Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης/πλειστηριασμού ΚΠολΔ 933-934: λόγοι ακυρότητας, προθεσμίες ανά προσβαλλόμενη πράξη, σχέση με 954 και 973 ΚΠολΔ

Κύρια νομική θέση

Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ υπάγεται σε κατά στάδια προσβολή: η προθεσμία δεν κρίνεται από το πώς διατυπώνεται το αίτημα, αλλά από ποια πράξη ή ποιον λόγο πλήττει ο ανακόπτων. Κατά συνέπεια, λόγοι που αφορούν την επιταγή προς εκτέλεση, τον εκτελεστό τίτλο, την απαίτηση ή προγενέστερες πράξεις της εκτέλεσης δεν μπορούν να μεταφερθούν στην προθεσμία προσβολής του πλειστηριασμού ή της κατακύρωσης.

Ειδικότερα, πλημμέλειες που υπάγονται στο άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ προβάλλονται με το ειδικό ένδικο βοήθημα διόρθωσης και όχι παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933, ενώ πλημμέλειες της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού προβάλλονται αποκλειστικά με την ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ.


1. Νομικό πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΠολΔ Άρθρο 933
Ορίζει ότι οι αντιρρήσεις του καθ’ ου η εκτέλεση ή δανειστή με έννομο συμφέρον, που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή.
Κρίσιμα σημεία:
- η ανακοπή εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο,
- πρόσθετοι λόγοι μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο,
- αν η ανακοπή στρέφεται κατά του πλειστηριασμού, απευθύνεται με ποινή απαραδέκτου κατά του επισπεύδοντος και του υπερθεματιστή,
- αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, αντιρρήσεις κατά της απαίτησης είναι απαράδεκτες, εκτός αν είναι οψιγενείς ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα.
Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 308/2025, ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 457/2025, ΕφΠειρ 13/2019.

ΚΠολΔ Άρθρο 934
Θέτει τις προθεσμίες της ανακοπής κατά στάδια:
- περ. α: για ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και για την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης,
- περ. β: αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ενέργειά της και, επί χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού για κινητά και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης για ακίνητα,
- παρ. 2: τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
Εφαρμόζεται ιδίως στις ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 308/2025, ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 407/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 954
Ρυθμίζει την κατασχετήρια έκθεση κινητών και στην παρ. 4 προβλέπει ειδική ανακοπή για διόρθωση της έκθεσης και του αποσπάσματος, ιδίως ως προς:
- περιγραφή κατασχεθέντος,
- εκτίμηση,
- τιμή πρώτης προσφοράς.
Η ανακοπή αυτή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
Ρητά ορίζεται:
«Ελαττώματα ή ελλείψεις που είναι δυνατό να διορθωθούν ή να συμπληρωθούν με την άσκηση ανακοπής της παρούσας δεν προβάλλονται παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933.»
Εφαρμόζεται στην ΕφΠειρ 101/2026 και μνημονεύεται στην ΑΠ 1754/2011.

ΚΠολΔ Άρθρο 973
Ρυθμίζει τη συνέχιση πλειστηριασμού και την υποκατάσταση επισπεύδοντος.
Κρίσιμη η παρ. 6:
«Αντιρρήσεις για οποιονδήποτε λόγο που αφορά στο κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παρ. 1 ανάρτησης.»
Άρα πρόκειται για ειδική ανακοπή, όχι για ανακοπή του άρθρου 933.
Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 457/2025.

ΚΠολΔ Άρθρο 935
Καθιερώνει κανόνα συγκέντρωσης:
λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής κατά το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της ίδιας ή άλλης πράξης της ίδιας εκτέλεσης.
Εφαρμόζεται στην ΕφΠειρ 126/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 995
Για κατάσχεση ακινήτου:
- παρ. 1: επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης στον καθ’ ου,
- παρ. 2: επίδοση στον υποθηκοφύλακα/κτηματολόγιο μέσα σε πέντε ημέρες, με ποινή ακυρότητας,
- παρ. 4: κατάθεση εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού μέσα σε είκοσι ημέρες και δημοσίευση αποσπάσματος.
Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 463/2024.

ΚΠολΔ Άρθρο 955
Για κινητά, προβλέπει αντίστοιχες επιδόσεις και δημοσίευση αποσπάσματος. Η παράλειψη ορισμένων διατυπώσεων επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης ή του πλειστηριασμού.
Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 126/2026.

ΚΠολΔ Άρθρο 979
Ρυθμίζει την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης:
μέσα σε δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ. 1.
Σημείωση: αυτό αφορά πίνακα κατάταξης, όχι δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού.
Εφαρμόζεται στην ΕφΠειρ 126/2026 ως διάκριση για ζητήματα εξόδων/κατάταξης.

ΚΠολΔ Άρθρο 144
Γενικός κανόνας υπολογισμού προθεσμιών:
- αρχίζουν από την επόμενη ημέρα,
- λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας,
- αν η τελευταία ημέρα είναι εξαιρετέα, μετατίθενται στην επόμενη μη εξαιρετέα,
- το Σάββατο θεωρείται εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα.
Εφαρμόζεται στις ΕφΠειρ 308/2025, ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 463/2024.


2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

ΕφΠειρ 319/2024
- Σχετικότητα: Η υπόθεση αφορά ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά επιταγής, εκτελεστού τίτλου, απαίτησης και δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού μετά από κατάσχεση ακινήτου.
- Κρίση: Κατάσχεση και επίδοση στις 14.7.2020. Ανακοπή κατατέθηκε στις 2.9.2021 και επιδόθηκε στις 13.9.2021 και 15.9.2021. Οφειλή 129.273,52 ευρώ. Η έφεση απορρίφθηκε και επιβλήθηκαν έξοδα 700 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ισχυρότατη για τη θέση ότι:
1. λόγοι κατά της επιταγής, του τίτλου και της απαίτησης υπάγονται στο άρθρο 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ,
2. η προθεσμία είναι 45 ημέρες,
3. η δήλωση συνέχισης προσβάλλεται μόνο με άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ και όχι με άρθρο 933.

ΕφΠειρ 126/2026
- Σχετικότητα: Αφορά ειδικά την αφετηρία της 45ήμερης προθεσμίας κατά της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου και την εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ.
- Κρίση: Κατάσχεση στις 26.4.2024, επίδοση αντιγράφου στις 29.4.2024, ανακοπή στις 13.6.2024. Το Εφετείο έκρινε την ανακοπή εμπρόθεσμη, αλλά απέρριψε τους περισσότερους λόγους ως απαράδεκτους κατ’ άρθρο 935. Έξοδα 600 ευρώ.
- Εφαρμογή: Χρήσιμη για δύο σημεία:
1. η 45ήμερη προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ εκκινεί από την επομένη της επίδοσης του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης όταν δεν κατέστη δυνατή η άμεση κατάρτισή του,
2. λόγοι ήδη γεννημένοι δεν μπορούν να επανέλθουν μεταγενέστερα λόγω άρθρου 935 ΚΠολΔ.

ΕφΠειρ 407/2026
- Σχετικότητα: Ο ανακόπτων ζητούσε ακύρωση πλειστηριασμού, αλλά οι λόγοι του αφορούσαν ενεργητική νομιμοποίηση επισπεύδοντος και ελαττώματα επιταγής.
- Κρίση: Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι λόγω εκπρόθεσμης προβολής κατά το άρθρο 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ. Ο τρίτος λόγος περί δήλωσης συνέχισης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, διότι έπρεπε να προβληθεί με το άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Έξοδα 600 ευρώ υπέρ δεύτερης και τρίτης εφεσίβλητης και 500 ευρώ υπέρ πρώτης εφεσίβλητης.
- Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη για να αντικρουστεί η συνήθης προσπάθεια του οφειλέτη να «μεταμφιέσει» προγενέστερους λόγους σε λόγους κατά του πλειστηριασμού.

ΕφΠειρ 101/2026
- Σχετικότητα: Αφορά ελαττώματα της κατασχετήριας έκθεσης και τη σχέση άρθρου 933 με το ειδικό ένδικο βοήθημα του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.
- Κρίση: Η εσφαλμένη αρίθμηση οδού και η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων εκτιμητή δεν οδήγησαν σε ακυρότητα. Το δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιες πλημμέλειες θεραπεύονται με διόρθωση κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, ελλείψει συγκεκριμένης βλάβης. Έξοδα 400 ευρώ.
- Εφαρμογή: Κρίσιμη για τη διάκριση:
- διορθώσιμες πλημμέλειες → άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ,
- σοβαρές ακυρότητες με μη θεραπεύσιμη βλάβη → ενδεχομένως άρθρο 933 ΚΠολΔ.

ΕφΠειρ 457/2025
- Σχετικότητα: Αφορά ειδικά τη δήλωση συνέχισης μετά από ματαίωση πλειστηριασμού και την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης.
- Κρίση: Οι αιτιάσεις για τη δήλωση συνέχισης και τις αναρτήσεις έπρεπε να προβληθούν με το άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης είναι προσβλητή πράξη της εκτέλεσης με ανακοπή. Τα έξοδα συμψηφίστηκαν.
- Εφαρμογή: Χρήσιμη για τη σαφή διάκριση:
- δήλωση συνέχισης → άρθρο 973 παρ. 6,
- περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης → ανακοπή ως πράξη εκτέλεσης.

ΑΠ 158/2022
- Σχετικότητα: Αφορά λόγο κατά της τιμής πρώτης προσφοράς στην κατασχετήρια έκθεση.
- Κρίση: Η ανακοπή ασκήθηκε στις 28-3-2013, ενώ ο πλειστηριασμός είχε γίνει στις 5-12-2012. Ο λόγος κρίθηκε εκπρόθεσμος, διότι αφορούσε προγενέστερη πράξη της εκτέλεσης. Έξοδα 2.700 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ισχυρή αναιρετική βάση ότι ελάττωμα της τιμής πρώτης προσφοράς δεν μετατρέπεται σε λόγο ακυρότητας του ίδιου του πλειστηριασμού μετά τη διενέργειά του.

ΑΠ 1754/2011
- Σχετικότητα: Επίσης για εσφαλμένη τιμή πρώτης προσφοράς στην κατασχετήρια έκθεση ή περίληψη.
- Κρίση: Ο ισχυρισμός έπρεπε να προβληθεί μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης της 21-12-2005, ενώ τέθηκε μεταγενέστερα στις 08-03-2006. Απορρίφθηκε ως απαράδεκτος. Έξοδα 2.700 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ενισχύει ότι τέτοια ελαττώματα ανήκουν στις προγενέστερες πράξεις και όχι στην τελευταία πράξη.

ΑΠ 1799/2025
- Σχετικότητα: Για λόγο καταχρηστικότητας κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
- Κρίση: Ο λόγος περί καταχρηστικότητας, στηριζόμενος σε αδράνεια 2006–2011, υπόλοιπο 1.804,90 ευρώ, επιταγή 2.846,23 ευρώ και πλειστηρίασμα 80.000,00 ευρώ, υπαγόταν στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ και όχι στην περ. γ’. Η ανακοπή απορρίφθηκε.
- Εφαρμογή: Χρήσιμη όταν ο οφειλέτης επικαλείται 281 ΑΚ: αν ο λόγος αφορά την απαίτηση ή τη διαδικασία γενικά, δεν περιμένει την κατακύρωση.

ΑΠ 261/2017
- Σχετικότητα: Διακρίνει πότε λόγος 281 ΑΚ υπάγεται στην προθεσμία της περ. β και πότε κατ’ εξαίρεση στην προθεσμία της τελευταίας πράξης.
- Κρίση: Αν η αντίθεση στο άρθρο 281 ΑΚ αφορά την απαίτηση ή τη διαδικασία εκτέλεσης, ισχύει το άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ· μόνο αν αφορά ειδικά την ίδια την τελευταία πράξη εφαρμόζεται η προθεσμία της τελευταίας πράξης.
- Εφαρμογή: Πολύ χρήσιμη για δογματική θεμελίωση της διάκρισης.

Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

ΑΠ 1508/2018
- Στηρίζει ότι όταν η ανακοπή ζητεί ακύρωση των τελευταίων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και όχι των προγενέστερων πράξεων, μπορεί να είναι παραδεκτή εντός της προθεσμίας που αφορά την τελευταία πράξη.
- Αντίκρουση: Η ίδια απόφαση, όπως παρατίθεται, αφορά ειδικό πραγματικό όπου ζητείτο ακύρωση των τελευταίων πράξεων και όχι επανάληψη λόγων κατά προγενέστερων πράξεων. Άρα δεν βοηθά όταν ο προβαλλόμενος λόγος πλήττει ουσιαστικά επιταγή, κατάσχεση, απαίτηση ή δήλωση συνέχισης.

ΕφΠειρ 457/2025
- Θα μπορούσε να επικληθεί από τον αντίδικο για να υποστηρίξει ότι η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης προσβάλλεται με ανακοπή.
- Αντίκρουση: Ναι, αλλά μόνο ως προς πλημμέλειες της ίδιας της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Δεν επιτρέπει να εισαχθούν μέσω αυτής λόγοι που ανήκαν σε προγενέστερο στάδιο ή στη δήλωση συνέχισης.


3. Προτεινόμενη επιχειρηματολογία

Α. Χαρτογράφηση προθεσμιών ανά πράξη

1. Επιταγή προς εκτέλεση / εκτελεστός τίτλος / απαίτηση / προγενέστερες πλημμέλειες μέχρι τη δημοσίευση αποσπάσματος κατασχετήριας
- Υπάγονται στο ΚΠολΔ Άρθρο 934 περ. α
- Προθεσμία: 45 ημέρες
- Βάση: ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 126/2026

2. Κατασχετήρια έκθεση ακινήτου
- Αν ο λόγος αφορά ακυρότητα της κατάσχεσης ή πλημμέλειες επιδόσεων/δημοσιεύσεων του άρθρου 995, επίσης υπάγεται στο πρώτο στάδιο του άρθρου 934
- Η αφετηρία, κατά τη ΕφΠειρ 126/2026, συνδέεται με την επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης όταν δεν κατέστη δυνατή η άμεση κατάρτισή του
- Για την εμπρόθεσμη επίδοση στο κτηματολογικό γραφείο, βλ. ΕφΠειρ 463/2024

3. Διορθώσιμες πλημμέλειες περιγραφής, εκτίμησης, τιμής πρώτης προσφοράς
- Δεν προβάλλονται παραδεκτώς με άρθρο 933, αν είναι θεραπεύσιμες με ΚΠολΔ Άρθρο 954 παρ. 4
- Βάση: ΚΠολΔ Άρθρο 954, ΕφΠειρ 101/2026, ΑΠ 1754/2011

4. Δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού
- Προσβάλλεται μόνο με ΚΠολΔ Άρθρο 973 παρ. 6
- Προθεσμία: 30 ημέρες από την ανάρτηση
- Βάση: ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 457/2025

5. Τελευταία πράξη εκτέλεσης / πλειστηριασμός / κατακύρωση
- Μόνο λόγοι που αφορούν την ίδια την τελευταία πράξη
- Προθεσμία κατά ΚΠολΔ Άρθρο 934 περ. β
- Δεν χωρεί μεταφορά προγενέστερων λόγων σε αυτό το στάδιο
- Βάση: ΑΠ 158/2022, ΑΠ 1754/2011, ΕφΠειρ 308/2025

6. Πίνακας κατάταξης
- Δεν σχετίζεται με το άρθρο 973
- Προσβάλλεται με ΚΠολΔ Άρθρο 979
- Προθεσμία: 12 εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της πρόσκλησης

Β. Συνέπειες εκπρόθεσμης άσκησης

- Η εκπρόθεσμη προβολή συνεπάγεται απαράδεκτο του λόγου ανακοπής: ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 407/2026
- Η πάροδος της προθεσμίας οδηγεί σε έκπτωση: ΕφΠειρ 126/2026
- Η ακυρότητα θεωρείται θεραπευμένη και δεν συμπαρασύρει μεταγενέστερες πράξεις: ΑΠ 158/2022
- Λόγοι ήδη γεννημένοι δεν μπορούν να επανέλθουν σε μεταγενέστερη ανακοπή: ΚΠολΔ Άρθρο 935, ΕφΠειρ 126/2026

Γ. Πρακτική διάκριση που πρέπει να τονιστεί στο δικόγραφο

Ο δικηγόρος πρέπει να ταξινομήσει κάθε λόγο χωριστά:
- ποια πράξη πλήττει,
- ποια είναι η ειδική προθεσμία,
- ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης,
- αν υπάρχει ειδικό ένδικο βοήθημα αντί του άρθρου 933.

Αν αυτό δεν γίνει, ο αντίδικος θα επικαλεστεί επιτυχώς ότι ο ανακόπτων:
- είτε χρησιμοποίησε λανθασμένο ένδικο βοήθημα,
- είτε άσκησε την ανακοπή εκπρόθεσμα,
- είτε επιχειρεί ανεπίτρεπτη μεταφορά προγενέστερων λόγων στο στάδιο του πλειστηριασμού.


4. Νομολογιακή ισχύς

Παγία ως προς τα εξής:
1. η προθεσμία κρίνεται από το περιεχόμενο του λόγου και όχι από το αίτημα,
2. λόγοι κατά επιταγής/τίτλου/απαίτησης υπάγονται στο πρώτο στάδιο του άρθρου 934,
3. η δήλωση συνέχισης προσβάλλεται μόνο με άρθρο 973 παρ. 6,
4. διορθώσιμες πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης υπάγονται στο άρθρο 954 παρ. 4,
5. εκπρόθεσμη προβολή συνεπάγεται απαράδεκτο/έκπτωση.

Η εικόνα αυτή στηρίζεται σε πολλές συμφωνούσες αποφάσεις: ΕφΠειρ 319/2024, ΕφΠειρ 308/2025, ΕφΠειρ 126/2026, ΕφΠειρ 407/2026, ΕφΠειρ 457/2025, ΑΠ 158/2022, ΑΠ 1754/2011, ΑΠ 1799/2025, ΑΠ 261/2017.


5. Πρακτικές συστάσεις

1. Πρώτα κατατάξτε τον λόγο ανακοπής, μετά υπολογίστε την προθεσμία.
Μην ξεκινάτε από το αίτημα «ακύρωση πλειστηριασμού». Το κρίσιμο είναι αν ο λόγος πλήττει:
- επιταγή,
- κατάσχεση,
- απαίτηση,
- δήλωση συνέχισης,
- ή την ίδια την κατακύρωση.

2. Για πλημμέλειες περιγραφής/εκτίμησης/τιμής πρώτης προσφοράς, εξετάστε πρώτα το ΚΠολΔ Άρθρο 954 παρ. 4.
Αν είναι διορθώσιμες, η ανακοπή του άρθρου 933 θα προσκρούσει στο ρητό απαράδεκτο του άρθρου 954.

3. Για δήλωση συνέχισης, μην χρησιμοποιείτε άρθρο 933.
Επικαλεστείτε αποκλειστικά ΚΠολΔ Άρθρο 973 παρ. 6 και ελέγξτε την ημερομηνία ανάρτησης.

4. Ελέγξτε αν κάποιος λόγος έχει ήδη γεννηθεί σε προγενέστερο στάδιο.
Αν ναι, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απαραδέκτου κατά ΚΠολΔ Άρθρο 935, ιδίως με βάση την ΕφΠειρ 126/2026.

5. Αν εκπροσωπείτε τον επισπεύδοντα, οι ισχυρότερες ενστάσεις είναι:
- εκπρόθεσμη άσκηση κατά ΚΠολΔ Άρθρο 934,
- εσφαλμένο ένδικο βοήθημα αντί του ΚΠολΔ Άρθρο 973 παρ. 6,
- απαράδεκτο λόγω ΚΠολΔ Άρθρο 954 παρ. 4,
- απαράδεκτο λόγω ΚΠολΔ Άρθρο 935.

6. Αν εκπροσωπείτε τον οφειλέτη, πρέπει να απομονώσετε μόνο τους λόγους που πράγματι αφορούν την τελευταία πράξη, αλλιώς θα απορριφθούν ως εκπρόθεσμοι ακόμη κι αν ζητείται ακύρωση του πλειστηριασμού.

Αν θέλετε, μπορώ στο επόμενο βήμα να σας δώσω πίνακα ανά προσβαλλόμενη πράξη (επιταγή, κατάσχεση ακινήτου, δήλωση συνέχισης, πλειστηριασμός, περίληψη κατακυρωτικής, πίνακας κατάταξης) με:
- αρμόδιο ένδικο βοήθημα,
- αφετηρία προθεσμίας,
- διάρκεια,
- κρίσιμες αποφάσεις.

ΚΠολΔ Άρθρο 934

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 97.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 934: Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Προϋποθέσεις και προθεσμίες Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά σε ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του π λειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί κατάσχεσης δε στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής. β) Αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 933

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 97.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 933: Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών. 2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. 3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. 4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. 5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. 6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.

ΚΠολΔ Άρθρο 954

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 96.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 954: Κατασχετήρια έκθεση " 1. Η κατάσχεση, με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 956, γίνεται με την αφαίρεση του πράγματος από τον δικαστικό επιμελητή και συντάσσεται σχετική έκθεση μπροστά σε ενήλικο μάρτυρα. Το κατασχεμένο το εκτιμά ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας που ο επιμελητής προσλαμβάνει κατά την κρίση του για αυτόν τον σκοπό. 2. Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και: α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας, γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο κινητό πράγμα, δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου, στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά σε πέντε (5) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου, σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας, αν δεν είναι δυνατό να οριστεί πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης (κατάσχεσης), αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής. 3. Την κατασχετήρια έκθεση υπογράφουν ο δικαστικός επιμελητής και ο μάρτυρας και αν είναι παρόντες εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση την υπογράφουν και αυτοί. Αν κάποιος από αυτούς αρνηθεί να υπογράψει, η άρνησή του αναφέρεται στην έκθεση. 4. Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης και του αποσπάσματος αυτής, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00 το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Ελαττώματα ή ελλείψεις που είναι δυνατό να διορθωθούν ή να συμπληρωθούν με την άσκηση ανακοπής της παρούσας δεν προβάλλονται παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933.»

ΚΠολΔ Άρθρο 973

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 94.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 973: Συνέχιση πλειστηριασμού και υποκατάσταση επισπεύδοντος 1. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο το υ πλειστηριασμού δύο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλεισ τηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ). Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται με επιμέλεια του επισπεύδοντος στον καθ’ ου η εκτέλεση. 2. Κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό. 3. Αν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παρ. 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα και στον καθ’ ου η εκτέλεση. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλο υ. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). 4. Κάθε δανειστής της παρ. 2 μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να του επιτρέψει να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση, αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά χωρίς σοβαρό λ όγο, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που από τη στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία ή ολιγωρία. Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από τη ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει να προβεί στην κατά την παρ. 3 δήλωση. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. 5. Αν στην περίπτωση της παρ. 3 εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, στην περίπτωση της παρ. 4, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή ή παρεμπίπτουσα αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παρ. 3. 6. Αντιρρήσεις για οποιονδήποτε λόγο που αφορά στο κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παρ. 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) η μέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων ούτε και αίτηση ανάκλησης. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

ΚΔΕλΣ Άρθρο 144

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 94.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 144: Προθεσμία 1. Η ανακοπή εκτέλεσης ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών η οποία αρχίζει: (α) στις περ. α’ , β’ και δ’της παρ. 2 του άρθρου 142, από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης, της κατασχετήριας έκθεσης και της έκθεσης πλειστηριασμού, αντιστοίχως, (β) στην περ. ε’ της παρ. 2 του άρθρου 142, από την επίδοση της γραπτής πρόσκλησης του αρμόδιου για τον πλειστηριασμό υπαλλήλου προς τους δανειστές για να λάβουν γνώση του πίνακα κατάταξης, (γ) στην περ. α’της παρ. 3 του άρθρου 142, από την επίδοση της δήλωσης του τρίτου ή την περιέλευση της σχετικής έκθεσης του ειρηνοδίκη, στον προϊστάμενο της οικονομικής υπηρεσίας που επισπεύδει την εκτέλεση, (δ) στην περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 142, από την περιέλευση στον σύνδικο του πίνακα των βεβαιωμένων υπέρ του Δημοσίου χρεών του οφειλέτη, (ε) σε κάθε άλλη περίπτωση άσκησης ανακοπής εκτέλεσης, από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης. 2. Στην περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 142, η ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών, η οποία αρχίζει από την επίδοση του προγράμματος πλειστηριασμού. 3. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί ανακοπή εκτέλεσης αν έχουν περάσει έξι (6) μήνες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού.

ΚΠολΔ Άρθρο 936

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 94.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 936: -«1. Τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως: α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμον την ακυρότητα της διάθεσης. Έχει, επίσης, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και ο νομέας, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση αποδείξει πως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται έχει επάνω στο αντικείμενο που έχει κατασχεθεί εμπράγματο δικαίωμα επικρατέστερο από τη νομή. Η ανακοπή εισάγεται στο καθ ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου όπου γίνεται η εκτέλεση. 2. Η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστή και του οφειλέτη και αν πρόκειται για ακίνητο εγγράφεται στο βιβλίο διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή του άρθρου 924 ή παρέσχε την εντολή για τη διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην ανακοπή μπορεί να σωρευτεί και αίτημα απόδοσης του πράγματος. 3. Τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ ’ ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του.».

ΚΔιοικΔ Άρθρο 220

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: Ν. 5172/2025
Σχετικότητα 94.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 220: Προθεσμία 1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 2, η κατά το άρθρο 217 ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, η οποία αρχίζει: α) στις περ. α’, β ’ και δ’ της παρ. 1, από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή της ατομικής ειδοποίησης, της κατασχετήριας έκθεσης και της έκθεσης πλειστηριασμού, αντιστοίχως, β) στην περ. ε’ της παρ. 1, από την επίδοση της γραπτής πρόσκλησης του αρμόδιου για τον πλειστηριασμό υπαλλήλου προς τους δανειστές, για να λάβουν γνώση του πίνακα κατάταξης, γ) στην περ. α’ της παρ. 2, από την επίδοση της δήλωσης του τρίτου ή την περιέλευση της σχετικής έκθεσης του ειρηνοδίκη, στον προϊστάμενο της φορολογικής ή της τελωνειακής αρχής που επισπεύδει την εκτέλεση, δ) στην περ. β ’ της παρ. 2, από την περιέλευση στο σύνδικο, του πίνακα των βεβαιωμένων υπέρ του Δημοσίου χρεών του οφειλέτη, ενώ ε) σε κάθε άλλη περίπτωση άσκησης ανακοπής, από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης. «2. Ειδικώς η κατά την περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 217 ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από την επίδοση του προγράμματος πλειστηριασμού.» 3. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί ανακοπή αν έχουν περάσει έξι (6) μήνες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού.

ΚΠολΔ Άρθρο 1011Α

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 93.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1011Α: "1. Ο πλειστηριασμός πλοίου ορίζεται την πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο σαράντα (40) ημερών από την κατάσχεση. 2. Οι προθεσμίες του άρθρου 934 παράγραφος 1 περίπτωση α' και β' είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάσχεση του πλοίου και σαράντα (40) ημέρες από τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού αντιστοίχως. Η ανακοπή του άρθρου 954 παράγραφος 4, και η αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 ασκούνται με ποινή απαραδέκτου μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάσχεση, δικάζονται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. και η απόφαση δημοσιεύεται μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας πριν από τον πλειστηριασμό. Μέσα στην ίδια προθεσμία και με την ίδια διαδικασία μπορεί με αίτηση του ανακόπτοντος να διαταχθεί από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση αν κρίνεται ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. 3. Με την απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954 παραγράφου 4 και επί της αίτησης αναστολής του άρθρου 1000 ορίζεται αντίστοιχα ως νέα ημέρα πλειστηριασμού η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης επί της ανακοπής και η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά τη λήξη της χορηγηθείσης αναστολής. Κατά τα λοιπά τηρούνται οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας. 4. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός πλοίου δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται σύμφωνα με το άρθρο 973 και νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών μετά τη δήλωση συνεχίσεως."

ΚΠολΔ Άρθρο 938

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 93.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 938: Αναγκαστική εκτέλεση - Αναστολή εκτέλεσης λόγω ανακοπής 1. Με εξαίρεση την κατάσχεση ακινήτων, ως προς τα οποία εφαρμόζεται η παρ. 2, όπως επίσης με εξαίρεση την κατάσχεση κινητών που υπόκεινται σε φθορά, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση ασκείται στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 933 και 936 δικαστήριο και δικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ.. 2. Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ. 1, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με ιδιαίτερο δικόγραφο, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. 3. Στις προηγούμενες περιπτώσεις, είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος με το οποίο εμποδίζεται η εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου. 4. Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. 5. Η αναστολή των παρ. 1 και 2 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ανακοπής ή η απόφαση επί του ενδίκου μέσου.

ΚΠολΔ Άρθρο 971

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 93.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 971: "1. Αν το πλειστηρίασμα αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού αφαιρέσει τα έξοδα της εκτέλεσης, τους ικανοποιεί την εικοστή ημέρα μετά τον πλειστηριασμό, ή και ενωρίτερα, αν συμφωνήσει εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση". "2. Εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση μπορεί να ανακόψει την αναγγελία μέχρι και την ημέρα της διανομής του πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 933 επ.. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της έφεσης". 3. Αν εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση ασκήσει ανακοπή, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 980 παρ. 2 ως προς τους δανειστές των οποίων τις αξιώσεις έχει προσβάλει με την ανακοπή.

ΚΕΔΕ Άρθρο 67

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 93.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 67: Παραλείψεις, ακυρότη τες και πλημμέλειες 1. Παραλείψεις, ακυρότητε ς ή πλημμέλειες που αφορούν στη διαδικασία απόκτησης οποιουδήποτε νόμιμου ή εκτελεστού τίτλου του άρθρου 2, τη διαδικασία της εκτέλεσης, καθώς και τις ίδιες τις πράξεις εκτέλεσης, μπορούν να προταθούν από τον οφειλέτη ως λόγος ακύρωσης, μόνο εάν ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει αυτές, καθώς και ότι εξαιτίας τους υπέστη βλάβη. Το δικαστήριο κηρύσσει την ακυρότητα μόνο όταν κατά την κρίση του προκλήθηκε βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο οφειλέτης μπορεί επιπλέον να προσβάλει με ανακοπή τον πλειστηριασμό, εάν δεν του κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού. Ο λόγος αυτός ανακοπής μπορεί να προταθεί και από τους ενυπόθηκους δανειστές. 2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη ανακοπή ακύρωσης των μέχρι τον πλειστηριασμό πράξεων εκτέλεσης. Ομοίως, μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη και στους ενυπόθηκους δανειστές ανακοπή ακύρωσης του πλειστηριασμού, εάν κοινοποιήθηκε σε αυτούς έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή εάν αυτοί έλαβαν με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του πλειστηριασμού μέχρι και την ημέρα της διενέργειάς του. 3. Εάν η εκτέλεση ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εξαιτίας της παράλειψης προθεσμίας ή δικονομικού τύπου, ο υπαίτιος της ακυ ρότητας μπορεί να υποχρεωθεί με την ίδια απόφαση στην καταβολή των εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε τόσο το Δημόσιο όσο και ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης του.

ΚΔιοικΔ Άρθρο 217

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: Ν. 5172/2025
Σχετικότητα 92.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 217: Προσβαλλόμενες πράξεις 1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου ή της ατομικής ειδοποίησης, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης. 2. Ανακοπή, επίσης, χωρεί κατά: α) της αρνητικής δήλωσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κ.Ε.Δ.Ε., εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου, β) της δήλωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου, για την ύπαρξη απαίτησης δημοσίου δικαίου ή προνομίου του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε.. 3. Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 63 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη διαδικασία.

ΚΠολΔ Άρθρο 979

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 92.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 979: 1. Μέσα σε τρείς (3) ημέρες αφότου συνταχθεί ο πίνακας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού καλεί με έγγραφο εκείνον υπέρ του οποίου έγινε και εκείνον κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν, για να λάβουν γνώση του πίνακα της κατάταξης. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει την επόμενη ημέρα της πρόσκλησης να επιδείξει ή και να χορηγήσει στα ως άνω πρόσωπα τον πίνακα και τα σχετικά έγγραφα. 2. Μέσα σε δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ. 1 οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα της κατάταξης, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται, μέσα στην ίδια προθεσμία, και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας. Η ανακοπή στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Η συζήτηση προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος ημεδαπής ή μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος αλλοδαπής..

ΚΠολΔ Άρθρο 935

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 16/09/2012
Σχετικότητα 92.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 935: Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 974

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 92.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 974: Αν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθεί εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, αυτός, όπως και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, καθώς και κάθε δανειστής που αναγγέλθηκε έχουν δικαίωμα μέσα σε πέντε ημέρες αφότου λήξει η προθεσμία για την αναγγελία να υποβάλουν παρατηρήσεις ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ο οποίος συντάσσει πράξη. Μέσα σε άλλες δέκα ημέρες αφότου λήξει αυτή η προθεσμία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού λάβει υπόψη του και τις παρατηρήσεις που τυχόν έχουν υποβληθεί, συντάσσει πίνακα κατάταξης. "Η πέρα του διμήνου από τη λήξη των προθεσμιών αυτών καθυστέρηση σύνταξης του πίνακα αποτελεί για τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πειθαρχικό παράπτωμα".

ΚΕΔΕ Άρθρο 65

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 91.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 65: Ανακοπή από τον οφειλέτη 1. Πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης και κατά του νομίμου τίτλου. Με την ανακοπή επιτρέπεται η προβολή αντιρρήσεων ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός της δεν έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου. 2. Η ανακοπή του οφειλέτη μετά την έναρξη της εκτέλεσης ασκείται για τους παρακάτω περιοριστικά αναφερόμενους λόγους: α) αν η εκτέλεση έλαβε χώρα βάσει άκυρου τίτλου είσπραξης, β) αν το χρέος αποσβέστηκε με καταβολή ή συμψηφισμό σύμφωνα με το άρθρο 75 ή λόγω διαγραφής του και αυτά αποδεικνύονται με έγγραφο, γ) αν το χρέος αποσβέστηκε επιγενόμενα με άλλον τρόπο και η απόσβεση αποδεικνύεται με έγγραφο, δ) αν το χρέος παραγράφηκε, ε) αν αυτός, σε βάρος του οποίου επιδιώκεται η είσπραξη ως διάδοχος του υπόχρεου, δεν είναι ο κατά τον νόμο υπόχρεος, και στ) αν κατά την εκτέλεση έλαβαν χώρα παραλείψεις ή ακυρότητες, υπό τους όρους του άρθρου 67. Κάθε άλλη αμφισβήτηση σχετικά με την ύπαρξη της οφειλής προς το Δημόσιο είναι απαράδεκτη στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. 3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., η ανακοπή του οφειλέτη πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ασκείται ενώπιον του καθ’ ύλην αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 583 έως 585 του Κ.Πολ.Δ., ενώ μετά την έναρξή της ασκείται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης. 4. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει σε καμία περίπτωση την εκτέλεση. Εφόσον, όμως, ασκηθεί ανακοπή κατά της διοικητικής εκτέλεσης, ο οφειλέτης μπορεί με αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης. Προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής από το δικαστήριο είναι η πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής. Μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης αναστολής μπορεί να χορηγηθεί από το δικαστήριο προσωρινή διαταγή.

ΚΔιοικΔ Άρθρο 228

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: 11/04/2012
Σχετικότητα 91.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 228: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ «1. Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, εξαιρουμένης της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 217, κατά την οποία η πράξη αναστέλλεται «, ως προς τους δανειστές των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη, », μέχρι να τελεσιδικήσει η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Στις περιπτώσεις α', β' και δ' του άρθρου 217 και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί από τον ανακόπτοντα αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης των προσβαλλομένων πράξεων.» 2. Καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, για την εκδίκαση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου, είναι το κατά το άρθρο 218 δικαστήριο, εφόσον σε αυτό εκκρεμεί η ανακοπή, το οποίο και εκδικάζει την αίτηση κατά τη διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 200 έως και 209, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.

ΚΔΕλΣ Άρθρο 150

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 91.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 150: Εξουσία του Δικαστηρίου 1. Το Δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά τον νόμον και την ουσία στα όρια της ανακοπής εκτέλεσης, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά τον νόμον έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί αν: (α) η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή (β) υπάρχει παραβίαση δεδικασμένου. 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά τον νόμον και την ουσία, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του, κατά τον νόμον και την ουσία, ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση μπορεί να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής εκτέλεσης κατά της ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως.

ΚΔιοικΔ Άρθρο 224

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: Ν. 4816/2021
Σχετικότητα 91.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 224: Εξουσία του δικαστηρίου (ανακοπές) 1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ' αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως. Ισχυρισμοί που αφορούν παραγραφή της αξίωσης του Δημοσίου για επιβολή φόρου ή τέλους μπορούν επίσης να προβληθούν με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής για πρώτη φορά, εφόσον δεν έχουν προταθεί και κριθεί από άλλο δικαστήριο με ισχύ δεδικασμένου.

ΚΠολΔ Άρθρο 1010

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 91.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1010: Η ανακοπή για την ακύρωση πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού ακινήτου είναι απαράδεκτη, αν δεν εγγραφεί στο βιβλίο διεκδικήσεων της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή της. Σ' αυτή την περίπτωση επιτρέπεται νέα ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934.

ΚΠολΔ Άρθρο 955

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 91.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 955: "1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ' ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνηση του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που περατώθηκε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την περάτωση της κατάσχεσης. Μέσα στην ίδια πενθήμερη προθεσμία η έκθεση επιδίδεται στον γραμματέα του ειρηνοδικείου του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος οφείλει να την καταχωρίσει σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο εκείνων κατά των οποίων γίνεται η κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης. «2. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του πρωτοδικείου και, στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 956, και το γραμμάτιο της δημόσιας κατάθεσης, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφορά ς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλειά του μέχρι τη δέκατη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η τυχόν βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βι βλίο. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον παραπάνω ενεχυρούχο δανειστή επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού.»

ΚΔΕλΣ Άρθρο 142

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 91.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 142: Προσβαλλόμενες πράξεις 1. Ανακοπή εκτέλεσης ενώπιον Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρεί εφόσον η διαδικασία της διοικητικής εκτέλεσης αφορά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε υποθέσεις (α) ελέγχου των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των υπόχρεων σε δημόσια λογοδοσία, (β) απονομής των συντάξεων κατά την έννοια της περ. στ’της παρ. 1 του άρθρου 98 του Συντάγματος και εκτέλεσης των σχετικών συνταξιοδοτικών πράξεων ή αποφάσεων ή της πληρωμής των συντάξεων γενικά, περιλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν σε καταλογισμό σύνταξης που εισπράχθηκε αχρεωστήτως και (γ) αστικής ευθύνης των πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 2. Η ανακοπή εκτέλεσης ασκείται ιδίως κατά: (α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, (β) της κατασχετήριας έκθεσης, (γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, (δ) της έκθεσης πλειστηριασμού, (ε) του πίνακα κατάταξης. 3. Ανακοπή εκτέλεσης, επίσης, χωρεί κατά: (α) της αρνητικής δήλωσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α’90), εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου, (β) της δήλωσης του προϊσταμένου της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για την ύπαρξη απαίτησης δημοσίου δικαίου ή προνομίου του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 62 του ιδίου Κώδικα. 4. Με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής εκτέλεσης δεν θεωρούνται ως συμπροσβαλλόμενες οι μεταγενέστερες και συναφείς προς την προσβαλλόμενη, πράξεις ή παραλείψεις, έστω και αν έχουν εκδοθεί ή συντελεστεί αντιστοίχως έως την πρώτη συζήτηση της ανακοπής. 5. Η ανακοπή για την ακύρωση πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού ακινήτου είναι απαράδεκτη, αν δεν εγγραφεί στο βιβλίο διεκδικήσεων της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεσή της. Σε αυτή την περίπτωση επιτρέπεται νέα ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 144.

ΚΠολΔ Άρθρο 1006

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 91.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1006: 1. Αν ο υπερθεματιστής καταβάλει αμέσως το πλειστηρίασμα και είναι αυτό αρκετό για να ικανοποιηθεί εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, εφαρμόζονται όσα ορίζει το άρθρο 971. 2. Αν δόθηκε προθεσμία για την καταβολή μέρους του πλειστηριάσματος και αυτή έγινε αφού πέρασε η προθεσμία του άρθρου 971 παρ. 1, η ικανοποίηση των δανειστών πρέπει να γίνει μέσα σε δύο ημέρες από την καταβολή του υπολοίπου. 3. Αν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, εφαρμόζονται τα άρθρα 974, 979, 980 και 1007. 4. Αν η απαίτηση του δανειστή που αναγγέλλεται στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό, η αναγγελία έχει τα ίδια αποτελέσματα με την κατάσχεση, εφόσον επιδοθεί και στον υποθηκοφύλακα της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο και αφότου αυτό σημειωθεί στο περιθώριο της εγγραφής της κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 για τη δήλωση ότι άλλος δανειστής επισπεύδει τον πλειστηριασμό, πρέπει να επιδοθεί μέσα σε πέντε ημέρες από την ημέρα που έγινε η δήλωση στον υποθηκοφύλακα της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο και αυτό να σημειωθεί στο περιθώριο της εγγραφής της κατάσχεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα.

ΚΕΔΕ Άρθρο 66

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 91.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 66: Ανακοπή τρίτου 1. Ανακοπή κατά της διοικητικής εκτέλεσης δικαιούται να ασκήσει κάθε τρίτος, εφόσον προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητάς του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης. Η ανακοπή στρέφεται κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση Δημοσίου και κατά του οφειλέτη και εγγράφεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της στα βιβλία διεκδικήσεων (κτηματολογικό φύλλο), εάν αφορά ακίνητο. Αρμόδια για την εκδίκαση της ανακοπής είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Η κατά τόπον και καθ’ ύλην αρμοδιότητά τους, ανάλογα με την αξία των κατασχεμένων κατά τον υπολογισμό της από τον ανακόπτοντα, προσδιορίζεται από τις γενικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. 2. Μετά την περάτωση της εκτέλεσης ο τρίτος μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά του υπερθεματιστή εντός αποσβεστικής προθεσμίας, για μεν τα κινητά ενός (1) έτους από την παράδοσή τους στον υπερθεματιστή, για δε τα ακίνητα πέντε (5) ετών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. 3. Εάν ο τρίτος ασκήσει ανακοπή, μπορεί να ζητήσει με αίτησή του την αναστολή της εκτέλεσης, για μεν τα κινητά μέχρι την παράδοσή τους στον υπερθεματιστή, για δε τα ακίνητα μέχρι την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.

ΚΠολΔ Άρθρο 632

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 91.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 632: 1. Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. 3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724. 4. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. 5. Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου παρέχεται και στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3. 6. Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ. 7. Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή.

ΚΔΕλΣ Άρθρο 143

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 91.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 143: Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση 1. Προς άσκηση ανακοπής εκτέλεσης νομιμοποιείται εκείνος που έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον ή στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου. 2. Η ανακοπή εκτέλεσης στρέφεται όταν: (α) η εκτέλεση επισπεύδεται από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία του Δημοσίου, κατά του Δημοσίου, (β) η εκτέλεση επισπεύδεται από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία του Δημοσίου, αλλά για την ικανοποίηση απαίτησης άλλου νομικού προσώπου, κατά του Δημοσίου και κατά του δικαιούχου της απαίτησης νομικού προσώπου, (γ) η εκτέλεση επισπεύδεται από την οικονομική υπηρεσία οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή του άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, (δ) προσβάλλεται ο πίνακας κατάταξης, κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση και κατά του δανειστή του οποίου η κατάταξη προσβάλλεται, (ε) προσβάλλεται η αρνητική δήλωση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, εφόσον η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου, κατά του τρίτου στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. (στ) προσβάλλεται η δήλωση του προϊσταμένου της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για την ύπαρξη απαίτησης δημοσίου δικαίου ή προνομίου του Δημοσίου, κατά του Δημοσίου. 3. Η ανακοπή, όταν στρέφεται κατά της έκθεσης πλειστηριασμού, κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου στον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού και στον υπερθεματιστή. Όταν στρέφεται κατά του πίνακα κατάταξης, κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου στους αναγγελθέντες δανειστές και στον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού.

ΚΠολΔ Άρθρο 633

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 91.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 633: 1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής. «2. Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την ως άνω δεύτερη επίδοση. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής έχει συνέπειες δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.» «2Α. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., περί ασφαλιστικών μέτρων, να χορηγήσει αναστολή μ ε ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724.» «3. Εάν η διαταγή πληρωμής που έχει εκτελεστεί, ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει με τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της ανακοπής, το δικαστήριο διατάζει, εάν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του ανακόπτοντος. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.».

ΚΠολΔ Άρθρο 144

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 91.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 144: 1. Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας. 2. Οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση εγγράφου, τρέχουν εναντίον και εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση. «3. Το Σάββατο θεωρείται για τον παρόντα Κώδικα εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα.» «4. Οι προθεσμίες που αναφέρονται στον παρόντα Κώδικα, αν δεν ορίζεται άλλως, είναι αποκλειστικές και δεσμευτικές τόσο για τους διαδίκους όσο και για το δικαστήριο.»

ΚΠολΔ Άρθρο 965

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 91.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 965: 1. Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή πρώτης προσφοράς. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοί του. Για την από κοινού πλειοδοσία περισσότερων εφαρμόζονται οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 959. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί εγγράφως πριν την έναρξη της διαδικασίας αντίρρηση από τον επισπεύδοντα ή τον καθ ’ ού η εκτέλεση ή από οποιονδήποτε πλειοδότη να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστη ριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται. Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) μήνα, ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εγγυοδοσία ίση προς το τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Επί περισσότερων υποψήφιων πλειοδοτών κατά την παρ. 4 του άρθρου 959, η κατάθεση ή η έκδοση της επιταγής μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε πλειοδότη είτε αυτός ενεργεί ατομικά είτε ως εκπρόσωπος των λοιπών. Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος, ή αν η κατακύρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσει αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού. 2. Τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στον πλειοδότη που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού πρέπει να καταχωρίζει στην έκθεσή του όλες τις προσφορές που έγιναν. 3. Ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, την τρίτη εργάσιμη μέρα από τον πλειστηριασμό και αμέσως μετά του παραδίδεται το κατακυρωμένο πράγμα. Η παράδοση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν αυτός καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης. 4. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο τη δέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει εντόκως το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Οι αναλογούντες επί του πλειστηριάσματος τόκοι υπολογίζονται από το Ταμείο Πα ρακαταθηκών και Δανείων και αποδίδονται από κοινού με το πλειστηρίασμα με εντολή του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία και οι αναγκαίες λεπτομέρειες που αφορούν στην απόδοση του πλειστηριάσματος στους δικαιούχους, καθώς και άλλο σχετικό ζήτημα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία κα ι δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. 5. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει μέσα στις επόμενες δύο (2) εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή. Αν ο υπερθε ματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα μέσα στις επόμενες από την όχληση πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόν ανατρέπεται, η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει, καλούνται δε οι επόμενοι πλειοδότες, η προσφορά των οποίων, αθροιζομένη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηρίασμα, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση το ποσό που είχαν προσφέρει. Η πρόσκληση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, επί δε κοινής πλειοδοσίας επιδίδεται στον εκπρόσωπο αυ τών. Αν εμφανισθούν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι συντάσσεται σχετική έκθεση από τον συμβολαιογράφο και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν. Το πλειστηρίασμα συνίσταται στο άθροισμα του ποσού που καταβλήθηκε και της εγγυοδοσίας του αρχικού υπερθεματιστή που κατέπεσε. Αν, κατά την ελεύθερη κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η κατά τα προηγούμενα εδάφια πρόσκληση των επόμενων πλειοδοτών είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής για λόγους που εκτίθενται σε σχετική έκθεση, καθώς και σε κάθε περίπτωση που η διαδικασία αυτή δεν τελεσφόρησε, γίνεται αναπλειστηριασμός κατά τις διατάξεις των επόμενων εδαφίων. Η επίσπευση του αναπλειστηριασμού γίνεται είτε με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού είτε από τον υπέρ ου ή από τον καθ ’ ου η εκτέλεση ή από κάθε δανειστή που έχει αναγγελθεί με τίτλο εκτελεστό. Ο αναπλειστηριασμός επισπεύδεται με πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του υπέρ ου ή του καθ ’ ου ή του δανειστή, για την οποία συντάσσεται πράξη. Περίληψη της πράξης, η οποία περιέχει και όσα πρέπει να περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, δημοσιεύεται με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Η διάταξη του άρθρου 959 της παρ. 8 εφαρμόζεται αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται αφότου συνταχθεί η πράξη. Ο αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειοδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, με τον τόκο υπερημερίας, καθώς και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα. 6. Αν κατά τον αναπλειστηριασμό δεν επιτευχθεί το ίδιο πλειστηρίασμα, ο πρώτος υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε, ευθύνεται για τη διαφορά εντόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας. Η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει, με τους τυχόν τόκους της, καταλογίζεται στη διαφορά για την οποία ευθύνεται. Αν απομένει επιπλέον διαφορά, η έκθεση του αναπλειστηριασμού αποτελεί εναντίον του τίτλο εκτελεστό για τη συμπλήρωση. Αν έγιναν περισσότεροι αναπλειστηριασμοί, όλοι οι προηγούμενοι διαδοχικοί υπερθεματιστές, που δεν κατέβαλαν, εξακολουθούν να ευθύνονται εις ολόκληρον για την τυχόν διαφορά μεταξύ του αρχικού πλειστηριάσματος και του πλειστηριάσματος που τελικά επιτεύχθηκε και καταβλήθηκε, χωρίς όμως η ευθύνη του καθενός να υπερβαίνει το ποσόν της διαφοράς από τη δίκη του οφειλή. Οι εγγυοδοσίες που είχαν κατατεθεί από τους προηγούμενους διαδοχικούς υπερθεματιστές δεν επιστρέφονται έως ότου καταβληθεί το πλειστηρίασμα από τον τελικό υπερθεματιστή, προκειμένου να γίνει ο ως άνω καταλογισμός στην τυχόν διαφορά. Ο υπερθεματιστής που δε ν κατέβαλε δεν δικαιούται, αν κατά τον αναπλειστηριασμό επιτεύχθηκε μεγαλύτερο πλειστηρίασμα, να απαιτήσει το επιπλέον. 7. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, αν κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, να ζητεί κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού την επιβαλλόμ

ΚΠολΔ Άρθρο 509

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 90.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 509: 1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και το δικαστήριο πιθανολογεί ότι είναι βάσιμοι οι λόγοι που προτάθηκαν, εξαφανίζει την απόφαση που ανακόπηκε και τις πράξεις που ενεργήθηκαν μετά την απόφαση αυτή, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Αλλιώς απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο. 2. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Το ίδιο ισχύει για τις διαδικαστικές πράξεις της ανταγωγής, της προσεπίκλησης, της ανακοίνωσης και της παρέμβασης.

ΚΠολΔ Άρθρο 937

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 90.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 937: 1. Στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση: α) έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) δεν επιτρέπεται η ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γ) η προθεσμία και η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης. 2. Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 564 είναι εξήντα (60) ημέρες. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 568, σε χρόνο που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Οι προθεσμίες της παραγράφου 4 του άρθρου 568 είναι τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες σε κάθε περίπτωση. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 575, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από σαράντα πέντε (45) ημέρες. «3. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 591 επ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

ΚΠολΔ Άρθρο 966

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 90.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 966: Επανάληψη άγονου πλειστηριασμού 1. Αν δεν παρουσιαστούν πλειοδότες ή δεν υποβληθούν προσφορές, το πράγμα που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται στην τιμή της πρώτης προσφοράς σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν το ζητήσει. Ο επισπεύδων δανειστής υποβάλλει ηλεκτρονικά σχετική αίτηση, αφού παρέλθει η προθεσμία της παρ. 6 του άρθρου 959 και πριν από την έναρξη του πλειστηριασμού, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος στη συνέχεια την αναρτά στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμών. Η αίτηση του επισπεύδοντος είναι ανέκκλητη. Εάν ο επισπεύδων δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κατά τα άρθρα 970 ή 1004, χωρεί αναπλειστηριασμός με τις σε βάρος του συνέπειες, που προβλέπονται και για τον ασυνεπή υπερθεματιστή στο άρθρο 965. 2. Αν δεν υποβληθεί η αίτηση της παρ. 1, ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς και σε ημερομηνία που ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσα σε σαράντα (40) ημέρες, αναρτωμένης της σχετικής δημοσιεύσεως στις αντίστοιχες ιστοσελίδες δημοσιεύσεως πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και ΗΛ.ΣΥ .ΠΛΕΙΣ (e-auction). 2Α. Αν και ο πλειστηριασμός της παρ. 2 αποβεί άγονος, διεξάγεται νέος με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αρχικώς ορισθείσας τιμής και σε ημερομηνία που ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες , αναρτωμένης της σχετικής δημοσίευσης στις αντίστοιχες ιστοσελίδες δημοσίευσης πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ) και ΗΛ.ΣΥ .ΠΛΕΙΣ (e-auction). 2Β. Σε περίπτωση που και ο πλειστηριασμός της παρ. 2Α αποβεί άγονος, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού τον επαναλαμβάνει μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) της αρχικώς ορισθείσας, με ανάρτηση στις αντίστοιχες ιστοσελίδες δημοσίευσης πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και ΗΛ.ΣΥ .ΠΛΕΙΣ (e-auction). Οι επαναληπτικοί πλειστηριασμοί επισπεύδονται κατά το άρθρο 973, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως. 3. Αν και ο νέος πλειστηριασμός έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να άρει την κατάσχεση ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια κατά την παρ. 2Β τιμή ή και κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς. 4. Αν καταστεί ανέφικτη ή διακοπεί η διενέργεια του πλειστηριασμού, για λόγους τεχνικής αδυναμίας λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων διενέργειας αυτού, η διαδικασία θεωρείται ότι παραμένει σε εκκρεμότητα και συνεχίζεται με εντολή του επισπεύδοντος, κατόπιν ανάρτησης αναγγελίας από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα δέκα (10) εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία συνέχισης. Τυχόν προσφορές πλειοδοτών που είχαν υποβληθεί πριν τη διακοπή της διαδικασίας παραμένουν ισχυρές.»

ΚΠολΔ Άρθρο 1000

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 90.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1000: "Ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, η οποία κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, το δικαστήριο του άρθρου 933, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία του πλειστηριασμού έως έξι (6) μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού, αν δεν υπάρχει κίνδυνος βλάβης του επισπεύδοντος και εφόσον προσδοκάται βάσιμα ότι ο οφειλέτης θα ικανοποιήσει μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα τον επισπεύδοντα ή ότι, αν περάσει το χρονικό αυτό διάστημα, θα επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα. Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά έως τις 12:00' το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού και η αναστολή χορηγείται πάντοτε υπό τον όρο της καταβολής: α) των τυχόν εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού, τα οποία καθορίζονται κατά προσέγγιση στην απόφαση και β) του ενός τετάρτου τουλάχιστον του οφειλόμενου κεφαλαίου στον επισπεύδοντα. Η απόφαση με την οποία αναστέλλεται ο πλειστηριασμός γνωστοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αυθημερόν με την έκδοση της. Η καταβολή γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την 10.00 πρωινή της ημέρας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και αν αυτή δεν γίνει ο πλειστηριασμός διεξάγεται κανονικά."

ΚΠολΔ Άρθρο 980

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 90.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 980: 1. Αν δεν ασκήθηκε ανακοπή κατά του πίνακα της κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διανέμει αμέσως το πλειστηρίασμα. " 2. Αν κάποιος από τους δανειστές άσκησε ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή, εκτός αν προσκομίσουν εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή εγγυητική επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας, που είναι νόμιμα αδειοδοτημένη και εγκατεστημένη στην Ελλάδα, υποχρεωτικά ανανεούμενη πριν τη λήξη της, ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της απαίτησης που κατατάσσεται με τον πίνακα κατάταξης. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.

ΚΠολΔ Άρθρο 995

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 90.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 995: Επιδόσεις αντιγράφου ή περίληψης έκθεσης κατάσχεσης 1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο, περί επιδόσεων. Η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016 (Α’ 95). 2. Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Αν πρόκειται για πλοία νηολογημένα στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που τηρεί το νηολόγιο, όπου είναι γραμμένο το πλοίο, και αν πρόκειται για αεροσκάφη γραμμένα σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. Ο υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να ε γγράφει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ’ ων η κατάσχεση. 3. Αν πρόκειται για κατάσχεση ενυπόθηκου κτήματος και η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου, κυρίου ή νομέα, πρέπει να επιδοθεί σ ’ αυτόν και στον οφειλέτη αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη, πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. « 4. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/ 2016. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ). Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού. Ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε ηλεκτρονική μορφή, φωτογραφίες του κατασχεθέντος ακινήτου, τις οποίες λαμβάνει κατά την επιτόπια μετάβασή του σε αυτό. Η λήψη τους από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και η έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή και οι φωτογραφίες αναρτώνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού. Εκτός των ανωτέρω πληροφοριακών στοιχείων, ο δικαστικός επιμελητής συγκεντρώνει και όποια άλλα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα ενδεικτικά της αξίας του κατασχεμένου ακινήτου, όπως οικοδομικές άδειες, τοπογραφικά διαγράμματα και κατόψεις, και τα παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ο οποίος τα αναρτά στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα το αργότερο τριάντα (30) ημέρες προ του πλειστηριασμού. Όλες οι αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και οι συμβολαιογράφοι υποχρεούν ται να χορηγούν στον δικαστικό επιμελητή τα έγγραφα αυτά.» 5. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ..

ΚΠολΔ Άρθρο 585

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 90.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 585: 1. Οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή. 2. Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες (60) από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

ΚΕΔΕ Άρθρο 59

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 90.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 59: Ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης 1. Εάν δεν ασκηθεί ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού προβαίνει αμέσως στη διανομή του πλειστηριάσματος. 2. Εάν ασκηθεί ανακοπή από δανειστή κατά του πίνακα κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να καταβάλει το πλειστηρίασμα στους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή. Κατ’ εξαίρεση, αν δικαιούχος των αμφισβητούμενων απαιτήσεων είναι το Δημόσιο, καταβάλλεται αμέσως το σύνολο του ποσού της καταταγείσας απαίτησής του, το οποίο επιστρέφεται άτοκα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού μέσα σε δύο (2) μήνες από την επίδοση στην υπηρεσία της ΑΑΔΕ η οποία κατατάχθηκε, της τελεσίδικης απόφασης που απέβαλε από τον πίνακα την εισπραχθείσα απαίτηση του Δημοσίου. Ο χρόνος μεταξύ της είσπραξης και της επαναβεβαίωσης της αποβληθείσας απαίτησης του Δημοσίου δεν προσμετράται στην προθεσμία παραγραφής της. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται αναλόγως και στις πτωχευτικές διανομές, καθώς και σε κάθε άλλη διαδικασία κατάταξης δανειστών, ανεξάρτητα από τις διατάξεις που τη διέπουν, με εξαίρεση τις πτωχευτικές διανομές του ν. 4738/2020 (Α΄ 207). 3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου της εκτέλεσης. Η προθεσμία άσκησης ανακοπής για το Δημόσιο είναι τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της έγγραφης πρόσκλησης του υπαλλήλου του πλειστηριασμού προς τους δανειστές για να λάβουν γνώση του πίνακα κατάταξης.

ΚΠολΔ Άρθρο 927

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 90.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 927: Αναγκαστική εκτέλεση - Εντολή προς εκτέλεση Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση. Αν πρόκειται για κατάσχεση κινητού ή ακινήτου, ορίζει πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτό συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου διενεργείται ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός. Αν πρόκειται για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ορίζει τον τρίτο στα χέρια του οποίου θέλει να επιβληθεί η κατάσχεση. Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον δικαιούχο ή τον πληρεξούσιό του και δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτήν.

ΚΕΔΕ Άρθρο 43

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 89.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 43: Πρόγραμμα πλειστηριασμού 1. Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ, μετά την παρέλευση σαράντα (40) ημερών και το αργότερο σε τέσσερις (4) μήνες από την κατάσχεση, εκδίδει πρόγραμμα πλειστηριασμού, που περιέχει τα οριζόμενα στο άρθρο 19, την περιγραφή και την εκτίμηση της εμπορικής αξίας του κατασχεθέντος κατά την κατασχετήρια έκθεση, καθώς και τιμή πρώτης προσφοράς, και ορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού το αργότερο σε πέντε (5) μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του προγράμματος. Ως τιμή πρώτης προσφοράς ορίζεται η εμπορική αξία του ακινήτου κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 995 του Κ.Πολ.Δ. Στο πρόγραμμα πλειστηριασμού είναι δυνατό να προστεθούν και χρέη, ληξιπρόθεσμα και μη, τα οποία έχουν βεβαιωθεί ή προκύπτουν από την καταχώριση στα βιβλία εισπρακτέων απαιτήσεων της ΑΑΔΕ των στοιχείων νόμιμων ή εκτελεστών τίτλων μέχρι τη χρονολογία έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού. Εάν ο πλειστηριασμός δεν διενεργηθεί την ορισθείσα με το πρόγραμμα ημέρα, ο Διοικητής της ΑΑΔΕ εκδίδει νέο πρόγραμμα το αργότερο εντός έτους από την ημέρα του μη διενεργηθέντος πλειστηριασμού ή, σε περίπτωση αναστολής αυτού, από την ημέρα που έπαυσε η αναστολή και ορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού κατά τα ανωτέρω. 2. Οι προθεσμίες της παρ. 1 δεν τηρούνται, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που αναφέρεται σε αιτιολογημένη έκθεση του Διοικητή της ΑΑΔΕ. 3. Σε κάθε περίπτωση, η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού μετά την πάροδο των προθεσμιών της παρ. 1 δεν επιφέρει ακυρότητα αυτού. 4. Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ μπορεί να αναθέσει τη σύνταξη του προγράμματος πλειστηριασμού σε δικαστικό επιμελητή. 5. Το πρόγραμμα πλειστηριασμού κοινοποιείται: α) στον οφειλέτη, β) στον τρίτο, κύριο ή νομέα, εάν αυτός προκύπτει από τα οικεία βιβλία μεταγραφών, μέχρι την κοινοποίηση σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 39 και το άρθρο 40 και γ) στους εγγεγραμμένους ενυπόθηκους δανειστές μέχρι την προηγούμενη ημέρα της κοινοποίησης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 39 και το άρθρο 40. 6. Η παρ. 2 του άρθρου 20 εφαρμόζεται αναλόγως και στον πλειστηριασμό ακινήτων. 7. Περίληψη του προγράμματος πλειστηριασμού, η οποία περιλαμβάνει ιδίως το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία του, καθώς και τον Α.Φ.Μ. του, εφόσον υπάρχει, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, το ποσό για το οποίο εκδίδεται το πρόγραμμα, το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπον, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, δημοσιεύεται αδαπάνως για το Δημόσιο, με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή, στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της ΑΑΔΕ είναι δυνατό να καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. 8. Οι κοινοποιήσεις και δημοσιεύσεις των παρ. 5 και επόμενα ενεργούνται τουλάχιστον σαράντα (40) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό. 9. Η δημοσίευση στοιχείων των περιλήψεων των προγραμμάτων πλειστηριασμού μπορεί να διενεργείται και σε συγκεκριμένο δικτυακό τόπο, τηρούμενης της προθεσμίας της παρ. 8. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. 10. Το άρθρο 1019 του Κ.Πολ.Δ. για την ανατροπή της κατάσχεσης δεν εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται κατά τη διαδικασία του παρόντος Κώδικα.

ΚΔΕλΣ Άρθρο 101

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 89.4%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 101: Αναστολή εκτέλεσης στις διαφορές από τη διοικητική εκτέλεση 1. Η προθεσμία και η άσκηση ανακοπής εκτέλεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, με την εξαίρεση της περ. ε’ της παρ. 2 του άρθρου 142, κατά την οποία η πράξη αναστέλλεται, ως προς τους δανειστές των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του Τμήματος επί της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης. 2. Στις περ. α’ , β’ και δ’ της παρ. 2 του άρθρου 142 και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί να υποβληθεί από τον ανακόπτοντα ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. Αρμόδιο για τη χορήγηση της αναστολής είναι το Τμήμα στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των άρθρων 94 έως και 100.

ΚΠολΔ Άρθρο 926

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 89.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 926: 1. "Μετά την επίδοση της επιταγής δεν μπορεί, με ποινή ακυρότητας, να γίνει άλλη πράξη εκτέλεσης πριν περάσουν τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση". Η προθεσμία αυτή πρέπει να τηρείται και όταν η αναγκαστική εκτέλεση συνεχίζεται κατά του κληρονόμου ή του κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας. 2. Όταν περάσει έτος από την επίδοση της επιταγής, δεν μπορεί να γίνει καμμιά άλλη πράξη εκτέλεσης που να βασίζεται επάνω σ' αυτήν.

ΚΠολΔ Άρθρο 940

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 89.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 940: 1. Αν εξαφανιστεί ή μεταρρυθμιστεί απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προξενήθηκαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός ήξερε ή αγνοούσε από βαριά του αμέλεια, ότι το δικαίωμα δεν υπήρχε. 2. Αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος. 3. Αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα.

ΚΠολΔ Άρθρο 969

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 17/01/2018
Σχετικότητα 88.7%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 969: 1. Ο πλειστηριασμός ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Όποιος υπερθεματίζει δεσμεύεται ώσπου να γίνει καλύτερη προσφορά ή ώσπου να ματαιωθεί η κατακύρωση. 2. Έως την κατακύρωση εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τα έξοδα κα τις απαιτήσεις εκείνου που την επισπεύδει και των άλλων δανειστών που έχουν τίτλο εκτελεστό και αναγγέλθηκαν, "καθώς και το τέλος χρήσης του ηλεκτρονικού συστήματος πλειστηριασμού" και να αναλάβει τα πράγματα που πλειστηριάζονται. Εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ενεχυριάζει τα πράγματα που πλειστηριάζονται για να βρει τα μέσα να εξοφλήσει την απαίτηση και να πληρώσει τα έξοδα. 3. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού είναι υποχρεωμένος να τον ενεργήσει, εκτός αν συμφωνούν στη ματαίωσή του ο επισπεύδων την εκτέλεση και όλοι οι αναγγελμένοι δανειστές που έχουν καταθέσει εκτελεστό τίτλο.

ΚΠολΔ Άρθρο 958

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 88.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 958: "1. Αφότου γίνει η επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης κατά το άρθρο 955 παράγραφος 1, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση. 2. Η αναγκαστική κατάσχεση κινητών πραγμάτων δεν εμποδίζει την κατάσχεση τους και από άλλο δανειστή. Κάθε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργείται ξεχωριστά και δεν επηρεάζει η μια την άλλη. Δεν επιτρέπεται η αναζήτηση των εξόδων της εκτέλεσης που προκατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε".

ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: 16/09/2015
Σχετικότητα 88.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η: Ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής 1. Εκείνος κατά του οποίου εκδίδεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις για την αξίωση, η οποία αποτελεί τη νόμιμη αιτία έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν την αξίωση, παραμένουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής έως την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ή έως την άσκηση αυτής, κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η ανακοπή ασκείται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία (3) αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Το δικόγραφο της ανακοπής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει απαραιτήτως να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και συγκεκριμένο αίτημα. 3. Η ανακοπή προσδιορίζεται να συζητηθεί σε δικάσιμο που δεν απέχει περισσότερο από (6) μήνες από την κατάθεσή της. Ως προς την προδικασία, που πρέπει να τηρηθεί, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 126 έως και 128 και 130 έως και 131. Ως προς την κύρια διαδικασία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 132 έως και 143. 4. Όποιος έχει σχετικό έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση στην επί της ανακοπής δίκη. Για την άσκηση της παρέμβασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 112 έως και 114 του Κώδικα αυτού. 5. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το νόμο και την ουσία στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η διαταγή εκδόθηκε αναρμοδίως, β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου ή γ) αν η αξίωση, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, έχει παραγραφεί. Ισχυρισμοί που αφορούν, την καθ' οιονδήποτε τρόπο απόσβεση ή το χαρακτήρα ως μη αμφισβητούμενης της αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, μπορούν να προβάλλονται με την ανακοπή και πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως. 6. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο, όμως, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 206 επ. να χορηγήσει αναστολή έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής, για τους λόγους που ορίζονται στο άρθρο 208 του Κώδικα αυτού. 7. Η επίδοση της ανακοπής και της αίτησης αναστολής μπορεί να γίνει είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, στη διεύθυνση που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιήθηκε εγγράφως μεταβολή της στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής.

ΚΠολΔ Άρθρο 953

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 88.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 953: 1. Κατάσχεση μπορεί να γίνει στα κινητά πράγματα που βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη, καθώς και στα χέρια μεσεγγυούχου κατά την έννοια του άρθρου 956 παράγραφος 1 ως συνέπεια προηγούμενης κατάσχεσης. 2. Οι διατάξεις για την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη εφαρμόζονται και α) όταν κινητά πράγματα του οφειλέτη βρίσκονται στα χέρια του δανειστή ή τρίτου πρόθυμου να τα αποδώσει, β) όταν κατάσχεται εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη επάνω σε ξένο κινητό πράγμα, γ) όταν πρόκειται για κινητά πράγματα που είχαν μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, εφόσον η κατάσχεση επιβάλλεται από δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα. «3. Εξαιρούνται από την κατάσχεση: α) τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, β) προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγματα που είναι απαραίτητα για την εργασία τους, γ) τα πάσης φύσης βιβλία που δεν είναι εμπόρευμα. Αν διαφωνήσει εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται ή εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αποφασίζει το πρωτοδικείο του τόπου της εκτέλεσης, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ..» 4. Αν τα κατασχεμένα πράγματα είναι ασφαλισμένα η κατάσχεση ισχύει και για την αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση.

ΚΠολΔ Άρθρο 993

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 88.4%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 993: "1. Η κατάσχεση γίνεται με τη σύνταξη έκθεσης από το δικαστικό επιμελητή μπροστά σ’ έναν ενήλικο μάρτυρα. Η κατάσχεση του ενυπόθηκου κτήματος μπορεί να γίνει είτε κατά του οφειλέτη είτε κατά του τρίτου κυρίου είτε κατά εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο κτήμα, αφού κοινοποιηθεί η επιταγή στον οφειλέτη και στον τρίτο. Η προθεσμία του άρθρου 926 αρχίζει από την τελευταία κοινοποίηση. 2. Οι διατάξεις των παρ. 1 εδάφιο β ’ και 2 έως 4 του άρθρου 954 εφαρμόζονται και εδώ, με εξαίρεση τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, ο οποίος ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχεσης και πάντως όχι μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον μήνα Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του. Για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης. 3. Για την επιβολή της κατάσχεσης και την περιγραφή του ακινήτου ο δικαστικός επιμελητής έχει το δικαίωμα να εισέρχεται σε αυτό έστω και αν κατέχεται από τρίτο.»

ΠτωχΚ Άρθρο 163

Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Σχετικότητα 88.2%
Κείμενο Άρθρου
ΠτωχΚ Άρθρο 163: Διαδικασία πλειστηριασμού 1. Τα πράγματα πλειστηριάζονται με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού που ορίστηκε με τη διακήρυξη. 2. Η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού ανήκει στους κατά τόπον αρμοδίους συμβολαιογραφι κούς συλλόγους. 3. Τα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού περιέχουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στη διακήρυξη. 4. Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό λαμβάνουν μέρος υποψήφιοι πλειοδότες που έχουν προηγουμένως πιστοποιηθεί στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμών. Πλειοδοσία περισσότερων από κοινού δεν είναι δυνατή. 5. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης δηλώνει τη συμμετοχή του σε συγκεκριμένο πλειστηριασμό, σύμφωνα με τους όρους αυτού, αφού έχει καταβάλει την εγγύηση της παρ. 1 του άρθρου 965 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και έχει υποβάλει ηλεκτρονικά το πληρεξούσιο της παρ. 2 του άρθρου 1003 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μέχρι ώρα 15:00, δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού. Οι προσφορές, με ποινή ακυρότητας, δεν πρέπει να περιλαμβάνουν αίρεση ή όρο, και είναι ανέκκλητες. Το τέλος χρήσης των συστημάτων για τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού καταβάλλεται από τον υπερθεματιστή. Η κατάθεση της εγγύησης, του τέλους χρήσης των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών και του πλειστηριάσματος γίνεται αποκλειστικά σε ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό που διατηρείται σε ελληνικό τραπεζικό ίδρυμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης διορίζει επί ποινή ακυρότητας με ηλεκτρονική δήλωση αντίκλητο που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου του πράγματος εκτέλεσης μέχρι ώρα 15:00, δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο γραμματέας του πρωτοδικείου του τόπου του πράγματος. Το τελευταίο εδάφιο εφαρμόζεται, ακόμη και όταν ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. 6. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασ μού μετά το πέρας της προθεσμίας της παρ. 5 ελέγχει τα υποβαλλόμενα αρχεία διαπιστώνει με πράξη του, μέχρι ώρα 17:00 της προηγούμενης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ημέρας, την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους και υποβάλλει στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού κατάλογο των υποψήφιων πλειοδοτών που δικαιούνται να λάβουν μέρος. 7. Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί διενεργούνται μόνο εργάσιμη ημέρα, από τις 10:00 έως τις 14:00 ή από τις 14:00 έως τις 18:00. Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ήτοι από ώρα 13:59:00 έως 13:59:59 ή από ώρα 17:59:00 έως 17:59:59, δίδεται αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών. Για κάθε προσφορά που υποβάλλεται κατά το τελευταίο λεπτό της παράτασης , δίδεται νέα αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών, εφόσον υποβληθεί μεγαλύτερη προσφορά. Οι παρατάσεις μπορούν να συνεχισθούν για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο (2) ωρών από την ορισθείσα ώρα λήξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οπότε ολοκληρώνεται η διαδικασία υποβολής προσφορών. Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από 1ης Αυγούστου έως 31ης Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες. 8. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός είναι ανοικτού πλειοδοτικού τύπου κατά τον οποίο υποβάλλονται διαδοχικές προσφορές. Οι συμμετέχοντες υποβάλλουν συνεχώς προσφορά μεγαλύτερη από την εκάστοτε μέγιστη έως τον χρόνο λήξης της υποβολής προσφορών. Στα ηλεκτρονικά συστήματα καταγράφονται όλες οι υποβληθείσες κατά τα ανωτέρω προσφορές. 9. Με την υποβολή της προσφοράς, οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για το ποσό της προσφοράς τους, τον ακριβή χρόνο υποβολής της, καθώς και ότι αυτή έχει καταγραφεί. Ο υποψήφιος πλειοδότης ενημερώνεται για την εκάστοτε μέγιστη υποβληθείσα προσφορά. 10. Όλοι οι υποψήφιοι πλειοδότες που λαμβάνουν μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για τυχόν αναστολή, ματαίωση ή διακοπή του πλειστηριασμού, καθώς και για τον λόγο αυτής. 11. Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή της πρώτης προσφοράς. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοί του. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί εγγράφως πριν την έναρξη της διαδικασίας αντίρρηση από τον σύνδικο ή από οποιονδήποτε πλειοδότη, να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται. Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει, σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) μήνα ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εγγυοδοσία ίση προς το τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς, αλλά όχι μικρότερη των χιλίων (1.000) ευρώ. Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος ή αν η κατακύρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσει αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού. 12. Μετά τη λήξη της διαδικασίας υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, ανακοινώνεται το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων. Όσοι έχουν λάβει μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμελλητί για το αποτέλεσμά του. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού συντάσσει την έκθεση της παρ.13, κατακυρώνοντας τα πράγματα στον πλειοδότη. 13. Τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στον πλειοδότη που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού πρέπει να καταχωρίζει στην έκθεσή του όλες τις προσφορές που έγιναν. 14. Ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, την τρίτη εργάσιμη μέρα από τον πλειστηριασμό και αμέσως μετά καταρτίζεται το συμβόλαιο μεταβίβασης του πράγματος σε αυτόν. Η μεταβίβαση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν αυτός καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης. Εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αποδίδει το τέλος χρήσης στον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο του οποίου αυτός είναι μέλος. Εντός τριών (3) εργασίμων ημερών, μ

ΚΠολΔ Άρθρο 943

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 88.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 943: 1. Αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση. 2. Τα κινητά πράγματα που βρίσκονται στο ακίνητο και δεν είναι αντικείμενο της εκτέλεσης ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει με απόδειξη σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Αν αυτός απουσιάζει ή αρνείται να τα παραλάβει, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει είτε σε πρόσωπο που ανήκει στην οικογένεια εκείνου κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση είτε σε πρόσωπο που έχει εξουσία να τα παραλάβει. «3. Αν δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της παρ. 2 ή αν αρνούνται να παραλάβουν τα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει σε μεσεγγυούχο τον οποίο διορίζει ο ίδιος και, ύστερα από άδεια του πρωτοδίκη της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης που δικάζει κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. πλειστηριάζει τα κινητά πράγματα. Ο πρωτοδίκης που δίνει την άδεια ορίζει συνάμα τον τόπο, τον πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός, την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να οριστεί πριν περάσουν δέκα (10) ημέρες αφότου προσκληθεί εγγράφως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση να παραλάβει τα πράγματα. Το πλειστηρίασμα κατατίθεται δημόσια, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα.» «4. Αν εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση δεν ήταν παρών, η έκθεση της εκτέλεσής του κοινοποιείται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σύνταξή της εφόσον αυτός έχει εγγράφως γνωστοποιήσει τη νέα διεύθυνσή του.» «5. Αναγκαστική εκτέλεση για απόδοση ακινήτου δεν επιτρέπεται να γίνει κατά το διάστημα α) από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επομένου έτους, β) από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά και γ) την προηγουμένη και την επομένη εβδομάδα των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.» «6. Στην περίπτωση του παρόντος άρθρου η αξίωση εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, κατά του μεσεγγυούχου που διορίστηκε από τον δικαστικό επιμελητή, προς απόδοση των κινητών πραγμάτων, παραγράφεται ύστερα από έξι (6) μήνες από την αποβολή του.»

ΚΠολΔ Άρθρο 997

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 88.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 997: 1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από τον οφειλέτη· αν πρόκειται για ενυπόθηκο ακίνητο είναι άκυρη η διάθεσή του και από τον τρίτο, κύριο ή νομέα. Μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωσή του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη έννομη σχέση λύεται μετά από δύο (2) μήνες και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κατά το άρθρο 615 ΑΚ δεν θίγεται και η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στο μισθωτή. 2. Τα αποτελέσματα της παρ. 1 αρχίζουν αναδρομικά: α) για τον οφειλέτη, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 995, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, β) για τον τρίτο, κύριο ή νομέα, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το άρθρο 995 παρ. 1 και 4, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών, γ) για τους τρίτους, μόνο αφότου η κατάσχεση εγγραφεί κατά το άρθρο 995 στο βιβλίο κατασχέσεων και εφόσον έγιναν οι, κατά τις περ. α ΄ και β΄ της παραγράφου αυτής, επιδόσεις στον οφειλέτη και τον τρίτο, κύριο ή νομέα. 3. Σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή η εγγραφή υποθήκης που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη. Η τροπή της προ- σημείωσης σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. 4. Αν συμπέσει την ίδια ημέρα εγγραφή κατάσχεσης και μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται αυτή που καταχωρίστηκε έστω και ελάχιστο χρόνο νωρίτερα. 5. Μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη. Οι διαφορετικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργούνται ξεχωριστά , χωρίς να επηρεάζει η μια την άλλη. Δεν επιτρέπεται η αναζήτηση των εξόδων της εκτέλεσης που προκατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε. «6. Ο κατάσχων ή ο δικαστικός επιμελητής που επέβαλε την κατάσχεση μπορεί με την επίδειξη αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης να ζητήσει και να λάβει από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ . αντίγραφα των μισθωτηρίων και από τις αρμόδιες πολεοδομίες τον φάκελο του ακινήτου.

ΚΠολΔ Άρθρο 914

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 88.1%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 914: "Αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται".

ΚΠολΔ Άρθρο 1021

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 16/09/2024
Σχετικότητα 87.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1021: Διαδικασία εκούσιου πλειστηριασμού ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ Κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων Όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην πα ρ. 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 995, αν πρόκειται για ακίνητο. Ο εκούσιος πλειστηριασμός πραγματοποιείται με τη διαδικασία είτε του άρθρου 959, αν πρόκειται για κινητό, είτε του άρθρου 998, αν πρόκειται για ακίνητο. Περαιτέρω, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 954, της παρ. 1 του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 955, των άρθρων 965, 966 και 967, της παρ. 1 του άρθρου 969, του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 995, του άρθρου 1002, των παρ. 1, 2 κα ι 4 του άρθρου 1003, του άρθρου 1004, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1005 και του άρθρου 1010. Ο εκούσιος πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κινητό ή το ακίνητο. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να οριστεί συμβολαιογράφος της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κινητό ή το ακίνητο, ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή, αν και αυτό δεν είναι δυνατό, όμορης περιφέρειας, ή , αν και αυτό δεν είναι δυνατό, του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. Σε περίπτωση διενέργειας εκούσιου πλειστηριασμού με τη διαδικασία του άρθρου 959, με συμφωνία των μερών ή με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο, η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να οριστεί άλλος τόπος πλειστηριασμού.

ΚΠολΔ Άρθρο 1019

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 87.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1019: 1. Η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγραφεί σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει ως προς όλους αφότου δημοσιευθεί η απόφαση. 2. Στις προθεσμίες που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο δεν υπολογίζεται το διάστημα από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το "άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4" μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε σύμφωνα με αυτήν, το διάστημα αναστολής της εκτέλε σης, η οποία χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση, ή με κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ο χρόνος από 1 έως 31 Αυγούστου. "3. Αν πριν από την έκδοση της κατά την παρ. 1 απόφασης είχαν αναγγελθεί δανειστές με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, κατά τα άρθρα 972 παρ. 2 εδ. β' και 1006 παρ. 1 εδ. α', η ανατροπή επέρχεται ως προς αυτούς μόνο αν οι ως άνω προθεσμίες είχαν συμπληρωθεί και ως προς αυτούς από τις αναγγελίες τους. Διαφορετικά, η κατάσχεση ως προς αυτούς διατηρείται και ισχύει αυτοτελής προθεσμία ανατροπής της από την αναγγελία τους, η προθεσμία όμως αυτή ουδέποτε συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου από την ανατροπή".

ΚΠολΔ Άρθρο 722

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 87.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 722: Συντηρητική κατάσχεση και μετατροπή σε αναγκαστική κατάσχεση 1. Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς κινητά ή ακίνητα ή εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε αυτά, αν η αγωγή για την κύρια υπόθεση γίνει δεκτή και η σχετική απόφαση είναι εκτελεστή, έχει δικαίωμα, με βάση απόγραφο της απόφασης, να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς αναγκαστική κατάσχεσή τους. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατόπιν εντολής του στον δικαστικό επιμελητή, που δίνεται κατά το άρθρο 927. Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, αφότου παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 926, απόσπασμα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 955 και την παρ. 4 του άρθρου 995, που επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση και στον γραμματέα του Πρωτοδικείου επί κινητών ή στον υποθηκοφύλακα ή στον Προϊστάμενο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου επί ακινήτων, οι οποίοι οφείλουν να ενεργήσουν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 955 και την παρ. 2 του άρθρου 995, και καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την έκθεση της συντηρητικής κατάσχεσης, τις εκθέσεις επίδοσής της, την έκθεση περιγραφής του κατασχόμενου και εκτίμησης της αξίας του, τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης και, εάν το κατασχόμενο είναι ακίνητο, το πιστοποιητικό βαρών καθώς και την έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή. Η κατάθεση των εγγράφων αυτών και η δημοσίευση του αποσπάσματος από τον δικαστικό επιμελητή καθώς και οι πρόσθετες επιδόσεις του αποσπάσματος, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995, γίνονται εντός των προθεσμιών που τάσσονται με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. 2. Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης. 3. Οι διαφορές που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 δικάζονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 702 από το αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δικαστήριο.

ΚΠολΔ Άρθρο 972

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 87.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 972: 1. Οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους. Η αναγγελία επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει: α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του πρωτοδικείου, του τόπου της εκτέλεσης, στον οποίο μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις και προσφορές που αφορούν την εκτέλεση. Αν δεν οριστεί αντίκλητος, αντίκλητος είναι ο δικηγόρος που υποχρεωτικά υπογράφει την αναγγελία, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης ειδικής ρύθμισης, β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται. Η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί το αργότερο δέκα πέντε (15) ημέρες μετά τον πλειστηριασμό και μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση. Τα έξοδα της αναγγελίας βαρύνουν όποιον αναγγέλλεται. 2. Το κύρος της αναγγελίας δεν επηρεάζεται από την αναστολή ή τη ματαίωση του πλειστηριασμού. Αν η απαίτηση του δανειστή που αναγγέλλεται στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό, η αναγγελία έχει τα ίδια αποτελέσματα με την κατάσχεση..

ΚΠολΔ Άρθρο 924

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 87.8%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 924: "Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό. Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Όποιος επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, έχει υποχρέωση να διορίσει, με την επιταγή που κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέ λεση, αντίκλητο που να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος που υπογράφει την επιταγή. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνουν όλες οι επιδόσεις και οι προσφορές που αφορούν την εκτέλεση".

ΚΠολΔ Άρθρο 159

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 87.7%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 159: Η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο 1) αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας, 2) αν για την παράβαση αυτή επιτρέπεται αναίρεση ή αναψηλάφηση, 3) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

ΚΠολΔ Άρθρο 1018

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2022
Σχετικότητα 87.7%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1018: Σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε και διενεργηθεί νέος, η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε κατατάσσεται μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 977Α, 1007, 1012 παρ. 3 και 1015 παρ. 3. Στην ίδια τάξη κατατάσσεται και η αξίωση του υπερθεματιστή για την καταβολή τόκων, που οφείλονται από την ημέρα καταβολής του πλειστηριάσματος, μόνον εάν προαποδεικνύεται ότι δεν έχει εκτελεστεί από αυτόν η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Για να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση, ο υπερθεματιστής μπορεί να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί..

ΚΔιοικΔ Άρθρο 199

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: 14/07/2014
Σχετικότητα 87.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 199: Αναγκαστική εκτέλεση 1. Οι τελεσίδικες, οι ανέκκλητες και οι προσωρινώς εκτελεστές καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με την άσκηση αγωγής, αποτελούν τίτλο εκτελεστό κατά το άρθρο 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ο εκτελεστήριος τύπος περιάπτεται σε αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 918 του ίδιου Κώδικα. Οι παραπομπές γίνονται στις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν. 2. Ως προς το, κατά περίπτωση, επιτρεπτό της αναγκαστικής εκτέλεσης των κατά την προηγούμενη παράγραφο καταψηφιστικών αποφάσεων και τη διαδικασία της εκτέλεσής τους, εφαρμόζονται αναλόγως οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων. «2α. Αντιρρήσεις κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης δικάζονται από το μονομελές διοικητικό πρωτοδικείο. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς το δικαστήριο του τόπου έκδοσης της απόφασης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.» 3. Αν πρόκειται για καταψηφιστικές αποφάσεις υπέρ του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφαρμογή έχουν οι εκάστοτε ισχύουσες σχετικές διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, σε συνδυασμό προς την ειδική νομοθεσία που διέπει κάθε νομικό πρόσωπο. «4. Οι τελεσίδικες και οι ανέκκλητες αναγνωριστικές αποφάσεις καθίστανται καταψηφιστικές με πράξη του προέδρου του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, εφόσον καταβληθεί το κατά το άρθρο 274 τέλος δικαστικού ενσήμου.»

ΚΠολΔ Άρθρο 662Ζ

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2002
Σχετικότητα 87.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 662Ζ: Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. Ο δικαστής όμως που την εξέδωσε μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ' ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.**

ΚΠολΔ Άρθρο 913

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 87.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 913: Αναστολή εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης 1. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση κατά της απόφασης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με τα άρθρα 908 ή 910, μπορεί, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να διατάξει, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε με αυτοτελή αίτησή του και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτελεστότητά της, ώσπου να εκδοθεί η οριστική του απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση. 2. Η αίτηση της παρ. 1 συζητείται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά τη συζήτηση καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος του αιτούντος. 3. Το δικαστήριο της παρ. 1 μπορεί, και σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του διαδίκου, η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης ή με τις προτάσεις, να κηρύξει στις περιπτώσεις των άρθρων 908 και 910 προσωρινά εκτελεστή την απόφαση που προσβάλλεται, να διατάξει τα μέτρα που ορίζει το άρθρο 911 ή να μεταρρυθμίσει την απόφασή του που εκδόθηκε κατά την παρ. 1. Οι διατάξεις του άρθρου 909 εφαρμόζονται και εδώ.

ΚΠολΔ Άρθρο 643

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 87.6%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 643: Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. Ο δικαστής της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ’ ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.

ΚΠολΔ Άρθρο 931

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 87.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 931: 1. Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση για κάθε πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας. "Αν η αναγκαστική εκτέλεση δεν πραγματώθηκε, ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει σχετική έκθεση στην οποία αναφέρει και τους λόγους". 2. Για κάθε αξιόποινη πράξη που γίνεται κατά την αναγκαστική εκτέλεση ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να συντάξει έκθεση και να την υποβάλει στον αρμόδιο εισαγγελέα.

ΚΔΕλΣ Άρθρο 152

Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ν. 4700/2020)
Σχετικότητα 87.5%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔΕλΣ Άρθρο 152: Ένδικα μέσα 1. Οι αποφάσεις που εκδίδονται επί ανακοπής εκτέλεσης υπόκεινται στα ένδικα μέσα της αίτησης αναίρεσης, της αίτησης αναθεώρησης, της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας, της ανακοπής ερημοδικίας και της τριτανακοπής, όπου εφαρμόζονται αναλόγως τα Κεφάλαια 26 έως 31. 2. Η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι τριάντα (30) ημέρες, εκτός αν πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση ανακοπής κατά προγράμματος πλειστηριασμού, οπότε η προθεσμία είναι δέκα (10) ημέρες. 3. Δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφασης επί της ανακοπής εκτέλεσης έχει σε κάθε περίπτωση και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

ΚΠολΔ Άρθρο 998

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2026
Σχετικότητα 87.4%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 998: Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ακινήτων 1. Το κατασχεμένο ακίνητο πλειστηριάζεται μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού από πιστοποιημένο, για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο, υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Το άρθρο 959 εφαρμόζεται και στον πλειστηριασμό ακινήτων. 2. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από την 1η έως και τις 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγουμένη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες. 3. Η διάταξη της παρ. 2 σχετικά με την απαγόρευση πλειστηριασμού από την 1η έως και τις 31 Αυγούστου δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη. 4. Αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται από τη διενέργεια του πλειστηριασμού είναι το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης. 5. Ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, το δικαστήριο του άρθρου 933, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει να γίνει ταυτόχρονα η πώληση του κατασχεμένου ακινήτου, ολόκληρου ή τμηματικά, με βάση σχεδιάγραμμα ή σχέδιο μηχανικού ή γεωμέτρηση, που υποβάλλεται μαζί με την αίτηση. Στην περίπτωση αυτή, η κατακύρωση τότε μόνο γίνεται τμηματικά σε όποιους πλειοδοτούν τμηματικά, όταν το σύνολο των προσφορών τους είναι μεγαλύτερο από την τιμή που προσφέρεται για να πωληθεί συνολικά. 6. Μετά από αίτηση του οφειλέτη, το δικαστήριο του άρθρου 933, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να επιτρέψει να πωληθεί το ακίνητο στον προτεινόμενο αγοραστή με τίμημα το οποίο ορίζεται από το δικαστήριο το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αρχικώς ορισθείσας τιμής πρώτης προσφοράς ή την τιμή πρώτης προσφοράς που ορίσθηκε από το δικαστήριο σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 954. Η αίτηση του οφειλέτη κοινοποιείται στον επισπεύδοντα και στους ενυπόθηκους ή προσημειούχους δανειστές τρεις (3) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η πώληση αυτή γίνεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού το αργότερο δέκα (10) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό με ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος και γνωστοποίησή της αναρτάται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( e-ΕΦΚΑ) εντός πέντε (5) ημερών από την κατάρτισή της. Το τίμημα υποκαθίσταται στη θέση του πλειστηριάσματος. Αν η πώληση δεν πραγματοποιηθεί κατά το προηγούμενο εδάφιο, ο πλειστηριασμός διεξάγεται κατά την ορισθείσα ημερομηνία.

ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Θ

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999)Τροποποίηση: 16/09/2015
Σχετικότητα 87.3%
Κείμενο Άρθρου
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Θ: Απόφαση επί της ανακοπής 1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί παραδεκτώς και είναι εν όλω ή εν μέρει βάσιμη, το Δικαστήριο ακυρώνει ή μεταρρυθμίζει αναλόγως τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής. 2. Αν παρέλθει άπρακτη η κατά το άρθρο 272Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής ή ο ανακόπτων παραιτηθεί από την ασκηθείσα ανακοπή, πριν από την εκδίκασή της, η διαταγή πληρωμής υπόκειται μόνο σε αίτηση αναθεώρησης, εφαρμοζομένων αναλόγως των άρθρων 101 επ..

ΚΠολΔ Άρθρο 565

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: 01/01/2016
Σχετικότητα 87.2%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 565: 1. Η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκηση της, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στις γαμικές διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1, στις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 2, που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων, καθώς και σε δίκες που αφορούν εξάλειψη υποθήκης, προσημείωσης ή κατάσχεσης ή κηρύσσουν έγγραφο πλαστό, η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκηση της, αναστέλλει την εκτέλεση. 2. Αν από την εκτέλεση της απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης, της οποίας η αποκατάσταση δεν είναι εύκολη, μπορεί να διαταχθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους η ολική ή εν μέρει αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης με τον όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή και χωρίς εγγύηση ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της απόφασης από την παροχή εγγύησης από το διάδικο που έχει νικήσει. Για την αίτηση αποφαίνεται, συνεδριάζοντας ως συμβούλιο χωρίς υποχρεωτική κλήτευση των διαδίκων, το αρμόδιο πολιτικό τμή μα, το οποίο συγκροτείται από τρία μέλη, στα οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο εισηγητής της υπόθεσης. Η απόφαση της αναστολής μπορεί κατά τον ίδιο τρόπο να ανακληθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους έως την "συζήτηση"* της αναίρεσης. Κατόπιν επιτρέπεται μόνο κατά τη συζήτησή της.

ΚΠολΔ Άρθρο 1024

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)
Σχετικότητα 86.0%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 1024: 1. Το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει την κατάσχεση ή και με μεταγενέστερη ορίζει τα μέσα που κρίνει πρόσφορα για την αξιοποίηση του δικαιώματος και ιδίως μπορεί να διατάξει να μεταβιβαστεί το δικαίωμα σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, με πληρωμή ορισμένου τιμήματος ή με συμψηφισμό ολόκληρης ή μέρους της απαίτησής του, ή να διατάξει την ελεύθερη ή με πλειστηριασμό διάθεση του δικαιώματος, και, αν δεν κρίνει πρόσφορα τα μέτρα αυτά, διορίζει διαχειριστή. Διαχειριστής μπορεί να διοριστεί και εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η κατάσχεση ή κάποιος από τους δανειστές που αναγγέλθηκαν. 2. Αν η απαίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση συνίσταται στο να εκπληρώσει ένας τρίτος παροχή εξαρτώμενη από αντιπαροχή, το δικαστήριο επιτρέπει την κατάσχεση και υπό τον όρο να εκπληρωθεί η αντιπαροχή προς τον τρίτο. Σ' αυτήν την περίπτωση η αξιοποίηση του κατασχεμένου γίνεται σύμφωνα με την παρ. 1, οπότε αποκλείεται ο διορισμός διαχειριστή και η αξία της αντιπαροχής που εκπληρώθηκε θεωρείται ως έξοδο εκτέλεσης κατά το άρθρο 975.

ΚΕΔΕ Άρθρο 63

Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022)
Σχετικότητα 86.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΕΔΕ Άρθρο 63: Πτώχευση 1. Μόλις εκδοθεί απόφαση που κηρύσσει πτώχευση, ο γραμματέας του αρμόδιου δικαστηρίου υποχρεούται να αποστείλει αντίγραφο αυτής στην αρμόδια Διεύθυνση Εισπράξεων και Επιστροφών της ΑΑΔΕ, καθώς και στον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Ο αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής Προϊστάμενος της ΑΑΔΕ μόλις λάβει γνώση της πτώχευσης, αναγγέλλει στον σύνδικο της πτώχευσης και τον γραμματέα των πτωχεύσεων τις βεβαιωμένες ή καταχωρισμένες στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ απαιτήσεις του Δημοσίου. Η αναγγελία συνοδεύεται από πίνακα των παραπάνω απαιτήσεων. Ο σύνδικος της πτώχευσης, εφόσον δεν αμφισβητεί τις απαιτήσεις αυτές, τις αποδέχεται στα χρέη της πτώχευσης, για να εξοφληθούν κατά την προνομιακή τάξη στην οποία ανήκουν. Αν αμφισβητεί τις απαιτήσεις ή το προνόμιό τους, ασκεί ανακοπή, η οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 216 και επόμενα του Κ.Δ.Δ., εκδικάζεται κατά τα άρθρα 933 και επόμενα του Κ.Πολ.Δ. 2. Σε περίπτωση εκποίησης με αναγκαστικό ή εκούσιο πλειστηριασμό περιουσιακών στοιχείων του πτωχού, ο επισπεύδων δανειστής ή ο σύνδικος υποχρεούται να κοινοποιεί αντίγραφο του προγράμματος πλειστηριασμού ή του αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης ή της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού με δικαστικό επιμελητή, επί ποινή ακυρότητάς τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 56. Τα αντίγραφα του προηγούμενου εδαφίου κοινοποιούνται, επίσης, με τον ίδιο τρόπο και στους Προϊσταμένους των υπηρεσιών της ΑΑΔΕ που έχουν αναγγείλει απαιτήσεις στην πτώχευση, καθώς και στη Διεύθυνση Εισπράξεων και Επιστροφών της ΑΑΔΕ. Σε περίπτωση απευθείας εκποίησης, ο σύνδικος υποχρεούται να γνωστοποιεί την ημερομηνία της εκποίησης, το είδος και την αξία των προς εκποίηση περιουσιακών στοιχείων στη Διεύθυνση Εισπράξεων και Επιστροφών της ΑΑΔΕ και στους Προϊσταμένους των υπηρεσιών της ΑΑΔΕ που έχουν αναγγείλει απαιτήσεις στην πτώχευση είκοσι (20) ημέρες τουλάχιστον πριν από την ημερομηνία έναρξης της εκποίησης. 3. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται πριν από την κατάταξη των δανειστών ή την έκδοση απογράφου της κατακυρωτικής έκθεσης να εξακριβώνει, και με βάση την πιστοποίηση του συνδίκου, τις απαιτήσεις του Δημοσίου που αναγγέλθηκαν σε αυτόν. 4. Οι παρ. 1 έως 3 εφαρμόζονται στις πτωχευτικές διαδικασίες που διέπονται από τον ν. 3588/2007 (Α΄ 153) και τις προϊσχύουσες αυτού διατάξεις, καθώς και σε εκείνες του ν. 4738/2020 (Α΄ 207) μέχρι τη θέση σε πλήρη εφαρμογή του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, η οποία διαπιστώνεται με την κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που προβλέπεται στο άρθρο 265 του νόμου αυτού. 5. Ο εκκαθαριστής κάθε μορφής επιχείρησης και ο εκκαθαριστής κληρονομίας υποχρεούται μέσα σε έναν (1) μήνα από την ανάληψη των καθηκόντων του να κοινοποιεί πρόσκληση για αναγγελία απαιτήσεων του Δημοσίου και του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ και τον Διοικητή του e-ΕΦΚΑ, αντίστοιχα.

ΚΠολΔ Άρθρο 495

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Π.Δ. 503/1985)Τροποποίηση: Ν. 5282/2026
Σχετικότητα 86.9%
Κείμενο Άρθρου
ΚΠολΔ Άρθρο 495: Τρόπος άσκησης των ενδίκων μέσων 1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο. Προκειμένου για εφέσεις κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδικάζονται στις μεταβατικές έδρες των εφετείων της περιφερείας τους, η κατάθεση γίνεται στις μεταβατικές έδρες. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης προσδιορίζεται αμέσως δικάσιμος, σε απώτατο χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών από την κατάθεση του ενδίκου μέσου. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνονται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117. Το δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο εδάφιο εφαρμόζονται αναλόγως και για τα δικόγραφα των πρόσθετων λόγων έφεσης, αναψηλάφησης και αναίρεσης, καθώς και για το δικόγραφο της αντέφεσης, τα οποία προσδιορίζονται στη δικάσιμο του αντίστοιχου κύριου ένδικου μέσου. 2. Αμέσως μετά την κατάθεση του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, ο γραμματέας, με βάση τη σημείωση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου της ημέρας και ώρας συζήτησής του, το εγγράφει στο πινάκιο του δικαστηρίου, όπου σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. 2Α. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων, ανεξαρτήτως της τηρούμενης διαδικασίας, για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση και ενενήντα (90) ημέρες από τη συζήτηση. Όπου απαιτείται κλήτευση για κάθε άλλη δικάσιμο, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 228. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων για το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Κατά τα λοιπά, για τον προσδιορισμό δικασίμου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 226. 2Β. Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου. 3. Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, ως εξής: Α. Για το ένδικο μέσο της έφεσης: α) [Καταργείται], β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ, γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Β. Για το ένδικο μέσο της αναίρεσης: α) [Καταργείται], β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ, δ) κατά απόφασης εφετείου παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ. Γ . Για το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης: α) κατά αποφάσεων πρωτοδικείων παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ, β) κατά αποφάσεων εφετείου και του Αρείου Πάγου παράβολο ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο. Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των περ. 3 και 5 του άρθρου 614 και των περ. 1 και 3 του άρθρου 592. 4. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 237, περί προσκόμισης εγγράφων σε ηλεκτρονική μορφή, εφαρμόζεται αναλόγως και για τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές του παρόντος κεφαλαίου. 5. Αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε σε λειτουργικά αναρμόδιο δικαστήριο, χωρεί και αυτεπαγγέλτως παραπομπή στο αρμόδιο. 6. Αν παρέλθει ένα (1) έτος από τη ματαίωση, χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο από τον γραμματέα με εντολή του Προέδρου του Δικαστηρίου ή του νόμιμου αναπληρωτή του και η δίκη του ενδίκου μέσου καταργείται. 7. Για όσες εφέσεις έχουν κατατεθεί έως την 31η.12.2025 στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ζητηθεί ο προσδιορισμός τους στο αρμόδιο δικαστήριο το αργότερο έως την 31η.3.2027. Σε αντίθετη περίπτωση, το ένδικο μέσο λογίζεται ως μη ασκηθέν.

ΕφΠειρ 319/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 97.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Η εκκαλούσα, καθ’ ης η εκτέλεση και ανακόπτουσα, άσκησε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και πρόσθετους λόγους κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, που απορρίφθηκαν με την 2369/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως απαράδεκτα. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση. Οι εφεσίβλητοι είναι τραπεζική εταιρεία και εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, η δεύτερη ενεργώντας ως διαχειρίστρια απαιτήσεων εταιρείας ειδικού σκοπού κατόπιν μεταβίβασης τιτλοποιημένων απαιτήσεων. Η ένδικη σχέση αφορά εκτέλεση για απαίτηση από σύμβαση επιχειρηματικού δανείου με ανοιχτό λογαριασμό. Εκτελεστός τίτλος ήταν διαταγή πληρωμής, βάσει της οποίας εκδόθηκε επιταγή προς πληρωμή και επιβλήθηκε κατάσχεση επί ακινήτου της εκκαλούσας στον Δήμο Πειραιά. Ακολούθησε δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού από τη δεύτερη εφεσίβλητη ως νέα διαχειρίστρια. Προ της δίκης: επιβλήθηκε κατάσχεση με έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης στις 14.7.2020 και επιδόθηκε αυθημερόν στην καθ’ ης. Η εκκαλούσα ζήτησε με την ανακοπή ακύρωση της επιταγής, της κατάσχεσης και της δήλωσης συνέχισης. Η ανακοπή κατατέθηκε στις 2.9.2021 και επιδόθηκε στη δεύτερη εφεσίβλητη στις 13.9.2021 και στην πρώτη στις 15.9.2021. Οφειλή που επιτάχθηκε: 129.273,52 ευρώ. Υποστήριξε ελαττώματα της επιταγής, του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης, καθώς και ακυρότητα της δήλωσης συνέχισης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τους δικονομικούς κανόνες για το παραδεκτό της έφεσης και τη συνέχιση της δίκης ερήμην ενός εφεσιβλήτου (άρθρα 495, 511, 513, 516, 517, 518, 520, 524, 271, 591 ΚΠολΔ και συναφή). Ως προς την κύρια διαφορά, εφάρμοσε το άρθρο 934 ΚΠολΔ, το οποίο καθιερώνει κατά στάδια προβολή λόγων ανακοπής και ενιαία προθεσμία σαράντα πέντε ημερών για λόγους που αφορούν πράξεις από την επιταγή έως τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, περιλαμβανομένων των ελαττωμάτων του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης. Οι προθεσμίες είναι δικονομικές (άρθρα 144 επ. ΚΠολΔ), ως αφετηρία λαμβάνεται η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης (άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ), και απαιτείται εντός αυτών τόσο κατάθεση όσο και επίδοση της ανακοπής. Για τη δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού ισχύει ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ, εκδικαζόμενη κατά τα 686 επ. ΚΠολΔ, και δεν προσβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Διαπιστώθηκε ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 14.7.2020 και επιδόθηκε αυθημερόν στην καθ’ ης. Η ανακοπή κατατέθηκε στις 2.9.2021 και επιδόθηκε στις 13.9.2021 και 15.9.2021. Οι προβαλλόμενοι λόγοι στρέφονταν κατά της επιταγής προς εκτέλεση, του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης. Επιπλέον, η προσβολή της από 26.7.2021 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού προβλήθηκε με το ένδικο βοήθημα του άρθρου 933 ΚΠολΔ, χωρίς ειδικούς ισχυρισμούς για πλημμέλειες της ίδιας της δήλωσης ή των επακολουθησασών πράξεων, ενώ η εκτέλεση επισπεύδεται νομίμως από τη διαχειρίστρια απαιτήσεων ως μη δικαιούχο διάδικο. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι είχε παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, οπότε οι λόγοι κατά της επιταγής, του τίτλου και της απαίτησης ήταν απαράδεκτοι, όπως και οι πρόσθετοι λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους. Η προσβολή της δήλωσης συνέχισης ήταν επίσης απαράδεκτη, διότι ανήκει στην ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Κατ’ ακολουθίαν, οι κρίσιμες αιτιάσεις της εφέσεως απορρίφθηκαν και η πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ορθή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Παραδοχή εφέσεως τυπικά: Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 495, 511, 513 § 1 στοιχ. β΄, 516 § 1, 517 εδ. α΄, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεν προέκυψε επίδοση της εκκαλουμένης ούτε παρέλευση διετίας, και για το παραδεκτό κατατέθηκε το παράβολο (άρθρο 495 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Η δίκη προχώρησε ερήμην της πρώτης εφεσιβλήτου κατά τα άρθρα 524 παρ. 4, 271 και 591 ΚΠολΔ. Στάδιο 2 — Απόρριψη κατ’ ουσίαν: Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν μετά την πάροδο της προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την επιβολή και επίδοση της κατάσχεσης (14.7.2020), κατά παράβαση του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, και απορρίπτονται ως απαράδεκτα· η προσβολή της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού (26.7.2021) ασκήθηκε απαραδέκτως με το άρθρο 933 αντί της ειδικής ανακοπής του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, η πρωτόδικη κρίση επικυρώθηκε και η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης εφεσιβλήτου επιβλήθηκαν στην εκκαλούσα λόγω ήττας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση τυπικά. Απορρίπτει αυτήν κατ’ουσίαν. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου. Επιβάλλει στην εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

ΕφΠειρ 308/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 97.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δευτεροβάθμια κρίση επί δύο εφέσεων κατά της υπ’ αριθμ. 772/2024 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που είχε δεχθεί εν μέρει ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης: απέρριψε ως απαράδεκτους/εκπρόθεσμους ορισμένους λόγους (δήλωση συνέχισης, επιταγές, κατάσχεση) και, κατ’ αποδοχή ενός λόγου, ακύρωσε την έκθεση πλειστηριασμού, την περίληψη κατακυρωτικής και την επακολουθήσασα επιταγή προς εκτέλεση. Άσκησαν έφεση οι καθ’ ων η ανακοπή (εκκαλούσες-εφεσίβλητες, δύο εταιρείες) και η ανακόπτουσα (εφεσίβλητη-εκκαλούσα). Η διαφορά εντάσσεται σε αναγκαστική εκτέλεση για τραπεζική απαίτηση: δυνάμει διαταγών πληρωμής επισπεύσθηκε κατάσχεση επί ακινήτου της ανακόπτουσας. Η απαίτηση είχε τιτλοποιηθεί και ανατεθεί διαχείριση σε εταιρεία διαχείρισης, η οποία επισπεύδει την εκτέλεση. Συντάχθηκε έκθεση κατάσχεσης στις 29-6-2020 για 50.000 ευρώ, τιμή πρώτης προσφοράς 57.000 ευρώ. Πλειστηριασμός ορίστηκε αρχικά 10-2-2021, ανεστάλη, νέος 29-7-2022 ματαιώθηκε ελλείψει πλειοδοτών. Ακολούθησε δήλωση συνέχισης 16-11-2022, ανάρτηση 22-11-2022, και πλειστηριασμός 22-12-2022 με κατακύρωση στη δεύτερη των καθ’ ων. Εκδόθηκε περίληψη κατακυρωτικής στις 9-2-2023 και επιταγή στις 9-3-2023. Η ανακόπτουσα προέβαλε: εσφαλμένο χρονικό προσδιορισμό νέου πλειστηριασμού (973 αντί 966 ΚΠολΔ), εκπρόθεσμη ανάρτηση δήλωσης συνέχισης, αοριστία/ανεκκαθάριστη απαίτηση λόγω μη σαφούς περιορισμού στην κατάσχεση, έλλειψη υποβολής καταλόγου υποψηφίων πλειοδοτών και βλάβη ως προς το δικαίωμα αποτροπής κατά το 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι καθ’ ων προέβαλαν τον ορθό υπολογισμό προθεσμιών και την απαραδεκτότητα λόγων που ανάγονται σε προγενέστερες πράξεις.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Ο κανόνας: Το έννομο συμφέρον για έφεση του νικήσαντος διαδίκου απαιτεί βλάβη από αιτιολογία με προσόντα διατακτικού (άρθρα 516 παρ. 2, 68, 532 ΚΠολΔ). Στην ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης, το αντικείμενο οριοθετείται από τους λόγους και το διαπλαστικό αίτημα ακύρωσης της βλαπτικής πράξης. Η σταδιακή προσβολή επιβάλλει προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ: λόγοι έως τη δημοσίευση αποσπάσματος κατασχετήριας εντός 45 ημερών από κατάσχεση (παρ. 1 α), ενώ κατά της τελευταίας πράξης (πλειστηριασμός/κατακύρωση) ισχύουν οι ειδικές προθεσμίες (παρ. 1 β, παρ. 2). Η δήλωση συνέχισης μετά ματαίωση λόγω έλλειψης πλειοδοτών διέπεται ειδικά από το άρθρο 966 παρ. 1 ΚΠολΔ (ορισμός νέας ημέρας εντός 40 ημερών από ανάρτηση), όχι από το άρθρο 973 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η ανάρτηση της γνωστοποίησης πρέπει να γίνει εντός 5 ημερών (973 παρ. 1), με εφαρμογή των κανόνων υπολογισμού προθεσμιών του άρθρου 144 ΚΠολΔ και του άρθρου 1 παρ. 12 ν. 1157/1981. Για το άρθρο 959 παρ. 6 ΚΠολΔ, η τήρηση των διατυπώσεων προδικασίας ελέγχεται, ενώ η δυνατότητα αποτροπής του άρθρου 1002 παρ. 2 δεν εξαρτάται από ενημέρωση για πλειοδότες. Τα ευρήματα: Η έφεση της ανακόπτουσας δεν τεκμηρίωσε βλάβη από αιτιολογία με δεδικασμένο. Η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος ανήρτησε δήλωση συνέχισης στις 22-11-2022 και όρισε πλειστηριασμό στις 22-12-2022. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε και κατακυρώθηκε στη δεύτερη των καθ’ ων. Η ανάρτηση έλαβε χώρα εντός της νόμιμης προθεσμίας, λαμβανομένης υπόψη της μετακύλισης λήξης. Λόγοι κατά της κατάσχεσης είχαν ήδη απορριφθεί ως εκπρόθεσμοι και το κεφάλαιο κατέστη τελεσίδικο. Δεν αποδείχθηκε παράβαση του άρθρου 959 παρ. 6 ούτε συγκεκριμένη βλάβη ικανή να στερήσει την αποτροπή του άρθρου 1002 παρ. 2. Εφαρμογή: Το Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό και απέρριψε την έφεση της νικήσασας ανακόπτουσας λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Έκανε δεκτό τον λόγο των εκκαλουσών περί ορθής εφαρμογής του άρθρου 966 παρ. 1, κρίνοντας ότι ο χρονικός προσδιορισμός 22-12-2022 ήταν σύννομος, εξαφάνισε την πρωτόδικη κατά το σχετικό μέρος και, κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε τον λόγο ανακοπής ως νομικά αβάσιμο. Απέρριψε ως απαράδεκτο τον λόγο που πλήττει την κατάσχεση λόγω προϊστάμενης τελεσιδικίας και ως αβάσιμους τους λοιπούς (ανάρτηση 5ημέρου, 959 παρ. 6/1002). Τα έξοδα συμψηφίστηκαν λόγω δυσχέρειας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (εφέσεις): Η έφεση της εφεσίβλητης-εκκαλούσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος (άρθρα 516 παρ. 2, 532, 68 ΚΠολΔ), διότι ούτε η αιτιολογία ούτε το διατακτικό της εκκαλουμένης δημιουργούν δεδικασμένο σε βάρος της σε άλλη δίκη και δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένη βλάβη από δυσμενείς αιτιολογίες. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η έφεση των εκκαλουσών-εφεσιβλήτων έγινε δεκτή: ο επίδικος πλειστηριασμός, μετά ματαίωση λόγω έλλειψης πλειοδοτών, ορίστηκε νομίμως την 22-12-2022 εντός 40 ημερών από την ανάρτηση της δήλωσης συνέχισης την 22-11-2022 κατ’ άρθρο 966 παρ. 1 ΚΠολΔ (όχι κατ’ άρθρο 973 παρ. 1). Εξαφανίστηκε η 772/2024 ως προς την αποδοχή του σχετικού λόγου, και διατάχθηκε επιστροφή του e-παραβόλου 100,00 ευρώ (άρθρο 495 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 (εκούσια διακράτηση – ανακοπή): Επί της ουσίας, ο λόγος ανακοπής περί εσφαλμένου χρονικού προσδιορισμού απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμος, αφού εφαρμόζεται το άρθρο 966 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος περί εκπρόθεσμης ανάρτησης της δήλωσης συνέχισης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, διότι η πενθήμερη προθεσμία του άρθρου 973 παρ. 1 ΚΠολΔ υπολογίζεται με μετακύλιση λήξης κατά το άρθρο 144 ΚΠολΔ και το άρθρο 1 παρ. 12 ν. 1157/12.5.1981. Ο λόγος που αφορά αοριστία/ανεκκαθάριστη απαίτηση από τον περιορισμό κατάσχεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, αφού ανάγεται σε προγενέστερη πράξη και καλύπτεται από την προθεσμία/τελεσιδικία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ. Ο πρόσθετος λόγος περί μη υποβολής καταλόγου υποψηφίων πλειοδοτών (άρθρο 959 παρ. 6 ΚΠολΔ) και στερήσεως δυνατότητας αποτροπής (άρθρο 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ) απορρίφθηκε ως αβάσιμος, μη αποδεικνυόμενης παράβασης ή βλάβης. Η ανακοπή απορρίφθηκε στο σύνολό της και τα έξοδα συμψηφίστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.09.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……./2024 και με αριθμό κατάθεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά ………../2024 έφεση, ως απαράδεκτη. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολού της ως άνω έφεσης, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας στο δημόσιο ταμείο. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 19.06.2024 ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτοδικείου ………./19.06.2024 και ενώπιον του Εφετείου Πειραιά με ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετείου ………/19.06.2024 έφεση ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αρ. 772/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση. ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 23.3.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2023 ανακοπής. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στις εκκαλούσες του παράβολού της έφεσης. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΕφΠειρ 126/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 97.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον Μονομελούς Εφετείου κατά της 3469/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει ως εκπρόθεσμη την ανακοπή της εκκαλούσας. Η έφεση σωρεύει αίτηση αναστολής εκτέλεσης. Οι δεύτερη και τρίτη εφεσίβλητες δεν παρέστησαν. - Διάδικοι: εκκαλούσα-αιτούσα (γυναίκα) κατά τριών εφεσιβλήτων-καθ’ων η αίτηση: (α) εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια απαιτήσεων SPV) δυνάμει ν. 4354/2015, (β) αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού (SPV) – ειδική διάδοχος της τρίτης, και (γ) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (πρώην δανείστρια). Για τη δεύτερη και τρίτη δεν υπήρξε παράσταση στη δικάσιμο. - Νομική σχέση: δανειακή σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου 100.000 ευρώ (10.04.2009) μεταξύ τραπεζικού ιδρύματος και ομόρρυθμης εταιρείας, με την εκκαλούσα ως εγγυήτρια. Η απαίτηση βεβαιώθηκε με διαταγή πληρωμής του 2013 (115.661,71 ευρώ πλέον τόκων/εξόδων). Το 2019 η απαίτηση μεταβιβάστηκε στην SPV κατά ν. 3156/2003 και τελεί υπό διαχείριση από την πρώτη εφεσίβλητη. - Προεκτελεστική/εκτελεστική πορεία: επίδοση πρώτου εκτελεστού απογράφου με επιταγή της 20.3.2024 στην εκκαλούσα στις 22.3.2024. Στις 26.4.2024 επιβλήθηκε κατάσχεση στο διαμέρισμα της εκκαλούσας στο Κερατσίνι (οριζόντια ιδιοκτησία Γ1, 80,79 τ.μ., ΚΑΕΚ αναφερόμενο), με ηλεκτρονικό πλειστηριασμό προγραμματισμένο για 5.12.2024. Αντίγραφο της κατασχετήριας επιδόθηκε στις 29.4.2024. Η εκκαλούσα άσκησε ανακοπή στις 13.6.2024 και πρόσθετους λόγους στις 24.9.2024. - Προβαλλόμενοι λόγοι: έλλειψη νομιμοποίησης/πληρεξουσιότητας της διαχειρίστριας (άρθρα 925, 927), αναντιστοιχία εντολής-αντικειμένου (αναφορά «πλοίου»), ακυρότητες κοινοποιήσεων/προθεσμιών (995, 955), καταχρηστικότητα (281 ΑΚ) λόγω εκκρεμούς διαδικασίας ν. 4738/2020 και προηγούμενων πλειστηριασμών/κατατάξεων, μη μείωση απαίτησης κατά καταταγέν ποσό 1.576,45 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ για λόγους ανακοπής κατά πράξεων έως τη δημοσίευση αποσπάσματος κατασχετήριας εκθέσεως είναι 45 ημέρες και κρίνεται από τον προβαλλόμενο λόγο. Η εκπρόθεσμη μη προσβολή συνεπάγεται έκπτωση (άρθρο 161 ΚΠολΔ). Η γνώση της πράξης πρέπει να συνάγεται ασφαλώς, με σεβασμό στο άρθρο 6 παρ. 1 της σύμβασης της Ρώμης και στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος. Το Εφετείο, κατόπιν παραδοχής λόγου έφεσης, κρατεί και δικάζει την υπόθεση (άρθρα 535 παρ. 1, 536 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 935 ΚΠολΔ ισχύει σύστημα συγκέντρωσης: λόγοι ήδη γεννημένοι που μπορούσαν να προταθούν σε προγενέστερη ανακοπή είναι απαράδεκτοι σε μεταγενέστερη δίκη για κύρος της ίδιας ή άλλης πράξης. Η εντολή εκτέλεσης (άρθρο 927 ΚΠολΔ) είναι προπαρασκευαστική, έγγραφη, δεν προσβάλλεται αυτοτελώς· ελαττώματά της τροφοδοτούν λόγους κατά των επόμενων πράξεων. Για την κατάσχεση ακινήτου, η επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας γίνεται μόλις περατωθεί ή, αν δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτισή του, την επομένη (άρθρο 995 ΚΠολΔ). Η κατάθεση εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού γίνεται εντός 20 ημερών (άρθρο 995 παρ. 4) και οι δημοσιεύσεις του άρθρου 955 εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Ζητήματα κατανομής εξόδων προσβάλλονται με ανακοπή άρθρου 979 ΚΠολΔ. Πραγματικά: Η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 26.4.2024. Αντίγραφο της κατασχετήριας επιδόθηκε στις 29.4.2024. Η ανακοπή κατατέθηκε στις 13.6.2024. Είχε προηγηθεί ανακοπή της εκκαλούσας στις 12.4.2024 κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής. Η εντολή εκτέλεσης αναφέρεται σε κατάσχεση ακινήτου της εκκαλούσας, με μεμονωμένη φράση περί «πλοίου» από προφανή παραδρομή. Η κατάθεση των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού έγινε στις 10.5.2024 και το απόσπασμα δημοσιεύθηκε στις 8.5.2024. Η τρίτη εφεσίβλητη τράπεζα δεν νομιμοποιείται παθητικά λόγω προγενέστερης μεταβίβασης της απαίτησης. Εφαρμογή: Η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α εκκίνησε από 30.4.2024, καθιστώντας την ανακοπή εμπρόθεσμη· το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο. Επί της ουσίας, οι ισχυρισμοί περί νομιμοποίησης/πληρεξουσιότητας, καταχρηστικότητας και συναφών πλημμελειών ήταν ήδη γεννημένοι και, ως προταθέντες/δυνάμενοι να προταθούν στην προγενέστερη ανακοπή, αποκρούονται ως απαράδεκτοι (άρθρο 935). Ο ισχυρισμός περί «πλοίου» δεν θεμελιώνει ακυρότητα, αφού η εντολή σαφώς αφορά ακίνητο και δεν προκλήθηκε δικονομική βλάβη· ζητήματα εξόδων άγονται με άρθρο 979. Οι αιτιάσεις περί 995 και 955 απορρίπτονται: η επίδοση στις 29.4.2024 ήταν έγκυρη/εμπρόθεσμη, ορθώς διενεργήθηκε σε σύνοικο και οι λοιπές προθεσμίες τηρήθηκαν.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (παραδοχή έφεσης): Η έφεση έγινε δεκτή διότι η προθεσμία των 45 ημερών του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ για προσβολή της έκθεσης κατάσχεσης άρχισε από την επομένη της επίδοσης του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης (29.4.2024), σύμφωνα με το άρθρο 995 ΚΠολΔ, αφού δεν ήταν δυνατή η άμεση κατάρτισή του, μολονότι η εκκαλούσα ήταν παρούσα. Επομένως, η ανακοπή της 13.6.2024 ήταν εμπρόθεσμη και η 3469/2024 απόφαση που την απέρριψε ως εκπρόθεσμη εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στάδιο 2 (επανεκδίκαση ανακοπής): Κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή. Οι λόγοι περί έλλειψης νομιμοποίησης/πληρεξουσιότητας της επισπεύδουσας, καταχρηστικότητας και συναφών πλημμελειών ήταν ήδη γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν στην προγενέστερη ανακοπή, άρα είναι απαράδεκτοι κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός περί αναντιστοιχίας εντολής («πλοίο») απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμος, καθόσον πρόκειται για προφανή παραδρομή χωρίς δικονομική βλάβη· ζητήματα εξόδων υπάγονται στο άρθρο 979 ΚΠολΔ. Οι αιτιάσεις για ακυρότητες των κοινοποιήσεων/προθεσμιών του άρθρου 995 και των δημοσιεύσεων του άρθρου 955 απορρίφθηκαν ως αβάσιμες, διότι η επίδοση της 29.4.2024 ήταν έγκυρη/εμπρόθεσμη (κατά τα άρθρα 995 και 122 επ., με εφαρμογή του άρθρου 144 παρ. 3 ΚΠολΔ), η κατάθεση εγγράφων έγινε στις 10.5.2024 εντός εικοσαημέρου και η δημοσίευση στις 8.5.2024 εντός προθεσμίας. Ως εκ τούτου, η ανακοπή απορρίφθηκε στο σύνολό της. Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα επιβλήθηκαν σε βάρος της εκκαλούσας, οριζόμενα σε 600 ευρώ (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής. Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 3469/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 13.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024) ανακοπής μετά των από 24/9/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024) προσθέτων λόγων αυτής. Απορρίπτει την ανακοπή. Επιβάλλει στην εκκαλούσα-ανακόπτουσα τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης-καθ’ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΕφΠειρ 407/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, ο εκκαλών-ανακόπτων προσέβαλε την 1506/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που είχε απορρίψει την από 18.7.2022 ανακοπή του κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Εφεσίβλητες ήταν εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (υπό την ιδιότητα διαχειρίστριας απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού) και δύο φυσικά πρόσωπα. Αυτοτελώς προσθέτως παρενέβη έτερη εταιρεία διαχείρισης, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων εταιρείας που κατέστη ειδική διάδοχος της αρχικής εταιρείας ειδικού σκοπού, υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης. Η ουσιαστική σχέση αφορά απαίτηση τραπεζικού ιδρύματος από δανειακή σύμβαση, η οποία μεταβιβάσθηκε την 30.4.2020 σε εταιρεία ειδικού σκοπού, με ανάθεση διαχείρισης σε εταιρεία διαχείρισης την 18.6.2021. Την 15.2.2024 η απαίτηση μεταβιβάσθηκε σε νέα εταιρεία ειδικού σκοπού και την 13.2.2024 η διαχείριση ανατέθηκε στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα. Προ της δίκης, εκδόθηκε και επιδόθηκε στον εκκαλούντα επιταγή προς εκτέλεση την 16.9.2021 από την πρώτη εφεσίβλητη, ακολούθησαν ματαιώσεις/συνέχιση της διαδικασίας και διενεργήθηκε πλειστηριασμός την 11.5.2022. Ο εκκαλών προσέβαλε: (α) την ενεργητική νομιμοποίηση της επισπεύδουσας και την ισχύ της επιταγής, (β) την ύπαρξη/νομική ικανότητα της εταιρείας ειδικού σκοπού, (γ) τη μη επανάληψη δημοσίευσης αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης, και (δ) την έλλειψη δήλωσης μηχανικού του άρθρου 83 ν. 4495/2017 στην περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 80, 81, 83, 524 και 591 ΚΠολΔ, τρίτος με έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση και ενώπιον του εφετείου· όταν η παρέμβαση είναι αυτοτελής (άρθρο 83), η ισχύς της απόφασης εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις παρεμβαίνοντος–αντιδίκου και δημιουργείται αναγκαία ομοδικία, με συνέπεια ο απόν ομόδικος να αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο (άρθρο 76 παρ. 1). Κατά τα άρθρα 933 και 934 ΚΠολΔ, οι λόγοι ανακοπής που βάλλουν κατά πράξεων από τη σύνταξη της επιταγής έως και τη δημοσίευση αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και κατά της απαίτησης ή του εκτελεστού τίτλου, προβάλλονται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α, η οποία κρίνεται από το περιεχόμενο του λόγου και όχι από το αίτημα. Με το άρθρο 973 ΚΠολΔ, οι πλημμέλειες της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού προσβάλλονται μόνο με την ειδική ανακοπή της παρ. 6, εντός 30 ημερών από την ανάρτηση, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το άρθρο 83 ν. 4495/2017 αφορά δικαιοπραξίες εκούσιας εκποίησης και δεν εφαρμόζεται στην αναγκαστική εκτέλεση. Επιπλέον, οι ΕΔΑΔΠ νομιμοποιούνται κατ’ εξαίρεση (ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015) να ενεργούν δικαστικά για τις υπό διαχείριση απαιτήσεις, ανεξαρτήτως του πλαισίου μεταβίβασης. Αποδείχθηκε ότι η απαίτηση του αρχικού τραπεζικού ιδρύματος μεταβιβάστηκε την 30.4.2020 σε εταιρεία ειδικού σκοπού, με ανάθεση διαχείρισης την 18.6.2021· ακολούθησε ειδική διαδοχή την 15.2.2024 και νέα ανάθεση διαχείρισης την 13.2.2024. Η επιταγή της 16.9.2021 και η επίσπευση της εκτέλεσης έγιναν από την πρώτη εφεσίβλητη, χωρίς υποκατάστασή της μέχρι τον πλειστηριασμό της 11.5.2022. Τα σχετικά έγγραφα καταχωρίστηκαν στο Ενεχυροφυλακείο και τέθηκαν υπόψη της υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της διαχειρίστριας εταιρείας ασκήθηκε και επιδόθηκε νόμιμα και δημιουργεί αναγκαία ομοδικία. Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ανακοπής, μολονότι στρέφονται κατ’ ονόματι κατά του πλειστηριασμού/περίληψης, πλήττουν την επιταγή προς εκτέλεση και την ενεργητική νομιμοποίηση του επισπεύδοντος και έπρεπε να προβληθούν εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α· προβλήθηκαν μετά τον πλειστηριασμό και είναι απαράδεκτοι, ενώ σε κάθε περίπτωση τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύουν τη νομιμοποίηση της επισπεύδουσας. Ο τρίτος λόγος, περί μη τήρησης προδικασίας επαναληπτικού πλειστηριασμού, έπρεπε να προβληθεί μόνο με την ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 και είναι απαράδεκτος με το άρθρο 933. Ο τέταρτος λόγος, περί έλλειψης δήλωσης μηχανικού, είναι νομικά αβάσιμος διότι το άρθρο 83 ν. 4495/2017 δεν εφαρμόζεται σε αναγκαστική εκτέλεση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (παραδοχή έφεσης): Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ανακοπής, που αμφισβητούσαν την ενεργητική νομιμοποίηση της επισπεύδουσας και ελαττώματα της επιταγής προς εκτέλεση, υπάγονταν στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ και προβλήθηκαν εκπρόθεσμα, μολονότι διατυπώθηκε αίτημα ακύρωσης του πλειστηριασμού. Η εκκαλουμένη τους απέρριψε ως ουσία αβάσιμους αντί να τους απορρίψει ως απαράδεκτους, οπότε πρέπει να εξαφανιστεί κατά τούτο. Περαιτέρω, ο λόγος περί προδικασίας επαναληπτικού πλειστηριασμού υπαγόταν αποκλειστικά στην ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ και είναι απαράδεκτος με το άρθρο 933 ΚΠολΔ, ενώ ο λόγος περί έλλειψης δήλωσης μηχανικού είναι νομικά αβάσιμος, διότι το άρθρο 83 ν. 4495/2017 αφορά εκούσιες εκποιήσεις. Τα έγγραφα που προσκομίστηκαν αποδεικνύουν την ενεργητική νομιμοποίηση της διαχειρίστριας εταιρείας κατά τα άρθρα ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015. Στάδιο 2 (επανεκδίκαση): Κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο απορρίπτει τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής ως απαράδεκτους λόγω εκπρόθεσμης προβολής (άρθρο 934 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ), τον τρίτο ως απαράδεκτο διότι έπρεπε να προβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ, και τον τέταρτο ως νομικά αβάσιμο (άρθρο 83 ν. 4495/2017). Διατάσσεται η επιστροφή του ηλεκτρονικού παραβόλου στον εκκαλούντα και ορίζεται παράβολο ανακοπής ερημοδικίας για την πρώτη εφεσίβλητη στο ποσό των 300 ευρώ, ενώ επιβάλλονται δικαστικά έξοδα 600 ευρώ υπέρ της δεύτερης και τρίτης εφεσίβλητης (για δύο βαθμούς) και 500 ευρώ υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης (για τον πρώτο βαθμό).
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 15.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………../2025) έφεση κατά της με αριθμό 1506/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι έκρινε κατ’ ουσίαν απορριπτέο στην έφεση. ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν τους πρώτο και δεύτερο λόγο έφεσης που αφορούν τον πρώτο και δεύτερο λόγο της από 18.7.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2022) ανακοπής ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον εκκαλούντα του κατατεθέντος από αυτόν για την άσκηση του ένδικου μέσου  ηλεκτρονικό παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 1506/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς μόνο ως προς τον πρώτο και δεύτερο λόγο της ως άνω ανακοπής. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει τους παραπάνω λόγους ανακοπής. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτούς ως απαράδεκτους. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος την δικαστική δαπάνη της ΄δεύτερης και τρίτης των εφεσίβ...

ΕφΠειρ 101/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Πρωτοβάθμια κρίση: το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (737/2023) απέρριψε ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο ανακόπτων άσκησε έφεση κατά της απόφασης, ζητώντας κατ’ ουσίαν την αποδοχή της ανακοπής. Σωρεύτηκε και αίτημα αναστολής εκτέλεσης, για το οποίο είχε εκδοθεί προσωρινή διαταγή αναστολής μέχρι την απόφαση επί της έφεσης. Σχέση και εκτέλεση: Η εφεσίβλητη εταιρεία, βάσει της αμετάκλητης 498/2021 απόφασης ΜΠρ Πειραιά, επισπεύσθηκε εκτέλεση με επιταγή προς πληρωμή κάτω από πρώτο εκτελεστό απόγραφο (07-06-2022) για απαίτηση 43.386,45 €. Επιβλήθηκε κατάσχεση (07-07-2022) σε οριζόντια ιδιοκτησία του εκκαλούντος (διαμέρισμα στην οδό ……, Κορυδαλλός) για ποσό 10.000 €. Ο εκκαλών προέβαλε: σφάλμα στη διεύθυνση (αναγραφή αριθμού «3» αντί «30»), ακυρότητα λόγω μη αναγραφής ημερομηνίας και μητρώου της εκτιμήτριας εταιρείας, αοριστία αποσπάσματος λόγω μερικής κατάσχεσης, εκπρόθεσμο ορισμό πλειστηριασμού (22.2.2023) λόγω συνυπολογισμού Αυγούστου, έλλειψη επίδοσης στη μισθώτρια και καταχρηστική επίσπευση εκτέλεσης κατά 281 ΑΚ. Προγενέστερα, ο εκκαλών είχε ζητήσει διόρθωση κατ’ άρθρο 954 ΚΠολΔ μόνο ως προς αξία και τιμή πρώτης προσφοράς, που ορίσθηκε σε 125.000 € (324/2023 ΜΠρ Πειρ.). Χρονολογία: περάτωση κατάσχεσης 7-7-2022, αρχικός πλειστηριασμός 22-2-2023. Στο απόσπασμα αναφερόταν ότι τα 10.000 € προέρχονται από το επιδικασθέν κεφάλαιο και υπήρχε ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο. Η μισθώτρια κατονομάζεται ως «ΟΔΕΥΣΗ ΑΕ».
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τους κανόνες για το περιεχόμενο και τις πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης (άρθρα 954 παρ. 2, 992 παρ. 2, 993 παρ. 2 ΚΠολΔ) και για το ειδικό ένδικο βοήθημα διόρθωσης (άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ) έναντι της ακύρωσης κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει ιδιαιτέρως σοβαρές ελλείψεις και συγκεκριμένη βλάβη κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ. Εφάρμοσε επίσης τους κανόνες περί μερικής κατάσχεσης απαίτησης (άρθρα 904, 915, 916, 924 ΚΠολΔ) και την ανάγκη ειδικής αναφοράς κονδυλίων και ρητής επιφύλαξης του υπολοίπου. Για την προθεσμία πλειστηριασμού εφάρμοσε τα άρθρα 954 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 76 Ν. 4842/2021, όπου ο Αύγουστος δεν προσμετράται μόνο αν συμπληρώνεται τότε η ελάχιστη προθεσμία. Για την επίδοση σε τρίτο κύριο ή νομέα επικαλέστηκε τα άρθρα 995 παρ. 3 ΚΠολΔ και 1294, 1033 ΑΚ, αποκλείοντας τη μισθώτρια από την έννοια του «τρίτου κυρίου». Τέλος, εξέτασε την καταχρηστική άσκηση εκτέλεσης κατ’ άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 116, 933 ΚΠολΔ και 25 § 3 Συντ., και την απαραδέκτη συμπλήρωση λόγων κατ’ άρθρο 585 ΚΠολΔ. Διαπίστωσε ότι η εσφαλμένη αρίθμηση οδού («3» αντί «30») συντρέχει με ορθά λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία (όροφος, εμβαδόν, ποσοστό συνιδιοκτησίας, ΚΑΕΚ), χωρίς δημιουργία αμφιβολίας ταυτότητας. Ο εκκαλών είχε ήδη επιτύχει διόρθωση μόνο ως προς την αξία (125.000 €). Η καταχώριση μερικής κατάσχεσης 10.000 € συνοδευόταν από ειδική αναφορά ότι πρόκειται για μέρος του κεφαλαίου και ρητή επιφύλαξη του υπολοίπου. Η περάτωση κατάσχεσης (7-7-2022) και ο αρχικός πλειστηριασμός (22-2-2023) εμπίπτουν στην ελάχιστη προθεσμία, χωρίς εφαρμογή της εξαίρεσης του Αυγούστου. Δεν απαιτείται επίδοση στη μισθώτρια. Οι επικλήσεις καταχρήσεως δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένα περιστατικά, ούτε από δεσμευτική πρόταση διακανονισμού. Εφάρμοσε τα ανωτέρω και έκρινε ότι οι λόγοι ακυρότητας είναι μη νόμιμοι ή κατ’ ουσίαν αβάσιμοι: η περιγραφική πλημμέλεια είναι ιάσιμη με διόρθωση και χωρίς αποδεικνυόμενη βλάβη, η έλλειψη στοιχείων εκτιμητή δεν συνεπάγεται ακυρότητα, η μερική κατάσχεση ήταν επαρκώς εξειδικευμένη με επιφύλαξη, ο πλειστηριασμός ορίστηκε εμπρόθεσμα, δεν υφίσταται υποχρέωση επίδοσης στη μισθώτρια και δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση. Κατά συνέπεια, η έφεση απορρίπτεται κατ’ ουσίαν και επιβάλλονται έξοδα στον εκκαλούντα, ενώ το παράβολο εισάγεται στο Δημόσιο Ταμείο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Όλοι οι λόγοι που επαναφέρθηκαν με την έφεση κρίθηκαν μη νόμιμοι ή κατ’ ουσίαν αβάσιμοι: η εσφαλμένη αρίθμηση της οδού δεν δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου και θεραπεύεται με διόρθωση κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων του εκτιμητή δεν επιφέρει ακυρότητα της κατασχετήριας έκθεσης, η μερική κατάσχεση 10.000 € από το επιδικασθέν κεφάλαιο έφερε ειδική αναφορά και ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο, ο αρχικός πλειστηριασμός (22.2.2023) ορίστηκε εντός της ελάχιστης προθεσμίας με προσμέτρηση του Αυγούστου μόνο όταν αυτή συμπληρώνεται τότε, δεν απαιτείται επίδοση στη μισθώτρια ως «τρίτο κύριο», και οι επικλήσεις καταχρήσεως κατ’ άρθρο 281 ΑΚ δεν στηρίχθηκαν σε συγκεκριμένα περιστατικά, ενώ η συμπλήρωση του λόγου με την έφεση είναι απαράδεκτη (άρθρο 585 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού επιβάλλονται σε βάρος του εκκαλούντος, όπως ορίζεται στο διατακτικό, και διατάσσεται η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την σωρευόμενη στο δικόγραφο αίτηση αναστολής. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) €. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΕφΠειρ 497/2023

Αναγκαστική Εκτέλεση2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό, ο εφεσίβλητος, ως ανακόπτων, προσέβαλε τις πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης ζητώντας την ακύρωση πλειστηριασμού ακινήτου, της έκθεσης πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά έκανε δεκτή την ανακοπή λόγω ερημοδικίας της καθ’ ης. Κατά της απόφασης άσκησε έφεση η εκκαλούσα (καθ’ ης η ανακοπή). Παρενέβη προσθέτως υπέρ της εκκαλούσας διαχειρίστρια απαιτήσεων από τιτλοποίηση, ενεργώντας ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος. Ο εφεσίβλητος δεν παρέστη στο Εφετείο. Το ουσιαστικό πλαίσιο είναι αναγκαστική εκτέλεση για χρηματική απαίτηση τραπεζικού δανείου. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στον Πειραιά στις 11.7.2012 από συμβολαιογράφο Αθηνών. Ο ανακόπτων προέβαλε: (α) μη δημοσίευση αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης σε ημερήσια εφημερίδα του δήμου, (β) έλλειψη επίδοσης της κατασχετήριας έκθεσης στη σύζυγο του οφειλέτη ως τρίτο, (γ) μη καταχώρηση της περίληψης της έκθεσης κατάσχεσης στο ειδικό βιβλίο του Ειρηνοδικείου Πειραιά, και (δ) καταχρηστικότητα της εκτέλεσης λόγω ύψους οφειλής κάτω των 200.000 ευρώ, ηλικίας 65 ετών, δεινής οικονομικής κατάστασης και διαβίωσης με ανήλικα τέκνα στο ακίνητο. Ο εφεσίβλητος ήταν «καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση». Η προσθέτως παρεμβαίνουσα ενήργησε ως διαχειρίστρια απαιτήσεων τιτλοποιημένων από αλλοδαπό SPV, ειδικό διάδοχο πιστωτικού ιδρύματος, ενώ η εκκαλούσα επικαλέστηκε ιδιότητα οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω διασυνοριακής συγχώνευσης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, η περιγραφή του ακινήτου είναι συστατικό της κατασχετήριας έκθεσης (993 παρ. 2) και το απόσπασμα αυτής δημοσιεύεται κατά 999 παρ. 1 και 4, χωρίς ακυρότητα για πλειστηριασμούς στην περιφέρεια Αθηνών-Πειραιώς λόγω της ρύθμισης του άρθρου 3 παρ. 8 Ν. 1653/1986 που αντικατέστησε την παρ. 3 του άρθρου 11 ν.δ. 4114/1960. Ο τρίτος κύριος/νομέας του 995 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το 1294 ΑΚ, περιλαμβάνει τον κύριο που παραχώρησε υποθήκη για ξένο χρέος ή ειδικό/καθολικό διάδοχό του με νόμιμο τίτλο· απλός κάτοχος δεν θεωρείται τρίτος. Η καταχώρηση της περίληψης στο ειδικό βιβλίο πλειστηριασμών (999) αποτελεί τυπική προϋπόθεση. Λόγοι ανακοπής κατά της απαίτησης ή πράξεων εκτέλεσης υπάγονται στην προθεσμία του 934 παρ. 1β ΚΠολΔ (πρώτη πράξη: κατάσχεση· τελευταία: σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης κατά 934 παρ. 2). Καταχρηστικότητα της εκτέλεσης (281 ΑΚ), ως λόγος του 933 ΚΠολΔ, προβάλλεται εμπροθέσμως έως την έναρξη της τελευταίας πράξης. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προβαλλόμενος λόγος περί μη δημοσίευσης σε εφημερίδα του δήμου, για πλειστηριασμό στον Πειραιά (11.7.2012), δεν θεμελιώνει ακυρότητα. Ο ισχυρισμός περί έλλειψης επίδοσης της κατασχετήριας στη σύζυγο του οφειλέτη δεν αφορά «τρίτο κύριο/νομέα» κατά το 995 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός περί μη καταχώρησης της περίληψης στο ειδικό βιβλίο απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, καθώς από επικυρωμένο αντίγραφο προκύπτει η καταχώρηση. Οι λόγοι καταχρηστικότητας (μικρό ύψος οφειλής, ηλικία, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, κατοίκηση) προβλήθηκαν πέραν της προθεσμίας του 934 παρ. 1β. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμους τους λόγους περί δημοσίευσης και επίδοσης στη σύζυγο και ως αβάσιμο τον λόγο περί καταχώρησης. Απέρριψε ως απαράδεκτους τους λόγους καταχρηστικότητας ως εκπρόθεσμους. Κατ’ ακολουθίαν, έκανε δεκτές κατ’ ουσίαν την έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ανακοπή, την οποία απέρριψε. Διέταξε συμψηφισμό δαπανών (179, 183 ΚΠολΔ) και όρισε παράβολο για ενδεχόμενη ανακοπή ερημοδικίας (501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η ανακοπή δεν στηρίζεται σε νόμιμους ή παραδεκτούς λόγους: (α) ο ισχυρισμός περί μη δημοσίευσης αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης σε ημερήσια εφημερίδα του δήμου, για πλειστηριασμό στην περιφέρεια Πειραιώς, δεν θεμελιώνει ακυρότητα ενόψει του άρθρου 999 ΚΠολΔ και του άρθρου 3 παρ. 8 Ν. 1653/1986, (β) δεν απαιτείται επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης στη σύζυγο του οφειλέτη, η οποία δεν είναι «τρίτος κύριος ή νομέας» κατά τα άρθρα 995 παρ. 3 ΚΠολΔ και 1294 ΑΚ, (γ) ο λόγος περί μη καταχώρησης στο ειδικό βιβλίο απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι από επικυρωμένο αντίγραφο προκύπτει η καταχώρηση (999 ΚΠολΔ), και (δ) οι προβαλλόμενοι λόγοι καταχρηστικότητας της εκτέλεσης (281 ΑΚ, 933 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτοι ως εκπρόθεσμοι, αφού δεν ασκήθηκαν έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (934 παρ. 1β, 2 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, η έφεση και η πρόσθετη παρέμβαση έγιναν δεκτές κατ’ ουσίαν και η υπ’ αριθμ. 1510/2019 απόφαση εξαφανίζεται, η δε ανακοπή απορρίπτεται. Λόγω ερημοδικίας του εφεσίβλητου ορίζεται το νόμιμο παράβολο για τυχόν ανακοπή ερημοδικίας (501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας κατ’ άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση. Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 1510/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της υπό κρίση ανακοπής. Απορρίπτει την ανακοπή. Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

ΑΠ 158/2022

Δικονομικό Δίκαιο2022Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ανώνυμη εταιρεία κατείχε ακίνητο που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση δυνάμει εκτελεστού τίτλου. Το ακίνητο εκτιμήθηκε αρχικά σε 96.000 ευρώ με τιμή πρώτης προσφοράς 64.000 ευρώ. Μετά από ανακοπή, εκδόθηκε απόφαση δικαστηρίου που όρισε την αξία του ακινήτου σε 135.000 ευρώ και την τιμή πρώτης προσφοράς σε 90.000 ευρώ. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε την 5-12-2012 και το ακίνητο κατακυρώθηκε στην τιμή των 90.100 ευρώ. Η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε. Η οφειλέτρια ισχυρίστηκε ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου ανερχόταν σε 244.836,66 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠολΔ ορίζει ότι η ανακοπή που αφορά στην εγκυρότητα πράξεων της εκτέλεσης από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και πέρα ή στην απαίτηση, πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Το άρθρο 995 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3714/2008, ορίζει ως τιμή πρώτης προσφοράς την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Η ακυρότητα λόγω ελαττώματος της τιμής πρώτης προσφοράς στην κατασχετήρια έκθεση αφορά προγενέστερη του πλειστηριασμού πράξη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ανακοπή κατατέθηκε την 28-3-2013, ενώ ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε και συντάχθηκε η έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης την 5-12-2012. Η προβαλλόμενη ακυρότητα αφορούσε ελάττωμα της επαναληπτικής κατασχετήριας έκθεσης ως προς την τιμή πρώτης προσφοράς (90.000 ευρώ έναντι αντικειμενικής αξίας 244.836,66 ευρώ). Εφαρμόζοντας το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, το δικαστήριο έκρινε ότι η ακυρότητα της κατασχετήριας έκθεσης έπρεπε να προβληθεί μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (5-12-2012). Η εκπρόθεσμη προβολή συνεπάγεται θεραπεία της ακυρότητας και αδυναμία συμπαράσυρσης των μεταγενέστερων πράξεων.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι ο λόγος ανακοπής που αφορούσε την ακυρότητα λόγω ελαττώματος της τιμής πρώτης προσφοράς στην κατασχετήρια έκθεση προβλήθηκε εκπρόθεσμα. Η ακυρότητα αυτή, που αναφερόταν σε πράξη προγενέστερη του πλειστηριασμού, έπρεπε να προβληθεί μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (5-12-2012), ενώ η ανακοπή ασκήθηκε την 28-3-2013. Η παρέλευση της προθεσμίας συνεπάγεται θεραπεία της ακυρότητας και αδυναμία επίδρασης στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίθηκε απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού η κύρια αιτιολογία περί απαραδέκτου στήριζε αυτοτελώς το διατακτικό. Ο τρίτος λόγος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος διότι στηριζόταν σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί νομίμως ως λόγος ανακοπής.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 30-9-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Κ. Ε. Ε. Λ. Κ. Ε. Σ. Μ." για αναίρεση της 166/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΑΠ 1508/2018

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2018Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.5%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Οφειλέτης είχε υποστεί αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων του στις 6-6-2003 για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων τραπέζης ύψους 191.249,75 και 280.768,94 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ως ημέρα πλειστηριασμού ορίστηκε η 5-11-2003. Εκδόθηκε η 16/2007 απόφαση Ειρηνοδικείου που διέταξε την ανατροπή της κατάσχεσης λόγω παρέλευσης έτους. Η τράπεζα προέβη σε αναγγελία στις 2-4-2007 και κατέθεσε δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού στις 4-4-2007. Συντάχθηκε Δ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης στις 12-2007 και διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 16-1-2008, με κατακύρωση των ακινήτων σε αγοραστή.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνει το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η ανακοπή είναι παραδεκτή: α) αν αφορά στην εγκυρότητα του τίτλου ή στην προδικασία της εκτέλεσης, μέσα σε 15 ημέρες από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά στην εγκυρότητα πράξεων που έγιναν μετά την πρώτη πράξη ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, και γ) αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε 90 ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η ανακοπή κατατέθηκε στις 28-3-2008 και επιδόθηκε στις 11-4-2008 και 17-4-2008, μετά τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης της 16-1-2008. Δέχθηκε ότι οι λόγοι της ανακοπής αφορούσαν στο κύρος της αναγγελίας και της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, ήτοι σε πράξεις που διενεργήθηκαν μετά την πρώτη πράξη εκτέλεσης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι η ανακοπή έπρεπε να ασκηθεί το αργότερο μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης (σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού), και όχι εντός της προθεσμίας των 90 ημερών του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή. Η ένδικη ανακοπή, με την οποία ζητείται η ακύρωση των τελευταίων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και ειδικότερα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, και όχι των προγενεστέρων πράξεων για τις οποίες ο αναιρεσείων είχε ήδη ασκήσει ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή, καθόσον ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § 1 περ. γ' ΚΠολΔ (90 ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης).
Τελική Απόφαση
Αναιρεί την 207/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάζει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΑΠ 1754/2011

Δικονομικό Δίκαιο2011Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ακίνητα του οφειλέτη κατασχέθηκαν δυνάμει έκθεσης του 2004 και εκτέθηκαν σε πλειστηριασμό στις 21-12-2005 βάσει Β’ επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης. Η τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε στο 1/2 της εκτιμηθείσας αξίας, αντί των 2/3 που προβλέπονται ως ελάχιστο ποσοστό της αξίας κατά το άρθρο 954 παρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ (μετά τις νομοθετικές τροποποιήσεις). Τα ακίνητα κατακυρώθηκαν σε υπερθεματιστή.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 §1 περ. β’ ΚΠολΔ προβλέπει ότι ακυρότητες των πράξεων κατάσχεσης και του προγράμματος πλειστηριασμού (περίληψης κατασχετήριας έκθεσης) προβάλλονται με ανακοπή μέχρι την έναρξη σύνταξης της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ενώ μετά από αυτήν προβάλλεται μόνο ακυρότητα του πλειστηριασμού για παραλείψεις του άρθρου 999 §1, §3 και §4 ΚΠολΔ, χωρίς στοιχείο βλάβης (άρθρο 159). Η τιμή πρώτης προσφοράς καθορίζεται κατά το άρθρο 954 §2 περ. γ’ ΚΠολΔ. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η τιμή πρώτης προσφοράς είχε καθοριστεί σε 1/2 της εκτιμηθείσας αξίας αντί για 2/3, και ότι η σχετική αναγραφή περιλαμβανόταν στην κατασχετήρια έκθεση και στη Β’ επαναληπτική περίληψη. Ο πλειστηριασμός και η κατακύρωση έλαβαν χώρα στις 21-12-2005. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι ο ισχυρισμός περί εσφαλμένης τιμής πρώτης προσφοράς προσβάλλει τις προγενέστερες πράξεις της εκτέλεσης (κατάσχεση/περίληψη) και έπρεπε να προβληθεί πριν από τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού-κατακυρώσεως. Μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ακυρότητα του πλειστηριασμού για ελάττωμα της περιλήψεως ως προς την τιμή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο μοναδικός ισχυρισμός αφορούσε ελάττωμα στην τιμή πρώτης προσφοράς που αναγράφηκε στην κατασχετήρια έκθεση/περίληψη (1/2 αντί 2/3 της αξίας), δηλαδή προγενέστερες πράξεις εκτέλεσης, και έπρεπε να προβληθεί μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (21-12-2005), ενώ τέθηκε μεταγενέστερα (08-03-2006), άρα απαράδεκτος. Επιπλέον, η τυχόν εσφαλμένη τιμή στην κατασχετήρια έκθεση δεν επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης αλλά διορθώνεται με ανακοπή του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ, και η επίκληση παραβίασης του άρθρου 954 §2 περ. γ’ (ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3346/2005) δεν επηρεάζει το διατακτικό. Οι λοιποί λόγοι ήταν αλυσιτελείς ή αβάσιμοι.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 06-04-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6955/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΕφΠειρ 86/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.4%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε πρώτο βαθμό ο ανακόπτων άσκησε ανακοπή κατά επιταγής προς πληρωμή (15.11.2023) και έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου (6.12.2023) που επισπεύστηκαν βάσει διαταγής πληρωμής του 2018. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας ερήμην του καθ’ ου, δέχθηκε την ανακοπή ως βάσιμη λόγω τεκμηρίου ομολογίας και ακύρωσε τις πράξεις εκτέλεσης. Ο καθ’ ου άσκησε έφεση κατά της απόφασης επιδιώκοντας απόρριψη της ανακοπής. Τα μέρη είναι ιδιώτες (εκκαλών – καθ’ ου η ανακοπή, εφεσίβλητος – ανακόπτων). Το ουσιαστικό υπόβαθρο αφορά ιδιωτική δανειακή σχέση: ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου 6.12.2010 για 172.000 ευρώ και ιδιωτικό συμφωνητικό 20.1.2014 επέκτασης/τροποποίησης, με κατανομές ποσών 129.692,31 ευρώ (ανακόπτων) και 42.307,69 ευρώ (έτερος οφειλέτης), πρόβλεψη εβδομαδιαίων/μηνιαίων δόσεων και δυνατότητα προσημείωσης. Βάσει αυτών ο καθ’ ου εξέδωσε διαταγή πληρωμής το 2018 και επέδωσε επιταγή προς πληρωμή απαιτώντας 205.288,06 ευρώ. Χρονικά: επιδόθηκε στον καθ’ ου (τώρα εκκαλούντα) το απόγραφο της διαταγής πληρωμής με επιταγή 16.11.2023, καταρτίστηκε έκθεση κατάσχεσης 6.12.2023 και επιδόθηκε στον ανακόπτοντα 11.12.2023. Η ανακοπή ασκήθηκε 22.1.2024 και επιδόθηκε με θυροκόλληση 25.1.2024 στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή, ως αντίκλητο κατά άρθρο 924 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι λόγοι ανακοπής: εικονικότητα σύμβασης δανείου, ακυρότητα λόγω μη χαρτοσήμανσης, καταχρηστικότητα άσκησης εκτέλεσης, αοριστία επιταγής λόγω εσφαλμένης μνείας τίτλου, ακυρότητα κατασχετήριας έκθεσης λόγω μη πρόσληψης δύο μαρτύρων και μη αναγραφής ΑΦΜ μάρτυρα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τους δικονομικούς κανόνες περί εφέσεως ερημοδικασθέντος διαδίκου (άρθρα 520, 527, 528 ΚΠολΔ), κατά τους οποίους η εμπρόθεσμη και παραδεκτή έφεση επιφέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης χωρίς έρευνα λόγων. Εφάρμοσε το πλαίσιο του παραβόλου (άρθρα 495 παρ. 3, 496 παρ. 2, 532 ΚΠολΔ), δεχόμενο ότι η κατάθεση πριν τη συζήτηση δεν καθιστά την έφεση απαράδεκτη. Για την επίδοση της ανακοπής έλαβε υπόψη τα άρθρα 128 παρ. 2 και 4 και 924 παρ. 2 ΚΠολΔ (θυροκόλληση στον αντίκλητο που προέκυψε από την υπογραφή της επιταγής). Ως προς την προθεσμία εξετάστηκε το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ. Για τον ουσιαστικό έλεγχο: εικονικότητα (άρθρα 138, 139, 180, 211, 214 ΑΚ), καταχρηστικότητα (άρθρο 281 ΑΚ), έννομες συνέπειες μη χαρτοσήμανσης (άρθρα 12, 13 παρ. 1α, 14, 15 παρ. 1α, 24 παρ. 5, 51 παρ. 2, 62 ΠΔ 28/28.7.1931, άρθρο 25 παρ. 2 ν. 2873/2000, άρθρα 2 και 57 παρ. 1 ν. 1642/1986, άρθρο 63 ν. 2859/2000) και την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Συντ., 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2, 10 παρ. 2 ΕΣΔΑ). Για πλημμέλειες πράξεων εκτέλεσης εφάρμοσε τα άρθρα 117 παρ. 1, 993 παρ. 1-2, 954 παρ. 2, 930 παρ. 2 και τον κανόνα βλάβης του άρθρου 159 παρ. 3 ΚΠολΔ. Διαπίστωσε ότι το παράβολο δεν κατατέθηκε με την άσκηση αλλά προσκομίστηκε ηλεκτρονικά πριν τη συζήτηση. Η επίδοση της ανακοπής έγινε νομίμως με θυροκόλληση στην κατοικία του πληρεξουσίου που υπέγραψε την επιταγή, ο οποίος κατέστη αντίκλητος. Η ανακοπή ασκήθηκε εντός 45 ημερών από την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης (11.12.2023–25.1.2024). Ως προς την εικονικότητα, από τα ιδιωτικά συμφωνητικά 2010 και 2014 και τα λοιπά έγγραφα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός περί προσχηματικού δανείου· δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά περί καταβολών για λογαριασμό του καθ’ ου ούτε καταθετήρια. Η αιτίαση περί μη χαρτοσήμανσης δεν συνοδεύτηκε από επίκληση δικονομικής βλάβης. Η εσφαλμένη μνεία τίτλου στην επιταγή δεν δημιούργησε αμφιβολία, αφού η διαταγή πληρωμής συγκοινοποιήθηκε. Η έλλειψη ΑΦΜ μάρτυρα και η πρόσληψη ενός μάρτυρα δεν επηρέασαν την άμυνα του ανακόπτοντος, ο οποίος άσκησε εμπρόθεσμα ανακοπή. Εφάρμοσε τους ανωτέρω κανόνες στα διαπιστωθέντα: έκανε δεκτή την έφεση ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή. Έκρινε ότι οι ουσιαστικοί λόγοι (εικονικότητα, καταχρηστικότητα) δεν αποδείχθηκαν και οι δικονομικοί λόγοι δεν θεμελίωσαν ακυρότητα ελλείψει βλάβης. Διέταξε την επιστροφή του παραβόλου και επιδίκασε δικαστική δαπάνη υπέρ του εκκαλούντος.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (έφεση): Η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά και εμπροθέσμως εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η μη κατάθεση παραβόλου κατά την άσκηση δεν επιφέρει απαράδεκτο, εφόσον αυτό κατατέθηκε πριν τη συζήτηση (άρθρα 495 παρ. 3, 496 παρ. 2, 532 ΚΠολΔ). Ως έφεση εναγομένου που δικάστηκε ερήμην, επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης χωρίς έρευνα των λόγων (άρθρα 520, 527, 528 ΚΠολΔ), με διαταγή επιστροφής του κατατεθέντος παραβόλου. Στάδιο 2 (ανακοπή): Η επίδοση της ανακοπής έγινε νομίμως με θυροκόλληση στον πληρεξούσιο που υπέγραψε την επιταγή, ως αυτοδίκαια αντίκλητο (άρθρα 128 παρ. 2, 4 και 924 παρ. 2 ΚΠολΔ), και η ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως εντός 45 ημερών από την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης (άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο λόγος περί εικονικότητας του δανείου απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος, μη προσαγομένων αποδείξεων. Ο λόγος περί μη χαρτοσήμανσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, καθότι οι σχετικές διατάξεις δεν είναι δημόσιας τάξης και δεν προσετέθη συγκεκριμένη δικονομική βλάβη (άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ), λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.). Οι λόγοι περί καταχρηστικότητας (άρθρο 281 ΑΚ) απορρίφθηκαν ως μη νόμιμοι/ουσία αβάσιμοι. Η πλημμέλεια εσφαλμένης μνείας του τίτλου στην επιταγή και οι πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης (μη αναγραφή ΑΦΜ μάρτυρα, πρόσληψη ενός μάρτυρα) δεν θεμελίωσαν ακυρότητα ελλείψει βλάβης (άρθρα 117, 993, 954, 930 παρ. 2, 159 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατ’ αποτέλεσμα, η ανακοπή απορρίφθηκε και επιδικάστηκε υπέρ του εκκαλούντος δικαστική δαπάνη 2.500 ευρώ (άρθρα 179 ΚΠολΔ και 66 Κώδικας Περί Δικηγόρων).
Τελική Απόφαση
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 10.9.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……./2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2024)  έφεση, αντιμωλία των διαδίκων ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμό 1626/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικειου Πειραιώς. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του με κωδικό ………… ηλεκτρονικού παράβολου δημοσίου στον εκκαλούντα ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 22.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024) ανακοπή ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή. ΕΠΙΒΑΛΕΙ σε βάρος του εφεσίβλητου την δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος για τον παρόντα  βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιαδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

ΕφΠειρ 457/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.2%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την απόφαση 1860/2024, απέρριψε ανακοπή του καθού η εκτέλεση, ο οποίος άσκησε έφεση κατά της απορριπτικής κρίσης. Εκκαλών είναι ο ανακόπτων (άρρεν). Εφεσίβλητες είναι: α) η πρώτη, ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια απαίτησης αλλοδαπής Εταιρείας Ειδικού Σκοπού, ειδικής διαδόχου τραπεζικού ιδρύματος, και β) η δεύτερη, ανώνυμη εταιρεία. Το πλαίσιο αφορά διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτων του εκκαλούντος: επιβλήθηκε κατάσχεση, ορίστηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός, ματαιώθηκε λόγω έλλειψης πλειοδοτών, και κατόπιν ζητήθηκε συνέχιση/επίσπευση με ορισμό νέας ημερομηνίας. Μετά την κατακύρωση συντάχθηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και εκδόθηκε επιταγή προς απόδοση ακινήτου. Κατά την προεκτεθείσα ακολουθία: κατάσχεση στις 18.10.2021, αρχικός πλειστηριασμός 25.5.2022 (ματαιώθηκε), δήλωση συνέχισης από τη διαχειρίστρια στις 18.7.2022, ανάρτηση γνωστοποίησης και ορισμός νέας ημερομηνίας 21.9.2022, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης στις 18.11.2022. Ο εκκαλών προέβαλε: μη κοινοποίηση νέας ημερομηνίας και αντισυνταγματικότητα άρθρου 973 ΚΠολΔ, έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πρώτης εφεσίβλητης, μη επίδοση νομιμοποιητικών εγγράφων κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ και πλημμέλειες δημοσιότητας τιτλοποίησης/διαχείρισης. Ζήτησε και αναστολή κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τους δικονομικούς κανόνες, η έφεση ασκείται εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν δεν έχει επιδοθεί η εκκαλουμένη, και προϋποθέτει την καταβολή παραβόλου κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ. Ως προς τη συνέχιση πλειστηριασμού, η γνωστοποίηση της δήλωσης και της νέας ημερομηνίας πραγματοποιείται με ανάρτηση κατά το άρθρο 973 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η δήλωση συνέχισης κατ’ άρθρο 966 παρ. 2 ΚΠολΔ ελέγχεται αναλογικά υπό το άρθρο 973. Πλημμέλειες της δήλωσης ή των αναρτήσεων προβάλλονται με την ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ και όχι με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ· για παλαιότερες πράξεις ισχύει η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 α’. Η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ως συνδεόμενη με τον περατωθέντα πλειστηριασμό, αποτελεί προσβλητή πράξη της εκτέλεσης με ανακοπή. Τα δικαστικά έξοδα μπορούν να συμψηφισθούν κατ’ άρθρο 179 περ. β ΚΠολΔ. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αρχικός πλειστηριασμός στις 25.5.2022 ματαιώθηκε, η πρώτη εφεσίβλητη υπέβαλε στις 18.7.2022 δήλωση συνέχισης, η συμβολαιογράφος ανήρτησε αυθημερόν τη γνωστοποίηση και όρισε νέα ημερομηνία 21.9.2022, και συντάχθηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης στις 18.11.2022. Ο εκκαλών προέβαλε ισχυρισμούς περί μη κοινοποίησης, αντισυνταγματικότητας του άρθρου 973 ΚΠολΔ, έλλειψης νομιμοποίησης της διαχειρίστριας, μη επίδοσης νομιμοποιητικών κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ και πλημμελειών δημοσιότητας τιτλοποίησης/διαχείρισης. Διαπιστώθηκε ότι οι ισχυρισμοί για τη δήλωση συνέχισης και τις αναρτήσεις υπάγονται στο άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε αβάσιμους τους πρώτον και δεύτερον λόγους της έφεσης, διότι οι σχετικές ακυρότητες έπρεπε να προβληθούν με την ειδική ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ. Έκρινε αβάσιμο και τον τρίτο λόγο, καθόσον οι αιτιάσεις για την επίσπευση και την κατάσχεση ήταν απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης ανακοπής (προθεσμία άρθρου 934 παρ. 1 α’) ή εσφαλμένου ενδίκου βοηθήματος. Δέχθηκε τον τέταρτο λόγο ως προς το παραδεκτό: η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης προσβάλλεται με ανακοπή, οπότε εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το σχετικό σκέλος, κράτησε την υπόθεση, έκρινε παραδεκτή την ανακοπή ως προς το μέρος αυτό και, αφού εξέτασε την ουσία, απέρριψε τους προβληθέντες λόγους. Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε, τα έξοδα συμψηφίσθηκαν και διατάχθηκε η απόδοση του παραβόλου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (παραδοχή έφεσης): Η έφεση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την απόρριψη της ανακοπής κατά της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, διότι η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί πράξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλεται με ανακοπή. Συνεπώς, η εκκαλουμένη εσφαλμένως έκρινε απαράδεκτη την ανακοπή ως προς το μέρος αυτό και έπρεπε να εξαφανισθεί κατά το σχετικό σκέλος της. Στάδιο 2 (επανεκδίκαση ουσίας): Κρατώντας την υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε την ανακοπή παραδεκτή κατά το ανωτέρω μέρος, πλην, εξετάζοντας την ουσία, διαπίστωσε ότι ουδείς από τους προβαλλόμενους λόγους ακυρότητας της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ευδοκίμησε, και απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η σωρευόμενη αίτηση αναστολής απορρίφθηκε. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς, καθώς και της δεύτερης εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό, συμψηφίσθηκαν μεταξύ τους κατά το άρθρο 179 περ β ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ΄αριθ. 1860/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το εκκληθέν κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2023 ανακοπή κατά το μέρος, που στρεφόταν κατά της υπ’αριθμ. …./2022 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Πειραιώς και υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ………….. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την ως άνω ανακοπή κατά το μέρος αυτό. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου με αριθμό ……………/ 2024. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσίβλητης και του εκκαλούντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας καθώς και της δεύτερης εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας μεταξύ τους.

ΕφΠειρ 463/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι ανακοπτόντες, ως πιστούχος (πρώτος) και εγγυήτρια (δεύτερη), προέβαλαν λόγους ακύρωσης της επιταγής προς πληρωμή και της κατάσχεσης επί ακίνητου. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη για τη δεύτερη (έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης) και την έκανε εν μέρει δεκτή για τον πρώτο, ακυρώνοντας την κατάσχεση λόγω μη επίδοσης στο κτηματολογικό γραφείο και μειώνοντας την επιταγή κατά 370 ευρώ. Η εκκαλούσα είναι ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, ως διαχειρίστρια της δικαιούχου αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, ειδικής διαδόχου τραπεζικού ιδρύματος βάσει σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από δάνεια. Οι εφεσίβλητοι είναι ο οφειλέτης (πρώτος) και η εγγυήτρια (δεύτερη). Προ της εκτέλεσης είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής το 2011. Την 1.11.2021 επιδόθηκε στον πρώτο εφεσίβλητο αντίγραφο απογράφου με επιταγή προς πληρωμή για 40.839,80 ευρώ (κεφάλαιο) και συνολικά 42.436,80 ευρώ με έξοδα. Επιβλήθηκε κατάσχεση στις 19.11.2021 επί ισόγειου καταστήματος 67,41 τ.μ. στον Πειραιά και ορίστηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός για 29.6.2022. Η κατασχετήρια έκθεση επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 22.11.2021 (επόμενη και μεθεπόμενη ημέρα εξαιρετέες) και στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά στις 23.11.2021. Η έφεση της εκκαλούσας στρεφόταν κατά του κεφαλαίου που ακύρωσε την κατάσχεση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις για την έφεση και την κατ’ έφεση διαδικασία, καθώς και για την ερήμην συζήτηση (άρθρα 495 επ., 511, 513 §1β, 516 §1, 517 εδ. α΄, 518 §1, 520 §1, 524 §4, σε συνδ. με 271 §1-2 και 591 ΚΠολΔ). Ως προς την ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης, έλαβε τον κανόνα του άρθρου 933 ΚΠολΔ και την προθεσμία του άρθρου 934 §1 α΄. Εφάρμοσε το άρθρο 995 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4842/2021: η μη ή εκπρόθεσμη επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης στον καθ’ ου (παρ. 1) και στο υποθηκοφυλακείο/κτηματολόγιο (παρ. 2) επιφέρει ακυρότητα χωρίς ανάγκη επίκλησης βλάβης, ενώ οι παραλείψεις της παρ. 4 δεν συνεπάγονται ακυρότητα χωρίς απόδειξη βλάβης. Για τον υπολογισμό προθεσμιών στην επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης ελήφθη υπόψη ότι οι εξαιρετέες ημέρες, συμπεριλαμβανομένου του Σαββάτου, δεν υπολογίζονται (άρθρο 144 §3 ΚΠολΔ). Διαπίστωσε ότι: (α) η εκτέλεση επισπεύσθηκε βάσει διαταγής πληρωμής του 2011 και επιταγής της 1.11.2021 για συνολικό ποσό 42.436,80 ευρώ, (β) επιβλήθηκε κατάσχεση στις 19.11.2021 σε ισόγειο κατάστημα 67,41 τ.μ. στον Πειραιά, (γ) η κατασχετήρια έκθεση επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 22.11.2021, καθώς η επόμενη και μεθεπόμενη της κατάσχεσης ήταν εξαιρετέες, και (δ) επιδόθηκε στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά στις 23.11.2021, εντός της πενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 995 §2 ΚΠολΔ. Διαπίστωσε επίσης ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον της εκκαλούσας να στραφεί με την έφεση κατά της δεύτερης εφεσίβλητης, μη θιγόμενης από το εκκληθέν κεφάλαιο. Αξιολόγησε ότι η εμπρόθεσμη επίδοση στο κτηματολογικό γραφείο τηρεί την επιταγή του άρθρου 995 §2 ΚΠολΔ και δεν θεμελιώνει ακυρότητα της κατάσχεσης. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της ανακοπής του πρώτου εφεσίβλητου είναι ουσιαστικά αβάσιμος και η αντίθετη κρίση του Πρωτοδικείου ερείδεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση αποδείξεων. Η έφεση απορρίπτεται ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και γίνεται δεκτή ως προς τον πρώτο, με εξαφάνιση του αντίστοιχου κεφαλαίου και επανακρίση της υπόθεσης (άρθρο 535 §1 ΚΠολΔ).
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Παραδοχή έφεσης: Ο μοναδικός λόγος της έφεσης κρίθηκε βάσιμος, διότι από τις επιδόσεις προέκυψε ότι η κατασχετήρια έκθεση της 19.11.2021 επιδόθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιά στις 23.11.2021, εντός της πενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 995 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η επίδοση στον καθ’ ου έγινε στις 22.11.2021, καθώς η επόμενη και μεθεπόμενη ημέρα της κατάσχεσης ήταν εξαιρετέες (άρθρο 144 παρ. 3 ΚΠολΔ). Το Πρωτοδικείο εσφαλμένα ακύρωσε την κατάσχεση. Η έφεση απορρίφθηκε ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη, επειδή δεν θεμελιώθηκε έννομο συμφέρον για την άσκησή της έναντι διαδίκου που δεν θίγεται από το εκκληθέν κεφάλαιο. Στάδιο 2 – Επανάκριση επί της ανακοπής: Μετά την εν μέρει εξαφάνιση της 1682/2022 απόφασης ως προς την ακύρωση της υπ’ αριθμ. …../19.11.2021 κατασχετήριας έκθεσης, το Εφετείο κράτησε και δίκασε την ανακοπή κατά το εκκληθέν κεφάλαιο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και απέρριψε τον σχετικό (ένατο) λόγο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού τηρήθηκε το άρθρο 995 παρ. 2 ΚΠολΔ. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού επιβλήθηκαν σε βάρος του πρώτου εφεσίβλητου λόγω ήττας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και ορίστηκαν σε 500 ευρώ. Προκαταβλητέο παράβολο για ανακοπή ερημοδικίας δεν ορίζεται (937 παρ.1 β΄ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Δικάζει ερήμην των εφεσιβλήτων την ένδικη έφεση. Δέχεται την έφεση τυπικά, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο και την απορρίπτει, ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη. Δέχεται την έφεση, κατ’ουσίαν, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος, κατά την άσκηση της έφεσης, παραβόλου στην εκκαλούσα. Εξαφανίζει εν μέρει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ.1682/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς την ακύρωση της υπ’αριθμ…../19.11.2021 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………, κατά μερική παραδοχή του ένατου λόγου της από 20.12.2021 ανακοπής. Κρατεί και δικάζει την από 20.12.2021 ανακοπή, ως προς το εκκληθέν αυτό κεφάλαιο. Απορρίπτει αυτήν, ως προς το μέρος τούτο του ένατου λόγου της. Επιβάλλει στον πρώτο των εφεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας του παρόντου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΑΠ 1799/2025

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2025Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Αγοραστής απέκτησε κληροτεμάχιο υπ’ αριθμ. 1921 Α, εμβαδού 3.075 τ.μ., στη Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής, με διώροφη οικοδομή. Συμφωνήθηκε τίμημα 68.700 ευρώ, με τελευταία δόση 10.000 ευρώ (30-12-2005), η οποία δεν καταβλήθηκε. Λήφθηκε δάνειο 130.000 ευρώ για ανέγερση. Επισπεύδοντες πωλητές επέβαλαν κατάσχεση (2006) για απαίτηση 11.178,90 ευρώ (με τόκους και έξοδα). Στις 20-12-2006 καταβλήθηκαν 11.000,00 ευρώ· παρέμεινε υπόλοιπο 1.804,90 ευρώ πλέον τόκων. Μετά αδράνεια έως 12-10-2011, επιταγή προς εκτέλεση για 2.846,23 ευρώ (υπόλοιπο, τόκοι και έξοδα). Στις 28-2-2012 καταβλήθηκαν 1.000,00 ευρώ. Προγραμματίστηκαν επαναληπτικοί πλειστηριασμοί και στις 11-7-2012 το ακίνητο κατακυρώθηκε με πλειστηρίασμα 80.000,00 ευρώ. Οι επιδόσεις πράξεων εκτέλεσης είχαν γίνει με θυροκόλληση στο ακίνητο, ενώ ο τόπος μόνιμης κατοικίας ήταν στο εξωτερικό.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 § 1 περ. β’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 934 § 2 ΚΠολΔ και τα άρθρα 933 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, προβλέπει ότι λόγος ανακοπής για αντίθεση της απαίτησης ή της διαδικασίας εκτέλεσης στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ πρέπει να προβάλλεται έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και περίληψης κατακυρωτικής). Αν ο λόγος αφορά ειδικά την πράξη του πλειστηριασμού/κατακύρωσης, εφαρμόζεται η προθεσμία της περ. γ’. Το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύει λόγο αναίρεσης για εσφαλμένη κρίση περί ακυρότητας/απαραδέκτου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προβαλλόμενος λόγος καταχρηστικότητας στηριζόταν σε περιστάσεις της απαίτησης: αδράνεια από 2006 έως 2011, μικρό υπόλοιπο 1.804,90 ευρώ, επιταγή 2.846,23 ευρώ, μερική καταβολή 1.000,00 ευρώ, και δυσανάλογη σχέση προς την αξία του ακινήτου (πλειστηρίασμα 80.000,00 ευρώ). Η τελευταία πράξη εκτέλεσης συνίστατο στη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής το 2012. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 § 1 περ. β’ ΚΠολΔ στα ως άνω, έκρινε ότι ο λόγος έπρεπε να ασκηθεί έως τη σύνταξη των πράξεων πλειστηριασμού/κατακύρωσης και όχι με την προθεσμία της περ. γ’, διότι δεν αφορούσε πρωτογενώς την ίδια την πράξη του πλειστηριασμού. Η υπαγωγή του εφετείου στην περ. γ’ συνιστά παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι ο λόγος ανακοπής περί καταχρηστικότητας (με βάση αδράνεια 2006–2011, μικρό υπόλοιπο 1.804,90 ευρώ και επιταγή 2.846,23 ευρώ) αφορούσε την απαίτηση/διαδικασία εκτέλεσης και όχι ειδικά την πράξη του πλειστηριασμού, επομένως υπαγόταν στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ (έως τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής το 2012) και όχι στην περ. γ’. Η εφαρμογή από το εφετείο της περ. γ’ ήταν εσφαλμένη, στοιχειοθετώντας τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, η προσβαλλόμενη αναιρέθηκε, η υπόθεση κρατήθηκε και, ελλείψει άλλης διάκρισης ουσίας, η ανακοπή απορρίφθηκε.
Τελική Απόφαση
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 57/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο δέχθηκε ότι ο δεύτερος λόγος της από 28.8.2012 ανακοπής της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των πρώτου και δεύτερης των καθ'ων η ανακοπή (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και κατά της τρίτης καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 2.12.2015 έφεση της τρίτης καθ'ης η ανακοπή. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά κατ' ουσίαν την έφεση στο σύνολό της. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 80/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 28.8.2012 ανακοπή της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα όλων των βαθμών δικαιοδοσίας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.

ΕφΠειρ 13/2019

Αναγκαστική Εκτέλεση2019Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 96.1%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την 371/2017, έκανε δεκτή ανακοπή του εφεσιβλήτου κατά πράξεων εκτέλεσης και ακύρωσε κατάσχεση και περίληψη κατασχετήριας έκθεσης. Η εκκαλούσα, ως καθ’ ης η ανακοπή και επισπεύδουσα εκτέλεση, άσκησε έφεση προβάλλοντας εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Οι διάδικοι είναι ένας εφεσίβλητος (οφειλέτης) και μία εκκαλούσα (πιστωτικό ίδρυμα). Η εκτέλεση στηρίχθηκε σε διαταγή πληρωμής εκδοθείσα για απαίτηση από σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Ο εφεσίβλητος είχε απολέσει το προσωρινό δελτίο ταυτότητάς του το 2002. Τρίτο πρόσωπο υπέβαλε στις 11.11.2002 αίτηση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας στο όνομά του, επί της οποίας τέθηκε μη γνήσια υπογραφή. Η εκκαλούσα εξέδωσε κάρτα και απέστειλε λογαριασμούς σε διεύθυνση διαφορετική από τη δηλωθείσα στις φορολογικές δηλώσεις του εφεσιβλήτου. Εξώδικη καταγγελία επιδόθηκε με θυροκόλληση το 2006. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για 11.237,30 ευρώ, με δικαστική δαπάνη 210 ευρώ. Επιτάχθηκε πληρωμή 11.496,65 ευρώ και επιβλήθηκε κατάσχεση επί ποσοστού εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας ακινήτου του εφεσιβλήτου, με ορισμό πλειστηριασμού. Ο εφεσίβλητος, μόλις έλαβε γνώση της κατάσχεσης, άσκησε ανακοπή (άρθρο 933 ΚΠολΔ) πριν από την τελευταία πράξη εκτέλεσης. Διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που κατέληξε ότι η υπογραφή στην αίτηση της 11.11.2002 δεν τέθηκε από τον εφεσίβλητο.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνες: Η διαταγή πληρωμής (άρθρα 624, 634, 631, 904 παρ. 2 ε’ ΚΠολΔ) αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Κατά της εκτέλεσης επιτρέπεται ανακοπή (άρθρο 933 ΚΠολΔ) για την εγκυρότητα του τίτλου, τη διαδικασία ή την απαίτηση· η ακύρωση της ίδιας της διαταγής πληρωμής ζητείται μόνο με τα άρθρα 632 παρ. 1 ή 633 παρ. 2. Οι προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ (κατά στάδια προσβολή) είναι δικονομικές και εξετάζονται αυτεπαγγέλτως· η εκπρόθεσμη προσβολή επιφέρει έκπτωση (άρθρα 144 επ., 151 ΚΠολΔ). Αντιρρήσεις για την απαίτηση (συμπεριλαμβανομένου του ύψους) υπάγονται στο άρθρο 934 παρ. 1β’. Για προσβολή εγγράφου ως πλαστού ισχύουν τα άρθρα 460, 461 και 463 ΚΠολΔ, με υποχρεώσεις προσκόμισης αποδεικτικών μέσων· εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες αποδείξεων (άρθρα 216, 270, 341 ΚΠολΔ) και τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ). Στο εφετείο, η υπόθεση μεταβιβάζεται εντός των ορίων των λόγων έφεσης (άρθρα 522, 106, 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ), ενώ επιτρέπεται συμπλήρωση αιτιολογιών (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Διαπιστώσεις: Ο εφεσίβλητος απώλεσε το προσωρινό δελτίο ταυτότητας το 2002. Υποβλήθηκε στις 11.11.2002 αίτηση έκδοσης πιστωτικής κάρτας στο όνομά του, με στοιχεία και διευθύνσεις που δεν συνέπιπταν με τα φορολογικά του δεδομένα. Η εκκαλούσα εξέδωσε κάρτα και επέσπευσε εκτέλεση βάσει διαταγής πληρωμής. Η επίδοση εξωδίκου και επιταγής έλαβε χώρα με θυροκόλληση. Η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη έκρινε ότι η υπογραφή στην αίτηση της 11.11.2002 δεν τέθηκε από τον εφεσίβλητο. Δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος πραγματοποίησε τις συναλλαγές της κάρτας. Η ανακοπή ασκήθηκε πριν από την τελευταία πράξη εκτέλεσης. Εφαρμογή: Η μη γνησιότητα της υπογραφής στη σύμβαση που θεμελιώνει την απαίτηση σημαίνει ότι η εκκαλούσα δεν απέδειξε την ύπαρξη έγκυρης ενοχικής σχέσης έναντι του εφεσιβλήτου. Ως εκ τούτου, οι πράξεις εκτέλεσης που επισπεύστηκαν βάσει διαταγής πληρωμής στηριγμένης σε ανυπόστατη αίτηση κάρτας ακυρώνονται. Ο μοναδικός λόγος έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων απορρίπτεται, καθώς τα πραγματικά πορίσματα (ιδίως της πραγματογνωμοσύνης) στηρίζονται επαρκώς στο αποδεικτικό υλικό.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν διότι αποδείχθηκε, βάσει της δικαστικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και της συνολικής αποδεικτικής διαδικασίας, ότι η υπογραφή του εφεσιβλήτου στην από 11.11.2002 αίτηση προς κατάρτιση σύμβασης πιστωτικής κάρτας δεν τέθηκε από τον ίδιο, με συνέπεια η απαίτηση της εκκαλούσας να μην αποδεικνύεται και ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης. Ο λόγος έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων κρίθηκε αβάσιμος. Διατάχθηκε η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού στον εφεσίβλητο υπέρ της εκκαλούσας, σύμφωνα με τα άρθρα 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την υπό κρίση έφεση και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ ουσίαν. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η εκκαλούσα για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ.

ΑΠ 261/2017

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2017Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 96.0%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Οφειλέτης υπέστη αναγκαστική εκτέλεση από τράπεζα επί ακίνητης περιουσίας του. Διενεργήθηκε πλειστηριασμός στον οποίο αναδείχθηκε υπερθεματιστής. Συντάχθηκε έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως με συγκεκριμένες προθεσμίες ανάλογα με τον προβαλλόμενο λόγο και την προσβαλλόμενη πράξη. Οι προθεσμίες αυτές είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως και η πάροδός τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής. Από το συνδυασμό των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ συνάγεται ότι λόγο ανακοπής μπορεί να αποτελέσει η αντίθεση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως στα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο διέκρινε ότι αν η αντίθεση στο άρθρο 281 ΑΚ αφορά την απαίτηση ή τη διαδικασία εκτελέσεως, ο λόγος πρέπει να προβάλλεται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή έως τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού. Κατ' εξαίρεση, αν η αντίθεση αφορά ειδικά την ίδια την τελευταία πράξη εκτελέσεως (πλειστηριασμό και κατακύρωση), εφαρμόζεται η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι εν προκειμένω εφαρμοστέα ήταν η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ και όχι του 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ, διότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αφορούσε ειδικά την ίδια την πράξη του πλειστηριασμού.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο πρώτος λόγος ήταν απαράδεκτος, καθώς κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων. Ο δεύτερος λόγος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος διότι από τη συμμετοχή πρωτοδίκη στη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου τεκμαίρεται τόσο το κώλυμα των προέδρων πρωτοδικών όσο και η ύπαρξη των νόμιμων προϋποθέσεων, χωρίς να απαιτείται ρητή μνεία στην απόφαση.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση του Σ. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3327/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΕφΠειρ 465/2023

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.9%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς απέρριψε, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, ανακοπή των ανακοπτουσών κατά διαταγής πληρωμής ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Οι ανακόπτουσες άσκησαν έφεση. Παράλληλα, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης τράπεζας. Οι εκκαλούσες είχαν συμβληθεί σε σύμβαση στεγαστικού δανείου με τραπεζικό ίδρυμα· η απαίτηση μεταβιβάσθηκε διαδοχικά, με τιτλοποίηση κατά Ν. 3156/2003 και αναθέσεις διαχείρισης κατά Ν. 4354/2015. Η παρεμβαίνουσα ενήργησε ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου της αρχικής δανείστριας. Εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής στις 28.12.2017, επιδόθηκε στις εκκαλούσες στις 27.2.2018. Η εφεσίβλητη επέβαλε κατάσχεση στις 24.9.2018. Η ανακοπή κατατέθηκε στις 5.11.2018 και επιδόθηκε στην καθής στις 28.12.2018. Η διαταγή πληρωμής επιδίκαζε 48.509,86 ευρώ, έντοκα και με εξάμηνο ανατοκισμό.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 80, 81, 83, 524 και 591 ΚΠολΔ για την παραδεκτή άσκηση πρόσθετης παρέμβασης ενώπιον του Εφετείου και τα κριτήρια έννομου συμφέροντος και επέκτασης των υποκειμενικών ορίων της απόφασης στον παρεμβαίνοντα. Εξήγησε ότι η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία και ο παρεμβαίνων αντιπροσωπεύει τον υπέρ ου, αν εκείνος δεν παρασταθεί. Για τη διαταγή πληρωμής, εφάρμοσε το άρθρο 632 ΚΠολΔ (15 εργάσιμες ημέρες για ανακοπή) και το άρθρο 934 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4335/2015: ενιαία προθεσμία 45 ημερών από την κατάσχεση για όλους τους λόγους που αφορούν πράξεις εκτέλεσης έως τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και για αντιρρήσεις περί απαίτησης ή εκτελεστού τίτλου, με την κρίσιμη προθεσμία να προσδιορίζεται από τους προβαλλόμενους λόγους και όχι από το αίτημα. Επίσης παρέθεσε τους κανόνες περί εξόδων και παραβόλων (άρθρα 176, 495 παρ. 4, 501-505 ΚΠολΔ). Διαπίστωσε ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε στις 28.12.2017 και επιδόθηκε στις εκκαλούσες στις 27.2.2018, ότι στις 24.9.2018 επιβλήθηκε κατάσχεση με εκτελεστό τίτλο τη διαταγή πληρωμής, και ότι η ανακοπή κατατέθηκε στις 5.11.2018 και επιδόθηκε στην καθής στις 28.12.2018. Περαιτέρω έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της διαχειρίστριας απαιτήσεων υπέρ της εφεσίβλητης, λόγω διαδοχών στη δικαιούχο απαίτηση και νομιμοποίησης κατά τον ν. 4354/2015, με δημιουργία αναγκαίας ομοδικίας. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, αξιολόγησε ότι η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ασκήθηκε μετά την 15ήμερη προθεσμία του άρθρου 632 ΚΠολΔ, ενώ και οι λόγοι που βάλλουν κατά πράξεων της εκτέλεσης και της απαίτησης προβλήθηκαν μετά την 45ήμερη προθεσμία του άρθρου 934 ΚΠολΔ, υπολογιζόμενη από την κατάσχεση της 24.9.2018. Συνεπώς, η ανακοπή είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και ο οικείος λόγος έφεσης απορρίπτεται, μη απαιτουμένης εξέτασης των λοιπών. Καθόρισε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας και έξοδα υπέρ της παρεμβαίνουσας.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε στην ουσία διότι, από τα αποδεικτικά έγγραφα, προέκυψε ότι η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στις εκκαλούσες στις 27.2.2018, η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 24.9.2018 και η ανακοπή κατατέθηκε στις 5.11.2018 και επιδόθηκε στην καθής στις 28.12.2018. Επομένως, η ανακοπή ήταν εκπρόθεσμη τόσο ως προς την προθεσμία των 15 εργάσιμων ημερών του άρθρου 632 ΚΠολΔ όσο και ως προς την προθεσμία των 45 ημερών από την κατάσχεση του άρθρου 934 ΚΠολΔ, με συνέπεια το απαράδεκτο. Ο σχετικός λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως αβάσιμος και παρέλκει η εξέταση των λοιπών. Καθορίστηκε παράβολο για τυχόν ανακοπή ερημοδικίας της εφεσίβλητης στο ποσό των 250,00 ευρώ (άρθρα 501, 502, 505 ΚΠολΔ). Διατάχθηκε η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που προεβλήθη κατά την κατάθεση της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Οι εκκαλούσες καταδικάστηκαν στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, ορισθέντα σε 400 ευρώ (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 23-4-2019 με ΓΑΚ /ΕΑΚ/………/2019 έφεση κατά της με αριθμό 1425/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και την από 1-12-2021 με ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2021) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην της εφεσίβλητης και υπερ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση αντιπροσωπευομένης από την παρισταμένη προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα και αντιμολία των λοιπών διαδίκων. ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από την εφεσίβλητη στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του με αριθμό ……………../2019 παραβόλου. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εκκαλούσες στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και ορίζει αυτά στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ .

ΕφΠειρ 199/2023

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2023Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δευτεροβάθμια κρίση επί έφεσης της ανακόπτουσας (εκκαλούσας) κατά της 148/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει ανακοπή της κατά έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου. Η εφεσίβλητη είναι ανώνυμη εταιρεία που ενεργεί ως διαχειρίστρια απαιτήσεων επ’ ονόματι και για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας με έδρα την Ιρλανδία, ειδικής διαδόχου τραπεζικού ιδρύματος. Το εκτελεστό υπόβαθρο είναι διαταγή πληρωμής του 2013, μετά από καταγγελία δανειακής σύμβασης (4.12.2012), επί της οποίας επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση και επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου με έκθεση 18.6.2021, με ορισμό πλειστηριασμού για 2.2.2022. Προγενέστερα, η εκκαλούσα είχε ασκήσει ανακοπές κατά της επιταγής και της διαταγής πληρωμής (……/13.8.2020 και ……./2021) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκκρεμείς κατά τον χρόνο της παρούσας δίκης. Ως λόγοι της ανακοπής προβλήθηκαν: παράβαση του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ λόγω συνυπολογισμού του Αυγούστου· καταχρηστικότητα της κατάσχεσης (άρθρο 281 ΑΚ) ενόψει αξίας ακινήτου 115.000 ευρώ και ύψους επιδιωκόμενης ικανοποίησης 50.000 ευρώ· ακυρότητα λόγω εκκρεμοδικίας ανακοπών κατά τίτλου και απαίτησης· ακυρότητα διαταγής πληρωμής για μη τήρηση προθεσμίας επίδοσης (ΚΠολΔ 630 Α)· ακυρότητα καταγγελίας λόγω έλλειψης εξουσίας εκπροσώπησης· έλλειψη νομιμοποίησης λόγω μη απόδειξης μεταβίβασης δανείων στον ειδικό διάδοχο· αβεβαιότητα/μη εκκαθάριση απαίτησης· παράνομες χρεώσεις τόκων και επιτοκίων, χρήση έτους 360 ημερών· ανατοκισμός εισφοράς ν. 128/1975. Νέα πραγματικά περιστατικά περί εξώδικου διακανονισμού 2016–2019 προτάθηκαν με την έφεση.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε: (α) τον κανόνα του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ για τον υποχρεωτικό προσδιορισμό πλειστηριασμού εντός 7–8 μηνών από την κατάσχεση· ο Αύγουστος, κατά τα άρθρα 147 παρ. 2 και 940 Α ΚΠολΔ, αναστέλλει πράξεις εκτέλεσης αλλά δεν εξαιρείται από τον υπολογισμό της ως άνω προθεσμίας. (β) Τα άρθρα 526 και 585 παρ. 2 ΚΠολΔ περί απαραδέκτου νέων πραγματικών ισχυρισμών σε έφεση όταν μεταβάλλουν τη βάση. (γ) Το άρθρο 935 ΚΠολΔ, που αποκλείει την κατ’ επανάληψη προβολή λόγων κατά τίτλου/απαίτησης σε μεταγενέστερο στάδιο της εκτέλεσης, επιτρέποντας όμως ανακοπή κατά πράξης εκτέλεσης όταν στηρίζεται στην εξάρτηση της εγκυρότητάς της από την έκβαση εκκρεμών ανακοπών κατά τίτλου, απαίτησης ή επιταγής. (δ) Το άρθρο 249 ΚΠολΔ για αναβολή όταν η έκβαση της δίκης εξαρτάται από άλλη εκκρεμή δίκη. Έλαβε υπόψη και τον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως προβαλλόμενο λόγο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι 2ος έως 10ος της ανακοπής δεν προβάλλονται ως αυτοτελείς προσβολές κατά του τίτλου ή της απαίτησης, αλλά θεμελιώνουν αίτημα ακύρωσης της κατάσχεσης λόγω εξάρτησης της εγκυρότητάς της από την έκβαση των προγενέστερων και εκκρεμών ανακοπών κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής· συνεπώς, η συζήτηση της υπόθεσης έπρεπε να αναβληθεί κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ μέχρι τελεσιδίκου πέρατος των δικών εκείνων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας μέρος των λόγων ως αβάσιμους και τους λοιπούς ως απαράδεκτους κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ, παρέλειψε να συνεκτιμήσει το αίτημα ακύρωσης της κατάσχεσης ενόψει της εκκρεμοδικίας και εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο. Γι’ αυτό η έφεση έγινε δεκτή κατά τα κεφάλαια αυτά, η εκκαλουμένη εξαφανίστηκε αντίστοιχα και διατάχθηκε η αναβολή. Κατά τα λοιπά, η έφεση απορρίφθηκε, αφού ο 1ος λόγος ανακοπής κρίθηκε μη νόμιμος ως προς τον υπολογισμό του Αυγούστου στην προθεσμία του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα.
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση μόνο για εκείνα τα κεφάλαια της εκκαλουμένης (148/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), τα οποία αφορούν την απόρριψη των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομου, όγδοου, ένατου και δέκατου λόγων της ανακοπής, με τη σειρά που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης, και απορρίπτει την έφεση κατά τα λοιπά. Εξαφανίζει την 148/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τα πιο πάνω κεφάλαια, που έγινε δεκτή η έφεση. Δικάζει την ανακοπή ως προς τα ως άνω κεφάλαια των λόγων. Αναβάλλει τη συζήτηση, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι τελεσιδίκου πέρατος των δικών επί των ως άνω προγενέστερων ανακοπών (με αρ. κατ. ……/13.8.2020 και ………./2021), που εκκρεμούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα αυτό.

ΑΠ 686/2018

Δικονομικό Δίκαιο2018Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Επισπεύδουσα δανείστρια κατέσχεσε ακίνητο οφειλέτριας εταιρείας προς ικανοποίηση απαίτησης 17.258,61 ευρώ από διαταγή πληρωμής. Εκδόθηκε Γ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης με ημερομηνία πλειστηριασμού 20-12-2006. Στις 19-12-2006 επισπεύδουσα και οφειλέτρια συμφώνησαν στη ματαίωση του πλειστηριασμού και κατατέθηκε εντολή για Δ' επαναληπτική περίληψη με νέα ημερομηνία 7-2-2007. Αναγγελθείς δανειστής είχε από 18-12-2006 κοινοποιήσει αναγγελία για απαίτηση 7.336,99 ευρώ από διαταγή πληρωμής Ειρηνοδίκη Σοφάδων. Στις 20-12-2006, κατά την ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού, αναγγελθείς δανειστής κατέθεσε τα έγγραφα της απαίτησής του, δήλωσε ότι δεν συναινεί στη ματαίωση και ζήτησε διενέργεια πλειστηριασμού. Υπάλληλος πλειστηριασμού διενέργησε πλειστηριασμό και ακίνητο κατακυρώθηκε σε υπερθεματίστρια. Περίληψη κατασχετήριας έκθεσης είχε επιδοθεί στις 3-11-2006 σε μέλος προσωρινής διοίκησης οφειλέτριας εταιρείας που δεν είχε συγκροτηθεί σε σώμα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 969 παρ.3 ΚΠολΔ προβλέπει ότι ο πλειστηριασμός ματαιώνεται όταν συμφωνούν οφειλέτης και επισπεύδων, εφόσον υπάρχει συναίνεση των αναγγελθέντων με εκτελεστό τίτλο δανειστών. Το άρθρο 934 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ ορίζει ότι ανακοπή για ακυρότητα ενδιάμεσων πράξεων εκτέλεσης ασκείται μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Η άκυρη επίδοση περίληψης κατασχετήριας έκθεσης δεν εξομοιώνεται με ανυπαρξία επίδοσης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι αναγγελθείς δανειστής είχε νομίμως κοινοποιήσει αναγγελία από 18-12-2006, κατέθεσε τα έγγραφα της απαίτησής του στις 20-12-2006 και δήλωσε ότι δεν συναινεί στη ματαίωση. Η περίληψη κατασχετήριας έκθεσης είχε επιδοθεί στις 3-11-2006, αλλά ανακοπή για την ακυρότητα της επίδοσης ασκήθηκε στις 20-3-2007, μετά τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού στις 20-12-2006. Εφαρμόζοντας το άρθρο 934 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η ακυρότητα ενδιάμεσης πράξης έπρεπε να προσβληθεί μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού. Αφού δεν συνέτρεχε συναίνεση αναγγελθέντος δανειστή, ο πλειστηριασμός δεν ματαιώθηκε και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 973 ΚΠολΔ περί επισπεύσεως από άλλον δανειστή.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε νομίμως, αφού υπήρχε αναγγελθείς με τίτλο δανειστής που αντιτάχθηκε στη ματαίωση, και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ματαίωσης του πλειστηριασμού. Περαιτέρω, η ανακοπή για ακύρωση του πλειστηριασμού λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ασκήθηκε εκπροθέσμως, καθώς η επικαλούμενη ακυρότητα ενδιάμεσης πράξης έπρεπε να προσβληθεί μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ) και όχι μετά τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού. Επιπλέον, δεν προβλήθηκε νομίμως ισχυρισμός άγνοιας του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 24/8/2012 αίτηση της εταιρείας "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ.6302/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης τρίτης αναιρεσίβλητης τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΑΠ 1074/2023

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2023Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ασφαλιστική εταιρεία επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά εταιρείας. Κατασχέθηκε ακίνητο στη Γλυφάδα Αττικής με την υπ' αριθ. 40…/6-3-2015 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Συντάχθηκε η υπ' αριθ. 40…/13-3-2015 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης. Το ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε με τιμή πρώτης προσφοράς 460.000 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία ανερχόταν σε 1.274.838,54 ευρώ. Το ακίνητο κατακυρώθηκε στην τράπεζα (υπερθεματίστρια) με την υπ' αριθ. 57…./29-4-2015 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Οφειλέτρια εταιρεία είχε ασκήσει ανακοπή διόρθωσης κατ' άρθρο 954 § 4 ΚΠολΔ, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 3480/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το σκεπτικό ότι η τρέχουσα εμπορική αξία συμπίπτει με την τιμή πρώτης προσφοράς των 460.000 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 999 § 1 και § 4 ΚΠολΔ ορίζει ότι η παράλειψη των διατυπώσεων του πλειστηριασμού επιφέρει ακυρότητα, αλλά αφορά στην καθόλου παράλειψη, όχι στην εσφαλμένη τήρησή τους. Το άρθρο 954 § 4 ΚΠολΔ προβλέπει ειδική ανακοπή διόρθωσης της έκθεσης κατάσχεσης ως προς την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δικαιολογείται μόνο για ιδιαίτερα σοβαρές ελλείψεις που δεν επιδέχονται ίαση με διόρθωση. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο λόγος της ανακοπής αφορούσε αποκλειστικά την αναγραφή ανακριβούς τιμής πρώτης προσφοράς (460.000 ευρώ αντί 1.274.838,54 ευρώ) στην έκθεση κατάσχεσης και την περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, η οποία κατ' αντιγραφή καταχωρήθηκε στην έκθεση πλειστηριασμού. Η ανακοπή ασκήθηκε στις 3.8.2015, ενώ ο πλειστηριασμός έγινε στις 29.4.2015. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η εσφαλμένη εκτίμηση της τιμής πρώτης προσφοράς δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατάσχεσης, αλλά επιδέχεται θεραπεία με την ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ. Δεν τίθεται θέμα ακυρότητας ούτε συνδέεται με βλάβη που να μην μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής ήταν απαράδεκτος. Το αποδιδόμενο σφάλμα αφορούσε αποκλειστικά την αναγραφή ανακριβούς τιμής πρώτης προσφοράς (460.000 ευρώ αντί 1.274.838,54 ευρώ) στην έκθεση κατάσχεσης και την περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, και όχι σε άλλο ελάττωμα. Το σφάλμα αυτό δεν ήταν τέτοιας σοβαρότητας ώστε να δικαιολογείται ακύρωση, αλλά επιδεχόταν θεραπεία με την ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, η οποία και πράγματι ασκήθηκε αλλά απορρίφθηκε. Δεν συνδεόταν με πρόκληση συγκεκριμένης βλάβης που να μην μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με ακύρωση. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα τηρήσεως των προθεσμιών του άρθρου 934 § 1 περ. β' ή γ' ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 28-2-2019 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία «Ν. Β. Κ. Ε. Π. Κ. Τ. Ε. Ε. Τ. Ε. Α." για αναίρεση της υπ' αριθ. 5915/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΕφΠειρ 188/2022

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2022Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, η εκκαλούσα προσέβαλε την 639/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η ανακοπή της κατά της εκτέλεσης. Οι διάδικοι είναι η εκκαλούσα και η εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, αμφότερες σε ενικό, με την εφεσίβλητη ως καθ’ ης της ανακοπής. Το δικονομικό πλαίσιο αφορά ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτου: ειδικότερα κατά της υπ’ αρ. …/2011 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και της σχετικής έκθεσης κατακύρωσης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ανακοπή ήταν αόριστη διότι δεν ανέφερε την ημερομηνία επίδοσης και την έκθεση επίδοσης αυτής, ούτε το πιστοποιητικό μεταγραφής της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, ούτε προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά. Η εκκαλούσα ισχυρίστηκε στην έφεση ότι ο χρόνος επίδοσης της ανακοπής προέκυπτε από την επισημείωση στο αντίγραφο που επιδόθηκε (ημερομηνία 2.1.2012). Επιπλέον, σημειώθηκε ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 933 και 934 ΚΠολΔ, προ της αντικατάστασής τους με τον Ν. 4335/2015, διότι η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε πριν την 1.1.2016. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε την έφεση νομότυπη και εμπρόθεσμη, αλλά αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κρίθηκε ότι η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπροθέσμως κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ως προς την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, το εμπρόθεσμο ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατά τα άρθρα 933 και 934 ΚΠολΔ (πριν την αντικατάστασή τους με τον Ν. 4335/2015). Για το ορισμένο της ανακοπής, ο ανακόπτων οφείλει να εκθέτει πραγματικά περιστατικά που επιτρέπουν τον έλεγχο του εμπροθέσμου. Ειδικά κατά της έκθεσης πλειστηριασμού και της κατακυρωτικής περίληψης, η έναρξη της προθεσμίας συνδέεται με τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, οπότε απαιτείται επίκληση και προσκόμιση του σχετικού πιστοποιητικού. Λόγος έφεσης που δεν μπορεί να επηρεάσει το διατακτικό απορρίπτεται ως αλυσιτελής και απαράδεκτος. Διαπιστώθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη διότι δεν αναφέρονταν η ημερομηνία και η έκθεση επίδοσης της ανακοπής ούτε το πιστοποιητικό μεταγραφής της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά. Η εκκαλούσα προέβαλε ότι ο χρόνος επίδοσης της ανακοπής προέκυπτε από την επισημείωση επί του αντιγράφου που επιδόθηκε (2.1.2012). Περαιτέρω, κρίθηκε ότι εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις των άρθρων 933 και 934 ΚΠολΔ, προ της τροποποίησης από τον Ν. 4335/2015, λόγω επίδοσης της επιταγής πριν την 1.1.2016. Το δικαστήριο αξιολόγησε ότι ο έλεγχος του εμπροθέσμου γίνεται αυτεπαγγέλτως, συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης είναι μη νόμιμος. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο χρόνος επίδοσης της ανακοπής προέκυπτε από το επιδοθέν αντίγραφο, η ανακοπή παρέμενε αόριστη, διότι δεν είχε επικληθεί ούτε προσκομιστεί το πιστοποιητικό μεταγραφής της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, από το οποίο άρχεται η προθεσμία. Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως αλυσιτελής και η έφεση συνολικά ως αβάσιμη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, διότι το εμπρόθεσμο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ ελέγχεται αυτεπαγγέλτως, εντός των προθεσμιών του άρθρου 934 ΚΠολΔ (πριν από την αντικατάσταση με τον Ν. 4335/2015). Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος και αλυσιτελής, διότι, ακόμη και αν προέκυπτε ο χρόνος επίδοσης της ανακοπής από το επιδοθέν αντίγραφο (2.1.2012), η ανακοπή παρέμενε αόριστη: δεν γινόταν επίκληση ούτε προσκομιζόταν το πιστοποιητικό μεταγραφής της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, από το οποίο αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά της έκθεσης πλειστηριασμού και της κατακυρωτικής περίληψης (ΚΠολΔ 934 παρ. 1γ – 2 και 933, προ της αντικατάστασής τους με τον Ν. 4335/2015). Συνεπώς, η πρωτόδικη κρίση περί απαραδέκτου λόγω αοριστίας ήταν ορθή και η έφεση απορρίφθηκε. Διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης κατά της εκκαλούσας, ποσού 300 ευρώ.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την έφεση. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο. Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας σε βάρος της εκκαλούσας, που καθορίζει σε 300 ευρώ.

ΕφΠειρ 240/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.8%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκκαλουμένη είναι η υπ’ αριθ. 2725/2023 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έκανε δεκτή ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης. Εκκαλούσα είναι εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, ενεργούσα για εταιρία ειδικού σκοπού στην οποία τραπεζικό ίδρυμα εκχώρησε ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις. Εφεσίβλητη είναι η ανακόπτουσα οφειλέτρια. Το εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής …/2022. Η εκτέλεση άρχισε με επιταγή προς πληρωμή (2-2-2023) και ακολούθησε κατάσχεση της οριζόντιας ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας (16-2-2023). Ορίστηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός για 1.11.2023 με τιμή πρώτης προσφοράς 170.000 €. Η επίδοση της επιταγής βεβαιώθηκε με θυροκόλληση, με αναφορά παρουσίας της ανακόπτουσας και άρνησης παραλαβής. Η ανακοπή προέβαλε: (α) πλαστότητα/ακυρότητα της έκθεσης επίδοσης, (β) έλλειψη νομιμοποίησης της εκκαλούσας ως Ε.Δ.Α.Δ.Π. λόγω εφαρμογής ν. 3156/2003 αντί ν. 4354/2015, (γ) αοριστία επιταγής (άρθρο 924 ΚΠολΔ), (δ) καταχρηστικότητα εκτέλεσης λόγω πτώχευσης συνοφειλέτη με επαρκή περιουσία, (ε) υπέρβαση 8μήνου στον ορισμό πλειστηριασμού (άρθρα 954 παρ. 2 ε’, 993 παρ. 2 ΚΠολΔ), (στ) ακυρότητα λόγω κατάσχεσης για 100.000 € αντί του επιδικασθέντος, με επιφύλαξη υπολοίπου, (ζ) ενστάσεις κατά του εκτελεστού τίτλου (μη απόδειξη εκχώρησης, τόκοι/ανατοκισμός, εισφορά ν. 128/1975, έτος 360 ημερών). Το κεφάλαιο της επιταγής αναφέρεται σε 146.265,48 € και δικαστική δαπάνη 2.990 €, συν λοιπά έξοδα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Η έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή (άρθρα 117, 139, 438, 440 ΚΠολΔ) αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παρέχει πλήρη απόδειξη για όσα έγιναν από τον επιμελητή ή ενώπιόν του· ανταπόδειξη επιτρέπεται για περιστατικά που δεν υπάγονται στην άμεση αντίληψή του, ενώ πλαστότητα εξομοιώνεται με ανυπαρξία επίδοσης και άγει σε ακυρότητα πράξεων εκτέλεσης κατόπιν ανακοπής (άρθρο 933 ΚΠολΔ). Θυροκόλληση διενεργείται κατά τα άρθρα 130 παρ. 1 και 128 παρ. 4 ΚΠολΔ. Εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων νομιμοποιείται κατ’ εξαίρεση (άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015) να ενεργεί δικαστικά για απαιτήσεις υπό διαχείριση, κατ’ εφαρμογή και του ν. 3156/2003. Η επιταγή προς εκτέλεση αρκεί να περιέχει σύντομη μνεία της οφειλής ανά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (άρθρο 924 ΚΠολΔ). Η υπέρβαση του 8μήνου στον ορισμό πλειστηριασμού επιφέρει ακυρότητα μόνον με επίκληση και απόδειξη βλάβης (άρθρα 954 παρ. 2 ε’, 993 παρ. 2, 159 ΚΠολΔ). Επιτρέπεται περιορισμός του κατασχεθέντος ποσού με επιφύλαξη του υπολοίπου (άρθρα 915, 916, 924 ΚΠολΔ). Το Δικαστήριο, αν εξαφανίσει, διακρατεί και δικάζει την υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), και μπορεί να αναβάλει την κρίση προς αποφυγή αντιφατικών αποφάσεων (άρθρο 249 ΚΠολΔ). Επιστρέφεται το παράβολο αν η έφεση γίνει δεκτή (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διαπιστώσεις: Η επίδοση της επιταγής (8.2.2023, 16:32) βεβαιώθηκε με θυροκόλληση λόγω άρνησης παραλαβής. Η βεβαίωση εργοδότη της ανακόπτουσας, φέρουσα ημερομηνία 31.3.2023, αξιολογήθηκε ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία «ΕΡΓΑΝΗ» ή άλλα επίσημα έγγραφα. Η κατάθεση μάρτυρα (αδελφός και συνοφειλέτης) δεν κρίθηκε πειστική. Η επιταγή ανέφερε κεφάλαιο 146.265,48 €, δικαστική δαπάνη 2.990 € και λοιπά έξοδα. Η εκκαλούσα είναι Ε.Δ.Α.Δ.Π. δυνάμει σύμβασης υπό ν. 3156/2003. Ο πλειστηριασμός ορίστηκε για 1.11.2023. Η κατάσχεση επιβλήθηκε για 100.000 € με επιφύλαξη υπολοίπου. Οι ενστάσεις κατά του εκτελεστού τίτλου ταυτίζονται με προγενέστερη ανακοπή που τελεί σε εκκρεμή έφεση. Εφαρμογή: Μη αποδειχθείσας πλαστότητας ούτε άλλης νόμιμης ανταπόδειξης ως προς τα βεβαιωθέντα στην έκθεση, ο σχετικός λόγος έπρεπε να απορριφθεί· η αντίθετη κρίση του Πρωτοδικείου συνιστά εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, συνεπώς η έφεση γίνεται δεκτή, η απόφαση εξαφανίζεται και η υπόθεση διακρατείται. Απορρίπτονται ως μη νόμιμοι/νόμω αβάσιμοι οι λόγοι περί έλλειψης νομιμοποίησης της Ε.Δ.Α.Δ.Π., αοριστίας της επιταγής, καταχρηστικότητας λόγω πτώχευσης συνοφειλέτη, υπέρβασης 8μήνου χωρίς βλάβη και περιορισμού ποσού κατάσχεσης. Η κρίση επί των ενστάσεων κατά του τίτλου αναβάλλεται μέχρι τελεσίδικης απόφασης στην αντίστοιχη δίκη. Επιστρέφεται το παράβολο της έφεσης και δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα στο παρόν στάδιο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 — Επί της έφεσης: Έγινε δεκτή διότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη πλαστότητα της έκθεσης επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή (8.2.2023), ενώ τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα (βεβαίωση εργοδότη της 31.3.2023, κατάθεση μάρτυρα) δεν θεμελιώνουν ανταπόδειξη έναντι του δημόσιου εγγράφου. Κατά παραδοχή του σχετικού λόγου, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Στάδιο 2 — Επί της ανακοπής μετά διακράτηση: Απορρίφθηκαν ως μη νόμιμοι/νόμω αβάσιμοι οι λόγοι περί (α) έλλειψης νομιμοποίησης της Ε.Δ.Α.Δ.Π., καθόσον αυτή νομιμοποιείται κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με ν. 3156/2003, (β) αοριστίας της επιταγής, διότι πληροί το άρθρο 924 ΚΠολΔ, (γ) καταχρηστικότητας εκτέλεσης, μη συντρεχουσών προϋποθέσεων του άρθρου 281 ΑΚ, (δ) υπέρβασης 8μήνου στον ορισμό πλειστηριασμού χωρίς επίκληση βλάβης (άρθρα 954 παρ. 2 ε’, 993 παρ. 2, 159 ΚΠολΔ), και (ε) ακυρότητας λόγω περιορισμού ποσού κατάσχεσης, επιτρεπτού κατά τα άρθρα 915, 916, 924 ΚΠολΔ. Η κρίση επί των αντιρρήσεων κατά του εκτελεστού τίτλου ανεβλήθη κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ μέχρι έκδοσης τελεσίδικης απόφασης στην εκκρεμή δίκη για τη διαταγή πληρωμής. Δεν επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα στο παρόν στάδιο.
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ΄ουσίαν την έφεση. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα που κατέθεσε αυτό . ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 3.4.2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023 ανακοπή. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον τέταρτο λόγο της ανακοπής κι επιπλέον τους λοιπούς λόγους αυτής, εκτός από τον όγδοο. ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση του όγδοου λόγου της ως άνω ανακοπής, έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 2.3.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 ανακοπής κατά της με αρ. …./2022 διαταγής πληρωμής.

ΕφΠειρ 46/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Διαδικαστική θέση: Οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες άσκησαν ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία απορρίφθηκε με την 2449/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση προβάλλοντας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. - Δομή διαδίκων: Πλειόνες ανακόπτοντες-εκκαλούντες (μεταξύ τους αναγκαίοι ομόδικοι), και εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, αδειοδοτημένη κατά τον ν. 4354/2015, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως νόμιμη διαχειρίστρια τιτλοποιημένων απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας (ειδική διάδοχος μεταβιβάζουσας τράπεζας). - Νομικό πλαίσιο σχέσης: Εκτέλεση βάσει διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών του 2013· ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ κατά της ίδιας έκθεσης κατάσχεσης και του πλειστηριασμού. - Προδικαστικό ιστορικό: Έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου στις 6.5.2021 από δικαστικό επιμελητή του Εφετείου Αθηνών· προσδιορισμός πλειστηριασμού για 15.12.2021· επισπεύδεται εκτέλεση για 50.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. - Κατά τη συζήτηση της έφεσης, δηλώθηκε ο θάνατος του δεύτερου εκκαλούντος και ζητήθηκε βίαιη διακοπή της δίκης. Οι λοιποί εκκαλούντες προβάλλουν κοινό λόγο ότι ο πλειστηριασμός επισπεύδεται σε διάστημα μικρότερο των 7 μηνών του άρθρου 954 παρ. 2 ε’ ΚΠολΔ, διότι για τον υπολογισμό ελήφθη και ο Αύγουστος, κατά παράβαση του άρθρου 940Α ΚΠολΔ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά τα άρθρα 286-292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην έφεση (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), η πολιτική δίκη διακόπτεται με τον θάνατο διαδίκου και κάθε πράξη που λαμβάνει χώρα μετά και πριν από την επανάληψή της είναι άκυρη, εκτός αν ενεργείται από τον διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου στον αντίδικο με τους οριζόμενους τρόπους. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή νοείται ο καθολικός διάδοχος. Κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ υπάρχει αναγκαστική ομοδικία στις περιπτώσεις που δεν είναι νοητή έκδοση αντιθέτων αποφάσεων, μεταξύ των οποίων όταν πλείονες οφειλέτες ασκούν κοινή ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της ίδιας πράξης εκτέλεσης για τους ίδιους λόγους. Ως προς την εκτέλεση, το άρθρο 954 παρ. 2 στοιχ. ε’ ΚΠολΔ θέτει ελάχιστη προθεσμία επτά μηνών μεταξύ περάτωσης κατάσχεσης και πλειστηριασμού, ενώ τίθεται ζήτημα υπολογισμού της προθεσμίας ενόψει του άρθρου 940Α ΚΠολΔ για το διάστημα 1-31 Αυγούστου. Διαπιστώθηκε ότι οι εκκαλούντες άσκησαν κοινή ανακοπή κατά της ίδιας έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της 6.5.2021 και του πλειστηριασμού που ορίστηκε για 15.12.2021, για κοινό λόγο ακυρότητας σχετικό με την ελάχιστη προθεσμία του άρθρου 954 παρ. 2 ε’ ΚΠολΔ και τον υπολογισμό του Αυγούστου κατά το άρθρο 940Α ΚΠολΔ. Κατά τη συζήτηση δηλώθηκε, με προσκομιδή ληξιαρχικής πράξης θανάτου, ο θάνατος του δεύτερου εκκαλούντος και ζητήθηκε βίαιη διακοπή. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι μεταξύ των εκκαλούντων υφίσταται δεσμός αναγκαίας ομοδικίας, διότι η ανακοπή στράφηκε κατά της ίδιας πράξης εκτέλεσης και στηρίζεται στον ίδιο ουσιώδη νομικό λόγο. Ενόψει του δηλωθέντος θανάτου ενός εκ των αναγκαίων ομοδίκων και της νόμιμης γνωστοποίησης, εφάρμοσε τις διατάξεις περί διακοπής της δίκης και έκρινε ότι επέρχεται βίαιη διακοπή για όλους τους διαδίκους. Ως εκ τούτου, δεν προχώρησε στην εξέταση της ουσίας του λόγου της έφεσης περί υπολογισμού της επταμήνου προθεσμίας και του Αυγούστου.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Πρώτον (διαδικαστικό): Δηλώθηκε ο θάνατος του δεύτερου εκκαλούντος και, δεδομένης της αναγκαίας ομοδικίας κατά τα άρθρα 76 και 933 ΚΠολΔ (κοινή ανακοπή κατά της ίδιας πράξης εκτέλεσης με ίδιο λόγο), εφαρμόστηκαν τα άρθρα 286-292 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ· κρίθηκε ότι η γνωστοποίηση του λόγου επέφερε βίαιη διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους. Επίσης (ουσιαστικό υπόβαθρο της διαφοράς): Οι εκκαλούντες προέβαλαν κοινό λόγο ότι ο πλειστηριασμός, ορισθείς για 15.12.2021 μετά την κατάσχεση της 6.5.2021 και σε επισπευδόμενο ποσό 50.000 ευρώ, παραβιάζει το άρθρο 954 παρ. 2 στοιχ. ε’ ΚΠολΔ, διότι κατά τον υπολογισμό της ελάχιστης επταμήνου προθεσμίας συμπεριελήφθη το διάστημα 1-31 Αυγούστου, κατά παράβαση του άρθρου 940Α ΚΠολΔ. Το Δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσιαστική κρίση λόγω της διακοπής.
Τελική Απόφαση
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη βίαιη διακοπή της δίκης, επί της από 3-12-2021 έφεσης τους που έλαβε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2021, κατά της με αριθμό 2449/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, (διαδικασία περιουσιακών διαφορών), ως προς όλους τους διαδίκους.

ΕφΠειρ 189/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς εκδικάστηκε έφεση του εκκαλούντος κατά της 3837/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε απορριφθεί ανακοπή του κατά έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου. Η έφεση στρεφόταν κατά της ουσίας και ζήτησε επίσης αναστολή εκτέλεσης. Οι διάδικοι είναι: ο εκκαλών (καθ’ ου η εκτέλεση) και η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (επισπεύδουσα εκτέλεση). Η εκτέλεση στηρίχθηκε σε διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών του 2013 και κατασχετική έκθεση της 15.6.2023. Ο εκκαλών προέβαλε: (α) ότι ορίστηκε πλειστηριασμός κατά παράβαση του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπολογίζοντας τον Αύγουστο, (β) έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης, (γ) καταχρηστικότητα λόγω καταβολών στο πλαίσιο προσωρινής διαταγής κατ’ ν. 3869/2010 και εκκρεμούς έφεσης κατά απόφασης απόρριψης της αίτησής του, (δ) πλημμελή προσδιορισμό οφειλομένων τόκων, (ε) δυσανάλογη αξία κατασχεμένων ακινήτων σε σχέση με την απαίτηση. Προ της κατάσχεσης είχε ασκηθεί ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση της 16.5.2023, εκκρεμής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Προγενέστερη ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είχε απορριφθεί για αοριστία σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Ο εκκαλών επικαλέστηκε καταβολές 73.031,01 ευρώ, αξία κατασχεμένων 428.500 ευρώ και επίδικη απαίτηση 42.141 ευρώ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε: (α) τον κανόνα του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ για την προπαρασκευαστική προθεσμία πλειστηριασμού, επισημαίνοντας ότι από τα άρθρα 940Α και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν προκύπτει εξαίρεση του μηνός Αυγούστου από τον υπολογισμό της· (β) την αρχή του άρθρου 935 ΚΠολΔ περί απαραδέκτου επανάληψης λόγων που έπρεπε να προταθούν στο προηγούμενο στάδιο, διακρίνοντας όμως ότι όταν αυτοί έχουν ήδη προταθεί με προγενέστερη ανακοπή κατά της επιταγής (άρθρο 933), δύνανται να στηρίξουν αίτημα ακύρωσης της μεταγενέστερης κατάσχεσης λόγω εξάρτησης της εγκυρότητάς της από την τύχη της απαίτησης· (γ) το άρθρο 951 παρ. 2 ΚΠολΔ για τον περιορισμό κατάσχεσης, που απαιτεί συγκεκριμένο προσδιορισμό αντικειμένου, αξίας και ύπαρξης άλλων δανειστών· (δ) το άρθρο 249 ΚΠολΔ, που επιτρέπει αναβολή όταν η έκβαση άλλης εκκρεμούς δίκης είναι προδικαστική· (ε) το άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ για αναστολή εκτέλεσης. Διαπίστωσε ότι ο πλειστηριασμός ορίστηκε υπολογίζοντας τον Αύγουστο και ότι δεν υφίσταται κανόνας που να τον εξαιρεί από την προθεσμία του άρθρου 954 παρ. 2. Έκρινε αόριστο τον ισχυρισμό περί δυσανάλογης κατάσχεσης, διότι δεν προσδιορίστηκε το στοιχείο για περιορισμό και τα συναφή δεδομένα που απαιτεί το άρθρο 951 παρ. 2. Αντίθετα, διαπίστωσε ότι οι λόγοι περί ενεργητικής νομιμοποίησης, καταχρηστικότητας βάσει καταβολών στο πλαίσιο του ν. 3869/2010 και ελλιπούς προσδιορισμού τόκων έχουν ήδη ασκηθεί εγκαίρως με προγενέστερη ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση που εκκρεμεί. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέβλεψε ότι το τρέχον ένδικο βοήθημα στρεφόταν κατά της κατάσχεσης λόγω της εκκρεμοδικίας των ως άνω λόγων. Εφάρμοσε τα ανωτέρω κριτήρια και έκρινε αβάσιμο τον λόγο περί υπολογισμού του Αυγούστου και αόριστο τον ισχυρισμό περί δυσανάλογης κατάσχεσης. Ως προς τους λόγους που εξαρτούν την εγκυρότητα της κατάσχεσης από την επίμαχη απαίτηση, αξιολόγησε την προδικαστικότητα της εκκρεμούς ανακοπής κατά της επιταγής και αναγνώρισε την ανάγκη αναβολής μέχρι τελεσιδικίας. Κατέληξε σε μερική αποδοχή της έφεσης, εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά τα σχετικά κεφάλαια και αναβολή της συζήτησης. Ενέκρινε την αναστολή εκτέλεσης, λαμβάνοντας υπόψη τη μερική εξαφάνιση και τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης έως την οριστική κρίση.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση έγινε εν μέρει δεκτή διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε απαραδέκτως προβαλλόμενους, κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ, τους λόγους της ανακοπής που άπτονται της απαίτησης (ενεργητική νομιμοποίηση, καταχρηστικότητα βάσει καταβολών κατά ν. 3869/2010, προσδιορισμός τόκων), ενώ αυτοί είχαν ήδη προταθεί με προγενέστερη και εκκρεμή ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση (άρθρο 933 ΚΠολΔ) και η εγκυρότητα της κατάσχεσης εξαρτάται από την έκβασή της. Ενόψει της προδικαστικότητας, έπρεπε να αναβληθεί η συζήτηση, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι τελεσιδίκου της προγενέστερης δίκης. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός περί μη υπολογισμού του μηνός Αυγούστου στην προθεσμία του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ απορρίφθηκε, καθώς από τα άρθρα 940Α και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν προκύπτει τέτοια εξαίρεση, και ο ισχυρισμός περί δυσανάλογης κατάσχεσης απορρίφθηκε ως αόριστος, ελλείψει των απαιτούμενων στοιχείων του άρθρου 951 παρ. 2 ΚΠολΔ. Διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης. Το αίτημα αναστολής εκτέλεσης έγινε δεκτό κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι, μετά τη μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την αναβολή μέχρι τελεσιδικίας της προγενέστερης ανακοπής, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και υφίσταται κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης από τη συνέχιση της εκτέλεσης.
Τελική Απόφαση
Δέχεται την έφεση μόνο για εκείνα τα κεφάλαια της εκκαλουμένης, τα οποία αναφέρονται στο σκεπτικό, και απορρίπτει την έφεση κατά τα λοιπά. Εξαφανίζει την 3837/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά τα πιο πάνω κεφάλαια, που έγινε δεκτή η έφεση. Δικάζει την ανακοπή ως προς τα ως άνω κεφάλαια των λόγων. Αναβάλλει τη συζήτηση, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι τελεσιδίκου πέρατος της δίκης επί της ως άνω προγενέστερης ανακοπής (με αρ. κατ. …………./2023), που εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα αυτό. Δέχεται την αίτηση αναστολής. Αναστέλλει την εκτέλεση της με αρ. ……./15.6.2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικ. επιμ. …………, μέχρι έκδοσης οριστικής απόφασης επί της έφεσης.

ΑΠ 1898/2011

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2011Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Κατασχέθηκε ιδανικό μερίδιο ακινήτου: οικόπεδο στη θέση «…» με πρόσοψη σε οδό «…», συνολικής έκτασης 157,50 τ.μ., με δύο καταστήματα στην πρόσοψη, τρία συνεχόμενα δωμάτια στα δεξιά, στο βάθος κουζίνα και στα αριστερά μικρή αποθήκη· ισόγειο κτίσμα περίπου 150 τ.μ. Η αξία του 1/3 εκτιμήθηκε σε 4.000.000 δρχ., του 1/6 σε 2.000.000 δρχ., και του όλου ακινήτου άλλοτε σε 12.000.000 δρχ. και άλλοτε σε 18.000.000 δρχ. Καθορίστηκαν τιμές πρώτης προσφοράς 1.000.000 δρχ. και 2.000.000 δρχ. Διενεργήθηκαν δύο αναπλειστηριασμοί στις 6.7.1994 και 5.10.1994 με πλειστηριάσματα 3.700.000 δρχ. και 3.501.000 δρχ. Αντικείμενες χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη ανέρχονταν σε 726.000 δρχ., 15.900.000 δρχ. και 26.000.000 δρχ.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 993 § 2 ΚΠολΔ απαιτεί ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου (είδος, θέση, όρια, έκταση) ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητα, ενώ το άρθρο 999 § 1 ΚΠολΔ επιβάλλει συνοπτική αλλά επαρκή περιγραφή στο πρόγραμμα. Κατά το άρθρο 159 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, ακυρότητα επέρχεται μόνο με ανεπανόρθωτη βλάβη. Το άρθρο 934 § 1 ΚΠολΔ καθορίζει τις προθεσμίες προσβολής πράξεων εκτέλεσης, με ελλείψεις ισοδύναμες με νομική ανυπαρξία να υπάγονται στην § 1 γ’. Το άρθρο 954 § 1 ΑΚ χαρακτηρίζει τις οικοδομές ως συστατικά του εδάφους. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ακίνητο ήταν οικόπεδο 157,50 τ.μ. με δύο καταστήματα στην πρόσοψη, τρία δωμάτια, κουζίνα και μικρή αποθήκη, συνολικού ισογείου περίπου 150 τ.μ. Η αξία του όλου εκτιμήθηκε σε 18.000.000 δρχ. και σε 12.000.000 δρχ. κατά διαφορετικές εκθέσεις· τιμές πρώτης προσφοράς ορίστηκαν σε 1.000.000 και 2.000.000 δρχ. Έγιναν αναπλειστηριασμοί στις 6.7.1994 και 5.10.1994 με πλειστηριάσματα 3.700.000 και 3.501.000 δρχ. Οι απαιτήσεις ανέρχονταν σε 726.000, 15.900.000 και 26.000.000 δρχ. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις, έκρινε ότι η περιγραφή παρείχε σαφή τοπική και οικονομική ταυτότητα, χωρίς ανάγκη αναφοράς τετραγωνικών ανά κατάστημα, αφού δεν ήταν αυτοτελείς ιδιοκτησίες. Η έλλειψη στοιχείων κατασκευής δεν συνοδεύθηκε από συγκεκριμένη βλάβη. Λόγοι κατά προγενέστερων πράξεων ήταν απαράδεκτοι ή άνευ εννόμου συμφέροντος λόγω μεταγενέστερων αναπλειστηριασμών, ενώ άλλοι προτάθηκαν εκπρόθεσμα κατά το άρθρο 934 § 1. Η επίκληση καταχρηστικότητας στη διάσπαση ιδανικών μεριδίων ήταν αόριστη, χωρίς ποσοτικοποίηση μείωσης αξίας ή υπέρμετρων εξόδων.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναιρέσεως διότι η περιγραφή του ακινήτου στις εκθέσεις κατάσχεσης και τα προγράμματα ήταν επαρκής ως προς την τοπική και οικονομική ταυτότητα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική αναφορά τετραγωνικών ανά κτίσμα, αφού δεν επρόκειτο για αυτοτελείς ιδιοκτησίες. Η μη αναφορά στοιχείων κατασκευής δεν τεκμηρίωσε βλάβη κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ. Οι προσβολές προγενέστερων πράξεων ήταν είτε άνευ εννόμου συμφέροντος λόγω μεταγενέστερων αναπλειστηριασμών είτε εκπρόθεσμες κατά το άρθρο 934 § 1 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής διάσπασης ιδανικών μεριδίων κρίθηκε αόριστος, χωρίς συγκεκριμένη ποσοτική μείωση της αξίας ή υπέρμετρη επιβάρυνση εξόδων. Επίσης, λόγοι περί ανυπαρξίας απαίτησης προτάθηκαν εκπρόθεσμα και δεν επηρέασαν τη νομιμότητα των πράξεων που στηρίχθηκαν σε έγκυρο εκτελεστό τίτλο.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 1-3-2010 αίτηση της Μ. συζ. Ε. Ν., το γένος Ν. Χ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 612/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.-

ΑΠ 1788/2012

Δικονομικό Δίκαιο · Αστικό Δίκαιο2012Άρειος Πάγος
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Οφειλέτιδα κατείχε οικόπεδο στη Νέα Μάκρη (θέση «Γεροσακούλι»), επί της Λεωφόρου Μ., με παλαιούς τίτλους που περιέγραφαν επιφάνεια 1.344 τ.μ. (συμβόλαιο 1977) και 1.438,60 τ.μ. (τοπογραφικό 1992), ενώ η πραγματική επιφάνεια του τμήματος ε ήταν 1.060,50 τ.μ. (πρόσοψη 15,78 μ. ανατολικά, 16,03 μ. δυτικά, πλευρές 67,17 μ. βόρεια και 66,92 μ. νότια). Συνεχόμενα τμήματα 128 τ.μ. (τμήμα δ, κτηθέν με έκτακτη χρησικτησία) και 96 τ.μ. (τμήμα γ, κτηθέν με αγορά το 1974) περιλαμβάνονταν εντός των ορίων που αναγράφονταν στην κατασχετήρια έκθεση. Επιπλέον διαπιστώθηκε συνολική επιπλέον κατάσχεση 360 τ.μ. από συνεχόμενα ακίνητα. Στις 10-3-1995 συντάχθηκε κατασχετήρια έκθεση. Στις 18-3-1998 διενεργήθηκε πλειστηριασμός με υπερθεματισμό 50.001.000 δρχ. και στις 4-5-1998 εκδόθηκε και μεταγράφηκε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε από Μάιο 1998, εκτός λωρίδας 18 τ.μ. που είχε διατεθεί για διάνοιξη Λεωφόρου.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το άρθρο 934 § 1β ΚΠολΔ ορίζει ότι ακυρότητα πράξεων εκτέλεσης (όπως ατελής περιγραφή κατασχέσεως) προβάλλεται με ανακοπή μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης (σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης), ενώ το άρθρο 934 § 1γ ΚΠολΔ θέτει προθεσμίες για προσβολή της τελευταίας πράξης. Το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι με την κατακύρωση και τη μεταγραφή της περίληψης ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα του καθ’ ου ως ειδικός διάδοχος. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατασχέθηκε ακίνητο που περιγράφηκε με επιφάνεια 1.344/1.438,60 τ.μ., ενώ το πραγματικό τμήμα ήταν 1.060,50 τ.μ., περιλαμβάνοντας εντός των ορίων του συνεχόμενα τμήματα 128 τ.μ. και 96 τ.μ. Η κατάσχεση συντάχθηκε στις 10-3-1995, ο πλειστηριασμός έγινε στις 18-3-1998 με προσφορά 50.001.000 δρχ., και η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως εκδόθηκε και μεταγράφηκε στις 4-5-1998. Δεν ασκήθηκε ανακοπή πριν από τον πλειστηριασμό για την ατελή περιγραφή. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η πλημμέλεια της κατασχετήριας έκθεσης δεν μπορεί να προβληθεί μεταγενέστερα κατά του πλειστηριασμού, και με την κατακύρωση και μεταγραφή ο υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα επί των επίδικων τμημάτων, ως ειδικός διάδοχος του οφειλέτη.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η διεκδικητική αξίωση κρίθηκε αβάσιμη διότι τα επίδικα τμήματα (128 τ.μ. και 96 τ.μ.) περιλαμβάνονταν εντός των ορίων του κατασχεθέντος και εκπλειστηριασθέντος αυτοτελούς ακινήτου, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1005 § 1 ΚΠολΔ (κατακύρωση 18-3-1998 και μεταγραφή περίληψης 4-5-1998), και ο υπερθεματιστής απέκτησε κυριότητα ως ειδικός διάδοχος. Η οφειλέτιδα δεν άσκησε εμπρόθεσμη ανακοπή κατά της κατασχετήριας έκθεσης για την ατελή περιγραφή (άρθρο 934 § 1β-1γ ΚΠολΔ), οπότε η ακυρότητα καλύφθηκε και δεν επηρεάζει τον κύρο του πλειστηριασμού. Επιπλέον, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν διότι η απόφαση φέρει επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ ο ισχυρισμός περί μη λήψης υπόψη «πράγματος» απορρίφθηκε ως αόριστος (άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β’ ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την από 25-1-2008 αίτηση της Δ. χήρας Ν. Κ. για αναίρεση της 5563/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΕφΠειρ 503/2021

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2021Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς έφεση του αιτούντος κατά της 1366/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ έγινε εν μέρει δεκτή (ακύρωση επιταγής ως προς 23.714,07 ευρώ) και κατά τα λοιπά απορρίφθηκε. Ο αιτών ζητεί, με ασφαλιστικά μέτρα, αναστολή της επισπευδόμενης εκτέλεσης και του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού μέχρι την απόφαση επί της έφεσης. Καθ’ ης η αίτηση είναι ανώνυμη εταιρία, ειδική διάδοχος τραπεζικού ιδρύματος και μη δικαιούχος διάδικος κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015. Η εκτέλεση επισπεύδεται βάσει διαταγής πληρωμής του 2012 για απαίτηση από αλληλόχρεο λογαριασμό, σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και του αιτούντος ως εγγυητή. Επιβλήθηκε κατάσχεση στις 29-7-2021 επί ακινήτων του αιτούντος στη Νίκαια για ποσό 50.000 ευρώ, με πλειστηριασμό ορισμένο στις 15-10-2021. Ο αιτών προέβαλε ότι: (α) προγενέστερος ηλεκτρονικός πλειστηριασμός στις 9-9-2020 άλλου ακινήτου (ξενοδοχειακό συγκρότημα στη Νάξο, συγκυριότητα 50% με τη σύζυγο) απέφερε 930.000 ευρώ (κατακυρωτική τιμή 901.000 ευρώ), με κατασχεθέν ποσό οφειλής 125.000 ευρώ από τον ίδιο εκτελεστό τίτλο, οπότε η απαίτηση ικανοποιήθηκε, (β) το 2010 συμφωνήθηκαν εξασφαλίσεις και προσημειώσεις που συνδέονται με μη εκταμίευση δανείου, και (γ) η κατασχετήρια έκθεση της 29-7-2020 όρισε πλειστηριασμό κατά παράβαση της επτάμηνης προθεσμίας, μη εξαιρουμένου του μηνός Αυγούστου.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 954 παρ. 2 εδ. ε ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 4335/2015, 4472/2017 και 4512/2018, η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να ορίζει ημέρα πλειστηριασμού υποχρεωτικά μετά την πάροδο επτά μηνών και όχι πέραν των οκτώ από την περάτωση της κατάσχεσης· η ρύθμιση εφαρμόζεται και στην κατάσχεση ακινήτων (άρθρο 993 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ). Η επτάμηνη είναι προπαρασκευαστική προθεσμία που δεν αναστέλλεται τον Αύγουστο (άρθρα 147 παρ. 2, 151 ΚΠολΔ) και δεν συγχέεται με την απαγόρευση πράξεων εκτέλεσης του άρθρου 940Α ΚΠολΔ. Η ανακοπή του άρθρου 933 και τα συναφή ένδικα βοηθήματα (άρθρο 954 παρ. 4 εδ. α, αναστολή άρθρου 1000) ασκούνται στις ειδικώς τάσσόμενες προθεσμίες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ απαιτείται ειδική και σαφής έκθεση πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωση ισχυρισμών όπως η εξόφληση από προηγούμενο πλειστηρίασμα. Πιθανολογήθηκε ότι ο πλειστηριασμός της 9-9-2020 στη Νάξο αφορούσε άλλο ακίνητο, είχε κατακυρωτική τιμή 901.000 ευρώ και το ακίνητο έφερε βάρη (υποθήκες, προσημείωση υπέρ της καθ’ ης, κατασχέσεις τρίτων). Η επίδικη εκτέλεση στηρίζεται στη διαταγή πληρωμής του 2012 και στην κατασχετήρια έκθεση 29-7-2021 για ποσό 50.000 ευρώ επί ακινήτων στη Νίκαια, με πλειστηριασμό 15-10-2021. Ο αιτών δεν εξειδίκευσε στο δικόγραφο το ύψος της οφειλής κατά τον χρόνο της κατάσχεσης ούτε την κατανομή του πλειστηριάσματος έναντι των επιβαρύνσεων. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι: (α) ο ισχυρισμός πλήρους ικανοποίησης από τον προγενέστερο πλειστηριασμό δεν θεμελιώθηκε κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, ιδίως λόγω έλλειψης συγκεκριμένων στοιχείων και ύπαρξης λοιπών βαρών· (β) οι αιτιάσεις για εξασφαλίσεις/προσημειώσεις σε άλλο ακίνητο είναι αλυσιτελείς ως μη αφορώσες την παρούσα εκτέλεση επί Νίκαιας και ποσού 50.000 ευρώ· (γ) ο τρίτος λόγος περί μη συνυπολογισμού Αυγούστου είναι νομικά αβάσιμος, αφού ο μήνας αυτός συνυπολογίζεται στην επτάμηνη προθεσμία. Ως εκ τούτου, δεν πιθανολογήθηκε ευδοκίμηση της έφεσης και η αναστολή δεν χορηγείται.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Ο τρίτος λόγος της έφεσης, ότι η κατασχετήρια έκθεση της 29-7-2020 είναι άκυρη επειδή ο μήνας Αύγουστος δεν έπρεπε να συνυπολογιστεί στην επτάμηνη προθεσμία του άρθρου 954 παρ. 2 εδ. ε ΚΠολΔ, κρίνεται νομικά αβάσιμος, διότι ο Αύγουστος συνυπολογίζεται και δεν επέρχεται ακυρότητα από τη σχετική συμπερίληψη (άρθρα 954 παρ. 2 εδ. ε, 993 παρ. 2 εδ. α, 147 παρ. 2, 151, 940Α ΚΠολΔ). Οι λοιποί λόγοι δεν πιθανολογήθηκαν βάσιμοι: ο ισχυρισμός περί εξόφλησης από προηγούμενο πλειστηρίασμα δεν εξειδικεύτηκε κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ και ο σχετικός πλειστηριασμός αφορούσε άλλο ακίνητο με πολλαπλά βάρη· οι αιτιάσεις για προσημειώσεις/εγγυήσεις σε άλλο ακίνητο είναι αλυσιτελείς σε σχέση με την επίδικη εκτέλεση επί Νίκαιας και ποσού 50.000 ευρώ. Εφόσον δεν πιθανολογήθηκε η ευδοκίμηση των λόγων της έφεσης, η αίτηση αναστολής απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εξέταση αιτήματος προσωρινής διαταγής παρέλκει και, ελλείψει σχετικού αιτήματος, δεν διατάσσονται δικαστικά έξοδα.
Τελική Απόφαση
Απορρίπτει την αίτηση.

ΕφΠειρ 54/2024

Αναγκαστική Εκτέλεση · Τραπεζικό Δίκαιο2024Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.7%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
- Δευτεροβάθμιο στάδιο: Η εκκαλούσα προσέβαλε την 2783/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που είχε απορρίψει ανακοπή της κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα και στρεφόταν κατά της ουσίας της πρωτόδικης κρίσης. - Διάδικοι: Εκκαλούσα (ανακόπτουσα). Εφεσίβλητη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεη διάδικος και διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρίας (ειδική διάδοχος της αρχικής τράπεζας). - Νομική σχέση: Στεγαστικό δάνειο του συζύγου της εκκαλούσας για ανέγερση εξοχικής κατοικίας, με εγγύηση της εκκαλούσας. Έκδοση διαταγής πληρωμής και κίνηση εκτέλεσης από τη διαχειρίστρια απαιτήσεων. - Προδικία/χρονικό: Έκδοση διαταγής πληρωμής το 2021 και επίδοση επιταγής προς πληρωμή στις 20.1.2022. Κατάσχεση ακινήτου της εκκαλούσας με έκθεση 2.3.2022, με πλειστηριασμό ορισμένο για 5.10.2022. Προγενέστερη ανακοπή της εκκαλούσας από 15.2.2022 κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής. Ακύρωση με 82/2022 απόφαση του ΜΠρ Βόλου προγενέστερης κατάσχεσης σε άλλο ακίνητο της εκκαλούσας. Αναστολή πλειστηριασμού με 1594/2022 ΜΠρ Αθηνών έως την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής της 15.2.2022. - Αριθμητικά στοιχεία: Τιμή πρώτης προσφοράς του κατασχεθέντος μετά διόρθωση ορίστηκε σε 389.600 €. Άλλη κατάσχεση (ακυρωθείσα) είχε ορισθεί με τιμή πρώτης προσφοράς 211.000 €. Ο σύζυγος της εκκαλούσας είχε και άλλες οφειλές, μεταξύ τους επιχειρηματικό δάνειο με υπόλοιπο 765.000 €.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κρίθηκε παραδεκτή και εμπρόθεσμη η έφεση κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516, 517, 518 και 533 ΚΠολΔ. Για τη νομιμοποίηση στην εκτέλεση εφαρμόσθηκαν τα άρθρα 919 παρ. 2 και 954 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι διατάξεις ν. 4354/2015 (άρθρα 1 περ. γ’ και 2 παρ. 4) σε συνδυασμό με ν. 3156/2003 (άρθρο 10 και 10 παρ. 16), που αναγνωρίζουν στις εταιρίες διαχείρισης νομιμοποίηση ως μη δικαιούχων διαδίκων. Εφαρμόσθηκε το «σύστημα συγκέντρωσης» του άρθρου 935 ΚΠολΔ (σε συνάφεια με 934), το άρθρο 925 ΚΠολΔ για γνωστοποίηση νομιμοποιητικών εγγράφων, και το άρθρο 993 παρ. 2 ΚΠολΔ (ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 ν. 4842/2021) για τον υπολογισμό της προθεσμίας πλειστηριασμού. Εξετάσθηκαν τα άρθρα 995 παρ. 3 ΚΠολΔ (κοινοποίηση σε τρίτο κύριο/νομέα), 281 ΑΚ και 951 παρ. 2 ΚΠολΔ (αναλογικότητα της κατάσχεσης). Για πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης έγινε επίκληση του ειδικού ενδίκου βοηθήματος του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, ενώ για τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό εφαρμόσθηκαν τα άρθρα 995 και 959 § 5 ΚΠολΔ και οι ΥΑ 41756/2017 και 16106/2021 (άρθρο 5), με ακυρότητα μόνο επί βλάβης (άρθρο 159 ΚΠολΔ). Διαπιστώθηκε έγκυρη αλυσίδα μεταβίβασης/διαχείρισης: τιτλοποίηση με σύμβαση 21.7.2020 (καταχώριση στο Ενεχυροφυλακείο κατά άρθρο 10 παρ. 16 ν. 3156/2003· αναγγελία κατά άρθρο 3 ν. 2844/2000) και ανάθεση διαχείρισης 1.3.2021 στην εφεσίβλητη. Η κατασχέση της 2.3.2022 στηρίχθηκε στη διαταγή πληρωμής και επιταγή 20.1.2022, χωρίς μεταγενέστερη μεταβολή στο πρόσωπο του επισπεύδοντος. Λόγοι που είχαν προβληθεί με την από 15.2.2022 ανακοπή κρίθηκαν απαράδεκτοι κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ. Ο ορισμός πλειστηριασμού για 5.10.2022 εμπίπτει στην προθεσμία του άρθρου 993 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν απαιτείται κοινοποίηση σε σύζυγο/τέκνα της εκκαλούσας κατά το άρθρο 995 παρ. 3 ΚΠολΔ. Η επίκληση καταχρηστικότητας απορρίφθηκε· ο ισχυρισμός περί διπλής κατάσχεσης κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω ακύρωσης της δεύτερης (82/2022 ΜΠρ Βόλου). Τυχόν αοριστία/ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης θεραπεύθηκαν με 1561/2022 ΜΠρ Πειραιώς. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη νομιμοποιείται να επισπεύσει εκτέλεση ως μη δικαιούχος διάδικος, ότι δεν συνέτρεξε λόγος ακυρότητας της κατάσχεσης ή του πλειστηριασμού, και ότι οι επιμέρους αιτιάσεις απορρίπτονται ως απαράδεκτες, μη νόμιμες ή ουσιαστικά αβάσιμες. Κατ’ άρθρο 536 ΚΠολΔ δεν αντικαταστάθηκαν αιτιολογίες επί χειροτέρευσης της θέσης της εκκαλούσας. Επιβλήθηκαν έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και διατάχθηκε εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι: (α) αποδείχθηκε έγκυρη μεταβίβαση και διαχείριση της απαίτησης κατά τα άρθρα 10 και 10 παρ. 16 ν. 3156/2003 με καταχώριση στο Ενεχυροφυλακείο και εφαρμογή του άρθρου 3 ν. 2844/2000, και η εφεσίβλητη νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος να επισπεύσει εκτέλεση κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015· (β) οι προβαλλόμενοι λόγοι που είχαν ήδη γεννηθεί και προτάθηκαν/δυνάμενοι να προταθούν με προγενέστερη ανακοπή ήταν απαράδεκτοι λόγω του άρθρου 935 ΚΠολΔ· (γ) δεν απαιτείτο νέα κοινοποίηση νομιμοποιητικών εγγράφων κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ, αφού δεν μεσολάβησε μεταβολή στο πρόσωπο του επισπεύδοντος· (δ) ο πλειστηριασμός ορίστηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 993 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 ν. 4842/2021)· (ε) δεν συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 995 παρ. 3 ΚΠολΔ για κοινοποίηση σε τρίτο κύριο/νομέα· (στ) δεν θεμελιώθηκε καταχρηστικότητα κατά άρθρο 281 ΑΚ ούτε παραβίαση της αναλογικότητας του άρθρου 951 παρ. 2 ΚΠολΔ, ιδίως μετά την ακύρωση της άλλης κατάσχεσης με την 82/2022 ΜΠρ Βόλου· (ζ) τυχόν πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης θεραπεύονται με το ειδικό βοήθημα του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ και ήδη διορθώθηκαν με την 1561/2022 ΜΠρ Πειραιώς· (η) οι αιτιάσεις για την ηλεκτρονική ανάρτηση είναι αβάσιμες κατ’ άρθρα 995 και 959 § 5 ΚΠολΔ και ΥΑ 41756/2017, 16106/2021. Επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού σε βάρος της εκκαλούσας, οριζόμενα σε 400 €, και διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 και 495 παρ. 3 εδ. ε ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος του εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) €. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας στο δημόσιο ταμείο.

ΕφΠειρ 85/2026

Αναγκαστική Εκτέλεση · Αστικό Δίκαιο2026Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Ο ανακόπτων, κατ’ έφεση εφεσίβλητος, πέτυχε στον πρώτο βαθμό την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή κάτω από απόγραφο διαταγής πληρωμής και της κατασχετήριας έκθεσης, λόγω ερημοδικίας του καθ’ ού, ήδη εκκαλούντος. Ο εκκαλών άσκησε έφεση κατά της 1627/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζητώντας την απόρριψη της ανακοπής. Η υπόθεση αφορά ιδιωτικά δανειακά συμφωνητικά μεταξύ του εκκαλούντος (δανειστή) και δύο οφειλετών: ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου της 6.12.2010 και ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης/επέκτασης της 20.1.2014. Με βάση αυτά εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 2018. Ακολούθησαν πράξεις εκτέλεσης: επιταγή προς πληρωμή στις 15.11.2023 και έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου στις 6.12.2023. Ο ανακόπτων προέβαλε: εικονικότητα των συμφωνητικών και ανυπαρξία οφειλής, ακυρότητα λόγω μη χαρτοσήμανσης, καταχρηστικότητα κατά το άρθρο 281 ΑΚ, αοριστία της επιταγής ως προς τον εκτελεστό τίτλο, και ακυρότητα της κατασχετήριας έκθεσης για παραβάσεις του άρθρου 930 ΚΠολΔ (έλλειψη δεύτερου μάρτυρα, μη αναγραφή ΑΦΜ). Η επιταγή απαιτούσε 205.288,06 ευρώ. Οι αναφερόμενες στο συμφωνητικό οφειλές κατανέμονταν σε 129.692,31 ευρώ για τον συγχρεώστη και 42.307,69 ευρώ για τον ανακόπτοντα.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κατά το δίκαιο της έφεσης ερημοδικίας, αν ο ερημοδικασθείς πρωτοδίκως ασκήσει εμπρόθεσμα και παραδεκτά έφεση, η εκκαλουμένη εξαφανίζεται χωρίς έρευνα των λόγων και η υπόθεση αναδικάζεται, με δυνατότητα προβολής όλων των ισχυρισμών (άρθρα 520, 527, 528, 535 ΚΠολΔ). Το παράβολο της έφεσης κατατίθεται επί ποινή απαραδέκτου (άρθρα 495 παρ. 3, 496 παρ. 2, 532 ΚΠολΔ), χωρίς απαίτηση εμπρόθεσμης κατάθεσης πριν από την άσκηση, αρκεί να προσκομισθεί πριν τη συζήτηση. Η επίδοση μπορεί να γίνει με θυροκόλληση εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 128 ΚΠολΔ και ο πληρεξούσιος που υπογράφει επιταγή προς εκτέλεση καθίσταται αντίκλητος (άρθρο 924 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης ασκείται εντός 45 ημερών (άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ). Λόγοι ανακοπής: ελάττωμα του τίτλου ή της απαίτησης (ΑΚ 138, 139, 180, 211, 214), καταχρηστικότητα (ΑΚ 281), δικονομικά ελαττώματα πράξεων που συνεπάγονται ακυρότητα μόνο με επίκληση δικονομικής βλάβης (άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η μη χαρτοσήμανση διέπεται από ΠΔ 28/1931 και Ν. 2873/2000 και δεν άγει σε ακυρότητα τίτλου ή δικογράφων· οι σχετικές διατάξεις δεν είναι δημόσιας τάξης και ερμηνεύονται υπό το Σύνταγμα και την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικές προϋποθέσεις για την ορθότητα κατασχετήριας έκθεσης τίθενται στα άρθρα 117, 993, 954 και 930 ΚΠολΔ. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το παράβολο της έφεσης δεν είχε κατατεθεί κατά την άσκηση αλλά προσκομίστηκε πριν τη συζήτηση. Η επίδοση της ανακοπής με θυροκόλληση στην κατοικία του πληρεξούσιου που υπέγραψε την επιταγή ήταν νόμιμη (άρθρα 128, 924 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η κατασχετήρια έκθεση επιδόθηκε 11.12.2023 και η ανακοπή ασκήθηκε 25.1.2024, εντός 45 ημερών. Από τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδείχθηκε η σύναψη των ιδιωτικών συμφωνητικών 6.12.2010 και 20.1.2014 και η έκδοση διαταγής πληρωμής το 2018. Ο ισχυρισμός εικονικότητας δεν στηρίχθηκε σε αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος περί μη χαρτοσήμανσης προτάθηκε χωρίς επίκληση δικονομικής βλάβης. Ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας θεμελιώθηκε σε έλλειψη όχλησης και μη αναμονή τελεσιδικίας, χωρίς πρόσθετα περιστατικά. Το σφάλμα στον αριθμό του εκτελεστού τίτλου στην επιταγή ήταν προφανές και αβλαβές, αφού ο τίτλος συγκοινοποιήθηκε. Οι αιτιάσεις για μάρτυρα και μη αναγραφή ΑΦΜ δεν κατέδειξαν δικονομική βλάβη, αφού τα λοιπά στοιχεία ταυτοποίησης υπήρχαν. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή και εμπρόθεσμη την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη λόγω ερημοδικίας και αναδίκασε την υπόθεση. Απέρριψε τον ισχυρισμό εικονικότητας ως ουσία αβάσιμο, τον λόγο περί μη χαρτοσήμανσης ως μη νόμιμο, τις αιτιάσεις καταχρηστικότητας ως αβάσιμες, την αιτίαση αοριστίας της επιταγής ως αβάσιμη και τους λόγους για ακυρότητα της κατάσχεσης ως μη νόμιμους/αβάσιμους ελλείψει βλάβης. Κατ’ αποτέλεσμα, απέρριψε την ανακοπή και επιδίκασε δαπάνη υπέρ του εκκαλούντος.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 (έφεση): Η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1β, 514, 517, 520 παρ. 1, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Το παράβολο δεν κατατέθηκε κατά την άσκηση αλλά προσκομίστηκε πριν τη συζήτηση, οπότε δεν επήλθε απαράδεκτο (άρθρα 495 παρ. 3, 496 παρ. 2, 532 ΚΠολΔ). Δεδομένης της ερημοδικίας στον πρώτο βαθμό, η εμπρόθεσμη και παραδεκτή έφεση επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης μέσα στα όρια της (άρθρα 520, 527, 528 ΚΠολΔ) και διατάχθηκε η επιστροφή του ηλεκτρονικού παραβόλου. Στάδιο 2 (ανακοπή): Η επίδοση της ανακοπής στον πληρεξούσιο που υπέγραψε την επιταγή ήταν νόμιμη, καθόσον αυτός είχε καταστεί αντίκλητος (άρθρα 128 παρ. 2, 4 και 924 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η ανακοπή κατά της έκθεσης κατάσχεσης της 6.12.2023 ασκήθηκε 25.1.2024, εντός 45 ημερών (άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός εικονικότητας των δανειακών συμβάσεων (ΑΚ 138, 139, 180, 211, 214) δεν αποδείχθηκε. Η αιτίαση περί μη χαρτοσήμανσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, διότι οι διατάξεις χαρτοσήμου (Π.Δ. 28/1931, άρθρο 25 παρ. 2 Ν. 2873/2000) δεν είναι δημόσιας τάξης και δεν προσεφέρθη δικονομική βλάβη κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ η ακύρωση θα αντέβαινε και στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος). Η ένσταση καταχρηστικότητας (ΑΚ 281) δεν θεμελιώθηκε σε περιστάσεις προφανούς υπέρβασης ορίων. Το σφάλμα στον αριθμό του τίτλου στην επιταγή ήταν αβλαβές, αφού ο τίτλος συγκοινοποιήθηκε. Οι πλημμέλειες της κατασχετήριας έκθεσης (άρθρα 117, 993, 954, 930 ΚΠολΔ) δεν προκάλεσαν δικονομική βλάβη. Κατά συνέπεια, η ανακοπή απορρίφθηκε στο σύνολο της και επιδικάστηκε δαπάνη υπέρ του εκκαλούντος (άρθρα 179 ΚΠολΔ και 66 Κώδικα Περί Δικηγόρων).
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμό 1627/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικειου Πειραιώς. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του με κωδικό ……………. ηλεκτρονικού παράβολου δημοσίου στον εκκαλούντα ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 22.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2024) ανακοπή ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή. ΕΠΙΒΑΛΕΙ σε βάρος του εφεσίβλητου την δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιαδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

ΕφΠειρ 379/2025

Αναγκαστική Εκτέλεση2025Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Σε δεύτερο βαθμό, οι εκκαλούντες προσέβαλαν την 3337/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η από 20.5.2024 ανακοπή τους κατά πράξεων εκτέλεσης. Αντίδικος είναι ανώνυμη εταιρία ως διαχειρίστρια απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού. Οι εκκαλούντες είναι δύο (αρσενικού γένους). Το πλαίσιο αφορά αναγκαστική εκτέλεση για απαίτηση από διαταγή πληρωμής του 2017, η οποία έχει τιτλοποιηθεί (ν. 3156/2003) και διαχειρίζεται από την εφεσίβλητη (κατ’ επίκληση των συμβάσεων διαχείρισης). Προηγήθηκαν: επιταγή προς πληρωμή της 20.3.2024, η οποία επιδόθηκε στους εκκαλούντες στις 26.3.2024 και 27.3.2024, και κατασχετήρια έκθεση ακινήτων της 12.4.2024, με απόσπασμα δημοσιευμένο στο e-ΕΦΚΑ την 18.4.2024. Η κατασχέση ήρθη με πράξη συμβολαιογράφου την 5.12.2024, κοινοποιήθηκε στους εκκαλούντες και καταχωρίστηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο την 30.12.2024. Οι λόγοι ανακοπής/έφεσης περιλάμβαναν: εσφαλμένη ημερομηνία πλειστηριασμού στην κατασχετήρια έκθεση, εσφαλμένες αναφορές σε εκθέσεις επίδοσης, διάσταση μεταξύ κατασχετήριας έκθεσης και αποσπάσματος δημοσίευσης, και έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της διαχειρίστριας λόγω εφαρμοστέου αγγλικού δικαίου στη σύμβαση διαχείρισης.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τους κανόνες περί παραδεκτού και συμφέροντος της έφεσης, τον προσδιορισμό και τη λυσιτέλεια των λόγων κατ’ άρθρα 520 και 535 ΚΠολΔ, καθώς και την αρχή της διάθεσης και την εξουσία του επισπεύδοντος να παραιτηθεί από πράξεις εκτέλεσης (άρθρα 106, 927 ΚΠολΔ). Ως προς την ακύρωση ή διόρθωση πράξεων εκτέλεσης εφάρμοσε τα άρθρα 933, 954 παρ. 4 και 159 ΚΠολΔ, επισημαίνοντας ότι ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης που επιδέχονται διόρθωση δεν θεμελιώνουν ακύρωση χωρίς ειδική βλάβη. Για τη δημοσίευση αποσπάσματος εφαρμόστηκε το άρθρο 995 παρ. 4 ΚΠολΔ και έγινε δεκτό ότι πλημμέλειες του αποσπάσματος πλήττονται αυτοτελώς. Αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση διαχειρίστριας εταιρίας, εφαρμόστηκε το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 (και στο πλαίσιο τιτλοποίησης κατά ν. 3156/2003) ως κανόνας ελληνικού δικαίου που διέπει την εκτέλεση στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από ρήτρα αγγλικού δικαίου στις συμβάσεις διαχείρισης. Διαπιστώθηκε ότι η επιβληθείσα κατάσχεση ήρθη με πράξη της 5.12.2024, η άρση κοινοποιήθηκε και καταχωρίστηκε. Παρά τη ματαίωση της συγκεκριμένης εκτέλεσης, οι εκκαλούντες διατηρούν έννομο συμφέρον λόγω του κεφαλαίου δικαστικών εξόδων της πρωτοβάθμιας απόφασης. Ως προς την ημερομηνία πλειστηριασμού, στην κατασχετήρια έκθεση αναγράφηκε «17-11-2024 ημέρα Πέμπτη», ενώ το απόσπασμα και η ανάρτηση έφεραν την ορθή ημερομηνία 21-11-2024. Ειδική βλάβη δεν επικαλέσθηκαν. Για τις επιδόσεις, η κατασχετήρια έκθεση μνημόνευε εσφαλμένως αριθμούς/ημερομηνίες, πλην όμως η επιταγή επιδόθηκε στις 26-27.3.2024 και η διαταγή πληρωμής στις 2.11.2017. Οι συμβάσεις διαχείρισης φέρουν ρήτρα αγγλικού δικαίου, αλλά αφορούν την εσωτερική σχέση διαχείρισης. Το Δικαστήριο αξιολόγησε ότι η εσφαλμένη αναγραφή της ημερομηνίας συνιστά πλημμέλεια διορθώσιμη με την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4, χωρίς να στοιχειοθετείται ακυρότητα κατ’ άρθρο 933, ελλείψει μη ιατής βλάβης. Η εσφαλμένη μνεία εκθέσεων επίδοσης δεν αφορά αναγκαίο περιεχόμενο της κατασχετήριας έκθεσης και, ενόψει των αποδεδειγμένων επιδόσεων, δεν θεμελιώνει ακύρωση· διορθώνεται με άρθρο 954 παρ. 4. Η επίκληση διάστασης με το απόσπασμα πλήττει την πράξη δημοσιότητας, όχι την ίδια την κατασχετήρια έκθεση· συνεπώς, ο λόγος είναι μη νόμιμος (αντικατάσταση αιτιολογιών κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ). Τέλος, η διαχειρίστρια νομιμοποιείται ενεργητικώς κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 να επισπεύδει εκτέλεση στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από ρήτρα αγγλικού δικαίου στις μεταξύ των συμβαλλομένων συμβάσεις.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Η έφεση απορρίφθηκε διότι όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι κρίθηκαν αβάσιμοι: (α) η εσφαλμένη αναγραφή της ημερομηνίας πλειστηριασμού στην κατασχετήρια έκθεση συνιστά πλημμέλεια διορθώσιμη με την ειδική ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ και δεν θεμελιώνει ακύρωση κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ελλείψει ειδικώς επικληθείσας βλάβης· (β) η εσφαλμένη μνεία εκθέσεων επίδοσης στην κατασχετήρια έκθεση δεν αφορά αναγκαίο περιεχόμενό της κατά τα άρθρα 954 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι δε σχετικές επιδόσεις αποδείχθηκαν ότι τελέσθηκαν στις 26-27.3.2024 (επιταγή) και στις 2.11.2017 (διαταγή πληρωμής)· (γ) η επικαλούμενη διάσταση μεταξύ αποσπάσματος και κατασχετήριας έκθεσης πλήττει αυτοτελώς την πράξη δημοσιότητας του άρθρου 995 παρ. 4 ΚΠολΔ και όχι την ίδια την έκθεση (αντικατάσταση αιτιολογιών κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ)· (δ) η εφεσίβλητη, ως εταιρία διαχείρισης, νομιμοποιείται ενεργητικώς να επισπεύδει την εκτέλεση στην Ελλάδα κατά το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4354/2015, ανεξαρτήτως ρήτρας αγγλικού δικαίου στις συμβάσεις διαχείρισης. Κατ’ ακολουθίαν, απορρίφθηκε και η σωρευθείσα αίτηση αναστολής του άρθρου 938 παρ. 2 ΚΠολΔ λόγω απόρριψης της εφέσεως. Τα δικαστικά έξοδα συμψηφίσθηκαν κατ’ άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ, εν μέρει λόγω εύλογης αμφιβολίας των εκκαλούντων μετά την άρση της κατάσχεσης και εν μέρει λόγω ερμηνευτικής δυσχέρειας. Διατάχθηκε η εισαγωγή του e-παραβόλου ποσού 100 ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τελική Απόφαση
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση. Απορρίπτει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ.2 ΚΠολΔ. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας μεταξύ τους. Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό ………….. e-παράβολου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού εκατό (100) ευρώ στο δημόσιο ταμείο.

ΕφΠειρ 690/2022

Αναγκαστική Εκτέλεση · Δικονομικό Δίκαιο2022Εφετείο Πειραιώς
Σχετικότητα 95.6%
Κρίσιμα Πραγματικά Περιστατικά
Δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά οριστικής απόφασης του ΜονΠρωτΠειρ (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) που, ερήμην της καθ’ης, έκανε δεκτή ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Εκκαλούσα είναι ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (καθ’ης η ανακοπή) και εφεσίβλητοι είναι δύο ανακόπτοντες (εγγυητές). Το πλαίσιο αφορά πιστωτικές συμβάσεις σε δολάρια ΗΠΑ με πλοιοκτήτρια αλλοδαπή εταιρεία για αγορά/μετασκευή επιβατηγού-οχηματαγωγού πλοίου και μεταγενέστερες τροποποιήσεις και αναχρηματοδοτήσεις. Οι εφεσίβλητοι εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες. Μετά από καταγγελίας (31.1.2017) εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 2017 για μέρος απαίτησης από σύμβαση 2013 και επισπεύσθηκε πλειστηριασμός του πλοίου. Εκδόθηκε και δεύτερη διαταγή πληρωμής το 2018 για απαίτηση από σύμβαση 2015, βάσει της οποίας επιβλήθηκε κατάσχεση σε ακίνητο συγκυριότητάς τους στον Δήμο Κρωπίας Αττικής και ορίστηκε ηλεκτρονικός πλειστηριασμός. Προηγήθηκαν: καταγγελία όλων των δανείων (31.1.2017), πλειστηριασμός πλοίου (2.8.2017) με κατακύρωση αντί 14.000.014 δολ. ΗΠΑ και κατάταξη της εκκαλούσας για 13.914.213,01 δολ. ΗΠΑ, με ανεξόφλητο υπόλοιπο από λοιπές απαιτήσεις. Η νέα εκτέλεση στηρίζεται στη διαταγή πληρωμής του 2018 για 2.750.000 δολ. ΗΠΑ, με εκτέλεση για μέρος 280.000 δολ. ΗΠΑ ισάξιο σε ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς ακινήτου 890.000 ευρώ. Η πρωτόδικη απόφαση είχε δεχθεί την ανακοπή στηριζόμενη στο τεκμήριο ομολογίας λόγω ερημοδικίας της τράπεζας.
Νομική Σκέψη του Δικαστηρίου
Κανόνας: Η εμπρόθεσμη και νομότυπη έφεση του διαδίκου που δικάστηκε ερήμην επιφέρει άμεσα την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος (άρθρο 528 ΚΠολΔ) με απλή τυπική παραδοχή (άρθρο 532 ΚΠολΔ), άνευ έρευνας λόγων. Μετά την εξαφάνιση, το Εφετείο κρατεί και αναδικάζει την υπόθεση. Στη δίκη του άρθρου 933 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις στο μέτρο που ισχύει δεδικασμένο από απόφαση ή διαταγή πληρωμής (άρθρα 330, 633 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) μπορεί να προταθεί εφόσον αφορά περιστατικά μη καλυπτόμενα από δεδικασμένο. Για ελαττώματα περιγραφής κατασχεθέντος, η κατασχετήρια έκθεση οφείλει ακριβή περιγραφή (άρθρα 954 παρ. 2, 993 παρ. 2, 117 ΚΠολΔ) και ακυρότητα επέρχεται μόνο με βλάβη κατά άρθρο 159 ΚΠολΔ, ενώ κατά κανόνα οι πλημμέλειες θεραπεύονται με διορθωτική ανακοπή (άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ). Ευρήματα: Η έφεση της εκκαλούσας ήταν παραδεκτή. Η εκτέλεση κατά των ανακοπτόντων στηρίχθηκε στη διαταγή πληρωμής του 2018 για 2.750.000 δολ. ΗΠΑ, χωρίς ισχύ δεδικασμένου λόγω εκκρεμούς ανακοπής. Προηγήθηκε διαταγή πληρωμής του 2017 για 2.500.000 δολ. ΗΠΑ και πλειστηριασμός πλοίου (2.8.2017) με κατακύρωση 14.000.014 δολ. ΗΠΑ και κατάταξη της τράπεζας για 13.914.213,01 δολ. ΗΠΑ, ενώ παρέμεινε ανεξόφλητο υπόλοιπο από λοιπές απαιτήσεις. Η τράπεζα είχε παρασχέσει διαδοχικές χρηματοδοτήσεις και παρατάσεις, καταγγέλλοντας τελικώς τις συμβάσεις μετά από μακρά αθέτηση. Η περιγραφή του ακινήτου στην κατασχετήρια έκθεση περιλαμβάνει στοιχεία ρυμοτόμησης και τίτλων (ν. 1221/1981, Διάταγμα ΦΕΚ 223Δ/10.4.1990). Εφαρμογή: Η έφεση γίνεται δεκτή τυπικά, εξαφανίζεται η ερήμην πρωτόδικη απόφαση και η υπόθεση αναδικάζεται. Ο ισχυρισμός καταχρηστικότητας του άρθρου 281 ΑΚ είναι παραδεκτός ως μη καλυπτόμενος από δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής του 2018, αλλά απορρίπτεται κατ’ ουσίαν: η τράπεζα ενήργησε εντός των ορίων καλής πίστης, είχε νόμιμο συμφέρον στην εκτέλεση και το πλειστηρίασμα του πλοίου δεν κάλυψε την απαίτηση της επίδικης σύμβασης. Οι επικαλούμενες πλημμέλειες περιγραφής δεν συνεπάγονται ακύρωση κατά άρθρο 933 ΚΠολΔ, αλλά –εφόσον συντρέχουν– θεραπεύονται με ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ. Εντεύθεν η ανακοπή απορρίπτεται κατ’ ουσίαν.
Κύριοι Λόγοι Απόφασης
Στάδιο 1 – Παραδοχή έφεσης: Η έφεση της εκκαλούσας, που δικάστηκε ερήμην πρωτοδίκως, είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη και συνεπάγεται, με τυπική παραδοχή της (άρθρα 528, 532 ΚΠολΔ), την άμεση και καθολική εξαφάνιση της ερήμην πρωτόδικης απόφασης χωρίς έρευνα λόγων. Διατάσσεται η επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 εδαφ. ε΄ ΚΠολΔ). Στάδιο 2 – Επί της ανακοπής: Η ένσταση δεδικασμένου απορρίπτεται, διότι η επίδικη εκτέλεση στηρίζεται στη διαταγή πληρωμής του 2018, η οποία δεν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Ο προβαλλόμενος λόγος καταχρηστικότητας (άρθρο 281 ΑΚ) απορρίπτεται: η τράπεζα άσκησε το δικαίωμά της σύμφωνα με την καλή πίστη, είχε ανεξόφλητες απαιτήσεις από μεταγενέστερες συμβάσεις και το πλειστηρίασμα του πλοίου (14.000.014 δολ. ΗΠΑ) με κατάταξη 13.914.213,01 δολ. ΗΠΑ δεν κάλυψε την απαίτηση της σύμβασης του 2015 για την οποία επισπεύδεται εκτέλεση (εκτέλεση για μέρος 280.000 δολ. ΗΠΑ ισάξιο σε ευρώ). Οι επικαλούμενες ατέλειες περιγραφής του κατασχεθέντος ακινήτου δεν θεμελιώνουν ακύρωση κατά άρθρο 933 ΚΠολΔ αλλά, εφόσον συντρέχουν, διορθώνονται με ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτων, η ανακοπή απορρίπτεται κατ’ ουσίαν. Η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού επιβάλλεται σε βάρος των ανακοπτόντων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τελική Απόφαση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ουσίαν την ανωτέρω έφεση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει εξαρχής την υπόθεση επί της από 24.4.2019 (με αυξ.αριθμ.εκθ.καταθ…………../24.4.2019) ανακοπής. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την ανακοπή και απορρίπτει αυτήν κατ’ουσίαν. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των ανακοπτόντων τη δικαστική δαπάνη της καθ’ης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

93.000+ αποφάσεις · 16.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →