Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης/πλειστηριασμού ΚΠολΔ 933-934: λόγοι ακυρότητας, προθεσμίες ανά προσβαλλόμενη πράξη, σχέση με 954 και 973 ΚΠολΔ

Δημιουργία έρευνας:

Κύρια νομική θέση

Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ υπάγεται σε κατά στάδια προσβολή: η προθεσμία δεν κρίνεται από το πώς διατυπώνεται το αίτημα, αλλά από ποια πράξη ή ποιον λόγο πλήττει ο ανακόπτων. Κατά συνέπεια, λόγοι που αφορούν την επιταγή προς εκτέλεση, τον εκτελεστό τίτλο, την απαίτηση ή προγενέστερες πράξεις της εκτέλεσης δεν μπορούν να μεταφερθούν στην προθεσμία προσβολής του πλειστηριασμού ή της κατακύρωσης.

Ειδικότερα, πλημμέλειες που υπάγονται στο άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ προβάλλονται με το ειδικό ένδικο βοήθημα διόρθωσης και όχι παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933, ενώ πλημμέλειες της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού προβάλλονται αποκλειστικά με την ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ.


1. Νομικό πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΠολΔ Άρθρο 933
Ορίζει ότι οι αντιρρήσεις του καθ’ ου η εκτέλεση ή δανειστή με έννομο συμφέρον, που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή.
Κρίσιμα σημεία:

  • η ανακοπή εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο,
  • πρόσθετοι λόγοι μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο,
  • αν η ανακοπή στρέφεται κατά του πλειστηριασμού, απευθύνεται με ποινή απαραδέκτου κατά του επισπεύδοντος και του υπερθεματιστή,
  • αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, αντιρρήσεις κατά της απαίτησης είναι απαράδεκτες, εκτός αν είναι οψιγενείς ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα.

Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 308/2025, ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 457/2025, ΕφΠειρ 13/2019.

ΚΠολΔ Άρθρο 934
Θέτει τις προθεσμίες της ανακοπής κατά στάδια:

  • περ. α: για ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και για την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης,
  • περ. β: αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ενέργειά της και, επί χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού για κινητά και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης για ακίνητα,
  • παρ. 2: τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Εφαρμόζεται ιδίως στις ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 308/2025, ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 407/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 954
Ρυθμίζει την κατασχετήρια έκθεση κινητών και στην παρ. 4 προβλέπει ειδική ανακοπή για διόρθωση της έκθεσης και του αποσπάσματος, ιδίως ως προς:

  • περιγραφή κατασχεθέντος,
  • εκτίμηση,
  • τιμή πρώτης προσφοράς.

Η ανακοπή αυτή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
Ρητά ορίζεται:
«Ελαττώματα ή ελλείψεις που είναι δυνατό να διορθωθούν ή να συμπληρωθούν με την άσκηση ανακοπής της παρούσας δεν προβάλλονται παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933.»
Εφαρμόζεται στην ΕφΠειρ 101/2026 και μνημονεύεται στην ΑΠ 1754/2011.

ΚΠολΔ Άρθρο 973
Ρυθμίζει τη συνέχιση πλειστηριασμού και την υποκατάσταση επισπεύδοντος.
Κρίσιμη η παρ. 6:
«Αντιρρήσεις για οποιονδήποτε λόγο που αφορά στο κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παρ. 1 ανάρτησης.»
Άρα πρόκειται για ειδική ανακοπή, όχι για ανακοπή του άρθρου 933.
Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 457/2025.

ΚΠολΔ Άρθρο 935
Καθιερώνει κανόνα συγκέντρωσης:
λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής κατά το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της ίδιας ή άλλης πράξης της ίδιας εκτέλεσης.
Εφαρμόζεται στην ΕφΠειρ 126/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 995
Για κατάσχεση ακινήτου:

  • παρ. 1: επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης στον καθ’ ου,
  • παρ. 2: επίδοση στον υποθηκοφύλακα/κτηματολόγιο μέσα σε πέντε ημέρες, με ποινή ακυρότητας,
  • παρ. 4: κατάθεση εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού μέσα σε είκοσι ημέρες και δημοσίευση αποσπάσματος.

Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 463/2024.

ΚΠολΔ Άρθρο 955
Για κινητά, προβλέπει αντίστοιχες επιδόσεις και δημοσίευση αποσπάσματος. Η παράλειψη ορισμένων διατυπώσεων επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης ή του πλειστηριασμού.
Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 126/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 979
Ρυθμίζει την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης:
μέσα σε δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ. 1.
Σημείωση: αυτό αφορά πίνακα κατάταξης, όχι δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού.
Εφαρμόζεται στην ΕφΠειρ 126/2026 ως διάκριση για ζητήματα εξόδων/κατάταξης.

ΚΠολΔ Άρθρο 144
Γενικός κανόνας υπολογισμού προθεσμιών:

  • αρχίζουν από την επόμενη ημέρα,
  • λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας,
  • αν η τελευταία ημέρα είναι εξαιρετέα, μετατίθενται στην επόμενη μη εξαιρετέα,
  • το Σάββατο θεωρείται εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα.

Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 308/2025, ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 463/2024.


2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

ΕφΠειρ 319/2024

  • Σχετικότητα: Η υπόθεση αφορά ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά επιταγής, εκτελεστού τίτλου, απαίτησης και δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού μετά από κατάσχεση ακινήτου.
  • Κρίση: Κατάσχεση και επίδοση στις 14.7.2020. Ανακοπή κατατέθηκε στις 2.9.2021 και επιδόθηκε στις 13.9.2021 και 15.9.2021. Οφειλή 129.273,52 ευρώ. Η έφεση απορρίφθηκε και επιβλήθηκαν έξοδα 700 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Ισχυρότατη για τη θέση ότι:

1. λόγοι κατά της επιταγής, του τίτλου και της απαίτησης υπάγονται στο άρθρο 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ,
2. η προθεσμία είναι 45 ημέρες,
3. η δήλωση συνέχισης προσβάλλεται μόνο με άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ και όχι με άρθρο 933.

ΕφΠειρ 126/2026

  • Σχετικότητα: Αφορά ειδικά την αφετηρία της 45ήμερης προθεσμίας κατά της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου και την εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ.
  • Κρίση: Κατάσχεση στις 26.4.2024, επίδοση αντιγράφου στις 29.4.2024, ανακοπή στις 13.6.2024. Το Εφετείο έκρινε την ανακοπή εμπρόθεσμη, αλλά απέρριψε τους περισσότερους λόγους ως απαράδεκτους κατ’ άρθρο 935. Έξοδα 600 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Χρήσιμη για δύο σημεία:

1. η 45ήμερη προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ εκκινεί από την επομένη της επίδοσης του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης όταν δεν κατέστη δυνατή η άμεση κατάρτισή του,
2. λόγοι ήδη γεννημένοι δεν μπορούν να επανέλθουν μεταγενέστερα λόγω άρθρου 935 ΚΠολΔ.

ΕφΠειρ 407/2026

  • Σχετικότητα: Ο ανακόπτων ζητούσε ακύρωση πλειστηριασμού, αλλά οι λόγοι του αφορούσαν ενεργητική νομιμοποίηση επισπεύδοντος και ελαττώματα επιταγής.
  • Κρίση: Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι λόγω εκπρόθεσμης προβολής κατά το άρθρο 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ. Ο τρίτος λόγος περί δήλωσης συνέχισης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, διότι έπρεπε να προβληθεί με το άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Έξοδα 600 ευρώ υπέρ δεύτερης και τρίτης εφεσίβλητης και 500 ευρώ υπέρ πρώτης εφεσίβλητης.
  • Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη για να αντικρουστεί η συνήθης προσπάθεια του οφειλέτη να «μεταμφιέσει» προγενέστερους λόγους σε λόγους κατά του πλειστηριασμού.

ΕφΠειρ 101/2026

  • Σχετικότητα: Αφορά ελαττώματα της κατασχετήριας έκθεσης και τη σχέση άρθρου 933 με το ειδικό ένδικο βοήθημα του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.
  • Κρίση: Η εσφαλμένη αρίθμηση οδού και η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων εκτιμητή δεν οδήγησαν σε ακυρότητα. Το δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιες πλημμέλειες θεραπεύονται με διόρθωση κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, ελλείψει συγκεκριμένης βλάβης. Έξοδα 400 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Κρίσιμη για τη διάκριση:
  • διορθώσιμες πλημμέλειες → άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ,
  • σοβαρές ακυρότητες με μη θεραπεύσιμη βλάβη → ενδεχομένως άρθρο 933 ΚΠολΔ.

ΕφΠειρ 457/2025

  • Σχετικότητα: Αφορά ειδικά τη δήλωση συνέχισης μετά από ματαίωση πλειστηριασμού και την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης.
  • Κρίση: Οι αιτιάσεις για τη δήλωση συνέχισης και τις αναρτήσεις έπρεπε να προβληθούν με το άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης είναι προσβλητή πράξη της εκτέλεσης με ανακοπή. Τα έξοδα συμψηφίστηκαν.
  • Εφαρμογή: Χρήσιμη για τη σαφή διάκριση:
  • δήλωση συνέχισης → άρθρο 973 παρ. 6,
  • περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης → ανακοπή ως πράξη εκτέλεσης.

ΑΠ 158/2022

  • Σχετικότητα: Αφορά λόγο κατά της τιμής πρώτης προσφοράς στην κατασχετήρια έκθεση.
  • Κρίση: Η ανακοπή ασκήθηκε στις 28-3-2013, ενώ ο πλειστηριασμός είχε γίνει στις 5-12-2012. Ο λόγος κρίθηκε εκπρόθεσμος, διότι αφορούσε προγενέστερη πράξη της εκτέλεσης. Έξοδα 2.700 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Ισχυρή αναιρετική βάση ότι ελάττωμα της τιμής πρώτης προσφοράς δεν μετατρέπεται σε λόγο ακυρότητας του ίδιου του πλειστηριασμού μετά τη διενέργειά του.

ΑΠ 1754/2011

  • Σχετικότητα: Επίσης για εσφαλμένη τιμή πρώτης προσφοράς στην κατασχετήρια έκθεση ή περίληψη.
  • Κρίση: Ο ισχυρισμός έπρεπε να προβληθεί μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης της 21-12-2005, ενώ τέθηκε μεταγενέστερα στις 08-03-2006. Απορρίφθηκε ως απαράδεκτος. Έξοδα 2.700 ευρώ.
  • Εφαρμογή: Ενισχύει ότι τέτοια ελαττώματα ανήκουν στις προγενέστερες πράξεις και όχι στην τελευταία πράξη.

ΑΠ 1799/2025

  • Σχετικότητα: Για λόγο καταχρηστικότητας κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
  • Κρίση: Ο λόγος περί καταχρηστικότητας, στηριζόμενος σε αδράνεια 2006–2011, υπόλοιπο 1.804,90 ευρώ, επιταγή 2.846,23 ευρώ και πλειστηρίασμα 80.000,00 ευρώ, υπαγόταν στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ και όχι στην περ. γ’. Η ανακοπή απορρίφθηκε.
  • Εφαρμογή: Χρήσιμη όταν ο οφειλέτης επικαλείται 281 ΑΚ: αν ο λόγος αφορά την απαίτηση ή τη διαδικασία γενικά, δεν περιμένει την κατακύρωση.

ΑΠ 261/2017

  • Σχετικότητα: Διακρίνει πότε λόγος 281 ΑΚ υπάγεται στην προθεσμία της περ. β και πότε κατ’ εξαίρεση στην προθεσμία της τελευταίας πράξης.
  • Κρίση: Αν η αντίθεση στο άρθρο 281 ΑΚ αφορά την απαίτηση ή τη διαδικασία εκτέλεσης, ισχύει το άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ· μόνο αν αφορά ειδικά την ίδια την τελευταία πράξη εφαρμόζεται η προθεσμία της τελευταίας πράξης.
  • Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη για δογματική θεμελίωση της διάκρισης.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

ΑΠ 1508/2018

  • Στηρίζει ότι όταν η ανακοπή ζητεί ακύρωση των τελευταίων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και όχι των προγενέστερων πράξεων, μπορεί να είναι παραδεκτή εντός της προθεσμίας που αφορά την τελευταία πράξη.
  • Αντίκρουση: Η ίδια απόφαση, όπως παρατίθεται, αφορά ειδικό πραγματικό όπου ζητείτο ακύρωση των τελευταίων πράξεων και όχι επανάληψη λόγων κατά προγενέστερων πράξεων. Άρα δεν βοηθά όταν ο προβαλλόμενος λόγος πλήττει ουσιαστικά επιταγή, κατάσχεση, απαίτηση ή δήλωση συνέχισης.

ΕφΠειρ 457/2025

  • Θα μπορούσε να επικληθεί από τον αντίδικο για να υποστηρίξει ότι η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης προσβάλλεται με ανακοπή.
  • Αντίκρουση: Ναι, αλλά μόνο ως προς πλημμέλειες της ίδιας της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Δεν επιτρέπει να εισαχθούν μέσω αυτής λόγοι που ανήκαν σε προγενέστερο στάδιο ή στη δήλωση συνέχισης.

3. Προτεινόμενη επιχειρηματολογία

Α. Χαρτογράφηση προθεσμιών ανά πράξη

1. Επιταγή προς εκτέλεση / εκτελεστός τίτλος / απαίτηση / προγενέστερες πλημμέλειες μέχρι τη δημοσίευση αποσπάσματος κατασχετήριας

  • Υπάγονται στο ΚΠολΔ Άρθρο 934 περ. α
  • Προθεσμία: 45 ημέρες
  • Βάση: ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 126/2026

2. Κατασχετήρια έκθεση ακινήτου

  • Αν ο λόγος αφορά ακυρότητα της κατάσχεσης ή πλημμέλειες επιδόσεων/δημοσιεύσεων του άρθρου 995, επίσης υπάγεται στο πρώτο στάδιο του άρθρου 934
  • Η αφετηρία, κατά τη ΕφΠειρ 126/2026, συνδέεται με την επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης όταν δεν κατέστη δυνατή η άμεση κατάρτισή του
  • Για την εμπρόθεσμη επίδοση στο κτηματολογικό γραφείο, βλ. ΕφΠειρ 463/2024

3. Διορθώσιμες πλημμέλειες περιγραφής, εκτίμησης, τιμής πρώτης προσφοράς

  • Δεν προβάλλονται παραδεκτώς με άρθρο 933, αν είναι θεραπεύσιμες με ΚΠολΔ Άρθρο 954 παρ. 4
  • Βάση: ΚΠολΔ Άρθρο 954, ΕφΠειρ 101/2026, ΑΠ 1754/2011

4. Δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού

  • Προσβάλλεται μόνο με ΚΠολΔ Άρθρο 973 παρ. 6
  • Προθεσμία: 30 ημέρες από την ανάρτηση
  • Βάση: ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 457/2025

5. Τελευταία πράξη εκτέλεσης / πλειστηριασμός / κατακύρωση

  • Μόνο λόγοι που αφορούν την ίδια την τελευταία πράξη
  • Προθεσμία κατά ΚΠολΔ Άρθρο 934 περ. β
  • Δεν χωρεί μεταφορά προγενέστερων λόγων σε αυτό το στάδιο
  • Βάση: ΑΠ 158/2022, ΑΠ 1754/2011, ΕφΠειρ 308/2025

6. Πίνακας κατάταξης

  • Δεν σχετίζεται με το άρθρο 973
  • Προσβάλλεται με ΚΠολΔ Άρθρο 979
  • Προθεσμία: 12 εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της πρόσκλησης

Β. Συνέπειες εκπρόθεσμης άσκησης

  • Η εκπρόθεσμη προβολή συνεπάγεται απαράδεκτο του λόγου ανακοπής: ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 407/2026
  • Η πάροδος της προθεσμίας οδηγεί σε έκπτωση: ΕφΠειρ 126/2026
  • Η ακυρότητα θεωρείται θεραπευμένη και δεν συμπαρασύρει μεταγενέστερες πράξεις: ΑΠ 158/2022
  • Λόγοι ήδη γεννημένοι δεν μπορούν να επανέλθουν σε μεταγενέστερη ανακοπή: ΚΠολΔ Άρθρο 935, ΕφΠειρ 126/2026

Γ. Πρακτική διάκριση που πρέπει να τονιστεί στο δικόγραφο

Ο δικηγόρος πρέπει να ταξινομήσει κάθε λόγο χωριστά:

  • ποια πράξη πλήττει,
  • ποια είναι η ειδική προθεσμία,
  • ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης,
  • αν υπάρχει ειδικό ένδικο βοήθημα αντί του άρθρου 933.

Αν αυτό δεν γίνει, ο αντίδικος θα επικαλεστεί επιτυχώς ότι ο ανακόπτων:

  • είτε χρησιμοποίησε λανθασμένο ένδικο βοήθημα,
  • είτε άσκησε την ανακοπή εκπρόθεσμα,
  • είτε επιχειρεί ανεπίτρεπτη μεταφορά προγενέστερων λόγων στο στάδιο του πλειστηριασμού.

4. Νομολογιακή ισχύς

Παγία ως προς τα εξής:
1. η προθεσμία κρίνεται από το περιεχόμενο του λόγου και όχι από το αίτημα,
2. λόγοι κατά επιταγής/τίτλου/απαίτησης υπάγονται στο πρώτο στάδιο του άρθρου 934,
3. η δήλωση συνέχισης προσβάλλεται μόνο με άρθρο 973 παρ. 6,
4. διορθώσιμες πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης υπάγονται στο άρθρο 954 παρ. 4,
5. εκπρόθεσμη προβολή συνεπάγεται απαράδεκτο/έκπτωση.

Η εικόνα αυτή στηρίζεται σε πολλές συμφωνούσες αποφάσεις: ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 308/2025, ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 457/2025, ΑΠ 158/2022, ΑΠ 1754/2011, ΑΠ 1799/2025, ΑΠ 261/2017.


5. Πρακτικές συστάσεις

1. Πρώτα κατατάξτε τον λόγο ανακοπής, μετά υπολογίστε την προθεσμία.
Μην ξεκινάτε από το αίτημα «ακύρωση πλειστηριασμού». Το κρίσιμο είναι αν ο λόγος πλήττει:

  • επιταγή,
  • κατάσχεση,
  • απαίτηση,
  • δήλωση συνέχισης,
  • ή την ίδια την κατακύρωση.

2. Για πλημμέλειες περιγραφής/εκτίμησης/τιμής πρώτης προσφοράς, εξετάστε πρώτα το ΚΠολΔ Άρθρο 954 παρ. 4.
Αν είναι διορθώσιμες, η ανακοπή του άρθρου 933 θα προσκρούσει στο ρητό απαράδεκτο του άρθρου 954.

3. Για δήλωση συνέχισης, μην χρησιμοποιείτε άρθρο 933.
Επικαλεστείτε αποκλειστικά ΚΠολΔ Άρθρο 973 παρ. 6 και ελέγξτε την ημερομηνία ανάρτησης.

4. Ελέγξτε αν κάποιος λόγος έχει ήδη γεννηθεί σε προγενέστερο στάδιο.
Αν ναι, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απαραδέκτου κατά ΚΠολΔ Άρθρο 935, ιδίως με βάση την ΕφΠειρ 126/2026.

5. Αν εκπροσωπείτε τον επισπεύδοντα, οι ισχυρότερες ενστάσεις είναι:

  • εκπρόθεσμη άσκηση κατά ΚΠολΔ Άρθρο 934,
  • εσφαλμένο ένδικο βοήθημα αντί του ΚΠολΔ Άρθρο 973 παρ. 6,
  • απαράδεκτο λόγω ΚΠολΔ Άρθρο 954 παρ. 4,
  • απαράδεκτο λόγω ΚΠολΔ Άρθρο 935.

6. Αν εκπροσωπείτε τον οφειλέτη, πρέπει να απομονώσετε μόνο τους λόγους που πράγματι αφορούν την τελευταία πράξη, αλλιώς θα απορριφθούν ως εκπρόθεσμοι ακόμη κι αν ζητείται ακύρωση του πλειστηριασμού.

Οι απαντήσεις παράγονται με τεχνητή νοημοσύνη και ενδέχεται να περιέχουν σφάλματα. Επαληθεύστε τις παραπομπές πριν από κάθε χρήση.

ΚΠολΔ Άρθρο 934

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 97.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 934: Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Προϋποθέσεις και προθεσμίες Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά σε ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του π λειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί κατάσχεσης δε στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής. β) Αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 933

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 97.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 933: Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών. 2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. 3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. 4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. 5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. 6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.

ΚΠολΔ Άρθρο 954

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 96.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 954: Κατασχετήρια έκθεση " 1. Η κατάσχεση, με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 956, γίνεται με την αφαίρεση του πράγματος από τον δικαστικό επιμελητή και συντάσσεται σχετική έκθεση μπροστά σε ενήλικο μάρτυρα. Το κατασχεμένο το εκτιμά ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας που ο επιμελητής προσλαμβάνει κατά την κρίση του για αυτόν τον σκοπό. 2. Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και: α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας, γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο κινητό πράγμα, δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου, στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά σε πέντε (5) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου, σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας, αν δεν είναι δυνατό να οριστεί πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης (κατάσχεσης), αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής. 3. Την κατασχετήρια έκθεση υπογράφουν ο δικαστικός επιμελητής και ο μάρτυρας και αν είναι παρόντες εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση την υπογράφουν και αυτοί. Αν κάποιος από αυτούς αρνηθεί να υπογράψει, η άρνησή του αναφέρεται στην έκθεση. 4. Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης και του αποσπάσματος αυτής, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00 το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Ελαττώματα ή ελλείψεις που είναι δυνατό να διορθωθούν ή να συμπληρωθούν με την άσκηση ανακοπής της παρούσας δεν προβάλλονται παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933.»

ΚΠολΔ Άρθρο 973

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 94.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 973: Συνέχιση πλειστηριασμού και υποκατάσταση επισπεύδοντος 1. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο το υ πλειστηριασμού δύο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλεισ τηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ). Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται με επιμέλεια του επισπεύδοντος στον καθ’ ου η εκτέλεση. 2. Κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό. 3. Αν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παρ. 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα και στον καθ’ ου η εκτέλεση. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλο υ. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). 4. Κάθε δανειστής της παρ. 2 μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να του επιτρέψει να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση, αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά χωρίς σοβαρό λ όγο, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που από τη στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία ή ολιγωρία. Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από τη ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει να προβεί στην κατά την παρ. 3 δήλωση. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. 5. Αν στην περίπτωση της παρ. 3 εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, στην περίπτωση της παρ. 4, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή ή παρεμπίπτουσα αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παρ. 3. 6. Αντιρρήσεις για οποιονδήποτε λόγο που αφορά στο κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παρ. 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) η μέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων ούτε και αίτηση ανάκλησης. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

ΚΠολΔ Άρθρο 979

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 92.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 979: 1. Μέσα σε τρείς (3) ημέρες αφότου συνταχθεί ο πίνακας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού καλεί με έγγραφο εκείνον υπέρ του οποίου έγινε και εκείνον κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν, για να λάβουν γνώση του πίνακα της κατάταξης. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει την επόμενη ημέρα της πρόσκλησης να επιδείξει ή και να χορηγήσει στα ως άνω πρόσωπα τον πίνακα και τα σχετικά έγγραφα. 2. Μέσα σε δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ. 1 οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα της κατάταξης, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται, μέσα στην ίδια προθεσμία, και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας. Η ανακοπή στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Η συζήτηση προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος ημεδαπής ή μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος αλλοδαπής..

ΚΠολΔ Άρθρο 935

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 16/09/2012
Σχετικότητα 92.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 935: Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 955

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 91.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 955: "1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ' ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνηση του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που περατώθηκε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την περάτωση της κατάσχεσης. Μέσα στην ίδια πενθήμερη προθεσμία η έκθεση επιδίδεται στον γραμματέα του ειρηνοδικείου του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος οφείλει να την καταχωρίσει σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο εκείνων κατά των οποίων γίνεται η κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης. «2. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του πρωτοδικείου και, στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 956, και το γραμμάτιο της δημόσιας κατάθεσης, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφορά ς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλειά του μέχρι τη δέκατη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η τυχόν βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βι βλίο. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον παραπάνω ενεχυρούχο δανειστή επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού.»

ΚΠολΔ Άρθρο 144

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 91.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 144: 1. Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας. 2. Οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση εγγράφου, τρέχουν εναντίον και εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση. «3. Το Σάββατο θεωρείται για τον παρόντα Κώδικα εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα.» «4. Οι προθεσμίες που αναφέρονται στον παρόντα Κώδικα, αν δεν ορίζεται άλλως, είναι αποκλειστικές και δεσμευτικές τόσο για τους διαδίκους όσο και για το δικαστήριο.»

ΚΠολΔ Άρθρο 995

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 90.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 995: Επιδόσεις αντιγράφου ή περίληψης έκθεσης κατάσχεσης 1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο, περί επιδόσεων. Η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016 (Α’ 95). 2. Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Αν πρόκειται για πλοία νηολογημένα στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που τηρεί το νηολόγιο, όπου είναι γραμμένο το πλοίο, και αν πρόκειται για αεροσκάφη γραμμένα σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. Ο υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να ε γγράφει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ’ ων η κατάσχεση. 3. Αν πρόκειται για κατάσχεση ενυπόθηκου κτήματος και η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου, κυρίου ή νομέα, πρέπει να επιδοθεί σ ’ αυτόν και στον οφειλέτη αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη, πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. « 4. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/ 2016. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ). Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού. Ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε ηλεκτρονική μορφή, φωτογραφίες του κατασχεθέντος ακινήτου, τις οποίες λαμβάνει κατά την επιτόπια μετάβασή του σε αυτό. Η λήψη τους από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και η έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή και οι φωτογραφίες αναρτώνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού. Εκτός των ανωτέρω πληροφοριακών στοιχείων, ο δικαστικός επιμελητής συγκεντρώνει και όποια άλλα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα ενδεικτικά της αξίας του κατασχεμένου ακινήτου, όπως οικοδομικές άδειες, τοπογραφικά διαγράμματα και κατόψεις, και τα παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ο οποίος τα αναρτά στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα το αργότερο τριάντα (30) ημέρες προ του πλειστηριασμού. Όλες οι αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και οι συμβολαιογράφοι υποχρεούν ται να χορηγούν στον δικαστικό επιμελητή τα έγγραφα αυτά.» 5. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ..

ΕφΠειρ 319/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 97.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η εκκαλούσα, καθ’ ης η εκτέλεση και ανακόπτουσα, άσκησε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και πρόσθετους λόγους κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, που απορρίφθηκαν με την 2369/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως απαράδεκτα. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση. Οι εφεσίβλητοι είναι τραπεζική εταιρεία και εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, η δεύτερη ενεργώντας ως διαχειρίστρια απαιτήσεων εταιρείας ειδικού σκοπού κατόπιν μεταβίβασης τιτλοποιημένων απαιτήσεων. Η ένδικη σχέση αφορά εκτέλεση για απαίτηση από σύμβαση επιχειρηματικού δανείου με ανοιχτό λογαριασμό. Εκτελεστός τίτλος ήταν διαταγή πληρωμής, βάσει της οποίας εκδόθηκε επιταγή προς πληρωμή και επιβλήθηκε κατάσχεση επί ακινήτου της εκκαλούσας στον Δήμο Πειραιά. Ακολούθησε δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού από τη δεύτερη εφεσίβλητη ως νέα διαχειρίστρια. Προ της δίκης: επιβλήθηκε κατάσχεση με έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης στις 14.7.2020 και επιδόθηκε αυθημερόν στην καθ’ ης. Η εκκαλούσα ζήτησε με την ανακοπή ακύρωση της επιταγής, της κατάσχεσης και της δήλωσης συνέχισης. Η ανακοπή κατατέθηκε στις 2.9.2021 και επιδόθηκε στη δεύτερη εφεσίβλητη στις 13.9.2021 και στην πρώτη στις 15.9.2021. Οφειλή που επιτάχθηκε: 129.273,52 ευρώ. Υποστήριξε ελαττώματα της επιταγής, του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης, καθώς και ακυρότητα της δήλωσης συνέχισης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τους δικονομικούς κανόνες για το παραδεκτό της έφεσης και τη συνέχιση της δίκης ερήμην ενός εφεσιβλήτου (άρθρα 495, 511, 513, 516, 517, 518, 520, 524, 271, 591 ΚΠολΔ και συναφή). Ως προς την κύρια διαφορά, εφάρμοσε το άρθρο 934 ΚΠολΔ, το οποίο καθιερώνει κατά στάδια προβολή λόγων ανακοπής και ενιαία προθεσμία σαράντα πέντε ημερών για λόγους που αφορούν πράξεις από την επιταγή έως τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, περιλαμβανομένων των ελαττωμάτων του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης. Οι προθεσμίες είναι δικονομικές (άρθρα 144 επ. ΚΠολΔ), ως αφετηρία λαμβάνεται η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης (άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ), και απαιτείται εντός αυτών τόσο κατάθεση όσο και επίδοση της ανακοπής. Για τη δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού ισχύει ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ, εκδικαζόμενη κατά τα 686 επ. ΚΠολΔ, και δεν προσβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Διαπιστώθηκε ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 14.7.2020 και επιδόθηκε αυθημερόν στην καθ’ ης. Η ανακοπή κατατέθηκε στις 2.9.2021 και επιδόθηκε στις 13.9.2021 και 15.9.2021. Οι προβαλλόμενοι λόγοι στρέφονταν κατά της επιταγής προς εκτέλεση, του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης. Επιπλέον, η προσβολή της από 26.7.2021 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού προβλήθηκε με το ένδικο βοήθημα του άρθρου 933 ΚΠολΔ, χωρίς ειδικούς ισχυρισμούς για πλημμέλειες της ίδιας της δήλωσης ή των επακολουθησασών πράξεων, ενώ η εκτέλεση επισπεύδεται νομίμως από τη διαχειρίστρια απαιτήσεων ως μη δικαιούχο διάδικο. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι είχε παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, οπότε οι λόγοι κατά της επιταγής, του τίτλου και της απαίτησης ήταν απαράδεκτοι, όπως και οι πρόσθετοι λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους. Η προσβολή της δήλωσης συνέχισης ήταν επίσης απαράδεκτη, διότι ανήκει στην ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Κατ’ ακολουθίαν, οι κρίσιμες αιτιάσεις της εφέσεως απορρίφθηκαν και η πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ορθή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Παραδοχή εφέσεως τυπικά: Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 495, 511, 513 § 1 στοιχ. β΄, 516 § 1, 517 εδ. α΄, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεν προέκυψε επίδοση της εκκαλουμένης ούτε παρέλευση διετίας, και για το παραδεκτό κατατέθηκε το παράβολο (άρθρο 495 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Η δίκη προχώρησε ερήμην της πρώτης εφεσιβλήτου κατά τα άρθρα 524 παρ. 4, 271 και 591 ΚΠολΔ. Στάδιο 2 — Απόρριψη κατ’ ουσίαν: Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν μετά την πάροδο της προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την επιβολή και επίδοση της κατάσχεσης (14.7.2020), κατά παράβαση του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, και απορρίπτονται ως απαράδεκτα· η προσβολή της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού (26.7.2021) ασκήθηκε απαραδέκτως με το άρθρο 933 αντί της ειδικής ανακοπής του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, η πρωτόδικη κρίση επικυρώθηκε και η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης εφεσιβλήτου επιβλήθηκαν στην εκκαλούσα λόγω ήττας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση τυπικά. Απορρίπτει αυτήν κατ’ουσίαν. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου. Επιβάλλει στην εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

ΕφΠειρ 308/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 97.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δευτεροβάθμια κρίση επί δύο εφέσεων κατά της υπ’ αριθμ. 772/2024 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που είχε δεχθεί εν μέρει ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης: απέρριψε ως απαράδεκτους/εκπρόθεσμους ορισμένους λόγους (δήλωση συνέχισης, επιταγές, κατάσχεση) και, κατ’ αποδοχή ενός λόγου, ακύρωσε την έκθεση πλειστηριασμού, την περίληψη κατακυρωτικής και την επακολουθήσασα επιταγή προς εκτέλεση. Άσκησαν έφεση οι καθ’ ων η ανακοπή (εκκαλούσες-εφεσίβλητες, δύο εταιρείες) και η ανακόπτουσα (εφεσίβλητη-εκκαλούσα). Η διαφορά εντάσσεται σε αναγκαστική εκτέλεση για τραπεζική απαίτηση: δυνάμει διαταγών πληρωμής επισπεύσθηκε κατάσχεση επί ακινήτου της ανακόπτουσας. Η απαίτηση είχε τιτλοποιηθεί και ανατεθεί διαχείριση σε εταιρεία διαχείρισης, η οποία επισπεύδει την εκτέλεση. Συντάχθηκε έκθεση κατάσχεσης στις 29-6-2020 για 50.000 ευρώ, τιμή πρώτης προσφοράς 57.000 ευρώ. Πλειστηριασμός ορίστηκε αρχικά 10-2-2021, ανεστάλη, νέος 29-7-2022 ματαιώθηκε ελλείψει πλειοδοτών. Ακολούθησε δήλωση συνέχισης 16-11-2022, ανάρτηση 22-11-2022, και πλειστηριασμός 22-12-2022 με κατακύρωση στη δεύτερη των καθ’ ων. Εκδόθηκε περίληψη κατακυρωτικής στις 9-2-2023 και επιταγή στις 9-3-2023. Η ανακόπτουσα προέβαλε: εσφαλμένο χρονικό προσδιορισμό νέου πλειστηριασμού (973 αντί 966 ΚΠολΔ), εκπρόθεσμη ανάρτηση δήλωσης συνέχισης, αοριστία/ανεκκαθάριστη απαίτηση λόγω μη σαφούς περιορισμού στην κατάσχεση, έλλειψη υποβολής καταλόγου υποψηφίων πλειοδοτών και βλάβη ως προς το δικαίωμα αποτροπής κατά το 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι καθ’ ων προέβαλαν τον ορθό υπολογισμό προθεσμιών και την απαραδεκτότητα λόγων που ανάγονται σε προγενέστερες πράξεις.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Ο κανόνας: Το έννομο συμφέρον για έφεση του νικήσαντος διαδίκου απαιτεί βλάβη από αιτιολογία με προσόντα διατακτικού (άρθρα 516 παρ. 2, 68, 532 ΚΠολΔ). Στην ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης, το αντικείμενο οριοθετείται από τους λόγους και το διαπλαστικό αίτημα ακύρωσης της βλαπτικής πράξης. Η σταδιακή προσβολή επιβάλλει προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ: λόγοι έως τη δημοσίευση αποσπάσματος κατασχετήριας εντός 45 ημερών από κατάσχεση (παρ. 1 α), ενώ κατά της τελευταίας πράξης (πλειστηριασμός/κατακύρωση) ισχύουν οι ειδικές προθεσμίες (παρ. 1 β, παρ. 2). Η δήλωση συνέχισης μετά ματαίωση λόγω έλλειψης πλειοδοτών διέπεται ειδικά από το άρθρο 966 παρ. 1 ΚΠολΔ (ορισμός νέας ημέρας εντός 40 ημερών από ανάρτηση), όχι από το άρθρο 973 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η ανάρτηση της γνωστοποίησης πρέπει να γίνει εντός 5 ημερών (973 παρ. 1), με εφαρμογή των κανόνων υπολογισμού προθεσμιών του άρθρου 144 ΚΠολΔ και του άρθρου 1 παρ. 12 ν. 1157/1981. Για το άρθρο 959 παρ. 6 ΚΠολΔ, η τήρηση των διατυπώσεων προδικασίας ελέγχεται, ενώ η δυνατότητα αποτροπής του άρθρου 1002 παρ. 2 δεν εξαρτάται από ενημέρωση για πλειοδότες. Τα ευρήματα: Η έφεση της ανακόπτουσας δεν τεκμηρίωσε βλάβη από αιτιολογία με δεδικασμένο. Η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος ανήρτησε δήλωση συνέχισης στις 22-11-2022 και όρισε πλειστηριασμό στις 22-12-2022. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε και κατακυρώθηκε στη δεύτερη των καθ’ ων. Η ανάρτηση έλαβε χώρα εντός της νόμιμης προθεσμίας, λαμβανομένης υπόψη της μετακύλισης λήξης. Λόγοι κατά της κατάσχεσης είχαν ήδη απορριφθεί ως εκπρόθεσμοι και το κεφάλαιο κατέστη τελεσίδικο. Δεν αποδείχθηκε παράβαση του άρθρου 959 παρ. 6 ούτε συγκεκριμένη βλάβη ικανή να στερήσει την αποτροπή του άρθρου 1002 παρ. 2. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό και απέρριψε την έφεση της νικήσασας ανακόπτουσας λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Έκανε δεκτό τον λόγο των εκκαλουσών περί ορθής εφαρμογής του άρθρου 966 παρ. 1, κρίνοντας ότι ο χρονικός προσδιορισμός 22-12-2022 ήταν σύννομος, εξαφάνισε την πρωτόδικη κατά το σχετικό μέρος και, κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε τον λόγο ανακοπής ως νομικά αβάσιμο. Απέρριψε ως απαράδεκτο τον λόγο που πλήττει την κατάσχεση λόγω προϊστάμενης τελεσιδικίας και ως αβάσιμους τους λοιπούς (ανάρτηση 5ημέρου, 959 παρ. 6/1002). Τα έξοδα συμψηφίστηκαν λόγω δυσχέρειας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (εφέσεις): Η έφεση της εφεσίβλητης-εκκαλούσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος (άρθρα 516 παρ. 2, 532, 68 ΚΠολΔ), διότι ούτε η αιτιολογία ούτε το διατακτικό της εκκαλουμένης δημιουργούν δεδικασμένο σε βάρος της σε άλλη δίκη και δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένη βλάβη από δυσμενείς αιτιολογίες. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η έφεση των εκκαλουσών-εφεσιβλήτων έγινε δεκτή: ο επίδικος πλειστηριασμός, μετά ματαίωση λόγω έλλειψης πλειοδοτών, ορίστηκε νομίμως την 22-12-2022 εντός 40 ημερών από την ανάρτηση της δήλωσης συνέχισης την 22-11-2022 κατ’ άρθρο 966 παρ. 1 ΚΠολΔ (όχι κατ’ άρθρο 973 παρ. 1). Εξαφανίστηκε η 772/2024 ως προς την αποδοχή του σχετικού λόγου, και διατάχθηκε επιστροφή του e-παραβόλου 100,00 ευρώ (άρθρο 495 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 (εκούσια διακράτηση – ανακοπή): Επί της ουσίας, ο λόγος ανακοπής περί εσφαλμένου χρονικού προσδιορισμού απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμος, αφού εφαρμόζεται το άρθρο 966 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος περί εκπρόθεσμης ανάρτησης της δήλωσης συνέχισης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, διότι η πενθήμερη προθεσμία του άρθρου 973 παρ. 1 ΚΠολΔ υπολογίζεται με μετακύλιση λήξης κατά το άρθρο 144 ΚΠολΔ και το άρθρο 1 παρ. 12 ν. 1157/12.5.1981. Ο λόγος που αφορά αοριστία/ανεκκαθάριστη απαίτηση από τον περιορισμό κατάσχεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, αφού ανάγεται σε προγενέστερη πράξη και καλύπτεται από την προθεσμία/τελεσιδικία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ. Ο πρόσθετος λόγος περί μη υποβολής καταλόγου υποψηφίων πλειοδοτών (άρθρο 959 παρ. 6 ΚΠολΔ) και στερήσεως δυνατότητας αποτροπής (άρθρο 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ) απορρίφθηκε ως αβάσιμος, μη αποδεικνυόμενης παράβασης ή βλάβης. Η ανακοπή απορρίφθηκε στο σύνολό της και τα έξοδα συμψηφίστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.09.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……./2024 και με αριθμό κατάθεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά ………../2024 έφεση, ως απαράδεκτη. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολού της ως άνω έφεσης, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας στο δημόσιο ταμείο. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 19.06.2024 ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτοδικείου ………./19.06.2024 και ενώπιον του Εφετείου Πειραιά με ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετείου ………/19.06.2024 έφεση ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αρ. 772/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση. ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 23.3.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2023 ανακοπής. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στις εκκαλούσες του παράβολού της έφεσης. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΕφΠειρ 126/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 97.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον Μονομελούς Εφετείου κατά της 3469/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει ως εκπρόθεσμη την ανακοπή της εκκαλούσας. Η έφεση σωρεύει αίτηση αναστολής εκτέλεσης. Οι δεύτερη και τρίτη εφεσίβλητες δεν παρέστησαν. - Διάδικοι: εκκαλούσα-αιτούσα (γυναίκα) κατά τριών εφεσιβλήτων-καθ’ων η αίτηση: (α) εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια απαιτήσεων SPV) δυνάμει ν. 4354/2015, (β) αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού (SPV) – ειδική διάδοχος της τρίτης, και (γ) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (πρώην δανείστρια). Για τη δεύτερη και τρίτη δεν υπήρξε παράσταση στη δικάσιμο. - Νομική σχέση: δανειακή σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου 100.000 ευρώ (10.04.2009) μεταξύ τραπεζικού ιδρύματος και ομόρρυθμης εταιρείας, με την εκκαλούσα ως εγγυήτρια. Η απαίτηση βεβαιώθηκε με διαταγή πληρωμής του 2013 (115.661,71 ευρώ πλέον τόκων/εξόδων). Το 2019 η απαίτηση μεταβιβάστηκε στην SPV κατά ν. 3156/2003 και τελεί υπό διαχείριση από την πρώτη εφεσίβλητη. - Προεκτελεστική/εκτελεστική πορεία: επίδοση πρώτου εκτελεστού απογράφου με επιταγή της 20.3.2024 στην εκκαλούσα στις 22.3.2024. Στις 26.4.2024 επιβλήθηκε κατάσχεση στο διαμέρισμα της εκκαλούσας στο Κερατσίνι (οριζόντια ιδιοκτησία Γ1, 80,79 τ.μ., ΚΑΕΚ αναφερόμενο), με ηλεκτρονικό πλειστηριασμό προγραμματισμένο για 5.12.2024. Αντίγραφο της κατασχετήριας επιδόθηκε στις 29.4.2024. Η εκκαλούσα άσκησε ανακοπή στις 13.6.2024 και πρόσθετους λόγους στις 24.9.2024. - Προβαλλόμενοι λόγοι: έλλειψη νομιμοποίησης/πληρεξουσιότητας της διαχειρίστριας (άρθρα 925, 927), αναντιστοιχία εντολής-αντικειμένου (αναφορά «πλοίου»), ακυρότητες κοινοποιήσεων/προθεσμιών (995, 955), καταχρηστικότητα (281 ΑΚ) λόγω εκκρεμούς διαδικασίας ν. 4738/2020 και προηγούμενων πλειστηριασμών/κατατάξεων, μη μείωση απαίτησης κατά καταταγέν ποσό 1.576,45 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ για λόγους ανακοπής κατά πράξεων έως τη δημοσίευση αποσπάσματος κατασχετήριας εκθέσεως είναι 45 ημέρες και κρίνεται από τον προβαλλόμενο λόγο. Η εκπρόθεσμη μη προσβολή συνεπάγεται έκπτωση (άρθρο 161 ΚΠολΔ). Η γνώση της πράξης πρέπει να συνάγεται ασφαλώς, με σεβασμό στο άρθρο 6 παρ. 1 της σύμβασης της Ρώμης και στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος. Το Εφετείο, κατόπιν παραδοχής λόγου έφεσης, κρατεί και δικάζει την υπόθεση (άρθρα 535 παρ. 1, 536 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 935 ΚΠολΔ ισχύει σύστημα συγκέντρωσης: λόγοι ήδη γεννημένοι που μπορούσαν να προταθούν σε προγενέστερη ανακοπή είναι απαράδεκτοι σε μεταγενέστερη δίκη για κύρος της ίδιας ή άλλης πράξης. Η εντολή εκτέλεσης (άρθρο 927 ΚΠολΔ) είναι προπαρασκευαστική, έγγραφη, δεν προσβάλλεται αυτοτελώς· ελαττώματά της τροφοδοτούν λόγους κατά των επόμενων πράξεων. Για την κατάσχεση ακινήτου, η επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας γίνεται μόλις περατωθεί ή, αν δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτισή του, την επομένη (άρθρο 995 ΚΠολΔ). Η κατάθεση εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού γίνεται εντός 20 ημερών (άρθρο 995 παρ. 4) και οι δημοσιεύσεις του άρθρου 955 εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Ζητήματα κατανομής εξόδων προσβάλλονται με ανακοπή άρθρου 979 ΚΠολΔ. Πραγματικά: Η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 26.4.2024. Αντίγραφο της κατασχετήριας επιδόθηκε στις 29.4.2024. Η ανακοπή κατατέθηκε στις 13.6.2024. Είχε προηγηθεί ανακοπή της εκκαλούσας στις 12.4.2024 κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής. Η εντολή εκτέλεσης αναφέρεται σε κατάσχεση ακινήτου της εκκαλούσας, με μεμονωμένη φράση περί «πλοίου» από προφανή παραδρομή. Η κατάθεση των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού έγινε στις 10.5.2024 και το απόσπασμα δημοσιεύθηκε στις 8.5.2024. Η τρίτη εφεσίβλητη τράπεζα δεν νομιμοποιείται παθητικά λόγω προγενέστερης μεταβίβασης της απαίτησης. Εφαρμογή: Η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α εκκίνησε από 30.4.2024, καθιστώντας την ανακοπή εμπρόθεσμη· το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο. Επί της ουσίας, οι ισχυρισμοί περί νομιμοποίησης/πληρεξουσιότητας, καταχρηστικότητας και συναφών πλημμελειών ήταν ήδη γεννημένοι και, ως προταθέντες/δυνάμενοι να προταθούν στην προγενέστερη ανακοπή, αποκρούονται ως απαράδεκτοι (άρθρο 935). Ο ισχυρισμός περί «πλοίου» δεν θεμελιώνει ακυρότητα, αφού η εντολή σαφώς αφορά ακίνητο και δεν προκλήθηκε δικονομική βλάβη· ζητήματα εξόδων άγονται με άρθρο 979. Οι αιτιάσεις περί 995 και 955 απορρίπτονται: η επίδοση στις 29.4.2024 ήταν έγκυρη/εμπρόθεσμη, ορθώς διενεργήθηκε σε σύνοικο και οι λοιπές προθεσμίες τηρήθηκαν.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (παραδοχή έφεσης): Η έφεση έγινε δεκτή διότι η προθεσμία των 45 ημερών του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ για προσβολή της έκθεσης κατάσχεσης άρχισε από την επομένη της επίδοσης του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης (29.4.2024), σύμφωνα με το άρθρο 995 ΚΠολΔ, αφού δεν ήταν δυνατή η άμεση κατάρτισή του, μολονότι η εκκαλούσα ήταν παρούσα. Επομένως, η ανακοπή της 13.6.2024 ήταν εμπρόθεσμη και η 3469/2024 απόφαση που την απέρριψε ως εκπρόθεσμη εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 (επανεκδίκαση ανακοπής): Κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή. Οι λόγοι περί έλλειψης νομιμοποίησης/πληρεξουσιότητας της επισπεύδουσας, καταχρηστικότητας και συναφών πλημμελειών ήταν ήδη γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν στην προγενέστερη ανακοπή, άρα είναι απαράδεκτοι κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός περί αναντιστοιχίας εντολής («πλοίο») απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμος, καθόσον πρόκειται για προφανή παραδρομή χωρίς δικονομική βλάβη· ζητήματα εξόδων υπάγονται στο άρθρο 979 ΚΠολΔ. Οι αιτιάσεις για ακυρότητες των κοινοποιήσεων/προθεσμιών του άρθρου 995 και των δημοσιεύσεων του άρθρου 955 απορρίφθηκαν ως αβάσιμες, διότι η επίδοση της 29.4.2024 ήταν έγκυρη/εμπρόθεσμη (κατά τα άρθρα 995 και 122 επ., με εφαρμογή του άρθρου 144 παρ. 3 ΚΠολΔ), η κατάθεση εγγράφων έγινε στις 10.5.2024 εντός εικοσαημέρου και η δημοσίευση στις 8.5.2024 εντός προθεσμίας. Ως εκ τούτου, η ανακοπή απορρίφθηκε στο σύνολό της. Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα επιβλήθηκαν σε βάρος της εκκαλούσας, οριζόμενα σε 600 ευρώ (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής. Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 3469/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 13.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024) ανακοπής μετά των από 24/9/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024) προσθέτων λόγων αυτής. Απορρίπτει την ανακοπή. Επιβάλλει στην εκκαλούσα-ανακόπτουσα τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης-καθ’ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΕφΠειρ 407/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, ο εκκαλών-ανακόπτων προσέβαλε την 1506/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που είχε απορρίψει την από 18.7.2022 ανακοπή του κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Εφεσίβλητες ήταν εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (υπό την ιδιότητα διαχειρίστριας απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού) και δύο φυσικά πρόσωπα. Αυτοτελώς προσθέτως παρενέβη έτερη εταιρεία διαχείρισης, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων εταιρείας που κατέστη ειδική διάδοχος της αρχικής εταιρείας ειδικού σκοπού, υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης. Η ουσιαστική σχέση αφορά απαίτηση τραπεζικού ιδρύματος από δανειακή σύμβαση, η οποία μεταβιβάσθηκε την 30.4.2020 σε εταιρεία ειδικού σκοπού, με ανάθεση διαχείρισης σε εταιρεία διαχείρισης την 18.6.2021. Την 15.2.2024 η απαίτηση μεταβιβάσθηκε σε νέα εταιρεία ειδικού σκοπού και την 13.2.2024 η διαχείριση ανατέθηκε στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα. Προ της δίκης, εκδόθηκε και επιδόθηκε στον εκκαλούντα επιταγή προς εκτέλεση την 16.9.2021 από την πρώτη εφεσίβλητη, ακολούθησαν ματαιώσεις/συνέχιση της διαδικασίας και διενεργήθηκε πλειστηριασμός την 11.5.2022. Ο εκκαλών προσέβαλε: (α) την ενεργητική νομιμοποίηση της επισπεύδουσας και την ισχύ της επιταγής, (β) την ύπαρξη/νομική ικανότητα της εταιρείας ειδικού σκοπού, (γ) τη μη επανάληψη δημοσίευσης αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης, και (δ) την έλλειψη δήλωσης μηχανικού του άρθρου 83 ν. 4495/2017 στην περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 80, 81, 83, 524 και 591 ΚΠολΔ, τρίτος με έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση και ενώπιον του εφετείου· όταν η παρέμβαση είναι αυτοτελής (άρθρο 83), η ισχύς της απόφασης εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις παρεμβαίνοντος–αντιδίκου και δημιουργείται αναγκαία ομοδικία, με συνέπεια ο απόν ομόδικος να αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο (άρθρο 76 παρ. 1). Κατά τα άρθρα 933 και 934 ΚΠολΔ, οι λόγοι ανακοπής που βάλλουν κατά πράξεων από τη σύνταξη της επιταγής έως και τη δημοσίευση αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και κατά της απαίτησης ή του εκτελεστού τίτλου, προβάλλονται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α, η οποία κρίνεται από το περιεχόμενο του λόγου και όχι από το αίτημα. Με το άρθρο 973 ΚΠολΔ, οι πλημμέλειες της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού προσβάλλονται μόνο με την ειδική ανακοπή της παρ. 6, εντός 30 ημερών από την ανάρτηση, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το άρθρο 83 ν. 4495/2017 αφορά δικαιοπραξίες εκούσιας εκποίησης και δεν εφαρμόζεται στην αναγκαστική εκτέλεση. Επιπλέον, οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση (ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015) να ενεργούν δικαστικά για τις υπό διαχείριση απαιτήσεις, ανεξαρτήτως του πλαισίου μεταβίβασης. Αποδείχθηκε ότι η απαίτηση του αρχικού τραπεζικού ιδρύματος μεταβιβάστηκε την 30.4.2020 σε εταιρεία ειδικού σκοπού, με ανάθεση διαχείρισης την 18.6.2021· ακολούθησε ειδική διαδοχή την 15.2.2024 και νέα ανάθεση διαχείρισης την 13.2.2024. Η επιταγή της 16.9.2021 και η επίσπευση της εκτέλεσης έγιναν από την πρώτη εφεσίβλητη, χωρίς υποκατάστασή της μέχρι τον πλειστηριασμό της 11.5.2022. Τα σχετικά έγγραφα καταχωρίστηκαν στο Ενεχυροφυλακείο και τέθηκαν υπόψη της υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της διαχειρίστριας εταιρείας ασκήθηκε και επιδόθηκε νόμιμα και δημιουργεί αναγκαία ομοδικία. Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ανακοπής, μολονότι στρέφονται κατ’ ονόματι κατά του πλειστηριασμού/περίληψης, πλήττουν την επιταγή προς εκτέλεση και την ενεργητική νομιμοποίηση του επισπεύδοντος και έπρεπε να προβληθούν εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α· προβλήθηκαν μετά τον πλειστηριασμό και είναι απαράδεκτοι, ενώ σε κάθε περίπτωση τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύουν τη νομιμοποίηση της επισπεύδουσας. Ο τρίτος λόγος, περί μη τήρησης προδικασίας επαναληπτικού πλειστηριασμού, έπρεπε να προβληθεί μόνο με την ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 και είναι απαράδεκτος με το άρθρο 933. Ο τέταρτος λόγος, περί έλλειψης δήλωσης μηχανικού, είναι νομικά αβάσιμος διότι το άρθρο 83 ν. 4495/2017 δεν εφαρμόζεται σε αναγκαστική εκτέλεση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (παραδοχή έφεσης): Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ανακοπής, που αμφισβητούσαν την ενεργητική νομιμοποίηση της επισπεύδουσας και ελαττώματα της επιταγής προς εκτέλεση, υπάγονταν στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ και προβλήθηκαν εκπρόθεσμα, μολονότι διατυπώθηκε αίτημα ακύρωσης του πλειστηριασμού. Η εκκαλουμένη τους απέρριψε ως ουσία αβάσιμους αντί να τους απορρίψει ως απαράδεκτους, οπότε πρέπει να εξαφανιστεί κατά τούτο. Περαιτέρω, ο λόγος περί προδικασίας επαναληπτικού πλειστηριασμού υπαγόταν αποκλειστικά στην ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ και είναι απαράδεκτος με το άρθρο 933 ΚΠολΔ, ενώ ο λόγος περί έλλειψης δήλωσης μηχανικού είναι νομικά αβάσιμος, διότι το άρθρο 83 ν. 4495/2017 αφορά εκούσιες εκποιήσεις. Τα έγγραφα που προσκομίστηκαν αποδεικνύουν την ενεργητική νομιμοποίηση της διαχειρίστριας εταιρείας κατά τα άρθρα ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015. Στάδιο 2 (επανεκδίκαση): Κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο απορρίπτει τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής ως απαράδεκτους λόγω εκπρόθεσμης προβολής (άρθρο 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ), τον τρίτο ως απαράδεκτο διότι έπρεπε να προβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ, και τον τέταρτο ως νομικά αβάσιμο (άρθρο 83 ν. 4495/2017). Διατάσσεται η επιστροφή του ηλεκτρονικού παραβόλου στον εκκαλούντα και ορίζεται παράβολο ανακοπής ερημοδικίας για την πρώτη εφεσίβλητη στο ποσό των 300 ευρώ, ενώ επιβάλλονται δικαστικά έξοδα 600 ευρώ υπέρ της δεύτερης και τρίτης εφεσίβλητης (για δύο βαθμούς) και 500 ευρώ υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης (για τον πρώτο βαθμό).
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 15.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………../2025) έφεση κατά της με αριθμό 1506/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι έκρινε κατ’ ουσίαν απορριπτέο στην έφεση. ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν τους πρώτο και δεύτερο λόγο έφεσης που αφορούν τον πρώτο και δεύτερο λόγο της από 18.7.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2022) ανακοπής ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον εκκαλούντα του κατατεθέντος από αυτόν για την άσκηση του ένδικου μέσου  ηλεκτρονικό παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 1506/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς μόνο ως προς τον πρώτο και δεύτερο λόγο της ως άνω ανακοπής. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει τους παραπάνω λόγους ανακοπής. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτούς ως απαράδεκτους. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος την δικαστική δαπάνη της ΄δεύτερης και τρίτης των εφεσίβ...

ΕφΠειρ 101/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πρωτοβάθμια κρίση: το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (737/2023) απέρριψε ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο ανακόπτων άσκησε έφεση κατά της απόφασης, ζητώντας κατ’ ουσίαν την αποδοχή της ανακοπής. Σωρεύτηκε και αίτημα αναστολής εκτέλεσης, για το οποίο είχε εκδοθεί προσωρινή διαταγή αναστολής μέχρι την απόφαση επί της έφεσης. Σχέση και εκτέλεση: Η εφεσίβλητη εταιρεία, βάσει της αμετάκλητης 498/2021 απόφασης ΜΠρ Πειραιά, επισπεύσθηκε εκτέλεση με επιταγή προς πληρωμή κάτω από πρώτο εκτελεστό απόγραφο (07-06-2022) για απαίτηση 43.386,45 €. Επιβλήθηκε κατάσχεση (07-07-2022) σε οριζόντια ιδιοκτησία του εκκαλούντος (διαμέρισμα στην οδό ……, Κορυδαλλός) για ποσό 10.000 €. Ο εκκαλών προέβαλε: σφάλμα στη διεύθυνση (αναγραφή αριθμού «3» αντί «30»), ακυρότητα λόγω μη αναγραφής ημερομηνίας και μητρώου της εκτιμήτριας εταιρείας, αοριστία αποσπάσματος λόγω μερικής κατάσχεσης, εκπρόθεσμο ορισμό πλειστηριασμού (22.2.2023) λόγω συνυπολογισμού Αυγούστου, έλλειψη επίδοσης στη μισθώτρια και καταχρηστική επίσπευση εκτέλεσης κατά 281 ΑΚ. Προγενέστερα, ο εκκαλών είχε ζητήσει διόρθωση κατ’ άρθρο 954 ΚΠολΔ μόνο ως προς αξία και τιμή πρώτης προσφοράς, που ορίσθηκε σε 125.000 € (324/2023 ΜΠρ Πειρ.). Χρονολογία: περάτωση κατάσχεσης 7-7-2022, αρχικός πλειστηριασμός 22-2-2023. Στο απόσπασμα αναφερόταν ότι τα 10.000 € προέρχονται από το επιδικασθέν κεφάλαιο και υπήρχε ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο. Η μισθώτρια κατονομάζεται ως «ΟΔΕΥΣΗ ΑΕ».
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τους κανόνες για το περιεχόμενο και τις πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης (άρθρα 954 παρ. 2, 992 παρ. 2, 993 παρ. 2 ΚΠολΔ) και για το ειδικό ένδικο βοήθημα διόρθωσης (άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ) έναντι της ακύρωσης κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει ιδιαιτέρως σοβαρές ελλείψεις και συγκεκριμένη βλάβη κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ. Εφάρμοσε επίσης τους κανόνες περί μερικής κατάσχεσης απαίτησης (άρθρα 904, 915, 916, 924 ΚΠολΔ) και την ανάγκη ειδικής αναφοράς κονδυλίων και ρητής επιφύλαξης του υπολοίπου. Για την προθεσμία πλειστηριασμού εφάρμοσε τα άρθρα 954 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 76 Ν. 4842/2021, όπου ο Αύγουστος δεν προσμετράται μόνο αν συμπληρώνεται τότε η ελάχιστη προθεσμία. Για την επίδοση σε τρίτο κύριο ή νομέα επικαλέστηκε τα άρθρα 995 παρ. 3 ΚΠολΔ και 1294, 1033 ΑΚ, αποκλείοντας τη μισθώτρια από την έννοια του «τρίτου κυρίου». Τέλος, εξέτασε την καταχρηστική άσκηση εκτέλεσης κατ’ άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 116, 933 ΚΠολΔ και 25 § 3 Συντ., και την απαραδέκτη συμπλήρωση λόγων κατ’ άρθρο 585 ΚΠολΔ. Διαπίστωσε ότι η εσφαλμένη αρίθμηση οδού («3» αντί «30») συντρέχει με ορθά λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία (όροφος, εμβαδόν, ποσοστό συνιδιοκτησίας, ΚΑΕΚ), χωρίς δημιουργία αμφιβολίας ταυτότητας. Ο εκκαλών είχε ήδη επιτύχει διόρθωση μόνο ως προς την αξία (125.000 €). Η καταχώριση μερικής κατάσχεσης 10.000 € συνοδευόταν από ειδική αναφορά ότι πρόκειται για μέρος του κεφαλαίου και ρητή επιφύλαξη του υπολοίπου. Η περάτωση κατάσχεσης (7-7-2022) και ο αρχικός πλειστηριασμός (22-2-2023) εμπίπτουν στην ελάχιστη προθεσμία, χωρίς εφαρμογή της εξαίρεσης του Αυγούστου. Δεν απαιτείται επίδοση στη μισθώτρια. Οι επικλήσεις καταχρήσεως δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένα περιστατικά, ούτε από δεσμευτική πρόταση διακανονισμού. Εφάρμοσε τα ανωτέρω και έκρινε ότι οι λόγοι ακυρότητας είναι μη νόμιμοι ή κατ’ ουσίαν αβάσιμοι: η περιγραφική πλημμέλεια είναι ιάσιμη με διόρθωση και χωρίς αποδεικνυόμενη βλάβη, η έλλειψη στοιχείων εκτιμητή δεν συνεπάγεται ακυρότητα, η μερική κατάσχεση ήταν επαρκώς εξειδικευμένη με επιφύλαξη, ο πλειστηριασμός ορίστηκε εμπρόθεσμα, δεν υφίσταται υποχρέωση επίδοσης στη μισθώτρια και δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση. Κατά συνέπεια, η έφεση απορρίπτεται κατ’ ουσίαν και επιβάλλονται έξοδα στον εκκαλούντα, ενώ το παράβολο εισάγεται στο Δημόσιο Ταμείο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Όλοι οι λόγοι που επαναφέρθηκαν με την έφεση κρίθηκαν μη νόμιμοι ή κατ’ ουσίαν αβάσιμοι: η εσφαλμένη αρίθμηση της οδού δεν δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου και θεραπεύεται με διόρθωση κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων του εκτιμητή δεν επιφέρει ακυρότητα της κατασχετήριας έκθεσης, η μερική κατάσχεση 10.000 € από το επιδικασθέν κεφάλαιο έφερε ειδική αναφορά και ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο, ο αρχικός πλειστηριασμός (22.2.2023) ορίστηκε εντός της ελάχιστης προθεσμίας με προσμέτρηση του Αυγούστου μόνο όταν αυτή συμπληρώνεται τότε, δεν απαιτείται επίδοση στη μισθώτρια ως «τρίτο κύριο», και οι επικλήσεις καταχρήσεως κατ’ άρθρο 281 ΑΚ δεν στηρίχθηκαν σε συγκεκριμένα περιστατικά, ενώ η συμπλήρωση του λόγου με την έφεση είναι απαράδεκτη (άρθρο 585 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού επιβάλλονται σε βάρος του εκκαλούντος, όπως ορίζεται στο διατακτικό, και διατάσσεται η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την σωρευόμενη στο δικόγραφο αίτηση αναστολής. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) €. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΑΠ 158/2022

Δικονομικό Δίκαιο2022Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ανώνυμη εταιρεία κατείχε ακίνητο που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση δυνάμει εκτελεστού τίτλου. Το ακίνητο εκτιμήθηκε αρχικά σε 96.000 ευρώ με τιμή πρώτης προσφοράς 64.000 ευρώ. Μετά από ανακοπή, εκδόθηκε απόφαση δικαστηρίου που όρισε την αξία του ακινήτου σε 135.000 ευρώ και την τιμή πρώτης προσφοράς σε 90.000 ευρώ. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε την 5-12-2012 και το ακίνητο κατακυρώθηκε στην τιμή των 90.100 ευρώ. Η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε. Η οφειλέτρια ισχυρίστηκε ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου ανερχόταν σε 244.836,66 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠολΔ ορίζει ότι η ανακοπή που αφορά στην εγκυρότητα πράξεων της εκτέλεσης από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και πέρα ή στην απαίτηση, πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Το άρθρο 995 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3714/2008, ορίζει ως τιμή πρώτης προσφοράς την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Η ακυρότητα λόγω ελαττώματος της τιμής πρώτης προσφοράς στην κατασχετήρια έκθεση αφορά προγενέστερη του πλειστηριασμού πράξη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ανακοπή κατατέθηκε την 28-3-2013, ενώ ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε και συντάχθηκε η έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης την 5-12-2012. Η προβαλλόμενη ακυρότητα αφορούσε ελάττωμα της επαναληπτικής κατασχετήριας έκθεσης ως προς την τιμή πρώτης προσφοράς (90.000 ευρώ έναντι αντικειμενικής αξίας 244.836,66 ευρώ). Εφαρμόζοντας το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, το δικαστήριο έκρινε ότι η ακυρότητα της κατασχετήριας έκθεσης έπρεπε να προβληθεί μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (5-12-2012). Η εκπρόθεσμη προβολή συνεπάγεται θεραπεία της ακυρότητας και αδυναμία συμπαράσυρσης των μεταγενέστερων πράξεων.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι ο λόγος ανακοπής που αφορούσε την ακυρότητα λόγω ελαττώματος της τιμής πρώτης προσφοράς στην κατασχετήρια έκθεση προβλήθηκε εκπρόθεσμα. Η ακυρότητα αυτή, που αναφερόταν σε πράξη προγενέστερη του πλειστηριασμού, έπρεπε να προβληθεί μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (5-12-2012), ενώ η ανακοπή ασκήθηκε την 28-3-2013. Η παρέλευση της προθεσμίας συνεπάγεται θεραπεία της ακυρότητας και αδυναμία επίδρασης στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίθηκε απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού η κύρια αιτιολογία περί απαραδέκτου στήριζε αυτοτελώς το διατακτικό. Ο τρίτος λόγος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος διότι στηριζόταν σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί νομίμως ως λόγος ανακοπής.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 30-9-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Κ. Ε. Ε. Λ. Κ. Ε. Σ. Μ." για αναίρεση της 166/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΑΠ 1508/2018

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2018Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Οφειλέτης είχε υποστεί αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων του στις 6-6-2003 για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων τραπέζης ύψους 191.249,75 και 280.768,94 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ως ημέρα πλειστηριασμού ορίστηκε η 5-11-2003. Εκδόθηκε η 16/2007 απόφαση Ειρηνοδικείου που διέταξε την ανατροπή της κατάσχεσης λόγω παρέλευσης έτους. Η τράπεζα προέβη σε αναγγελία στις 2-4-2007 και κατέθεσε δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού στις 4-4-2007. Συντάχθηκε Δ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης στις 12-2007 και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 16-1-2008, με κατακύρωση των ακινήτων σε αγοραστή.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνει το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η ανακοπή είναι παραδεκτή: α) αν αφορά στην εγκυρότητα του τίτλου ή στην προδικασία της εκτέλεσης, μέσα σε 15 ημέρες από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά στην εγκυρότητα πράξεων που έγιναν μετά την πρώτη πράξη ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, και γ) αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε 90 ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η ανακοπή κατατέθηκε στις 28-3-2008 και επιδόθηκε στις 11-4-2008 και 17-4-2008, μετά τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης της 16-1-2008. Δέχθηκε ότι οι λόγοι της ανακοπής αφορούσαν στο κύρος της αναγγελίας και της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, ήτοι σε πράξεις που διενεργήθηκαν μετά την πρώτη πράξη εκτέλεσης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι η ανακοπή έπρεπε να ασκηθεί το αργότερο μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης (σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού), και όχι εντός της προθεσμίας των 90 ημερών του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή. Η ένδικη ανακοπή, με την οποία ζητείται η ακύρωση των τελευταίων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και ειδικότερα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, και όχι των προγενεστέρων πράξεων για τις οποίες ο αναιρεσείων είχε ήδη ασκήσει ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή, καθόσον ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § 1 περ. γ' ΚΠολΔ (90 ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης).
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την 207/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάζει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΑΠ 1754/2011

Δικονομικό Δίκαιο2011Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ακίνητα του οφειλέτη κατασχέθηκαν δυνάμει έκθεσης του 2004 και εκτέθηκαν σε πλειστηριασμό στις 21-12-2005 βάσει Β’ επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης. Η τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε στο 1/2 της εκτιμηθείσας αξίας, αντί των 2/3 που προβλέπονται ως ελάχιστο ποσοστό της αξίας κατά το άρθρο 954 παρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ (μετά τις νομοθετικές τροποποιήσεις). Τα ακίνητα κατακυρώθηκαν σε υπερθεματιστή.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 §1 περ. β’ ΚΠολΔ προβλέπει ότι ακυρότητες των πράξεων κατάσχεσης και του προγράμματος πλειστηριασμού (περίληψης κατασχετήριας έκθεσης) προβάλλονται με ανακοπή μέχρι την έναρξη σύνταξης της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ενώ μετά από αυτήν προβάλλεται μόνο ακυρότητα του πλειστηριασμού για παραλείψεις του άρθρου 999 §1, §3 και §4 ΚΠολΔ, χωρίς στοιχείο βλάβης (άρθρο 159). Η τιμή πρώτης προσφοράς καθορίζεται κατά το άρθρο 954 §2 περ. γ’ ΚΠολΔ. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η τιμή πρώτης προσφοράς είχε καθοριστεί σε 1/2 της εκτιμηθείσας αξίας αντί για 2/3, και ότι η σχετική αναγραφή περιλαμβανόταν στην κατασχετήρια έκθεση και στη Β’ επαναληπτική περίληψη. Ο πλειστηριασμός και η κατακύρωση έλαβαν χώρα στις 21-12-2005. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι ο ισχυρισμός περί εσφαλμένης τιμής πρώτης προσφοράς προσβάλλει τις προγενέστερες πράξεις της εκτέλεσης (κατάσχεση/περίληψη) και έπρεπε να προβληθεί πριν από τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού-κατακυρώσεως. Μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ακυρότητα του πλειστηριασμού για ελάττωμα της περιλήψεως ως προς την τιμή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο μοναδικός ισχυρισμός αφορούσε ελάττωμα στην τιμή πρώτης προσφοράς που αναγράφηκε στην κατασχετήρια έκθεση/περίληψη (1/2 αντί 2/3 της αξίας), δηλαδή προγενέστερες πράξεις εκτέλεσης, και έπρεπε να προβληθεί μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (21-12-2005), ενώ τέθηκε μεταγενέστερα (08-03-2006), άρα απαράδεκτος. Επιπλέον, η τυχόν εσφαλμένη τιμή στην κατασχετήρια έκθεση δεν επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης αλλά διορθώνεται με ανακοπή του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ, και η επίκληση παραβίασης του άρθρου 954 §2 περ. γ’ (ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3346/2005) δεν επηρεάζει το διατακτικό. Οι λοιποί λόγοι ήταν αλυσιτελείς ή αβάσιμοι.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 06-04-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6955/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΕφΠειρ 457/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την απόφαση 1860/2024, απέρριψε ανακοπή του καθού η εκτέλεση, ο οποίος άσκησε έφεση κατά της απορριπτικής κρίσης. Εκκαλών είναι ο ανακόπτων (άρρεν). Εφεσίβλητες είναι: α) η πρώτη, ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια απαίτησης αλλοδαπής Εταιρείας Ειδικού Σκοπού, ειδικής διαδόχου τραπεζικού ιδρύματος, και β) η δεύτερη, ανώνυμη εταιρεία. Το πλαίσιο αφορά διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτων του εκκαλούντος: επιβλήθηκε κατάσχεση, ορίστηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός, ματαιώθηκε λόγω έλλειψης πλειοδοτών, και κατόπιν ζητήθηκε συνέχιση/επίσπευση με ορισμό νέας ημερομηνίας. Μετά την κατακύρωση συντάχθηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και εκδόθηκε επιταγή προς απόδοση ακινήτου. Κατά την προεκτεθείσα ακολουθία: κατάσχεση στις 18.10.2021, αρχικός πλειστηριασμός 25.5.2022 (ματαιώθηκε), δήλωση συνέχισης από τη διαχειρίστρια στις 18.7.2022, ανάρτηση γνωστοποίησης και ορισμός νέας ημερομηνίας 21.9.2022, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης στις 18.11.2022. Ο εκκαλών προέβαλε: μη κοινοποίηση νέας ημερομηνίας και αντισυνταγματικότητα άρθρου 973 ΚΠολΔ, έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πρώτης εφεσίβλητης, μη επίδοση νομιμοποιητικών εγγράφων κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ και πλημμέλειες δημοσιότητας τιτλοποίησης/διαχείρισης. Ζήτησε και αναστολή κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τους δικονομικούς κανόνες, η έφεση ασκείται εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν δεν έχει επιδοθεί η εκκαλουμένη, και προϋποθέτει την καταβολή παραβόλου κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ. Ως προς τη συνέχιση πλειστηριασμού, η γνωστοποίηση της δήλωσης και της νέας ημερομηνίας πραγματοποιείται με ανάρτηση κατά το άρθρο 973 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η δήλωση συνέχισης κατ’ άρθρο 966 παρ. 2 ΚΠολΔ ελέγχεται αναλογικά υπό το άρθρο 973. Πλημμέλειες της δήλωσης ή των αναρτήσεων προβάλλονται με την ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ και όχι με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ· για παλαιότερες πράξεις ισχύει η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 α’. Η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ως συνδεόμενη με τον περατωθέντα πλειστηριασμό, αποτελεί προσβλητή πράξη της εκτέλεσης με ανακοπή. Τα δικαστικά έξοδα μπορούν να συμψηφισθούν κατ’ άρθρο 179 περ. β ΚΠολΔ. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αρχικός πλειστηριασμός στις 25.5.2022 ματαιώθηκε, η πρώτη εφεσίβλητη υπέβαλε στις 18.7.2022 δήλωση συνέχισης, η συμβολαιογράφος ανήρτησε αυθημερόν τη γνωστοποίηση και όρισε νέα ημερομηνία 21.9.2022, και συντάχθηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης στις 18.11.2022. Ο εκκαλών προέβαλε ισχυρισμούς περί μη κοινοποίησης, αντισυνταγματικότητας του άρθρου 973 ΚΠολΔ, έλλειψης νομιμοποίησης της διαχειρίστριας, μη επίδοσης νομιμοποιητικών κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ και πλημμελειών δημοσιότητας τιτλοποίησης/διαχείρισης. Διαπιστώθηκε ότι οι ισχυρισμοί για τη δήλωση συνέχισης και τις αναρτήσεις υπάγονται στο άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε αβάσιμους τους πρώτον και δεύτερον λόγους της έφεσης, διότι οι σχετικές ακυρότητες έπρεπε να προβληθούν με την ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Έκρινε αβάσιμο και τον τρίτο λόγο, καθόσον οι αιτιάσεις για την επίσπευση και την κατάσχεση ήταν απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης ανακοπής (προθεσμία άρθρου 934 παρ. 1 α’) ή εσφαλμένου ενδίκου βοηθήματος. Δέχθηκε τον τέταρτο λόγο ως προς το παραδεκτό: η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης προσβάλλεται με ανακοπή, οπότε εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το σχετικό σκέλος, κράτησε την υπόθεση, έκρινε παραδεκτή την ανακοπή ως προς το μέρος αυτό και, αφού εξέτασε την ουσία, απέρριψε τους προβληθέντες λόγους. Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε, τα έξοδα συμψηφίσθηκαν και διατάχθηκε η απόδοση του παραβόλου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (παραδοχή έφεσης): Η έφεση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την απόρριψη της ανακοπής κατά της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, διότι η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί πράξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλεται με ανακοπή. Συνεπώς, η εκκαλουμένη εσφαλμένως έκρινε απαράδεκτη την ανακοπή ως προς το μέρος αυτό και έπρεπε να εξαφανισθεί κατά το σχετικό σκέλος της. Στάδιο 2 (επανεκδίκαση ουσίας): Κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε την ανακοπή παραδεκτή κατά το ανωτέρω μέρος, πλην, εξετάζοντας την ουσία, διαπίστωσε ότι ουδείς από τους προβαλλόμενους λόγους ακυρότητας της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ευδοκίμησε, και απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η σωρευόμενη αίτηση αναστολής απορρίφθηκε. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς, καθώς και της δεύτερης εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό, συμψηφίσθηκαν μεταξύ τους κατά το άρθρο 179 περ β ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ΄αριθ. 1860/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το εκκληθέν κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2023 ανακοπή κατά το μέρος, που στρεφόταν κατά της υπ’αριθμ. …./2022 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Πειραιώς και υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ………….. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την ως άνω ανακοπή κατά το μέρος αυτό. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου με αριθμό ……………/ 2024. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσίβλητης και του εκκαλούντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας καθώς και της δεύτερης εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας μεταξύ τους.

ΕφΠειρ 463/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι ανακοπτόντες, ως πιστούχος (πρώτος) και εγγυήτρια (δεύτερη), προέβαλαν λόγους ακύρωσης της επιταγής προς πληρωμή και της κατάσχεσης επί ακίνητου. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη για τη δεύτερη (έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης) και την έκανε εν μέρει δεκτή για τον πρώτο, ακυρώνοντας την κατάσχεση λόγω μη επίδοσης στο κτηματολογικό γραφείο και μειώνοντας την επιταγή κατά 370 ευρώ. Η εκκαλούσα είναι ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ως διαχειρίστρια της δικαιούχου αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, ειδικής διαδόχου τραπεζικού ιδρύματος βάσει σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από δάνεια. Οι εφεσίβλητοι είναι ο οφειλέτης (πρώτος) και η εγγυήτρια (δεύτερη). Προ της εκτέλεσης είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής το 2011. Την 1.11.2021 επιδόθηκε στον πρώτο εφεσίβλητο αντίγραφο απογράφου με επιταγή προς πληρωμή για 40.839,80 ευρώ (κεφάλαιο) και συνολικά 42.436,80 ευρώ με έξοδα. Επιβλήθηκε κατάσχεση στις 19.11.2021 επί ισόγειου καταστήματος 67,41 τ.μ. στον Πειραιά και ορίστηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός για 29.6.2022. Η κατασχετήρια έκθεση επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 22.11.2021 (επόμενη και μεθεπόμενη ημέρα εξαιρετέες) και στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά στις 23.11.2021. Η έφεση της εκκαλούσας στρεφόταν κατά του κεφαλαίου που ακύρωσε την κατάσχεση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις για την έφεση και την κατ’ έφεση διαδικασία, καθώς και για την ερήμην συζήτηση (άρθρα 495 επ., 511, 513 §1β, 516 §1, 517 εδ. α΄, 518 §1, 520 §1, 524 §4, σε συνδ. με 271 §1-2 και 591 ΚΠολΔ). Ως προς την ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης, έλαβε τον κανόνα του άρθρου 933 ΚΠολΔ και την προθεσμία του άρθρου 934 §1 α΄. Εφάρμοσε το άρθρο 995 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4842/2021: η μη ή εκπρόθεσμη επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης στον καθ’ ου (παρ. 1) και στο υποθηκοφυλακείο/κτηματολόγιο (παρ. 2) επιφέρει ακυρότητα χωρίς ανάγκη επίκλησης βλάβης, ενώ οι παραλείψεις της παρ. 4 δεν συνεπάγονται ακυρότητα χωρίς απόδειξη βλάβης. Για τον υπολογισμό προθεσμιών στην επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης ελήφθη υπόψη ότι οι εξαιρετέες ημέρες, συμπεριλαμβανομένου του Σαββάτου, δεν υπολογίζονται (άρθρο 144 §3 ΚΠολΔ). Διαπίστωσε ότι: (α) η εκτέλεση επισπεύσθηκε βάσει διαταγής πληρωμής του 2011 και επιταγής της 1.11.2021 για συνολικό ποσό 42.436,80 ευρώ, (β) επιβλήθηκε κατάσχεση στις 19.11.2021 σε ισόγειο κατάστημα 67,41 τ.μ. στον Πειραιά, (γ) η κατασχετήρια έκθεση επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 22.11.2021, καθώς η επόμενη και μεθεπόμενη της κατάσχεσης ήταν εξαιρετέες, και (δ) επιδόθηκε στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά στις 23.11.2021, εντός της πενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 995 §2 ΚΠολΔ. Διαπίστωσε επίσης ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον της εκκαλούσας να στραφεί με την έφεση κατά της δεύτερης εφεσίβλητης, μη θιγόμενης από το εκκληθέν κεφάλαιο. Αξιολόγησε ότι η εμπρόθεσμη επίδοση στο κτηματολογικό γραφείο τηρεί την επιταγή του άρθρου 995 §2 ΚΠολΔ και δεν θεμελιώνει ακυρότητα της κατάσχεσης. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της ανακοπής του πρώτου εφεσίβλητου είναι ουσιαστικά αβάσιμος και η αντίθετη κρίση του Πρωτοδικείου ερείδεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση αποδείξεων. Η έφεση απορρίπτεται ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και γίνεται δεκτή ως προς τον πρώτο, με εξαφάνιση του αντίστοιχου κεφαλαίου και επανακρίση της υπόθεσης (άρθρο 535 §1 ΚΠολΔ).
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Παραδοχή έφεσης: Ο μοναδικός λόγος της έφεσης κρίθηκε βάσιμος, διότι από τις επιδόσεις προέκυψε ότι η κατασχετήρια έκθεση της 19.11.2021 επιδόθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιά στις 23.11.2021, εντός της πενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 995 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η επίδοση στον καθ’ ου έγινε στις 22.11.2021, καθώς η επόμενη και μεθεπόμενη ημέρα της κατάσχεσης ήταν εξαιρετέες (άρθρο 144 παρ. 3 ΚΠολΔ). Το Πρωτοδικείο εσφαλμένα ακύρωσε την κατάσχεση. Η έφεση απορρίφθηκε ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη, επειδή δεν θεμελιώθηκε έννομο συμφέρον για την άσκησή της έναντι διαδίκου που δεν θίγεται από το εκκληθέν κεφάλαιο. Στάδιο 2 – Επανάκριση επί της ανακοπής: Μετά την εν μέρει εξαφάνιση της 1682/2022 απόφασης ως προς την ακύρωση της υπ’ αριθμ. …../19.11.2021 κατασχετήριας έκθεσης, το Εφετείο κράτησε και δίκασε την ανακοπή κατά το εκκληθέν κεφάλαιο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και απέρριψε τον σχετικό (ένατο) λόγο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού τηρήθηκε το άρθρο 995 παρ. 2 ΚΠολΔ. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού επιβλήθηκαν σε βάρος του πρώτου εφεσίβλητου λόγω ήττας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και ορίστηκαν σε 500 ευρώ. Προκαταβλητέο παράβολο για ανακοπή ερημοδικίας δεν ορίζεται (937 παρ.1 β΄ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δικάζει ερήμην των εφεσιβλήτων την ένδικη έφεση. Δέχεται την έφεση τυπικά, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο και την απορρίπτει, ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη. Δέχεται την έφεση, κατ’ουσίαν, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος, κατά την άσκηση της έφεσης, παραβόλου στην εκκαλούσα. Εξαφανίζει εν μέρει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ.1682/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς την ακύρωση της υπ’αριθμ…../19.11.2021 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………, κατά μερική παραδοχή του ένατου λόγου της από 20.12.2021 ανακοπής. Κρατεί και δικάζει την από 20.12.2021 ανακοπή, ως προς το εκκληθέν αυτό κεφάλαιο. Απορρίπτει αυτήν, ως προς το μέρος τούτο του ένατου λόγου της. Επιβάλλει στον πρώτο των εφεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας του παρόντου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΑΠ 1799/2025

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αγοραστής απέκτησε κληροτεμάχιο υπ’ αριθμ. 1921 Α, εμβαδού 3.075 τ.μ., στη Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής, με διώροφη οικοδομή. Συμφωνήθηκε τίμημα 68.700 ευρώ, με τελευταία δόση 10.000 ευρώ (30-12-2005), η οποία δεν καταβλήθηκε. Λήφθηκε δάνειο 130.000 ευρώ για ανέγερση. Επισπεύδοντες πωλητές επέβαλαν κατάσχεση (2006) για απαίτηση 11.178,90 ευρώ (με τόκους και έξοδα). Στις 20-12-2006 καταβλήθηκαν 11.000,00 ευρώ· παρέμεινε υπόλοιπο 1.804,90 ευρώ πλέον τόκων. Μετά αδράνεια έως 12-10-2011, επιταγή προς εκτέλεση για 2.846,23 ευρώ (υπόλοιπο, τόκοι και έξοδα). Στις 28-2-2012 καταβλήθηκαν 1.000,00 ευρώ. Προγραμματίστηκαν επαναληπτικοί πλειστηριασμοί και στις 11-7-2012 το ακίνητο κατακυρώθηκε με πλειστηρίασμα 80.000,00 ευρώ. Οι επιδόσεις πράξεων εκτέλεσης είχαν γίνει με θυροκόλληση στο ακίνητο, ενώ ο τόπος μόνιμης κατοικίας ήταν στο εξωτερικό.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 § 1 περ. β’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 934 § 2 ΚΠολΔ και τα άρθρα 933 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, προβλέπει ότι λόγος ανακοπής για αντίθεση της απαίτησης ή της διαδικασίας εκτέλεσης στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ πρέπει να προβάλλεται έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και περίληψης κατακυρωτικής). Αν ο λόγος αφορά ειδικά την πράξη του πλειστηριασμού/κατακύρωσης, εφαρμόζεται η προθεσμία της περ. γ’. Το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύει λόγο αναίρεσης για εσφαλμένη κρίση περί ακυρότητας/απαραδέκτου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προβαλλόμενος λόγος καταχρηστικότητας στηριζόταν σε περιστάσεις της απαίτησης: αδράνεια από 2006 έως 2011, μικρό υπόλοιπο 1.804,90 ευρώ, επιταγή 2.846,23 ευρώ, μερική καταβολή 1.000,00 ευρώ, και δυσανάλογη σχέση προς την αξία του ακινήτου (πλειστηρίασμα 80.000,00 ευρώ). Η τελευταία πράξη εκτέλεσης συνίστατο στη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής το 2012. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 § 1 περ. β’ ΚΠολΔ στα ως άνω, έκρινε ότι ο λόγος έπρεπε να ασκηθεί έως τη σύνταξη των πράξεων πλειστηριασμού/κατακύρωσης και όχι με την προθεσμία της περ. γ’, διότι δεν αφορούσε πρωτογενώς την ίδια την πράξη του πλειστηριασμού. Η υπαγωγή του εφετείου στην περ. γ’ συνιστά παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι ο λόγος ανακοπής περί καταχρηστικότητας (με βάση αδράνεια 2006–2011, μικρό υπόλοιπο 1.804,90 ευρώ και επιταγή 2.846,23 ευρώ) αφορούσε την απαίτηση/διαδικασία εκτέλεσης και όχι ειδικά την πράξη του πλειστηριασμού, επομένως υπαγόταν στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ (έως τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής το 2012) και όχι στην περ. γ’. Η εφαρμογή από το εφετείο της περ. γ’ ήταν εσφαλμένη, στοιχειοθετώντας τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, η προσβαλλόμενη αναιρέθηκε, η υπόθεση κρατήθηκε και, ελλείψει άλλης διάκρισης ουσίας, η ανακοπή απορρίφθηκε.
Τελική Απόφαση
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 57/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο δέχθηκε ότι ο δεύτερος λόγος της από 28.8.2012 ανακοπής της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των πρώτου και δεύτερης των καθ'ων η ανακοπή (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και κατά της τρίτης καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 2.12.2015 έφεση της τρίτης καθ'ης η ανακοπή. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά κατ' ουσίαν την έφεση στο σύνολό της. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 80/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 28.8.2012 ανακοπή της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα όλων των βαθμών δικαιοδοσίας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.

ΕφΠειρ 13/2019

Αναγκαστική Εκτέλεση2019Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την 371/2017, έκανε δεκτή ανακοπή του εφεσιβλήτου κατά πράξεων εκτέλεσης και ακύρωσε κατάσχεση και περίληψη κατασχετήριας έκθεσης. Η εκκαλούσα, ως καθ’ ης η ανακοπή και επισπεύδουσα εκτέλεση, άσκησε έφεση προβάλλοντας εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Οι διάδικοι είναι ένας εφεσίβλητος (οφειλέτης) και μία εκκαλούσα (πιστωτικό ίδρυμα). Η εκτέλεση στηρίχθηκε σε διαταγή πληρωμής εκδοθείσα για απαίτηση από σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Ο εφεσίβλητος είχε απολέσει το προσωρινό δελτίο ταυτότητάς του το 2002. Τρίτο πρόσωπο υπέβαλε στις 11.11.2002 αίτηση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας στο όνομά του, επί της οποίας τέθηκε μη γνήσια υπογραφή. Η εκκαλούσα εξέδωσε κάρτα και απέστειλε λογαριασμούς σε διεύθυνση διαφορετική από τη δηλωθείσα στις φορολογικές δηλώσεις του εφεσιβλήτου. Εξώδικη καταγγελία επιδόθηκε με θυροκόλληση το 2006. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για 11.237,30 ευρώ, με δικαστική δαπάνη 210 ευρώ. Επιτάχθηκε πληρωμή 11.496,65 ευρώ και επιβλήθηκε κατάσχεση επί ποσοστού εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας ακινήτου του εφεσιβλήτου, με ορισμό πλειστηριασμού. Ο εφεσίβλητος, μόλις έλαβε γνώση της κατάσχεσης, άσκησε ανακοπή (άρθρο 933 ΚΠολΔ) πριν από την τελευταία πράξη εκτέλεσης. Διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που κατέληξε ότι η υπογραφή στην αίτηση της 11.11.2002 δεν τέθηκε από τον εφεσίβλητο.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνες: Η διαταγή πληρωμής (άρθρα 624, 634, 631, 904 παρ. 2 ε’ ΚΠολΔ) αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Κατά της εκτέλεσης επιτρέπεται ανακοπή (άρθρο 933 ΚΠολΔ) για την εγκυρότητα του τίτλου, τη διαδικασία ή την απαίτηση· η ακύρωση της ίδιας της διαταγής πληρωμής ζητείται μόνο με τα άρθρα 632 παρ. 1 ή 633 παρ. 2. Οι προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ (κατά στάδια προσβολή) είναι δικονομικές και εξετάζονται αυτεπαγγέλτως· η εκπρόθεσμη προσβολή επιφέρει έκπτωση (άρθρα 144 επ., 151 ΚΠολΔ). Αντιρρήσεις για την απαίτηση (συμπεριλαμβανομένου του ύψους) υπάγονται στο άρθρο 934 παρ. 1β’. Για προσβολή εγγράφου ως πλαστού ισχύουν τα άρθρα 460, 461 και 463 ΚΠολΔ, με υποχρεώσεις προσκόμισης αποδεικτικών μέσων· εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες αποδείξεων (άρθρα 216, 270, 341 ΚΠολΔ) και τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ). Στο εφετείο, η υπόθεση μεταβιβάζεται εντός των ορίων των λόγων έφεσης (άρθρα 522, 106, 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ), ενώ επιτρέπεται συμπλήρωση αιτιολογιών (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Διαπιστώσεις: Ο εφεσίβλητος απώλεσε το προσωρινό δελτίο ταυτότητας το 2002. Υποβλήθηκε στις 11.11.2002 αίτηση έκδοσης πιστωτικής κάρτας στο όνομά του, με στοιχεία και διευθύνσεις που δεν συνέπιπταν με τα φορολογικά του δεδομένα. Η εκκαλούσα εξέδωσε κάρτα και επέσπευσε εκτέλεση βάσει διαταγής πληρωμής. Η επίδοση εξωδίκου και επιταγής έλαβε χώρα με θυροκόλληση. Η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη έκρινε ότι η υπογραφή στην αίτηση της 11.11.2002 δεν τέθηκε από τον εφεσίβλητο. Δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος πραγματοποίησε τις συναλλαγές της κάρτας. Η ανακοπή ασκήθηκε πριν από την τελευταία πράξη εκτέλεσης. Εφαρμογή: Η μη γνησιότητα της υπογραφής στη σύμβαση που θεμελιώνει την απαίτηση σημαίνει ότι η εκκαλούσα δεν απέδειξε την ύπαρξη έγκυρης ενοχικής σχέσης έναντι του εφεσιβλήτου. Ως εκ τούτου, οι πράξεις εκτέλεσης που επισπεύστηκαν βάσει διαταγής πληρωμής στηριγμένης σε ανυπόστατη αίτηση κάρτας ακυρώνονται. Ο μοναδικός λόγος έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων απορρίπτεται, καθώς τα πραγματικά πορίσματα (ιδίως της πραγματογνωμοσύνης) στηρίζονται επαρκώς στο αποδεικτικό υλικό.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν διότι αποδείχθηκε, βάσει της δικαστικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και της συνολικής αποδεικτικής διαδικασίας, ότι η υπογραφή του εφεσιβλήτου στην από 11.11.2002 αίτηση προς κατάρτιση σύμβασης πιστωτικής κάρτας δεν τέθηκε από τον ίδιο, με συνέπεια η απαίτηση της εκκαλούσας να μην αποδεικνύεται και ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης. Ο λόγος έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων κρίθηκε αβάσιμος. Διατάχθηκε η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού στον εφεσίβλητο υπέρ της εκκαλούσας, σύμφωνα με τα άρθρα 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την υπό κρίση έφεση και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ ουσίαν. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η εκκαλούσα για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ.

ΑΠ 261/2017

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2017Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Οφειλέτης υπέστη αναγκαστική εκτέλεση από τράπεζα επί ακίνητης περιουσίας του. Διενεργήθηκε πλειστηριασμός στον οποίο αναδείχθηκε υπερθεματιστής. Συντάχθηκε έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως με συγκεκριμένες προθεσμίες ανάλογα με τον προβαλλόμενο λόγο και την προσβαλλόμενη πράξη. Οι προθεσμίες αυτές είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως και η πάροδός τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής. Από το συνδυασμό των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ συνάγεται ότι λόγο ανακοπής μπορεί να αποτελέσει η αντίθεση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως στα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο διέκρινε ότι αν η αντίθεση στο άρθρο 281 ΑΚ αφορά την απαίτηση ή τη διαδικασία εκτελέσεως, ο λόγος πρέπει να προβάλλεται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή έως τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού. Κατ' εξαίρεση, αν η αντίθεση αφορά ειδικά την ίδια την τελευταία πράξη εκτελέσεως (πλειστηριασμό και κατακύρωση), εφαρμόζεται η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι εν προκειμένω εφαρμοστέα ήταν η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ και όχι του 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ, διότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αφορούσε ειδικά την ίδια την πράξη του πλειστηριασμού.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο πρώτος λόγος ήταν απαράδεκτος, καθώς κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων. Ο δεύτερος λόγος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος διότι από τη συμμετοχή πρωτοδίκη στη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου τεκμαίρεται τόσο το κώλυμα των προέδρων πρωτοδικών όσο και η ύπαρξη των νόμιμων προϋποθέσεων, χωρίς να απαιτείται ρητή μνεία στην απόφαση.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση του Σ. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3327/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

124.000+ αποφάσεις · 24.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →