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Γ: "1. Η διάταξη του άρθρου 626 παρ. 1 εφαρμόζεται αναλόγως. 2. Η αίτηση ή η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 117 ή 118 και εκείνα του άρθρου 119 παρ. 1, καθώς και: α) αίτημα να εκδοθεί διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου και μνεία του τόπου όπου βρίσκεται με περιγραφή του, β) επίκληση του εγγράφου από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, γ) επίκληση της κατά το άρθρο 662Α περίπτωσης σύμφωνα με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου με μνεία των αναγκαίων περιστατικών, καθώς και της έκθεσης επίδοσης. «3. Στην αίτηση επισυνάπτεται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η έναρξη της μίσθωσης, η έκθεση επίδοσης της όχλησης, καθώς κάθε άλλο σχετικό έγγραφο.» Ο δικαστής μπορεί να καλέσει τον αιτούντα να βεβαιώσει και ενόρκως τα περιστατικά που απαιτούνται για την έκδοση της διαταγής. 4. Η διάταξη του άρθρου 627 εφαρμόζεται αναλόγως".
1208/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.6%
Έγγαμοι οφειλέτες, εγγυητές σύμβασης δανείου, υποχρεώθηκαν με διαταγή πληρωμής να καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 334.940,58 ευρώ σε τραπεζική εταιρεία. Κατείχαν διαμέρισμα με στοιχεία (Α-1), επιφάνειας 85 τ.μ., στη Ν. Κηφισιά, με θέση στάθμευσης 12,50 τ.μ., το οποίο ανήκε σε καθένα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Το διαμέρισμα αποτελούσε την κύρια κατοικία τους, με αντικειμενική αξία 134.000 ευρώ και εμπορική αξία 201.000 ευρώ, που δεν υπερέβαινε το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας για έγγαμους (250.000 ευρώ), προσαυξημένο κατά 50% (375.000 ευρώ). Το ακίνητο κατασχέθηκε με έκθεση της 28-11-2012 και εκπλειστηριάστηκε στις 23-1-2013 αντί εκπλειστηριάσματος 235.000 ευρώ. Η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης συντάχθηκε στις 26-4-2013 και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κηφισιάς.
Το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως παρατάθηκε μέχρι 31-12-2013, απαγόρευε τον πλειστηριασμό ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία, εφόσον η αξία του δεν υπερβαίνει το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%. Η αναστολή ισχύει ανεξάρτητα από την υποβολή αίτησης υπαγωγής στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου και για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως πτωχευτικής ικανότητας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το διαμέρισμα αποτελούσε την κύρια κατοικία των οφειλετών, με αντικειμενική αξία 134.000 ευρώ και εμπορική αξία 201.000 ευρώ, που δεν υπερέβαινε το όριο των 375.000 ευρώ για έγγαμους. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 23-1-2013, εντός της περιόδου αναστολής. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η ακυρότητα του πλειστηριασμού λόγω διενέργειάς του εντός της περιόδου αναστολής προσβάλλεται με ανακοπή εντός 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, και όχι με την προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β που αφορά την απαίτηση.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 9 παρ. 2 και 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθώς το ένδικο διαμέρισμα αποτελούσε την πρώτη κατοικία των οφειλετών, η αξία του δεν υπερέβαινε το όριο των 375.000 ευρώ, και εκπλειστηριάστηκε στις 23-1-2013, εντός της περιόδου υποχρεωτικής αναστολής, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη διαπίστωση αδυναμίας πληρωμής. Η ακυρότητα του πλειστηριασμού οφείλεται αποκλειστικά στη διενέργειά του εντός της απαγορευμένης περιόδου και προσβάλλεται με ανακοπή εντός 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης (άρθρο 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ), όπως και ασκήθηκε η ένδικη ανακοπή.
Απορρίπτει την από 17-10-2018 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "….A.E." για αναίρεση της 3339/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
1082/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.7%
Τράπεζα εξέδωσε διαταγή πληρωμής ύψους 740.193,81 ευρώ κατά εγγυητών σύμβασης πίστωσης ομόρρυθμης εταιρείας. Περιορίζοντας την απαίτηση στο ποσό των 201.000 ευρώ, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση δύο ακινήτων: Α) Διαμέρισμα εμβαδού 114 τ.μ. με ΚΑΕΚ 451302928003/0/13, αντικειμενικής αξίας 95.000 ευρώ και εμπορικής αξίας 110.000 ευρώ, ανήκον σε έγγαμο ζεύγος με τρία τέκνα, και Β) Οικόπεδο 322,95 τ.μ. με διώροφη οικοδομή (ισόγειος 70,45 τ.μ. και Α' όροφος 140,95 τ.μ.) με ΚΑΕΚ 451300664001/0/0, αντικειμενικής αξίας 150.000 ευρώ και εμπορικής αξίας 180.000 ευρώ, ανήκον σε έγγαμο με τέσσερα τέκνα. Τα ακίνητα αποτελούσαν τις μοναδικές και κύριες κατοικίες των οφειλετών και των οικογενειών τους τα τελευταία είκοσι και πλέον χρόνια. Πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2011, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης καταχωρήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2011.
Το άρθρο 19 παρ. 1 Ν. 3869/2010, όπως παρατάθηκε με τα άρθρα 36 Ν. 3910/2011 και 46 παρ. 2 Ν. 3986/2011, θεσπίζει γενική απαγόρευση πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας που ορίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2 α' Ν. 3869/2010, ανεξάρτητα από το ποσό της οφειλής, την ιδιότητα του οφειλέτη και την ιδιότητα του δανειστή. Η διάταξη δεν απαγορεύει την κατάσχεση του ακινήτου ούτε αφορά στην απαίτηση του επισπεύδοντος δανειστή, αλλά απαγορεύει μόνο τον πλειστηριασμό του ακινήτου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα αποτελούσαν τις μοναδικές και κύριες κατοικίες των οφειλετών, με αντικειμενική αξία 95.000 ευρώ και 150.000 ευρώ αντίστοιχα, που υπολείπονταν του ορίου αφορολόγητης αξίας απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένου κατά 50%. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2011, κατά το χρονικό διάστημα της απαγόρευσης, και η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης καταχωρήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2011. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 παρ. 1 γ' ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης) και πρέπει να ασκηθεί εντός 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, όπως και ασκήθηκε.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 934 παρ. 1 γ' ΚΠολΔ και 19 παρ. 1 Ν. 3869/2010. Ο πλειστηριασμός ήταν απολύτως άκυρος, καθώς διενεργήθηκε κατά παράβαση της νόμιμης απαγόρευσης, αφού τα ακίνητα αποτελούσαν τις κύριες κατοικίες των οφειλετών και η αξία τους (95.000 ευρώ και 150.000 ευρώ) δεν υπερέβαινε το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%. Η ανακοπή ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της προθεσμίας των 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Δεν ήταν αναγκαία προηγούμενη αίτηση υπαγωγής στον Ν. 3869/2010 ούτε γνωστοποίηση στην τράπεζα ότι τα ακίνητα αποτελούσαν κύριες κατοικίες, καθώς η απαγόρευση πλειστηριασμού ίσχυε γενικά και αυτοδικαίως.
Απορρίπτει την από 28-6-2018 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 17/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
4/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 92.5%
Πρώην σύζυγος επέσπευσε πλειστηριασμό στις ...2013 κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση απαίτησης ύψους 19.254,84 ευρώ από τελεσίδικη απόφαση. Κατασχέθηκε το 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα Α-1 πρώτου ορόφου πολυκατοικίας στην οδό ...), το οποίο αποτελούσε την κύρια και μοναδική κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του. Η εκτιμηθείσα αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού 50% ήταν 64.000 ευρώ και η εμπορική αξία 119.342 ευρώ, ποσό που υπολείπεται του ορίου αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένου κατά 50% (300.000 ευρώ).
Το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως παρατάθηκε μέχρι 31.12.2013, απαγορεύει τον πλειστηριασμό ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του οφειλέτη, εφόσον η αξία του δεν υπερβαίνει το αφορολόγητο όριο απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%. Η απαγόρευση αυτή θεσπίστηκε λόγω της οικονομικής κρίσης για να δοθεί ευκαιρία στους οφειλέτες να αναδιοργανωθούν και να διευθετήσουν τις οφειλές τους. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Εφετείο έκρινε ότι αναγκαία προϋπόθεση για την αναστολή του πλειστηριασμού ήταν η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών, πέραν των δύο προϋποθέσεων που αφορούν το ακίνητο ως κύρια κατοικία και την αξία του. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι κατά την περίοδο 1.1.2013-31.12.2013 οι μόνες προϋποθέσεις ήταν: α) το ακίνητο να χρησιμεύει ως κύρια κατοικία και β) η αξία του να μην υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο, χωρίς να απαιτείται διαπίστωση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 9 και 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθώς έκρινε ότι αναγκαία προϋπόθεση για την αναστολή του πλειστηριασμού ήταν η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Κατά την περίοδο από 1.1.2013 έως 31.12.2013, οι μόνες προϋποθέσεις για την απαγόρευση πλειστηριασμού ήταν: α) το ακίνητο να χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του οφειλέτη και β) η αξία του να μην υπερβαίνει το αφορολόγητο όριο απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%, χωρίς να τάσσεται από το νόμο καμιά άλλη προϋπόθεση.
Αναιρεί την προσβαλλόμενη με αριθ. 3042/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
1072/2024
2024Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.8%
Οφειλέτης, έγγαμος με ένα τέκνο, δημόσιος υπάλληλος (διοικητικός σε νοσοκομείο) με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 972,64 ευρώ. Ο/η σύζυγος διατηρεί από το 1997 καφετέρια· εισοδήματα 62.405,88 ευρώ (2006) με ραγδαία πτώση τα επόμενα έτη (9.999,98 ευρώ το 2010, 820,31 ευρώ το 2011, 2.992,66 ευρώ το 2014, 11.695,26 ευρώ το 2016). Οικογενειακές δαπάνες διαβίωσης περί τα 1.040 ευρώ μηνιαίως. Ακίνητο: οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα 114 τ.μ., 3ος όροφος, έτους 2002, κύρια κατοικία, αντικειμενικής αξίας 69.126,75 ευρώ. Εγγραφές προσημειώσεων: 03-06-2002 υπέρ πιστωτή στεγαστικού δανείου και 14-01-2003 υπέρ άλλου πιστωτή. Λοιπή περιουσία: Ι.Χ.Ε. BMW 1 Series, 1.596 κ.εκ., πρώτη άδεια 31-01-2006, αξίας < 6.500 ευρώ. Ο/η σύζυγος κατέχει αγροτεμάχιο 4.000 τ.μ. Οφειλές: καταναλωτικό 15.010,10 ευρώ και στεγαστικό 22.997,13 ευρώ (με εμπράγματη ασφάλεια στην κύρια κατοικία), δάνειο 96.708,76 ευρώ (οφειλέτης σύζυγος, εγγυητής οφειλέτης), καταναλωτικό 14.063,35 ευρώ (ασφάλεια στο αγροτεμάχιο του συζύγου), στεγαστικό 67.063,23 ευρώ (ασφάλεια στην κύρια κατοικία). Συνολικές οφειλές περίπου 215.842,57 ευρώ (βάσει αναλυτικών καταστάσεων 2013-2017).
