Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, λόγοι ανακοπής, τυπικά και ουσιαστικά ελαττώματα

Κύρια Νομική Θέση

Στο πλαίσιο της ανακοπής του ΚΠολΔ Άρθρο 632, μπορούν να προβληθούν τόσο τυπικά ελαττώματα της διαταγής πληρωμής όσο και ουσιαστικές ενστάσεις κατά της απαίτησης, εφόσον αφορούν τη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσής της κατά τα ΚΠολΔ Άρθρο 623 και ΚΠολΔ Άρθρο 624 και προβάλλονται με σαφή και ορισμένο τρόπο. Αντίθετα, οψιγενείς λόγοι, δηλαδή περιστατικά απόσβεσης ή παραγραφής που επήλθαν μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν προβάλλονται με την ανακοπή του άρθρου 632 αλλά με ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατά ΚΠολΔ Άρθρο 933.

Η διαθέσιμη νομολογία του Αρείου Πάγου είναι αρκετά σταθερή ως προς: α) την ανάγκη ορισμένου των λόγων ανακοπής, β) τη διάκριση μεταξύ προϋφιστάμενων και επιγενόμενων λόγων, και γ) τη δυνατότητα μερικής ακύρωσης της διαταγής πληρωμής κατά ΚΠολΔ Άρθρο 633.


1. Νομικό Πλαίσιο

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΠολΔ Άρθρο 623
Ορίζει ότι διαταγή πληρωμής εκδίδεται μόνο για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό, αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 1026/2013, ΑΠ 1371/2018, ΑΠ 1323/2025.

ΚΠολΔ Άρθρο 632
Παρέχει στον οφειλέτη το δικαίωμα άσκησης ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής. Η προθεσμία είναι δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες, αν ο καθ’ ου έχει διαμονή ή έδρα στην Ελλάδα, και τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, αν έχει διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση, αλλά μπορεί να ζητηθεί αναστολή.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 1140/2022, ΑΠ 1026/2013, ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 1972/2022, ΑΠ 565/2021, ΑΠ 1371/2018, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 767/2025.

ΚΠολΔ Άρθρο 633
Αν η ανακοπή είναι εμπρόθεσμη, νόμιμη και βάσιμη, ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής· διαφορετικά απορρίπτεται και επικυρώνεται. Αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, επιτρέπεται νέα επίδοση και νέα ανακοπή εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη δεύτερη επίδοση. Αν παρέλθει άπρακτη και αυτή η προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά συνέπειες δεδικασμένου.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 8/2017, ΑΠ 977/2015, ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 633/2023.

ΚΠολΔ Άρθρο 631
Η διαταγή πληρωμής αποτελεί εκτελεστό τίτλο αφού περιαφεί τον εκτελεστήριο τύπο. Κατ’ εξαίρεση, αναστέλλεται η εκτελεστότητα όταν έχει εκδοθεί κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής.
Σημαντικό για το ερώτημά σας ως προς την αναστολή εκτελεστότητας.

ΚΠολΔ Άρθρο 634
Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

ΚΠολΔ Άρθρο 585
Το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους της. Νέοι λόγοι προτείνονται μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται και κοινοποιείται εμπροθέσμως.
Εφαρμόζεται στην ΑΠ 1371/2018.

ΚΠολΔ Άρθρο 933
Αντιρρήσεις κατά της απαίτησης ή του εκτελεστού τίτλου στο στάδιο της εκτέλεσης ασκούνται μόνο με ανακοπή. Ειδικά όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, αντιρρήσεις κατά της απαίτησης είναι απαράδεκτες, εκτός αν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα.
Εφαρμόζεται στις ΑΠ 1371/2018, ΑΠ 977/2015, ΑΠ 565/2021.

ΚΠολΔ Άρθρο 938
Ρυθμίζει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης λόγω ανακοπής κατά της εκτέλεσης. Είναι συναφές, αλλά το κύριο άρθρο για αναστολή κατά διαταγής πληρωμής είναι το ΚΠολΔ Άρθρο 632 παρ. 3.

ΚΠολΔ Άρθρο 147
Το διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται, μεταξύ άλλων, για τις προθεσμίες των άρθρων 632 παρ. 2 και 633 παρ. 2.


2. Νομολογία

Α) Ενισχυτικά επιχειρήματα

1. Άρειος Πάγος 1026/2013
- Σχετικότητα: Αφορά ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής με λόγο ότι η απαίτηση δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τον χρόνο έκδοσης της διαταγής.
- Κρίση: Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ανακοπή ήταν ορισμένη, επειδή περιέγραφε τη σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 7.336,76 ευρώ, τις εμπρόθεσμες καταβολές έως 10-2-2006 και το μη ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο 5.770,22 ευρώ.
- Εφαρμογή: Ενισχύει τη θέση ότι με την ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 632 μπορούν να προβληθούν ουσιαστικές ενστάσεις που αφορούν τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων του ΚΠολΔ Άρθρο 623 και ΚΠολΔ Άρθρο 624, όπως η έλλειψη ληξιπροθέσμου και απαιτητού. Αναλογικά, το ίδιο ισχύει και για εξόφληση πριν από την έκδοση ή για παραγραφή που είχε ήδη συμπληρωθεί πριν από την έκδοση.

2. Άρειος Πάγος 565/2021
- Σχετικότητα: Αφορά λόγο ανακοπής περί απόσβεσης της απαίτησης με εξοφλητική απόδειξη και συμβιβασμό πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
- Κρίση: Το δικαστήριο έκρινε ότι το Εφετείο εσφαλμένα θεώρησε πως επρόκειτο για μεταγενέστερη απόσβεση. Η προβαλλόμενη απόσβεση είχε επέλθει την 15-10-2010 με καταβολή 365.000 ευρώ, πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
- Εφαρμογή: Είναι η ισχυρότερη απόφαση για τον λόγο εξόφληση. Υποστηρίζει ότι η εξόφληση ή ο συμβιβασμός που έχουν συντελεστεί πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής αποτελούν νόμιμο λόγο ανακοπής του ΚΠολΔ Άρθρο 632, όχι του ΚΠολΔ Άρθρο 933.

3. Άρειος Πάγος 1371/2018
- Σχετικότητα: Αφορά το κρίσιμο ζήτημα αν επιγενόμενη παραγραφή μπορεί να προβληθεί με ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής.
- Κρίση: Το δικαστήριο έκρινε ότι η ένσταση παραγραφής εν επιδικία, ως επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικό, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής. Τέτοιοι οψιγενείς ισχυρισμοί προβάλλονται μόνο με ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατά ΚΠολΔ Άρθρο 933.
- Εφαρμογή: Καθοριστική για τη διάκριση:
- παραγραφή πριν από την έκδοση: προβάλλεται με ΚΠολΔ Άρθρο 632
- παραγραφή μετά την έκδοση: προβάλλεται με ΚΠολΔ Άρθρο 933

4. Άρειος Πάγος 1140/2022
- Σχετικότητα: Αφορά το ορισμένο του λόγου ανακοπής.
- Κρίση: Κρίθηκε ότι ο λόγος ήταν πλήρως ορισμένος, επειδή αναφέρονταν το αρχικό μίσθωμα, οι εφαρμοστέες διατάξεις, ο τρόπος υπολογισμού της μείωσης και το εσφαλμένο ποσό της διαταγής πληρωμής, ήτοι 24.074,40 ευρώ αντί 24.862,50 ευρώ.
- Εφαρμογή: Χρήσιμη για τη δικονομική διατύπωση της ανακοπής. Αν προβάλλετε παραγραφή, έλλειψη εγγράφου αποδείξεως ή εξόφληση, πρέπει να εκτεθούν συγκεκριμένα τα πραγματικά περιστατικά, οι ημερομηνίες, τα έγγραφα και το ακριβές ποσό που δεν οφείλεται.

5. Άρειος Πάγος 1323/2025
- Σχετικότητα: Αφορά την έλλειψη πλήρους έγγραφης απόδειξης και την εξάρτηση της απαίτησης από όρο.
- Κρίση: Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για τελευταία δόση 20.000 ευρώ, επειδή η καταβολή εξαρτιόταν από την προσκόμιση και τον έλεγχο νόμιμων παραστατικών, τα οποία δεν υπήρχαν.
- Εφαρμογή: Ισχυρό επιχείρημα για λόγο ανακοπής περί έλλειψης εγγράφου αποδείξεως ή περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων του ΚΠολΔ Άρθρο 623 και ΚΠολΔ Άρθρο 624. Αν η απαίτηση δεν αποδεικνύεται πλήρως με έγγραφα ή εξαρτάται από όρο/αντιπαροχή, η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται.


Β) Αντιμετώπιση αντιρρήσεων

1. Άρειος Πάγος 1772/2022
- Στηρίζει τη θέση ότι λόγος ανακοπής είναι αόριστος όταν δεν προσδιορίζεται το συγκεκριμένο ποσό κατά το οποίο επηρεάζεται η οφειλή.
- Αντίκρουση: Η απόφαση αφορά περίπτωση μερικής κατάλυσης της απαίτησης λόγω άκυρου όρου υπολογισμού τόκων. Εκεί απαιτείται ποσοτικός προσδιορισμός, επειδή η ευδοκίμηση οδηγεί σε μερική ακύρωση κατά ΚΠολΔ Άρθρο 633 παρ. 1. Αντίθετα, σε λόγους όπως ολική εξόφληση πριν από την έκδοση, ολική παραγραφή πριν από την έκδοση ή παντελής έλλειψη εγγράφου αποδείξεως, η επιχειρηματολογία μπορεί να στηριχθεί σε ολική ανυπαρξία προϋποθέσεων έκδοσης.

2. Άρειος Πάγος 1972/2022
- Στηρίζει τη θέση ότι γενική αμφισβήτηση της οφειλής χωρίς προσβολή συγκεκριμένων κονδυλίων είναι αόριστη.
- Αντίκρουση: Η απόφαση αφορά κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, όπου πράγματι απαιτείται ειδική προσβολή κονδυλίων. Δεν αποκλείει λόγους ανακοπής που στηρίζονται σε αυτοτελή γεγονότα, όπως εξόφληση, παραγραφή, έλλειψη ληξιπροθέσμου, ή έλλειψη εγγράφου αποδείξεως, αρκεί να εκτίθενται συγκεκριμένα.


3. Προτεινόμενη Επιχειρηματολογία

α) Παραγραφή απαίτησης
- Να διακριθεί αυστηρά αν η παραγραφή είχε συμπληρωθεί πριν ή μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
- Αν είχε συμπληρωθεί πριν, προβάλλεται με ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 632, ως λόγος που πλήττει τη βασιμότητα της απαίτησης και τη νομιμότητα έκδοσης της διαταγής, σε συνδυασμό με ΚΠολΔ Άρθρο 623.
- Αν συμπληρώθηκε μετά, κατά Άρειος Πάγος 1371/2018, ο λόγος είναι οψιγενής και πρέπει να προβληθεί με ΚΠολΔ Άρθρο 933.
- Να ληφθεί υπόψη και το ΚΠολΔ Άρθρο 634, κατά το οποίο η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή.

β) Έλλειψη εγγράφου αποδείξεως
- Να προβληθεί ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση του ΚΠολΔ Άρθρο 623, δηλαδή ότι η απαίτηση και το ποσό της δεν αποδεικνύονται πλήρως με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
- Αν η απαίτηση εξαρτάται από όρο, αντιπαροχή ή μη αποδειχθέν γεγονός, να συνδυαστεί και με ΚΠολΔ Άρθρο 624.
- Κύρια νομολογιακή στήριξη: Άρειος Πάγος 1323/2025.

γ) Εξόφληση
- Αν η εξόφληση επήλθε πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αποτελεί νόμιμο λόγο ανακοπής του ΚΠολΔ Άρθρο 632.
- Πρέπει να εκτεθούν με ακρίβεια: ημερομηνία εξόφλησης, ποσό, τρόπος καταβολής, σχετικό έγγραφο, και αν υπήρξε εξοφλητική απόδειξη ή συμβιβασμός.
- Κύρια νομολογιακή στήριξη: Άρειος Πάγος 565/2021.
- Αν η εξόφληση είναι μεταγενέστερη της έκδοσης, τότε ο λόγος μεταφέρεται στο ΚΠολΔ Άρθρο 933.

δ) Αναστολή εκτελεστότητας
- Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την εκτέλεση, κατά ΚΠολΔ Άρθρο 632 παρ. 3.
- Πρέπει να υποβληθεί χωριστή αίτηση αναστολής, με επίκληση πιθανολόγησης ευδοκίμησης της ανακοπής.
- Μόνη αυτοδίκαιη εξαίρεση προκύπτει από το ΚΠολΔ Άρθρο 631 για πρόσωπο με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή/έδρα στο εξωτερικό, όσο διαρκεί η προθεσμία ανακοπής.

ε) Προθεσμία άσκησης
- 15 εργάσιμες ημέρες για οφειλέτη με διαμονή ή έδρα στην Ελλάδα, κατά ΚΠολΔ Άρθρο 632 παρ. 2.
- 30 εργάσιμες ημέρες για οφειλέτη με διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό ή άγνωστη διαμονή.
- Ο Αύγουστος δεν υπολογίζεται, κατά ΚΠολΔ Άρθρο 147.
- Αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, μπορεί να υπάρξει δεύτερη επίδοση και νέα προθεσμία κατά ΚΠολΔ Άρθρο 633 παρ. 2.
- Κατά Άρειος Πάγος 8/2017, δεύτερη ανακοπή επιτρέπεται και όταν η πρώτη απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους.


4. Νομολογιακή Ισχύς

Παγία, ως προς τα εξής σημεία:
1. Η ανακοπή του ΚΠολΔ Άρθρο 632 πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη: Άρειος Πάγος 1140/2022, Άρειος Πάγος 1772/2022, Άρειος Πάγος 1972/2022, Άρειος Πάγος 633/2023, Άρειος Πάγος 767/2025.
2. Οψιγενείς λόγοι δεν προβάλλονται με το άρθρο 632 αλλά με το ΚΠολΔ Άρθρο 933: Άρειος Πάγος 1371/2018.
3. Προϋφιστάμενη εξόφληση ή άλλη απόσβεση μπορεί να προβληθεί με το άρθρο 632: Άρειος Πάγος 565/2021, αναλογικά και Άρειος Πάγος 1026/2013.
4. Η έλλειψη πλήρους έγγραφης απόδειξης ή η εξάρτηση της απαίτησης από όρο αποκλείει τη διαταγή πληρωμής: Άρειος Πάγος 1323/2025.


5. Πρακτικές Συστάσεις

1. Πρώτα να προσδιοριστεί χρονικά κάθε λόγος:
- πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής → ΚΠολΔ Άρθρο 632
- μετά την έκδοση → ΚΠολΔ Άρθρο 933

2. Για παραγραφή, να ελεγχθεί υποχρεωτικά η επίδραση του ΚΠολΔ Άρθρο 634 περί διακοπής με την επίδοση της διαταγής πληρωμής.

3. Για εξόφληση, να επισυναφθούν τα κρίσιμα έγγραφα και να διατυπωθεί ο λόγος όπως στη λογική της Άρειος Πάγος 565/2021: συγκεκριμένη ημερομηνία, ποσό, έγγραφο εξόφλησης, συνέπεια για την απαίτηση.

4. Για έλλειψη εγγράφου αποδείξεως, να αναδειχθεί ότι το προσκομιζόμενο υλικό δεν αποδεικνύει πλήρως ούτε την απαίτηση ούτε το ακριβές ποσό ή ότι η απαίτηση εξαρτάται από όρο, κατά ΚΠολΔ Άρθρο 623, ΚΠολΔ Άρθρο 624, Άρειος Πάγος 1323/2025.

5. Να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στο ορισμένο του δικογράφου:
- συγκεκριμένα περιστατικά
- ημερομηνίες
- ποσά
- έγγραφα
- σαφές αίτημα ακύρωσης ολικά ή μερικά
Κύριες παραπομπές: Άρειος Πάγος 1140/2022, Άρειος Πάγος 1772/2022, Άρειος Πάγος 1972/2022.

6. Παράλληλα με την ανακοπή, αν υπάρχει κίνδυνος άμεσης εκτέλεσης, να ασκηθεί και αίτηση αναστολής κατά ΚΠολΔ Άρθρο 632 παρ. 3.

Αν θέλετε, μπορώ στο επόμενο βήμα να σας δώσω υπόδειγμα δομής δικογράφου ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ ειδικά για τους λόγους: παραγραφή, εξόφληση, έλλειψη εγγράφου αποδείξεως και αίτημα αναστολής.

ΚΠολΔ Άρθρο 632
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 96.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 632: 1. Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. 3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724. 4. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. 5. Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου παρέχεται και στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3. 6. Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ. 7. Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή.
ΚΠολΔ Άρθρο 633
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 95.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 633: 1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής. «2. Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την ως άνω δεύτερη επίδοση. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής έχει συνέπειες δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.» «2Α. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., περί ασφαλιστικών μέτρων, να χορηγήσει αναστολή μ ε ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724.» «3. Εάν η διαταγή πληρωμής που έχει εκτελεστεί, ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει με τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της ανακοπής, το δικαστήριο διατάζει, εάν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του ανακόπτοντος. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.».
ΚΠολΔ Άρθρο 623
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 623: Έκδοση διαταγής πληρωμής "Κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη".
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 95.3%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Η: Ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής 1. Εκείνος κατά του οποίου εκδίδεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις για την αξίωση, η οποία αποτελεί τη νόμιμη αιτία έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν την αξίωση, παραμένουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής έως την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ή έως την άσκηση αυτής, κατά την παρούσα παράγραφο. 2. Η ανακοπή ασκείται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία (3) αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Το δικόγραφο της ανακοπής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει απαραιτήτως να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και συγκεκριμένο αίτημα. 3. Η ανακοπή προσδιορίζεται να συζητηθεί σε δικάσιμο που δεν απέχει περισσότερο από (6) μήνες από την κατάθεσή της. Ως προς την προδικασία, που πρέπει να τηρηθεί, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 126 έως και 128 και 130 έως και 131. Ως προς την κύρια διαδικασία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 132 έως και 143. 4. Όποιος έχει σχετικό έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση στην επί της ανακοπής δίκη. Για την άσκηση της παρέμβασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 112 έως και 114 του Κώδικα αυτού. 5. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το νόμο και την ουσία στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η διαταγή εκδόθηκε αναρμοδίως, β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου ή γ) αν η αξίωση, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, έχει παραγραφεί. Ισχυρισμοί που αφορούν, την καθ' οιονδήποτε τρόπο απόσβεση ή το χαρακτήρα ως μη αμφισβητούμενης της αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, μπορούν να προβάλλονται με την ανακοπή και πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως. 6. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο, όμως, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 206 επ. να χορηγήσει αναστολή έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής, για τους λόγους που ορίζονται στο άρθρο 208 του Κώδικα αυτού. 7. Η επίδοση της ανακοπής και της αίτησης αναστολής μπορεί να γίνει είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, στη διεύθυνση που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιήθηκε εγγράφως μεταβολή της στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής.
ΚΠολΔ Άρθρο 634
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 634: 1. Η επίδοση διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. 2. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.
ΚΕΔΕ Άρθρο 65
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 93.1%
ΚΕΔΕ Άρθρο 65: Ανακοπή από τον οφειλέτη 1. Πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης και κατά του νομίμου τίτλου. Με την ανακοπή επιτρέπεται η προβολή αντιρρήσεων ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός της δεν έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου. 2. Η ανακοπή του οφειλέτη μετά την έναρξη της εκτέλεσης ασκείται για τους παρακάτω περιοριστικά αναφερόμενους λόγους: α) αν η εκτέλεση έλαβε χώρα βάσει άκυρου τίτλου είσπραξης, β) αν το χρέος αποσβέστηκε με καταβολή ή συμψηφισμό σύμφωνα με το άρθρο 75 ή λόγω διαγραφής του και αυτά αποδεικνύονται με έγγραφο, γ) αν το χρέος αποσβέστηκε επιγενόμενα με άλλον τρόπο και η απόσβεση αποδεικνύεται με έγγραφο, δ) αν το χρέος παραγράφηκε, ε) αν αυτός, σε βάρος του οποίου επιδιώκεται η είσπραξη ως διάδοχος του υπόχρεου, δεν είναι ο κατά τον νόμο υπόχρεος, και στ) αν κατά την εκτέλεση έλαβαν χώρα παραλείψεις ή ακυρότητες, υπό τους όρους του άρθρου 67. Κάθε άλλη αμφισβήτηση σχετικά με την ύπαρξη της οφειλής προς το Δημόσιο είναι απαράδεκτη στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. 3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., η ανακοπή του οφειλέτη πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ασκείται ενώπιον του καθ’ ύλην αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 583 έως 585 του Κ.Πολ.Δ., ενώ μετά την έναρξή της ασκείται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης. 4. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει σε καμία περίπτωση την εκτέλεση. Εφόσον, όμως, ασκηθεί ανακοπή κατά της διοικητικής εκτέλεσης, ο οφειλέτης μπορεί με αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης. Προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής από το δικαστήριο είναι η πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής. Μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης αναστολής μπορεί να χορηγηθεί από το δικαστήριο προσωρινή διαταγή.
ΚΠολΔ Άρθρο 631
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 93.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 631: Διαταγή πληρωμής ως εκτελεστός τίτλος Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό αφού περιαφεί τον εκτελεστήριο τύπο. Κατ’ εξαίρεση αναστέλλεται η εκτελεστότητα διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 632, επιτρέπεται όμως να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 724.
ΚΠολΔ Άρθρο 933
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 933: Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών. 2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. 3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584. 4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. 5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. 6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Θ
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.8%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Θ: Απόφαση επί της ανακοπής 1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί παραδεκτώς και είναι εν όλω ή εν μέρει βάσιμη, το Δικαστήριο ακυρώνει ή μεταρρυθμίζει αναλόγως τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής. 2. Αν παρέλθει άπρακτη η κατά το άρθρο 272Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής ή ο ανακόπτων παραιτηθεί από την ασκηθείσα ανακοπή, πριν από την εκδίκασή της, η διαταγή πληρωμής υπόκειται μόνο σε αίτηση αναθεώρησης, εφαρμοζομένων αναλόγως των άρθρων 101 επ..
ΚΠολΔ Άρθρο 636Α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 636Α: «1. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 621 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού κατά τις διατάξεις των άρθρων 623 έως 636, εφόσον η σύναψη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και το ύψος του μισθού αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης από τον οφειλέτη, και εφόσον έχει επιδοθεί έγγραφη όχληση με δικαστικό επιμελητή δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης. Η εργασία που αντιστοιχεί στον μισθό για τον οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, τεκμαίρεται ότι έχει παρασχεθεί. 2. Η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής υποβάλλεται και στον κατά τόπο αρμόδιο δικαστή της παρ. 1 του άρθρου 621. 3. Η συζήτηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε για απαιτήσεις της παρ. 1, προσδιορίζεται κατά προτεραιότητα στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο και πάντως όχι πέραν των τριών (3) μηνών από την κατάθεσή της. Αν αναβληθεί η συζήτηση, αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες. 4. Τυχόν ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθμ. 3, σχετικά με την καταβολή δικαστικού ενσήμου, τέλους απογράφου, παραβόλου και κάθε άλλου τέλους ή φόρου, ισχύουν ανάλογα και για τη διαταγή πληρωμής του παρόντος άρθρου, την ανακοπή που ασκείται κατ ’ αυτής, καθώς και για τα ένδικα μέσα και βοηθήματα που ασκούνται κατά της απόφασης επί της ανακοπής.». ΤΙΤΛΟΣ II ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ
ΚΠολΔ Άρθρο 630
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 630: Περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής Η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικηγόρου που εκδίδει τη διαταγή πληρωμής, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου, γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, δ) την αιτία της πληρωμής, ε) το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, στ) διαταγή πληρωμής, ζ) υπόμνηση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 636 και η) υπογραφή του εκδόσαντος δικηγόρου. Ο εκδόσας τη διαταγή πληρωμής δικηγόρος την καταθέτει στη γραμματεία του πρωτοδικείου και ο γραμματέας περιάπτει τον εκτελεστήριο τύπο στο πρωτότυπο της διαταγής πληρωμής.
ΚΠολΔ Άρθρο 644
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 644: 1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή. 2. Η διάταξη του άρθρου 634 εφαρμόζεται αναλόγως. 3. Η παρ. 3 του άρθρου 633 εφαρμόζεται και σε περίπτωση ακύρωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της ανακοπής της διαταγής απόδοσης του μισθίου που έχει εκτελεσθεί..
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Ι
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 92.0%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Ι: Διακοπή και αναστολή της παραγραφής "1. Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή της σχετικής αξίωσης. 2. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής του άρθρου 272Η.»
ΚΠολΔ Άρθρο 635
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 635: Η επίδοση της ανακοπής των άρθρων 632 και 633 και των αιτήσεων αναστολής του άρθρου 632 μπορεί να γίνει είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε στη διεύθυνση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, η οποία αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιηθεί με δικόγραφο μεταβολή που τυχόν έχει επέλθει.
ΚΠολΔ Άρθρο 934
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 934: Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Προϋποθέσεις και προθεσμίες Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά σε ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του π λειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί κατάσχεσης δε στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής. β) Αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Ζ
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.5%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Ζ: Εκτελεστότητα της διαταγής πληρωμής Η διαταγή πληρωμής αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Η διαταγή πληρωμής δεν εκτελείται κατά του αντισυμβαλλόμενου πριν την άπρακτη παρέλευση της κατά το επόμενο άρθρο προθεσμίας άσκησης της ανακοπής.
ΚΠολΔ Άρθρο 630Α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 91.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 630Α: Επίδοση της διαταγής πληρωμής Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει.
ΚΠολΔ Άρθρο 662Η
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Η: "1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή. 2. Η διάταξη του άρθρου 634 εφαρμόζεται αναλόγως".
ΚΠολΔ Άρθρο 662ΣΤ
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 662ΣΤ: "Ο καθ' ου η διαταγή δικαιούται να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής απόδοσης του μισθίου δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από της επίδοσης της διαταγής. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ.".
ΚΠολΔ Άρθρο 642
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 642: Ο καθ' ου η διαταγή δικαιούται να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του καθ' ύλην αρμοδίου για την εκδίκαση της αγωγής απόδοσης του μισθίου δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της διαταγής. Η ανακοπή εκδικάζεται ως μισθωτική διαφορά.
ΚΠολΔ Άρθρο 662Ζ
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Ζ: Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. Ο δικαστής όμως που την εξέδωσε μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ' ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.**
ΚΠολΔ Άρθρο 643
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 643: Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. Ο δικαστής της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ’ ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.
ΚΠολΔ Άρθρο 624
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 624: 1. Η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνον αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο. 2. Δεν είναι δυνατόν να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, και αν εκδοθεί είναι άκυρη, αν η επίδοση της πρέπει να γίνει σε πρόσωπο που η διαμονή του είναι άγνωστη, εκτός αν έχει αντίκλητο νόμιμα διορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΚΠολΔ.
ΚΠολΔ Άρθρο 585
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 585: 1. Οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή. 2. Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες (60) από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Ε
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 90.0%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Ε: Περιεχόμενο διαταγής πληρωμής 1. Η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, τη διεύθυνση κατοικίας, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοσή της και, εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας και τον αριθμό φορολογικού μητρώου, γ) τα πλήρη στοιχεία του καθ' ου, δ) την αιτία της πληρωμής, ε) το ποσό που πρέπει να καταβληθεί, στ) διαταγή πληρωμής, ζ) υπόμνηση προς τον καθ' ου ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 272Η και η) υπογραφή του δικαστή. 2. Υπόδειγμα διαταγής πληρωμής με το ως άνω περιεχόμενο μπορεί να καθορίζεται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και να αναρτάται σε πίνακα ανακοινώσεων ή στην ιστοσελίδα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
ΚΠολΔ Άρθρο 724
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 724: 1. Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής. 2. Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται και κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1, αν πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης.
ΚΠολΔ Άρθρο 936
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 936: -«1. Τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως: α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμον την ακυρότητα της διάθεσης. Έχει, επίσης, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και ο νομέας, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση αποδείξει πως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται έχει επάνω στο αντικείμενο που έχει κατασχεθεί εμπράγματο δικαίωμα επικρατέστερο από τη νομή. Η ανακοπή εισάγεται στο καθ ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου όπου γίνεται η εκτέλεση. 2. Η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστή και του οφειλέτη και αν πρόκειται για ακίνητο εγγράφεται στο βιβλίο διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή του άρθρου 924 ή παρέσχε την εντολή για τη διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην ανακοπή μπορεί να σωρευτεί και αίτημα απόδοσης του πράγματος. 3. Τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ ’ ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του.».
ΚΔιοικΔ Άρθρο 224
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.6%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 224: Εξουσία του δικαστηρίου (ανακοπές) 1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ' αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως. Ισχυρισμοί που αφορούν παραγραφή της αξίωσης του Δημοσίου για επιβολή φόρου ή τέλους μπορούν επίσης να προβληθούν με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής για πρώτη φορά, εφόσον δεν έχουν προταθεί και κριθεί από άλλο δικαστήριο με ισχύ δεδικασμένου.
ΚΠολΔ Άρθρο 636
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 636: Σε περίπτωση επίδοσης στο εξωτερικό, για την έναρξη της προθεσμίας ανακοπής των άρθρων 632 και 633 παράγραφος 2, η επίδοση θεωρείται ότι συντελέσθηκε κατά τον χρόνο που προβλέπει το δίκαιο του κράτους της διαμονής του παραλήπτη ή κατά τον χρόνο της πραγματικής παραλαβής, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο ή δικαστική ομολογία.
ΚΠολΔ Άρθρο 935
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 935: Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.
ΑΚ Άρθρο 576
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 89.1%
ΑΚ Άρθρο 576: Ελλείψεις ή πραγματικά ελαττώματα του μισθίου Αν κατά το χρόνο της παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε μια τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 228
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.1%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 228: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ «1. Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, εξαιρουμένης της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 217, κατά την οποία η πράξη αναστέλλεται «, ως προς τους δανειστές των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη, », μέχρι να τελεσιδικήσει η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Στις περιπτώσεις α', β' και δ' του άρθρου 217 και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί από τον ανακόπτοντα αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης των προσβαλλομένων πράξεων.» 2. Καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, για την εκδίκαση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου, είναι το κατά το άρθρο 218 δικαστήριο, εφόσον σε αυτό εκκρεμεί η ανακοπή, το οποίο και εκδικάζει την αίτηση κατά τη διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 200 έως και 209, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.
ΚΠολΔ Άρθρο 147
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 89.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 147: « 1. Οι συντηρητικές αποδείξεις που έχουν επιτραπεί διεξάγονται σε όλη τη διάρκεια των διακοπών. « 2. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για τις προθεσμίες των άρθρων 503, 518 παρ. 1, 545 π αρ. 1 και 2, 564 παρ. 1 και 2, καθώς και των άρθρων 153, 215 παρ. 2, 237 παρ . 1 έως 5 και παρ. 8, 238 παρ. 1, 260 παρ. 2, 468 παρ. 1 και 2 εδάφια πρώτο και τρίτο, 598, 632 παρ. 2, 633 παρ. 2, 642, 715 παρ. 5, 729 παρ. 5, 847 π αρ. 1, 926 παρ. 2, 934 παρ. 1 στοιχ. Α ’ και β’, 943 παρ. 4, 955, 966 παρ. 2 και 3, 971 παρ. 1, 972 παρ. 1 στοιχ. β ’, 973, 974, 979 παρ. 2, 983 παρ . 2, 985 παρ. 1, 986, 988 παρ. 1, 995 και 997 παρ. 2.
ΚΠολΔ Άρθρο 938
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.9%
ΚΠολΔ Άρθρο 938: Αναγκαστική εκτέλεση - Αναστολή εκτέλεσης λόγω ανακοπής 1. Με εξαίρεση την κατάσχεση ακινήτων, ως προς τα οποία εφαρμόζεται η παρ. 2, όπως επίσης με εξαίρεση την κατάσχεση κινητών που υπόκεινται σε φθορά, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση ασκείται στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 933 και 936 δικαστήριο και δικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ.. 2. Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ. 1, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με ιδιαίτερο δικόγραφο, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. 3. Στις προηγούμενες περιπτώσεις, είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος με το οποίο εμποδίζεται η εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου. 4. Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. 5. Η αναστολή των παρ. 1 και 2 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ανακοπής ή η απόφαση επί του ενδίκου μέσου.
ΚΠολΔ Άρθρο 509
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 509: 1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και το δικαστήριο πιθανολογεί ότι είναι βάσιμοι οι λόγοι που προτάθηκαν, εξαφανίζει την απόφαση που ανακόπηκε και τις πράξεις που ενεργήθηκαν μετά την απόφαση αυτή, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Αλλιώς απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο. 2. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Το ίδιο ισχύει για τις διαδικαστικές πράξεις της ανταγωγής, της προσεπίκλησης, της ανακοίνωσης και της παρέμβασης.
ΚΠολΔ Άρθρο 640
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.5%
ΚΠολΔ Άρθρο 640: 1. Αν η αίτηση είναι νόμιμη και τα απαιτούμενα σε κάθε περίπτωση περιστατικά αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικηγόρος που εκδίδει την πράξη εκδίδει διαταγή με την οποία υποχρεώνει τον καθ’ ου να αποδώσει στον αιτούντα τη χρήση του μισθίου και τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα. 2. Η διαταγή καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικηγόρου που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου, δ) περιγραφή του μισθίου, ε) την αιτία της απόδοσης με έκθεση των αναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, στ) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, ζ) υπόμνηση στον καθ’ ου ότι η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό που μπορεί να εκτελεστεί μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών από την προς αυτόν επίδοση και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ’ αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση και η) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε. 3. Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεση μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν είκοσι (20) ημέρες από την επίδοσή αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 616.
ΚΠολΔ Άρθρο 937
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.3%
ΚΠολΔ Άρθρο 937: 1. Στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση: α) έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) δεν επιτρέπεται η ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γ) η προθεσμία και η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης. 2. Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 564 είναι εξήντα (60) ημέρες. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 568, σε χρόνο που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Οι προθεσμίες της παραγράφου 4 του άρθρου 568 είναι τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες σε κάθε περίπτωση. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 575, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από σαράντα πέντε (45) ημέρες. «3. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 591 επ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
ΚΕΔΕ Άρθρο 66
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 88.1%
ΚΕΔΕ Άρθρο 66: Ανακοπή τρίτου 1. Ανακοπή κατά της διοικητικής εκτέλεσης δικαιούται να ασκήσει κάθε τρίτος, εφόσον προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητάς του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης. Η ανακοπή στρέφεται κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση Δημοσίου και κατά του οφειλέτη και εγγράφεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της στα βιβλία διεκδικήσεων (κτηματολογικό φύλλο), εάν αφορά ακίνητο. Αρμόδια για την εκδίκαση της ανακοπής είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Η κατά τόπον και καθ’ ύλην αρμοδιότητά τους, ανάλογα με την αξία των κατασχεμένων κατά τον υπολογισμό της από τον ανακόπτοντα, προσδιορίζεται από τις γενικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. 2. Μετά την περάτωση της εκτέλεσης ο τρίτος μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά του υπερθεματιστή εντός απο- σβεστικής προθεσμίας, για μεν τα κινητά ενός (1) έτους από την παράδοσή τους στον υπερθεματιστή, για δε τα ακίνητα πέντε (5) ετών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. 3. Εάν ο τρίτος ασκήσει ανακοπή, μπορεί να ζητήσει με αίτησή του την αναστολή της εκτέλεσης, για μεν τα κινητά μέχρι την παράδοσή τους στον υπερθεματιστή, για δε τα ακίνητα μέχρι την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 583
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 583: Αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική ή εξώδικη πράξη που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής.
ΚΠολΔ Άρθρο 502
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 502: 1. Δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ή εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση, εφόσον δικάστηκαν ερήμην, οι καθολικοί διάδοχοί τους, καθώς και οι μετά την άσκηση της αγωγής ειδικοί διάδοχοί τους. 2. Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, και όταν θεωρείται ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη. 3. Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της ανακοπής του διαδίκου υπέρ του οποίου είχε παρέμβει.
ΚΠολΔ Άρθρο 673
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 88.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 673: 1. Ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. 2. Αν η ανακοπή κριθεί παραδεκτή και βάσιμη, το δικαστήριο εξετάζει αμέσως την ουσία της υπόθεσης, εκδίδοντας μία απόφαση για την ανακοπή και την ουσία.
ΚΠολΔ Άρθρο 626
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 626: Έκδοση διαταγής πληρωμής - Στοιχεία αίτησης - Προϋποθέσεις 1. Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της απαίτησης. 2. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παρ. 1 του άρθρου 119, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή. 3. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. 4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται οι προϋποθέσεις διορισμού των δικηγόρων των άρθρων 625 και 638 τα ειδικά προσόντα τους, ο τρόπος κατάθεσης των αιτήσεων, το ύψος της αποζημίωσης των δικηγόρων στις ως άνω περιπτώσεις, ο τρόπος, ο χρόνος και οι λοιποί όροι καταβολής της, καθώς και οι αναγκαίες εγγυήσεις για την αδιάβλητη επιλογή των δικηγόρων και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.
ΚΠολΔ Άρθρο 913
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.8%
ΚΠολΔ Άρθρο 913: Αναστολή εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης 1. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση κατά της απόφασης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με τα άρθρα 908 ή 910, μπορεί, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να διατάξει, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε με αυτοτελή αίτησή του και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτελεστότητά της, ώσπου να εκδοθεί η οριστική του απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση. 2. Η αίτηση της παρ. 1 συζητείται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά τη συζήτηση καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος του αιτούντος. 3. Το δικαστήριο της παρ. 1 μπορεί, και σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του διαδίκου, η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης ή με τις προτάσεις, να κηρύξει στις περιπτώσεις των άρθρων 908 και 910 προσωρινά εκτελεστή την απόφαση που προσβάλλεται, να διατάξει τα μέτρα που ορίζει το άρθρο 911 ή να μεταρρυθμίσει την απόφασή του που εκδόθηκε κατά την παρ. 1. Οι διατάξεις του άρθρου 909 εφαρμόζονται και εδώ.
ΑΚ Άρθρο 346
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 87.5%
ΑΚ Άρθρο 346: Έναρξη τόκων με επίδοση αγωγής Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης..
Ν4270 Άρθρο 143
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 87.5%
Ν4270 Άρθρο 143: Διακοπή παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α. Με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β. Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. γ. Με την υποβολή αίτησης προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία θεώρησης ή έγκρισης του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Αν δεν εκδοθεί πρακτικό, η παραγραφή αρχίζει μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. δ. Με την επίδοση επιταγής για εκτέλεση, όπου αυτή επιτρέπεται. ε. Με την έκδοση τίτλου πληρωμής. Η ολική ή μερική συμψηφιστική εξόφληση δεν διακόπτει την παραγραφή. στ. Με την αναγνώριση της απαίτησης από το Δημόσιο με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών. Αυτό ισχύει επί οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272ΣΤ
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.4%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272ΣΤ: Επίδοση της διαταγής πληρωμής Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται στον καθ' ου, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την έκδοσή της, με επιμέλεια του αιτούντος. Όταν αντισυμβαλλόμενος φορέας είναι το Δημόσιο, η διαταγή πληρωμής επιδίδεται και στον Υπουργό Οικονομικών, μέσα στην ίδια προθεσμία. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει. Αντίγραφο της σχετικής έκθεσης επίδοσης κατατίθεται, μέσα στην ίδια προθεσμία, στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής. Ο αρμόδιος γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει την ημεροχρονολογία της επίδοσης της διαταγής πληρωμής στο οικείο βιβλίο δημοσιεύσεων.
ΚΠολΔ Άρθρο 662Δ
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 662Δ: "1. Αν η αίτηση είναι νόμιμη και τα απαιτούμενα σε κάθε περίπτωση περιστατικά αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής εκδίδει διάταξη με την οποία υποχρεώνει τον καθ' ου να αποδώσει στον αιτούντα τη χρήση του μισθίου, και τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα. 2. Η διαταγή καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο και κατοικία του αιτούντος και του καθ' ου η αίτηση, γ) περιγραφή του μισθίου, δ) την αιτία της απόδοσης με έκθεση των αναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, ε) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, στ) υπόμνηση στον καθ' ου ότι μετά την πάροδο "είκοσι ημερών"* από την προς αυτόν επίδοση η διαταγή θα αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ' αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από της επιδόσεως και ζ) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε. «3. Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεσή της μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 659.»
ΚΠολΔ Άρθρο 914
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 87.0%
ΚΠολΔ Άρθρο 914: "Αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται".
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Γ
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.9%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Γ: Αίτηση, κοινοποίηση, αποδεικτικά έγγραφα 1. Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της αξίωσης, που υπογράφεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 272Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και κατατίθεται στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου. Η κατάθεση της αίτησης, εφόσον αρμόδιο για την αξίωση είναι το διοικητικό εφετείο, μπορεί να γίνει και στη γραμματεία οποιουδήποτε από τα διοικητικά πρωτοδικεία που υπάγονται στην περιφέρειά του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η γραμματεία του πρωτοδικείου, στο οποίο κατατέθηκε η αίτηση, τη διαβιβάζει, μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών από την κατάθεση, στη γραμματεία του αρμόδιου εφετείου. Για την κατάθεση συντάσσεται πράξη πάνω στην κατατιθέμενη αίτηση, η οποία διαλαμβάνει τη χρονολογία της κατάθεσης, το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που την παρέλαβε και του προσώπου που την κατέθεσε, καθώς και τον αριθμό της καταχώρισης της αίτησης στο οικείο βιβλίο ή στο ειδικό πρωτόκολλο κατάθεσης, κατά περίπτωση, υπογράφεται δε από τον υπάλληλο που την παραλαμβάνει και από τον καταθέτη. 2. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) τα στοιχεία της παρ. 1 του άρθρου 45, μεταξύ των οποίων και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του αιτούντος, β) τα πλήρη στοιχεία εκείνου, κατά του οποίου ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, γ) αίτημα για την έκδοση διαταγής πληρωμής και δ) την αιτία πληρωμής και το ακριβές ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους. 3. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η αξίωση και το ύψος της. 4. Η αίτηση συνοδεύεται από το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου, το οποίο κατατίθεται, με ποινή το απαράδεκτο, έως και την τριακοστή (30ή) ημέρα από την κοινοποίηση της αίτησης στον αντισυμβαλλόμενο. 5. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται στον αντισυμβαλλόμενο, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάθεσή της, με επιμέλεια του αιτούντος, ο οποίος υποχρεούται επιπλέον να προσκομίσει αμελλητί στη γραμματεία του Δικαστηρίου τα σχετικά αποδεικτικά επίδοσης. Ο αντισυμβαλλόμενος οφείλει να προσκομίσει στη γραμματεία του Δικαστηρίου, εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της αίτησης, βεβαίωση της υπηρεσίας, που είναι αρμόδια για την εκκαθάριση και την έκδοση της εντολής πληρωμής, ως προς την ολοκλήρωση ή μη και το αποτέλεσμα του προληπτικού ελέγχου όπου αυτός προβλέπεται. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου ή αν, εντός της ως άνω προθεσμίας, αναφέρεται ότι ο προληπτικός έλεγχος συνεχίζεται, τότε τεκμαίρεται ότι αυτός έχει αποβεί θετικός. Σε περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου του προηγουμένου εδαφίου, η συνδρομή της συγκεκριμένης προϋπόθεσης μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο με την ανακοπή του άρθρου 272Η.
ΑΚ Άρθρο 264
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.8%
ΑΚ Άρθρο 264: Άλλοι τρόποι διακοπής Την παραγραφή διακόπτουν επίσης: 1. η επίδοση επιταγής κάτω από εκτελεστό δικαιόγραφο. 2. η αναγγελία για επαλήθευση σε πτώχευση. 3. η αναγγελία για κατάταξη σε πλειστηριασμό. 4. η υποβολή ένστασης συμψηφισμού της αξίωσης.
ΚΠολΔ Άρθρο 565
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 565: 1. Η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκηση της, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στις γαμικές διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1, στις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 2, που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων, καθώς και σε δίκες που αφορούν εξάλειψη υποθήκης, προσημείωσης ή κατάσχεσης ή κηρύσσουν έγγραφο πλαστό, η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκηση της, αναστέλλει την εκτέλεση. 2. Αν από την εκτέλεση της απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης, της οποίας η αποκατάσταση δεν είναι εύκολη, μπορεί να διαταχθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους η ολική ή εν μέρει αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης με τον όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή και χωρίς εγγύηση ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της απόφασης από την παροχή εγγύησης από το διάδικο που έχει νικήσει. Για την αίτηση αποφαίνεται, συνεδριάζοντας ως συμβούλιο χωρίς υποχρεωτική κλήτευση των διαδίκων, το αρμόδιο πολιτικό τμή μα, το οποίο συγκροτείται από τρία μέλη, στα οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο εισηγητής της υπόθεσης. Η απόφαση της αναστολής μπορεί κατά τον ίδιο τρόπο να ανακληθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους έως την "συζήτηση"* της αναίρεσης. Κατόπιν επιτρέπεται μόνο κατά τη συζήτησή της.
ΚΠολΔ Άρθρο 653
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 653: 1. Ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος ο οποίος δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. 2. Αν η ανακοπή ερημοδικίας κριθεί παραδεκτή και βάσιμη, το δικαστήριο εξετάζει αμέσως την ουσία της υπόθεσης, εκδίδοντας μία απόφαση για την ανακοπή και την ουσία.
ΚΠολΔ Άρθρο 980
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 980: 1. Αν δεν ασκήθηκε ανακοπή κατά του πίνακα της κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διανέμει αμέσως το πλειστηρίασμα. " 2. Αν κάποιος από τους δανειστές άσκησε ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή, εκτός αν προσκομίσουν εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή εγγυητική επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας, που είναι νόμιμα αδειοδοτημένη και εγκατεστημένη στην Ελλάδα, υποχρεωτικά ανανεούμενη πριν τη λήξη της, ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της απαίτησης που κατατάσσεται με τον πίνακα κατάταξης. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.
ΠτωχΚ Άρθρο 153
Πτωχευτικός Κώδικας
Σχετικότητα: 86.6%
ΠτωχΚ Άρθρο 153: Προθεσμία αναγγελίας και ανακοπή 1. Η αναγγελία απαίτησης πιστωτή γίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσιοποίηση της κήρυξης της πτώχευσης. Κατ’ εξαίρεση, οι απαιτήσεις του Δημοσίου αναγγέλλονται χωρίς τον χρονικό περιορισμό του προηγουμένου εδαφίου, το αργότερο μέχρι τη σύνταξη του τελευταίου πίνακα διανομής, δεν υπόκεινται στην διαδικασία επαλήθευσης του άρθρου 155 και συμμετέχουν μόνο σε διανομές που δεν έχουν διαταχθεί μέχρι την αναγγελία τους. Η προθεσμία αναγγελίας αναστέλλεται για το χρονικό διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου. 2. Η παράλειψη της αναγγελίας εκ μέρους του πιστωτή, του οποίου η απαίτηση είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια ή ειδικό προνόμιο, δεν επιφέρει απώλεια της εμπράγματης αγωγής. 3. Πιστωτές που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 130. 4. Η ανακοπή στρέφεται κατά του συνδίκου. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την τελευταία διανομή, σε καμία δε περίπτωση πέραν των έξι (6) μηνών από το πέρας της προθεσμίας αναγγελίας. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει τις διανομές που έχουν ήδη διαταχθεί. Εάν διαταχθούν νέες διανομές πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, ο ανακόπτων μετέχει σε αυτές για ορισμένο ποσό που προσδιορίζεται προσωρινά από τον πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το ποσό αυτό δεν καταβάλλεται στον ανακόπτοντα, αλλά φυλάσσεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής. Ο ανακόπτων δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής σε διανομές που έχουν ήδη διαταχθεί.
Ν4270 Άρθρο 137
Ν. 4270/2014 - Δημοσιονομική Διαχείριση
Σχετικότητα: 86.4%
Ν4270 Άρθρο 137: Αναστολή παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου 1.Η παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), αναστέλλεται για τους λόγους που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία. 2.Η παραγραφή αυτή αναστέλλεται επίσης: α. Για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο για τον οποίο είχε χορηγηθεί στον υπόχρεο ή σε συνυπόχρεο, κατά την τελευταία διετία της παραγραφής, αναστολή πληρωμής του χρέους του ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής είτε με νόμο είτε με δικαστική απόφαση είτε με πράξη της αρμόδιας αρχής, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, ανεξάρτητα αν έχει συμμορφωθεί ή όχι εν όλω ή εν μέρει ο υπόχρεος. β. Για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο κατά τον οποίο έχει εμποδιστεί το Δημόσιο να επιδιώξει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστικά μέτρα, λόγω αναστολής εκτέλεσης που έχει χορηγηθεί με διάταξη νόμου. Στις περιπτώσεις αυτές (α' και β'), η παραγραφή συνεχίζεται μετά τη λήξη της αναστολής της και σε καμία περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσει ένα (1) έτος από τη λήξη είτε της αναστολής πληρωμής ή της παραβιάσεως της υποχρέωσης τμηματικής καταβολής, είτε της αναστολής λήψης των αναγκαστικών μέτρων αντίστοιχα. γ. Κατά τη διάρκεια ανηλικότητας του οφειλέτη ή και δύο (2) έτη μετά την ενηλικίωση αυτού, αν η κληρονομία στερείται ενεργητικού, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη κηδεμόνα ή επιτρόπου του ανηλίκου. 3.Ο χρόνος της παραγραφής κάθε απαίτησης του Δημοσίου παρατείνεται για δύο (2) έτη, σε περίπτωση που ο οφειλέτης κατά την τελευταία διετία του χρόνου της παραγραφής διέμεινε στο εξωτερικό για χρόνο μεγαλύτερο του μηνός, συνεχόμενα ή μη. 4.Σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης από οποιονδήποτε είτε του νόμιμου τίτλου γενικά της απαίτησης του Δημοσίου είτε της νομιμότητας της βεβαίωσης αυτής με στενή έννοια είτε της για οποιονδήποτε λόγο εγκυρότητας πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη απαίτησης του Δημοσίου (διοικητικής εκτέλεσης), η προβλεπόμενη παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου προς βεβαίωση (με ευρεία έννοια) ή προς είσπραξη της βεβαιωμένης απαίτησής του αναστέλλεται μέχρι την έκδοση επί της δικαστικής αυτής διένεξης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και δεν συμπληρώνεται σε κάθε περίπτωση πριν από την πάροδο ενός (1) έτους από την, με επιμέλεια των αντιδίκων του Δημοσίου, κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου και τον Υπουργό Οικονομικών της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Σε περίπτωση ακύρωσης κατάσχεσης ή άλλης πράξης της διοικητικής εκτέλεσης, και, εντός της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, επανάληψης της ίδιας ή άλλης πράξης αναγκαστικής (διοικητικής) εκτέλεσης, επί του ιδίου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου, του ιδίου ή άλλου προσώπου κατά το νόμο ευθυνομένου, η, με την ακυρωθείσα πράξη, επελθούσα διακοπή της παραγραφής λογίζεται ως μηδέποτε εξαλειφθείσα.
ΚΠολΔ Άρθρο 971
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 971: "1. Αν το πλειστηρίασμα αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού αφαιρέσει τα έξοδα της εκτέλεσης, τους ικανοποιεί την εικοστή ημέρα μετά τον πλειστηριασμό, ή και ενωρίτερα, αν συμφωνήσει εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση". "2. Εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση μπορεί να ανακόψει την αναγγελία μέχρι και την ημέρα της διανομής του πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 933 επ.. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της έφεσης". 3. Αν εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση ασκήσει ανακοπή, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 980 παρ. 2 ως προς τους δανειστές των οποίων τις αξιώσεις έχει προσβάλει με την ανακοπή.
ΚΠολΔ Άρθρο 629
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 629: Αποδοχή της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής Ο δικηγόρος δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη, διατάσσει τον οφειλέτη να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και τη δικαστική δαπάνη. Κατά το μέρος που η αίτηση απορρίπτεται, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 628.
ΚΠολΔ Άρθρο 627
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.1%
ΚΠολΔ Άρθρο 627: Έκδοση διαταγής πληρωμής - Διαδικασία έκδοσης Ο ορισθείς δικηγόρος αποφασίζει το ταχύτερο σχετικά με την αίτηση, χωρίς να καλέσει τον οφειλέτη, έχει όμως το δικαίωμα: α) να καλεί τον αιτούντα για να του δώσει εξηγήσεις σχετικά με την αίτηση, β) να υποδείξει στον αιτούντα τις αναγκαίες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης, γ) αν ο αιτών επικαλείται ιδιωτικά έγγραφα, να ζητεί βεβαίωση της υπογραφής από συμβολαιογράφο ή μάρτυρες που εξετάζονται ενώπιον του.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 217
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 86.0%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 217: Προσβαλλόμενες πράξεις 1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου ή της ατομικής ειδοποίησης, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης. 2. Ανακοπή, επίσης, χωρεί κατά: α) της αρνητικής δήλωσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κ.Ε.Δ.Ε., εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου, β) της δήλωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου, για την ύπαρξη απαίτησης δημοσίου δικαίου ή προνομίου του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε.. 3. Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 63 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη διαδικασία.
ΚΠολΔ Άρθρο 152
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 152: 1. Αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. 2. Πταίσμα του δικαστικού πληρεξουσίου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του αιτούντος διαδίκου δεν αποτελεί λόγο για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. 3. Η αίτηση για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δεν μπορεί να στηριχθεί σε περιστατικά τα οποία ο δικαστής, όταν εξέταζε την αίτηση για παράταση της προθεσμίας ή για αναβολή, είχε κρίνει ανεπαρκή για τη χορήγηση της παράτασης ή της αναβολής.
ΚΠολΔ Άρθρο 1017
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.7%
ΚΠολΔ Άρθρο 1017: 1. Οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για την κτήση κυριότητας από μη κύριο εφαρμόζονται και στον πλειστηριασμό κινητού πράγματος. 2. Σε πλειστηριασμό πράγματος κινητού ή ακίνητου δεν υπάρχει ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα. Για τα νομικά ελαττώματα υπάρχει ευθύνη μόνο εκείνου που επισπεύδει τον πλειστηριασμό και μόνο αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος. Η ευθύνη από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν αποκλείεται. 3. Τον κίνδυνο από την τυχαία καταστροφή ή χειροτέρευση του πράγματος φέρει ο υπερθεματιστής από την κατακύρωση. 4. Ο υπερθεματιστής παίρνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος από την κατακύρωση.
ΚΠολΔ Άρθρο 908
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.6%
ΚΠολΔ Άρθρο 908: "1. Το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει προσωρινώς εκτελεστή την απόφαση ολικά ή εν μέρει σε κάθε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για αυτό ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στο διάδικο που νίκησε. Ιδίως μπορεί να διαταχθεί προσωρινή εκτέλεση: α) αν η απόφαση στηρίχθηκε σε αναγνώριση της απαίτησης ή σε δικαστική ομολογία ή σε δημόσιο ή αναγνωρισμένο ιδιωτικό έγγραφο, β) αν πρόκειται για διατροφή από οποιαδήποτε αιτία, γ) αν πρόκειται για απαιτήσεις από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δ) αν πρόκειται για Αποζημίωση από άδικη πράξη, ε) σε απαιτήσεις που πηγάζουν από τις σχέσεις που αναφέρουν τα άρθρα 614 αρ. 3 ή 728, στ) σε εμπορικές διαφορές, ζ) σε διαφορές σχετικές με τη νομή, η) σε απαιτήσεις από ανώνυμους τίτλους". 2. Αν πιθανολογείται ότι η εκτέλεση θα βλάψει ανεπανόρθωτα το διάδικο που νικήθηκε, το δικαστήριο μπορεί να μην κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση.
Ν4412 Άρθρο 159
Ν. 4412/2016 - Δημόσιες Συμβάσεις
Σχετικότητα: 85.6%
Ν4412 Άρθρο 159: Ακαταλληλότητα υλικών - Ελαττώματα - Παράλειψη συντήρησης 1. Η παραλαβή και ο έλεγχος της ποιότητας των υλικών που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή του έργου ή ενσωματώνονται σε αυτό, γίνεται από έναν (1) ή περισσότερους τεχνικούς του άρθρου 139, περί διεύθυνσης έργου από την πλευρά του αναδόχου, ο οποίος συντάσσει και υποβάλει δήλωση προς τη διευθύνουσα υπηρεσία, με την οποία βεβαιώνει και την αλήθεια του περιεχομένου της. Παράλειψη σύνταξης και υποβολής της σχετικής δήλωσης συνιστά κώλυμα υποβολής κάθε επόμενου λογαριασμού. 2. Αν κατά την κατασκευή των έργων η επίβλεψη θεωρεί, ότι τα προς χρησιμοποίηση υλικά δεν πληρούν τις απαιτήσεις των προδιαγραφών ή γενικά είναι ακατάλληλα, διατάσσεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία η μη χρησιμοποίηση των υλικών. Αν ο ανάδοχος διαφωνεί, τα υλικά δεν χρησιμοποιούνται αν δεν κριθεί η καταλληλότητά τους από εργαστηριακό έλεγχο, που γίνεται από τα εργαστήρια της Γενικής Γραμματείας Υποδομών ή Πολυτεχνικών Σχολών ή άλλα αναγνωρισμένα εργαστήρια. Η δαπάνη για τις εργαστηριακές έρευνες προκαταβάλλεται από τον ανάδοχο και τον βαρύνει τελικά, αν αποδειχθεί η ακαταλληλότητα των υλικών. Στην αντίθετη περίπτωση, η δαπάνη βαρύνει τον κύριο του έργου και αποδίδεται στον ανάδοχο από τις πιστώσεις του έργου. 3. Αν κατά τη διάρκεια κατασκευής των έργων μέχρι την παραλαβή, οποιαδήποτε εργασία παρουσιάσει ελαττώματα που δεν αποκαθίστανται από τον ανάδοχο, κοινοποιείται σε αυτόν ειδική διαταγή της διευθύνουσας υπηρεσίας. Με την ειδική διαταγή προσδιορίζονται τα ελαττώματα, καθορίζεται αν είναι ουσιώδη, επουσιώδη ή και επικίνδυνα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για την αποκατάστασή τους. Στην αποκατάσταση μπορεί να περιλαμβάνονται η καθαίρεση των ελαττωματικών εργασιών και η ανακατασκευή τους, αν αυτό επιβάλλεται. Αν το ελάττωμα δεν είναι ουσιώδες και η αποκατάστασή του απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες με την ειδική διαταγή καθορίζεται ποσοστό μείωσης της αμοιβής του αναδόχου για τις αντίστοιχες εργασίες. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση η διαταγή μπορεί να περιλαμβάνει και την εκτέλεση ορισμένων εργασιών για τον περιορισμό του ελαττώματος. 4. Ο ανάδοχος δύναται να ασκήσει ένσταση στην περίπτωση της ειδικής διαταγής της παρ. 3, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίησή της. Με την εμπρόθεσμη ένσταση αναστέλλεται η υποχρέωση εκτέλεσης των εργασιών μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί αυτής, εκτός αν οι χαρακτηρισθείσες ως κακότεχνες εργασίες πρέπει να αποκατασταθούν άμεσα, προκειμένου να μην καθυστερεί η εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση αυτήν, οι εργασίες για την άρση του ελαττώματος εκτελούνται άμεσα από τον ανάδοχο. 5. Αν ο ανάδοχος με την ένστασή του ζητεί τη διενέργεια εργαστηριακών ερευνών ή άλλων δοκιμών για την εξακρίβωση του ελαττώματος, οι εργασίες αυτές εκτελούνται αφού εκδοθεί απόφαση επί της ένστασης, η οποία δεν μπορεί να εκδοθεί πριν την έκδοση των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών δοκιμών. 6. Αν τελικά ύστερα από την ένσταση ή τη δικαστική προσφυγή δικαιωθεί ο ανάδοχος, έχει το δικαίωμα να πληρωθεί με τους συμβατικούς όρους και τιμές για τις πρόσθετες εργασίες. Αν οι εργασίες διατάχθηκαν ύστερα από την απομάκρυνση των εγκαταστάσεων του αναδόχου, συντάσσονται νέες τιμές που λαμβάνουν υπόψη τους και το γεγονός αυτό. 7. Αν ο ανάδοχος δεν αποκαταστήσει τις πλημμέλειες μέσα στην προθεσμία που τάσσεται σε αυτόν με την ειδική διαταγή ή μετά την έκδοση απόφασης επί της ένστασης, τότε οι εργασίες αποκατάστασης της πλημμέλειας μπορεί να εκτελεσθούν με μέριμνα της διευθύνουσας υπηρεσίας με οποιονδήποτε τρόπο σε βάρος και για λογαριασμό του αναδόχου με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του κυρίου του έργου ως προς την εφαρμογή των λοιπών κυρώσεων κατά του αναδόχου. 8. Οι διατάξεις των παρ. 3 έως 7 εφαρμόζονται ανάλογα και για την περίπτωση που ο ανάδοχος παραλείπει τις υποχρεώσεις του για τη συντήρηση των έργων όσο διάστημα τον βαρύνει η συντήρηση αυτή. 9. Οι εργασίες που παρουσιάζουν ουσιώδη ελαττώματα δεν περιλαμβάνονται στον λογαριασμό. Οι εργασίες που παρουσιάζουν επουσιώδη ελαττώματα περιλαμβάνονται με μειωμένη τιμή, όπως καθορίζεται στην ειδική διαταγή μέχρι την αποκατάσταση του ελαττώματος. Αν το ελάττωμα αποκαλυφθεί αφού έχουν περιληφθεί σε λογαριασμό οι εργασίες, η περικοπή θα γίνει στον αμέσως επόμενο λογαριασμό και, εφόσον αυτός δεν επαρκεί στους επόμενους, μέχρι πλήρους εξόφλησης, σύμφωνα με σχετική απόφαση της διευθύνουσας υπηρεσίας. 10. Αν το ελάττωμα αποκαλυφθεί κατά την παραλαβή των έργων, εφαρμόζεται η παρ. 5 του άρθρου 172, περί παραλαβής και η διαπίστωση της αποκατάστασης των ελαττωμάτων γίνεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία. ΕNOTHTA 3 ΕΚΠΤΩΣΗ ΑΝΑΔΟΧΟΥ - ΔΙΑΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
ΚΕΔΕ Άρθρο 67
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 85.5%
ΚΕΔΕ Άρθρο 67: Παραλείψεις, ακυρότη τες και πλημμέλειες Παραλείψεις, ακυρότητες και πλημμέλειες 1. Παραλείψεις, ακυρότητε ς ή πλημμέλειες που αφορούν στη διαδικασία απόκτησης οποιουδήποτε νόμιμου ή εκτελεστού τίτλου του άρθρου 2, τη διαδικασία της εκτέλεσης, καθώς και τις ίδιες τις πράξεις εκτέλεσης, μπορούν να προταθούν από τον οφειλέτη ως λόγος ακύρωσης, μόνο εάν ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει αυτές, καθώς και ότι εξαιτίας τους υπέστη βλάβη. Το δικαστήριο κηρύσσει την ακυρότητα μόνο όταν κατά την κρίση του προκλήθηκε βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο οφειλέτης μπορεί επιπλέον να προσβάλει με ανακοπή τον πλειστηριασμό, εάν δεν του κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού. Ο λόγος αυτός ανακοπής μπορεί να προταθεί και από τους ενυπόθηκους δανειστές. 2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη ανακοπή ακύρωσης των μέχρι τον πλειστηριασμό πράξεων εκτέλεσης. Ομοίως, μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από τον πλειστηριασμό δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη και στους ενυπόθηκους δανειστές ανακοπή ακύρωσης του πλειστηριασμού, εάν κοινοποιήθηκε σε αυτούς έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή εάν αυτοί έλαβαν με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του πλειστηριασμού μέχρι και την ημέρα της διενέργειάς του. 3. Εάν η εκτέλεση ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εξαιτίας της παράλειψης προθεσμίας ή δικονομικού τύπου, ο υπαίτιος της ακυ ρότητας μπορεί να υποχρεωθεί με την ίδια απόφαση στην καταβολή των εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε τόσο το Δημόσιο όσο και ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης του.
ΚΠολΔ Άρθρο 554
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.4%
ΚΠολΔ Άρθρο 554: Αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
ΚΠολΔ Άρθρο 628
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.2%
ΚΠολΔ Άρθρο 628: Έκδοση απορριπτικής πράξης επί αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής 1. Ο ορισθείς δικηγόρος εκδίδει απορριπτική πράξη: α) αν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής, β) αν ο αιτών δεν δίνει τις εξηγήσεις που του ζητήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 627 ή αρνείται να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις για τη συμπλήρωση ή διόρθωση της αίτησής του ή για τη βεβαίωση των υπογραφών ιδιωτικών εγγράφων. 2. Η απορριπτική πράξη σημειώνεται κάτω από την αίτηση και αναφέρεται με συντομία ο λόγος της απόρριψης. 3. Σε περίπτωση απορριπτικής πράξης δεν αποκλείεται η άσκηση αγωγής ή η υποβολή νέας αίτησης.
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Δ
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Σχετικότητα: 85.1%
ΚΔιοικΔ Άρθρο 272Δ: Έκδοση διαταγής πληρωμής 1. Για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν γίνεται συζήτηση στο ακροατήριο. 2. Ο δικαστής εκδίδει το ταχύτερο, και πάντως μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση της κατά την παράγραφο 5 του προηγούμενου άρθρου βεβαίωσης ή από την άπρακτη παρέλευση της οριζόμενης από την ίδια παράγραφο προθεσμίας, τη διαταγή πληρωμής, κατά το μέρος που πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοσή της και διατάσσει τον καθ' ου να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και τα δικαστικά έξοδα. 3. Ο δικαστής απορρίπτει την αίτηση εάν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή της. Η απόρριψη της αίτησης σημειώνεται πάνω στην αίτηση με σύντομη αναφορά του λόγου απόρριψης. 4. Σε περίπτωση συνολικής ή μερικής απόρριψης της αίτησης δεν αποκλείεται η άσκηση αγωγής ή προσφυγής ή η υποβολή νέας αίτησης.
ΚΔ Άρθρο 166
Κώδικας Δικηγόρων
Σχετικότητα: 85.1%
ΚΔ Άρθρο 166: Τελικές διατάξεις - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ Β.- ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ (αξία αντικειμένου έως 20.000€) α) Εργατικά - Μισθωτικές - Αυτοκινητικές - Πίνακες Αμοιβών -Διαδικασία πιστωτικών τίτλων - Ανακοπές κάθε είδους α) Αγωγή…………………………………………………………………………………………….85 β) Παράσταση……………………………………………………………………………………..64 γ) Προτάσεις……………………………………………………………………………………….85 β) Αίτηση για έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου / καταβολής μισθωμάτων ……………………………………………………….107 γ) Αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής 1. έως 12.000 € ………………………………………………………………………………..64 2. από 12.001 € ως 20.000 € ……………………………………………………………..139 δ) Ασφαλιστικά μέτρα (νομής) 1. Αίτηση………………………………………………………………………………………….96 2.Παράσταση…………………………………………………………………………………..96 3. Αυτοψία………………………………………………………………….……………………96 4. Σημείωμα……………………………………………………………………………………..96 5. Παράσταση - Σημείωμα σε Προσωρινή Διαταγή………………………………….59 ε) Ασφαλιστικά μέτρα συναινετικής εγγραφής ή άρσης προσημείωσης υποθήκης 1. Αίτηση…………………………………………………………………………………………..107 2. Παράσταση …………………………………………………………………………………..134 3. Σημείωμα………………………………………………………………………………………102 στ) Ασφαλιστικά μέτρα γενικά: α) Αίτηση……………………………………………………………………………………………80 β) Παράσταση ……………………………………………………………………………………59 γ) Σημείωμα……………………………………………………………………………………….69 δ) Παράσταση - Σημείωμα σε Προσωρινή Διαταγή …………………………………..59 ζ) Μικροδιαφορές (αξία μέχρι 5.000 €) 1. Αγωγή…………………………………………………………………………………………..32 2. Παράσταση……………………………………………………………………………………16 3. Προτάσεις …………………………………………………………………………………….16 η) Λοιπές Αιτήσεις - Παραστάσεις 1. Αίτηση για σύγκληση Συγγενικού Συμβουλίου …………………………………….75 2. Σύνταξη εκθέσεως επί λογοδοσιών…………………………………………….……..75 3. Σύνταξη εκθέσεως επί δηλώσεων…………………………………………………….75 4. Δηλώσεις επί κατασχέσεων εις χείρας τρίτων …………………………………….75 5. Αίτηση για την αντικατάσταση μεσεγγυούχου …………………………………….75 6. Αίτηση / Παράσταση σε ένορκες βεβαιώσεις………………………………………75 7. Παράσταση σε χειραφεσία, συγγενικά συμβούλια, λογοδοσίες, δηλώσεις…………………………………………………………………….96 8. Σύνταξη αίτησης για θέματα μη ειδικώς αναφερόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων ………………………………………………………………….80 9. Παράσταση κατά τη συζήτηση τέτοιων αιτήσεων ……………………………….. 80 θ) Ανταγωγές γενικά …………………………………………………………………………..48 ι) Παρεμβάσεις …………………………………………………………………………….…….48 κ) Τακτική Διαδικασία- Διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας 1. Σύνταξη αγωγής, αίτησης, παρέμβασης, τριτανακοπής…………………………..89 2. Προτάσεις ……………………………………………………………………………..……….79 3. Παράσταση……………………………………………………………………………………. 89 4. Αίτηση για συντηρητική απόδειξη ……………………………………………………….69 5. Αγωγή περί επιδείξεως εγγράφου……………………………………………………….69 6. Αίτηση για εξαίρεση πραγματογνώμονας……………………………………………..69 7. Γνωστοποίηση μαρτύρων………………………………………………………………….48 8. Αιτήσεις προς τον Εισηγητή ………………………………………………………………48 9. Παράσταση κατά την εξέταση μάρτυρος ……………………………………………. 85 10. Παράσταση κατά την εξέταση μάρτυρος επί του επιδίκου ……………………129 11. Παράσταση κατά τη δόση όρκου διαδίκου ή πραγματογνώμονος ……………80 12. Σύνταξη δηλώσεως επαγωγής ή αντεπαγωγής όρκου……………………………80 13. Προτάσεις μετ απόδειξη………………………………………………………………….117 14. Παράσταση μετ απόδειξη ……………………………………………………………….107 15. Αίτηση-Παράσταση για ΔΙΑΤΑΞΗ ………………………………………………………204 λ) Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων νοικοκυριών 1. Αίτηση …………………………………………………………………………………………..69 2. Παρατηρήσεις…………………………………………………………………………………59 3. Παράσταση…………………………………………………………………………………….69 4. Προτάσεις …………………………………………………………………………………….. 59 5. Παράσταση σε Προσωρινή Διαταγή……………………………………………………69 μ) Πρόσθετοι Λόγοι Τ ο 1/2 του αντίστοιχου ενδίκου βοηθήματος Σε περίπτωση αντίθετων αγωγών συνεκδικαζομένων ένα (1) γραμμάτιο
ΚΕΔΕ Άρθρο 59
Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
Σχετικότητα: 84.8%
ΚΕΔΕ Άρθρο 59: Ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης 1. Εάν δεν ασκηθεί ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού προβαίνει αμέσως στη διανομή του πλειστηριάσματος. 2. Εάν ασκηθεί ανακοπή από δανειστή κατά του πίνακα κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να καταβάλει το πλειστηρίασμα στους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή. Κατ’ εξαίρεση, αν δικαιούχος των αμφισβητούμενων απαιτήσεων είναι το Δημόσιο, καταβάλλεται αμέσως το σύνολο του ποσού της καταταγείσας απαίτησής του, το οποίο επιστρέφεται άτοκα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού μέσα σε δύο (2) μήνες από την επίδοση στην υπηρεσία της ΑΑΔΕ η οποία κατατάχθηκε, της τελεσίδικης απόφασης που απέβαλε από τον πίνακα την εισπραχθείσα απαίτηση του Δημοσίου. Ο χρόνος μεταξύ της είσπραξης και της επαναβεβαίωσης της αποβληθείσας απαίτησης του Δημοσίου δεν προσμετράται στην προθεσμία παραγραφής της. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται αναλόγως και στις πτωχευτικές διανομές, καθώς και σε κάθε άλλη διαδικασία κατάταξης δανειστών, ανεξάρτητα από τις διατάξεις που τη διέπουν, με εξαίρεση τις πτωχευτικές διανομές του ν. 4738/2020 (Α΄ 207). 3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 216 επ. του Κ.Δ.Δ., αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου της εκτέλεσης. Η προθεσμία άσκησης ανακοπής για το Δημόσιο είναι τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της έγγραφης πρόσκλησης του υπαλλήλου του πλειστηριασμού προς τους δανειστές για να λάβουν γνώση του πίνακα κατάταξης.
ΑΚ Άρθρο 584
Αστικός Κώδικας
Σχετικότητα: 84.8%
ΑΚ Άρθρο 584: Ο μισθωτής, με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τα πραγματικά και τα νομικά ελαττώματα ή για την έλλειψη ιδιοτήτων, έχει δικαίωμα κατά τα λοιπά, αν δεν του παραδόθηκε ή του παρεμποδίστηκε η χρήση του μισθίου, να απαιτήσει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, την εκτέλεση της σύμβασης ή αποζημίωση.
1140/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 96.4%
Ασφαλιστικός φορέας (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν e-ΕΦΚΑ) μίσθωσε πολυώροφο κτίριο με αρχικό μηνιαίο μίσθωμα 39.000 ευρώ δυνάμει συμφωνητικού της 17.5.2006. Με συμβόλαιο της 18.4.2008 η εκμισθώτρια απέκτησε το ακίνητο και το εκμίσθωσε σε τρίτη εταιρεία, η οποία το υπεκμίσθωσε στον ασφαλιστικό φορέα με μηνιαίο μίσθωμα 39.000 ευρώ. Με συμφωνητικό της 28.9.2010 το μίσθωμα μειώθηκε κατά 15% στο ποσό των 33.680,40 ευρώ για την περίοδο 1.7.2010 έως 21.8.2011. Από 22.8.2011 έως 30.9.2012 το μίσθωμα ανήλθε σε 31.699,20 ευρώ. Από 1.10.2012 έως 31.12.2014, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 ν. 4081/2012, το μίσθωμα μειώθηκε σε 24.074,40 ευρώ (μείωση κατά 10% για το ποσό έως 1.000 ευρώ, 15% για 1.000,01-2.000 ευρώ, 20% για 2.000,01-3.000 ευρώ και 25% για το υπερβάλλον των 3.000 ευρώ). Η διαταγή πληρωμής επέτασσε καταβολή 646.425 ευρώ για 26 μήνες (Ιανουάριος 2015 - Φεβρουάριος 2017) με μηνιαίο μίσθωμα 24.862,50 ευρώ.
Το άρθρο 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζουν ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που στηρίζουν τους λόγους ανακοπής, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Λόγοι ανακοπής μπορεί να είναι όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τον τίτλο ή το δικαίωμα του δανειστή. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ανακοπή εξέθετε: α) το αρχικό μηνιαίο μίσθωμα πριν τις μειώσεις, β) τις διατάξεις του άρθρου 2 ν. 4081/2012 για τη μείωση μισθωμάτων δημοσίων φορέων, γ) τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης κατά κλιμάκια (10%, 15%, 20%, 25%) που οδηγούσε σε μηνιαίο μίσθωμα 24.074,40 ευρώ και όχι 24.862,50 ευρώ, και δ) συγκεκριμένο αίτημα ακύρωσης της διαταγής πληρωμής. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί οριστικότητας της ανακοπής, το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον λόγο ως αόριστο, ενώ από τα προταθέντα πραγματικά περιστατικά σαφώς συνάγονταν ο τρόπος και ο λόγος της μείωσης του μισθώματος, με αποτέλεσμα να μην λάβει υπόψη παραδεκτώς προταθέντα πράγματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι ο λόγος ανακοπής ήταν πλήρως ορισμένος, καθώς προσδιοριζόταν το αρχικό μηνιαίο μίσθωμα, οι διατάξεις του άρθρου 2 ν. 4081/2012 για τη μείωση μισθωμάτων δημοσίων φορέων, ο τρόπος υπολογισμού της μείωσης κατά κλιμάκια που οδηγούσε σε μηνιαίο μίσθωμα 24.074,40 ευρώ αντί του εσφαλμένου ποσού των 24.862,50 ευρώ της διαταγής πληρωμής, και συγκεκριμένο αίτημα ακύρωσης. Το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη παραδεκτώς προταθέντα πράγματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον λόγο ανακοπής.
Αναιρεί την 2600/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση δικαστή. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
1026/2013
2013Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.9%
Υπήρξε σύμβαση εντόκου στεγαστικού δανείου με ημερομηνία 1-6-2001 και αρχικό ποσό 7.336,76 ευρώ, αποπληρωτέο σε μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Ο οφειλέτης και ο εγγυητής κατέβαλαν ανελλιπώς και εμπροθέσμως τις δόσεις έως την 10-2-2006, χωρίς να υπάρχει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή την ημέρα εκείνη. Το υπόλοιπο του δανείου ανερχόταν σε 5.770,22 ευρώ και δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο. Ο δανειστής είχε καταγγείλει τη σύμβαση, θεωρώντας ότι υφίσταται οφειλή ύψους 6.007,19 ευρώ.
Το άρθρο 632 § 1 και 633 § 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που στηρίζουν τους λόγους ακύρωσης, ενώ κατά τα άρθρα 623-624 ΚΠολΔ ελέγχονται οι προϋποθέσεις έκδοσης της διαταγής. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη αποδεικτικά μέσα, όχι όμως όταν επιχειρείται διαφορετική νομική θεμελίωση της απαίτησης, η οποία απαγορεύεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 224 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ανακοπή περιέγραφε συγκεκριμένα τη σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 7.336,76 ευρώ, τις εμπρόθεσμες καταβολές έως 10-2-2006 και το μη ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο 5.770,22 ευρώ, προσβάλλοντας την ύπαρξη ληξιπροθέσμου οφειλής. Επίσης, ο δανειστής προέβαλε με έγγραφα διαφορετική βάση («ουσιώδης μείωση οικονομικής επιφάνειας») προς θεμελίωση της καταγγελίας, μη προβληθείσα κατά την αίτηση έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η ανακοπή ήταν ορισμένη και νόμιμη ως προς την αμφισβήτηση της ληξιπροθέσμου απαίτησης και ότι η επίκληση νέας νομικής βάσης από τον δανειστή ήταν ανεπίτρεπτη. Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήταν αβάσιμοι και ο λόγος από τον αριθ. 11 περ. γ’ απαράδεκτος.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι: (α) η ανακοπή ήταν ορισμένη, περιέχοντας σαφή πραγματικά περιστατικά για εμπρόθεσμες καταβολές έως 10-2-2006 και μη ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο 5.770,22 ευρώ, ώστε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλημμελείς του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ· (β) ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ήταν απαράδεκτος, γιατί τα προσκομισθέντα έγγραφα στήριζαν διαφορετική νομική θεμελίωση («ουσιώδης μείωση οικονομικής επιφάνειας») από εκείνη που προβλήθηκε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αλλαγή που απαγορεύεται και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στη δίκη της ανακοπής.
Απορρίπτει την από 27 Μαΐου 2011 αίτηση της εταιρίας "Τ-ΒΑΝΚ ΑΤΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3143/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
1322/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.8%
Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης εκμίσθωσε δημοτικό ακίνητο 9.110 τ.μ. με ιστορικό βιομηχανικό συγκρότημα και προβλεπόμενες επενδύσεις (κτίριο παραγωγής 4.126 τ.μ., κολλαρίστρα 400 τ.μ., λεβητοστάσιο 300 τ.μ., γραφεία 200 τ.μ., υπόγειο γκαράζ 1.200 τ.μ., bar 25 τ.μ.). Μίσθωμα 3.000 ευρώ για το πρώτο έτος, αναπροσαρμοζόμενο βάσει δείκτη. Υποχρέωση ολοκλήρωσης υποχρεωτικών επενδύσεων σε 18 μήνες και προαιρετικών σε 6 μήνες. Μετά την υπογραφή (12-10-2006), προέκυψε διεκδίκηση τμήματος 450 τ.μ. (κοινόχρηστος παράδρομος), με αποτέλεσμα νέα αποτύπωση: το μίσθιο περιορίστηκε σε 8.110 τ.μ. (τοπογραφικό Ιούλιος 2009). Η μισθώτρια εκτέλεσε εργασίες και δαπάνησε: 441.322,85 ευρώ (χωματουργικά/σκυροδέματα κ.λπ.), 717.117,82 ευρώ (μονώσεις, ηλεκτρολογικά κ.λπ.), 289.433,95 ευρώ (διαμόρφωση υπαίθριου χώρου), 3.570,00 ευρώ (γεωφυσική), 3.630,00 ευρώ (γεωτεχνική). Απαιτήθηκαν ειδικές επιχώσεις (292,43 κ.μ.) για πρόσβαση και αφαίρεση πλατάνου (διάμετρος 2,5-3 μ., ύψος 20 μ.). Υπήρξε καθυστέρηση περίπου 33 μηνών στην ολοκλήρωση νέων μελετών/διαγραμμάτων και μη «άνοιγμα» καρτελών ΙΚΑ/καταβολή εισφορών από τον κύριο του έργου.
Το άρθρο 576 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 577 και 578 ΑΚ, προβλέπει ότι αν το μίσθιο έχει πραγματικό ελάττωμα ή στερείται συμφωνημένης ιδιότητας που εμποδίζει εν όλω ή σημαντικά τη συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει μείωση ή απαλλαγή από μισθώματα. Παράλληλα, τα άρθρα 216, 217, 632 και 633 ΚΠολΔ απαιτούν σαφή και ορισμένους λόγους στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, ενώ δεν επιτρέπεται η αυτεπάγγελτη εξέταση μη προταθέντων «πραγμάτων» (άρθρο 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η έκταση του μισθίου μειώθηκε από 9.110 τ.μ. σε 8.110 τ.μ. μετά από απότμηση 450 τ.μ. (κοινόχρηστος παράδρομος), γεγονός που επηρέασε την πρόσβαση στο υπόγειο και τον χώρο στάθμευσης. Καταγράφηκαν καθυστερήσεις περίπου 33 μηνών στην ανασύνταξη/θεώρηση νέων μελετών. Η μισθώτρια εκτέλεσε εργασίες σημαντικού κόστους (441.322,85 €, 717.117,82 €, 289.433,95 €), καθώς και γεωφυσικές/γεωτεχνικές μελέτες, και ανέκυψαν ανάγκες ειδικών επιχώσεων και αφαίρεσης μεγάλου πλατάνου. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 576-578 ΑΚ, το δικαστήριο εξέτασε αν η μείωση έκτασης και οι ελλείψεις/καθυστερήσεις στις μελέτες και προσβάσεις παρεμπόδισαν εν όλω τη συμφωνημένη χρήση, ώστε να θεμελιώνεται απαλλαγή από μισθώματα. Παράλληλα, έλεγξε ότι οι λόγοι ανακοπής είναι σαφώς προταθέντες και απέφυγε να στηρίξει κρίση σε μη προταθέντα «πράγματα», συνεκτιμώντας κρίσιμα έγγραφα (διακήρυξη, οδηγό εφαρμογής, υπηρεσιακή βεβαίωση) ως προς τη βαρύτητα των μελετών και των υποχρεώσεων.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη «πράγματα» που δεν προτάθηκαν ως αυτοτελείς λόγοι ανακοπής: α) την παράλειψη αναγγελίας οικοδομικών εργασιών και καταβολής εισφορών στο ΙΚΑ από τον κύριο του έργου, και β) την εκτέλεση/ανάγκη ειδικών επιχωμάτων στον χώρο parking (292,43 κ.μ.) και αφαίρεση μεγάλου πλατάνου, τις οποίες δέχθηκε (εν όλω ή εν μέρει) ως βάσιμες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, δεν κατέστη απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη κρίσιμα έγγραφα που προσκόμισε ο εκμισθωτής (διακήρυξη, ειδικός οδηγός εφαρμογής, έγγραφο Διεύθυνσης ΤΥΠ για την εκπόνηση/έγκριση μελετών από τον μισθωτή), τα οποία είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς την ύπαρξη/ένταση ελαττώματος και τη θεμελίωση απαλλαγής από μισθώματα. Με βάση αυτά, η απόφαση αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε.
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 1950/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες, σε ίσα μέρη καθεμία από αυτές, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων ευρώ (600,00 €).
1371/2018
2018Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.7%
Πιστωτικός Συνεταιρισμός και Ανώνυμη Εταιρεία κατείχαν δίγραμμες τραπεζικές επιταγές εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Οι επιταγές είχαν ως υποκείμενη αιτία σύμβαση προμήθειας που συνήφθη στις 6-12-2007 μεταξύ του Διοικητή νοσοκομείου και της Ανώνυμης Εταιρείας, η οποία αναδείχθηκε προμηθεύτρια. Με βάση τις επιταγές αυτές εκδόθηκε η 2547/2009 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τη ματαίωση της συζήτησης της έφεσης στις 6-11-2012 μέχρι την επαναφορά της προς συζήτηση στις 27-6-2013 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.
Το άρθρο 623 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 626, 628, 629, 632 και 633 ΚΠολΔ ορίζουν ότι αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της εκδόσεώς της. Συνεπώς, ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η ένσταση παραγραφής εν επιδικία προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να περιέχεται στο δικόγραφο της ανακοπής. Η ένσταση αφορούσε περιστατικό επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής (παραγραφή μεταξύ 6-11-2012 και 27-6-2013). Εφαρμόζοντας το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία και κοινοποιείται οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Τα επιγενόμενα περιστατικά μπορούν να προταθούν μόνο με ανακοπή κατά της εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ).
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι απαραδέκτως προβλήθηκε η ένσταση παραγραφής εν επιδικία, καθόσον αφορούσε επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικό που δεν μπορούσε αντικειμενικά να προταθεί στη δίκη επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής. Τέτοιοι οψιγενείς ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνο μέσω ανακοπής κατά της εκτέλεσης. Επιπλέον, είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος του Δημοσίου, συντρεχουσών των προϋποθέσεων του άρθρου 623 ΚΠολΔ, ακόμη και αν η υποκείμενη σχέση υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, καθώς το κρινόμενο ζήτημα αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής και όχι την υποκείμενη σχέση.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-
977/2015
2015Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.7%
Υπήρχε χρηματική απαίτηση βασιζόμενη σε επιταγή. Ο οφειλέτης αμφισβητούσε την ουσιαστική ύπαρξη και εγκυρότητα της απαίτησης, επικαλούμενος ζητήματα γνησιότητας ή νόθευσης του περιεχομένου της επιταγής.
Το άρθρο 633 § 2 ΚΠολΔ προβλέπει ότι η διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου όταν η ανακοπή κατ’ αυτής απορριφθεί τελεσίδικα κατ’ ουσίαν ή δεν ασκηθεί εμπροθέσμως· το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ ρυθμίζει την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, ενώ το άρθρο 933 ΚΠολΔ επιτρέπει ενστάσεις κατά της απαίτησης στο στάδιο της εκτέλεσης. Κατά το άρθρο 585 § 2 ΚΠολΔ, η ανακοπή πρέπει να περιέχει τουλάχιστον έναν ορισμένο λόγο. Η εσφαλμένη παραδοχή δεδικασμένου ελέγχεται αναιρετικά κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, χωρίς ουσιαστική έρευνα των ισχυρισμών. Παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ότι υφίσταται δεδικασμένο που εμποδίζει ενστάσεις κατά της απαίτησης, συμπεριλαμβανομένης της πλαστότητας ή νόθευσης επιταγής. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι από απόρριψη ανακοπής για τυπικούς λόγους δεν γεννάται δεδικασμένο επί της ουσίας της απαίτησης· συνεπώς, οι ενστάσεις ουσίας μπορούν να προβληθούν με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της εκτέλεσης, και η αντίθετη κρίση παραβιάζει το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε δεδικασμένο από διαταγή πληρωμής ενώ η προγενέστερη ανακοπή είχε απορριφθεί για τυπικό λόγο (εκπρόθεσμη) και όχι κατ’ ουσίαν. Εφόσον δεν υφίσταται δεδικασμένο, παραμένει επιτρεπτή με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ η προβολή ουσιαστικών ενστάσεων κατά της απαίτησης (όπως πλαστότητα/νόθευση επιταγής). Για τον λόγο αυτόν έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 838/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
8/2017
2017Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.7%
Πιστωτής εξέδωσε διαταγή πληρωμής 225/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά οφειλέτη. Οφειλέτης άσκησε πρώτη ανακοπή από 12-12-2001 κατά της διαταγής πληρωμής, η οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους (λόγω αοριστίας του δικογράφου). Μετά τη δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής, οφειλέτης άσκησε δεύτερη ανακοπή από 20-2-2003 με προσθέτους λόγους από 16-12-2003.
Το άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, ο δικαιούχος μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή πληρωμής και ο οφειλέτης έχει δικαίωμα δεύτερης ανακοπής εντός δέκα εργασίμων ημερών. Από τον συνδυασμό των άρθρων 631, 632, 633, 322 και 330 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαίωμα δεύτερης ανακοπής υφίσταται όταν δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα η πρώτη ανακοπή, αλλά και όταν η εμπρόθεσμη ανακοπή απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η πρώτη ανακοπή από 12-12-2001 είχε απορριφθεί για τυπικούς λόγους (αοριστία δικογράφου) και δεν είχαν ερευνηθεί κατ' ουσίαν οι ισχυρισμοί του ανακόπτοντος, ώστε να καλύπτονται από δεδικασμένο. Εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι η δεύτερη ανακοπή ήταν παραδεκτή, καθώς η απόρριψη της πρώτης για τυπικούς λόγους εξομοιώνεται με τη μη άσκηση ανακοπής, αφού δεν επήλθαν τα αποτελέσματα της παραγράφου 1 του άρθρου 633 ΚΠολΔ και η διαταγή πληρωμής δεν απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.
Ο ένατος λόγος αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς αποφάνθηκε ότι η δεύτερη ανακοπή ήταν παραδεκτή, καθόσον η πρώτη ανακοπή είχε απορριφθεί για τυπικούς λόγους (αοριστία) και δεν είχαν ερευνηθεί κατ' ουσίαν οι ισχυρισμοί του ανακόπτοντος, ώστε να καλύπτονται από δεδικασμένο. Η απόρριψη της ανακοπής για τυπικούς λόγους εξομοιώνεται με τη μη άσκηση εμπρόθεσμης ανακοπής, επιτρέποντας την άσκηση δεύτερης ανακοπής κατά το άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια ένατο λόγο αναίρεσης της από 9-6-2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 125/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και Αναπέμπει την υπόθεση στο Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου προς έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.
1772/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.4%
Τράπεζα χορήγησε σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 60.000 ευρώ, με σύμβαση της 18-8-2007. Στη σύμβαση εγγυήθηκαν δύο φυσικά πρόσωπα. Η εταιρεία έκανε χρήση της πίστωσης και ο λογαριασμός εμφάνισε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 7.227,06 ευρώ. Η τράπεζα προχώρησε στο κλείσιμο του λογαριασμού και την καταγγελία της σύμβασης. Η σύμβαση ήταν έντυπη τυποποιημένη σύμβαση προσχώρησης με προδιατυπωμένους όρους, μεταξύ των οποίων ο όρος 3.4 που προέβλεπε υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών.
Το άρθρο 632 ΚΠολΔ προβλέπει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλους τους λόγους που στρέφονται κατά του κύρους της διαταγής. Σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, ο ανακόπτων έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια, φέρει δε το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Για το ορισμένο του λόγου ανακοπής που έχει χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην ανακοπή δεν προσδιοριζόταν το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκαν οι οφειλέτες με τον υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών σε σχέση με τον υπολογισμό με βάση έτος 365 ημερών και το οποίο υποχρεώθηκαν να καταβάλουν με την διαταγή πληρωμής. Εφαρμόζοντας το κριτήριο του άρθρου 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο προβλέπει μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής όταν ο λόγος ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, έκρινε ότι η ευδοκίμηση του λόγου επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής και ανάλογο αποτέλεσμα ως προς την διαταγή πληρωμής.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη και εξέτασε κατ' ουσίαν αόριστο και απαράδεκτο λόγο ανακοπής. Ο λόγος ανακοπής που επικαλείτο ακυρότητα του όρου υπολογισμού τόκων με βάση έτος 360 ημερών ήταν αόριστος, αφού δεν προσδιοριζόταν σε αυτόν το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκαν οι οφειλέτοι με τον συγκεκριμένο υπολογισμό σε σχέση με τον υπολογισμό με βάση έτος 365 ημερών και το οποίο υποχρεώθηκαν να καταβάλουν με την διαταγή πληρωμής. Η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου ανακοπής επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής και μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, το ποσό δε αυτό οι οφειλέτες είχαν το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως. Ο αόριστος λόγος εξομοιώνεται με μη προταθέντα λόγο.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3190/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα .Και - Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
387/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.3%
Πιστώτρια τράπεζα χορήγησε σε εταιρία πίστωση με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό στις 19-2-2004 ύψους 1.700.000 €, αυξηθείσα στις 14-3-2007 σε 1.975.000 €. Εκδόθηκαν δύο εγγυητικές επιστολές 75.000 € (30-9-2003) και 100.000 € (6-6-2005). Για την πίστωση τηρήθηκαν ειδικοί λογαριασμοί που έκλεισαν στις 2-12-2009, 9-9-2009 και 25-9-2009 με κατάλοιπο 1.643.028,76 €. Προ της υπογραφής είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης (8-4-2004) επί οικοπέδου 6.900 τ.μ., με μεταγενέστερη μεταβίβαση 1/6 εξ αδιαιρέτου. Εγγυητής 22 ετών, τελειόφοιτος πανεπιστημίου, υπέγραψε στη θέση «ΟΙ ΕΓΓΥΗΤΕΣ» και έλαβε σχετική ειδοποίηση στις 14-12-2009. Υπήρχε συμβατικός όρος υπολογισμού τόκων με έτος 360 ημερών, που προκάλεσε πρόσθετη επιβάρυνση 64.078,97 € (αύξηση 1,3889% ετησίως). Η απαίτηση αποδεικνυόταν με αποσπάσματα εμπορικών βιβλίων της τράπεζας.
Το άρθρο 585 § 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 583, 632 και 633 ΚΠολΔ, επιτρέπει την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής με επίκληση ουσιαστικών ενστάσεων· αν η ένσταση ευδοκιμήσει εν μέρει (π.χ. ακυρότητα καταχρηστικού ΓΟΣ), επέρχεται μόνο μερική ακύρωση. Κατά τα άρθρα 2 § 6 και 7 § 2 περ. κζ’ ν. 2251/1994 και 174, 281, 361, 372 ΑΚ, ο όρος απόδειξης με αποσπάσματα βιβλίων είναι έγκυρη δικονομική συμφωνία, ενώ τυχόν απαγόρευση αμφισβήτησης είναι άκυρη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι χορηγήθηκε πίστωση 1.700.000 € (19-2-2004), αυξηθείσα σε 1.975.000 € (14-3-2007), με δύο εγγυητικές 75.000 € και 100.000 €. Οι λογαριασμοί έκλεισαν 2-12-2009, 9-9-2009 και 25-9-2009, με κατάλοιπο 1.643.028,76 €. Ο συμβατικός όρος έτους 360 ημερών αύξησε τους τόκους κατά 1,3889% ετησίως, επιβαρύνοντας με 64.078,97 €. Ο εγγυητής, 22 ετών και τελειόφοιτος, υπέγραψε ρητά ως «εγγυητής» και είχε γνώση μέσω κοινοποίησης 14-12-2009. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η ακυρότητα του ΓΟΣ περί έτους 360 ημερών μειώνει την οφειλή και επιφέρει μόνο μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, χωρίς να καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη. Η συμφωνία απόδειξης με αποσπάσματα βιβλίων παραμένει έγκυρη, ενώ η απαγόρευση αμφισβήτησης είναι άκυρη χωρίς να θίγεται η έκδοση διαταγής πληρωμής. Δεν αποδείχθηκε παραπλάνηση του εγγυητή.
Απορρίφθηκαν οι αιτιάσεις του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β’ και 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και αιτιολόγησε επαρκώς τον ισχυρισμό περί παραπλάνησης του εγγυητή, δεχόμενο ότι υπέγραψε ως «εγγυητής» και είχε γνώση των υποχρεώσεων του. Απορρίφθηκε η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ: η καταχρηστικότητα του ΓΟΣ «έτος 360 ημερών» οδηγεί μόνο σε μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά 64.078,97 €, χωρίς να καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη. Κρίθηκε ορθά ότι ο όρος απόδειξης με αποσπάσματα εμπορικών βιβλίων είναι έγκυρος, ενώ άκυρο είναι μόνο το σκέλος που απαγορεύει αμφισβήτηση· δεν θίγεται η δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής. Οι ισχυρισμοί περί άκυρων όρων 8 και 21 ήταν αλυσιτελείς, αφού δεν λειτούργησε πλασματική αναγνώριση καταλοίπου ούτε χρησιμοποιήθηκαν οι όροι αυτοί στην έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Απορρίπτει την από 9-3-2018 αίτηση της Ε. Δ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3464/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
1972/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Ανώνυμη εταιρεία και δύο φυσικά πρόσωπα (πρώην σύζυγοι) είχαν συνάψει με τράπεζα σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό (αλληλόχρεο λογαριασμό) με αριθμό ... Η σύμβαση τροποποιήθηκε με πρόσθετες πράξεις και αύξηση ορίου πιστώσεως. Η πρώτη οφειλέτρια απέστειλε επιστολή στις 6-7-2012 προς την τράπεζα αναγνωρίζοντας υπόλοιπο του λογαριασμού μέχρι 30-6-2012 ύψους 154.540,70 ευρώ. Η τράπεζα εξέδωσε διαταγή πληρωμής για οφειλή ύψους 145.133,92 ευρώ, προσκομίζοντας τη σύμβαση πιστώσεως, τις πρόσθετες πράξεις, την επιστολή αναγνώρισης οφειλής και αποσπάσματα λογαριασμών από 2-1-2014 και 14-1-2014 που εξήχθησαν από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία της.
Το άρθρο 632 ΚΠολΔ προβλέπει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλους τους λόγους κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα, φέροντας το βάρος αποδείξεως των σχετικών ισχυρισμών του. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ανακόπτοντες αρκέστηκαν σε γενική και αόριστη αμφισβήτηση της ορθότητας του υπολογισμού των οφειλών τους, χωρίς να προσβάλλουν συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού και για συγκεκριμένους λόγους, ούτε ανέφεραν το νόμιμο κατάλοιπο του λογαριασμού που οφείλουν, ούτε το παρανόμως επιδικασθέν ποσό. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, διαφορετικά οι λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι οι λόγοι της ανακοπής ήταν απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση των λόγων της ανακοπής δεν έγινε με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένων κονδυλίων του τηρηθέντος λογαριασμού, τα οποία να αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες. Οι ανακόπτοντες αρκέστηκαν σε γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του υπολογισμού χωρίς να προσβάλλουν συγκεκριμένα κονδύλια, χωρίς να προσδιορίζουν το νόμιμο ύψος της οφειλής και χωρίς να αναφέρουν το παράνομα επιδικασθέν ποσό, ώστε να είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του αξιούμενου ποσού.
Απορρίπτει την από 29-7-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις>. Απορρίπτει την από 30-3-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 198/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
565/2021
2021Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Σε αυτοκινητικό ατύχημα της 20-7-2005 τραυματίστηκε θανάσιμα εργαζόμενος σε ατομική επιχείρηση, ο οποίος συνεπέβαινε σε ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του εργοδότη, ασφαλισμένο στην εταιρεία ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α., που οδηγούσε άλλος εργαζόμενος. Οι συγγενείς του θανόντος άσκησαν δύο αγωγές: μία κατά του εργοδότη (εργατική διαφορά) και μία κατά της συζύγου του, της ασφαλιστικής εταιρείας και του οδηγού (αυτοκινητική διαφορά), ζητώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Επί της δεύτερης αγωγής, οι διάδικοι προέβησαν την 15-10-2010 σε εξώδικο συμβιβασμό με εξοφλητική απόδειξη, δυνάμει της οποίας η ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε συνολικό ποσό 365.000 ευρώ σε πλήρη εξόφληση όλων των απαιτήσεων από το ατύχημα. Επί της πρώτης αγωγής εκδόθηκε η 5610/2012 απόφαση Εφετείου Αθηνών που αναγνώρισε οφειλή του εργοδότη.
Το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ καθιδρύει αναιρετικό λόγο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν από εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα στηρίζοντα το δικαίωμα και εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η ανακοπή στηριζόταν σε προβαλλόμενους ισχυρισμούς που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, ο οποίος λόγος δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, αλλά λόγο ανακοπής κατά της εκτελέσεως (άρθρο 933 ΚΠολΔ). Εφαρμόζοντας το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο προέβη σε παραδεκτό έλεγχο του δικογράφου της ανακοπής και διαπίστωσε ότι το Εφετείο εσφαλμένα εξέλαβε την ανακοπή ως στηριζόμενη σε μεταγενέστερα της διαταγής πληρωμής αποσβεστικά γεγονότα, ενώ στην πραγματικότητα η απόσβεση είχε επέλθει την 15-10-2010, πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή διότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής. Ο ανακόπτων εξέθετε σαφέστατα ότι η απόσβεση της απαίτησης των αναιρεσιβλήτων είχε επέλθει την 15-10-2010 με την καταβολή του ποσού των 365.000 ευρώ από τη συνοφειλέτρια ασφαλιστική εταιρεία και την υπογραφή εξοφλητικής απόδειξης-συμβιβασμού, πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Το Εφετείο όμως εξέλαβε την ανακοπή με το εντελώς αντίθετο περιεχόμενο, ότι δηλαδή τα αποσβεστικά γεγονότα ήταν μεταγενέστερα του χρόνου έκδοσης της διαταγής πληρωμής και συνιστούν λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης. Έτσι δεν έλαβε υπόψη τα πράγματι εκτιθέμενα στην ανακοπή περιστατικά που στηρίζουν το λόγο αυτής και την απέρριψε.
Αναιρεί την με αριθμό 5080/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν, για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
1323/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.1%
Χρηματοδότης συμφώνησε με παραγωγό εταιρεία, με ιδιωτικό συμφωνητικό της 25-7-2008, χρηματοδότηση ανεξάρτητης παραγωγής κινηματογραφικού έργου ύψους 120.000 ευρώ, σε πέντε δόσεις (25.000, 30.000, 35.000, 10.000, 20.000). Ο προϋπολογισμός ορίστηκε σε 350.000 ευρώ, με ανεκτή απόκλιση 10%. Προβλέφθηκε ότι εντός τριών μηνών από την κατάθεση αντιτύπου προβολής στο χρηματοδότη, η παραγωγός οφείλει να υποβάλει νόμιμα παραστατικά (κατά ΚΒΣ) για έλεγχο· χωρίς τον έλεγχο, η τελευταία δόση δεν καταβάλλεται. Κατατέθηκε αντίτυπο προβολής στις 26-8-2009. Υποβλήθηκε αναλυτικό καθολικό με αριθμούς τιμολογίων, χωρίς συνημμένα παραστατικά που να προσδιορίζουν το είδος δαπάνης και σύνδεση με το έργο. Εστάλη έγγραφο (18-12-2012) από οικονομική υπηρεσία ζητώντας έκδοση φορολογικού παραστατικού για μεταβίβαση δικαιωμάτων. Καταβλήθηκαν τέσσερις δόσεις και επιδοτήθηκε η διανομή με 10.000 ευρώ. Το τιμολόγιο για το υπόλοιπο (20.000+ΦΠΑ 4.600) δεν έφερε υπογραφή οργάνου του χρηματοδότη.
Το άρθρο 624 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, απαιτεί η χρηματική απαίτηση και το ποσό της να αποδεικνύονται πλήρως με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και να μη εξαρτώνται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή· άλλως, κατά το άρθρο 628 ΚΠολΔ δεν εκδίδεται διαταγή πληρωμής και, αν εκδοθεί, ακυρώνεται με ανακοπή (άρθρα 632-633 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο όρος καταβολής της τελευταίας δόσης (20.000 ευρώ) προϋπέθετε υποβολή νόμιμων παραστατικών εντός τριμήνου από την κατάθεση αντιτύπου προβολής (26-8-2009) και έλεγχο κόστους 350.000 ευρώ με ανοχή 10%. Δεν προσκομίστηκαν τα απαιτούμενα παραστατικά· το αναλυτικό καθολικό δεν ανέφερε είδος δαπάνης ούτε σύνδεση με το έργο, ενώ το τιμολόγιο (24.600 ευρώ) δεν έφερε υπογραφή οργάνου του χρηματοδότη. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 623-624, έκρινε ότι η απαίτηση για την τελευταία δόση εξαρτάται από μη αποδειχθείσα πλήρωση όρου και δεν τεκμηριώνεται με κατάλληλα έγγραφα· επομένως, τα έγγραφα δεν αρκούσαν για έκδοση διαταγής πληρωμής και οι αναιρετικοί λόγοι περί μη λήψης αποδείξεων ή παραμόρφωσης εγγράφων ήταν απαράδεκτοι ή αβάσιμοι.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι: (α) ως προς το σκέλος της δίκης περί την εκτέλεση, η αναίρεση ήταν απαράδεκτη κατά το άρθρο 937 παρ.1 εδ. β ΚΠολΔ (επίδοση επιταγής 20-2-2017, δημοσίευση απόφασης 23-11-2020, εφαρμογή 4335/2015), (β) ως προς τη διαταγή πληρωμής, ο λόγος από 559 αρ.19 ήταν απαράδεκτος επειδή τα άρθρα 623-624 ΚΠολΔ είναι δικονομικά, (γ) ο λόγος από 559 αρ.11 γ’ ήταν αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη την απόφαση ΔΣ του χρηματοδότη αλλά δεν είχε επικληθεί ως αποδεικτικό της απαίτησης, και (δ) ο λόγος από 559 αρ.20 ήταν απαράδεκτος, διότι δεν υπήρχε διαγνωστικό λάθος και η κρίση δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην επιστολή 18-12-2012. Κατά συνέπεια, δεν θεμελιώθηκε παραβίαση δικονομικών κανόνων και η αναιρετική προσβολή απορρίφθηκε συνολικά.
Απορρίπτει την από 21-11-2022 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΝΤΟΚ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΕΡ ΣΕΝΤΕΡ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" για αναίρεση της υπ` αριθμ. 6413/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
999/2019
2019Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.0%
Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κατήρτισε με τράπεζα σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό υπ' αριθ. 319/16-4-2004, με την οποία η τράπεζα χορήγησε πίστωση μέχρι του ποσού των 2.000.000,00 ευρώ. Δύο φυσικά πρόσωπα εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα την οφειλή της πιστούχου μέχρι των ποσών 2.000.000,00 και 650.000,00 ευρώ αντίστοιχα. Στη σύμβαση συμφωνήθηκε ότι η απαίτηση της τράπεζας θα αποδεικνύεται από απόσπασμα των βιβλίων της, ότι ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικώς με βάση έτος 360 ημερών επί του ημερήσιου χρεωστικού υπολοίπου, και ότι η τράπεζα είχε δικαίωμα να κλείσει την πίστωση οριστικά χωρίς ειδοποίηση. Η πιστούχος με επιστολές της από 3-1-2011 αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών ανερχόμενα σε 509.297,29 και 670.893,37 ευρώ. Την 9-12-2011 η τράπεζα προέβη στο οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών με συνολικά χρεωστικά υπόλοιπα 471.612,95 ευρώ και 51.288,37 ευρώ.
Το άρθρο 626 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ ορίζει ότι στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να αναφέρεται η απαίτηση και το ακριβές ποσό και να επισυνάπτονται τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση. Για κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση και η επισύναψη αποσπάσματος εμπορικών βιβλίων με την κίνηση του λογαριασμού, εφόσον συμφωνήθηκε ότι η απαίτηση θα αποδεικνύεται από αυτό. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην αίτηση αναφερόταν η σύμβαση πίστωσης, το δικαίωμα οριστικού κλεισίματος, η συμφωνία απόδειξης από απόσπασμα βιβλίων, το κλείσιμο των λογαριασμών την 9-12-2011 με χρεωστικά υπόλοιπα 471.612,95 και 51.288,37 ευρώ, και επισυνάπτονταν αποσπάσματα με την κίνηση των λογαριασμών. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 216, 217, 583, 585, 632 και 633 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι ανακοπής που αμφισβητούσαν γενικώς την ορθότητα του λογαριασμού χωρίς να προσδιορίζουν συγκεκριμένα κονδύλια ήταν αόριστοι και απαράδεκτοι, καθώς απαιτείται αμφισβήτηση μεμονωμένων κονδυλίων.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, καθώς αναφερόταν η σύμβαση, το κλείσιμο των λογαριασμών με συγκεκριμένα υπόλοιπα και επισυνάπτονταν αποσπάσματα εμπορικών βιβλίων με την κίνηση τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική έκθεση των επιμέρους κονδυλίων. Οι λόγοι ανακοπής που αμφισβητούσαν γενικώς χρεώσεις (προμήθειες, τόκους, εισφορά ν. 128/1975) χωρίς να προσδιορίζουν συγκεκριμένα κονδύλια κατά μήνα και έτος ήταν ορθά αόριστοι και απαράδεκτοι. Ο ισχυρισμός καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ήταν μη νόμιμος, καθώς δεν αναφερόταν ποιες επαχθείς συνέπειες προκαλούνταν στους οφειλέτες.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-4-2018 αίτηση των εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", Π. Τ. και Β. Μ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2201/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1657/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 95.0%
Πιστούχος επιχείρηση συνήψε το 1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με διαδοχικές τροποποιητικές και πρόσθετες πράξεις το 2003, 2005 και 2008. Υπήρξε σύμβαση εγγύησης στις 12/5/2003 από λοιπά πρόσωπα ως εγγυητές. Ο πιστούχος αναγνώρισε στις 16/11/2010 το υπόλοιπο του λογαριασμού για το γ’ τρίμηνο 2010. Η οφειλή ανερχόταν σε 78.202,67 ευρώ ως κατάλοιπο λογαριασμού. Στους συμβατικούς όρους προβλέπονταν: ανά τρίμηνο ανατοκισμός τόκων, περιοδικό κλείσιμο λογαριασμού σε χρονικό διάστημα μικρότερο του εξαμήνου, μονομερής καθορισμός επιτοκίου αναφοράς από την πιστώτρια, ενσωμάτωση της εισφοράς του ν. 128/1975 στο επιτόκιο και υπολογισμός τόκων με έτος 360 ημερών. Οι απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν σε οχήματα ειδικού σκοπού και ανατέθηκε διαχείριση σε εταιρίες διαχείρισης το 2019 και 2021, σύμφωνα με ν. 3156/2003 και ν. 4354/2015.
Το άρθρο 633 § 1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι, αν λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι βάσιμος μόνο κατά μέρος, επέρχεται μερική ακύρωση, απαιτώντας σαφή προσβολή συγκεκριμένων κονδυλίων και ποσών. Σε συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, το άρθρο 112 § 2 ΕισΝΑΚ επιτρέπει περιοδικό κλείσιμο (και μικρότερο του εξαμήνου κατόπιν συμφωνίας), με δικαστικώς επιδιώξιμο μόνο το οριστικό κατάλοιπο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η έννομη σχέση ήταν παροχή πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με αναγνώριση υπολοίπου στις 16/11/2010 για το γ’ τρίμηνο 2010. Η οφειλή ανήλθε σε 78.202,67 ευρώ. Οι ισχυρισμοί περί ακυρότητας όρων (τριμηνιαίου ανατοκισμού, κλεισίματος λογαριασμού, μονομερούς επιτοκίου, εισφοράς ν. 128/1975, έτους 360 ημερών) δεν συνοδεύτηκαν από προσδιορισμό συγκεκριμένων ποσών και κονδυλίων που επηρέασαν το κατάλοιπο. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι χωρίς ειδικό προσδιορισμό χρεώσεων δεν υπάρχει ορισμένος λόγος ανακοπής, άρα δεν τίθεται θέμα ανεκκαθάριστης απαίτησης ή συνολικής ακύρωσης. Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως αλληλόχρεου καθιστά έγκυρο το περιοδικό κλείσιμο και την αναγνώριση, και η διαταγή πληρωμής αρκεί να αναφέρει συνοπτικά την αιτία.
Η αίτηση απορρίφθηκε διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ήταν αόριστοι: δεν προσδιορίστηκαν συγκεκριμένα κονδύλια και ακριβή ποσά των επικαλούμενων παράνομων χρεώσεων, ώστε να επέλθει μερική ακύρωση της απαίτησης κατά το άρθρο 633 § 1 ΚΠολΔ. Επιπλέον, η σύμβαση ήταν αλληλόχρεος λογαριασμός κατά το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ, επιτρεπτό το περιοδικό (και τριμηνιαίο) κλείσιμο και έγκυρη η αναγνώριση υπολοίπου της 16/11/2010, οπότε δεν απαιτείται πλήρης αναλυτική κίνηση για την απόδειξη του καταλοίπου. Τέλος, η διαταγή πληρωμής περιέγραφε επαρκώς την αιτία πληρωμής, και η γενική αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης (78.202,67 ευρώ) χωρίς στοχευμένη προσβολή κονδυλίων δεν θεμελίωσε ακυρότητα.
Απορρίπτει την από 26-7-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 928/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
633/2023
2023Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.9%
Δανειολήπτης συνήψε στις 29-01-2004 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου με τράπεζα για ποσό 30.000 ευρώ. Για την εξυπηρέτηση τηρήθηκε ειδικός λογαριασμός, ο οποίος στις 21-12-2011 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο 22.401,89 ευρώ. Στη σύμβαση (όρος 6) προβλέφθηκε υπολογισμός τόκων με βάση έτος 360 ημερών, με συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και ανατοκισμό ανά εξάμηνο. Η χρήση του έτους 360 ημερών προκάλεσε επιβάρυνση του δανειολήπτη κατά περίπου 1,3889% ανά ημέρα σε σύγκριση με υπολογισμό στο ημερολογιακό έτος 365 ημερών. Η τράπεζα έκλεισε τον λογαριασμό και κατήγγειλε τη σύμβαση, γνωστοποιώντας το κατάλοιπο οφειλής.
Το άρθρο 2 § 6 ν. 2251/1994 ορίζει ότι καταχρηστικοί ΓΟΣ που διαταράσσουν σημαντικά την ισορροπία σε βάρος του καταναλωτή είναι άκυροι και πρέπει να διατυπώνονται με διαφάνεια. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 181 και 200 ΑΚ, η ακυρότητα είναι μερική και το κενό συμπληρώνεται από ενδοτικούς κανόνες. Τα άρθρα 632-633 ΚΠολΔ επιτρέπουν ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής με ουσιαστικές ενστάσεις, απαιτώντας όμως προσδιορισμό συγκεκριμένων κονδυλίων και του ποσού μείωσης. Η Οδηγία 2008/48/ΕΚ και σχετικές ΚΥΑ καθιερώνουν υπολογισμό τόκων με έτος 365 ημερών. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου 29-01-2004 ποσού 30.000 ευρώ υπήρχε όρος (αρ. 6) που προέβλεπε υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών. Η πρακτική αυτή επιβάρυνε την οφειλή κατά περίπου 1,3889% ανά ημέρα έναντι υπολογισμού σε 365 ημέρες. Το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν 22.401,89 ευρώ στις 21-12-2011. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι ο όρος 360 ημερών είναι αδιαφανής, καταχρηστικός και άκυρος. Πλην όμως, για να ευδοκιμήσει λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής απαιτούνται συγκεκριμένα κονδύλια και ποσοτικός προσδιορισμός της παράνομης επιβάρυνσης, ώστε να χωρήσει μερική ακύρωση. Εφόσον δεν προσδιορίστηκε το επίμαχο ποσό και δεν ήταν δυνατός ο ακριβής υπολογισμός από τα στοιχεία, ο σχετικός λόγος ήταν απαράδεκτος.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι, μολονότι ο όρος υπολογισμού τόκων με έτος 360 ημερών είναι άκυρος ως καταχρηστικός και αδιαφανής, ο ανακόπτων δεν προσδιόρισε ποια συγκεκριμένα κονδύλια και ποιο ακριβές ποσό της οφειλής επιβαρύνθηκαν παράνομα. Κατά τα άρθρα 632-633 ΚΠολΔ η ακυρότητα του ΓΟΣ οδηγεί σε μερική μόνο μείωση και δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη· συνεπώς απαιτείται ποσοτικός προσδιορισμός. Από τα εκτεθέντα στοιχεία δεν ήταν δυνατή η εξαγωγή του ποσού με μαθηματικούς υπολογισμούς. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας τον λόγο ανακοπής ορισμένο και ακυρώνοντας ολικά τη διαταγή πληρωμής, παρέβη το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, μη κηρύσσοντας απαράδεκτο, και η απόφαση αναιρέθηκε με παραπομπή.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 18/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας (ειδική διαδικασία ανακοπών κατά διαταγής πληρωμής). Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
767/2025
2025Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.9%
Δανειολήπτης σύναψε με τράπεζα σύμβαση στεγαστικού δανείου ύψους 235.000,00 ευρώ για αγορά και επισκευή κατοικίας. Η σύμβαση τροποποιήθηκε με πρόσθετες πράξεις τα έτη 2009-2013, με τις οποίες η τράπεζα παρείχε διευκολύνσεις αποπληρωμής, μειώνοντας τα ποσά των καταβλητέων δόσεων σε ποσοστά από 50% έως 15%. Ο δανειολήπτης δεν κατέβαλε ολοσχερώς μηνιαίες δόσεις από Αύγουστο 2013 έως Φεβρουάριο 2014. Ο λογαριασμός εμφάνιζε στις 27-3-2014 χρεωστικό υπόλοιπο 212.427,12 ευρώ. Η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση στις 2-4-2014 και εξέδωσε διαταγή πληρωμής. Στις πρόσθετες πράξεις προβλέπονταν όροι υπολογισμού τόκων με βάση έτος 360 ημερών και 365 ημερών κατά περιόδους. Η απαίτηση ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης ύψους 282.000,00 ευρώ.
Το άρθρο 633 παρ. 1 ΚΠολΔ προβλέπει ότι για το ορισμένο του λόγου ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που φέρει χαρακτήρα ενστάσεως, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της απαιτήσεως, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια. Αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αλλά μόνον κατά το μέρος που ευδοκιμεί η ανακοπή. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο ανακόπτων δεν ανέφερε τα συγκεκριμένα κονδύλια των παράνομα υπολογισθέντων τόκων με βάση έτος 360 ημερών, τα οποία αμφισβητούσε. Από τα παρατιθέμενα στην ανακοπή στοιχεία δεν καθίσταται δυνατό να εξάγει το Δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί αοριστίας, το Εφετείο κρίθηκε ότι ο λόγος της ανακοπής ήταν απαράδεκτος, καθόσον η ευδοκίμηση του επιφέρει μόνο μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το μέρος που η ακυρότητα του γενικού όρου μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι ο τρίτος λόγος της ανακοπής ήταν απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθώς δεν αναφέρονταν τα συγκεκριμένα κονδύλια των παράνομα υπολογισθέντων τόκων με βάση έτος 360 ημερών. Το Εφετείο δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου. Επιπλέον, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας λόγω μη καταβολής ληξιπρόθεσμων δόσεων από Αύγουστο 2013 έως Φεβρουάριο 2014, παρά τις διευκολύνσεις που παρείχε η τράπεζα από το 2009, και ότι η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική.
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 27-7-2022 αίτηση αναιρέσεως και την από 18-1-2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-7-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2310/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1847/2017
2017Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.8%
Αδελφός της οφειλέτριας σύναψε με τραπεζική εταιρεία συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, συνολικού ποσού 20.000.000 δραχμών, με εγγυητές τους γονείς του (ο πατέρας απεβίωσε την 5-3-1997) και τη μητέρα. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής ποσού 15.600.101 δραχμών, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, εις βάρος του πρωτοφειλέτη, της μητέρας και της οφειλέτριας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος πατέρα. Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε δύο φορές και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου λόγω άπρακτης παρέλευσης των προθεσμιών (δεκαπενθήμερης και δεκαήμερης) για άσκηση ανακοπής. Η οφειλέτρια πληροφορήθηκε εκ των υστέρων την ύπαρξη ιδιόγραφης διαθήκης του πατρός της που την εξαιρούσε από την κληρονομία του.
Το άρθρο 632 παρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ προβλέπει ότι ο οφειλέτης έχει δικαίωμα εντός δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την επίδοση της διαταγής πληρωμής να ασκήσει ανακοπή. Το άρθρο 633 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ ορίζει ότι αν δεν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η διαταγή μπορεί να επιδοθεί πάλι με προθεσμία δέκα εργασίμων ημερών, και αν περάσει άπρακτη και αυτή, η διαταγή αποκτά δύναμη δεδικασμένου και προσβάλλεται μόνο με αναψηλάφηση. Το άρθρο 551 ΚΠολΔ προβλέπει ότι κατά της αποφάσεως επί αναψηλαφήσεως επιτρέπονται ένδικα μέσα μόνο εφόσον η αρχική απόφαση μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε δύο φορές στην οφειλέτρια και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου λόγω άπρακτης παρέλευσης των προθεσμιών (δεκαπενθήμερης και δεκαήμερης) για άσκηση ανακοπής. Η οφειλέτρια άσκησε αναψηλάφηση που έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής ως προς αυτήν. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 551, 632 και 633 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ορθώς ότι η διαταγή πληρωμής δεν μπορούσε να προσβληθεί με ένδικο μέσο μετά την άπρακτη πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας, επομένως ούτε η απόφαση επί της αναψηλαφήσεως υπόκειται σε έφεση.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς κήρυξε απαράδεκτη την έφεση κατά της αποφάσεως επί αναψηλαφήσεως. Η επίδικη διαταγή πληρωμής, αφού απέκτησε ισχύ δεδικασμένου λόγω άπρακτης παρόδου της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 633 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ από τη δεύτερη επίδοσή της, δεν ήταν δυνατό να προσβληθεί με κανένα ένδικο μέσο αλλά ούτε και με ανακοπή. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 551 ΚΠολΔ, η εκκληθείσα απόφαση επί αναψηλαφήσεως δεν υπέκειτο σε έφεση, αφού η αρχική διαταγή πληρωμής δεν μπορούσε να προσβληθεί με ένδικο μέσο.
Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2015 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 416/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
175/2019
2019Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.8%
Οφειλέτρια υποχρεώθηκε με διαταγή πληρωμής να καταβάλει ποσό 160.000 ευρώ κεφάλαιο και 2.720 ευρώ δικαστική δαπάνη, με βάση τραπεζική επιταγή. Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε για πρώτη φορά στην οφειλέτρια στις 30-10-2009. Η οφειλέτρια κατέθεσε ανακοπή στις 26-10-2009, η οποία φέρεται να επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του πιστωτή στις 29-10-2009, αλλά το αποδεικτικό επιδόσεως δεν προσκομίσθηκε σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο. Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε για δεύτερη φορά στις 25-11-2009. Η ανακοπή επιδόθηκε νομίμως στον πιστωτή στις 13-5-2010. Δεύτερη ανακοπή επιδόθηκε στις 23-3-2011.
Το άρθρο 438 ΚΠολΔ προβλέπει ότι η έκθεση επιδόσεως συνιστά δημόσιο έγγραφο που παρέχει πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή. Νόμιμη προϋπόθεση της πλήρους αποδείξεως αποτελεί η υποβολή της εκθέσεως σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά το άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ασκείται με κατάθεση και επίδοση εντός δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την επίδοση της διαταγής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η οφειλέτρια δεν προσκόμισε την έκθεση επιδόσεως της ανακοπής της 29-10-2009 σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο. Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε για δεύτερη φορά στις 25-11-2009 και η ανακοπή επιδόθηκε νομίμως για πρώτη φορά στις 13-5-2010, μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 438 και 632 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η ανακοπή δεν επιδόθηκε νομίμως εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, με αποτέλεσμα η διαταγή πληρωμής να εξοπλισθεί με δύναμη δεδικασμένου πριν την νόμιμη επίδοση της ανακοπής.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε την ανακοπή ως απαράδεκτη, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προσεκόμισε την έκθεση επιδόσεως της 29-10-2009 σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο, ώστε να επιφέρει τις νόμιμες συνέπειες της επιδόσεως. Συνεπώς, η ανακοπή επιδόθηκε νομίμως για πρώτη φορά στις 13-5-2010, μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στο άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής (25-11-2009), οπότε η διαταγή πληρωμής είχε ήδη εξοπλισθεί με δύναμη δεδικασμένου. Η δεύτερη ανακοπή της 21-3-2011 ήταν ομοίως απαράδεκτη για τον ίδιο λόγο.
Απορρίπτει την από 17-11-2016 αίτηση της Α. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1471/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από την αναιρεσείουσα παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
1094/2020
2020Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.8%
Πιστωτική σχέση μέσω σύμβασης πίστωσης με ανοικτό/αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ δανείστριας τράπεζας, εμπορικής επιχείρησης (ομόρρυθμη εταιρεία) και δύο φυσικών προσώπων ως συνοφειλετών. Υφίστατο οφειλή χρεωστικού υπολοίπου ύψους 296.000 ευρώ με νόμιμο τόκο. Στη σύμβαση συμμετείχε εγγυητής (Δημόσιο) για ποσοστό της οφειλής. Την 7-3-2013 ο εγγυητής κατέβαλε στη δανείστρια ποσό 182.960,35 ευρώ προς εξόφληση μέρους της απαίτησης, το οποίο ποσό εισπράχθηκε και αναγνωρίστηκε από τη δανείστρια. Η καταβολή αυτή έλαβε χώρα μετά τη δημιουργία του χρέους και την παγίωση της οφειλής από τη συμβατική σχέση.
Το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής αφορά το έγκυρο της έκδοσής της, με λόγους που υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσης. Κατά τα άρθρα 585 § 2 και 623, 626, 628, 629 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της δίκης οριοθετείται από το δικόγραφο της ανακοπής και τυχόν πρόσθετους λόγους. Επιγενόμενα περιστατικά, όπως απόσβεση με καταβολή, προβάλλονται με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Η παράλειψη κήρυξης απαραδέκτου συνιστά λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό/αλληλόχρεο λογαριασμό και οφειλή 296.000 ευρώ. Η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε στις 4-4-2012. Στις 7-3-2013 ο εγγυητής (Δημόσιο) κατέβαλε 182.960,35 ευρώ στη δανείστρια, η οποία εισέπραξε και ομολόγησε την καταβολή. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μερική απόσβεση λόγω πληρωμής από τον εγγυητή επήλθε μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και δεν μπορούσε να αποτελέσει λόγο ακύρωσής της μέσω ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Η παραδοχή του λόγου αυτού από το εφετείο έγινε κατά παράβαση νόμου, μη κηρύσσοντας το απαράδεκτο, στοιχειοθετώντας την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Η μερική εξόφληση 182.960,35 ευρώ από τον εγγυητή στις 7-3-2013 επήλθε μεταγενέστερα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής (4-4-2012) και, ως επιγενόμενο γεγονός, δεν μπορούσε να προταθεί ως λόγος ακυρότητας της έκδοσης με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Το εφετείο, δεχόμενο παραδεκτά τον ισχυρισμό και ακυρώνοντας τη διαταγή πληρωμής κατά το καταβληθέν ποσό, παρέβη τον νόμο μη κηρύσσοντας το απαράδεκτο (άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ). Κατ’ αποτέλεσμα, η αναίρεση έγινε δεκτή κατά το σχετικό μέρος και, κρατώντας την υπόθεση (άρθρο 580 §3 ΚΠολΔ), ο Άρειος Πάγος απέρριψε την έφεση, διατάσσοντας την επιστροφή του παραβόλου και την καταδίκη των ηττηθέντων στη δικαστική δαπάνη.
Αναιρεί την 133/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 17-7-2014 εφέσεως των αναιρεσίβλητων κατά της 225/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Απορρίπτει την έφεση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ για το δεύτερο και παρόντα βαθμούς δικαιοδοσίας.
1472/2019
2019Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.7%
Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής εις βάρος δύο οφειλετών για το ποσό των 15.000 ευρώ, εις ολόκληρον ο καθένας, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, βάσει συναλλαγματικής. Οι οφειλέτες άσκησαν ανακοπή με τέσσερις λόγους, συμπεριλαμβανομένου λόγου περί πλαστογραφίας της συναλλαγματικής και λόγου περί εκχώρησης απαίτησης από συναλλαγματική. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο λόγο περί πλαστογραφίας ως απαράδεκτο λόγω ελλείψεως ειδικής πληρεξουσιότητας του πληρεξούσιου δικηγόρου, δέχθηκε τον δεύτερο λόγο περί εκχώρησης ως ουσιαστικά βάσιμο και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, χωρίς να εξετάσει τους τρίτο και τέταρτο λόγους.
Τα άρθρα 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλέπουν ότι όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή ανακοπή κατά την κύρια βάση της μετά από αποδοχή της έφεσης του εναγομένου, πρέπει να ερευνήσει και τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες βάσεις. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης λόγω αποδοχής της έφεσης του πιστωτή, εξέτασε και απέρριψε τον δεύτερο λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, ακολούθως εξέτασε τους τρίτο και τέταρτο λόγους που δεν είχαν ερευνηθεί πρωτοδίκως και τους απέρριψε, και επιπλέον εξέτασε και τον πρώτο λόγο περί πλαστογραφίας και τον απέρριψε ως απαράδεκτο. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 556 και 68 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι οι οφειλέτες δεν είχαν έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης, αφού όλοι οι λόγοι της ανακοπής τους εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν από το Εφετείο, χωρίς να μείνει κανένας λόγος αδίκαστος.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο, με το να εξετάσει και τον πρώτο λόγο της ανακοπής περί πλαστογραφίας, έστω και καθ'υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του πιστωτή, δεν άφησε αδίκαστο τον ανωτέρω λόγο ανακοπής. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων από την επιδιωκόμενη αναίρεση, αφού ο λόγος της ανακοπής τους εξετάστηκε και απερρίφθη, όπως και οι λοιποί τρίτος και τέταρτος λόγοι, με αποτέλεσμα να μη μείνουν αδίκαστοι οι λόγοι της έφεσής τους.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-7-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 68/10-7-2018) αίτηση των: 1) Ε. Χ. του Χ. και 2) Φ. Χ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 42/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
1060/2019
2019Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.7%
Δανειολήπτες είχαν συνάψει με τράπεζα σύμβαση στεγαστικού δανείου με αριθμό 2031957/24-12-2002 και τροποποιητική αυτής. Η σύμβαση περιείχε όρο για υπολογισμό τόκων με βάση επιτόκιο 360 ημερών αντί 365 ημερών. Η τράπεζα εξέδωσε διαταγή πληρωμής για την απαίτησή της από τη δανειακή σύμβαση. Οι δανειολήπτες άσκησαν ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, προβάλλοντας ότι ο όρος για τον υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών είναι καταχρηστικός Γενικός Όρος Συναλλαγών και άκυρος, χωρίς να προσδιορίσουν το συγκεκριμένο ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκαν από τον όρο αυτό.
Το άρθρο 2 παρ. 6 και 8 του ν. 2251/1994 και το άρθρο 181 ΑΚ ορίζουν ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών είναι μερική και δεν επιδρά στο κύρος όλης της σύμβασης, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος. Το κενό που δημιουργείται καλύπτεται με εφαρμογή κανόνα ενδοτικού δικαίου ή συμπληρωματική ερμηνεία κατά το άρθρο 200 ΑΚ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής με ένσταση ακυρότητας ΓΟΣ, αν η ευδοκίμηση επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ακύρωση της διαταγής. Για το ορισμένο του λόγου ανακοπής πρέπει να προσδιορίζεται το κονδύλιο και το ποσό κατά το οποίο είναι ακυρωτέα η διαταγή, εκτός αν από τα στοιχεία της ανακοπής το δικαστήριο μπορεί να εξάγει με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 ΚΠολΔ, εξέτασε αν ο ανακόπτων όφειλε να προσδιορίσει το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνεται η δανειακή οφειλή εξ αιτίας του άκυρου ΓΟΣ, και αν από τα στοιχεία της ανακοπής καθίσταται δυνατό να εξάγει το δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά κήρυξε απαράδεκτο τον λόγο ανακοπής περί ακυρότητας του ΓΟΣ για υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών, καθώς ο ανακόπτων όφειλε να προσδιορίσει το συγκεκριμένο ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η δανειακή οφειλή του εξ αιτίας του άκυρου όρου, και όχι να ζητήσει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής στο σύνολό της. Από τα στοιχεία της ανακοπής δεν καθίστατο δυνατό να εξάγει το δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό. Επιπλέον, ο λόγος αναίρεσης που προσέβαλε τη δεύτερη επικουρική αιτιολογία απορρίφθηκε ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό στηριζόταν αυτοτελώς στην πρώτη αιτιολογία που δεν πλήττεται αποτελεσματικά.
Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση των Μ. Φ. και Σ. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1479/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
1342/2017
2017Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.6%
Εταιρεία εμπορίας φαρμακευτικών προϊόντων πώλησε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο φαρμακευτικό σκεύασμα ALBUMINATIV κατά το χρονικό διάστημα από 8-3-2007 έως 18-9-2008, κατόπιν τηλεφωνικών παραγγελιών, συνολικής αξίας 189.754,50 ευρώ. Εκδόθηκαν 32 τιμολόγια με συνημμένα δελτία αποστολής. Από αυτά, 23 τιμολόγια και δελτία αποστολής δεν έφεραν καμία υπογραφή στη θέση του παραλαβόντος. Εννέα δελτία αποστολής έφεραν την υπογραφή βοηθών φαρμακείου (Μ. Π. σε 8 δελτία και Μ. Λ. σε 1 δελτίο), ενώ τα αντίστοιχα τιμολόγια ήταν ανυπόγραφα. Με αποφάσεις του Διοικητή του νοσοκομείου είχαν συγκροτηθεί τριμελείς επιτροπές παραλαβής φαρμακευτικού υλικού, αποτελούμενες από φαρμακοποιό, βοηθό φαρμακείου και διοικητικό υπάλληλο. Υποδιευθυντής της Οικονομικής Υπηρεσίας του νοσοκομείου επέθεσε υπογραφή σε δύο επιστολές της πωλήτριας εταιρείας την 13-2-2009, επιβεβαιώνοντας ως "σωστές" τις αξίες ανεξόφλητων τιμολογίων ετών 2007 (99.036,22 ευρώ) και 2008 (90.718,28 ευρώ).
Το άρθρο 628 ΚΠολΔ προβλέπει ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής απαιτείται έγγραφη απόδειξη της απαίτησης με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ το ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη που αναλαμβάνει υποχρεώσεις. Για νομικό πρόσωπο απαιτείται η δικαιοπραξία να καταρτιστεί από το αρμόδιο όργανο ή από πρόσωπο με έγγραφη πληρεξουσιότητα (άρθρα 61, 65, 67, 68, 70 ΑΚ). Το Π.Δ. 108/1993 ορίζει ότι η παραλαβή φαρμακευτικού υλικού γίνεται από τριμελή επιτροπή που συντάσσει πρωτόκολλο παραλαβής. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι 23 τιμολόγια και δελτία αποστολής δεν έφεραν καμία υπογραφή, ενώ 9 δελτία αποστολής έφεραν υπογραφές βοηθών φαρμακείου (Μ. Π. και Μ. Λ.) που δεν ήταν μέλη της τριμελούς επιτροπής παραλαβής. Δεν προσκομίστηκε έγγραφη πληρεξουσιότητα των υπαλλήλων αυτών για παραλαβή και υπογραφή παραστατικών. Οι επιστολές με την επιβεβαίωση του υποδιευθυντή της Οικονομικής Υπηρεσίας δεν αποτελούν απόδειξη παραλαβής ούτε αφηρημένη αναγνώριση χρέους. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 623, 626, 628, 632, 633 ΚΠολΔ και του Π.Δ. 108/1993, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως η παραλαβή των φαρμάκων από το νοσοκομείο, καθώς τα τιμολόγια και δελτία αποστολής δεν φέρουν υπογραφές αρμοδίων οργάνων ή προσώπων με έγγραφη πληρεξουσιότητα.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Συγκεκριμένα, 23 τιμολόγια και δελτία αποστολής δεν έφεραν καμία υπογραφή παραλαβής, ενώ 9 δελτία αποστολής έφεραν υπογραφές βοηθών φαρμακείου χωρίς έγγραφη πληρεξουσιότητα από το νοσοκομείο, παρά το ότι κατά το Π.Δ. 108/1993 αρμόδια για την παραλαβή ήταν η τριμελής επιτροπή. Οι επιστολές με την επιβεβαίωση του υποδιευθυντή της Οικονομικής Υπηρεσίας δεν αποτελούσαν απόδειξη παραλαβής ούτε αφηρημένη αναγνώριση χρέους, καθώς δεν υπήρχε έγγραφη πληρεξουσιότητα για τέτοια αναγνώριση. Η διαταγή πληρωμής ορθώς ακυρώθηκε λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας απόδειξής της με άλλα μέσα.
Απορρίπτει την [από 20-7-16 και με αριθμ.καταθ....] αίτηση αναίρεσεως της 39/2016 τελεσίδικου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
1861/2011
2011Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.6%
Πιστούχος εταιρεία έλαβε πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με εγγυητή ως αυτοφειλέτη. Οι λογαριασμοί κινήθηκαν και έκλεισαν στις 27-12-2002, με χρεωστικό υπόλοιπο 915.031,34 USD (που ο πιστωτής προσδιόρισε σε 884.943,27 ευρώ) και σε άλλη σχέση συνολικό κατάλοιπο 5.858.549,67 USD. Ο πιστωτής υπολόγισε το ισόποσο σε ευρώ βάσει της ισοτιμίας της ημέρας κλεισίματος των λογαριασμών, χωρίς συμβατική πρόβλεψη δικαιώματος μετατροπής σε προγενέστερο χρόνο από την πληρωμή. Για την τεκμηρίωση της απαίτησης χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα ηλεκτρονικώς τηρούμενων βιβλίων με ημερομηνία 22-1-2003, ανυπόγραφα, χωρίς έγγραφη συμφωνία των μερών για την αποδεικτική τους δύναμη.
Το άρθρο 6 § 1 του ν. 5422/1932, σε συνδυασμό με το άρθρο 291 ΑΚ, προβλέπει ότι οφειλές σε συνάλλαγμα πληρωτέες στην Ελλάδα εξοφλούνται σε εγχώριο νόμισμα με την ισοτιμία της ημέρας πληρωμής. Τα άρθρα 623, 624 και 628 ΚΠολΔ απαιτούν έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και του ποσού για έκδοση διαταγής πληρωμής, ενώ το άρθρο 632 ΚΠολΔ παρέχει ανακοπή για έλλειψη των προϋποθέσεων. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος όταν αοριστία κηρύσσεται παρά το νόμο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο πιστωτής μετέτρεψε 915.031,34 USD (σε 884.943,27 ευρώ) και 5.858.549,67 USD σε ευρώ με ισοτιμία της 27-12-2002 (κλείσιμο λογαριασμών), χωρίς συμβατικό όρο που να επιτρέπει μετατροπή προγενέστερη της πληρωμής. Διαπιστώθηκε επίσης χρήση ανυπόγραφων αποσπασμάτων ηλεκτρονικών βιβλίων ημερομηνίας 22-1-2003, χωρίς συμφωνία για την αποδεικτική τους δύναμη. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η μετατροπή πρέπει να γίνεται με την ισοτιμία της πληρωμής, ελλείψει έγκυρης αντίθετης συμφωνίας, και ότι η γενική άρνηση της αποδεικτικής επάρκειας των ηλεκτρονικών αποσπασμάτων ήταν επαρκώς ορισμένη. Επίσης, στο πλαίσιο της ανακοπής το δικαστήριο είτε επικυρώνει είτε ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής και δεν αναπροσδιορίζει ποσά.
Για την αίτηση με στοιχ. Α, έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χαρακτήρισε παρά το νόμο ως «αόριστο» τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση δεν αποδεικνύεται εγγράφως: δεν υπήρχε συμφωνία περί αποδεικτικής δύναμης των ηλεκτρονικών αποσπασμάτων (22-1-2003), οπότε η γενική άρνηση ήταν επαρκής· έτσι η απόφαση αναιρέθηκε και παραπέμφθηκε. Για την αίτηση με στοιχ. Β, απορρίφθηκαν οι λόγοι διότι η μετατροπή οφειλής σε USD (915.031,34) σε ευρώ πρέπει να γίνεται με ισοτιμία της ημέρας πληρωμής (ν. 5422/1932, ΑΚ 291) και δεν υφίστατο συμβατικός όρος που να επιτρέπει προσδιορισμό κατά τον χρόνο κλεισίματος (27-12-2002). Οι αιτιάσεις περί παραμόρφωσης του όρου 15γ των ΓΟΣ και περί λάθους βάρους αποδείξεως ήταν αβάσιμες, και δεν ήταν δυνατός δικαστικός αναπροσδιορισμός ποσού στην ανακοπή. Για την αίτηση με στοιχ. Γ, απορρίφθηκαν ομοίως οι λόγοι: η επικουρική αιτιολογία ότι δεν υφίστατο έγκυρη συμβατική πρόβλεψη μετατροπής για το σύνολο 5.858.549,67 USD στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, καθιστώντας τους λοιπούς λόγους αλυσιτελείς.
Συνεκδικάζει τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α (9/22-1-2008), Β (16/20-2-2008) και Γ (28/20-3-2008) αιτήσεις για αναίρεση των α) 965/29-11-2997, β) 966/29-11-2007 και γ) 982/29-11-2007, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό τμήμα). Α. Αναιρεί την 965/29-11-2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πειραιώς (Ναυτικό τμήμα), συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3,.000,00) ευρώ. Β. Απορρίπτει την 16/20-2-2008 αίτηση για αναίρεση της 966/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. Γ. Απορρίπτει την 28/20-3-2008 αίτηση για αναίρεση της 982/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
1345/2011
2011Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.6%
Πωλήση δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών ματαιώθηκε τον Δεκέμβριο 1986 λόγω υπαιτιότητας οργάνων τράπεζας. Το τίμημα της πώλησης ανερχόταν σε 25.000.000 δραχμές και επρόκειτο να κατατεθεί προθεσμιακά, αποδίδοντας τόκους για πέντε έτη (1.1.1987 έως 31.12.1991), με διαφυγόντες τόκους υπολογισθέντες σε 31.250.000 δραχμές. Αργότερα, απώλεια τόκων αποτιμήθηκε για μεταγενέστερο χρόνο, από 1.1.2003 έως 30.6.2005, σε 83.008,67 ευρώ, στηριζόμενη στην ίδια αδικοπραξία και στην παραδοχή ότι οι περιστάσεις, πλην του χρόνου, παρέμειναν αμετάβλητες.
Το άρθρο 623 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 624 και 632, προβλέπει ότι η διαταγή πληρωμής απαιτεί χρηματική απαίτηση αποδεικνυόμενη άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ η δίκη της ανακοπής ελέγχει τη νομιμότητα και το κύρος της διαταγής πληρωμής. Τα άρθρα 322, 324 και 331 ΚΠολΔ ορίζουν την έκταση του δεδικασμένου, ενώ το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επιτρέπει έλεγχο των διαδικαστικών εγγράφων ως προς την ύπαρξη δεδικασμένου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τελεσίδικη απόφαση είχε αναγνωρίσει διαφυγόντες τόκους 31.250.000 δρχ. για την περίοδο 1.1.1987–31.12.1991, λόγω ματαίωσης πώλησης με τίμημα 25.000.000 δρχ. Η μεταγενέστερη απαίτηση αφορούσε απώλεια τόκων 83.008,67 ευρώ για 1.1.2003–30.6.2005. Τα έγγραφα που επικαλέστηκε ο δικαιούχος περιελάμβαναν την τελεσίδικη απόφαση, πιστοποιητικά τελεσιδικίας, δικαστικές αποφάσεις περί επιτοκίων και βιβλιάρια καταθέσεων. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, το δικαστήριο εξέτασε αν τα έγγραφα αποδεικνύουν άμεσα την απαίτηση του μεταγενέστερου διαστήματος και αν το δεδικασμένο επεκτείνεται σε αυτό. Έκρινε ότι το δεδικασμένο δεν καλύπτει απαιτήσεις μεταγενέστερου χρόνου και ότι δεν υπήρχε έγγραφη απόδειξη αμετάβλητων περιστάσεων και του συγκεκριμένου οφειλόμενου ποσού για 2003–2005, άρα η διαταγή πληρωμής δεν μπορούσε να σταθεί.
Απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης διότι: (α) δεν παραβιάστηκε το δεδικασμένο, αφού η τελεσίδικη απόφαση κάλυπτε μόνο την αποζημίωση για 1987–1991 και δεν εκτεινόταν στη ζημία (διαφυγόν κέρδος) του μεταγενέστερου διαστήματος 2003–2005, (β) στη διαδικασία διαταγής πληρωμής/ανακοπής δεν επιτρέπεται διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης όταν δεν αποδεικνύεται εγγράφως, και (γ) δεν παραβιάστηκαν οι κανόνες περί αποδεικτικής δύναμης εγγράφων, αφού το δικαστήριο αξιολόγησε ορθά τα έγγραφα και την έκταση του δεδικασμένου. Ως εκ τούτου, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι κρίθηκαν αβάσιμοι, με επιβολή δικαστικών εξόδων.
Απορρίπτει την από 10-6-2008 αίτηση της Σ. Κ., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 28-12-2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 6454/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
531/2022
2022Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.5%
Τράπεζα εξέδωσε διαταγή πληρωμής στις 14-1-2013 κατά εταιρίας και εγγυητή της για οφειλή ύψους 844.942,16 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Η σύμβαση περιείχε όρο (άρθρο 4 παρ. 2) με τον οποίο το επιτόκιο υπολογιζόταν με βάση έτος 360 ημερών αντί 365. Εγγυητική επιστολή ύψους 196.000,00 ευρώ της Τράπεζας Πειραιώς κατέπεσε στις 31-1-2013, ασφαλίζοντας χρέη από την ίδια σύμβαση πίστωσης.
Το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους της και νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται και κοινοποιείται εμπρόθεσμα. Η διάταξη αυτή κατισχύει των γενικών διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ. Επιγενόμενα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικά, όπως η μερική εξόφληση, μπορούν να προταθούν μόνο με ανακοπή κατά της εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής ύψους 196.000,00 ευρώ έγινε στις 31-1-2013, ενώ η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί στις 14-1-2013. Ο λόγος μερικής εξόφλησης δεν περιλαμβανόταν στο δικόγραφο της ανακοπής ούτε σε πρόσθετο λόγο, αλλά προτάθηκε για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, το Εφετείο έκρινε ότι ο λόγος μερικής εξόφλησης ήταν απαράδεκτος διότι προτάθηκε οψιγενώς και αφορούσε επιγενόμενο γεγονός που δεν επηρέαζε το έγκυρο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι ο λόγος ανακοπής περί μερικής εξόφλησης λόγω κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής ήταν απαράδεκτος, καθώς προτάθηκε για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης και όχι με το δικόγραφο της ανακοπής ή πρόσθετο λόγο ανακοπής, και επιπλέον αφορούσε επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής γεγονός (31-1-2013 έναντι 14-1-2013). Περαιτέρω, ο λόγος ανακοπής περί ακυρότητας του όρου υπολογισμού επιτοκίου με βάση έτος 360 ημερών απορρίφθηκε με δύο επάλληλες αιτιολογίες: ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον τηρήθηκε η αρχή της διαφάνειας και ο όρος δεν ήταν καταχρηστικός. Οι αναιρεσείοντες δεν προσέβαλαν την δεύτερη επικουρική αιτιολογία, με αποτέλεσμα οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης να είναι αλυσιτελείς.
Απορρίπτει την από 5-5-2019 αίτηση 1)της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και 2)του Ν. Μ. του Θ. για αναίρεση της με αριθμό 704/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
663/2023
2023Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΕμπορικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.5%
Οφειλέτης σύναψε με τραπεζική εταιρεία σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 150.000 ευρώ με αριθμό 3109/24.2.2005. Η τράπεζα εξέδωσε διαταγή πληρωμής για οφειλόμενο υπόλοιπο 112.406,91 ευρώ, νομιμοτόκως από 20.4.2012, και επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση για συνολικό ποσό 135.103,35 ευρώ. Η σύμβαση περιείχε όρους για αναγωγή των βιβλίων της τράπεζας σε έγγραφο απόδειξης, προσαύξηση συμβατικού επιτοκίου και τόκου υπερημερίας, και ανατοκισμό τόκων υπερημερίας ανά εξάμηνο. Μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης, η απαίτηση μεταβιβάστηκε σε άλλη τραπεζική εταιρεία δυνάμει συμφωνίας από 1.1.2018.
Το άρθρο 623 και 630 περ. δ ΚΠολΔ ορίζουν ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει δανειακής σύμβασης αρκεί η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό να αποδεικνύονται με έγγραφο, ενώ η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει την αιτία της πληρωμής και το ποσό, χωρίς να απαιτείται πλήρης αναφορά των χρεοπιστωτικών κονδυλίων. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διαταγή πληρωμής αναφερόταν στη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και το χρεωστικό υπόλοιπο 112.406,91 ευρώ, χωρίς να παρατίθενται αναλυτικά οι χρεοπιστώσεις του λογαριασμού από 15.3.2005 έως 27.4.2014. Επίσης, ο ανακόπτων δεν προσδιόρισε τα επιμέρους ποσά παράνομου εκτοκισμού και ανατοκισμού. Εφαρμόζοντας τα άρθρα 623, 630 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι η διαταγή πληρωμής ήταν ορισμένη και απέρριψε τους λόγους ανακοπής ως μη νόμιμους ή αόριστους, χωρίς να υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς δεν κήρυξε απαράδεκτη τη διαταγή πληρωμής λόγω αοριστίας, καθώς για το ορισμένο της αρκεί η αναφορά της αιτίας της οφειλής και του ποσού, χωρίς αναλυτική παράθεση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων. Οι λόγοι αναίρεσης που επικαλούνταν ανεπαρκή αιτιολογία ήταν απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο απέρριψε τους λόγους ανακοπής ως μη νόμιμους ή αόριστους, χωρίς να εισέλθει στην ουσία, και ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος προϋποθέτει διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος. Επιπλέον, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις (630-633 ΚΠολΔ) δεν είναι ουσιαστικού δικαίου αλλά καθιερώνουν διαδικαστικές προϋποθέσεις.
Συνεκδικάζει την από 31.1.2008 αίτηση αναίρεσης και την από 2.6.2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2040/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Δέχεται την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην προσθέτως παρεμβαίνουσα. Επιβάλλει την πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της προσθέτως παρεμβαίνουσας στον καθού η πρόσθετη παρέμβαση, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
62/2024
2024Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.5%
Μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και ασφαλιστικού συμβούλου συνήφθη στις 30.1.1999 σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου. Η ασφαλιστική εταιρεία τηρούσε χρεωπιστωτικό λογαριασμό για την εξυπηρέτηση της σύμβασης από 31.1.1999 μέχρι 31.12.2010. Η σύμβαση καταγγέλθηκε στις 23.9.2010. Κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού προέκυψε συνολικό υπόλοιπο 90.383,14 ευρώ υπέρ της ασφαλιστικής εταιρείας. Η ασφαλιστική εταιρεία προσκόμισε πρωτότυπες μηχανογραφικές καρτέλες κίνησης, εξαχθείσες από ηλεκτρονικό υπολογιστή, με βεβαίωση γνησιότητας από τον Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος αμφισβήτησε το μηνιαίο υπόλοιπο δύο λογαριασμών (5.3.2009 ποσού 129.780,44 ευρώ και 7.5.2009 ποσού 158.619,30 ευρώ), ισχυριζόμενος ότι τα πραγματικά υπόλοιπα ήταν 34.557,61 ευρώ και 36.568,97 ευρώ αντίστοιχα.
Το άρθρο 623 ΚΠολΔ προβλέπει ότι διαταγή πληρωμής εκδίδεται για χρηματικές απαιτήσεις εφόσον η απαίτηση και το ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Στην περίπτωση μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος με βεβαίωση γνησιότητας από τον υπάλληλο που ενήργησε την εκτύπωση αποτελεί πρωτότυπο έγγραφο και δεν απαιτείται επικύρωση από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αναιρεσίβλητη προσκόμισε εξαχθέντα από ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματα μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων με βεβαίωση γνησιότητας εκτύπωσης από τον αρμόδιο υπάλληλο, τα οποία αποτελούσαν πρωτότυπα έγγραφα. Η αναιρεσείουσα περιορίστηκε σε γενική αμφισβήτηση του μηνιαίου υπολοίπου δύο λογαριασμών χωρίς να προσδιορίσει συγκεκριμένα κονδύλια. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 623, 624 και 633 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού δεν καθιστά ανεκκαθάριστη τη συνολική απαίτηση, αφού απαιτείται προσδιορισμός συγκεκριμένων κονδυλίων κατ' ιδίαν για να είναι ορισμένοι οι λόγοι ανακοπής.
Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε διότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθά έκρινε ότι συνέτρεχε η απαιτούμενη διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης και του ποσού της, καθώς η αναιρεσίβλητη προσκόμισε εξαχθέντα από ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματα μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων με βεβαίωση γνησιότητας εκτύπωσης, τα οποία αποτελούν πρωτότυπο έγγραφο χωρίς να απαιτείται επικύρωση. Επιπλέον, ο λόγος ανακοπής ήταν αόριστος, καθώς η αναιρεσείουσα προέβαλε γενική αμφισβήτηση του μηνιαίου υπολοίπου χωρίς να προσδιορίσει συγκεκριμένα κονδύλια των λογαριασμών, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται ανεκκαθάριστη η συνολική απαίτηση. Το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα και τα συνεκτίμησε κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.
Απορρίπτει την από 24/1/2014 αίτηση της Ό.-Α. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 22873/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
1808/2024
2024Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.5%
Πιστωτικό ίδρυμα χορήγησε πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό σε εμπορική επιχείρηση και παράλληλα δάνειο. Υπήρξαν εγγυήσεις από δύο φυσικά πρόσωπα. Το χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε σε 296.910,85 ευρώ για τον αλληλόχρεο λογαριασμό και 789.172,80 ευρώ για το δάνειο (σύνολο 1.086.083,65 ευρώ). Το πιστωτικό ίδρυμα προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων στις 12-4-2013. Η απαίτηση μεταβιβάστηκε σε εταιρία απόκτησης απαιτήσεων, ενώ από 6-12-2019 ορίστηκε εταιρία διαχείρισης για τη νόμιμη εκπροσώπηση και είσπραξη. Η διαχειρίστρια επικαλέσθηκε έννομο συμφέρον ως προς την έκβαση της υπόθεσης λόγω δεσμευτικότητας του δεδικασμένου έναντι του δικαιούχου της απαίτησης.
Το άρθρο 2 § 4 του ν. 4354/2015 νομιμοποιεί τις εταιρίες διαχείρισης, ως μη δικαιούχους διαδίκους, να ασκούν ένδικα βοηθήματα για είσπραξη μεταβιβασμένων τραπεζικών απαιτήσεων, με το δεδικασμένο να καταλαμβάνει και τον δικαιούχο. Κατά τα άρθρα 623-624 ΚΠολΔ, για διαταγή πληρωμής απαιτείται χρηματική απαίτηση που αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ παρέχει ανακοπή για έλλειψη των προϋποθέσεων. Το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ θέτει ως προϋπόθεση παραδεκτού στην αναίρεση την επίκληση ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο ουσίας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η οφειλή προερχόταν από πίστωση με ανοικτό λογαριασμό και δάνειο, με υπόλοιπα 296.910,85 ευρώ και 789.172,80 ευρώ αντίστοιχα, καταγγελθέντα στις 12-4-2013. Επίσης, ότι από 6-12-2019 υπήρχε σύμβαση διαχείρισης υπέρ εταιρίας διαχείρισης, μετά από μεταβίβαση της απαίτησης σε εταιρία απόκτησης, και ότι η παρέμβαση της διαχειρίστριας ήταν αυτοτελής και παραδεκτή. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η εταιρία διαχείρισης νομιμοποιείται να υποστηρίξει την απαίτηση και ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης για ελλείψεις της αίτησης διαταγής πληρωμής ήταν απαράδεκτοι, διότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ ή δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση/λήψη αποδείξεων ώστε να θεμελιωθούν οι λόγοι των άρθρων 559 αρ. 8, 11 και 19 ΚΠολΔ.
Όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης ήταν απαράδεκτοι: α) ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό ως μη νόμιμο και δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση ώστε να ελεγχθεί η επάρκεια αιτιολογιών, β) οι λόγοι του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επειδή στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται ότι οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί προτάθηκαν νομίμως και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, γ) ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ, διότι δεν υπεισήλθε το Εφετείο στην ουσία ώστε να λάβει αποδείξεις, και δ) ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ως αόριστος, λόγω μη επίκλησης νόμιμης προβολής του ισχυρισμού περί αοριστίας της αίτησης διαταγής πληρωμής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατ’ ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε και επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ της παρεμβαίνουσας εταιρίας διαχείρισης.
Απορρίπτει την από ...-2021 αίτηση των "Κ. Γ. Ζ. Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." κ.λπ. για αναίρεση της .../2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
2214/2014
2014Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.2%
Υπήρχε απαίτηση για αμοιβή δικηγορικών υπηρεσιών ύψους 3.000.000 δρχ. κατά οφειλέτριας. Εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 1996 και επιδόθηκε μία φορά στον οφειλέτη. Πριν από οποιαδήποτε δεύτερη επίδοση, ο οφειλέτης είχε εκδηλώσει βούληση μη προσβολής της διαταγής. Δεν έλαβε χώρα δεύτερη επίδοση ούτε συντρέχει άπρακτη πάροδος της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 633 ΚΠολΔ. Η απαίτηση συνδέθηκε με προνομιακή κατάταξη σε πίνακα διανομής του 1996.
Το άρθρο 633 § 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής αποκτά δεδικασμένο αν, μετά από δεύτερη επίδοση, παρέλθει άπρακτη η δεκαήμερη προθεσμία ανακοπής ή η ανακοπή απορριφθεί τελεσιδίκως. Σε συνδυασμό με τα άρθρα 632 § 1, 294-297 και 299 ΚΠολΔ για την παραίτηση από ένδικα μέσα και το άρθρο 321 ΚΠολΔ για το δεδικασμένο, προκύπτει ότι παραίτηση είναι δυνατή μόνο από υφιστάμενο δικαίωμα. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι εκδόθηκε διαταγή πληρωμής το 1996 για αμοιβή 3.000.000 δρχ., επιδόθηκε μία φορά στον οφειλέτη και δηλώθηκε παραίτηση από κάθε ένδικο μέσο μετά την πρώτη επίδοση. Δεν πραγματοποιήθηκε δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής ούτε παρήλθε η δεκαήμερη προθεσμία του άρθρου 633 § 2 ΚΠολΔ. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω, έκρινε ότι η παραίτηση είναι αποτελεσματική μόνο ως προς την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, όχι όμως ως προς την ανακοπή του άρθρου 633 ΚΠολΔ πριν από δεύτερη επίδοση, αφού δεν υφίστατο σχετικό δικαίωμα. Συνεπώς, δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο στη διαταγή πληρωμής και η θεμελίωση προνομιακής κατάταξης κατά το άρθρο 975 αρ. 3 ΚΠολΔ ήταν νομικά εσφαλμένη.
Η αναίρεση έγινε δεκτή διότι η παραίτηση του οφειλέτη από ανακοπές μετά την πρώτη επίδοση ήταν νόμιμη μόνο για την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, ενώ δεν μπορούσε να καταλάβει την ανακοπή του άρθρου 633 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει δεύτερη επίδοση. Εφόσον δεν υπήρξε δεύτερη επίδοση ούτε άπρακτη πάροδος της δεκαήμερης προθεσμίας, η διαταγή πληρωμής (για 3.000.000 δρχ.) δεν απέκτησε δεδικασμένο. Κατά συνέπεια, η απόφαση που αναγνώρισε δεδικασμένο και προνομιακή κατάταξη της απαίτησης ήταν νομικά εσφαλμένη, γεγονός που καθιστά βάσιμο τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 76/2002 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση, δικαστές. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
1943/2017
2017Άρειος ΠάγοςΔικονομικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.2%
Τράπεζα εξέδωσε διαταγή πληρωμής κατά οφειλετών για ποσό 146.104.318 δραχμών. Οι οφειλέτες άσκησαν ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής διατυπώνοντας έξι λόγους, καθώς και πρόσθετους λόγους, με τον πρώτο από τους οποίους ισχυρίστηκαν ότι η διαταγή στηρίχθηκε σε αποσπάσματα εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, η ακρίβεια των οποίων δεν είχε βεβαιωθεί από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αλλά από αναρμόδιους υπαλλήλους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ανακοπή για τον πρόσθετο αυτό λόγο και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Το άρθρο 68 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 516, 517 και 632 ΚΠολΔ ορίζει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση έφεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον εκκαλούντα. Το έννομο συμφέρον προκύπτει από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης και η έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής σωρεύονταν περισσότεροι λόγοι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε έναν από αυτούς ως βάσιμο και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα οι ανακόπτοντες να νικήσουν και να επιτύχουν το αίτημά τους. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί εννόμου συμφέροντος, το Εφετείο έκρινε ότι οι νικήσαντες ανακόπτοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να ασκήσουν έφεση για να εξετασθούν άλλοι λόγοι, αφού η επιδιωχθείσα έννομη συνέπεια (ακύρωση της διαταγής) έχει ήδη επέλθει και δεν γεννάται επιβλαβές δεδικασμένο σε βάρος τους.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 68 και 632 ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι οι ανακόπτοντες, αφού νίκησαν και η διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε με την παραδοχή ενός από τους προβληθέντες λόγους, δεν έχουν έννομο συμφέρον να ασκήσουν έφεση ζητώντας να εξετασθούν οι μη εξετασθέντες λόγοι της ανακοπής τους, καθώς η επιδιωχθείσα έννομη συνέπεια (ακύρωση της διαταγής) έχει ήδη επέλθει και δεν γεννάται επιβλαβές σε βάρος τους δεδικασμένο.
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσείοντες πρώτη ("...") και έκτο (Κ. Γ. Τ.).- Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση των α) Δ. χήρας Ζ. Τ., β) Α. Τ. του Ζ. και γ) Χ. Τ. του Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 86/2005 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.-
1850/2017
2017Άρειος ΠάγοςΔικονομικό ΔίκαιοΑστικό Δίκαιο
Σχετικότητα: 94.2%
Ανώνυμη εταιρία εμπορίας φαρμάκων πώλησε και μετέβιβασε σε Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο φάρμακα κατά το χρονικό διάστημα από 2-10-2008 έως 16-12-2008 με συνολικό τίμημα 41.530,75 ευρώ. Τα δελτία αποστολής με αριθμούς .../2-10-2008, .../22-10-2008, .../12-11-2008, .../24-11-2008, .../8-12-2008 και .../16-12-2008 έφεραν τις υπογραφές της Μ. Π., της Ε. Τ. και της Ε. Ι., οι οποίες δεν είχαν την ιδιότητα του Διευθυντή του Φαρμακείου του Νοσοκομείου. Δεν υπήρχαν αποδεικτικά έγγραφα ότι ο Διευθυντής του Φαρμακείου είχε μεταβιβάσει ή αναθέσει την αρμοδιότητα υπογραφής των παραστατικών σε άλλους φαρμακοποιούς ή βοηθούς του Φαρμακείου.
Το άρθρο 623 ΚΠολΔ προβλέπει ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής απαιτεί η απαίτηση και το ποσό να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ το ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότου. Όταν υπογράφει τρίτο πρόσωπο ως αντιπρόσωπος, απαιτείται η εξουσία αντιπροσωπεύσεως να αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Κατά το ΠΔ 108/1993 άρθρο 13 παρ. 1 (ι), ο Διευθυντής Φαρμακείου υπογράφει τα δικαιολογητικά εισαγομένων υλικών. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι τα δελτία αποστολής έφεραν υπογραφές της Μ. Π., της Ε. Τ. και της Ε. Ι., οι οποίες δεν είχαν την ιδιότητα του Διευθυντή του Φαρμακείου του Νοσοκομείου. Η πωλήτρια δεν προσκόμισε αποδεικτικά έγγραφα ότι ο Διευθυντής του Φαρμακείου είχε μεταβιβάσει ή αναθέσει την αρμοδιότητα υπογραφής σε αυτά τα πρόσωπα. Εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 623, 626, 628 και 633 ΚΠολΔ, το Εφετείο έκρινε ότι τα έγγραφα δεν αποδείκνυαν την απαίτηση κατά του Νοσοκομείου, καθώς δεν υπήρχε απόδειξη εξουσίας εκπροσωπεύσεως των υπογραψάντων, και συνεπώς η διαταγή πληρωμής έπασχε από διαδικαστικό απαράδεκτο.
Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε διότι το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι συνέτρεχε διαδικαστικό απαράδεκτο που επέβαλλε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Τα πρόσωπα που υπέγραψαν τα δελτία αποστολής δεν είχαν την ιδιότητα του Διευθυντή του Φαρμακείου του Νοσοκομείου, ούτε είχαν εξουσιοδοτηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από τον τελευταίο για την παραλαβή των φαρμακευτικών προϊόντων και την υπογραφή των σχετικών παραστατικών. Η έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων για την εξουσία εκπροσωπεύσεως καθιστούσε τα έγγραφα ανεπαρκή για την απόδειξη της απαίτησης κατά των προϋποθέσεων του άρθρου 623 ΚΠολΔ.
Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2015 αίτηση της ανώνυμου εταιρείας με την επωνυμία "... S.A." (... Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Αναζητήστε για τη δική σας υπόθεση

76.000+ αποφάσεις · 8.000+ άρθρα νομοθεσίας

ή κλείστε demo 15 λεπτών →