Το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010 απαιτεί ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, να έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, η οποία κρίνεται από τη ρευστότητα (καθαρά εισοδήματα και ρευστοποιήσιμη περιουσία) σε συνάρτηση με τις βιοτικές ανάγκες. Το άρθρο 8 § 2 καθορίζει μηνιαίες καταβολές βάσει εισοδημάτων και αναγκών, ενώ το άρθρο 9 § 2 (προ ν. 4336/2015) επιτρέπει εξαίρεση κύριας κατοικίας με καταβολές έως 80% της αντικειμενικής αξίας και προνομιακή ικανοποίηση των εμπραγμάτων πιστωτών. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο οφειλέτης είχε καθαρές αποδοχές 972,64 ευρώ, ο/η σύζυγος εισοδήματα με μεγάλη πτώση μετά το 2010, κύρια κατοικία 114 τ.μ. αξίας 69.126,75 ευρώ με προσημειώσεις, Ι.Χ. μικρής αξίας, και συνολικές οφειλές άνω των 215.000 ευρώ. Προβλήθηκαν βιοτικές δαπάνες περί τα 1.040 ευρώ μηνιαίως. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια, έκρινε ότι η ουσιαστική αξιολόγηση της μόνιμης αδυναμίας απαιτεί ρητό προσδιορισμό της μηνιαίας δανειακής επιβάρυνσης προς αντιπαραβολή με καθαρά εισοδήματα και αναγκαίες δαπάνες· η έλλειψη αυτού καθιστά ανεξέλεγκτη την κρίση. Ως προς την εξαίρεση κατοικίας, έπρεπε να εφαρμοσθεί το άρθρο 9 § 2 όπως ίσχυε κατά την κατάθεση, ήτοι με προνομιακή ικανοποίηση, όχι σύμμετρη κατανομή μεταξύ εμπραγμάτων πιστωτών.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι: (α) η πρωτόδικη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως προς τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών: δεν προσδιορίστηκαν οι μηνιαίες υποχρεώσεις εξυπηρέτησης δανείων/καρτών ώστε να αντιπαραβληθούν με τα καθαρά εισοδήματα και τις βιοτικές δαπάνες, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010). (β) Εσφαλμένα εφαρμόστηκε το άρθρο 9 § 2 ν. 3869/2010 όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4336/2015, επιβάλλοντας σύμμετρη ικανοποίηση, ενώ εφαρμοστέα ήταν η προϊσχύουσα ρύθμιση (κατά τον χρόνο κατάθεσης) με προνομιακή ικανοποίηση των εμπραγμάτων πιστωτών, λαμβάνοντας υπόψη και την τάξη εγγραφής βαρών (σε συνάφεια με ΑΚ 1272, 1300). Συνεπώς η απόφαση αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε.
Δέχεται την από 21-2-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πύργου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 14/2018 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
917/2019
2019Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.5%
Οφειλέτης, εκτελωνιστής με πτωχευτική ικανότητα, κατείχε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του Β-3 διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού στον Δήμο, το οποίο χρησίμευε ως πρώτη κατοικία του. Το ακίνητο κατασχέθηκε για οφειλή ύψους 9.450 ευρώ. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 6-10-2010, η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης συντάχθηκε στις 15-10-2010 και μεταγράφηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο στις 19-10-2010. Το ιδανικό μερίδιο κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια αντί του ποσού των 16.310 ευρώ.
Το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010, κατά την αρχική του μορφή, απαγόρευε για έξι μήνες από τη δημοσίευσή του (3-8-2010 έως 3-2-2011) τον πλειστηριασμό ακινήτου που χρησίμευε ως πρώτη κατοικία μόνο για φυσικά πρόσωπα που στερούνταν πτωχευτικής ικανότητας, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου. Η προστασία επεκτάθηκε σε όλα τα φυσικά πρόσωπα ανεξαρτήτως πτωχευτικής ικανότητας με το άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 3986/2011, που τέθηκε σε ισχύ την 1-7-2011. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο οφειλέτης ασκούσε το επάγγελμα του εκτελωνιστή, επομένως είχε εμπορική ιδιότητα και πτωχευτική ικανότητα. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 6-10-2010, η κατακύρωση στις 15-10-2010 και η μεταγραφή στις 19-10-2010, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3986/2011 (1-7-2011). Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι κατά το χρονικό διάστημα του πλειστηριασμού ο οφειλέτης δεν καλυπτόταν από την απαγόρευση, αφού διέθετε πτωχευτική ικανότητα. Ο νεότερος νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ, καθώς δεν προβλέπει ρητώς ή σιωπηρώς την ανατροπή πράξεων που ολοκληρώθηκαν εγκύρως πριν τη δημοσίευσή του.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο πλειστηριασμός της 6-10-2010, η σύνταξη της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης στις 15-10-2010 και η μεταγραφή της στις 19-10-2010 ήταν έγκυρες πράξεις. Ο οφειλέτης, ως εκτελωνιστής με πτωχευτική ικανότητα, δεν καλυπτόταν από την απαγόρευση πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010, η οποία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα αφορούσε μόνο φυσικά πρόσωπα χωρίς πτωχευτική ικανότητα. Η επέκταση της προστασίας σε όλα τα φυσικά πρόσωπα με τον ν. 3986/2011 (ισχύς από 1-7-2011) δεν έχει αναδρομική εφαρμογή, καθώς δεν προβλέπεται ρητώς ή σιωπηρώς η ανατροπή πράξεων που ολοκληρώθηκαν εγκύρως πριν τη δημοσίευσή του, προστατεύοντας τα αποκτημένα δικαιώματα της υπερθεματίστριας.
Απορρίπτει την από 27-10-2017 αίτηση του Ε. Β. του Ι. για αναίρεση της 3594/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΣτΕ Ν59/2013
2013Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΔιοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 91.0%
Ο αιτών ήταν πρώην Επαγγελματίας Οπλίτης και κλήθηκε από τη Διοίκηση με Σημείωμα Κατάταξης της 19/1/2010 να καταταγεί στις 10/2/2010 για εκπλήρωση στρατιωτικής θητείας, βάσει διοικητικής πράξης και των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. δ΄ και παρ. 6 του ν. 2936/2001. Η Διοίκηση είχε αναστείλει την εκτέλεση του Σημειώματος με πράξη της 8/2/2010 μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κύριας υπόθεσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, η Επιτροπή Αναστολών μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση διοικητικής πράξης όταν εκκρεμεί κύρια αίτηση ακύρωσης και συντρέχουν λόγοι πιθανολόγησης ευδοκίμησης ή αποτροπής ανεπανόρθωτης βλάβης. Η αναστολή έχει προσωρινό χαρακτήρα και συνδέεται λειτουργικά με την εκκρεμότητα της κύριας δίκης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αιτών, ως πρώην ΕΠ-ΟΠ, είχε κληθεί με Σημείωμα Κατάταξης της 19/1/2010 να καταταγεί στις 10/2/2010, κατ’ επίκληση του άρθρου 13 ν. 2936/2001. Περαιτέρω, η Διοίκηση είχε ήδη αναστείλει την εκτέλεση του Σημειώματος από 8/2/2010 μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας αίτησης ακύρωσης, η οποία εκδόθηκε μεταγενέστερα (απόφαση 793/2013) απορρίπτοντας την αίτηση ακύρωσης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 52 π.δ/τος 18/1989, το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι μετά την τελεσίδικη κρίση επί της κύριας ακυρωτικής δίκης, η αίτηση αναστολής δεν μπορεί να υπηρετήσει τον προσωρινό σκοπό της και στερείται αντικειμένου, αφού δεν υπάρχει πλέον εκκρεμότητα που να δικαιολογεί αναστολή εκτέλεσης.
Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε διότι, μετά την έκδοση της απόφασης 793/2013 που απέρριψε την κύρια αίτηση ακύρωσης για τις ίδιες διοικητικές πράξεις, η αναστολή εκτέλεσης δεν έχει πλέον αντικείμενο. Η προσωρινή προστασία που παρέχεται κατ’ άρθρο 52 π.δ/τος 18/1989 προϋποθέτει εκκρεμότητα της κύριας δίκης, η οποία εξέλιπε.
Απορρίπτει την αίτηση.
ΣτΕ Ν343/2017
2017Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΔημόσια Υπηρεσία
Σχετικότητα: 90.7%
Έκτακτη Γενική Συνέλευση Συμβολαιογραφικού Συλλόγου αποφάσισε στις 27.11.2017 την αναστολή προηγούμενης αποχής από τη διενέργεια πλειστηριασμών που είχε αποφασισθεί στις 4.11.2017. Η αιτούσα επικαλέστηκε ότι η άρση της αποχής θα οδηγήσει σε διενέργεια πλειστηριασμών στις 29.11.2017 υπό συνθήκες με παρουσία αστυνομικών δυνάμεων, χρήση χημικών σε κλειστό χώρο και αποκλεισμό ενδιαφερομένων από τη δημόσια διαδικασία, καθώς και στη συνέχιση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών με αδιαφανή διαδικασία. Οι συμβολαιογράφοι ενεργούν ως υπάλληλοι των πλειστηριασμών κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τα καθήκοντά τους συνδέονται με την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989, η αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης χορηγείται σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης και εφόσον πιθανολογείται ειδική και προσωπική ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, μη δυνάμενη να αποτραπεί άλλως. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί αφορούν γενική βλάβη τρίτων (λοιπών συμβολαιογράφων και πολιτών) και τη λειτουργία των πλειστηριασμών, χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένη, άμεση και προσωπική βλάβη της αιτούσας από συμμετοχή της σε ορισμένο πλειστηριασμό. Επίσης, οι αναφορές σε ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς με «αδιαφανή» τρόπο και σε ενδεχόμενη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων δεν τεκμηριώνουν προσωπική ανεπανόρθωτη βλάβη. Εφαρμόζοντας το άρθρο 52 π.δ. 18/1989, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής, ιδίως λόγω αοριστίας των ισχυρισμών περί βλάβης και της έλλειψης ειδικής προσωπικής βλάβης. Επιπλέον, τα καθήκοντα των συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων των πλειστηριασμών υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον της αναγκαστικής εκτέλεσης που τελεί υπό δικαστικές εγγυήσεις, παρέχοντας σε όποιον έχει έννομο συμφέρον δυνατότητα αμφισβήτησης της νομιμότητας συγκεκριμένου πλειστηριασμού ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ήταν αόριστοι και δεν προσδιόριζαν ειδική, άμεση και προσωπική ανεπανόρθωτη βλάβη της αιτούσας από την εκτέλεση της αποφάσεως περί αναστολής της αποχής. Οι αναφορές σε γενική βλάβη τρίτων, σε ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς με «αδιαφανή» διαδικασία και σε ενδεχόμενη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων δεν στοιχειοθετούν προσωπική ανεπανόρθωτη βλάβη. Περαιτέρω, τα καθήκοντα των συμβολαιογράφων στην αναγκαστική εκτέλεση υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και τελούν υπό δικαστικές εγγυήσεις, επιτρέποντας την αμφισβήτηση της νομιμότητας συγκεκριμένου πλειστηριασμού ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής εκτελέσεως.
ΣτΕ Ν283/2012
2012Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.3%
Ο αιτών υπέβαλε αίτημα για υπαγωγή στο καθεστώς αντιρρησιών συνείδησης. Η διοικητική αρχή (Υπουργείο Εθνικής Άμυνας/ΓΕΕΘΑ/Διεύθυνση Στρατολογικού) με την απόφαση Φ.429.39/211/286348/1486/29.8.2011 απέρριψε το αίτημα.
Σύμφωνα με το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989, η Επιτροπή Αναστολών δύναται να αναστέλλει την εκτέλεση διοικητικής πράξης όταν πιθανολογείται ευδοκίμηση της κύριας αίτησης ακύρωσης και συντρέχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης, με ισχύ μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης στην κύρια δίκη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίδικη διοικητική πράξη συνίσταται στην απόρριψη αιτήματος υπαγωγής στο καθεστώς αντιρρησιών συνείδησης με απόφαση της 29.8.2011 του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι η υπ’ αρ. 2291/2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε ήδη απορρίψει την κύρια αίτηση ακύρωσης κατά της πράξης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 στα ως άνω, το δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον η κύρια δίκη έχει περατωθεί με απόρριψη, η αίτηση αναστολής στερείται αντικειμένου και δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, με συνέπεια την απόρριψή της και την παύση ισχύος της προσωρινής διαταγής.
Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε διότι, μετά την έκδοση της υπ’ αρ. 2291/2012 απόφασης που απέρριψε την αίτηση ακύρωσης κατά της προσβαλλόμενης πράξης, δεν υφίσταται πλέον αντικείμενο για την παρεπόμενη αναστολή. Ως συνέπεια, έπαυσε να ισχύει η προσωρινή διαταγή και διατάχθηκε η κατάπτωση του παραβόλου.
Απορρίπτει την κρινομένη αίτηση.
1627/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 90.1%
Οφειλέτης υπερχρεωμένος με οφειλές προς τέσσερα πιστωτικά ιδρύματα. Οι πιστωτικές συμβάσεις περιλάμβαναν δύο εγγυητές. Η περιουσία περιλαμβάνει κύρια κατοικία που εξυπηρετεί οικογενειακές στεγαστικές ανάγκες.
Το άρθρο 5 § 1 του ν. 3869/2010 προβλέπει υποχρεωτική επίδοση της αίτησης στους πιστωτές και στους εγγυητές, με συνέπεια ο εγγυητής να καθίσταται αυτοδικαίως διάδικος δεσμευόμενος από την απόφαση. Κατά τα άρθρα 748 § 3 και 760 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κλήτευση τρίτων με έννομο συμφέρον και εφαρμόζονται τα άρθρα 76-78 ΚΠολΔ για την αναγκαστική ομοδικία. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αρχική αίτηση του οφειλέτη (24/11/2014) επιδόθηκε στους εγγυητές, πλην για την αίτηση αναίρεσης (4/9/2023) δεν προσκομίστηκαν εκθέσεις επίδοσης προς αυτούς με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για τη συζήτηση. Οι εγγυητές δεν παρέστησαν, ενώ η κλήτευση αφορούσε μόνο τους πιστωτές και την προσθέτως παρεμβαίνουσα. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι, αφού οι εγγυητές είναι διάδικοι λόγω επίδοσης της αρχικής αίτησης του ν. 3869/2010, απαιτείται κλήτευσή τους και για την εκδίκαση της αναίρεσης. Ως εκ τούτου αναβλήθηκε η κρίση επί της αναίρεσης και διατάχθηκε η κλήτευσή τους, ενώ παρέλκει προσωρινά η έρευνα της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.
Η κρίση αναβλήθηκε διότι δεν αποδείχθηκε επίδοση της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, στους εγγυητές που είχαν καταστεί διάδικοι από την επίδοση της αρχικής αίτησης του ν. 3869/2010. Συνεπώς απαιτείται η κλήτευσή τους για τη νέα δικάσιμο και η εξέταση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέλκει.
Συνεκδικάζει: 1) την από 4/9/2023 (αριθμ. καταθ. 72/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 184/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και 2) την από 7/3/2025 (αριθμ. καταθ. 29/2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π" υπέρ της τέταρτης αναιρεσίβλητης. Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Διατάσσει την κλήτευση, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, των εγγυητών: 1) Θ. Γ. του Ι. και 2) Ν. Θ. του Δ.
ΣτΕ Α2251/2016
2016Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΦορολογικό Διοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.7%
Η Διοίκηση εξέδωσε ατομική ειδοποίηση στις 14.12.2001 για καταβολή ποσού από διαφυγόντες δασμούς, πολλαπλά τέλη και προσαυξήσεις. Ο αιτών υπέβαλε στις 30.4.2002 αίτηση αναστολής με αίτημα προσωρινής διαταγής, η οποία εκδόθηκε την ίδια ημέρα. Αντίγραφο της αίτησης με την καταχωρισμένη προσωρινή διαταγή εστάλη με τηλεομοιοτυπία στις 10.5.2002 και επιδόθηκε επισήμως στις 15.5.2002 στο αρμόδιο Τελωνείο. Παρά την ισχύ της προσωρινής διαταγής, στις 13.5.2002 συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του αιτούντος για την είσπραξη συνολικού ποσού άνω των δώδεκα εκατομμυρίων ευρώ. Η κατάσχεση βασίστηκε σε παραγγελία του Τελωνείου, μεταγενέστερη της αναστολής, στο πλαίσιο είσπραξης δημοσίων εσόδων κατά Κ.Ε.Δ.Ε.
Σύμφωνα με το άρθρο 204 § 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 § 2 του ν. 2915/2001, ο Πρόεδρος μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής που ισχύει έως την απόφαση επί της αίτησης αναστολής. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 202 § 1 και 205 ΚΔΔ, η διαταγή παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα. Κατά τα άρθρα 95 § 5 και 20 § 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του ν. 3068/2002, η Διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται με αποφάσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι εκδόθηκε στις 30.4.2002 προσωρινή διαταγή αναστολής της ατομικής ειδοποίησης, γνωστοποιηθείσα στο Τελωνείο με τηλεομοιοτυπία στις 10.5.2002 και επισήμως στις 15.5.2002. Παρά ταύτα, στις 13.5.2002 συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης για την ίδια οφειλή. Η εκτέλεση ελάμβανε χώρα στο πλαίσιο είσπραξης δημοσίων εσόδων, όπου εφαρμόζεται το Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974). Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι κατά τον χρόνο ισχύος της προσωρινής διαταγής απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης. Η υποχρέωση αποχής γεννάται από την έκδοση της διαταγής και αρκεί οποιοσδήποτε τρόπος γνώσης από τη Διοίκηση, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη νομότυπη κοινοποίηση. Ως εκ τούτου, η κατασχετήρια έκθεση που συντάχθηκε ενόσω ίσχυε η αναστολή ήταν μη νόμιμη.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης συντάχθηκε ενώ ίσχυε προσωρινή διαταγή αναστολής της ατομικής ειδοποίησης, γεγονός που καθιστά ανεπίτρεπτη κάθε πράξη εκτέλεσης κατά Κ.Ε.Δ.Ε. Η επίκληση ότι η αναστολή δεν επηρεάζει την κατάσχεση αλλά μόνο την περαιτέρω επίσπευση κρίθηκε αβάσιμη, καθώς η προσωρινή διαταγή παράγει έννομα αποτελέσματα από την έκδοσή της. Επίσης, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ότι απαιτείται νομότυπη κοινοποίηση της προσωρινής διαταγής στη Διοίκηση, αφού η υποχρέωση συμμόρφωσης γεννάται μόλις η Διοίκηση λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο.
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση, και Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
1508/2018
2018Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.7%
Οφειλέτης είχε υποστεί αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων του στις 6-6-2003 για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων τραπέζης ύψους 191.249,75 και 280.768,94 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ως ημέρα πλειστηριασμού ορίστηκε η 5-11-2003. Εκδόθηκε η 16/2007 απόφαση Ειρηνοδικείου που διέταξε την ανατροπή της κατάσχεσης λόγω παρέλευσης έτους. Η τράπεζα προέβη σε αναγγελία στις 2-4-2007 και κατέθεσε δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού στις 4-4-2007. Συντάχθηκε Δ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης στις 12-2007 και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 16-1-2008, με κατακύρωση των ακινήτων σε αγοραστή.
Το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνει το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η ανακοπή είναι παραδεκτή: α) αν αφορά στην εγκυρότητα του τίτλου ή στην προδικασία της εκτέλεσης, μέσα σε 15 ημέρες από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά στην εγκυρότητα πράξεων που έγιναν μετά την πρώτη πράξη ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, και γ) αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε 90 ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η ανακοπή κατατέθηκε στις 28-3-2008 και επιδόθηκε στις 11-4-2008 και 17-4-2008, μετά τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης της 16-1-2008. Δέχθηκε ότι οι λόγοι της ανακοπής αφορούσαν στο κύρος της αναγγελίας και της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, ήτοι σε πράξεις που διενεργήθηκαν μετά την πρώτη πράξη εκτέλεσης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι η ανακοπή έπρεπε να ασκηθεί το αργότερο μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης (σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού), και όχι εντός της προθεσμίας των 90 ημερών του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή. Η ένδικη ανακοπή, με την οποία ζητείται η ακύρωση των τελευταίων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και ειδικότερα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, και όχι των προγενεστέρων πράξεων για τις οποίες ο αναιρεσείων είχε ήδη ασκήσει ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή, καθόσον ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § 1 περ. γ' ΚΠολΔ (90 ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης).
Αναιρεί την 207/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάζει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
856/2014
2014Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.3%
Σύμβαση πώλησης ισογείου καταστήματος 99,20 τ.μ. με συμβολαιογραφικό έγγραφο του έτους 2004, με αναγραφόμενο τίμημα 72.941 ευρώ. Προφορική συμφωνία για πρόσθετο χώρο 120,80 τ.μ. χωρίς συμβολαιογραφικό τύπο. Έκδοση τεσσάρων τραπεζικών επιταγών συνολικής αξίας 130.000 ευρώ προς τον αντισυμβαλλόμενο. Το πραγματικό τίμημα για το κατάστημα ανερχόταν σε 440.000 ευρώ, λόγω θέσης στο κέντρο της πόλης με προσόψεις σε δύο οδούς. Κοινοποιήθηκε επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως στις 15-07-2011 με ορισμό πλειστηριασμού για 05-10-2011, ενώ ίσχυε αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού μέχρι 30-09-2011.
Το άρθρο 633 § 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 321, 330 και 935 ΚΠολΔ, καθιερώνει δεδικασμένο από διαταγή πληρωμής μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ανακοπής ή την τελεσίδικη απόρριψή της, το οποίο καλύπτει και ενστάσεις που μπορούσαν να προβληθούν. Παράλληλα, το άρθρο 1000 ΚΠολΔ ρυθμίζει την αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού, χωρίς να απειλεί ακυρότητα πράξεων εκτέλεσης, εκτός αν προκύπτει βλάβη κατά τα άρθρα 159 επ. ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επαναληπτική περίληψη κοινοποιήθηκε στις 15-07-2011 και ο πλειστηριασμός ορίστηκε για 05-10-2011, μετά τη λήξη της αναστολής (30-09-2011). Επίσης, στη σύμβαση πώλησης αναγράφεται τίμημα 72.941 ευρώ για 99,20 τ.μ., ενώ το πραγματικό τίμημα ήταν 440.000 ευρώ, και ο πρόσθετος χώρος 120,80 τ.μ. δεν είχε περιβληθεί συμβολαιογραφικό τύπο. Οι επιταγές ανέρχονταν συνολικά σε 130.000 ευρώ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η κοινοποίηση της επαναληπτικής περίληψης κατά την αναστολή ήταν επιτρεπτή, αφού ορίστηκε ημερομηνία μετά τη λήξη· ακυρότητα θα απαιτούσε αποδεδειγμένη βλάβη. Περαιτέρω, η ένσταση αδικαιολόγητου πλουτισμού/έλλειψης νόμιμης αιτίας είναι γνήσια και αυτοτελής, μπορούσε να προβληθεί στην προηγούμενη δίκη και καλύπτεται από δεδικασμένο. Η μεταγενέστερη διατύπωση αιτήματος δήλωσης βουλήσεως συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή βάσης (άρθρα 525, 526, 935 ΚΠολΔ).
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναιρέσεως διότι: (α) η κοινοποίηση επαναληπτικής περιλήψεως κατά την αναστολή του πλειστηριασμού ήταν νόμιμη, αφού ορίστηκε ημερομηνία μετά τη λήξη (30-09-2011) και ακυρότητα απαιτεί βλάβη (άρθρο 1000 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με 159 επ. ΚΠολΔ), (β) ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 ήταν απαράδεκτος επειδή ο σχετικός ισχυρισμός είχε απορριφθεί ως μη νόμιμος, (γ) η ένσταση περί αδικαιολόγητου πλουτισμού/έλλειψης νόμιμης αιτίας ήταν γνήσια και αυτοτελής, μπορούσε να προβληθεί στην προηγούμενη δίκη επί των διαταγών πληρωμής και καλύπτεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης (άρθρα 321, 330, 633 § 3 ΚΠολΔ), (δ) η εκ των υστέρων προβολή αιτήματος δήλωσης βουλήσεως περί αφέσεως χρέους συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή βάσης στην έφεση (άρθρα 525 § 2, 526 εδ. 1, 935 ΚΠολΔ), και (ε) ο πέμπτος λόγος ήταν αλυσιτελής λόγω αυτοτελούς κύριας αιτιολογίας που δεν πλήττεται επιτυχώς.
Απορρίπτει την από 06-09-2013 αίτηση του Α. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 27/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΣτΕ Α2250/2016
2016Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΦορολογικό Διοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.3%
Διοίκηση εξέδωσε ατομική ειδοποίηση στις 14.12.2001 για οφειλή από δασμούς, πολλαπλά τέλη και προσαυξήσεις, συνολικού ποσού περίπου 12.125.142,70 ευρώ. Από 30.4.2002 ίσχυε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης της ταμειακής βεβαίωσης/ατομικής ειδοποίησης. Η υπηρεσία έλαβε γνώση της διαταγής με τηλεομοιοτυπία στις 10.5.2002 και με κοινοποίηση αντιγράφου στις 15.5.2002. Στις 13.5.2002, ενόσω η προσωρινή διαταγή ήταν σε ισχύ, συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου προς είσπραξη ποσού περίπου 10.632.566,75 ευρώ, βάσει προγενέστερης παραγγελίας της τελωνειακής αρχής.
Σύμφωνα με το άρθρο 204 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η προσωρινή διαταγή αναστολής ισχύει έως την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αναστολής και δεσμεύει τη Διοίκηση. Κατά τα άρθρα 200, 201, 202 παρ. 1 και 205 ΚΔΔ, η αναστολή χορηγείται για αποτροπή ανεπανόρθωτης βλάβης και αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Επιπλέον, το άρθρο 95 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του ν. 3068/2002 επιβάλλουν συμμόρφωση σε αποφάσεις προσωρινής προστασίας, ενώ κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε. δεν επιτρέπονται μέτρα εκτέλεσης όταν υφίσταται αναστολή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε εκδοθεί ατομική ειδοποίηση στις 14.12.2001 για οφειλή από τελωνειακές επιβαρύνσεις και από 30.4.2002 ίσχυε προσωρινή διαταγή αναστολής της εκτέλεσης. Η υπηρεσία έλαβε γνώση της διαταγής μέσω τηλεομοιοτυπίας στις 10.5.2002 και με κοινοποίηση στις 15.5.2002. Παρά ταύτα, στις 13.5.2002 συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου προς είσπραξη της οφειλής. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η ισχύς της προσωρινής διαταγής από τον χρόνο έκδοσής της καθιστά ανεπίτρεπτη κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της κατάσχεσης. Η υποχρέωση συμμόρφωσης γεννάται με οποιονδήποτε τρόπο γνώσης και δεν απαιτείται νομότυπη επίδοση. Ως εκ τούτου, οι αντίθετοι ισχυρισμοί της Διοίκησης κρίθηκαν αβάσιμοι.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης συντάχθηκε ενώ ίσχυε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης της ταμειακής βεβαίωσης/ατομικής ειδοποίησης, γεγονός που κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε. καθιστά ανεπίτρεπτη κάθε πράξη διοικητικής εκτέλεσης. Περαιτέρω, η προσωρινή διαταγή παράγει έννομα αποτελέσματα από τον χρόνο έκδοσής της και η Διοίκηση οφείλει να απέχει από ενέργειες εκτέλεσης μόλις λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη νομότυπη επίδοση. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί ότι η διαταγή δεν επηρεάζει το κύρος της κατάσχεσης ή ότι απαιτείται επίδοση με δικαστικό επιμελητή απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι.
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση, και Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
ΣτΕ Α2252/2016
2016Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΦορολογικό Διοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.3%
Εκδόθηκε ατομική ειδοποίηση από Τελωνειακή Αρχή στις 14.12.2001 για καταβολή ποσού 4.131.642.381 δρχ. (12.125.142,70 ευρώ), καταλογισθέν ως διαφυγόντες δασμοί, λοιπές επιβαρύνσεις, πολλαπλά τέλη και προσαυξήσεις. Από 30.4.2002 ίσχυε προσωρινή διαταγή αναστολής της εκτέλεσης της είσπραξης. Η Διοίκηση έλαβε γνώση της διαταγής μέσω τηλεομοιοτυπίας στις 10.5.2002 και με επίδοση αντιγράφου στις 15.5.2002. Στις 13.5.2002, παρά την ισχύ της αναστολής, συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του οφειλέτη, κατόπιν παραγγελίας της 12.4.2002, για ικανοποίηση απαίτησης συνολικού ποσού 10.632.566,75 ευρώ. Το εφαρμοστέο πλαίσιο ήταν οι διατάξεις του ΚΔΔ για την αναστολή και του ΚΕΔΕ για τη διοικητική εκτέλεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 204 § 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 § 2 του ν. 2915/2001, η προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης ισχύει έως την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αναστολής και παράγει έννομα αποτελέσματα από την έκδοσή της. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 201, 202 § 1 και 205 ΚΔΔ και τα άρθρα 95 § 5 και 20 § 1 του Συντάγματος και 1 ν. 3068/2002, η Διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται και να απέχει από εκτέλεση. Κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) δεν επιτρέπονται μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης όσο υφίσταται αναστολή της ταμειακής βεβαίωσης ή της ατομικής ειδοποίησης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι εκδόθηκε ατομική ειδοποίηση από Τελωνειακή Αρχή στις 14.12.2001 για οφειλή από διαφυγόντες δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις. Στις 30.4.2002 ίσχυσε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης της είσπραξης. Η Διοίκηση ενημερώθηκε με τηλεομοιοτυπία στις 10.5.2002 και έλαβε επίδοση αντιγράφου στις 15.5.2002. Παρά ταύτα, στις 13.5.2002 συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του οφειλέτη, βάσει προγενέστερης παραγγελίας. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο εφάρμοσε την αρχή ότι η προσωρινή διαταγή δεσμεύει τη Διοίκηση από τον χρόνο έκδοσης και ότι η γνώση της μπορεί να προκύψει με οποιονδήποτε τρόπο. Έκρινε ότι κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της αναστολής ήταν ανεπίτρεπτη η λήψη οποιουδήποτε μέτρου εκτέλεσης κατά ΚΕΔΕ, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης κατάσχεσης. Ως εκ τούτου, η κατάσχεση που συντάχθηκε στις 13.5.2002 ήταν μη νόμιμη, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης νομότυπης επίδοσης.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι η επίδικη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης συντάχθηκε ενώ ίσχυε προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης της ταμειακής βεβαίωσης ή/και της ατομικής ειδοποίησης, οπότε κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ ήταν ανεπίτρεπτη η λήψη οποιουδήποτε μέτρου διοικητικής εκτέλεσης. Η προσωρινή διαταγή παράγει έννομα αποτελέσματα από την έκδοσή της και η Διοίκηση οφείλει να απέχει από εκτέλεση μόλις λάβει γνώση, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη νομότυπη κοινοποίηση· αρκεί η γνώση με οποιονδήποτε τρόπο. Οι ισχυρισμοί ότι η αναστολή δεν επηρεάζει το κύρος της κατάσχεσης ή ότι απαιτείται νομότυπη επίδοση για τη συμμόρφωση κρίθηκαν αβάσιμοι.
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση, και Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
956/2011
2011Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 89.1%
Επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε ακίνητο οφειλέτη (οικόπεδο 850 τ.μ.). Προγενέστερη διορθωτική ρύθμιση είχε καθορίσει αξία 200.000.000 δρχ. και τιμή πρώτης προσφοράς 100.000.000 δρχ. Σε επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης αναγράφηκαν μειωμένες τιμές (αξία 100.000.000 δρχ., πρώτη προσφορά 50.000.000 δρχ.). Υπήρχε σε ισχύ αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης ως προς προηγούμενη κατασχετήρια πράξη, ενώ ο επισπεύδων παραιτήθηκε από την προηγούμενη περίληψη και έδωσε εντολή συνέχισης με νέα πράξη. Στις δημοσιεύσεις της περίληψης στον τύπο (12-7-1996) και στην έκθεση πλειστηριασμού/κατακύρωσης χρησιμοποιήθηκε η ορθή τιμή πρώτης προσφοράς (100.000.000 δρχ.), την οποία εκφώνησε και ο κήρυκας κατά την έναρξη του πλειστηριασμού.
Το άρθρο 999 § 4 ΚΠολΔ επιβάλλει ακυρότητα του πλειστηριασμού όταν δεν τηρηθούν οι οριζόμενες διατυπώσεις, περιλαμβανομένης της εμπρόθεσμης επίδοσης της περίληψης στον οφειλέτη. Η εσφαλμένη αναγραφή τιμής πρώτης προσφοράς δεν εμπίπτει στην αυτοδίκαιη ακυρότητα του άρθρου 999 § 4, αλλά κρίνεται κατά το άρθρο 159 § 3 ΚΠολΔ, απαιτώντας βλάβη του διαδίκου. Επίσης, το άρθρο 939 § 2 ΚΠολΔ απαγορεύει πράξεις εκτέλεσης κατά τη διάρκεια αναστολής, ενώ κατά το άρθρο 927 ΚΠολΔ ο επισπεύδων μπορεί να παραιτηθεί από πράξεις εκτέλεσης και να δώσει νέα εντολή. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης αναγράφηκαν μειωμένες τιμές (100.000.000 δρχ. αξία, 50.000.000 δρχ. πρώτη προσφορά) έναντι των διορθωμένων (200.000.000 δρχ. και 100.000.000 δρχ.), για οικόπεδο 850 τ.μ. Ωστόσο, στις δημοσιεύσεις (12-7-1996) και στην έκθεση πλειστηριασμού περιλήφθηκε η ορθή τιμή πρώτης προσφοράς 100.000.000 δρχ., την οποία εκφώνησε ο κήρυκας. Παράλληλα, υπήρχε αναστολή ως προς προηγούμενη εκτέλεση, αλλά ο επισπεύδων είχε παραιτηθεί από την προηγούμενη περίληψη και έδωσε νέα εντολή συνέχισης. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο εξέτασε αν η ελαττωματικότητα της επαναληπτικής περίληψης προκάλεσε ανεπανόρθωτη βλάβη. Εφόσον οι ενδιαφερόμενοι πληροφορήθηκαν και χρησιμοποιήθηκε η ορθή τιμή στον πλειστηριασμό, δεν διαπιστώθηκε βλάβη. Ως προς την πράξη εκτέλεσης κατά την αναστολή, η παραίτηση από την προηγούμενη εκτέλεση επέτρεψε τη νόμιμη συνέχιση με νέα περίληψη.
Απορρίφθηκε ο λόγος περί ακυρότητας της επαναληπτικής περίληψης λόγω αναστολής, διότι ο επισπεύδων είχε παραιτηθεί από την προηγούμενη εκτέλεση και νομίμως συνέχισε με νέα πράξη. Απορρίφθηκε ο λόγος περί εσφαλμένης τιμής πρώτης προσφοράς, επειδή η ελαττωματικότητα δεν συνεπάγεται αυτοδίκαιη ακυρότητα και δεν αποδείχθηκε βλάβη, αφού στις δημοσιεύσεις και στον πλειστηριασμό χρησιμοποιήθηκε η ορθή τιμή των 100.000.000 δρχ. Απορρίφθηκαν οι λόγοι περί μη συμμόρφωσης στην 917/2002 και μη λήψης αποδεικτικών, διότι το εφετείο συμμορφώθηκε ως προς τα κρίσιμα έγγραφα και έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα.
Απορρίπτει την από 20-7-2007 αίτηση για αναίρεση της 663/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτης και έκτου αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για το δεύτερο, σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους τρίτο και τέταρτο και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους πέμπτη και έκτο.
1354/2024
2024Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.6%
Ακίνητο (διαμέρισμα) της αποκλειστικής κυριότητας οφειλέτη εκπλειστηριάστηκε στις 9-3-2011 κατόπιν αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύσθηκε από πιστωτή. Άλλος δανειστής αναγγέλθηκε στις 21-3-2011 για συνολική απαίτηση 63.207,98 ευρώ, στηριζόμενη σε εκτελεστό τίτλο που είχε επιδοθεί στον οφειλέτη στις 13-2-2006. Το πλειστηρίασμα αποδείχθηκε ανεπαρκές και συντάχθηκε πίνακας κατάταξης, στον οποίο ο αναγγελθείς δανειστής κατατάχθηκε σύμμετρα για ποσό 53.816,44 ευρώ. Ο οφειλέτης αμφισβητούσε μερικά κονδύλια που περιλήφθηκαν στην αναγγελία και διατηρούσε χρηματικές ανταπαιτήσεις έναντι του αναγγελθέντος δανειστή, συνολικού ύψους 27.381,55 ευρώ, προερχόμενες από παλαιότερες συναλλαγές, κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, βάσει τελεσίδικων κρίσεων.
Το άρθρο 972 §1 ΚΠολΔ προβλέπει το δικαίωμα των δανειστών να αναγγείλουν την απαίτησή τους και ορίζει το περιεχόμενο και την προθεσμία της αναγγελίας, ενώ το άρθρο 971 ΚΠολΔ ρυθμίζει την ανακοπή του καθ’ ου η εκτέλεση κατά της αναγγελίας έως την ημέρα της διανομής. Το άρθρο 933 ΚΠολΔ επιτρέπει ανακοπή κατά πράξεων της εκτέλεσης, και τα άρθρα 971 §3 και 980 §2 ΚΠολΔ καθιερώνουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η αναγγελία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία της απαίτησης και τυχόν προνόμιο (άρθρο 118 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ακίνητο του οφειλέτη εκπλειστηριάστηκε στις 9-3-2011, ότι δανειστής αναγγέλθηκε στις 21-3-2011 για 63.207,98 ευρώ βάσει εκτελεστού τίτλου, και ότι, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος, συντάχθηκε πίνακας κατάταξης, όπου ο αναγγελθείς κατατάχθηκε σύμμετρα για 53.816,44 ευρώ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι όταν μετά τον πλειστηριασμό προκύπτει ανεπάρκεια πλειστηριάσματος και συντάσσεται πίνακας, η προσβολή της αναγγελίας από τον καθ’ ου μπορεί να εκτιμηθεί ως ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ με το ανασταλτικό αποτέλεσμα των άρθρων 971 §3 και 980 §2, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των άρθρων 20 §1 Σ και 6 §1 ΕΣΔΑ μέσω ουσιαστικής εξέτασης των λόγων.
Το ανώτερο δικαστήριο δέχθηκε ότι το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρα 20 §1 Σ και 6 §1 ΕΣΔΑ), σε συνδυασμό με τα άρθρα 933, 971 και 972 ΚΠολΔ, επιβάλλει την ουσιαστική εξέταση της προσβολής της αναγγελίας ως ανακοπής του άρθρου 933, όταν μετά τον πλειστηριασμό αποδεικνύεται ανεπάρκεια πλειστηριάσματος και έχει συνταχθεί πίνακας κατάταξης. Η απορριπτική κρίση του Εφετείου, στηριγμένη στην ανεπάρκεια του πλειστηριάσματος και στη σύνταξη πίνακα (κατάταξη του αναγγελθέντος για 53.816,44 ευρώ έναντι 63.207,98 ευρώ), συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων, διότι απέκλεισε αδικαιολόγητα την εκτίμηση της προσβολής ως ανακοπής του άρθρου 933 με το ανασταλτικό αποτέλεσμα των άρθρων 971 §3 και 980 §2. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ κρίθηκε βάσιμος.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2448/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
1101/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.6%
Πιστωτής είχε χορηγήσει πίστωση μέσω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού με ανώτατο όριο που αυξήθηκε έως 650.000 ευρώ. Ο οφειλέτης είχε εγγυηθεί ως αυτοφειλέτης και το χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε σε 331.667,78 ευρώ στις 29-1-2009. Ο πιστωτής πέτυχε απόφαση για προσημείωση υποθήκης και την κατέγραψε στις 16-6-2009 μέχρι ποσού 300.000 ευρώ. Προγενέστερα, άλλο δανειστής είχε επιβάλει κατάσχεση στις 9-4-2009 και διενήργησε πλειστηριασμό στις 20-5-2009 για απαίτηση 180.287,62 ευρώ (κεφάλαιο 150.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων). Αναδείχθηκε υπερθεματιστής τρίτος και μεταγράφηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης στις 17-6-2009. Ο πρώτος πιστωτής δεν προέβη σε αναγγελία της απαίτησής του στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας και κατά τον χρόνο κατάσχεσης και πλειστηριασμού ήταν απλός εγχειρόγραφος δανειστής, χωρίς εμπράγματη ασφάλεια.
Το άρθρο 933 § 1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι αντιρρήσεις κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης ασκούνται με ανακοπή από τον καθού και κάθε δανειστή που έχει έννομο συμφέρον. Σε συνδυασμό με το άρθρο 972 § 1 ΚΠολΔ, η αναγγελία της απαίτησης πρέπει να επιδοθεί εντός 15 ημερών από τον πλειστηριασμό, ενώ κατά το άρθρο 151 ΚΠολΔ η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας επιφέρει έκπτωση. Ο ενυπόθηκος/προσημειούχος δανειστής προστατεύεται ειδικά από τα άρθρα 995 § 3, 999 §§ 3-4 και 1005 § 3 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο δανειστής είχε απαίτηση από αλληλόχρεο λογαριασμό (χρεωστικό υπόλοιπο 331.667,78 ευρώ), με προσημείωση που μεταγράφηκε στις 16-6-2009 έως 300.000 ευρώ. Η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 9-4-2009 και ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 20-5-2009 για απαίτηση 180.287,62 ευρώ, με ανάδειξη υπερθεματιστή και μεταγραφή στις 17-6-2009. Δεν έγινε αναγγελία της απαίτησης εντός 15 ημερών. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, έκρινε ότι ως μη αναγγελθείς απλός εγχειρόγραφος δανειστής, ο αιτών εξέπεσε από το δικαίωμα συμμετοχής στη διανομή και στερήθηκε εννόμου συμφέροντος να προσβάλει τον πλειστηριασμό. Δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ενυπόθηκο/προσημειούχο δανειστή λόγω των ειδικών κοινοποιήσεων και της απόσβεσης υποθηκών κατά το άρθρο 1005 § 3. Η επίκληση του άρθρου 20 § 1 Συντ. απορρίφθηκε, διότι οι προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας προσδιορίζονται νομοθετικά.
Η ανακοπή ήταν απαράδεκτη διότι ο δανειστής, ως απλός εγχειρόγραφος κατά τον χρόνο κατάσχεσης και πλειστηριασμού, δεν επικαλέστηκε ούτε πραγματοποίησε εμπρόθεσμη αναγγελία της απαίτησής του εντός 15 ημερών (άρθρα 972 §1 και 151 ΚΠολΔ), με συνέπεια έλλειψη εννόμου συμφέροντος για προσβολή του πλειστηριασμού. Η εξομοίωση με ενυπόθηκο/προσημειούχο δανειστή απορρίφθηκε, καθώς οι ειδικές διατάξεις 995 §3, 999 §§3-4 και 1005 §3 ΚΠολΔ αφορούν προστασία λόγω κοινοποιήσεων και απόσβεσης εμπράγματων ασφαλειών. Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ κρίθηκε αβάσιμος και ο ισχυρισμός παραβίασης του άρθρου 20 §1 Συντ. απορρίφθηκε, αφού οι ως άνω προϋποθέσεις δεν περιορίζουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας αλλά καθορίζουν το παραδεκτό.
Απορρίπτει την από 4-3-2015 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία … για αναίρεση της υπ' αριθ. 85/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
606/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.5%
Ομόρρυθμη εταιρεία δανειοδοτήθηκε από πιστωτικό ίδρυμα με σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, την οποία δύο φυσικά πρόσωπα υπέγραψαν ως εγγυητές. Η δανειστική σύμβαση έκλεισε οριστικά στις 13-6-1996 με χρεωστικό κατάλοιπο 24.264.022 δραχμών ή 71.207,69 ευρώ. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής για την απαίτηση αυτή. Επιβλήθηκε κατάσχεση σε ισόγειο κατάστημα ιδιοκτησίας των εγγυητών και ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 1-10-2008. Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους οφειλέτες δύο φορές χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή.
Το άρθρο 30 παρ. 8 του ν. 2789/2000 ορίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν επηρεάζουν όσα κρίθηκαν τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν στον Άρειο Πάγο κατά την ψήφιση του νόμου. Η διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου μετά την άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών άσκησης ανακοπής κατά τα άρθρα 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης όταν οι παραδοχές της είναι ασαφείς ή αντιφατικές. Το Εφετείο δέχθηκε ότι η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στις 14-4-1999 και στις 20-5-1997, αλλά ανέφερε ως αποδεικτικά στοιχεία εκθέσεις επίδοσης με ημερομηνίες 1999 και 2006. Επίσης, ανέφερε πιστοποιητικό μη άσκησης ανακοπής με ημερομηνία έκδοσης προγενέστερη των επιδόσεων της διαταγής πληρωμής. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι χρονικές αντιφάσεις καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της τελεσιδικίας της διαταγής πληρωμής, αφού δεν προκύπτει σαφώς πότε επιδόθηκε η διαταγή και αν ασκήθηκε ανακοπή.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι το Εφετείο υπέπεσε σε έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθώς διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της συνδρομής της προϋπόθεσης της τελεσιδικίας της διαταγής πληρωμής. Συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ότι η διαταγή επιδόθηκε στις 14-4-1999 και 20-5-1997, ανέφερε εκθέσεις επίδοσης με ημερομηνίες 1999 και 2006, και πιστοποιητικό μη άσκησης ανακοπής με ημερομηνία προγενέστερη των επιδόσεων. Έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν συνέτρεχε η απαιτούμενη κατά το άρθρο 30 παρ. 8 του ν. 2789/2000 προϋπόθεση εξαίρεσης από την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Αναιρεί την 438/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν. Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
ΣτΕ Α2253/2016
2016Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΦορολογικό Διοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.3%
Εκδόθηκε ατομική ειδοποίηση από Τελωνειακή αρχή στις 14.12.2001 για καταβολή ποσού 12.125.142,70 ευρώ λόγω διαφυγόντων δασμών, λοιπών επιβαρύνσεων, πολλαπλών τελών και προσαυξήσεων. Ήταν σε ισχύ προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης από 30.4.2002, που κοινοποιήθηκε με τηλεομοιοτυπία σε υπάλληλο της Τελωνειακής αρχής στις 10.5.2002 και επιδόθηκε αντίγραφο στο Τελωνείο στις 15.5.2002. Παρά ταύτα, στις 13.5.2002 συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του οφειλέτη, κατ’ εκτέλεση παραγγελίας της 12.4.2002, για ικανοποίηση απαιτήσεως ύψους 10.632.566,75 ευρώ. Η διαδικασία ανήκε στην είσπραξη δημοσίων εσόδων κατά τον ΚΕΔΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 200 και το άρθρο 204 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), η προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης εκδίδεται από τον Πρόεδρο και ισχύει έως την απόφαση επί της αίτησης αναστολής, παράγοντας έννομα αποτελέσματα από την έκδοσή της. Κατά το άρθρο 205, η αναστολή καταλαμβάνει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης σε τέτοιες αποφάσεις κατοχυρώνεται από το άρθρο 95 παρ. 5 και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχε σε ισχύ προσωρινή διαταγή από 30.4.2002 επί της ατομικής ειδοποίησης, ότι η Τελωνειακή αρχή έλαβε γνώση μέσω τηλεομοιοτυπίας στις 10.5.2002 και επιδόθηκε αντίγραφο στις 15.5.2002, πλην όμως στις 13.5.2002 συνετάγη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου για την είσπραξη τελωνειακών επιβαρύνσεων ύψους 10.632.566,75 ευρώ. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι κατά το διάστημα ισχύος της προσωρινής διαταγής ήταν ανεπίτρεπτη η λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τον ΚΕΔΕ. Η Διοίκηση όφειλε να απέχει αμέσως από κάθε εκτελεστική ενέργεια μόλις λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να απαιτείται νομότυπη κοινοποίηση, και η κατασχετήρια έκθεση που συνετάγη ενόσω ίσχυε η αναστολή ήταν μη νόμιμη.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι η κατασχετήρια έκθεση συντάχθηκε ενώ ίσχυε προσωρινή διαταγή αναστολής της εκτέλεσης της ταμειακής βεβαίωσης/ατομικής ειδοποίησης, οπότε, κατά τον ΚΕΔΕ και τα άρθρα 200, 204 και 205 ΚΔΔ, ήταν ανεπίτρεπτη κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης. Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι η αναστολή εμπόδιζε μόνο την περαιτέρω επίσπευση (πρόγραμμα πλειστηριασμού), καθώς η απαγόρευση καταλαμβάνει και την έκδοση κατασχετήριας έκθεσης. Τέλος, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί ανάγκης νομότυπης κοινοποίησης, διότι η προσωρινή διαταγή παράγει έννομα αποτελέσματα από την έκδοσή της και η Διοίκηση οφείλει να συμμορφωθεί μόλις λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο.
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση, και Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
9/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.3%
Οφειλέτης ιδιοκτήτης διαμερίσματος στον τέταρτο όροφο, αποκτηθέν με αποδοχή κληρονομιάς το 1993. Πιστωτής με εξασφάλιση προσημείωσης που μετατράπηκε σε υποθήκη στις 7-12-1998 κατά το άρθρο 1277 ΑΚ. Διαδικασία εκτέλεσης με δήλωση συνέχισης στις 18-7-2000 και πλειστηριασμό στις 20-9-2000. Εκτίμηση ακινήτου 45.000.000 δρχ., τιμή πρώτης προσφοράς 22.500.000 δρχ., κατακύρωση 42.365.000 δρχ. Οφειλή από διαταγή πληρωμής 28.006.947 δρχ., ήδη εισπραχθέν 16.256.627 δρχ., υπόλοιπο 12.094.770 δρχ. (35.594,55 ευρώ) συν νόμιμους τόκους και έξοδα. Πραγματική αξία ακινήτου κατά 25-5-2011 117.029,93 ευρώ, υπολογισθείσα με βάση αντικειμενική 195.049,89 ευρώ και μείωση 40%. Από το εκπλειστηρίασμα ικανοποιήθηκε οφειλή 57.693,41 ευρώ. Υπολογισθείσα θετική ζημία 59.336,52 ευρώ και πρόσθετη ηθική βλάβη 10.000 ευρώ λόγω στέρησης κατοικίας.
Το άρθρο 934 § 1 ΚΠολΔ ορίζει την προθεσμία ανακοπής για ακύρωση πράξεων εκτέλεσης και, σε συνδυασμό με τα άρθρα 933 και 937 § 1 αριθ. 3 ΚΠολΔ, τη διαπλαστική ενέργεια και την αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων άκυρων πράξεων. Παράλληλα, το άρθρο 914 ΑΚ θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου συμπεριφοράς, ενώ οι διατάξεις 972 ΚΠολΔ ρυθμίζουν τις συνέπειες κατάσχεσης και αναγγελιών. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο πλειστηριασμός της 20-9-2000 διενεργήθηκε βάσει δήλωσης συνέχισης της 18-7-2000, ενώ υπήρχε πρωτοπραξία άλλου δανειστή. Η απαίτηση του επισπεύδοντος ανερχόταν σε 12.094.770 δρχ. (35.594,55 ευρώ) υπολειπόμενη, και το ακίνητο είχε πραγματική αξία 117.029,93 ευρώ (με αντικειμενική 195.049,89 ευρώ και μείωση 40%). Από το εκπλειστηρίασμα ικανοποιήθηκε οφειλή 57.693,41 ευρώ, με θετική ζημία 59.336,52 ευρώ και εύλογη χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ. Εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, έκρινε ότι η άκυρη δήλωση συνέχισης καθιστά την εκτέλεση άδικη και θεμελιώνει ευθύνη κατά το άρθρο 914 ΑΚ, ανεξάρτητα από την τύχη τυχόν ανακοπών. Ως εκ τούτου, η ουσιαστική υπαγωγή του Εφετείου ήταν ορθή, δεν παραβιάστηκε το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπήρχε έλλειψη νόμιμης βάσης κατά 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ενώ ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης υπαιτιότητας συνιστούσε άρνηση και δεν συγκροτούσε «πράγμα» κατά 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Η αναίρεση απορρίφθηκε διότι το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 932, 298, 299 ΑΚ και 972 επ. ΚΠολΔ, θεμελιώνοντας αδικοπρακτική ευθύνη από άδικη εκτέλεση βάσει άκυρης δήλωσης συνέχισης, με πλήρεις και σαφείς παραδοχές ως προς την αξία του ακινήτου (117.029,93 ευρώ), την ικανοποιηθείσα οφειλή (57.693,41 ευρώ) και τη ζημία (59.336,52 ευρώ + 10.000 ευρώ). Δεν προέκυψε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), ούτε έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ κρίθηκε απαράδεκτος, επειδή ο ισχυρισμός περί έλλειψης υπαιτιότητας συνιστούσε απλή άρνηση της αγωγής και δεν αποτελεί «πράγμα». Ως εκ τούτου, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για την απόρριψη της αίτησης και τη διαταγή εισαγωγής του παραβόλου και καταδίκη στα έξοδα.
Απορρίπτει την από 15-2-2014 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 481/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου [4939255/2014 διπλοτύπου εισπράξεως, ΤΥΠΟΥ Α'] στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια [2.700] Ευρώ.
949/2021
2021Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 88.0%
Υπάλληλος συνταξιοδοτήθηκε από το ΠΙΚΠΑ στις 31.3.1991 και δικαιώθηκε διαφορά εφάπαξ βοηθήματος ποσού 2.500.140 δραχμών με αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. Το ΠΙΚΠΑ συγχωνεύθηκε στον Ε.Ο.Κ.Φ. με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2646/1998. Έλαβε διαταγή πληρωμής 2062/2003 και επέδωσε αντίγραφο με επιταγή στον Ε.Ο.Κ.Φ. στις 24.3.2003. Στις 22.7.2003 κατέσχεσε οικόπεδο εκτάσεως 831,89 τ.μ. του Ε.Ο.Κ.Φ. Ο Ε.Ο.Κ.Φ. καταργήθηκε στις 10.8.2003 με το άρθρο 5 ν. 3106/2003. Η κυριότητα της ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Κ.Φ. περιήλθε στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας με το άρθρο 21 παρ. 2α ν. 3172/2003, χωρίς ρύθμιση για διαδοχή στις υποχρεώσεις. Επιδόθηκε Α' Επαναληπτική Περίληψη Κατασχετήριας Έκθεσης στο Ελληνικό Δημόσιο στις 13.10.2003 ως διάδοχο του Ε.Ο.Κ.Φ. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 10.12.2003 και η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης μετεγράφη στις 8.1.2004. Το Δημόσιο υπεισήλθε στις υποχρεώσεις του Ε.Ο.Κ.Φ. στις 24.12.2003.
Το άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ ορίζει ότι η ανακοπή που αφορά στην εγκυρότητα πράξεων εκτέλεσης από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και πέρα ή στην απαίτηση, ασκείται έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Τα ελαττώματα που αφορούν την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης εντάσσονται στην ύλη του ουσιαστικού δικαίου και εφαρμόζεται η προθεσμία της παραγράφου 1β, η οποία έχει καταληκτικό σημείο την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο λόγος ανακοπής περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του Δημοσίου ως διαδόχου του Ε.Ο.Κ.Φ. προβλήθηκε μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού στις 10.12.2003, ενώ έπρεπε να ασκηθεί έως την έναρξη αυτού. Επίσης, δέχτηκε ότι δεν προβλήθηκε ότι οι υπερθεματιστές είχαν γνώση της προφορικής συμφωνίας για αναστολή του πλειστηριασμού. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι ο λόγος ανακοπής περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ήταν απαράδεκτος λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Περαιτέρω, εφαρμόζοντας το άρθρο 281 ΑΚ, απέρριψε τον λόγο περί καταχρηστικής διενέργειας πλειστηριασμού, καθώς δεν προβλήθηκε γνώση των υπερθεματιστών.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο λόγος ανακοπής περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του Δημοσίου ως διαδόχου του Ε.Ο.Κ.Φ. προβλήθηκε εκπρόθεσμα, μετά την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (πλειστηριασμού στις 10.12.2003), ενώ έπρεπε να ασκηθεί έως την έναρξη αυτής κατά το άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο λόγος περί καταχρηστικής διενέργειας του πλειστηριασμού απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμος, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλέστηκε ότι οι υπερθεματιστές, που κυρίως ζημιώνονται από την ακύρωση, είχαν γνώση της προφορικής συμφωνίας για αναστολή του πλειστηριασμού.
Απορρίπτει την από 9-2-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της 6815/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
311/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 87.9%
Οφειλέτες με εμπορική ιδιότητα και πτωχευτική ικανότητα είχαν ληξιπρόθεσμες δόσεις δανείου για σχεδόν ένα έτος και δήλωσαν μόνιμη οικονομική αδυναμία. Απευθύνθηκαν στην πιστώτρια τράπεζα ζητώντας εξωδικαστική ρύθμιση, καταθέτοντας οικονομικά στοιχεία που τους ζητήθηκαν. Η απαίτηση ήταν ληξιπρόθεσμη και μεγάλου ύψους και είχε εξασφαλιστεί με προσημείωση υποθήκης σε αγροτεμάχιο. Η κύρια κατοικία τελούσε υπό προσωρινή νομοθετική προστασία από πλειστηριασμό έως 31-12-2012, ενώ σε περίπτωση δικαστικής ρύθμισης χρεών προβλέπεται ρευστοποίηση της λοιπής ακίνητης περιουσίας. Η τράπεζα είχε εκδηλώσει πρόθεση διερεύνησης ρύθμισης, χωρίς να παράσχει διαβεβαιώσεις αποχής από ενέργειες είσπραξης.
Το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού/οικονομικού σκοπού του. Καταχρηστικότητα απαιτεί προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή ειδικές περιστάσεις που δημιούργησαν ευλόγως στον υπόχρεο την πεποίθηση μη άσκησης του δικαιώματος και αιτιώδη σύνδεσμο με επαχθείς συνέπειες. Κατά το άρθρο 933 §4 ΚΠολΔ η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ προτείνεται στη δίκη εκτέλεσης με άμεση απόδειξη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι οφειλέτες καθυστερούσαν περίπου ένα έτος τις δόσεις, επικαλέστηκαν μόνιμη αδυναμία πληρωμής και ζήτησαν από την τράπεζα εξωδικαστική ρύθμιση. Η απαίτηση ήταν μεγάλου ύψους, εξασφαλισμένη με προσημείωση σε αγροτεμάχιο. Η κύρια κατοικία προστατευόταν νομοθετικά μέχρι 31-12-2012 και η ρύθμιση ν. 3869/2010 δεν ανέστελλε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε συμπεριφορά του πιστωτή που να δημιουργεί εύλογη πεποίθηση αποχής από την άσκηση δικαιώματος, ούτε έλλειψη συμφέροντος είσπραξης. Η έκδοση διαταγής πληρωμής υπηρετούσε την είσπραξη ληξιπρόθεσμης, εξασφαλισμένης απαίτησης και δεν αντέκειτο στο ν. 3869/2010, άρα δεν ήταν καταχρηστική.
Η ανακοπή ήταν μη νόμιμη, διότι η αναστολή του άρθρου 4 §3 ν. 3869/2010 δεν καταλαμβάνει την υποβολή αίτησης και την έκδοση διαταγής πληρωμής ούτε την περιγραφή εκτελεστηρίου τύπου, ως προδικαστικές ενέργειες της εκτέλεσης. Ακόμη και αληθή τα προβαλλόμενα, δεν μπορούσαν να καταστήσουν την έκδοση διαταγής πληρωμής καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ελλείψει προηγούμενης συμπεριφοράς του δανειστή που να δημιουργεί εύλογη πεποίθηση μη άσκησης και ενόψει του προφανούς συμφέροντος είσπραξης ληξιπρόθεσμης, εξασφαλισμένης απαίτησης. Εφόσον το διατακτικό ήταν ορθό, οι λόγοι αναίρεσης κατά της (ευμενέστερης) αιτιολογίας περί απαραδέκτου απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, ενώ οι λοιποί κατά της επικουρικής αιτιολογίας κρίθηκαν αλυσιτελείς. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, με καταδίκη στη δικαστική δαπάνη.
Απορρίπτει την από 20-7-2018 αίτηση των Λ. Σ. και Ι. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.2267/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1754/2011
2011Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 87.5%
Ακίνητα του οφειλέτη κατασχέθηκαν δυνάμει έκθεσης του 2004 και εκτέθηκαν σε πλειστηριασμό στις 21-12-2005 βάσει Β’ επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης. Η τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε στο 1/2 της εκτιμηθείσας αξίας, αντί των 2/3 που προβλέπονται ως ελάχιστο ποσοστό της αξίας κατά το άρθρο 954 παρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ (μετά τις νομοθετικές τροποποιήσεις). Τα ακίνητα κατακυρώθηκαν σε υπερθεματιστή.
Το άρθρο 934 §1 περ. β’ ΚΠολΔ προβλέπει ότι ακυρότητες των πράξεων κατάσχεσης και του προγράμματος πλειστηριασμού (περίληψης κατασχετήριας έκθεσης) προβάλλονται με ανακοπή μέχρι την έναρξη σύνταξης της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ενώ μετά από αυτήν προβάλλεται μόνο ακυρότητα του πλειστηριασμού για παραλείψεις του άρθρου 999 §1, §3 και §4 ΚΠολΔ, χωρίς στοιχείο βλάβης (άρθρο 159). Η τιμή πρώτης προσφοράς καθορίζεται κατά το άρθρο 954 §2 περ. γ’ ΚΠολΔ. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η τιμή πρώτης προσφοράς είχε καθοριστεί σε 1/2 της εκτιμηθείσας αξίας αντί για 2/3, και ότι η σχετική αναγραφή περιλαμβανόταν στην κατασχετήρια έκθεση και στη Β’ επαναληπτική περίληψη. Ο πλειστηριασμός και η κατακύρωση έλαβαν χώρα στις 21-12-2005. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι ο ισχυρισμός περί εσφαλμένης τιμής πρώτης προσφοράς προσβάλλει τις προγενέστερες πράξεις της εκτέλεσης (κατάσχεση/περίληψη) και έπρεπε να προβληθεί πριν από τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού-κατακυρώσεως. Μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ακυρότητα του πλειστηριασμού για ελάττωμα της περιλήψεως ως προς την τιμή.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο μοναδικός ισχυρισμός αφορούσε ελάττωμα στην τιμή πρώτης προσφοράς που αναγράφηκε στην κατασχετήρια έκθεση/περίληψη (1/2 αντί 2/3 της αξίας), δηλαδή προγενέστερες πράξεις εκτέλεσης, και έπρεπε να προβληθεί μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (21-12-2005), ενώ τέθηκε μεταγενέστερα (08-03-2006), άρα απαράδεκτος. Επιπλέον, η τυχόν εσφαλμένη τιμή στην κατασχετήρια έκθεση δεν επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης αλλά διορθώνεται με ανακοπή του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ, και η επίκληση παραβίασης του άρθρου 954 §2 περ. γ’ (ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3346/2005) δεν επηρεάζει το διατακτικό. Οι λοιποί λόγοι ήταν αλυσιτελείς ή αβάσιμοι.
Απορρίπτει την από 06-04-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6955/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1598/2023
2023Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 87.3%
Ιδιοκτήτρια δύο διαμερισμάτων στη Θεσσαλονίκη, ηλικίας 85 ετών, με μειωμένη όραση λόγω ωχράς κηλίδας και κινητικά προβλήματα. Το πρώτο διαμέρισμα βρισκόταν επί της οδού, εμβαδού 81 τ.μ., και το δεύτερο επί άλλης οδού, εμβαδού 38 τ.μ., όπου κατοικούσε. Τον Σεπτέμβριο 2005, επισκέφθηκε γυναίκα που παρουσιάστηκε ως διαχειρίστρια της πολυκατοικίας και της ζήτησε να υπογράψει έγγραφο για εργασίες εξωραϊσμού. Υπέγραψε χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενο, πιστεύοντας ότι υπογράφει κατάσταση συναίνεσης. Η υπογραφή τέθηκε σε συναλλαγματική ποσού 90.000 ευρώ, όχι στη θέση του αποδέκτη αλλά στο σημείο που αναγράφεται ολογράφως το ποσό. Βάσει της συναλλαγματικής εκδόθηκε διαταγή πληρωμής στις 2-11-2005. Το πρώτο διαμέρισμα κατασχέθηκε και εκπλειστηριάστηκε στις 15-2-2006 αντί 70.010 ευρώ. Το δεύτερο διαμέρισμα κατασχέθηκε για υπολειπόμενη απαίτηση 31.963,45 ευρώ. Για να αποτρέψει τον πλειστηριασμό του δευτέρου διαμερίσματος, κατέβαλε συνολικά 41.031,51 ευρώ.
Το άρθρο 633 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ προβλέπει ότι η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου αποτελεί δεδικασμένο που καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη λόγων ανακοπής που δεν προτάθηκαν. Το δεδικασμένο καλύπτει την ύπαρξη της βεβαιούμενης απαίτησης και την ιστορική και νομική αιτία της. Ωστόσο, το δεδικασμένο δεσμεύει μόνο τα πρόσωπα των διαδίκων και δεν επεκτείνεται σε τρίτα πρόσωπα. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η υπογραφή της ενάγουσας υφαρπάχθηκε με δόλο, ότι δεν υπήρξε πρόθεση πώλησης του διαμερίσματος, ότι δεν καταβλήθηκε το ποσό των 90.000 ευρώ, και ότι οι επιδόσεις της προδικασίας του πλειστηριασμού ήταν μη σύννομες. Η αιτιολογία της 863/2007 απόφασης περί νομιμότητας των επιδόσεων διατυπώθηκε πλεοναστικώς και δεν στηρίζει το διατακτικό της. Εφαρμόζοντας το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 919 και 932 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποκλείεται η έγερση αυτοτελούς αγωγής αποζημίωσης για άδικη εκτέλεση, καθόσον η αδικοπρακτική συμπεριφορά αφορούσε το μη σύννομο των επιδόσεων και εκδηλώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς ταυτότητα ιστορικής αιτίας με το αντικείμενο της ανακοπής.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς δέχθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από την 863/2007 απόφαση ως προς τους ισχυρισμούς που αφορούν το μη σύννομο των επιδόσεων της προδικασίας του πλειστηριασμού, καθόσον η σχετική αδικοπρακτική συμπεριφορά εκδηλώθηκε μεταγενέστερα και δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής αιτίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που στηρίζουν την κρίση ότι η συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας στοιχειοθετεί αδικοπραξία με δόλο, που προκάλεσε ηθική βλάβη ύψους 6.000 ευρώ στην ενάγουσα, λόγω της παράνομης επίσπευσης εκτέλεσης με μη σύννομες επιδόσεις και της θλίψης από τους δικαστικούς αγώνες για την ακύρωση του πλειστηριασμού.
Θεωρεί τη δίκη ως βιαίως διακοπείσα για την δεύτερη αναιρεσείουσα Π. συζ.Β.. Π.. Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτήν. Απορρίπτει την από 17-9-2021 αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας Ε. Π. του Β. για αναίρεση της υπ` αριθ. ...09/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
555/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 87.3%
Διενεργήθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός κινητής περιουσίας οφειλέτη με πλειστηρίασμα 21.130 ευρώ. Προαφαιρέθηκαν έξοδα εκτέλεσης 4.374,16 ευρώ και το υπόλοιπο προς διανομή ήταν 16.755,84 ευρώ. Αναγγέλθηκαν απαιτήσεις: φορολογικής αρχής 22.602,13 ευρώ, δανειστή με προνομιακή αξίωση 4.837,17 ευρώ (πλήρης ικανοποίηση υπό όρο τελεσιδίκου επιδίκασής της κατά τα άρθρα 31-32 ν. 1545/1985), επισπεύδοντος δανειστή με νόμιμο ενέχυρο 20.402 ευρώ (κατάταξη 12.368,67 ευρώ βάσει ΑΚ 604-607), και τραπεζικού ιδρύματος 877.806,26 ευρώ. Ο πίνακας κατατάξεως όρισε ότι, αν η προνομιακή αξίωση δεν τελεσιδικήσει, το ποσό των 4.387,17 ευρώ θα αποδοθεί στον επισπεύδοντα δανειστή λόγω επικουρικής κατατάξεως. Οι λοιπές απαιτήσεις δεν ικανοποιήθηκαν λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος.
Το άρθρο 972 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 974–979 ΚΠολΔ, 321, 325 περ. 1, 978 §1–2 και 979 §2, ρυθμίζει την ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεως, το εύρος της ελέγχουσας κρίσης και τις συνέπειες οριστικοποίησης ή ανατροπής κατατάξεων. Η τυχαία κατάταξη καθίσταται οριστική με τελεσίδικη επιδίκαση και ανατρέπεται με τελεσίδικη κρίση ανυπαρξίας της απαίτησης, οπότε τη θέση καταλαμβάνει ο επικουρικώς καταταγείς. Κατά το άρθρο 972 §2 εδ. β ΚΠολΔ, ο ανακόπτων στρέφεται κατά του δανειστή του οποίου προσβάλλει την κατάταξη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι από πλειστηρίασμα 21.130 ευρώ, μετά προαφαίρεση 4.374,16 ευρώ, κατανεμήθηκαν 16.755,84 ευρώ: προνομιακά τυχαία 4.387,17 ευρώ σε δανειστή υπό όρο τελεσιδίκου (ν. 1545/1985) και 12.368,67 ευρώ στον επισπεύδοντα λόγω ενέχυρου (ΑΚ 604–607), με πρόβλεψη ότι σε μη τελεσιδικία το πρώτο ποσό θα περιέλθει επικουρικά στον επισπεύδοντα. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, έκρινε ότι ο επικουρικός δεν καταλαμβάνει τη θέση του κυρίως καταταγέντος επειδή άλλος δανειστής αμφισβητεί την απαίτηση, αλλά μόνο αν τελεσιδίκως κριθεί μεταξύ καταταγέντος και οφειλέτη ότι η απαίτηση έπαυσε να υπάρχει. Αν ευδοκιμήσει η ανακοπή κατά του κυρίως καταταγέντος, το αποδεσμευόμενο ποσό κατατάσσεται υπέρ του ανακόπτοντος και δεν ωφελείται δανειστής που δεν προσέβαλε την κατάταξη.
Το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, διότι ο επικουρικώς καταταγείς καταλαμβάνει τη θέση του κυρίως καταταγέντος μόνο αν τελεσιδίκως κριθεί στη μεταξύ τους δίκη με τον οφειλέτη ότι η απαίτηση έπαυσε να υπάρχει. Αν γίνει δεκτή η αμφισβήτηση της απαίτησης του κυρίως καταταγέντος από τον ανακόπτοντα, το αποδεσμευόμενο ποσό κατατάσσεται υπέρ αυτού και δεν ωφελείται άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1787/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΣτΕ Α2249/2016
2016Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΦορολογικό Διοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.9%
Εκδόθηκε ατομική ειδοποίηση από Διευθυντή Τελωνείου στις 14.12.2001 για καταβολή 4.131.642.381 δρχ. (12.125.142,70 ευρώ), αφορώσα διαφυγόντες δασμούς, λοιπές επιβαρύνσεις, πολλαπλά τέλη και προσαυξήσεις. Ίσχυε από 30.4.2002 προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης της ατομικής ειδοποίησης. Η αρμόδια υπηρεσία έλαβε γνώση της διαταγής με τηλεομοιοτυπία στις 10.5.2002 και με επίδοση αντιγράφου στις 15.5.2002. Παρά ταύτα, κατ’ εντολή της 12.4.2002, συντάχθηκε στις 13.5.2002 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του οφειλέτη για την είσπραξη 10.632.566,75 ευρώ.
Σύμφωνα με τα άρθρα 200, 204 και 205 ΚΔΔ (ν. 2717/1999), όπως το 204 παρ. 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 ν. 2915/2001, η προσωρινή διαταγή αναστολής ισχύει έως την απόφαση και παράγει έννομα αποτελέσματα από την έκδοσή της. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 95 παρ. 5 και 20 παρ. 1 Σ και το άρθρο 1 ν. 3068/2002, η Διοίκηση οφείλει να απέχει από εκτέλεση. Κατά το ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) απαγορεύονται μέτρα όταν έχει ανασταλεί η πράξη είσπραξης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι από 30.4.2002 ίσχυε προσωρινή διαταγή που ανέστελλε την ατομική ειδοποίηση για οφειλή 4.131.642.381 δρχ. (12.125.142,70 ευρώ). Η υπηρεσία έλαβε γνώση με τηλεομοιοτυπία στις 10.5.2002 και με επίδοση αντιγράφου στις 15.5.2002. Παρά ταύτα, βάσει παραγγελίας 12.4.2002, συντάχθηκε στις 13.5.2002 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου για ποσό 10.632.566,75 ευρώ. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η ισχύς της προσωρινής διαταγής καθιστά ανεπίτρεπτη κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης κατά ΚΕΔΕ, συμπεριλαμβανομένης της κατασχετήριας έκθεσης. Η υποχρέωση αποχής γεννάται με την έκδοση της διαταγής και ενεργοποιείται μόλις υπάρξει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να απαιτείται νομότυπη κοινοποίηση. Συνεπώς, η έκθεση κατάσχεσης ενόσω ίσχυε η αναστολή ήταν μη νόμιμη και οι αντίθετοι ισχυρισμοί απορρίπτονται.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι κρίθηκε ορθά ότι, κατά το χρονικό διάστημα ισχύος προσωρινής διαταγής που ανέστελλε την εκτέλεση της ταμειακής βεβαίωσης/ατομικής ειδοποίησης, η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης υπό το ΚΕΔΕ (συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης) είναι ανεπίτρεπτη. Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι απαιτείται νομότυπη κοινοποίηση της διαταγής για να δεσμευθεί η Διοίκηση, διότι η προσωρινή διαταγή παράγει έννομα αποτελέσματα από την έκδοσή της και αρκεί η γνώση με οποιονδήποτε τρόπο.
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση, και Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
1122/2024
2024Άρειος ΠάγοςΑστικό ΔίκαιοΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.9%
Πολυώροφη οικοδομή στην Αθήνα, κτισμένη σε οικόπεδο 133,88 τ.μ., αποτελούμενη από υπόγειο, ορόφους έως δώμα. Το ακίνητο εκτέθηκε στις 10-3-1999 σε πλειστηριασμό με τιμή πρώτης προσφοράς 87.500.000 δρχ. και κατακυρώθηκε αντί 210.061.000 δρχ., χωρίς οι πλειοδότες να έχουν καταβάλει την απαιτούμενη εγγύηση 1/3 της τιμής πρώτης προσφοράς. Στις 23-3-1999 μεταγράφηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Ο υπερθεματιστής απέκτησε φυσική εξουσία επ’ αυτού στις 2-4-1999, εγκαταστάθηκε, ανακαίνισε ολόκληρο το κτίριο και μίσθωσε διαμερίσματα, ασκώντας συνεχώς νομή με διάνοια κυρίου. Η νομή συνεχίστηκε αδιαλείπτως μέχρι 3-4-2009, οπότε συμπληρώθηκε δεκαετία. Η μεταβίβαση μέσω πλειστηριασμού ήταν νομικά ελαττωματική λόγω της έλλειψης της νόμιμης εγγύησης. Ο προηγούμενος κύριος απεβίωσε στις 16-8-2009, ενώ τρίτος επικαλέστηκε μεταγενέστερα κληρονομικό δικαίωμα επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ επιτρέπει αναίρεση για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου. Κατά τα άρθρα 1041 και 1044 ΑΚ, απαιτούνται δεκαετής νομή, νόμιμος τίτλος και καλή πίστη κατά την κτήση της νομής. Το άρθρο 1049 ΑΚ προβλέπει διακοπή χρησικτησίας όταν η κυριότητα καθίσταται επίδικη με αγωγή ή πράξη που την εισάγει σε δικαστική διάγνωση. Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ ελέγχει το κύρος πράξεων εκτέλεσης και, παρά την εγγραφή του άρθρου 1010 ΚΠολΔ, δεν καθιστά από μόνη της επίδικο το δικαίωμα κυριότητας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μεταγραφή της περίληψης έγινε στις 23-3-1999, ο νομέας απέκτησε φυσική εξουσία στις 2-4-1999 και νέμευσε αδιαλείπτως μέχρι 3-4-2009. Κανείς πλειοδότης δεν κατέβαλε εγγύηση 1/3 της τιμής πρώτης προσφοράς (87.500.000 δρχ.), καθιστώντας τη μεταβίβαση νομικά ελαττωματική, χωρίς όμως να αναιρείται η καλή πίστη κατά την έναρξη της νομής. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν διέκοψε τη χρησικτησία κατά το άρθρο 1049 ΑΚ, αφού δεν εισήγαγε σε δίκη το δικαίωμα κυριότητας. Η δεκαετής νομή με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη συμπληρώθηκε στις 3-4-2009, πριν τον θάνατο του προηγούμενου κυρίου (16-8-2009).
Ο αναιρετικός λόγος απορρίφθηκε διότι η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν καθιστά επίδικο το δικαίωμα κυριότητας και δεν διακόπτει τη χρησικτησία κατά το άρθρο 1049 ΑΚ, ακόμη και αν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων (άρθρο 1010 ΚΠολΔ). Ο νομέας νέμευσε το ακίνητο με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο (μεταγεγραμμένη περίληψη 22-3-1999) από 2-4-1999 έως 3-4-2009, οπότε συμπληρώθηκε δεκαετία, αποκτώντας κυριότητα με τακτική χρησικτησία· ο προγενέστερος κύριος δεν ήταν πλέον κύριος κατά τον χρόνο επαγωγής (16-8-2009). Ως προς τη δαπάνη, το ΝΠΔΔ δεν υπάγεται στη μειωμένη δαπάνη του ΝΣΚ (άρθρο 22 § 3 Ν. 3693/1957), αφού δεν εκπροσωπείται από το ΝΣΚ, και καταδικάστηκε σε πλήρη δικαστική δαπάνη.
Απορρίπτει την από 20-09-2021 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της 2341/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΣτΕ Ν271/2017
2017Συμβούλιο της ΕπικρατείαςΔικονομικό ΔίκαιοΔιοικητικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.4%
Εγκρίθηκε επίταξη για ένα έτος έκτασης 152.893,04 τ.μ. ήδη κηρυγμένης ως απαλλοτριωθείσας, για έργο οδικού άξονα. Εντός ακινήτου περίπου 13 στρεμμάτων λειτουργεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας οικοδομικών υλικών, με σταθερές εγκαταστάσεις και άλλες κατασκευές. Δύο τμήματα συνολικής έκτασης 5.108,66 τ.μ. του ακινήτου επιτάσσονται. Υπάρχουν κατοικίες εντός του ευρύτερου ακινήτου. Η πρόσκληση της Περιφέρειας θέτει προθεσμία 45 ημερών για παράδοση και προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η απόδοση θα ζητηθεί μέσω ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά τα άρθρα 733 και 734 ΚΠολΔ. Υφίσταται αμφισβήτηση ως προς τα καταγεγραμμένα επικείμενα στον κτηματολογικό πίνακα, με ανάγκη διατήρησης της ενεστώσας κατάστασης για απόδειξη.
Σύμφωνα με το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989, η αναστολή εκτέλεσης χορηγείται όταν πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη από την άμεση εκτέλεση της πράξης, σταθμισμένη με λόγους δημοσίου συμφέροντος, και μπορεί να είναι μερική. Περαιτέρω, τα άρθρα 733 και 734 ΚΠολΔ ρυθμίζουν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής για απόδοση ακινήτου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στα επιτασσόμενα τμήματα υπάρχουν σταθερές εγκαταστάσεις της επιχείρησης και ότι η αφαίρεση τους ενδέχεται να οδηγήσει σε παύση λειτουργίας με σοβαρό οικονομικό κλονισμό. Διαπίστωσε επίσης ότι η υλική κατάληψη δεν θα επέλθει αμέσως από την έκδοση των πράξεων, αλλά μετά από δικαστική απόφαση επί ασφαλιστικών μέτρων. Παράλληλα, συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος για ταχεία ολοκλήρωση έργου οδικού άξονα με χρηματοδότηση ΕΕ. Εφαρμόζοντας το άρθρο 52 π.δ. 18/1989, το δικαστήριο σταθμίζει την πιθανολογούμενη βλάβη και το δημόσιο συμφέρον και χορηγεί μερική αναστολή: κωλύει την άμεση υλική κατάληψη των επιτασσόμενων τμημάτων και την κατεδάφιση κτισμάτων/κατασκευών, ενώ επιτρέπει τη συνέχιση της νομικής διαδικασίας της επίταξης (παρακατάθεση αποζημίωσης, ενέργειες για ασφαλιστικά μέτρα, ανάθεση έργου).
Χορηγήθηκε μερική αναστολή διότι πιθανολογήθηκε ανεπανόρθωτη βλάβη από την υλική κατάληψη και κατεδάφιση εγκαταστάσεων της επιχείρησης και την παρουσία κατοικιών εντός του ακινήτου, ενώ η βλάβη δεν επέρχεται άμεσα από τις πράξεις αλλά προϋποθέτει μεταγενέστερη δικαστική απόφαση επί ασφαλιστικών μέτρων. Στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος για ταχεία ολοκλήρωση χρηματοδοτούμενου έργου και της σύντομης δικασίμου οδήγησε σε περιορισμό της αναστολής μόνο ως προς την υλική κατάληψη, χωρίς να παρακωλύεται η νόμιμη διαδικασία της επίταξης.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση. Αναστέλλει εν μέρει την εκτέλεση των προσβαλλόμενων πράξεων, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό.
686/2018
2018Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.3%
Επισπεύδουσα δανείστρια κατέσχεσε ακίνητο οφειλέτριας εταιρείας προς ικανοποίηση απαίτησης 17.258,61 ευρώ από διαταγή πληρωμής. Εκδόθηκε Γ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης με ημερομηνία πλειστηριασμού 20-12-2006. Στις 19-12-2006 επισπεύδουσα και οφειλέτρια συμφώνησαν στη ματαίωση του πλειστηριασμού και κατατέθηκε εντολή για Δ' επαναληπτική περίληψη με νέα ημερομηνία 7-2-2007. Αναγγελθείς δανειστής είχε από 18-12-2006 κοινοποιήσει αναγγελία για απαίτηση 7.336,99 ευρώ από διαταγή πληρωμής Ειρηνοδίκη Σοφάδων. Στις 20-12-2006, κατά την ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού, αναγγελθείς δανειστής κατέθεσε τα έγγραφα της απαίτησής του, δήλωσε ότι δεν συναινεί στη ματαίωση και ζήτησε διενέργεια πλειστηριασμού. Υπάλληλος πλειστηριασμού διενέργησε πλειστηριασμό και ακίνητο κατακυρώθηκε σε υπερθεματίστρια. Περίληψη κατασχετήριας έκθεσης είχε επιδοθεί στις 3-11-2006 σε μέλος προσωρινής διοίκησης οφειλέτριας εταιρείας που δεν είχε συγκροτηθεί σε σώμα.
Το άρθρο 969 παρ.3 ΚΠολΔ προβλέπει ότι ο πλειστηριασμός ματαιώνεται όταν συμφωνούν οφειλέτης και επισπεύδων, εφόσον υπάρχει συναίνεση των αναγγελθέντων με εκτελεστό τίτλο δανειστών. Το άρθρο 934 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ ορίζει ότι ανακοπή για ακυρότητα ενδιάμεσων πράξεων εκτέλεσης ασκείται μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Η άκυρη επίδοση περίληψης κατασχετήριας έκθεσης δεν εξομοιώνεται με ανυπαρξία επίδοσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι αναγγελθείς δανειστής είχε νομίμως κοινοποιήσει αναγγελία από 18-12-2006, κατέθεσε τα έγγραφα της απαίτησής του στις 20-12-2006 και δήλωσε ότι δεν συναινεί στη ματαίωση. Η περίληψη κατασχετήριας έκθεσης είχε επιδοθεί στις 3-11-2006, αλλά ανακοπή για την ακυρότητα της επίδοσης ασκήθηκε στις 20-3-2007, μετά τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού στις 20-12-2006. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η ακυρότητα ενδιάμεσης πράξης έπρεπε να προσβληθεί μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού. Αφού δεν συνέτρεχε συναίνεση αναγγελθέντος δανειστή, ο πλειστηριασμός δεν ματαιώθηκε και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 973 ΚΠολΔ περί επισπεύσεως από άλλον δανειστή.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε νομίμως, αφού υπήρχε αναγγελθείς με τίτλο δανειστής που αντιτάχθηκε στη ματαίωση, και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ματαίωσης του πλειστηριασμού. Περαιτέρω, η ανακοπή για ακύρωση του πλειστηριασμού λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ασκήθηκε εκπροθέσμως, καθώς η επικαλούμενη ακυρότητα ενδιάμεσης πράξης έπρεπε να προσβληθεί μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ) και όχι μετά τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού. Επιπλέον, δεν προβλήθηκε νομίμως ισχυρισμός άγνοιας του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού.
Απορρίπτει την από 24/8/2012 αίτηση της εταιρείας "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ.6302/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης τρίτης αναιρεσίβλητης τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
884/2024
2024Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 86.0%
Οφειλέτης κατά του οποίου διενεργήθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου με υπερθεματίστρια και επισπεύδουσα δανείστρια. Δανειστής του οφειλέτη (Ελληνικό Δημόσιο) άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση στην πρωτοβάθμια δίκη ανακοπής ακύρωσης πλειστηριασμού υπέρ των καθ' ων η ανακοπή και κατά του ανακόπτοντος οφειλέτη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τις πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Οι καθ' ων η ανακοπή άσκησαν έφεση, την οποία κοινοποίησαν στον αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντα δανειστή ως αναγκαίο ομόδικό τους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τις εφέσεις και απέρριψε την ανακοπή.
Το άρθρο 83 ΚΠολΔ ορίζει ότι όταν η ισχύς της απόφασης εκτείνεται στις έννομες σχέσεις του προσθέτως παρεμβάντος προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία. Στην ανακοπή ακύρωσης πλειστηριασμού, η παρέμβαση δανειστή του οφειλέτη φέρει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, διότι η διαπλαστική ενέργεια της ακυρωτικής απόφασης, λόγω της erga omnes ισχύος της, επιδρά στις έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση στον πρώτο βαθμό υπέρ των καθ' ων η ανακοπή και κατά του ανακόπτοντος, παρέστη στη δευτεροβάθμια δίκη ως αναγκαίος ομόδικος των εκκαλουσών, αλλά η αίτηση αναίρεσης στράφηκε μόνο κατά των καθ' ων η ανακοπή και όχι κατά του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 76, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η αναίρεση, όταν ασκείται από τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει ασκηθεί αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, απαιτείται να στρέφεται και κατά του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος, διότι εφαρμόζονται οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη διότι δεν στράφηκε κατά του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος στον πρώτο βαθμό Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο φέρει, κατά πλάσμα δικαίου, τη δικονομική ιδιότητα του αναγκαίου ομοδίκου των καθ' ων η ανακοπή - εκκαλουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων. Η μη απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης κατά του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος, ο οποίος θεωρείται αναγκαίος ομόδικος του αναιρεσίβλητου κύριου διαδίκου, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, το απαράδεκτο δε αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Απορρίπτει την από 26-6-2023 αίτηση του Δ. Α. για την αναίρεση της με αριθμό 127/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →